Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρητικά κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρητικά κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Απόστολος Παύλος: Η γενεσιουργός αιτία του μισογυνισμού της νέας θρησκείας

Λόγος και αντίλογος περί του προσώπου το οποίο υπήρξε η πηγή έμπνευσης των ευαγγελίων και γενεσιουργός αιτία του μισογυνισμού της νέας θρησκείας

Του Στέλιου Κανάκη, Εκπαιδευτικού - συγγραφέα - "Αιρετικά"

Λεν θα ήταν υπερβολή να ονομάζεται ο χριστιανισμός παυλιανισμός. Βεβαίως, εξίσου θα άρμοζε να ονομάζεται κωνσταντινισμός (από τον αυτοκράτορα Φλάβιο Κωνσταντίνο που ουσιαστικά τον συγκρότησε και τον επέβαλε) ή και ευσεβισμός από τον πολύ Ευσέβιο Καισαρείας (265-340, ο λεγόμενος και «πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας») που τον οργάνωσε, τον κωδικοποίησε και τον εφάρμοσε - καταρχάς ως αυτοκρατορική ιδεολογία.

Πιθανόν και να του άξιζε του παυλιανισμού αυτή η διάκριση. Αλλά ποιου Παύλου ή Παύλων; Για το πρόσωπο που αποκαλείται Παύλος γνωρίζουμε μόνο από τις επιστολές «του» -πολλές εκ των οποίων έχουν αποδειχτεί πλαστές-, όπως επίσης από άλλες γραμμένες από διάφορους και από τις Πράξεις των Αποστόλων.

Οποιοσδήποτε άλλος, των πολυγραφότατων ιστορικών της εποχής μη εξαιρουμένων, τον αγνοεί ολοκληρωτικά. Αν και ο Παύλος μας παρουσιάζεται ως σύγχρονος του Ιώσηπου, ο «απόστολος» αγνοεί παντελώς όλα τα ιστορικά γεγονότα της εποχής καθώς και οτιδήποτε γράφεται στα ευαγγέλια, με τα οποία έρχεται σε κραυγαλέες αντιφάσεις.
Οι αντιφάσεις περισσεύουν και μεταξύ των Επιστολών και των Πράξεων οι οποίες υποτίθεται πως περιγράφουν το έργο του. Αγνοεί τα πάντα περί Χριστού και είναι άγνωστος στους πάντες. Αλλά και τα ευαγγέλια τον αγνοούν. Πολύ αργότερα, στον 4ο αιώνα, γίνεται της μόδας.

Το κήρυγμα της μισανθρωπίας που έγινε θρησκεία

Παρόλο που οι Επιστολές του θεωρούνται τα πρώτα γραπτά της Καινής Διαθήκης, στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα ο Ιουστίνος τις αγνοεί, καθώς και τον υποτιθέμενο συγγραφέα τους, τον Παύλο.
Παρά ταύτα ο συγγραφέας (ή οι συγγραφείς) των Επιστολών αναφέρεται σε διαφορετικό Ιησού απ’ αυτόν των ευαγγελιστών, οι οποίοι βεβαίως και μεταξύ τους αντιφάσκουν.
Δεν γνωρίζει τον Ιησού των ευαγγελιστών, ενώ και αυτοί έχουν υπόψη τους κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό από τον Ιησού του Παύλου.
Ο Ιησούς του παυλιανισμού προσομοιάζει και θυμίζει τη σωρεία των σωτηριολογικών θεών -είδος εν πλήρει επαρκεία την εποχή εκείνη-, οι οποίοι έτρωγαν ένα δείπνο κατά την άνοιξη, έκαναν μια ευχαριστία, στη συνέχεια έπασχαν, πέθαιναν, θάβονταν και ύστερα από τρεις ημέρες ανασταίνονταν.

Διαλαλεί την ανάσταση που θα γινόταν «εν σαρκί», αλλά άλως περιέργως δεν αναφέρει καμία από τις αναστάσεις που χρεώνουν στον Ιησού ούτε την ανάσταση του Ευτυχούς που ο ίδιος διέπραξε (κατά τις Πράξεις) στην Τρωάδα.

Σε αυτό τον παράξενο -το λιγότερο που μπορεί να τον χαρακτηρίσει κανείς- τύπο, όπως σκιαγραφείται από τις Επιστολές και περιγράφεται από τις Πράξεις, φορτώνεται η «αποεβραιοποίηση» και η προσαρμογή μιας (ή και περισσότερων) ολιγάριθμης εβραϊκής σέχτας στην ευρύτερη αυτοκρατορική εκδοχή της.

Ο Σαούλ ή Σαύλος ή Παύλος παρουσιάζεται να επιτυγχάνει το ακατόρθωτο. Βεβαίως, με σχετική βοήθεια από τα «ιερά» κείμενα των Εβραίων - που πλάθονται, παραχαράσσονται, πλαστογραφούνται και διαμορφώνονται συνεχώς έως τον 4ο αιώνα. Επίσης με την ανοχή ή και την κάλυψη από τους προστάτες του Ρωμαίους και απ’ όλους όσοι, από τους κρατούντες της εποχής, αντιλήφθηκαν την αξία ενός δόγματος που πειθανάγκαζε τις μάζες και αντάλλασσε την παρούσα δουλεία με την υπερβατική αναγνώριση στη μέλλουσα ζωή.

Οποιος κι αν ήταν ο χριστιανισμός στα πρώτα του βήματα, στο όνομα ενός Παύλου, που τον παρουσιάζουν ως υπεύθυνο για την εξάπλωσή του, τον προσαρμόζουν να υποτάσσει τις μάζες στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τον μολύνουν ανεπανόρθωτα.
Ανεξάρτητα από το αν υπήρξε κάποιος Ιησούς, ο μυθιστορηματικός Παύλος υποτίθεται πως κατορθώνει να διαδώσει μια διδασκαλία που μισεί τη ζωή, περιφρονεί τον κόσμο, μολύνει τη σχέση με τον εαυτό μας.
Η απέχθεια της νευρωτικής και σεξουαλικά ανίκανης καρικατούρας -του Παύλου- για το σώμα, τη σάρκα, το σεξ, τις επιθυμίες, όπως και ο απόλυτος μισογυνισμός του, διαμόρφωσαν τον κόσμο σε κατακόμβη δακρύων και αιώνιας τιμωρίας.

Ο «απόστολος των εθνών» παρουσιάζεται να διαθέτει τη χαρακτηριστική ευχέρεια επαγγελματία οπορτουνιστή· ανάλογα με το ακροατήριό του προσαρμόζει το ακόμη εύπλαστο δόγμα, προσέχοντας πάντα να μη δυσαρεστήσει τους Ρωμαίους προστάτες του και κρατούντες της εποχής.

Ας τον παρακολουθήσουμε.

Ο Παύλος φαίνεται να μην είχε πολλά πράγματα να του ζηλέψεις: κοντός, κοκαλιάρης, φαλακρός, υστερικός, τεντάς στο επάγγελμα, από την Ταρσό, τον συναντάμε για πρώτη φορά (Πράξεις Αποστόλων) ως νεανία Σαύλο, δυο τρία χρόνια μετά τον υποτιθέμενο θάνατο του Ιησού, στο θεάρεστο έργο του λιθοβολισμού του ελληνιστή Στέφανου, ως μαθητευόμενο βασανιστή. Είναι αστός Φαρισαίος και -μέγα προτέρημα για την εποχή- Ρωμαίος πολίτης.

Οσο ο εμπαθής Σαύλος ανδρώνεται τόσο γίνεται ο φόβος και ο τρόμος των χριστιανών. Κάτι σαν ασφαλίτης, όπως θα λέγαμε σήμερα, ο Σαύλος μπαινοβγαίνει στα σπίτια γεμάτος φανατισμό και σέρνει στα βασανιστήρια, στις φυλακές και στους λιθοβολισμούς άντρες και γυναίκες αδιακρίτως, εντεταλμένος από τους ορθόδοξους Εβραίους και προστατευμένος από τους Ρωμαίους συμπολίτες του.

Η περιοχή δεν μπορεί να ικανοποιήσει τα αναπτυγμένα σαδιστικά ένστικτα του Σαύλου και αποφασίζουν με αίτημά του να κατευθυνθεί προς τη Δαμασκό όπου υπάρχει πολύ έδαφος για εκκαθαρίσεις.

Θαύμα, θαύμα! Ή πώς ο Σαύλος μετονομάστηκε σε Παύλο

Είναι τόση η δουλειά που τον περιμένει στη Δαμασκό ώστε συνοδεύεται από απόσπασμα για να είναι πιο αποτελεσματικός στο έργο του. Κάπου στον δρόμο γίνεται το θαύμα. Να θυμάστε πάντα πως οι πληροφορίες που έχουμε είναι από αυτούς που ήθελαν να φτιάξουν -μερικούς αιώνες αργότερα από την εποχή που αναφέρεται στις Πράξεις- την εικόνα του.
Το θαύμα, λοιπόν, στον δρόμο για τη Δαμασκό μπορεί και να ’ναι το απαλλακτικό του Σαύλου από κάποιο αιματοβαμμένο πογκρόμ στη Δαμασκό. Μπορεί κάλλιστα να υπονοεί και να συμβολίζει τη μεταστροφή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας προς μια συνεκτική και υποτακτική θρησκεία που υπόσχεται να συντηρήσει τον πνέοντα τα λοίσθια δουλοκτητισμό.

Τέλος πάντων, οι Πράξεις ξαπλώνουν κάτω φαρδύ πλατύ τον Σαύλο σε μια καραμπινάτη υστερική κρίση που θα τη ζήλευε το καλύτερο ψυχιατρικό σύγγραμμα σήμερα και επί τρεις ημέρες παρουσιάζει τα μύρια όσα. Εχει όλων των ειδών τις παραισθήσεις - τυφλώνεται από έντονο φως, ακούει τη φωνή του Ιησού να του λέει: «Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις;». Δεν τρώει και δεν πίνει για όλο αυτό το διάστημα.

Μαζί με τον Σαύλο είναι και το απόσπασμα, που έχει την εξής περίεργη σχέση με το θαύμα (πάντα από τις Πράξεις): «Οι άνδρες που τον συνόδευαν έμειναν ενεοί, ακούοντες μεν την φωνήν, μηδένα δε θεωρούντες». Κι από τον Σαύλο, υποτίθεται, πάντα από το ίδιο κείμενο: «Εκείνοι που ήσαν μαζί μου το μεν φως είδον και κατεφοβήθησαν, την φωνήν όμως του λαλούντος προς εμέ δεν ήκουσαν».

Αντε βγάλε άκρη. Τελικά άκουσαν και είδαν, είδαν και δεν άκουσαν ή δεν πήραν χαμπάρι την τύφλα τους; Φαίνεται πως για την εποχή αυτά τα κείμενα, όσο ασυνεπή, λογικά και αλληλοαναιρούμενα κι αν ήταν, έπαιξαν τον ρόλο τους. Και θα τον χάναμε τον Σαύλο, αν δεν τον χειροθετούσε ο Ανανίας, ο οποίος εσπευσμένα απεστάλη από τον Θεό εν είδει 166.

Αυτός ο υστερικός και φανατικός Φαρισαίος με τη δυσλειτουργική λίμπιντο ακολουθεί το πανάρχαιο «όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια» και κηρύσσει άκυρη κάθε μορφή σεξουαλικότητας για τον ίδιο αλλά και για όλο τον υπόλοιπο κόσμο ενώ θεσπίζει το μίσος για το σώμα, τις γυναίκες και τη ζωή.

Η απέχθειά του για τη σεξουαλικότητα, η εξύμνηση της αγνότητας, η λατρεία της αποχής, το εγκώμιο της χηρείας και της αγαμίας, η προτροπή να φέρονται σαν κι αυτόν, η -κατ’ ανάγκη- συγκατάνευση στον γάμο ωσάν το ελάχιστο κακό αποτελούν συμπτώματα της υστερίας του, η
οποία καταφέρνει να διαπεράσει όλο το οικοδόμημα του χριστιανικού δόγματος, ακόμη και μέχρι τις μέρες μας.

Ο Παύλος της χριστιανικής μυθολογίας μισεί τον εαυτό του και μισεί όλο τον κόσμο. Ο κατ’ επάγγελμα λιθοβολιστής και διώκτης των χριστιανών Σαούλ μετατρεπόμενος σε χριστιανό Παύλο παραμένει ο μίσαυτος και κατ’ επέκταση ο μισάνθρωπος διώκτης της ζωής και οτιδήποτε τη συνθέτει: του έρωτα, του πόθου, της ηδονής, των αισθήσεων εν γένει, της χαράς, της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας αλλά και της σάρκας, του σώματος.

Για τους κατασκευαστές του Παύλου η θεολογία είναι το μέσο προς την πολιτική. Περιγράφουν έναν πολιτικάντη που προσαρμόζεται ανάλογα με το ακροατήριο. Προς τους Ρωμαίους βαπτίζει την εξουσία τους θεόπνευστη, προτρέποντας τους χριστιανούς στη γνωστή υποταγμένη στάση.

Προς τους Κορινθίους (Α' Επιστολή) το παίζει ολίγον τσαχπίνης: «Δεν είμαι ελεύθερος; [...] Μη δεν έχομεν εξουσίαν να συμπεριφέρωμεν αδελφήν γυναίκα, ως και οι λοιποί απόστολοι, και οι αδελφοί του Κυρίου, και ο Κηφάς;». Στους Κορινθίους απευθύνεται. Γνωρίζει πως διαφέρουν οι απόψεις τους για τις γυναίκες. Οπότε προσαρμόζεται αναλόγως.

Οι Πράξεις αναφέρουν και μια ερωτική τρόπον τινά περιπετειούλα του. Ετσι στον μύθο υπεισέρχεται και η μοιραία γυναίκα. Φαίνεται πως κανείς δεν χάνεται. Στο Ικάριο ζει η Θέκλα, αρραβωνιασμένη με ευγενή νέο. Ακούει τον Παύλο, εκστασιάζεται και παρατάει σύξυλο τον αρραβωνιαστικό της. Ο τελευταίος διαμαρτύρεται στον έπαρχο, ο οποίος μπουζουριάζει τον Παύλο. Η Θέκλα τον επισκέπτεται επιμένοντας. Φυλακίζεται και αυτή. Αργότερα ο Παύλος εξορίζεται και η Θέκλα οδηγείται στην πυρά. Συμβαίνει άλλο θαύμα. Μια κατακλυσμιαία βροχή τη σώζει. Τρέχει και τον βρίσκει. Βλέπετε, ακόμη και για τον Παύλο υπάρχει μια γυναίκα. Την παίρνει μαζί του στην Αντιόχεια.

Εκεί την ερωτεύεται κάποιος ευγενής και προσφέρει στον Παύλο ένα μεγάλο ποσό. Αυτός αρνείται πως τη γνωρίζει, η Θέκλα τα στυλώνει πιστή στον έρωτά της (ο άλλος πολλαπλασίαζε παστά ψάρια, εδώ θα κολλήσουμε τώρα;) και τη ρίχνουν στ’ άγρια θηρία. Φαίνεται πως δεν τρώγεται με τίποτε, τη γλιτώνει και ελευθερώνεται.

Στη δεύτερη Επιστολή προς Κορινθίους -τους φαντάζομαι έκπληκτους- απαριθμεί τους εξευτελισμούς και τις διώξεις που υπέστη με υπερηφάνεια, αποκαλύπτοντας σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια τον καλπάζοντα μαζοχισμό του, τον ίδιο που θέλησαν να επιβάλουν στις μάζες. Πέντε μαστιγώματα από «τεσσαράκοντα παρά μίαν» -βλέπετε, πρόκειται για Ρωμαίο πολίτη- βουρδουλιές, τρεις άγριους ραβδισμούς, έναν λιθοβολισμό απ' όπου τη γλίτωσε φτηνά και την πληρώσαμε οι υπόλοιποι, τρία ναυάγια όπου στο ένα πέρασε ένα μερόνυχτο στα παγωμένα νερά, χώρια όλα τα άλλα που συνεπάγονταν τα πολυάριθμα ταξίδια εκείνη την εποχή. Η απόλαυση του μαζοχιστή ολοκληρώνεται με τις φυλακίσεις, τη διετή παραμονή σε μπουντρούμι και την εξορία.

Τι ζητούσες στην Αθήνα, συ, ένας Σαύλος από την Ταρσό της Κιλικίας;

Η γελοιοποίηση και ο εξευτελισμός δεν τον πτοούν. Τον βάζουν να μιλήσει στην Αθήνα, απ’ όπου είναι βέβαιο πως δεν πέρασε ποτέ, όπου υπέστη αδιαμαρτύρητα τους γέλωτες και τα γιουχαΐσματα των στωικών και επικούρειων Αθηναίων όταν τους μίλησε για την ανάσταση, καθαρή ανοησία για τους καλλιεργημένους Αθηναίους.

Ο μαζοχιστής και εκτρωματικός Φαρισαίος αποδέχεται την καταδίκη της γυναίκας στη «Γένεση» - συλλήβδην εκτοξεύει τη γυναίκα στην περιοχή του φόβου και της υποταγής. Πρεσβεύει πως κάθε εξουσία εκπορεύεται από τον θεό και θεωρεί απόλαυση να είναι κανείς υπάκουος και δούλος. Ανυπακοή σε κάποιον από αυτούς τους εκπροσώπους σημαίνει εξέγερση κατά του θεού. Ο πανάγαθος και φιλεύσπλαχνος θεός του χαίρεται με την αρρώστια, τη φτώχεια, τα βάσανα και τη δουλεία. Για τον παυλιανισμό κάθε εξουσία προέρχεται από τον θεό και πηγάζει από αυτόν. Οι φτωχές μάζες δεν είναι οι ευνοούμενες του παυλιανισμού, κοσμοαντίληψης που εναντιώνεται στην ανύψωση των καταπιεσμένων.

Ο παυλιανισμός απαιτεί την πειθαρχία στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και επαιτεί τον οίκτο και την ευσπλαχνία των ευπόρων. Με άλλα λόγια, ίσα που να κρατούνται στη ζωή οι δούλοι για να παράγουν.

 Οποιαδήποτε ανυπακοή στους εξουσιαστές σημαίνει εναντίωση στον θεό (του). Ποιος νοήμων αυτοκράτορας θα εναντιωνόταν σε τέτοιο δόγμα, που από τα πρώτα του βήματα φλερτάρει με τους ισχυρούς διαλαλώντας τα συμφέροντά τους και αργότερα θα καταστεί αγαστός σύντροφος όλων των δυναστών και δικτατόρων της Ιστορίας;

Ο Παύλος δεν έχει γνωρίσει τον Χριστό των ευαγγελίων - πώς θα μπορούσε άλλωστε; Δεν έχει διαβάσει τα ευαγγέλια, τα οποία παρουσιάζουν οργιώδεις αντιφάσεις με αυτόν αλλά και μεταξύ τους, και μάλλον είναι αυτά που αργότερα στηρίζονται στον παυλιανισμό. Φαίνεται ότι περιφέρει την υστερία του σε όλη την αυτοκρατορία και στο πρόσφορο έδαφος της δουλοκτητικής κρίσης, της κοινωνικής εξαθλίωσης και της ηθικής κατάπτωσης μολύνει τα πάντα στο πέρασμά του. Λίγους αιώνες αργότερα η αρρώστια του Παύλου θα διαποτίσει όλη την αυτοκρατορία, σημαδεύοντας ακόμη και τις μέρες μας.

Ο αμόρφωτος τεντοποιός -εικάζεται πως δεν γνώριζε γραφή- αντιπαραθέτει στους Ζηλωτές, τους Σαδδουκαίους και τους Σαμαρείτες ανάσταση και μέλλουσα ζωή.
 Το εσσαιικό και το ζηλωτικό κίνημα, απελευθερωτικά από τη φύση τους, βρίσκονται στο στόχαστρο της δουλικής αποχαύνωσης που πρεσβεύει ο Παύλος. Οι Φαρισαίοι, όμως, και αργότερα οι Ρωμαίοι βρίσκουν μια καλή ευκαιρία με την ανάσταση προκειμένου να μεταθέσουν τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις για καλύτερη ζωή της μάζας.

Πάνω εκεί υποστηρίζει ο μύθος ότι οι Ιουδαίοι παίρνουν ανάποδες και καμιά σαρανταριά από δαύτους ορκίζονται να μη φάνε και να μην πιουν μέχρι να σκοτώσουν τον Παύλο. Μια μέρα προτού τον καθαρίσουν, οι Φαρισαίοι το καρφώνουν στον εκατόνταρχο, αυτός με τη σειρά του στον χιλίαρχο και 200 Ρωμαίοι λεγεωνάριοι σπεύδουν να σώσουν τον Παύλο.

Ο μύθος φέρνει τον Παύλο στη Ρώμη όταν η συνωμοσία των αυλικών του Νέρωνα εναντίον του είναι στο αποκορύφωμά της. Ο Νέρωνας με την κλασική του παιδεία και τα φιλολαϊκά του μέτρα έχει μπει για τα καλά στο μάτι των Ρωμαίων δουλοκτητών. Φιλέλληνας, φιλόδουλος, ειρηνιστής και καταδεχτικός, κυκλοφορεί στην αγορά και αποκαλεί με τα ονόματά τους όσους τον χαιρετούν. Από τους πραξικοπηματίες αντικαταστάτης του προοριζόταν ο Σενέκας. Ο φιλόσοφος και υπουργός του Νέρωνα Σενέκας υποτίθεται πως επικοινωνεί με τον Παύλο. Ο στωικός Σενέκας, ο οπαδός των Πυθαγόρα - Πλάτωνα, αλληλογραφεί με τον ανύπαρκτο και ημιμαθή βάρβαρο.

Γεγονός είναι, πάντα κατά τον μύθο, πως τα βρίσκουν και τον Μάρτιο του 64 ο Παύλος φέρεται ανακατεμένος στην πυρπόληση της Ρώμης εν τη βεβαιωμένη απουσία του Νέρωνα στο Αντζιο, 50 χιλιόμετρα μακριά. Το ανοσιούργημα είναι μεγάλο. Η εγκατάλειψη των παλιών φίλων
είναι πλήρης. Ο παυλιανισμός έπαιξε το χαρτί των Ρωμαίων και τώρα διώκεται. Γίνεται, επίσης, η αιτία για τον πρώτο ουσιαστικό διωγμό των χριστιανών. Η αλήθεια είναι ότι με κάποιον τρόπο εβραϊκές ομάδες έβαλαν το χεράκι τους στην καταστροφή. Ο «εμπρηστής» της Ρώμης τη γλιτώνει καταδιωκόμενος. Οι Ρωμαίοι τα βάζουν με τους Εβραίους.

 Τελικά ο Παύλος συλλαμβάνεται και το 67 θανατώνεται όχι για την ιδεολογία του αλλά ως κοινός εγκληματίας, με τον πιο ατιμωτικό για την εποχή θάνατο δι' αποκεφαλισμού. Το σώμα του αφήνεται βορά στα όρνεα και ο κόσμος θα μάθει για τον Παύλο πολλά χρόνια αργότερα, όταν τέθηκαν οι βάσεις του παυλιανισμού, οι οποίες για τα επόμενα δυο χιλιάδες χρόνια θα φρενάρουν την πρόοδο της ανθρωπότητας, κατακρεουργώντας ψυχές και σώματα εκατομμυρίων ανθρώπων.

Τι άθλιος θάνατος για τον άνθρωπο που θεωρείται ότι το έργο του εξαπλώθηκε σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο της εποχής! Ο αδύναμος και ψυχικά άρρωστος αυτός ανθρωπάκος τον οποίο προβάλλει η μυθολογία του χριστιανισμού -προτού υποτίθεται- κατασπαραχτεί από τα όρνεα ότι κατάφερε να μολύνει ολόκληρη την ανθρωπότητα στοχεύοντας στην αιτία όλων των προβλημάτων της και δημιουργώντας παράλληλα έναν αποδιοπομπαίο τράγο.

Οι γυναίκες, η ερωτική επιθυμία, η αγάπη προς το σώμα της ύπαρξής μας πνίγονται στη νεύρωσή του. Ο άρρωστος Παύλος, αδυνατώντας να ζήσει αλλά και αρνούμενος την ανικανότητά του, μισεί τη ζωή και προσφέρει στην ανθρωπότητα πρότυπα προς μίμηση. Μιας και το σώμα του τον προδίδει, τον ταπεινώνει, τον πληγώνει, προτείνει στην ανθρωπότητα την ιδεολογική βάση για να πράξει το ίδιο στο δικό της σώμα.

Για τα επόμενα τριακόσια ολόκληρα χρόνια κανείς δεν μιλά για τον Παύλο ή τους Παύλους και τους παυλιανιστές. Πολλοί υποστηρίζουν βάσιμα πως ό,τι κι αν υπήρξε ο Παύλος -ένας ή περισσότεροι-, τα αποδιδόμενα σε αυτόν γραπτά (οι Επιστολές) είναι κατά πολύ μεταγενέστερα. Εντελώς συμπτωματικά, ούτε τα παλαιότερα σωζόμενα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης χρονολογούνται πέρα από τα μέσα του 4ου αιώνα. Ηταν ο Φλάβιος Κωνσταντίνος που επέβαλε τη σύνταξη των κειμένων που συνέθεσαν την Καινή Διαθήκη και ο Ευσέβιος Καισάρειας που στάθηκε ο πολύτιμος αρωγός του.

Αποφασισμένη η δουλοκτητική εξουσία να ξεκαθαρίσει το τοπίο των δεκάδων συγκροτημένων θρησκευτικών δογμάτων, εκκλησιών και αιρέσεων και να επιβάλει μια ενιαία πολιτική στους υποταγμένους λαούς συγκαλεί την A' Οικουμενική Σύνοδο το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας. Υστερα από περίπου δύο χρόνια περιπετειωδών, διακοπτόμενων συνεδριάσεων και ψηφοφοριών κατέληξαν στο όνομα του θεού της αυτοκρατορίας: Ησους Κρίσνα (Hesus Krisna) που με τον καιρό εξελίχτηκε σε Ησους Κράιστ και Τζέσους Κράιστ που στα ελληνικά αποδόθηκε ως Ιησούς Χριστός.

Καιρός λοιπόν να στοιχειοθετηθούν και οι ήρωες της νέας ιδεολογίας. Ετσι εμφανίστηκε ο Παύλος καθώς και οι υπόλοιποι «ήρωες» του μύθου. Με μια διαφορά: το ρεύμα του παυλιανισμού ήταν εκείνο που επικράτησε στον λεγόμενο χριστιανισμό, μια θρησκεία στήριγμα στην κάθε είδους ταξική κοινωνία. Το δουλοκτητικό σύστημα είχε αποκτήσει τη συνεκτική του ιδεολογία.

Πολύ αργότερα από τον 4ο αιώνα, όταν ο χριστιανισμός έχει επιβληθεί και εξαπλωθεί με την κρατική επιβουλή εναγκαλιζόμενος μέχρι πνιγμού την κρατική εξουσία, η τρομοκρατία του ασκείται αμείλικτα και αποτελεσματικά και οι αυτόπτες μάρτυρες έχουν εξαφανιστεί. Ο τρόμος βασιλεύει. Ο σκοταδισμός του παυλιανισμού, γέννημα-θρέμμα του δουλοκτητικού συστήματος, είναι ακόμη εδώ.

{[['']]}

ΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ: Πάθος και ανάσταση στα απόκρυφα ευαγγέλια

Ευαγγέλιο του Ιούδα και Ευαγγέλιο του Νικοδήμου, ανάμεσα στο «αυθεντικό», την αίρεση και την παραχάραξη

Του Κωνσταντίνου Α. Μποζϊνη, Επίκουρου καθηγητή Ιστορίας της Αρχαίας και Βυζαντινής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ - "Αιρετικά"

Μία σημαντική πτυχή της φιλολογικής παραγωγής του αρχαίου χριστιανισμού είναι τα απόκρυφα κείμενα. Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται το πάθος και η ανάσταση του Ιησού στις σελίδες τους θα προκαλέσει σίγουρα έκπληξη στον σύγχρονο αναγνώστη.
Ορισμένα από αυτά διευρύνουν τη γνωστή διήγηση των ευαγγελιστών με άγνωστα επεισόδια ενώ άλλα επιχειρούν μια συνολική επανεκτίμηση του θείου δράματος και του ρόλου των προσώπων που καθόρισαν την έκβασή του.

Τι είναι όμως τα απόκρυφα κείμενα; Προτού καταπιαστούμε με το καθαυτό θέμα του άρθρου μας, θα πρέπει να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα, το οποίο μπορεί να φέρει σε αμηχανία ακόμη και τον πιο ειδικό επιστήμονα.

Η απόκρυφη χριστιανική γραμματεία

Αναζητώντας έναν περιεκτικό ορισμό, θα λέγαμε ότι απόκρυφα ονομάζονται τα χριστιανικά κείμενα τα οποία χρονολογούνται από τον 2ο αιώνα μ.Χ. μέχρι και τους μεσαιωνικούς χρόνους και σκεπάζονται από βαθύ πέπλο μυστηρίου.

Τόσο η ακριβής ημερομηνία της συγγραφής όσο και γενικότερα η προέλευσή τους παραμένουν άγνωστα. Ακόμη, παρά το γεγονός ότι εμφανίζονται στα μάτια μας με τη μορφή ενός από τα γραμματειακά είδη της Καινής Διαθήκης -Ευαγγέλια, Πράξεις, Αποκαλύψεις ή Επιστολές- και φέρουν την υπογραφή των πιο γνωστών πρωταγωνιστών της, λ.χ. του Πέτρου, του Παύλου, του Ιωάννη ή και του ίδιου του Ιησού Χριστού, δεν απέκτησαν ποτέ το κύρος μιας ιερής αποκάλυψης, με αποτέλεσμα να αποκλειστούν από τον Κανόνα της εκκλησίας.

Στη διάρκεια του ευαγγελικού αναγνώσματος το οποίο αντηχεί κάθε Κυριακή μέσα στον χριστιανικό ναό οι περικοπές από το Κατά Μάρκον, το Κατά Ματθαίον, το Κατά Ιωάννην ή το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο διαδέχονται η μία την άλλη σε όλη την έκταση του λειτουργικού έτους της εκκλησίας.

Ποιος όμως έχει ακούσει ποτέ τον ιερέα να αναγιγνώσκει από τον άμβωνα το Ευαγγέλιο Κατά Πέτρον, Κατά Φίλιππον, Κατά Ιούδαν, Θωμάν ή, ακόμη, το Ευαγγέλιο της Αλήθειας, το Ευαγγέλιο των Εβιωνιτών, το Ευαγγέλιο των Ναζωραίων και των Αιγυπτίων; 

Τα κείμενα αυτά μας παρέχουν πληροφορίες για τη ζωή και το κήρυγμα του Ιησού Χριστού ή εμβαθύνουν θεολογικά στην προσωπικότητά του με τρόπο ανάλογο των κανονικών ευαγγελίων· κατά περίσταση, επίσης, συναγωνίζονται σε αρχαιότητα μαζί τους.
Διάφοροι λόγοι όμως υποχρέωσαν την εκκλησία είτε να τα αφήσει στην άκρη, επιτρέποντας την περιορισμένη μόνο ανάγνωσή τους από τους πιστούς, είτε να τα καταδικάσει τελείως όταν διείδε στη διήγησή τους τον κίνδυνο της αίρεσης, της παραχάραξης δηλαδή του αυθεντικού περιεχομένου της πίστης.

Τα κείμενα που κατατάσσονται στην απόκρυφη χριστιανική γραμματεία δεν αποτελούν ομοιογενές υλικό· σημαντικότατες διαφοροποιήσεις ισχύουν ανάμεσά τους.
Σύμφωνα με τον Γερμανό καθηγητή Wilhelm Schneemelcher, η μεθοδολογία του οποίου μας χρησιμεύει σαν νήμα της Αριάδνης για να μη χαθούμε στον λαβύρινθο των επιστημονικών λεπτομερειών που ενέχει η εξέταση του υπό συζήτηση θέματος, το ρήμα «ersetzen» από τη μια μεριά και το ρήμα «erganzen» από την άλλη συνιστούν τους δύο αντιθετικούς πόλους γύρω από τους οποίους περιστρέφεται ολόκληρη η απόκρυφη γραμματεία.

 Ersetzen σημαίνει στα γερμανικά «αντικαθιστώ» και προσιδιάζει ως όρος στην πρώτη μεγάλη κατηγορία απόκρυφων κειμένων τα οποία προέρχονται από αιρετικούς κύκλους της αρχαίας εκκλησίας. Στόχος τους είναι να υποσκάψουν την Καινή Διαθήκη στη συνείδηση των πιστών και να καταλάβουν τη θέση της ως ιερές γραφές του χριστιανισμού με την εναλλακτική θεώρηση του Ιησού την οποία προτείνουν· η αντίθεση με την ορθόδοξη παράδοση αποτελεί το κυριότερο γνώρισμά τους. 

Στην πλειονότητά τους τα απόκρυφα που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία χρονολογούνται πρώιμα, από τον Ιο έως τον 3ο αιώνα μ.Χ., περίοδο στην οποία δεν έχει παγιωθεί ακόμη ο αριθμός των είκοσι επτά βιβλίων που απαρτίζουν τον Κανόνα της Καινής Διαθήκης. Αντανακλούν τη ρευστότητα που χαρακτηρίζει τον αρχέγονο χριστιανισμό όταν διάφορες τάσεις συγκρούονται με σφοδρότητα στο εσωτερικό της εκκλησίας για να επιβάλουν την άποψή τους σχετικά με θεμελιώδη ζητήματα της πίστης; τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, την ενσάρκωση του Ιησού, την ανάστασή του από τους νεκρούς, τη Δευτέρα Παρουσία κ.ά.

Το Ευαγγέλιο του Ιούδα, το οποίο ήρθε πρόσφατα στο φως της δημοσιότητας, όμοια με τους παπύρους της βιβλιοθήκης του Nag Hammadi και τα άλλα γνωστικά κείμενα που μεταφέρει σποραδικά η χειρόγραφη παράδοση, ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία αποκρύφων που στιγματίστηκαν ως νόθα και απόβλητα από την εκκλησία.

Το ρήμα «erganzen», από την άλλη μεριά, σημαίνει στα γερμανικά «συμπληρώνω» και οριοθετεί μια διαφορετική κατηγορία αποκρύφων, με ορθόδοξη κατά κύριο λόγο προέλευση. Δική τους πρόθεση δεν είναι να αντικαταστήσουν την Καινή Διαθήκη αλλά να συμπληρώσουν τα «κενά» που αφήνει η διήγησή της, εξάπτοντας τη φαντασία των πιστών με πλήθος λεπτομερειών που δεν διασώζουν οι ευαγγελιστές Μάρκος, Ματθαίος, Λουκάς και Ιωάννης.
Πολύ περισσότερο από μια διάθεση αμφισβήτησης του επίσημου χριστιανισμού, κίνητρο για τη συγγραφή αυτών των κειμένων αποτέλεσε η ικανοποίηση της ανθρώπινης περιέργειας, που σκοντάφτει τόσο συχνά στη φειδωλότητα των πληροφοριών τις οποίες μας παρέχουν οι ιεροί συγγραφείς σχετικά με τον Ιησού ή άλλα πρόσωπα της πρώιμης εκκλησίας.

Τα απόκρυφα της δεύτερης κατηγορίας μας μεταφέρουν πολλούς θρύλους του αρχέγονου χριστιανισμού που διαδίδονταν αρχικά ανάμεσα στους πιστούς από στόμα σε στόμα και αποκρυσταλλώθηκαν σε γραπτή μορφή με την πάροδο του χρόνου. Παρότι βρίθουν συχνά από φανταστικά στοιχεία και ανακρίβειες, τα απόκρυφα της δεύτερης κατηγορίας που συμπληρώνουν την Καινή Διαθήκη οικοδομούν τη διήγησή τους πάνω σε έναν ιστορικό πυρήνα, ώστε δεν αποτελεί έκπληξη ότι επιβίωσαν πλάι στον επίσημο κανόνα της Αγίας Γραφής κι ενσωματώθηκαν άτυπα στη λατρευτική παράδοση της εκκλησίας.
Μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης, όπως το Γενέθλιον, τα Εισόδια και η Κοίμηση της Θεοτόκου, στηρίζονται αποκλειστικά σε απόκρυφες πηγές, εφόσον σε αυτές χρωστάμε τις μοναδικές πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή της μητέρας του Θεανθρώπου.

Ωστόσο οι δύο παραπάνω κατηγορίες αποκρύφων επιδέχονται επιμέρους υποδιαιρέσεις και δεν αποκλείουν τις εξαιρέσεις. Υπάρχουν, με άλλα λόγια, απόκρυφα που γεννήθηκαν μέσα στη φωτιά των διωγμών και εξυπηρετούν την απολογητική του χριστιανισμού απέναντι στους εθνικούς ή τους Ιουδαίους· άλλα, πάλι, γράφτηκαν για να αντικροϋσουν αιρετικές απόψεις.

Ιδιαίτερη υποκατηγορία αποτελούν τα απόκρυφα που δραματοποιούν με την αφήγησή τους αφηρημένες θεολογικές έννοιες ώστε να γίνουν κατανοητές από το εκκλησίασμα (theologie narrative) και όχι σπάνια στη χειρόγραφη παράδοση συναντάμε κείμενα αιρετικής προέλευσης που καθάρθηκαν από τα κακόδοξα στοιχεία τους και εντάχθηκαν στον «Συναξαριστή» και στη λατρεία.

Η απόκρυφη χριστιανική γραμματεία περιλαμβάνει εκατοντάδες κείμενα στα ελληνικά, τα λατινικά, τα κοπτικά, τα γεωργιανά και άλλες αρχαίες γλώσσες, ώστε δύσκολα μπορεί κανείς να την παρουσιάσει σε όλη την ποικιλομορφία της στο πλαίσιο ενός άρθρου ή ακόμη και μιας επιστημονικής μελέτης. «Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;» - για να δανειστούμε έναν γνωστό στίχο από το «Μυθιστόρημα» του Γιώργου Σεφέρη.

Στη συνέχεια θα σκιαγραφήσουμε σε αδρές γραμμές τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται το πάθος και η ανάσταση στα απόκρυφα, επιλέγοντας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για την καθεμία από τις δύο βασικές κατηγορίες στις οποίες διακρίνονται κατά Schneemelcher: το Ευαγγέλιο του Ιούδα από την πρώτη και το Ευαγγέλιο του Νικοδήμου από τη δεύτερη.

Το Ευαγγέλιο του Ιούδα

Το 2006 δημοσιεύτηκε από τον οργανισμό National Geographic το Ευαγγέλιο του Ιούδα, το οποίο αποκαλύφτηκε τη δεκαετία του 70 για να φτάσει έπειτα από περιπετειώδη διαδρομή στα χέρια των ειδικών επιστημόνων.

Οι τυμπανοκρουσίες με τις οποίες ανακοινώθηκε από τα διεθνή ΜΜΕ η έκδοσή του και η αίσθηση που προκάλεσε στην κοινή γνώμη παγκοσμίως δικαιολογούνται απόλυτα από την ταυτότητα του πρωταγωνιστή του. Ενα απόκρυφο κείμενο που αποδίδεται στον Ιούδα Ισκαριώτη και διασώζει τις στιχομυθίες του με τον Κύριο πριν από το πάθος - τι πιο συναρπαστικό θα μπορούσε να περιέχει ανάμεσα στα φθαρμένα φύλλα του ένας αρχαίος πάπυρος θαμμένος στην έρημο της Αίγυπτου;

Ο Ιούδας, ωστόσο, ο οποίος μιλάει έπειτα από τόσους αιώνες σε μας μέσα από τις γραμμές του αποκρύφου δεν έχει την παραμικρή σχέση με το ιστορικό πρόσωπο που συνοδέυσε στις περιοδείες του τον Ιησού Χριστό και τον παρέδωσε τελικά να θανατωθεί στους αρχιερείς του μεγάλου συνεδρίου.
Είναι μια εξιδανικευμένη μορφή που φιλοτέχνησε με την πένα του κάποιος άγνωστος συγγραφέας τον 2ο αιώνα μ.Χ., παραλλάζοντας έντεχνα τη διήγηση του πάθους της Καινής Διαθήκης. Ενσαρκώνει, λοιπόν, ως dramatis persona το θρησκευτικό πιστεύω του ανθρώπου που τον έπλασε με τη φαντασία του, ενός σχισματικού χριστιανού που ανήκε στο κίνημα της Γνώσης.

Η Γνώση (ή διαφορετικά ο γνωστικισμός) είναι μια αίρεση που γνώρισε ευρεία διάδοση τους πρώτους αιώνες μ.Χ., απλώνοντας τα πλοκάμια της σε Δύση και Ανατολή, προτού ατονήσει με τον καιρό και ξεριζωθεί από το εκκλησιαστικό σώμα. Οι οπαδοί της επεδίωκαν την προσωπική επικοινωνία με τον Θεό και απέρριπταν μία προς μία όλες τις θεσμικές μορφές που τείνει να προσλάβει ο χριστιανισμός ήδη από την πρώτη γενιά μετά τους αποστόλους. Στη θέση του δόγματος, της πίστης με άλλα λόγια στις υποθήκες της αποστολικής παράδοσης, και της αφοσίωσης στην ιεραρχία της εκκλησίας, προέβαλλαν ένα εναλλακτικό θρησκευτικό ιδεώδες: τη γνώση.

Σύμφωνα με τη συντριπτική πλειονότητα των οπαδών του κινήματος, η γνώση είναι ο απώτερος στόχος της ζωής του ανθρώπου, που τον καταξιώνει ως «κατ’ εικόνα» δημιούργημα του Θεού και του ανοίγει διάπλατα τον δρόμο προς τη σωτηρία. Μια γνώση που επικετρώνεται κυρίως στην αυτοσυνειδησία του ατόμου σχετικά με τη θεϊκή του καταγωγή και τη μακαριότητα που θα γευτεί μετά θάνατον στον άλλο κόσμο.

Το αρχαίο ελληνικό ρητό γνώθι σ' αυτόν, με τον τρόπο ιδιαίτερα που ερμηνεύεται από τον Σωκράτη στους πλατωνικούς διαλόγους, αποτελεί τον θεμέλιο λίθο πάνω στον οποίο τα διάφορα ρεύματα του γνωστικισμού οικοδομούσαν τη μεταφυσική τους διδασκαλία.
Παρόμοια με τον πλατωνισμό, οι γνωστικοί επέμεναν στην αναγκαιότητα της στροφής του ανθρώπου στον εαυτό του και της ενασχόλησης με τον εσώτερο πυρήνα της ύπαρξής του, τον οποίο ταύτιζαν με την ψυχή ή το πνεύμα.

Επίσης, σε απόλυτη συνάφεια με την πλατωνική ανθρωπολογία, θεωρούσαν την ψυχή αιώνια και ακατάλυτη, σε αντίθεση με το φθαρτό κορμί που την περιβάλλει. Προήλθε, κατά τη γνώμη τους, από το «πλήρωμα», το ουράνιο βασίλειο του φωτός, και συνιστά απόρροια της θείας ουσίας που αναμείχθηκε με την ύλη σε κάποια στιγμή της κοσμογονικής διαδικασίας. Περικλείει, λοιπόν, έμφυτα μέσα της τη ροπή προς τον Θεό, η οποία παραμένει ωστόσο ανενεργή λόγω της συγκατοίκησής της με το σώμα.

Με τα πιο μελανά χρώματα οι γνωστικές πηγές περιγράφουν την παρούσα κατάσταση της επίγειας ζωής του ανθρώπου. Εξωθώντας στα άκρα τον δυαλισμό του πλατωνισμού, την τοποθετούν σε ένα ζοφερό τοπίο πτώσης: είναι μια αιχμαλωσία στις δαιμονικές δυνάμεις του κακού που εκπορνεύουν την ψυχή και την αλυσοδένουν με τα δεσμό της ύλης· μια περιπλάνηση μέσα στο έρεβος ή σ' ένα εφιαλτικό όνειρο τη νύχτα- ένα μεθύσι, ακόμη, που προκαλούν τα βίαια και άλογα πάθη της σάρκας. Μόνο εάν σκύψει ο άνθρωπος μέσα του και αναγνωρίσει ποιος είναι και από πού προέρχεται μπορεί να απαλλαγεί από την ολέθρια επιρροή τους.
Η γνώση αποτελεί τη λυτρωτική εκείνη δύναμη που τον βοηθά να συνέλθει από την παραζάλη στην οποία βρίσκεται και να ανακτήσει τη συνείδηση του εαυτού του.

Η μεταφυσική διδασκαλία του γνωστικισμού επηρέαζε αναπόφευκτα τον τρόπο με τον οποίο οι πολυάριθμοι οπαδοί του αντιλαμβάνονταν την προσωπικότητα του Σωτήρα. Γι’ αυτούς ο Ιησούς Χριστός ήταν πρωτίστως ο ραββί, ο διδάσκαλος που αποκαλύπτει τη σοφία και τη γνώση, παρά ο πάσχων δούλος τού Θεού που σηκώνει στους ώμους του την αμαρτία του κόσμου.

Το κήρυγμά του, λοιπόν, αποκτά στον χώρο του γνωστικισμού μια μυστηριακή διάσταση ελάχιστα ορατή στο κείμενο της Καινής Διαθήκης. Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι τα περισσότερα απόκρυφα ευαγγέλια που προέρχονται από το χέρι γνωστικών παραλείπουν οποιαδήποτε αναφορά στις ιάσεις, στα θαύματα και στην επίγεια εν γένει δράση του Κυρίου.

Τα γεγονότα της αφήγησής τους διαδραματίζονται κατά κανόνα μετά την ανάσταση, όταν ο Ιησούς έχει απεκδυθεί το ανθρώπινο προσωπείο του και έχει επανέλθει στη θεϊκή του φύση. Τότε εμφανίζεται στους μαθητές του μέσα σ' ένα εκθαμβωτικό φως που τους προκαλεί έκσταση και δέος. Κατόπιν, στο πλαίσιο ενός διαλόγου που εκτυλίσσεται μεταξύ τους, τους φανερώνει την εσώτερη διδασκαλία του σχετικά με τη δομή του σύμπαντος, την ιεραρχία των ουράνιων δυνάμεων, την ανάδυση της ύλης από την άβυσσο, τη δημιουργία του Αδάμ και της Εύας, τη σύσταση της ανθρώπινης ψυχής και άλλα συναφή θέματα κοσμολογικού και ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος.

Οπως λέει ο Ιησούς στο Απόκρυφον Ιωάννου καθώς συναντάει τον αγαπημένο του μαθητή αμέσως μετά την ανάσταση: «Ηρθα για να σου διδάξω τι υπήρχε, τι υπάρχει και τι περνάει και χάνεται. Θα γνωρίσεις το ορατό και το μη ορατό. Και θα κατανοήσεις τον τέλειο άνθρωπο» (BG 22,2-9). Αντί για το χαρμόσυνο άγγελμα της έγερσης από τους νεκρούς και της νίκης πάνω στη φθορά και στον θάνατο το οποίο μας μεταφέρουν οι εμφανίσεις του αναστάντος στη διήγηση της Καινής Διαθήκης, ο Ιησούς στο παραπάνω απόκρυφο ευαγγέλιο παρουσιάζεται στον Ιωάννη για να του προσφέρει μια αποκάλυψη φιλοσοφικού χαρακτήρα μ’ έναν τυπικό για ολόκληρο τον γνωστικισμό τρόπο.

Το λογοτεχνικό πρότυπο σύμφωνα με το οποίο έχουν συνταχθεί το Απόκρυφον Ιωάννου και άλλα κείμενα που περιλαμβάνονται στη βιβλιοθήκη του Nag Hammadi ακολουθεί και ο συγγραφέας του Ευαγγελίου του Ιούδα.

Με μία, βέβαια, διαφορά: τοποθετεί τη συνάντηση του Ιούδα με τον Ιησού πριν από την ανάσταση, υιοθετώντας θέλοντας και μη τη διαδοχή των γεγονότων στη διήγηση της Καινής Διαθήκης. Πώς θα μπορούσε να αγνοήσει τη ρητή μαρτυρία των ευαγγελιστών ότι ο Ιούδας απαγχονίσθηκε -ή ξεκοιλιάστηκε- μετά την προδοσία του (Μτ 27,3-5· Πρξ 1,15-19), παρουσιάζοντάς τον να διαλέγεται με τον αναστημένο Ιησού ενώ έχει φύγει από τη ζωή ήδη πριν από τη σταύρωση;

Κατά τα άλλα το απόκρυφο, εάν εξαιρέσουμε την αιχμηρή του κριτική ενάντια στον χριστιανικό κλήρο, δεν προσφέρει ιδιαίτερες συγκινήσεις σ’ έναν ερευνητή εξοικειωμένο με τα θρησκευτικά ρεύματα του ελληνορωμαϊκού κόσμου.
Από την επικεφαλίδα την οποία φέρει στον κοπτικό κώδικα Tchacos γίνεται σαφής ο συμβατικός γνωστικός του χαρακτήρας. Πρόκειται, διαβάζουμε, για μια «διήγηση της αποκάλυψης που φανέρωσε ο Ιησούς σε συνομιλία με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη στη διάρκεια μιας εβδομάδας, τρεις ημέρες προτού να εορτάσει το Πάσχα» (ΕυΙουδ 33).

Ομοια με ένα πλήθος άλλα απόκρυφα γνωστικής προέλευσης, το Ευαγγέλιο του Ιούδα περιέχει βασικά την αποκάλυψη του Ιησού Χριστού προς έναν μαθητή του. Ακολουθώντας πιστά τα στερεότυπα μοτίβα του γνωστικισμού, μας την παρουσιάζει μάλιστα με τη μορφή διαλόγου που εκτυλίσσεται ανάμεσά τους.

Με τις αποκρίσεις του Κυρίου στα ερωτήματα που του τίθενται η ουράνια γνώση μεταδίδεται στον συνομιλητή του και φωτίζει το πνεύμα του, ώστε να κατανοήσει τον βαθύτερο εαυτό του. Θεματικά, ακόμη, η αποκάλυψη του Ιησού προς τον Ισκαριώτη δεν διαφέρει από τόσες άλλες που συναντάμε εδώ κι εκεί στην απόκρυφη γραμματεία της Βίβλου.
Τα ιερά μυστήρια του σύμπαντος που ακούει ο Ιούδας εμβρόντητος να του αποκαλύπτει ο διδάσκαλός του αποτελούν κοινότοπες απόψεις του γνωστικισμού τον 2ο αιώνα μ.Χ. και μπορεί να συνοψιστούν σε δυο κουβέντες: το ον χωρίζεται σε δύο περιοχές ριζικά διαφορετικές μεταξύ τους- πέρα από τον κόσμο του «πληρώματος», όπου αναπαύονται στη μακαριότητα οι θεϊκοί αιώνες, εκτείνεται η σκοτεινή επικράτεια της ύλης -«όλεθρο» την ονομάζει ο Ιησούς στο απόκρυφο- που έχει την αρχή της στον Ιαλδαβαώθ, τον κατώτερο δημιουργό-θεό, και εξουσιάζεται από τους μισητούς άρχοντές του.

 Η σωτηρία, τέλος, ταυτίζεται με την απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα. Ο ίδιος ο Ιησούς, ως τέλειος γνωστικός, εκδηλώνει στη διήγηση την επιθυμία του να απαλλαγεί από αυτό, προτρέποντας τον Ιούδα να τον παραδώσει στις αρχές που τον καταζητούν. Στην τελευταία συνάντηση μαζί του πριν από τη σύλληψη του μιλάει με περιφρόνηση για όλους όσοι πρόκειται να βαπτιστούν χριστιανοί επικαλούμενοι το όνομά του. «Αλλά εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς» ψιθυρίζει στο αυτί του μαθητή του. «Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει» (ΕυΙουδ 55-56)!
Ποιος πρόδωσε, λοιπόν, τον Ιησού Χριστό;
Ο Ιούδας ή η επίσημη εκκλησία με τον προσανατολισμό της προς την επίγεια ζωή και την ενδοτικότητά της απέναντι στη δίψα των πιστών για χρήμα, δύναμη και υλικές απολαύσεις; Να ποιο είναι το ερώτημα με το οποίο θέτει αντιμέτωπους τους σύγχρονούς του χριστιανούς ο συγγραφέας του Ευαγγελίου του Ιούδα.

Το Ευαγγέλιο του Νικοδήμου

Κάτω από τον τίτλο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου συνυπάρχουν στην ουσία δύο αυτόνομα κείμενα, που γράφτηκαν σε διαφορετική εποχή και συγκολλήθηκαν αργότερα στη χειρόγραφη παράδοση σε μια ενιαία διήγηση του πάθους. Το πρώτο (κεφ. I-XVI) είναι αρχαιότερο και ονομάζεται «Υπομνήματα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού επί Ποντίου Πιλάτου» ή πιο απλά «Ακτα Πιλάτου» (= Acta Pilati). Ο χαρακτήρας του είναι φανερά απολογητικός.

Η φήμη που κυκλοφορούσε ευρέως τους πρώτους αιώνες μ.Χ. για την ύπαρξη των πρακτικών της δίκης του Ιησού οδήγησε, προφανώς, κάποιον -άγνωστο σε μας- συγγραφέα να διανθίσει με πολλές φανταστικές λεπτομέρειες τη διήγηση του πάθους από την Καινή Διαθήκη, δίνοντάς μας έτσι, λεπτό προς λεπτό, όσα συνέβησαν μέσα στο πραιτόριο της Ιερουσαλήμ πριν από τη σταύρωση του Κυρίου. Συγκεκριμένα, σε μια ανοιχτή ακροαματική διαδικασία μπροστά στον Πόντιο Πιλάτο παρακολουθούμε διάφορους μάρτυρες να καταθέτουν υπέρ του Ιησού, καταρρίπτοντας όλες τις κατηγορίες που εγείρουν εναντίον του οι αρχιερείς, οι γραμματείς και οι φαρισαίοι βλασφημία προς τον Θεό, μαγεία, νόθος καταγωγή, προδοσία κατά του Καίσαρα και της Ρώμης.

Η αθωότητα του Θεανθρώπου απέναντι στην τελευταία κατηγορία υπογραμμίζεται ιδιαίτερα στη διήγηση με έμφαση, γεγονός το οποίο μας υποβάλλει τη σκέψη πως το απόκρυφο γράφτηκε σε μια εποχή κατά την οποία οι σχέσεις ανάμεσα στην εκκλησία και τις κρατικές αρχές είναι ακόμη τεταμένες.
Πράγματι, από μια πληροφορία που μας παρέχει ο Ευσέβιος στην «Εκκλησιαστική ιστορία» του βεβαιώνεται έμμεσα η διάδοση των «Ακτών Πιλάτου» στη Μικρά Ασία κατά τον διωγμό του Μαξιμίνου Δάια, το 311/12 μ.Χ.
Ισως, βέβαια, ο αρχικός πυρήνας των «Ακτών» να διαμορφώθηκε πολύ νωρίτερα, στα μέσα του 2ου αιώνα. Για λίγα πράγματα, ωστόσο, μπορεί να είμαστε σίγουροι, εξαιτίας της πυχνής ομίχλης που καλύπτει τις συνθήκες γέννησης του αποκρύφου.

Θα πρέπει να πούμε ότι τα «Ακτα Πιλάτου» είναι ένα γοητευτικό κείμενο από το οποίο δεν απουσιάζουν ο πολιτικός προβληματισμός και η θεολογία. Στο κεφάλαιο III π.χ. ο συγγραφέας τους παραθέτει τον διάλογο Πόντιου Πιλάτου - Ιησού από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο σχετικά με τη διάσταση ανάμεσα στην επίγεια και την ουράνια βασιλεία (: ή βασιλεία ή έμή ούκ έστιν έκ τοϋ κόσμου τούτου.../ Ιω 18,33-38). Συμπληρώνει, όμως, τον διάλογο αυτό, ο οποίος ολοκληρώνεται στο Κατά Ιωάννην με το ερώτημα του Πιλάτου «τι έστιν αλήθεια;» που μένει αναπάντητο από τον Ναζωραίο (18,38)· ένα ερώτημα οπωσδήποτε φιλοσοφικό, το οποίο σύμφωνα με τον Φρειδερίκο Νίτσε «hat das Neue Testament mit dem einzigen Wort bereichert, das Wert hat (...): “Was ist Wahrheit?"».

 Ο Ιησούς λέει λοιπόν στον Ρωμαίο έπαρχο ότι η αλήθεια έχει υπερβατική υπόσταση και βρίσκεται στα ουράνια. Οταν εκείνος του θέτει στη συνέχεια το ερώτημα «Στη γη δεν υπάρχει αλήθεια;», ο Ιησούς του απαντάει ευθέως και χωρίς περιστροφές: «Το βλέπεις τώρα δα και ο ίδιος πώς αυτοί που λένε την αλήθεια δικάζονται από όσους έχουν την εξουσία πάνω στη γη» - όράς, οί την αλήθειαν λέγοντες πώς κρίνονται άπό τών έχόντων την έξουσίαν έπί γης (III, 2).

 Η σκηνή επίσης από το κεφάλαιο I του αποκρύφου στην οποία βλέπουμε τα λάβαρα με τις προτομές των αυτοκρατόρων να σκύβουν θαυματουργικά και να προσκυνούν μόνα τους τον Ιησού κατά την είσοδό του στο πραιτόριο έχει έντονο συμβολικό περιεχόμενο: μας μεταφέρει με πολύ απτό και παραστατικό τρόπο το μήνυμα ότι η κοσμική εξουσία που απολαμβάνουν οι καίσαρες της Ρώμης είναι ατελής και υποτάσσεται φύσει στην ουράνια και πνευματική που ενσαρκώνει ο Ιησούς, ο Κύριος της εκκλησίας.

Το δεύτερο μέρος του Ευαγγελίου του Νικοδήμου περιλαμβάνει τα κεφάλαια XVII-XXVII και αφηγείται την κάθοδο του Ιησού στον κάτω κόσμο.
Ο Constantinos Tischendorf, ο πρώτος εκδότης της απόκρυφης χριστιανικής γραμματείας, του απέδωσε την ονομασία «Descensus Christ! ad inferos», η οποία στην ελληνική της εκδοχή θα ήταν «Η εις Αδου κάθοδος του Ιησού», την οποία υιοθετώ κι εγώ - αν και δεν απαντά στις αρχαίες πηγές και στη χειρόγραφη παράδοση.

Σύμφωνα με τη μυθοπλασία της «Καθόδου», δύο νεκροί που αναστήθηκαν από τον Ιησού Χριστό προσέρχονται στο μεγάλο συνέδριο των Ιεροσολύμων (πρβλ. Μτ 27,51-53). Αφού δώσουν όρκο βάζοντας το χέρι τους στην Παλαιά Διαθήκη, διηγούνται στον Αννα, τον Καϊάφα και στους υπόλοιπους αρχιερείς τους άθλους του Ιησού στον κάτω κόσμο: πώς διέλυσε με το θεϊκό του φως όλα τα σκοτάδια- πώς γκρέμισε τις «αιώνιες πύλες» από το βασίλειο του Αδη κι ελευθέρωσε όλους τους νεκρούς- πώς έπιασε από τον λαιμό τον Σατανά και τον παρέδωσε στους αγγέλους να τον αλυσοδέσουν κ.ά. 

Από τα παραπάνω, αυθόρμητα μας δημιουργείται η εντύπωση ότι η «Κάθοδος», όπως και τα «Ακτα Πιλάτου», εξυπηρετεί μια απολογητική σκοπιμότητα: να φανεί σε όσους αρνούνται ακόμη την πίστη ότι ο Ιησούς αληθώς άνέστη και κατατρόπωσε τις δυνάμεις της φθοράς και του θανάτου.
Δεν είναι οι Ιουδαίοι και οι εθνικοί εκείνοι που αμφιβάλλουν για την ανάσταση και ζητούν χειροπιαστές αποδείξεις για να πειστούν στις επαγγελίες του ευαγγελίου;

Εντούτοις η κατάθεση των δύο μαρτύρων στο μεγάλο συνέδριο μπορεί να μην είναι τίποτε περισσότερο από ένα ευρηματικό τέχνασμα κάποιου εκκλησιαστικού συγγραφέα. Με τον τρόπο αυτό θέλησε να συνεχίσει τη διήγηση του πάθους και να περιγράψει σε πλάτος την κάθοδο του Ιησού στο βασίλειο των νεκρών, για την οποία νύξεις μόνο συναντούμε εδώ κι εκεί στην Καινή Διαθήκη (Μτ 27,51-53- Εφ 4,8-10- Απκ 1,18- Α' Πετρ 3,19-20.4,6).
Το γλωσσικό ύφος του αποκρύφου είναι έντονα υμνολογικό και θυμίζει λειτουργικά κείμενα που ψάλλονται στην ακολουθία του Μεγάλου Σαββάτου στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Οσον αφορά χρονολόγησή του, ένα πράγμα μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα: όπως το θέτει λακωνικά ένας ερευνητής: Jot [...] before the fifth century A.D.».9 Τον 5o αιώνα μ.Χ. αργότερα, όταν η εκκλησία έχει εδραιωθεί πλέον ως ιατούσα θρησκεία στο Imperium Romanum, ο συγγραέας της «Καθόδου» διατρανώνει την πίστη του στη δύναμη του Μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού να λυτρώσει τον άνθρωπο από την αιχμαλωσία στον Αδη. Η αφήγηση του πάθους αποδεσμεύεται στο απόκρυφο από το αυστηρό ιστορικό πλαίσιο στο οποίο την τοποθετούν οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης· αποτελεί το προοίμιο μόνο του θριάμβου που επιτέλεσε ο Ιησούς Χριστός, τον οποίο προαναγγέλλουν με μια φωνή οι προφήτες της Παλαιός Διαθήκης: «Θ’ αναστηθούν οι νεκροί και θα σηκωθούν όσοι είναι στα μνήματα κι από την ψυχή τους θα χαρούν εκείνοι μέσα στο χώμα» (Ησ 26,19)· «Πού είναι το κεντρί σου, Θάνατε; Πού είναι η νίκη σου, Αδη;» (Ωσ 13,14).'

 Καλή Πασχαλιά σε όλους!

***

ΕΚΤΟΣ ΚΑΝΟΝΑ

Το Πάθος και η Ανάσταση στα απόκρυφα ευαγγέλια

Οι τελευταίες στιγμές του Χριστού, η κάθοδός του στον Αδη και η επιστροφή του στον κόσμο των ζωντανών μέσα από τρία κείμενα της απόκρυφης γραμματείας: των ευαγγελίων Πέτρου, Νικοδήμου/Πράζεων Πιλάτου, Ιωσήφ

Του Νικολάου Παύλου, Δρα Θεολογίας - ιστορικού ΜΑ

Απόκρυφα της Καινής Διαθήκης ονομάζονται κείμενα που έχουν ίδια θεματολογία με τα βιβλία του δεύτερου μέρους της Βίβλου και έχουν γραφεί από τον 2ο αι. μ.Χ. και εξής. Οι συγγραφείς τους είναι άγνωστοι, υπογράφουν όμως κυρίως με ονόματα μαθητών του Ιησού για να δώσουν κύρος στα γραπτά τους. Περιέχουν αυτά που θεωρούν περιστατικά της ζωής του, διδασκαλίες του, καθώς και καταγραφές από τη δράση των αποστόλων.

Τα απόκρυφα δεν περιλαμβάνονται στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης. Μάλιστα ο Μέγας Αθανάσιος στην 39η Εορταστική Επιστολή του παρουσιάζει τα βιβλία που αποτελούν την Αγία Γραφή (Παλαιό και Καινή Διαθήκη) γιατί, όπως τονίζει, πολλοί μπορεί να απατηθούν
από την πονηριά μερικών ανθρώπων και να αρχίσουν να διαβάζουν τα λεγάμενα απόκρυφα.

Ας μη θεωρηθεί όμως ότι οι συγγραφείς τους στόχευαν πάντα στη διάδοση αιρετικών διδασκαλιών. Πολλά απόκρυφα κείμενα σε γενικές γραμμές δεν διέφεραν από τις καινοδιαθηκικές αφηγήσεις. Θεωρούνταν ότι συμπλήρωναν τα ευαγγελικά κείμενα και παρουσίαζαν πτυχές του βίου του Ιησού και άλλων ιερών προσώπων που δεν αναφέρονταν στη γραμματεία της Καινής Διαθήκης.

Αλλωστε μεγάλος αριθμός τους βρέθηκε στην Αίγυπτο σε τάφους μοναχών καθώς τα θεωρούσαν έργα πίστης - οι μοναχοί είχαν την επιθυμία να ταφούν με τα αγαπημένα τους βιβλία. Οι πληροφορίες που δίνονται σε αυτά χρησιμοποιήθηκαν ως αφετηρία για τη θέσπιση γιορτών και στην εικονογραφία ή για να αποσαφηνιστούν λεπτομέρειες που δεν υπάρχουν στα ευαγγέλια και τα άλλα ιερά κείμενα, όπως για παράδειγμα τα ονόματα των τριών μάγων ή των δύο ληστών που σταυρώθηκαν μαζί με τον Κύριο, όπως θα τονιστεί στη συνέχεια.

Αντιστοίχιση κανονικών και απόκρυφων ευαγγελίων

Το Πάθος και η Ανάσταση του Ιησού σίγουρα θα τραβούσαν την προσοχή των συγγραφέων των απόκρυφων κειμένων. Βέβαια οι καταγραφές τους γίνονταν ανάλογα με την οπτική γωνία που έβλεπαν τα γεγονότα και τις προφορικές ή γραπτές παραδόσεις που είχαν υπόψη τους. Το γενικό πλαίσιο δεν διέφερε αισθητά από τα αντίστοιχα κείμενα των κανονικών ευαγγελίων, οπότε η ειδοποιός διαφορά επικεντρώνεται σε λεπτομέρειες που περιέχουν και δίνουν το ιδεολογικό τους στίγμα αλλά και στο κοινό στο οποίο απευθύνονταν.

Για να κατανοηθούν οι αφηγήσεις των απόκρυφων ευαγγελίων για το Πάθος και την Ανάσταση θα πρέπει αρχικά να παρουσιαστεί σε γενικές γραμμές ο σχετικός λόγος των ευαγγελίων ώστε να σχηματιστεί πλήρης εικόνα.

Στο αρχαιότερο ευαγγέλιο, που είναι το Κατά Μάρκον, τα γεγονότα του Πάθους και της Ανάστασης ακολουθούν αυστηρή χρονολογική σειρά. Από το κεφ. 14 αρχίζει να γίνεται λόγος για τη συνωμοσία που κάνουν οι αρχιερείς και οι γραμματείς επειδή θέλουν να θανατώσουν τον Ιησού και για την απόφαση του Ιούδα του Ισκαριώτη να τον προδώσει.

Ακολουθεί ο Μυστικός Δείπνος, η πρόρρηση της άρνησης του Πέτρου, η προσευχή του Ιησού στη Γεθσημανή και η σύλληψή του, η δίκη στο Μεγάλο Συνέδριο, η άρνηση του Πέτρου, η δίκη από τον Πιλάτο, οι εμπαιγμοί και τέλος η σταύρωση και η ταφή του Ιησού. Αποκορύφωμα είναι η Ανάστασή του, που πιστοποιείται τόσο από τον νεαρό με τη λευκή στολή τον οποίο η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία, η μητέρα του Ιάκωβου, βρίσκουν μέσα στο κενό μνήμα όσο και από τις εμφανίσεις του στους μαθητές.

Οι ερευνητές έχουν κατατάξει τα απόκρυφα ευαγγέλια που αναφέρονται στο ίδιο θέμα σε μια ειδική κατηγορία, τα «Ευαγγέλια Πάθους, Καθόδου στον Αδη και Ανάστασης του Χριστού». Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το Ευαγγέλιο Πέτρου, το Ευαγγέλιο Νικοδήμου, οι Πράξεις Πιλάτου, το Ευαγγέλιο Βαρθολομαίου, το Αφήγημα Ιωσήφ από Αριμαθαίας και η Επιστολή των Αποστόλων.

Στη συνέχεια θα παρουσιαστούν ενδεικτικά το Ευαγγέλιο Πέτρου, το Αφήγημα Ιωσήφ από Αριμαθαίας και το Ευαγγέλιο Νικοδήμου (η συνέχεια των Πράξεων Πιλάτου), τα οποία θα βοηθήσουν στην κατανόηση του σχετικού περιεχομένου των απόκρυφων ευαγγελίων.

«Ταύτη τη τιμή τιμήσωμεν τον υιόν του Θεού»

Η εύρεση του απόκρυφου κειμένου που ονομάστηκε Ευαγγέλιο του Πέτρου είναι πράγματι συναρπαστική. Βρέθηκε -μαζί με άλλα δύο κείμενα- τον χειμώνα του 1886 στον τάφο ενός μοναχού στην Akhmim της Αιγύπτου. Μεταξύ των ερευνητών υπήρξαν πολλές αντιτιθέμενες απόψεις, γι’ αυτό και οι σχετικές εργασίες που είδαν το φως της δημοσιότητας για την ερμηνεία του είναι πολλές.

Είναι πιθανό να γράφτηκε στο πρώτο μισό του 2ου αι. μ.Χ. στη Μικρά Ασία ενώ ο συγγραφέας του φαίνεται να γνώριζε καλά τα κανονικά ευαγγέλια.

Στην αρχή της διήγησης παρουσιάζεται η διαπίστωση ότι κανένας Ιουδαίος αξιωματούχος δεν ένιψε τα χέρια του όπως ο Πιλάτος. Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία καταλαβαίνει ότι πρόκειται να σταυρώσουν τον Κύριο και ζητάει το σώμα του για να το ενταφιάσει. Στη συνέχεια περιγράφεται το Πάθος. Φορούν τον κόκκινο μανδύα στον Ιησού και τον βάζουν να καθίσει σε θρόνο, ενώ τον πειράζουν λέγοντάς του να κρίνει τον λαό. Τον χτυπούν, τον φτύνουν, τον μαστιγώνουν λέγοντας: «Ταύτη τη τιμή τιμήσωμεν τον υιόν του Θεού».

Σταυρώνουν μαζί του δύο κακούργους και πάνω στον σταυρό τοποθετούν την επιγραφή «ούτος έστιν ο βασιλεύς του Ισραήλ». Ο Ιησούς δεν αισθανόταν κανέναν πόνο. Το μεσημέρι της Σταύρωσης έπεσε σκοτάδι σε όλη την Ιουδαίο. Αγωνιούσαν τότε οι παρευρισκόμενοι για να μη δύσει ο ήλιος. Δίνουν στον Ιησού να πιει χολή και ξίδι ενώ αρκετοί άνθρωποι κυκλοφορούσαν με λυχνάρια σαν να ήταν νύχτα. Ο Κύριος τότε κραύγασε «Η δύναμίς μου, η δύναμις, κατέλειψάς με».

Αφαιρούν τότε τα καρφιά από τα χέρια του και τον τοποθετούν στη γη που σείστηκε και όλοι φοβήθηκαν. Βγήκε κατόπιν ο ήλιος, οι Ιουδαίοι χάρηκαν, ενώ οι στρατιώτες έδωσαν το σώμα του Χριστού στον Ιωσήφ.

Ο λαός τότε αναλογίστηκε το κακό που έκανε και άρχισε να θρηνεί. Μόλις το είδαν αυτό τα μέλη του συνεδρίου ζήτησαν από τον Πιλάτο στρατό για φρουρά του τάφου και τον σφραγίζουν με εφτά σφραγίσματα.
Πολλοί πήγαν να δουν τον τάφο. Καθώς ξημέρωνε η Κυριακή ακούστηκε δυνατή φωνή από τον ουρανό, που σχίστηκε, και δύο άντρες κατέβηκαν και άνοιξαν το μνημείο. Βγήκαν από αυτό με τον Χριστό, ενώ τους ακολουθούσε ένας σταυρός. Ακουγόταν δε φωνή από τον ουρανό που έλεγε: «Κήρυξα στους νεκρούς».

Η Μαρία η Μαγδαληνή με άλλες γυναίκες ήρθαν στον τάφο. Τον είδαν ανοιχτό και ένας νέος τις πληροφόρησε για την Ανάσταση. Η διήγηση τελειώνει βρίσκοντας τους μαθητές στην Ιερουσαλήμ να κλαίνε και να είναι θλιμμένοι, ενώ ο Πέτρος γύρισε στη λίμνη της Γαλιλαίος μαζί με τον Λευί του Αλφαίου.

Οπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης του απόκρυφου Ευαγγελίου του Πέτρου, πρόκειται για κείμενο που δανείζεται πολλά στοιχεία από τα κανονικά ευαγγέλια και τα χρησιμοποιεί με τον τρόπο που θέλει ο συγγραφέας του, ο οποίος δείχνει να επανερμηνεύει τα γεγονότα του Πάθους. Χαρακτηριστικό του είναι τα πολλά λαϊκά στοιχεία που υπάρχουν στο κείμενο, γεγονός που επιτρέπει την υπόθεση πως ήταν αρκετά δημοφιλές ανάγνωσμα και ότι κυκλοφορούσε ευρέως.

Οι μαθητές δεν φαίνεται να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο. Κρύβονταν γιατί καταζητούνταν από τις αρχές που πίστευαν ότι ήθελαν να βάλουν φωτιά στον ναό. Στο τέλος ο συγγραφέας παρουσιάζει τον Πέτρο και τον αδερφό του Ανδρέα να πηγαίνουν να ρίξουν τα δίχτυα τους στη λίμνη μαζί με τον Λευί τον γιο του Αλφαίου.

Οι δύο ληστές και ο πολυγραφότατος Πιλάτος

Η Υφήγησις Ιωσήφ, το αφήγημα του Ιωσήφ από την Αριμαθαία, επικεντρώνεται στην προδοσία του Ιούδα και στον ρόλο των δύο ληστών, των οποίων τα ονόματα δίνονται: Γέστας και Δημάς. Ο πρώτος ήταν μεγάλος κακούργος, ενώ ο δεύτερος παρουσιάζεται να κλέβει χρήματα από τους πλούσιους και να τα δίνει στους φτωχούς. Εκλεβε τα βιβλία του νόμου και είχε γυμνώσει τη θυγατέρα του Καϊάφα που ήταν ιέρεια.

Ο Ιούδας κάνει μηχανορραφίες για να παραδώσει τον Ιησού. Του δίνουν τριάντα χρυσά (!) αργύρια και συμφωνούν να προδώσει τον Κύριο με φίλημα και να έχει μαζί του στρατιώτες με μαχαίρια και ξύλα. Ετσι γίνεται και οδηγούν τον Ιησού στον Καϊάφα και στα άλλα μέλη του συνεδρίου, από το οποίο απείχαν ο Νικόδημος και ο Ιωσήφ. Ο Ρωμαίος επίτροπος Πιλάτος σταυρώνει τον Ιησού ανάμεσα στους δύο ληστές.

Πάνω στον σταυρό ο Δημάς, μετά την ειλικρινή μεταμέλειά του, παίρνει την υπόσχεση ότι θα είναι με τον Ιησού στον παράδεισο. Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία κλείνεται στη φυλακή γιατί ζητάει το σώμα του Ιησού για να το θάψει. Του παρουσιάζεται ο Ιησούς μαζί με τον ληστή που μετανόησε, γκρεμίζεται η φυλακή, ελευθερώνεται και φεύγουν όλοι μαζί για τη Γαλιλαίο. Στον δρόμο έλαμψε μέγα φως και απλώθηκε ευωδία. Ο Ιησούς δεν ήταν όπως προηγουμένως, αλλά γεμάτος φως. Τέλος, παρουσιάζεται ο Ιωάννης και ο ληστής σαν βασιλιάς με μεγάλη δύναμη έχοντας τον σταυρό.

Στις Πράξεις Πιλάτου πρωταγωνιστεί ο Ρωμαίος διοικητής της Ιουδαίος, ο Πόντιος Πιλάτος. Περιλαμβάνονται αλληλογραφία του Ρωμαίου επιτρόπου με τον Ηρώδη Αντύπα, τετράρχη της Γαλιλαίος, και με τους αυτοκράτορες Κλαύδιο και Τιβέριο, μια αναφορά του Πιλάτου για τα γεγονότα του Πάθους, καθώς και η ανάκριση του Πιλάτου από τον αυτοκράτορα, η καταδίκη του και μια διήγηση για τον θάνατό του. Εννοείται ότι τα παραπάνω κείμενα είναι ψευδεπίγραφα και έχουν γραφτεί πολύ αργότερα, μάλλον κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα.

Στην επιστολή που ο Πιλάτος στέλνει στον Ηρώδη αρχικά τονίζεται η εμφάνιση του Ιησού μετά την Ανάσταση σε περισσότερους από πεντακοσίους ανθρώπους στη Γαλιλαίο. Στη συνέχεια η σύζυγος του Πιλάτου -η οποία στο κείμενο ονομάζεται Πρόκλα- παίρνει μαζί της στρατιώτες που ήταν παρόντες στην Ανάσταση και πηγαίνουν να βρουν τον Ιησού που διδάσκει. Στο τέλος ο Ιησούς λέει στον Πιλάτο πως θα τον ευγνωμονούν οι γενιές μιας και στις μέρες του συνέβησαν τα γεγονότα του Πάθους.

Στην επιστολή που υποτίθεται ότι ο Πιλάτος στέλνει στον Κλαύδιο ο επίτροπος περιγράφει τι έχει κάνει όταν του έφεραν εμπρός του τον Χριστό, ενώ δεν διστάζει να τονίσει ότι οι στρατιώτες που φύλαγαν τον τάφο του Ιησού τον είδαν αναστημένο.

Η επιστολή που στέλνει στον Τιβέριο αποτελεί την απολογία του Πιλάτου για τη συμμετοχή του στη σταύρωση του Ιησού, ενώ τον ίδιο σκοπό φαίνεται να εξυπηρετεί και η αναφορά του στον αυτοκράτορα, στην οποία επιχειρεί-ται σύγκριση του Χριστού με τους θεούς των Ρωμαίων.

Ολες οι παραπάνω διηγήσεις των πράξεων του Πιλάτου ήταν πολύ δημοφιλείς κατά τον Μεσαίωνα και διαβάζονταν ανελλιπώς. Αν και ήταν δύσκολο να εξαχθούν από αυτές κάποια πραγματικά στοιχεία για τα γεγονότα του Πάθους, εντούτοις προσεγγίζονταν με σεβασμό και ευλάβεια. Δεν είναι τυχαίο ότι χρησιμοποιήθηκαν από την αιθιοπική εκκλησία στην προσπάθειά της να ανακηρύξει άγιο τον Ρωμαίο επίτροπο, πράγμα που τελικά έγινε.

Οι εικόνες των αυτοκρατόρων προσκυνούν τον Μεσσία

Το απόκρυφο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου είναι ένα σύνθετο κείμενο. Αποδίδεται στο επιφανές μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου Νικόδημο, ο οποίος ήταν κρυφός μαθητής του Ιησού και είχε φροντίσει μαζί με τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία να πάρουν το σώμα του Κυρίου και να το θάψουν.

Στην ουσία, όπως δέχεται η πλειονότητα των ερευνητών του έργου, είναι δημιούργημα πολλών πιστών, ο καθένας από τους οποίους πρόσθεσε τη δική του συμβολή, με αποτέλεσμα το κείμενο να αποκτήσει την τελική μορφή του με την οποία μας έχει σήμερα παραδοθεί.

Το Ευαγγέλιο του Νικοδήμου αρχίζει με τη δίκη του Ιησού από τον Πιλάτο. Οι Ιουδαίοι, εκτός από τις γνωστές κατηγορίες εναντίον του, του αποδίδουν και την κατηγορία της μαγείας. Με πολλές λεπτομέρειες περιγράφεται η κάθοδος του Χριστού στον Αδη και η εμφάνισή του μετά την Ανάσταση στον Ιωσήφ από την Αριμαθαία.

Πιο αναλυτικά, στο πρώτο μέρος υπάρχουν τα πρακτικά της δίκης του Χριστού, όπως τα έχει διασώσει ο Νικόδημος. Αρχικά οι αρχιερείς κατηγορούν τον Ιησού ενώπιον του Πιλάτου. Η κυριότερη κατηγορία είναι για μαγεία, μιας και έχει γιατρέψει αρρώστους ακόμη και την ημέρα της αργίας του Σαββάτου. Τότε ο Πιλάτος διατάζει τον αγγελιοφόρο του να φέρει τον Χριστό. Αυτός μόλις βλέπει τον Κύριο απλώνει κάτω τη χλαμύδα του για να πατήσει και τον προσκυνάει. Σε ερώτηση του επιτρόπου για την πράξη του, απαντάει πως προσκύνησε τον βασιλιά των Ιουδαίων.

Οταν ο Χριστός μπαίνει στο Πραιτώριο οι εικόνες των αυτοκρατόρων πέφτουν και τον προσκυνούν. Η γυναίκα του Πιλάτου στέλνει μήνυμα να μην του κάνει κακό. Οι αρχιερείς όμως είναι ανένδοτοι και επιμένουν να γίνει η δίκη. Αν και ο Πιλάτος δεν βρίσκει εναντίον του κατηγορία, αναγκάζεται να τον οδηγήσει στον σταυρό παρά την επέμβαση του Νικοδήμου και τις μαρτυρίες αυτών που είχαν ευεργετηθεί από τον Κύριο. Μαζί με τον Χριστό σταυρώνονται και οι δύο ληστές, ο Γέστας και ο Δυσμάς (πρόκειται για τον Δημά). Παρέδωσε το πνεύμα του στις δώδεκα το μεσημέρι και την ίδια ώρα σκοτάδι έπεσε στη γη.

Ο Νικόδημος παίρνει το σώμα του Κυρίου και γι’ αυτό φυλακίζεται από το Μεγάλο Συνέδριο, ενώ στη συνέχεια της διήγησης στρατιώτες που φύλαγαν τον τάφο διηγούνται τα σχετικά με την Ανάσταση γεγονότα. Ο Νικόδημος κατόπιν επισκέπτεται στη φυλακή τον Ιωσήφ και αυτός του διηγείται τη συνάντηση που είχε με τον αναστημένο Ιησού.

Εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος του Ευαγγελίου του Νικοδήμου. Στο δεύτερο περιγράφεται η κάθοδος του Ιησού στον Αδη από τον δίκαιο Συμεών που αναστήθηκε και από τους δύο γιους του. Μόλις λοιπόν ο Χριστός κατέβηκε στον Αδη όλος ο σκοτεινός τόπος έλαμψε, πράγμα που γέμισε μεγάλη χαρά τους δίκαιους που βρίσκονταν εκεί. Ο Αδης παραδέχτηκε την ήττα του από τον βασιλιά της δόξης.

Ο Χριστός έπιασε τον προπάτορα Αδάμ και τον σήκωσε. Τον ευλόγησε στο μέτωπο και το ίδιο έκανε και με τους πατριάρχες του λαού του Θεού, τους προφήτες, τους μάρτυρες και τους προπάτορες. Κατόπιν τους πήρε μαζί του, ενώ στον παράδεισο βρέθηκε και ο μετανοημένος ληστής.

Το Ευαγγέλιο του Νικοδήμου, όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, είναι μια πολύ δυνατή διήγηση, αγαπητή στους πιστούς. Οι λεπτομέρειες που έχει είναι εντυπωσιακές, το ύφος του μεγαλοπρεπές και ποιητικό. Πρόκειται πράγματι για ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο που ενέπνευσε και την υμνογραφία και τη ζωγραφική της εκκλησίας, ενώ οι εργασίες των ερευνητών γι' αυτό συνεχώς αυξάνονται.

Ανακεφαλαιώνοντας τα παραπάνω φαίνεται ότι οι απόκρυφες αφηγήσεις για το Πάθος και την Ανάσταση, χρησιμοποιώντας έναν απλουστευτικό -εκ πρώτης όψεως- λόγο, που ταιριάζει όμως με τη νοοτροπία και τις αντιλήψεις των αποδεκτών του έργου τους και της εποχής που έγινε η καταγραφή τους, προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα πλέον σημαντικά γεγονότα του χριστιανισμού που είχε αρχίσει πλέον να αποκτάει έντονη δυναμική και να επηρεάζει όλα τα κοινωνικά στρώματα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Θεωρούν ότι συμπληρώνουν τις ευαγγελικές αφηγήσεις στα σημεία που νομίζουν ότι αυτό χρειάζεται, έχοντας ως πηγή τους αντιλήψεις, διαδόσεις και αιρετικές διδασκαλίες, τις οποίες μπορεί και να δημιουργούν. Με αυτή την έννοια αποτελούν πολύτιμα έργα, αφού βοηθούν να κατανοηθούν
η εποχή που γράφτηκαν, ο τρόπος σκέψης και οι ιδέες των ανθρώπων μιας εποχής με πολλά κοινά με τη σημερινή. Βοηθούν με αυτό τον τρόπο τον σημερινό άνθρωπο να κάνει συγκρίσεις και να ερμηνεύσει την πραγματικότητα που βιώνει.

Η κατάβαση του Χριστού στον Αδη σε απόκρυφα κείμενα

Ενώ στα κανονικά κείμενα η περιγραφή της καθόδου ενός νεκρού θεού στον Αδη απουσιάζει εντελώς -μόνο ο Απόστολος Πέτρος στην A' Επιστολή του κάνει μια μικρή αναφορά-, το απόκρυφο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου είναι παραστατικό στις λεπτομέρειες αυτού του περιστατικού.

A ’ Επιστολή Πέτρου

Διότι ο Χριστός πέθανε μία φορά για πάντα για αμαρτίες, ένας δίκαιος για αδίκους, ώστε να σας οδηγήσει στον Θεό. Θανατώθηκε ως σάρκα αλλά ζωοποιήθηκε ως πνεύμα. Με αυτή την υπόσταση πήγε και κήρυξε στα πνεύματα στη φυλακή, τα οποία στο παρελθόν είχαν γίνει ανυπάκουα όταν ο Θεός περίμενε υπομονετικά στις ημέρες του Νώε, ενόσω κατασκευαζόταν η κιβωτός, μέσα στην οποία λίγοι άνθρωποι, συγκεκριμένα οχτώ ψυχές, πέρασαν με ασφάλεια μέσα από το νερό.

Απόκρυφο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου

Κεφάλαιο 16: Κι ενώ ο σατανάς και ο πρίγκιπας της κόλασης έλεγαν αυτά μεταξύ τους, ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή σαν κεραυνός και φύσημα ανέμων, που έλεγε, «Σηκώστε τις πύλες σας, πρίγκιπες· υψωθείτε πύλες αιώνιες και θα εισέλθει ο Βασιλιάς της Δόξας».

Οταν το άκουσε αυτό ο πρίγκιπας της κόλασης, είπε στον σατανά, «Φύγε από μπροστά μου και χάσου από τις κατοικίες μου. Αν είσαι δυνατός πολεμιστής, πολέμησε με τον Βασιλιά της Δόξας. Αλλά τι έχεις εσύ να κάνεις μαζί του;». Και τον έδιωξε από την κατοικία του.

Κι ο πρίγκιπας είπε στους ασεβείς αξιωματούχους του, «Κλείστε τις χάλκινες πύλες της ασπλαχνίας, στερεώστε τες με σιδερένιες μπάρες και πολεμήστε θαρραλέα, για να μην πιαστούμε αιχμάλωτοι».

Οταν όμως οι άγιοι τα άκουσαν αυτά, μίλησαν με φωνή έντονου θυμού στον πρίγκιπα της κόλασης, «Ανοιξε τις πύλες σου για να μπει ο Βασιλιάς της Δόξας».

Και ο θεϊκός προφήτης Δαβίδ φώναξε και είπε, «Προφήτευσα λοιπόν αληθινά όταν ήμουν στη γη και είπα, ας υμνούν τον Κύριο για τα ελέη του και για τα θαυμάσια έργα του προς τους γιους των ανθρώπων. Συνέτριψε τις χάλκινες πύλες και κατέκοψε τις σιδερένιες μπάρες. Κατανίκησε τους άφρονες για τις ανομίες τους και για τις αδικίες τους».

Υστερα ένας άλλος προφήτης, ο άγιος Ησαΐας, μίλησε με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους αγίους και είπε, «Δεν σας προφήτευσα σωστά όταν ζούσα πάνω στη γη; Οι νεκροί θα ζήσουν και εκείνοι που είναι στους τάφους τους θ’ αναστηθούν και εκείνοι που είναι μέσα στο χώμα θα αγαλλιάσουν, γιατί η δρόσος που έρχεται απ’ τον Κύριο θα τους φέρει τη λύτρωση. Και σε άλλο σημείο είπα, “Ω θάνατε, πού είναι το κεντρί σου”».

Οταν όλοι οι άγιοι τα άκουσαν αυτά που είπε ο Ησαΐας, είπαν στον πρίγκιπα της κόλασης, «Ανοιξε τώρα τις πύλες σου και βγάλε τους σιδερένιους μοχλούς, γιατί τώρα θα αιχμαλωτιστείς και δεν θα έχεις καμιά δύναμη».

Ακούστηκε τότε μια μεγάλη φωνή σαν κεραυνός που έλεγε, «Σηκώστε τις πύλες σας, πρίγκιπες, και υψωθείτε πύλες της κόλασης και θα εισέλθει ο Βασιλιάς της Δόξας».

Ο πρίγκιπας της κόλασης, ακούγοντας την ίδια φωνή να επαναλαμβάνεται, φώναξε σαν να μη γνώριζε, «Ποιος είναι αυτός ο Βασιλιάς της Δόξας;».

Ο Δαβίδ απάντησε στον πρίγκιπα της κόλασης και είπε, «Καταλαβαίνω τα λόγια αυτής της φωνής, γιατί κάποτε τα είπα και εγώ με το πνεύμα του. Και τώρα, όπως είπα πιο πριν, σου απαντώ, "Είναι ο Κύριος ο κραταιός και ισχυρός, ο Κύριος ο δυνατός στον πόλεμο, αυτός είναι ο Βασιλιάς της Δόξας και ο Κύριος του ουρανού και της γης. Εστρεψε το βλέμμα του χαμηλά για ν’ ακούσει τους στεναγμούς των δέσμιων και για να ελευθερώσει εκείνους που είναι παραδομένοι στον θάνατο. Τώρα λοιπόν, εσύ ρυπαρέ και βρομερέ πρίγκιπα της κόλασης, άνοιξε τις πύλες σου για να εισέλθει ο Βασιλιάς της Δόξας, γιατί αυτός είναι ο Κύριος του ουρανού και της γης”».

Ενώ ο Δαβίδ έλεγε αυτά τα λόγια, εμφανίστηκε ο κραταιός Κύριος με μορφή ανθρώπου και φώτισε τα μέρη εκείνα που ήταν πριν στο σκοτάδι.

Και έκανε κομμάτια τις αλυσίδες που μέχρι τότε δεν μπορούσαν να σπάσουν· και με την ακατανίκητη δύναμή του επισκέφθηκε εκείνους που βρίσκονταν στο βαθύ σκοτάδι εξαιτίας της ανομίας και στη σκιά του θανάτου εξαιτίας της αμαρτίας.

Κεφάλαιο 17: Οταν άκουσαν αυτά τα πράγματα, ο ασεβής θάνατος και οι σκληροί αξιωματούχοι καταλήφθηκαν από φόβο μέσα στα διάφορα βασίλειά τους, βλέποντας την καθαρότητα του φωτός και τον ίδιο τον Χριστό να εμφανίζεται ξαφνικά στις διαμονές τους. Αρχισαν λοιπόν να φωνάζουν και να λένε, «Μας έχεις καθηλώσει. Θέλεις να μας αναστατώσεις ενώπιον του Κυρίου. Ποιος είσαι εσύ ο αδιάφθορος, μ’ αυτήν τη φωτεινή εμφάνιση που είναι μια πλήρης απόδειξη του μεγαλείου σου και που δεν φαίνεται να την προσέχεις και τόσο πολύ;

Ποιος είσαι εσύ, τόσο ισχυρός και τόσο αδύναμος, τόσο σπουδαίος και τόσο μικρός, ένας ταπεινός κι όμως ένας στρατιώτης πρώτης τάξης, που μπορεί να διατάζει έχοντας τη μορφή υπηρέτη σαν ένας κοινός στρατιώτης; Ο Βασιλιάς της Δόξας, νεκρός και ζωντανός, αν και τον σκότωσαν πάνω στον σταυρό;

Εσύ που ξάπλωσαν νεκρό στον τάφο, που κατέβηκες ζωντανός σε μας, που με τον θάνατό σου ρίγησαν όλα τα πλάσματα και σείστηκαν όλα τα άστρα κι έχεις τώρα την ελευθερία σου ανάμεσα στους νεκρούς και ταράζεις τις λεγεώνες μας;

Ποιος είσαι εσύ που απελευθερώνεις τους φυλακισμένους που κρατιούνταν από τις αλυσίδες του προπατορικού αμαρτήματος και τους ξαναφέρνεις στην παλιά τους ελευθερία;

Ποιος είσαι εσύ που απλώνεις ένα τόσο λαμπρό και θεϊκό φως πάνω σ’ εκείνους που είχαν τυφλωθεί από το σκοτάδι της αμαρτίας;».

Με όμοιο τρόπο, όλες οι λεγεώνες των διαβόλων καταλήφθηκαν απ’ τον ίδιο τρόμο και φώναξαν με την πιο φοβισμένη φωνή, «Πώς γίνεται, Ιησού Χριστέ, να είσαι ένας άνθρωπος τόσο ισχυρός και υπέροχος μέσα στο μεγαλείο σου, τόσο λαμπρός ώστε να μην έχεις ούτε ένα ψεγάδι και τόσο αγνός ώστε να μην έχεις ούτε μία αμαρτία; Γιατί αυτός ο κατώτερος κόσμος της γης, που μέχρι τώρα ήταν υποταγμένος σ’ εμάς κι απ’ τον οποίο παίρναμε φόρο υποτελείας, ποτέ πριν δεν μας έστειλε έναν τέτοιο νεκρό, ποτέ δεν έστειλε δώρα σαν κι αυτά στους πρίγκιπες της κόλασης.

Ποιος είσαι εσύ λοιπόν που με τέτοιο θάρρος μπαίνεις στο βασίλειό μας κι όχι μόνο δεν φοβάσαι να μας απειλήσεις με τις μεγαλύτερες τιμωρίες, αλλ’ επίσης προσπαθείς να σώσεις κι όλους τους άλλους από τις αλυσίδες με τις οποίες τους κρατάμε; Ισως να είσαι εκείνος ο Ιησούς για τον οποίο μόλις τώρα μίλησε ο σατανάς στον πρίγκιπά μας· εκείνος που με τον σταυρικό σου θάνατο απέκτησες δύναμη πάνω στο θάνατο».

Τότε ο Βασιλιάς της Δόξας ποδοπατώντας τον θάνατο, συνέλαβε τον πρίγκιπα της κόλασης, του αφαίρεσε όλες τις δυνάμεις και πήρε μαζί του τον γήινο πατέρα μας, τον Αδάμ, στη δόξα του.

{[['']]}

ΕΝΔΙΑΘΗΚΑ Ή ΕΝΔΙΑΘΕΤΑ: Ο Κανόνας των ιερών κειμένων

Η ιστορική διαδικασία διαμόρφωσης και συγκρότησης του Κανονικού σώματος της Καινής Διαθήκης και η απάντηση της εκκλησίας στα απόκρυφα έργα.

Του Παναγιώτη Φρούντζου, Δημοσιογράφου - "Αιρετικά"

Στη χριστιανική γραμματεία υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες κειμένων: τα κανονικά (η αρχαία ελληνική λέξη κανών δηλώνει κάθε ευθεία ράβδο που χρησιμεύει για ευθυγράμμίση, κανονίζω = θεωρώ ένα βιβλίο ως βιβλίο του Κανόνα) ή ενδιάθηκα ή ενδιάθετα, τα οποία έχουν την έγκριση οργάνων της θεσπισμένης εκκλησίας, και τα απόκρυφα, εκείνα που για διάφορους λόγους και σε διάφορες εποχές απορρίφτηκαν είτε από την επίσημη εκκλησία είτε από τους πατέρες της.

Στην περίπτωση των αποκρύφων συναντάμε δύο υποκατηγορίες: πρόκειται για τα απόκρυφα της Παλαιάς Διαθήκης και τα απόκρυφα της Καινής Διαθήκης, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα απόκρυφα ευαγγέλια τα οποία θα μας απασχολήσουν σε αυτό το άρθρο.
Τα περισσότερα από αυτά τα κείμενα συνδέονται με τα βιβλία του Κανόνα της ΚΔ, ωστόσο οι «αυθεντίες» της πρωτοχριστιανικής και της μετέπειτα περιόδου δεν θεώρησαν πως επρόκειτο για πρωτογενείς μαρτυρίες ή σε κάποιες περιπτώσεις αντιλήφθηκαν πως ανάμεσα στις γραμμές τους ελλόχευε ο όφις των δηλητηριωδών αιρέσεων.

Αιρετικά ή συμπληρωματικά στα Κανονικά;

Ακόμη και ο πιο εμβριθής θεολόγος δεν θα μπορούσε να απαντήσει με σαφήνεια στην ερώτηση «τι έκανε ο Χριστός στα διαστήματα της ζωής του που δεν καταγράφουν οι τέσσερις ευαγγελιστές;». Το κενό -το οποίο ως γνωστόν απεχθάνεται η φύση- ήρθε να καλύψει η λαϊκή φαντασία - η οποία, ως φαίνεται, επίσης απεχθάνεται το κενό.
Κενά στη ζωή του Μεσαία, κενά στη ζωή της «θεομήτορος», κενά στη ζωή των αποστόλων... 

Επειδή καλό είναι τα ζητήματα μεταφυσικής όταν μεταρσιώνονται σε πνευματική τροφή να μην αφήνουν χώρο για να εμφιλοχωρήσει η αμφιβολία, το θρησκευτικό φαντασιακό έκανε παραγωγή αναρίθμητων λέξεων· άλλες από αυτές ευτύχησαν να τύχουν έγκρισης από τα τμήματα περιχαράκωσης της ορθόδοξης πίστης που κατά καιρούς συνέστησε η εκκλησία, άλλες πάλι θεωρήθηκαν επικίνδυνες και εξοβελίστηκαν στο πυρ το εξώτερον.

Σύμφωνα με τον έγκριτο μελετητή των απόκρυφων κειμένων Ιωάννη Δ. Καραβιδόπουλο, άλλη κρίσιμη γενεσιουργός αιτία της μεγάλης παραγωγής αυτών είναι ο όφις των αιρέσεων και ιδιαίτερα του γνωστικισμού [συμπίλημα νεοπλατωνισμού και μεταφυσικού συγκρητικισμού, που υπήρξε από τους μεγαλύτερους αντιπάλους της νέας δοξασίας. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως αρκετοί από τους πρώτους χριστιανούς απολογητές και θεολόγους, όπως ο άγιος Ειρηναίος Αουγδούνου (Αιόν), ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης, ο άγιος Επιφάνιος Σαλαμίνος, ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και ο Ωριγένης αφιέρωσαν μεγάλο τμήμα του έργου τους στην καταπολέμηση αυτών των «αιρετικών».

Οι γνωστικιστές δέχονταν δύο κόσμους, έναν νοητό, όπου βρίσκονται ο αληθινός Θεός και τα καθαρά πνεύματα, και έναν κατώτερο κόσμο, τον υλικό, στον οποίο είναι φυλακισμένες οι ψυχές των ανθρώπων.
Μεταξύ αυτών των δύο κόσμων υπάρχουν οι άγγελοι και κάποια ανώτερα όντα που ονομάζονταν «αιώνες», όπως ο Χριστός ο οποίος ήρθε να δώσει τη γνώση στους ανθρώπους.

Αφού οι «επίσημοι» χριστιανοί κατέληξαν στα κείμενα που θα έπρεπε να συνθέτουν το σώμα της ιερής γραμματείας, τα υπόλοιπα στην καλύτερη περίπτωση θεωρήθηκαν ανούσια, στη χειρότερη οχήματα διάδοσης των αιρετικών ιδεών.
Πάντως, είτε ορθόδοξα με σαφή «αιρετική» λαθροχειρία -τουλάχιστον σύμφωνα με την άποψη διακεκριμένων θηρευτών της παραμικρής έστω αιρετικής υπόνοιας- είτε αιρετικά, αυτά τα κείμενα τροφοδότησαν την καλλιτεχνική έμπνευση και διαπλάτυναν το αποπνικτικό πλαίσιο της εικονογραφικής αναπαράστασης περιστατικών από τη ζωή των μελών της ανθρώπινης οικογένειας του Ιησού όπως και του ίδιου.

Αν δούμε για παράδειγμα τα ψηφιδωτά του νάρθηκα της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη και της εκκλησίας Santa Maria Maggiore στη Ρώμη, που είναι εμπνευσμένα από το Πρωτευαγγέλιον Ιακώβου και περιέχουν σκηνές από την παιδική ηλικία της Παναγίας, ή τα εικονογραφικά θέματα του σπηλαίου όπου γεννήθηκε ο Ιησούς και της διάνοιξης του όρους για να σωθεί ο Ιωάννης ο Βαπτιστής από τους στρατιώτες του Ηρώδη, θα αντιληφθούμε πως αν και η εκκλησία έθεσε σε διωγμό αυτά τα κείμενα, οι πιστοί έλκονταν από τη διήγησή τους καθώς είναι βέβαιο πως σε αυτά είχαν ενσωματωθεί πρωτοχριστιανικές προφορικές παραδόσεις (Δ.Ι. Καραβιδόπουλος).

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πότε συγκροτήθηκε σε γραμματειακό σώμα ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης, ο οποίος περιλαμβάνει συνολικά 27 βιβλία: τα τέσσερα ευαγγέλια (Κατά Ματθαίον, Κατά Μάρκον, Κατά Λουκάν και Κατά Ιωάννην), οι Πράξεις των Αποστόλων (συγγραφέας ο ευαγγελιστής Λουκάς ο οποίος συνέγραψε τη συνέχεια του ευαγγελίου του), 21 Επιστολές [δύο επτάδες οι οποίες αποδίδονται στον Παύλο και μία επτάδα Καθολικών Επιστολών (Ιακώβου, Πέτρου A' και Β',Ιωάννου Α', Β' και Γ', Ιούδα)] και η Αποκάλυψη του Ιωάννη.

Ο πρώτος σωζόμενος γραπτός Κανόνας της εκκλησίας είναι ο παλίμψηστος Κανόνας του Μουρατόρι - δανείστηκε το όνομά του από τον Ιταλό ιστοριογράφο που τον ανακάλυψε το 1740 στην Αμβροσιανή Βιβλιοθήκη στο Μιλάνο. Οι θεολόγοι υποστηρίζουν πως τους δύο πρώτους αιώνες ζωής της εκκλησίας υπήρξε απόλυτη συμφωνία σχετικά με την κανονικότητα των 22 από τα 27 βιβλία της ΚΔ από εκκλησίες διάσπαρτες σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο.

Αυτή η αποδοχή υπήρξε αποτέλεσμα διάφορων παραγόντων (πλην των απαραίτητων «μεταφυσικών», σίγουρα έπαιξε ρόλο ότι περίπου το 90 μ.Χ. συγκροτήθηκε ο κανόνας της ΠΔ από το συνέδριο των ραβίνων στην Ιάμνεια, με αποτέλεσμα να εξοστρακιστούν τα μέλη της νέας σέχτας από τις συναγωγές). Ετσι, όπως λένε, γύρω στο 200 μ.Χ. σε Ανατολή και Δύση ήταν αναγνωρισμένη η αυθεντία των τεσσάρων Ευαγγελίων, των 13 Επιστολών του Παύλου, των Πράξεων, της Α' Ιωάννη και της Α' Πέτρου («Ο Κώδικας των Ευαγγελίων», Σωτήριος Σ. Δεσπότης).

Οι κύριοι λόγοι που προβάλλονται ως αυτοί που υποχρέωσαν την εκκλησία στη συγκρότηση του κανονικού σώματος είναι οι εξής:

1.Ο αιρετικός Μαρκίων (περίπου 85 - περίπου 160) στη Δύση δίδασκε ότι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν έχει καμία σχέση με τον Θεό της Καινής Διαθήκης.
Επίσης υποστήριξε ότι οι δώδεκα Απόστολοι διαστρέβλωσαν τη διδασκαλία του Χριστού και δεχόταν ως γνήσιο απόστολο του Χριστού μόνο τον Απόστολο Παύλο.
Γύρω στο 140 μ.Χ. συγκρότησε έναν «κανόνα» που αποτελείτο από το «ευαγγέλιον» και το «αποστολικόν». Περιλάμβανε δηλαδή μόνο το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο (και αυτό ακρωτηριασμένο) και δέκα Επιστολές του Παύλου.

2. Η διάδοση και η απήχηση που είχαν τα απόκρυφα έργα.

Η διαμόρφωση του Κανόνα

Στα τέλη περίπου του 1ου - αρχές του 2ου αιώνα μαρτυρείται μια συλλογή των επιστολών του Παύλου σε ένα σώμα. Η συλλογή αυτή ονομάζεται Corpus Paulinum. Αναφορικά με τα Ευαγγέλια, πριν από τα μέσα του 2ου αιώνα δεν αναγνωρίζονταν ως κείμενα της Γραφής.
Στα μέσα του 2ου αιώνα ο Ιουστίνος αναφέρεται στα Ευαγγέλια, τα οποία χαρακτηρίζει «απομνημονεύματα των Αποστόλων». Περίπου το 170 ο μαθητής του Ιουστίνου Τατιανός συνέταξε μια αρμονία των τεσσάρων Ευαγγελίων. Ο Ευσέβιος στην «Εκκλησιαστική ιστορία» του την ονομάζει «Διά τεσσάρων».
Ετσι λοιπόν το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια συλλογή των τεσσάρων Ευαγγελίων.

Αν και στα τέλη του 2ου αιώνα απαριθμούνται από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς ως Κανονικά τα περισσότερα από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης, το μόνο τμήμα του Κανόνα που αποκρυσταλλώθηκε ήταν αυτό των τεσσάρων Ευαγγελίων. Τον 3ο αιώνα καμιά εκκλησία δεν αμφισβητεί την κανονικότητα των τεσσάρων Ευαγγελίων, των Πράξεων, των δεκατριών Επιστολών Παύλου, των μεγάλων Καθολικών Επιστολών και της Αποκάλυψης. Εμφανίζονται διαφωνίες σχετικά με τις μικρές Καθολικές επιστολές (Β' Πέτρου, Β' και Γ' Ιωάννη, Ιούδα), για την προς Εβραίους Επιστολή και για την Αποκάλυψη.

Το 367 ο Μ. Αθανάσιος στην 39η εορταστική επιστολή του αναφέρει ως κανονικά τα 27 βιβλία της ΚΔ: «Ταύται πηγαί τον σωτηρίου, ώστε τους διψώντας εμφορείσθαι των εν τούτοις ρημάτων της ζωής, εν τούτοις το της ευσέβειας διδασκαλείον ευαγγελίζεται. Μηδείς τούτοις επιβαλλέτω, μηδέ τούτων αφαφέσθω τι».
Στη Δύση, από την άλλη, ο Κανόνας των 27 βιβλίων της ΚΔ που απαριθμεί η 39η Επιστολή του Αθανασίου επικράτησε στο τέλος του 4ου αιώνα. Σταθμοί υπήρξαν οι τοπικοί σύνοδοι Ιππώνας το 393 και Καρχηδόνας το 397.
{[['']]}

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΤΥΑΝΕΑΣ Vs ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΖΩΡΑΙΟΣ: Μεσσιανικές κόντρες

Δύο σωτήρες/μύστες του αρχαίου κόσμου όπως εμφανίζονται μέσα από κείμενα που αποτύπωσαν στιγμιότυπα για τη ζωή και το έργο τους

Επιμέλεια Παναγιώτης Φρούντζος, Δημοσιογράφος - "Αιρετικά"

Μελετώντας τις (δευτερογενείς) πηγές οι οποίες αναφέρονται στη δράση των επίδοξων σωτήρων της αρχαιότητας -κατά κύριο λόγο οι μεσσίες αυτοί κήρυξαν στις περιοχές της ανατολικής Μεσογείου που αποδείχτηκαν ανοιχτές να ακούσουν, να εγκολπωθούν τα σωτηριολογικά μηνύματα και να τα μεταρσιώσουν σε θρησκεία- ανακαλύπτουμε ότι η ζωή τους συμπίπτει σε πολλά σημεία.

Οι περισσότερες συμπτώσεις αφορούν τον βίο του Απολλώνιου Τυανέα και του Ιησού Χριστού, οι οποίοι «έζησαν» περίπου την ίδια χρονική περίοδο (τον πρώτο αιώνα μετά την κοινή χρονολόγηση), όπως τουλάχιστον προκύπτει από την έρευνα και την αντιπαραβολή του έργου του Φιλόστρατου -ο οποίος ασχολήθηκε με τα του Απολλώνιου- με έργα που ανέδειξαν τον πολυτάραχο βίο του Ιησού από τη Ναζαρέτ.
Ακολουθούν αποσπάσματα από το «Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον» του Φιλόστρατου (Εκδόσεις Κάκτος), τα οποία «συμπληρώνονται» από αντίστοιχα της χριστιανικής γραμματείας (είτε κανονικής είτε απόκρυφης) που αναφέρονται στον Χριστό.

Η γέννηση του Απολλώνιου

Λένε πως γεννήθηκε σε λιβάδι κοντά στο μέρος όπου υπάρχει τώρα το ιερό του. Δεν πρέπει να αγνοούμε με ποιον τρόπο γεννήθηκε. Οταν έφτασε η μητέρα του στην ώρα του τοκετού ονειρεύτηκε πως έπρεπε να πάει στο λιβάδι για να μαζέψει λουλούδια. Οταν έφτασε εκεί, οι δούλες μάζευαν λουλούδια κι αυτή αποκοιμήθηκε στο γρασίδι. Κάποιοι κύκνοι που ζούσαν εκεί έστησαν χορό γύρω της καθώς κοιμόταν και σηκώνοντας τα φτερά, όπως συνηθίζουν, έβγαλαν φωνή όλοι μαζί - έπνεε και ζέφυρος στο λιβάδι.
Εκείνη πετάχτηκε πάνω από την ωδή και γέννησε. Κάθε έκπληξη μπορεί να προκαλέσει πρόωρη γέννα. Οι ντόπιοι λένε πως τη στιγμή που γεννήθηκε δημιουργήθηκε κεραυνός που φαινόταν πως θα πέσει στη γη, όμως έμεινε μετέωρος και χάθηκε ψηλά στον αιθέρα. Με όλα αυτά, νομίζω, οι θεοί ήθελαν να φανερώσουν και να προσημάνουν τη δόξα του άνδρα αυτού, την ανωτερότητά του πάνω σε όλα τα γήινα και το ότι είναι παρόμοιος με τους θεούς (Βιβλίο A ’, Κεφ. V).

Η γέννηση του Ιησού

Εγώ ο Ιωσήφ περπατούσα και όμως δεν προχωρούσα, έστρεψα το βλέμμα μου ψηλά και είδα τον αέρα πλημμυρισμένο με φως, σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό και τον είδα σταματημένο και τα ουράνια πουλιά ακίνητα. Και κοίταξα προς τη γη και είδα χάμω μια σκάφη και εργάτες ανασηκωμένους με τα χέρια μέσα στη σκάφη. Οσοι έτρωγαν δεν έτρωγαν και όσοι σήκωναν το κεφάλι δεν μπορούσαν να το κατεβάσουν, όσοι πάλι άνοιγαν το στόμα τους δεν μπορούσαν να το κλείσουν, αλλά ολωνών τα πρόσωπα ήταν στραμμένα προς τον ουρανό. Είδα και πρόβατα να περνούν και τα πρόβατα στάθηκαν ακίνητα και όταν ο βοσκός σήκωσε το χέρι του για να τα χτυπήσει έμεινε ψηλά. Και έριξα τα μάτια μου στον χείμαρρο και διέκρινα τα στόματα των μικρών προβάτων ανοιχτά χωρίς να πίνουν. Και ξαφνικά όλα εξακολούθησαν την πορεία τους (Πρωτευαγγέλιον Ιακώβου, 18,2, μτφρ. I. Καραβιδόπουλος).

Ο Απολλώνιος εκβάλλει τον δαίμονα

Αυτό το θαύμα συνέβη στην Αθήνα όταν ένας νέος από την Κέρκυρα περιγέλασε την προτροπή του Απολλώνιου σε μια ομιλία του να μην πίνουν από το σπονδικό ποτήρι, άλλα να το φυλάνε μόνο για τις σπονδές για τους θεούς. Οταν λοιπόν ο νέος συνέχισε να γελάει και να υβρίζει έτσι τους θεούς, τότε τον κοίταξε και είπε: «Δεν είσαι εσύ ο υβριστής άλλα ο δαίμονας που σε κυρίευσε χωρίς να το ξέρεις».

Πράγματι ο νέος είχε κυριευθεί από δαίμονα εν αγνοία του, διότι γελούσε για πράγματα που σε άλλους δεν προκαλούσαν γέλιο, έκλαιγε χωρίς αιτία, μιλούσε μόνος του και τραγουδούσε. Πολλοί νόμιζαν ότι η ορμή της νιότης του οδηγούσε σε αυτά. Ομως εκείνος αποτελούσε φερέφωνο του δαίμονα και έμοιαζε μεθυσμένος με τις ανοησίες που έκανε τότε.

Οταν τον κοίταξε ο Απολλώνιος το δαιμόνιο έβγαλε φωνή φοβισμένη και οργισμένη, σαν άνθρωπος που καίγεται ή βασανίζεται και ορκίστηκε να εγκαταλείψει τον νέο και να μην κατακυριεύσει κανέναν άλλο άνθρωπο.

Οταν ο Απολλώνιος οργισμένος, σαν αφέντης που μιλούσε σε δούλο του αναξιόπιστο, πανούργο, αναιδή και τα παρόμοια, του είπε να αποδείξει με σημάδι ότι πράγματι έτσι θα έκανε, του είπε: «Θα ρίξω κάτω τον δείνα ανδριάντα», δείχνοντας προς τη βασιλική στοά όπου διαδραματιζόταν το περιστατικό.
Ο ανδριάντας κουνήθηκε πρώτα και έπειτα έπεσε. Ποιος θα μπορούσε να περιγράφει τον θόρυβο που ακολούθησε και το χειροκρότημα των παρευρισκομένων για το θαύμα; Τότε ο νέος, σαν να είχε μόλις ξυπνήσει, έτριψε τα μάτια του και κοίταξε προς τον ήλιο. Επειδή όλοι είχαν στραμμένο το βλέμμα τους πάνω του, ντράπηκε.
Είχε χαθεί το αδιάντροπο ύφος του και οι τρελές ματιές του από εδώ κι από εκεί και είχε επανέλθει στο φυσιολογικό του σαν να είχε θεραπευτεί με φάρμακα. Παράτησε τις πολυτελείς χλαμύδες και τα ελαφριά ενδύματα και γενικά τον συβαριτικό τρόπο ζωής, έγινε εραστής της λιτότητας και του φιλοσοφικού τρίβωνα και απογυμνώθηκε από τις παλιές του συνήθειες για να υιοθετήσει εκείνες του Απολλώνιου» (Βιβλίο Δ', Κεφ. XX).

Ο Ιησούς θεραπεύει δαιμονισμένο

Επειτα από αυτά έπλευσαν και αγκυροβόλησαν εις την χώραν των Γαδαρηνών, η οποία είναι αντίπερα από την Γαλιλαίον. Οταν δε ο Ιησούς εβγήκεν εις την ξηράν, τον συνάντησεν ένας άνθρωπος της πόλεως εκείνης, ο οποίος είχε μέσα του δαιμόνια από πολλά χρόνια και δεν εφορούσε ένδυμα και δεν έμενε σε σπίτι, αλλά μέσα εις τα μνήματα.
Οταν όμως είδε τον Ιησούν εκραύγασε δυνατά, έπεσεν εις τα πόδια του και με φωνήν μεγάλην είπε: «Ποια σχέσις υπάρχει ανάμεσα εις εμέ και σε, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσης και μη με κλείσης από τώρα στον φρικτόν Αδην». Είπε δε αυτά ο δαιμονιζόμενος, διότι ο Χριστός διέταξε το ακάθαρτον πνεύμα να βγη και να φύγη από τον άνθρωπον, επειδή από πολλά χρόνια τον είχεν αρπάξει και κυριεύσει. Οι δε άλλοι άνθρωποι, ένεκα της αγριότητος αυτού, τον έδεναν με αλυσίδες και με ισχυρά δεσμά εις τα πόδια, διά να τον φυλάσσουν, ώστε να μη επιτίθεται και κακοποιή τους άλλους. Αλλά αυτός έσπαζε τα δεσμά και ωδηγείτο βιαίως από τον δαίμονα εις ερημικούς τόπους.

Τον ερώτησε δε ο Ιησούς, λέγων: «ποιο είναι το όνομά σου;». Εκείνος δε απήντησε: «λεγεών». Διότι πολλά δαιμόνια είχαν εισέλθει στον άνθρωπον αυτόν. Και παρακαλούσαν τα δαιμόνια αυτόν να μη τα διατάξη και πάνε εις τα τρίσβαθα του Αδου. Ητο δε εκεί μία αγέλη με πολλούς χοίρους, που έβοσκαν στο βουνό· και τον παρακαλούσαν τα δαιμόνια να τους δώση την άδειαν να μπουν εις εκείνους τους χοίρους. Και τους το επέτρεψεν ο Κύριος (διότι κατά λόγον δικαιοσύνης έπρεπε να τιμωρηθούν με την απώλειαν των χοίρων οι ιδιοκτήται των, επειδή τους έτρεφαν, μολονότι αυτό απηγορεύετο από τον μωσαϊκόν νόμον).

Αφού δε εξήλθον τα δαιμόνια από τον άνθρωπον, εμπήκαν στους χοίρους και ώρμησε ασυγκράτητο όλο το κοπάδι επάνω στον κρυμνόν, ερρίφθη από εκεί εις την θάλασσαν και επνίγησαν οι χοίροι. Οταν δε οι βοσκοί είδαν το γεγονός αυτό, έφυγαν και το ανήγγειλαν εις την πόλιν και εις όσους συναντούσαν, από αυτούς που έμεναν στους αγρούς.

Εβγήκαν δε από την πόλιν οι άνθρωποι, διά να ίδουν αυτό που έγινε. Ηλθαν στον Ιησούν και είδαν τον άνθρωπον από τον οποίον είχαν βγη τα δαιμόνια να κάθεται κοντά εις τα πόδια του Ιησού, ντυμένος, ήρεμος και φρόνιμος και εφοβήθησαν. Είχαν δε διηγηθή εις αυτούς εκείνοι που είδαν το γεγονός πώς ελευθερώθηκε ο δαιμονιζόμενος. Και όλον το πλήθος της περιοχής των Γαδαρηνών τον παρεκάλεσαν να φύγη από αυτούς, διότι είχαν κυριευθή από μεγάλον φόβον διά την τιμωρίαν που τους επεβλήθη.
Ενοχοι δε και δι’ άλλα καθώς ήσαν, εφοβούντο πολύ και άλλας τιμωρίας. Ο δε Ιησούς εμπήκε στο πλοίον και επέστρεψε. Παρακαλούσε δε αυτόν ο άνθρωπος, από τον οποίον είχαν βγη τα δαιμόνια, να μένη μαζή του. Ο Ιησούς όμως τον έστειλε ειρηνικά εις την πόλιν του, λέγων: «Γύρισε στο σπίτι σου και να διηγήσαι όσα έκαμε εις σε ο Θεός». Και εκείνος έφυγε και διαλαλούσε εις όλην την πόλιν, όσα ο Ιησούς έκαμε εις αυτόν (Κατά Λουκάν, 8,26-39, απόδοση I. Θ. Κολιτσάρας).

Απολλώνιος παραβολικός λόγος

Κάποτε που μιλούσε σχετικά με την κοινοκτημοσύνη και δίδασκε ότι τα μέλη της κοινωνίας πρέπει να αλληλοβοηθιούνται, πάνω στα δέντρα κάθονταν σπουργίτια σιωπηλά και μόνο ένα από αυτά πέταξε βγάζοντας φωνή σαν να ήθελε να παρακινήσει τα υπόλοιπα σε κάτι. Αυτά μόλις άκουσαν τη φωνή σηκώθηκαν και πάταξαν φωνάζοντας κάτω από την καθοδήγηση του ενός.

Ο Απολλώνιος συνέχισε την ομιλία του γιατί ήξερε τι έκανε τα σπουργίτια να πετάξουν. Δεν το εξήγησε όμως στους άλλους. Επειδή παρ’ όλα αυτά όλοι σήκωσαν τα μάτια τους ψηλά κοιτάζοντας τα πουλιά και μερικοί από άγνοια θεώρησαν το περιστατικό αξιοπερίεργο, ο Απολλώνιος ξέφυγε από τη ροή του λόγου του και είπε; «Ενα παιδί ενώ μετέφερε σιτάρι μέσα σε δοχείο, γλίστρησε. Στη συνέχεια συγκέντρωσε τους σπόρους απρόσεχτα και έφυγε αφήνοντας πολλούς σκόρπιους στο τάδε στενό. Το σπουργίτι αυτό είχε την τύχη να δει το συμβάν και ήρθε να αναγγείλει και στα άλλα το απρόσμενο εύρημα και να τα καλέσει να συμφάγουν».

Οι περισσότεροι ακροατές έφυγαν να πάνε εκεί, και ο Απολλώνιος συνέχισε να μιλάει σ’ αυτούς που παρέμειναν συνεχίζοντας τον λόγο που είχε στο μυαλό του περί κοινοκτημοσύνης. Οταν ήρθαν και οι άλλοι, φωνάζοντας και γεμάτοι θαυμασμό, είπε; «Βλέπετε με πόση επιμέλεια τα σπουργίτια φροντίζουν το ένα το άλλο και χαίρονται με αυτή την κοινοκτημοσύνη. Εμείς απαξιούμε για κάτι τέτοιο και αν δούμε κάποιον να μοιράζεται ό,τι έχει με άλλους, τον κατηγορούμε για σπατάλη, έπαρση και τα παρόμοια, ενώ αυτούς που φροντίζει τους λέμε παράσιτα και κόλακες» (Βιβλίο Δ', Κεφ. III).

Παραβολικός λόγος του Χρίστου

Μια μέρα πλησίασε τον Ιησού ένας νομικός, που ήθελε να τον πειράξει και του είπε; «Δάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;». Ο Ιησούς του απάντησε: «Τι γράφει στον Νόμο; Εσύ μελετάς τον Νόμο. Ξέρεις λοιπόν τι γράφει». Και είπε ο νομικός: «Να αγαπήσεις τον Κύριο και θεό σου με όλη σου την καρδιά και όλη σου την ψυχή και όλη σου τη δύναμη και όλο σου τον νου και να αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου». Τότε του αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Πολύ σωστά απάντησες. Αυτά να κάνεις και θα αποκτήσεις την αιώνια ζωή». Ο νομικός, θέλοντας να δικαιολογηθεί γιατί έκαμε αυτή την ερώτηση στον Χριστό, ξαναρώτησε; «Και ποιος είναι για μένα ο πλησίον;».

Πήρε λοιπόν αφορμή από αυτή την ερώτηση ο Χριστός και είπε την εξής παραβολή: ένας άνθρωπος κατέβαινε από τα Ιεροσόλυμα προς την Ιεριχώ. Στον δρόμο έπεσε στα χέρια ληστών. Αυτοί αφού του πήραν όσα πράγματα είχε, του έκλεψαν και τα ρούχα, τον πλήγωσαν και έτσι
μισοπεθαμένο τον άφησαν στην ερημιά.

Κατά σύμπτωση από εκείνον τον δρόμο περνούσε ένας ιερέας. Αυτός είδε τον πληγωμένο αλλά τον προσπέρασε χωρίς να τον βοηθήσει. Σε λίγο έφτασε στον τόπο εκείνο κι ένας λευίτης (νεωκόρος στον Ναό). Είδε κι αυτός τον πληγωμένο, αλλά κι αυτός έφυγε χωρίς να βοηθήσει.
Ενας περαστικός Σαμαρείτης όμως πλησίασε και μόλις είδε τον χτυπημένο τον λυπήθηκε. Αμέσως κατέβηκε από το ζώο του, περιποιήθηκε τις πληγές με κρασί και λάδι και τις περιέδεσε. Μετά τον φόρτωσε στο ζώο του και τον μετέφερε σε ένα πανδοχείο. Εδωσε μάλιστα στον ξενοδόχο αρκετά χρήματα και του είπε: «Περιποιήσου τον πληγωμένο μέχρι να γίνει καλά. Αν σου χρειαστούν περισσότερα χρήματα, στον γυρισμό θα σου τα δώσω».
Μετά ο Ιησούς ρώτησε τον νομικό: «Λοιπόν, ποιος από τους τρεις φέρθηκε ως πλησίον σ’ αυτόν τον άτυχο που έπεσε στα χέρια των ληστών;». Κι εκείνος απάντησε: «Αυτός που έδειξε ευσπλαχνία». «Πήγαινε λοιπόν και κάμε κι εσύ το ίδιο» είπε ο Ιησούς (Κατά Λουκάν, I' 25-37).

Ο Απολλώνιος ανασταίνει τη νεκρή κόρη

Ενα από τα θαύματα του Απολλώνιου είναι και το εξής: μια κοπέλα είχε πεθάνει, όπως φαινόταν, τον καιρό του γάμου της και ο γαμπρός ακολουθούσε το φέρετρο θρηνώντας για τον ανολοκλήρωτο γάμο. Μαζί του θρηνούσε όλη η Ρώμη γιατί η κοπέλα καταγόταν από οικογένεια υπάτων.
Ο Απολλώνιος έτυχε να παρευρεθεί σε αυτήν τη συμφορά και είπε: «Αφήστε κάτω το φέρετρο κι εγώ θα δώσω τέλος στα δάκρυα που χύνετε για τη νέα». Αμέσως ρώτησε το όνομα της κοπέλας. Οι περισσότεροι νόμισαν πως θα εκφωνήσει λόγο σαν τους επικήδειους που συνήθιζαν θρήνους, όμως ο Απολλώνιος το μόνο που έκανε ήταν να αγγίξει την κοπέλα και αφού ψιθύρισε κάτι, ξύπνησε την κοπέλα από τον φαινομενικό θάνατο. 
Η νέα έβγαλε μια φωνή και επέστρεψε στο σπίτι του πατέρα της, όπως η Αλκηστη όταν ο Ηρακλής την ξαναέφερε στη ζωή. Οι συγγενείς ήθελαν να του δώσουν χρηματική αμοιβή εκατόν πενήντα χιλιάδες, όμως τους είπε να κρατήσουν τα χρήματα για την προίκα της νέας (Βιβλίο Δ', Κεφ. XLV).

Η ανάσταση του Λαζάρου

Οταν, λοιπόν, ήρθε ο Ιησούς, τον βρήκε να είναι κιόλας τέσσερις μέρες μέσα στο μνήμα. Στο μεταξύ, επειδή η Βηθανία ήταν κοντά στα Ιεροσόλυμα, σε μια απόσταση μόλις τριών χιλιομέτρων, είχαν έρθει πολλοί από τους Ιουδαίους κοντά στη Μάρθα και τη Μαρία για να τις παρηγορήσουν για τον αδερφό τους.
Μόλις, λοιπόν, άκουσε η Μάρθα ότι έρχεται ο Ιησούς, βγήκε σε προϋπάντησή του, ενώ η Μαρία καθόταν στο σπίτι. Είπε τότε η Μάρθα στον Ιησού: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, ο αδερφός μου δεν θα είχε πεθάνει. Αλλά και τώρα είμαι βέβαιη πως ό,τι κι αν ζητήσεις από τον Θεό, θα σου το δώσει ο Θεός». Της λέει ο Ιησούς: «Ο αδερφός σου θ’ αναστηθεί». Του λέει η Μάρθα: «Το ξέρω πως θ’ αναστηθεί την ημέρα της ανάστασης». Ο Ιησούς της είπε: «Εγώ είμαι η Ανάσταση και η Ζωή. Οποιος πιστεύει σ’ εμένα, κι αν πεθάνει, θα ζήσει. Και όποιος ζει και πιστεύει σ’ εμένα, αυτός, όχι, δεν θα πεθάνει ποτέ. Το πιστεύεις αυτό;». Του λέει: «Ναι, Κύριε, εγώ το έχω πιστέψει ότι εσύ είσαι ο Χριστός, ο Γιος του Θεού, για τον οποίο έχουμε την υπόσχεση πως θα έρθει στον κόσμο».

Κι αφού τα είπε αυτά, πήγε και φώναξε κρυφά την αδερφή της τη Μαρία, λέγοντας: «Ο Δάσκαλος έχει έρθει και σε φωνάζει». Μόλις το άκουσε εκείνη, σηκώνεται βιαστικά κι έρχεται κοντά του. Ο Ιησούς όμως δεν είχε έρθει ακόμη στο χωριό, αλλά ήταν στον τόπο που τον είχε συναντήσει η Μάρθα. Οι Ιουδαίοι τότε που ήταν μαζί της στο σπίτι και την παρηγορούσαν, όταν είδαν πως η Μαρία σηκώθηκε και βγήκε έξω βιαστικά, την ακολούθησαν νομίζοντας πως πηγαίνει στο μνήμα για να κλάψει εκεί. Η Μαρία, λοιπόν, μόλις έφτασε εκεί που ήταν ο Ιησούς, τον είδε κι έπεσε στα πόδια του λέγοντάς του: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδερφός μου». Τότε ο Ιησούς, καθώς την είδε να κλαίει και να κλαίνε επίσης και οι Ιουδαίοι που είχαν έρθει μαζί της, συνταράχθηκε νιώθοντας βαθιά συγκίνηση και είπε: «Πού τον έχετε θάψει;». Του λένε: «Κύριε, έλα να δεις». Ο Ιησούς δάκρυσε. Ελεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι: «Δες πόσο τον αγαπούσε!». Μερικοί, πάλι, απ’ αυτούς, είπαν: «Δεν μπορούσε άραγε αυτός που άνοιξε τα μάτια του τυφλού να κάνει κάτι και γι’ αυτόν ώστε να μην πεθάνει;».

Ο Ιησούς τότε, βαθιά συγκινημένος πάλι, έρχεται στο μνήμα. Και ήταν αυτό ένα κοίλωμα πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένη μια πέτρα. Λέει ο Ιησούς: «Σηκώστε την πέτρα». Του λέει τότε η Μάρθα, η αδερφή του πεθαμένου: «Κύριε, τώρα πια θα μυρίζει, γιατί είναι κιόλας η τέταρτη μέρα». Της λέει ο Ιησούς: «Δεν σου είπα πως αν πιστέψεις, θα δεις τη δόξα του Θεού;».
Σήκωσαν, λοιπόν, την πέτρα από εκεί που βρισκόταν τοποθετημένος ο νεκρός. Τότε ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια του ψηλά και είπε: «Πατέρα, σ’ ευχαριστώ που με άκουσες. Κι εγώ βέβαια το ξέρω πως με ακούς πάντοτε, αλλά το είπα για τον κόσμο που παρευρίσκεται εδώ, ώστε να πιστέψουν πως εσύ με απέστειλες». Κι αφού τα είπε αυτά φώναξε με δυνατή φωνή: «Λάζαρε, βγες έξω». Βγήκε τότε ο πεθαμένος με τα πόδια και τα χέρια του δεμένα με πάνινες λουρίδες. Το πρόσωπό του ήταν επίσης περιτυλιγμένο με ύφασμα. Τους λέει ο Ιησούς: «Λύστε τον και αφήστε τον να περπατήσει» (Κατά Ιωάννην, Π, 17-44).

Ο άπιστος νεαρός

Είχε πάει στα Τύανα ένας θρασύς νέος, έτοιμος για φιλονικία και χωρίς διάθεση να παραδεχθεί την αλήθεια (ότι ο Απολλώνιος αναλήφθηκε στους ουρανούς).
Ο Απολλώνιος είχε ήδη φύγει από τους ανθρώπους, ωστόσο όλοι εξακολουθούσαν να είναι έκπληκτοι για τη μεταβολή της φύσης του, κανείς όμως δεν τολμούσε να πει πως δεν είναι αθάνατος. Γι’ αυτό και οι περισσότερες συζητήσεις αφορούσαν την ψυχή, γιατί ήταν εκεί και πολλοί νέοι πού είχαν έφεση προς τη σοφία. Ο περί ου ο λόγος νέος όμως δεν συμφωνούσε καθόλου με την αθανασία της ψυχής και είπε: «Εγώ, φίλοι, εδώ και δέκα μήνες σχεδόν παρακαλώ τον Απολλώνιο να μου αποκαλύψει την αλήθεια σχετικά με την ψυχή, όμως είναι τόσο νεκρός που δεν μ’ ακούει που τον παρακαλώ ούτε με πείθει για την αθανασία του».

Ετσι είπε ο νέος και έπειτα από πέντε μέρες, ενώ συζητούσαν για τα ίδια πράγματα κι αυτόν τον πήρε ο ύπνος εκεί που μιλούσαν και οι άλλοι νέοι ήταν απασχολημένοι με τα βιβλία και με γεωμετρικούς τύπους που τους χάραζαν πάνω στη γη, πετάχτηκε από τον ύπνο του σαν μανιασμένος και, μισοκοιμισμένος ακόμη, με τον ιδρώτα του να τρέχει ποτάμι, φώναζε: «Σε πιστεύω». Οταν τον ρώτησαν τι έχει πάθει, «δεν βλέπετε» είπε, «τον σοφό Απολλώνιο που είναι ανάμεσά μας, ακούει τις συζητήσεις μας και ψάλλει ραψωδίες υπέροχες για την ψυχή;».
«Πού είναι;» του είπαν, «δεν τον βλέπουμε πουθενά, αν και θα το θέλαμε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο αγαθό». «Φαίνεται πως μόνο σ’ εμένα παρουσιάστηκε για να με πείσει για όσα δεν πίστευα» είπε ο νέος.

Ακούστε τι λέει: «Η ψυχή είναι αθάνατη και δεν ανήκει σ’ εσένα άλλα στη θεία πρόνοια. Το σώμα μαραίνεται κι αυτή σαν γρήγορο άλογο ελευθερώνεται από τα δεσμό, φεύγει γρήγορα και γίνεται ένα με τον ελαφρό αέρα αποδοκιμάζοντας τη φοβερή και δυσβάσταχτη φροντίδα. Τι θα κερδίσεις μ’ αυτά; Κάποτε, που δεν θα υπάρχεις πια, θα τα πιστέψεις. Οσο είσαι ζωντανός γιατί προσπαθείς να βρεις εξηγήσεις σ’ αυτά; Αυτά ήταν τα σαφή λόγια του Απολλώνιου, σαν λόγια θεού, για τα μυστήρια της ψυχής, για να βαδίζουμε εύθυμοι και με γνώση της φύσης μας στον δρόμο που ορίζουν οι Μοίρες.
Τάφο ή κενοτάφιο τους ανδρός δεν είδα πουθενά, παρόλο που επισκέφτηκα το μεγαλύτερο τμήμα της γης. Παντού λέγονται ιστορίες παράδοξες που μιλούν για τη θεϊκή φύση του. Στο ιερό του στα Τύανα γίνονται τελετές που ταιριάζουν σε βασιλιάδες γιατί ακόμη και αυτοί τον θεωρούσαν άξιο να τιμάται με τον τρόπο που τιμώνται οι ίδιοι» (Βιβλίο Θ', Κεφ. XXXI).

Ο άπιστος Θωμάς

Ενώ λοιπόν ήταν βράδυ την ημέρα εκείνη, την πρώτη μετά το Σάββατο, και ενώ οι θύρες ήταν κλεισμένες εκεί όπου ήταν οι μαθητές για τον φόβο των Ιουδαίων, ήρθε ο Ιησούς και στάθηκε στο μέσο και τους λέει: «Ειρήνη σ’ εσάς». Και αφού είπε αυτό, έδειξε τα χέρια και την πλευρά του σ’ αυτούς. Χάρηκαν τότε οι μαθητές όταν είδαν τον Κύριο. Τους είπε λοιπόν πάλι ο Ιησούς: «Ειρήνη σ’ εσάς. Καθώς με έχει αποστείλει ο Πατέρας κι εγώ στέλνω εσάς». Και όταν είπε αυτό, φύσηξε πάνω τους και τους λέει: «Λάβετε Πνεύμα Αγιο. Αν σε κάποιους αφήσετε τις αμαρτίες, έχουν αφεθεί σ’ αυτούς· αν σε κάποιους τις κρατάτε, έχουν κρατηθεί».

Ο Θωμάς, όμως, ένας από τους δώδεκα, ο λεγόμενος Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς. Του έλεγαν λοιπόν οι άλλοι μαθητές: «Εχουμε δει τον Κύριο!» Εκείνος τους είπε: «Αν δε δω στα χέρια του το σημάδι των καρφιών και δεν βάλω το δάχτυλό μου στο σημάδι των καρφιών και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά του, δεν θα πιστέψω».
Και ύστερα από οχτώ ημέρες ήταν πάλι μέσα οι μαθητές του και ο Θωμάς μαζί τους. Ερχεται ο Ιησούς, ενώ ήταν οι θύρες κλεισμένες, στάθηκε στο μέσο και είπε: «Ειρήνη σ’ εσάς». Επειτα λέει στον Θωμά: «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου και φέρε το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου και μη γίνεσαι άπιστος αλλά πιστός». Αποκρίθηκε ο Θωμάς και του είπε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου!». Του λέει ο Ιησούς: «Επειδή με έχεις δει έχεις πιστέψει; Μακάριοι όσοι δεν με είδαν και όμως πίστεψαν» (Κατά Ιωάννην, 20,19-31).
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger