Προσφατες Αναρτησεις

15 και 16/6/1944: Ισχυρή επίθεση Γερμανών και ταγματασφαλιτών- για να κάψουν την Καισαριανή

Από το βιβλίο του Ορέστη Μακρή "Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας"

Μ’ εφτά συντρόφους χτύπαγες αμέτρητα ζαγάρια γύρω όλη νύχτα σώριαζες των προδοτών κουφάρια! Κι η γειτονιά καρτέραγε του κάκου να 'ρθεις πίσω. Τ' αρματολίκι ταυ Υμηττού πήρε;με τη θανή σου

Του Κώστα Καλαντζή (Θεσσαλού), αφιερωμένο στον Απόλλωνα Δαυλάκο, ήρωα της Καισαριανής - Γραμματέα της ΚΟΒ.

Το 2ο σύνταγμα έχει εφοδιαστεί απ’ το Α' Σώμα πριν λίγες μέρες με 35 καινούργια αυτόματα κι αρκετά πυρομαχικά. Τα συγκέντρωσαν απ’ τη ΙΙ ταξιαρχία (δυτικών συνοικιών) που δε δεχόταν μεγάλες επιθέσεις αυτή την εποχή.
Απ’ αυτά, το ΙΙΙο τάγμα μας πήρε τα 15. Ηταν για μας γερή ενίσχυση εν όψει της μεγάλης μάχης. Αλλά καιρός είναι να ομολογήσω και μία αμαρτία μου. Το τάγμα μας, στις αναφορές του τότε προς τα ανώτερα κλιμάκια, δεν έδινε τα αληθινά στοιχεία του αριθμού των όπλων και των πυρομαχικών που διέθετε. Η τέλεια έλλειψή τους από τις 25.4,44 και για ένα εικοσαήμερο μας υποχρέωνε να κρύβουμε περίπου το 1/3 του οπλισμού μας, για να προσδίνουμε μεγαλύτερη βαρύτητα στην απαίτησή μας για νέα όπλα...

I5/6/44. Απ' τις δύο μετά τα μεσάνυχτα, όλες οι δυνάμεις του 2ου συντάγματος παίρνουν τις προκαθορισμένες θέσεις μάχης,

Το Ιο τάγμα ( Γιάννη Κυριακίδη - Μουστάκια), με 50 περίπου μαχητές, προωθείται από το Κατσιπόδι και πιάνει θέσεις για επιθετική εξόρμηση πίσω απ' το Ιο Νεκροταφείο, στη βορειοανατολική γωνία του (οδό Υμηττού - Φρύνωνος), μέχρι την τοποθεσία «Δούγκαν» και την πλατεία Γεωργίου B" κοντά στο εργοστάσιο Μαλτσίνιώτη. Έτσι είναι αναπτυγμένο στα μεσημβρινά σύνορα της Γούβας, Αντικειμενικός σκοπός του τάγματος ήταν να χτυπήσει στα πλευρά του εχθρού την κρίσιμη στιγμή της μάχης, δημιουργώντας αντιπερισπασμό για την ανακούφιση του ΙΙου τάγματος.

Το ΙΙο τάγμα του Παύλου (Σπύρου Μπούσια), με δύναμη 70 ανδρών, έχει αναπτύξει ελαφρύς ομάδες κατά μήκος της οδού Φιλολάου (παραλλήλου της λεωφόρου Υμηττού), νια να εμποδίζει και να καθυστερεί την ανάπτυξη και προώθηση των εχθρικών δυνάμεων προς Βύρωνα - Γούβα - Νέα Ελβετία.
Στο ύψος της Ανάληψης, πίσω από το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, άλλες ομάδες της Εθνικής Πολιτοφυλακής θα αποτελούν τη δεύτερη ελαστική γραμμή άμυνας του ΙΙου τάγματος. Τέλος οι κύριες δυνάμεις αυτού του τάγματος, μαζί με τις πιο πάνω ομάδες Πολιτοφυλακής, θα κρατήσουν «μέχρις εσχάτων» τον εχθρό στα σύνορα της Νέας Ελβετίας. - Ζωοδόχου Πηγής, στο ρέμα της «Γριάς» που αποτελεί φυσικό οχυρό και δύσκολα πατιέται από τον εχθρό. Είναι ανάγκη να διατηρήσουμε ελεύθερο το δρόμο υποχώρησης προς Νέα Ελβετία, των δυνάμεων του ΙΙΙου τάγματος Καισαριανής στην περίπτωση που θα χρειαστεί να σπάσει τον κλοιό και να υποχωρήσει προς τα εκεί.

Το ΙΙΙο τάγμα, με 80 άντρες. θα δεχτεί το κύριο βάρος της επίθεσης του εχθρού. Ο 1ος και ο 2ος λόχος (Κάτω και Άνω Καισαριανή) παίρνουν τις θέσεις του γενικού σχεδίου άμυνας της συνοικίας, όπως το έχω περιγράφει σε προηγούμενο κεφάλαιο. Ο καπετάνιος του τάγματος Γιάννης (Ορέστης Μακρής) με διαταγή του συντάγματος αναλαβαίνει υπεύθυνα να διευθύνει τη μάχη μέσα στην Καισαριανή.
Το τάγμα εφοδιάζεται με άφθονα πυρομαχικά. Θα δώσει τη μάχη μέσα στη συνοικία, με ελιγμούς μέσα στα σοκάκια και τις παράγκες και όποια τελικά τύχη θα έχει ο λαός της Καισαριανής. θα έχουν και οι μαχητές της διλοχίας, Η διαταγή είναι: «Οι παράγκες της Καισαριανής να γίνουν ένα καινούργιο Κάστρο του Υμηττού». Δεν πρέπει να περάσει ο εχθρός!!

Ο 3ος λόχος του ΙΙΙου τάγματος (Ζωγράφου - Κουπόνια), ενισχυμένος με τους πολιτοφύλακες, θα πρέπει επίμονα και με θάρρος να προβαίνει σε συνεχή χτυπήματα ενάντια στον εχθρό, που θα προσπαθήσει να προωθηθεί από το άλσος των Κουπονίων προς τις παράγκες της Καισαριανής. Δεν πρέπει να αφήσουν τον εχθρό να δημιουργήσει προϋποθέσεις μιας τέτοιας επίθεσης.
Την αποστολή αυτή του λόχου αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας ο Βασάλος και ο Μαραμπότας με 30 περίπου μαχητές.

Οι πολιτικές οργανώσεις όλων των συνοικιών μας έχουν κάνει καλή δουλειά στην προετοιμασία του λαού μας για μαχητική - μαζική συμμετοχή του στη μάχη. Άκουσα προσωπικά ομάδα επονιτών και κοριτσιών που μελετούσαν τρόπους, πώς θα πλησιάσουν τους απομονωμένους «τσολιάδες» ξαφνικά από πίσω, την ώρα της μάχης, για να τους αφοπλίζουν και να φτιάχνουν αμέσως καινούργιες ΕΛΑΣΙΤΙΚΕΣ ομάδες!!

Η αποφασιστικότητα, η πίστη στη νίκη και η αυτοθυσία της νεολαίας της Καισαριανής σ' αυτές τις στιγμές έφτανε στο «παράλογο», στο «απίστευτο». Ο ηρωισμός είχε χάσει πλέον την πραγματική σημασία του, γιατί είχε γίνει ένα ομαδικό - καθολικό φαινόμενο!

Ο εχθρός δεν ήρθε το πρωί. Ηθελε, φαίνεται να μας αιφνιδιάσει πάλι. Και μεις όμως, έχοντας την προηγούμενη πείρα, δε «λασκάραμε» καθόλου την ετοιμότητα μας,

Είναι 4 η ώρα το απόγευμα. Στο τάγμα έρχεται η πρώτη πληροφορία, Στα Ιλίσια (στην οδό Παπαδιαμαντοπούλου) έχουν συγκεντρωθεί ισχυρές δυνάμεις περίπου 300 γερμανοτσολιάδων με αυτοκίνητα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί. Αλλοι 300 έχουν πιάσει σε βάθος τα υψώματα του Υμηττού, από το Μοναστήρι της Καισαριανής - Γαλοπούλα - Αστέρι και νοτιότερα πάνω από τη Νέα Ελβετία. Αυτούς δεν τους έχουμε αντιληφθεί, γιατί δεν έχουν πλησιάσει προς τα πρώτα υψώματα πάνω απ' την Καισαριανή, όπως έκαναν σε προηγούμενες περιπτώσεις, Επί κεφαλής τους είναι ο Γκοτζαμάνης και ο ταγματάρχης Μπαρκάτσας που αργότερα προσχώρησε στον ΕΛΑΣ...

Και να! Ξαφνικά και με απόλυτο συγχρονισμό, εμφανίζονται με πολλά αυτοκίνητα, σ' όλο το μήκος της λεωφόρου Υμηττού απ’ το Παγκράτι ώς τον Αη Νικόλα της Κάτω Καισαριανής. Είναι περίπου 250 μπουραντάδες και παπαγιώργηδες, που αναπτύσσονται και κινούνται στις καθέτους της λεωφόρου Υμηττού προς το Βύρωνα. Άλλοι 500 περίπου γερμανοτσολιάδες, χωροφύλακες και γερμανοί των ΕΣ-ΕΣ πλησιάζουν και αναπτύσσονται γρήγορα στην περιοχή του Αη Νικόλα της Κάτω Καισαριανής, Επί κεφαλής τους είναι ο αντισυνταγματάρχης Χριστοδουλάκης.

Την ίδια στιγμή ανεβαίνουν απ’ τη λεωφόρο Ζωγράφου τα αυτοκίνητα με τους τσολιάδες από τα Ιλίσια.

Έτσι με πλήρες και καλά οργανωμένο σχέδιο, ο εχθρός πετυχαίνει μέσα σι; 15 λεπτά να αναπτύξει όλες του τις δυνάμεις και να αρχίσει την επιχείρηση,

Η μάχη έχει αρχίσει! Χαλάει ο κόσμος από το κροτάλισμα των πολυβόλων και των αραβίδων του εχθρού, που συνοδεύεται από το «ψιλό κακάρισμα» των αυτομάτων του Ιου λόχου της Καισαριανής, Πιο πέρα οι μπουραντάδες τα «βρήκαν μπαστούνια» στο Βύρωνα απ’ το ΙΙο τάγμα κι έχουν κολλήσει στις αρχές της λεωφόρου Υμηττού. Με πολύ δύσκολοι προχωρούν για να μπουν στο Βύρωνα.

Οι εχθρικές δυνάμεις στην Καισαριανή κατορθώνουν να καταλάβουν γρήγορα τις πρώτες παράγκες και τα σπίτια γύρω απ' τον Αη Νικόλα και απέναντι απ' την οδό Φορμίωνος - Φιλολάου - Μίταξά, μέχρι και την κάθετο της λεωφόρου Καισαριανής. την οδό Σμύρνης. Δημιουργούν ένα μεγάλο κύκλο (μπλοκάρισμα) στην Κάτω Καισαριανή και κρατούν σε απόσταση τι; ομάδες του 1ου λόχου μας, που έχουν υποχωρήσει κάτω από τη φοβερή πίεση και εξακολουθούν από νέες θέσεις, πάνω απ' την οδό Σμύρνης, να παρενοχλούν τον εχθρό.

Οι τσολιάδες κι οι χωροφύλακες με τους λίγους Γερμανούς των ΕΣ-ΕΣ δεν προχωρούν. Προβαίνουν σε έρευνες και συλλήψεις των πολιτών στα σπίτια τους και τους συγκεντρώνουν στο κέντρο του κύκλου. Εκεί έχουν τρεις μασκοφόρους, ο ένας ήταν ο Παναγιώταρος, που δείχνουν τους πιασμένους αγωνιστές.

Έτσι σχεδόν όλες τους οι δυνάμεις μέχρι το σούρουπο ασχολούνται με ληστείες στα σπίτια, με συλλήψεις, με ξυλοδαρμούς απάνθρωπους των πολιτών και των γυναικών.

Μόλις άρχισε να σουρουπώνει, η διοίκηση του τάγματος βάζει σε εφαρμογή επιθετικό χτύπημα από την πλατεία της Παναγϊτσας και από τα πλάγια, δηλαδή από τις παράγκες της κεντρικής Καισαριανής. Χρησιμοποιούνται οι δυνάμεις του Ιου λόχου, ενισχυμένες και με το οπλοπολυβόλο μας. Το χτύπημα είναι ξαφνικό. Βρίσκει τους τσολιάδες και τους χωροφύλακες κουρασμένους από το πολύωρο αιματηρό όργιό τους στην Κάτω Καισαριανή και τους προκαλεί σοβαρές απώλειες (γύρω στους 25 νεκρούς και τραυματίες).

Ο κλοιός του εχθρού (μπλόκο) σκορπίζει και μετατρέπεται αμέσως σε μέτωπο μάχης στη λεωφόρο Υμηττού ώς τον Αη Νικόλα και πιο πέρα ώς το άλσος. Οι συλληφθέντες μένουν ελεύθεροι και φεύγουν...
Οι μασκοφόροι κρύβονται πίσω από τους τσολιάδες. Και τότε ο Πλυτζανόπουλος, μεσ' την απόγνωσή του, τηλεφωνεί στον «πρωθυπουργό» Ράλλη: «Αν θέλεις να ξεκαθαρίσω την Καισαριανή, δώσε μου την άδεια να της βάλω φωτιά»!

Πραγματικά έχουν κατεβάσει απ’ τα αυτοκίνητά τους δύο βαρέλια με βενζίνη για να βάλουν φωτιά!

Εκεί κοντά βρίσκεται και ο διοικητής του Αστυνομικού τμήματος της Καισαριανής με τους αξιωματικούς του. Ο Ράλλης απαντάει στον Πλυτζανόπουλο: «Κάνε ό,τι θέλεις»!

Και τότε επεμβαίνει ο διοικητής του Αστυνομικού τμήματος και λέει στον Πλυτζανόπουλο: «Αυτό δε θα το κάνετε, δε θα βάλετε φωτιά»!

Σύγχρονα δίνει διαταγή σ’ έναν αστυνόμο του, μπροστά στον Πλυιζανόπουλο, να τρέξει να βρει τον επικεφαλής των μπουραντάδων, να σπεύσουν σε βοήθεια για να μην αφήσουν τους τσολιάδες να βάλουν φωτιά.
Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ο Πλυτζανόπουλος αναγκάζεται vu υποχωρήσει κι αποφασίζει να εξαπολύσει επίθεση για την κατάληψη ολόκληρης της Καισαριανής,
Την πιο πάνω στιχομυθία την πληροφορηθήκαμε την άλλη μέρα από αστυφύλακες του τμήματος... Δεν κατορθώσαμε μέχρι σήμερα να την επαληθεύσουμε..
Υπάρχει και η άποψη ότι ο διοικητής του τμήματος διέδωσε τα πιο πάνω, για να δείξει στους Καισαριανιώτες ότι ήταν ο «σωτήρας» τους...

Οι δυνάμεις του είναι αρκετές. Στο μεταξύ, παρά τα χτυπήματα του 3ου λόχου μας στου Ζωγράφου και τα Κουπόνια, ο εχθρός έχει καταλάβει τα Κουπόνια και προβαίνει σε συλλήψεις πολιτών.
Όμως και το ΕΛΑΣΙΤΙΚΟ χτύπημα ηλέκτρισε τον μουδιασμένο ώς εκείνη τη στιγμή λαό της Καισαριανής. Ξαφνικά πίσω απ’ τις γραμμές μας, μέσα στα στενά των φτωχόσπιτων, ο λαός, άντρες - γυναίκες - παιδιά, βγαίνουν στους δρόμους, τραγουδούν, καταριούνται τους δολοφόνους. Τα χωνιά δημιουργούν πανδαιμόνιο, δίνουν κουράγιο στους ΕΛΑΣΙΤΕΣ... «θάνατος στους, γερμανοφασίστες», «Λευτεριά ή θάνατος».

Ο λαός παίρνει κουράγιο από τον ΕΛΑΣ και οι ελασίτες απ’ το φουρτουνιασμένο λαό.

Εχουμε γίνει όλοι μαζί ένα σώμα. Αντιμετωπίζουμε τον ίδιο κίνδυνο από τους εγκληματίες Κανένας δε λογαριάζει τη ζωή του!! Εκείνες τις στιγμές τo σύνθημα «Λευτεριά ή θάνατος» είναι το «πιστεύω μας». Είχαμε υποφέρει τόσα πολλά στα τρία χρόνια της φασιστικής κατοχής, ώστε δε λογαριάζαμε πια το χάρο. Είχαμε ρίξει ομαδικά την «κάπα μας στην αλυγαριά», όπως λέει η λαϊκή παροιμία.

Τα παλικάρια του ΕΛΑΣ ήταν ριζωμένα βαθιά στην αγκαλιά του λαού μας. Ακόμη και οι παράγκες με το λαβύρινθο των σοκακιών τους ζωντάνεψαν και ενώθηκαν μαζί μας Ολοι μαζί είχαμε μια καρδιά, που χτυπούσε ρυθμικά «Λευτεριά ή θάνατος».

Γιο να εξουδετερώσει, λοιπόν, ο εχθρός τους 80 οπλισμένους μαχητές που βρίσκονταν μέσα σ' αυτό το ηφαίστειο, το έτοιμο να εκραγεί και να κάνει στάχτη κάθε εχθρό που θα επιχειρούσε να το παραβιάσει, υπήρχαν ΜΟΝΟ δυο τρόποι: ή να βομβαρδίσουν με αεροπλάνα και κανόνια ξεθεμελιώνοντας ολόκληρη τη συνοικία με τους κατοίκους της μαζί ή να βάλουν φωτιά και να κάψουν τη συνοικία μαζί με μας.

Αν επιχειρούσε ο εχθρός να χωθεί στα στενά σοκάκια της ηρωικής Καισαριανής, καιροφυλαχτούσε εκεί ο θάνατος από το βόλι του ταμπουριαμένου ελασίτη. Μια τέτοια επιχείρηση θα τους στοίχιζε τη μισή τους δύναμη.

Και οι μεν Γερμανοί δεν τόλμησαν να διαπράξουν το έγκλημα του εμπρησμού. Είχαν πικρή πείρα από τις άμεσες αντιδράσεις του ελληνικοί) λαού, από ένα όμοιο έγκλημα που είχαν διαπράξει, μόλις 5 μέρες πριν στο Δίστομο. Αρχισαν να φοβούνται τα αντίποινα του ΕΛΑΣ, μια κι ετοιμάζονταν να ξεκουμπιστούν από την Ελλάδα μας.

Το τόλμησαν όμως και τ' αποφάσισαν ο Πλυτζανόπουλος κι ο Ράλλης. που είχε γίνει πρωθυπουργός, με την έγκριση των εγγλέζων.

Αν τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, παρά τη θέλησή τους, οφείλεται στην αντίδραση του λαού, του ΕΛΑΣ, των τίμιων αστυνομικών του τμήματος της Καισαριανής και στην απροθυμία αυτών των ίδιων των κατώτερων αξιωματικών και των γερμανοτσολιάδων, που φοβήθηκαν να εκτελέσουν μια τέτοια αποτρόπαιη πράξη.

Η στάση των αστυνομικών του τμήματος Καισαριανής. όπως το βεβαίωσαν οι ίδιοι, ήταν μια πατριωτική πράξη, που θα τους τιμά για πάντα! Ο καισαριανιώτικος λαός δεν ξεχνά και τιμάει τους πραγματικούς πατριώτες, ανεξάρτητα utio την πολιτική τους τοποθέτηση.

Ο Πλυτζανόπουλος. λυσσασμένος απ' την καινούργια αποτυχία του, διατάσσει επίθεση των δυνάμεων του. Είναι νύχτα, περίπου 9 το βράδυ. Δημιουργούν σφήνα στην κεντρική λεωφόρο και προχωρούν προς την πλατεία της Παναγίτσας.
Τώρα μπαίνει στη μάχη και ο 2ος λόχος μας (της Άνω Καισαριανής), Ο εχθρός κάνει δυο - τρεις προσπάθειες να στραφεί αριστερά προς τις παράγκες. Δέχεται γερά χτυπήματα απ' τις ομάδες μας των δύο λόχων και έχει σοβαρές απώλειες.
Παραιτούνται απ' αυτές τις επιθέσεις και εξαπολύουν νέα πιο ισχυρή, μ' όλες τους τις δυνάμεις, στην κεντρική λεωφόρο προς τα πρώτα υψώματα του Υμηττού. Πρόθεσή τους να κόψουν την Καισαριανή στα δύο και μετά να επιτεθούν σας παράγκες,

Υστερα από 4 ώρες σκληρής μάχης μ’ ολόκληρη τη διλοχία της Καισαριανής. κατορθώνει ο Πλυτζανόπουλος να απωθήσει τις δύο ομάδες του 2ου λόχου που αμύνονται στην κεντρική λεωφόρο, παρά τα συνεχή πλευρικά χτυπήματα που δέχονται απ' τις ομάδες των δύο λόχων μας στις παράγκες, Ο Αντ. Αραμπατζής με την ομάδα του κατορθώνει να περάσει στη Νέα Ελβετία και να ενωθεί με τις δυνάμεις του ΙΙου τάγματος.

Ενώ ο Αρης Δαυλάκος (Απόλλων), Γραμματέας της ΚΟΒ, με τη δική του ομάδα αναγκάστηκε, κάτω από την πίεση του εχθρού., να υποχωρήσει πέρα από τα τελευταία σπίτια της Καισαριανής και να βρεθεί στα νταμάρια. Ηταν πλέον αδύνατο να στραφεί κι αυτή η ομάδα προς τη Νέα Ελβετία.., Όταν σε κάποια στιγμή το αποφάσισε, ήταν αργά!..

Έτσι ο εχθρός πέτυχε τον πρώτο αντικειμενικό του στόχο, ύστερα από πολύωρη μάχη. Είχε καταλάβει τη λεωφόρο σ' όλο το μήκος της από τον Αη Νικόλα ώς τα πρώτα υψώματα του Υμηττού.

Είναι 1 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Δεν έχουν κουράγιο να συνεχίσουν την κύρια ενέργεια τους ενάντια στις παράγκες. Είναι εξουθενωμένοι και εξαντλημένοι απ’ την κούραση και την αγωνία του θανάτου που τους περιμένει σε κάθε σοκάκι. Μένουν ταμπουρωμένοι στη λεωφόρο, που είχαν καταλάβει, ώς το πρωί της 16.0.44.

Όσο διαρκούσε μέσα στη νύχτα η μάχη της κεντρικής λεωφόρου στην Καισαριανή, το ΙΙο τάγμα, σε συνεργασία και με το Ιο τάγμα που είχε περάσει σε επίθεση στα πλευρά του εχθρού, στο Βύρωνα και τη Γούβα, καθήλωσαν τους μπουραντάδες. πετυχαίνοντας αντιπερισπασμό, ώστε οι 250 μπουραντάδες να μην μπορούν να απαγκιστρωθούν για να βοηθήσουν τον Πλυτζανόπουλυ στην Καισαριανή.

Στις 1 και 30' μετά τα μεσάνυχτα, όταν ο εχθρός σταμάτησε την επίθεσή του, οι δυνάμεις μας των δύο λόχων (Ιου και 2ου) περίπου 60 μαχητές (μετά την υποχώρηση του Αν. Αραμπατζή προς Νέα Ελβετία και του Απόλλωνα προς τον Υμηττό), με διαταγή του τάγματος ακολούθησαν την ταχτική της «Λούφας». δηλαδή κατέχοντας ισχυρές οχυρές θέσεις, δεν ρίχνουν πυρά σε μεμονωμένους εχθρούς. Μόνον αν ο εχθρός εξαπολύσει επίθεση ενάντια στις παράγκες. τότε από πολύ μικρή απόσταση να χτυπούν αποφασιστικά με πυκνά πυρά, για να υποχρεώνουν τον εχθρό σε υποχώρηση.

Όμως οι γέρμανοτσολιάδες ήταν ζωντανά πτώματα από την κούραση και το φόβο της νύχτας. Ήταν αδύνατο να εξαπολύσουν άλλη επίθεση. Πέρασε η νύχτα σε κατάσταση αναμονής και για τον εχθρό και για μας,

Τα ξημερώματα ακούσαμε πολύ μακριά. προς το Αστέρι (ψηλά στον Υμηττό), πυροβολισμούς και. ριπές. που είχαν κρατήσει αρκετή ώρα Δεν αργήσαμε να εξηγήσουμε τι συνέβη εκεί. Κατά τις 9 το πρωί μια κουστωδία από γερμανοτσολιάδες έσερνε στη λεωφόρο «θριαμβευτικά», τον τραυματισμένο ελασίτη Στέφανο Τσάφο της ομάδας του Απόλλωνα, Μέσα σε φωνές και βλαστήμιες έλεγαν πως εξόντωσαν όλου; τούς ελασίτες στο βουνό.

Αμέσως μετά άρχισαν την αναδίπλωση και συγκέντρωσή τους στην Κάτω Καισαριανή. Ξεκουμπίζονταν απ' τα ιερά χώματα της Καισαριανή; για άλλη μια φορά νικημένοι.

Την ίσια στιγμή οι ελασίτικες δυνάμεις ακολουθούσαν’ τον εχθρό και έπαιρναν και πάλι τις κανονικές θέσεις τους και πιο πίσω άρχισε να συγκεντρώνεται ο οργισμένος λαός της Καισαριανής στην πλατεία της Παναγίτσα; Ξαναγύρισε και ο Αραμπατζής μι; την ομάδα του.

Μας λείπει όμως ο «Απόλλων» (Άρης Δαυλάκος) με τη δική του ομάδα... Μαθαίνουμε πως είναι νεκροί κοντά στο Αστέρι, ο Απόλλων, ο Σωτήρης Βενιέρης, ο Πρόδρομος Αδραμίτογλου, ο Ανδρέας Κρυσταλάκος, ο Μενεγάκης (Καλόγερόκι) και ο Νίκος Νταλιάνης..,

Η είδηση για γο θάνατο των παλικαριών μας κυκλοφορεί σαν αστραπή... Απ' τις παράγκες. τα φτωχόσπιτα βγαίνουν όλες οι μανάδες της Καισαριανής. Θρηνούν το θάνατο των παιδιών τους.
Δεν είναι όμως κλάμα αυτό. Είναι ένα μουγκρητό θεριού που το λάβωσαν πισώπλατα. Οι κατάρες φτάνουν ώς τα μεσούρανα. Όλη η συνοικία είναι ανάστατη, έχει συγκλονιστεί απ' τη θυσία των μαχητών μας! Και ποιον να πρωτοκλάψσυν!..

Και να! Ξαφνικά από τη ρεματιά ξεκινάει μια οργισμένη διαδήλωση προς τα κάτω, στη λεωφόρο, για την πλατεία της ΙΙαναγίτσας...

Επικεφαλής είναι η Ελένη (Ασπασία Παπαθανασίου). Ο θρήνος, οι φωνές, οι κατάρες έχουν το ρυθμό χορού αρχαίας τραγωδία;!! Προκαλούν τέτοια συγκίνηση που ανασηκώνονται και ριγούν ακόμη και οι πέτρες. Πού βρέθηκαν εκείνα τα ποιήματα που απαγγέλλονται ομαδικά, όπως στα αρχαία οράματα ίου Αισχύλου: Πού βρέθηκαν αυτά τα γεμάτα πάθος τραγούδια του αγώνα; Που βρέθηκαν αυτές οι έμμετρες κατάρες κατά των φονιάδων;

Σκουπίζουν τα δάκρυα τους οι νοικοκυρές, σφίγγουν τις γροθιές τους τα παλικάρια και οι κοπέλες και με μιας φουσκώνει σαν φουρτουνιασμένο κύμα η λαοθάλασσα που κατεβαίνει προς την πλατεία Για μια ακόμη φορά η Καισαριανή βροντοφωνάζει: «Θάνατος στο φασισμό». «Δε μας φοβίζουν των γερμανών τα βόλια, ούτε των προδοτών τα άδοξα σπαθιά». «Λευτεριά ή Θάνατος».

Με μιας έκλεισαν όλα τα μαγαζιά της συνοικίας, Κηρύχθηκε γενική απεργία πένθους για τους ηρωικούς, μας νεκρούς και πραγματοποιήθηκε μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας.

Την άλλη μέρα το πρωί μια ομάδα από ελασίτες και επονίτες μαζί με τις μανάδες των νεκρών μαχητών, τους βρήκαν κοντά στο «Αστέρι» κάτω από τον Ταξιάρχη, σ' ένα ύψωμα τάκε γαζομένους κυριολεκτικά απ’ τις σφαίρες του εχθρού, πλημμυρισμένους στο αίμα. Οι θέσεις που είχαν, έδειχναν πω, είχαν δώσει σκληρή μάχη με τους εχθρούς, που τους είχαν κυκλώσει...

Επικεφαλής των τσολιάδων στα υψώματα του Υμηττού ήταν ο Κοτζαμάνης και ο Μπαρκάτσας. που αργότερα εγκατέλειψε τα «τάγματα ασφαλείας» και προσχώρησε στον ΕΛΑΣ.

Ο Απόλλων και ο Νίκος Νταλιάνης τάφηκαν στο ύψωμα οπού έπεσαν νεκροί... Οι υπόλοιποι τέσσερις τάφηκαν από τους γονείς τους στο νεκροταφείο της Καισαριανής.

Ο Στέφανος Τσάφος τραυματισμένος πιάστηκε αιχμάλωτος., Αργότερα μάθαμε τον ηρωικό θάνατο αυτού του παλικαριού. Τη στιγμή που τον «ανέκρινε» στο Γουδί Γερμανός αξιωματικός επιχείρησε ν' αρπάξει το πιστόλι τον για να τους ρίξει, αλλά πρόλαβαν οι τσολιάδες και γέμισαν το σώμα του με σφαίρες.. Μαζί με τον Τσάφο έπιασαν και το Γιώργο Πολεμαρχάκη που εκτελέστηκε στο Γουδί..

Τελείωσε μια απ’ τις πιο σκληρές κι αποφασιστικές μάχες, που έδωσε η Καισαριανή και νίκησε έναν εχθρό αποφασισμένο να την ξεθεμελιώσει, δίνοντας σαν αντάλλαγμα για τη νίκη στο βωμό τη; θυσίας τα πιο διαλεχτά της παιδιά..

Ας είναι αιώνια η μνήμη των ηρωικών νεκρών μας Σε τούτη τη μάχη οι απώλειες του ΙΙΙου τάγματος ήταν βαριές:

8 νεκροί - αξιωματικοί και μαχητές

2 αιχμάλωτοι (ο Στ. Τσάφος και ο Πολεμαρχάκης).

Απώλειες ταυ Εχθρού:

Νεκροί και τραυματίες 45.
{[['']]}

Η Σφαγή του Διστόμου: Συγκλονιστικές μαρτυρίες επιζώντων «Την βίασαν άψυχη και έσφαξαν τα τρία παιδιά της»

Στη μαρτυρική πόλη του Διστόμου διαπράχθηκε το 1944 ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα των Γερμανών, οι οποίοι τυφλωμένοι από το ναζιστικό τους πάθος, ξεκλήρισαν ολόκληρη την τοπική κοινωνία. Από το μένος τους δεν γλίτωσαν ούτε παιδιά.

Το πρωί της 10ης Ιουνίου 1944 μια γερμανική στρατιωτική φάλαγγα των Ες-Ες ξεκίνησε από τη Λιβαδειά για την Αράχοβα, με σκοπό τον εντοπισμό ανταρτών. Στο Δίστομο ενώθηκε με άλλη γερμανική ομάδα που είχε ξεκινήσει από την Άμφισσα και προχώρησαν όλοι μαζί προς το Στείρι...

Σαν δόλωμα, οι Γερμανοί είχαν δύο επιταγμένα Ελληνικά φορτηγά με άνδρες τον SS μεταμφιεσμένους σε χωρικούς, οι οποίοι προηγούνταν της φάλαγγας. Ταυτόχρονα ο 10ος και 11ος λόχος του 3ου τάγματος από την Αμφισσα κατευθυνόταν προς το Δίστομο για να συναντήσουν τον 2ο λόχο. Οι Γερμανοί δεν εντόπισαν αντάρτες. Συνάντησαν μόνο 18 παιδιά που κρύβονταν σε γύρω στάνες. Έξι από αυτά. προσπάθησαν να δραπετεύσουν κι εκτελέστηκαν.

Φτάνοντας στη θέση ΚαταβόΟρα, οι Γερμανοί δέχθηκαν επίθεση από αντάρτες του ΕΛΑΣ. Έγινε σκληρή μάχη που κράιηοε μέχρι το μεσημέρι αναγκάζοντας τους Γερμανούς σε οπισθοχώρηση. Μετά από αυτό, οι Γερμανοί επεστρεψαν στο χωριό για να εκδικηθούν.

Η ΣΦΑΓΗ

Από το μακελειό, δεν γλύτωσαν ούτε, γυναικόπαιδα σύτε ηλικιωμένοι. Με απίστευτη αγριότητα, αποκεφάλισαν ανθρώπους, εκτέλεσαν βρέφη, βίασαν γυναίκες. Από το χωριό έφυγαν μόλις νύχτωσε αλλά πριν φύγουν έκαψαν όλα τα σπίτια. Επιστρέφοντας στη βάση τους, σκότωναν όποιον συναντούσαν στο δρόμο τους.

Οι νεκροί του Δίστομου έφτασαν τους 228, εκ των οποίων οι 117 γυναίκες και 111 άντρες, ανάμεσα τους 53 παιδιά (τα 20 βρέφη|. Η μαρτυρία του απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Ελβετού Coorgc Wchrly ο οποίος έφτασε στο Δίστομο μετά από λίγες μέρες, μιλούσε για 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή αφού όπως μετέδωσε είδε πτώματα να κρέμονται ακόμα και από δέντρα περιμετρικά του δρόμου που οδηγεί στο χωριό.

Στις 24 Ιουνίου 1944, οι Γερμανοί επανήλθαν. Εκαψαν τα σπίτια και τις θημωνιές στα αλώνια του Στειρίου. Ευτυχώς δεν υπήρξαν θύματα καθώς οι κάτοικοι είχαν προλάβει να κρυφτούν σε γειτονικές δύσβατες περιοχές του χωριού.

Η πρωτοφανής θηριωδία έγινε αμέσως γνωστή μέσω του BBC στο εξωτερικό και προκάλεσε την κατακραυγή της διεθνούς κοινής γνώμης. Η Γερμανική Διοίκηση της Αθήνας επέρριψε την ευθύνη αποκλειστικά στους κατοίκους του Δίστομου. επειδή, όπως ανέφερε, δεν συμμορφώθηκαν με τις στρατιωτικές εντολές.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, το Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου κατάφερε να ανακαλύψει τον υπεύθυνο της Σφαγής. Χανς Ζάμπελ, ο οποίος είχε καταφύγει στο Παρίσι και είχε συλληφθεί. Οι γαλλικές αρχές τον παρέδωσαν στην Ελλάδα και προφυλακίστηκε.

Τον Αύγουστο του 1949 ομολόγησε την έκταση των γερμανικών θηριωδιών στο Δίστομο, λέγοντας ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, ο Ζαμπελ εκδόθηκε προσωρινά στη Δυτική Γερμανία για άλλη υπόθεση και δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα να λογοδοτήσει.

ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΤΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΠΟ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΕΠΕΖΗΙΑΝ

Αντίκρισα στο σπίτι την αδελφή μου ανάσκελα, γυμνή από τη μέση και κάτω. Το φουστάνι της ήταν γυρισμένο προς τα πάνω και σκέπαζε το σχισμένο και κομματιασμένο στήθος της, το πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο, όλο το σώμα της κατακομματιασμένο.

Μα το χειρότερο και φρικαλεότερο θέαμα ήταν, όταν από τη στάση του σώματός της κατάλαβα ότι οι Γερμανοί είχαν βιάσει το άψυχο κορμί της. Δίπλα της βρισκόταν το τεσσαρων μηνών κοριτσάκι της λογχισμένο. με σπασμένο το κεφαλάκι του, και στο στόμα του είχε τη ρώγα του στήθους της μάνας του που είχαν κόψει εκείνοι οι κανίβαλοι. Το άλλο κοριτσάκι της, η 6χρονη Ελένη, βρισκόταν στο κατώφλι του σπιτιού μέσα σε μια λίμνη αίματος με βγαλμένα τα σπλάχνα του. Το είχαν ξεκοιλιάσει με μαχαίρι. Το αγόρι της, ο 3χρονος Γιάννης, το βρήκα νεκρό στην αυλή με λιωμένο κεφάλι.

Την ημέρα της σφαγής από το πρωί κουβαλούσαμε σανό με τον πατέρα μου. Οι Γερμανοί με μια μεγάλη φάλαγγα αυτοκινήτων έφτασαν πριν το μεσημέρι, θυμάμαι πως έπιαναν το δρόμο Λιβαδειάς από λεύκες Καραστάμου (σήμερα αλευρόμυλος) ως το δικό μας σπίτι (μπροστά στο μνημείο της Δημαρχίας). Οι στρατιώτες περιφέρονταν γύρω από τα φορτηγά δίχως να χρησιμοποιούν τα όπλα τους. Ο πατέρας μου με έστειλε με την μικρότερη αδελφή μου Λουκία, εφτά χρόνων, για κρεμμύδια ο’ ένα χωράφι μας έξω από το χωρίο. Στο γυρισμό βλέπω στο φυλάκιο του λόφου Κούλια τρεις Γερμανούς φρουρούς με τα όπλα προτεταμένα Ακούω να πέφτει μια ριπή δίχως να καταλάβω καλά - καλά και αμέσως δίπλα στο χωματόδρομο που βαδίζαμε σηκώθηκε κουρνιαχτός από το ανεμοβολητό
των βλημάτων.

Φτάσαμε στο σπίτι μας και βλέπω μπαίνοντας στην αυλόπορτα να κάθονται στο μπαλκόνι ο πατέρας μου και γύρω του κατάχαμα και στα σκαλιά δέκα με δεκαπέντε γυναίκες. Σε κάποια στιγμή υστέρα από το μεσημέρι ακούσαμε πυροβολισμούς από την τοποθεσία αγία Ειρήνη προς το Στείρι όπου είχαν τραβήξει τα μπροστινά αυτοκίνητα της γερμανικής φάλαγγας. Τότε ο πατέρας μου είπε στις γυναίκες: .Φαίνεται πως έχουν πιάσει μάχη οι αντάρας με τους Γερμανούς. Δεν σηκώνεστε να πάτε στα σπίτια σας μήπως μας δουν πολλούς και μας ενοχοποιήσουν;·. Οι γυναίκες απάντησαν όλες μαζί τρομαγμένες: .Μπάρμπα Σπύρο εμείς ήρθαμε δω για να είμαστε πιο ασφαλισμένες. Δεν θέλουμε να πάμε σπίτια μας·. Και δεν το κούνησε καμιά. Μόνο η Παναγίου Σκούτα θύμωσε κι έφυγε. .Αργότερα μάθαμε πως δεν τη σκότωσαν οι Γερμανοί. Γλίτωσε.

Σε λίγο βλέπουμε ένα τζιπ με τραυματία να φεύγει προς τη Λιβαδειά. Οι Γερμανοί της σταματημένης φάλαγγας που ως εκείνη την ώρα ήταν ήσυχοι, άρχισαν να ανακατεύονται. να αγριεύουν, να δίνουν συνθήματα ο ένας στον άλλον και να κινούνται απειλητικοί. Τότε ο πατέρας μου μας προέτρεψε να κατεβούμε στο κατώι, να κλειστούμε και να περιμένουμε- Κατεβήκαμε κι αμπαρωθήκαμε. Έφταναν ουρλιαχτά, άγριες κραυγές, πυροβολισμοί από το διπλανά Καλαματέϊκα σπίτια.

Η αγωνία άρχισε να γίνεται τρόμος. Μερικές γυναίκες κρύφτηκαν πλάι στα βαρέλια, άλλες στις γωνιές στις λαδίκες.
Βάλαμε και τον πρόσθετο σύρτη μάνταλο στην πόρτα. Έπεσε μια θανατερή ησυχία. Κάποια στιγμή ακούμε στην αυλή τη φωνή, τη στριγκλιά ενός γειτονόπουλου, του Λουκά του Παπανικολάου να ζητάει βοήθεια: "Ωχ μπάρμπα Σπύρο. σώσε με!". Έκλεγε και φώναζε. Ο πατέρας μου μόλις κατεβήκαμε στο κατώι είχε βάλει τυρί και αυγά σε βαθύ πιάτο και κρασί σε. κανάτι για να τα έχει ως φίλεμα για τους Γερμανούς αν τυχόν και έρχονταν.

Μόλις άκουσε τη φωνή του Λουκά μου λέει: «Παναγούλα φέρε τα τρόφιμα». Ανοιξε την πόρτα και βλέπουμε τον Λουκά Ποπανικολάου να τρέχει κλαίγοντας και κρατώντας τον πληγωμένα του λαιμό και πίσω του ένα κοντό Γερμανό στρατιώτη με όπλο στη μασχάλη να τον κυνηγάει. Εμείς, ο πατέρας μου με το κρασί και τα ποτήρια, εγώ με τα τρόφιμα στα χέρια προχωρήσαμε στην αυλή ως τη μέση που ήταν το πηγάδι. Ο πατέρας μου σηκώνει τα χέρια φιλικά και φωνάζει για να καταπραΰνει τον Γερμανό : "γκουι μπόυ» - εννοώντας το τραυματισμένο παιδί. Ο Γερμανός όμως άγριος έκανε νόημα να μπούμε στο κατώι, γρύλισε ένα .καπούτ· και αρνήθηκε τις προσφορές μας.

Εμείς υπακούσουμε. Μόλις πατήσαμε μέσα ορθώθηκε μπροστά στην πόρτα, έφερε καταπάνω μας το όπλο και με μια συνεχόμενη ριπή άρχισε να σκορπίζει το θάνατο πυροβολώντας παντού. Τα πρώτα βλήματα πήραν κατάστηθα τον πατέρα μου που πέφτοντας και ξεψυχώντας σπάραζε: "Αχ παιδιά μου! Σωστέ με!"

Αρχισαν να πέφτουν τα σώματα των γυναικών Αλλες πάσχιζαν να χωθούν πίσω από τα βαρέλια, άλλες οε λαδίκες και γούρνες. Αφού όλα τα σώματα σωριάστηκαν το ένα πάνω στο άλλο, ο Γερμανός κατεβαίνει και κοιτάει και σκουντάει έναν - έναν γρυλίζοντας για να δει αν είναι σκοτωμένα; και ρίχνει χαριστικές βολές. 

Το κατώι είχε μια κολόνα στη μέση. Πρώτος έπεσε και σωριάστηκε σ' αυτήν ο πατέρας μου Σπύρος 67 χρονών. Ύστερα η Μαρία Λάμπρου 50 χρονών. Η Μαριέττα Φιλίππου, γύρω στα 30. Ήταν έγκυος και μαζί της σφάδαζε και το παιδί στην κοιλιά. Ο ανιψιός μου Στάθης γιος της αδερφής μου Γιοννούλας, 5 χρονών. Οι γάμπες του ήταν σχιομένες, χαραγμένες όπως σχίζουμε τις μπριζόλες και το κρέας του χυνόταν άσπρο στο χώμα. Η Δήμητρα Μαλάμου, 38 χρονών. με το γιο της Γιάννη. 8 χρονών. καθισμένη σε γσύρνα όπου βάζαμε βυτίνα λαδιού με κομμένα σαν με λεπίδα to καύκαλό της και τα μυαλά της χυμένα ατούς ώμους.

Δεν ξέρω αλλά κρατήσαμε την ανάσα μας τόσο όσο δεν αντέχει ανθρώπινος οργανισμός. Αυτός συνέχιζε να μας κλωτσάει όπως τα σφαχτά γρυλίζοντας "Εϊ - Εϊ" για να δει αν έχει μείνει κανένας ζωντανός. Μέσα σ'αυτή την αβάσταχτη νέκρα πήγε κι έβγαλε τις κάνουλες από τα βαρέλια του κρασιού. Αρχιοε με βουή και φουρφουρητό να χύνεται το κρασί. Φυσούσε το κρασί κι ο ήχος του ο φριχτός γέμισε το κατώι. Ενώθηκε το κρασί με το αίμα των σκοτωμένων και έγινε μια θάλασσα αίματος κα, κρασιού, μια πηχτή κρέμα που πάνω της έπλεαν πτώματα και σερνόμαστε μωροζώνιανοι.

Ο Γερμανός δραοκελιοε κι ανέβηκε στο πάνω σπίτι. Ακουσα ποδοβολητό και ύστερα κατέβηκε και έφυγε φαίνεται. Η μια από τις δυο αδερφάδες μου η Γεωργία βρισκόταν τραυματισμένη και καθώς κρύωναν τα τραύματα άρχισε να σκούζει. Είχε σκύψει σ' ένα καδούλι για να γλιτώσει τις ριπές και την είχε γαζώσει ο Γερμανός στον αγκώνα και στο δεξί γοφό Σηκώνομαι και με δυσκολία την βγάζω στην αυλή. Βλέπω τη φοράδα μας σκοτωμένη και μια στοίβα κλήματα λαμπαδιασμένα, να βουίζει η φωτιά, να έχει αρπάξει ο φούρνος και οι φλόγες να απειλούν το σπίτι.

Η αδερφή μου έσκουζε γιατί τα κρέατα της κρέμονταν από χέρια και γοφούς και δεν μπορούσε να κρατήσει από τους πόνους. Δεν είχα βοήθεια από κανέαν. Μου λέει: "πάρε τον κουβά και σβήσε την φωτιά να μην καεί το σπίτι". Εγώ δεκατριών χρόνων με μια ψυχραιμία που δεν μπορώ να την καταλάβω σήμερα, κατέβασα τη μηχανή από δεκαεφτά πέτρινα σκαλοπάτια σκαλί - σκαλί με το κεφάλι και τις πλάτες. Φτάνοντας στο κεφαλόσκαλό το σκυλί μας, ο Παρδάλης, ζυγώνει κλαίγοντας. Με πιάνει από to φουστάνι και με τραβάει. Φοβήθηκα μήπως με φάει γιατί ήμουν γεμάτη παγωμένα αίματα Τον έδιωχνα: "φύγε Παρδάλη!"·. Αυτός πήγε πιο πέρα, κάθισε στα πίσω πόδια και με το ένα μπροστινό μου έκανε νεύμα και με το άλλο σκούπιζε τα δάκρυα του.

Τότε η αδερφή μου, η Γεωργία λέει: "Πού είναι το κορίτσι η Λουκία μας; Πού έχει πάει η μικρή: Τρεξε. ψάξε να τη βρεις...·". Το σκυλί μπροστά κι εγώ ακολουθώντας φθάσαμε ως την αυλόπορτα. Τι να δω! Η μικρή μας η Λουκία η εφτάχρονη ανάσκελα χτυπημένη στο μάτι με μια τρύπα βαθιά κατακίτρινη ααν ιο λεμόνι. Προσπαθώ να την πάρω στην αγκαλιά μου. Δεν μπορώ να τη σηκώσω. Την πιάνω από τις πλάτες και τη σέρνω σβαρνώντας την με δυσκολία μέσα από πολλά αγκαθόχορτα. Το σκυλί την πιάνει με το στόμα του απ' το φουστάνι και με βοηθάει. Την σύραμε ως την αυλόπορτα του σπιτιού και αποκαμωμένη την άφησα εκεί. Δεν την ξαναείδα...».

Κατά τη σφαγή του Διστόμου βρισκόμουν μέσα στο χωριό, στο πατρικό μου σπίτι, μαζί με τον αδερφό μου Γιάννη, 14 χρονών, τον Λουκά Αν. Ανέστη, 11 χρονών, τη γιαγιά μου, την Ασήμω.

Οι γονείς μου έλειπαν ο στην Αθήνα όπου ο πατέρας μου είχε υποβληθεί σε εγχείρηση στομάχου. Και τα τέσσερα άτομα βρισκόμαστε στο ανατολικό δωμάτιο του σιτικού μας, απ' όπου είδαμε την ομαδική εκτέλεση ολόκληρης της οικογένειας Τοεκούρα ή Καραγτάννη, μαζί με άλλα άτομα, που βρίσκονταν εκεί γιατί ετοίμαζαν το μνημόσυνο του γιου τους Οθωνα, που είχε φονευθεί από τους Γερμανούς στον Καρακόλιθο τον Απρίλιο του 1944.

Τότε η μακαρίτισσα η γιαγιά μας, μας πήρε και μας έβαλε κάτω από το εικόνισμα του σπιτιού μας και γονατισμένοι κάναμε το σταυρό μας για να σωθούμε. Ξαφνικά χτύπησε η πόρτα και ανοίγοντας βλέπω δυο Γερμανούς με προτεταμένα τα αυτόματα να μας λένε να βγούμε έξω. Βγήκαμε από μπαλκόνι και κατεβήκαμε στην αυλή όπου μας ανέμεναν άλλοι τρεις Γερμανοί.

Τότε μας σπρώχνουν όλους μπροστά στο φούρνο της αυλής μας. Η γιαγιά κατάλαβε ότι θα μας σκοτώνανε και μας τράβηξε προς το πλυσταριό. όπου βρισκόταν και το αποχωρητήριο. Ο καμπινές ήταν μια απλή γσύρνα με δυό χοντρά ξύλα για να πατάμε.
Γρήγορα η γιαγιά μου κάθεται στο μέρος και προσποιούμενη τη φυσική της ανάγκη με άρπαξε από το χέρι και με έβαλε μέσα στη γούρνα καλύπτοντας το εξέχον κεφάλι με το σώμα της. Αυτό και με έσωοε!

Συγχρόνως ο αδερφός μου έτρεξε και μπήκε στο κατώι και κρύφτηκε κάτω από τα βαρέλια. Τον είδαν οι Γερμανοί, έτρεξαν κοντά του και τον φόνευσαν όπως ήταν κρυμμένος.
Ο συνομήλικός μου Λουκάς Αν. Ανέσιης, 11 χρονών, που οι γονείς του έλειπαν στον κάμπο, ακολούθησε και αυτός την γιαγιά μου και πριν εισέλθει στο πλυσταριό δέχθηκε ριπή στο λαιμό που του έκοψε το κεφάλι. .Αμέσως ο ναζιστής στρατιώτης στάθηκε στην είσοδο του πλυσταριού και πυροβόλησε εμένα και τη γιαγιά μου. Όλες τις σφαίρες ας εδέχθη το σώμα της γιαγιάς μου και το χοντρά ξύλο που πατούσε.

Εγώ τραυματίστηκα ελαφρώς στο χέρι, όχι από τη ριπή, αλλά από τη σφαίρα της χαριστικής βολής. Ευτυχώς που δεν μίλησα για να με ακούσουν και έμεινα σ' αυτή τη θέση μέχρις που έφυγαν. Τότε εξήλθα και άρχισα να τρέχω μέσα στους δρόμους του χωρίο βλέποντας παντού νεκρούς.

Ακουσα παντού φωνές και κλάματα και είδα κόσμο πολύ να φεύγει τρέχονιας Τους ακολούθηοα και διανυκτερεύσαμε στα βουνά. Παρέμεινα εκεί έως ότου ήλθε ο Ερυθρός Σταυρός και μάζεψε τα επιζήσαντα παιδιά και μας πήγε σε διάφορα ορφανοτροφεία. Εγώ πήγα στην Κηφισιά. Την γιαγιά μου την έθαψαν την άλλη μέρα της σφαγής, στο Στείρι. Τον αδερφό μου τον βρήκαν μετά από 5 μέρες στο κατώι κάτω από τα βαρέλια και τον έθαψαν μπροστά στο Ιερό της εκκλησίας.


Κατά της 10 το πρωί στις 10 Ιουνίου 1944 μέρα Σάββατο, κατέβηκα από το πατρικό μου και πήγα στο καφενείο του Μαράλιου.
Καθόμουνα με δυο - τρεις άλλους. Περνάει από κει το μικρό ανιψάκι μου. ο Γιάννης της αδερφής μου Φρόσως Σταθά, το γόνος Περγαντά. Το φώναξα και του έδωσα μια ρουφηξιά ούζο. Ύστερα έφυγε να παίξει. Σε λίγα ακούμε φωνή τρομαγμένη ."έρχονται οι Γερμανοί". Πεταχτήκαμε και μέσα από το στενό του Μάριου προς τα Μεσινά ανέβηκα στου Καρσνά το ρέμα, προς τα λακκώματα. Εκεί έμεινα και είχα στραμμένη την προσοχή μου στο χωριό με αγωνία. Είδα (...), ώσπου όταν βασίλεψε ο ήλιος κι έπαιρνε να νυχτώσει οι γερμανικές φάλαγγες τράβηξαν για τη Λιβαδειά.

Τότε κατεβαίνω κι εγώ προς ιο χωριό. Φτάνω οε απόσταση διακόσια μέτρα από τα πρώτα σπίτια. Το σπίτι της αδερφής μου Φρόσως ήταν στην άκρη. Ακούω μια γυναικεία φωνή να σκούζει, να οδύρεται, να θρηνολογεί. Ήταν η μόνα μου. Φτάνω τρέχοντας και τι να δω! Την αδερφή μου κομματιασμένη, βιασμένη, καιακρεουργημένη. Κατασκισμένα ρούχα και σάρκες είχαν γίνει ένα. Το αίμα έτρεχε από τα σκέλια της. Τα βυζιά της κατασφαγμένα, φέτες. Το πρόσωπό της παραμορφωμένο και σ' όλο το σώμα σημάδια άγριας πάλης. Δίπλα της σε μια χούντα το μικρό κορίτσι της τη Ζωή. εφτά μηνών. το είχαν ξεκοιλιάσει, του είχαν κόψει το λαιμό και κρέμονταν τα λαρύγγια του στο στήθος μπλεγμένα με τα βγαλμένα έντερα.

Το αγόρι της, αυτό που το πρωί του έδωσα λίγο ούζο στο καφενείο, έτρεξε να κρυφτεί στο διπλανό σπίτι του Νιαγιαλή. Οι εγκληματίες το κυνήγησαν και το εκτέλεσαν τινάζοντας του τα μυαλά στον αέρα κάτω από τη σκάλα Και το άλλο κορίτσι της ίδιας αδερφής μου, την Ελένη, εφτά χρονών, το έσφαξαν κι αυτό. Την επομένη το πρωί τους θάψαμε όλους σε ομαδικό τάφο μπροστά στην αυλή του σπιτιού τους..

Πηγή: Kontranews
{[['']]}

Από την ΠΑΟ που εξόπλισαν οι Γερμανοί, στο σκαμνί για τη δολοφονία Λαμπράκη


Τα "αναίσχυντα ψεύδη" της κυβέρνησης στη "Μακεδονία της 25ης Μαΐου 1963

Επιμέλεια: Βασιλική Λάζου, Διδάκτορας Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου

Η κυβέρνηση της ΕΡΕ «θορυβηθείσα από τον σάλο τον οποίο δημιούργησε στην κοινή γνώμη η επίθεση κατά του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγορίου Λαμπράκη» εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία ισχυρίζεται «αναισχύντος», όπως σημείωνε η εφημερίδα «Μακεδονία» στις 25 Μαΐου 1953, τρεις ημέρες μετά τη δολοφονική απόπειρα κατά του Λαμπράκη, ότι δεν υπάρχουν παρακρατικές οργανώσεις στην Ελλάδα.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά επέρριπτε ευθύνες για το «ατυχές», όπως το χαρακτήριζε, γεγονός στην Ενωση Κέντρου, η οποία μαζί με την άκρα Αριστερά (προφανώς την ΕΔΑ) δημιουργούσαν κλίμα ανωμαλίας και ανασφάλειας.

Η πλήρης αυτή διαστρέβλωση της πραγματικότητας αποδίδεται στο κείμενο της κυβερνητικής ανακοίνωσης, χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το οποίο παρουσιάζονται στην αρχική φωτογραφία.

Από της επομένης των εκλογών η Ενωσις Κέντρου αγωνίζεται να δημιουργήση κλίμα ανωμαλίας και αβεβαιότητος εις τον τόπον. Πιστεύει ότι συγκαλύπτει ούτω την αποτυχίαν της και προς τούτο από της πρώτης στιγμής, συνεπικουρούμενη από την άκραν αριστεράν χρησιμοποιεί το ψεύδος και την συκοφαντίαν διά να παροτρύνη τον λαόν εις αναρχικός εκδηλώσεις. Εκμεταλλευόμενη ήδη κατά τρόπον ανίερον το θλιβερόν περιστατικόν της Θεσσαλονίκης....

[...] Η ηγεσία της Ενώσεως Κέντρου τελεί υπό ψευδαίσθησιν ότι ο έξαλλος φανατισμός και η μέχρι γελοιότητος υπερβολή θα την οδηγήση εις την εξουσίαν και εμφανίζεται πιστεύουσα ότι το πεζοδρόμιον, όπως κάποτε κατά το παρελθόν, θα δυνηθή να διαδραματίση και τώρα τον αυτόν ρόλον.

[...] Διά την επιτυχίαν του σκοπού τούτου [η Ενωση Κέντρου] αγωνίζεται και τώρα να υποστήριξή ότι η χώρα τρομοκρατείται. Προσποιείται ότι λησμονεί την ασυδοσίαν, της οποίας απολαύουν ο αρχηγός και το κόμμα της Ενώσεως Κέντρου, το οποίον χωρίς φραγμόν υβρίζει και συκοφαντεί και κατέρχεται εις το πεζοδρόμιον, ακόμη και κατά παράβασιν του συντάγματος και των νόμων. Διά να καταστήσει τα περί τρομοκρατίας συκοφαντίας της περισσότερον εντυπωσιακός, η Ενωσις Κέντρου εδήλωσεν ότι δρώσι παρακρατικαί οργανώσεις και εις το σημείον αυτό η Ενωσις Κέντρου ψεύδεται, εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών της. 

Η κυβέρνησις της ΕΡΕ στηριζομένη εις πλειοψηφίαν του ελληνικού λαού κυβερνά την χώραν κατά το σύνταγμα και διά την επιβολήν του κράτους του νόμου βασίζεται αποκλειστικούς εις την υπηρεσίαν των οργάνων του κράτους
Προκαλείται η Ενωσις Κέντρου να κατονομάση μίαν οιανδήποτε παρακρατικήν οργάνωσιν έχουσαν οιανδήποτε σχέσιν με την κυβέρνησιν και το κράτος. Εάν υπάρξη συγκεκριμένη καταγγελία, η κυβέρνησις θα πέμψη αμέσως την υπόθεσιν εις την δικαιοσύνην διά να τιμωρηθούν οι ένοχοι, αν υπάρχουν

Εάν δεν υπάρξη συγκεκριμένη καταγγελία, η συκοφαντία θα πρέπει να στηλιτευθή. Δεν είναι, όμως, επιτετραμμένον να δηλητηριάζεται ο τόπος με τοιαύτας αορίστους καταγγελίας αι οποίοι χρησιμοποιούνται από τούδε διά να παρασκευασθή η αναβολή των επόμενων εκλογών

Στην ίδια γραμμή ο υπουργός Εσωτερικών Γεώργιος Ράλλης δήλωνε ότι: «Η κυβέρνησις προειδοποιεί ότι δεν είναι διατεθειμένη να δεχθή την παρ’ οιουδήποτε εκμετάλλευσιν του λίαν ατυχούς γεγονότος και την εξ αφορμής τούτου δι' αλλότριους σκοπούς προσπάθειαν διασαλεύσεως της δημοσίας τάξεως και θα λάβη, εις την περίπτωσιν ταύτην, πάντα τα επιβαλλόμενα μέτρα διά την περιφρούρηση της ησυχίας του ελληνικού λαού»

«Ενα ενθύμισν για τα γηρατειά». Ο τελευταίος χαιρετισμός

Μια τραγική ειρωνεία -καθώς ο βουλευτής δεν επρόκειτο να φτάσει στα γηρατειά- περιλαμβάνεται στην πρώτη σελίδα από το ημερολόγιο του Γρηγόρη Λαμπράκη.


Γράφω τα σπουδαιότερα της ζωής μου γεγονότα, άτινα έσχον αμέσως ή εμμέσως επίδραση επί της ζωής και του χαρακτήρος μου. Χαρισμένο σκ γηρατεία μου για ενθύμιον 

Η πρώτη σελίδα από το χειρόγραφο του λόγου που θ< εκφωνούσε ο Λαμπράκης στη συγκέντρωση για τη διεθνή ύφεση και την ειρήνη στην αίθουσα του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος στις 22 Μαΐου 1963.

Κύριοι της Επιτροπής Θεσ/νίκης για τη Διεθνή Υφεσι και την Ειρήνη. Αγαπητοί μου Θεσσαλονικείς, φίλοι της Ειρήνης. Σας φέρω θερμό, εγκάρδιο, αγωνιστικό, ειρηνιστικό χαιρετισμό της Κεντρικής Επιτροπής για την Διεθνή Υφεσι και την Ειρήνη. Ευχαριστούμε πολύ την Επιτροπή Ειρήνης Θεσνίκης για την τιμή που μας έκαμε να μας καλέση να ομιλήσουμε στην αποψινή συγκέντρωσι για τον Αφοπλισμό και την Ειρήνη. Αλλά παρακαλώ να μου επιτρέψετε να συγχαρώ την Επιτροπή για την ωραία αυτή ειρηνιστική της εκδήλωσι.

Μήτσου: Από την ΠΑΟ επικεφαλής της ασφάλειας του βασιλιά Παύλου 

Οι τρεις καριέρες του Κων. Μήτσου: αξιωματικός το 1939, αρχηγός Βάλτου του Αιτωλοακαρνανίας στην Κατοχή και επιθεωρητής Χωροφυλακής στη Μακεδονία

«....Οι αριστεροί δεν με συγχώρησαν ποτέ, καθώς απ’ όπου πέρασαν τα δικά μου χέρια οι σπόροι του κομμουνισμού σάπισαν»,  υποστήριξε στην απολογία του ενώπιον του Μεικτού Ορκωτού Κακουργιοδικείου Θεσσαλονίκης στις 13 Δεκεμβρίου 1966 ο Κωνσταντίνος Μήτσου.
Ο υποστράτηγος, γενικός επιθεωρητής της Β' Επιθεωρήσεως Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής παραπέμφθηκε για παράβαση καθήκοντος μαζί με άλλους πέντε ανώτερους αξιωματικούς της Χωροφυλακής για την υπόθεση της δολοφονίας Λαμπράκη.
Είχε ήδη διανύσει μακρά πορεία 20 χρόνων στην υπηρεσία του αντικομμουνισμού και της «εθνικοφροσύνης», ιδέες που θα συνέχιζε να υπηρετεί έως το τέλος της ζωής του.

Γεννημένος το 1909 στο Χαλκιόπουλο στην περιοχή του Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, εισάχθηκε ύστερα από εξετάσεις στη Σχολή Υπαξιωματικών της Χωροφυλακής το 1932.
Τα επόμενα χρόνια ως αποσπασματάρχης διακρίθηκε κατά την καταπολέμηση ληστών στα Γρεβενά και στη Χαλκιδική.
Η Κατοχή τον βρήκε να υπηρετεί στη Μακεδονία, όπου μεσούσης της ξενικής κατάκτησης προάχθηκε στον βαθμό του υπομοίραρχου. Τον Μάρτιο του 1943 παρόλο που συνελήφθη με την κατηγορία της οπλοκατοχής από τους Γερμανούς στο Πολύκαστρο Κιλκίς αφέθηκε ελεύθερος.

Στη δύσκολη εθνοτικά περιοχή της Δυτ. Μακεδονίας λόγω της συνύπαρξης διάφορων εθνοτικών ομάδων (ελληνόφωνων, σλαβόφωνων και Βλάχων ντόπιων, ελληνόφωνων και τουρκόφωνων προσφύγων) Γερμανοί και Ιταλοί κατόρθωσαν να εκμεταλλευτούν τις ενδοελληνικές διαιρέσεις, εξοπλίζοντας διάφορες ομάδες οι οποίες με το πρόσχημα του αντικομμουνισμού δρούσαν κατά του ΕΑΜ.

Μάλιστα, όπως επισήμαιναν και οι Βρετανοί, κάθε ενέργεια εναντίον τους επέφερε βαρύτατα αντίποινα από τις δυνάμεις Κατοχής.
Στην κεντρική Μακεδονία, στους νομούς Κιλκίς, Σερρών και Χαλκιδικής, τέτοιου τύπου μονάδες, αρθρωμένες γύρω από οπλαρχηγούς (καπετάνιους) έκαναν την εμφάνισή τους τον Ιούνιο 1943.

Σημαντικός ήταν ο ρόλος του Μήτσου, ο οποίος ως διοικητής του τμήματος Χωροφυλακής Δοϊράνης σχημάτισε «εθνικές ανταρτικές ομάδες» από χωροφύλακες των γύρω περιοχών και οπλαρχηγούς (Αβραμίδης, Λαζίκ, Γαβριηλίδης, Κελλίδης).

Οι ομάδες αυτές επ' ονόματι της ΠΑΟ (Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις) εξοπλίστηκαν από τους Γερμανούς και συγκρούστηκαν με τον ΕΛΑΣ στις ορεινές περιοχές Μπέλλες - Κρουσίων.
Οταν η ΠΑΟ διαλύθηκε από τον ΕΛΑΣ τον Ιανουάριο του 1944, ο Μήτσου διέφυγε προς τη νότια Ελλάδα, όπου εντάχθηκε στις ομάδες του ΕΔΕΣ του Ζέρβα.

Τη σκυτάλη στην περιοχή ανέλαβαν άλλοι «καπετάνιοι», όπως ο ταγματάρχης Σπ. Σπυρίδης, ο οποίος προχώρησε σε ανοιχτή συνεργασία με τη Βέρμαχτ, και ο Κώστας Παπαδόπουλος στο Κιλκίς, ο οποίος παρά την παραπομπή του σε Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων και τα αποδεικτικά στοιχεία για στενές σχέσεις με τους Γερμανούς που προσκόμισαν οι ίδιοι οι συμπολεμιστές του στην ΠΑΟ (ανάμεσά τους και ο Μήτσου) εκλέχθηκε βουλευτής Κοζάνης του Λαϊκού Κόμματος και κατόπιν του Κιλκίς με τον Συναργερμό και την ΕΡΕ.

Ο Μήτσου δεν είχε ιδιαίτερη δράση στον Εμφύλιο. Τον Σεπτέμβριο του 1946 ως μοίραρχος τοποθετήθηκε επικεφαλής πέντε διμοιριών της Χωροφυλακής, οι οποίες έδρασαν εναντίον των πρώτων ομάδων του ΔΣΕ στον Ολυμπο.
Από τον Νοέμβριο του 1946 και έως τον Οκτώβριο του 1949 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Ασφαλείας Υψηλών Προσώπων, ως επικεφαλής της ασφάλειας του διαδόχου και στη συνέχεια του βασιλιά Παύλου. 
Τον Μάρτιο του 1949 προάχθηκε στον βαθμό του ταγματάρχη. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου διετέλεσε διοικητής Χωροφυλακής στους νομούς Μαγνησίας, Σερρών, όπου γνωρίστηκε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, και Κρήτης έως το 1961, όταν ανέλαβε τη διοίκηση της Διευθύνσεως Αστυνομίας Θεσσαλονίκης.
Η δολοφονία του Λαμπράκη τον βρήκε στη θέση του γενικού επιθεωρητή Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος. Αν και αποστρατεύτηκε το 1964 και παραπέμφθηκε σε δίκη το 1966 με την κατηγορία της παράβασης καθήκοντος, ο Μήτσου, όπως και οι υπόλοιποι αξιωματικοί της Χωροφυλακής, κηρύχθηκε αθώος παμψηφεί.

Η αποστρατεία του ανακλήθηκε από τον δικτάτορα Παπαδόπουλο το 1969 και στον Μήτσου απονεμήθηκε αναδρομικά ο βαθμός του αντιστράτηγου.
Μετά τη μεταπολίτευση δραστηριοποιήθηκε πολιτικά στο κόμμα Εθνική Παράταξις και στην οργάνωση Ελληνική Αμνηστία, η οποία είχε στόχο την αποφυλάκιση των χουντικών αξιωματικών. Σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα το 1985.

Ευθύμιος Καμουτσής κατά την περίοδο της Κατοχής είχε αμφιλεγόμενη δράση,καθώς υπηρετώντας στη Μακεδονία ως υπομοίραρχος συμμετείχε στην οργάνωση ΠΑΟ  η οποία δέχτηκε επιθέσεις από τον ΕΛΑΣ, οπλίστηκε από τους Γερμανούς και κατηγορήθηκε ως δωσιλογική. Είχε ανάμειξη ως διοικητής Χωροφυλακής Καλαμαριάς -Νέας Κρήνης στη διερεύνηση της δολοφονίας του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ, η οποία κατέληξε στην ενοχοποίηση του Γρηγόρη Στακτόπουλου



ΤΕΛΟΣ

{[['']]}

Μια δίκη αντάξια του κράτους των παρακρατικών

Ο Εμμανουηλίδης απολογείται μπροστά στους ενόρκους (Βύρων Αντωνιάδης, Θ. Αργυρίου, Μαρία Αρτακιανού, Ιωάννης Αστερίου, Μαρία Βαλαγεώργη, Αχιλλέας Γραικός, Αλίκη Καρύδα, Νικόλαο; Οικονόμου, Στ. Σαββίδης, Δημήτριος Τούσας). Η απόφαση υπήρξε εξόχως ευνοϊκή για τους κατηγορούμενους αξιωματικούς της αστυνομίας και του στρατού. 

Του Γιάννη Μπαζού, συγγραφέα

Σημεία και τέρατα. Οι μάρτυρες άλλαζαν τις καταθέσεις τους και πολλοί είχαν παραδεχθεί ότι είχαν δεχθεί πιέσεις και απειλές. Εντιμοι γιατροί και ιατροδικαστές ανατρέπουν τις θεωρίες περί τροχαίου. Ακόμη και ο τροχονόμος Χαράλαμπος Ασπιώτης που συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη μετατέθηκε δυσμενώς. Εισαγγελέας Δελαπόρτας: "Απόφαση σαν φως εξασθενημένης ηλεκτρικής στήλης".

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1966, τρία χρόνια μετά τη στυγερή δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη, έπεφτε η αυλαία της δίκης των πρωταιτίων.

Ηταν ξημερώματα Παρασκευής στις 2.30 π.μ. όταν αναγνώστηκε η απόφαση των ενόρκων του Μεικτού Ορκωτού Κακουργιοδικείου Θεσσαλονίκης που αθώωνε τους 22 από τους 31 κατηγορουμένους, αφήνοντας έκπληκτους τους παρισταμένους.

Ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας δεν άντεξε τον εμπαιγμό και σχολίασε: «Το χυθέν διά της αποφάοεως φως εις την υπόθεσιν ομοιάζει με φως ριπτόμενον από εξησθενημένην ηλεκτρικήν στήλην».

Η δίκη άρχισε στις 4 Οκτωβρίου του 1966, κράτησε 67 ημέρες και έμεινε στην ιστορία για δύο λόγους: την αποκάλυψη του ρόλου του παρακράτους στην Ελλάδα και την πρωτοφανή αδιαφορία των ενόρκων για τα ενοχοποιητικά στοιχεία. 

Κατά τη διάρκεια της δίκης οι μάρτυρες άλλαζαν τις καταθέσεις τους με περισσή ευκολία, ενώ πολλοί παραδέχτηκαν ότι είχαν δεχτεί πιέσεις και απειλές προτού εμφανιστούν στο δικαστήριο. Πολλά αποδεικτικά στοιχεία «εξαφανίστηκαν» μυστηριωδώς, όπως ο λοστός που χρησιμοποίησε ο Εμμανουηλίδης για να χτυπήσει τον βουλευτή.

Τα παρατράγουδα άρχισαν από την πρώτη μέρα της δίκης. Ο υποστράτηγος ε.α. της Χωροφυλακής Μήτσου «ήταν κατακίτρινος και δίσταζε να καθίσει στο σκαμνί», ενώ «ο Εμμανουηλίδης έλεγε πως δολοφόνος ήταν ο Χατζηαποστόλου, και ο δωσίλογος Ξενοφών ή Φον Γιοσμάς επεδείκνυε ένα χιτλερικό έγγραφο για να δείξει πως είναι τίμιος!». (Εφημερίδα "Αυγή" 4 Οκτωβρίου 1966)

Τελικά ο πρόεδρος του δικαστηρίου I. Γραφανάκης αναγκάστηκε να διακόψει, αφού απουσίαζαν εννιά από τους δέκα ενόρκους.

Η έδρα της δίκης. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Ι. Γραφανάκης και δίπλα του οι δικαστές Βασίλης Λαμπρίδης και Ερμής Χριστοφορίδης

Η δίκη πήρε φωτιά όταν ο δικηγόρος I. Πάτσας, ένα από τα άτομα που συνόδευαν τον Γρ. Λαμπράκη στην έξοδό του από την αίθουσα εκείνο το βράδυ, στη μαρτυρική του κατάθεση συνέδεσε το κράτος με το παρακράτος, αναφέροντας ότι ήταν όλοι ενήμεροι για τον κίνδυνο που διέτρεχε ο Λαμπράκης και πως ο ίδιος είχε μιλήσει με τον Χολέβα του υπουργείου Βορείου Ελλάδος.

Ο Πάτσας ανέφερε πως όταν χτυπήθηκε ο Λαμπράκης -και ενώ η περιοχή ήταν αποκλεισμένη και ελεγχόμενη από την αστυνομία- εμφανίστηκε από το πουθενά το τρίκυκλο στο οποίο επέβαιναν οι δολοφόνοι και αφού χτυπήθηκε ο βουλευτής και το τρίκυκλο εξαφανίστηκε, εμφανίστηκε ένα αυτοκίνητο το οποίο μετέφερε τον χτυπημένο βουλευτή στο νοσοκομείο.
Το αυτοκίνητο αυτό -ένα φολκσβαγκεν σκαραβαίος- ήταν νοικιασμένο και οδηγός του ήταν ο Γ. Φουρναράκος, χωροφύλακας στη Γραμματεία Διοίκησης Β. Ελλάδος.
Μαζί επιβιβάστηκαν άλλοι δύο. Ο Φουρναράκος ούτε ζήτησε να μάθει πώς τραυματίστηκε ο βουλευτής Λαμπράκης ούτε έδωσε στον Ερυθρό Σταυρό τα στοιχεία του και ενώ τις επόμενες μέρες η Θεσσαλονίκη βοούσε, αυτός απέφυγε να καταθέσει στον εισαγγελέα.

Η μαρτυρία του L Πάτσα κατέδειξε πως το τρίκυκλο θα εξασφάλιζε τη φυγή των Εμμανουηλίδη και Γκοτζαμάνη ενώ ο «σκαραβαίος» θα χρησίμευε στην απαγωγή του τραυματία ή την εξαφάνιση του πτώματος -ανάλογα την περίπτωση- και θα βοηθούσε τους παρακρατικούς να εξαφανίσουν τα στοιχεία του εγκλήματος και να ενοχοποιήσουν τους αριστερούς.

Ο καθηγητής Χειρουργικής Νικόλαος Καβαζαράκης στην κατάθεση  του στην δίκη του 1966 επέμεινε ότι "ο Λαμπράκης δέχτηκε όρθιος το χτύπημα". Στη φωτογραφία ενημερώνει τους δημοσιογράφους για την τραχειοστομή που έκανε στον βουλευτή ("Μακεδονία" 25 Μαϊου 1963)

Προσπάθεια να εμφανιστεί σαν τροχαίο 

Κομβικό σημείο της υπόθεσης ήταν η προσπάθεια να παρουσιαστεί η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη σαν τροχαίο δυστύχημα. Ο γιατρός Εξαρχος, που υποδέχθηκε τον τραυματισμένο Λαμπράκη στον σταθμό πρώτων βοηθειών Θεσσαλονίκης, όταν ανέβηκε στο βήμα περιέγραψε στο δικαστήριο την αλαζονική συμπεριφορά του Εμμανουηλίδη, ο οποίος κόμπαζε ότι αυτός χτύπησε τον βουλευτή της Αριστεράς.

Στη συνέχεια της δίκης αποκαλύφθηκε πως ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Δ. Παπαντωνίου προσπαθούσε να καθοδηγήσει τους γιατρούς και τον ιατροδικαστή να αποφανθούν ότι ο Λαμπράκης έχασε τη ζωή του «προσκρούοντας σε επίπεδη επιφάνεια» (δρόμος).

Ο ιατροδικαστής Θεσσαλονίκης Δ. Ροβίθης διαμαρτυρήθηκε επειδή κάλεσαν τον ιατροδικαστή Καψάσκη από την Αθήνα. Ο Δημ. Καψάσκης, που μεγαλούργησε και επί χούντας, έκανε τα πάντα για να στηρίξει την εκδοχή του τροχαίου, οπότε και θα έκλεινε η υπόθεση.

Το θανάσιμο χτύπημα ήταν ένα μεγάλο κάταγμα τριών εκατοστών στο βρεγματικό όγκωμα του Λαμπράκη. Οι καθηγητές Καβαζαράκης και Αλεξ. Συμεωνίδης και ο ιατροδικαστής Δ. Ροβίδης που έκανε την νεκροτομή παρουσία όλων - του Καψάκη συμπεριλαμβανομένου- κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι "ο Λαμπράκης εκτυπήθη όρθιος, από αμβλύ όργανον, λοστό ή αστυνομικό γκλομπ".

"Το κρανίο σαν σπασμένο τζάμι"

Ο Λεωνίδας Κοντουδάκης, ένας από τους νέους που συνόδευαν τον Λαμπράκη, θυμάται:

«... έφτασα πάνω στον Λαμπράκη, έπεσα πάνω από το κεφάλι του, για να τον σηκώσω. Ηρθε ένας τραμπούκος με ένα σακβουαγιάζ γεμάτο τούβλα, για να του δώσει τη χαριστική βολή, την έφαγα όμως εγώ, στο κεφάλι, και μου μαύρισε το μισό. Ο Λαμπράκης ήταν κάτω στον δρόμο. Το χτύπημα που δέχτηκε από το τρίκυκλο που πέρασε και τον σκότωσε του είχε διαλύσει το κρανίο. Τον έριξαν κάτω με σιδερολοστό, 100%. Θυμάμαι το κρανίο του που το είχε ακτινογραφία πάνω από το κρεβάτι που χαροπάλευε, το θυμάμαι σαν τώρα. Πώς είναι όταν ρίχνεις μια πέτρα στο τζάμι και σπάει ακτινωτά; Ετσι είχε σπάσει και το κρανίο του. Πώς έσπασε έτσι; Το τρίκυκλο που έτρεχε με 70 χιλιόμετρα ταχύτητα συν τη δύναμη του χεριού είχε διπλή δύναμη».

Ο ιατροδικαστής Αθηνών Καψάσκης επέμενε ότι το χτύπημα προκλήθηκε από την πτώση, εκδοχή η οποία όμως αποκλείστηκε από τους υπόλοιπους επιστήμονες. Ο Καψάσκης, ενώ απέφυγε να γράψει την άποψή του στην επίσημη γνωμάτευση, επαναλάμβανε πιεστικά τη γνώμη του στο δικαστήριο: «Ο Λαμπράκης χτυπήθηκε από το τρίκυκλο έπεσε στην άσφαλτο και εντεύθεν ο τραυματισμός του».

Οι μαρτυρίες όμως των υπόλοιπων γιατρών ήταν διαφορετικές. Οπως έγραφε η «Αυγή» στις 11 Νοεμβρίου του 1966, ο καθηγητής Χειρουργικής Καβαζαράκης στην κατάθεσή του επέμεινε ότι «ο Λαμπράκης δέχθηκε όρθιος το χτύπημα». Ενώ σε μια αποστροφή της δίκης ο ιατροδικαστής Θεσσαλονίκης Δ. Ροβίθης ανέφερε στο δικαστήριο ότι «Ο ιατροδικαστής Αθηνών Δ. Καψάσκης είναι εκτός επιστημονικών δεδομένων».

Ο Καψάσκης στήριξε την άποψη ότι ο Λαμπράκης χτυπήθηκε από το τρίκυκλο και στη συνέχεια πατήθηκε από αυτό σε κάποιες εκχυμώσεις στη δεξιά κνήμη και κάποιο οίδημα στο μέτωπο από γροθιά. Μάλιστα προκειμένου να επιβάλει τη γνώμη του άφησε στον υπάλληλο της εισαγγελίας τη νεκροψία έτοιμη, ώστε ο Ροβίθης απλώς να την υπογράψει.

Ο καθηγητής Χειρουργικής Ν. Καβαζαράκης αντέκρουσε τα «ευρήματα» του Καψάσκη καταθέτοντας ότι «ο Λαμπράκης δεν είχε κακώσεις στο σώμα ούτε έφερε οίδημα από γρόνθο στο μέτωπο ούτε εκχυμώσεις στη δεξιά κνήμη».

Ο ιατροδικαστής Καψάσκης προσπαθεί να πείσει τον πρόεδρο. Ομως ο Καβαζαράκης αντέκρουσε τα «ευρήματά» του: «Ο Λαμπράκης δεν είχε κακώσεις στο σώμα ούτε έφερε οίδημα από γρόνθο στο μέτωπο ούτε εκχυμώσεις στη δεξιά κνήμη». Και ο Ροβίθης ανέφερε: «Ο ιατροδικαστής Αθηνών Δ. Καψάσκης είναι εκτός επιστημονικών δεδομένων» 

Φταίει ο ανακριτής Σαρτζετάκης που δεν έγραψε σωστά την κατάθεσή μου»

Η εκδοχή του τροχαίου στηρίχθηκε και από ένα ανεκδιήγητο ρεπορτάζ του δημοσιογράφου της εφημερίδας «Ακρόπολις» Τ. Μαλέογλου.
Ο μάρτυρας περιέγραψε το «τροχαίο», συμπληρώνοντας ότι οι «οργισμένοι πολίτες» που συμμετείχαν στην αντισυγκέντρωση ήταν πολύ ήσυχοι. Οταν ρωτήθηκε από τον πρόεδρο γιατί τα λέει αυτά πρώτη φορά, ο μάρτυρας απάντησε ότι «φταίει ο ανακριτής Χρ. Σαρτζετάκης που δεν έγραψε σωστά τα όσα του κατέθεσα».
Στην παρατήρηση του προέδρου ότι οι φωτογραφίες των φωτορεπόρτερ έδειχναν τους αντικομμουνιστές να πετούν πέτρες και καδρόνια και να χτυπούν με μανία τους συγκεντρωμένους, ο Μαλέογλου δικαιολογήθηκε ότι ο φωτογράφος τους ζήτησε να... ποζάρουν για να βγάλει μια καλή φωτογραφία.


2,3,4 Παρά την τραγικότητα του θέματος, οι γελοιογράφοι (Αρχέλαος, Φωκίων Δημητριάδης, Μποστ) βρήκαν την ευκαιρία να καυτηριάσουν το παρακράτος που εξέθρεφε η Δεξιά

Ο Καμουτσής παραδέχτηκε πως «έγιναν κάποιες συναντήσεις με τον “τίγρη”»

Εάν δεν πηδούσε στο τρίκυκλο ένας «τίγρης» σαν τον Μανώλη Χατζηαποστόλου, η υπόθεση θα είχε κλείσει χωρίς να αποκαλυφθεί τίποτε.
Ο Χατζηαποστόλου βλέποντας το τρίκυκλο να απομακρύνεται πήδηξε πάνω στην καρότσα, έδωσε μάχη με τον Εμμανουηλίδη αφοπλίζοντάς τον και στη συνέχεια σταμάτησε το τρίκυκλο σπάζοντας το τζαμάκι που χώριζε την καρότσα από την καμπίνα και χτυπώντας τον οδηγό Γκοτζαμάνη με ένα κομμάτι γυαλί. Ο Χατζηαποστόλου με τη φασαρία που έκανε ανάγκασε το τρίκυκλο να σταματήσει και συνεπλάκη με τον οδηγό του, Γκοτζαμάνη, ο οποίος χτυπούσε τον Χατζηαποστόλου με ένα κλομπ και τελικά συνελήφθη με τη βοήθεια ενός φούρναρη και παραδόθηκε σε έναν χωροφύλακα της Τροχαίας που διερχόταν τυχαία, χωρίς να είναι στο κόλπο.

Ο Χατζηαποστόλου κατήγγειλε ότι έγινε προσπάθεια δωροδοκίας του για να αλλάξει την κατάθεσή του και ο διευθυντής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης Ευθύμιος Καμουτσής παραδέχτηκε ότι «έγιναν κάποιες συναντήσεις». (Εφημερίδα "Ελευθερία" 19 Νοεμβρίου 1963)

Ο Χατζηαποστόλου αναγνώρισε αργότερα στην Ασφάλεια τον Εμμανουηλίδη και έτσι οι φυσικοί αυτουργοί έφθασαν στο δικαστήριο.

Για την ιστορία, ο χωροφύλακας που έκανε το καθήκον του και συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη ονομαζόταν Χαράλαμπος Ασπιώτης και μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης μετατέθηκε δυσμενώς στην Ηλεία. Βλέπετε, δεν υπάκουσε στα κελεύσματα των δολοφόνων να κάνει τα στραβά μάτια κι έτσι χάλασε το σκηνικό του σκηνοθετημένου «τροχαίου ατυχήματος».
Το κλομπ, πάντως, του Γκοτζαμάνη χάθηκε από το Ε' Αστυνομικό Τμήμα, όπου δεν συντάχθηκε έκθεση σύλληψης αλλά «αυθόρμητης παρουσίασης» και μάλιστα στις 6 π.μ. της Πέμπτης 23 Μαΐου 1963.

Υπομοίραρχος Καπελώνης: Ο Μήτσου απαγόρευσε να διαλυθεί η αντισυγκέντρωση που οργάνωσε η Χωροφυλακή

Η ακροαματική διαδικασία -παρ' όλες τις αντιξοότητες-ανέδειξε τις δυσθεώρητες διαστάσεις του παρακράτους της Δεξιάς.

Ο υπομοίραρχος Καπελώνης έδωσε μάχη για να αποδείξει ότι βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία και εκτελούσε άνωθεν διαταγές. Η «Αυγή» στις 9 Δεκεμβρίου του 1966 έγραφε.· «Ο Καπελώνης κατέθεσε ότι ο Μήτσου απαγόρευσε να διαλυθεί η αντισυγκέντρωση. Η Χωροφυλακή με άνωθεν εντολή οργάνωσε τη συγκέντρωση των τραμπούκων».

Οι τελευταίες οδηγίες -σύμφωνα με τον Καπελώνη-δόθηκαν στο Ε Αστυνομικό Τμήμα, όπου ο συνταγματάρχης Καμουτσής διευκρίνισε: «Στόχος μας είναι ο Λαμπράκης». Ο Καπελώνης κατέθεσε πως ο Δόλκας τον έστειλε να δασκαλέψει τον Γκοτζαμάνη να καταθέσει πως «το βράδυ του φόνου έπιναν κρασί με τον Εμμανουηλίδη σε κάποια ταβέρνα». Ετσι θα αποσυνδέονταν από τον τόπο του εγκλήματος. Επίσης, ο Καπελώνης κατέθεσε πως ο αντισυνταγματάρχης Δόλκας τον διέταξε να κάψει το αρχείο του δωσίλογου Γιοσμά, για ευνόητους λόγους...(Εφημερίδα Ελευθερία 2/11/1966)

Η δυαρχία των Μήτσου και Δόλκα αποδείχθηκε πανίσχυρη. Ο ίδιος ο ταγματάρχης Δόλκας, τέως διοικητής Εθνικής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, παραδέχθηκε ότι δεν έπαιρνε διαταγές ούτε από τον διοικητή Ασφαλείας Θεσσαλονίκης Καμουτσή ούτε από τον υπουργό Βορείου Ελλάδος.

Ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Βορείου Ελλάδος Ιωάννης Χολέβας ήταν ο υψηλός σύνδεσμος του παρακράτους. Αυτό ανάγκασε τον εισαγγελέα Δελαπόρτα να δηλώσει: «...τα υποπροϊόντα του Χίτλερ να μη μολύνουν το εθνικό σώμα».

Ο οδηγός του τρικύκλου Σπόρος Γκοτζαμάνης αρνήθηκε ότι βρισκόταν στον τόπο του εγκλήματος εκείνο το βράδυ, παρότι είχε συλληφθεί μετά τη συμπλοκή με τον Χατζηαποστόλου. Ηταν τόσο ψοφοδεής και θρασύς που ισχυρίστηκε πως εκείνη τη νύχτα βρισκόταν σε μια ταβέρνα στο Καπόνι και δεν είχε ιδέα ούτε για το κλομπ ούτε για τον Καπελώνη.

Ο Εμμανουηλίδης προσπάθησε να θολώσει τα νερά και κατέθεσε ότι «ο Χατζηαποστόλου χτύπησε τον Λαμπράκη!» και πως «συμφέρον από τον χαμό του Λαμπράκη δεν είχε η ΕΡΕ, αλλά η ΕΔΑ, διότι ο Λαμπράκης ήθελε να ανεξαρτητοποιηθεί».

Ο εισαγγελέας Π. Δελαπόρτας έκλεισε την αγόρευσή του συνοψίζοντας την υπόθεση σε έξι σημεία:

1) Ο βαρύτατος τραυματισμός του βουλευτή της ΕΔΑ Γιώργου Τσαρουχά και η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη ήταν προϊόντα των πολιτικών χασμάτων που υπάρχουν στον τόπο μας. Η Δεξιά έχει αναγάγει το μίσος σε δόγμα της πολιτικής της.

2) Κατεβλήθη προσπάθεια δικαιολόγησης των γεγονότων λέγοντας ότι δήθεν εξεγείρονται οι «εθνικόψρονες» πολίτες για τα εγκλήματα των κομμουνιστών επί Κατοχής και κατά τον Δεκέμβριον του 1944.

3) Η δολοφονία Λαμπράκη δεν αποτελεί επεισόδιο του αντικομμουνιστικού αγώνα. Ο κομμουνισμός αντιμετωπίζεται μόνο δια παραχωρήσεων του αστικού καθεστώτος προς τον λαόν.

4) Η αντισυγκέντρωση ήταν οργανωμένη από την αστυνομία, η οποία κατόπιν εντολών εξωκρατικής αρχής συνειργάζετο με τας παρακρατικάς οργανώσεις.

5) Η αστυνομία έχει άμεση ευθύνη για τη δολοφονία Λαμπράκη, γιατί ενώ εγνώριζε ότι θα γίνουν επεισόδια και ενώ είχε λάβει εντολή του εισαγγελέα κ. Αργυρόπουλου να προστατεύσει τη ζωή του Ααμπράκη, δεν έλαβε κανένα μέτρο.

6) Ο Εμμανουηλίδης είναι ο δολοφόνος του Λαμπράκη, αλλά και ο Γκοτζαμάνης είχε μετάσχει στην αντισυγκέντρωση με ανθρωποκτόνον πρόθεση.

5 0 τροχονόμος Χαράλαμπος Ασπιώτης που συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη και χάλαοε τη σκηνοθεσία του «τροχαίου δυστυχήματος». Μετατέθηκε δυσμενώς, αλλά στη δίκη δεν αναίρεσε την αρχική του κατάθεση («Μακεδονία», 20 Νοεμβρίου 1963).
6 0 ταγματάρχης Δόλκας, διοικητής Εθνικής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, συνέθετε μαζί με τον Κων. Μήτσου ένα πανίσχυρο δίδυμο που κινητοποιούσε το παρακράτος.
7 0 κατοχικός δωσίλογος Ξενοφών ή Φον Γιοσμάς καταδικάστηκε σε έναν χρόνο φυλάκιση για διατάραξη της «κοινωνικής ειρήνης».


Οδός Σπανδωνή, το δρομάκι από το οποίο εμφανίστηκε ξαφνικά το φονικό τρίκυκλο 

Η δικτατορία αμνηστεύει τον Γκοτζαμάνη και δολοφονεί τον Τσαρουχά 

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1966, στις 2.30 τα ξημερώματα, οι ένορκοι ανακοίνωσαν την απόφασή τους. Ο Γκοτζαμάνης κρίθηκε ένοχος πρόκλησης «θανατηφόρων τραυμάτων» και καταδικάστηκε σε φυλάκιση έντεκα ετών, ο Εμμανουηλίδης σε οκτώμισι χρόνια φυλάκιση, επίσης για πρόκληση «θανατηφόρων τραυμάτων», ο Γιοσμάς σε έναν χρόνο για διατάραξη της «κοινωνικής ειρήνης», ο ακροδεξιάς τραμπούκος Φωκάς σε 15 μήνες φυλάκιση για τις βαρύτατες σωματικές βλάβες που είχε προκαλέσει στον βουλευτή της ΕΔΑ Τσαρουχά και οι υπόλοιποι αθώοι.

Ο εισαγγελέας Π. Δελαπόρτας δήλωσε: «Η ετυμηγορία των ενόρκων είναι προβληματική. Ατυχώς, δεν δύναμαι να την κηρύξω πεπλανημένην, διότι ελήφθη παμψηφεί»."

Δηλαδή οι ένορκοι ύστερα από όλες αυτές τις καταθέσεις και τα στοιχεία θεώρησαν τη δολοφονία Ααμπράκη τροχαίο ατύχημα. Η λέξη «δολοφονία» δεν υπάρχει πουθενά. Θεώρησαν ότι δεν επρόκειτο περί «ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως», αλλά απλώς περί «θανατηφόρων τραυμάτων» τα οποία προκλήθηκαν από τροχαίο ατύχημα, οπότε δεν υπήρχε και «ηθικός αυτουργός».

Είκοσι χρόνια μετά τον Εμφύλιο, η Δεξιά δολοφονούσε τους πολιτικούς της αντιπάλους απροσχημάτιστα, κηλιδώνοντας κάθε έννοια και λειτουργία της Δικαιοσύνης και της δημοκρατίας.

Οι κατηγορούμενοι έκατσαν μόνο για λίγο στη φυλακή, αφού μόλις έγινε η δικτατορία, η χούντα τούς αμνήστευσε και τους απελευθέρωσε.
Αντίθετα, ο βουλευτής Γιώργος Τσαρουχάς που τη μέρα της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη είχε επιζήσει βαριά τραυματισμένος, συνελήφθη και δολοφονήθηκε βασανιζόμενος, στις 9 Μαΐου του 1968, επί χούντας.

Το 1968, πάλι επί δικτατορίας, ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας απολύθηκε από το δικαστικό σώμα, όπως και ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης, ο οποίος συνελήφθη και φυλακίστηκε χωρίς καμία κατηγορία εις βάρος του και απελευθερώθηκε χάρη στη διεθνή κατακραυγή...

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Προσωπικές μνήμες νεαρού ρεπόρτερ από την δολοφονία

Η μεταφορά της σορού του Γρηγόρη Λαμπράκη από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Δεξιά, δίπλα από τον αξιωματικό διακρίνεται ο νεαρός τότε δημοσιογράφος Ξενοφών Μαυραγάνης και μπροστά στο φέρετρο ο δημοσιογράφος Γιώργος Μπέρτσος (αριστερά από τον κρανοφόρο) που συνέβαλε στην αποκάλυψη των δραστών

Του Ξενοφώντας Μαυραγάνη, δημοσιογράφου, συγγραφέα

Οι "αγανακτισμένοι" ήταν στα πεζοδρόμια της Βενιζέλου, της Ερμου και πολλοί στην αρχή της οδού Σπανδωνή, σχηματίζοντας ένα τοίχος. Ξαφνικά ακούγεται δυνατός θόρυβος μηχανής και από την Σανδωνή, την έξοδο της οποία απελευθέρωσαν εν ριπή οφθαλμού, φάνηκε ένα τρίκυκλο. Σε κλάσματα δευτερολέπτου είδα τον Λαμπράκη ανάσκελα στο οδόστρωμα και το τρίκυκλο με ιλιγγιώδη ταχύτητα να προσπαθεί να διαφύγει.

Ηταν ο Μάιος που μας κρατούσε σε ένταση; Ηταν η νιότη μας που επαναστατούσε; Ηταν ο πόθος μας για μια κοινωνία άλλη, όπου θα βασίλευαν η δημοκρατία, η αξιοκρατία, η αξιοσύνη;

Ηταν όλα αυτά μαζί, που συγκροτούσαν την ορμή μας για άλλες καταστάσεις, για άλλες εποχές.

Ενα μήνα πριν από την δολοφονία Λαμπράκη είχε ολοκληρωθεί το Δ' Πανσπουδαστικό συνέδριο και είχε εκλεγεί το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της ΕΦΕΕ. Από αριστερά διακρίνονται μεταξύ άλλων οι Θ. Νίκας, ΚΙ. Βεργόπουλος, Π. Κονδύλης, Γ. Γραμματικάκης, Ν. Κιάος, Ξ. Μαυραγάνης, Γ. Μπαλάφας, Ν. Κωνσταντόπουλος, Π. Καλογεράκος.

Ο Μάιος του 1963 προχωρούσε προς το τέλος του και συμπληρωνόταν σχεδόν ένας μήνας από τη λήξη του Δ' Πανσπουδαστικού Συνεδρίου, που ολοκληρώθηκε με την εκλογή του πρώτου διοικητικού συμβουλίου της ΕΦΕΕ, της Εθνικής Φοιτητικής Ενωσης Ελλάδας, που χρόνια πολλά την ονειρευόμασταν, τη σχεδιάζαμε, την περιμέναμε. Κι αυτό μας έκανε εξαιρετικά υπερήφανους.

Είχα την τύχη και την τιμή να είμαι ένας από τους συνέδρους-αντιπροσώπους της Νομικής Θεσσαλονίκης κι είχα την ακόμη πιο μεγάλη τύχη να αποτελώ μέλος της Επιτροπής Σύνταξης του καταστατικού χάρτη της ΕΦΕΕ κοντά σε σπουδαία ονόματα της μετέπειτα Ελλάδας.
Τον Κώστα Βεργόπουλο, τον οποίο χάσαμε μόλις πριν από λίγο καιρό, τον νομικό και πολιτικό Νίκο Κωνσταντόπουλο, τον επιφανή φιλόσοφο Παναγιώτη Κονδύλη, τον ψυχίατρο Γιάννη Παναγιώτου, τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Νίκο Τερζή, τον μηχανικό Γιώργο Μπαλάφα κι ήταν ακόμη ζωντανές οι δυνατές εντυπώσεις και το άνοιγμα των οριζόντων μου από τόσους σπουδαίους που γνώρισα εκεί και συνδέθηκα μαζί τους. Κι όχι μόνο αυτούς, αλλά και τους Γιάννη Γιαννουλόπουλο, Γιάννη Τζανετάκο, Αριστείδη Μανωλάκο.

Νωρίς το πρωί της 21ης Απριλίου 1963 ομάδα ειρηνιστών ξεκινά για τον Μαραθώνα. Στη μέση ο Βρετανός απεσταλμένος Πατ Πολτ και δεξιά του ο Μιχάλης Περιστεράκης

Είχαμε ζήσει μεγάλες μέρες στο συνέδριο και, πέρα από τα άλλα, στην επιτροπή μας πιστώνεται εκείνος ο ανεπανάληπτος ορισμός «Ο σπουδαστής είναι νέος εργαζόμενος, διανοούμενος», που καταγράφηκε ως ορόσημο στην ιστορία του ελληνικού φοιτητικού κινήματος.

Κι ακόμη είχαμε την ευκαιρία να μετάσχουμε έστω και από απόσταση στην πρώτη μαραθώνια πορεία ειρήνης στις 21 Απριλίου 1963, χωρίς βέβαια να μπορούμε να φανταστούμε πως τέσσερα χρόνια αργότερα η ημερομηνία αυτή θα συμβόλιζε την κατάρα και την άγρια στρατοκρατική επίθεση εναντίον των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των Ελλήνων πολιτών.

Εμείς οι από την επαρχία ελαυνόμενοι αντιπρόσωποι στο Δ' Πανσπουδαστικό Συνέδριο φροντίσαμε να κατέβουμε στην Αθήνα δύο μέρες πριν από την έναρξη του συνεδρίου και μια ομάδα από εμάς κατευθύνθηκε στα γραφεία της οργάνωσης «Μπέρτραντ Ράσελ», που βρίσκονταν στην αρχή της οδού Ασκληπιού αν θυμάμαι καλά, απέναντι ακριβώς από το τότε δημοτικό νοσοκομείο.
Εκεί βρεθήκαμε σ’ έναν οργασμό δουλειάς, δραστηριότητας και αγωνίας. Νέοι έμπαιναν, έβγαιναν, έτρεχαν, μιλούσαν αλαφιασμένοι, έφτιαχναν χαρταετούς, τύλιγαν πανό, έγραφαν συνθήματα σε πλακάτ. Ολα με κεντρικό άξονα την ειρήνη: στον κόσμο, στην περιοχή μας, τη χώρα μας.

Μας υποδέχθηκαν οι υπεύθυνοι, που τους γνωρίζαμε μόνο ως ονόματα, με επικεφαλής τον αεικίνητο Μιχάλη Περιστεράκη, πρόεδρο της Κίνησης και υπεύθυνο του περιοδικού «Δρόμοι της ειρήνης» που διαβάζαμε -ρουφούσαμε, καλύτερα- κάθε μήνα στη Θεσσαλονίκη. Σε μια τέτοια εξόρμηση πώλησης των «Δρόμων της ειρήνης» γνώρισα και τον συμφοιτητή μου Κωστή Μοσκώφ, αργότερα σύντροφο και φίλο.

Στους Αμπελόκηπους οι "μαραθωνοδρόμοι της ειρήνης" βρέθηκαν αντιμέτωποι με αδιαπέραστο τείχος αστυνομικών. Στη λεωφόρο Κηφισίας η αστυνομία άρχισε κυνηγητό, ξυλοκόπημα και προσαγωγές

Από την Αθήνα στον Τύμβο του Μαραθώνα. 

Ετοιμάζονταν όλοι αυτοί οι νέοι για την άλλη μέρα, Κυριακή 21 Απριλίου, που θα μετείχαν στην 1η Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης, οδηγώντας τα βήματά τους από την Αθήνα στον Τύμβο του Μαραθώνα. Μαζί μ’ αυτούς κι εμείς. Δεν γνωρίζαμε πολλά πράγματα από Αθήνα, αλλά μας κατατόπισαν πώς να πάμε στο τέρμα Αμπελοκήπων, στη διασταύρωση των οδών Αλεξάνδρας και Κηφισίας, απ’ όπου θα ξεκινούσε η μεγάλη πορεία, με επικεφαλής τον Γρηγόρη Λαμπράκη.

Στο σημείο αυτό της εκκίνησης, αντί να συναντήσουμε ομάδες νέων «με σημαίες και με ταμπούρλα», βρεθήκαμε αντιμέτωποι με ένα αδιαπέραστο τείχος αστυνομικών δυνάμεων, κατάλληλα εξοπλισμένων, που απαγόρευαν την πορεία μας προς τη λεωφόρο Κηφισίας, απ' όπου θα φτάναμε στην έξοδο της πόλης κι από κει στον Τύμβο.

Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο άρχισε το κυνηγητό. Πολλοί, από τους νέους κυρίως, θέλησαν να διασπάσουν το τείχος των αστυνομικών δυνάμεων κι όταν φάνηκε πως αυτό ήταν αδύνατο, άρχισαν να διαφεύγουν από άλλους δρόμους, επιμένοντας να πραγματοποιήσουν την πορεία.
Ηταν αυτοί που ζούσαν στην Αθήνα ή που την ήξεραν κάπως. Εμείς, οι περισσότεροι δηλαδή από εμάς, παραμέναμε εκεί περιμένοντας κάτι να γίνει που δεν έγινε. Κι όταν πια πήρε να μεσημεριάζει επιστρέψαμε στα γραφεία της «Μπέρτραντ Ράσελ», όπου μάθαμε τις εξελίξεις.

Η πορεία είχε απαγορευτεί, είχαν γίνει πολλές συλλήψεις και ο Γρηγόρης Λαμπράκης με κάποιους συναγωνιστές του προσπαθούσαν να πραγματοποιήσουν την πορεία από την ανάποδη. Ξεκινώντας δηλαδή από τον Τύμβο προς την Αθήνα.

Ανάμεσα στους συλληψθέντες κι ο Διονύσης Σαββόπουλος, που είχε κατεβεί κι αυτός για πρώτη φορά στην Αθήνα, ως σύνεδρος-αντιπρόσωπος της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Που, όπως μας έλεγε μετά με πολύ χιούμορ, ανακρίθηκε στη Σχολή Χωροφυλακής, όπου μεταφέρθηκε με άλλους «παράνομους», με ιδιαίτερη σχολαστικότητα εξαιτίας των πολλών χαρτιών που βρέθηκαν στις τσέπες του, γεμάτων με στίχους και άλλες ακατάληπτες για τους αστυνομικούς σημειώσεις, οι οποίοι αναζητούσαν τεκμήρια ενοχής ή ενδεχομένως και κατασκοπευτικά σχέδια.

Γυρίζοντας στη Θεσσαλονίκη και έχοντας αποφασίσει πια να είμαι δημοσιογράφος και όχι δικηγόρος όπως έδειχναν οι σπουδές μου, μπήκα για τα καλά σ’ αυτή την ερευνητική εργασία, αρχίζοντας σχεδόν τη ζωή μου ταυτόχρονα με την απογευματινή εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», που θα αποτελούσε πολύ σημαντικό πυλώνα δημοκρατίας στη δεύτερη πόλη της χώρας.

Εχοντας εργαστεί έναν μήνα περίπου ως μαθητευόμενος στη μεγάλη -τότε πρωινή- εφημερίδα «Μακεδονία», ορίστηκα από τον διευθυντή της «Θεσσαλονίκης» Γιάννη Ιωαννίδη βοηθός αστυνομικού συντάκτη, παράλληλα με το ελεύθερο ρεπορτάζ που μου ανατέθηκε.

Η διασταύρωση των οδών Ερμού και Βενιζέλου όπου δολοφονήθηκε ο Λαμπράκης το 1963. Το τρίκυκλο βγήκε από την οδό Σπανδωνή (το στενό) ενώ ο βουλευτής κατευθυνόταν από την αίθουσα του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος (στην αριστερή γωνιακή πολυκατοικία) προς το ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ (κτίριο δεξιά)

Περιμένοντας τον Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη

Ηταν η τρίτη μέρα της κυκλοφορίας της κι ένα γεγονός σημαντικό για την πόλη επρόκειτο να λάβει χώρα, αλλά όχι και τόσο σημαντικό για μια εφημερίδα, κι ας ήταν ταγμένη στον κεντροαριστερό, όπως θα λέγαμε σήμερα, χώρο, ανήκοντας στην Ενωση Κέντρου.

Ηταν μια εκδήλωση της Επιτροπής για τη Διεθνή Υφεση και Ειρήνη Θεσσαλονίκης, προσανατολισμένης προς την ΕΔΑ, που τότε αποτελούσε το τρίτο κόμμα της Βουλής, με 22 βουλευτές.

Ενας απ' αυτούς ήταν ο Γρηγόρης Λαμπράκης, γιατρός-υφηγητής πανεπιστημίου, συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ της οποίας δεν ήταν μέλος. Ηταν όμως μαχητικός βουλευτής και είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στις έντονες διαμαρτυρίες που διαδραματίστηκαν στο Λονδίνο με στόχο τη βασίλισσα Φρειδερίκη, από την οποία νέοι φοιτητές και εργαζόμενοι στη βρετανική πρωτεύουσα με επικεφαλής την Μπέτυ Αμπατιέλου, σύζυγο του κομμουνιστή συνδικαλιστή Αντώνη Αμπατιέλου, ζητούσαν την αποφυλάκισή του.

Ηταν ένα από τα επεισόδια που κατέστησαν τον Λαμπράκη αντιμέτωπο με τη Δεξιά και φυσικά με τις αστυνομικές υπηρεσίες. Αυτό που δεν μπορούσαν να ανεχτούν όλοι αυτοί ήταν ότι ο Λαμπράκης διεκδικούσε δικαιώματα πολίτη, συμπεριφορά εντελώς αντίθετη μ' εκείνη του υπηκόου, στην οποία είχαν συνηθίσει τον πολύ κόσμο. Μ’ έναν λόγο, τον λαό.

Αυτή η ημέρα, η 22α Μάίου 1963, έφερνε πολλά προβλήματα στον κόσμο της Αριστεράς της Θεσσαλονίκης και κυρίως σ' αυτούς που αποτελούσαν το στελεχιακό δυναμικό της.
Οι εκτοξευόμενες απειλές προς τον Λαμπράκη αλλά και η δυσκολία εξεύρεσης αίθουσας κατάλληλης για την ομιλία του ήταν μεγάλος πονοκέφαλος.

Το βάρος της όλης υπόθεσης είχαν αναλάβει οι δικηγόροι Σύλλας Παπαδημητρίου και Γιώργος Πάτσας, που μαζί με τον επίσης δικηγόρο Γιώργο Τριανταφυλλίδη, προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν στέγη για την ομιλία.

Η αίθουσα που τελικά επιλέχτηκε (;) ήταν ένας υπόγειος χώρος στην οδό Αριστοτέλους, ανεβαίνοντας αριστερά, όπου νωρίτερα λειτουργούσε το νυχτερινό κέντρο Πικαντίλυ, χωρίς -αν θυμάμαι καλά- δεύτερη έξοδο κινδύνου.
Ομως την τελευταία στιγμή, δυο τρεις ώρες πριν από την καθορισμένη ώρα της ομιλίας, ο ιδιοκτήτης της αίθουσας υπαναχώρησε και ακύρωσε την ήδη υπογραμμένη συμφωνία ενοικίασης, αναγκάζοντας τους διοργανωτές να μεταφέρουν άρον άρον τη συγκέντρωση στα γραφεία του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος, που στεγάζονταν στον τρίτο όροφο της οικοδομής των οδών Βενιζέλου και Ερμού, αλλά και να προσπαθήσουν να ενημερώσουν το κοινό με μερικές δακτυλογραφημένες ανακοινώσεις που τοιχοκόλλησαν για τη μεταφορά της ομιλίας σε άλλη αίθουσα.

Παρά το γεγονός ότι θα ήθελα πολύ να βρίσκομαι στη συγκέντρωση και την ομιλία του Δαμπράκη, έδωσα το παρών το βράδυ της 22ας Μαΐου στα γραφεία της εφημερίδας, στην οδό Τσιμισκή, για να προετοιμάσω τα όποια κείμενα είχα αναλάβει, χωρίς να ξεχνώ πως εκείνες τις ώρες πραγματοποιούνταν η ομιλία Λαμπράκη και όλοι οι φίλοι και συνοδοιπόροι μου θα βρίσκονταν εκεί.

Η επιρροή της Αριστεράς στον φοιτητικό κόσμο

Το 2013, στην 50ή επέτειο της δολοφονίας του αγωνιστή της ειρήνης Γρηγόρη Λαμπράκη, έδωσα μια συνέντευξη στην εφημερίδα «Αυγή», πολιτικό σύντροφο των νεανικών μου χρόνων, όπου έλεγα:

«Το 1963 η Θεσσαλονίκη ζούσε έναν δημοκρατικό, θα λέγαμε, οργασμό. Και για να είμαι ακριβέστερος, έναν οργασμό πολιτικής, πολιτιστικής και συνδικαλιστικής δράσης, που ξεκινούσε από την ΕΔΑ, τη μοναδική (ημι)νόμιμη πολιτική οργάνωση της Αριστεράς.

Παρά το γεγονός ότι η δύναμη σε ψήφους και βουλευτές της ΕΔΑ δεν ακολούθησε την έκρηξη του 1958, οι ιδέες, οι απόψεις, οι θέσεις της Αριστερός επηρέαζαν πολύ κόσμο και ιδιαίτερα τον φοιτητικό και σπουδαστικό κόσμο.

Τον Απρίλιο του 1963 είχε διεξαχθεί στην Αθήνα το 4ο Πανσπουδαστικό Συνέδριο, το ιδρυτικό της ΕΦΕΕ, στο οποίο η συμμετοχή των εκπροσώπων του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ήταν και έντονη, και καταφανώς υπέρ της αριστερής φυσιογνωμίας της πρωτοδημιουργούμενης ΕΦΕΕ, που συνίστατο στην ένταξή της και στις δύο παγκόσμιες φοιτητικές οργανώσεις: τη φιλοδυτική, που έδρευε στις Βρυξέλλες, και τη φιλοκομμουνιστική, που έδρευε στην Πράγα. Ζήτημα για το οποίο δόθηκε μεγάλη μάχη την τελευταία μέρα του συνεδρίου».

Τρεις μέρες πριν από την δολοφονική επίθεση στον Λαμπράκη είχε πραγματοποπιηθεί η επίσκεψη του Γάλλου στρατηγού Ντε Γκολ στη Θεσσαλονίκη. Μπροστά στον Λευκό Πύργο μαζί με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή

Ο επιχειρησιακός πυρήνας του Καφέ Τραμποΰκ 

«Στη Θεσσαλονίκη ήδη λειτουργούσαν ο τοπικός σύνδεσμος “Μπέρτραντ Ράσελ”, η Φοιτητική Πνευματική Κίνηση 'Ροτόντα” και η περιοδική έκδοση “Σπουδαστικός Κόσμος”, η θεσσαλονικιά εκδοχή της “Πανσπουδαστικής” της Αθήνας, που στεγάζονταν σ' ένα υπόγειο στην αρχή της οδού Αλ. Σβώλου, τότε Πρίγκηπος Νικολάου, σε απόσταση περίπου εκατό μέτρων από το πανελληνίως γνωστό Καφέ Τραμπούκ, όπου σύχναζε ο κύριος και επιχειρησιακός θα λέγαμε πυρήνας των εκοφιτών.

Λίγα μέτρα παραπέρα ήταν το Γ' Αστυνομικό Τμήμα, με διοικητή τον ταγματάρχη -νομίζω- Μπαφατάκη, έναν από τους πιο σκληρούς διώκτες των “μη υγιώς σκεπτομένων” φοιτητών.

Στα γραφεία του συνδέσμου "Μπέρτραντ Ράσελ" στην οδό Ασκληπιού 3. Από αριστερά ο Νίκος Κιάος (αντιπρόεδρος του συνδέσμου), ο Πατ Πολτ (γραμματέας) και ο Μιχάλης Περιστεράκης (πρόεδρος). Πίσω τους οι αφίσες της μαραθώνιας πορείας ειρήνης των 42 χιλιομέτρων

Παρ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες, η δραστηριότητα των τριών φορέων ήταν συνεχής και αδιάλειπτη. Με κάποιες τριβές, πολλές φορές πολύ οξείες, με την κομματική οργάνωση, που δεν έβλεπε με καλό μάτι άτομα που δεν ενστερνίζονταν τις μαρξιστικές ιδέες αλλά ήταν φίλα, πολύ φίλα, προσκείμενα προς τις απόψεις μας και τις δράσεις μας. Μετέχοντας σ' αυτές. Περιττό να πω ότι οι επικεφαλής αυτών των οργανώσεων καλούμασταν κάθε λίγο για εξηγήσεις στην Εθνική Ασφάλεια της πλατείας Βαρδαρίου, στο ιστορικό κόκκινο σπίτι.

Προσωπικά, ως ρέπων στη δημοσιογραφία, ήμουν ο διευθυντής του “Σπουδαστικού Κόσμου" και τον Μάρτιο του 1963, ζήτησα δουλειά στη “Μακεδονία”. Ο εκδότης της Γιάννης Βελλίδης ως δοκιμαστική δουλειά μου ανέθεσε τις ανταποκρίσεις από τις εργασίες του Δ' Πανσπουδαστικού Συνεδρίου, που θα συνερχόταν τον Απρίλιο στην Αθήνα, στο οποίο θα συμμετείχα ως σύνεδρος.

Μία μέρα πριν από την έναρξη του συνεδρίου, ομαδικώς, κυρίως οι επαρχιώτες, ξεκινήσαμε από τα γραφεία του συνδέσμου “Μπέρτραντ Ράσελ", στην οδό Ασκληπιού, για το τέρμα Αμπελοκήπων, απ’ όπου θα ξεκινούσε η μαραθώνια πορεία, αλλά εκεί μας σταμάτησε η αστυνομία, που άλλους συνέλαβε και άλλους καταδίωξε στα στενά της περιοχής. Ετσι, τη γνωστή πορεία την έκανε μόνος του ο Λαμπράκης.

Η πρόσληψή μου στην υπό έκδοση “Θεσσαλονίκη” έγινε αμέσως μετά την επιστροφή μου και το βράδυ της 22ας Μαΐου ο διευθυντής μου Γιάννης Ιωαννίδης, που τίμησε το λειτούργημά του, μου είπε με τη χαρακτηριστική θρακιώτικη προφορά του, αλλά και με κάποια αδιόρατη ειρωνεία, αφού με θεωρούσε παρασυρμένο από τις ευαισθησίες μου κυρίως στον χώρο της Αριστεράς:

“Μαυραγάνη, κάνε μια βόλτα από τη Βενιζέλου να δεις τι γίνεται με την ομιλία του Λαμπράκη. Κάτι μου μυρίζει άσχημα".

Γελοιογραφία του Φωκίωνα Δημητριάδη στους "Δρόμους της Ειρήνης"

Γελοιογραφία του Μποστ στα "Νέα" για τις σχέσεις του υποκόσμου των τραμπούκων με το κράτος και τη δολοφονία Λαμπράκη

Ανέβαινα τη Βενιζέλου, στην οποία παρατήρησα μια περίεργη αλλά και ανησυχητική κίνηση. Γνωστοί εκοφίτες, που τους γνώριζα και με γνώριζαν λόγω της δραστηριοποίησής μου, ανεβοκατέβαιναν στα πεζοδρόμια, οργισμένοι και κραυγάζοντας συνθήματα: “Η ΕΔΑ στη Βουλγαρία”, “Τα κομμούνια στη Μόσχα”, “Αλήτες, σήμερα θα πεθάνετε”.
Κάποιοι, που με γνώριζαν καλά, κινήθηκαν εναντίον μου, αλλά ταχύνοντας το βήμα μου έφτασα ακριβώς στη γωνία Βενιζέλου και Ερμού, έχοντας αριστερά μπροστά μου το κτίριο όπου μιλούσε ο Λαμπράκης, ακριβώς μπροστά μου την οδό Σπανδωνή και δεξιά πάλι μπροστά μου, απέναντι ακριβώς, το ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ, όπου διέμενε ο μάρτυρας της ειρήνης.

Πολίτες τρέχουν καταδιωκόμενοι από αστυνομικούς

Οι δρόμοι ήταν άδειοι από κόσμο αλλά με πολλούς αστυνομικούς. Οι “αγανακτισμένοι” ήταν στα πεζοδρόμια της Βενιζέλου, της Ερμού και πολλοί στην αρχή της οδού Σπανδωνή, σχηματίζοντας ένα τείχος που δεν άφηνε να δεις τι γίνεται πίσω από αυτό.

Από αριστερά μου είδα μια ομάδα πολιτών, με επικεφαλής τον Λαμπράκη, που δεν τον γνώριζα προσωπικά, να βγαίνει από το κτίριο της συγκέντρωσης και, έπειτα από κάποια μικρή στάση, τον Λαμπράκη να προπορεύεται και να περπατά στην Ερμού, με κατεύθυνση ανατολικά, πιθανόν προς το ξενοδοχείο του, ενώ σε απόσταση πέντε ή έξι μέτρων τον ακολουθούσαν τα στελέχη του κινήματος ειρήνης. Ανάμεσά τους οι Σύλλας Παπαδημητρίου, Γιώργος Πάτσας, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, δικηγόροι, ο Χρήστος Φράγκος, γιατρός, ο Κώστας Βέρρος, δάσκαλος, πρώην καπετάνιος του ΕΛΑΣ.


Αστυνομοκρατία στη Θεσσαλονίκη μετά τη γνωστοποίηση της δολοφονίας

Η σκηνή της δολοφονίας

Ξαφνικά, και ενώ βρισκόταν ακριβώς μπροστά μου, σε δύο μέτρα απόσταση από το πεζοδρόμιο όπου στεκόμουν εγώ, ακούγεται δυνατός θόρυβος μηχανής και από τη Σπανδωνή, την έξοδο της οποίας απελευθέρωσαν εν ριπή οφθαλμού αυτοί που την έφραζαν, φάνηκε ένα τρίκυκλο, με κατεύθυνση το σημείο όπου βρισκόμουν εγώ.
Σε κλάσματα δευτερολέπτου είδα τον Λαμπράκη ανάσκελα στο οδόστρωμα και το τρίκυκλο με την ίδια ιλιγγιώδη ταχύτητα που εμφανίστηκε να προσπαθεί να διαφύγει από τη Βενιζέλου, στην οποία μπήκε αντίθετα από τη φορά των αυτοκινήτων, που δεν υπήρχαν βέβαια.

Αστυνομικοί με κράνη επιτηρούν πολίτες στην πλατεία Συντριβανίου

Δεν είδα ή δεν μπόρεσα να δω, λόγω και της συγχύσεως που με διακατείχε, αν το χτύπημα που δέχτηκε ο Λαμπράκης στο δεξιό κάτω μέρος της κεφαλής του του καταφέρθηκε από άνθρωπο που βρισκόταν στον δρόμο ή στην καρότσα του τρίκυκλου. Αυτό που μπορώ να πω τώρα, πενήντα χρόνια μετά και ύστερα από πολλές συζητήσεις, είναι ότι όλα αυτά έγιναν σε χρόνο μηδέν και σαφώς προϋπολογισμένα.

Ως δημοσιογράφος, έσπευσα να μεταδώσω την είδηση στην εφημερίδα, αλλά, όπως μου είπαν δύο βλοσυροί κύριοι που κάθονταν μπροστά στο πλησιέστερο περίπτερο, “το τηλέφωνο ήταν χαλασμένο”.

Ετσι πήγα τρέχοντος στην εφημερίδα, όπου μου ανατέθηκε η παρακολούθηση του ρεπορτάζ, οπότε είχα την ευτυχή συγκυρία να γνωρίσω τον μεγάλο Γιάννη Βούλτεψη της “Αυγής” και τους Γιώργο Μπέρτσο της “Ελευθερίας” και Γιώργο Ρωμαίο του “Βήματος”.

Τις πρώτες μέρες μετά την επίθεση έξω από το ΑΧΕΠΑ συγκεντρώνονταν μέρα νύχτα εκατοντάδες φοιτητές και άλλοι νέοι αποτελώντας ένα είδος φρουράς στον ουσιαστικά νεκρό αγωνιστή της Αριστεράς

Τα αδύναμα στοιχεία της εκδοχής για Εμμανουηλίδη

Σήμερα είμαι υποχρεωμένος να διευκρινίσω ότι ποτέ δεν πείστηκα για την εκδοχή που ήθελε τον Εμμανουηλίδη, έναν άνθρωπο που δεν έμοιαζε καθόλου γυμνασμένος και ευέλικτος, να μπορούσε να χτυπήσει καίρια τον Λαμπράκη, κινούμενο, από την καρότσα μιας μοτοσικλέτας, κινούμενης επίσης, καταφέροντάς του θανατηφόρο πλήγμα στη βρεγματική χώρα και συνδυάζοντας τις μετέπειτα πληροφορίες -και αυτές που είχα εγώ προσωπικά και αυτές που αναφέρει ο επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασίλης Λαμπρίδης στο βιβλίο του «Αναμνήσεις και εκμυστηρεύσεις ενός δικαστή» του 2016- να επαναλάβω αυτό που γράφω στο πρόσφατο βιβλίο μου «Εφτά και κάτι νύχτες», «Οπως η πληροφορία που κυκλοφορούσε ο Γιώργος (Δεονάρδος) με τη συναίνεση πιθανότατα του δικηγόρου του, πως ο πραγματικός δολοφόνος του Γρηγόρη Λαμπράκη ήταν ο μοίραρχος της Χωροφυλακής Δημήτρης Κατσούλης, που πρόσφερε όμως τις υπηρεσίες του στην ΚΥΠ και ήταν σχεδόν άγνωστος στους ανθρώπους της Αριστεράς. Αυτός, έλεγε ο Γιώργος, ήταν ο άνθρωπος που χτύπησε με λοστό τον Λαμπράκη στον σβέρκο προκαλώντας του τη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, προτού περάσει από πάνω του το τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη. Κάκωση που δεν μπορούσε να παραχθεί από το πέσιμο του Λαμπράκη στην άσφαλτο, έστω κι αν χτυπούσε με βιαιότητα το κρανίο του σε κράσπεδο ή σε σκληρό εξόγκωμα της ασφάλτου».

Ο Μίκης Θεοδωράκης πήγε στη Θεσσαλονίκη και μίλησε σε εκατοντάδες νέους από τα σκαλοπάτια του κεντρικού κτιρίου του Αριστοτελείου, βάζοντας τα θεμέλια της Δημοκρατικής νεολαίας Λαμπράκη

Την ίδια πληροφορία από τον ίδιο άνθρωπο, τον Γιώργο Λεονάρδο, είχε και ο δικαστής Λαμπρίδης, την οποία περιγράφει μεν στο βιβλίο του, αρνούμενος όμως να δημοσιοποιήσει έγγραφο σημείωμα που του παρέδωσε ο Λεονάρδος, «γιατί είναι ανυπόγραφο και υπάρχει κίνδυνος να αμφισβητηθεί». Συγκεκριμένα, ο Β. Λαμπρίδης γράφει ότι ο Γιώργος Λεονάρδος του είπε: «Τον Γρηγόρη Λαμπράκη τον χτύπησε στο κεφάλι με τη λαβή περιστρόφου άτομο που βγήκε αστραπιαία από ομάδα παρακρατικών, ισταμένων στο πεζοδρόμιο της γωνίας των οδών Ερμού και Βενιζέλου».


Κι αυτό, το ποιος σκότωσε τον Γρηγόρη Λαμπράκη, είναι ένα σπουδαίο κεφάλαιο της υπόθεσης, αφού ο πραγματικός δολοφόνος δεν έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα, μια και ποινικά η όποια αποκάλυψη δεν έχει τώρα πια καμιά αξία. Ομως ως ερώτημα, που βεβαίως παραπέμπει στην επιτυχή προσπάθεια των τότε αστυνομικών -κυρίως-αρχών να καλύψουν τον δράστη του εγκλήματος, παραμένει, γιατί η ανάθεση του όλου εγχειρήματος στις πλάτες του Εμμανουηλίδη όλο και περισσότερο φαντάζει ως ασθενής. Οντας απόλυτα σίγουρο πως ο δολοφόνος εξυπηρετούσε πολιτικά σχέδια, τα οποία ούτε καν μπορούσε να φανταστεί ο «ατυχής» παρακρατικός της Τούμπας.

Η αντικομμουνιστική υστερία που καλλιεργούσε η ΕΡΕ αποτελούσε τι υπόβαθρο γα την αγαστή συνεργασία αστυνομίας και παρακρατικών. Αφίσα εναντίον της ΕΔΑ, στην οποία οι επιτροπές ειρήνης, ανθρωπίνων δικαιωμάτων γα την απελευθέρωση του Γλέζου θεωρούνταν "όργανα της Μόσχας"

Τώρα, έπειτα από πενήντα πέντε χρόνια και μελέτη πολλών και διάφορων κειμένων, από μαρτυρικές καταθέσεις, ιστορικές καταγραφές, λογοτεχνικές εκδοχές και ταινίες, καταλήγω στο συμπέρασμα πως η κατεύθυνση που δόθηκε τότε στις έρευνες για την αποκάλυψη του εγκλήματος ήταν σε λανθασμένη βάση.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσω πως την ώρα της δολοφονικής επίθεσης εναντίον του βουλευτή, οι πολίτες, κυρίως νέοι, που είχαν συγκεντρωθεί για να τον ακούσουν βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στο κτίριο του ΔΣΚ, αφού η Χωροφυλακή επέμενε να τους μεταφέρει μακριά από την περιοχή με λεωφορεία για να αποφευχθούν οι συγκρούσεις με τους «αγανακτισμένους», όπως έλεγε.
Οπότε οι διαπραγματεύσεις μεταξύ αστυνομίας και εγκλωβισμένων άργησαν και όταν απελευθερώθηκαν το έγκλημα είχε συντελεστεί.

Αυστηρότατα μέτρα κατά την μεταφορά του φέρετρου του Λαμπράκη

Εν πάση περιπτώσει, το ίδιο εκείνο βράδυ κι αφού επιβεβαιώθηκε ο βαρύτατος τραυματισμός του βουλευτή Λαμπράκη κι αφού οι εικασίες για διάφορα ονόματα που μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε ανάμειξη στη δολοφονία έδιναν κι έπαιρναν, πήρα εντολή από τον διευθυντή της εφημερίδας να επισκεφθώ στο σπίτι του τον δικηγόρο Γιώργο Πάτσα, μέλος της Επιτροπής για τη Διεθνή Υφεση και Ειρήνη Θεσσαλονίκης.

Με αυτοκίνητο της εφημερίδας και αφού πήρα μαζί μου τον συνάδελφο Αντώνη Κούρτη, που ερχόταν στην εφημερίδα για δουλειά ανύποπτος για το τι είχε συμβεί, φτάσαμε στην οικία Πάτσα, ένα ισόγειο σπίτι με κήπο στη συνοικία Αγία Τριάδα.

Ο Πάτσας μας εξιστόρησε τα γεγονότα όπως ακριβώς εκτυλίχθηκαν, αλλά άλλες πληροφορίες σχετικές με το έγκλημα δεν είχε, ούτε εξάλλου θα μπορούσε να έχει. Κι έτσι ξεκίνησε το μεγάλο μου ταξίδι στο περί τη δολοφονία ρεπορτάζ και στα όσα είχαν προηγηθεί, αλλά και στο
υπόβαθρο αυτής της αντικομμουνιστικής υστερίας που βασίλευε στην πόλη και στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην αγαστή συνεργασία των αστυνομικών αρχών και των αποκληθέντων παρακρατικών, που δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα συνονθύλευμα κοινωνικών αποβρασμάτων ή διάφορων φτωχοδιάβολων, που στήριζαν την επιβίωσή τους στην ευμενή αντιμετώπιση ή και την άμεση βοήθεια αυτών που υποτίθεται αποτελούσαν την εγγύηση της ασφάλειας όλων των πολιτών.

Το φέρετρο μεταφορτώνεται στον συρμό του ΟΣΕ

Σκηνές πένθους και τρομοκρατίας

Οι πρώτες μέρες μετά την επίθεση εναντίον του βουλευτή και διακεκριμένου επιστήμονα Λαμπράκη συνδέθηκαν με τα γεγονότα που διαδραματίζονταν έξω από το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου εκατοντάδες φοιτητές και άλλοι νέοι συγκεντρώνονταν νύχτα μέρα, αποτελώντας ένα είδος φρουράς στον ουσιαστικά νεκρό αγωνιστή της Αριστεράς.
Στο εσωτερικό του νοσοκομείου σπουδαίοι γιατροί Ελληνες και ξένοι, ανάμεσά τους και ο διάσημος Ούγγρος νευροχειρουργός καθηγητής Λάζλο Ζόλνταν καθώς και οι Αγγλος Ν. Ντον, Τσέχος Κ. Πατρόφσκι και Ρώσος Ζάιφκοφ που μετακλήθηκαν επειγόντως από την κυβέρνηση, εξέφραζαν την απαισιοδοξία τους για την πορεία της υγείας του βουλευτή, δηλώνοντας πως δεν υπάρχουν ελπίδες, αφού ήταν ουσιαστικά νεκρός.

Είναι αλήθεια πως η κυβέρνηση Καραμανλή είχε πανικοβληθεί, αντιλαμβανόμενη τον πολιτικό σεισμό που θα επακολουθούσε. Το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, στο οποίο παρεμπιπτόντως υπηρετούσε στο ακτινολογικό του τμήμα ο μέγας ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης, βρισκόταν σε κατάσταση συναγερμού και δεν αντέχει σε κριτική η μετά πενήντα χρόνια δήλωση του τότε φοιτητή πως τις πρώτες ώρες μετά τη δολοφονική επίθεση ένας γιατρός ζήτησε τη βοήθεια κάποιου από τους συγκεντρωμένους νέους στον προαύλιο χώρο του ΑΧΕΠΑ, που δήλωσε φίλα προσκείμενος στον Λαμπράκη, και του ανέθεσε την ευθύνη να κρατά τον τραχειοτομημένο και μη διασωληνωμένο βουλευτή ώστε να μην πέσει από το πρόχειρο φορείο, λόγω των σπασμών που υφίστατο.

Η χήρα του Λαμπράκη και ο αδελφός του (δεξιά) στην κηδεία του δολοφονημένου αγωνιστή της ειρήνης και της Αριστεράς

Προσωπικά όλο το διάστημα των πέντε ημερών που άντεξε ο Λαμπράκης βρισκόμουν μεταξύ του νοσοκομείου και της εφημερίδας, μεταφέροντας κάθε πληροφορία απευθείας στον διευθυντή της Γιάννη Ιωαννίδη που μου ανέθεσε το έργο, αμφιβάλλοντας για το ανεπηρέαστο του αστυνομικού συντάκτη Νίκου Στάγκου, που, ως κλασικός δεξιός, αντλούσε όλες τις πληροφορίες από τις αρχές ασφαλείας.
Μάλιστα ένα απ’ αυτά τα πρωινά, μαζί με τον φωτορεπόρτερ Γιάννη Κυριακίδη, που κατά διαβολική σύμπτωση απουσίαζε τη μέρα του εγκλήματος από τη Θεσσαλονίκη, μπήκαμε ντυμένοι με ιατρικές μπλούζες στο δωμάτιο του Λαμπράκη, παίρνοντάς τον φωτογραφίες τραχειοτομημένο και διασωληνωμένο. Νομίζω πως δεν υπάρχουν παρόμοιες φωτογραφίες άλλου φωτορεπόρτερ.

Το επόμενο διήμερο ήρθε στη Θεσσαλονίκη ο Μίκης Θεοδωράκης και μίλησε σε εκατοντάδες νέους από τα σκαλοπάτια του κεντρικού κτιρίου του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, βάζοντας τα θεμέλια της μετέπειτα οργάνωσης Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη, της οποίας υπήρξε και πρόεδρος.

Τις ίδιες ώρες ξεσπούν διαδηλώσεις στην Αθήνα. Η αστυνομία επιτίθεται σε φοιτητές στα Προπύλαια

Στις 27 Μαΐου ο Λαμπράκης κατέληξε και το φέρετρο με τη σορό του μεταφέρθηκε με πρωτοφανή αστυνομικά και στρατιωτικά μέτρα από το νοσοκομείο στον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης, απ' όπου διακομίστηκε στην Αθήνα για την κηδεία.

Ολη η διαδρομή της νεκροφόρας από το ΑΧΕΠΑ έως τον σταθμό ήταν αποκλεισμένη από οπλισμένα στρατιωτικά τμήματα, ώστε κανείς να μην μπορεί να διασχίσει κάθετα την Εγνατία οδό. Σ’ αυτήν τη μεταφορά και τον αποχαιρετισμό του νεκρού ήρωα που πραγματοποιήθηκε στον παντελώς έρημο χώρο του σιδηροδρομικού σταθμού δύο δημοσιογράφοι ήμασταν παρόντες. Ο Γιώργος Μπέρτσος, απεσταλμένος της «Ελευθερίας», και εγώ.

Τον επόμενο καιρό παρακολουθούσα για λογαριασμό της εφημερίδας μου την πορεία των ερευνών και των ανακρίσεων, κρατώντας το σχετικό ρεπορτάζ, έχοντας την αμέριστη βοήθεια του αείμνηστου Γιάννη Βούλτεψη, απεσταλμένου της «Αυγής».

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger