Προσφατες Αναρτησεις

21/4/1944: Ο ΕΛΑΣ Καισαριανής αποκρούει νικηφόρα επίθεση γερμανοτσολιάδων, χαφιέδων της Ειδικής Ασφάλειας και ανδρών της Γκεστάπο

Στην Καισαριανή ο ΕΛΑΣ δίνει σκληρές μάχες ενάντια στη συνδυασμένη επίθεση 1.000 γερμανοτσολιάδων, χαφιέδων της Ειδικής Ασφάλειας και ανδρών της Γκεστάπο
Το πώς εξελίχτηκε το συγκεκριμένο γεγονός το παρακολουθούμε μέσα από ένα απόσπασμα του βιβλίου του Ορέστη Μακρή «Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας»:

ΙΣΧΥΡΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ, ΓΕΡΜΑΝΟΤΣΟΛΤΑΔΩΝ - ΜΠΟΥΡΑΝΤΑΛΩΝ ΣΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ ΚΑΙ ΓΕΙΤΟΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ (21.4.44)

20.4.44, Πέμπτη βράδυ. Ο καπετάνιος του συντάγματος Λάμπρος φέρνει την πληροφορία, ότι τα ξημερώματα της επόμενης θα εξαπολυθεί γενική επίθεση ενάντια στις ανατολικές συνοικίες, από του Ζωγράφου μέχρι και την Καλλιθέα - Νέα Σμύρνη, θα διαθέσουν όλες τις δυνάμεις των γερμανοτσολιάδων. μπουραντάδων, Ειδικής Ασφάλειας και ορισμένες μικρές μανάδες γερμανών των ΕΣ-ΕΣ. Επικεφαλής θα είναι ο συνταγματάρχης Πλυτζανόπουλος και για την Καισαριανή ειδικά, ένας αντισυνταγματάρχης πεζικού,

Κύριος σκοπός τους η κύκλωση και εξόντωση του ΕΛΑΣ Καισαριανής. Δευτερεύων σκοπός η τρομοκράτηση όλων των ανατολικών συνοικιών, που είχαν αρχίσει να δίνουν μάχες για την προστασία τους και η απασχόλησή τους για να μην μπορούν να έρθουν σε βοήθεια της Καισαριανής.

Στη συνέχεια ο Λάμπρος μας δίνει διαταγή γενικής κινητοποίησης μέσα στη νύχτα.

Και οι τρεις λόχοι μας παίρνουν τις θέσεις τους σύμφωνα με το προκαθορισμένο σχέδιο άμυνας. Παράλληλα κινητοποιούνται όλες οι πολιτικές οργανώσεις μας και προετοιμάζουν με τη χωνιά το λαό για την αυριανή νέα δοκιμασία της Καισαριανής. Δεν πρόλαβαν να πάρουν ανάσα και να πάλι στο πόδι οι καισαριανιώτες!

Το ίδιο γίνεται και στην περιοχή του ΙΙου τάγματος (Γούβα - Παγκράτι - Βύρωνα - Νέα Ελβετία). Ολόκληρη η 1η ταξιαρχία βρίσκεται σε συναγερμό, για την αυριανή μάχη, Τα χωνιά ξεσηκώνουν τη μισή Αθήνα. Ο λαός συγκεντρώνεται σε μεγάλες ομάδες, συζητάει και είναι αποφασισμένος να αμυνθεί, να βοηθήσει τον ΕΛΑΣ.

Αυτή τη φορά ο Πλυτζανόπουλος μας «αιφνιδίασε». Δε χτύπησε τα ξημερώματα. Άφησε να χαλαρώσει η επαγρύπνηση και ξεκίνησε το μεσημέρι όταν πλέον εμείς είχαμε πιστέψει πως είχε αναβληθεί η «επιχείρησή τους», μια και όλο το πρωί γινόταν παρέλαση των γερμανών. στον Αγνωστο Στρατιώτη για τα γενέθλια του Χίτλερ.

Ο «αιφνιδιασμός» αυτός τους βγήκε σε κακό. Πίστεψαν πως μέχρι το απόγευμα θάχανε ξεμπερδέψει με την Καισαριανή. Κι όμως ο ΕΛΑΣ και ο λαός τη; άντεξαν μέχρι το σούρουπο, κι αναγκάστηκε ο εχθρός να αποχωρήσει. χωρίς να πραγματοποιήσει και πάλι το σκοπό του, Αντίθετα αυτή τη φορά ματώθηκε για καλά..,

21.4.44, Παρασκευή μεσημέρι. Είχαμε φάει τη φασολάδα μας, στου Κιορπέ τον καφενέ και πίναμε το ρεβυθοκαφεδάκι μας, Έρχεται τρέχοντας ένας νεαρός ελασίτης απ' το προωθημένο φυλάκιο του άλσους Κσυπονίων και αναφέρει: «Είδαμε ύποπτες κινήσεις στα υψώματα του Υμηττού. Δε διακρίνουμε καλά, αλλά φαίνονται σαν νάναι γερμαυοισολιάδες».

Στέλνουμε αμέσως δυο φτεροπόδαρα αετόπουλα ν’ ανέβουν στον "ράκη" (Αλεποβούνι) και νάρθουν να πουν τι βλέπουν. Σε 20 λεπτά ήταν πίσω. Πραγματικά πολλοί τσολιάδες κινούνταν πάνω στα υψώματα, στις υπώρειες του Υμηττού, τόσο της Καισαριανής όσο και της Νέας Ελβετίας, προς Ζωοδόχο Πηγή.

Ειδοποιούνται αμέσως και οι τρεις λόχοι μας, ότι ο εχθρός άρχισε την επίθεσή του και να είναι έτοιμοι για μάχη.

Στη μία ακριβώς, το πρώτο αυτοκίνητο με γερμανοτσολιάδες ανεβαίνει από την οδό Παπαδιαμαντοπούλου στα Ιλίσια, προς τη λεωφόρο Ζωγράφου.

Μια ομάδα του 3ου λόχου (Ζωγράφου), με επικεφαλής τον καπετάνιο του λόχου Βασάλο, τον Καραβίδα και τον Μαραμπότα. τους χτυπάει με αυτόματα αιφνιδιαστικά.
Ο εχθρός έχει τις πρώτες απώλειες σε τραυματίες. Το αυτοκίνητο κάνει στροφή και γυρίζει «κακήν - κακώς» στην πλατεία των Ιλίσιων, όπου είχαν κρεμάσει τους 3 αγωνιστές. Εκεί βρίσκονταν άλλα 5 αυτοκίνητα φορτηγά με τσολιάδες. Κατεβαίνουν, αναπτύσσονται, και αρχίζουν επίθεση από τη Λεωφόρο Ζωγράφου, με κατεύθυνση τον Αγιο Γεράσιμο - άλσος Συγγρού - Κουπόνια. Δεν προχωρούν γρήγορα. Αντίθετα μπαίνουν σε σπίτια, δέρνουν τις γυναίκες, κάνουν συλλήψεις και σιγά - σιγά προωθούνται από δρόμο σε δρόμο προς το άλσος.
Αφήνουν λίγες δυνάμεις στην κεντρική λεωφόρο Ζωγράφου, για ν’ αντιμετωπίζουν τα αιφνιδιαστικά χτυπήματα των ομάδων μας, του 3ου λόχου (Ζωγράφου), που κινούνταν στα νώτα τους απ’ το βορινό τμήμα της συνοικίας και το χτήμα Ζωγράφου. Φοβούνται και τα χωνιά, πού ξεσηκώνουν τον κόσμο από παντού. Οι ομάδες μας καθυστερούν την προώθηση των ταγματαλητών. Τους αναγκάζουν να ψάχνουν ένα - ένα τα σπίτια, μήπως βρίσκονται κρυμμένοι ελασίτες.

Τελικά έφτασαν αναπτυγμένοι στην παρυφή του άλσους, απέναντι απ’ τη ρεματιά της Καισαριανής, γύρω στις 4 το απόγευμα, Τώρα τους παρενοχλεί και to προωθημένο, στο κέντρο του άλσους φυλάκιό μας του 2ου λόχου (Ανω Καισαριανής) που αποτελείται από 4 ελασίτες με ένα αυτόματο και 3 αραβίδες. Έχουν πάρει διαταγή να υποχωρήσουν προς τις παράγκες. μόνο αν αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της κύκλωσης. Δεν πιέζονται, παραμένουν στις θέσεις τους και σημαδεύουν κάθε τόσο τους τσολιάδες που σηκώνουν κεφάλι.

Ο 2ος λόχος της Άνω Καισαριανής, έχει καταλάβει τις θέσεις του. προς τη ρεματιά της Καισαριανής, έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει τον εχθρό, που κατέχει τα Κουπόνια και τα πρώτα υψώματα του Υμηττού. Περιμένουν, αλλά επίθεση των γερμανοτσολιάδων δεν εκδηλώνεται. Οι εχθροί περιμένουν κι αυτοί. Είναι σίγουροι, πως θα υποχωρήσουμε τελικά προς την «αγκαλιά τους».

Στις 1 και 30' ακριβώς, 10 αυτοκίνητα με μπουραντάδες σταματούν στη Λεωφόρο Υμηττού, αμέσως μετά την πλατεία Παγκρατίου και αναπτύσσονται με κατεύθυνση το Βύρωνα - Ανάληψη - Ζωοδόχο Πηγή - Νέα Ελβετία. Την ίδια στιγμή οι τσολιάδες απ' τα υψώματα του Υμηττού επιτίθενται
και καταλαμβάνουν το ύψωμα «Νεράιδα». Ot μπουρανιάδες. προσπαθούν να στραφούν προς το Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Στις 1 και 35' άλλα 14 φορτηγά αυτοκίνητα με τσολιάδες και 8 επιβατικά με γερμανούς των ΕΣ-ΕΣ, προχωρούν απ' τη λεωφόρο Υμηττού πιο πέρα, προ; τον Άγιο Νικόλα της Κάτω Καισαριανής, κι αρχίζουν να αναπτύσσονται προς την κεντρική λεωφόρο της Καισαριανής,

Ετσι αρχίζει η μάχη σύγχρονα και με τα δυο τάγματα τον ΕΛΑΣ α) με το No ΙΙ τάγμα (της Γούβας. - Βύρωνα - Νέας Ελβετίας - Παγκράτι -Υμηττού}, με 50 περίπου μαχητές. Επικεφαλής του είναι ο Λεύτερης (Γιάννης Κυριακίδη;}. Τυπικά έχει το βαθμό του Β' καπετάνιου του τάγματος στην ουσία όμως εκτελεί χρέη Α' καπετάνιου. Κι αυτό το τάγμα είναι χωρίς στρατιωτικό διοικητή.
Γνωρίζοντας την αξία του Λευτέρη, ήμουν απόλυτα ήσυχος απ' την πλευρά του Σκοπευτηρίου. Αυτό το παλικάρι του ΕΛΑΣ έπρεπε να σπουδάσει σε ανώτερες σχολές πολέμου, κι όχι που έγινε καθηγητής μαθηματικών και β) με το ΙΙΙο τάγμα της Καισαριανής με 60 μαχητές. Επικεφαλής του ο καπετάνιος του τάγματος Γιάννης (Ορέστης Μακρής).

Το ΙΙο τάγμα με ισχυρά χτυπήματα καθηλώνει τους μπουραντάδες και τους ΙΙαπαγιώργηδες και δεν τους επιτρέπει να στραφούν προς το Σκοπευτήριο. Περιορίζει τη όραση τους στο να μπαίνουν στα σπίτια, να σέρνουν και να τραυματίζουν άνδρες και γυναίκες στα τμήματα της Γούβας και του Βύρωνα που έχουν καταλάβει με τις δυνάμεις τους.

Οι ελασίτες του ΙΙου τάγματος, χωρισμένο» σε μικρές ομάδες, δεν τους αφήνουν ούτε στιγμή ήσυχους. Χτυπούν ξαφνικά τους μπουραντάδες, μετακινούνται και τους ξαναχτυπούν από άλλη θέση.
Οι εχθροί έχουν πελαγώσει, δεν ξέρουν πού να επιτεθούν, από παντού δέχονται ριπές.
Τα νοσοκομειακά τους μεταφέρουν διαρκώς τραυματίες προς την Αθήνα. Ο ξεσηκωμένος λαός των συνοικιών και τα χωνιά τους μπερδεύουν ακόμη πιο πολύ.
Φοβούνται να προχωρήσουν έστω και ένα βήμα. Αλλά και οι τσολιάδες που έχουν καταλάβει το ύψωμα Νεράιδα δεν καλοπερνούν. Δυο ομάδες του ΙΙου τάγματος τους έχουν κι αυτούς καθηλώσει. Τελικά μέχρι που ήρθε το σούρουπο και πήραν διαταγή να αποχωρήσουν, δεν κατάφεριιν να φτάσουν στο Σκοπευτήριο για να πλαγιοβάλλουν την Καισαριανή, Το μόνο κατόρθωμά τους ήταν η τρομοκράτηση του πλήθους, που γιόρταζε τη Ζωοδόχο Πηγή.

Και τώρα η κύρια μάχη μέσα στην Καισαριανή.

Στις 1 και 35' κατεβαίνουν απ' τα αυτοκίνητά τους, περίπου 250 γερμανοτσολιάδες και 30 γερμανοί ΕΣ-ΕΣ. που μένουν πίσω απ’ τους τσολιάδες, Αναπτύσσονται ρίχνοντας πυκνά πυρά και προχωρούν προς την κεντρική λεωφόρο της Καισαριανής και την οδό Φορμίωνος (παράλληλα προς την πλευρά του Βύρωνα), Τότε δέχονται τα πρώτα πυρά των αυτομάτων και των αραβίδων απ’ τις ομάδες του Ιου λόχου (Κάτω Καισαριανή), δηλαδή απ’ τον Αγιο Νικόλα κι απ’ την ομάδα κάλυψης των πλευρών του λόχου, που βρίσκεται στην οδό Φορμίωνος και Κόνωνος, πιο κάτω απ’ το Σκοπευτήριο.

Τα χτυπήματα μας είναι αιφνιδιαστικά, ξαπλώνουν κιόλας 15 εχθρούς, προκαλούν σύγχυση κι οι τσολιάδες απ' το φόβο τους μαζεύονται σε πυκνές ομάδες.  Δείχνουν σημεία πανικού. Ομως οι Γερμανοί βρίσκονται ακριβώς από πίσω τους ακριβώς γι' αυτό τον σκοπό. Με τα αυτόματά τους είναι έτοιμοι να σκοτώσουν τους τσολιάδες που θα αποπειραθούν να το σκάσουν. Δυο ομάδες του 1ου λόχου (Κάτω Καισαριανή), πιάνουν τις γωνίες της κεντρικής λεωφόρου, στο ύψος της πλατείας (Παναγίτσα). κι εμποδίζουν τον εχθρό να προχωρήσει προς τα εκεί.

Οι τσολιάδες επιμένουν, με πυκνά πυρά κάλυψης, προχωρούν αργά στην κεντρική λεωφόρο και στην οδό Φορμίωνος - Δαμάρεως προς τις παραλλήλους οδούς Κύρκου και Τσουρουκτόγλου και από τα αριστερά της λεωφόρου, οδό Αλεξανόρουπόλεως, Μ άλλα λόγια προχωρούν προς την πλατεία, ελέγχοντας τέσσερις δρόμους συνολικά. Η προσπάθεια τους δεν είναι και τόσο εύκολη. Τρεις ομάδες του 1ου λόχου, τους χτυπούν από τα πλάγια, μέσα από τα 4 στενά που ελέγχουν ακόμη μέχρι τη ρεματιά της Καισαριανής. Από παράγκα σε παράγκα κινούνται σαν δαίμονες, χτυπούν και κρύβονται, αλλάζουν θέσεις συνεχώς. Οι άλλες δυο ομάδες αποκρούουν τους τσολιάδες, που· προχωρούν προς την πλατεία.

Δυο διμοιρίες του εχθρού αποφασίζουν να προωθηθούν καθέτως της κεντρικής λεωφόρου, προς την κατεύθυνση της ρεματιάς, προς το άλσος Κουπονϊων. για να διασπάσουν τις γραμμές μας. Οι τρεις ομάδες μας βρίσκονται σε δύσκολη θέση, δεν έχουν πλέον περιθώρια ελιγμών. Μένέτοιμοι όλοι τους για τη μεγάλη θυσία στην υπόθεση της Λευτεριάς, θα πουλήσουν πολύ ακριβά τη ζωή τους.ουν στις θέσεις τους και περιμένουν του; ταγματαλήτες να πλησιάσουν,

Η πρώτη ομάδα κυκλώνεται και αμύνεται, μέχρι που τελείωσαν όλες οι σφαίρες τους. Επικεφαλής είναι ο γραμματέας της ΚΟΒ Καισαριονής Βασίλης και τρεις ακόμη μαχητές. Υστερα από μια ώρα μάχης, πιάνονται αιχμάλωτοι.
Εκτελεστήκαν, ύστερα από φοβερά βασανιστήρια, σε λίγες μέρες στο Γουδί, εκτός απ’ τον «Παναγιώταρο» που έγινε χαφιές και μασκοφόρος. Τον τιμώρησε ο ΕΛΑΣ αργότερα στην απελευθέρωση.

Η άλλη διμοιρία των τσολιάδων προωθείται από τύχη ανάμεσα στις δυο ομάδες του 1ου λόχου. Μόλις προχώρησαν και έφτασαν πλέον σχεδόν στη ρεματιά, πολύ κοντά στο σταθμό διοίκησης του τάγματος, δίνει το σύνθημα ο καπετάνιος του 1ου λόχου Ορέστης (Γ. Σταθάτος) επικεφαλής της μιας ομάδας κι ακολουθεί η άλλη ομάδα με επικεφαλής τον Μ. Μακρίδη και τον Ν. Τζανετή και εξαπολύουν απ' τα νώτα της διμοιρίας των τσολιάδων πυκνά διασταυρούμενα πυρά.
Οι τσολιάδες υποχωρούν πανικόβλητοι, εγκαταλείπουν 10 νεκρούς και τον επικεφαλής ανθυπολοχαγό και φτάνουν «την κεντρική λεωφόρο.

Οι μαχητές μας παίρνουν τις αραβίδες των νεκρών, τρία πιστόλια και όσες σφαίρες είχαν.
Τα χωνιά χαλάνε τον κόσμο, δίνουν κουράγιο στους ελασίτες. Ο λαός της Καισαριανής δε φοβάται, είναι πίσω απ' τους ελασίτες και διαδηλώνει με ουρανομήκεις φωνές και κατάρες. ενάντια στους δολοφόνους του λαού της συνοικίας.
Την ίδια στιγμή σχηματίζεται καινούργια ομάδα με τα όπλα που τους πήραμε και μπαίνει κι αυτή ο τη μάχη.
Υποχωρεί και η άλλη διμοιρία των τσολιάδων, παίρνοντας μαζί τους 4 συντρόφους μας αιχμάλωτους. Εχασαν κι αυτοί 3 νεκρούς και μερικούς τραυματίες.

Τελικά παραιτούνται απ’ τις κάθετες προς τη λεωφόρο επιθέσεις τους και εντείνουν όλη τους την προσπάθεια και μ’ όλες τους τις δυνάμεις, να φτάσουν στην κεντρική πλατεία. Το κατορθώνουν σας 3 το απόγευμα.

Πιάνουν ύλη την πλατεία και ψάχνουν τα γύρω σπίτια, δέρνοντας τις γυναίκες που βρίσκουν μέσα. Συγκεντρώνουν σχεδόν όλες τους τις δυνάμεις εκεί.

Επικεφαλής τους είναι αντισυνταγματάρχης. Δίνει συνεχώς διαταγές προς όλες τις κατευθύνσεις. Φαίνεται καθαρά η πρόθεσή τους. Ετοιμάζονται να εξαπυλύσουν «ακτινωτά», προς όλες τις κατευθύνσεις της Καισαριανής, επίθεση για να μας «σπρώξουν» έξω απ' τις παράγκες, προς τις δυνάμεις τους, που έχουν κυκλώσει την Καισαριανή από παντού και μας περιμένουν, Η στιγμή είναι κρίσιμη. Πρέπει να εκμεταλλευτούμε την αδράνεια των εξωτερικών δυνάμεων του εχθρού, Ξέρουμε πια, πως μόλις βγούμε από τη συνοικία κι απομονωθούμε απ' το λαό, είμαστε χαμένοι.

Αυτή τη στιγμή και πριν ολοκληρώσουν οι γερμανοτσολιάδες την προετοιμασία τους, παίρνει πρωτοβουλία η διοίκηση του τάγματος και αποσύρει ολόκληρο το 2ο λόχο της Ανω Καισαριανής, που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμενε σε αδράνεια, φυλάγοντας τα σύνορα της συνοικίας στη ρεματιά και προς τον Υμηττό.

Οι τρεις ομάδες με επικεφαλής τον καπετάνιο του λόχου Λεωνίδα Σιδέρη, το λοχαγό της Πολιτοφυλακής Γ. Κολλημένο και το Θοδωράκη Κουλίτσα και άλλες δυο ομάδες με επικεφαλής τον καπετάνιο του τάγματος Γιάννη (Ορέστη Μάκρη), με ένα οπλοπολυβόλο, αυτόματα, αραβίδες και χειροβομβίδες πιάνουν όλους τους δρόμους που οδηγούν στην πλατεία και με σύνθημα την πρώτη ριπή του οπλοπολυβόλου, εξαπολύουν ένα δυνατό «μπαράζ» συνεχές από πυρά, προς την πλατεία και την κεντρική λεωφόρο, ενάντια στα μπουλούκια των τσολιάδων.

Οι απώλειες τους είναι πολύ βαριές. Τραυματίζεται θανάσιμα και ο αρχηγός τους αντισυνταγματάρχης, που προσπαθούσε να εμψυχώσει τους τσολιάδες, όρθιος στη μέση της πλατείας.
Ο εχθρός δεν περίμενε αυτό το καινούργιο δυνατό χτύπημα. Αμύνεται απεγνωσμένα και ενώ είχε πρόθεση να εξαπολύσει επίθεση. υποχρεώνεται να μείνει καλυμμένος στην πλατεία; και στη λεωφόρο μέχρι το ύψος του σχολείου.

Οι δυο ομάδες του Θοδωράκη Κουλίτσα και του Κολλημένου δίνουν σκληρή μάχη με τους τσολιάδες, γιατί είναι εκτεθειμένοι στα πυρά τους. Καλύπτονται πίσω από γωνίες και κολώνες, Σ' αυτή τη σύγκρουση πέφτει «νεκρός» ο Θοδωράκης Κονλίτσας.

Παρένθεση: Γράφω σε εισαγωγικά τη λέξη «νεκρός», γιατί ο Θοδωράκης ζει! Βρίσκεται στην Καισαριανή, Τραυματίστηκε βαριά. Τον πήραν οι γερμανοί. Λευτερώθηκε όταν έφυγαν οι χιτλερικοί.

Οι τσολιάδες αρχίζουν να μαζεύουν τους νεκρούς τους και τους τραυματίες και σιγά - σιγά συμπτύσσονται προς τη βάση εξόρμησής τους, στην Κάτω Καισαριανή (Αγιο Νικόλα). Ξεσπάει θύελλα ενθουσιασμού στο λαό της Καισαριανής, Με τις φωνές, τα συνθήματα και τα χωνιά, επιτείνουν τη σύγχυση και τον πανικό στους γερμανοτσολιάδες.

Τα χωνιά ρίχνουν παραπλανητικά συνθήματα, δήθεν διαταγές όπως: «Ο 4ος και ο 5ος λόχος να επιτεθούν αμέσως, να κόψουν την υποχώρηση των φασιστών», «Γενική έφοδος! ελασίτες προχωρείτε - προχωρείτε», «Θάνατος στους γέρμανοτσολιάδες» και άλλα.

Ολες τώρα οι ομάδες του 1ου και 2ου λόχου χτυπούν τον εχθρό, Αραιώνουν τ« πυρά μας. Τα πυρομαχικά μας τελειώνουν. Που να ήξερε αυτή τη λεπτομέρεια ο Πλυτζανόπουλος. Σε δέκα λεπτά δε θα είχαμε να ρίξουμε ούτε μια σφαίρα. Η θέση μας ήταν πολύ δύσκολη. Από στιγμή σε στιγμή, αν επέμενε ο εχθρός, αντιμετωπίζαμε την πλήρη εξόντωσή μας.
Το σούρουπο που ερχόταν, ήταν ο καλύτερός μας σύμμαχος. Μας έσωσε κι εμάς και το λαό της Καισαριανής απ’ τη σφαγή των γερμανοτσολιάδων. Ομως τη νύχτα τη φοβόταν αυτοί, «όπως ο διάολος το λιβάνι».

Μένουν ως το σούρουπο στη λεωφόρο Υμηττού και φεύγουν ντροπιασμένοι.

Απώλειες του ΕΛΑΣ;

1 αξιωματικός «νεκρός» (Ο Θοδωράκης Κουλίτσας)

3 μαχητές νεκροί

4 αιχμάλωτοι (εκτελεστήκαν οι τρεις)

6 ελαφρά τραυματισμένοι

Απώλειες γερμανοχσολιάδων - μπουραντάδων:

24 νεκροί και 36 τραυματίες

1 αντισυνταγματάρχης νεκρός

1 Ανθυπολοχαγός νεκρός

Το Σάββατο 22.4.44 και την Κυρική 23.4.44, ήρθαν πάλι ως τη λεωφόρο Υμηττού, αιφνιδιαστικά και τρομοκρατούσαν το λαό της Κάτω Καισαριανής και του Βύρωνα, με ξυλοδαρμούς και συλλήψεις αθώων πολιτών. Εφυγαν, αφού παρέμειναν περίπου 1 ώρα, φοβούμενοι επίθεση του ΕΛΑΣ, Αυτές τις δυο μέρες το κύριο χτύπημά τους δεν ήταν η Καισαριανή, αλλά η Καλλιθέα, Νέα Σμύρνη. Κατσιπόδι.

Οι δυνάμει; μας της Καισαριανής δεν απάντησαν με χτυπήματα, γιατί οι ελάχιστες σφαίρες που μας είχαν μείνει και τα πιστόλια, μας χρειάζονταν πλέον για έσχατη άμυνα. Τα αυτόματα και οι αραβίδες είχαν μετατραπεί σε απλά ρόπαλα.

Χρειάστηκαν 20 μέρες για να εφοδιαστούμε ξανά με πυρομαχικά. Μας έστειλαν αργότερα (τον Ιούνιο) και 15 νέα αυτόματα που τα μάζεψε το ΑΓ Σώμα απ’ τα άλλα συντάγματα, που δεν δέχονταν επιθέσεις εκείνη την εποχή.

Ευτυχώς, σ’ αυτό το διάστημα δεν έγινε καμιά επίθεση των τσολιάδων. Είχαμε καταφέρει να κρατήσουμε μυστική την πλήρη έλλειψη πυρομαχικών.
{[['']]}

Η θρυλική απόδραση των 7 κομμουνιστών από τις φυλακές Συγγρού (15/04/1931)


 «Κάτι τό σπάνιον είς τά χρονικά τών φυλακών τής χώρας... Κάτι πού ένθυμίζει άπιθάνους άφηγήσεις τρομακτικών άστυνομικών μυθιστορημάτων. Κράμα πνεύματος καί φανταστικής άφηγήσεως τής άποβράσεως έκ του φρουρίου "Υφ του Μοντεχρήστου καί τής άρπαγής τής βασιλίσσης, άπετέλεσαν τό πλαίσιον είς τό όποιου έμελετήθη τό θρασύ πραξικόπημα. Πριόνισμα του καγγελόφραχτου παραθύρου, Αρπαγή καί φίμωσις του σκοπού στρατιώτου, στιλπνά περίστροφα μέσα είς τήν ψυχρή Απριλιανή νύκτα...».

Μέ τό γλαφυρό αυτό ύφος, πού συναγωνίζεται τα μυθιστορήματα της παλιάς εποχής, χρωμάτιζε η «Άκρόπολις» της 16ης ’Απριλίου 1931 την πρώτη μεγάλη Απόδραση κομμουνιστών στην Ελλάδα, που έδινε με τον εντυπωσιακό τίτλο: «'Υπό τήν άρχηγίαν του περιβοήτου Χαϊτά όκτώ κομμουνισταί διέρρηξαν τάς φυλακάς Συγγρού και άπέδρασαν».

Οι 7 και ο δεκανέας

Η απόδραση είχε γίνει δυο μέρες νωρίτερα, τη νύχτα της 14ης Απριλίου κάτω από συνθήκες πραγματικά μυθιστορηματικές. Οι δραπέτες, γνωστά στελέχη του Κ.Κ.Ε., ήταν οι: ’Ανδρόνικος Χαϊτάς, Αευτέρης Αποστόλου, Κ. Εύτυχιάδης (ή Ήλιάδης), Δ. Παπαρήγας, Β. Άσίκης, Περ. Καρασκόγιας, Μάρκος Μαρκοδίτης και Γρηγόρης Γρηγοριάδης.
Ο τελευταίος, γνωστός από την ημέρα εκείνη σαν «κόκκινος δεκανέας», δεν ήταν κρατούμενος αλλά φρουρός τους και με την ανεκτίμητη όπως θα δούμε συμβολή του, στάθηκε ο αποφασιστικότερος παράγοντας για την απόδραση.

Ο τρόπος της απόδρασής τους είχε πολλά γνωρίσματα από τα κλασικά πρότυπα: λιμάρισαν τα κάγκελα του παραθυριού, έριξαν σκοινί, αρπάχτηκαν, κατέβηκαν κάτω και χάθηκαν.

Τα πράγματα όμως δεν έγιναν ούτε τόσο απλά ούτε τόσο εύκολα.

Τoν καιρό εκείνο στις φυλακές Συγγρού βρισκόντουσαν κλεισμένοι 32 υποδικοκατάδικοι κομμουνιστές (μαζί με τους ποινικούς ξεπερνούσαν τους 400), οι όποιοι κρατιόντουσαν ομαδικά στον μεγάλο θάλαμο που έβλεπε στο εξωτερικό προαύλιο. Ανάμεσά τους βρισκόταν, από τον προηγούμενο Νοέμβριο και ο Θανάσης Κλάρας, καταδικασμένος σε 6 μήνες φυλακή για παράβαση τού «Ιδιωνύμου».

ΟΙ κρατούμενοι δεν είχαν δώσει μέχρι την ημέρα εκείνη καμιά αφορμή, ώστε οι υπηρεσίες των φυλακών να τους σκορπίσουν σε διάφορα κελιά.

Με «σάλτο»

Εκεί, στο πλαίσιο των ατέλειωτων συζητήσεων τους πάνω στα ιδεολογικά τους προβλήματα, αποφασίστηκε η απόδραση.

Προσφερότερη μέθοδος, έπειτα από πολλές συζητήσεις, παρουσιαζόταν το «σάλτο».

Η συζήτηση δεν γινόταν με όλους, αλλά μόνο με εκείνους που ήταν απαραίτητο να το γνωρίζουν. Οσοι θα δραπέτευαν και 3—4 που θα βοηθούσαν, ανάμεσα στους όποιους και ο Κλάρας.
Τό Κόμμα είχε ήδη ειδοποιηθεί, είχε εγκρίνει και είχε κινήσει τον μηχανισμό του για την επιτυχία του εγχειρήματος.

Κριτήριο για το ποιοι θα δραπετεύανε ήταν η ποινή (2 χρόνια και πάνω με εξορία) και οι ανάγκες που είχε έξω η οργάνωση.

Το κλειδί της επιτυχίας ήταν ο δεκανέας Γρηγόρης Γρηγοριάδης, ένα ψυχωμένο παιδί από τη Χαλκίδα, μυστικό μέλος της νεολαίας του ΚΚΕ, ο όποιος βρέθηκε αποσπασμένος, σαν δεκανέας «αλλαγής» στις φυλακές Συγγρού.
Λίγες μέρες μετά την ένταξή του εκεί εξαφανιζόταν μαζί με τους 7 κομμουνιστές.

Πρέπει με την ευκαιρία να διευκρινιστεί, ότι την εποχή εκείνη, ενώ την εσωτερική φρούρηση των φυλακών είχε η Σωφρονιστική υπηρεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης, η εξωτερική φρούρηση είχε ανατεθεί στο στρατό και πολλές φορές στελνόντουσαν για φρουροί νεοσύλλεκτοι ή άλλοι φαντάροι χωρίς πείρα και γνώσεις από φυλακές.

Δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο αν ο δεκανέας ήρθε μυημένος για την απόδραση. Ούτε αν η απόσπασή του προωθήθηκε από παράγοντες που επηρέαζε το Κόμμα. Η ταχύτητα ωστόσο που έδρασε ενισχύει την άποψη ότι είχε μυηθεί.

Η λίμα

Από τις πρώτες κιόλα ώρες που έφτασε ο Γρηγοριάδης έπιασε επαφή με τον πυρήνα των δραπετών. Φρουρός δεκανέας ήταν, δεν είχε πολλές δυσκολίες. Μετά 2-3 ημέρες τους προμήθευσε μια μικρή ισχυρή λίμα.

Το παράθυρο που έβλεπε στο προαύλιο είχε 4 κάγκελα. Τα δυό πρώτα τα έκοψαν την άλλη μέρα, την ώρα που οι περισσότεροι φυλακισμένοι σουλατσάριζαν στο προαύλιο.

Ενας (κατά πάσα πιθανότητα ο Παπαρήνας, που ήταν μηχανουργός) έκοβε και οι άλλοι, σκορπισμένοι κατάλληλα, επέβλεπαν. Η λίμα ήταν πραγματικά θαυματουργή. Κοφτερή, λεπτή και αθόρυβη.

Δεν έκοψαν τελείως τα κάγκελα. Άφησαν λίγο, ίσα που να στηρίζονται στη θέση τους.

Την άλλη μέρα έκοψαν και τ’ άλλα δυο. Ενα μέρος του δρόμου προς την ελευθερία είχε ανοίξει. Εκείνοι είχαν από δω και πέρα να προετοιμάζονται και να περιμένουν. Τα υπόλοιπα έπεφταν στο ρόλο του Γρηγοριάδη και των συντρόφων τους απ’ έξω.

Στο βαρύ έργο του Γρηγοριάδη ήταν η απομάκρυνση δυο φρουρών. Εκείνου που σουλατσάριζε στη σκοπιά που βρισκόταν στο ύψος της φυλακής και του άλλου που φύλαγε στη σκοπιά του προαυλίου.

Γράφτηκε μετά την απόδραση ότι ο Γρηγοριάδης είχε αποπειραθεί να ναρκώσει όλους τους φρουρούς με γλυκίσματα «ποτισμένα με ειδική σκόνη» που τους πρόσφερε. Εκείνοι όμως, «κατά περίεργον σύμπτωσιν -όπως έγραψε εφημερίδα- απεποιήθησαν τα γλυκίσματα πλην δύο, οι όποιοι τα έθιξαν ελαφρά». Το πράγμα, από την ίδια την περιγραφή του, δεν φαίνεται ν’ ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ορίστηκε σαν νύχτα φυγής η 13η Απριλίου. Τα πράγματα όμως ήρθαν ανάποδα. Οι φρουροί δεν ήταν του χεριού του Γρηγοριάδη. Αποφασίστηκε ν’ αναβληθεί για την επόμενη.

Αναπάντεχος μπελάς του δεκανέα ήταν τα τηλεφωνικά σύρματα της φυλακής που έκοψαν οι απ’ έξω, για να εξασφαλίσουν καλύτερα την διαφυγή και δεν είχαν καιρό να τα ξανασυνδέσουν. Μαζί με τους αρμόδιους της φυλακής, ο Γρηγοριάδης βάλθηκε με χτυποκάρδι ν’ αναζητάει που οφειλόταν η τηλεφωνική διακοπή. Οταν ανακαλύφτηκαν τα κομμένα σύρματα, υποστήριξε κι αυτός μαζί με τους άλλους την άποψη ότι θα κόπηκαν από τον αέρα, και το απρόβλεπτο αυτό επεισόδιο πέρασε χωρίς συνέπειες.

Η νύχτα της φυγής

Τα πράγματα μελετήθηκαν καλύτερα για τη νύχτα που ερχόταν. Για τους μέσα δεν υπήρχε μεγάλο πρόβλημα. Ετοιμάστηκαν, λούφαξαν και περίμεναν το σύνθημα.

Γύρω στα μεσάνυχτα, ο Γρηγοριάδης, καθώς άλλαζε τον φρουρό του πύργου, του υπόδειξε να μην κάνει βόλτες στο υπερώο, όπως επιβαλλόταν για την καλύτερη εποπτεία του χώρου, αλλά να καθίσει στο βάθος της σκάλας «για να μην πουντιάσει», πράγμα που ο άλλος το δέχτηκε με ευγνωμοσύνη.

Απόμεινε ο σκοπός του προαυλίου που συνέβη, όχι εντελώς τυχαία, να είναι εκείνο το βράδυ ένας αγαθός φαντάρος.

- Εχω τρομερό πονοκέφαλο, του λέει ο Γρηγοριάδης. Πετάξου στου Χαροκόπου να μου πάρεις μια ασπιρίνη.

Ο φαντάρος αρνήθηκε στην αρχή.

- Κυρ - δεκανέα, αν έρθει η έφοδος θα βρω τον μπελά μου.

- Θα μείνω εγώ στη θέση σου, τον καθησύχασε ο Γρηγοριάδης παίρνοντάς του το όπλο και δίνοντάς του χρήματα να πάρει ασπιρίνη και τσιγάρα.

Ο φαντάρος πείστηκε και αναχώρησε. Μόλις πέρασε την πύλη, ο Γρηγοριάδης άρχισε να σιγοτραγουδάει. Ήταν το σύνθημα.

’Αμέσως οι άλλοι τράβηξαν τα κάγκελα από το παράθυρο και έριξαν το σκοινί που είχαν φτιάξει από κουβέρτες, που τις είχαν κόψει σε στέρεες λουρίδες.

Οι περισσότεροι κρατούμενοι κοιμόντουσαν βαριά και δεν πήραν χαμπάρι τι έγινε, ενώ οι μυημένοι βοήθαγαν τους συντρόφους τους που έφευγαν, φροντίζοντας παράλληλα να καθησυχάσουν εκείνους που ή ήταν ξύπνιοι ή ξύπνησαν και ζητούσαν να πληροφορηθούν τι γινόταν.

Πρώτος ανέβηκε στο παράθυρο και άρπαξε το σκοινί ο Ευτυχιάδης, ακολούθησε ο Χαϊτάς κι έπειτα ο Ασίκης. Ο τρίτος ετούτος στάθηκε λίγο άτυχος. Κάπου 2 μέτρα από το έδαφος έσπασε η κουβέρτα και έπεσε κάτω με γδούπο. Οσοι είχαν κατεβεί κόλλησαν με την ψυχή στα δόντια στον τοίχο, ενώ ο Γρηγοριάδης που τους υποδεχόταν έκανε μια μικρή βόλτα γύρω για να διαπιστώσει αν ακούστηκε τίποτα.

Στο μεταξύ οι άλλοι τράβηξαν τις λουρίδες τις ξανάδεσαν και τις ξανάριξαν. Ακολούθησαν οι Παπαρήγας,  Αποστόλου και Οικονομίδης, οπότε, με τον Οικονομίδη, ξανακόβεται το σκοινί. Καινούργιο χτυποκάρδι, ξαναδέσιμο και κάθοδος του Καρασκόγια, που ήταν και ο τελευταίος.

Με οδηγό τον Γρηγοριάδη, πέρασαν το προαύλιο της φυλακής, την έξοδο και πήραν δρόμο μέσα στη νύχτα.

Οι σύντροφοι που έμειναν στη φυλακή τράβηξαν το σκοινί, έβαλαν τα κάγκελα στη θέση τους, ξάπλωσαν στα κρεβάτια τους και περίμεναν τη συνέχεια.

Οι απ’ έξω

Η πρώτη δουλειά της ομάδας που είχε αναλάβει να βοηθήσει απ’ έξω ήταν να κόψει, όπως και το προηγούμενο βράδυ, τα τηλέφωνα. Η δεύτερη να παρακολουθήσει τον φαντάρο που έστειλε ο Γρηγοριάδης για ασπιρίνη και τσιγάρα.

Εκείνος βρήκε ένα μαγαζάκι στου Χαροκόπου, έκανε τα ψώνια του και επέστρεφε. Μολονότι περπατούσε με την ησυχία του, ο χρόνος της απουσίας του ήταν πολύ μικρότερος από τον χρόνο που χρειαζόντουσαν οι δραπέτες για να φύγουν. Γι’ αυτό αποφάσισαν να επέμβουν και να τον καθυστερήσουν.

Μόλις ο φαντάρος περνούσε την γέφυρα του σιδηροδρόμου, είδε ξαφνικά τρεις άγνωστους να ξεπετάγονται μπροστά του.

Ο ίδιος υποστήριξε αργότερα ότι τον απείλησαν με περίστροφο. Μάλλον δεν χρειαζόταν, αφού και άοπλος ήταν και οπωσδήποτε εύκολος αντίπαλος.

- Ελα μαζί μας και μη βγάλεις τσιμουδιά, του είπαν.

- Τί τρέχει; έκανε εκείνος τρομαγμένος.

- Μη φοβάσαι, δεν έχεις να πάθεις τίποτα. Θα κάνουμε μόνο έναν μικρό περίπατο κι ύστερα θα είσαι λεύτερος.

Τους ακολούθησε χωρίς αντίσταση. Σ’ ένα ερημικό σημείο στα κάτω Πετράλωνα βρισκόταν ένα εργοστάσιο. Μπήκαν στό προαύλιό του και περίμεναν, Οταν πέρασε μισή περίπου ώρα τον άφησαν ελεύθερο.

- Πήγαινε κατευθείαν στη φυλακή και μην κοιτάξεις πίσω σου!

Εκανε όπως του είπαν, πανευτυχής που γλίτωνε απ' αυτή την περιπέτεια, που δεν μπορούσε να εξηγήσει τον σκοπό της.

Στα όπλα!

Μόλις έφτασε στη φυλακή βρήκε τη φρουρά αναστατωμένη. Ο Αξιωματικός εφόδου είχε βρει λίγο πριν την σκοπιά του προαυλίου κενή και κάλεσε στα όπλα. Η επιστροφή του φαντάρου και τα λεγόμενα του, σε συνδυασμό με την διακοπή του τηλεφώνου, ενίσχυσε τις υποψίες ότι κάποιοι κρατούμενοι αποπειράθηκαν ή κατάφεραν να δραπετεύσουν. Ωσπου να το εξακριβώσουν όμως πέρασε αρκετή ώρα πολύ περισσότερη ίσως από όση χρειαζόντουσαν οι 7 δραπέτες με τον δεκανέα για να έξαφανιστούν.

Ακολούθησε εξοντωτική ανάκριση των κρατουμένων κομμουνιστών, η όποια δεν απόδωσε τίποτα. Οι 25 που απόμειναν αρνιόντουσαν να δώσουν οποιαδήποτε πληροφορία. Αναγκαστικά ο εντοπισμός των ευθυνών περιορίστηκε την άλλη μέρα στον διοικητή τον φυλακών Μαρκόπουλο και στους φρουρούς. Στο μεταξύ ολόκληρη η δύναμη της Ειδικής Ασφαλείας είχε εξαπολυθεί σε μια άπελπισμένη καταδίωξη των δραπετών.

Οι εφημερίδες

Οι εφημερίδες έδωσαν μεγάλη έκταση στην απόδραση,-την οποία περιέγραφαν με ρεπορτάζ σαν και κείνο με το όποιο άρχισα την αφήγηση αυτής της απόδρασης.

Πολλή μελάνι καταναλώθηκε για να εξηγηθεί η περίπτωση του άψογου για την υπηρεσία του μέχρι τότε δεκανέα Γρηγοριάδη. Διεξοδικότερη απ’ όλες η «Άκρόπολις», αφού απόκλεισε την περίπτωση της χρηματοδότησής του κατέληγε: «Μόνου ή δεβαίωσις ότι ήκολούθη τήν κομμουνιστικήν ιδεολογίαν δικαιολογεί τό πραξικόπημα αυτό τής παραφροσύνης».

Ό «Ριζοσπάστης», χωρίς να κρύβει την ικανοποίησή του για την επιτυχία του εγχειρήματος, έδωσε το γεγονός στο φύλλο της 16ης ’Απριλίου με τον ολοσέλιδο τίτλο: «Σύντροφοι μας του Συγγρού ξέφυγαν από το κλουβί τής κεφαλαιοκρατίας, βρίσκονται τώρα στους κόλπους της εργατιάς και θα παλέψουν μαζί της κατά του φασισμού».

Μιά «συνέντευξη»

Δεν έλειψαν και οι «δημοσιογραφικές επιτυχίες», του είδους των αφηγήσεων από πρώτο χέρι. Στο φύλλο της 8ης Απριλίου, η «Βραδυνή», παρουσίασε «μία καταπληκτική —όπως την χαρακτήρισε— δημοσιογραφική έπιτυχία», με τίτλο «Πώς έδραπετεύσαμε άπό του Συγγρού».
Επικαλούμενη το δημοσιογραφικό απόρρητο, η εφημερίδα, δημοσίευσε σε δύο συνέχειες μία ανώνυμη περιγραφή της απόδρασης -αυθεντική, κατά τους ισχυρισμούς της αφήγηση ενός από τους δραπέτες- γαρνιρισμένη με το δημοσιογραφικό στυλ της εποχής, από το όποιο άλλωστε έβγαινε και η θέση της απέναντι στους κομμουνιστές.

Αξίζει να δώσω ένα δείγμα γραφής Από την εισαγωγή και το φινάλε αυτής της «συνέντευξης».

Η εισαγωγή:

«Τόν είδα σ’ ένα άπόμερο μικρό καφενεδάκι τής πρωτευούσης. Βρισκόμαστε αντίκρυ ό ένας στόν άλλον! Στυγνός, κακοντυμένος Αλλά καθαρός, έχει δύο μάτια πού λάμπουν σάν ύαινας καί μαρτυρούν μεγάλη Αποφασιστικότητα. Παρά τήν προσδοκία μου τόν βρήκα "Ανθρωπο" μέ τά χαρακτηριστικά πού έχομεν 'ολοι μας. Μύτη, μάτια, αύτιά, ποδάρια κλπ.».

Και το φινάλε:

«Ή δουλειά μας είναι στήν ’Αθήνα, όλοι είμεθα μέλη τής Κομματικής ’Οργάνωσης ’Αθηνών καί έχσμεν ύποχρέωσιν νά μείνωμεν καί νά έργασθώμεν έδώ.

- Δέν φοβάσθαι ότι θά σας ξαναπιάνουν;

Ή άπόδρασίς μας δέν εϊχε σκοπό νά μάς άποδώση τήν έλευθερίαν αυτήν καθ’ έαυτήν. Άποδράσαμεν διά νά έλευθερωθώμεν καί νά έργασθώμεν. "Αν μάς ξαναπιάσουν είνε 'αλλος λόγος. Θά προσπαθήσωμεν πάλι νά δραπετεύσωμεν...

Έκύτταξα τόν συνομιλητήν μου δυνατά στά μάτια. Ή άποφασιστικότης του έν συνδυασμό μέ τήν Αδιαφορίαν διά τό Ατομόν του (κοινώς λεγόμενον τομάρι) ήτο ζωγραφισμένη μέσα...».

Ο «Ριζοσπάστης» χαρακτήρισε φανταστική τη συνέντευξη αυτή της «Βραδυνής» και πλαστό το γράμμα ενός δραπέτη που δημοσίευσε μια άλλη.
Σε αντιπερισπασμό δημοσίευσε μια διακήρυξη των δραπετών, στην οποία διατράνωναν την απόφασή τους να συνεχίσουν «πιό Αποφασιστικά καί θαρραλέα τόν έπαναστατικό Αγώνα κάτω από τις γραμμές τού κόμματος τής προλεταριακής έπανάστασης, του Κομμουνιστικού Κόμματος και τής ήρωικής Όμοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών».

Μιά ζωή διωγμούς

Παρά το ανελέητο κυνηγητό της Ειδικής δεν πιάστηκε κανένας από τους δραπέτες. Οι περισσότεροι έμειναν και δούλεψαν για το Κόμμα για νά ξαναπιαστοϋν στα σκληρά χρόνια που ακολούθησαν. Μερικοί έφυγαν κατά καιρούς στο εξωτερικό.

Στους τελευταίους αυτούς ανήκει και ο «κόκκινος δεκανέας» ο Γρηγόρης Γρηγοριάδης, ο οποίος ζει ακόμα (1976) στή Σοβιετική 'Ένωση. Η περίπτωσή του είναι από τις πιο βαριές -λιποταξία σε ώρα υπηρεσίας, συνεργασία σε ομαδική απόδραση κλπ. - και κανένα από τα μέτρα που έχουν παρθεί κατά καιρούς για την επιστροφή των πολιτικών προσφυγών δεν τον καλύπτει.

(Από το βιβλίο του Δημήτρη Γκιώνη ¨Οι μεγάλες αποδράσεις")
{[['']]}

Οι χρυσές ευκαιρίες της Κατοχής

 ΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ 

Οι χρυσές ευκαιρίες της Κατοχής

Εκτός από την Ανάσταση του Κυρίου, τούτες τις μέρες γιορτάζουμε και την 69η επέτειο της γερμανικής Κατοχής. Μιας εποχής γεμάτης ευκαιρίες για τους τολμηρούς, όπως αποδεικνύει η ξεχασμένη σελίδα της ανθηρής αγοράς ακινήτων της περιόδου.
Η στάση της γερμανικής κυβέρνησης απέναντι στη δημοσιονομική κρίση του ελληνικού κράτους κι οι ρατσιστικές αθλιότητες μερίδας των γερμανικών ΜΜΕ ανακάλεσαν συνειρμικά σε πολλούς συμπατριώτες μας την εμπειρία της Κατοχής του 1941-44.

Οσο κι αν η επίκληση των γερμανικών επανορθώσεων φαντάζει κομματάκι προσχηματική (άλλωστε η κυβέρνηση του «εθνάρχη» Καραμανλή ήταν αυτή που τις αποποιήθηκε πανηγυρικά), όσο κι αν το κέντρισμα των αντιγερμανικών ανακλαστικών από μερίδα των ΜΜΕ αποσκοπεί εμφανώς στη μετάθεση ευθυνών για τη δεκατετράχρονη λεηλασία του δημόσιου πλούτου (εκδίδοντας επί της ουσίας συγχωροχάρτι για τους ντόπιους επιχειρηματίες και λοιπά λαμόγια στο όνομα της «εθνικής ενότητας»), είναι γεγονός πως η τρομακτική εποχή στην οποία εισέρχεται η ελληνική κοινωνία παρουσιάζει κάποιες οφθαλμοφανείς αναλογίες με το δράμα του 1941-44.

Οι αναλογίες αυτές δεν αφορούν τόσο το ρόλο του ξένου παράγοντα (η επικυριαρχία του οποίου στην παρούσα φάση υλοποιείται όχι με τη δύναμη των όπλων αλλά μέσω της συμμαχίας του με τους ντόπιους καπιταλιστές), όσο τις ευκαιρίες που η «κρίση» δημιουργεί για μια δραστική αναδιανομή πλούτου, προς όφελος των «δυναμικών» επιχειρηματικών κύκλων και σε βάρος των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων.

Γιατί η ιταλογερμανική Κατοχή του 1941-44, πέρα από λιμός, βομβαρδισμοί, μπλόκα, αντιστασιακές πράξεις και κτηνώδη αντίποινα, υπήρξε και κάτι άλλο: μια πελώρια οικονομική ευκαιρία οικονομικής αποκατάστασης και κοινωνικής ανόδου για χιλιάδες έλληνες πολίτες, που για τον ένα ή τον άλλο λόγο βρέθηκαν σε θέση να εκμεταλλευτούν τη «συγκυρία» (και τη διάχυτη γύρω τους πείνα, δυστυχία κι ανασφάλεια) για να «φτιαχτούν» ή να αυξήσουν τον πλούτο που ήδη διέθεταν.

Βιομήχανοι που έκαναν χρυσές δουλειές χάρη στις παραγγελίες της Βέρμαχτ ή την παραγωγή ειδών πρώτης ανάγκης, υπεργολάβοι δημοσίων έργων που άνοιγαν δρόμους κι έφτιαχναν λιμάνια ή αεροδρόμια για λογαριασμό του στρατού κατοχής, μικροί και μεγάλοι μαυραγορίτες, «διαμεσολαβητές» κάθε λογής που έσωζαν (ή «προσπαθούσαν να σώσουν») ζωές με αντάλλαγμα χρυσές λίρες – όλοι αυτοί αποτέλεσαν τους κερδισμένους των ημερών, τη σπονδυλική στήλη της εθνικοφροσύνης και τη μαγιά του «αναπτυξιακού θαύματος» των επόμενων δεκαετιών.

Ορισμένοι απ’ αυτούς τους κερδισμένους ήταν κλασικοί τυχοδιώκτες, που ζούσαν τη ζωή τους χωρίς να πολυλογαριάζουν το μέλλον. Με την παροιμιώδη ευθύτητά της, η Μελίνα Μερκούρη μας έχει αφήσει π.χ. μια χαρακτηριστική -άκρως υποκειμενική αλλά ανατριχιαστικά οικεία- περιγραφή του μαυραγορίτη εραστή της εκείνων των χρόνων: «Ο Αλέξης μισούσε τους Γερμανούς γιατί ήταν δυνατοί. Περιφρονούσε τους Ελληνες γιατί ήταν αδύνατοι. Ελυσε το ζήτημα του ίδιου του του αντρισμού εκμεταλλευόμενος και τους δυο. Οι Ελληνες που είχαν ιδανικά γελοιοποιήθηκαν. Οι Γερμανοί που είχαν τα όπλα και τα τανκς νικιόνταν με την εξυπνάδα. Το να τους ξεπεράσεις σε εξυπνάδα σήμαινε να τους πάρεις χρήματα. Το να κάνεις να σωπάσει η φωνή της συνείδησης σήμαινε να πετάξεις τα χρήματα. Ηταν εικοσιέξι χρονών κι έλεγε πως θα σκοτωνόταν πριν απ’ το τέλος του πολέμου. Η ζωή έπρεπε λοιπόν να είναι διασκέδαση» («Γεννήθηκα Ελληνίδα», Αθήνα 1995, σ.79).

Η πλειοψηφία των ωφελημένων από την Κατοχή ανήκε ωστόσο στην κατηγορία των «νοικοκυραίων», των ανθρώπων που είδαν τη «ρευστότητα» της περιόδου απλώς σα μια καλή ευκαιρία να εξασφαλίσουν το μέλλον των παιδιών και των επιχειρήσεών τους. Και, σαν καλοί νοικουραίοι, φρόντισαν να επενδύσουν στην πιο σταθερή (αλλά συγκυριακά υποτιμημένη) «αξία». Αγοράζοντας -αντί πινακίου φακής- κάθε λογής ακίνητα, από οικόπεδα κι αγροτεμάχια μέχρι σπίτια κι ολόκληρες πολυκατοικίες.

Η άλλη όψη αυτού του πλουτισμού είναι γνωστή: το ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων χιλιάδων ανθρώπων, κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί. Ενώ το πιο αδύναμο κομμάτι της κοινωνίας μετατράπηκε σε ανθρώπινους σκελετούς που πέθαιναν στους δρόμους σαν τις μύγες, μεγάλο τμήμα των εργατικών και μεσαίων στρωμάτων επιβίωσε «σκοτώνοντας» ό,τι είχε αποκτήσει ή κληρονομήσει τα προηγούμενα χρόνια.

«Το πρωί είδα τον Νικολαΐδη, τον χτηματομεσίτη του Χαροκόπου», σημειώνει χαρακτηριστικά το Γενάρη του 1942 στο ημερολόγιό του ο Χριστόφορος Χρηστίδης. «Μου είπε πως αυτό το μήνα έκανε μεσιτείες για δουλειές 6 εκατομμυρίων. Λέει πως τα ακίνητα υψώθηκαν μόνο 4-5 φορές. Ο κοσμάκης που πεινά, άρχισε να ξεπουλά τα σπίτια του» («Χρόνια Κατοχής», Αθήνα 1971, σ.201).

Την εικόνα συμπληρώνει η αποτίμηση του φαινομένου από το Γιώργο Θεοτοκά, ένα χρόνο αργότερα: «Υπάρχει πολλή κρυμμένη δυστυχία. Οι παλιές μεσαίες τάξεις φθίνουν οικονομικά, ζούνε ξεπουλώντας περιουσιακά στοιχεία, έργα τέχνης, έπιπλα κλπ σκεύη και ρούχα και τουαλέτες που αγοράζουν οι καινούριοι πλούσιοι της μαύρης αγοράς. Ουσιαστικά, αυτές οι τάξεις βρίσκονται σε πτώχευση. Οι καινούριοι πλούσιοι είναι άτομα τυχοδιωχτικά, που δρουν μέσα σε μια ζούγκλα κι ό,τι αρπάξει ο καθένας. Φυσικά, αρκετοί είναι οι παλαιοί πλούσιοι που προσαρμόστηκαν και ξανακάνουν χρήματα με τη μέθοδο των νεόπλουτων» («Τετράδια Ημερολογίου», Αθήνα 1980, σ.387).

Με αφοπλιστική λιτότητα, η ίδια διαδικασία καταγράφεται τέλος στο ρεμπέτικο τραγούδι του Μιχάλη Γενίτσαρη: «Μικροί μεγάλοι γίνανε / μαυραγορίτες όλοι / κι αφήσαν όλο το ντουνιά / με δίχως πορτοφόλι. / Πουλήσαμε τα σπίτια μας / και τα υπάρχοντά μας / για δυο ελιές κι ένα ψωμί / να φάνε τα παιδιά μας».

Την καλύτερη αποτύπωση αυτών των αλλαγών συνιστά η καταγραφή των αγοραπωλησιών ακινήτων επί Κατοχής από το σύλλογο που δημιούργησαν μεταπολεμικά οι πωλητές για να πάρουν πίσω τις περιουσίες τους. Το «Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων» που τύπωσε τον Αύγουστο του 1946 η Πανελλήνιος Ομοσπονδία Πωλησάντων Ακίνητα επί Κατοχής περιλαμβάνει εξαιρετικά διαφωτιστικούς στατιστικούς πίνακες, με βάση τα στοιχεία των συμβολαιογραφείων όλης της χώρας. Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και μια αναλυτική λεπτομερής κατάσταση των αγορών μερικών χιλιάδων ακινήτων από 524 φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχει διασωθεί στο αρχείο της Ομοσπονδίας.

Το ερέθισμα για την παρουσίαση που ακολουθεί μας το πρόσφερε η μεταπτυχιακή εργασία του δασκάλου Παναγιώτη Σάμιου («Η Μαύρη Αγορά και οι ακίνητες περιουσίες που άλλαξαν χέρια την περίοδο της Κατοχής», Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2010), απ’ την οποία αντλήσαμε πολλά στοιχεία. Συμπληρωματικές πληροφορίες αναζητήσαμε στο αρχείο της Ομοσπονδίας Πωλησάντων, που φυλάσσεται στο ΕΛΙΑ.

Ανατομία μιας «ανακατανομής»

Το πρώτο δεδομένο αφορά τα μεγέθη του φαινομένου. Οπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, μέσα στην κατοχή άλλαξαν χέρια 350.000 περίπου ακίνητα. Το ένα τρίτο απ’ αυτά ήταν «αστικά» (σπίτια και οικόπεδα), τα δυο τρίτα «αγροτικά» (δηλαδή χωράφια, συχνά στην περίμετρο των αστικών κέντρων, συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου μέρους των σημερινών πολεοδομικών συγκροτημάτων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης), ενώ πουλήθηκαν και 1.000 περίπου «βιομηχανικά» ακίνητα, ως επί το πλείστον βιοτεχνίες.

Η σχέση των περισσότερων απ’ αυτές τις συναλλαγές με τον πόλεμο και την πείνα είναι προφανής: τρεις στις τέσσερις πραγματοποιήθηκαν μέσα στα πρώτα δυο χρόνια της Κατοχής (1941-42), την περίοδο δηλαδή κατά την οποία σημειώθηκε και ο μεγαλύτερος αριθμός θανάτων από ασιτία. Στα τέλη του 1942, η κατάσταση είχε πιά κάπως σταθεροποιηθεί χάρη στα συσίτια του Ερυθρού Σταυρού. Ο κόσμος δεν πέθαινε πλέον από την πείνα, οπότε και το ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων (όσων δεν είχαν «σκοτωθεί» το προηγούμενο διάστημα) περιορίστηκε αισθητά.

Η προπολεμική αξία αυτών των ακινήτων αποτυπώνεται στον Πίνακα ΙΙ. Οπως διαπιστώνουμε, η συντριπτική πλειοψηφία των πωλήσεων αφορά μικρά και μεσαία περιουσιακά στοιχεία, τα δε «βιομηχανικά» ακίνητα είναι στο σύνολό τους σχεδόν βιοτεχνικές μονάδες και μαγαζιά. Δεν έχουμε βέβαια στοιχεία για το βαθμό συγκέντρωσης αυτών των ιδιοκτησιών προπολεμικά, λογικά όμως το μεγαλύτερο μέρος τους πρέπει να ανήκε σε μεσαία στρώματα μικροϊδιοκτητών.

Η σχέση ανάμεσα στην προπολεμική αξία αυτών των ακινήτων και τις τιμές με τις οποίες «σκοτώθηκαν» αυτά επί Κατοχής φωτίζει ακόμη περισσότερο το χαρακτήρα αυτών των αγοραπωλησιών (Πίνακας ΙΙΙ). Σε μια Ελλάδα όπου οι τιμές των βασικών ειδών διατροφής είχαν δεκαπλασιαστεί (σε σχέση με το μέσο ημερομίσθιο) μεταξύ Οκτωβρίου 1940 κι Απριλίου 1943, τα ακίνητα πωλούνταν κατά μέσο όρο στο 1/13 με 1/20 της αξίας τους! Οπως διαπιστώνουμε δε από τους δειγματοληπτικούς πίνακες που συνοδεύουν ως τεκμήρια το «Υπόμνημα» του 1946, αυτή η υποτίμηση των πωλούμενων ακινήτων υπήρξε μεγαλύτερη στο φόρτε της πείνας, αλλά και όσον αφορά τα ακίνητα μικρότερης προπολεμικής αξίας. Με δυο λόγια, οι μικροϊδιοκτήτες ξεπούλησαν φτηνότερα τα υπάρχοντά τους απ’ ό,τι οι «μεσαίοι» (που ενδεχομένως κινδύνευαν λιγότερο άμεσα από την πείνα).

Ακόμη και τα κλάσματα αυτά είναι ωστόσο σε μεγάλο βαθμό παραπειστικά, καθώς ο μηχανισμός που η δωσίλογη «Ελληνική Πολιτεία» είχε θεσπίσει γι’ αυτές τις συναλλαγές κατέληγε στην πράξη σε ακόμη μεγαλύτερη υποτίμηση της αξίας των πωλούμενων ακινήτων. Σύμφωνα με το Ν.Δ. 771 του 1941, όλες οι συναλλαγές άνω των 30.000 δρχ έπρεπε να πραγματοποιούνται μέσω τράπεζας, με κατάθεση εκεί του συνολικού τιμήματος, από το οποίο ο δικαιούχος δεν μπορούσε να κάνει παρά τμηματικές αναλήψεις 30.000 (κι αργότερα 40.000) δρχ κατά ορισμένα διαστήματα. Με τη δραχμή να υποτιμάται διαρκώς έναντι της χρυσής λίρας (συνολικά 1 προς 4.367 μεταξύ Απριλίου 1941 και Φεβρουαρίου 1944), οι τράπεζες ξεζούμιζαν έτσι με τη σειρά τους τον πωλητή.

Η εικόνα της «κοινωνικής κινητικότητας προς τα κάτω» που σηματοδοτεί αυτή η διαδικασία καταγράφεται αναλυτικά στον Πίνακα ΙV, με τα στοιχεία για τη μεταπολεμική οικονομική κατάσταση των πωλητών. Δυστυχώς δεν παρατίθενται στοιχεία για την αντίστοιχη οικονομική τους θέση πριν από τον πόλεμο, ούτε προσδιορίζεται επακριβώς η διαχωριστική γραμμή μεταξύ «απόρων», «ευπόρων» και «πλουσίων». Είναι ωστόσο προφανές ότι στην εκποίηση των μεσαίων κι ενός σημαντικού τμήματος των μεγάλων ιδιοκτησιών έχουμε να κάνουμε με εκπτώχευση (κι ενδεχομένως προλεταριοποίηση) προπολεμικών μεσοστρωμάτων, ενώ το ίδιο ισχύει και για ένα απροσδιόριστο ποσοστό της εκποίησης ακινήτων μικρής αξίας.

Η πιο ενδιαφέρουσα από τις στατιστικές πληροφορίες του «Υπομνήματος» αφορά, ωστόσο, τον κόσμο των αγοραστών (Πίνακας V). Τα δύο τρίτα τους ήταν άνθρωποι που στη διάρκεια της Κατοχής αγόρασαν από ένα ακίνητο, το ένα τέταρτο αγόρασε 2-3, το ένα εικοστό 4-10, ενώ το ένα τριακοστό «φτάχτηκε» πάρα πολύ χοντρά, αποκτώντας στο ίδιο διάστημα από 11 μέχρι 50 ή και περισσότερα ακίνητα. Πέντε με δέκα χιλιάδες Ελληνες βγήκαν, δηλαδή, από την κατοχή αισθητά πλουσιότεροι απ’ ό,τι ήταν πριν. Στην πραγματικότητα, όπως διαπιστώνουμε από το δειγματοληπτικό κατάλογο των 524 αγοραστών, η συγκεντροποίηση είναι ακόμη μεγαλύτερη, αφού συχνά διαφορετικοί αγοραστές είναι πρόσωπα μιας και της αυτής οικογένειας ή συνιδιοκτήτες της ίδιας επιχείρησης.

Ο αριθμός των υπόλοιπων 50 με 55.000 αγοραστών μας αποκαλύπτει μια άλλη όψη του φαινομένου: τον κόσμο που στο διάστημα της Κατοχής μπορεί να μην πλούτισε ιδιαίτερα, μάλλον όμως δεν έγινε και φτωχότερος, αφού απέκτησε κάποια νέα περιουσιακά στοιχεία. Αν κρίνουμε απ’ το διαθέσιμο δειγματολόγιο των 524, ανάμεσά τους βρίσκονται και χιλιάδες «μικροί» μαυραγορίτες, που μέσα στο θανατικό του 1941-42 αγόρασαν σπίτια και οικόπεδα καταβάλλοντας -σύμφωνα με τα συμβόλαια- κάποια δέκατα της λίρας για το καθένα...

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα ευφάνταστος, για να καταλάβει πως η «πυραμίδα» αυτή των αγοραστών συγκροτούσε σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική βάση της πολιτικής συμμαχίας που στήριξε την εθνικόφρονα μεταπολεμική τάξη πραγμάτων. Για τη διατήρηση των κεκτημένων, η θεσμική κατοχύρωση της «συνέχειας του κράτους» και των θεσμών του μεταξύ 1940 και 1945 (με την ελαχιστοποίηση της απελευθερωτικής τομής του 1944) αποτελούσε μονόδρομο. Τα τανκς του Σκόμπι, μαζί με τη γεωπολιτική θέση της χώρας διασφάλισαν και τα συμφέροντα όλων εκείνων που πλούτισαν τα αμέσως προηγούμενα χρόνια.

Ο μεταπολεμικός «διακανονισμός»

Σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση, που η προγραμματισμένη σφαγή των μισθωτών κι ενός τμήματος των μικροαστικών στρωμάτων έχει την πλήρη υποστήριξη των πυλώνων της εγχώριας και διεθνούς νομιμότητας, οι αγοραπωλησίες ακινήτων της Κατοχής έπασχαν από μια σοβαρή κρίση νομιμοποίησης: στη διάρκεια του πολέμου, οι Σύμμαχοι και οι εξόριστες κυβερνήσεις είχαν διακηρύξει επανειλημμένα ότι οι αλλαγές ιδιοκτησιών στις κατεχόμενες από τον Αξονα χώρες θα θεωρηθούν μετά τη νίκη άκυρες.

Η πρώτη σχετική -και καθαρά μεταβατική- ρύθμιση έγινε από την κυβέρνηση Σοφούλη την παραμονή των εκλογών του 1946. Με τη Συντακτική Πράξη 114 της 29.3.46 ακύρωσε τις κατοχικές αγοραπωλησίες των μικροϊδιοκτησιών κι απαγόρεσε προσωρινά κάθε πράξη σχετική με τα υπόλοιπα, μέχρι την οριστική ρύθμιση του ζητήματος.

Ακολούθησε η δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ πωλητών κι αγοραστών, συνασπισμένων στις αντίστοιχες Πανελλήνιες Ομοσπονδίες, με διακύβευμα τη γενίκευση ή την κατάργηση της ΣΠ 114. Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Αγοραστών υποστήριζε πως η Συντακτική πράξη ήταν αντισυνταγματική, αφού ερχόταν σε αντίθεση με την «ελευθερία των συμβάσεων».

Για την προβλεπόμενη «τελική ρύθμιση» θα χρειαστεί να τελειώσει πρώτα ο Εμφύλιος και να φανούν στον ορίζοντα οι πρώτες μεταπολεμικές εκλογές. Στις 25 Νοεμβρίου 1949, ο Αναγκαστικός Νόμος 1323 θέσπισε την παρακάτω έκτακτη διαδικασία:

* Τα μεγάλα ακίνητα παρέμειναν στους αγοραστές. Οι πωλητές μπορούσαν να ζητήσουν την καταβολή ενός συμπληρωματικού τιμήματος, ίσου με το 75% της διαφοράς της αξίας του ακινήτου στα μέσα του 1949 και της τιμής πώλησής του.

* Τα μικρομεσαία ακίνητα, πάλι, μπορούσαν να διεκδικηθούν δικαστικά (εφόσον ο πωλητής μπορούσε ν’αποδείξει ότι δεν έχει πιά καμμιά περιουσία και με επιστροφή του τιμήματος σε 4 δόσεις, με τόκο 6%), είτε να μείνουν στον αγοραστή με δικαστικό συμβιβασμό και καταβολή συμπληρωματικού τιμήματος, όπως στην προηγούμενη κατηγορία. Στην πρώτη περίπτωση, καθυστέρηση καταβολής 2 δόσεων έδινε τη δυνατότητα στον αγοραστή να κρατήσει το ακίνητο. Υπήρχε τέλος η δυνατότητα εξώδικου συμβιβασμού, προς την ίδια κατεύθυνση και με λιγότερα έξοδα.

Χάριν της «ασφάλειας των συναλλαγών», αγωγές διεκδίκησης των ακινήτων μπορούσαν να κατατεθούν μόνο μέσα στο πρώτο εξάμηνο από την ψήφιση του νόμου. Την κατάσταση περιέπλεξε ακόμη περισσότερο η άρνηση κάποιων πρωτοδικείων (όπως του Πειραιά και της Κατερίνης) να εφαρμόσουν τον «αντισυνταγματικό» νέο νόμο. Το ζήτημα παραπέμφθηκε στον Αρειο Πάγο, που στις 16 Μαΐου 1950 -δέκα δηλαδή μέρες πριν τη λήξη της προθεσμίας- έκρινε τον Α.Ν. 1323 συνταγματικό, χωρίς όμως να δώσει παράταση σε όσους είχαν περίμεναν την έκβαση της δικαστικής αναμέτρησης πριν καταφύγουν στη Δικαιοσύνη.

Ο επίλογος γράφτηκε στις 28 Μαρτίου του 1951 με τις επίσημες δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης Ηλία Λαγάκου. Σε 48 από τις 58 περιφέρειες πρωτοδικείων της χώρας, ανακοίνωσε, είχαν κατατεθεί 74.548 αιτήσεις είτε αναστροφής των αγοραπωλησιών είτε δικαστικής συμπλήρωσης του τιμήματος, ενώ μέχρι τις 27.11.1950 είχαν γίνει και κάπου 32.000 εξώδικοι συμβιβασμοί.

Στο Πρωτοδικείο Αθηνών, «το οποίον έχει την μεγαλυτέραν κίνησιν», πρόσθεσε, «η τελευταία ημερομηνία κατά την οποίαν έχουν προσδιορισθεί προς συζήτησιν αγωγαί βάσει του Α.Ν. 1323 είναι η 27 Ιουλίου 1951. Συνεπώς μετά τέσσαρας μήνας τερματίζεται οριστικώς το ζήτημα των αγοραπωλησιών της Κατοχής».

Κι έζησαν όλοι καλά – και κάποιοι ακόμη καλύτερα...



ΠΙΝΑΚΑΣ Ι




 Το προφίλ του αγοραστή

Σε πρόσφατο κείμενό του για την πείνα της Κατοχής, ο πανεπιστημιακός Χρήστος Λούκος επισημαίνει την ανάγκη «να διερευνηθεί και με άλλα ιστορικά κριτήρια [πέρα από τις μαρτυρίες απομνημονευματικού χαρακτήρα] ποιοί και με ακριβώς ωφελήθηκαν από τις έκτακτες συνθήκες που προκάλεσεη ξενική κατοχή. Με δυο λόγια, η ανακατανομή πλούτου που έγινε ποιούς ευνόησε».

Μια πρώτη -μερική- απάντηση μας δίνει ο σχετικός κατάλογος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πωλησάντων Ακίνητα επί Κατοχής, που φυλάσσεται στην ομώνυμη συλλογή του ΕΛΙΑ. Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο 68 δακτυλογραφημένων σελίδων, όπου καταγράφονται 524 αγοραστές ακινήτων, τα ακίνητα που αγόρασαν, οι αριθμοί συμβολαίων, το αναγραφόμενο σε αυτά τίμημα της αγοράς και το αντίτιμό του σε χρυσές λίρες την εποχή της αγοραπωλησίας.

Το ντοκουμέντο μας δίνει μια αρκετά περιορισμένη εικόνα του συνόλου. Από τους 100 αγοραστές περισσότερων από 50 ακινήτων αναγράφεται πχ. μόνο ένας (για την ακρίβεια δίδυμο: οι «Παπαλεξανδρής και Στεργίου», που αγόρασαν 120 ακίνητα στα Σπάτα), ενώ φιγουράρουν ελάχιστοι από τους 400 της κατηγορίας «21-50» και μάλλον αρκετοί από τους 1.500 που αγόρασαν από 11 μέχρι 20. Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, κάποια συμπεράσματα μπορούν να βγουν, ειδικά όσον αφορά τις μικρομεσαίες κλίμακες της πυραμίδας.

Μεταξύ των 524 συγκαταλέγονται 28 τουλάχιστον βιομήχανοι, 10 επιχειρηματίες, 18 κτηματίες, 1 εφοπλιστής, 6 εργολάβοι, 4 δικηγόροι και 81 έμποροι, ενώ υπάρχουν επίσης 13 νομικά πρόσωπα με προεξάρχουσα την Εθνική Τράπεζα. Μεταξύ των αγοραστών συγκαταλέγονται και τρεις Εβραίοι, οι δραστηριότητες των οποίων σταματούν για προφανείς λόγους στα μέσα του 1943.

Από τους αναγραφόμενους αγοραστές ακινήτων, «επώνυμες» είναι ίσως μόνο οι οικογένειες Παπαστράτου, Λαναρά, Βασιλειάδη, Καρέλλα και Χυτήρογλου. Στην ίδια κατηγορία μπορεί να υπαχθεί και η Ελένη Βουλπιώτη, σύζυγος του αντιπροσώπου της Ζίμενς Ιωάννη Βουλπιώτη. Μέσα στο 1941 αγόρασε 6 ακίνητα για 1-2 λίρες το καθένα.

Πιο αποκαλυπτικές είναι ίσως οι πληροφορίες που αντλούμε για τη βάση της πυραμίδας. Μια μεγάλη κατηγορία αγοραστών αποτελούν όπως είδαμε οι έμποροι κάθε λογής, ενώ ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η παρουσία επαγγελμάτων που έχουν σχέση με την παραγωγή, διακίνηση ή επεξεργασία τροφίμων.

Ο «οινομάγειρος» Κ.Ζ. αγόρασε π.χ. 5 οικόπεδα μεταξύ Νοεμβρίου 1941 και Σεπτεμβρίου 1942, ο «ορνιθοτρόφος» Α.Α. 2 σπίτια και 2 χωράφια σε ακόμη μικρότερο διάστημα (Δεκέμβριος - Ιούλιος), ενώ ο «κτηνοτρόφος» Κ.Κ. 3 αγροτεμάχια μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου 1942 κι άλλο ένα τον Ιούλιο του 1943. Από τέσσερα χωράφια αγόρασαν την ίδια πάνω κάτω περίοδο ο «εστιάτωρ» Κ.Α. (Απρίλιος-Νοέμβριος 1942), ο «κρεωπώλης» Γ.Κ. (Μάιος 1942 - Σεπτέμβριος 1943) κι ο «κηπουρός» Θ.Κ. (Ιανουάριος - Οκτώβριος 1942), ενώ αποδοτικότερος αποδείχθηκε ο «ζαχαροπλάστης» Κ.Κ. με 5 ακίνητα μέσα στο τετράμηνο Απριλίου – Ιουλίου 1942. Τρεις «βουστασιάρχες», τέλος, ψώνισαν αντίστοιχα 3, 4 κι 6 «κτήματα», «αγρούς» ή οικόπεδα, ως επί το πλείστον το 1942-43.

Ο «αστυφύλαξ» Γ.Δ., πάλι, αγόρασε μέσα στο το Μάιο του 1941 τρία σπίτια καταβάλλοντας από μια λίρα για το καθένα. Τέσσερα ακίνητα αγόρασε και η «σύζυγος ενωμοτάρχου» Τ.Α. το 1941-42, με τιμές αγοράς από 3 έως 11 λίρες. Στον κατάλογο δίνουν επίσης το παρών ένας αξιωματικός (4 κτήματα το 1942-43) κι ο «αρχιερεύς Ματθαίος ή Γεώργιος Κ.», που μεταξύ Απριλίου 1943 και παραμονών της απελευθέρωσης έβαλε στην άκρη 2 σπίτια κι 1 απροσδιόριστο «ακίνητον».

Απροσδιόριστο παραμένει τέλος το επάγγελμα του Γ.Μ., που φέρεται απλώς ως «πρόσφυξ» και μεταξύ Νοεμβρίου 1943 κι Αυγούστου 1944 (ενώ δηλαδή η μεν πείνα είχε υποχωρήσει, αλλά τα μπλόκα, οι συλλήψεις κι οι εκτελέσεις έδιναν κι έπαιρναν) απέκτησε τρία οικοπεδάκια έναντι μηδενικού ή σχεδόν μηδενικού αντιτίμου.

Πηγή: Ιός
{[['']]}

Σαν σήμερα το 1941 οι Ναζί καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη

Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης πάγωσαν στις οκτώ το πρωί της 9ης Απριλίου του 1941, όταν είδαν τους Γερμανούς κατακτητές να εισβάλλουν στην πόλη τους.Με τανκς, άρματα, αεροπλάνα και πλήθος στρατού, έκαναν επίδειξη δύναμης. 
Η Θεσσαλονίκη ήταν η πρώτη μεγάλη ελληνική πόλη που καταλήφθηκε από τους Ναζί. Αν και η συντριπτική πλειφηφία γύρισε την πλάτη στην Βέρμαχτ, κάποιοι ελάχιστοι έσπευσαν «αυθορμήτως» να φωτογραφηθούν μαζί τους και να ωραιοποιήσουν την εικόνα του εισβολέα για τις ανάγκες της προπαγάνδας. 
Οι περισσότεροι ήταν ανήλικα παιδιά και παρατρεχάμενοι της δημοτικής αρχής που έδωσε στήριξη στο καθεστώς κατοχής…. 
Η στρατιωτική παρέλαση των Γερμανών Οι περισσότεροι πολίτες δεν παρακολούθησαν τη στρατιωτική παρέλαση. Έμειναν στα σπίτια τους. Ο τότε δήμαρχος Κώστας Μερκουρίου με διάγγελμα τους καλούσε επίμονα να επιστρέψουν στις καθημερινές τους ασχολίες και να επιδείξουν εμπιστοσύνη, «προς τον Στρατόν της Γερμανίας, όστις από της πρώτης στιγμής της εισόδου του εις την πόλιν, ετήρησεν έναντι ημών στάσιν γενναιόφρονα και ιπποτικήν». Οι διαβεβαιώσεις ότι δεν κινδυνεύουν οι ζωές και οι περιουσίες τους, δεν έπεισαν τους πολίτες. Η επίδειξη στρατιωτικής δύναμης από τους Γερμανούς ήταν εφιαλτική, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ποιητή και δημοσιογράφου Γιώργου Βαφόπουλου: «Βούιζε όλο το στερέωμα πάνω από την πόλη, οι κινητήρες τράνταζαν τα τζάμια των σπιτιών, σμήνη ολόκληρα πετούσαν πάνω από τις στέγες, έφευγαν κι έρχονταν άλλα πίσω τους και πάλι ξανάρχονταν κι έπλεκαν πάνω από την πτοημένη πόλη ένα φοβερό δίχτυ από σίδερο, αγκυλωτούς σταυρούς και βρυχηθμούς τεράτων της αποκαλύψεως». … 
Η παράδοση της Θεσσαλονίκης και το στρατόπεδο συγκέντρωσης Μετά την παράδοση της πόλης, το στρατηγείο των Γερμανών εγκαταστάθηκε προσωρινά στο ξενοδοχείο «Ριτζ» στην πλατεία Ελευθερίας. Από τις πρώτες ενέργειες ήταν να μετατρέψουν το στρατόπεδο Παύλου Μελά σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, από το οποίο αργότερα πήραν πολλούς κρατούμενους για να τους εκτελέσουν ως αντίποινα. … 
{[['']]}

Κατίνα Εμμανουηλίδου, η ξεχασμένη ιστορία του θηλυκού «Μπεζεντάκου»


Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς του 1933, η αρχειομαρξίστρια κομμουνίστρια καπνεργάτρια Κατίνα Εμμανουηλίδου δραπέτευσε από τις φυλακές Αβέρωφ, προκαλώντας νέα ανησυχία στο αστικό στρατόπεδο, καθώς τον Μάρτιο του 1932 είχε αποδράσει από τις φυλακές Συγγρού ο Μιχάλης Μπεζεντάκος. Η νέα απόδραση προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, καθώς έγινε από γυναίκα. Από μια γυναίκα ζυμωμένη στο επαναστατικό κίνημα, που αφιέρωσε τη ζωή της στην ταξική πάλη.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

1907 – γεννιέται η Κατίνα Εμμανουηλίδου στα Θείρα της Σμύρνης

1927 – συμμετοχή στο απεργιακό κίνημα στα καπνεργοστάσια του Πειραιά

1929 – εντάσσεται στην Κομμουνιστική Οργάνωση Μπολσεβίκων Λενινιστών Αρχειομαρξιστών (ΚΟΜΛΕΑ)

1930, Πρωτομαγιά – συλλαμβάνεται στην Αθήνα

1932, Πρωτομαγιά – νέα σύλληψη στη Θεσσαλονίκη, με μωρό παιδί.

1933, 1η Ιανουαρίου – δραπετεύει από τις φυλακές Αβέρωφ

1933, 3 Απρίλη – θάνατος, συμμετοχή εκατοντάδων εργατών στην κηδεία της

«Η απόδρασις αυτή είνε η θρασυτέρα, μυθιστορηματικωτέρα και σπουδαιοτέρα όλων διότι η αποδράσασα είνε μία γυναίκα», έγραψε η Καθημερινή

Η κάθε εποχή φτιάχνει τους δικούς της ήρωες και τις δικές της ηρωίδες. Οι άνθρωποι του μεσοπολέμου κάπως έχουν απωθηθεί από τη συλλογική μνήμη, κυρίως γιατί η μεσοπολεμική κομμουνιστική αριστερά ήταν ηττημένη και πολύ διαφορετική από την αριστερά των κατοπινών χρόνων. Η Κατίνα Εμμανουηλίδου είναι μία από τις ηρωίδες της εποχής της.

Ήταν μικρασιάτισσα, γεννημένη στα Θείρα της Σμύρνης το 1907. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου εργάστηκε ως καπνεργάτρια. Αμέσως αναδείχτηκε στις πρώτες απεργίες και κυρίως σε εκείνες του 1927. Στα 1929 προσχώρησε στην Κομμουνιστική Οργάνωση Μπολσεβίκων Λενινιστών Αρχειομαρξιστών (ΚΟΜΛΕΑ). Στα 1930, ορίστηκε να εκπροσωπήσει τους αρχειομαρξιστές στην πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση. Συνελήφθη, κακοποιήθηκε άγρια και καταδικάστηκε σε έναν μήνα φυλακή.

Εξαιτίας των διώξεων, στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, ανέπτυξε πλούσια δράση, πρωταγωνιστώντας στις κινητοποιήσεις του γυναικείου καπνεργατικού κινήματος, σε μία εποχή που το επάγγελμα της καπνεργασίας θηλυκοποιείται. Συμμετείχε στις αρχειομαρξιστικές επιτροπές που υπεράσπιζαν τους ισραηλίτες στα πογκρόμ του 1931. Συνελήφθη μαζί με άλλους κομμουνιστές αλλά αφέθηκε ελεύθερη ύστερα από βασανισμό. Συνελήφθη ξανά το 1931 και καταδικάστηκε σε τέσσερις μήνες φυλακή. Την Πρωτομαγιά του 1932 είχε ορισθεί ομιλήτρια στην παράνομη αρχειομαρξιστική συγκέντρωση, παρότι είχε μόλις γεννήσει.

Η ίδια περιγράφει τα γεγονότα εκείνα που την έκαναν γνωστή στο εργατικό κίνημα: «πήρα το λόγο και σταματώντας το τραμ που πέρναγε εκείνη τη στιγμή άρχισα να μιλώ στους συγκεντρωμένους για το ιστορικό της Πρωτομαγιάς». Δεν απέφυγε για μια ακόμα φορά τη σύλληψη. Στο κρατητήριο ένα βασανιστήριο μεταξύ των πολλών αφορούσε το μωρό της, όταν μία συντρόφισσά της το έφερε για να το θηλάσει. Οι αστυνομικοί χτύπησαν την συνοδό με αποτέλεσμα αυτή να λιποθυμήσει και το παιδί να πέσει στα μάρμαρα. Τότε, σύμφωνα με την Εμμανουηλίδου, «πλήθος πολύ είχε συγκεντρωθεί έξω απ’ το τμήμα και από χριστιανικότητα φώναζαν να μου δώσουν το παιδί να το βυζάξω. Είχε να φάει 10 ώρες». Τελικά, τα κατάφερε, αλλά καταδικάστηκε σε 3 χρόνια φυλακή συν 2 χρόνια εξορία στη Γαύδο.

Μεταφέρθηκε στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ. Ωστόσο, ήταν καρκινοπαθής σε σημεία πολύ συνήθη στους καπνεργάτες εκείνη την εποχή. Αποφάσισε να παλέψει την αρρώστια και να αποδράσει. Η Πάλη των Τάξεων (η εφημερίδα των Αρχειομαρξιστών) έγραφε: «Ένα σιδεροπρίονο ήταν αρκετό… το σχέδιο της δραπέτευσης έγινε από την ίδια. Απ’ έξω η φρουρά μας θα την περίμενε. Έκοψε με το πριονάκι τα σίδερα του παράθυρου του κελιού της. Κατέβηκε στο εξωτερικό προαύλιο με ”σχοινί” που έφτιαξε με τα σεντόνια της. Έπειτα κατάφερε να σκαρφαλώσει στον εξωτερικό τοίχο, με άλλα σχοινιά». Ήταν η νύχτα της Πρωτοχρονιάς του 1933, Σάββατο προς Κυριακή.

Διεξήχθησαν συστηματικές ανακρίσεις στις φυλακές Αβέρωφ και οι δύο συγκρατούμενές της και μέλη του ΚΚΕ, Μπεφάνη και Στρατηγάκη, παρότι υπέστησαν βασανισμούς, «δεν θέλησαν να πουν τίποτε». Τις επόμενες ημέρες αρχειομαρξιστές συλλαμβάνονταν στον δρόμο χωρίς καμία αιτία με την ελπίδα ότι θα ανακαλύψουν τους συνενόχους της απόδρασης. Εν μέσω εορτών, ο αστικός κόσμος αντιμετώπιζε την απόδραση ως μία πρόκληση των κομμουνιστών, ενώ το κομμουνιστικό κίνημα πανηγύριζε για το χτύπημα. Η Καθημερινή, με τίτλο «Οι θηλυκοί συναγωνίζονται τους άρρενας», υπογραμμίζει ότι «η απόδρασις αυτή είνε η θρασυτέρα, μυθιστορηματικωτέρα και σπουδαιοτέρα όλων διότι η αποδράσασα είνε μία γυναίκα, μία αρχειομαρξίστρια».
Η Αλλαγή μεταφέρει τα λόγια της κοινής γνώμης: «Μωρέ ο κομμουνισμός άλλαξε και τις γυναίκες. Φαίνεται να τις δίνει θάρρος και τις κάνει παλληκάρια». Η εφημερίδα Ακρόπολις τόνιζε ότι πρόκειται για μία ακόμη «επίδειξη ικανότητος των ελληνών κομμουνιστών», καθώς κατάφεραν να απελευθερώσουν μία «φημισμένη σύντροφό τους». Τα Αθηναϊκά Νέα αφιέρωσαν ένα σατιρικό ποίημα, συνδέοντας σαφώς την απόδρασή της με το κίνημα για τη γυναικεία χειραφέτηση: «…Και ο Αγώνας της γυναίκας καμαρώνει / Και το συμβούλιόν του ευθύς… / Εξέδωσε το κάτωθι ανακοινωθέν / “Άντρες! Δεινοί κατήγοροι της γυναικείας λίμας / Πούναι το μόνο μας προσόν, το μόνο μας καμάρι…». Στο ανδροκρατικό αστικό φαντασιακό, η γυναικεία λίμα στα χέρια μίας κομμουνίστριας μπορούσε να γίνει όπλο αγώνα ενάντια στην ανδρική και συνάμα καπιταλιστική χειραφέτηση. Τέλος, ο Ριζοσπάστης στάθηκε πολύ κατώτερος των περιστάσεων και σε πλήρη αναντιστοιχία με τα συναισθήματα αλληλεγγύης των μελών του ΚΚΕ αναφέρθηκε στο γεγονός μόνο με λίγες φράσεις. Ύστερα από την κατακραυγή αναγκάστηκε να απολογηθεί γι’ αυτήν τη στάση.

Λίγους μήνες αργότερα, στις 4 Απριλίου 1933, η Πάλη των Τάξεων έγραφε: «Η Κατίνα Εμμανουηλίδου πέθανε, εκατοντάδες εργάτες ορκίστηκαν πάνω στον τάφο της να εκδικηθούν τον δολοφόνο καπιταλισμό και να πυκνώσουν τις γραμμές της αριστερής αντιπολίτευσης». Όλο αυτό το διάστημα ζούσε στο Ιπποκράτειο σε καθεστώς παρανομίας. Λίγες μέρες πριν τον θάνατό της μεταφέρθηκε σε μια αρχειομαρξιστική οικογένεια για να πεθάνει μέσα σε συντροφικό περιβάλλον. Σύμφωνα με την αρχειομαρξιστική εφημερίδα, την άλλη μέρα του θανάτου «από το πρωί διαδόθηκε η είδηση από στόμα σε στόμα» και «εκατοντάδες εργάτες που την αγάπησαν κι είχαν ακόμα ζωηρή την εικόνα της δραπέτευσής της, γεμάτοι συγκίνηση, σε λίγες ώρες, χωρίς να κυκλοφορήσουν προκηρύξεις, χωρίς δημοσίευση, βρέθηκαν στις 5 μ.μ. στο Α΄ Νεκροταφείο».

Ήταν τέτοια η αίσθηση της ήττας στους κρατικούς μηχανισμούς ώστε οι αστυνομικές αρχές και ως εκ τούτου ο αστικός τύπος έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν τον θάνατό της, υποστηρίζοντας πως είναι μπλόφα και στη θέση της τάφηκε μια άλλη αρχειομαρξίστρια η Μαριάνθη Θεοδωράτου. Ήταν φανερό. Η Κατίνα Εμμανουηλίδου με τον ηρωικό θάνατό της είχε νικήσει τον αστικό κόσμο. Δεν ήταν μόνο οι ζωντανοί κομμουνιστές αλλά και τα φαντάσματά τους που έκαναν τους αστούς του μεσοπολέμου να τρομάζουν.

Πηγή: Κώστας Παλούκης - "Πριν"
{[['']]}

Μαρία Φωκά. Η γνωστή ηθοποιός που καταδικάστηκε σε ισόβια για κατασκοπεία, μαζί με τον Μπελογιάννη...



Η Μαρία Φωκά, για τους νεότερους ήταν η αγαπημένη γιαγιά των σίριαλ, αλλά για τους παλαιότερους που διατηρούν μνήμες από τα χρόνια του πολέμου, ήταν μια σεμνή αγωνίστρια του θεάτρου και της ζωής.

Η Φωκά στα μαύρα χρόνια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και ως μέλος του ΚΚΕ  συμμετείχε στους αγώνες.

Πάλεψε για τις ιδέες της και στα μεταπολεμικά χρόνια κάθισε στο εδώλιο και καταδικάστηκε ως κατάσκοπος κατά της Ελλάδας! 

Ηταν η εποχή του ψυχρού πολέμου και οι κομμουνιστές αντιμετωπίζονταν ως πράκτορες της Σοβιετικής Ένωσης.


Την περίοδο της παρανομίας του ΚΚΕ, ήρθε σε επαφή με αριστερούς στο Παρίσι, που της έδωσαν χρήματα, για να τα μεταφέρει στο κόμμα στην Αθήνα.

Έλειπε, όμως, ο άνθρωπος, στον οποίο έπρεπε να παραδώσει τα χρήματα. Ετσι, η Φωκά του άφησε ένα σημείωμα. Η αστυνομία έκανε έφοδο στο αρτοποιείο, όπου θα παραδίδονταν τα χρήματα, βρήκε το σημείωμα και ενοχοποίησε τη νεαρή ηθοποιό. Αυτό ήταν αρκετό, για να την κατηγορήσουν -όπως όλους τους κομμουνιστές- για αντεθνική δράση και κατασκοπεία.

Έτσι, το 1952, βρέθηκε συγκατηγορούμενη των Νίκου Μπελογιάννη, Αργυριάδη, Μπάτση, Καλούμενου, Έλλης Παππά-Ιωαννίδου και πολλών άλλων, στην περίφημη δίκη, που κατέληξε σε εκτελέσεις.

Στα πρακτικά αναφέρεται με το όνομα Μαρία Καλλέργη, δηλαδή με το όνομα του τότε συζύγου της, Λυκούργου Καλλέργη, επίσης ηθοποιού. Το Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών αποφάνθηκε ότι οι κατηγορούμενοι «εκηρύχθησαν ένοχοι».

 Ειδικότερα, καταδίκασε «διά ψήφων 3-2 την Καλλέργη Μαρία επί σκοπώ κατασκοπείας». Η ποινή αρχικά ήταν ισόβια κάθειρξη, αλλά αργότερα μειώθηκε σε 10 χρόνια κάθειρξη και επιβλήθηκε «αποστέρησις των πολιτικών δικαιωμάτων επί 10ετίαν».


Ο μάρτυρας που «έκαψε» τη Φωκά 

Από τα πρακτικά της δίκης του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών (Τμήμα Β), κατά τις συνεδριάσεις του Φεβρουαρίου και της 1ης Μαρτίου του 1952, εντοπίσαμε το κάτωθι απόσπασμα, από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Κωνσταντίνου Παπαθανασίου:

«Μετά την λήξιν του συμμοριτισμού υπήρχον πληροφορίαι ότι ειργάζοντο παρανόμως δίκτυα πληροφοριοδοτών και κατασκόπων, κατωρθώθη δε να τεθώμεν επί τα ίχνη των. Το πρώτο εντοπίσθη ασύρματος εις Γλυφάδαν…».

Και συνεχίζει: «Η Καλλέργη ήλθεν από το Παρίσι εκ μέρους του Δημητρακαρέα διά να δη αν έφθασαν αι αποσταλείσαι 1.600 λίρες… Τα χρήματα αυτά προωρίζοντο διά τη χρηματοδότησιν του δικτύου».

Η καταδίκη  από το Στρατοδικείο ανάγκασε την ηθοποιό να αποχωριστεί το θέατρο για οκτώ περίπου χρόνια.

Επανήλθε στη σκηνή τη σεζόν 1958-59, σε περιοδεία του Λάμπρου Κωνσταντάρα.

Η Μ. Φωκά γεννήθηκε το 1916 στο Αργοστόλι και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης «Κάρολος Κουν». Πρωτοεμφανίστηκε το 1944 (περίοδος των Δεκεμβριανών), στον ρόλο της Ασημίνας στη «Στέλλα Βιολάντη» του Γρ. Ξενόπουλου, όπου γνωρίστηκε και με τον μετέπειτα σύζυγό της, Λυκούργο Καλλέργη, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη

Η αγαπημένη γιαγιά του θεάτρου και της τηλεόρασης, η στρατευμένη ηθοποιός, άφησε την τελευταία της πνοή μετά από εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς στις 15 Ιουνίου 2001 στο νοσοκομείο St. Thomas του Λονδίνου, όπου ζούσε μαζί με την κόρη της Ισμήνη Καλλέργη.

Ο τάφος της είναι στο κοιμητήριο του Πόρτσμουθ στη Νότια Αγγλία. Μάρω Μπουρδάκου...

 Πηγή: "Μηχανή του Χρόνου"

{[['']]}

«Ολίγον» δωσίλογος;

«Εάν οι Βούλγαροι προπαγανδισταί συγκεντρώσωσι 1.000 ζεύγη μαλλίνων καλτσών υπέρ του Γερμανικού στρατού,
να συγκεντρωθώσι προς αντίδρασιν 1.500 υπό του Ελληνικού πληθυσμού»
Αθανάσιος Χρυσοχόου (19/3/1942)
29 Ιανουαρίου 1971. Η χούντα αποφασίζει να τιμήσει ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της κατοχικής Ελληνικής Πολιτείας, δίνοντας το όνομά του σε δρόμο της Θεσσαλονίκης. Γεγονός που δεν εκπλήσσει κανέναν, καθώς το δικτατορικό καθεστώς είχε ήδη αναγνωρίσει ακόμη και τον ένοπλο δωσιλογισμό στο πλευρό της Βέρμαχτ σαν «εθνική αντίσταση», ανταμείβοντας τους συνεργάτες των Γερμανών με ουκ ολίγα υλικά ευεργετήματα (Ν.Δ. 169/1969, άρθρα 1β και 16).
23 Αυγούστου 2016. Με εισήγηση του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη, η αρμόδια επιτροπή του δημοτικού συμβουλίου Θεσσαλονίκης αποφασίζει τη μετονομασία της οδού Αθανασίου Χρυσοχόου σε οδό Αλμπέρτου Ναρ, τιμώντας αντί του κατοχικού γενικού διοικητή έναν ντόπιο Εβραίο λογοτέχνη. Η πρόταση θα εγκριθεί από την ενεχόμενη δημοτική κοινότητα αλλά θ’ απορριφθεί από την επιτροπή μετονομασιών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης [ΑΔΜΘ (6/6/2017)], ως «ανεπαρκώς δικαιολογημένη» όσον αφορά τη δωσίλογη πολιτεία τού υπό αποκαθήλωση στρατηγού. Ο δήμος ζήτησε πληροφορίες από το Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης (ΚΙΘ), που την 1/12/2017 υπέβαλε σχετικό βιογραφικό σημείωμα του Αθανασίου Χρυσοχόου, συνταγμένο από υπάλληλό του ιστορικό. Στις 16/2/2018 η επιτροπή της ΑΔΜΘ γνωμοδότησε υπέρ της μετονομασίας.
5 Μαρτίου 2018. Ο εγγονός του Χρυσοχόου, δικηγόρος Ηρακλής Σπανός, απευθύνει εν ονόματι και των λοιπών απογόνων του επιστολή στον συντάκτη της έκθεσης του ΚΙΘ κατηγορώντας τον πως όχι μόνο «στερείται της αναγκαίας ιστορικής αντικειμενικότητας και τεκμηρίωσης», αλλά υπηρετεί εσκεμμένα «τον στόχο εκπροσώπων συγκεκριμένης ιδεολογικής αντίληψης για τη σπίλωση και βάναυση προσβολή της μνήμης του Αθανασίου Χρυσοχόου». Προειδοποιεί, δε, ότι προτίθενται «να ασκήσουν όλα τα νόμιμα δικαιώματά τους για την αποκατάσταση της μνήμης του στρατηγού».
Ακόμη πιο εύγλωττες υπήρξαν οι αντίστοιχες δημόσιες παρεμβάσεις του σωματείου «Ηπειρωτική Εστία»: ένα κείμενο «αποφοίτου του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου», με πρωτεύουσα βιβλιογραφική αναφορά σε άρθρο του ακροδεξιού περιοδικού «Τότε» (1997), αντλημένο από την ανάρτησή του σε ακροδεξιό ιστότοπο, και κυρίως η παρέμβαση της γ.γ. της Εστίας, Αθηνάς Τοτοκώση, στην αρμόδια επιτροπή της ΑΔΜΘ (16/2).
Το πρώτο υπερασπίζεται ρητά όχι μόνο τον Χρυσοχόου, αλλά και τον κατοχικό πρωθυπουργό Τσολάκογλου, ενώ η δεύτερη προβαίνει σε υποδείξεις για τις πηγές που έπρεπε να προτιμηθούν κατά την αποτίμηση του έργου του στρατηγού: ένα βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα, αντί για τον τοπικό Τύπο, κυρίως όμως «οι ιστορικοί ερευνητές Στράτος Δορδανάς και Βάιος Καλογρηάς» μαζί με «μέλη της οικογένειας του εκλιπόντος».
Το νόημα της παρέμβασής της συμπυκνώθηκε, πάντως, στη διακήρυξη πως «εμείς είμαστε πολύ μικροί για να κρίνουμε τέτοιες προσωπικότητες», σαν τον κατοχικό γενικό επιθεωρητή Νομαρχιών, φρούραρχο Θεσσαλονίκης και γενικό διοικητή Μακεδονίας...
Διαβάζοντας τα παραπάνω και την έκθεση του ΚΙΘ, μένουμε κυριολεκτικά εμβρόντητοι. Αν μη τι άλλο, το επίμαχο βιογραφικό στηρίζεται σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό στο έργο ακριβώς εκείνων των ερευνητών που επικαλείται η «Ηπειρωτική Εστία»: 59 από τις 77 συνολικά υποσημειώσεις της έκθεσης (76,6%) παραπέμπουν σε δικά τους κείμενα – 50 στου Καλογρηά και 9 στου Δορδανά!
Η μεταξύ τους αναλογία είναι δε εξίσου σημαντική, καθώς το έργο του Καλογρηά επιχειρεί την απροκάλυπτη πολιτική αποκατάσταση τόσο του υπηρεσιακού όσο και του ένοπλου δωσιλογισμού ως καλοπροαίρετων «εθνικιστών» που πάλεψαν ενάντια στην «εαμοκρατία».
Και, πάνω απ’ όλα, την αποκατάσταση του ίδιου του Χρυσοχόου μέσω της ένθερμης αναπαραγωγής των ισχυρισμών που αυτός πρόβαλε μεταπολεμικά στα βιβλία και τα απολογητικά υπομνήματά του: τα τελευταία καλύπτουν το 61% των παραπομπών (59 στις 74) του άρθρου του Καλογρηά «Αντίσταση και συνεργασία. Η περίπτωση του συνταγματάρχη Αθανασίου Χρυσοχόου» (στο συλλογικό «“Εχθρός” εντός των τειχών. Οψεις του δωσιλογισμού στην Ελλάδα της Κατοχής», Αθήνα 2006, σ. 209-29) και πάνω από τις μισές (31 στις 60) του σχετικού κεφαλαίου της διδακτορικής διατριβής του («Το αντίπαλο δέος», Θεσ/νίκη 2012, σ. 157-166).

Κάλτσες για τη Βέρμαχτ

Ο ομαδικός εξευτελισμός των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στην πλατεία Ελευθερίας (10/7/1942) οφειλόταν, κατά τον Χρυσοχόου, σε πρωτοβουλία απλών φαντάρων. Ο ομαδικός εξευτελισμός των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στην πλατεία Ελευθερίας (10/7/1942) οφειλόταν, κατά τον Χρυσοχόου, σε πρωτοβουλία απλών φαντάρων. | Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, «ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ. ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ»
Τι ακριβώς έκανε, όμως, ο συνταγματάρχης Χρυσοχόου στη διάρκεια της τριπλής Κατοχής;
Για τη σκιαγράφηση των πεπραγμένων του δεν χρειάζεται να καταφύγουμε στα εχθρικά προς αυτόν κείμενα της ΕΑΜικής αντίστασης, που τον στολίζουν με όλα τα κοσμητικά επίθετα, αποδίδοντάς του τη συγκρότηση και δράση κάθε είδους αντίπαλων σχηματισμών – προκειμένου, κατά κανόνα, να πείσουν για τον δωσιλογισμό (αποδεδειγμένο ή απλώς εικαζόμενο) αυτών των τελευταίων.
Απείρως πιο εύγλωττα, και κυρίως πειστικά, αποδεικνύονται επ’ αυτού τα κείμενα του ίδιου και των συνεργατών του εκείνης της εποχής.
Επιτελάρχης του στρατηγού Τσολάκογλου κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, ο συνταγματάρχης Χρυσοχόου διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στη συνθηκολόγηση του 1941.
Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς ο προϊστάμενός του, κατοχικός πρωθυπουργός πλέον, τον διόρισε γενικό επιθεωρητή Νομαρχιών της Μακεδονίας (όσης είχε απομείνει μετά τον ακρωτηριασμό της από τους νικητές), με αποστολή την καταπολέμηση της εκεί βουλγαρικής και ρουμανικής προπαγάνδας.
Στα απομνημονεύματά του ο ίδιος ισχυρίζεται ότι οργάνωσε μιαν«ευρείαν υπηρεσίαν, εκτεινομένην μέχρι του απωτάτου μακεδονικού χωρίου, διά την συστηματικήν παρακολούθησιν» των ξένων προπαγανδιστών «και την διαφώτισιν του λαού περί της επιβαλλομένης στάσεως αυτού» («Η Κατοχή εν Μακεδονία», τ. Β1, Θεσ/νίκη 1950, σ. 6).
Στην πράξη, όπως διαπιστώνουμε από το σωζόμενο τμήμα του αρχείου του που φυλάσσεται στο ΕΛΙΑ, αυτός ο μηχανισμός ταυτιζόταν με τις υφιστάμενές του αστυνομικές και διοικητικές αρχές.
Κεντρικό πυλώνα της δραστηριότητάς του αποτέλεσε η πλήρης ταύτιση με τις γερμανικές κατοχικές αρχές, με αμείλικτη καταστολή κάθε αντιστασιακής ενέργειας που έθετε σε κίνδυνο αυτή την ισορροπία.
Το πιστοποιούν, μεταξύ άλλων, οι αναλυτικές «οδηγίες» του προς τους νομάρχες και επάρχους (19/3/1942, αρ. Ε.Π. 666) που φυλάσσονται στο Αρχείο του (φ. 7, εγγρ. 127), επικυρωμένες από τον Τσολάκογλου με την εντολή προς τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας και «άπαντα τα Υπουργεία» να «αποτελέσωσι βάσιν των υμετέρων εκάστοτε διαταγών και των ενεργειών των υφ’ υμάς οργάνων» (Εν Αθήναις 6/4/1942, αρ. 370 εμπ.).
Ο Χρυσοχόου απαιτεί εκεί όχι μόνον «απολύτως νομοταγή στάσιν» απέναντι στα γερμανοϊταλικά στρατεύματα κατοχής, αλλά και «πλήρη ικανοποίησιν των πολεμικών αναγκών» τους, με πλειοδοσία δουλοπρέπειας έναντι των Βουλγάρων συμμάχων τους:
«Είναι φυσικόν ότι ετέρα βασική κατεύθυνσις δέον να τεθή η απολύτως νομοταγής στάσις έναντι των στρατών κατοχής. Πάσα ενέργεια δυναμένη να δώση έστω και υπόνοιαν ότι δύναται να παραβλάψη τα συμφέροντα του στρατού κατοχής, γίνεται αμέσως αντικείμενον εκμεταλλεύσεως εκ μέρους της καιροφυλακτούσης ανθελληνικής προπαγάνδας, εκτός, εννοείται, των λοιπών συνεπειών τας οποίας έχει κατά του Ελληνικού πληθυσμού. Πρέπει να ληφθή υπ’ όψιν ότι ασχέτως της επιβαλλομένης υπό των πολεμικών συνθηκών, ο Γερμανικός λαός είναι ο πλέον εγκύψας εις τας κλασικάς μελέτας, είναι ο καλλίτερον κατατοπισμένος παντός άλλου επί της αξίας του Ελληνικού ονόματος. Οι μεγαλύτεροι αρχαιολόγοι, οι διασημότεροι Ελληνισταί είναι Γερμανοί. Συνεπώς δεν είναι δυνατόν να μας αδικήσωσι. Χρειάζεται εν τούτοις ιδιαζόντως λεπτή συμπεριφορά, ανάλογος προς τας σημερινάς συνθήκας. Χρειάζεται η επίδρασις ημών προς τας ανθελληνικάς προπαγάνδας ουχί μόνον να μη θίγη τα πολεμικά συμφέροντα τούτων, αλλά και ει δυνατόν να τα ικανοποιή εφ’ όσον και οι άλλοι εκμεταλλεύονται το στοιχείον τούτον. Εάν οι Βούλγαροι προπαγανδισταί π.χ. κατορθώσωσι να συγκεντρώσωσι 1.000 ζεύγη μαλλίνων καλτσών υπέρ του Γερμανικού στρατού, είναι λίαν ευχερές να συγκεντρωθώσι προς αντίδρασιν 1.500 υπό του Ελληνικού πληθυσμού».
Αντιμέτωπος μ’ αυτή την απροκάλυπτη εντολή συνεργασίας, ο Καλογρηάς σπεύδει ν’ αθωώσει τον Χρυσοχόου με μια αμήχανη υπόθεση εργασίας (2012, σ. 162): «Αν η τελευταία αυτή δήλωση ειπώθηκε με ειλικρίνεια είναι αμφισβητήσιμο και μάλλον πρέπει να υποτεθεί ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Νομαρχιών ήθελε με αυτό τον τρόπο να αποφύγει πιθανή λογοκρισία»!
Δικαιολογία που δεν σκέφτηκε ούτε ο ίδιος ο συντάκτης του εγγράφου, ο οποίος στα βιβλία του προτίμησε απλώς να εξαφανίσει την επίμαχη παράγραφο...
Οπως διαβάζουμε άλλωστε λίγο παρακάτω στο ίδιο πόνημα (σ. 176), «ο Χρυσοχόου δεν ήταν υποχρεωμένος να γνωστοποιεί το περιεχόμενο των εγκυκλίων του στους Γερμανούς»!

Χαρτοπόλεμος και μυστικά κονδύλια

Η οδός Τσιμισκή της συμπρωτεύουσας στη διάρκεια της ΚατοχήςΗ οδός Τσιμισκή της συμπρωτεύουσας στη διάρκεια της Κατοχής | Κ. ΠΑΡΑΣΧΟΣ, «Η ΚΑΤΟΧΗ»
Η αποτελεσματικότητα του Χρυσοχόου αμφισβητήθηκε από ουκ ολίγους συνεργάτες του.
Ο Πελοποννήσιος αξιωματικός Κωνσταντίνος Καρμής, που έδρασε στη Μακεδονία αρχικά ως μέλος της εθνικόφρονος ΥΒΕ/ΠΑΟ και κατόπιν του ΕΛΑΣ, περιέγραψε στην υπηρεσιακή απολογία του (22/10/1945) ως εξής την εμπειρία του από τη Γενική Επιθεώρηση Νομαρχιών το 1942:
«Ενα πράγμα ήτο άξιον προσοχής κατά την επίσκεψίν μου εις τα γραφεία του κ. Χρυσοχόου:
α) Ουδεμία ανησυχία κατά τον φόβον των Γερμανών
β) Οι περί αυτόν είχον άψογον και κομψοτάτην ενδυμασίαν
γ) Θρέψιν και όψιν ουδόλως ηλαττωμένην
δ) Παρούσαι πάντοτε θελκτικαί δεσποινίδες, και
ε) Κατά το θέρος εκδρομαί με κούρσαν εις τα δροσερά παράλια της Θεσσαλονίκης.
Λόγια, λόγια, τσιγαροσυσκέψεις, χαρτιά, και ότε επλησίαζε το μεσημέρι “τι ώρα είναι;”»
(Γιάννης Πριόβολος, «Αντιπαραθέσεις και διαμάχες στην κατεχόμενη Μακεδονία», Θεσ/νίκη 2013, σ. 219).
Ακόμη οξύτερες είναι οι διατυπώσεις του ταγματάρχη Ιωάννη Παπαθανασίου, στενού συνεργάτη του γενικού επιθεωρητή και ιδρυτή της ΥΒΕ/ΠΑΟ.
Ο Χρυσοχόου, διαβάζουμε στα μεταπολεμικά απομνημονεύματά του, «εθελοντικώς ανέλαβε υπηρεσία εις την Κατοχική και προδοτική Κυβέρνησι των Κουίσλιγκ και έθεσε τον εαυτόν του εις την υπηρεσίαν των Γερμανών. [...] Εξηκολούθησε παραμένων ως Γεν. Επιθ. Νομαρχιών μέχρις ότου προήχθη υπό των Γερμανών εις Γεν. Διοικητήν Μακεδονίας, ζων ακινδύνως, τρώγων τας ας εδικαιούτο δύο μερίδας τροφής εκ της Υπηρεσίας Επισιτισμού και προεδρεύων εις συσκέψεις διαφόρων “κρατικών” υπηρεσιών. Ο κατοχικός πρωθυπουργός Τσολάκογλου του παρεχώρησε, διά ειδικής Διαταγής και το επί της οδού Βασ. Σοφίας οίκημα, το οποίο προ της Κατοχής διετίθετο ως κατοικία του Διοικητού του Γ΄ Σώματος Στρατού, όπου και διέμεινε μέχρι τέλους. Του παρεχώρησε επίσης σοβαρά χρηματικά ποσά εκ των διαφόρων “μυστικών κονδυλίων...” του κατοχικού κράτους, τα οποία και διεχειρίζετο μέχρι τέλους, ουδέποτε αποδώσας λογαριασμό. [...] Εις τον χαρτοπόλεμον απέδωσεν άριστα, διότι έγραψε πάρα πολλά σ’ αυτά τα χρόνια. Αλλά και αυτός ακόμη ο χαρτοπόλεμός του εστρέφετο κυρίως εναντίον κατά του κομμουνισμού, κατά πιστό αντίγραφο των ομιλιών του Γκαίμπελς. Ούτε μία φορά δεν ασχολήθηκε με τους κατακτητάς» («Για τον ελληνικό Βορρά», Αθήνα 1997, σ. 786-7).

«Εξοπλίστε νοικοκυραίους»

Αυτά όσον αφορά την πρώτη περίoδο της Κατοχής. Γιατί το πρόβλημα με τη δράση του Χρυσοχόου βρίσκεται κυρίως στη δεύτερη, όταν διεκδίκησε τον ρόλο κεντρικού συντονιστή της καταστολής του ΕΑΜικού αντιστασιακού κινήματος από κάθε λογής «νομιμόφρονα» δίκτυα – της ΠΑΟ και των ανοιχτά δωσιλογικών παραφυάδων της συμπεριλαμβανομένων.
Αψευδής μάρτυρας, κι εδώ, οι δημοσιευμένες εγκύκλιοί του (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, «Αρχεία Εθνικής Αντίστασης», Αθήνα 1998, τ. 5ος, σ. 105-148).
Η αντικατοχική αντίσταση είχε αρχίσει να φουντώνει όταν ο Χρυσοχόου δίνει γραμμή για την κατάδοσή της – με δικαιολογία, πάντα, τον αντιβουλγαρικό αγώνα:
«Υπάρχουσι σοβαραί ενδείξεις ότι πολλοί κομμουνισταί κατέστησαν όργανα της βουλγαρικής προπαγάνδας και υπό τας οδηγίας ταύτης εμφανίζονται διακηρύττοντες οτέ μεν αναρχικά οτέ δε απελευθερωτικά κηρύγματα, αποσκοπούντα μόνον και μόνον να εκθέσωσι τον Ελληνισμόν εις τας Αρχάς Κατοχής. Η αποκάλυψις τούτων και των επιδιωκομένων σκοπών αναμφισβητήτως θ’ απετέλει σοβαράν εθνικήν υπηρεσίαν».
Με το ίδιο ακριβώς σκεπτικό διατάσσεται, ως «μεγίστη δυνατή εξυπηρέτησις της εθνικής υποθέσεως», η ανακάλυψη όσων επιχειρούν σαμποτάζ κατά του στρατού κατοχής (σ. 114-5, εγκύκλιος Ε.Π. 2306 της 10/8/1942).
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνταν και οι «Επιτροπές Λαϊκής Διαφωτίσεως» που συγκρότησε τον ίδιο μήνα (εγκύκλιος Ε.Π. 3771 της 31/8/1942), με σκοπό την «εξύψωσιν του εθνικού φρονήματος», την «διαφώτισιν» και «οργάνωσιν του Λαού διά την αντιμετώπισιν και την εξουδετέρωσιν των προσπαθειών» της «βουλγαρικής, ρουμανικής και κομμουνιστικής προπαγάνδας», καθώς και για την «διαφώτισιν των Αρχών Κατοχής επί των δικαίων του Ελληνισμού, της ανωτερότητος των Ελλήνων και των σκοτίων μέσων των αντεθνικών και ξένων προπαγανδών».
Δεδομένου ότι Βούλγαροι και Ρουμάνοι ήταν συνεταίροι του Αξονα, προς τον οποίο έπρεπε να επιδεικνύεται νομιμοφροσύνη, το κέντρο βάρους της προσπάθειας έπεφτε λογικά στην καταπολέμηση της ΕΑΜικής αντίστασης.
Τα παραρτήματα αυτών των επιτροπών στα χωριά, «με συνεργάτας υπαλλήλους και εθνικόφρονας πατριώτας», όφειλαν να «παρακολουθώσι πάσαν ύποπτον κίνησιν της προπαγάνδας, πάσαν εκδήλωσιν προσχωρησάντων» και να διαβιβάζουν τις σχετικές πληροφορίες στους προϊσταμένους τους, «διά την άμεσον εκδήλωσιν αντιδράσεως δι’ όλων των μέσων» (σ. 118).
Σε κεντρικότερο επίπεδο, ο Χρυσοχόου συγκρότησε μια «Υπηρεσία Λαϊκής Διαφωτίσεως» με έδρα τα γραφεία του, μέλη τον πρύτανη του ΑΠΘ Στίλπωνα Κυριακίδη, τους γενικούς επιθεωρητές πρωτοβάθμιας και μέσης εκπαίδευσης, τους διευθυντές Εσωτερικών και Χωροφυλακής της ΓΔΜ και τον επίσκοπο Ολύμπου Καλλίνικο (σ. 120-1, εγκύκλιος Ε.Π 380 της 5/10/1942).
Η υπηρεσία περιελάμβανε έξι επιμέρους επιτροπές: «διαφωτίσεως εν γένει του Λαού», «διαφωτίσεως Ανωτέρων Κοινωνικών Τάξεων», «διαφωτίσεως της μαθητιώσης νεολαίας», «διαφωτίσεως του Κλήρου», «διαφωτίσεως υπαλλήλων εν γένει» και «διαφωτίσεως των Αρχών Κατοχής».
Προς απογοήτευσή του, όμως, πέντε από τις έξι αυτές επιτροπές, «παρά τας κατ’ επανάληψιν γενομένας συνεδριάσεις αυτών, δεν κατέληξαν εις ουδέν θετικόν αποτέλεσμα». Ασχολήθηκαν κυρίως με «την εξέτασιν των παρουσιαζομένων αμφιβολιών περί της επιβαλλομένης σκοπιμότητος εμφανίσεως αντιδράσεως εις το έργον της κομμουνιστικής προπαγάνδας, των μελών αυτών τηρούντων κατά τας διαφόρους συνεδριάσεις επιφυλάξεις και εν τέλει εγκαταλειψάντων το έργον» (σ. 124-5).
Η παραπάνω εικόνα επιβεβαιώνεται από έκθεση της συντηρητικότατης «Εθνικής Δράσεως» των Μαρκεζίνη - Ζαλοκώστα - Σιφναίου προς το Κάιρο (22/12/1943): κατά της ρουμανοβουλγαρικής προπαγάνδας, διαβάζουμε, «εγένετο και ημιεπίσημος αντίδρασις υπό ομίλου αξιωματικών εργαζομένων εν τη επιθεωρήσει Νομαρχιών, παρά τη Γενική Διοικήσει Μακεδονίας, υπό τον Συνταγματάρχην Χρυσοχόου. Η κίνησις όμως αύτη εβαρύνετο από την ανοχήν των Γερμανών και από την στενήν σχέσιν του Χρυσοχόου με τον Τσολάκογλου. Κατέστη τελείως αντιδημοτική και εγκατελείφθη παρά πάντων, διά λόγους εθνικούς, όταν ο Χρυσοχόου ηθέλησε να παρακολουθήση την αντικομμουνιστικήν προπαγάνδαν των Γερμανών» («Ιστορικό Αρχείο Εμμανουήλ Ι. Τσουδερού», Αθήνα 1990, τ. Γ2, σ. 858).
Στόχος των εγκυκλίων του Χρυσοχόου γίνεται έτσι όχι μόνον το ΕΑΜ, αλλά και όσοι αποφεύγουν να συμμετάσχουν στην καταπολέμησή του: «Πας όστις ενδιαφέρεται διά την τάξιν, πας όστις αγαπά την Πατρίδα, πιστεύει εις την θρησκείαν μας και σέβεται τον θεσμόν της οικογενείας, πρέπει να σκεφθή σοβαρώς αν είναι πλέον επιτρεπτόν εις αυτόν να συντρέχη διά της ουδετερότητος το κομμουνιστικόν σχέδιον» (σ. 129, αρ. 1084 της 21/4/1943).
Δεν διστάζει μάλιστα να καταγγείλει στον κατοχικό υπουργό Εσωτερικών Ταβουλάρη τους υψηλόβαθμους υφισταμένους του για ανεπαρκή ζήλο στην καταστολή του αντιστασιακού κινήματος: «Δεν είναι νοητόν αι Αρχαί Χωροφυλακής να μη λαμβάνωσιν θέσιν επί του δημιουργουμένου κινδύνου, να μη ανακαλύπτωσιν ουδεμίαν δράσιν του Κομμουνισμού, να μη ανευρίσκωσιν ουδέν μυστικόν τυπογραφείον, να μη καθίστανται ενήμεροι των κινήσεων τουλάχιστον των Κομμουνιστών. Δεν είναι δυνατόν αι υπηρεσίαι να μη παρακολουθώσι τους υπαλλήλους, ν’ ανέχωνται την ύπαρξιν τοιούτων εμφανώς εκδεδηλωμένων υπέρ των αναρχικών στοιχείων» (σ. 146, Ε.Π. 380 της 30/4/1943).
Αποκαλυπτικότατες είναι και οι προτάσεις που υποβάλλει στον Ταβουλάρη για την ανάσχεση του κακού:
● «Ενημερουμένων των Αρχών Κατοχής, να ζητηθή ο εξοπλισμός της Χωροφυλακής και η συγκρότησις ολίγων μόνον αστυνομικών Σταθμών, κατ’ επίκαιρα Κέντρα, ικανής όμως δυνάμεως και ισχυρών μεταβατικών αποσπασμάτων».
● «Να ανακινηθή το ζήτημα της συγκροτήσεως πολιτοφυλακής και να εξοπλισθώσιν εις την ύπαιθρον οι Οικοκυραίοι και Κτηματίαι, οίτινες τοπικώς θα εγγυώνται διά την δυνατήν εξασφάλισιν των όπλων, υπάρχουσι δε πολλοί τοιούτοι».
● «Παν κρατικόν όργανον, αδρανούν επί της κατευθύνσεως αντιδράσεως και αντιμετωπίσεως, ν’ απομακρύνηται αμέσως, παραχωρούν την θέσιν των προς τα άτομα άτινα, εν επιγνώσει του Εθνικού συμφέροντος, είναι διατεθειμένα να εργασθώσιν» (σ. 147-8).

Καθοδηγητής ταγματασφαλιτών

Αγχόνες της Βέρμαχτ στην Κεντρική Μακεδονία.Αγχόνες της Βέρμαχτ στην Κεντρική Μακεδονία. | Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, «ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ. ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ»
Το τελευταίο δεκαοκτάμηνο της Κατοχής σημαδεύτηκε, ως γνωστόν, από την ανάπτυξη των ένοπλων δωσιλογικών σχηματισμών και τη συστηματική γερμανική υπόθαλψη των εμφύλιων ενδοελληνικών συγκρούσεων.
Ο ρόλος του Χρυσοχόου σ’ αυτή την εξέλιξη υπήρξε κάτι παραπάνω από κομβικός και απαντάται σε ουκ ολίγες αφηγήσεις.
Χαρακτηριστική η αυτοβιογραφική μαρτυρία του Φραγκίσκου Κολλάρα, καπετάνιου του δωσίλογου Εθνικού Ελληνικού Στρατού (ΕΕΣ), για τη διαδικασία στρατολόγησής του:
«Εκλήθην από τη Χαλκιδική επειγόντως εις Θεσσαλονίκη από τα γραφεία της ΠΑΟ, 24 Ιουλίου [1944]. [Στις] 25 παρουσιάζομαι με τον μακαρίτη Δασκαλάκη, αξιωματικόν του πυροβολικού, εις Γενική Διοίκηση, εις τον επιτελάρχη του Γ΄ Σώματος Στρατού Χρυσοχόου και μου λέγει: Καπετάνιε αρκετά ξεκουράστηκες, αύριον με ομάδα αξιωματικών φεύγεις διά Ζαρκαδόπετρα Κοζάνης, θα βρείτε εκεί τον Παπαβασιλείου με τον Μιχάλαγα και σεβαστή δύναμη οπλίτας και με μυαλό να δράσετε. Μας δίνει και χρήματα από 1.000.000 δρχ. [...] Το πρώτο αμάξι ξεκινάει, είχε μέσα αξιωματικούς και έναν ενωματάρχη, και ένα χωροφύλακα και 30 όπλα επάνω εις την ταράτσα» (Ιωάννης Κολιόπουλος, «Λεηλασία φρονημάτων», τ. Α', Αθήνα 1995, σ. 291).
Βεβαίως, ο Χρυσοχόου δεν ήταν πλέον επιτελάρχης του Γ' Σ.Σ., αλλά φρούραρχος Θεσσαλονίκης (Καλογρηάς 2012, σ. 177).
Οπως πληροφορούμαστε δε από τα απομνημονεύματα του τελευταίου διοικητή τους, «οι οπλίτες του ΕΕΣ φορούσαν περιβραχιόνιο άσπρο με αγκυλωτό σταυρό και τη σφραγίδα του γερμανικού φρουραρχείου Κοζάνης για να ξεχωρίζουν» (Τάσος Μουμτζής, «Σκόρπιες αντίκες», Θεσ/νίκη 1976, σ. 67).
Στην αγκαλιά της Ιντέλιτζενς
Ενα επιχείρημα που επικαλούνται οι υπερασπιστές του Χρυσοχόου προκειμένου να αποσείσουν τις κατηγορίες για δωσιλογισμό είναι η συνεργασία του με το κατασκοπευτικό δίκτυο «Ζευς» που έδρασε στη Θεσσαλονίκη από τον Αύγουστο του 1942 μέχρι την απελευθέρωση.
Πρόκειται για δίκτυο που υπαγόταν όχι στη SOE ή τη Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή, αλλά απευθείας στην Ιντέλιτζενς Σέρβις, γνωστή τότε με τον παραπλανητικό κωδικό ISLD.
Συγκέντρωνε δε πληροφορίες όχι μόνο στρατιωτικού αλλά και καθαρά πολιτικού περιεχομένου, με βάση συγκεκριμένα ερωτηματολόγια που του υπέβαλε το κλιμάκιο της ISLD στη Σμύρνη (Βασίλης Γούναρης, «Οργάνωσις Ζευς», στο συλλογικό «Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912», Θεσ/νίκη 1986, σ. 229-36).
Στις μεταπολεμικές εκθέσεις του επικεφαλής του δικτύου προς το υπουργείο Αμυνας, ο Χρυσοχόου εμφανίζεται ως στέλεχός του (ΔΙΣ, ό.π., τ. 7ος, σ. 150 & 271).
Ενδιαφέρουσα είναι ωστόσο η ειδίκευσή του: «Τομεύς πληροφοριών Ηπείρου - Αλβανίας - Σερβίας - Βουλγαρίας» – εκτός, δηλαδή, εδαφικής επικράτειας της υπηρεσιακής δικαιοδοσίας του!
Σύγχρονο με τα γεγονότα είναι ένα έγγραφο από το αρχείο της οργάνωσης που μνημονεύεται στην έκθεση του ΚΙΘ, εξοργίζοντας τους υπερασπιστές του στρατηγού: η άρνηση της κυβέρνησης Παπανδρέου (3/10/1944) να εγκρίνει τον διορισμό του Χρυσοχόου από την κυβέρνηση Ράλλη (2/9/1944) και τους Γερμανούς (21/9/1944) ως γενικού διοικητή Μακεδονίας.
Διορισμό που αυτός αποδέχθηκε τελικά (7/10/1944) και, όπως πιστοποιούν τα γερμανικά αρχεία, εντασσόταν στα σχέδια της Βέρμαχτ για πρόκληση γενικευμένης αιματοχυσίας κατά την αποχώρησή της.
Ο ίδιος ο Χρυσοχόου είχε άλλωστε καταστρώσει το δικό του σχέδιο επ’ αυτού – και στα τέλη Ιουλίου 1944 το γνωστοποίησε τόσο στην κυβέρνηση Ράλλη όσο και στην κυβέρνηση Παπανδρέου, με σχεδόν πανομοιότυπες εκθέσεις που σώζονται στο Αρχείο Φίλιππου Δραγούμη (φ. 62, έγγρ. 105 & 106).
«Η εκδηλωθείσα πλέον εμφανώς κομμουνιστική κατεύθυνσις του ανταρτικού αγώνος του ΕΑΜ», υποστηρίζει, «εδημιούργησεν ήδη σαφή εντύπωσιν εις σύμπαντα τον εθνικόφρονα λαόν περί του επικρεμαμένου σοβαροτάτου εθνικού κινδύνου. Απόρροια τούτου υπήρξεν η υπό του λαού λήψις σαφούς θέσεως εν τω εσωτερικώ ζητήματι, προ του οποίου παν έτερον ζήτημα παραμερίζεται. [...] Προβάλλει επιτακτική η ανάγκη γενικής περισυλλογής των εθνικών δυνάμεων και μέσων ανασυγκροτήσεως αυτών», τα οποία πρέπει να παράσχουν κατά δύναμη, τόσο «η κυβέρνησις των Αθηνών» όσο και «το εξωτερικόν»· για προφανείς λόγους, η δεύτερη σύσταση απευθύνεται πάντως μόνο στο Κάιρο, που καλείται να συμβάλει με «αρρωγήν εις μέσα και χρήμα δι’ αποστολών ή ρίψεων».
Το ενιαίο αντικομμουνιστικό μέτωπο θα συγκροτούνταν από τη Χωροφυλακή, τους αξιωματικούς, τις «υπάρχουσες [αντιΕΑΜικές] οργανώσεις» και κάθε λογής ταγματασφαλίτες, με μόνη εξαίρεση το σώμα του Πούλου.
«Αι εξωπλισμέναι υπό των αρχών κατοχής ομάδες να πλαισιωθώσι καταλλήλως και κατά το δυνατόν υπό αξιωματικών και να ενισχυθώσιν εις οικονομικά μέσα», συμβουλεύει τον Ράλλη, ενώ από το Κάιρο απαιτεί πρωτίστως πολιτική κάλυψη:
«Ο προσεταιρισμός των υπό των Αρχών Κατοχής εξωπλισμένων ομάδων και η πλαισίωσις αυτών υπό Αξιωματικών, ώστε να καταστώσιν αύται υποχείριοι της ενιαίας κατευθύνσεως, επιβάλλεται όπως τύχη της εγκρίσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Η έγκρισις αύτη θα προσδώση ηθικήν ισχύν εις την όλην ενέργειαν και θα διαλύση πάσαν αμφιβολίαν και των πλέον διστακτικών, ώστε να εκλείψη η εξ αμφιβολίας αδράνεια, ήτις τόσον εζημίωσε κατά το παρελθόν το εθνικόν συμφέρον».

Εμφυλιοπολεμική «διαφώτιση»

Η αξιοποίηση από την εμφυλιοπολεμική προπαγάνδα και η επιβράβευση επί χούνταςΗ αξιοποίηση από την εμφυλιοπολεμική προπαγάνδα και η επιβράβευση επί χούντας | 
Η σαρωτική προέλαση του ΕΛΑΣ κι η απροθυμία των Βρετανών για πρόωρη μετωπική αναμέτρηση μαζί του αχρήστευσαν πλήρως αυτά τα σχέδια.
Ο Χρυσοχόου παραδόθηκε στο ΕΑΜ (27/10/1944) και κατά τα Δεκεμβριανά μεταφέρθηκε ως όμηρος στην Αριδαία, τελικά όμως την έβγαλε μάλλον φτηνά για τα δεδομένα της εποχής.
Ακόμη καλύτερη μεταχείριση του επιφύλαξε το μεταβαρκιζιανό κράτοςαπαλλάχθηκε με βούλευμα από την κατηγορία του δωσιλογισμού (16/3/1946) και στη διάρκεια του εμφυλίου ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία ως προπαγανδιστής.
Το 1948 πραγματοποιεί ραδιοφωνικές ομιλίες με τίτλο «Το ΚΚΕ εις την υπηρεσίαν των εχθρών της πατρίδος» και το 1949 εκδίδει το πρώτο από τα επτά βιβλία του της σειράς «Η Κατοχή εν Μακεδονία», με θέμα «Η δράσις του ΚΚΕ» και περιεχόμενο την κατασυκοφάντηση των αγωνιστών της Αντίστασης.
Τα έξοδα κάλυψε η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών του κατοχικού συνεργάτη του, Στίλπωνα Κυριακίδη, με το σκεπτικό πως οι «αποκαλύψεις» του «θέλουσι συντελέσει εις την διαφώτισιν του Ελληνικού λαού επί της πραγματικής δράσεως του κομμουνισμού κατά την περίοδον της κατοχής» και «την ανάνηψιν των εισέτι πλανωμένων» (σ. 5-6).
Ακολούθησαν τέσσερις τόμοι για τη βουλγαρική προπαγάνδα (1950-1952) κι ένας για την «ιταλορουμανική» (1951), με οφθαλμοφανή σκοπό –όπως επισημαίνει ο Παπαθανασίου– «ν’ απαλείψη τας δυσμενείς δι’ αυτόν εντυπώσεις του Ελληνικού λαού εκ της συνεργασίας του μετά των κατακτητών» (ό.π., σ. 785).
Το τελευταίο πόνημά του, με τίτλο «Οι Γερμανοί εν Μακεδονία» (1962), προκάλεσε ωστόσο την οργή των παλιών συνεργατών του, που «επέτυχον την μη κυκλοφορίαν αυτού».

Μέρτεν, ο παρεξηγημένος

Ο Αθανάσιος Χρυσοχόου καταθέτει στη δίκη του Μέρτεν (17/2/1959). Οι εντυπώσεις των εφημερίδων της επομένης από την κατάθεσή του υπήρξαν λίγο πολύ ταυτόσημεςΟ Αθανάσιος Χρυσοχόου καταθέτει στη δίκη του Μέρτεν (17/2/1959). Οι εντυπώσεις των εφημερίδων της επομένης από την κατάθεσή του υπήρξαν λίγο πολύ ταυτόσημες | 
Κύκνειο άσμα του Χρυσοχόου, οκτώ χρόνια πριν από τον θάνατό του, υπήρξε η κατάθεσή του ως «μάρτυρα κατηγορίας» στην πολύκροτη δίκη του Γερμανού εγκληματία πολέμου Μαξ Μέρτεν (17/2/1959).
Ολες ανεξαίρετα οι εφημερίδες αποτύπωσαν στους τίτλους τους την απροσδόκητη συνηγορία του υπέρ του κατηγορουμένου«Ο κ. Χρυσοχόου καταθέτει υπέρ του Μέρτεν» («Μακεδονία»)· «Η κατάθεσις του στρατηγού Χρυχοχόου ελαφρυντική διά τον κατηγορούμενον» («Καθημερινή»)· «Ελλην στρατηγός μεταβάλλεται σε υπερασπιστήν του Μαξ Μέρτεν» («Αυγή»)· «Ο στρατηγός κ. Χρυσοχόου καταθέτει ότι ο Μέρτεν ήτο ξένος προς τους διωγμούς των Ισραηλιτών» («Εθνικός Κήρυξ»)· «Αι αντιφάσεις του κ. Χρυσοχόου διά τον Μαξ Μέρτεν. Φιλέλλην και κύριος...» («Εθνος»)· «Ελαφρυντικά διά τον Μέρτεν καταθέτει μάρτυς κατηγορίας» («Ελευθερία»)· «Ελλην μάρτυς λέγει ότι ο Μέρτεν ήτο επιεικής, αντιφάσκων με την πρώτη του κατάθεσιν» («Νέα»).
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν κάποιες λεπτομέρειες αυτής της συνηγορίας, όπως καταγράφηκαν στον Τύπο της επομένης:
● Για τα βασανιστικά ομαδικά καψώνια σε βάρος χιλιάδων Εβραίων στην πλατεία Ελευθερίας (10/11/1942), ο Χρυσοχόου ισχυρίστηκε «ότι δεν διετάχθησαν αλλά τα έκαμαν στρατιώται με ιδικήν των πρωτοβουλίαν» και τα σταμάτησε αυτοπροσώπως ο Μέρτεν, που εμφανιζόταν «ως σωτήρ των δοκιμαζομένων Ισραηλιτών».
● Για τον ρόλο του Μέρτεν στις κατοχικές διώξεις, υποστήριξε: «Δεν νομίζω ότι έστειλε στα στρατόπεδα, διότι δεν είχε την δύναμιν. Πολλοί πάντως τον εξυμνούν, διότι τους έδωσε εβραϊκά καταστήματα».
● Στο ενεργητικό του Μέρτεν καταλόγισε, τέλος, «την εξυγίανσιν του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης», ότι «ήνοιξε το Εθνικόν Θέατρον Θεσσαλονίκης» και κυρίως την καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου: «Ηταν γενικόν αίτημα των χριστιανών της Θεσσαλονίκης να φύγη από το κέντρον της πόλεως το νεκροταφείον [...]. Ελέχθη ότι αυτό που θέλαμε να κάνουμε το εκάναμε διά του Μέρτεν».

Μια επινοημένη «δίωξη»

Το copy paste μπορεί να οδηγήσει σε γκάφες, όπως διαπιστώνουμε από το βιογραφικό σημείωμα του Χρυσοχόου που συνέταξε το ΚΙΘ.
Το 1941, διαβάζουμε, ο τελευταίος «συνέγραψε δύο κείμενα, από τα οποία το πρώτο στρεφόταν εναντίον των βουλγαρικών βλέψεων στις βόρειες ελληνικές επαρχίες και το δεύτερο είχε ως θέμα τους Βλάχους της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου.
Τα δύο κείμενα διανεμήθηκαν, στις αρχές του 1942, μυστικά στους Ελληνες που κατοικούσαν σε συνοριακές περιοχές, γεγονός που επέφερε τις διαμαρτυρίες των Βουλγάρων και την επέμβαση των Γερμανών που δεν επέτρεψαν τη συνέχιση της διανομής τους» (σ.4).
Ως μοναδική πηγή αναφέρεται η διατριβή του Καλογρηά (σ. 160), που με τη σειρά του παραπέμπει σε δυο άλλες πηγές: τα βιβλία του ίδιου του Χρυσοχόου κι ένα άρθρο του καθηγητή Βασίλη Γούναρη, δημοσιευμένο το 2002.
Εχοντας υπόψη ότι τα δυο φυλλάδια, στους τίτλους των οποίων παραπέμπει το επίμαχο απόσπασμα, είχαν κυκλοφορήσει επισημότατα το 1942 ως εκδόσεις της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, διασταυρώσαμε τις πηγές.
Τα αποτελέσματα ήταν άκρως αποκαλυπτικά:
● Ο Καλογρηάς μιλά για «δυο διαφωτιστικά κείμενα» που «διανεμήθηκαν παράνομα στις αρχές του 1942 στους Ελληνες κατοίκους των συνοριακών περιοχών» και «φαίνεται» πως οι Γερμανοί απαγόρευσαν την περαιτέρω διανομή τους.
● Ο Χρυσοχόου διευκρινίζει πως τα βιβλιαράκια τυπώθηκαν σε 3.000 αντίτυπα το καθένα και «εν πάση μυστικότητι διενεμήθησαν δωρεάν εις τους κατοίκους των επικαίρων χωρίων της υπαίθρου» (ακριβέστερα: στους «υπερόχους επιτοπίους παράγοντας» που ασχολούνταν με την ανάσχεση των «προπαγανδών»). Ισχυρίζεται δε πως οι Γερμανοί, ύστερα από βουλγαρική απαίτηση, «διέταξαν την κατάσχεσίν των και έλαβον αυστηρά μέτρα διά την πρόληψιν επανεκδόσεων τούτων».
● Ο Γούναρης, ωστόσο, γράφει τα ακριβώς αντίθετα απ' ό,τι φέρεται να πιστοποιεί. Μολονότι, διαβάζουμε, η λογοκρισία οδήγησε το 1941 σε αναστολή έκδοσης των «Μακεδονικών» και κατασχέθηκε ένα βιβλίο του Ιωάννη Βασδραβέλλη με ενοχλητικό τίτλο («Οι Μακεδόνες εις τους υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνας 1796-1832»), «όμως, έναν μόλις χρόνο αργότερα, με επιχορήγηση της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, δημοσιεύθηκαν δυο βιβλία του ίδιου του χορηγού, του Γενικού Διοικητή Αθανασίου Χρυσοχόου». Τελεία και παύλα.
Πηγή του Γούναρη ήταν ο δημοσιευμένος απολογισμός της ΕΜΣ, που μεταπολεμικά είχε κάθε λόγο να υπερτονίζει τις τριβές της με τον κατακτητή.
Το περιεχόμενό τους επιβεβαιώνει πλήρως τα γραφόμενά του: τα δυο πονήματα του Χρυσοχόου αναφέρεται απλώς ότι «εξεδόθησαν παρά τους επικρεμάμενους διά τους διοικούντας την Εταιρείαν κινδύνους», καθώς απ’ αυτά «θίγονται επονείδιστοι σύμμαχοι των κατακτητών», δίχως την παραμικρή μνεία οποιασδήποτε επιπλοκής («Μακεδονικά», τ.2, 1953, σ.810, 830 & 841).
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger