Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η γεωγραφία της εξορίας - Από τον αττικό οστρακισμό μέχρι το τελευταίο πλοίο της Γυάρου, ένας κύκλος 2.500 χρόνων

 

 

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 1974. 6:15 το απόγευμα. Το οχηματαγωγό «Σκίρων» δένει στο λιμάνι του Πόρτο Ράφτη. Από τη ράμπα κατεβαίνουν 44 άνθρωποι. Είναι οι τελευταίοι Έλληνες πολιτικοί κρατούμενοι που εξορίστηκαν στη Γυάρο. 

 Λίγες ώρες πριν, στις 4:20 το πρωί της προηγούμενης ημέρας, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε ορκιστεί πρωθυπουργός. Το ίδιο απόγευμα η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας είχε ανακοινώσει την κατάργηση του στρατοπέδου της Γυάρου. Στις 26 Ιουλίου θα εκδοθεί το Προεδρικό Διάταγμα 519/1974 με τη γενική αμνηστία, και λίγο αργότερα το νομοθετικό διάταγμα 59/1974 θα καταργήσει τον αναγκαστικό νόμο 509/1947 που ποινικοποιούσε επί δεκαετίες τη σκέψη. 45 χρόνια μετά την ψήφιση του «Ιδιωνύμου» από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, η ποινικοποίηση του πολιτικού φρονήματος τερματίζεται.

Με το πλοίο αυτό κλείνει ένας κύκλος 2.500 ετών. Από τότε που ο Κλεισθένης θέσπισε τον οστρακισμό στην Αθήνα του 508 π.Χ. μέχρι εκείνο το απόγευμα στο Πόρτο Ράφτη, η πολιτική εξουσία στον ελλαδικό χώρο απομάκρυνε συστηματικά τους αντιπάλους της σε συγκεκριμένους τόπους. Άλλαξαν οι μορφές, άλλαξε δραματικά η σκληρότητα, άλλαξε και η ορολογία. Η γεωγραφία όμως παρέμεινε σχεδόν η ίδια.

 

Όστρακα και νησιά

Η ιστορία ξεκινά με τον Κλεισθένη. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., μαζί με τη νέα διαίρεση των φυλών, εισήγαγε έναν θεσμό μοναδικό στην αρχαιότητα: τον οστρακισμό. Κάθε χρόνο η εκκλησία του δήμου αποφάσιζε αν θα γίνει οστρακοφορία· αν συγκεντρώνονταν έξι χιλιάδες ψήφοι σε όστρακα, ο πολίτης με το περισσότερα όστρακα έπρεπε να εγκαταλείψει την Αττική για δέκα χρόνια — χωρίς να χάσει ούτε την ιδιότητα του πολίτη ούτε την περιουσία του. Δεν ήταν τιμωρία, ήταν πολιτικό φίλτρο κατά της τυραννίας.

Από αυτόν τον θεσμό πέρασαν οι πιο σημαντικές μορφές της κλασικής Αθήνας. Ο Αριστείδης ο Δίκαιος, ο Θεμιστοκλής, ο Κίμων, ο Θουκυδίδης ο Μελήσιος. Πολλοί ανακλήθηκαν πρόωρα με νέο ψήφισμα, όπως ο Αριστείδης μπροστά στην απειλή του Ξέρξη.

 

 Μερικούς αιώνες αργότερα, οι Ρωμαίοι μετέτρεψαν την εξορία σε ποινή με δύο μορφές: τη relegatio (εξορία), που σήμαινε προσωρινή απομάκρυνση χωρίς απώλεια πολιτείας, και τη deportatio (απέλάση / εκτοπισμός), που συνεπαγόταν κατάσχεση περιουσίας και διά βίου περιορισμό. Τα νησιά στα οποία έστελναν τους ανεπιθύμητους είναι ακριβώς αυτά που θα ξαναεμφανιστούν στους χάρτες του 20ου αιώνα: Γυάρος, Σέριφος, Δονούσα, Αμοργός, Λέσβος. Όταν τον πρώτο αιώνα μ.Χ. προτάθηκε στη ρωμαϊκή Σύγκλητο η εξορία του ανθυπάτου της Ασίας Σιλανού στη Γυάρο, ο αυτοκράτορας Τιβέριος αρνήθηκε. Η Γυάρος, έγραψε ο Τάκιτος στα Χρονικά του, ήταν «τραχιά και χωρίς ανθρώπινο πολιτισμό», ακατάλληλη ακόμη και για εξόριστο. 19 αιώνες αργότερα, η ίδια Γυάρος θα φιλοξενήσει δεκάδες χιλιάδες Έλληνες πολιτικούς κρατούμενους.

Από εκεί και πέρα, μεγάλη σιωπή. Στο Βυζάντιο η εξορία συνεχίζεται κυρίως μέσα από τον εγκλεισμό σε μοναστήρια. Η οθωμανική περίοδος αξιοποιεί κάστρα και φρούρια. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος του 19ου αιώνα έχει φυλακές —το Παλαμήδι, τον Ιτζεντίν, αργότερα τη Συγγρού και την Αβέρωφ— αλλά όχι θεσμοθετημένο σύστημα πολιτικής εξορίας. Αυτό θα έρθει το 1929.

Ο νόμος που ποινικοποίησε τη σκέψη

Στις 25 Ιουλίου 1929, η Βουλή ψηφίζει τον νόμο 4229/1929, «Περί των μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος». Πρόκειται για κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου. Το νομοθέτημα έμεινε γνωστό ως «Ιδιώνυμο», επειδή δημιουργούσε ένα ιδιαίτερο, αυτοτελές αδίκημα. Το πρώτο άρθρο τιμωρούσε με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και εκτοπισμό από έναν μήνα έως δύο χρόνια όποιον «επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος».

Ήταν η πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία που ποινικοποιήθηκε όχι η πράξη, αλλά η σκέψη. Από εκείνη τη στιγμή ως το 1936 ακολούθησαν περίπου 16.500 συλλήψεις και 3.031 καταδίκες με εκτόπιση. Η Ανάφη, η Φολέγανδρος, η Αμοργός, η Σκύρος, η Γαύδος γέμισαν ξανά εξόριστους — σχεδόν 18 αιώνες μετά τα ρωμαϊκά νησιά.

Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς επέβαλε τη δικτατορία του στις 4 Αυγούστου 1936, βρήκε έτοιμο τον μηχανισμό. Με τους αναγκαστικούς νόμους 117 και 375 του 1936 συστηματοποίησε τη «δήλωση μετανοίας» — το πιο εφευρετικό εργαλείο της ελληνικής καταστολής, που θα ξαναχρησιμοποιηθεί στον Εμφύλιο και τη Χούντα. Όποιος ήθελε να αφεθεί ελεύθερος έπρεπε να υπογράψει κείμενο όπου αποκήρυσσε τον κομμουνισμό και κατονόμαζε συντρόφους.

Στις 16 Φεβρουαρίου 1937, το παλιό βενετικό φρούριο Ιτς Καλέ στο Ναύπλιο, η Ακροναυπλία, μετατράπηκε σε στρατόπεδο κράτησης κομμουνιστών. Όταν, τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί μπήκαν στην Πελοπόννησο, το μεταξικό καθεστώς τους παρέδωσε επίσημα, με πρωτόκολλο, γύρω στους 600 κρατούμενους της Ακροναυπλίας. 399 από αυτούς εκτελέστηκαν από τους ναζί και τους Ιταλούς.

Δεν χρειάζεται να σταθούμε στα γερμανικά στρατόπεδα της Κατοχής — Χαϊδάρι, Παύλου Μελά, Λάρισα. Δεν τα έστησε το ελληνικό κράτος. Όταν όμως η Κατοχή τελείωσε και ξέσπασε ο Εμφύλιος, το ελληνικό κράτος αξιοποίησε ξανά —και με αφάνταστα μεγαλύτερη κλίμακα— τον μηχανισμό που είχε στήσει ο Βενιζέλος και είχε συστηματοποιήσει ο Μεταξάς.

Μακρόνησος

Τον Ιούνιο του 1946, η Δ′ Αναθεωρητική Βουλή ψήφισε το Γ′ Ψήφισμα, εργαλείο μαζικών εκτοπίσεων. Ακολούθησε στις 27 Δεκεμβρίου 1947 ο αναγκαστικός νόμος 509, «αντικομμουνιστικός» κατά τον επίσημο χαρακτηρισμό, που θα έμενε σε ισχύ 27 ολόκληρα χρόνια. Τέσσερις μέρες αργότερα, στις 31 Δεκεμβρίου 1947, ο α.ν. 511 ίδρυσε το «Στρατόπεδον Πειθαρχημένης Διαβιώσεως Εκτοπισμένων». Η ονομασία ήταν ευφημισμός. Ο τόπος που περιγραφόταν με αυτή την έκφραση ήταν ένα γυμνό, άνυδρο νησί 10 τετραγωνικών χιλιομέτρων ανοιχτά του Λαυρίου: η Μακρόνησος.

Λειτούργησε ανεπίσημα ήδη από το 1947, πήρε επίσημη μορφή τον Οκτώβριο του 1949 με τον Οργανισμό Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου υπό το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Είχε τρία Ειδικά Τάγματα Οπλιτών για στρατιώτες ύποπτους για αριστερά φρονήματα, τις Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών υπό τον συνταγματάρχη Θωμά Σούλη, και από τον Νοέμβριο του 1948 το Δ′ Τάγμα Πολιτικών Εξορίστων, που το καλοκαίρι του 1949 έφτασε να κρατά ταυτόχρονα 10.000 ανθρώπους. Επίσημα στοιχεία που έδωσαν στη Βουλή τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1950 οι υπουργοί Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Γεώργιος Παπανδρέου ομολογούσαν 40.000 κρατούμενους για την περίοδο 1947–1950. Οι εκτιμήσεις των ίδιων των κρατουμένων ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό όσων πέρασαν από εκεί ως το 1957 πάνω από 100.000.

Από τη Μακρόνησο πέρασαν ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Μάνος Κατράκης, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Θέμος Κορνάρος. Το δόγμα της «αναμόρφωσης» —«Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια»— επιβαλλόταν μέσω βασανιστηρίων και επανειλημμένων δηλώσεων μετανοίας. Η προπαγάνδα του καθεστώτος αποκαλούσε το νησί «νέο Παρθενώνα». Παράλληλα λειτουργούσαν άλλα νησιά: ο Άη Στράτης από το 1947 ως το 1962 με περίπου δέκα χιλιάδες εξορίστους στην τελευταία του φάση, το Τρίκερι Μαγνησίας ως γυναικείο στρατόπεδο όπου πέρασαν 5.000 γυναίκες, η Ικαρία, η Ανάφη ξανά, η Φολέγανδρος.

Όταν τελείωσε αυτή η περίοδος, η Μακρόνησος δεν έγινε αμέσως μνήμη. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να χαρακτηριστεί ιστορικός τόπος, με το ΦΕΚ 436/Β του 1989, και αρχαιολογικός χώρος με ομόφωνη γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου στις 2 Ιουλίου 2019. Σήμερα λειτουργεί το Ψηφιακό Μουσείο Μακρονήσου, αλλά τα ίδια τα κτίρια στέκουν ερειπωμένα.

Η Γυάρος επιστρέφει

Όταν τα τανκ εμφανίστηκαν στους δρόμους της Αθήνας τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967, οι λίστες ήταν έτοιμες. Σε λίγες ώρες, χιλιάδες πολίτες είχαν συλληφθεί στα σπίτια τους. Στις 28 Απριλίου 1967, σε μία και μόνο νύχτα, 6.118 άνθρωποι εκτοπίστηκαν στη Γυάρο. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, πάνω από 7.500 δημοκρατικοί πολίτες θα περάσουν από το νησί, ανάμεσά τους 300 γυναίκες· πολλές άφησαν πίσω μικρά παιδιά.

Η κατάσταση στη Γυάρο αποκαλύφθηκε στη Δυτική Ευρώπη τον Ιούλιο του 1967, όταν ο Γερμανός φωτορεπόρτερ Fred Ihrt πέταξε και κατέγραψε σε φωτογραφίες τις συνθήκες κράτησης. Οι λήψεις δημοσιεύτηκαν στο γερμανικό περιοδικό Stern, στο τεύχος 32 του 1967, με τίτλο «Το νησί των εξόριστων», και αναπαρήχθησαν λίγο αργότερα στο Spiegel και στο γαλλικό Paris Match. Ήταν το πρώτο μεγάλο διεθνές πλήγμα στη δικτατορία.

Από τον Ιούνιο του 1967, η Χούντα άρχισε να μεταφέρει «αμετανόητους» κρατούμενους στη Λέρο. Πρώτα στο Παρθένι, στα παλιά ιταλικά κτίρια. Τον Οκτώβριο, περίπου 1.200 μεταφέρθηκαν από τη Γυάρο στο Λακκί, στα Λέπιδα — στις πρώην Βασιλικές Τεχνικές Σχολές, στα κτίρια που οι Ιταλοί είχαν χτίσει ως ναυτικές κασέρμες (στρατόπεδα) και που πριν λίγα χρόνια στέγαζαν τις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης και την «Αποικία Ψυχοπαθών». Συνολικά από τη Λέρο πέρασαν περίπου 4.000 πολιτικοί κρατούμενοι. Στο Παρθένι, ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε τα 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας. Οι κρατούμενοι ζωγράφοι Αντώνης Καραγιάννης, Τάκης Τζανετέας και Κυριάκος Τσακίρης αγιογράφησαν το εκκλησάκι της Αγίας Ματρώνας-Κιουράς, χρησιμοποιώντας ως μοντέλα συγκρατούμενους και χωροφύλακες — ένα έργο τέχνης που σώζεται μέχρι σήμερα ως το πιο σιωπηλό μνημείο των ετών της δικτατορίας.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1970, οι τελευταίοι εξόριστοι αποχώρησαν από τη Λέρο. Οι «αμετανόητοι» μεταφέρθηκαν σε φυλακές της ηπειρωτικής χώρας: στον Κορυδαλλό, στην Αίγινα, στο Επταπύργιο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα λειτουργούσαν τα ανακριτικά κολαστήρια — το ΕΑΤ-ΕΣΑ στη Βασιλίσσης Σοφίας, η Γενική Ασφάλεια στην Μπουμπουλίνας 18, το στρατόπεδο Διονύσου. Ο Μίκης Θεοδωράκης κρατήθηκε στις φυλακές Ωρωπού, ο Αλέκος Παναγούλης στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου.

Την Κυριακή 21 Αυγούστου 1973, στο πλαίσιο της φιλελευθεροποίησης Μαρκεζίνη, ο Παπαδόπουλος έδωσε γενική αμνηστία. Ο Παναγούλης βγήκε από το Μπογιάτι. Η Γυάρος έκλεισε.

Έμελλε να ανοίξει ξανά για τελευταία φορά.

Στις 17 Νοεμβρίου 1973, τα τανκ γκρέμισαν την πύλη του Πολυτεχνείου. Λίγες μέρες αργότερα, ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο. Το νέο καθεστώς ξεκίνησε αμέσως νέο κύμα συλλήψεων. Στις αρχές του 1974, πιθανότατα τον Ιανουάριο, 44 πολιτικοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν ξανά στη Γυάρο. Ανάμεσά τους ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, μετέπειτα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ· ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης· ο Στάθης Παναγούλης, αδελφός του Αλέκου· ο δημοσιογράφος Τάκης Μπενάς· ο Σπύρος Χαλβατζής· ο Μπάμπης Δρακόπουλος του ΚΚΕ εσωτερικού· ο Νίκος Κιάος.

Έμειναν εκεί διακόσιες ημέρες. Μέχρι τη Γυάρο, η εξορία στην Ελλάδα μετριόταν σε χιλιάδες, μερικές φορές σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Αυτοί οι 44 ήταν οι τελευταίοι.

Επιστροφή

Όταν στις 24 Ιουλίου 1974 ο Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός, η νέα κυβέρνηση το ίδιο απόγευμα ανακοίνωσε την κατάργηση του στρατοπέδου της Γυάρου. Λίγο αργότερα, το νομοθετικό διάταγμα 59/1974 επέτρεψε τη λειτουργία πολιτικών κομμάτων, ανάμεσά τους και του ΚΚΕ, και κατάργησε τον αναγκαστικό νόμο 509/1947 — εξέλιξη και κορύφωση του Ιδιωνύμου που είχε ψηφίσει ο Βενιζέλος σαράντα πέντε χρόνια νωρίτερα.

Από τον Κλεισθένη στον Ιωαννίδη, ο μηχανισμός παρέμεινε στη βάση του ο ίδιος: η εξουσία απομακρύνει όσους δεν χωρούν στο πολιτικό της σχέδιο. Άλλαξε όμως δραματικά η κλίμακα. Ο Θεμιστοκλής έχασε δέκα χρόνια από τη ζωή του και πέθανε στην Περσία. Οι 100.000 της Μακρονήσου έχασαν χρόνια, υγεία, και πολλοί τη ζωή τους. Οι 44 της Γυάρου ήταν ο τελευταίος κρίκος.

Η ίδια η Γυάρος, που ο Τιβέριος θεωρούσε «τραχιά και άθλια» για να φιλοξενήσει έναν Ρωμαίο πατρίκιο, στο τέλος του 20ού αιώνα είχε φιλοξενήσει σχεδόν 20.000 πολιτικούς κρατούμενους. Είχε γίνει σύμβολο. Σήμερα είναι προστατευόμενη περιοχή βιοποικιλότητας και φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αποικία μεσογειακής φώκιας στη χώρα.

Η γεωγραφία της εξορίας στην Ελλάδα έχει πια κλείσει.

Πηγή: Ελένη Νικολαϊδου -  news247


{[['']]}

Οι δήθεν πατριώτες και η κορόνα στοκεφάλι τους

Επιτήδειοι φανατικοί και υστερόβουλοι κατάφεραν να κρύψουν κάτω από τον κίβδηλο τίτλο του εθνικόφρονα τις πιο αντεθνικές πράξεις. Είναι αυτοί που διαίρεσαν τους Ελληνες σε δύο κατηγορίες: πρόβατα και ερίφια. Ανέδειξαν μια υπαρκτή κοινωνική/πολιτική αντίθεση σε μια φαντασιακή εθνική διχοτόμηση. Η συνεργασία των δωσιλόγων με τους κατακτητές την κατοχική περίοδο «δικαιώθηκε», εν είδει εθνικής προσφοράς στην πάλη εναντίον των «ΕΑΜοβουλγαρων».

Η «εθνικοφροσύνη» έλκει την καταγωγή της από την περίοδο του ελληνικού αλυτρωτισμού όταν σημαντικοί ελληνικοί πληθυσμοί βρίσκονταν εκτός συνόρων του μικρού βασιλείου. Η εθνική ολοκλήρωση και η Μικρασιατική Καταστροφή έδωσαν τέλος στη Μεγάλη Ιδέα. Ταυτόχρονα κατέστη σαν αναγκαία για την ιθύνουσα τάξη, προκειμένου να εδραιώσει την κυριαρχία της. την αναζήτηση ενός νέου εχθρού εσωτερικού αυτήν τη φορά.

Ο κάλπικος πατριωτισμός από τον μεσοπόλεμο και μετά διαπλέκεται όλο και βαθύτερα με τον θρόνο. Κινήματα πραξικοπήματα νόθα δημοψηφίσματα Αν η εθνικοφροσύνη είχε πρόσωπο, θα φορούσε στέμμα Από το πρόσωπο του Γεωργίου Β' που έχρισε δικτάτορα τον Μεταξύ το 1936 μέχρι αυτό της Φρειδερίκης και του Παύλου,« οποίοι αφού έβγαλαν τον πόλεμο απομονωμένοι στη Νότια Αφρική -λόγω υποψιών των συμμάχων για φίλογερμανισμό επέστρεψαν στην Ελλάδα για να ηγηθούν της «εθνικόφρονος παρατάξεως» στον εμφύλιο πόλεμο.

Μακρονήσια λοιπόν για αναμόρφωση των «ξενοκίνητων συμμοριτών» και παιδουπόλεις για την εθνική - ηθική διαπαιδαγώγηση των τρυφερών ψυχών ήταν οι φάροι του εθνικόφρονος πολιτισμού που προκάλεσαν διεθνή αποτροπιασμό.

Τα μετεμφυλιακά χρόνια αποτέλεσαν πεδίο απόλυτης κυριαρχίας της «εθνικοφροσύνης». όπου κάθε αντίθετη φωνή και κοινωνική διαμαρτυρία καταπνίγονταν μέσα σε ένα αυταρχικό σύνταγμα και σε μια καχεκτική δημοκρατία του χωροφύλακα της εξορίας και των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων.

Αποκορύφωση αποτέλεσε η ανατροπή της κεντρώας κυβέρνησης το 1965. την οποία χαρακτήρισαν- εθνικώς ύποπτη για να ανοίξουν τον δρόμο στους σούπερ εθνικόφρονες της χούντας. Με μια δικτατορία που εκκολάφθηκε στη φιλόξενη αγκαλιά της ΕΡΕ με τη συνδρομή «ιδεολόγων» του αντικομμουνισμού όπως ο Σάββας Κωνσταντόπουλος, ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, ο Γεωργαλάς κ.ά. που το 1967 πούλησαν τους εργοδότες τους.

Στη διαδρομή της διαχρονικής εθνικοφροσύνης καταγράφονται τουλάχιστον τρεις πολίτικοι άντρες της «υγιούς παρατάξεως» οι οποίοι υπηρέτησαν ως υπουργοί κατά σειράν τον Ιωάννη Μεταξά. τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Γεώργιο Παπαδόπουλο Χωρίς να υπολογίσουμε τους δεκάδες βουλευτές που υπηρέτησαν τη λεγάμενη «εθνικοφροσύνη» σε όλες της τις εκφάνσεις επί δεκαετίες.

Γα την ποιότητα της πατριδοκαπηλίας τους είναι ενδεικτική -και φρέσκια στη μνήμη- η περίπτωση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αφού καταγγέλθηκε σαν «προδοτική» και έγινε αντικείμενο προεκλογικής εκμετάλλευσης, στη συνέχεια αναγνωρίστηκε πλήρως ως συμφέρουσα για την Ελλάδα, ;oταν οι «νόμιμοι ιδιοκτήτες της χώρας» επανήλθαν στην εξουσία,

Πηγή: Του Αρτεμη Ψαρομήλιγκου - Hot Doc History

Συνέχεια εδώ

{[['']]}

Αυτοί που κοιμήθηκαν μάγουλο με μάγουλο με τον θάνατο


Οι βασανιστές δεν ήταν επαγγελματίες στρατιωτικοί αλλά απλοί στρατιώτες θητείας Ο εκβαρβαρισμός από αυτό το στρατόπεδο Θα εξαπλωνόταν σε όλη την κοινωνία 

«Ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι Οι ναύτες παίρνανε στο καΐκι τους σκοτωμένους φαντάρους, τους χώνανε σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό. Τους μέτραγα έναν έναν και ήταν 350»

«...με τ’ όνομα του νεκρού συντρόφου σαν ένα πιρούνι καρφωμένο στη γλώσσα σου πώς να τραγουδήσεις;»

Αν υπάρχει κάποιος που θα μπορούσε να πάρει τον τίτλο του αγαπημένου ποιητή του facebook, αυτός είναι ο Τάσος Λειβαδίτης. Οι στίχοι του, ερωτικοί ή προσλαμβανόμενοι ως τέτοιοι, αναρτώνται συνεχώς, συνοδεύοντας φωτογραφίες και τραγούδια και παραπέμπουν σε τρυφερά συναισθήματα, όμορφες στιγμές, εξιδανικευμένους έρωτες και απέλπιδα συναισθηματικά εγχειρήματα. Οσοι και όσες συστήνονται με τον Λειβαδίτη με αυτό τον τρόπο δεν θα αναγνώριζαν ως δείγμα του λόγου του ποιητή, ως δικούς του στίχους, τα παραπάνω σκληρά λόγια. Που αναπαριστούν μια αλήθεια παραπάνω από επώδυνη. Μια αλήθεια φριχτή, αβάσταχτη. Την εικόνα της άδικης απώλειας. Των βασανιστηρίων, των εκτελέσεων. Της Μακρονήσου.

Ο Τάσος Λειβαδίτης δεν ήταν ο μόνος σπουδαίος διανοούμενος που βρέθηκε στα ξερονήσια. Οι μετεμφυλιακές κυβερνήσεις της Δεξιάς και αργότερα οι δεξιογέννητοι χουντικοί, όπως όλοι οι αυταρχικοί εξουσιαστές σε όλο τον κόσμο, μισούσαν τα πολικά στοιχεία που η προοδευτική τέχνη μπορεί να αναδεικνύει και να διαιωνίζει· την ελευθερία, τον αγώνα, την αμφισβήτηση. Την πίστη σε έναν καλύτερο κόσμο για τους πολλούς. Πάνω από όλα το ανυπότακτο πνεύμα. Κι όσοι έχουν επισκεφτεί στα χρόνια μας τη Μακρόνησο, γνωρίζοντας πια τι έχει συμβεί εκεί, την ώρα που το καράβι φτάνει στο λιμάνι, η μπουκαπόρτα πέφτει και προβάλλει μπροστά το ξερό άγριο νησί, είναι σχεδόν αδύνατο να μη σκεφτούν τον εαυτό τους, για μια στιγμή έστω, στη θέση των ανθρώπων που έβλεπαν παλιότερα τα βράχια γνωρίζοντας ότι φτάνουν στην κόλαση. Και να μη νιώθουν ίσως μια ντροπή στη σκέψη πως οι ίδιοι δεν θα άντεχαν.

Οι κομμουνιστές δεν ήταν οι πρώτοι «απόβλητοι» που δέχτηκε στα ξερά του χώματα αυτό το μικρό νησί απέναντι από το Λαύριο. Οπως και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, εκεί στήθηκε ένα λοιμοκαθαρτήριο. Μια εγκατάσταση στην οποία μεταφέρθηκαν οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Επισήμως, για να εξεταστούν και να αντιμετωπιστούν ενδεχόμενες ασθένειες. Στην πραγματικότητα, για να μην αναμειχθούν με τον γηγενή πληθυσμό μέχρι το κράτος να αποφασίσει τι θα κάνει με αυτό τον νέο ανεπιθύμητο παράγοντα

Ετσι, την περίοδο 1922-23 δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, πρώτα από τον Πόντο και έπειτα από τη Μικρά Ασία, στοιβάχτηκαν στη Μακρόνησο, σε πολύ κακές υγειονομικές συνθήκες. Με αποτέλεσμα χιλιάδες από τους ανθρώπους που είχαν γλιτώσει από τον τουρκικό εθνικισμό και τον εγκληματικό τυχοδιωκτισμό της βασιλικής κυβέρνησης της Ελλάδας να μη γλιτώσουν από τις συνθήκες της Μακρονήσου. Αντίστοιχη λειτουργία είχαν και τα λοιμοκαθαρτήρια της Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη, όπου κλείστηκαν και ταλαιπωρήθηκαν πάνω από 300.000 πρόσφυγες από τον Πόντο, με άθλιους όρους διατροφής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, πολλοί μέχρι θανάτου. Στη Μακρόνησο πριν από τους πρόσφυγες είχαν κλειστεί στη διάρκεια του A' Βαλκανικού Πολέμου και 10.000 Τούρκοι αιχμάλωτοι, προερχόμενοι κυρίως από τα Ιωάννινα, που μετά στο τέλος του μεταφέρθηκαν στην Τουρκία.

«Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων διά να υποστούν αποτοξίνωσιν»

Τον Απρίλιο του 1947 το αφιλόξενο βραχώδες τοπίο του νησιού θα άρχιζε να υποδέχεται νέες στρατιές κρατουμένων. Αυτήν τη φορά είχε έρθει η ώρα των κομμουνιστών. Βρισκόμαστε στο άναμμα του Εμφυλίου. Πρωθυπουργός είναι ο 74 ετών Δημήτριος Μάξιμος, αντιβενιζελικός και στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος, μάρτυρας υπεράσπισης των δωσιλογικών κυβερνήσεων της Κατοχής, για τις οποίες υποστήριζε πως δέχτηκαν να διοικήσουν την κατεχόμενη από τους ναζί Ελλάδα για λόγους πατριωτισμού, ώστε να μην περιπέσει η χώρα σε διάλυση. 

Τον Φεβρουάριο μια εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) προς το υπουργείο Στρατιωτικών ανοίγει τον δρόμο για να χρησιμοποιηθεί η Μακρόνησος ως τόπος συγκέντρωσης κομμουνιστών στρατιωτών ή υπόπτων για συνοδοιπορία αγωνιστών του ΕΑΜ, ώστε να μείνει το στράτευμα μακριά από την επιρροή τους. Σε ένα αρχικό εισηγητικό σημείωμα αναφερόταν χαρακτηριστικά: «Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ορισμένα στρατόπεδα διά να υποστούν αποτοξίνωσιν. Ολες οι στρατιωτικές μονάδες δέον όπως εκκαθαρισθούν από αριστερίζοντες ή υπόπτους αριστερισμού». Με αυτήν τη γλώσσα υγειονομικού χαρακτήρα ξεκινούσε το μαρτύριο των αγωνιστών της δημοκρατίας.

Ηδη από το καλοκαίρι του 1946 ο στρατός με πληροφορίες που έπαιρνε από την αστυνομία είχε εντοπίσει όσους οπλίτες είχαν αριστερά φρονήματα ή είχαν συμμετάσχει στην Αντίσταση με το ΕΑΜ και τους συγκέντρωνε σε ξεχωριστά τάγματα. Το Α Τάγμα αυτών των «προς αποτοξίνωσιν» στρατιωτών οργανώθηκε αρχικά στην Παιανία και αργότερα μεταφέρθηκε στον Αγιο Νικόλαο Κρήτης και στη Γυάρο. Το Β Τάγμα συγκεντρώθηκε αρχικά στη Λάρισα κι έπειτα μεταφέρθηκε στο Ρέθυμνο, το Λιόπεσι και τέλος στο Πόρτο Ράφτη. Το Γ' Τάγμα συγκεντρώθηκε αρχικά στη Μικρά της Θεσσαλονίκης και μετά μεταφέρθηκε στα Διαβατά. Σε λίγο όλοι συγκεντρώθηκαν στη Μακρόνησο, η οποία πια άρχιζε να λειτουργεί ως επίσημο στρατόπεδο του ελληνικού στρατού. Οι πρώτοι που έφτασαν εκεί ήταν οι στρατιώτες του Β Τάγματος, στις 28 Μαΐου 1947. Σε δύο μήνες τους συνάντησαν εκεί και τα άλλα δύο τάγματα.

Νομική «διευθέτηση» εκ των υστέρων.

Οκτώβριος 1949

Η Μακρόνησος δεν ήταν ενιαίο στρατόπεδο. Ηταν ένα σύμπλεγμα στρατοπέδων και χώρων εγκλεισμού Σε πρώτη φάση περιλάμβανε τα τρία στρατόπεδα των Ταγμάτων Σκαπανέων, τα οποία την άνοιξη του 1949 μετονομάστηκαν σε Ειδικά Τάγματα Οπλιτών. A ΕΤΟ. Β ΕΤΟ και Γ ’ ΕΤΟ.2 Επίσης, τις Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ) από τον Αύγουστο του 1947, με υπόδικους και κατάδικους στρατιώτες, και το Γ' Κέντρο Παρουσιάσεως Αξιωματικών, από τον Σεπτέμβριο του 1947, όπου συγκεντρώθηκαν αριστεροί ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί. Οταν άρχισαν να στέλνονται στο νησί όχι μόνο αριστεροί στρατιώτες και αξιωματικοί αλλά και πολίτες πολιτικοί εξόριστοι ιδρύθηκε γι' αυτούς, τον Νοέμβριο του1948, το Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης στο βόρειο τμήμα του νησιού. Τέλος, τον Ιανουάριο του1950 δημιουργήθηκε το Ειδικό Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ) που λειτουργούσε στον χώρο του A' ETQ

 Για το επίσημο κράτος η Μακρόνησος απέκτησε ειδικό νομικό χαρακτήρα μόλις τον Οκτώβριο του1949, με το ψήφισμα ΟΓ «Περί μέτρων εθνικής αναμορφώσεως» και την ίδρυση του Οργανισμού Αναμορφωτήριων Μακρόνησου, ο οποίος υπαγόταν απευθείας στο ΓΕΣ και σκοπός του είχε οριστεί η «διά της διαφωτίσεως και διαπαιδαγωγήσεως αναμόρφωσις» των κρατουμένων. Επισήμως πια ο στρατός αποκτούσε δικαιώματα που δεν είχε πριν και γινόταν υπεύθυνος για την κράτηση όχι μόνο οπλιτών και αξιωματικών αλλά και πολιτών. Η θεσμική στρατοκρατία οικοδομούνταν.

Το καλοκαίρι του 1947 οι έγκλειστοι στρατιώτες και αξιωματικοί προσέγγιζαν τους 10.000. Τον Μάιο του 1948 κρατούνταν πια στη Μακρόνησο 15.814 στρατιώτες και αξιωματικοί καθώς και 728 πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι. Τον Αύγουστο του 1949 βρίσκονταν εκεί 7.500 στρατιώτες και 20.000 πολίτες -τριπλάσιοι σχεδόν-, ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους υπήρχαν εκεί 5.521 στρατιώτες και 11.247 πολιτικοί εξόριστοι. Συνολικά. σύμφωνα με το ΓΕΣ. μέχρι τον Οκτώβριο του 1949 είχαν «αναμορφωθεί» 25.000 οπλίτες και αξιωματικοί. Πολλοί από αυτούς στη συνέχεια στάλθηκαν σε μάχιμες μονάδες του στρατού για να πολεμήσουν εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Αυτή η αναμόρφωση ασφαλώς δεν επιτυγχανόταν με κανένα λεκτικό μέσο πειθούς. Η Μακρόνησος είναι συνώνυμο των πιο φριχτών βασανιστηρίων. Η εικόνα του μεγάλου σχολείου πατριωτισμού που έβγαινε προς τα έξω από τα προπαγανδιστικά μέσα του κράτους ουδεμία σχέση είχε με το κολαστήριο που αποτέλεσε στην πραγματικότητα το νησί.

Οταν η αγριότητα γίνεται συλλογική και απλώνεται στην κοινωνία

Υπάρχει ένα στοιχείο που εντυπωσιάζει και δείχνει πόσο εύκολα μπορεί η αγριότητα να γίνει συλλογική, να καταλάβει πρώτα ένα κλειστό σύστημα όπως της Μακρονήσου και μετά να απλωθεί μέσα σε μια κοινωνία. Οι βασανιστές των εξόριστων δεν ήταν επαγγελματίες του στρατού αλλά απλοί οπλίτες, στρατιώτες που υπηρετούσαν τη θητεία τους. Επιλεγμένοι, βέβαια, με κριτήριο και την προηγούμενη βίαιη και περιθωριακή πολιτεία τους. Υπήρχε όμως και μια άλλη, πιο σκληρή πτυχή. Κάποιοι από τους βασανιστές ήταν «ανανήψαντες» αριστεροί, πρώην κρατούμενοι, που αναγκάζονταν να βασανίσουν οι ίδιοι τους πρώην συντρόφους τους, είτε για να αποδείξουν πως πράγματι είχαν αλλάξει στρατόπεδο είτε για να κλείσει για πάντα ο δρόμος της επιστροφής τους στην Αριστερά είτε απλώς για την άρρωστη απόλαυση των αξιωματικών. Τα βασανιστήρια γίνονταν συχνά μπροστά στους άλλους κρατούμενους ώστε αυτοί να «σπάσουν» γρήγορα και να υπογράψουν τη διαβόητη δήλωση μετάνοιας.

Μόλις οι εξόριστοι αποβιβάζονταν στη Μακρόνησο ο διοικητής του τάγματος τους συγκέντρωνε και τους καλούσε να υπογράψουν επιτόπου, με συγκεκριμένη μικρή χρονική διορία, τη δήλωση. Οταν η διορία περνούσε στρατιώτες με ρόπαλα ορμούσαν πάνω τους και τους χτυπούσαν με αγριότητα Ετσι, οι περισσότεροι εξόριστοι δέχονταν να υπογράψουν. Ομως πολλοί αρνούνταν. Αυτοί μεταφέρονταν σε άλλα σημεία του στρατοπέδου, για να μαρτυρήσουν ξανά στα χέρια των βασανιστών τους. Τους έβαζαν να στήσουν πρόχειρες σκηνές, «τσαντίρια» όπως τα έλεγαν οι εξόριστοι. Η ίδια η καθημερινότητά τους εκεί ήταν ένα βασανιστήριο. Τους ανάγκαζαν να μετακινούνται διαρκώς μαζί με τα πράγματά τους. Πολλές φορές δεν τους επέτρεπαν να πάνε ούτε στα ουρητήρια. Εκτεθειμένοι συνεχώς στους ανέμους, στην παγωνιά τις νύχτες, την αφόρητη ζέστη άλλες μέρες, υπέφεραν σε ένα συνεχές εφιαλτικό μαρτύριο. Οι εξόριστοι αναγκάζονταν να μεταφέρουν μεγάλες πέτρες από τη μια πλευρά του νησιού στην άλλη, κάτω από τον ήλιο, μέχρι να λιποθυμήσουν. Αυτή η χωρίς νόημα εργασία αποσκοπούσε στην ταπείνωση των εξόριστων, την εμπέδωση της ιδέας πως δεν αποτελούσαν ανθρώπους με δικαιώματα αλλά αντικείμενα στα χέρια των βασανιστών τους και, ασφαλώς, στην ψυχολογική και διανοητική τους κατάρρευση.

Αυτή η βίαιη «αναμόρφωση» ξεκίνησε από το Γ' Τάγμα, υπό τη διοίκηση του διαβόητου λοχαγού Σκαλούμπακα. Οσοι μετά τις πρώτες απειλές και τα βασανιστήρια συνέχιζαν να μην υπογράφουν δηλώσεις μετάνοιας καλούνταν στο Γραφείον Ηθικής Αγωγής του τάγματος, όπου διεξάγονταν πολύωρες ανακρίσεις και νέοι ξυλοδαρμοί Οι βασανιστές χτυπούσαν με κάθε τρόπο και με κάθε αντικείμενο που μπορούσε να γίνει όργανο βασανιστηρίων: ξύλα λοστούς, συρματόσκοινα κλομπ. Με τη διαβόητη φάλαγγα, κατά την οποία ο κρατούμενος δενόταν σε ένα κρεβάτι και με ένα κλομπ του χτυπούσαν σταθερά και με δύναμη τα πέλματα, πόνος που -όπως λένε οι μαρτυρίες- κάνει τον βασανιζόμενο να νομίζει πως θα χάσει τη λογική του. Αλλά και με βασανιστήρια που φαίνονται πιο ήπια αλλά είναι εξαντλητικά, όπως το «αεροπλανάκι», δηλαδή το να στέκεται ο βασανιζόμενος στο ένα πόδι με τα χέρια σε έκταση, ή ο «πελαργός», το να στέκεται για ώρα στο ένα πόδι. Ολα αυτό συνεχίζονταν μέχρι να λιποθυμήσει ο βασανιζόμενος. Ή μέχρι να κουραστεί ο βασανιστής.

Τα μαρτύρια της ρέγνας, της γάτας και η «ευγνωμοσύνη» στον βασανιστή

Μαζί με αυτά υπήρχαν και άλλα βασανιστήρια που έρχονταν κυριολεκτικά από τα βάθη των αιώνων κι από βάρβαρες πρακτικές στρατών και ηγεμόνων. Τέτοιο ήταν το να πετιούνται οι βασανιζόμενοι στη θάλασσα με τα χέρια δεμένα και φορώντας τα ρούχα τους, ώστε να κινδυνεύουν διαρκώς να πνιγούν. Το να τους κρεμούν από στύλους με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα και τις άκρες των ποδιών ίσα να ακουμπούν στο έδαφος. Το να τους δίνουν για βραδινό ρέγγα χωρίς νερό ενώ ήταν καλοκαίρι, με αποτέλεσμα μια βασανιστική αφυδάτωση. Αλλά και το μαρτύριο της γάτας, όπου έβαζαν τους βασανιζόμενους σε ένα σακί, έριχναν μέσα μια γάτα, το έδεναν και το έριχναν στη θάλασσα, ώστε η γάτα σε κατάσταση αμόκ να ξεσκίζει με τα νύχια της τον βασανιζόμενο προσπαθώντας να σώσει τη ζωή της. Από όλα αυτά πολλοί εμφάνισαν βαριά ψυχικά νοσήματα και άλλοι επιχείρησαν να αυτοκτονήσουν. Οι συνθήκες αυτού του κολαστηρίου είχαν αποτέλεσμα έπειτα από έξι μήνες ελάχιστοι από τους 5.000 στρατιώτες του τάγματος να μην έχουν υπογράψει δήλωση μετάνοιας.

Αλλά και για όσους υπέγραφαν τελικά τις δηλώσεις τα πράγματα δεν ήταν εύκολα Πρώτα έπρεπε να αποδείξουν ότι είχαν πράγματι αλλάξει πεποιθήσεις. Επρεπε να κάνουν ομιλίες στους υπόλοιπους στρατιώτες για τα δεινά του κομμουνισμού και την αναμορφωτική επίδραση της Μακρονήσου, να παρενοχλούν και να διαπομπεύουν τους «αμετανόητους», αλλά και, όπως είπαμε, να τους βασανίζουν οι ίδιοι. Επειτα έστελναν επιστολές στο χωριό τους στις οποίες ανέφεραν πως είχαν παρασυρθεί από το «προδοτικό» ΚΚΕ, καταδίκαζαν τον κομμουνισμό ως αντεθνική ιδεολογία και δήλωναν ευγνώμονες για την εμπειρία της Μακρονήσου που τους οδήγησε στο να «ανανήψουν». Αυτές οι επιστολές διαβάζονταν μπροστά σε όλους τους συγχωριανούς τους από τον παπά ή τον δάσκαλο μετά τη λειτουργία της Κυριακής.

Το αποκορύφωμα της θαλάσσιας κόλασης ήταν όσα συνέβησαν την 1η Μαρτίου 1948. A' ΕΤΟ: Οι στρατιώτες εκεί άντεχαν ακόμη και δεν υπέγραφαν τη δήλωση στο καθεστώς παρά τα μαρτύρια. Μία μέρα πριν (29 Φεβρουάριου), κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσής τους στο θέατρο για την πραγματοποίηση της κυριακάτικης λειτουργίας, κάποιοι αλφαμίτες (Αστυνομία Μονάδος) άρχισαν να χτυπούν μπροστά τους δύο άλλους στρατιώτες. Πολλοί διαμαρτυρήθηκαν φωνάζοντας «Αίσχος» και εξεγέρθηκαν. 

Ξαφνικά κάποιοι από τους αλφαμίτες άρχισαν να πυροβολούν προς το πλήθος. Πέντε στρατιώτες έπεσαν νεκροί από αυτό το επεισόδιο, για το οποίο ο διοικητής του τάγματος Α. Βασιλόπουλος είπε πως δεν υπήρχε καμία εντολή και πως θα διεξάγονταν έρευνες. Ομως το επόμενο πρωί φάνηκε πως ίσως όλα αυτά να ήταν πρόβα και προβοκάτσια για να δημιουργηθεί η αφορμή της σφαγής.

Οι κρατούμενοι στρατιώτες είχαν τοποθετήσει από την προηγούμενη μέρα τους νεκρούς σε μια σκηνή και έκαναν συμβολική απεργία πείνας. Την ώρα του πρωινού θρησκευτικού κηρύγματος το A' ΕΤΟ βρέθηκε ξαφνικά περικυκλωμένο από τις ένοπλες φρουρές και των τριών ταγμάτων. Από τα μεγάφωνα ενός μικρού σκάφους ακούστηκε η φωνή του διοικητή:

«Προσοχή - προσοχή!

Στρατιώται του A' Τάγματος. Σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης.

Στρατιώται του Α’ Τάγματος, εκάματε μίαν απερισκεψίαν. Ολίγα καθάρματα κομμουνισταί σας παρέσυραν εις στάσιν κατά της πατρίδος. Οσοι από σας δεν συμφωνούν με τους δολοφόνους, οι οποίοι εδημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα, διαχωρίστε τας ευθύνας σας και συγκεντρωθείτε ας τον 7ον λόχον. Το κράτος δεν μπορεί να υποχωρήσει, το κράτος δεν θα υποχωρήσει».

Η σφαγή της 1ης Μαρτίου1948. Οπλισμένοι «γαζώνουν» άοπλους

Με αφορμή το επεισόδιο της προηγούμενης ημέρας προσπαθούσαν να τους αναγκάσουν να υπογράψουν υπό την απειλή ότι αλλιώς θα θεωρούνταν στασιαστές. 4.500 άοπλοι στρατιώτες, σχεδόν όλοι 20 έως 25 ετών, όλοι τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και οι πιο πολλοί στελέχη και μέλη του ΚΚΕ, στέκονται ακίνητοι 

Μία ώρα μετά δίνεται το τελεσίγραφο. Μέσα σε πέντε λεπτά έπρεπε να μεταβούν στον 7ο λόχο για να υπογράψουν. Αλλιώς ο στρατός θα επιτίθετο. Δεν κινούνται. Και η θηριωδία αρχίζει. Με ρόπαλα πέφτουν πρώτα πάνω τους οι πρώτοι από τους βασανιστές. Στις μάχες σώμα με σώμα οι αριστεροί στρατιώτες καταφέρνουν να τα πάρουν στα χέρια τους και να εκδιώξουν τους «συναδέλφους» βασανιστές τους. Σε λίγα λεπτά όλα αλλάζουν. Με εντολή των αξιωματικών τους οι αλφαμίτες αρχίζουν να πυροβολούν με τα αυτόματα πάνω στις σκηνές του 4ου και 5ου λόχου. Οι πρώτοι νεκροί. 

Σε λίγο άλλοι στρατιώτες πίσω από τα μυδραλιοβόλα τους χτυπάνε σχεδόν όλο τον χώρο της παραλίας, μέχρι και το λιμάνι. Μερικοί στρατιώτες πέφτουν στη θάλασσα για να σωθούν. Οι σφαίρες τούς βρίσκουν κι εκεί Για μια στιγμή σταματάνε τα όπλα Και τότε μια φωνή προτρέπει: «Συνάδελφοι, όλοι όρθιοι να ψάλουμε τον εθνικό μας ύμνο!». Οι στρατιώτες του A' ΕΤΟ. του «κόκκινου τάγματος», οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, σε θέση προσοχής, μαζί κι οι τραυματίες, ψάλλουν τον «Υμνο στην ελευθερία». Τα μυδραλιοβόλα συνεχίζουν. Επί ώρες όλος ο τόπος γαζώνεται Οπλισμένοι σφάζουν άοπλους. Στο τέλος πάλι οι αλφαμίτες ορμούν ουρλιάζοντας και ζητούν δηλώσεις μετάνοιας.

Οι νεκροί της σφαγής φορτώθηκαν σε ένα καΐκι. Ο καπετάνιος του, χρόνια μετά, δήλωνε:

«Εζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. L.J Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. [...] Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι αλφαμίτες Χούμης και Δήμητρας, Λαγός. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους. Λέω στον Σκαλούμπακα “Το καΐκι δεν σηκώνει τόσο πράμα είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι”. Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να ’κανα; Το πιστόλι σε παγώνει.. L.J Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. Οι νεκροί ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου».

Το βράδυ της 1ης του Μάρτη το υπουργείο Στρατιωτικών εκδίδει ανακοίνωση:

«Την 29 Φεβρουάριου άνδρες του Στρατοπέδου Μακρονήσου εις το οποίον υπηρετούν οι επικίνδυνοι κομμουνισταί κατά την διάρκειαν της θρησκευτικής τελετής επετέθησαν κατά της φρουράς του Στρατοπέδου προς αφοπλισμόν της. Η τελευταία αμυνόμενη έκαμε χρήσιν των όπλων και η τάξις απεκατεστάθη. Απώλειαι στασιαστών 17 νεκροί και 61 τραυματίες». Τα «Νέα» έγραψαν: «Οι κομμουνισταί προκάλεσαν ταραχάς εις την Μακρόνησον».

Ο ανθός του ελληνικού πολιτισμού και τα καΐκια των τρελών

Στη Μακρόνησο κρατήθηκαν και βασανίστηκαν άνθρωποι που τις επόμενες δεκαετίες θα σφράγιζαν για πάντα την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Κάποιοι και του παγκόσμιου. Στρατευμένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, πολλοί ήδη μέλη του ΚΚΕ. Καθηγητές πανεπιστημίου και άλλοι επιστήμονες όπως ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος και ο Γιάννης Ιμβριώτης, σκηνοθέτες και ηθοποιοί όπως ο Μάνος Κατράκης, ο Θανάσης Βέγγος, η Αλέκα Παΐζη και ο Νίκος Κούνδουρος, μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Φοίβος Ανωγειανάκης, εικαστικοί όπως ο Τάσος Ζωγράφος και ο Γιώργος Φαρσακίδης, λογοτέχνες όπως ο Γιάννης Ρΐτσος, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Νίκος Καρούζος, ο Θέμος Κορνάρος, άλλοι ήδη καταξιωμένοι, άλλοι στα πρώτα τους βήματα Μάλιστα ο Μάνος Κατράκης είχε καταφέρει να κρύψει ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου μέσα σε γυάλινα μπουκάλια που έθαψε στην άμμο. Κι όταν αργότερα άλλαξε τόπο εξορίας τα πήρε μαζί του. Είναι τα ποιήματα που αργότερα εκδόθηκαν με τον τίτλο «Πέτρινος χρόνος» και αποτέλεσαν το υλικό για την «Καντάτα για τη Μακρόνησο» του Θάνου Μικρούτσικου.

Ο Μίκης Θεοδωράκης αποτυπώνει στα λόγια του τη φρίκη για τη Μακρόνησο:

«Οταν μας πηγαίνανε στα βουνά επάνω για τα βασανιστήρια, στις χαράδρες κ.λπ. ήταν απόλυτη μοναξιά. Στη φυλακή μέσα ή στην ασφάλεια ξέρεις ότι πίσω από τους άλλους τοίχους είναι ορισμένοι σύντροφοί σου. Κάποιοι άνθρωποι θα σε ακούσουν. Η μαρτυρία παίζει μεγάλο ρόλο. Εκεί δεν είχες κανέναν. Δηλαδή να εξαφανιστείς, να πεθάνεις χωρίς να αφήσεις ίχνος πίσω σου είναι αβάσταχτο. Αισθανόσουνα εκεί ότι είσαι τίποτα. Ησουν μόνος σε μια ερημιά, σε ένα βράχο επάνω, στην ερημιά, ήταν σκηνές πολλές αλλά δεν τις έβλεπες και ήταν μακριά η μια με την άλλη. Ησουν τελείως μόνος. Και ξαφνικά καθώς κοιμόσουνα έβλεπες φλόγες, είχανε πετρέλαιο και βάζανε φωτιά στη σκηνή εκεί που κοιμόσουν. Και μετά έπεφτε άγριο ξύλο. Πες μου, πώς αντέχει αυτός ο άνθρωπος. Στα κλασικά βασανιστήρια στην Ασφάλεια είχες την αναμονή και μετά το ξύλο, όσο αντέξεις. Μετά είσαι εξαντλημένος. Και πονάς πολύ. Αλλά αυτό γίνεται μέσα σε δυο τρεις ώρες. Και πας στο κελί σου πάλι. Στη Μακρόνησο ήταν μήνες, δημιούργησε θύματα τα οποία υποφέρουν ακόμη. [...] Υπήρχαν καΐκια που πηγαίνανε από τη Μακρόνησο στο Λαύριο για να πάνε τους τρελαμένους στα νοσοκομεία».

Ο Εμφύλιος που συνεχίστηκε μέχρι το 1961. Ισοπεδώνοντας την αντιστασιακή ταυτότητα

Τον Αύγουστο ίου 1949 ο Εμφύλιος τελείωσε με την ήττα του ΔΣΕ. Εξόριστοι συνέχιζαν για καιρό να μεταφέρονται μαζικά στη Μακρόνησο παρότι ο (επίσημος) λόγος είχε πλέον λείψει. Και ασφαλώς συνέχισαν να μαρτυρούν. Λίγους μήνες μετά, στις 5 Μαρτίου 1950, έγιναν εκλογές. Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Νικόλαος Πλαστήρας. Ο κεντρώος για τα δεδομένα της εποχής εμβληματικός πρώην στρατιωτικός ξεκίνησε να αποδυναμώνει τη λειτουργία του στρατοπέδου. Το καλοκαίρι χιλιάδες πολιτικοί εξόριστοι μεταφέρθηκαν από τη Μακρόνησο σε δύο άλλα νησιά. Οι άντρες μεταφέρθηκαν στον Αη Στράτη και οι γυναίκες στο Τρίκερι. Ομως για επτά ακόμη χρόνια, ως το 1957, τα στρατόπεδα συνέχισαν να λειτουργούν, όπως και οι στρατιωτικές φυλακές ως τον Οκτώβριο του1960. Σε λίγο είχαν μείνει μόνο κάποιοι στρατιώτες, όχι ως κρατούμενοι αλλά ως φρουροί των εγκαταστάσεων. Τον Φεβρουάριο του 1961 εγκατέλειψαν κι αυτοί οι τελευταίοι 10-15 άντρες τη Μακρόνησο.

Εχει υπολογιστεί πως από τη Μακρόνησο πέρασαν συνολικά περί τους 27.000 στρατιώτες, 1.100 αξιωματικοί και 30.000πολίτες, όλοι κατηγορούμενοι για αριστερά φρονήματα. Η Μακρόνησος ήταν μια ανάγκη του αστικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Η Αντίσταση και το ΕΑΜ είχαν γίνει τα πιο μαζικά κινήματα στην ιστορία της χώρας. Είχαν αλλάξει τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων. Δεν τους έσωσαν μόνο από την πείνα, δεν τους έδωσαν όπλα για να διώξουν τον κατακτητή. Αλλαξαν εντελώς τον τρόπο που οι άνθρωποι έβλεπαν τη ζωή τους. Αντρες αγράμματοι γίνονταν ηγέτες στο χωριό τους, χωρικοί μάθαιναν να διαβάζουν κι έβλεπαν πρώτη φορά στη ζωή τους θέατρο, γυναίκες σταματούσαν να περιμένουν να διαλέξει ο πατέρας τους τον σύζυγό τους και γίνονταν αγωνίστριες και ισότιμες με τους άντρες. Το στρατόπεδο της Μακρονήσου δημιουργήθηκε για να τα ισοπεδώσει όλα αυτά Τη νέα ταυτότητα των ανθρώπων. Τις νέες ιδέες που μέσα από την πάλη τους είχαν κατακτήσει για τον εαυτό τους και για τον κόσμο. Οπως και όλο το αντικομμουνιστικό κράτος της Δεξιάς που χτίστηκε μετά τον Εμφύλιο. Για να καταστρέφει την ηθική εδραίωση του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ στο μεγάλο μέρος της ελληνικής νεολαίας. Για να μην του αφήσει περιθώριο για το μέλλον.

Οι σημαίνοντες του μετεμφυλιακού κράτους ασφαλώς είδαν αλλιώς την Μακρόνησο. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου και μετέπειτα πρόεδρος της Δημοκρατίας, σε ομιλία του που εκφώνησε στο νησί είπε πως «η Μακρόνησος είναι προπαντός ένα μεγάλο εκπαιδευτήριο και γυρεύει να στηριχθεί στον ορθόν λόγον... Μακάρι όλη η Ελλάδα να ήταν μια Μακρόνησος... Ολοι στη ζωή μας πρέπει να περνάμε ένα Μακρονήσι. [...] Ηρθα ως δάσκαλος. Θα ήθελα να βρισκόμουν στη θέση σας».

Παν. Κανελλόπουλος: «Πρότυπον άξιον μιμήσεως. Στο ξερονήσι αυτό εβλάστησε η Ελλάς»

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, πρώην πρωθυπουργός, είπε πως «το έργον της Μακρονήσου, αναγνωρίζομενον ήδη διεθνώς ως παράδειγμα και πρότυπον άξιον μιμήσεως εις όλας τας ελευθέρας χώρας του κόσμου, αποτελεί τίτλον τιμής δι’ όλους εκείνους οι οποίοι συνέβαλαν και συμβάλλουν εις την πραγματοποίησίν του. [...] Η ιστορία θα γράψει ότι η στροφή της παγκόσμιας υποστάσεως εδώ εις την Μακρόνησον άρχισε. Στο ξερονήσι αυτό εβλάστησε σήμερα η Ελλάς ωραιότερη όσο ποτέ».

Μετά τη χούντα για πολλές δεκαετίες ο Εμφύλιος είχε γίνει ταμπού για την ελληνική Δεξιά. Σήμερα οι εκπρόσωποι μιας ακραίας εκδοχής της, που αρέσκονται να μιλάνε στη Βουλή με λόγο στρατοδίκη και γυμνασιάρχη του ’50, προσπαθούν να οικειοποιηθούν με περηφάνια τη δράση του κράτους στον Εμφύλιο. Υποστηρίζουν πως όλα έγιναν για τη σωτηρία της Ελλάδας από μια «κομμουνιστική δικτατορία». 

Διαμαρτύρονται για την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» και για το ότι, όπως λένε, αντί να γράψουν την ιστορία του Εμφυλίου οι νικητές, την έγραψαν οι ηττημένοι Φωνάζουν για να ρίξουν στη λήθη τα βασανιστήρια των νικητών στους ηττημένους. Και την ταξική διάσταση του πολέμου. Που, ίσως πιο καλά από οπουδήποτε, αποτυπώνεται στο πρόσωπο ενός από τους δολοφονημένους της Μακρονήσου έπειτα από 33 ημέρες βασανιστηρίων, του Μήτσου Τατάκη, γενικού γραμματέα της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων, που είχε συμβολή ακόμη και στην οργάνωση της απόβασης των συμμάχων στη Νορμανδία Μετά τον πόλεμο η ΟΕΝΟ στοχοποιήθηκε από το εφοπλιστικό κεφάλαιο και πολεμήθηκε σκληρά, διότι εξαιτίας της «το ελληνικόν πλοίον απώλεσε το μοναδικόν του πλεονέκτημα, το χαμηλόν κόστος εκμεταλλεύσεως, που του επέτρεπε να συναγωνίζεται επιτυχώς τας ξένας ναυτιλίας». Τελικά αυτό που δεν συγχωρήθηκε στους ηττημένους είναι ότι αντέξανε. Οτι είχαν την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα Κι αυτό που γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στο «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί»:

«Περάσαμε πολύ καιρό στο Μακρονήσι, κοιμηθήκαμε μάγουλο με μάγουλο με το θάνατο,

πολλοί αφήσανε εκεί τα κόκαλά τους. Πολλοί αφήσανε τα πόδια τους τα χέρια τους.

Πολλοί τώρα περπατάνε με δεκανίκια, πολλοί δεν περπατάνε καθόλου,

πολλοί φωνάζουν τις νύχτες στον ύπνο τους

πολλοί δεν έχουν καθόλου μιλιά, πολλοί δεν μπορούν πια να δουν, πολλοί δεν μπορούνε πια να καταλάβουν τη φωνή της μάνας τους.

Ολο το φταίξιμό μας είναι που αγαπάμε, όπως και εσύ Ζολιό, τη Λευτεριά και την Ειρήνη».

Πηγή: Hot History

{[['']]}

Η Χ και οι χίτες. Η ιστορία και η δράση μιας ακροδεξιάς οργάνωσης

Στο κείμενο που ακολουθεί, θα αναφερθούμε με συντομία στην ιστορία και τη δράση της οργάνωσης «Χ» και σε ορισμένες άγνωστες πτυχές της.

Η ίδρυση της οργάνωσης Χ

Τον Ιούνιο του 1941 ιδρύθηκε η «Στρατιωτική Οργάνωσις Γρίβα», η οποία στη συνέχεια (Μάρτιος 1943) έγινε γνωστή και ως «Οργάνωση Χ», ή απλώς «Χ» (για λόγους συντομίας).
Τα μέλη της Χ λέγονταν Χίτες.

Στα ιδρυτικά μέλη της οργάνωσης περιλαμβάνονταν οι εξής :
1) στρατηγός Γεώργιος Λάβδας,
2) στρατηγός Βασίλειος Βραχνός, 
3) σ/χης Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, 
4) σ/χης Θεμιστοκλής Κετσέας, 
5) σ/χης Αγησίλαος Σινιώρης και
6) σ/χης Γεώργιος Γρίβας.

Περισσότερο δραστήριος από όλους ήταν ο Γρίβας. Ο Γρίβας, που έμεινε στην ιστορία με το ψευδώνυμο «Διγενής», είχε γεννηθεί στην Κύπρο και ήταν φανατικός ακροδεξιός και βασιλόφρων. Έγινε ο αδιαμφισβήτητος Αρχηγός της Χ. Είχε τοποθετηθεί Υπεύθυνος της Υπηρεσίας Στρατιωτικών Αρχείων που είχε συστήσει η κατοχική – δοσιλογική κυβέρνηση.

Σύντομα ο Γρίβας συνάντησε τον υπολοχαγό  Όμηρο Παπαδόπουλο και έγιναν στενοί συνεργάτες. Θεωρώντας παθητικά τα άλλα ιδρυτικά στελέχη, άρχισε να αυτονομείται και να λειτουργεί με βάση τις προσωπικές του αντιλήψεις. Οι στρατηγοί Λάβδας και Βραχνός από την πλευρά τους, προχώρησαν στη συγκρότηση της οργάνωσης των «Ευόρκων Στελεχών».

Σκοπός του Γρίβα ήταν η αύξηση του αριθμού μελών της Χ και η συσπείρωση όσο το δυνατόν περισσότερων αξιωματικών στις τάξεις της. Στην Χ εντάχθηκε μεταξύ άλλων και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος (ο οποίος είχε αρνηθεί να ορκίσει την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου). Ο Γρίβας συνδέθηκε με τον Χρύσανθο, μέσω του μητροπολίτη Κυρήνειας Μακαρίου Β’.
Χάρη στον Χρύσανθο, η οργάνωση Χ εξασφάλισε το πρώτο σεβαστό χρηματικό ποσό για αγορά όπλων.

Ποιος ήταν ο χαρακτήρας της Χ ;

Η Χ ήταν μια ακροδεξιά και φιλοβασιλική οργάνωση με πλούσια δράση στο χώρο της ένοπλης βίας. Η ένθερμη υποστήριξή της προς το βασιλιά φαίνεται και από το ότι στο σήμα της υπάρχει το στέμμα.
Συχνά επέβαλε ένα καθεστώς τρομοκρατίας σε περιοχές της Αθήνας και της επαρχίας και δολοφονούσε μέλη και οπαδούς του ΚΚΕ και του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ (δηλαδή της μεγαλύτερης αντιστασιακής οργάνωσης). Είχε σημαντική συμμετοχή στις μάχες των Δεκεμβριανών του 1944 και στη Λευκή Τρομοκρατία κατά την μετά Βάρκιζα εποχή. Πήρε μέρος και σε εκλογικές αναμετρήσεις, σημειώνοντας παταγώδη αποτυχία.

Ποια ήταν η δομή της Χ ;

Η οργανωτική δομή και στελέχωση της Χ ακολουθούσαν τη λογική συγκρότησης στρατιωτικής μονάδας. Είχε αρχηγό, υπαρχηγό και επιτελάρχη. Επίσης, είχε τρία «Γραφεία Επιχειρήσεων».  Η οργάνωση έκανε εντατικές προσπάθειες για να συγκροτήσει πυρήνες σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας.
Το άτυπο «στρατηγείο» της Χ ήταν το Θησείο και συγκεκριμένα η οικία του Γρίβα.

Το επιτελείο του Γρίβα αποτελούσαν οι :
1) ταγματάρχης Ιωάννης Μπουσμπουρέλης,
2) ταγματάρχης Παντελής Πολύζος,
3) λοχαγός Χαράλαμπος Σταυρόπουλος,
4) υπολοχαγός Όμηρος Παπαδόπουλος,
5) λοχαγός Νικόλαος Κοντογιαννόπουλος.

Για να λειτουργήσει καλύτερα η οργάνωση, αποφασίστηκε ότι η περιοχή δράσης της θα διαιρεθεί σε διάφορους τομείς. Έτσι, συγκροτήθηκαν οι τομείς Κυψέλης, Άνω και Κάτω Πατησίων, Ιπποκράτους, Κολωνακίου, Αμπελοκήπων, Παγκρατίου, Νέου Κόσμου, Καλλιθέας, Κουκακίου, Νέας Σμύρνης, Θησείου, Πλάκας, Μεταξουργείου, Πλατείας Βάθης, Πλατείας Αττικής, Αγίου Παντελεήμονα, Υμηττού, Βύρωνα, Καισαριανής, Πειραιά, Χαλανδρίου, Αγίας Παρασκευής, Ηρακλείου, Αμαρουσίου, Κηφισίας, Κορωπίου, Γραβιάς, Χαλκίδος, Κορίνθου και Αιγίου.
Τα τμήματα αυτά είχαν επανδρωθεί μέχρι τα τέλη του 1942 με μεγάλη μυστικότητα.

Ο Όμηρος Παπαδόπουλος έγινε ο σύνδεσμος της Χ με άλλα άτομα και αντικομμουνιστικές οργανώσεις όπως π.χ. με τον Αλέξανδρο Παπάγο, με τον υποστράτηγο Κωνσταντίνο Βεντήρη (που ήταν αρχηγός της Ρ.Α.Ν.), με το Χρήστο Ζαλοκώστα (της οργάνωσης «Εθνική Δράση») κ.α.

Ποια ήταν η δράση της Χ την περίοδο της κατοχής;

Η Χ έχει να επιδείξει ελάχιστες αντιστασιακές ενέργειες κατά την περίοδο της κατοχής και μικρής σημασίας.  Εναντίον των τμημάτων του στρατού κατοχής δεν έδωσε ούτε μια μάχη.
Ο χίτης Όμηρος Παπαδόπουλος στο βιβλίο που έγραψε, αναφέρει απλά ότι το καλοκαίρι του 1944 μια ομάδα της Χ στο Κολωνάκι με επικεφαλής τον ανθυπολοχαγό Κοκώνη αποπειράθηκε να εισβάλει σε μια αποθήκη των SS και να αρπάξει τον υπάρχοντα οπλισμό.

Ο λοχαγός Στέφανος Τούμπας βρήκε τον Όμηρο Παπαδόπουλο και τον ενημέρωσε ότι τα SS έπιασαν την ομάδα του Κοκώνη και εκείνη τη στιγμή αναζητούσαν και τον ίδιο.
Κι ενώ περίμεναν τι θα γινόταν με την ανάκριση των συλληφθέντων, εμφανίστηκε μπροστά τους αναπάντεχα ο Κοκώνης.
Γράφει ο Παπαδόπουλος τα εξής:

«Αλλά να, την συζήτησί μας διακόπτει ο Ανθυπολοχαγός Κοκώνης όλο κέφι. Και σαν να μην είχε συμβή τίποτε, δίνει την αναφορά του προς μεγάλη χαρά και έκπληξή μας :

- Μας μπλοκάρανε τα σκυλιά και μου πήρανε τα παιδιά και τα όπλα. Ευτυχώς συνεννοήθηκα με τα παιδιά και παρ’όλο το ξύλο, που φάγανε, δεν είπαν λέξη, και αύριο θα είναι όλοι ελεύθεροι.

- Και τα όπλα ; Ρώτησε ο Γιώργος.

- Οι φίλοι, που μας έπιασαν, έκριναν σκόπιμο, επειδή φαίνεται είναι τα τελευταία τους, αντί να τα παραδώσουν μαζί με μας στους ανωτέρους τους να τα κρατήσουν για πούλημα
Βλέπετε και τα SS χάλασαν πια και από τον μικρότερο ως το μεγαλύτερο Γερμανό, ένα μονάχα σκοπό έχουν : να μαζέψουν χρυσές λίρες».  .

Ο Παπαδόπουλος αναφέρει επίσης ότι μετά από τρεις μονάχα μέρες, όλοι οι συλληφθέντες χίτες αφέθηκαν ελεύθεροι από τους Γερμανούς.

Ένα άλλο περιστατικό που αναφέρει ο Όμηρος Παπαδόπουλος στο βιβλίο του και έχει και μια αστεία διάσταση, είναι μια εκπαιδευτική συγκέντρωση την άνοιξη του 1942 στο παλαιό αρχοντικό σπίτι του Αντώνη Σταθάτου, ο οποίος ήταν μέλος της οργάνωσης ΡΑΝ.
Παρόντες ήταν ο συγγραφέας, ο Κωνσταντίνος Ραψομανίκης και 10 νεαρά μέλη της Χ, τα οποία δεν είχαν γνώσεις στο θέμα των όπλων. Σε ένα τραπέζι ήταν 3 περίστροφα. Αφού έγινε στους νεαρούς μια προφορική ενημέρωση σχετικά με τη χρήση των όπλων, συνέβη κάτι απρόοπτο.
Ο Ηρακλής Παπαδάτος επιδεικνύοντας ένα περίστροφο ιταλικού τύπου, έβαλε το δάχτυλό του στη σκανδάλη πιστεύοντας ότι η θαλάμη του όπλου ήταν άδεια και τότε έγινε εκπυρσοκρότηση. 
Όλοι οι παρευρισκόμενοι αναστατώθηκαν. Η σφαίρα αφού τρύπησε το παντελόνι του ενός από αυτούς, χώθηκε στον τοίχο.
Ο Γεώργιος Ζερβουδάκης προσπάθησε να εξαφανίσει κάθε ενοχοποιητικό στοιχείο και οι υπόλοιποι έτρεξαν να διαφύγουν από διάφορες εξόδους.

Το καλοκαίρι του 1942 η Χ συνεργάστηκε με τον θρυλικό Ελληνοπολωνό Γεώργιο Ιβάνωφ για την ανατίναξη των καυσίμων στο αεροδρόμιο του Τατοϊου.
Το Μάρτιο του 1943 κάποια μέλη της Χ έγραψαν με μπλε μπογιά μερικά συνθήματα σε δρόμους και τοίχους σπιτιών της Αθήνας.

Η οργάνωση είχε ασύρματη επικοινωνία με το ΣΜΑ (Στρατηγείο Μέσης Ανατολής).Τον Απρίλιο του 1942 ο Ζαφείρης Βάλβης, πολιτικός σύμβουλος της Χ, πήγε στο Κάιρο για να συναντηθεί με τον Εμμανουήλ Τσουδερό και να του ζητήσει όπλα. Όμως, επέστρεψε άπρακτος στην Ελλάδα.

Ο Α. Χατζηαναστασίου στο βιβλίο του αναφέρει ένα περιστατικό αρπαγής όπλων από αποθήκη του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ στην περιοχή του Βύρωνα χάρη σε ένα ύπουλο σχέδιο που κατέστρωσε ο χίτης Νίκος Παπαγεωργίου.
Ο Παπαγεωργίου παρακάλεσε τον Γρίβα να ζητήσει από το Νίκο Μπουραντά, διοικητή του μηχανοκίνητου σώματος της ασφάλειας, να κάνει έφοδο σε σπίτι της Καισαριανής όπου βρίσκονταν πυρομαχικά της οργάνωσης Ο.Π.Λ.Α. (ένοπλη οργάνωση του ΚΚΕ), ταυτόχρονα με την έφοδο της Χ στην αποθήκη στο Βύρωνα.
Έτσι οι άνδρες τους ΕΑΜ – ΕΛΑΣ θα αιφνιδιάζονταν και θα ήταν απασχολημένοι σε δύο διαφορετικά μέτωπα. Ο Μπουραντάς, φανατικός εχθρός του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ, εκτέλεσε με μεγάλη προθυμία το σχέδιο που του πρότεινε ο Γρίβας, διευκολύνοντας έτσι το έργο της Χ.
Έτσι, η ομάδα του Παπαγεωργίου μπόρεσε να αρπάξει από τη μυστική αποθήκη του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ στο Βύρωνα περίπου 70 περίστροφα και 11 χειροβομβίδες.

Η οργάνωση συχνά χρησιμοποιούσε τις στενές σχέσεις που είχε με σημαντικά κομμάτια του κατοχικού κρατικού μηχανισμού (π.χ. χωροφυλακή και Ειδική Ασφάλεια) προς όφελός της. Επίσης, είχε αρμονική συνεργασία με αξιωματικούς της Αστυνομίας Πόλεων, οι οποίοι φρόντιζαν να διευκολύνουν το έργο της.

Ο Ιάσονας Χανδρινός σε δημοσίευμά του στο περιοδικό «Ιστορικά Θέματα» (τεύχος 112, Μάρτιος 2012) σημειώνει ότι : « […] ήταν κοινό μυστικό στην κατεχόμενη Ελλάδα πως οι χίτες αποτελούσαν τους καλύτερους συμμάχους και πληροφοριοδότες των ταγματασφαλιτών, κατά τη διάρκεια των συγκρούσεών τους με τους ‘‘αντάρτες πόλης’’ του ΕΛΑΣ στις συνοικίες της Αθήνας. Κάνοντας ένα βήμα παραπάνω, πολλά μέλη της οργάνωσης θα εγγραφούν στην αναδιοργανωμένη, διαβόητη Διεύθυνση Ειδικής Ασφάλειας (τον κλάδο της Χωροφυλακής που ασχολείτο αποκλειστικά με τη δίωξη κομμουνιστών ήδη από το Μεσοπόλεμο) ως ‘’χωροφύλακες άνευ θητείας’’, συμμετέχοντας είτε ως πληροφοριοδότες είτε ως οπλίτες είτε ως εκτελεστές στο ανθρωποκυνηγητό που είχαν εξαπολύσει οι γερμανικές και ελληνικές αρχές κατοχής εναντίον των αντιστασιακών του ΕΑΜ στην Αθήνα και τον Πειραιά».

Οι σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της Χ

Ο Βρετανός Κρις Γουντχάουζ, αρχηγός της Συμμαχικής Αποστολής στην κατεχόμενη Ελλάδα, είχε πολλές γνώσεις πάνω σε θέματα ελληνικών ένοπλων οργανώσεων, λόγω της θέσης που κατείχε.
Ας δούμε λοιπόν, τι αναφέρει σχετικά με την Χ  στο βιβλίο που είχε γράψει: «το σώμα αυτό [δηλαδή η οργάνωση Χ] που αργότερον έγινε γνωστόν ως το όργανον αμέσου δράσεως της βασιλικής δεξιάς υπό την αρχηγίαν του συνταγματάρχου Γρίβα, ισχυρίσθη ότι υπήρξε κίνημα αντιστάσεως κατά την κατοχήν. Εάν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής, η Χ θα εταξεινομείτο ως η μόνη οργάνωσις της Δεξιάς που έδρα τότε εν Αθήναις, εις την πραγματικότητα όμως ήτο άγνωστος μέχρι ολίγου προ της αποχωρήσεως των Γερμανών. Αλλά και τότε ακόμη το όνομά της δεν εσήμαινε τίποτε σχετιζόμενον με την αντίστασιν. Μόνον κατά τα αμέσως μετά τον πόλεμο έτη, απέκτησε τη σημασία μιας Κου Κλουξ Κλαν».

Η μεγάλη αντιπαλότητα μεταξύ της Χ και της ΟΠΛΑ

Το Νοέμβριο του 1943 έκανε την εμφάνισή της μια μεγάλη αντιπαλότητα. Δύο θανάσιμοι εχθροί, η Χ και η ΟΠΛΑ βρέθηκαν σε ένοπλη διαμάχη, η οποία είχε και χαρακτηριστικά μιας ιδεολογικοπολιτικής αναμέτρησης.
Οι ανοιχτοί πολιτικοί λογαριασμοί μεταξύ των δύο οργανώσεων έδωσαν τη θέση τους στα όπλα. Το αποτέλεσμα ήταν ένας μεγάλος αριθμός νεκρών.

Η Ο.Π.Λ.Α. (Οργάνωση Περιφρούρησης Λαϊκού Αγώνα) ήταν μια ένοπλη μυστική οργάνωση του ΚΚΕ που ιδρύθηκε στα χρόνια της κατοχής και που επεδίωκε να παίξει το ρόλο του λαϊκού τιμωρού και του εκδικητή. Λίγο καιρό αργότερα η ΟΠΛΑ εκτέλεσε τον Ηλία Ρογκάκο, δραστήριο μέλος της Χ (1 Δεκεμβρίου 1943). Ο πόλεμος μεταξύ των δύο οργανώσεων πήρε μεγάλες διαστάσεις και βάφτηκε με άφθονο αίμα.

Τα Δεκεμβριανά του 1944

Όπως φάνηκε και από τα παραπάνω, η Χ κατά την κατοχή δεν είχε στο ενεργητικό της ούτε μια μάχη εναντίον των Γερμανών, των Ιταλών ή των Ταγμάτων Ασφαλείας. Φαίνεται ότι η οργάνωση κυριολεκτικά ζούσε και ανέπνεε για την περίοδο της μετακατοχικής Ελλάδας.
Για τη χρονική στιγμή κατά την οποία, στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα, θα γινόταν μια εμφύλια σύρραξη. Από τη μια πλευρά η αντιστασιακή οργάνωση ΕΑΜ – ΕΛΑΣ και η αριστερή παράταξη και από την άλλη η κυβέρνηση του Καϊρου, οι Έλληνες δωσίλογοι πολιτικοί, ο βασιλιάς, οι ταγματασφαλίτες (γερμανοτσολιάδες), οι χωροφύλακες, η Χ, η ΡΑΝ και άλλες ένοπλες ομάδες που μισούσαν το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ.

Αυτή η στιγμή δεν άργησε να έρθει. Ήταν τα Δεκεμβριανά του 1944 ή αλλιώς η μάχη της Αθήνας. Τότε ήταν η πρώτη φορά που η Χ έκανε αισθητή την παρουσία της.
Το Σεπτέμβριο του 1944 η κυβέρνηση του Καΐρου διόρισε το Σπηλιωτόπουλο (ηγετικό στέλεχος της ΡΑΝ) Στρατιωτικό Διοικητή Αττικής. Τότε η Χ έσπευσε γρήγορα να τεθεί υπό της διαταγές του Σπηλιωτόπουλου. Έλαβε την εντολή σχηματισμού του 1ου Συντάγματος Πεζικού και την εντολή να πάει στην περιοχή των Μεσογείων και να παραλάβει οπλισμό που προοριζόταν για την αστυνομία και τη χωροφυλακή.

Η Χ πήρε μέρος σε διάφορες μάχες στην περιοχή του Θησείου και στο Σύνταγμα Χωροφυλακής Μακρυγιάννη, πολεμώντας με προθυμία στο πλευρό των Άγγλων, των χωροφυλάκων και διαφόρων πρώην ταγματασφαλιτών εναντίον των ανταρτών της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΑΜ – ΕΛΑΣ.

Στις 4 Δεκεμβρίου 1944, ο ΕΛΑΣ αποφάσισε να κλείσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με τους «νεροχίτες»μοναρχοφασίστες), όπως αποκαλούσε τα μέλη της Χ.
Περίπου 500 αντάρτες από τα Τάγματα του ΕΛΑΣ Καλλιθέας και Ταύρου επιτέθηκαν το πρωί και κατέλαβαν το λόφο της Πνύκας. Μέχρι το μεσημέρι είχαν καταλάβει τα φυλάκια της Χ στην οδό Αιγινήτου και του Αστεροσκοπείου. Οι χίτες υπερασπιστές των δύο φυλακίων στην οδό Αποστόλου Παύλου δέχτηκαν καταιγιστικά πυρά και αναγκάστηκαν τελικά να υποχωρήσουν στο κτίριο του Θ’ Αστυνομικού Τμήματος, το οποίο κάλυπτε ένα βρετανικό άρμα.

Σχετικά με τη Δεκεμβριανή σύγκρουση, ο συγγραφέας David Close αναφέρει ότι: «Το αποτέλεσμα της μάχης των Δεκεμβριανών του 1944 κρίθηκε τελικά από την τεράστια υπεροχή σε άντρες και πολεμικό υλικό των βρετανικών και των ελληνικών κυβερνητικών δυνάμεων
Είκοσι δύο τάγματα Εθνοφυλακής ήταν διαθέσιμα στις 29 του μήνα, και κάθε τριάντα έξι ώρες σχηματιζόταν κι ένα καινούριο τάγμα. Οι ενισχύσεις που είχαν λάβει οι Βρετανοί μέχρι τις 25 Δεκεμβρίου 1944, περιλάμβαναν δυο ολόκληρες μεραρχίες, μια ταξιαρχία και αρκετά τάγματα. Πολεμικά αεροπλάνα, πολεμικά πλοία και τανκς -ο ΕΛΑΣ δεν διέθετε τίποτα από αυτά- χρησιμοποιήθηκαν εντατικά. Ως τις 18 Ιανουαρίου [1945], είχαν φτάσει συνολικά στην Ελλάδα 75.000 περίπου Άγγλοι.» και προσθέτει:  «Κι από τις 18 Δεκεμβρίου [1944] ήδη, οι Άγγλοι είχαν μια άνετη υπεροχή στην πρωτεύουσα κι ήταν σε θέση να περάσουν στην αντεπίθεση. Κατά τον υπόλοιπο μήνα, ο ΕΛΑΣ προέβαλε σκληρή αλλά καταδικασμένη αντίσταση σε διάφορα μέρη της Αθήνας και του Πειραιά.».

Το παρακράτος της «Χ» μετά τη Βάρκιζα

Αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας (1945), η ακροδεξιά οργάνωση Χ φρόντισε να δείξει προς τα έξω ότι «σταματάει» την ένοπλη δράση της.
Στην πραγματικότητα αυτό ήταν απλώς μια έντεχνη προσπάθεια με σκοπό να ρίξει στάχτη στα μάτια του κόσμου. Φόρεσε τον πολιτικό μανδύα (δηλαδή μετατράπηκε σε πολιτικό κόμμα) και παράλληλα έκρυψε σε διάφορα σημεία τα όπλα και τα πυρομαχικά της, έτοιμοι για να ξαναρχίσει (ακόμα περισσότερο απροκάλυπτα) τις δολοφονίες διαφόρων αντιστασιακών του ΕΑΜ –ΕΛΑΣ και διαφόρων στελεχών και οπαδών της αριστεράς.
Λειτούργησε ως παρακρατική συμμορία, δρώντας ανεξέλεγκτα και χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν. Αξίζει να αναφέρουμε ότι διάφοροι χίτες συνήθιζαν να αρπάζουν περιουσιακά στοιχεία δολοφονημένων κομμουνιστών.

Μετά τη Βάρκιζα, τα μέλη της Χ επάνδρωσαν το 143ο Τάγμα Εθνοφυλακής.

Ο ίδιος ο φανατικός οπαδός και στενός συνεργάτης του Γρίβα, Σπύρος Παπαγεωργίου, ομολογεί (χωρίς κανένα ίχνος ντροπής) στο βιβλίο που έγραψε ότι η Χ στη μετά Βάρκιζα εποχή, όχι μόνο δεν παρέδωσε τον οπλισμό της, αλλά τον έκρυψε για να τον χρησιμοποιήσει κατά των πολιτικών της αντιπάλων.
Συγκεκριμένα, αναφέρει τα εξής: «Γι’ αυτό και τυπικώς μόνον αυτοδιελύθη [η οργάνωση Χ]. Στην πραγματικότητα συνέχισε να οργανώνεται και να διατηρεί συμπαγείς τις δυνάμεις της. Βεβαίως οι χίτες έδωσαν πολιτική τροπή και έκφραση στον αγώνα τους, αλλά συνέχισαν να διατηρούν τη στρατιωτική δομή τους. Λόγοι προνοητικότητας τους έκαμαν να μην παραδώσουν τον οπλισμό τους, αλλά να τον φυλάξουν για κάθε ενδεχόμενο»!
Επίσης, παραδέχεται στο βιβλίο του ότι «Κατά τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια οι χίτες των Αθηνών στην πλειοψηφία τους οπλοφορούσαν».

Μερικά χρόνια αργότερα, διάφορα μέλη της Χ πήραν μέρος στον Εμφύλιο Πόλεμο (1946 - 1949). Την περίοδο 1945 – 1948, οι ένοπλες ομάδες της Χ και της ΕΑΟΚ (η οποία ιδρύθηκε το 1946 από τον Ταγματασφαλίτη Πάνο Κατσαρέα) πραγματοποίησαν δολοφονίες ακόμα και ανηλίκων παιδιών , καθώς και γυναικών στην Πελοπόννησο. Μιλάμε για πολυάριθμες κτηνωδίες, οι οποίες έμειναν στην ιστορία.

[Θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι ο συγγραφέας Σπύρος Παπαγεωργίου υπήρξε μέλος της οργάνωσης ΕΟΚΑ Β’. Ήταν συνεργάτης του Γρίβα για πολλά χρόνια. Συνεργάτες του Γρίβα μέχρι το 1974 ήταν και τα αδέλφια Κ. Ευσταθόπουλος και Μιχ. Ευσταθόπουλος ] .

Η κατάθεση του Κώστα Πολύζου στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, δημιουργήθηκαν Ειδικά Δικαστήρια Δωσιλόγων. Σε ένα από αυτά παρέστη και ο Κώστας Πολύζος, μέλος της Χ, για να καταθέσει ως μάρτυρας. Παραθέτουμε παρακάτω απόσπασμα ενός αποκαλυπτικού διαλόγου.

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Πως οι Γερμανοί τους απέλυσαν [τους συλληφθέντες χίτες] από το κρατητήριο, αφού είχαν όπλα; Γιατί οι Γερμανοί καταδίκαζαν σε θάνατο όσους οπλοφορούσαν.

ΠΟΛΥΖΟΣ: Μα ήξεραν ότι ήταν εθνικιστές. Και εμάς τους εθνικόφρονας δεν μας πείραζαν οι Γερμανοί.

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Μπορείτε να μας πείτε ποιες εθνικές ή πατριωτικές πράξεις εκτέλεσαν τα μέλη της οργάνωσης σας την περίοδο της κατοχής;

ΠΟΛΥΖΟΣ: Πολλές, αλλά δεν έχω τα στοιχεία μαζί μου.

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Οι Γερμανοί εκτέλεσαν ποτέ κανέναν δικό σας;

ΠΟΛΥΖΟΣ: Ναι. Σκότωσαν έναν δικό μας στο Κολωνάκι τον Οκτώβριο. Δεν ενθυμούμαι όμως το όνομά του.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΑΓΩΓΗ: Είχε η οργάνωσή σας συνεργασία με την Ειδική Ασφάλεια;

ΠΟΛΥΖΟΣ: Ναι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΑΓΩΓΗ: Την συνεργασία την γνώριζαν οι Γερμανοί;

ΠΟΛΥΖΟΣ: Οχι, γιατί θα μας συλλαμβάνανε και εμάς και αυτούς.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΑΓΩΓΗ: Και όμως κ. μάρτυς υπάρχει έγγραφο της Ειδικής Ασφάλειας της 24/4/1944 υπ. Αριθμόν 4/83 που αποδεικνύει πως την συνεργασία σας με την Ειδική όπως και την ύπαρξη αυτού του εγγράφου την γνώριζαν οι Γερμανοί. Πως εξηγείται αυτό;

Η συμμετοχή της Χ σε εκλογές και η παταγώδης αποτυχία της

Ο Γρίβας αφού πρώτα κατηγόρησε τους πολιτικούς ως «αδίστακτους καρπωτές των αγώνων των πραγματικών αγωνιστών», στη συνέχεια αποφάσισε να πάρει και αυτός μέρος στην πολιτική σκηνή της Ελλάδα, φτιάχνοντας το δικό του κόμμα, δηλαδή αυτό της Χ με τον τίτλο «Εθνικό Κόμμα Χιτών», για να ικανοποιήσει τις δικές του πολιτικές φιλοδοξίες.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο χίτης Όμηρος Παπαδόπουλος είχε πει ότι ο Γρίβας είχε δεχθεί πρόταση να πολιτευτεί με το Λαϊκό Κόμμα στις εκλογές του 1946. Αποδέχθηκε την συγκεκριμένη πρόταση, αλλά η ηγεσία του Λαϊκού Κόμματος, λίγες  μέρες αργότερα μετάνιωσε και ακύρωσε τη συμφωνία.

Το 1946 το Κόμμα των Χιτών, ενόψει του προγραμματισμένου δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα, κυκλοφόρησε μια φιλοβασιλική προκήρυξη, η οποία έκλεινε με τη φράση «Όλοι για την επάνοδον του βασιλιά μας». Από την πλευρά τους, οι χίτες, έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν για την επάνοδο του Γεωργίου Β’ στο θρόνο. Άσκησαν εκτεταμένη βία και τρομοκρατία εις βάρος διαφόρων αντιβασιλικών ψηφοφόρων με σκοπό να νοθεύσουν το αποτέλεσμα της κάλπης.

Παραθέτουμε τα αποτελέσματα του Κόμματος των Χιτών στις βουλευτικές εκλογές.
Εκλογές Μαρτίου 1946: πήρε 1.848 ψήφους, δηλαδή ποσοστό 0,17 %
Εκλογές Μαρτίου 1950: πήρε 14.256 ψήφους, δηλαδή ποσοστό 0,84 %
Κατά συνέπεια δεν μπόρεσε να εκλέξει ούτε ένα βουλευτή.

Η εγκληματική δράση του συμμορίτη Μαγγανά, φανατικού οπαδού της «Χ»

Τον Ιανουάριο του 1946, ένας αυτοαποκαλούμενος χίτης με το όνομα Βαγγέλης Μαγγανάς, μάζεψε την ένοπλη (παρακρατική) συμμορία του και κατέλαβε την πόλη της Καλαμάτας, καταλύοντας τις αρχές, ποδοπατώντας κάθε έννοια νομιμότητας και ελευθερώνοντας 32 φυλακισμένους δεξιούς (οι οποίοι εμπλέκονταν στη δολοφονική επίθεση με περίστροφα και χειροβομβίδες εναντίον καφενείου αριστερών, με αποτέλεσμα 2 νεκρούς και 4 τραυματίες).

Ο αιμοσταγής συμμορίτης Μαγγανάς όμως, δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτές τις παρανομίες.  Προχώρησε και στην απελευθέρωση περίπου 15 δοσιλόγων (δηλαδή Ελλήνων που συνεργάστηκαν με τους γερμανούς κατακτητές) από τα κρατητήρια αστυνομικού τμήματος και μετά αποπειράθηκε να αφαιρέσει (χωρίς αποτυχία) από τα ανακριτικά γραφεία τις δικογραφίες των δωσιλόγων.

Επίσης, κατέστρεψε ένα τυπογραφείο αριστερών εντύπων και μετά συνέλαβε περίπου 100 άοπλους αριστερούς πολίτες. Κατέφυγε στα γύρω βουνά μαζί με τους άνδρες της συμμορίας του και εκτέλεσε 14 αριστερούς. Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες ήταν και ο Θ. Κορμάς, δικηγόρος και μέλος του ΕΑΜ.

Τα αποσπάσματα της χωροφυλακής που στάλθηκαν στην Καλαμάτα για την καταδίωξη της συμμορίας του Μαγγανά, όχι απλά δεν την καταδίωξαν, αλλά έστησαν διασκέδαση μαζί της. Έψησαν μάλιστα και έναν αμνό και χόρεψαν με τους ακροδεξιούς συμμορίτες.

Οι σχέσεις συνεργασίας του στρατού και της χωροφυλακής με τις παρακρατικές συμμορίες των «χιτών» αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο.     
 [Οι περισσότερες από τις ένοπλες ακροδεξιές συμμορίες απορροφήθηκαν από επίσημες δυνάμεις του κράτους, ιδίως από τις δυνάμεις τοπικής εθνοφυλακής (γνωστές στην αρχή ως ΜΑΥ ή ΜΑΔ και στη συνέχεια ως ΜΕΑ ή ΤΕΑ) που ιδρύθηκαν από το στρατό σε συνεργασία με το υπουργείο Εσωτερικών, από τον Οκτώβριο του 1946] .

Αξίζει να κάνουμε κάποιες διευκρινήσεις:
1) ο ένοπλος συμμορίτης Μαγγανάς, κατά τη διάρκεια της κατοχής είχε ενταχθεί στα Τάγματα Ασφαλείας, δηλαδή ήταν ένας από τους Έλληνες που εξοπλίστηκαν από τους Γερμανούς κατακτητές και συνεργάστηκαν μαζί τους. 

2) ο Μαγγανάς δεν υπήρξε μέλος της Χ. Υπήρξε φανατικός οπαδός της Χ και αυτοχαρακτηριζόταν χίτης. Ο Γρίβας φοβούμενος το πολιτικό κόστος και την αρνητική δημοσιότητα, φρόντισε να κρατήσει κάποιες αποστάσεις από τη δράση του Μαγγανά.
Όμως, η ιστορική αλήθεια είναι ότι ολόκληρη η οργάνωση Χ υποστήριξε και ηθικά και έμπρακτα τον Μαγγανά. Ο ίδιος ο Σπύρος Παπαγεωργίου που ήταν συνεργάτης του Γρίβα, παραδέχεται στο βιβλίο του ότι: «Η αλήθεια, ακόμη, είναι ότι παρά το γεγονός ότι η Χ διαχώρισε τη θέση της από τη δράση του Μαγγανά, του είχε παράσχει πολιτική και νομική στήριξη»!
Άλλωστε, ένας από τους συνηγόρους υπεράσπισης του Μαγγανά ήταν ο χίτης Δ. Κοσμόπουλος. 

Επίσης, ο Παπαγεωργίου δεν κρύβει τον μεγάλο θαυμασμό του προς το συμμορίτη εγκληματία Μαγγανά, παραθέτοντας μια εικόνα του στη σελίδα 513 του βιβλίου του και γράφοντας ως λεζάντα «Ο θρυλικός χίτης Βαγγέλης Μαγγανάς» (!)

Μετά τα αιματηρά γεγονότα της Καλαμάτας, ο παρακρατικός συμμορίτης Μαγγανάς συνέχισε απτόητος την εγκληματική του δράση. Στις 18-3-1946 σκότωσε ένα άτομο και τραυμάτισε άλλα τρία, τον Απρίλιο σκότωσε ένα άτομο και τραυμάτισε άλλο ένα, ενώ στις 17-5-1946 εκτέλεσε 3 άτομα που ήταν αντάρτες.

Η ΛΕΥΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ 1945-1946 ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ «Χ»

Σχετικά με τη λευκή τρομοκρατία του 1945 – 1946 και το ακροδεξιό παρακράτος ο συγγραφέας Σόλων Γρηγοριάδης αναφέρει: «Δεν είναι καθόλου λοιπόν παράδοξο ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, στην ύπαιθρο δέσποζε η παρακρατική εξουσία, η οποία καμιά φορά μάλιστα έσπευδε να ανακηρύξει την Ελλάδα βασίλειο».
Στη συνέχεια παραθέτει ένα αποκαλυπτικό έγγραφο της Χ, του έτους 1945 (δηλαδή ένα χρόνο πριν το δημοψήφισμα), που δείχνει ότι η οργάνωση επέβαλε όποιες απαγορεύσεις ήθελε στους πολίτες αντίπαλης ιδεολογίας.

Το έγγραφο είναι το ακόλουθο.

«Βασίλειον της Ελλάδος
Εθνική Πολιτική Οργάνωσις Χ
Πελλάνας (Λακωνίας)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ

Ανακοινούμεν ότι απαγορεύεται η κυκλοφορία των ατόμων των ανηκόντων εις το κομμουνιστικόν κόμμα πέραν της 7ης εσπερινής και μέχρι της 6ης πρωϊνής. Επίσης απαγορεύεται η μετακίνησις παντός κομμουνιστού ανδρός ή γυναικός άνευ αδείας της Χ. Πας συλλαμβανόμενος άνευ αδείας, θα οδηγείται εις την αρμοδίαν αρχήν.

Εν Πελλάνα τη 20-10-1945

Ο Τμηματάρχης

Γ. Παπαζήσης».

Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι μέλη της Χ πρωτοστατούσαν σε συλλήψεις αριστερών και αντιστασιακών του ΕΑΜ –ΕΛΑΣ, εκτελέσεις, βιασμούς και βασανιστήρια.
Επίσης, μέσα στις δραστηριότητές τους περιλαμβανόταν και η επίθεση σε κτίρια αριστερών, τυπογραφεία του εαμικού χώρου κτλ και η πρόκληση υλικών ζημιών.

Η ΛΕΥΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ DAVID CLOSE

Σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε στη μεταβαρκιζιανή περίοδο, ο συγγραφέας David Close σημειώνει τα εξής :

«Τον καιρό της Βάρκιζας, στην Εθνοφυλακή υπηρετούσαν κυρίως εθελοντές που είχαν στρατολογηθεί για να πολεμήσουν τον ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά, κι ανάμεσά τους βρίσκονταν Χίτες και πρώην Ταγματασφαλίτες

Στη συνέχεια, ο αριθμός τους αυξήθηκε από εφέδρους παλαιότερων σειρών που τους καλούσαν ο στρατός κι η αστυνομία, και φρόντιζαν να απορρίπτονται οι αριστεροί και να παίρνονται οι σίγουροι αντικομμουνιστές

Τα «Αθηναϊκά Τάγματα» της Εθνοφυλακής ακολουθούσαν τα αγγλικά στρατεύματα στις επαρχίες, όπου συγκροτούσαν καινούρια τάγματα. 

Ως τον Μάιο, η Εθνοφυλακή είχε εγκατασταθεί σ' όλες τις περιοχές, και σύντομα έφτασε τους 60.000 άντρες. Οι περισσότεροι δρούσαν στις δικές τους περιοχές και εκμεταλλεύονταν τη θέση τους για να συνεχίσουν παλιές βεντέτες, κυρίως ενάντια σε Εαμίτες των οποίων λεηλατούσαν τα γραφεία και τα τυπογραφεία.

Με αυτούς τους τρόπους, το συνολικό μέγεθος της χωροφυλακής διογκώθηκε σαν μανιτάρι μέσα σ' ένα χρόνο από τη Βάρκιζα, κι έφτασε τις 23.000 άντρες, ενώ και η δύναμη της Αστυνομίας Πόλεων που δρούσε κυρίως στην Αθήνα και τον Πειραιά, αυξήθηκε από 4.500 (όσο περίπου ήταν και πριν από τον πόλεμο), σε 6.500

Μετά τη Βάρκιζα, η αστυνομία απέκτησε την τάση να φέρεται κτηνωδώς απέναντι στο ΕΑΜ και γενικά να δικαιολογεί ή ακόμα να συμμετέχει στις βίαιες ενέργειες συμμοριών ή των Εθνοφυλάκων. 

Τον κύριο ρόλο στην καταδίωξη της Αριστεράς ανέλαβαν συμμορίες ατάκτων που κατέφυγαν σε αντεκδικήσεις και εκβιασμούς, και πολιτικές οργανώσεις όπως η «Χ».    
Σε μερικές περιοχές, όπως η Κρήτη, η νότια Πελοπόννησος και η Θεσσαλία, οι αντικομμουνιστικές συμμορίες ήταν περισσότερες από τις επίσημες δυνάμεις ασφαλείας μέχρι το τέλος του 1946 ή και αργότερα ακόμα.  […] 

Οι επίσημες δυνάμεις ασφαλείας βοηθούσαν τις δεύτερες [δηλαδή τις παρακρατικές συμμορίες] διανέμοντάς τους όπλα σε μεγάλες ποσότητες (15.000 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1946 σύμφωνα με αγγλικούς υπολογισμούς), από τις κρυψώνες όπλων του ΕΛΑΣ που ανακαλύπτονταν. 
Κι όπως στο μεταξύ οι επίσημες δυνάμεις εξοπλίζονταν από τους Άγγλους, τα όπλα ήταν ένα από τα ελάχιστα αγαθά που βρίσκονταν σε αφθονία στην Ελλάδα. 

Οι συμμορίες διατηρούσαν συνήθως φιλικές σχέσεις με τις επίσημες δυνάμεις, κι ανάμεσά τους γινόταν συνεχής ανταλλαγή μελών
Μερικοί συμμορίτες όπως οι Κατσαρέας, Ζάρας και Αντόν Τσαούς ήταν παλιοί αξιωματικοί του στρατού ή της αστυνομίας, ενώ άλλοι πήραν αργότερα στρατιωτικούς βαθμούς.

Στην Ήπειρο, την Εθνοφυλακή αποτελούσαν αποκλειστικώς μέλη του ΕΔΕΣ. Και στην Πελοπόννησο, πολλοί συμμορίτες κατατάχθηκαν στην Εθνοφυλακή κι αργότερα στη χωροφυλακή ή τις MAY, σαν έφεδροι του στρατού που ήταν. 
Ακόμα και στην περίοδο των κεντρώων κυβερνήσεων και κάτω από τη βρετανική καθοδήγηση, στα 1945-6, οι αρχές ελάχιστες προσπάθειες κατέβαλαν για να υποτάξουν τις συμμορίες».

Σχετικά με την οργάνωση Χ, ο David Close αναφέρει τα εξής: «Μετά τη Βάρκιζα, πολλές οργανώσεις και συμμορίες ενθαρρύνονταν από πράκτορες της «Χ» να συνάψουν σχέσεις με τη δική τους οργάνωση. Η «Χ» στρατολογούσε επίσης άφθονα μέλη από τις επίσημες δυνάμεις ασφαλείας. Τον Σεπτέμβριο, λόγου χάρη, αναφέρθηκε ότι ανήκαν στην «Χ» 500 χωροφύλακες της Θεσσαλονίκης, που φρουρούσαν για λογαριασμό της μεγάλες ποσότητες όπλων. 
Ο Γρίβας, ο αρχηγός της «Χ», συνεργαζόταν στενά με τον Κωνσταντίνο Βεντήρη ο οποίος, σύμφωνα με την αμερικανική πρεσβεία, ήταν αρχηγός του «εσωτερικού μυστικού κύκλου» του Γενικού Επιτελείου. Ο Γρίβας συνεργαζόταν, επίσης, ως ένα βαθμό, με ηγέτες του Λαϊκού Κόμματος, που εξελισσόταν στο ισχυρότερο κόμμα μεταξύ των επαγγελματιών πολιτικών. Έτσι, η «Χ» συνδεόταν με όλους τους κλάδους της Δεξιάς, και μπορεί να συντόνιζε τις δραστηριότητές τους. Αμερικανοί παρατηρητές, για παράδειγμα, πίστευαν ότι έδινε συστηματικό χαρακτήρα, σε ορισμένες περιοχές, στους διωγμούς που εξαπέλυαν η αστυνομία και η Εθνοφρουρά.».

Πηγή: ΗΦΑΙΣΤΟΣ
{[['']]}

Από τον Τσολάκογλου στον Ράλλη


Πρώτο θύμα των απλουστεύσεων είναι συνήθως εκείνες οι λεπτομέρειες που μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα την ιστορική εξέλιξη. Η περίπτωση των τριών δωσιλογικών κυβερνήσεων της Κατοχής, από την είσοδο της Βέρμαχτ στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941 μέχρι την αποχώρησή της τον Οκτώβριο του 1944, αποτελεί ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Γερμανοί και Ιταλοί δεν κυβέρνησαν την κατεχόμενη Ελλάδα απευθείας, με δική τους πολιτική διοίκηση (όπως έκαναν οι Βούλγαροι στη δικιά τους ζώνη κατοχής, ανατολικά του Στρυμόνα). Στηρίχτηκαν αντίθετα στον υφιστάμενο κρατικό μηχανισμό της μεταξικής περιόδου, εγκαθιστώντας στην Αθήνα κυβερνήσεις-ανδρείκελα που υπάγονταν πλήρως στις κατοχικές αρχές και λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι μεταξύ των κατακτητών και της μεγάλης μάζας του πληθυσμού.

Μοναδική εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα αποτέλεσαν η Θεσσαλονίκη και τα περίχωρά της μεταξύ Ιουλίου 1943 και Μαρτίου 1944, όταν επικεφαλής των ελληνικών υπηρεσιών τέθηκαν προσωρινά Γερμανοί έπαρχοι με προϊστάμενο τον Μαξ Μέρτεν.

Ως δικαιολογία και πρότυπο για τη συνεργασία τους με τον κατακτητή, οι εγχώριοι Κουίσλινγκ επικαλέστηκαν τη σχέση του Πατριαρχείου με τους Οθωμανούς μετά την άλωση της Πόλης (Γ. Τσολάκογλου, «Απομνημονεύματα», Αθήναι 1959, σ. 159). Από την άλλη, όπως γνωρίζουμε από τα γερμανικά αρχεία, η προθυμία στελεχών του προηγούμενου καθεστώτος να συνεργαστούν μαζί τους στη διακυβέρνηση της κατεχόμενης Ελλάδας θεωρήθηκε από τα στελέχη του Γ' Ράιχ «θείο δώρο», καθώς απάλλασσε τη Γερμανία από το φορτίο της καθημερινής διαχείρισης χωρίς να μειώνει στο ελάχιστο την κυριαρχική της θέση.

Μολονότι η απόλυτη εξάρτησή τους από τις γερμανοϊταλικές κατοχικές αρχές οδήγησε στην αδιαφοροποίητη αντιμετώπισή τους από τη συλλογική μνήμη, οι τρεις δωσιλογικές κυβερνήσεις διακρίνονται από αξιοσημείωτες μεταξύ τους διαφορές, ιδίως όσον αφορά τα δομικά χαρακτηριστικά και τις κοινωνικές συμμαχίες τους. Αξίζει, ως εκ τούτου, να ρίξουμε μια πιο πιο προσεκτική ματιά σ’ αυτό ειδικά το σημείο.

Η κυβέρνηση του στρατού


Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση ορκίστηκε στις 30 Απριλίου 1941, με πρωθυπουργό τον στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου – τον ίδιο που, λίγες μέρες νωρίτερα, είχε υπογράψει το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης του ελληνικού στρατού στο μέτωπο της Ηπείρου.

Ακόμη έξι από τα δέκα μέλη της ήταν ανώτατοι στρατιωτικοί: Π. Δεμέστιχας (Εσωτερικών), Ν. Μάρκου (Δημ. Ασφαλείας), Γ. Μπάκος (Εθν. Αμύνης), Χ. Κατσιμήτρος (Εργασίας & Γεωργίας), Σ. Μουτούσης (Συγκοινωνιών), Α. Ραγκαβής (Γ.Δ. Μακεδονίας).

Τις επόμενες βδομάδες προστέθηκαν ακόμη δύο στρατιωτικοί και ένας πολιτικός, ο Μακεδόνας Σωτήριος Γκοτζαμάνης, ως υπουργός Οικονομικών. Τον Μάρτιο του 1942, ο τελευταίος θα προαχθεί –με ιταλική υποστήριξη– σε «υπερυπουργό», αναλαμβάνοντας και τα πέντε «παραγωγικά» χαρτοφυλάκια (Εθν. Οικονομίας, Οικονομικών, Επισιτισμού, Γεωργίας, Εργασίας).

Ο στρατοκρατικός χαρακτήρας αντανακλάται και στον δημόσιο λόγο της νέας κυβέρνησης, ήδη από τα πρώτα της βήματα. Σε διάγγελμά του προς τον λαό, αμέσως μετά τον διορισμό του (29/4/1941), ο Τσολάκογλου διακηρύσσει πως αντλεί τη νομιμότητά του από τη βούληση «όλων των Στρατηγών και Αξιωματικών του αγωνισθέντος Ελληνικού Στρατού», την οποία ταυτίζει με την «κυρίαρχον θέλησιν του Ελληνικού λαού»: «εντολή και μοναδικός προορισμός» του, ξεκαθαρίζει, είναι η «αποκατάστασις της ησυχίας και της τάξεως, τη συγκαταθέσει των δυνάμεων κατοχής»· ο δε πληθυσμός καλείται να μείνει «μακράν παντός ξένου συμφέροντος» και να τον «ακολουθήσει» στο έργο της «αναστηλώσεως της φιλτάτης μας Πατρίδος» (ΦΕΚ 1941/Α/146).

Επί της ουσίας, η κυβέρνηση Τσολάκογλου θυμίζει περισσότερο μηχανισμό προστασίας των συλλογικών συμφερόντων της κάστας των επαγγελματιών στρατιωτικών, τους οποίους η διάλυση του ελληνικού στρατού είχε αφήσει ξεκρέμαστους: αξιωματικοί «τακτοποιούνται» σε επισιτιστικά γραφεία, νομαρχίες κι άλλες δημόσιες υπηρεσίες· βαθμοφόροι «αποσπώνται» στη Χωροφυλακή· μετά το κλείσιμο της σχολής τους, οι ευέλπιδες εισάγονται αυτοδίκαια στο Πολυτεχνείο.

Υπουργός Εθνικής Αμύνης χωρίς στρατό στις διαταγές του, ο στρατηγός Μπάκος θα επιχειρήσει αργότερα να καλύψει το κενό με τη δημιουργία μιας «ελληνικής εθελοντικής λεγεώνας», προοριζόμενης για το Ανατολικό Μέτωπο – σχέδιο που θα μείνει όμως στα χαρτιά, εξαιτίας (και) της ιταλικής αντίδρασης.

Σε ένα γενικότερο επίπεδο, η φυγή του βασιλιά και της «νόμιμης» κυβέρνησής του πολύ λίγα πράγματα άλλαξε στη δομή του κρατικού μηχανισμού. Οι νέοι κυβερνήτες έσπευσαν βέβαια να διαχωριστούν συμβολικά από τους προκατόχους τους, μετονομάζοντας το «Βασίλειον της Ελλάδος» σε «Ελληνική Πολιτεία», ονομασία που είχε χρησιμοποιηθεί επί Καποδίστρια (Ν.Δ. 1 της 30/4/1941).

Αποκήρυξαν επίσης τη μεταξική ηγεσία σαν «υπεύθυνη της εθνικής συμφοράς» και συγκρότησαν ειδικό δικαστήριο «διά την εκδίκασιν των αδικημάτων των καταχραστών από 4ης Αυγούστου και εφεξής» (Ν.Δ. 32 της 13/5/41). Οπως όμως εύστοχα επισημαίνει ένας συντηρητικός ξένος παρατηρητής, ο Μεταξάς μπορεί μεν να συγκρούστηκε με τον Αξονα, «είχε προετοιμάσει ωστόσο το δρόμο για την κατοχή, προσαρμόζοντας ανάλογα την κρατική μηχανή και συνηθίζοντας το λαό σε αυταρχική διακυβέρνηση.

Οι Γερμανοί, επομένως, δεν είχαν ανάγκη να επινοήσουν ένα νέο είδος διοικήσεως για να γεμίσουν το κενό· χρειάστηκε μόνο να βρουν μερικά πρόσωπα, για τις κενές θέσεις των υπουργείων» (C.M. Woodhouse, «Το μήλο της έριδος», Αθήνα 1975, σ. 51). Για τα μεσαία ιδίως γρανάζια της διοίκησης, η ψευδαίσθηση της αδιατάρακτης εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος θα διατηρηθεί έτσι μέχρι τη στιγμή της –συχνά τραυματικής– διάψευσής της από κάποια άκομψη παρέμβαση των πραγματικών νομέων της εξουσίας.

Από μεγάλο μέρος των επαγγελματιών στρατιωτικών, η τακτοποίησή τους σε επιτελικές θέσεις του κρατικού μηχανισμού έγινε φυσικά αντιληπτή ως θείο δώρο, σε μια συγκυρία λιμοκτονίας των πιο ευάλωτων μερίδων του υπόλοιπου πληθυσμού. Από κάποιους άλλους βιώθηκε ωστόσο τραυματικά, ως αναίσχυντη προδοσία της αποστολής τους.

«Τι εκάναμε στη σκλαβιά;» αναρωτιέται ρητορικά στην υπηρεσιακή απολογία του το 1945 ένας απ’ αυτούς, αξιωματικός αργότερα του ΕΛΑΣ, αναφερόμενος στο σώμα των μόνιμων αξιωματικών. «Φτιάξαμε Πρωθυπουργό, Υπουργούς, Προσωπάρχας, Διευθυντάς, Παραδιευθυντάς. Σαν ποντικοί χωθήκαμε στους Επισιτισμούς. Δελτία άρτου - τροφίμων, Υπουργεία Επισιτισμού - Υπουργεία σιδηροδρόμων - Ερυθρούς Σταυρούς. Εκατοντάδες τρέξαμε στα Πανεπιστήμια και Πολυτεχνεία για δίπλωμα. Για δίπλωμα που [θα] εξασκούσαμε στην χώρα των σκλάβων. Οι σιδηρόδρομοι δουλεύουν για λογαριασμό των κατακτητών, και κει αξιωματικοί. Δημιουργούνται τάγματα εργασίας διά να προμηθεύουν εργάτας εις τους Γερμανούς, και κει αξιωματικοί. Και φτάνουμε στα Καζίνα, τα Γερμανικής εμπνεύσεως αυτά διαφθορεία της πατριωτικής ιδέας, και κει αξιωματικοί επόπται και διευθυνταί. Και γυρίζει η μπίλια που θα τα φέρει κάποτε όλα μαύρα» (Γιάννης Πριόβολος, «Αντιπαραθέσεις και διαμάχες στην κατεχόμενη Μακεδονία», Θεσ/νίκη 2013, σ. 216).

Η κρίση νομιμοποίησης

Η πολύνεκρη πείνα του 1941-42, όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν σε όλη τη χώρα (αποτέλεσμα της αποδιάρθρωσης των συγκοινωνιών, της περιορισμένης σποράς του προηγούμενου φθινοπώρου, του ναυτικού αποκλεισμού και –πάνω απ’ όλα– της αρπαγής των όποιων αποθεμάτων από τα κατοχικά στρατεύματα), έδωσε τη χαριστική βολή στη δημόσια εικόνα του καθεστώτος.

Στο ίδιο αποτέλεσμα συνέκλιναν τόσο η ψοφοδεής στάση των κυβερνώντων απέναντι στους πραγματικούς κυρίους της χώρας όσο και η κραυγαλέα ανικανότητά τους να αντιμετωπίσουν ακόμη και τα πιο απλά προβλήματα.

Μια εγκύκλιος του Τσολάκογλου, τον Δεκέμβριο του 1941, είναι πολλαπλά αποκαλυπτική γι’ αυτό το τελευταίο. Αντιμέτωπος με τον λιμό που αποδεκατίζει τους πολίτες, ο πρωθυπουργός διατάζει με στόμφο τους τοπικούς αξιωματούχους και άρχοντες να… αυτενεργήσουν: «Εχω την απόφασιν να πυρπολήσω ολόκληρον το χάρτινον οικοδόμημα των γραφειοκρατικών διατυπώσεων. […] Θυσιάζω όλους τους τύπους και όλας τας διατυπώσεις […] Αι νομαρχίαι δέον ν’ αποβούν κυψέλαι δημιουργικής εργατικότητος και να παύσουν να είναι κέντρα σχολαστικής εγγραφολογίας» (Τσολάκογλου, ό.π., σ. 172-3). Μάταια θ’ αναζητήσει κανείς, μέσα σε όλη αυτήν τη μεγαλοστομία, την παραμικρή πρακτική υπόδειξη.

Για τους λιγότερο αφελείς, τα πράγματα ήταν άλλωστε προφανή από νωρίς. Οταν στις 22 Ιουλίου 1941 ο Τσολάκογλου απευθύνθηκε στον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ζητώντας την παρέμβασή του «από άμβωνος» ώστε να ανατραπεί το δυσμενές για τη δωσιλογική κυβέρνηση δημόσιο αίσθημα, ο ιεράρχης φρόντισε, δίχως ν’ αμφισβητήσει τις «διαθέσεις φιλοπατρίας» ή τα «ευγενή ελατήρια» του πρωθυπουργού, να ξεκαθαρίσει τη δική του θέση.

Αν «ο λαϊκός παράγων δεν διάκειται μετ’ εξαιρετικής συμπαθείας προς την Κυβέρνησιν», διαβάζουμε στην απάντησή του, «η δυσφορία αύτη έχει ολιγωτέραν σχέσιν προς πολιτικάς απόψεις και κρίσεις, περισσότερον δε προς την σοβαράν, σχεδόν αδιέξοδον εσωτερικήν κατάστασιν η οποία προέκυψεν από της ημέρας της κατοχής και, εν ισχυρώ μέτρω, συνεπεία ταύτης».

Ως εκ τούτου, και δεδομένου ότι «η λαϊκή δυσφορία διογκουμένη κατά λόγον της οσημέραι επιτεινομένης δυσπραγίας, απειλεί να ανατρέψη εκ βάθρων ολόκληρον το οικοδόμημα» του δωσιλογικού επιτελείου, οποιαδήποτε δημόσια τοποθέτηση της Εκκλησίας υπέρ του καθεστώτος απλώς θα συνέθλιβε «το γόητρον αυτής υπό το συντριπτικόν βάρος των γεγονότων» (ό.π., σ. 226-9).

Εκεί που οι δομικές αδυναμίες της πρώτης δωσιλογικής κυβέρνησης καθίστανται κατ’ εξοχήν οφθαλμοφανείς είναι στον χειρισμό των αντιστάσεων της κοινωνίας.

Κληρονόμος των τρομοκρατικών μηχανισμών της 4ης Αυγούστου και «εταίρος» της χιτλερικής Νέας Τάξης, το καθεστώς ευθύς εξαρχής έθεσε την «αποκατάστασιν της ησυχίας και της τάξεως» στο επίκεντρο των καθηκόντων του.

Μέσα στους πρώτους μήνες της θητείας της, η κυβέρνηση Τσολάκογλου θα φροντίσει έτσι να εκσυγχρονίσει το θεσμικό πλαίσιο το σχετικό με την καταστολή της «αναρχίας», έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις καινούργιες συνθήκες. Εκτός αυτού, ειδικές διατάξεις (Ν.Δ. 33/13.5.41 και 178/14.6.41) ποινικοποίησαν την «καθ’ οιονδήποτε τρόπον δημοσίως, προφορικώς ή εγγράφως, διά λόγων ή έργων, αμέσως ή εμμέσως» επίκριση των κατοχικών στρατευμάτων και κάθε εκδήλωση «αντιλήψεων ή συναισθημάτων εν σχέσει προς τον διεξαγόμενον Πόλεμον» ή «εξωτερίκευσιν πολιτικών απόψεων αφορωσών Ξένην Δύναμιν» – ρύθμιση που δεν αφορούσε, προφανώς, τους υποστηρικτές του Αξονα.

Οι διοικητικές εκτοπίσεις, που είχαν πάρει μαζικές διαστάσεις επί Μεταξά, συνεχίστηκαν εξίσου μαζικά επί Τσολάκογλου, με αποκέντρωση μάλιστα των αρμόδιων «Επιτροπών Ασφαλείας» και μετατόπιση της αποφασιστικής αρμοδιότητας από τους νομάρχες στη Χωροφυλακή (Ν.Δ. 207/19.6.41).

Επιβεβαιώθηκε επίσης νομοθετικά η εξακολούθηση της δίωξης κάθε «υπόπτου κομμουνιστικής δράσεως» ή οπαδού «ανατρεπτικών κοινωνικών, οικονομικών και θρησκευτικών ιδεών, θεωριών και συστημάτων» (Ν.Δ. 345/1.8.41).

Καθοριστικότερη, στις δεδομένες συνθήκες, αποδείχθηκε ωστόσο η διαθεσιμότητα των κυβερνητικών στελεχών να προσφύγουν στη βία των κατοχικών στρατευμάτων για να επιβάλουν την τάξη.

Οι οδηγίες Τσολάκογλου προς τους επάρχους, νομάρχες και κοινοτάρχες της Μακεδονίας (23/8/1941) είναι απ’ αυτήν την άποψη διαφωτιστικές: «Οταν παρίσταται ανάγκη επιβολής του Κράτους του Νόμου διά καταναγκαστικών μέτρων», προστάζει, «μη διστάζετε να ζητήτε την συνδρομήν των αρχών της Κατοχής, όταν τα διατιθέμενα παρ’ υμίν όργανα καθίστανται ανεπαρκή ή ανίκανα να επιβάλουν την τάξιν και να εφαρμόσουν τα υπό της Κυβερνήσεως διατασσόμενα μέτρα».

Προλαβαίνοντας μάλιστα ενδεχόμενες αμφιβολίες των υφισταμένων του, τους διαβεβαιώνει πως αυτού του είδους η «ενίσχυσις» από τα κατοχικά όπλα «είναι λογική και ενδεδειγμένη, πόρρω απέχουσα από του να θεωρείται επέμβασις εις τα εσωτερικά ημών πράγματα» (Στράτος Δορδανάς, «Το αίμα των αθώων», Αθήνα 2007, σ. 94).

Μεταβατικές ωδίνες

Η ώρα της κρίσης για την πρώτη δωσιλογική κυβέρνηση ήρθε το καλοκαίρι του 1942, όταν η ανάπτυξη του διεκδικητικού κινήματος στις πόλεις, η εμφάνιση του αντάρτικου στην ύπαιθρο και η ολοκλήρωση της παραγωγικής αποδιάρθρωσης πιστοποίησαν την ολοκληρωτική αποκοπή της από την κοινωνία.

Στις 18 Αυγούστου 1942, επτά πολιτικοί αρχηγοί (Θεμιστοκλής Σοφούλης, Γεώργιος Καφαντάρης, Στυλιανός Γονατάς, Δημήτριος Μάξιμος, Γεώργιος Παπανδρέου, Ιωάννης Ράλλης, Θεόδωρος Πάγκαλος) καλούν με επιστολή τους τον Τσολάκογλου ν’ απαιτήσει από τις γερμανικές αρχές «την διακοπήν ή έστω την αναστολήν επί χρονικόν τι διάστημα» της καταβολής των «δαπανών κατοχής», προκειμένου ν’ αποφευχθεί η «οικονομική συντριβή του τόπου».

Η αδυναμία του παραλήπτη να αποσπάσει την παραμικρή σχετική παραχώρηση από τους κατακτητές, απτή απόδειξη του ρόλου που ο ιμπεριαλισμός της χιτλερικής Νέας Τάξης επεφύλασσε στους κατά τόπους υφισταμένους του, θα υπαγορεύσει την αποχώρησή του.

Η απόφασή του να παραιτηθεί πάρθηκε για πρώτη φορά στις 29 Αυγούστου και επιβεβαιώθηκε στις 24 Οκτωβρίου, όταν κατέστη σαφής η αποτυχία του Γκοτζαμάνη να πείσει τη Ρώμη και το Βερολίνο να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους.

Στις 15 Νοεμβρίου 1942 ο Τσολάκογλου αντικαταστάθηκε άτυπα από τον αντιπρόεδρό του, Κων/νο Λογοθετόπουλο, και στις 2 Δεκεμβρίου η παραίτησή του επισημοποιήθηκε, με την προσχηματική επίκληση «λόγων υγείας».

Καθηγητής γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παντρεμένος με Γερμανίδα και άκρως γερμανόφιλος ο ίδιος, ο Λογοθετόπουλος κλήθηκε να καλύψει όπως όπως την κραυγαλέα πλέον κρίση νομιμοποίησης του καθεστώτος. Στο παρθενικό διάγγελμά του διαβεβαίωσε ότι κύρια φροντίδα του θα είναι «η βελτίωσις των όρων διαβιώσεως του Ελληνικού λαού» και η καταστολή των «τυχοδιωκτών αισχροκερδών», στιγμάτισε δε την «καταπληκτικήν στάσιν» των παλιών πολιτικών, που «οχυρωθέντες εις τα φρούρια της ιδίας αυτών σκοπιμότητος» και «αδιάφοροι προ της χειμαζομένης Πατρίδος, ουδεμίαν ηθέλησαν να προσφέρουν υπηρεσίαν εις την Ελλάδα, εγκαταλείψαντες αυτήν εις την δίνην των κυμάτων και τον στρόβιλον της καταιγίδος».

Το βασικό όμως μέτωπό του το επιφύλαξε για τους «αυτόκλητους» αγωνιστές της Αντίστασης, με διατυπώσεις που, αν μη τι άλλο, πιστοποιούν επίγνωση της ολοκληρωτικής αποκοπής του από τον πληθυσμό: «Δυστυχώς υπήρξαν θερμόαιμοι τινές οι οποίοι εξ αγαθού συνειδότος ενόμισαν ότι τα προβλήματα της Ελλάδος δύνανται να λυθώσι, εάν έκαστος πολίτης ανελάμβανε την πρωτοβουλίαν της σωτηρίας της Πατρίδος. Και τους ολίγους αυτούς συνεταιρίσθησαν ευθύς αμέσως οι άνθρωποι του σκότους, οι ασυνείδητοι και οι ταραξίαι, οι κομμουνισταί, διά να εξασφαλίσουν εν ονόματι του πατριωτισμού την προσφιλή δι’ αυτούς εικόνα της αναρχίας, της λεηλασίας και της αρπαγής. Ο νόθος αυτός πατριωτισμός ας κοπάση και ας επανέλθη έκαστος εις τα ειρηνικά του έργα, ίνα εν ψυχική ηρεμία οδηγήσωμεν την Πατρίδα εις την βεβαίαν σωτηρίαν της. Αυτή είναι η αποστολή, ήτις μου έλαχεν» (ΦΕΚ 1942/Α/307).

Η βραχύβια θητεία του Λογοθετόπουλου θα σημαδευτεί από το αποκορύφωμα της Αντίστασης στην πρωτεύουσα: την παλλαϊκή εξέγερση του Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1943 που απέτρεψε την αναγκαστική στρατολογία Ελλήνων εργατών για την πολεμική βιομηχανία του Ράιχ.

Μπροστά στη γενική απεργία που παραλύει την πόλη, τις διαδηλώσεις χιλιάδων Αθηναίων, τις συγκρούσεις με την αστυνομία και τα κατοχικά στρατεύματα, την κατάληψη του υπουργείου Εργασίας και το κάψιμο των καταλόγων της πολιτικής επιστράτευσης, ο δωσίλογος πρωθυπουργός θ’ ανακοινώσει επίσημα «ότι η επιστράτευσις αυτή δεν πρόκειται να γίνη και οι οπωσδήποτε εργαζόμενοι στην υπηρεσία των στρατιωτικών αρχών κατοχής δεν πρόκειται να σταλούν προς εργασίαν εκτός της Ελλάδος» («Το Βήμα» 7/3/1943).

Ετσι κι αλλιώς, η δεύτερη αυτή κατοχική κυβέρνηση δεν ήταν παρά ένα μεταβατικό σχήμα, ανάμεσα στους στρατηγούς της συνθηκολόγησης και την αναζήτηση μιας πολιτικότερης λύσης. Στους τέσσερις μήνες της πρωθυπουργίας του Λογοθετόπουλου, Γερμανοί και Ιταλοί επικυρίαρχοι θα συνεχίσουν τις βολιδοσκοπήσεις για τον προσεταιρισμό μιας εγχώριας προσωπικότητας που θα είναι ικανή να συνασπίσει στο πλευρό τους ένα μέρος του παλιού πολιτικού κόσμου (και των συνδεδεμένων με αυτόν συντηρητικών κοινωνικών δυνάμεων), στο όνομα της καταπολέμησης του «κομμουνιστικού κινδύνου».

Η ιταλική πρεσβεία θα δώσει μάχη υπέρ της πρωθυπουργοποίησης του Γκοτζαμάνη – χαμένη από χέρι, καθώς οι πάντες γνωρίζουν πως είναι ο πιο μισητός απ’ όλους τους δωσίλογους υπουργούς.

Ενα πρώτο βήμα σημειώνεται τον Δεκέμβριο του 1942, με τον διορισμό του Αναστασίου Ταβουλάρη, ανθρώπου του στρατηγού Πάγκαλου, στο κρίσιμο για την καταστολή του «εσωτερικού εχθρού» πόστο του υπουργού Εσωτερικών (που από τον Απρίλιο του 1942 έχει απορροφήσει και τις αρμοδιότητες του υπουργού Δημοσίας Ασφαλείας).

Οι σημαντικότερες όμως διαπραγματεύσεις διεξάγονται με τον Ιωάννη Ράλλη, γόνο παλιάς πολιτικής οικογένειας και ηγετικό στέλεχος της συντηρητικής πτέρυγας του Λαϊκού Κόμματος, που στις 7 Απριλίου 1943 σχηματίζει την τρίτη –και τελευταία– κατοχική κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση των αστών


Η συγκρότηση της κυβέρνησης Ράλλη αποτελεί καθοριστική τομή στην εξέλιξη του εγχώριου δωσιλογισμού, καθώς επιχειρεί να αποτυπώσει θεσμικά την ανάδυση ενός ενιαίου «εθνικόφρονος» χώρου, που περιλαμβάνει τόσο τους επίσημους εκφραστές της «Ελληνικής Πολιτείας» όσο και μεγάλο μέρος των μη ΕΑΜικών αντιστασιακών οργανώσεων.

Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, μια κοινή λογική αρχίζει να διαπερνά όλο αυτόν τον χώρο: με δεδομένη την αρνητική για τους κατακτητές τροπή του πολέμου, αυτό που έχει πρωταρχική σημασία δεν είναι η όποια συμβολή στη συμμαχική νίκη αλλά η καταπολέμηση του εσωτερικού εχθρού και η πάση θυσία αποτροπή της επικράτησης του ΕΑΜ την επαύριο της Απελευθέρωσης.

Οντως, την άνοιξη του 1943 η επερχόμενη στρατιωτική ήττα του Αξονα είναι πια προφανής, ύστερα από την καταστροφική για τους Γερμανούς έκβαση των μαχών του Στάλινγκραντ και του Ελ Αλαμέιν. Στην Ελλάδα, η ίδια ακριβώς περίοδος γνωρίζει τη σαρωτική ανάπτυξη του αντάρτικου στην ύπαιθρο και την αδιαμφισβήτητη επικράτηση του ΕΛΑΣ στο εσωτερικό της Αντίστασης.

Σε ένα άλλο επίπεδο, η σχετική σταθεροποίηση της επισιτιστικής κατάστασης των αστικών κέντρων, χάρη κυρίως στη βοήθεια του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, ενισχύει τις δυνατότητες της δωσιλογικής κυβέρνησης να ελέγξει τα τμήματα εκείνα της κοινωνίας που η πείνα του 1941-42 τα είχε οδηγήσει στην αυτονόμηση από την αδύναμη –τότε– κεντρική εξουσία.

Αναλαμβάνοντας το αξίωμα του πρωθυπουργού, ο Ιωάννης Ράλλης κάθε άλλο παρά αγνοεί αυτά τα δεδομένα. Στην ημιτελή απολογία που συνέταξε μετά την Απελευθέρωση, τους αποδίδει μάλιστα καθοριστική σημασία: «Ο λόγος όστις είχε την μεγαλυτέραν επί της συνειδήσεώς μου επίδρασιν», γράφει, «ήτο ότι, κατ’ Απρίλιον 1943, διεγράφετο σαφώς εις τον ορίζοντα των προβλέψεων η ήττα της Γερμανίας. Η αναρχία εδέσποζε της χώρας όλης. Αι πρόοδοι των ανατρεπτικών στοιχείων ήσαν καταφανείς. Τα θεμέλια του κοινωνικού μας καθεστώτος εσείοντο. Επρεπε το κράτος να παρασκευασθή διά την άμυνάν του, εάν ήθελε να ζήση» (Γ. Ράλλης, «Ο Ιωάννης Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου», σ. 42).

Η ίδια ακριβώς λογική αποτυπώνεται και στο πρωθυπουργικό διάγγελμα που ο παλαίμαχος πολιτικός απευθύνει προς τον λαό αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του: «Η υφ’ ημάς Κυβέρνησις, έχουσα πάντα λόγον να πιστεύη ότι πάσα συνέχισις της διαταρράξεως της δημοσίας τάξεως θα συσσωρεύση ανεπανορθώτους συμφοράς εις την Χώραν ημών, κύριον αυτής καθήκον θεωρεί την αποκατάστασιν της τάξεως και την προστασίαν του κοινωνικού μας καθεστώτος, υπό το οποίον και μόνον δύναται να ζήση και να επιδιώξη τα μεγάλα της πεπρωμένα η Ελλάς. […] Πρέπει καλώς πάντες να κατανοήσωμεν ότι, διεξάγων ο Αξων σκληρόν αγώνα κατά του επαπειλούντος τον πολιτισμόν φοβερού κομμουνιστικού κινδύνου, δικαιούται να έχη τουλάχιστον την αξίωσιν όπως μη δημιουργή εις αυτόν ο Ελληνικός Λαός περιπλοκάς και όπως μη παρεμβάλλη εμπόδια εις το βαρύτατον τούτο έργον του. Δηλούμεν ότι μεθ’ όσης στοργικής μερίμνης θ’ αντιμετωπίση η Κυβέρνησις τας ανάγκας του Ελληνικού Λαού, μετ’ ίσης αυστηρότητος θα πατάξη οιανδήποτε απόπειραν διασαλεύσεως της τάξεως, οθενδήποτε και αν ήθελε προέλθη αύτη» (ΦΕΚ 1943/Α/81).



Στο ιδεολογικό πεδίο, ο μετασχηματισμός του επίσημου κρατικού λόγου είναι προφανής: τα γερμανικά στρατεύματα παύουν να είναι ο κατακτητής, η συνεργασία με τον οποίο είναι επώδυνη πλην αναγκαία για την επιβίωση του έθνους, και μετατρέπονται σε ενεργητικό σύμμαχο στον αγώνα κατά του «διεθνούς μπολσεβικισμού», του «πανσλαβισμού» και της «προδοτικής» σύμπραξης των Αγγλοαμερικανών με τις «ορδές της στέππας» (σύμπραξη που από τους πιο προχωρημένους προπαγανδιστές αποδίδεται στον κοινό φυλετικό τόπο του μοσχοβίτικου «εβραιομπολσεβικισμού» και της υπερατλαντικής «εβραιοπλουτοκρατίας»).

Το αίτημα μιας πολιτικά άχρωμης «τάξης» και «ασφάλειας», που κυριαρχούσε το 1941-42, παραχωρεί έτσι τη θέση του στο σαφώς συνεκτικότερο φόβητρο του «ερυθρού τρόμου».

Η αλλαγή αυτή συμβαδίζει με την αντίστοιχη μετάλλαξη της ναζιστικής προπαγάνδας, που από την επιθετική επαγγελία μιας Νέας Τάξης αναδιπλώνεται σταδιακά στην επιστράτευση παραδοσιακών ιδεολογημάτων, ικανών να συσπειρώσουν την κατά τόπους συντηρητική κοινή γνώμη ενάντια στο φάντασμα της κοινωνικής ανατροπής. Αποστολή του πληρεξούσιου του γερμανικού ΥΠΕΞ για τα Βαλκάνια, Χέρμαν Νοϊμπάχερ, όπως αποτυπώνεται σε διαταγή του ίδιου του Χίτλερ (29/10/1943), είναι «να αντιμετωπίσει τον κομμουνιστικό κίνδυνο με ενιαίο και συντονισμένο τρόπο», οργανώνοντας «τις εθνικές, αντικομμουνιστικές δυνάμεις και κατευθύνοντας πολιτικά τη συμμετοχή τους στον αγώνα κατά των κομμουνιστικών συμμοριών» (Χ. Φλάισερ, «Στέμμα και Σβάστικα», τ.Β', σ. 357).

Ενδεικτική της αναδιάταξης των συμμαχιών είναι και η εργατική πολιτική της κυβέρνησης Ράλλη. Τον Αύγουστο του 1941, ο Τσολάκογλου είχε απαγορεύσει τις απολύσεις μισθωτών χωρίς ειδική άδεια του υπουργού Εργασίας (Ν.Δ. 424). Ενδεχόμενη παράβαση της απαγόρευσης συνιστούσε ποινικό αδίκημα, γεγονός που προκαλούσε την οργή των βιομηχάνων – κι από ένα σημείο και μετά τη δυσφορία των αρχών κατοχής, που εκτιμούσαν ότι μαζικές απολύσεις θα τροφοδοτούσαν με πεινασμένους εθελοντές εργάτες την πολεμική βιομηχανία του Γ' Ράιχ.

Τον Δεκέμβριο του 1943 ο υφυπουργός Εργασίας Νικόλαος Καλύβας, παλιό στέλεχος του εργοδοτικού συνδικαλισμού, κατάργησε νομοθετικά την επίμαχη προστατευτική διάταξη, «απελευθερώνοντας» τις απολύσεις (Ν. 1038).

Η απήχηση αυτής της στρατηγικής σε μια αξιόλογη –αν και οπωσδήποτε μειοψηφική– μερίδα της ελληνικής κοινωνίας συνιστά το δεύτερο πεδίο της τομής του 1943. Ατομα και συλλογικότητες, που ώς τότε είχαν αποφύγει οποιαδήποτε εκδήλωση υπέρ των κατακτητών, προσανατολίζονται μέσα στο 1943 είτε στην ανοιχτή υποστήριξη του «αντισυμμοριακού αγώνος» είτε σε λιγότερο ενεργητικές μορφές συμπόρευσης μαζί του.

Η ιδεολογική και πολιτική τομή ολοκληρώνεται στο νομοθετικό επίπεδο με τη θέσπιση σειράς δρακόντειων διατάξεων κατά του εσωτερικού εχθρού και στο οργανωτικό με την εκκαθάριση και αναδιοργάνωση των σωμάτων ασφαλείας, που υπάγονται πλέον απευθείας στον «Αρχηγού των SS και της [ναζιστικής] Αστυνομίας στην Ελλάδα». Κυρίως, όμως, με τη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας, ένοπλου σχηματισμού που υπάγεται επίσης στα Ες Ες μέσω των υπουργείων Ασφαλείας και Εθνικής Αμύνης της κυβέρνησης Ράλλη.

Η εξόριστη «κυβέρνηση»


Η κυβέρνηση Ράλλη «παρέδωσε» την εξουσία στις 12 Σεπτεμβρίου 1944, λίγες ώρες πριν από την αποχώρηση της Βέρμαχτ. Στο αποχαιρετιστήριο διάγγελμά του, απευθυνόμενο κυρίως στους διαδόχους του, ο επικεφαλής της «χαιρέτισε» μάλιστα το τέλος της Κατοχής, ισχυριζόμενος πως «ουδέποτε εδέχθη» να λειτουργήσει σαν όργανό της: «Ευτυχής διότι υπό αισίους οιωνούς λήγει η μαρτυρική αποστολή μου και με ήσυχον την συνείδησιν ότι εξετέλεσα πιστώς το καθήκον μου, επανέρχομαι εις τον ιδιωτικόν βίον, έτοιμος να λογοδοτήσω ενώπιον παντός αρμοδίου» (ΦΕΚ 1944/Α/242).

Διαφορετική στάση επέλεξε ο σκληρός πυρήνας των συνεργατών του. Ακολουθώντας τη Βέρμαχτ στην υποχώρησή της, σχημάτισαν στην Αυστρία «εξόριστη κυβέρνηση» με την ονομασία «Ελληνική Εθνική Επιτροπή» και επικεφαλής τον αντιπρόεδρο του Ράλλη, Εκτορα Τσιρονίκο – παλιό τραπεζίτη και βιομήχανο στην τσαρική Ρωσία, ο οποίος στα τέλη της Κατοχής κατείχε πέντε υπουργεία (Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Επισιτισμού, Εθνικής Προνοίας και Γεωργίας).

Η ακριβής σύνθεση της Επιτροπής παραμένει ασαφής, μολονότι βέβαιο είναι ότι συμμετείχαν σ’ αυτή ο Ταβουλάρης και κάποιοι δευτεροκλασάτοι Ελληνες ναζί (Παναγιώτης Γούλας, Αριστείδης Ανδρόνικος, Ξενοφών Γιοσμάς κ.ά.).

Η λειψή τιμωρία
Η ποινική μεταχείριση των δωσίλογων πρωθυπουργών, στη μεγάλη μεταπολεμική δίκη της άνοιξης του 1945, υπήρξε εμφανώς ασύμμετρη – με κοινό χαρακτηριστικό τον εγκλεισμό τους στις πολυτελείς φυλακές Ζελιώτη, στο κέντρο της Αθήνας, και όχι στα άθλια «σωφρονιστικά» καταστήματα όπου σωριάζονταν σαν σαρδέλες οι κοινοί θνητοί.

● Ο Τσολάκογλου καταδικάστηκε σε θάνατο, κυρίως για την πρωτοβουλία του να συνάψει ανακωχή, αλλά δεν τουφεκίστηκε. Πέθανε το 1948 από λευχαιμία.

● Λογοθετόπουλος και Ράλλης καταδικάστηκαν σε ισόβια. Ο Ράλλης πέθανε στη φυλακή στις 26/10/1946, ο ημιεπίσημος όμως χαρακτήρας της κηδείας του προκάλεσε τις διαμαρτυρίες ακόμη και της βρετανικής κυβέρνησης. Ο Λογοθετόπουλος είχε ήδη καταφύγει στη Γερμανία απ’ όπου εκδόθηκε το 1946. Αποφυλακίστηκε το 1952 και πέθανε το 1961.

● Σε θάνατο καταδικάστηκαν –ερήμην– και οι δύο οικονομικοί «υπερυπουργοί» των κατοχικών κυβερνήσεων, Τσιρονίκος και Γκοτζαμάνης. Ο πρώτος εκδόθηκε τον Αύγουστο του 1946 από τις αμερικανικές αρχές της Γερμανίας και παρέμεινε στη φυλακή μέχρι το 1952, οπότε αμνηστεύτηκε· πέθανε το 1964, σε ηλικία 82 ετών. Ο δεύτερος αμνηστεύτηκε επίσης το 1952, επέστρεψε από την Ιταλία και το 1954 διεκδίκησε τη δημαρχία της Θεσσαλονίκης, αποσπώντας 24,3% στον πρώτο και 43,4% στον δεύτερο γύρο. Οταν πέθανε, το 1958, κηδεύτηκε με κάθε επισημότητα, σε τάφο που παραχώρησε δωρεάν τιμής ένεκεν ο Δήμος Θεσσαλονίκης. Η περίπτωσή του, ως κατεξοχήν εκφραστή του ελληνομακεδονικού φασισμού και πολιτικού προπάτορα των σημερινών «μακεδονομάχων», αξίζει να μας απασχολήσει αναλυτικά σε κάποιο μελλοντικό αφιέρωμα.

Πηγή: Τάσος Κωστόπουλος - "Εφημερίδα των Συντακτών"
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger