Αρχική » » ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - Η απομονωμένη εξέγερση

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - Η απομονωμένη εξέγερση

{[['']]}
Πώς και γιατί το μήνυμα του 1821 δεν βρήκε ευρεία ανταπόκριση

Του Παναγιώτη Στάθη, Ιστορικού - "Αιρετικά"

Στη δημόσια αντιπαράθεση για τη συμφωνία των Πρεσπών η επίκληση της Ιστορίας αποτέλεσε κύριο επιχείρημα για την υποστήριξη της ελληνικότητας της Μακεδονίας.
Επρόκειτο ωστόσο για μια αντιπαράθεση που εν πολλοίς είχε ελάχιστη σχέση με την ιστορία της Μακεδονίας. Αφενός αφορούσε επιλεκτικά τις εποχές της αρχαιότητας και του 20ού αιώνα, αφετέρου στις σχετικές συζητήσεις, κυρίως αυτές που διεξάγονταν στην τηλεόραση, απουσίαζαν σχεδόν παντελώς οι επαγγελματίες ακαδημαϊκοί ιστορικοί.
Η Ιστορία θεωρούνταν δεδομένη, ένα κείμενο που έχει γραφτεί και δεν πρόκειται να τροποποιηθεί ή να συμπληρωθεί.
Το κυρίαρχο ιστορικό αφήγημα περί Μακεδονίας (συχνά ακόμη και από όσους τάσσονταν υπέρ της συμφωνίας) αποτελούσε απλή αναπαραγωγή των σχολικών εγχειριδίων και έμοιαζε να μην έχει κενά, παρά το τεράστιο χρονικό χάσμα που άφηνε από τις αρχές της μεσαιωνικής περιόδου μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Τα επαναστατικά γεγονότα του 1821 στη Μακεδονία έλαβαν χώρα σε τρεις διαφορετικές περιοχές (στη Χαλκιδική, στον ορεινό όγκο Ολύμπου - Πιερίων και στη Νάουσα).
Οι εξεγέρσεις ξεκίνησαν με μεγαλύτερη ή μικρότερη καθυστέρηση (στη Χαλκιδική στα μέσα με τέλη Μαΐου 1821, στις άλλες δύο περιοχές τον Μάρτιο του 1822 όταν ήδη είχε κατασταλεί η επανάσταση στη Χαλκιδική) και διήρκεσαν λίγο, καθώς οι επαναστάτες ηττήθηκαν γρήγορα. Οι εξεγερμένοι σε κάθε τόπο διεξήγαγαν τον αγώνα σχετικά απομονωμένοι, χωρίς ουσιαστικό συντονισμό, συνεννόηση και αλληλοβοήθεια με τις άλλες περιοχές.

Η εθνική ιστοριογραφία θεωρεί ότι τα παραπάνω οφείλονται κυρίως στη μεγάλη απόσταση από το επαναστατικό κέντρο της Πελοποννήσου και την εγγύτητα ισχυρών οθωμανικών κέντρων όπως της Θεσσαλονίκης.
Ωστόσο ισχυρά οθωμανικά κέντρα, όπως τα Γιάννενα η Λάρισα, τα Τρίκαλα και η Λαμία, βρίσκονταν κοντά και στις νοτιότερες επαναστατημένες περιοχές της Ηπείρου, του Πηλίου και της Στερεάς Ελλάδας.
Στην Κρήτη, όπου ο μισός περίπου πληθυσμός ήταν μουσουλμανικός και εξοικειωμένος με τη χρήση των όπλων, η επανάσταση διέτρεξε πολύ μεγαλύτερο χρονικό άνυσμα. Αλλωστε οι λόγοι διαμόρφωσης της Πελοποννήσου σε κέντρο της επανάστασης δεν ήταν μόνο η απόσταση από τα οθωμανικά κέντρα αλλά κυρίως ο συνδυασμός μιας σειράς παραγόντων, όπως η πάνδημη συμμετοχή, η πληρέστερη οργάνωση και η διαθεσιμότητα κρίσιμης μάζας έμπειρου ένοπλου δυναμικού (κλεφταρματολοί, Μανιάτες, Σουλιώτες).
Για να το πω αλλιώς: εάν στη Μακεδονία εξεγείρονταν συγχρόνως πολύ περισσότερες περιοχές και με ευρεία συμμετοχή του χριστιανικού πληθυσμού, η επαναστατική προοπτική θα ήταν διαφορετική, χωρίς φυσικά αυτά να προδιαγράφουν το τελικό αποτέλεσμα. Συνεπώς διαμορφώνεται ένα βασικό ερώτημα: γιατί δεν επαναστάτησε η υπόλοιπη Μακεδονία ή, αντίστροφα, ποιες ήταν οι ιδιαίτερες συνθήκες που οδήγησαν τις συγκεκριμένες μακεδονικές περιοχές σε εξέγερση και υπό ποιους όρους;

Καταρχάς η διείσδυση της Φιλικής Εταιρείας στη Μακεδονία φαίνεται ότι ήταν πολύ περιορισμένη. Με βάση τους δημοσιευμένους καταλόγους μελών, ο Γεώργιος Φράγκος υπολογίζει ότι οι Μακεδόνες που μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία βρίσκονται στην τελευταία θέση ποσοστιαία σε σύγκριση με τις άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου: αποτελούν μόλις το 2,3% των μελών, έναντι, για παράδειγμα, του 37,2% των Πελοποννήσιων, του 12,7% των καταγόμενων από τα νησιά του Αιγαίου και του 10,8 των καταγόμενων από την Ηπειρο και την Αλβανία.
Επιπλέον, στους καταλόγους μελών δεν εμφανίζεται κανείς Μακεδόνας οπλαρχηγός μυημένος στη Φιλική Εταιρεία (με την εξαίρεση των Γεωργάκη Ολύμπιου και Γιάννη Φαρμάκη που ζούσαν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες), έναντι 41 Πελοποννήσιων οπλαρχηγών. Αλλωστε και αφηγηματικές πηγές μαρτυρούν ότι η Φιλική Εταιρεία είχε πολύ μικρή διείσδυση στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα και ιδιαίτερα στους οπλαρχηγούς αυτών των περιοχών.

Η εξέγερση της Χαλκιδικής

Κύριος συντελεστής της επανάστασης στη Μακεδονία ήταν ο Εμμανουήλ Παπάς, μεγαλέμπορος από τις Σέρρες, ο οποίος είχε έλθει σε σύγκρουση με τον ισχυρό τοπάρχη των Σερρών Γιουσούφ μπέη, καθώς ο Γιουσούφ δεν του έδινε μεγάλα χρηματικά ποσά που του χρωστούσε, ενώ απειλούσε και τη ζωή του.
Ετσι ο Παπάς αναγκάστηκε να μετεγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Η προσωπική του ιστορία επιτρέπει να κατανοήσουμε το πάθος με το οποίο ρίχτηκε στην επανάσταση και το ρίσκο για τη ζωή του που ανέλαβε με τη συμμετοχή του στον αγώνα.
Στα τέλη Μαρτίου 1821 πήγε στο Αγιο Ορος, φέρνοντας μαζί του όπλα και πολεμοφόδια, με στόχο να ξεσηκώσει τους μοναχούς και να ξεκινήσει από εκεί την εξέγερση. Ωστόσο μέχρι τα μέσα Μαΐου δεν το είχε καταφέρει.

Στο μεταξύ, είχε ξεσπάσει η επανάσταση στη Μολδοβλαχία, στον Μοριά και στη Στερεά. Φήμες κυκλοφορούσαν ευρέως για νικηφόρα προέλαση του Αλέξανδρου Υψηλάντη και συνεχείς ήττες των Οθωμανών σε όλα τα μέτωπα.
Η εμφάνιση ελληνικών πολεμικών πλοίων που επέδραμαν στα παράλια της Μακεδονίας συλλαμβάνοντας οθωμανικά πολεμικά πλοία επέτεινε τις ανησυχίες των Οθωμανών για ανταρσία στην περιοχή.

Οι οθωμανικές αρχές της Θεσσαλονίκης και των Σερρών πήραν προληπτικά μέτρα: ζήτησαν ομήρους, φυλάκισαν ορισμένους χριστιανούς, λεηλάτησαν σπίτια και μαγαζιά, απειλούσαν με σφαγές.
Ενα επεισόδιο στον Πολύγυρο αποτέλεσε τη θρυαλλίδα της εξέγερσης. Μικρές οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις κινήθηκαν με στόχο να συλλάβουν τους προεστούς και να αφοπλίσουν τους κατοίκους. Η τοπική στρατιωτική φρουρά προκάλεσε βίαια επεισόδια. Οι προληπτικές αυτές κινήσεις έφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα. Οι Πολυγυρινοί, φοβούμενοι για τη ζωή τους, πήραν τα όπλα στις 17 Μαΐου, σκότωσαν τον τοπικό βοεβόδα και τους λίγους άντρες της φρουράς του.
Μέχρι τα τέλη Μαΐου η εξέγερση εξαπλώθηκε σε όλη τη Χαλκιδική.

Οι χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πάντα προσδοκούσαν την επαναφορά της κυριαρχίας από τους μουσουλμάνους σε ένα χριστιανικό ορθόδοξο βασίλειο.
Ο φόβος για τη ζωή τους, σε συνδυασμό με φυσικά φαινόμενα που εκλαμβάνονταν ως οιωνοί για την οσονούπω έλευση του ποθούμενου, και βέβαια οι φήμες για τις προόδους των επαναστατών σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας και η εμφάνιση ψαριανών πολεμικών καραβιών στα παράλια λειτούργησαν ως αφορμή ώστε να αποτολμήσουν οι χριστιανοί της Χαλκιδικής την εξέγερση.

Ρόλο, ωστόσο, σε αυτό το διάβημα πρέπει να έπαιξαν και οι δυσαρέσκειες από τις προεπαναστατικές οικονομικές εξελίξεις: αφενός η επιδείνωση του καθεστώτος εργασίας και οι αυξημένες υποχρεώσεις των ετήσιων καταβολών σε χρήμα και ασήμι των κατοίκων των Μαντεμοχωρίων (είχαν την υποχρέωση να εξορύσσουν ασήμι και μόλυβδο από τα μεταλλεία της Χαλκιδικής για λογαριασμό της Πύλης).  Και αφετέρου ο βαθμός τη προϊούσας καταχρέωσης των αγροτών λόγω της αύξησης των φορολογικών βαρών, που οδήγησε βαθμιαία στον 18ο και 19ο αιώνα στη μετατροπή αρκετών χωριών σε οθωμανικά τσιφλίκια ή μετόχια των μονών του Αγίου Ορους. Αύξηση των οικονομικών βαρών μαρτυρείται και για τις μονές του Αγίου Ορους. Αυτά όμως χρειάζονται περαιτέρω έρευνα και τεκμηρίωση.

Οι πρώτες επιτυχίες των εξεγερμένων εναντίον των τοπικών οθωμανικών στρατιωτικών δυνάμεων δεν διάρκεσαν πολύ. Οι οθωμανικές αρχές της Θεσσαλονίκης συγκέντρωσαν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις και εξεστράτευσαν στη Χαλκιδική.
Παράλληλα ο Μπαϊράμ, που είχε διαταχθεί από την Πύλη να εκστρατεύσει στη νότιο Ελλάδα, έκανε μια παράκαμψη για να συμβάλει στην αντιμετώπιση της εξέγερσης της Χαλκιδικής.

Οι εξεγερμένοι, αφού ηττήθηκαν σε μάχες στη Γαλάτιστα και στο στενό της Ρεντίνας ανατολικά της Βόλβης, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και στα τέλη Ιουνίου περιορίστηκαν στις χερσονήσους της Κασσάνδρας και του Αγίου Ορους, οι οποίες χωρίζονται από την υπόλοιπη Χαλκιδική με στενούς ισθμούς.
Πίσω από αυτούς οι επαναστάτες μπορούσαν να οχυρωθούν αποτελεσματικά και να αντιμετωπίσουν πολλαπλάσιες στρατιωτικές δυνάμεις. Πράγματι οι επαναστάτες άντεξαν μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, όταν ισχυρή οθωμανική επίθεση συνέτριψε την ελληνική άμυνα και κατέλαβε την Κασσάνδρα. Κατόπιν αυτών, οι Αγιορείτες μοναχοί αποδέχτηκαν τις οθωμανικές προτάσεις αμνηστίας, βάσει των οποίων μάλιστα επιχείρησαν να συλλάβουν και να παραδώσουν στους Οθωμανούς τον Εμμανουήλ Παπά. Ο τελευταίος με λίγους συντρόφους του κατόρθωσε να επιβιβαστεί σε καράβι με προορισμό την Πελοπόννησο αλλά πέθανε εν πλω από καρδιακή προσβολή.

Η απομονωμένη εξέγερση της Χαλκιδικής δύσκολα θα μπορούσε να έχει επιτυχία. Από στρατιωτική άποψη ήταν λίγοι οι έμπειροι πολεμιστές και απουσίαζαν οι εμπειροπόλεμοι οπλαρχηγοί. Γρήγορα επίσης εξαντλήθηκαν τα πολεμοφόδια, τα τρόφιμα και το χρηματικό απόθεμα του Παπά με το οποίο χρηματοδότησε τις πρώτες ανάγκες.
Ο Παπάς προσπάθησε να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις ζητώντας ενισχύσεις από τα αξιόμαχα σώματα των κλεφτών και αρματολών της κεντρικής Μακεδονίας. Ομως ο μόνος που ανταποκρίθηκε ήταν ο οπλαρχηγός των Πιερίων Διαμαντής Νικολάου, ενώ οι υπόλοιποι αρνήθηκαν. Οπως γράφει ο Νικολάου στον Εμμ. Παπά: «αυτή ει καπετανέει δεν είνι καθός εστοχάζεσθε και τα φερσίματα τους είνι τούρκικα».

Στα τέλη Ιουνίου 1821 ο Νικολάου έστειλε δύναμη περίπου εξακοσίων αντρών στην Κασσάνδρα. Αλλά λίγο αργότερα αποχώρησαν λόγω της έλλειψης εφοδίων, της αταξίας και των διαφωνιών που επικρατούσαν στο ελληνικό στρατόπεδο.
Ο Παπάς προσπάθησε να εξασφαλίσει πολεμοφόδια, τρόφιμα και ναυτική υποστήριξη από ψαριανά ή υδραίικα πλοία. Ομως η μόνη δυνατή πηγή χρηματοδότησης ήταν ο πλούτος του Αγίου Ορους, σε ρευστό ή μέσω εκποίησης αφιερωμάτων των μονών. Αλλά οι μοναχοί αρνήθηκαν, με επιχείρημα την ιερότητα των κειμηλίων.
Η άρνηση αυτή δεν συνιστά απλώς πρόκριση της θρησκείας έναντι του έθνους. Επικάθεται σε ένα υπόστρωμα διάθεσης επανυποταγής του Αγίου Ορους στην Πύλη όταν τα πράγματα άρχισαν πλέον να δείχνουν ότι δύσκολα θα ευοδωθεί η επανάσταση στη Χαλκιδική. Αλλωστε εξαρχής υπήρχε μια ισχυρή μερίδα στο Αγιο Ορος που εναντιωνόταν στην επανάσταση, η οποία βαθμιαία κυριάρχησε παράλληλα με την προϊούσα αρνητική πορεία στο στρατιωτικό πεδίο.

Δυσαρέσκεια αλλά και αναβλητικότητα

Η επανάσταση στην απέναντι πλευρά του Θερμαϊκού κόλπου, τη νότια Μακεδονία, ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1821, περίπου τρεις μήνες μετά την καταστολή της εξέγερσης στη Χαλκιδική.
Η κατάσταση στις περιοχές που σήμερα αντιστοιχούν στους νομούς Πιερίας, Ημαθίας, Κοζάνης και Γρεβενών ήταν έκρυθμη από το 1820, όταν η Πύλη ήλθε σε ένοπλη σύγκρουση με τον Αλή Πασά.

Οι νέες οθωμανικές αρχές που εκπροσωπούσαν πλέον την Πύλη αντικατέστησαν αξιωματούχους που θεωρούνταν αληπασαδικοί: επισκόπους, προεστούς, δερβεναγάδες, αρματολούς.
Οι διαθέσιμες πηγές δεν παρέχουν επαρκή σχετικά στοιχεία, αλλά το εύρος των αλλαγών δεν πρέπει να ήταν μικρό.
Οι αντικαταστάσεις αυτές επέφεραν δυσαρέσκεια στους παυθέντες και αναστάτωση στις τοπικές διοικήσεις. Πολύ ευρύτερη δυσαρέσκεια προκάλεσαν οι οικονομικές επιβαρύνσεις κατά τη διάρκεια της ένοπλης σύγκρουσης Αλή Πασά και Πύλης (1820-1821) που οφείλονταν αφενός στην απότομη αύξηση των φόρων για τις ανάγκες χρηματοδότησης του πολέμου και αφετέρου στη ληστρική και βίαιη συμπεριφορά των στρατευμάτων που περνούσαν από τις παραπάνω περιοχές, κατευθυνόμενες στα Γιάννενα για να πάρουν μέρος στην πολιορκία του Αλή Πασά.

Εντούτοις, οι δυσαρέσκειες αυτές δεν οδήγησαν τη νότια Μακεδονία σε ταυτόχρονη εξέγερση με την Πελοπόννησο ούτε με τη Χαλκιδική. Οι Μακεδόνες καπεταναίοι βρίσκονταν βέβαια σε επαφή διά αλληλογραφίας με οπλαρχηγούς και με τις αρχές στις επαναστατημένες περιοχές, αλλά δεν αποτολμούσαν τη ρήξη.
Η αναβλητικότητα πρέπει να αποδοθεί αφενός στην παρουσία οθωμανικών στρατευμάτων σε κοντινές αποστάσεις και ισχυρών μουσουλμανικών θυλάκων στην ευρύτερη περιοχή (π.χ. Γιαννιτσά, Εδεσσα, Βέροια, Πτολεμάΐδα και αρκετά μουσουλμανικά χωριά), αφετέρου σε έντονες αντιθέσεις μεταξύ των τοπικών χριστιανικών ελίτ που εκβάλλουν και σε διαφορετικές στάσεις ως προς το ενδεχόμενο της εξέγερσης. Στέλνουν τον Νικόλαο Κασομούλη στην Πελοπόννησο και ζητούν ενισχύσεις σε άντρες, όπλα και κανόνια, εφόδια και χρήματα και την αποστολή εκπροσώπων των επαναστατικών αρχών προκειμένου να εξεγερθούν.

Οι εξελίξεις κατά τους πρώτους μήνες του 1822 οδήγησαν τελικά στην εξέγερση ορισμένων καπεταναίων του Ολύμπου - Πιερίων και της Νάουσας.
Ο πρώτος παράγοντας αφορά ενέργειες των οθωμανικών αρχών μετά την καταστολή της επανάστασης στη Χαλκιδική: προκειμένου να αποκλείσουν το ενδεχόμενο ανταρσίας σε περιοχές της κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας, διέταξαν τον αφοπλισμό των χριστιανών και την αποστολή ομήρων στη Θεσσαλονίκη. Μεταξύ αυτών περιέλαβαν τους οπλαρχηγούς Διαμαντή Νικολάου και Γούλα Δράσκου από την περιοχή του Ολύμπου και τους Καρατάσο και Αγγελή Γάτσο και τον προεστό και στρατιωτικό Ζαφειράκη Θεοδοσίου από την περιοχή του Βερμίου. Στο μεταξύ συνέλαβαν προεστούς από άλλες πόλεις (Βέροια, Μοναστήρι κ.ά.).

 0 κίνδυνος ακόμη και για τη ζωή των προαναφερομένων οπλαρχηγών διαγράφεται άμεσος. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η επιστροφή του Κασομούλη από την Πελοπόννησο στις 22 Φεβρουάριου, ο οποίος αναγγέλλει την προσεχή άφιξη του εκπροσώπου των επαναστατικών αρχών Γρηγορίου Σάλα. Ο Σάλας αποβιβάστηκε στην Πιερία στις 13 Μαρτίου επικεφαλής μιας μικρής αποστολής επιτελών, στρατιωτών και φιλελλήνων. Μαζί τους έφερναν τέσσερα κανόνια και πολεμοφόδια. Ηδη ο Διαμαντής Νικολάου είχε επιτεθεί στον Κολινδρό Πιερίας από τις 8 Μαρτίου, ημερομηνία έναρξης της εξέγερσης στην περιοχή Πιερίων.

Ο Σάλας έστειλε στη Νάουσα τον φιλικό Νικόλαο Κανούση για να τους ξεσηκώσει σε επανάσταση. Στα μέσα Μαρτίου, σε συγκέντρωση σε εκκλησία της Νάουσας, οι Ζαφειράκης Θεοδοσίου και Νικόλαος Κανούσης έπεισαν τους Ναουσαίους να ξεσηκωθούν και τέθηκαν επικεφαλής της εξέγερσης μαζί με τους Καρατάσο και Γάτσο. Αφού επιχείρησαν μια ανεπιτυχή επίθεση στη Βέροια, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να οχυρωθούν στη Νάουσα αναμένοντας την οθωμανική αντεπίθεση.

Στο μεταξύ, στο μέτωπο των Πιερίων οι ελληνικές δυνάμεις ηττήθηκαν στην Καστανιά στις 29 Μαρτίου και στη Μηλιά στις 2 Απριλίου, οπότε και καταστάλθηκε ολοκληρωτικά η εξέγερση στα Πιέρια.
Στις 6 Απριλίου ισχυρές οθωμανικές δυνάμεις επιτέθηκαν στη Νάουσα, την οποία κατέλαβαν στις 13 Απριλίου. Ο Ζαφειράκης Θεοδοσίου σκοτώθηκε στη μάχη, ενώ οι οπλαρχηγοί Καρατάσος, Αγγελής Γάτσος, Διαμαντής Νικολάου, Γούλας Δράσκου, Τόλιος Λαζόπουλος, Νικόλαος Κασομούλης και οι υπόλοιποι διασωθέντες αγωνιστές αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη νότιο Ελλάδα όπου κατά τα επόμενα χρόνια συμμετείχαν στα επαναστατικά στρατεύματα.

Η ένοπλη εξέγερση στα Πιέρια (8 Μαρτίου έως 2 Απριλίου 1822) και στη Νάουσα (μέσα Μαρτίου έως 13 Απριλίου 1822) διήρκεσε περίπου έναν μήνα στην κάθε περιοχή. Στα Πιέρια εξεγέρθηκαν ουσιαστικά μόνο οι καπεταναίοι της περιοχής με τους άντρες τους, χωρίς ευρύτερη λαϊκή συμμετοχή. Στη Νάουσα, αντίθετα, υπήρξε λαϊκή συμμετοχή που περιοριζόταν όμως στην πόλη και τα γύρω χωριά. Από τους γνωστούς οπλαρχηγούς συμμετείχαν οι καπεταναίοι Διαμαντής Νικολάου, Λαζαίοι, Γούλας Δράσκου, Λιακόπουλοι και Κωνσταντίνος Μπίνος των Πιερίων και του Ολύμπου, οι Συραίοι των Σερβίων, οι Καρατασαίοι και Πιτσαβαίοι της Νάουσας - Βέροιας και ο Γάτσος της Εδεσσας. Αντίθετα, δεν συμμετείχαν ενεργά οι Μπζιωταίοι των Σερβίων, οι Μάντζαρης, Τζαχίλας, Γιώτας Τζίμου του νότιου Ολύμπου, οι Βλαχαβαίοι, Μάνταλαίοι και Ψειραίοι των Χασίων και οι Ζακαίοι των Γρεβενών.

Συνεπώς, η επανάσταση στη Μακεδονία είχε πολύ περιορισμένη γεωγραφική και πληθυσμιακή εμβέλεια. Μολονότι ο φόβος απέναντι στον γειτνιάζοντα μουσουλμανικό πληθυσμό και τον οθωμανικό στρατό συνιστά προφανώς σημαντικό παράγοντα για την έλλειψη επαναστατικής διάθεσης, η απουσία ουσιαστικών μαρτυριών για κάποια προετοιμασία ή έστω συνεννόηση ή συζήτηση για το ενδεχόμενο εξέγερσης σε άλλες μακεδονικές περιοχές υποδεικνύει ότι ο συσχετισμός δύναμης δεν ήταν ο μόνος ή ο κύριος παράγοντας.

Κύριος παράγοντας υπήρξε ο χαμηλός βαθμός οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και διείσδυσης των νεωτερικών διαφωτιστικών ιδεών συγκριτικά με άλλες περιοχές όπως η Πελοπόννησος και τα νησιά. Η Θεσσαλονίκη, οι Σέρρες και ορισμένες μικρότερες πόλεις που παρουσίαζαν στοιχεία νέου αστικού τρόπου ζωής είναι λιγότερες σε σχέση με άλλες περιοχές και αποτελούσαν μικρές νησίδες σε έναν ωκεανό παραδοσιακού αγροτικού τρόπου ζωής και κουλτούρας.

Ο χαμηλός βαθμός διασποράς των συνδρομητών βιβλίων στη Μακεδονία, οι οποίοι επικεντρώνονται σε σχετικά λίγα αστικά κέντρα, υποδεικνύει αυτή την ανισομέρεια.
Εξάλλου, η μοναστική κοινότητα του Αγίου Ορους με τη μεγάλη εκπαιδευτική παράδοση και τις πλούσιες βιβλιοθήκες αποτελεί, ιδίως την προεπαναστατική περίοδο, προπύργιο της αντίδρασης στον Διαφωτισμό. Αυτή η υστέρηση εξηγεί τους δισταγμούς και την αδυναμία της Φιλικής Εταιρείας να διαμορφώσει ευρύ και αποτελεσματικό δίκτυο στη Μακεδονία.
Για το μεγαλύτερο τμήμα του χριστιανικού αγροτικού μακεδονικού πληθυσμού η τάξη του κόσμου ήταν δοσμένη εκ Θεού και η προσπάθεια ανατροπής αυτού του κόσμου με δικές του ενέργειες ήταν έξω από τους ορίζοντες της σκέψης του. Ετσι έμεινε αμέτοχο στην εξέγερση.

Από την άλλη μεριά, η στάση των κλεφταρματολών φαίνεται ότι απορρέει περισσότερο από ατομικές στρατηγικές επιβίωσης και διατήρησης ή βελτίωσης της θέσης τους και όχι από την εγκόλπωση ενός νεωτερικού οράματος εθνικής απελευθέρωσης. Για τούτο, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, αλλά και ύστερα από αυτήν, πολλοί Μακεδόνες καπεταναίοι μετακινούνταν συχνά από την ελεύθερη Ελλάδα στην οθωμανική Μακεδονία, επιδιώκοντας να ανακτήσουν τα παλαιά τους αρματολίκια.

Θρησκεία, γλώσσα και ταυτότητα

Με βάση τα γεωγραφικά όρια κυριαρχίας της ελληνικής και της σλαβικής γλώσσας στη Μακεδονία, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς: εφόσον τα επαναστατικά γεγονότα συνέβησαν σε εδάφη που βρίσκονταν νότια του νοητού ορίου που χώριζε τις βόρειες περιοχές στις οποίες κυριαρχούσαν οι σλαβόφωνοι από τις νότιες περιοχές που κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα, μήπως η επανάσταση στις μακεδονικές περιοχές συνδέεται με πληθυσμούς που έχουν ελληνική εθνική συνείδηση καθώς μιλούν ελληνικά; 
Μήπως δηλαδή στις βορειότερες περιοχές που σήμερα ανήκουν στην Ελλάδα κυριαρχούσαν πληθυσμοί με βουλγαρική εθνική συνείδηση και, συνακόλουθα, δεν είχαν λόγους να συμμετάσχουν σε ένα ελληνικό εθνικό κίνημα;

Ωστόσο, όπως προανέφερα, η συντριπτική πλειονότητα δεν είχε διαμορφωμένη εθνική ταυτότητα. Κύριο ταυτοτικό τους στοιχείο ήταν το ορθόδοξο χριστιανικό, ανεξαρτήτως της γλώσσας που μιλούσαν.
Αυτό που τους ένωνε ήταν ότι είχαν κεφαλή τον πατριάρχη. Εξάλλου δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί ο βουλγαρικός εθνικισμός που θα μπορούσε να λειτουργήσει αντίρροπα προς το ελληνικό εθνικό κίνημα.

Αλλά η προαναφερόμενη υπόθεση προσκρούει επίσης στη γλώσσα που μιλούσαν πολλοί από τους πρωταγωνιστές της εξέγερσης στον Ολυμπο και στη Νάουσα. Οι Λαζαίοι και ο Διαμαντής Νικολάου ήταν Βλάχοι, όπως και πολλοί από τους κλέφτες και τους αρματολούς του Ολύμπου. Ο Αγγελής Γάτσος ήταν σλαβόφωνος. Τα ονόματα, επίσης, αρκετών από τους οπλαρχηγούς που πήραν μέρος στην εξέγερση της Νάουσας προδίδουν τη σλαβική τους καταγωγή: π.χ. Τσέρνο-Πέτρης, Στογιάνος, Πιτσάβας.

Εάν για τους χριστιανούς της Μακεδονίας η γλώσσα δεν παίζει ρόλο στη συγκρότηση της πολιτικής τους ταυτότητας και στην αίσθηση του συνανήκειν στο πολιτικό υποκείμενο της επανάστασης, για τους Ελληνες που μορφώθηκαν στην Ευρώπη και είναι γνώστες των ιδεών του Διαφωτισμού η διάσταση της γλώσσας, και μέσω αυτής των «φυσικών συνόρων», είναι κεντρική για την εθνική οριοθέτηση.

Το 1828 ο Ιωάννης Καποδίστριας κάνει προτάσεις για τα σύνορα στους αντιπροσώπους των ευρωπαϊκών δυνάμεων, με κριτήρια να είναι «καλώς διακεκριμένα, ευφύλακτα και διαχωρίζοντα όσον το δυνατόν καλύτερα τους δύο λαούς», Ελληνες και Οθωμανούς.
Οπως σημειώνει, «αρκεί να ακολουθήσωμεν την οροθεσίαν εκείνην, την οποία αυτή η ιδία φύσις προσδιορίζει τους Ελληνας» και προτείνει ως «φύσει οριστική» τη γραμμή από «το όρος του Ολύμπου από της Κατερίνης [...] μέχρι της ακρώρειας του Πίνδου, επί του [...] Μετσόβου. Πλησίον της Κατερίνης, η γραμμή αύτη συνιστά τον ποταμόν Αλιάκμονα [...], τον οποίον ακολουθεί διά της Σερβίας [=της κωμόπολης Σέρβια] και των Γρεβενών. Τούτο το όριον διεχώριζε και το πάλαι την Ελλάδα από τα βόρεια γειτονικά μέρη. Κατά τον μεσαίωνα, και ακόμη κατά τους νεωτέρους χρόνους, η Θεσσαλία εφυλάχθη πάντοτε ελληνική, ενώ η Μακεδονία εκυριεύθη από τους Σλάβους και από πολλάς άλλας φυλάς. [...] η οροθεσία αύτη διαχωρίζει, όσον το δυνατόν καλύτερα τα δύο έθνη»· μολονότι, βέβαια, αναγνωρίζει ότι η οριοθέτηση αυτή αφήνει απέξω «μέρη, τα οποία διέπρεψαν διά των αγώνων και των θυσιών, τας οποίας έκαμαν υπέρ της ανεξαρτησίας, καθώς η Νιάουστα, η χερσόνησος της Κασσάνδρας, τα Μαδεμοχώρια και το όρος του Αθωνος».

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger