Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξόριστοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξόριστοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Εγκλήματα στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας»


«Αναγνωρίζετε ότι η εν Ελλάδι συμμοριακή σπείρα και ο εν Ελλάδι κομμουνισμός δρουν προδοτικώς κατά των συμφερόντων και της ακεραιότητας της Χώρας μας και συνεργαζόμενοι μετά γειτονικών κρατών εχθρικώς προς την Ελλάδα διακειμένων, φονεύουσι και βασανίζουν αδικαιολογήτως αθώους Ελληνας, πυρπολούν και διαρπάζουν τας περιουσίας των, καταστρέφουν τα κοινωφελή έργα και απάγουσι γέροντας και γυναίκας;». Το παραπάνω χωρίο είναι μια από τις ερωτήσεις που συμπεριλαμβάνονταν στη δήλωση νομιμοφροσύνης που καλούνταν να «απαντήσουν» οι αριστεροί και οι δημοκρατικοί πολίτες στο κράτος της μεταπολεμικής Δεξιάς ώστε να σταματήσουν τα βασανιστήρια και οι διώξεις. Μετέπειτα, εφόσον «απολυόταν» ο διωκόμενος, έπρεπε να λάβει το απαραίτητο πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.

Ετσι είχε πλάσει η εγχώρια Δεξιά το μετεμφυλιακό κράτος ώστε να τρομοκρατήσει τους «περιττούς» πολίτες της. Εχοντας δικαιολογία την εθνική ασφάλεια, η Δεξιά οργάνωσε την καταστολή της Αριστεράς και των αγωνιστών της. Η εξορία βαπτίστηκε αναμόρφωση και τα κολαστήρια όπως της Μακρονήσου μεταμορφώνονταν σε «Παρθενώνα της συγχρόνου Ελλάδος». Για τη Δεξιά, βέβαια, αυτοί ήταν οι αντεθνικώς δρώντες, η χώρα κινδύνευε από την Αριστερά και τους αγωνιστές της δημοκρατίας.

Η Μακρόνησος

Αμέσως μετά το ξέσπασμα του Εμφυλίου η Μακρόνησος συγκέντρωσε τους «ύποπτους» φαντάρους και οι πρώτες καταγγελίες δεν άργησαν να δουν το φως της δημοσιότητας. Ο «Ριζοσπάστης» και η εφημερίδα του ΕΑΜ «Ελεύθερη Ελλάδα» δημοσιοποιούν καταγγελίες για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και αργότερα για τους βασανισμούς που λάμβαναν χώρα εκεί από τους πλέον εθνικόφρονες.

Το έργο των βασανιστών και της εθνικοφροσύνης της Δεξιάς ξεκίνησε να διεθνοποιείται από το 1949 με στόχο την κατάργηση του κολαστηρίου. Το έργο του Γιώργη Λαμπρινού «Μακρονήσι» που εκδίδεται από το ΚΚΕ μεταφράζεται στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα και έχει μεγάλη απήχηση στη Δύση. Ως εκ τούτου δύο επιτροπές από τη Γαλλία και τη Βρετανία (Comité français d’aide à la Grèce démocratique και League for Democracy in Greece αντίστοιχα) αναπτύσσουν σημαντική δραστηριότητα για την κατάσταση των ελευθεριών στην Ελλάδα και ειδικά για την κατάργηση της Μακρονήσου. Το 1950, μάλιστα, το γαλλικό περιοδικό «Les Temps modernes» του Ζαν-Πολ Σαρτρ και το «Νew Statesman» του Κίνγκσλεϊ Μάρτιν προχωρούν στη δημοσιοποίηση του θέματος.

Από την άλλη, στην Ελλάδα του ατσαλωμένου κράτους της Δεξιάς και μεσούντος του Εμφυλίου τηρείται ευλαβικά σιγή ασυρμάτου τόσο από τον Τύπο όσο και από τις αρμόδιες αρχές ως προς τους βασανισμούς και τις συνθήκες διαβίωσης. Ωστόσο αυτό που δεν λείπει είναι τα δημοσιεύματα για τα θετικά της Μακρονήσου, όπου οι Ελληνες φαντάροι, κομμουνιστές ή μη, αναμορφώνονταν ώστε να αποτάξουν τον κομμουνισμό και να ενστερνιστούν τις «σωστές ιδέες του έθνους». Το σιωπητήριο σπάει το 1950 από την εφημερίδα «Μάχη» που διευθυνόταν από τον τότε δικηγόρο και συνιδρυτή του ΕΑΜ Ηλία Τσιριμώκο. Για αυτά τα δημοσιεύματα μάλιστα η εφημερίδα οδηγήθηκε στο δικαστήριο, όπου αθωώθηκε. Ομως κι αυτά τα δημοσιεύματα δεν είχαν μεγάλη διάρκεια και συνεχίστηκαν μόνο κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου έτους.

O Γερμανός φωτογράφος Φρεντ Ιρτ του περιοδικού «Stern» πέταξε τον Αύγουστο του 1967 με διθέσιο αεροσκάφος πάνω από τη Γυάρο και απαθανάτισε για πρώτη φορά το κολαστήριο στο νησί. Η χούντα διά του «Βήματος» τότε μίλησε ουσιαστικά για «κομμουνιστικό δάκτυλο». Για λόγους «εθνικής ασφαλείας» συσκοτίστηκαν και οι έρευνες για το σκάνδαλο των υποκλοπών το 2004-05 (αριστερά, στην παρουσίαση του τριγώνου «επισυνδέσεων» ο τότε υπουργός Γιώργος Βουλγαράκης


Aποκαλύπτει το κολαστήριο

Τον Αύγουστο του 1967, λίγους μήνες μετά την επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών, ο Γερμανός φωτογράφος Φρεντ Ιρτ του γερμανικού περιοδικού «Stern» πέταξε με διθέσιο αεροσκάφος πάνω από τη Γυάρο και απαθανάτισε για πρώτη φορά το κολαστήριο της Γυάρου. Οι εικόνες που αποκάλυψε ο Ιρτ έκαναν τον γύρο του κόσμου και οι αναδημοσιεύσεις σε διεθνή έντυπα ήταν μαζικές.

Το «Βήμα» στις 31 Αυγούστου 1967 εκφράζοντας τότε τις θέσεις της χούντας δημοσίευσε την αντίδραση των χουντικών γράφοντας: «Εις την προσπάθειαν του διεθνούς κομμουνισμού να “φρεσκάρη” τον συκοφαντικόν του θόρυβον περί δήθεν κακομεταχειρίσεως των κρατουμένων εις την Γυάρον, ήλθεν επίκουρος το γερμανικό περιοδικό “Στερν”. Αλλά οι “φίλοι” μας του γερμανικού περιοδικού το παρατράβηξαν το σκοινί και έτσι την έπαθαν».

Στη Γυάρο ζούσαν εξόριστοι 20.000 άνθρωποι, κομμουνιστές και μη. Η λειτουργία της νήσου ως τόπου εξορίας και μαρτυρίου ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, συνεχίστηκε στο μετεμφυλιακό κράτος και επαναλήφθηκε από τους δικτάτορες. Επισήμως ήταν ένας τόπος αναμορφωτηρίου, όπου τα «ξένα σώματα του ελληνισμού» θα μεταμορφώνονταν σε «πραγματικούς Ελληνες». Ηδη από το 1967 κυκλοφορούσαν οι φήμες ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στη Γιούρα, όμως η χούντα διέψευδε κατηγορηματικά τα τεκταινόμενα.

Το μεταπολιτευτικό κυνήγι

Εντούτοις οι παραδόσεις που κρατούσε η μετεμφυλιακή και χουντική Δεξιά συνεχίστηκαν και στη μεταπολίτευση. Είναι πάμπολλες οι περιπτώσεις που η εθνική ασφάλεια υπήρξε το τέλειο αποκούμπι για να ξεκινήσουν οι διαδικασίες δολοφονίας χαρακτήρα όπως αυτή του Στίβεν Γκρέι ή για να συγκαλυφθούν σκάνδαλα υποκλοπών, όπως αυτό που διαδραματίστηκε το 2004-05. Ο Γκρέι, ρεπόρτερ του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters, τόλμησε να αποκαλύψει τις ατασθαλίες του τραπεζικού συστήματος και βρέθηκε να παρακολουθείται για να μαθαίνουν τι λέει και τι σκοπεύει να γράψει. Εν συνεχεία ο ίδιος βρέθηκε στοχοποιημένος από διάφορα ΜΜΕ, τα οποία τον κατηγορούσαν ότι ήταν πράκτορας άγνωστων δυνάμεων που ήθελαν να καταστρέψουν την ελληνική οικονομία – την ίδια έρευνα έκαναν το περιοδικό Hot Doc και ο Κώστας Βαξεβάνης, ο οποίος βρέθηκε συκοφαντημένος και με τη δικαστική βούλα από ομάδα της ΕΥΠ. Αντιθέτως, η υπόθεση των υποκλοπών του 2004-05 απέδειξε πως όταν η εθνική ασφάλεια βρίσκεται υπό τον κίνδυνο τρίτων χωρών, τότε αυτές δεν αποκαλύπτονται αλλά υπονοούνται, ώστε να… διαφυλαχτεί η εθνική ασφάλεια.

Πηγή: Κωνσταντίνος Βενάκης - Documento

{[['']]}

Η μεγάλη σφαγή της Μακρονήσου - Το χρονικό της εν ψυχρώ δολοφονίας των 300 αμετανόητων φαντάρων

Tο χρονικό της δολοφονίας των «αμετανόητων» του Ερυθρού Τάγματος τον Μάρτιο του 1948
«Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι.
Εκείνο το πρωί τα κοκόρια του Λαυρίου για πρώτη φορά δε λάλησαν. Μόνο τα σκυλιά της πόλης ανέβηκαν στο καρβουνόχωμα και κλαίανε όλη τη νύχτα. Όσο για τους ανθρώπους, όλες αυτές τις νύχτες παρακολουθούσαν τη ζωή απ’ τις χαραμάδες... Σάστιζαν πως, αυτό που γινόταν αντίκρυ, δεν το είχε γράψει ακόμα η Αποκάλυψη»
Μενέλαος Λουντέμης
«Οδός Αβύσσου, αριθμός 0»
Ο ήχος των κυμάτων ήταν η μοναδική του συντροφιά τις τελευταίες 72 ώρες. Βρισκόταν δεμένος πισθάγκωνα, κοντά στην ακτή, προς την πλευρά που το καταραμένο νησί το έδερναν οι άνεμοι και το έκαιγε ο ήλιος. «Πρέπει να συνεχίσω να μετράω, αλλιώς θα τρελαθώ, θα χάσω το μυαλό μου», σκέφτηκε και σε κάθε παφλασμό πρόσθετε και ένα κυματάκι.
Ένας μεγάλος πάσσαλος, που ακουμπούσε την πλάτη του, είχε ακινητοποιήσει τα χέρια του και δυο μικρότεροι τα πόδια του. Το κορμί του ήταν ολόκληρο μια πληγή. Η ξηρασία και ο ήλιος είχαν κάνει το δέρμα του να σκάσει και να καεί. Ο καυτός αέρας, που φυσούσε δαιμονισμένα, είχε γεμίσει τις πληγές με σκόνη και άμμο. Είχε βγάλει φουσκάλες που έσπαγαν μόνες τους και το πηχτό υγρό που έβγαινε από μέσα νόμιζε ότι τον δρόσιζε. Τα χείλη του και το στόμα του είχαν σκληρύνει. Δεν είχε καθόλου σάλιο. Διψούσε. Εδώ και κάποιες ώρες δεν αισθανόταν τα γυμνά του μέλη που είχαν μουδιάσει, έτσι σφιχτά δεμένα που ήταν. Τα αυτιά του βούιζαν συνεχώς και το κεφάλι του νόμιζε ότι θα εκραγεί.
«Θα τρελαθώ», ξανασκέφτηκε. «Πεντακόσια δεκατρία, οκτακόσια δεκαεπτά... Όχι, πεντακόσια δεκατέσσερα...» συνέχισε το μέτρημα. Από απέναντι έβλεπε καθαρά τα φώτα από το Λαύριο. Σε λίγη ώρα θα ξημέρωνε και η ζωή στην πόλη θα ξεκινούσε κανονικά. Ο χασάπης θα πουλούσε το κρέας, ο γαλατάς θα μοίραζε το γάλα, ο μανάβης θα έβγαζε τα φρέσκα φρούτα του για να τα πουλήσει. Σκέφτηκε πώς είναι να δαγκώνεις λαίμαργα το καρπούζι και να γεμίζει το στόμα σου από αυτή τη γλυκιά υγρή σάρκα. Το στόμα του ξεράθηκε ακόμη περισσότερο. Θα λιποθυμούσε. Διψούσε.

Σκέφτηκε τα παιδιά του. Τον Αλέξη του. Να παίζουν μαζί και να γελάνε. Θα ήθελε να μπορούσε να σφίξει στην αγκαλιά του τη μικρή του κόρη που γεννήθηκε μια εβδομάδα αφότου τον πήραν με το καΐκι για το νησί. Άρχισε να κλαίει. Δάκρυα δεν έτρεχαν από τα μάτια του, κάθε υγρό του σώματός του είχε στερέψει. Όμως έκλαιγε με λυγμούς. Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Δάγκωσε δυνατά τα ξεραμένα χείλη του και ρούφηξε το ίδιο του το αίμα για να ξεδιψάσει. 
Λίγες ώρες νωρίτερα
«Αλφαμίτες στη σκηνή μας». Δεν χρειάστηκε να του πουν κάτι άλλο. Αμέσως έσβησε το τσιγάρο του, που κάπνιζε με ανοιχτά τα πίσω κράσπεδα, το έκρυψε ανάμεσα σε κάτι πέτρες και άρχισε να καθαρίζει το πάτωμα. Μέσα στη μικρή σκηνή μπήκαν δυο αλφαμίτες. Ο ένας στάθηκε στην είσοδο, ο άλλος προχώρησε με βλέμμα αυστηρό. «Τι κάνει αυτούνος ιδώ και είν’ ξαπλουμέν’ς; Κοιμάτ’;».
«Έχει χαρτί γιατρού, συνάδελφε. Τον χτύπησε πολύ ο ήλιος όπως έσπαγε πέτρες και λιποθυμάει συνέχεια», απάντησε ο Γιάννης Δρακόπουλος, σκαπανεύς, που υπηρετούσε την πατρίδα του στον Οργανισμό Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου. Ήταν τυχερός. Δεν πολεμούσε στα βουνά τους συμμορίτες, αλλά βρισκόταν σε μια «νέα Εδέμ στα μάτια της ελληνικής Ιστορίας». Ήταν τυχερός γιατί, αν και παραστράτησε, το κράτος τον είχε στείλει στην «εθνική κολυμβήθρα», όπου σε αυτό το «αναρρωτήριο ψυχών» το μυαλό του θα υγίαινε από το μίασμα και θα ξαναγεννιόταν: «Στη Μακρόνησο αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχή των Ελλήνων». 
Ο αλφαμίτης τον κοίταξε ακόμη αυστηρότερα. «Δρακόπουλε, άφ’σε τ’ς μαλακίες κι έλ’ μαζί μ’. Δεν ιμπουρείς να με κουροϊδέψ’ς ισύ ιμέν. Ιγώ όταν παρ’δίδατε την πατρίδα στους Σλάβ’ς, ήμουν δίπλα στου Γρίβα στου Θησείου. Κανείς δεν μι κουροϊδεύ’ ιμένα. Πάμε μια βόλτα, πουλάκι μου».
Ο Δρακόπουλος δεν μπορούσε να περπατήσει από το ξύλο. Τα πόδια του πονούσαν, η πλάτη του πονούσε, τα μπράτσα του είχαν πιαστεί από το σπάσιμο και το κουβάλημα πέτρας. Παρ’ όλα αυτά ανέβαινε την ανηφόρα χωρίς να γλιστρά και με την ίδια ταχύτητα με τους βασανιστές του. Σε λίγο βρισκόταν στο γραφείο του διοικητή του λόχου του. 

«Λοιπόν, Δρακόπουλε, έχω μπροστά μου τον φάκελό σου. Βαρύς, Δρακόπουλε, πολύ βαρύς. Κρίμα, έχεις και δυο παιδάκια. Κρίμα γι’ αυτή τη γυναίκα που τα μεγαλώνει. Είναι και σαν τα κρύα τα νερά, μου λένε και κάποια πουλάκια. Δεν φοβάσαι που την αφήνεις μόνη; Κρίμα και για σένα. Απόφοιτος Νομικής και έμπλεξες με τους κομμουνιστές. Δεν σ’ αρέσει η πατρίδα σου, Δρακόπουλε;». Ο απόφοιτος της Νομικής, σε στάση προσοχής, απάντησε: «Αγαπώ την πατρίδα μου, κύριε διοικητά».
«Κάθισε, παιδί μου», του είπε ευγενικά. «Η πατρίδα σε αγαπάει και είναι διατεθειμένη να ξεχάσει ό,τι κακό της έκανες και να σε δεχτεί ξανά εις τους κόλπους της. Διάβασε αυτό το χαρτί και βάλε την υπογραφή σου. Μετά ο βαρύς αυτός φάκελος θα γίνει σαν πούπουλο πάπιας. Λευκός και ελαφρύς». Ο διοικητής έσπρωξε ευγενικά προς το μέρος του μια δακτυλογραφημένη κόλλα χαρτί και μετά, με εξαιρετικά αργές κινήσεις, έβαλε δροσερό νερό από μια γυάλινη κανάτα που είχε μπροστά του. 
Ο Δρακόπουλος λίγο έλειψε να πάθει αποπληξία. Όχι από τον ήχο του γάργαρου νερού που άκουγε στ’ αυτιά του. Τι κι αν το προηγούμενο βράδυ τους είχαν ταΐσει παστές ρέγκες, αλλά τους είχαν απαγορεύσει να πιουν νερό; Κόντεψε να πάθει αποπληξία από αυτό που διάβασε στο χαρτί:
«Δήλωσις
Ο κάτωθι υπογεγραμμένος... κλάσεως... εκ... και διαμένων εις... δηλώ υπευθύνως και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως και χωρίς να ασκηθή βία τα κάτωθι:
Ουδέποτε υπήρξα κομμουνιστής και ουδεμίαν σχέσιν έχω με το συνωμοτικόν ΚΚΕ. Προσεχώρησα εις το ΕΑΜ με σκοπόν να απελευθερώσω την πατρίδα μου από τους κατακτητάς. Μετ’ ολίγον καιρόν αντελήφθην ότι όπισθεν του ΕΑΜ ήτο το ΚΚΕ, το οποίο ήτο η πηγή πάσης ενεργείας και πράξεως του ΕΑΜ.
Επειδή είμαι γνήσιο Ελληνόπουλο, καταδικάζω και αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας όλας τας αναρχοβουλγαροκομμουνιστικάς οργανώσεις: ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, ΕΑ, αίτινες αποτελούν τα εγκληματικά σλαυόβουλα και αντεθνικά συγκροτήματα, σκοπός των οποίων είναι η κατασκόπευσις παντός ό,τι αφορά το κράτος και ιδία τον στρατόν και η υποδούλωσις της φυλής μας εις τους προαιώνιους εχθρούς μας Βουλγάρους - Σέρβους και γενικώς Σλαύους οίτινες πάντοτε ατίμως και υπούλως είτε διά της πανσλαυιστικής ιδέας προσπαθούν να αποσπάσουν εδάφη άτινα είναι ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα των προγόνων μας. Τίθεμαι πολέμιος των άνω σλαυοδούλων και ανθελληνικών συγκροτημάτων μέχρι της τελικής εξαλείψεώς των.
Η παρούσα μου επιθυμώ να δημοσιευθή εις τον τύπον και αναγνωσθή εις την εκκλησίαν της ενορίας μου.
Β.Σ.Γ. 802 τη...
Ο Δηλών...».
Ο Δρακόπουλος σηκώθηκε αργά από την καρέκλα. «Λυπούμαι, κ. διοικητά. Δεν θα υπογράψω».


Ο διοικητής του λόχου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή φορούσε τη μάσκα του στοργικού πατέρα, μισόκλεισε τα μάτια: «Kομμούνι, θα πεθάνεις εδώ. Προδότη. Δεν υπογράφεις, εεε;».
Αμέσως έπεσαν επάνω του οι δυο αλφαμίτες που είχαν ήδη βγάλει τα μακριά ξύλινα κλομπ τους. Στο πέμπτο γεμάτο χτύπημα στο κεφάλι, ο Δρακόπουλος ένιωθε να σβήνει. Πρόλαβε να ακούσει τον διοικητή να λέει: «Μην τον σκοτώσετε, ρε ηλίθιοι. Αύριο τον θέλω περδίκι, να βρίσκεται μαζί με τους άλλους στο γήπεδο. Θα καλοπεράσει εκεί...». Ήταν απόγευμα της 28ης Φεβρουαρίου του 1948...
Η σφαγή

Τον Γιάννη Δρακόπουλο τον συνέφεραν οι συνάδελφοί του στη σκηνή, όπου τον πέταξαν αναίσθητο οι αλφαμίτες. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ξεραμένα αίματα. Κάποιος εκ περιτροπής όλη τη νύχτα κατέβαινε μέχρι τη θάλασσα, έβρεχε ένα κομμάτι ύφασμα και ερχόταν να καθαρίσει τις πληγές του. Ο Γιάννης ανέβαζε πυρετό. Όλο το βράδυ μέχρι να ξημερώσει η 29η ψηνόταν και παραληρούσε. Φώναζε τα παιδιά του, έκλαιγε, ούρλιαζε. Κάθε του κίνηση τον τσάκιζε από τον πόνο. Οι συνάδελφοί του κρατούσαν και δρόσιζαν το κεφάλι του με απαλές κινήσεις. Το πρωί η γνωστή φωνή από τα μεγάφωνα διέκοψε τη διαδικασία: «Όλοι οι στρατεύσιμοι του Α’ Τάγματος Σκαπανέων» (ΑΕΤΟ) να πάνε για εκκλησιασμό».
«Σήκω, Γιάννη, θα σε κουβαλήσουμε εμείς. Σήκω, αδερφέ μου, γιατί εάν μείνεις μόνος στη σκηνή και σε βρουν, θα σε σκοτώσουν σαν το σκυλί και θα πουν ότι έκανες ψαράκι και αυτοκτόνησες». Το «ψαράκι» ήταν η απονενοημένη βουτιά κάποιων κρατουμένων με το κεφάλι στους βράχους για να χάσουν τις αισθήσεις τους και να σταματήσουν τα βασανιστήρια. 
Οι αμετανόητοι του ΑΕΤΟ, του «ερυθρού τάγματος», εκείνοι που δεν υπέγραφαν δήλωση, κινήθηκαν προς το γηπεδάκι του νησιού. Ανθρώπινα ράκη, ζωντανοί νεκροί, από τα βασανιστήρια και τη δίψα, 4.500 φαντάροι έσερναν τα βήματά τους μέχρι που έφτασαν εκεί. Στους λόχους είχαν μείνει μόνον οι ασθενείς, οι νερουλάδες, οι γραφιάδες και οι μάγειρες. Μετά την έπαρση της σημαίας, οι στρατιώτες διατάχθηκαν να πάνε στο θέατρο για να ακούσουν «θρησκευτική ομιλία». Μόνο έτσι τα ελληνορθόδοξα ιδεώδη θα ξερίζωναν από μέσα τους τη σαπίλα του κομμουνισμού. 


Ο Γιάννης είχε συνέλθει και ο πυρετός του είχε πέσει. Πλέον δεν τον υποβάσταζαν οι συνάδελφοί του. Ξαφνικά από το βάθος μια ομάδα από αλφαμίτες έσπαγαν στο ξύλο και έσερναν από τα μαλλιά και τα ρούχα τους απαλλαγμένους λόγω ασθένειας. Άρρωστους φαντάρους τους κλώτσαγαν, τους χτύπαγαν με τα κλομπ και τους έβριζαν για να συγκεντρωθούν κι εκείνοι στο γήπεδο. 
Οι αμετανόητοι του ΑΕΤΟ διαμαρτυρήθηκαν. Ο Γιάννης φώναζε και εκείνος με όση δύναμη είχε: «Ρε, δεν βλέπετε ότι είναι άρρωστοι; Ντροπή. Έχουν απαλλαγεί. Ντροπή σας, αλήτες». Οι 4.500 φαντάροι του ΑΕΤΟ είχαν γίνει μια ανθρώπινη ασπίδα μέσα στο γήπεδο. 
Τότε ο υπασπιστής Καρδαράς έβγαλε το πιστόλι του και πυροβόλησε στον αέρα. Το σύνθημα είχε δοθεί. Αμέσως οι άνδρες του λόχου ασφαλείας, οι φρουροί οι οποίοι από πριν είχαν ακροβολιστεί γύρω από το γήπεδο, άρχισαν να πυροβολούν στο ψαχνό. Πέντε φαντάροι έπεσαν αμέσως νεκροί και τουλάχιστον άλλοι 10 τραυματίστηκαν από σφαίρες. 
«Αίσχος, δολοφόνοι, ντροπή. Γιατί μας δολοφονείτε;». Οι άνδρες του ΑΕΤΟ, χωρίς να κουνηθούν από τη θέση τους, ζητούσαν εξηγήσεις. Φώναζαν, έκλαιγαν, έπιαναν τους νεκρούς τους και τους χάιδευαν λες και κοιμόντουσαν και ήθελαν να τους ξυπνήσουν. Ο διοικητής Βασιλόπουλος μίλησε με επιτροπή των στρατιωτών και τους εγγυήθηκε την προσωπική τους ασφάλεια, ενώ δέχτηκε να εξεταστούν τα γεγονότα από διακομματική επιτροπή για να διαλευκανθεί πλήρως η υπόθεση και να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι ένοχοι της σφαγής.
Κανείς φαντάρος όλο το βράδυ δεν μετακινήθηκε από το γήπεδο. Το ξημέρωμα στις ακτές του καταραμένου νησιού εμφανίστηκε μια ακταιωρός του Πολεμικού Ναυτικού. Επάνω της πάνοπλοι ναύτες σημάδευαν τους φαντάρους του ΑΕΤΟ. Από τον τηλεβόα ακούστηκε η φωνή της ίδιας της κόλασης: «Στρατιώται, σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης. Συλλάβετε και απομονώσατε τους δολοφόνους που δημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα. Αποδοκιμάστε τους αρχηγούς σας και συγκεντρωθείτε εις τον 7ον λόχον». 

Οι σκαπανείς του ΑΕΤΟ κοίταζαν με απορία ο ένας τον άλλον. «Μα για ποιους δολοφόνους μιλάει; Εμάς δολοφόνησαν, εμείς δεν κινηθήκαμε». Τις σκέψεις τους έκοψαν σαν μαχαίρι οι ριπές. Μυδράλια που είχαν στηθεί το βράδυ πέριξ του χώρου σάρωναν με τις σφαίρες τους τα κορμιά. Το χώμα στο γήπεδο δεν προλάβαινε να ρουφήξει το αίμα. Σχημάτιζε λάσπη. Κόκκινη λάσπη. Ήταν μια σφαγή που μόνο με τις δολοφονίες των κατακτητών Γερμανών μπορούσε να συγκριθεί. Οι φαντάροι έγιναν ένα κουβάρι και έψελναν τον Εθνικό ύμνο. Έτσι πέθαιναν.


Ο Μίμης Βρονταμίτης, καπετάνιος του καϊκιού που έκανε τη διαδρομή Λαύριο - Μακρονήσι, θα πει χρόνια αργότερα:
«Έζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. Ο στρατός μας με είχε επιταγμένο με το καΐκι μου “Άγιος Νικόλαος”, επί μισθώ, οκτώ χιλιάδες δραχμές τον μήνα. Κουβαλούσα από το Λαύριο πέρα στη Μακρόνησο φαντάρους, πολιτικούς υπόδικους, νερό σε βαρέλια και άλλα.
Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας (για τις υπηρεσίες του στη Μακρόνησο προήχθη σε στρατηγό) μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. Στο Γ’ Τάγμα φόρτωνα τους νεκρούς φαντάρους, που τους εξέταζε ο γιατρός Μαλάμης, κι έγραφε στο πιστοποιητικό θανάτου τη λέξη “νεκρός”. Ήτανε δίπλα στον γιατρό Μαλάμη κι άλλοι δύο γιατροί.
Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι αλφαμίτες Χούμης και Δήμητρας, Λαγός. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους.
Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. 
Οι νεκροί όλοι - όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν - έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου». 
Ύστερα από ώρα η σφαγή σταμάτησε έτσι ξαφνικά, όπως είχε αρχίσει. Το ΑΕΤΟ είχε σπάσει και ήταν έτοιμο να επανέλθει στους κόλπους της πατρίδας. Πολλοί φαντάροι συνελήφθησαν ως πρωταίτιοι των επεισοδίων. Ο Γιάννης ήταν ένας από εκείνους. 

Τις επόμενες ημέρες δοκίμασαν στο κορμί του κάθε βασανιστήριο. Ξύλο, φάλαγγα, εικονικούς πνιγμούς. Πέρασε από τα «πασαλάκια», από το «αεροπλανάκι» και φυσικά από το «σιδερωτήριο». Εκεί δεν άντεξε. Ο Δρακόπουλος με δάκρυα ζήτησε να υπογράψει. Το έκανε. Στην Αθήνα, όπου επέστρεψε, άρχισε να μπαινοβγαίνει στα ψυχιατρεία. Ήταν πλέον μισότρελος. Του έκαναν ηλεκτροσόκ για να επανέλθει. Τα βράδια ξύπναγε με λυγμούς και μετρούσε: «Πεντακόσια τριάντα... επτακόσια σαράντα δύο... Όχι... πεντακόσια τριάντα ένα...». Τα χείλη του ήταν ματωμένα κάθε βράδυ από το δάγκωμα.

Πηγή: "Ποντίκι"
{[['']]}

Οι κρατούμενοι κομμουνιστές της Ακροναυπλίας και το έγκλημα πολέμου των μεταξικών αρχών


ΕΝΑ από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που διαπράχτηκαν κατά την διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, είναι η παράδοση εκατοντάδων Ελλήνων πολιτικών κρατουμένων από τις ελληνικές αρχές (δικτατορία Μεταξά) στα γερμανικά στρατεύματα κατοχής... Σαν σήμερα, 6 Νοεμβρίου του 1940, οι 600 περίπου κρατούμενοι κομμουνιστές της Ακροναυπλίας στέλνουν υπόμνημα στην κυβέρνηση με το οποίο καταδικάζουν τη φασιστική εισβολή και ζητούν να σταλούν στο μέτωπο για να πολεμήσουν. Οι μεταξικές αρχές, όχι μόνο αρνούνται, αλλά και μετά την έλευση των Ναζί, παραδίδουν τους κρατούμενους κομμουνιστές στις δυνάμεις κατοχής, οι οποίοι θα τους χρησιμοποιήσουν ως ομήρους και θα τους εκτελέσουν, ως αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ...

«Οι 600 περίπου κρατούμενοι κομμουνιστές της Ακροναυπλίας στέλνουν υπόμνημα στην κυβέρνηση με το οποίο καταδικάζουν τη φασιστική εισβολή και ζητούν να σταλούν στο μέτωπο για να πολεμήσουν. Οι μεταξικές αρχές, όχι μόνο αρνούνται, αλλά και μετά την έλευση των Ναζί, παραδίδουν τους κρατούμενους κομμουνιστές στις δυνάμεις κατοχής, οι οποίοι θα τους χρησιμοποιήσουν ως ομήρους και θα τους εκτελέσουν ως αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ. Κάποιοι εξ αυτών ωστόσο θα καταφέρουν να δραπετεύσουν και να ενταχθούν στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση». Πηγή: 902.gr

Ανοιχτό γράμμα προς τον κον υφυπουργόν Δημ. Ασφαλ. Αθήνας

Οι Ιταλοί φασίστες επιδρομείς χωρίς προσχήματα, ξετσίπωτα και δολοφονικά εξαπέλυσαν τον πόλεμο και τις ορδές τους για να εξαφανίσουν την ανεξαρτησία της χώρας μας και να υποδουλώσουν τον ελληνικό λαό με τη φωτιά και το σίδερο. Σύσσωμος όμως ξεσηκώνεται ο ελληνικός λαός για να υπερασπίσει την ανεξαρτησία του και την ύπαρξή του με την απόφαση να ζήσει ελεύθερος και να πεθάνει. Ο πόλεμος αυτός υπέρ ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της χώρας μας που τον διευθύνει σήμερα η κυβέρνηση Μεταξά, είναι πόλεμος εθνικοαπελευθερωτικός και συγκεντρώνει τις συμπάθειες των εργαζομένων όλου του κόσμου.

Σήμερα για τον καθένα που πονάει τον τόπο του, ένα είναι το καθήκον του. Να δώσει όλες του τις δυνάμεις να πολεμήσει με τα νύχια του και με τα δόντια του για την συντριβή του φασίστα επιδρομέα, για τη νίκη του ελληνικού λαού. Το αμείλικτο χτύπημα των πρακτόρων του Μουσολίνι στο εσωτερικό της χώρας μας, είναι μια απαραίτητη προσπάθεια για την νίκη του ελληνικού λαού.

Εμείς έχοντας και την εξουσιοδότηση όλων των Κομμουνιστών της Ακροναυπλίας διακηρύττουμε:

Υιοθετούμε πλήρως το ανοιχτό γράμμα του γενικού γραμματέα του Κ.Κ της Ελλάδας Ν. Ζαχαριάδη που δημοσιεύτηκε στον τύπο με ημερομηνία 31 Οκτωβρίου και που καλεί τον ελληνικό λαό στην πάλη για την ανεξαρτησία του. Τονίζουμε και πάλι όπως και με το υπόμνημά μας από τις 29 του Οκτώβρη διακηρύξαμε, ότι είμαστε έτοιμοι να πάρουμε την θέση μας στην πρώτη γραμμή του πυρός, να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις χωρίς καμία επιφύλαξη, στον υπέρ της ανεξαρτησία της χώρας αγώνα που διευθύνει σήμερα η κυβέρνηση Μεταξά, να πολεμήσουμε μέχρι τη νίκη που πρέπει να εξασφαλίσει στον ελληνικό λαό μια Ελλάδα ελεύθερη από κάθε ξενική εξάρτηση, από κάθε εκμετάλλευση και καταπίεση.

Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ στέλεχος του Κ.Κ.Ε πρώην βουλευτής

Κ. ΘΕΟΣ Τέως στέλεχος του Κ.Κ.Ε., πρώην βουλευτής,

γενικός γραμματέας της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος.

Ναύπλιον 6.11.40
{[['']]}

ΓΑΥΔΟΣ.Το «νησί του διαβόλου» τόπος εξορίας των αλύγιστων της ταξικής πάλης

Ονομάστηκε «Το νησί του θανάτου» ή «Το νησί του διαβόλου» για τις ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες και την απόλυτη απομόνωση που βίωσαν εκεί οι εξόριστοι αγωνιστές. Η Γαύδος αποτέλεσε τόπο εξορίας και εξόντωσης σε συνθήκες σκληρής ταξικής πάλης, γράφτηκε και εκεί μία από τις σελίδες της προσφοράς και θυσίας των χιλιάδων κομμουνιστών, για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

O «Ριζοσπάστης» παρουσιάζει ένα οδοιπορικό στην ιστορία του νησιού, αντλώντας το υλικό - κείμενα και ντοκουμέντα - από την μπροσούρα που εξέδωσε το Συμβούλιο Περιοχής Κρήτης της ΚΝΕ. Η αξιόλογη, ιδιαίτερα προσεγμένη και πλούσια σε υλικό έκδοση έγινε στο πλαίσιο του Διημέρου που πραγματοποίησε στις 29 - 31 Ιούλη 2016 στη Γαύδο η Οργάνωση. Οπως εξηγεί στον πρόλογο της έκδοσης, «η μπροσούρα που κρατάτε στα χέρια σας αποτελεί μια προσπάθεια της ΟΠ Κρήτης της ΚΝΕ να συμβάλει στη συνολική προσπάθεια που γίνεται, καθώς η γνώση της Ιστορίας από τη νέα γενιά είναι πρώτιστο καθήκον για την ΚΝΕ, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες διαστρέβλωσης της Ιστορίας και προσπάθειας από την αστική τάξη και τα επιτελεία της να πείσει πως ο καπιταλισμός είναι μονόδρομος».

«Οι κομμουνιστές που έμειναν αλύγιστοι στις φυλακές και τις εξορίες άντεξαν όχι γιατί ήταν "υπεράνθρωποι", αλλά γιατί διαπαιδαγωγήθηκαν στον αγώνα από το ΚΚΕ. Στους τόπους του μαρτυρίου, μαζί με την αυτοθυσία και το μαζικό ηρωισμό, κυριαρχούσαν η συντροφικότητα, η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, η δημιουργικότητα, η πολιτιστική και πνευματική καλλιέργεια. Η αδιάκοπη αυτή προσπάθεια ήταν πλευρά της αντίστασης ενάντια στο βάρβαρο καθεστώς, πλευρά του αγώνα για την ίδια τη ζωή. Εδινε αντοχή και δύναμη, καλλιεργούσε τα χαρακτηριστικά της επαναστατικής προσωπικότητας», τονίζει η ΟΠ Κρήτης της ΚΝΕ.

Η Γαύδος βρίσκεται 26 ναυτικά μίλια νότια της Χώρας Σφακίων στην Περιφέρεια Κρήτης. Εχει έκταση 27 τ. χλμ. και πρόκειται για το νοτιότερο άκρο της Ελλάδας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης. Το αστικό κράτος ανακάλυψε το νησάκι, όταν αποφάσισε να το χρησιμοποιήσει ως τόπο εξορίας και απομόνωσης, αλλά ουσιαστικά ως τόπο εξόντωσης των κομμουνιστών. Ειδικότερα στη Γαύδο, ο παραπάνω στόχος γινόταν πιο εύκολος, αφού οι συνθήκες ζωής ήταν πολύ δύσκολες για τους εξόριστους και η απομόνωση, λόγω και της τοποθεσίας του νησιού, ήταν ολοκληρωτική.
Ηδη από τη δικτατορία του Πάγκαλου υπήρχαν στο νησί πολιτικοί εξόριστοι.

Το 1928 μαρτυρείται στο νησί η ύπαρξη 35 εξόριστων και η κατάσταση επιδεινώνεται την περίοδο του Μεσοπολέμου. Η κυβέρνηση Βενιζέλου με τον αντικομμουνιστικό νόμο «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος», το γνωστό «Ιδιώνυμο», που ουσιαστικά νομιμοποιεί τις συλλήψεις, τις φυλακίσεις, τους ξυλοδαρμούς, τραυματισμούς, ακόμα και τις δολοφονίες αγωνιστών, άνοιξε το δρόμο προς την εξορία. Εκείνη την περίοδο, η Γαύδος γεμίζει με πολιτικούς εξόριστους.

Οι συνθήκες ζωής των εξορίστων στη Γαύδο

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εξόριστοι στα ξερονήσια είναι πολλές. Ιδιαίτερα στο νησί της Γαύδου η κατάσταση ήταν αφόρητη. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που το νησί αποκαλείται εκείνη την εποχή «Το νησί του θανάτου» ή «Το νησί του διαβόλου».

Οι εξόριστοι έχουν την αίσθηση της απόλυτης απομόνωσης. Καταλήγουν εκεί μετά από πολύ δύσκολη και κοπιαστική πορεία στην Κρήτη και καλούνται να ζήσουν κάτω από άθλιες συνθήκες. Οι υγειονομικές υποδομές είναι ανύπαρκτες και οι αρρώστιες θερίζουν τους κρατούμενους. Πολλοί χάνουν τη ζωή τους εξαιτίας των άθλιων συνθηκών. Ανάμεσα στα προβλήματα, που αντιμετώπιζαν οι εξόριστοι, ειδικότερα τον πρώτο καιρό, ήταν κι αυτό της στέγης. Δεν υπήρχε ούτε σπηλιά για να προφυλαχτούν απ' τη βροχή και το κρύο του χειμώνα, ή απ' τον καυτό αφρικανικό ήλιο το καλοκαίρι.


Σε ολόκληρο το νησί δεν υπήρχε οργανωμένος οικισμός, ούτε χωριό, παρά 26 κατοικίες που οι χωρικοί είχαν φτιάξει για τον εαυτό τους, μικροί πλίνθινοι χώροι σκαμμένοι στους λόφους, με κλαδιά δέντρων και χώμα και λάσπη για στέγη. Οι εξόριστοι έπρεπε να στεγαστούν σε σπίτια που έμοιαζαν με μαντριά και τρώγλες.

Η πείνα και η έλλειψη αγαθών είναι τεράστιες. Οι κρατούμενοι καλούνται να ζήσουν με ένα επίδομα 10 δραχμών, το οποίο δεν το παίρνουν ούτε οι μισοί και το οποίο επιπλέον δεν φτάνει στα χέρια τους ολόκληρο (φτάνουν σ' αυτούς μόνο οι 8 δραχμές). Η επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο είναι σπάνια, αφού καΐκι φτάνει στο νησί κάθε 8 μέρες και αυτό αν το επιτρέπει ο καιρός.

Οι εξόριστοι αναγκάζονται να τραφούν με ό,τι υπάρχει στο νησί για να χορτάσουν την πείνα τους. Η βασική τροφή τους ήταν τα κεδρόκοκκα, τα οποία, όμως, ήταν πολύ επικίνδυνα για την υγεία τους, αφού τους προκαλούσαν αιμορραγία και είχαν πολύ άσχημες συνέπειες για πολλούς κρατούμενους. Επίσης, τεράστια είναι η εξουθένωση που προκαλείται από την προσπάθεια εξεύρεσης τροφής, η οποία, σε συνδυασμό με την πείνα και τις ασθένειες, καταρρακώνει τους εκτοπισμένους. Τα προβλήματα που τους προκαλεί η έλλειψη βασικών υλικών αγαθών, όπως παπούτσια και ρούχα, τα οποία καταστρέφονται και δεν μπορούν να αντικατασταθούν, κάνουν ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή των εξόριστων.

Οργάνωση εξορίστων - Ομάδα συμβίωσης

Τη δεκαετία του '30, πολλοί είναι οι πολιτικοί εξόριστοι που βρίσκονται στο νησί (47 το 1932), μεταξύ τους και πολλά μέλη και στελέχη του ΚΚΕ. Ηδη το 1931 μαρτυρείται εκεί η παρουσία του Τάκη Φίτσου, του Θανάση Κλάρα (Αρη Βελουχιώτη), ο οποίος εξορίζεται δύο φορές στο συγκεκριμένο νησί (το 1931 για δέκα μήνες και μετά από το 1932 έως το 1934) και του Ανδρέα Τζήμα (Σαμαρινιώτη). Οι τρεις τους, το 1933, μαζί με κάποιους άλλους ακόμα εξόριστους κάνουν έκκληση για βοήθεια, αμνηστία και οικονομική ενίσχυση των κρατουμένων. Αμέσως δημιουργείται τεράστιο κίνημα στο λαό για την αμνήστευσή τους, η κυβέρνηση όμως απαντά με συνέχιση των εκτοπίσεων.

Οι κρατούμενοι στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν δημιουργούν την Ομάδα Συμβίωσης Πολιτικών Εξόριστων (ΟΣΠΕ), ή αλλιώς «κολεχτίβα», προσπαθώντας έτσι να οργανώσουν συλλογικά τη ζωή τους. Οργανώνουν τις καθημερινές δουλειές στο νησί, την καθαριότητα, το μαγείρεμα και τις αγροτικές εργασίες. Κατασκευάζουν μόνοι τους πράγματα τα οποία θα διευκόλυναν τη ζωή τους, όπως ένας αυτοσχέδιος χειρόμυλος, φτιάχνουν φούρνο για να ψήνουν το ψωμί, ενώ δημιουργούν κι ένα πρότυπο περιβόλι με ντομάτες σε μια ιδιόκτητη ρεματιά. Ανοίγουν καφενείο, βάζουν σε κυκλοφορία το χαρτονόμισμα της μιας δραχμής που... τυπώνουν, σφραγίζοντας κάθε σελίδα από το συνταγολόγιο του γιατρού για τη διευκόλυνση των συναλλαγών στο νησί.

Κατακτούν από την αστυνομία το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης, διοργανώνουν πολιτιστικές εκδηλώσεις και αναλαμβάνουν διάφορες εκπαιδευτικές δραστηριότητες, που ανεβάζουν το πολιτικό επίπεδο των κρατουμένων. Κάνουν πολιτική διαφώτιση και μαθαίνουν γραφή κι ανάγνωση στους ελάχιστους εξόριστους που είναι αναλφάβητοι.

Αποκορύφωμα της δραστηριότητας των εξόριστων είναι η ανέγερση του δικού τους σπιτιού (σύμφωνα με τον παραδοσιακό κρητικό ρυθμό) με τα ίδια τους τα χέρια στο Σαρακήνικο, μια έρημη, άνυδρη, ακατοίκητη και ακαλλιέργητη περιοχή, για να κατοικήσουν εκεί. Το οίκημα χτίζεται κατ' αποκλειστικότητα από τους ίδιους τους εξόριστους, χωρίς υλική και οικονομική βοήθεια. Στο γραφείο της Κοινότητας, στις 14 Μάρτη 1933, υπογράφτηκε το Ιδιωτικό Συμφωνητικό απ' τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου, τη γυναίκα του και τους αντιπροσώπους της Κολεχτίβας Εξόριστων Κομμουνιστών Γαύδου Λάιο Λαΐου, Θανάση Κλάρα - αυτό ήταν το όνομα του Αρη Βελουχιώτη -, Νικόλα Παπαζήση και Χαράλαμπο Δελόλμα. Μάρτυρες, ο κοινοτάρχης της Γαύδου, Νικ. Παπαδάκης, και ο σταθμάρχης της αστυνομίας, ενωμοτάρχης Νικ. Βλαζάκης.

Ενα άλλο μεγάλο κατόρθωμα των εξόριστων ήταν η δημιουργία και διατήρηση μπαξέδων στο νησί. Το έδαφος της Γαύδου ήταν τόσο άγονο που κανείς δεν είχε καλλιεργήσει τίποτε ποτέ στο νησί. Ακόμα και το νερό ήταν λιγοστό και μακριά, στο Καστρί. Αλλά οι πρώτοι εξόριστοι στο νησί, που ήταν Μυτιληνιοί, έβαλαν ως στόχο τη δημιουργία κήπων και με αγωνία και επιμονή έφτιαξαν 2 μπαξέδες 100 τ.μ. ο καθένας.

Κατά τη δικτατορία του Μεταξά (1936 - 1939)

Το 1934 - '35 οι εκτοπίσεις στο νησί συνεχίζονται. Εκείνη τη χρονιά φτάνουν στο νησί και τα στελέχη του ΚΚΕ Μ. Παρτσαλίδης, Β. Μπαρτζιώτας και Μ. Πορφυρογένης. Η μεγάλη μάζα κρατουμένων, όμως, φτάνει στο νησί την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, όπου οι εξόριστοι στο νησί διπλασιάζονται. Στα χρόνια της βασιλομεταξικής δικτατορίας (1936 - 1940) μετέφεραν στη Γαύδο τους εξόριστους κομμουνιστές και τους εγκατέλειπαν στο έρημο, άνυδρο και φαλακρό νησί με σκοπό την εξόντωσή τους, επειδή αρνούνταν να υπογράψουν «δήλωση μετανοίας».

Μεταξύ των κρατουμένων υπάρχουν και πολλές γυναίκες. Συγκεκριμένα, το 1/4 περίπου των εξόριστων είναι γυναίκες (σε σύνολο 50 εξόριστων, οι γυναίκες ήταν 13 - 15), εκ των οποίων σχεδόν καμία δεν υπογράφει δήλωση μετανοίας. Οι συνθήκες στο νησί παραμένουν ακόμα δύσκολες. Αρρώστιες, όπως η ελονοσία, αποτελούν μάστιγα για τους κρατούμενους.

Η περίοδος 1940 - 1949

Με την κήρυξη του πολέμου η κατάσταση επιδεινώνεται. Στο νησί υπάρχουν πλέον 423 εκτοπισμένοι. Οι κρατούμενοι δεν μπορούν πλέον να επιβιώσουν ούτε μπορούν να παραδοθούν αμαχητί στα χέρια των κατακτητών. Επιπλέον, η μεγαλύτερη μάζα των εξορίστων αποτελείται από αγωνιστές, οι οποίοι δεν μπορούν να κάθονται με σταυρωμένα χέρια στο νησί και θέλουν να συμμετάσχουν ενεργά στην Αντίσταση.

Τη νύχτα της 29ης προς 30ή Μάη του 1941 απέδρασαν από τη Γαύδο οι εξής 8 εξόριστοι κομμουνιστές: Στρίγκος Λεωνίδας, Βαφειάδης Μάρκος, Κλιάνης ή Κλεάνης Μιχάλης, Βλαντάς Δημήτρης, Κοντοκώτσος Γιώργος, Λαθούρας Γιάννης, Πολύδωρος Δανιηλίδης και Δουραχάλης Αντώνης. Μετά από περιπετειώδη περιπλάνηση 3 ημερών μεταξύ Γαύδου και Νότιας Κρήτης, στις 2 Ιούνη έφτασαν στο χωριό Σκαλωτή στα Σφακιά.

Το πρωί της 3ης Ιούνη 1941 η ομάδα των 8 πραγματοποιεί την πρώτη της συνεδρίαση, όπου αποφάσισαν: Να καταβάλουν προσπάθειες για την οργάνωση αντίστασης κατά των κατακτητών με όλες τις μορφές πάλης έως την ένοπλη, να ξεκαθαρίσουν - ανασυγκροτήσουν τις Κομματικές Οργανώσεις του ΚΚΕ και να συγκροτήσουν νέες όπου δεν υπάρχουν...

Το νησί συνέχισε να είναι τόπος εξορίας και τα χρόνια του Εμφυλίου. Ηδη από τον Ιούνη του '46 υπάρχουν μαρτυρίες για την ύπαρξη πολιτικών εξορίστων στο νησί. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται στην Ελλάδα τους επόμενους μήνες, η συνεχής τρομοκρατία και το κυνηγητό κατά των αγωνιστών έχουν ως αποτέλεσμα το νησί της Γαύδου, όπως και τα υπόλοιπα νησιά, να γεμίσει με ακόμα περισσότερους εξόριστους. Η κατάσταση στη χώρα είναι αφόρητη για τους κομμουνιστές και αγωνιστές της εποχής (βιασμοί, εκτελέσεις, επιθέσεις, καταστροφές) και οι διωγμοί τους ανελέητοι.

Τον Αύγουστο του '46, πάνω από 1.000 άτομα στέλνονται στην εξορία, μεταξύ τους πολλές γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι. Στις 27/8/46 γίνεται έκκληση μέσω του «Ριζοσπάστη» για αλληλεγγύη στους εξόριστους. Σε απάντηση στην έκκληση βοήθειας προς τους πολιτικούς κρατούμενους στη Γαύδο, η Εθνική Αλληλεγγύη Χανίων το Νοέμβρη του 1946 στέλνει 100 χιλιάδες δραχμές και υλική βοήθεια (τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα, ιατρικά εργαλεία, οικιακές συσκευές κ.ά.) για την κάλυψη των αναγκών των εξορίστων.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του «Ριζοσπάστη» στις 20 Νοέμβρη του 1946, στο νησί υπάρχουν 97 εξόριστοι, των οποίων οι συνθήκες διαβίωσης είναι άθλιες. Τότε, με άδεια της χωροφυλακής, αποφασίζουν να στείλουν εκλεγμένο εκπρόσωπό τους στην Κρήτη, με αφορμή την καθυστέρηση της άφιξης των προμηθειών στο νησί, αλλά και για να διεκδικήσει καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για τους κρατουμένους. Ο εκπρόσωπος όμως δεν γίνεται δεκτός από την αστυνομία της περιοχής, η οποία αγνοεί τα αιτήματα των εξορίστων.

Τον επόμενο χρόνο η κατάσταση στο νησί επιδεινώνεται για τους κρατουμένους. Πολλοί από αυτούς πεθαίνουν και νέοι καταφτάνουν στο νησί. Ο αριθμός τους ανέρχεται στους 60 εκείνη την εποχή. Το Σεπτέμβρη του 1947 οι κρατούμενοι διαμαρτύρονται μέσω ανταποκρίσεων στον «Ριζοσπάστη» για τη δημιουργία 2 στρατοπέδων σε 2 απομονωμένους και αποκλεισμένους μεταξύ τους χώρους. Στα στρατόπεδα αυτά δεν υπήρχε επικοινωνία των κρατουμένων, τόσο με το υπόλοιπο νησί, όσο και με τους κρατουμένους του άλλου στρατοπέδου. Οι συνθήκες ζωής τους ήταν πολύ δύσκολες γι' αυτό και αναγκάζονται να καλέσουν σε βοήθεια.

Παρ' όλες τις εκκλήσεις των κρατουμένων και το κύμα διαμαρτυρίας του λαού, εξόριστοι παρέμειναν στο νησί μέχρι και το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Το 1951, σύμφωνα με στοιχεία, παύουν πλέον να υπάρχουν κρατούμενοι στο νησί...

Αλλος ένας τόπος που οι αλύγιστοι της ταξικής πάλης έγραψαν Ιστορία διδάσκοντάς μας το μεγαλείο του ταξικού αγώνα. Τίποτα δεν μπορούσε να τους λυγίσει, να λυγίσει την πίστη και τη συνείδησή τους, να τσακίσει την πεποίθηση που στηρίζεται στην επιστημονική γνώση ότι το δίκιο ήταν με το μέρος τους, ότι η κοινωνία για την οποία αγωνίστηκαν, ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός είναι νομοτελειακά η προοπτική της Ιστορίας.

Πηγή: "Ριζοσπάστης"
{[['']]}

Τρίκερι: το νησί της πολιτικής εξορίας πέντε χιλιάδων γυναικών (1948 – 1953)


Η  Βικτωρία Θεοδώρου, ποιήτρια της Α’ Μεταπολεμικής Γενιάς,  γεννήθηκε το 1926 στα Χανιά. Δεκαέξι χρονών εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ. Το 1947, φοιτήτρια στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας, την συνέλαβαν και μετά από τρίμηνη κράτηση στην Ασφάλεια την εξόρισαν αρχικά στη Χίο, μετά στο Τρίκερι και στη Μακρόνησο.

Οι εμπειρίες της από την εξορία έχουν αποδοθεί ποιητικά. Υπάρχουν όμως και οι γραπτές της μαρτυρίες από το Στρατόπεδο Γυναικών του Τρίκερι. Οι μαρτυρίες αυτές μαζί με εκείνες από τη Χίο και τη Μακρόνησο που έγραψαν άλλες γυναίκες βρέθηκαν  στα «θαμμένα τετράδια», τα οποία έκρυψαν οι γυναίκες στις κουφάλες των δέντρων στο Τρίκερι. Το υλικό περιέσωσε η Ρόζα Ιμβριώτη και εξέδωσε η Βικτωρία Θεοδώρου. Από αυτό το υλικό είναι το κείμενο που ακολουθεί και ανήκει στην ενότητα Τρίκερι Α’ – Γράφει η Βικτωρία Θεοδώρου.

Είναι το πρώτο κείμενο της ενότητας και φέρει τον τίτλο «Βρήκαμε εξόριστες στο Μοναστήρι του Τρίκερι». Η γραφή της λιτή και συγχρόνως συνταρακτική παρουσιάζει το νησί και τις σκληρές και απάνθρωπες συνθήκες ζωής των εξόριστων και  κυρίως των  γυναικών στο Στρατόπεδο Γυναικών Πολιτικών Εξορίστων στο Τρίκερι.

Το κείμενο αυτό μαζί με τα υπόλοιπα  και φωτογραφικό υλικό βρίσκονται στο βιβλίο «Στρατόπεδα Γυναικών. Χίος – Τρίκερι – Μακρόνησος – Αϊ – Στράτης 1948 – 1954, που εξέδωσαν  ο Σύλλογος Πολιτικών Εξορίστων Γυναικών  και οι εκδόσεις Αλφειός  το 2006.»



Το Τρίκερι είναι ένα σχεδόν ακατοίκητο νησί στην άκρη του Πηλίου, δεξιά μόλις μπαίνουμε στον Παγασητικό κόλπο. Απομονωμένο καθώς είναι – το περιτριγυρίζουν από τα δυτικά τα βουνά της Ρούμελης, από τα νότια της Εύβοιας οι κορφές κι από τα βόρεια κι ανατολικά ο κορμός του Πηλίου – κρίθηκε κατάλληλο για την ίδρυση στρατοπέδου συγκέντρωσης εξορίστων.

Είναι τόσο μικρό που δεν χρειάζεται περισσότερο από τρεις ώρες πεζοπορία για να κάμεις το γύρο του, κατάφυτο από λιόδενδρα κι αειθαλείς θάμνους, ήσυχο και υγρό. Βροχές ορμητικές πέφτουν όλο το χρόνο ακόμα και στη μέση του καλοκαιριού, γιατί πάντα είναι σκεπασμένο με υδρατμούς. Τους μήνες του χειμώνα, ο γραίγος το δέρνει και το χιονίζει.

Από το καλοκαίρι του 1947 άρχισαν να μαζεύουν τους άντρες που έπιασαν από τους διάφορους τόπους, χωριά και πόλεις της κεντρικής Ελλάδας, όπου μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος.  Έτσι ιδρύθηκε το στρατόπεδο των αντρών, που έφτασε τις τρεις ως τέσσερις χιλιάδες κρατούμενους, και που το Μάρτη του 1949 μεταφέρθηκε στο Μακρονήσι. Τον ίδιο χρόνο μαζί με τους άντρες έφερναν «προληπτικά» και γυναίκες από τις οικογένειες των ανταρτών και τις μάντρωναν στο μεγάλο Μοναστήρι του νησιού. Όλες σχεδόν ήταν αγρότισσες κάθε ηλικίας και δεν είχαν παρά μονάχα τα ρούχα που φορούσαν, ενώ πολλές απ’ αυτές κρατούσαν τα μωρά στην αγκαλιά τους. Ο αριθμός τους δεν ήταν σταθερός.Μερικές έφευγαν με « δηλώσεις μετανοίας», που αναγκάζονταν να κάνουν κάτω από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, τις αρρώστιες και την πείνα, ενώ άλλες έφταναν με νέες αποστολές. Το 1948 έφτασαν τις πεντακόσιες, μα το Φλεβάρη του 1949 είχαν μείνει ενενήντα τρεις. Το στρατόπεδο για τις «προληπτικές» κράτησε μέχρι το τέλος του Δεκέμβρη του 1949. Κατά το φθινόπωρο άρχισαν να φεύγουν τσακισμένες, απελπισμένες. Κι όταν το Γενάρη μας πήγαν στη Μακρόνησο μας ακολούθησαν δεκαέξι.

Μεγάλο γεγονός για το στρατόπεδο των «προληπτικών» ήταν ο ερχομός στο Τρίκερι των γυναικών του στρατοπέδου της Χίου τις πρώτες μέρες του Απρίλη του 1949. Οι καινούριες στεγαστήκαμε στις άδειες σκηνές του στρατοπέδου των ανδρών, ενώ οι «προληπτικές» έμεναν ακόμα στα κελιά και σε σκηνές γύρω από το Μοναστήρι. Αποτελούσαν ξεχωριστό τμήμα του στρατοπέδου. Σύντομα οι χίλιες διακόσιες γυναίκες της Χίου ενώθηκαν με τις εξόριστες του Μοναστηριού, κι όταν το Μάη ήρθαν οι Σλαβομακεδόνισσες και οι Ηπειρώτισσες έφθασαν συνολικά τις τρεισίμισι χιλιάδες. Το Σεπτέμβριο του 1949 όλες μαζί με τα παιδιά ήμασταν τέσσερις χιλιάδες επτακόσιες γυναίκες απ’ όλη την Ελλάδα.

Οι αποστολές αποτελούνταν από γυναίκες κάθε περιοχής χωριστά. Στις 23 του Φλεβάρη έφτασε στο νησί μια καραβιά από διακόσιες περίπου Θεσσαλές. Το Μάρτη του ίδιου χρόνου είχαν έρθει οι Ηπειρώτισσες και στις 24 του Μάη μια μεγάλη αποστολή με το αρματαγωγό από χίλιες πεντακόσιες γυναίκες και παιδιά, που τις είχαν μαζέψει από τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Ρούμελη.

Το Μάη του 1949 άρχισαν επίσης να’ ρχονται οι Σλαβομακεδόνισσες, κοπαδιαστά, πεντακόσιες τόσες σε κάθε αποστολή, και το καλοκαίρι μαζεύτηκαν χίλιες επτακόσιες με δύο χιλιάδες γυναίκες και παιδιά.

Το Μοναστήρι του Τρίκερι χτίστηκε το 1841 στο ψηλότερο μέρος του νησιού. Στη μέση μιας πλακόστρωτης αυλής βρίσκεται η εκκλησία, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Το ωραίο τέμπλο της το είχε ανακαινίσει ένας εξόριστος καλλιτέχνης που αργότερα καταδικάστηκε σε θάνατο κι εκτελέστηκε.

Ολόγυρα τα κελιά σχηματίζουν ένα παραλληλόγραμμο. Τα ισόγεια των κελιών τα χρησιμοποιούσαν  για αποθήκες, στάβλους, μαγειρειά, λουτρά κλπ. γιατί ήταν ακατάλληλα για να κατοικηθούν. Αργότερα κατοικήθηκαν κι αυτά. Τα πατώματά τους είναι γκρεμισμένα, δεν έχουν πόρτες μήτε παραθυρόφυλλα. Ήλιος ποτέ δεν μπήκε στο εσωτερικό τους, είναι υγρά και μουχλιασμένα. Από την άνοιξη του 1948 έβαλαν τις γυναίκες σε μικρά ατομικά αντίσκηνα γύρω από το Μοναστήρι, όταν όμως το φθινόπωρο άρχισαν οι βροχές κι η παγωνιά η Διοίκηση αποφάσισε να τις στριμώξει μέσα στα κελιά και στα υπόγεια. Από τις 23 του Φλεβάρη που έφταναν οι μεγάλες αποστολές δεν υπήρχε τόπος να στεγαστούν. Τις άφηναν μέρες κάτω απ’ τα υπόστεγα του Μοναστηριού καταγής, να κοιμούνται μαζί με τα μωρά τους. Μα σαν οι βροχές έγιναν πιο συχνές, έστησαν στο λασπωμένο χώμα επτά μεγάλες αμερικάνικες σκηνές, που κανονικά χωρούν είκοσι ανθρώπους η κάθε μία. Εκεί μέσα, όμως έριξαν πενήντα με πενηνταπέντε γυναίκες.

Στρώματα δεν είχαν ούτε ρούχα. Έτσι έμειναν για πολλά βράδια όσο να μαζέψουν και να στρώσουν κλαδιά, στέκονταν όρθιες βαστώντας τα μωρά στην αγκαλιά τους ή κάθονταν σε κάποια στεγνή πέτρα.

Οι σκηνές αυτές έγιναν τα σπιτικά τους καθ’ όλη τη διάρκεια της εξορίας. Συχνά με τους αγέρηδες και τις θύελλες ξεριζώνονταν οι πάσσαλοι, χαλάρωναν τα σκοινιά και οι τέντες ανέμιζαν λασπωμένες πάνω απ’ τα κορμιά τους.

Μ’ όλο που ο αριθμός των γυναικών ολοένα αυξανόταν, η Διοίκηση αδιαφορούσε και δεν έστηνε καινούριες σκηνές. Κι υπήρχαν ακόμα πολλά υπόγεια κελιά κλειδωμένα , με την πρόφαση πως ήταν αποθήκες της εκκλησίας.

Μια πτέρυγα και μισή, από τα επάνω κελιά που ήταν πιο γερά, τη χρησιμοποιούσε η Διοίκηση για γραφεία.

Όταν την άνοιξη του 1949 μαζεύτηκαν τρεις χιλιάδες περίπου γυναίκες στο νησί, έστησαν και μικρά ατομικά λιόφυτα του Μοναστηριού. Όλες αυτές οι μικρές τέντες ήταν τρύπιες και καταστραμμένες και μόλις έβρεχε έσταζαν και μούσκευαν τα στρώματα ή τα ξερά χόρτα που πάνω κει πλάγιαζαν οι εξόριστες με τα μωρά τους. Ήταν τόσο χαμηλές, που έπρεπε να διπλώσεις το κορμί σου για να μπεις μέσα και να βρίσκεσαι συνεχώς καμπουριασμένη. Όταν έπεφταν οι μεγάλες βροχές τα πάντα πλημμύριζαν με λάσπη και νερά και τα μικρά έκλαιγαν αντάμα με τις μάνες και τις γιαγιάδες τους.

Όλο το διάστημα από το 1947 έως το 1949 Διοικητής στο στρατόπεδο του Τρίκερι ήταν ο συνταγματάρχης Ι.Κ., άνθρωπος πολύ αυστηρός και σκληρός. Ύστερα από πολλά διαβήματα, οι εξόριστες κατάφεραν να συνεννοούνται μαζί του για τα καθημερινά τους προβλήματα και προπάντων για την καντίνα. Τη φρουρά την αποτελούσαν στρατιώτες «ανανήψαντες» της Μακρονήσου και άλλοι.

Σκοπός της Διοίκησης ήταν ν’ αχρηστέψει πολιτικά όσο μπορούσε περισσότερες εξόριστες και να εξευτελίσει στα μάτια τους το δίκαιο αγώνα που συνέχιζαν οι δικοί τους. Με διάφορα σωνατικά βάσανα, με ψυχολογικά μέσα μελετημένα για να σπάνε το ηθικό, με την αδιαφορία στις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, την απαγόρευση κάθε μέσου μόρφωσης, ψυχαγωγίας και ξεκούρασης επιδίωκαν να τους αποσπάσουν μια υπογραφή κάτω από μια «δήλωση μετανοίας».

Επέβαλαν στη ζωή τους στρατιωτική πειθαρχία. Δύο φορές την ημέρα, με βροχή και με χιόνι, τις ανάγκαζαν να βγαίνουν για το προσκλητήριο το πρωί οκτώ με εννιά και το βράδυ τέσσερις με πέντε. Εκεί τις είχαν να στέκονται ώρες, πεινασμένες και εξαντλημένες, έχοντας αφήσει τα μωρά τους μόνα μέσα στ’ αντίσκηνα.

Μόλις τελείωνε το προσκλητήριο, κατά τη διάρκεια του οποίου στέκονταν νηστικές από το προηγούμενο βράδυ γιατί έδιναν πρωινό ρόφημα, έτρεχαν στην ουρά για νερό πέρα στα πηγάδια. Και στις δώδεκα το μεσημέρι βιάζονταν να τρέξουν σ’ άλλη σειρά για το συσσίτιο, που μοιραζόταν κατά το στρατιωτικό σύστημα. Μετά το μεσημέρι έφτανε το καΐκι με τα εφόδια, που έπρεπε να το ξεφορτώσουν. Στις τέσσερις το απόγευμα όλες μαζεύονταν πάλι στην πλατεία για το βραδινό προσκλητήριο, κι αμέσως μετά για τη διανομή του δεύτερου συσσιτίου της μέρας. Στις οκτώ το βράδυ δεν έπρεπε να φαίνεται φως στις σκηνές και κάθε κυκλοφορία σταματούσε.

Κάθε μέρα στο πρωινό προσκλητήριο ο στρατοπεδάρχης διάβαζε το δελτίο ειδήσεων της ημέρα, για να τις πληροφορήσει πως ο αγώνας ολοένα εξασθενίζει και πως οι αντάρτες «καθημερινά παραδίδονται στα χέρια του νικηφόρου στρατού».

Το Φλεβάρη του 1948 η Διοίκηση διαίρεσε τις γυναίκες σε δεκατέσσερις διμοιρίες, που αποτελούσαν ένα λόχο κι έβαλε τη δικηγορίνα Θ.Ξ. από τη Λάρισα να τις αντιπροσωπεύει. Οι στρατιώτες της φρουράς φύλαγαν τα στρατόπεδα των αντρών και των γυναικών. Είχαν εγκαταστήσει σκοπιές στα κοντινά ακρωτήρια του νησιού, όπως και στο δρόμο που οδηγούσε στο χωριό. Οι περισσότεροι ήταν άλλοτε αγωνιστές της Αντίστασης, που κάτω από τη μακρονησιώτικη βία αποκήρυξαν το Δημοκρατικό Στρατό και υπηρετούσαν από φόβο τους βασανιστές τους. Υπήρχαν μερικοί που έδειχναν ανθρωπιά και φέρονταν καλά στους κρατούμενους. Οι γυναίκες, όμως, διηγούνταν πως κάποτε οι φρουροί χτύπησαν τις κοπέλες που είχαν φέρει από μια περιοχή που γίνονταν μάχες. Τις γυναίκες αυτές, που ήταν αντάρτισσες, τις μάντρωσαν με συρματόπλεγμα ξέχωρα από τις άλλες.

Η σκληρότητα και η απονιά των φρουρών ήταν απερίγραπτη. Εκτός από τις καθημερινές αγγαρείες έβαζαν τις γυναίκες, που οι περισσότερες ήταν μωρομάνες ή γερόντισσες, να τους κουβαλούν νερό, να τους πλένουν τα ρούχα και να τους καθαρίζουν τα κελιά που έμεναν. Κι όπως δεν έβρισκαν καμιά αντίδραση απ’ αυτές, τις έβαζαν να τους κουβαλούν και τα μπαούλα τους ακόμα από το λιμανάκι. Έτσι τις εξευτέλιζαν καθημερινά.

Το κράτος έδινε για τις εξόριστες 2.700 δρχ. την ημέρα για το συσσίτιο των γυναικών. Το μαγείρευαν οι ίδιες σε μεγάλα καζάνια, κι επειδή η δουλειά του μαγειρείου ήταν πολύ σκληρή άλλαζαν κάθε δύο μήνες. Το φαγητό ήταν λιγοστό και φτωχό. Τα γυφτοφάσουλα, τ’ άσπρα φασόλια και τα ρεβύθια ήταν τα πιο συνηθισμένα γεύματα. Σπάνια μαγείρευαν ζυμαρικά, πατάτες ή λαχανικά, και κρέας μαγείρευαν μία ή  δύο φορές το μήνα.


Πρωινό ρόφημα δεν έδιναν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, έτσι έμεναν νηστικές οι γυναίκες από τ’ απόγευμα της μια μέρας ως το μεσημέρι της άλλης. Τα 80 δράμια ψωμί δεν έφταναν παρά μονάχα για το μεσημεριανό γεύμα, γιατί απ’ αυτό έπρεπε να φάνε και τα παιδάκια, που δεν συμπεριλαμβάνονταν στον αριθμό των κρατουμένων. Έτσι τα διακόσια είκοσι τέσσερα παιδάκια, που ολοένα πλήθαιναν, τρέφονταν από το φαΐ που έδιναν στις μάνες τους.

Ποτέ δεν έδωσαν λάδι ή φωτιστικό πετρέλαιο για ν’ ανάβουν ένα φως μέσα στις σκηνές και οι γυναίκες αναγκάζονταν να φτιάχνουν μικρά καντηλάκια με τα 4 -5 δράμια λάδι που τους έδιναν για τις βραστές πατάτες. Για το μαγείρεμα του συσσιτίου κουβαλούσαν νερό από το μοναδικό με τρόμπα πηγάδι και έφερναν τα τρόφιμα από την αποθήκη που βρισκόταν κοντά στο λιμανάκι του νησιού, καμιά εφτακοσαριά μέτρα ανηφορικού δρόμου ως το Μοναστήρι.

Κουβαλούσαν ακόμα και τα ξύλα για τη φωτιά από μακριά, γιατί δεν υπήρχαν ζώα ή κάποιο άλλο μεταφορικό μέσο. Η αγγαρεία αυτή γινόταν πιο σκληρή τις μέρες του χειμώνα, που το καΐκι δεν μπορούσε να φέρει τα ξύλα του στρατοπέδου από τα χωριά του Πηλίου.

Η τραχιά ζωή των γυναικών γινόταν χίλιες φορές πιο ανυπόφορη εξαιτίας της ανυδρίας του νησιού. Αν και υπήρχαν τέσσερα πηγάδια, τα οποία οι εξόριστοι είχαν ανοίξει το 1947, το νερό δεν μπορούσε να διατηρηθεί καθαρό μήτε ν’ ανέβει εύκολα γιατί δεν είχαν τρόμπες.

Υπήρχε μία τρόμπα στο πηγάδι κοντά στο «χωριό», απ’ όπου έπαιρναν νερό οι γυναίκες , κι άλλη μία σ’ εκείνο που βρισκόταν έξω από το μαγειρείο των αντρών. Αργότερα όμως διόρθωσαν τις παλιές τρόμπες και εφοδίασαν μ’ αυτές ακόμα δύο πηγάδια, που’ ναι κοντά στον όρμο του Αϊ – Γιώργη.

Κάθε μέρα στις εννιά ένας στρατιώτης οδηγούσε  στη γραμμή τις εξόριστες για να γεμίσουν τα κανάτια τους κι άλλοι δύο τις επέβλεπαν . Μα την άνοιξη του 1949, που οι γυναίκες πολλαπλασιάστηκαν γιατί συνεχώς έφταναν νέες αποστολές, η ανυδρία που χρόνια βασάνιζε τους εξόριστους άρχισε από το Πάσχα.

Όλο το πλήθος , πέντε χιλιάδες περίπου γυναίκες, έπρεπε να πιεί, να μαγειρέψει και να πλυθεί απ’ το νερό τριών πηγαδιών. ΄Ετσι αναγκάζονταν να ξεκινήσουν πριν χαράξει, για να γεμίσουν τους κουβάδες του συσσιτίου ή τα κανάτια τους. Οι τρόμπες απέδιδαν στην αρχή, μετά όμως αγκομαχούσαν ανεβάζοντας λάσπη. Δεν άκουγες όλη μέρα τίποτα άλλο παρά μόνο εκείνον τον κουφό κρότο που μεγάλωνε την απελπισία.

Πριν φύγουν οι εξόριστοι για το Μακρονήσι οι βαριές αγγαρείες – όπως το ξεφόρτωμα του καϊκιού ή το κουβάλημα των ξύλων – ήταν αποκλειστικά δουλειά των αντρών. Οι γυναίκες κατέβαιναν στην αποθήκη και κουβαλούσαν από κει ως το Μοναστήρι τα τρόφιμα και τ’ άλλα εφόδια.

Μετά το Μάρτη του 1948 που έφυγαν οι άντρες, μονάχες τους ξεφόρτωναν οκάδες από τρόφιμα, ξύλα, τσιμέντα, ασβέστη, εφόδια για τέσσερις και πέντε χιλιάδες ψυχές και τ’ ανέβαζαν από ένα μαρτυρικό ανήφορο στην αποθήκη. Η δουλειά αυτή γινόταν καθημερινά από τρεις διμοιρίες και κρατούσε συχνά τέσσερις ώρες.

Μα η πιο εξαντλητική κι άσκοπη αγγαρεία, που θύμιζε το κάτεργο του Μακρονησιού, ήταν να κουβαλούν από το γιαλό βότσαλα, άμμο και νερό της θάλασσας για να φτιάξουν ένα πελώριο στέμμα σε μια πλαγιά του νησιού, ώστε  να φαίνεται από τη θάλασσα απ’ όπου περνούσαν τα πλοία.

Όταν διέταξαν τους εξόριστους να επισκευάσουν τα γκρεμισμένα κελιά του Μοναστηριού, οι γυναίκες μονάχες τους κουβαλούσαν από το λιμανάκι τσιμέντα, τούβλα, ασβέστη, ξυλεία και θαλασσινό νερό. Οι αγγαρείες αυτές κρατούσαν μήνες ολάκερους και ήταν οι πιο βαριές και βάρβαρες.

Για το μαρτύριο του νερού μιλήσαμε και πρωτύτερα. Καθημερινά για το μαγείρεμα του συσσιτίου και για το καθάρισμα της αυλής και των άλλων χώρων του Μοναστηριού, οι εξόριστες κατέβαιναν χαράματα  κι έστεκαν ώρες περιμένοντας να μαζευτεί νερό στα ξεροπήγαδα.

Επειδή για πολύ καιρό αποχωρητήρια δεν υπήρχαν στο στρατόπεδο, οι εξόριστες αναγκάζονταν να αποπατούν στα γύρω χωράφια και στα λιόφυτα και κάθε βδομάδα να βγαίνουν με κασμάδες , φτυάρια ή ξύλα για να σκεπάσουν τις ακαθαρσίες, να κάψουν τα σκουπίδια και να ραντίσουν με ασβέστη τα χώματα. Μα και πάλι τα κοράκια κι οι κάργιες , που σμήνη πετούσαν στο νησί, ξέθαβαν τις ακαθαρσίες και σκορπούσαν τα ματωμένα κουρέλια.

Βλέποντας οι διάφοροι αξιωματικοί της φρουράς ή οι απλοί χωροφύλακες πως δούλευαν αδιαμαρτύρητα, καθημερινά τις φόρτωναν και τα δικά τους τρόφιμα ή τα μπαγκάζια από τα καΐκια για να τ’ ανεβάσουν από τον ανήφορο του Μοναστηριού κι αυτοί ακολουθούσαν πίσω τους με αδειανά τα χέρια χασκογελώντας και πειράζοντάς τες.

Όλη αυτή η βασανισμένη ζωή του σκλάβου, που καθημερινά γινόταν όλο και πιο βαριά, έκανε όσες είχαν παιδιά να τα παραμελούν μοιρολατρικά. Αδιάκοπα έκλαιγαν τα σπυριασμένα και ακάθαρτα εκείνα παιδάκια, ζητιανεύοντας και γυρεύοντας τις μάνες τους στα χωράφια. Όσο για τις ίδιες όσο περνούσαν οι μέρες τσακίζονταν από τις κακουχίες, χλώμιαζαν από την πείνα και κουρελιαζόταν η μοναδική τους φορεσιά και τα παπούτσια τους. Πάνω στα πρόσωπά τους ήταν φανερή η αγωνία για τους δικούς τους, που καιρό τώρα πολεμούσαν στα βουνά και είχαν χάσει τα ίχνη τους.

Γράμματα, επιταγές, εφημερίδες και λιγοστά δέματα έρχονταν μια φορά τη βδομάδα με το καΐκι του στρατοπέδου. Όλα τα λογόκριναν πολύ αυστηρά πριν τα δώσουν στις εξόριστες, καθυστερούσαν τα λίγα χρήματα από τις επιταγές κι έσβηναν ή έκοβαν ένα μέρος από το περιεχόμενο των γραμμάτων.

Συνηθισμένο ήταν να τα κρατούν, θέλοντας να τιμωρήσουν ορισμένες γυναίκες επειδή βαρυγκόμησαν την ώρα της αγγαρείας ή για να τις κρατούν σε αγωνία. Η στέρηση αυτή από τα γράμματα και τα μηνύματα ήταν η πιο πρόχειρη τιμωρία στα χέρια της Διοίκησης.

Το ταχυδρομείο το μοίραζε ο ίδιος ο Διοικητής στο πρωινό προσκλητήριο, όπου οι γυναίκες στέκονταν στη σειρά. Αν καμιά αργούσε να τρέξει μόλις φώναζε το όνομά της, κρατούσε το γράμμα και της το’ δινε ύστερα από μέρες, ενώ τα γράμματα που έρχονταν να φέρουν το μήνυμα για το θάνατο κανενός αντάρτη τα φύλαγε τελευταία και τα διάβαζε άπονα μπροστά στη δύστυχη μάνα, αδερφή ή σύζυγο. λέγοντάς της αμέσως να κάνει δήλωση γιατί λόγος πια δεν υπάρχει να βρίσκεται εκεί. Οι εξόριστες έγραφαν ένα γράμμα τη βδομάδα, που κι αυτό το λογόκριναν το ίδιο αυστηρά, και συχνά όλα τα μαζί τα έκαιγαν για να μην πάνε στον προορισμό τους. Τις εφημερίδες, που πριν έρχονταν, τις απαγόρεψαν μόλις το στρατόπεδο των αντρών έφυγε για το Μακρονήσι.

Μέχρι το Φλεβάρη του 1948, που οι γυναίκες ήταν πολύ λιγότερες, πήγαιναν σχεδόν ελεύθερα στο στρατόπεδο των αντρών για να ψωνίσουν από την καντίνα και για να πάρουν τα τρόφιμα όταν ερχόταν το καΐκι.

Στις μεγάλες γιορτές ( Πάσχα, Χριστούγεννα, Ευαγγελισμού) έτρωγαν όλοι μαζί. Όταν όμως έφτασαν οι μεγάλες καραβιές και το Μοναστήρι γέμισε από εξόριστες η επικοινωνία απαγορεύτηκε. Ο Διοικητής έδινε άδεια κάθε φορά μόνο σ’ έναν ορισμένο αριθμό γυναικών και για ορισμένη ώρα για τα ψώνια τους.

Οι άντρες εκτός από την καντίνα είχαν παπουτσάδικο, μαραγκούδικο, ένα συνεργείο που διόρθωνε τα διάφορα σκεύη τους, έφτιαχναν σκάφες, σκαμνιά και άλλα εργαλεία. Είχαν και ραφτάδικο με δική τους ραπτομηχανή.

Με άδεια μονάχα μονάχα μπορούσαν οι γυναίκες να περάσουν από τη σκοπιά για να πάνε τα παπούτσια τους στον μπαλωματή ή στ’ άλλα συνεργεία.

Στην καντίνα μπορούσες να βρεις τα πιο απαραίτητα πράγματα, από χαρτοφάκελλα, γραμματόσημα, κλωστές και βελόνες, μέχρι κονσέρβες και ψωμί. Όλα αυτά τα είδη τα πουλούσαν οι εξόριστοι σε πολύ χαμηλότερες τιμές από το μαγαζάκι του χωριού.

Η καντίνα αυτή, που τόσο εξυπηρετούσε τον εξόριστο κόσμο του Τρίκερι, έγινε ύστερα από αδιάκοπες αιτήσεις και διαβήματα στο Διοικητή.

Ένα μέρος από τα κέρδη, όπως μας είπαν, τα κρατούσε η Διοίκηση και το υπόλοιπο 7%, το διέθεταν για συμπληρωματικό λάδι στο καζάνι του γενικού συσσιτίου, για τις διάφορες ανάγκες των συνεργείων και για τους εντελώς άπορους εξόριστους άντρες ή γυναίκες.

Το Φλεβάρη, που οι άντρες έφυγαν για το Μακρονήσι, παρέδωσαν τα είδη της καντίνας σε δυο τρεις γυναίκες να τα διαχειριστούν και να τα πουλήσουν και έδωσαν εντολή για όσα πράγματα δεν πουληθούν να μοιραστούν στις μικρομάνες.

Από διάφορες οικονομίες τους οι άντρες είχαν αγοράσει μια ραπτομηχανή που την άφησαν κι αυτή στο στρατόπεδο γυναικών και που όταν το Γενάρη του 1950 μας μπάρκαραν για το Μακρονήσι, μέσα στη γενική τρομοκρατία και σύγχυση, επωφελήθηκαν και μας την πήραν με τη δικαιολογία πως οι εξόριστοι την έκαναν δώρο στην εκκλησία.

Οι εξόριστοι άντρες ήταν ηθικό στήριγμα στις εγκαταλελειμμένες εκείνες γυναίκες, που ίσως πρώτη φορά έβγαιναν από τα σπίτια τους κι αντιμετώπιζαν τη σκληρότητα και τη στρατιωτική πειθαρχία. Εκτός απ’ την πρακτική και ηθική βοήθεια που πρόσφεραν φρόντιζαν να παίρνουν μέρος και εκείνες στις εκδηλώσεις ψυχαγωγίας – γιατί είχαν θέατρο, χορωδία και καλό γήπεδο γυμναστικής. Αλλά ας ξαναγυρίοσυμε στις δύστυχες συνεξόριστες.

Η ελονοσία ήταν καθημερινή αρρώστια στο στρατόπεδο. Πολλές γυναίκες και παιδάκια είχαν την ωχρότητα που τη χαρακτηρίζει. Οι θέρμες και τα ρίγη τις έριχναν συχνά χάμω στο στρώμα, τις έλουζαν στον ιδρώτα, τις έλιωναν, κι ύστερα έφευγαν όπως ήρθαν δίχως φάρμακα και νοσηλεία.

Την άλλη μέρα, μετά από την κρίση ή και με πυρετό ακόμη, πήγαιναν στις αγγαρείες.

Η ελονοσία πρώτη, κι ύστερα η φυματίωση. Για τις φυματικές δεν υπήρχε καμιά ξεχωριστή έγνοια. Κοιμόνταν μέσα στ’ αντίσκηνα μαζί με τις άλλες, πλάι  πλάι με τα μωρά. Εκεί αιμόπτυαν, εκεί έβηχαν κι αγκομαχούσαν.

Η Παρασκευή Κριμέκη, μια νέα εξόριστη γυναίκα, μόλις έφτασε στο Τρίκερι ύστερα από τις ταλαιπωρίες άρχισε να χλωμιάζει και να λιώνει. Αργότερα έκανε συνεχείς αιμοπτύσεις μέσα στη σκηνή της μπροστά στις τρομοκρατημένες γυναίκες. Σε λίγο καιρό, εξαντλημένη καθώς ήταν κι απελπισμένη υπέγραψε δήλωση κι έφυγε με το φορείο. Έζησε άραγε;

Η Βαγγελίτσα Εργάτη, μια μικρή χωριατοπούλα 18 χρονών, πέθανε από φυματίωση λίγες μέρες μετά τον ερχομό της στο στρατόπεδο. Την έθαψαν εκεί σαν ζώο, αλλά εγώ δεν πρέπει να την ξεχάσω…

Ήταν λίγες εκείνες, προπάντων οι ηλικιωμένες, που δεν βογκούσαν από την κούραση και την υγρασία, που δεν είχαν πόνους στα σπλάχνα τους χωρίς να ξέρουν την αιτία και τη γιατρειά τους. Εκείνο που τις έλιωνε περισσότερο δεν ήταν η βαριά δουλειά, γιατί ήταν μαθημένες στη σκληρή αγροτική ζωή, όσο η παγωνιά, η πείνα, το στρίμωγμα στις σκηνές, οι γκρίνιες, τα κλάματα, η κλεισούρα και η απλυσιά.

Μαύρα σμήνη από μύγες έφευγαν από τους λάκκους και τις ακάλυπτες ακαθαρσίες κι έβοσκαν πάνω στο ψωμί, στο φαΐ, κάθονταν επίμονα γύρω απ’ το στόμα και τα ματάκια των παιδιών. Οι μύγες μετέδιδαν τα μικρόβια της δυσεντερίας και του πονόματου, τις δυο πληγές του Τρίκερι. Η δυσεντερία ήταν η πιο συχνή κι η χειρότερη απ’ τις αρρώστιες στο στρατόπεδο. Έριχνε κάτω διμοιρίες ολάκερες, και συχνά απλωνόταν γρήγορα σ’ όλο το λόχο γιατί δεν υπήρχαν αποχωρητήρια και φάρμακα. Σιγά σιγά η ελεεινή αυτή αρρώστια γινόταν χρόνια, γιατί έβρισκε εξαντλημένους οργανισμούς. Ήταν σαν ένα είδος χολέρας που έφερνε αφυδάτωση, ωχρότητα και μελαγχολία.

Μα δεν έλειψε και ο τύφος, που ερχόταν από τα θολά νερά των πηγαδιών κι από τα κακοπλυμένα λαχανικά. Τα προσωπάκια των παιδιών ήταν πληγιασμένα από σπυριά, που τα βασάνιζαν και τα έκαναν γκρινιάρικα κι ενοχλητικά. Η σταφυλοκοκκίαση κι η ψώρα ήταν πολύ διαδεδομένες στις εξόριστες και πιο βασανιστικές και από τους ίδιους τους βασανιστές τους.

Γι’ αυτές τις φοβερές επιδημίες η Διοίκηση δεν έδινε ρύζι, ζάχαρη, λεμόνια, ούτε καν φάρμακα. Το συσσίτιο με τα όσπρια το πετούσαν στη θάλασσα να παχαίνουν τα ψάρια, γιατί οι πιο πολλές δεν μπορούσαν να το φάνε κι άλλες πάλι που το έτρωγαν γίνονταν χειρότερα.

Αν και υπήρχαν αρκετοί εξόριστοι γιατροί στο στρατόπεδο των αντρών, δεν τους επέτρεπαν να περιθάλψουν τις άρρωστες. Ο γιατρός του στρατοπέδου είχε το ιατρείο του σ’ ένα κελί του Μοναστηριού και δίπλα υπήρχε ένα δωμάτιο, το «αναρρωτήριο», που είχε τρία τέσσερα στρώματα για τις βαριά άρρωστες.

Από τα φάρμακα του Ερυθρού Σταυρού δεν έφταναν σε μας παρά μονάχα ασπιρίνη, ιώδιο, και ελάχιστο κινίνο για την ελονοσία. Δεν υπήρχε μήτε ψωραλοιφή ούτε αλοιφές με σουλφαμίδες για τα σπυριά των παιδιών.

Πολλές από τις «προληπτικές» εξόριστες κρατούσαν μαζί τους τα παιδιά τους, βρέφη, νήπια ή μεγαλύτερα, από 6 έως 12 χρονών. Το καλοκαίρι του 1949 ήταν περίπου εκατόν ογδόντα παιδιά. Γι’ όλα αυτά τα παιδάκια δεν έδιναν το επίδομα των 2.700 δρχ., που το κράτος διέθετε για κάθε εξόριστο, ούτε καμία άλλη βοήθεια. Έτσι δεν είχαν μερίδα ψωμιού ή φαγητού και θα έμεναν τελείως νηστικά αν δεν τρέφονταν από τα 80 δράμια ψωμί που έδιναν στις μάνες τους.

Από το μεγάλο καζάνι του συσσίτιου φρόντιζαν πάντα οι γυναίκες να βγάλουν το φαγητό των παιδιών, κρυφά απ’ τη Διοίκηση, ελαττώνοντας έτσι τη γενική μερίδα. Το πρόβλημα όμως του ψωμιού έμενε άλυτο γιατί δεν έφτανε για κανέναν, κι αυτό που έφερναν από το κάτω στρατόπεδο, που είχε λιγότερα παιδιά, ήταν ασήμαντο μπροστά στη φοβερή έλλειψη.


Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός ποτέ δεν ενίσχυσε αυτά τα παιδιά ούτε τα αναγνώριζε σαν κρατούμενους. Τα κρατούσαν εκεί ως αντίποινα για το «παιδομάζωμα» των ανταρτών.

Επειδή το σαπούνι και το νερό ήταν τόσο σπάνια κι ακριβά έμεναν λερωμένα, κουρελιασμένα, χλωμά και γεμάτα σπυριά. Σκιές, όμοιες με φαντάσματα παιδιών. Γι’ αυτά τα παιδιά προπάντων πολλές μάνες έκαναν δήλωση και έφυγαν από το καταραμένο νησί.

Μπροστά σ’ αυτή τη δυστυχία είναι περιττό ν’ αναφέρουμε πως τα μεγάλα παιδιά έμεναν δίχως καμιά εκπαίδευση ή παιδαγωγική φροντίδα, κι όλη μέρα τριγύριζαν στα χωράφια και στις απότομες ακρογιαλιές ή έμεναν ζαρωμένα μέσα στα μουχλιασμένα κελιά και στις σκοτεινές σκηνές χωρίς να παίζουν.

Τα βρέφη υπέφεραν περισσότερο γιατί γάλα δεν υπήρχε, κι αν ακόμα οι μητέρες τους είχαν να τα θηλάσουν οι καθημερινές αγγαρείες δεν τια άφηναν.

Οι κρατούμενες έγκυες γυναίκες – και υπήρχαν αρκετές σ’ αυτή την κατάσταση  – με τρόμο αντίκριζαν τη δύσκολη ώρα της γέννας. Δεν υπήρχε καμία φροντίδα για τις λεχώνες και τα μικρά. Μήτε σπάργανα για να τα τυλίξουν και να τα προφυλάξουν από την παγωνιά.

Το χειμώνα του 1948 πέθανε ένα νεογέννητο αμέσως μετά τη γέννησή του. Το Σεπτέμβριο του 1949 μια Σλαβομακεδόνισσα γέννησε δίδυμα. Μέχρι τις τελευταίες  μέρες της εγκυμοσύνης της έτρεχε στις αγγαρείες  και κουβαλούσε με μια παράξενη περηφάνια την ανημπόρια της. Γέννησε δίδυμα πάνω στο χωματένιο πάτωμα ενός υπογείου του Μοναστηριού, χωρίς κανένας σχεδόν να το ξέρει. Το ένα μωρό πέθανε σε δυο μέρες και τ’ άλλο το βάφτισαν Ελευθερία μερικές κοπέλες από το κάτω στρατόπεδο. Πέθανε κι αυτό μια βδομάδα αργότερα.

Έξω από το Μοναστήρι, λίγα μέτρα από την κεντρική πύλη, είναι το μικρό νεκροταφείο για τους κατάδικους του Τρίκερι. Δεν έχει τίποτα που να μοιάζει με τα νεκροταφεία που ξέρουμε. Είναι ένας μικρός τετράγωνος χώρος με πέντε έξι φρέσκα μνήματα, που με τα πρωτοβρόχια παρσίνιζε όπως τα γύρω χωράφια.

Κάποιοι παλιοί εξόριστοι φύτεψαν σ’ εκείνο το μέρος μια πικροδάφνη και στερέωσαν  μέσα στη γη ένα ξυλόγλυπτο σταυρό από ελιά. Άλλοι μικρότεροι σταυροί είναι σπαρμένοι τριγύρω, σάπιοι από τις βροχές και τον ήλιο, και πάνω τους μόλις που ξεχωρίζουν κάτι αχνά γράμματα με το όνομα και την πατρίδα των νεκρών.

Οι τάφοι των μικρών παιδιών δεν ξεχωρίζουν καθόλου. Τα νερά της βροχής μονάχα λιμνάζουν στις μικρές λακκουβίτσες τους και την άνοιξη πρωτοφυτρώνουν εκεί οι παπαρούνες και τα χαμομήλια.

Δυο βήματα από τους ανώνυμους αυτούς τάφους, που μόνο εμείς τους ξέρουμε, είναι τ’ αντίσκηνα. Εκεί στο πλάι πηγαινοέρχονται οι γυναίκες και κάποτε παίζοντας τα παιδάκια πάνε και κρύβονται πίσω απ’ τη φουντωτή πικροδάφνη και το μεγάλο ξύλινο σταυρό.

Είναι όλοι τους τόσο κοντά στα μνήματα, που η καθημερινή γειτονιά τους με τους πεθαμένους δεν τους κάνει καμία εντύπωση. Ίσως επειδή ύστερα από μια βαριά κρίση ελονοσίας, μια πνευμονία, μια φυματίωση, μια γρίπη, ή ακόμα κι ένα γρατζούνισμα πάνω στα φαρμακερά σύρματα, μπορεί κι αυτές να βρεθούν κάτω από το αρμυρό χώμα.

Βικτωρία Θεοδώρου                     Τρίκερι, Οκτώβρης 1950

Επιμέλεια: ofisofi // - Ατέχνως
{[['']]}

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Χαλάλι της η εξορία! Αυτή μας έκανε πραγματικά «επικίνδυνους»


Την 1η Γενάρη του 1936 η εφημερίδα «Ανεξάρτητος» στην Αθήνα δίνει σ' ένα άρθρο της τον τίτλο «Με τους εξόριστους της Αθήνας εις τα νησιά του θανάτου - Μια ζωή φρίκης και ηρωισμού» και στον πλάγιο σημειώνει: «Του επανελθόντος εκ της εξορίας επιφανούς συγγραφέως και ποιητού κ. Κώστα Βάρναλη»

Αντιγράφουμε ένα απόσπασμα: «Μια μέρα ήρθε ο πατέρας του Τάκη του Κόντου. Γέρος 90 χρονώ. Ολόασπρος μ' ένα υπογένειο στυλ Ναπολέοντα του Γ΄ (μόδα της νεότητάς του, του 1870!). Ηρθε με μια μαύρη βελάδα και παναμά. Μισοκάθησε στο περβάζι ενός παραθυριού στο διπλανό μας κελλί κι ακουμπώντας τα δυο του χέρια στο ραβδί του έπιασε μια σιγανή κουβέντα με το γιο του τον Τάκη. Λες και δεν έτρεχε τίποτα το εξαιρετικό. Λες και δεν είχανε καιρούς και ζαμάνια να ιδωθούνε. Ούτε σχετλιασμοί, ούτε δάκρυα, ούτε αγκαλιάσματα. Είχε ο γέρος τη σεβάσμια αξιοπρέπεια των αρχαίων συγκλητικών στις ώρες της δυστυχίας. Ανθρωπος, που γνώρισε κι έπαθε πολλά στη μακρυόχρονη ζωή του, άνθρωπος, που είτανε κι αυτός στον καιρό του ...επαναστάτης ή καλύτερα ...αποστάτης. Τον είχε αφορίσει δω και πενήντα χρόνια ο πατριάρχης Ιωακείμ ο Γος. Γιατί; Γιατί ο γέρο-Κόντος είτανε τότε στα νιάτα του, επί τουρκοκρατίας δάσκαλος και τόλμησε να τα βάλει με το πατριαρχείο, αν και δάσκαλος! (...)

Οσοι δεν μπορούσανε ή δεν τολμούσανε να έρθουν οι ίδιοι να μας ιδούνε και να μας χαιρετήσουν, μας στέλνανε με άλλους προφορικά ή γραφτά σημειώματα. Πόσο μας συγκινούσαν όλα αυτά! Νιώθαμε, πως δεν είμαστε μοναχοί μας. Υπήρχαν άνθρωποι, που μας σκεφτότανε και μας συμπαθούσαν και μας φροντίζανε από μακριά. Αόρατοι. Αγνωστοι και γνωστοί (...)

Μιαν άλλη μέρα μάς ήρθε το ακόλουθο σημείωμα από τους μαθητές κάποιου ανώτερου δημόσιου σκολειού: "Μεγάλοι πνευματικοί ηγέτες και λοιποί αγωνιστές της τάξης μας Βάρναλη, Γληνέ, Κόντε κτλ. Ο βούρδουλας του χωροφύλακα μας αναγκάζει να σας σφίξουμε από μακριά τα χέρια. Οι νέοι όλοι είνε στο πλευρό σας".

Χαλάλι της η εξορία! Αυτή μάς έκανε πραγματικά "επικίνδυνους"!».

Πηγή: "Ριζοσπάστης"
{[['']]}

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ του Γιώργου Φαρσακίδη

Επιμέλεια Ηρακλής Κακαβάνης - "Ατέχνως"


Στις 12 Μάη 1947 αποφασίζεται από την κυβέρνηση Μαξίμου η ίδρυση του στρατοπέδου πολιτικών κρατουμένων στη Μακρόνησο, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Στο νέο «Παρθενώνα» όπως τον ονομάσαν , όπου «αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχή των Ελλήνων». Ετσι χαρακτήριζαν το κολαστήριο από όπου , όπως έλεγτο σύνθεμα στο  «Ειδικό Σχολείο Αναμορφώσεως Ιδιωτών» (ΕΣΑI). Εκεί που επινοήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ό,τι πιο βάρβαρο για να κάμψει την περηφάνια και τη συνείδηση ελεύθερων ανθρώπων.
«Η Μακρόνησος άρχισε να λειτουργεί σαν Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης από τα μέσα του 1947. Εδώ συγκεντρώθηκαν:
  • Νεοσύλλεκτοι φαντάροι από διάφορες πειθαρχικές μονάδες του στρατού.
  • Αξιωματικοί του ΕΛΑΣ, έφεδροι και μόνιμοι.
  • Πολιτικοί εξόριστοι (άνδρες, γυναίκες και παιδιά) από τα διάφορα στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων π.χ. Άη Στράτη, Ικαρία, Λήμνο, Τρίκερι κ.α.
  • Προληπτικώς συλληφθέντες πολίτες στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού.
  • Υπόδικοι Πολιτικοί Κρατούμενοι που βρίσκονταν στις διάφορες φυλακές της χώρας και που προορίζονταν να δικαστούν από τα έκτακτα Στρατοδικεία.
Η καθημερινή ζωή των κρατουμένων ήταν αυστηρά στρατιωτική, με βάρβαρη πειθαρχεία. Δηλαδή προσκλητήρια, αναφορές, καψόνια, εγκλεισμός στα πειθαρχεία, ώρες στον ήλιο ή στη βροχή και το κρύο, βασανιστήρια, ξυλοδαρμοί και τέλος, απροσχημάτιστες δολοφονίες, με αποκορύφωμα τη μεγάλη σφαγή στο ΑΕΤΟ, το Φλεβάρη – Μάρτη του 1948. Το συσσίτιο ήταν άθλιο, το νερό ελάχιστο ή και σπάνιο, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ουσιαστικά ανύπαρκτη» (από τη σελίδα της ΠΕΚΑΜ).
Το τι γινόταν στη Μακρόνησο διέσωσε ο Γιώργος Φαρσακίδης στο λεύκωμα ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ με μια σειρά σχέδια και χαρακτικά που περιγράφουν τα βασανιστήρια. Όπως λέει ο ίδιος  η «καταγραφή – μαρτυρία, ενός τόπου και μιας εποχής, όπως τα έζησε κάποιος από κοντά».
Το πρώτο έντυπο που κυκλοφόρησε, λίγο πριν τη Χούντα, το 1964,  με εικαστικές μαρτυρίες και κείμενα που κατονόμαζαν επώνυμα τους βασανιστές και τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν. Ακολούθησε μήνυση του Δ. Ιωαννίδη και η κατάσχεση του λευκώματος.
Το λεύκωμα μπορείτε να το δείτε και να το ξεφυλλίσετε ΕΔΩ «Το ανοίγεις και βρίσκεσαι στην κόλαση… Δεν μπορείς να το κοιτάξεις με τη ζωγραφική απλώς ματιά, η ανθρώπινη τα καταβροχθίζει…. Κορμιά σκελετωμένα, πρόσωπα ρουφηγμένα μ’ απ΄τα χείλη τους δε λέει να δύσει το χαμόγελο… τοy Ανθρώπου που νίκησε… Και νικάει» (από την παρουσίαση της Αυγής το 1965). Όταν αρχίσεις το ξεφύλλισμα «… δεν μπορεί να αναβάλλεις το διάβασμα του ούτε για μια στιγμή… Θα σταθείς σε κάθε σελίδα να κοιτάξεις, να διαβάσεις, να σκεφθείς, να θυμηθείς… Ο Γ. Φαρσακίδης το ίδιο λιτά ζωγραφίζει με τον χρωστήρα ή με τον λόγο, την παλικαριά την αρετή, την Αξιοπρέπεια και την περηφάνια των αγωνιστών» (Ν. Παπανδρέου «Νέος Κόσμος», 1965).
farsakidis2«…Οι κύκλοι της κόλασης σε μια μακάβρια σύνθεση, σε ένα βιβλίο που στάζει αίμα. Κάθε σελίδα και μια επιδρομή λύκων που ξεσκίζουν ανθρώπινες σάρκες. Ένα έργο τέχνης που σπάει το φράγμα των καιρών και της λήθης,… κραυγάζει, προειδοποιεί, ξυπνάει συνειδήσεις. Ζωγράφιζε και έβλεπε τον χάρο και έγινε τέχνη και μας ξυπνάει απότομα…».Ν. Παπαπερικλής, Ιούνης 1965


{[['']]}

Η Μακρόνησος του Θανάση Βέγγου

«Έφεραν τον Θανάση Βέγγο στη Μακρόνησο τον Μάρτη του 1949. Ήταν νευρικός, αεικίνητος, αγχώδης με όλα. Ήταν όμως και καρτερικός και βοηθούσε. Το λιγότερο που φοβήθηκε ήταν η Μακρόνησος. Πιο πολύ φοβόταν τη σκόνη, όχι τα μικρόβια.

Στα μακαρόνια μέσα έκοβε ένα κρεμμύδι κι έτρωγε ό,τι περίσσευε από την καραβάνα του άλλου χωρίς να σιχαίνεται. Αλλά δεν μπορούσε να ανεχτεί τη σκόνη. Και την αταξία. Έτυχε να κοιμόμαστε στο ίδιο τσαντίρι. Το καλοκαίρι έκανε αφόρητη ζέστη, οι σκηνές πύρωναν κι έτσι ανεβάζαμε τα πλαϊνά παραπέτα να μπει λίγος αέρας. Μαζί με τον αέρα όμως έμπαινε και σκόνη. Ο Θανάσης δεν μπορούσε να την υποφέρει. Μόλις γλαρώναμε, πήγαινε και τα ‘κλεινε. Τον τιμωρούσαμε μόλις κοιμόταν. Του βάζαμε στη μούρη τις κάλτσες που δεν τις πλέναμε ποτέ.

Με φώναζε λιγδοτάμπαρο γιατί μέσα στις άλλες αντιδράσεις μας ήταν και κάτι περίεργες, π.χ. η βρώμα. Ο στρατός θέλει να είσαι άψογος. Πολλοί από εμάς όμως δεν πλενόμαστε, ως πράξη αντίστασης. Βγάζαμε από τον μπερέ τη λίγδα με το σουγιά.

Ο Θανάσης ήταν επίσης ο τρεχαντήρης. Έτρεχε τότε και τρέχει ακόμα. Τρέχει και δεν φτάνει. Μια φορά είχα πάρει γράμμα από τον πατέρα μου που ήταν κατάκοιτος. Είχα ήδη τα εχέγγυα του τρελού, κάτι που μπορεί να το πιστοποιήσει κι ο Βέγγος, γιατί όταν βγήκα στην αναφορά αυτός ήταν μπροστά μου στη γραμμή.
Είπα μήπως μπορέσω και πάρω καμιά άδεια.

Ο καταυλισμός ήταν σε μια κατηφόρα που κατέληγε στη θάλασσα, από την οποία οι πιο κοντινές σκηνές απείχαν πενήντα μέτρα. Η δικιά μας απείχε γύρω στα εκατόν πενήντα.
Του λέω: «Θανάση εγώ θα τρέξω ουρλιάζοντας, τάχα να πέσω στη θάλασσα. Εσύ τρέξε να με σώσεις γιατί αλλιώς βράχια είναι θα πέσω και θα τσακιστώ».

Πράγματι έτρεξε και μ’ έσωσε. Πήγα πάλι στο αναρρωτήριο που λειτουργούσε ως δικλίδα ασφαλείας, αλλά άδεια δεν πήρα.

Όταν έφυγαν οι πολιτικοί από τη Μακρόνησο, μας χάρισαν τα κρεβατάκια τους, διότι αυτοί ως μη στρατιώτες είχαν περισσότερο ελεύθερο χρόνο, το δικαίωμα να ετοιμάζουν το φαγητό τους και να κάνουν κατασκευές.

Ένα βράδυ λοιπόν καθόμαστε σ’ αυτά τα κρεβατάκια, είχαμε οικονομήσει και δυο παγούρια κρασί και τα είχαμε πιει. Είχε σημάνει το σιωπητήριο αλλά εμάς μας είχε πιάσει το κρασί κι αρχίσαμε το τραγούδι. Μαζί μας είχαμε τον Νίκο Χατζηνικολάου που έκανε καριέρα τενόρου αργότερα. Με τον Θανάση, που ήταν θεατρόφιλος και γνώστης της θεατρικής κουλτούρας από τον πατέρα του, τραγουδούσαν κάτι από τον «Βαφτιστικό». Κι επάνω εκεί που τραγουδούσαν ντουέτο άνοιξε η μπάντα της σκηνής και φάνηκε ένα ζευγάρι αρβύλες σε πολύ καλή κατάσταση. Ήταν ξεκάθαρο πως έμπαινε μέσα αξιωματικός.

Ο Θανάσης σταμάτησε αυτόματα το τραγούδι και λες κι είμαστε σε γύρισμα ταινίας, έκανε με τα μάτια του ένα κατακόρυφο πλάνο από τις μπότες ως το κεφάλι, συνοδεύοντάς το με τον ανάλογο ήχο.

Είχε μπει μέσα ο Τριανταφύλλου, ο επονομαζόμενος και Σάμπας, διότι είχε ζητήσει από τον συνστρατιώτη Νίκο Παπαδόπουλο να του μάθει σάμπα. Ήταν κι αυτός στρατιώτης, αλλά είχε γίνει εξ απονομής ανθυπολοχαγός. Εννοείται πως δρούσε υπέρ της εξουσίας και όπως ήταν φυσικό μας έβγαλε στην αναφορά.

Εγώ είπα πως ευχάριστα παρακολουθούσα το τραγούδι γιατί ήταν πολύ ωραίο. Και με απάλλαξαν.
Ο Βέγγος δικαιολογήθηκε πως ήθελε να γίνει ηθοποιός και πως είχε καλή φωνή και παρασύρθηκε. Τον απάλλαξαν επίσης.

Ο Χατζηνικολάου ένα παιδί που είχε σπουδάσει με υποτροφία του Δήμου Αλεξανδρούπολης στο Ωδείο, λίγο πιο φοβισμένος είπε πως τραγουδούσε γιατί είχε πεθάνει ο πατέρας του πριν σαράντα μέρες και είχε μέσα του ένα πλάκωμα.

Του λέει ο διοικητής, ο Θεολογίτης: «Πέθανε ο πατέρας σου και τραγούδαγες; Είκοσι μέρες φυλακή».

Ο Θεολογίτης μετέπειτα έγινε φίλος μας. Όταν έκανε τις «Ταινίες γέλιου»  ο Θανάσης, στην αρχή της χούντας, τον είχαν αποστρατεύσει λόγω δημοκρατικών φρονημάτων. Πήγε τότε και τον βρήκε και ζήτησε να γίνει διευθυντής παραγωγής αφού όπως είπε ήξερε να διοικεί.

Ο Θανάσης, εγώ κι ο Κούνδουρος μπορώ να πω ότι αόριστα δεθήκαμε με κάτι. Ο Κούνδουρος έλεγε πως ήθελε να κάνει ταινίες κι εγώ είχα αρχίσει να δουλεύω στο θέατρο ενώ ήξερα πως ο κινηματογράφος ήταν η συνέχειά του. Όσο για τον Θανάση, με τα καμώματά του, με το πώς μιλούσε, με το πώς έτρωγε, με το πώς έτρεχε, με πώς έλεγε ότι πεινούσε, και με το πώς αντιδρούσε στα αφηγήσεις του Νίκου Παπαδόπουλου που μας ξενυχτούσε τρία βράδια λέγοντάς μας ιστορίες, φαινόταν πως θα γίνει ηθοποιός.

***

[…] Παρέα έκανα με τον κολέγα μου τον Πατραμάνη με τον οποίο κοιμόματε αρχικά στην ίδια σκηνή. Είμαστε πολύ επιφυλακτικοί, γιατί δεν ήξερες ποτέ ποιος ήταν ο ρουφιάνος. Μαζί κοιμόμαστε και όταν έφεραν τις μεγάλες αμερικάνικες σκηνές. Και μαζί μας είχαμε τον Νίκο Χατζηνικολάου, έναν τενόρο της Λυρικής και τον Θανάση Βέγγο. Εννοείται πως αδελφός ήταν ο Κούνδουρος.

Ο Βέγγος ήταν όπως είναι και τώρα. Μανιώδης με την καθαριότητα, δεν είχαμε νερό να πιούμε κι αυτός κοίταζε πώς να ξεσκονίσει και να γυρίσει τις τσέπες του ανάποδα μην έχουν μέσα χνούδι. Εννοείται τσέπες αμεταχείριστες, παρθένες, γιατί δεν είχαμε δα να βάλουμε κάτι μέσα. Όταν ήρθε ο Θανάσης, ο Γιάννης Γκούμας μου είπε πως είχε έρθει ένα γειτονάκι του που είχε μεγάλη πλάκα.

Πρόσθεσε ακόμα ότι ο Θανάσης ήθελε να γίνει ηθοποιός και πως έπρεπε να του βρίσκουμε ψωμί γιατί δεν χόρταινε με τίποτα. Κι έτσι ό,τι περίσσευε από του καθενός την κουραμάνα το δίναμε στον Βέγγο. Ο οποίος ήταν όπως και τώρα αεικίνητος, πρωταθλητής ανώμαλου δρόμου στη Μακρόνησο, έκανε το νησί πάνω κάτω τρέχοντας. Δεν κάπνιζε κιόλας όπως οι περισσότεροι από μας.
Τα πακέτα τα μικρά τότε είχαν έντεκα τσιγάρα και τα μεγάλα είκοσι δύο. Η Φρειδερίκη έκοψε ένα τσιγάρο από τα μικρά και δύο από τα μεγάλα για να τα δίνουν στο στρατό. Τα παίρναμε τζάμπα. Και μέχρι να φτιάξουν καινούρια πακέτα έβαζαν στα υπάρχοντα τυλιγμένο μέσα ένα χαρτονάκι για να μην κουνιούνται τα τσιγάρα. Παίρναμε κι εμείς καθημερινά, τα δέκα τσιγάρα που έδιναν σ’ όλους τους στρατιώτες. Ο Βέγγος μας τα μοίραζε και του δίναμε ψωμί.»

Από τις αναμνήσεις του σκηνογράφου - εικαστικού καλλιτέχνη Τάσου Ζωγράφου, όπως καταγράφηκαν στο βιβλίο του Χρήστου Σιάφκου "ΤΑΣΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ – ΣΚΗΝΙΚΟ ΖΩΗΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ", εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009.


Δείτε επίσης:

Θανάσης Βέγγος, ο Μακρονησιώτης αγωνιστής της ζωής και της τέχνης 

Πηγή: "Οικοδόμος"
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger