Προσφατες Αναρτησεις

Τι ήταν και τί ήθελε η 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ

Πώς προέκυψε το ΕΑΜ και πώς επηρέασε την πολιτική δράση του ΚΚΕ

Για να γίνουν αντιληπτές οι Θέσεις ενός συλλογικού υποκειμένου είναι αναγκαίο να γίνει κατανοητός ο μηχανισμός παραγωγής τους. Στην περίπτωση του ΚΚΕ οι συμπαγείς θέσεις που εκφράζει προς την κοινωνία καθιστούν ευκολότερη την εμβάθυνση σε αυτές. Φυσικά πάντα με την επιφύλαξη ότι γίνεται αντιληπτό μόνο το αποτέλεσμα μιας εσωκομματικής διαδικασίας, η οποία βρίθει αντιθέσεων, αντιφάσεων και πολύ συχνά προκύπτει από ιδεολογικοπολιτική διαπάλη. Μέσα από τα επίσημα κείμενα του ίδιου του κόμματος μπορεί να απομονωθεί η εξής διαδικασία συλλογισμού: προσδιορίζεται η κατάσταση της χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα· εκτιμάται ο χαρακτήρας της αλλαγής· εντοπίζονται οι «κινητήριες :δυνάμεις της επαναστατικής διαδικασίας»· και τελικά προκύπτει το μετωπικό-συμμαχικό σχήμα που προτείνει το ΚΚΕ στην κοινωνία.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η ίδρυση του ΕΑΜ αποτελεί κατάληξη ενός μακρού προτσές το οποίο εκκινεί από την 6η Ολομέλεια, εμπλουτίζεται από τις επεξεργασίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) και συγκεκριμενοποιείται από το 5ο και το 6ο συνέδριο του ΚΚΕ.

Τον Ιανουάριο του 1934 συνήλθε στην Αθήνα η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Η απόφαση που εκδόθηκε για το θέμα, «Η κατάσταση στην Ελλάδα και τα καθήκοντα του κόμματος», χαρακτήριζε την Ελλάδα ως χώρα «με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού [...] με υπάρχοντα σημαντικά υπολείμματα μισοφεουδαρχικών σχέσεων στην οικονομία, με ωρισμένο μίνιμουμ υλικών προϋποθέσεων, που είνε αναγκαίες για την σοσιαλιστική οικοδόμηση, με όχι τελειωμένο ακόμη τον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό». Κατά συνέπεια προβλέπεται μια «πορεία λίγο ή πολύ γρήγορου περάσματος της αστικο-δημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική», οπότε «η διχτατορία του προλεταριάτου μπορεί να μην επέλθει αμέσως, αλλά μέσα στην πορεία του περάσματος απ’ τη δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς στη σοσιαλιστική διχτατορία του προλεταριάτου».

 Αυτές οι εκτιμήσεις οδηγούν την ολομέλεια να καταλήξει: «η επικείμενη επανάσταση των εργατών και αγροτών στην Ελλάδα θα έχει αστικοδημοκρατικό χαραχτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση», ενώ οι «κινητήριες δυνάμεις» της επανάστασης θα είναι: η εργατική τάξη και οι φτωχομεσαίες μάζες της αγροτιάς.
Ωστόσο, παρατηρούμε ότι αν και η επανάσταση προβλέπεται να λάβει χαρακτηριστικά αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού, το ΚΚΕ δεν συμπεριλαμβάνει στις κινητήριες δυνάμεις και άρα στους πιθανούς συμμάχους τη μη μονοπωλιακή αστική τάξη και τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού. Ετι περαιτέρω, οι χαρακτηρισμοί «σοσιαλφασίστες», «εργατοφασίστες» και «αγροτοφασίστες», οι οποίοι αποδίδονταν σε σοσιαλιστικές ομάδες και εργατικά, αγροτικά κόμματα αντίστοιχα, απομακρύνουν την πιθανότητα μετωπικού σχήματος σε πολιτικό επίπεδο. Εντούτοις η ιστορική 6η Ολομέλεια προετοιμάζει τη συλλογική κομματική συνείδηση για τη μελλοντική συγκρότηση ευρέων κοινωνικών και πολιτικών συμμαχικών σχηματισμών.

Η άνοδος του φασισμού, οι διώξεις κομμουνιστών και σοσιαλιστών και η πιθανότητα του επικείμενου πολέμου οδήγησαν την ΚΔ, το διεθνές συντονιστικό κέντρο των κομμουνιστικών κομμάτων, να υιοθετήσει τον Ιούνιο του 1934 ως μετωπική πολιτική το Ενιαίο Μέτωπο. Μια (δια) ταξική συμμαχία, χωρίς πολιτικούς περιορισμούς, με στόχο τη λείανση των διαφορών μεταξύ των εργατών και την προσέγγιση με τα μικροαστικά και αγροτικά στρώματα. Κατ' αντιστοιχία το ΚΚ κάθε χώρας καλούνταν να σχεδιάσει την προσέγγιση ευρύτερων δυνάμεων, συνυπολογίζοντας πάντοτε τις ιδιαίτερες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που είχε να αντιμετωπίσει.

Υπ' αυτούς τους όρους, τον Μάρτιο του 1934 συνέρχεται στην Αθήνα το 5ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Ενα από τα βασικά ζητήματα που απασχόλησαν ήταν «η πορεία της ανάπτυξης του φασισμού». Ως κατάλληλη αντιμετώπιση προτείνεται το Ενιαίο Αντιφασιστικό Μέτωπο, χωρίς βαθύτερη ανάλυση.

Μετά την απόφαση του 5ου Συνεδρίου του ΚΚΕ και τις εκκλήσεις της ΚΔ για δημιουργία κοινού μετώπου μεταξύ των αντιφασιστικών δυνάμεων εκκινεί μια προσπάθεια προσέγγισης από πλευράς ΚΚΕ, κομματικών και κοινωνικών φορέων, η οποία δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Αν και ο κίνδυνος έλευσης του φασισμού είναι ορατός, οι πρωτοβουλίες συνεργασίας έχουν περισσότερο διακηρυκτικό παρά πρακτικό χαρακτήρα, ενώ το ΚΚΕ συνεχίζει να κρατάει απόσταση από τις «αστικές δυνάμεις» εξισώνοντας πλήρως όλη την αστική τάξη και τους εκπροσώπους της.

Τον Σεπτέμβριο του 1935, μετά την ολοκλήρωση του 7ου Συνεδρίου της ΚΔ, όπου υιοθετείται η πολιτική συγκρότησης Λαϊκών Μετώπων, το ΚΚΕ καλεί «όλους τους εργαζόμενους, τους φίλους της ειρήνης και τις οργανώσεις τους» να συμπαραταχθούν σε ένα Ενιαίο Παλλαϊκό Μέτωπο ενάντια στον πόλεμο.
Ακολουθεί η απόφαση της ΚΕ η οποία εξειδικεύει τις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της ΚΔ (1935) στην ελληνική περίπτωση. Προτείνεται ένας τρόπος δράσης ο οποίος βασίζεται στην αντίσταση και αντεπίθεση στη φασιστική απειλή μέσω της αποκατάστασης του ενιαίου μετώπου με αιχμή του δόρατος τη συνδικαλιστική ενότητα.

Η συμπαράταξη συμπεριλαμβανει όλες τις πολιτικές δυνάμεις: χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι «το παλλαϊκό μέτωπο, το ΚΚΕ, συνεργάζεται όχι μόνο με τα σοσιαλιστικά και αγροτικά κόμματα και όλες τις μαζικές οργανώσεις αλλά και με όλα τα άλλα κόμματα και οργανώσεις, που στέκονται πάνω σε ελάχιστη δημοκρατική-αντιφασιστική βάση».
Για το ΚΚΕ η υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας απέναντι στο φασισμό δεν σημαίνει εγκατάλειψη της θέσης για τη «μοναδική λαϊκή δημοκρατία», τη «σοβιετική», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται. Ως εκ τούτου προτίθεται να στηρίξει οποιαδήποτε κυβέρνηση η οποία θα αποκαταστήσει τις λαϊκές δημοκρατικές ελευθερίες, θα παράσχει γενική αμνηστία, θα προκηρύξει ελεύθερες εκλογές και θα  αποκρούσει τον μοναρχισμό και τον φασισμό.

Και τέλος τον Δεκέμβριο 1935 συγκαλείται το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ το οποίο κατέληξε σε μια σειρά καταλυτικών αποφάσεων ν βασισμένο: α) στις επεξεργασίες της ΚΔ για τον καπιταλισμό· β) στην εξειδίκευση που έγινε στην 6η Ολομέλεια της ΚΕ (1934) για το επίπεδο ανάπτυξης της Ελλάδας· γ) στις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κ.Δ (1935).

Το συνέδριο καθόρισε το εύρος του Ενιαίου Μετώπου ως αντιφασιστικού μετωπικού σχηματισμού.
Πλέον συμπεριλαμβάνονται οι σοσιαλιστές, αγροτιστές και «ρεφορμιστές», ενώ η αντιμετώπιση του «μοναρχοφασισμού» θα γινόταν μέσω της Λαϊκής Δημοκρατικής Εξουσίας. Συνεπώς, διευρύνεται η μετωπική συμμαχία και τίθεται ως άμεσος στόχος η αντιιμπεριαλιστική πάλη ενάντια στον επερχόμενο πόλεμο, ενώ ο χαρακτήρας της επανάστασης διατηρείται «αστικοδημοκρατικός».

Μέσα σε δύο χρόνια η στάση του ΚΚΕ μετατοπίστηκε ως προς το εύρος της συμμαχικής του απεύθυνσης,τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά. Ωστόσο η μετακίνηση από τον χαρακτηρισμό «σοσιαλφασίστες» και «αγροτοφασίστες» σε κάλεσμα για συνεργασία προς «κάθε οργάνωση που στέκεται στην ελάχιστη αντιφασιστική φιλειρηνική βάση» εκπορευόταν από τις αποφάσεις του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος.

Την 28η Σεπτεμβρίου 1941 ιδρύεται το ΕΑΜ με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, ύστερα από απόφαση της 6ης και της 7ης Ολομέλειας της ΚΕ (1941).
Συμμετέχει το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος (ΣΚΕ), το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδος (ΑΚΕ) και η Ενωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ). Στο πρόγραμμα του ΕΑΜ προβλεπόταν ισοτιμία των πολιτικών φορέων που το συνέστησαν, όπως και όσων θα συνέπρατταν στη συνέχεια, αρκεί να είχαν σκοπό την εθνική ανεξαρτησία.

Στο ιδρυτικό κείμενο το αιτούμενο ήταν, μετά το πέρας του πολέμου: να προκύψει κυβέρνηση από την «ηγεσία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, από τα κόμματα και τις ομάδες που θα τον οδηγήσουν στην πάλη και στη νίκη», να αποκατασταθούν όλες οι λαϊκές ελευθερίες και να δοθεί γενική αμνηστία και τέλος να συγκληθεί συντακτική συνέλευση με σκοπό τη σύνταξη του «λαοκρατικού πολιτεύματος».
Για την πραγματοποίηση των παραπάνω στόχων καλούνται «όλα τα στρώματα του λαού μας» (όλα, ακόμη και οι «εισοδηματίες») στη διεξαγωγή ενός αγώνα: απελευθερωτικού, παλλαϊκού - εθνικού, ο οποίος διακρίνεται για την «ενότητα στους σκοπούς».

Η ίδρυση του ΕΑΜ είναι συνεπής τόσο με τις θεωρητικές επεξεργασίες του ΚΚΕ όσο και με τις κατευθύνσεις της ΚΔ.
Το ΚΚΕ έκρινε ότι η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση της Κατοχής από τον Αξονα ήταν η εθνικοαπελευθερωτική πάλη. Ωστόσο, ακόμη κι αν δεν υπήρχαν οι αποφάσεις του καθοδηγητικού κέντρου, η εθνικοαπελευθερωτική πάλη ήταν μονόδρομος, μιας και απέρρεε από τις επεξεργασίες του ίδιου του κόμματος για το επίπεδο ανάπτυξης της χώρας (6η Ολομέλεια 1936).
Συνεπώς επιλέχθηκε ένα συμμαχικό σχήμα το οποίο μπορούσε να υλοποιήσει τον -διπλό- στόχο της αντιμετώπισης του φασιστικού κινδύνου και της δημιουργίας προϋποθέσεων για αστικοδημοκρατική μεταβολή.

Το ΕΑΜ πραγμάτωνε τις αποφάσεις όλων των σωμάτων του κόμματος από το 1934 και της ΚΔ. Οι ίδιες αποφάσεις, οι οποίες επικαιροποιήθηκαν από τις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (1945), καθόρισαν τη στάση του κόμματος στον Εμφύλιο που ακολούθησε.

Πηγή: Της Αιμιλίας Βήλου - "Αιρετικά" - Documento
{[['']]}

Ύψωμα 731, εκεί που τσακίστηκε η Ιταλική επίθεση στην Πίνδο – Ο ήρωας ταγματάρχης που οι εθνικόφρονες έστειλαν εξορία


Τις πρώτες δυόμισι ώρες της επίθεσης ρίχτηκαν 100.000 βόμβες στο μικρό ύψωμα. Κάθε δευτερόλεπτο, έπεφταν 11 βλήματα. Στο τέλος της επίθεσης το «Ύψωμα 731» είχε φαγωθεί κατά πέντε μέτρα. Είχε γίνει «Ύψωμα 726».

 Γραφείο Μπενίτο Μουσολίνι, Ρώμη, αρχές Μαρτίου 1941
Ο «Ντούτσε» έκλεισε με δύναμη το μαύρο βαρύ ακουστικό τού τηλεφώνου του. Τα χέρια του έτρεμαν από την ένταση. Σηκώθηκε από το τεράστιο δρύινο γραφείο του και πήγε προς το παράθυρο. Προέταξε με τον γνωστό του τρόπο το πηγούνι του, πήρε βαθιά αναπνοή και φούσκωσε, όπως έκανε στις ομιλίες του στο πλήθος. Ύστερα, εντελώς ξαφνικά, σαν να είχε δεχτεί γροθιά στο στομάχι, ξεφούσκωσε, οι ώμοι του βάρυναν και περπάτησε άλλη μια φορά γύρω από το γραφείο του. Κάθισε βαριά στην καρέκλα. Χαμήλωσε το κεφάλι του και πέρασε τις παλάμες του επάνω από το φαλακρό κρανίο του, που είχε αρχίσει να ιδρώνει. Μόλις είχε δώσει μια βαριά υπόσχεση στον σύμμαχό του, Αδόλφο Χίτλερ: «Μέχρι το τέλος της άνοιξης θα κάνω παρέλαση στην Αθήνα».


Όταν κόπασε λίγο η οργή του, πάτησε το κουμπί ενδοσυνεννόησης με τη γραμματεία του και σε κλάσματα δευτερολέπτου ένας μελανοχίτωνας φρουρός χτύπησε την πόρτα και μπήκε μέσα. «Φραντσέσκο, πες να μου φέρουν έναν εσπρέσο. Ααα και πού είσαι; Πες να ετοιμάσουν το αεροπλάνο μου». Σε λίγες ώρες ο Μπενίτο Μουσολίνι, ο φασίστας, ο νέος Καίσαρας, ο άνθρωπος που οραματιζόταν τη Μεσόγειο σαν «Mare Nostrum», πετούσε με προορισμό τις ιταλικές θέσεις στα σύνορα της Αλβανίας με την Ελλάδα.

Ύψωμα 731, αμπρί διοικήσεως 

Ο ταγματάρχης Δημήτρης Κασλάς, με περγαμηνές από τον μικρασιατικό πόλεμο, καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Κάτι δεν του άρεσε. Η ξαφνική σιγή των Ιταλών τον είχε βάλει σε σκέψεις. Χωρίς να φορέσει το πανωφόρι του, βγήκε έξω από το αμπρί του και άρχισε να επιθεωρεί τις θέσεις άμυνας στο ύψωμα.

Το βουνό βρισκόταν 20 χιλιόμετρα βόρεια της Κλεισούρας και είχε καταληφθεί από τον Ελληνικό Στρατό τον χειμώνα του 1941. Το συγκεκριμένο ύψωμα ήταν ένα καρφί στο «μάτι» της ιταλικής πολεμικής μηχανής. Όσο παρέμενε σε ελληνικά χέρια κάθε προσπάθεια των Ιταλών ήταν καταδικασμένη. Εάν έπεφτε, τότε άνοιγε ο δρόμος για την υπόλοιπη Ελλάδα. Είχε υψόμετρο 731 μέτρα και όπως είθισται η γεωγραφική υπηρεσία το είχε ονομάσει «Ύψωμα 731».


Ο ταγματάρχης φώναξε δυο λοχαγούς του και άρχισε να δείχνει με το δάχτυλό του διάφορα σημεία και να δίνει οδηγίες. Εκείνοι, που δεν είχαν καταλάβει για τι πράγμα μιλούσε, απλά σημείωναν και κουνούσαν καταφατικά το κεφάλι τους. «Θέλω να ενισχυθεί η άμυνα σε αυτό το αντέρεισμα. Σε αυτή τη ραχούλα να στηθεί ένα πολυβόλο που θα διασταυρώνει πυρά με εκείνο το πολυβόλο μας. Εδώ και εδώ να βάλλουν οι όλμοι μας. Και όλοι, μα όλοι να σκάψουν ορύγματα βάθους 80 εκατοστών και να μπουν μέσα για να είναι προφυλαγμένοι…».


Ο ταγματάρχης Κασλάς είχε δημιουργήσει στο μυαλό του ένα περίφημο σχέδιο άμυνας και τώρα το έστηνε όχι επί χάρτου, αλλά στην πραγματικότητα. Γνώριζε ότι οι φαντάροι και οι αξιωματικοί του ήταν διαλυμένοι και καταβεβλημένοι, όπως και εκείνος, αλλά πολύ περισσότερο γνώριζε ότι το ύψωμα δεν έπρεπε να πέσει ακόμη και εάν όλοι οι υπερασπιστές του σκοτώνονταν.
Ο ταγματάρχης Κασλάς εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Έφαγε μαζί με τους υπόλοιπους στρατιώτες σαν απλός φαντάρος και στη συνέχεια κλείστηκε στο αμπρί του και μελέτησε τους χάρτες. Σχεδίασε κάθε πιθανό σενάριο, καλό ή κακό, προκειμένου να μην πέσει το ύψωμα. Έφτιαξε στο μυαλό του κάθε εναλλακτική λύση για να αποτρέψει την ιταλική επίθεση. Πριν ακόμη χαράξει, βγήκε έξω σαν να ήθελε να αποτυπώσει στο μυαλό του όλη εκείνη την απίστευτη ομορφιά της πλάσης.

Λίγα λεπτά αργότερα, ξεκινούσε η περίφημη ιταλική «Εαρινή Επίθεση» με τον ίδιο τον Μουσολίνι να επιβλέπει. Τα ιταλικά κανόνια άρχισαν να ξερνούν φωτιά. Οι ελληνικές θέσεις δέχονταν ένα πρωτόγνωρο σφυροκόπημα. Θύμιζε τα «μπαράζ» του πυροβολικού στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κάθε ένα δευτερόλεπτο που περνούσε επάνω στο βουνό έσκαγαν 11 βλήματα. Καπνός, σκόνη, ουρλιαχτά, διαμελισμένα κορμιά, μυρωδιά από καμένη σάρκα, μπαρούτι, συνέθεταν ένα σκηνικό κολάσεως.


Ο Κασλάς δίπλα στον ασυρματιστή του ούρλιαζε για να ακουστεί: «Στείλε: Δεχόμαστε σφοδράν επίθεσιν. Αντέχουμε». Ο ταγματάρχης ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει τους Ιταλούς να πατήσουν στο «731». Κατάμαυρος από την κάπνα και τις λάσπες φώναξε τους αξιωματικούς του και στα γρήγορα, μέσα στο αμπρί του, έδωσε τη διαταγή του προς τους διοικητές των λόχων του 5ου τάγματος Πεζικού Τρικάλων: «Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρις εσχάτων. Ουδείς θα κινηθή προς τα οπίσω. Εμψυχώσατε άνδρας σας και τονώσατε το ηθικόν των. Προμηνύεται λυσσώδης επίθεσις του εχθρού, η οποία οπωσδήποτε θα αποκρουσθή και θα συντριβή. Τηρήσατέ με ενήμερον τακτικής καταστάσεως. Επαναλαμβάνω, τότε μόνον θα διέλθη ο εχθρός εκ της τοποθεσίας μας, όταν αποθάνωμεν άπαντες επί των θέσεών μας».


Οι στιγμές, τα λεπτά, οι ώρες του σφοδρού βομβαρδισμού περνούσαν βασανιστικά αργά. Μέσα στα ορύγματα οι φαντάροι σιωπηλοί, δεν μπορούσαν να αντιδράσουν στις βόμβες που έσκαγαν δίπλα τους. Τα βλήματα σκορπούσαν τον θάνατο και τη θλίψη. Οι στρατιώτες έβλεπαν τους συναδέλφους και φίλους τους να κομματιάζονται, ένιωθαν το αίμα τους καυτό να τους πιτσιλάει. Και όσο συνέβαινε αυτό, τόσο η οργή τους ξεχείλιζε και έσφιγγαν περισσότερο το όπλο τους.
Ο Ιταλός διοικητής Πυροβολικού, Καβαλέρο, από την Τρεμπεσίνα, όπου ήταν τα κανόνια, σίγουρος πλέον ότι δεν είχε μείνει άνθρωπος ζωντανός έπειτα από τέτοιο βομβαρδισμό, έγνεψε στον Ντούτσε, που παρακολουθούσε από κοντά, ότι πλέον το Πεζικό μπορεί να καταλάβει το ύψωμα. Οι Ιταλοί στρατιώτες καθώς πλησίαζαν αντίκρισαν ένα θέαμα που τους έκανε να μείνουν με το στόμα ανοιχτό. Το γεμάτο δέντρα βουνό είχε μείνει φαλακρό. Τα συρματοπλέγματα είχαν καταστραφεί, τα χαρακώματα δεν υπήρχαν. Ήταν πλέον και εκείνοι σίγουροι ότι θα καταλάμβαναν εύκολα το ύψωμα.


Την ίδια στιγμή μέσα στο αμπρί του ταγματάρχη, ο ασυρματιστής, του έδωσε να διαβάσει το τηλεγράφημα από τον συνταγματάρχη Κετσέα: «Επί των θέσεών σας θ’ αμυνθήτε μέχρις εσχάτων. Η Πατρίς, η Ανωτάτη Διοίκησις απαιτεί να κρατήσητε ψηλά την τιμήν των όπλων».
Ο Δημήτρης Κασλάς, που δεν σταμάτησε να δίνει διαταγές, έγνεψε στον ασυρματιστή του: «Στείλε: οτιδήποτε και αν συμβή δεν θα εγκαταλείψωμεν το 731 και έχω πεποίθησιν ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί».

Η πεποίθησή του έγινε πραγματικότητα. Αν και είχαν καταστραφεί τα ελληνικά κανόνια επάνω στο ύψωμα, αν και είχαν καταστραφεί τα πυροβόλα, οι όλμοι και τα βαριά όπλα, ο Κασλάς έδωσε διαταγή προς τους φαντάρους να μην κουνηθούν από τις θέσεις τους και να μην πυροβολήσουν τους σχεδόν ακάλυπτους Ιταλούς μέχρι το σύνθημά του. Και όταν οι Ιταλοί έφτασαν κοντά, ο ταγματάρχης φώναξε «πυρ» και μια δεύτερη πύλη της κολάσεως άνοιξε, αυτή τη φορά για εκείνους.
Με χειροβομβίδες, πολυβόλα, αυτόματα, οι Έλληνες φαντάροι θέριζαν τους Ιταλούς που ακάλυπτοι δεν είχαν πού να κρυφτούν. Ήταν μια πραγματική σφαγή για τους άνδρες του Μουσολίνι. Τα νεύρα είχαν τεντωθεί τόσο, που κάποιες ομάδες Ιταλών που σήκωναν τα χέρια για να παραδοθούν εκτελέστηκαν την ίδια στιγμή.


Ο ταγματάρχης Κασλάς υπερασπίστηκε με τους στρατιώτες του το «Ύψωμα 731» με αυταπάρνηση. Η «Εαρινή Επίθεση» του Μουσολίνι έσπασε στους βράχους ενός βουνού που είχε ύψος 731 μέτρα. Τα βράδια ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν επάνω από το καραφλό βουνό και έριχναν προκηρύξεις. Ο Κασλάς έγραψε στο ημερολόγιό του: «Προς το εσπέρας νομίζουν ότι θα κλονίσουν το ηθικόν των στρατιωτών μας, ρίπτουν δι’ αεροπλάνων χιλιάδας προκηρύξεις, καλούν τους στρατιώτας μας να ρίψουν τα όπλα και να σπεύσουν να παραδοθούν. Αι προκηρύξεις αυταί μόνον γέλωτα προσέφερον εις τους ηρωικούς οπλίτας». Ο Μουσολίνι έφευγε ταπεινωμένος. Σε λίγες εβδομάδες θα χρειαζόταν ο σύμμαχός του, ο Χίτλερ, να επέμβει για να τον σώσει από την καταστροφή.

Στον ταγματάρχη Κασλά, που κράτησε το «Ύψωμα 731» και απέκρουσε μέσα σε τρεις μέρες 18 μεγάλες επιθέσεις από Πυροβολικό, Αεροπορία, άρματα μάχης και επίλεκτες ιταλικές μονάδες πεζικού, απονεμήθηκαν τα εξής: Χρυσούν Αριστείο Ανδρείας, Πολεμικός Σταυρός Γ’ Τάξεως, Αργυρούς Σταυρός του Β’ Τάγματος, Μετάλλειον στρατιωτικής αξίας Δ’ Τάξεως. Οι Ιταλοί άφησαν στους πρόποδες του υψώματος 12.000 νεκρούς.

Καλοκαίρι 1943, Βόλος, χωριό Πουρί 

Ο ήρωας ταγματάρχης του «731» είχε επιστρέψει στην ησυχία τού χωριού του. Καθημερινά ασχολούνταν με τις αγροτικές δουλειές, αλλά κάτι μέσα του δεν τον άφηνε να κοιμηθεί και να ησυχάσει. «Πρέπει να βγω στο βουνό. Πρέπει να πολεμήσω τους κατακτητές», σκεφτόταν και μια μέρα παρουσιάστηκε στον ΕΛΑΣ. Εντάχθηκε στη XVI Μεραρχία. Οι οργανωτικές του ικανότητες, η οξύνοιά του, το θάρρος του και η τακτική του στις μάχες δεν άργησαν να τον φέρουν ως στρατιωτικό διοικητή του 52ου Συντάγματος.


Οι μάχες που έδωσε φορώντας το… δίκοχο του ΕΛΑΣ ήταν πολλές. Έδρασε κυρίως στην περιοχή της κοιλάδας του Σπερχειού και σε κάθε σύγκρουση που είχε με τα γερμανικά στρατεύματα άφηνε πίσω του μόνο νεκρούς στρατιώτες που φορούσαν τις στολές με τη νεκροκεφαλή και τους δυο κεραυνούς στο πέτο.

Μερικές από αυτές εναντίον του κατακτητή αλλά και των ντόπιων συνεργατών του: στο Βλάσδο (Μοσχάτο) Καρδίτσης στις 7 Μαρτίου 1944, στον Μεσενικόλα Καρδίτσης στις 18 Μαρτίου 1944, στο Παλιούρι Φθιώτιδος στις 12 Απριλίου 1944, στην περιοχή Μακρακώμης - Σπερχειάδος από τις 11-14 Ιουνίου και στις 18 Ιουνίου 1944. Απέκρουσε με πείσμα και έκανε να πληρώσουν ακριβά οι Γερμανοί τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τους εναντίον των ανταρτών, στην κοιλάδα του Σπερχειού στις 7-20 Αυγούστου 1944. Έλαβε μέρος στη μάχη στο Λιανοκλάδι την 1η Σεπτεμβρίου 1944 και στις μάχες στην περιοχή Δομοκού στις 18-20 Οκτωβρίου 1944.
Επίσης οργάνωσε διάφορα σαμποτάζ κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε την Αθήνα με τη Βόρεια Ελλάδα, σε συνεργασία με Άγγλους κομάντος υπό τον Άγγλο ταγματάρχη Τζον Μόλγκαν από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο του 1944.

19 Δεκεμβρίου 1944, Πάρνηθα, Χασιά Αττικής

Το κρύο περνούσε τα πανωφόρια και τα αμπέχονα, και έφτανε μέχρι το κόκαλο. Οι άνδρες του 52ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ βρίσκονταν κρυμμένοι με πλήρη εξάρτυση και πολεμοφόδια στο δάσος της Πάρνηθας. Ήταν όλοι τους μπαρουτοκαπνισμένοι και ετοιμοπόλεμοι. Περίμεναν απλά τη διαταγή από το αρχηγείο και θα κατέβαιναν από το Περιστέρι και τις άλλες δυτικές συνοικίες. Η κατάληψη της Αθήνας και η εξολόθρευση όλων των συνεργατών των Γερμανών που απολάμβαναν την κάλυψη της κυβέρνησης και κοιμόντουσαν σε ξενοδοχεία, δίχως να τους ενοχλεί κανείς, θα ήταν ζήτημα ωρών.


Ο στρατιωτικός διοικητής του 52ου Δημήτρης Κασλάς κοίταζε από ψηλά τα φώτα της πόλης που άναβαν και τους καπνούς από τις διάφορες συνοικίες όπου μαίνονταν οι μάχες. «Μα είναι δυνατόν. Μας έχουν εδώ από τις 30 Νοεμβρίου και αντί να μας αμολήσουν, αφήνουν τον εφεδρικό ΕΛΑΣ και την ΕΠΟΝ της Αθήνας να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Μα τι κάνουν; Κοιμούνται τέλος πάντων; Δεν βλέπουν ότι μας πετσοκόβουν εκεί κάτω; Τι κάνουμε εδώ;». Ο λοχαγός του ΕΛΑΣ που κάπνιζε το τσιγάρο του δίπλα από τον Κασλά δεν περίμενε απάντηση. Την ήξερε. Έσβησε την καύτρα με το σαλιωμένο δάχτυλό του και γύρισε πίσω.


Μια απλή διαταγή και η ροή της ιστορίας θα είχε αλλάξει. Μια διαταγή που δεν δόθηκε στην ώρα της. Όταν έφτασε στον Κασλά και σε άλλους μπαρουτοκαπνισμένους διοικητές του ΕΛΑΣ, οι Άγγλοι είχαν γίνει ήδη κύριοι των κομβικών σημείων της πόλης, αποβίβαζαν συνέχεια στρατό από τον Πειραιά και την Ελευσίνα, και η ρομαντική περιπέτεια του βασανισμένου λαού για δημοκρατία είχε λάβει τέλος. Εκείνος ο πόλεμος ήταν προδιαγεγραμμένο από την αρχή να χαθεί.

Επίλογος

Ο ήρωας ταγματάρχης του «731», ο άνθρωπος που απέκρουσε τα στρατεύματα της Ιταλίας στο ύψωμα που δεν έπρεπε να πέσει, δεν ήταν ήρωας. Η «εθνικόφρων κυβέρνηση» τον θεώρησε προδότη, Βούλγαρο, συμμορίτη, κατσαπλιά. Οι συνεργάτες των Γερμανών, αλλά και οι άκαπνοι στρατιωτικοί που περνούσαν τον χρόνο τους στα μπορντέλα και τα καφενεία της Μέσης Ανατολής, όταν ο Κασλάς πολεμούσε τους κατακτητές, επέστρεψαν με τη βοήθεια των συμμάχων στα πράγματα και τον έκριναν ως «ανεπαρκή». Το υπουργείο Στρατιωτικών ζήτησε από τον Κασλά να απολογηθεί και να αποκηρύξει τη δράση του στον ΕΛΑΣ. Δεν το έκανε. Δεν πρόδωσε τους νεκρούς στρατιώτες του. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας ο ταγματάρχης Δημήτρης Κασλάς υπάχθηκε στον β’ πίνακα των αξιωματικών, χαρακτηρισμένος ως «επικίνδυνος με υποψία ότι θα στελέχωνε τον ΔΣΕ». Ο δρόμος που έπρεπε να πάρει ήταν ένας: Εξορία.
Τον αποστράτευσαν «αυτεπαγγέλτως». Του ξήλωσαν τα γαλόνια. Ο Κασλάς ουδέποτε υπέγραψε δήλωση μετάνοιας. Έμεινε στην εξορία επί τρία χρόνια. Το 1948 αφέθηκε υπό περιοριστικούς όρους ελεύθερος.

Τρίκαλα, 1950 

Στην πλατεία Ρήγα Φεραίου της πόλης κυκλοφορούσε άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Δυο καλοντυμένοι θαμώνες του ιστορικού καφενείου «Πανελλήνιον», που απολάμβαναν τον καφέ τους, τον είδαν να περνά και δεν του έδωσαν σημασία. Μια παρέα νεαρών, όμως, σηκώθηκε από το τραπέζι της και λίγο έλειψε να πετάξει κάτω τους καφέδες και τα νερά. Έτρεξε προς τον άγνωστο άνδρα και του έκλεισε τον δρόμο.
«Κύριε ταγματάρχα, εσείς;» του είπε ο ψηλότερος της παρέας. «Κύριε ταγματάρχα μας, κύριε Κασλά, πολεμήσαμε μαζί στο ‘‘731’’» του είπαν οι τρεις φίλοι με μια φωνή και στάθηκαν προσοχή μπροστά του. «Μας σώσατε τη ζωή. Σας ευγνωμονούμε για όσα κάνατε για εμάς. Πάντα θα σας ευγνωμονούμε. Και εμείς και τα παιδιά μας».


Ένας αραμπάς πέρασε από δίπλα τους και έκαναν στην άκρη. Ο άγνωστος άνδρας, τους κοίταξε βαθιά και τους τρεις. Ήθελε να τους χαιρετίσει, να τους αγκαλιάσει. Δεν το έκανε. Σήκωσε τον γιακά από το παλτό του, και τους είπε ευγενικά: «Συγγνώμη, κύριοι, δεν καταλαβαίνω τι λέτε. Μάλλον με μπερδεύετε με κάποιον άλλον. Κάνετε κάποιο λάθος. Καλή σας ημέρα» και απομακρύνθηκε.
Ο άγνωστος με τον υψωμένο γιακά και το καπέλο, όταν έστριψε στην πρώτη γωνία που βρήκε μπροστά του, κοντοστάθηκε να πάρει ανάσα. Έκλαψε βουβά, με αναφιλητά. Ύστερα σκούπισε τα δάκρυά του και συνέχισε τον δρόμο του. Ο άγνωστος άνδρας πέθανε το 1966. Τον πρόδωσε η καρδιά του στα 65 του χρόνια, όπως τον πρόδωσε η πατρίδα του…
Το 1985 ο Δημήτριος Κασλάς, μετά θάνατον, προήχθη σε ταξίαρχο.

Το φωτογραφικό υλικό είναι από το ψηφιακό αρχείο για τον Δημήτρη Κασλά, www.Kaslas.blogspot.gr

Πηγή: "Το Ποντίκι"
{[['']]}

Η Πηγάδα του Περρωτή


Εγκλήματα των δωσίλογων με εθνικόφρονη προβιά και αντεκδίκηση - ακόμα και τυφλή

 Οι «αξιότιμοι» Περρωτής, Βρεττάκος και Μαγγανάς

Εχουμε ήδη περάσει στην περίοδο της «δεύτερης γερμανικής κατοχής» μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών στις 8 Σεπτεμβρίου. Η οποία ξεκινάει με εκτελέσεις δέκα πατριωτών στα παλιά σφαγεία της Καλαμάτας στις 12 Σεπτεμβρίου και με το ολοκαύτωμα του Αετού την ίδια μέρα

Σε έρευνα Γερμανών στη Φυτεία εντοπίζεται αρχηγείο του εφεδρικού ΕΛΑΣ, συλλαμβάνονται και εκτελούνται στην Παραλία ο δικηγόρος Ρούλης Σαλαβράκος και ο εργάτης Αντώνης Σούμπασης, μέλη του ΚΚΕ.

Στις 15 Οκτωβρίου οι Γερμανοί τοποθετούν νομάρχη Μεσσηνίας τον γιατρό Δημήτριο Περρωτή, γνωστό για τους δεσμούς με τις φασιστικές οργανώσεις από τις δημοτικές εκλογές του 1929.
Ανακοίνωση στον τοπικό Τύπο ανέφερε ότι «γενομένης γενικής συνελεύσεως του Α' Φασιστικού διαμερίσματος Καλαμών προκειμένου να αποφανθώσι όλοι ομού και εγκρίνωσι τον καταλληλότερον εκ των υποψηφίων διά το δημαρχιακόν αξίωμα, απεφάνθησαν όλοι ομοφώνως υπέρ της υποστηρίξεως του κ. Περρωτού ως μόνου καταλλήλου διά το δημαρχιακόν αξίωμα». 

Ιδεολόγος φασίστας ο Περρωτής, αποτελεί ιδανικό συνεργάτη των Γερμανών και φανατικό διώκτη της Αντίστασης. Ακόμη και συμπατριωτών του οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είχαν ανάμειξη με τις οργανώσεις. Και πριν από την ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας συγκροτεί ομάδες ένοπλων αλητών τις οποίες χρηματοδοτεί και χρησιμοποιεί εναντίον των πατριωτών.

Μία εβδομάδα μετά την τοποθέτησή του στη θέση του νομάρχη ανακοινώνει άρση των περιοριστικών μέτρων που είχαν επιβληθεί μετά την εκτέλεση από αντάρτες στις 13 και 15 Οκτωβρίου δύο διοικητών χωροφυλακής. Το γεγονός εφησυχάζει τους πολίτες, αλλά πρόκειται για παγίδα των Γερμανών. Οργανώνουν μεγάλη επιχείρηση με μπλόκο στη δυτική Καλαμάτα. Συλλαμβάνονται 2.000 άνθρωποι που οδηγούνται στο γήπεδο του Απόλλωνα - εκεί όπου αργότερα χτίστηκε το παλιό νοσοκομείο. Περίπου 200 από αυτούς οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο Νταχάου στη Γερμανία, όπου δεκάδες πέθαναν.

Η αντίσταση φουντώνει και οι Γερμανοί απαντούν με αντίποινα: δυνάμεις του ΕΛΑΣ ανατινάζουν σιδηροδρομική γέφυρα μεταξύ Διαβολιτσίου και Ισαρη.
Οι Γερμανοί συλλαμβάνουν 18 πατριώτες στο Διαβολίτσι και τους εκτελούν στην Τρίπολη στις 6 Νοεμβρίου.

Τρεις μέρες αργότερα το γερμανικό πυροβολικό βάλλει και πυρπολεί τη Μονή Βελανιδιάς επειδή εκεί έβρισκαν καταφύγιο οι αντάρτες.
Στις 24 Νοεμβρίου δέκα Καλαματιανοί που ήταν κρατούμενοι στην Τρίπολη εκτελούνται στην Τρίοδο, ως αντίποινα για τον τραυματισμό Γερμανού στρατιώτη.
Στις 13 Ιανουαρίου 1944 οι Γερμανοί πυρπολούν τον Αλμυρό ως αντίποινα για φυλάκιο του ΕΛΑΣ που είχε εγκατασταθεί εκεί.

Μπαίνοντας το 1944, στο πλευρό των Γερμανών πλέον μάχονται και οι συνεργάτες τους.
Πολύ πριν από την ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας, την 1η Νοεμβρίου 1943, στη Σπάρτη οι Γερμανοί εξοπλίζουν το τάγμα Λεωνίδας.
Πρόκειται για το δωσιλογικό τάγμα του Λεωνίδα Βρετάκου που αναλαμβάνει δράση εναντίον του ΕΑΜ. Σύμφωνα με επίσημη αγγλική πηγή, του δίνουν 2.300 τυφέκια, 50 αυτόματα, 20 πολυβόλα, 20 όλμους, ρουχισμό και τρόφιμα.

Στο πλαίσιο αυτό ο γερμανοπροδότης οργανώνει επιχείρηση εκκαθάρισης της ΕΑΜοκρατούμενης Καλαμάτας και στις 25 Ιανουαρίου μπαίνει στην πόλη. Ενοπλοι αντάρτες πυροβολούν και σκοτώνουν οπλίτη από το τάγμα του Βρεττάκου. Το γεγονός αυτό χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για εκατοντάδες στοχευμένες συλλήψεις στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα.

Ντόπιοι κουκουλοφόροι ήδη είχαν παραδώσει κατάλογο με όσους θεωρούσαν τέλη και στελέχη του ΕΑΜ. Παράλληλα ξετυλίγεται το δράμα των εν ψυχρώ εκτελέσεων των αδερφών Μελικώνη στην πλατεία της Καλαμάτας επειδή βρήκαν στο σπίτι τους προκηρύξεις.
Οσοι συνελήφθησαν από το τάγμα προδοτών του Βρεττάκου (γύρω στους 170) παραδόθηκαν στους Γερμανούς και οδηγήθηκαν στην Τρίπολη. Λίγες ημέρες αργότερα οι Γερμανοί σε εκκαθαριστική επιχείρηση στην Αλαγονία εκτελούν επτά πατριώτες.

Στις 4 Φεβρουάριου Γερμανοί και οπλοφόροι του Περρωτή, μεταξύ των οποίων και ο περιβόητος Μαγγανάς, στήνουν μπλόκο στην περιοχή από την πλατεία 23ης Μαρτίου και βόρεια. Εκεί συγκεντρώνεται πλήθος κόσμου καθώς γίνεται το παζάρι. Κατά τις επίσημες γερμανικές αναφορές έγινε «έφοδος σε κομμουνιστικά στέκια στην Καλαμάτα». Συλλαμβάνουν εκατοντάδες.
Οι οπλοφόροι του Περρωτή κάνουν μια πρόχειρη επιλογή και κρατούν γύρω στα 250 άτομα. Τους παραδίνουν στους Γερμανούς, που τους οδηγούν στο στρατόπεδο.

Οι Γερμανοί, ο Βρεττάκος με το προδοτικό τάγμα του και ο Περρωτής με τους αλήτες οπλοφόρους του εκτιμούν ότι η ανάπτυξη του ΕΛΑΣ είναι ραγδαία και θέτει σε κίνδυνο την κυριαρχία τους. Γι’ αυτό ετοιμάζουν ουσιαστικά μια αποθήκη» πατριωτών για τις εκτελέσεις ως αντίποινα.

Στις 5 Φεβρουάριου ο ΕΛΑΣ στήνει ενέδρα σε γερμανική φάλαγγα στον Αγιο Φλώρο, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στον στρατό κατοχής και παίρνοντας μέρος του οπλισμού της μονάδας.
Οι Γερμανοί βομβαρδίζουν και καίνε τον Αγιο Φλώρο, τα Χριστοφιλέικα και τη Σκάλα.
Στις 8 Φεβρουάριου στην Καζάρμα με νέα επιχείρηση ο ΕΛΑΣ προκαλεί επίσης μεγάλες απώλειες στους Γερμανούς παίρνοντας οπλισμό τους.

Την ίδια ημέρα οι Γερμανοί προχωρούν σε αντίποινα εκτελώντας 148 πατριώτες, από αυτούς που είχαν συλλάβει μαζί με τους οπλοφόρους του Περρωτή. Οι εκτελέσεις γίνονται νύχτα στον χώρο του στρατοπέδου. Τα πτώματα μεταφέρονται μέσα στο σκοτάδι με φορτηγά και θάβονται στην άμμο, στα παλιά σφαγεία - το έγκλημα αποκαλύφτηκε μετά την Απελευθέρωση, όταν τα σκυλιά αναζητώντας τροφή άρχισαν να ξεθάβουν ό,τι είχε απομείνει.

Ο ιδεολόγος φασίστας και γερμανοπροδότης Περρωτής, απειλώντας με νέα αντίποινα σε ανακοίνωση-αντικομμουνιστικό παραλήρημα, ανακοινώνει ότι «ο Γερμανικός Στρατός ευρέθη αναγκασμένος να λάβη μέτρα καταστρεπτικά δι' ολοκλήρους περιφέρειας».

Ταγματασφαλίτες σε ρόλο κατακτητή

Αμέσως μετά ανακοινώνεται η ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Καλαμάτα. Συνεχίζοντας το προδοτικό έργο του Βρεττάκου και του τάγματος Λεωνίδας, του Περρωτή και της ομάδας οπλοφόρων αλητών, τα Τάγματα Ασφαλείας από τις 18 Φεβρουάριου 1944 που ιδρύθηκαν στην Καλαμάτα μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου 1944 που ο ΕΛΑΣ απελευθέρωσε την πόλη ενεργούν ως στρατός κατοχής: μαζί με τους Γερμανούς ή και μόνοι τους συλλαμβάνουν και εκτελούν πατριώτες, παίρνουν μέρος σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε όλη τη Μεσσηνία που αφήνουν πίσω τους αμέτρητα θύματα, λεηλατούν περιουσίες και προχωρούν σε πρωτοφανείς αγριότητες.

Ομολογούν ανοιχτά τη συνεργασία τους με τους Γερμανούς και εκδηλώνουν απροκάλυπτα την πλήρη ταύτιση με τον στρατό κατοχής:

* Ο αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο Διονύσιος Παπαδόγγονας μιλάει στην Καλαμάτα στις 23 Απριλίου και μεταξύ των άλλων, κατά το ρεπορτάζ της εποχής, «ανέπτυξε τας ενεργείας τας οποίας κατέβαλεν εν Αθήναις παρά ταις Γερμανικές αρχές διά την ενίσχυσιν των εθνικών δυνάμεων της χώρας δι' όπλων και πολεμοφοδίων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού, εξήρε την προθυμίαν και την κατανόησιν την οποία συνήντησε εκ μέρους αυτής και εξιστόρησε τα της συστάσεως των εθνικών ταγμάτων ασφαλείας».

* Ο περιβόητος Παναγιώτης Στούπας στις 30 Μαΐου σε διάγγελμα με την ιδιότητα του διοικητή του Τάγματος Ασφαλείας Μελιγαλά, το οποίο επαναλήφθηκε τον Αύγουστο, το πάει παραπέρα: «Σας λέγουν ότι συνεργαζόμεθα με τους Γερμανούς. Ναι. Μας παρέσχον οπλισμόν γία την καταπολέμησιν του κομμουνισμού και μας συτρέχουν εις την καταπολέμησιν της γάγγραινας αυτής και γνωρίζετε πολύ καλά με πάσας θυσίας έχουν και αυτοί πληρώσει εις αίμα ίσως και περισσότερον ημών».

Είναι φανερή λοιπόν η προσπάθεια της ηγεσίας των ταγματασφαλιτών να αντικαταστήσουν το δίπολο «πατριώτης - δωσίλογος» με το δίπολο «εθνικόφρονας - κομμουνιστής». Χρησιμοποιούν ως ιδεολογικό υπόβαθρο τον ακραίο αντικομμουνισμό του μεσοπολέμου και την επίδραση των μηχανισμών σε τμήματα της κοινωνίας. Θέτουν υπό πλήρη έλεγχο τις τρεις τοπικές εφημερίδες από την ημέρα που εμφανίζονται στην Καλαμάτα, επιβάλλοντας την κοινή έκδοση, στην οποία σε καθημερινή βάση εξελίσσεται ένα σχέδιο φιλογερμανικης και αντικομμουνιστικής προπαγάνδας. Πρωταγωνιστεί ο Περρωτής αλλά και πλήθος αρθρογράφων επωνύμων και ανώνυμων οι οποίοι προσπαθούν να στηρίξουν, τη γερμανική κατοχή.
Ακόμη και ο μητροπολίτης Πολύκαρπος σε... κήρυγμα μέσα από την εφημερίδα ύστερα από ομαδικές εκτελέσεις πατριωτών παίρνει μέρος στην έξαλλη προπαγάνδα. Κατά τον μητροπολίτη, αίτια των δεινών «είναι αι αμαρτίαι μας». Και αυτό γιατί «τινές περιέπεσαν εις τον κομμουνισμόν, όστις συνετρίβει τας οικογένειας, τας κοινωνίας και τα έθνη. Διότι ο κομμουνισμός είναι η άρνησις του Θεού και των ηθικών και σωτήριων αρχών».

Στη γραμμή Γερμανών και ταγματασφαλιτών, ο Πολύκαρπος καλεί τους αντιστασιακούς να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους: «Διά τούτο προτρεπόμεθα πατρικώς τους χριστιανούς της Μεσσηνίας όπως μετανοήσουν και αποβάλουν τας μωράς διδασκαλίας του κομμουνισμού».

Ολα αυτά την ώρα που οι Γερμανοί σκληραίνουν τη στάση τους και οι ταγματασφαλίτες πρωταγωνιστούν και στηρίζουν τα εγκλήματα σε βάρος των πατριωτών.

Στις 19 Φεβρουάριου ο ΕΛΑΣ στήνει νέα ενέδρα στον Aγιο Φλώρο και προκαλεί βαριές απώλειες στους Γερμανούς.
Στις 23 Φεβρουάριου οι Γερμανοί εκτελούν στην Τρίπολη 50 κρατούμενους κομμουνιστές, σύμφωνα με ανακοίνωση, μετά την επίθεση ένοπλων ανταρτών σε συνεργάτη τους. Οι περισσότεροι είναι Μεσσήνιοι και ειδικότερα Καλαματιανοί.

Την ίδια ημέρα εκδηλώνεται νέα επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον γερμανικής φάλαγγας στο Σάλεσι της Μεγαλόπολης.
Οι Γερμανοί διατάζουν την εκτέλεση κρατουμένων στις φυλακές της Τρίπολης και στις 24 Φεβρουάριου εκτελούνται 212 πατριώτες στην Παλιόχουνη της Μεγαλόπολης - στην πλειονότητά τους είχαν συλληφθεί από το τάγμα του Βρεττάκου στην Καλαμάτα.

Στις 4 Μαρτίου ο νομάρχης Περρωτής και ο Γερμανός φρούραρχος Εκχολμ συνυπογράφουν ανακοίνωση με την οποία καλούν τους ΕΑΜίτες να παραδοθούν μέχρι τις 18 Μαρτίου με τον οπλισμό τους. Πρόκειται για ένα κείμενο-μνημείο δωσιλογισμού, το οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει ότι «ο Γερμανός στρατιώτης σάς τείνει διά μιαν ακόμη φοράν το χέρι διά να σας βοηθήσει. Σφίξτε το χέρι αυτό και βοηθείστε μας για το καλό σας».

Το λιθαράκι του «Ερωδιού» στην Πηγάδα

Στις 15 Μαρτίου φτάνει από την Αθήνα ο περιβόητος Στούπας, φέρνοντας μαζί του 80 δωσίλογους αξιωματικούς που δέχτηκαν να συνεργαστούν με τους Γερμανούς για να πολεμήσουν τους αντιστασιακούς. Μετέφερε και οπλισμό για 300 ταγματασφαλίτες, τον οποίο προμηθεύτηκε από τους Γερμιανούς.

Εγκαθιστά την έδρα του Τάγματος Ασφαλείας στον Μελιγαλά, στρατολογεί κάποιους από εκείνους που συμμετείχαν στον ΕΣ, αλλά και άλλους που προθυμοποιήθηκαν για διάφορους λόγους να υπηρετήσουν τις επιδιώξεις του κατακτητή.
Προχωρά ακόμη και σε αναγκαστική στρατολογία.

Η επιλογή του Μελιγαλά είναι μοιραία για την περιοχή στην εξέλιξη. Και υπηρετεί τον στρατηγικό στόχο των Γερμανών για αποφασιστικό χτύπημα στην Αντίσταση.
Οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους επιχειρούν να ελέγξουν τον ορεινό όγκο πάνω από τη μεσσηνιακή πεδιάδα και τα βουνά της Τριφυλίας. Παράλληλα επιδιώκουν να προστατεύσουν τις μετακινήσεις στρατευμάτων είτε οδικώς από τον εθνικό δρόμο είτε με τον σιδηρόδρομο. Για τον σκοπό αυτό τοποθετούν διμοιρίες σε διάφορα χωριά της περιοχής και τρομοκρατούν τον πληθυσμό.

Η ηγεσία του ΕΛΑΣ, διαβλέποντας τον κίνδυνο, οργανώνει παράτολμη επιχείρηση για κατάληψη του Μελιγαλά στις 8 Απριλίου. Η μάχη είναι σφοδρή και εξελίσσεται σύμφωνα με το σχέδιο. Τμήματα των ανταρτών μπαίνουν μέσα στον οικισμό και ακινητοποιούν ακόμη και τον Στούπα. Για λόγους όμως που δεν έχουν διευκρινιστεί αναγκάζονται να υποχωρήσουν.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 12 Απριλίου, Γερμανοί και ταγματασφαλίτες οργανώνουν από κοινού την επιχείρηση «Ερωδιός». Πρωταγωνιστεί το τάγμα Μελιγαλά, που μαζί με τους κατακτητές χτενίζει τον ορεινό όγκο μέχρι την Πύλο και τις παρυφές της Μεσσήνης.
Οι ταγματασφαλίτες της Καλαμάτας ξεκινούν από το Πεταλίδι ενισχυμένοι από ντόπιους δωσίλογους. Μέσα από ένα δίκτυο καταδοτών, που υποδεικνύουν τα πρόσωπα, εκτελούν και συλλαμβάνουν αντιστασιακούς στα χωριά που περνούν. Βασανίζουν πολίτες και λεηλατούν την ύπαιθρο. 

Η επιχείρηση κράτησε πάνω από δέκα ημέρες σε όλη τη Μεσσηνία και άφησε πίσω της θρήνο, φόβο και μίσος για τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους. Δεν πέτυχε όμως τον βασικό της στόχο, που ήταν η διάλυση της Αντίστασης. Στο τέλος Απριλίου οι ίδιοι οι Γερμανοί χαρακτηρίζουν ατελέσφορη την επιχείρηση σε όλη την Πελοπόννησο, καθώς οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ κινούνται με ευελιξία στα βουνά.

Στις 27 Απριλίου στους Μολάους αντάρτικο τμήμα επιτίθεται σε φάλαγγα, σκοτώνοντας έναν Γερμανό στρατηγό και εξοντώνοντας ουσιαστικά τη φρουρά του.
Οι κατοχικές αρχές σε αντίποινα εκτελούν την Πρωτομαγιά τους 200 στην Καισαριανή, ανάμεσα στους οποίους ήταν και Μεσσήνιοι.

Οι ταγματασφαλίτες, εθελοντές κατά την ορολογία των Γερμανών, «υπό την εντύπωση/ του κακουργήματος, εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς». Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και 30 κρατούμενοι από τους ταγματασφαλίτες στην Καλαμάτα, τους οποίους εκτελούν στον Νέδοντα.
Την ίδια ημέρα στην Τρίπολη εκτελούν πολλούς κρατούμενους, ανάμεσά τους 20 Μεσσήνιους - οι περισσότεροι είχαν συλληφθεί από ταγματασφαλίτες στην επιχείρηση «Ερωδιός» στην περιοχή από το Χωματερό μέχρι το Χαρακοπιό. Την ίδια ημέρα επίσης εκτελούν εννέα πατριώτες στον Μελιγαλά και την επομένη άλλους δύο στο ίδιο σημείο. Η Πελοπόννησος κηρύσσεται πολεμική ζώνη και οι ταγματασφαλίτες πρωταγωνιστούν σε επιχειρήσεις που γίνονται σε όλο τον νομό, όπως προδίδουν τα επίσημα γερμανικά έγγραφα.

Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ όμως ελίσσονται, ανασυντάσσονται και τμήματα παίρνουν θέση μέσα και γύρω από την Ανδρούσα. Δέχονται επίθεση εκατοντάδων Γερμανών με βαρύ οπλισμό από την Καλαμάτα και ταγματασφαλιτών της βάσης του Μελιγαλά στις 29 Μαΐου. Καταλαμβάνουν προσωρινά την κωμόπολη.
Ο ΕΛΑΣ αντεπιτίθεται όμως και ανακαταλαμβάνει την Ανδρούσα εκδιώκοντας τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους.

Χτυπούν όμως και μέσα στις πόλεις: αρχές Ιουνίου στη Μεσσήνη σκοτώνουν στο κέντρο της πόλης έναν ταγματασφαλίτη. Σε αντίποινα οι συνεργάτες των Γερμανών καίνε σπίτια, συλλαμβάνουν ομήρους, παίρνουν λύτρα για να τους απελευθερώσουν.

Στις 6 Ιουνίου στην κεντρική πλατεία της Μεσσήνης εκτελούνται από Γερμανούς και ταγματασφαλίτες επτά πατριώτες και ένας Ιταλός αντιφασίστας.
Σε απάντηση ο ΕΛΑΣ επιτίθεται λίγες ημέρες αργότερα με δύο λόχους στο αρχηγείο των Γερμανών στην Εθνική Τράπεζα στη Μεσσήνη, διεξάγεται σκληρή μάχη και οι ταγματασφαλίτες κρύβονται στα πατάρια σπιτιών για να γλιτώσουν.

Οι αντάρτες χτυπούν και μέσα στην Καλαμάτα, όπου εκτελούν τον αξιωματικό των Ταγμάτων Ασφαλείας Γεωργανά, στη σημερινή Μπουλούκου. Οι ταγματασφαλίτες εφαρμόζοντας τη συνταγή των Γερμανών εκτελούν 27 κρατούμενους πατριώτες στον Νέδοντα στις 16 Ιουνίου.

Στις 15 Ιουνίου οι ταγματασφαλίτες εκτελούν στο νεκροταφείο του Μελιγαλά άλλους δέκα πατριώτες, ενώ προηγουμένως μεμονωμένα είχαν εκτελέσει πλήθος αντρών και γυναικών.

Στις 12 Ιουλίου αντάρτες τραυματίζουν θανάσιμα Γερμανό στο Ασπρόχωμα, σε ένα τυχαίο περιστατικό, για το οποίο οι Γερμανοί ως αντίποινα εκτελούν τρεις πατριώτες στις 31 Ιουλίου στην Καλαμάτα.

Στις 19 Ιουλίου ο ΕΛΑΣ συντρίβει γερμανική φάλαγγα στο γεφύρι του Μανούσου ανάμεσα σε Χώρα και Αγορέλιτσα, την οποία καταστρέφει, έχει όμως σοβαρές απώλειες.
Στο πεδίο της μάχης πέφτουν ο ταγματάρχης Ηλίας Σφακιανάκης και 17 αντάρτες. Οι Γερμανοί έχουν 72 νεκρούς και οι ταγματασφαλίτες οκτώ.

Πυρπολήσεις σπιτιών και εκτελέσεις ηλικιωμένων ήταν η απάντηση των κατοχικών δυνάμεων. Βρισκόμαστε πλέον σε μια περίοδο κατά την οποία οι Γερμανοί ετοιμάζονται να συμπτυχθούν, αφήνοντας πίσω τους ταγματασφαλίτες, γεγονός που ενδεχομένως εξηγεί και την απουσία εκτεταμένων αντιποίνων. Οι ταγματασφαλίτες αναλαμβάνουν πρόθυμα τον ρόλο των κατακτητών και εκτελούν δύο πατριώτες στην Καλαμάτα στις 28 Αυγούστου. Προβάλλουν ως αιτία ότι επιχείρησαν να δηλητηριάσουν το φαγητό τους. Ανακοινώνουν θρασύτατα ότι «η κοινή γνώμη ικανοποιείται ούτω πλήρως αν και ανέμενε την δι’ αγχόνης εκτέλεσιν». Πρόκειται για εκτελέσεις με καθαρά τρομοκρατικό σκοπό.

Το σκηνικό της τελικής σύγκρουσης

Ολο αυτό το διάστημα που οι Γερμανοί ετοιμάζονται για αναδίπλωση, οι ταγματασφαλίτες ενισχύονται με την άφιξη του λόχου μηχανημάτων του Θεοφάνους στις αρχές Αυγούστου. Απειλούν με εκτελέσεις τους πολίτες που ενισχύουν το ΕΑΜ και την ώρα που οι πατριώτες γεμίζουν την πόλη με προκηρύξεις, οι ταγματασφαλίτες προειδοποιούν ότι ο Θεοφάνους «με εντολάς του διοικητού του Στούπα θα εκκαθάριση την πόλιν των Καλαμών από τας σατανικός προσπάθειας των ελληνοφώνων Σλαύων, οίτινες ακούουν εις το όνομα κομμουνισταί».

Τερατολογώντας σε αυτήν τη γραμμή δημοσιεύουν σας 27 Αυγούστου την πληροφορία ότι «η Πελοπόννησος εκηρύχθη ανεξάρτητος σοβιετική δημοκρατία».

Λίγες ημέρες νωρίτερα ο Παπαδόγγονας στέλνει ευχές για τη διάσωση του Χίτλερ από την απόπειρα δολοφονίας του (20 Ιουλίου 1944).

Η προπαγάνδα μέσα από την κοινή έκδοση των καλαματιανών εφημερίδων, η οποία απηχεί τις απόψεις των ταγματασφαλιτών, εντείνεται όλο το διάστημα του καλοκαιριού. Από τα τελευταία φιλοφασιστικά δημοσιεύματα είναι μια συνέχεια άρθρων για τον «συκοφαντημένο εθνικοσοσιαλισμό» που αποδεικνύει τους ιδεολογικούς δεσμούς τους με τον ναζισμό. Καλούν τους νέους με το ζόρι σε διάλεξη του Θεοφάνους στο Τριανόν, απειλώντας τους γονείς με τιμωρία. Παράλληλα διαισθανόμενοι πλέον ότι πλησιάζει η ώρα της σύγκρουσης, προσπαθούν να αγιοποιήσουν τον Περρωτή και τους ηγέτες των ταγματασφαλιτών μέσα από άρθρα του τύπου «Είναι ο Περρωτής προδότης;».

Ναι, ο Περρωτής είναι προδότης μέχρι την τελευταία στιγμή. Συμμετέχει στο σχέδιο ασφαλούς υποχώρησης των Γερμανών επιβάλλοντας την 1η Σεπτεμβρίου απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 5 το απόγευμα μέχρι τις 5 το πρωί, περιορισμό εισόδου - εξόδου από τα χωριά σε δύο ώρες την ημέρα και μόνο από τις οδούς Μεσσήνης και Λακωνικής. Ανακοινώνει ότι κάθε παραβάτης «θα τυφεκίζεται επί τόπου άνευ ετέρας διαδικασίας». Ενώ στις 4 Σεπτεμβρίου ο Θεοφάνους διατάζει τους πολίτες τις ώρες που απαγορεύεται η κυκλοφορία «να εγκλείονται εις τας οικίας των, κλείοντες συνάμα θύρας και παράθυρα».
Προφανώς για να μη βλέπουν τις κινήσεις των Γερμανών, οι οποίοι ετοιμάζονται να φύγουν σίγουροι ότι προστατεύουν την προετοιμασία οι συνεργάτες τους.

Και στις 5 Σεπτεμβρίου τους ξεπροβοδίζουν με ένα άθλιο δημοσίευμα στο οποίο γράφουν: «Εκείνο το οποίο έκανε εντύπωσιν και εις τας γερμανικός αρχάς κατοχής είναι η στάσις την οποία τηρεί ο λαός, απέναντι των αποχωρούντων Γερμανών στρατιωτών. Τους προπέμπουν όταν εκείνοι φεύγουν. Τους αποχαιρετούν φιλικώς. Διά του τοιούτου φαινομένου, καταδεικνύεται και διαπιστούται η ψυχική επαφή του λαού μετά των Γερμανικών στρατιωτικών αρχών κατοχής».

Οι ταγματασφαλίτες δεν τους ξεπροβοδίζουν μόνο με τέτοια άθλια δημοσιεύματα, αλλά και τους προστατεύουν από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ σε όλο το μήκος της διαδρομής από τον εθνικό δρόμο, τον οποίο ελέγχουν τα τάγματα Καλαμάτας και Μελιγαλά.

Το 9ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ στήνει ενέδρα στη δεξιά πλευρά του δρόμου από τη Θούρια μέχρι τον Αγιο Φλώρο. Οι ταγματασφαλίτες συνοδεύουν τους Γερμανούς ως εμπροσθοφυλακή και πλαγιοφυλακή, γνωρίζοντας την ενέδρα από ντόπιους συνεργάτες τους. Οταν οι ΕΛΑΣίτικες δυνάμεις αρχίζουν να χτυπούν, βγαίνουν πλάγια γνωρίζοντας το ανάγλυφο του εδάφους και με ισχυρή δύναμη Γερμανών με όλμους απωθούν τους αντάρτες.
Αυτοί συμπτύσσονται στον Ταΰγετο, έτοιμοι πλέον για τη μάχη της Καλαμάτας. Οι ταγματασφαλίτες θέτουν υπό έλεγχο την πόλη στις 6 Σεπτεμβρίου, πανηγυρίζουν την... απελευθέρωση από τους συνεργάτες τους και απειλούν τους ΕΑΜίτες που δεν θα παραδοθούν.

Μέσα σε αυτό το κλίμα αναλαμβάνει να μεσολαβήσει για συμφωνία με τον ΕΛΑΣ ομάδα αξιωματικών της Αμερικανικής Στρατιωτικής Αποστολής με επικεφαλής τον Τζον Φατσέα, κάτι που αποδέχεται η ηγεσία του ΕΛΑΣ.

Οι όροι που θέτει ο ΕΛΑΣ είναι τρεις: διάλυση του Τάγματος Ασφαλείας, παράδοση των όπλων και επιστροφή των αντρών των ταγμάτων στα σπίτια τους, εκτός των ηγετών που έχουν διαπράξει εγκλήματα. Αμερικανός αξιωματικός θα μείνει μαζί τους μέχρι να αφιχθεί στην Ελλάδα η κυβέρνηση του Κάιρου.

Η ηγεσία των ταγματασφαλιτών με την καθοδήγηση του Περρωτή, γνωρίζοντας το μέγεθος των εγκλημάτων που έχει διαπράξει και την τιμωρία που την αναμένει, απορρίπτει την πρόταση. Ανοίγει έτσι τον κύκλο του αίματος στις μάχες που ακολούθησαν και έχει την απόλυτη ευθύνη για όσα συνέβησαν. Υποχρεώνει μάλιστα και τη χωροφυλακή να την ακολουθήσει, παρά το γεγονός ότι πολλοί αξιωματικοί της ζητούν συνθηκολόγηση.

Οι δυνάμεις του 8ου και του 9ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ αρχίζουν να παίρνουν θέση στις παρυφές του Ταϋγέτου ανατολικά της πόλης. Ενας λόχος τοποθετείται στο Ασπρόχωμα για να αποτρέψει την ενίσχυση των ταγματασφαλιτών από τον Μελιγαλά.

Οι ταγματασφαλίτες έχουν οχυρωθεί στο στρατόπεδο, στο αρχηγείο τους στους Ταξιάρχες, στη Νομαρχία, τη Σιδηροδρομικού Σταθμού, στο Ρεξ και οι χωροφύλακες στο Πάνθεον. Εχουν καταλάβει τη γραμμή των σπιτιών από βορρά προς νότο και από το κάστρο μέχρι τη Φυτειά και έχουν στήσει οπλοπολυβόλα.

Στις 9 Σεπτεμβρίου λίγο πριν από τις 5 το πρωί εκδηλώνεται η επίθεση του ΕΛΑΣ, με τον λόχο μηχανικού που διοικούσε ο Βαγγέλης Μαχαίρας να βάλλει με όποιον βαρύ οπλισμό είχε εναντίον της βάσης ταγματασφαλιτών στο στρατόπεδο.
Η βάση πέφτει, ανοίγοντας τον δρόμο στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ να πλησιάσουν την πόλη. Πέφτουν και οι οχυρώσεις των ταγματασφαλιτών στους λόφους γύρω από το κάστρο.

Οι αντάρτες γλιστρούν μέσα από κήπους, δρόμους και μάντρες φτάνοντας στα οχυρά των ταγματασφαλιτών, τα οποία και ανατινάζουν.
Οργισμένοι πολίτες ακολουθούν και βοηθούν τους ΕΛΑΣίτες. Ταυτόχρονα όμως ξετυλίγονται σκηνές αντεκδίκησης για τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί, καθώς το πλήθος κινείται ανεξέλεγκτα και οι αντάρτες δεν μπορούν ή δεν θέλουν να το συγκρατήσουν.

Το βράδυ εστίες αντίστασης υπάρχουν μόνο στο Ρεξ, στη Νομαρχία και την έδρα του τάγματος, οι οποίες και πέφτουν τελικά. Το Πάνθεον, στο οποίο αμύνονται οι χωροφύλακες, παίρνει φωτιά κατά τη διάρκεια της επίθεσης και καίγεται μαζί με όσους είχαν μείνει σε αυτό.

 Οι ταγματασφαλίτες συμπτύσσονται και μέσα από τις σιδηροδρομικές γραμμές οδεύουν στον Μελιγαλά. Ο απολογισμός της μάχης της Καλαμάτας είναι βαρύς για τον ΕΛΑΣ. Μετράει πολλούς νεκρούς, μεταξύ των οποίων ο διοικητής του 9ου Συντάγματος Γιάννης Σέρβος, αλλά και δεκάδες τραυματίες.
Ενα ποτάμι από οργισμένους ανθρώπους ξεχύνεται στους δρόμους την άλλη μέρα όταν γίνεται η κηδεία και η ταφή τους στη Φραγκόλιμνα.

Οι ηγέτες των ταγματασφαλιτών οδηγούν στον θάνατο τους ενόπλους που τους ακολουθούν, σε ορισμένες περιπτώσεις μαζί με τις οικογένειές τους. Αρνούνται τη συνθηκολόγηση και την παράδοση τόσο στον Μελιγαλά όσο και στους Γαργαλιάνους. Και το σκηνικό επαναλαμβάνεται: σκληρές μάχες με δεκάδες νέα θύματα στις γραμμές των ανταρτών.

Οργή των ανθρώπων που έχουν υποστεί τα πάνδεινα από τους ταγματασφαλίτες. Τυφλή αντεκδίκηση σε ορισμένες περιπτώσεις. Εκτακτα στρατοδικεία, δίκες, καταδίκες και εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες. Λιντσάρισμα Περρωτή και αξιωματικών ταγματασφαλιτών στην Καλαμάτα.

Δωσίλογοι με προβιά εθνικόφρονα

Η αποτίμηση αυτής της περιόδου σε απόσταση από τα γεγονότα και το κλίμα της εποχής αποτελεί ευρύ πεδίο έρευνας και ανάλυσης. Απαιτείται να φωτιστούν δύσκολες πλευρές της ιστορίας, όπως η αντεκδίκηση, τόσο στη διάρκεια της Κατοχής όσο και κατά τις πρώτες ημέρες της Απελευθέρωσης.

Η αντεκδίκηση ως φαινόμενο δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά και χώρες στις οποίες ο δωσιλογισμός είχε μικρότερη έκταση. Στη Γαλλία εκτελέστηκαν πάνω από 10.000 άτομα με συνοπτικές διαδικασίες από αντιστασιακές ομάδες και μάλιστα από γκολιστές.
Και αυτό έγινε στο κενό εξουσίας ανάμεσα στην αποχώρηση των Γερμανών και την εγκατάσταση κυβέρνησης. Το ίδιο συνέβη στην Ιταλία με 15.000 εκτελέσεις.
Στις Βρυξέλλες λιντσαρίστηκαν δημοσίως 265 άτομα που κατηγορήθηκαν ως συνεργάτες των κατακτητών και εκδόθηκε διάταγμα αμνήστευσης όλων των πράξεων αντεκδίκησης που έγιναν 41 ημέρες μετά την επίσημη απελευθέρωση της χώρας.

Η όποια προσέγγιση δεν μπορεί παρά να ερμηνεύεται με βάση το δίπολο «πατριώτης - δωσίλογος». Το σχήμα «κομμουνιστής - εθνικόφρονας» που υιοθετεί ευρύ φάσμα δυνάμεων ακόμη και του κέντρου αποτέλεσε την πλατφόρμα της φασιστικής ιδεολογίας στη διάρκεια του μεσοπολέμου - η εποχή αυτή αποτελεί τη μήτρα των γεγονότων που εξιστορήθηκαν.
Χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογητική βάση για τη συνεργασία των ταγματασφαλιτών με τους Γερμανούς στην Κατοχή. Αποτέλεσε όχημα για την ενσωμάτωση των δωσίλογων στους μηχανισμούς εξουσίας μετά τα Δεκεμβριανά. Και είναι η βάση της ιδεολογικής σχολής της «μαύρης» και «κόκκινης» βίας στη διάρκεια της Κατοχής.
{[['']]}

Το ψυχολογικό προφίλ των ταγματασφαλιτών - Η περίπτωση Δάγκουλα

Follow the money. Κινούσα δύναμη υπήρξε το χρήμα το "χρυσίον" η λίρα

Του Δημήτρη Ψαρομήλιγκου - "Documento'

Προκαταρκτικά θα ομολογήσω πως έπειτα από τόσα χρόνια επαγγελματικής ενασχόλησης με ιστορικές εκδόσεις -κυρίως της επίμαχης περιόδου 1940-1950- είχα κενά και αυταπάτες σχετικά με τα κίνητρα των ανθρώπων που στελέχωσαν τις ένοπλες δωσιλογικές οργανώσεις.
Αποκαλυπτικό εν προκειμένω υπήρξε για μένα το βιβλίο του Ανδρέα Βενιανάκη «Δάγκουλας ο "δράκος” της Θεσσαλονίκης. Συμβολή στην ιστορία των Ταγμάτων επί Κατοχής (1941-1944)» (πρόλογος Στράτου Δορδανά - Βάιου Καλογρηά. Επίκεντρο, 2016).

Τα πατριωτικά κίνητρα τα είχα αποκλείσει εξαρχής. Μήπως, άραγε, ήταν τα πολιτικά; Δηλαδή το πολιτικό χάσμα μεταξύ της Αριστεράς και των πρόθυμων συνεργατών των δυνάμεων κατοχής; Μα, σε όλη την Ελλάδα -πλην της βασιλόφρονος Πελοποννήσου- οι ταγματασφαλίτες είχαν πλειοψηφικά βενιζελική πολιτική καταγωγή, δηλαδή προέρχονταν από έναν πολιτικό χώρο ο οποίος βαρύνεται με το «Ιδιώνυμο» αλλά από την άλλη λίγο πριν από τη δικτατορία του 1936 είχε τολμήσει να υπογράψει με το ΚΚΕ το (ατελέσφορο) Σύμφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα στο πλαίσιο της απόκρουσης του φασισμού.

Ο αντικομμουνιστικός, αντιΕΑΜικός σεληνιασμός που επέδειξαν οι προερχόμενοι από τον βενιζελισμό ταγματασφαλίτες απλώς καταδεικνύει την πολιτική διχοτόμηση του προπολεμικού «κέντρου». Του οποίου, πράγματι, το μεγάλο μέρος στελέχωσε πολιτικά το ΕΑΜ και επάνδρωσε στρατιωτικά τον ΕΛΑΣ.
Ενώ το υπόλοιπο τμήμα του βενιζελισμού επέλεξε την ουδετερότητα ή ενίσχυσε τα Τάγματα Ασφαλείας και τις αυτόκλητες «αστυνομικές ομάδες δίωξης».
Το «κέντρο» έτσι αναδείχτηκε σε κεντρική δύναμη του δωσιλογισμού και σε επίπεδο βάσης και σε επίπεδο κορυφής (Πλαστήρας, Πάγκαλος, Γονατάς, ΓΙούλος κ.ά.).

Τότε λοιπόν, αφού τα «πολιτικά κίνητρα» δεν αποτελούν αναγκαία και ικανή συνθήκη για να ερμηνεύσουν την αντιΕΑΜική ψύχωση, ποιος άλλος παράγοντας υπεισέρχεται στη δυσεπίλυτη εξίσωση;
Το συμπέρασμα (και) από το συγκεκριμένο βιβλίο -το οποίο καταγράφει διεξοδικά και τεκμηριωμένα εκατοντάδες εγκληματικές φυσιογνωμίες του υποκόσμου της «συνεργασίας»- είναι «follow the money». Το χρήμα, το «χρυσίον», η λίρα υπήρξε η κινούσα δύναμη.

Ο συγγραφέας καταθέτει μια επίπονη πολυετή δουλειά μυρμηγκιού. Εχει ερευνήσει σε ληξιαρχεία και νεκροτομεία, έχει αναδιφήσει σε δικαστικά έγγραφα, αρχεία, εφημερίδες και έχει συλλέξει προσωπικές μαρτυρίες επιζώντων.

Ο Ανδρ. Βενιανάκης δεν εξάγει κάποιο πολιτικό συμπέρασμα, όπως άλλωστε επιβάλλεται σε μια ιστορική έρευνα. Ζωγραφίζει όμως τόσο παραστατικά και ζωντανά τα πορτρέτα της άγριας συμμορίας που συγκροτήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τα τέλη του 1943 και έδρασε μέχρι τον Οκτώβριο του 1944 με τη σοβαροφανή επωνυμία Εθνική Ελληνική Ασφάλεια Πόλεως Θεσσαλονίκης που τα συμπεράσματα αναβλύζουν αβίαστα. Οχι τόσο για την πολιτική αποτίμηση της δράσης τους -που είναι αυτονόητα αρνητική καθώς εντασσόταν στον σχεδίασμά της Βέρμαχτ- όσο για τη συγκρότηση της προσωπικότητας ενός εκάστου και κυρίως για τη ληστρική συμπεριφορά που ανέπτυξαν με προσχηματικό άξονα τη «δίωξη κομμουνιστών, ΕΑΜιτών και πρακτόρων των Αγγλων».

Αποθηρίωση μέσα σε μια κοινωνία χωρίς νόμους

Σε μια κοινωνία στην οποία είχαν σπάσει όλες οι δομές, οι νόμοι είχαν πάψει να λειτουργούν και δεν υπήρχαν δυνάμεις εφαρμογής τους (επίσημος στρατός, Δικαιοσύνη, αστυνομία), βγήκαν στην επιφάνεια τα πιο άγρια αταβιστικά χαρακτηριστικά. Κάποιοι φιλήσυχα -υπό τον φόβο του νόμου- ανθρωπάκια μετατράπηκαν στα ανθρωπολογικά τέρατα της «ένοπλης συνεργασίας».
Αυτό είναι το πρώτο συμπέρασμά μου από το βιβλίο.

Ο Αντώνιος Δάγκουλας ήταν Μικρασιάτης πρόσφυγας, νομοταγής φορτηγατζής από το 1929, που εκτελούσε μεταφορές Γρεβενά - Θεσσαλονίκη, «ομορφάντρας καλός οικογενειάρχης» και με μικρή «φιλανθρωπική δράση» (!), αδερφός αεροπόρου, ήρωα του ελληνοϊταλικού πολέμου. Μάλιστα η ακραία αυτή προσωπικότητα ο Α. Δάγκουλας, δεν είχε δεξιά πολιτική προέλευση. Καταγράφεται, προπολεμικά, ως «δημοκρατικός, βενιζελικός/

Αναγκεμένος για ανταλλακτικά αυτοκινήτου οδηγήθηκε στους Ιταλούς, οι οποίοι τον βοήθησαν να εισβάλει σε μαγαζί άλλου αυτοκινητιστή, το οποίο λεηλάτησαν. 
Από κει και πέρα ο Δάγκουλας έβγαλε το θηρίο που έκρυβε μέσα του. Προσέγγισε αρχικά τον ΕΛΑΣ για συγχωροχάρτι αλλά συνελήφθη για τέσσερις μήνες, μέχρι που δραπέτευσε τον Οκτώβριο του ’43.

Στα τέλη της ίδιας χρονιάς τον ξαναπροσέγγισαν οι ΠΑΟτζήδες, ενώ οι Γερμανοί τον έφεραν σε επαφή στη Θεσσαλονίκη με τους Νικ. Ζωγράφο (SD, Ενωση Φ Χίτλερ), Γεώργιο Σπυρίδη (χιτλερικός, καταδικασμένου τον Μάρτιο του 1943 σε πολυετή φυλάκιση για παράβάση του νόμου περί μεσαζόντων και αισχροκέρδεια καθότι έπαιρνε τρόφιμα από την Υπηρεσία Επισιτιστικών και Οικονομικών Αναγκών Μακεδονίας λέγοντας ότι θα τα μοίραζε σε άπορα μέλη του κόμματος και τα πουλούσε σε τιμές μαύρης αγοράς), Γρ. Παζιώνη (υπαρχηγός του Σπυρίδη), Διον. Αγάθο (αξιωματικός καταδικασμένος από στρατοδικείο «επί εσχάτη προδοσία» στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, άρπαγας ισραηλιτικών περιουσιών).

Ο Ζωγράφος επέλεξε για λογαριασμό των Γερμανών «20 αλήτες» για να στελεχώσουν βοηθητικό τμήμα καταδίωξη των ΕΑΜιτών: την Εθνική Ελληνική Aσφάλεια Πόλεως Θεσσαλονίκης. Από τις αρχές Ιανουαρίου 1944 άρχισαν να ελέγχουν επιβάτες και έμπορεύματα στους σταθμούς λεωφορείων. Πλιατσικολογούσαν δέματα και πολύτιμα αντικείμενα από τα πρακτορεία αυτοκινητιστών.

Οι Δαγκουλαίοι τριγύριζαν σε μεγάλες ομάδες στους δρόμους της Θεσσαλονίκης οπλισμένοι κάνοντας προσαγωγές. Είχαν παραλάβει 50 γκρίζες στολές σαν εκείνες της γερμανικής οργάνωσης Todt με τη νεκροκεφαλή.
Εκτελούσαν εν ψυχρώ ακόμη και αθώους περαστικούς που έκαναν το λάθος να περάσουν από το ξενοδοχείο-άντρο τους. Αρχικά στο Νέα Νίκη (Εγνατίας 15) και από τον Φεβρουάριο του 44 και στα Ανατολική Μακεδονία Νέα Ηλύσια και Ακροπόλ.
Εδρα του Δάγκουλα ήταν ένα τριώροφο βρομερό χάνι στην οδό Μοναστηριού.

Μια πράξη του Τσιτσάνη

Με τα λύτρα των εκβιασμών και τη λεία των αρπαγών τους γλεντοκοπούσαν μεθυσμένοι στα μπουρδέλα και τα ταβερνάκια της οδού Αγίας Ειρήνης. Στον Αετό (Εγνατίας 17), στο Κέρκυρα όπου τραγουδούσε ο Τσιτσάνης.
Ο συνθέτης είχε δύσκολη συμβίωση με τα αποβράσματα που πυροβολούσαν στον αέρα. Αφηγείται ο νεαρός τότε Τάκης Μπίνης:

- Ετσι, για πλάκα τα καθίκια σπάσανε το μπουζούκι του Νίκου Νεραντζόπουλου. Δεν τα σήκωνε αυτά, κάναμε ντου και τους πετάξαμε αναίσθητους στο δρόμο. Ο ταβερνιάρης μας είπε «μάγκες, μάστε τα».
Ο Νίκος και ο μάγειρας έμειναν για να διεκδικήσουν τα σπασμένα. Εξαφανίστηκαν, δεν βρέθηκαν ποτέ. Σκέφτηκα τον Τσιτσάνη και πάω στο Αμπέλι. Ψύχραιμα μου λέει: Κρύψου εδώ μέχρι το πρωί και μετά πήγαινε στη Σαλαμίνα στο Λούβαρη να σε περάσει στην Καλλικράτεια. Μου έδωσε και κάτι ψιλά και είπε «Πες ότι σε στέλνω εγώ».

Δύο κόσμοι, δυο πρότυπα ηθικής στάσης

Το κυνήγι του εύκολου πλην ματοβαμμένου χρήματος αύξησε σταδιακά τον αριθμό των Δαγκουλαίων στους 140. Εκμεταλλεύτηκαν τον πόνο των συγγενών με τον πιο κτηνώδη τρόπο. Παζάρευαν λίρες για να απελευθερώσουν συλληφθέντες, πολλούς από τους οποίους είχαν ήδη εκτελέσει!

Και στην άλλη όχθη; Ο Αρης Βελουχιώτης λένε πως πέρασε ανταρτοδικείο και εκτέλεσε ένα ανταρτόπουλο στο Ξεροκάμπι του Βάλτου τα Χριστούγεννα του 1942 επειδή έσφαξε την κότα ενός χωρικού για να χορτάσει την πείνα του. Εξ όνυχος τον λέοντα...

Ο Δάγκουλας ανταγωνιζόμενος για την «επαγγελματική ύλη», ήτοι τις επικερδείς δολοφονίες αριστερών ου μην και δεξιών, ήρθε σε σύγκρουση με τον Αντώνη Βήχο, αρχηγό της Πανελληνίου Οργανώσεως Εθνικιστικών Ταγμάτων.

Ως επιφανείς Δαγκουλαίοι καταγράφονται οι Αστέριος Τσέλκος, υπασπιστής του Δάγκουλα, Φώτης Σεϊτανίδης, Γ. Σαμαράς (δολοφονούσε αναίτια διαβάτες στον δρόμο), Δημ. Παπάς ή Οικονόμου (διοικητής του τμήματος, βαρύνεται με 84 δολοφονίες, ενώ πολλά από τα θύματα τα έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια), Ζήσιμος Γαλανός (αποφάσιζε για τις εκτελέσεις, όπως τον κάρφωσε αργότερα ο Σεϊτανίδης), Γ. Μπαρτζιλιάνος (ισοβίτης από το 1928, πήρε χάρη το 1939), Αθ. Τολέρης, Στυλ. Αϊβάζογλου, Απόστ. Τζαμουτζάκος, Θοδ. Μεγαλοοικονόμου, Ηλ. Γιάγιας, Παν. Νεσλεχανίδης, Παν. Δασκαλάκης, Χρ. Τζάντας, Νικ. Βαλλίδης (χωροφύλακας). Πολλοί απότακτοι χωροφύλακες και οι Μιχ. Κάλφας, Παν. Σγουρός (καφετζής).

Σημαντικό ρόλο στη συμμορία έπαιζαν και γυναίκες. Η Σουλτάνα Μίτσιου (σύζυγος ίλαρχου), Ελένη Μαγκριώτη (ερωμένη του Δάγκουλα όπως και η Σάσα Μπεγλέρη, οι αδερφές Μαρία Παρπούτη και Ολγα Λουκέλη κ.ά.), Φρόσω Γαβριήλ (ερωμένη του Οικονόμου και χαφιές).

Το σεξ είχε υψηλή προτεραιότητα στα κίνητρά τους. Η Νόη Παπαθανασίου εκτελέστηκε από τους Δαγκουλαίους ύστερα από κατάδοση του οδοντιάτρου της, τις επιθυμίες του οποίου είχε αποκρούσει. Ο προαναφερθείς Τζάντας σκότωσε τον αρραβωνιαστικό μιας κοπελιάς που δεν ήθελε να γίνει ερωμένη του. Ο Βαλλίδης σκότωσε τον πατέρα της 18άχρονης ερωμένης του Γεωργίας Κατσικάτσιρου, ο οποίος δεν τον ήθελε για γαμπρό, και την οποία τελικά παντρεύτηκε με τη θέλησή της.
Η Σοφ. Ιωαννίδου κατέδωσε τον τέως σύζυγό της, έγινε καταδότρια και ακολούθησε τους Γερμανούς κατά την υποχώρηση.

Ο Παύλος Παγώνης προσπάθησε να ξεφύγει από τη φτώχεια και να γευτεί απολαύσεις απρόσιτες για τη χαμοζωή που ζούσε. Εκβίαζε εμπόρους και άρπαζε χρήματα και εμπορεύματα καθώς και από τους χωρικούς ολόκληρα κάρα με στάρι.

Ο Νικ. Χρυσικάκης (πρώην ΕΠΟΝίτης) σκότωσε ακόμη κι έναν Ιταλό στρατιώτη που είχε πουλήσει ένα περίστροφο σε ΕΛΑΣίτη.
Εξιστορούσε ο ίδιος: «Σήμερα πιάνω έναν Βούλγαρο γέρο, του τραβώ δυο με το πιστόλι και τον ξάπλωσα κάτω. Και ξέρετε κάτι; Εκλανε. Είχε και τούτο το ασημένιο δαχτυλίδι και το πήρα».
 Και ο αδερφός του εξομολογήθηκε: «Ητο κακής διαγωγής, ικανός να διαπράξει το οτιδήποτε κακόν και διά τον λόγον αυτόν εγώ δεν είχα σχέσεις μαζί του».

Δωδεκαμελές εκτελεστικό απόσπασμα -400 δολοφονημένοι και σκυλευμένοι

Το δωδεκαμελές εκτελεστικό απόσπασμα συγκροτούσαν οι Δημ. Οικονόμου (επικεφαλής του τμήματος Δίωξης Βαρδαρίου), Αντ. Καρέτσας, Ηρ. Μαρκούδης, Νικ. Σιάτρας, Χρ. Χατζής, Φωτ. Σεϊτανίδης (πράκτορας της Ειδικής από το 1932 - παρέδωσε για εκτέλεση τον Κων. Τούση), Μιχ. Λίτσκας, Στυλ. Θεοχαρίδης, Θωμ. Δούνης (απότακτος χωροφύλακας), Χρ. Μπέντζας, Ιω. Τσεβρεμίδης, Π. Κωστίδης. Εκ περιτροπής πλαισιωνόταν και από άλλους.

Οι εκτελέσεις-δολοφονίες λάμβαναν χώρα στα Λαδάδικα, στα στενά πλησίον της οδού Φράγκων, στον λάκκο της οδού Γαμβέτα ή «γέφυρα των στεναγμών», όπως την έλεγαν. «Στη χαράδρα του Μάρκου Μπότσαρη τα γυμνωμένα πτώματα [...] ήταν ολότελα παραμορφωμένα, αγνώριστα ακόμη κι απ’ τους συγγενείς τους. Κανόνας ήταν τα μάτια να είναι βγαλμένα, το τριχωτό μέρος του κεφαλιού να είναι γδαρμένο. Αν στο δάκτυλο τύχαινε να υπάρχει δαχτυλίδι, δεν έκαμναν τον κόπο να το βγάλουν, το δάκτυλο κοβόταν με τον μπαλτά, χρυσά δόντια δεν έμεναν ποτέ. [...] Κανένας σκοτωμένος δεν βρέθηκε να φορεί τα παπούτσια του και τα ρούχα του».

Αργότερα «μετακόμισαν» στον Γαλλικό ποταμό. Κάθε Παρασκευή μετά τις 9 το βράδυ φορτηγά αποβίβαζαν τους μελλοθανάτους.
ΕΑΜίτες, ΕΠΟΝίτες ΚΚΕδες, αγγλόφιλους αξιωματικούς ή ακόμη και άντρες τις γυναίκες των οποίων ορέγονταν. Φώτιζαν με τους προβολείς και ανάγκαζαν τα θύματά τους να σταθούν δεμένα με
σύρματα δυο δυο.
Την επομένη των εκτελέσεων η οικογένεια Αντωνιάδη, που διέμενε κοντά, αναλάμβανε την ταφή των απογυμνωμένων πτωμάτων για να μην τα κατασπαράξουν τα σκυλιά.
Σε μια περίπτωση ένας Γερμανός αξιωματικός ενοχλημένος από τις κραυγές των μελλοθανάτων πήρε το πολυβόλο του και έβαλε κατά των Δαγκουλαίων οι οποίοι σκόρπισαν πανικόβλητοι. 

Τον Ιούλιο του ’44 ο 18άχρονος Κων. Τούσης της ΕΠΟΝ Κυβελείων (συγγενής του Τάσου Τούση που είχε σκοτωθεί από χωροφύλακες τον Μάιο του 1936 και με αφορμή αυτό ο Ρίτσος έγραψε τον «Επιτάφιο») φυγοδικούσε αλλά συνελήφθη από τον Σεϊτανίδη στο κρησφύγετο του στο σπίτι της Μαργαρίτας Τέμπα.
Οι Δαγκουλαίοι το λεηλάτησαν απ’ ό,τι χρήσιμο. Το πτώμα της Τέμπα βρέθηκε στις 11 Αυγούστου 1944.
Ο πατέρας του Τούση απευθύνθηκε στον Μακρή, ο οποίος του ζήτησε 18 χρυσές λίρες. Απελευθερώθηκε και ο πατέρας είπε να τους κάνει ένα ευχαριστήριο τραπέζι. Εκεί ο Σεϊτανίδης, που ένιωσε ριγμένος από τις λίρες στον Μακρή, ξανασυνέλαβε τον νεαρό Τούση και τον έστειλε στη Γερμανία, απ’ όπου δεν γύρισε ποτέ.

Οι καταγραμμένες δολοφονίες του αποχαλινωμένου συρφετού ξεπέρασαν συνολικά τις 400 (!). 

Μόνο στις 29 Ιουλίου 1944 σκότωσαν στον Γαλλικό 14 άτομα.

Την 1η Αυγούστου εισέβαλαν στο σπίτι του συνταξιούχου ενωμοτάρχη Αθ. Κοκοτάκη, τον συνέλαβαν και τον πήγαν στα κρατητήρια. Το πτώμα του βρέθηκε έξι μέρες αργότερα στο νεκροτομείο.

Στις 5 Αυγούστου δολοφόνησαν 26 ομήρους από τη Νιγρίτα.

Στις 25 Αυγούστου 1944 τα «πρωτοπαλίκαρα» Γ. Μακρής και Ζήσης Γαλανός συνομιλούν:

- Τι γίνεται ο αρχηγός, έχουμε κανέναν καλόν σκοπό για να πιούμε κρασί και πόσα κουστούμια (συνθηματικό για τις εκτελέσεις) έχετε για κόψιμο;

- Δέκα.

- (Γελώντας) Τόσα λίγα;

Το δολοφονικό αμόκ των τελευταίων εβδομάδων

Οσο πλησίαζε η Απελευθέρωση τόσο οι Δαγκουλαίοι εκτραχηλίζονταν. Οι φόνοι πολλαπλασιάζονταν με γεωμετρική πρόοδο. Ο φόβος της τιμωρίας από τους νικητές Συμμάχους και οι τιμωρητικές εκτελέσεις εκ μέρους της ΟΠΛΑ τούς είχαν πλήρως αποθηριώσει.

Η γερμανική SD αποχώρησε από τη Θεσσαλονίκη τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη. Ο Δάγκουλας προσπάθησε να χτίσει γέφυρες με ομάδες που συνεργάζονταν με αγγλικές υπηρεσίες. Οι Γερμανοί τον πήραν μυρωδιά και μια έκθεσή τους αναφέρει: «Τώρα ο Ντάγκουλας έχει την πρόθεσιν να επιτεθή εις κατάλληλον στιγμήν κατά γερμανικών μονάδων εν συνεργασία με ωρισμένας αντικομμουνιστικάς ομάδας διά να δημιουργήσει μιαν καλήν δυνατότητα επιστροφής του εις την άλλην πλευράν».

Εκριναν όμως πως η καλύτερη τιμωρία του ήταν να τον αφήσουν στο έλεος του ΕΛΑΣ που αγνάντευε ήδη τη Θεσσαλονίκη από την Ανω Πόλη. Οι μάχες σιγά σιγά έφταναν στο κέντρο της πόλης, κοντά στο αρχηγείο τους στην οδό Ειρήνης. Στις 4 Οκτωβρίου άντρες του Δάγκουλα που μετρούσαν 15 νεκρούς σε μάχη με τον ΕΛΑΣ επιτέθηκαν επί δικαίων και αδίκων δολοφονώντας ανυποψίαστους περαστικούς, μεταξύ των οποίων και τον ανιψιό του μητροπολίτη Γενναδίου, Ευστράτιο Αλεξιάδη.

Αγκαλιά «με τους κόπους μιας ζωής», μια βαλίτσα λίρες

Επιχείρησε να διαφύγει με λίγους έμπιστούς του από τη Θεσσαλονίκη για να προσχωρήσει στον ΕΔΕΣ υπό τον ταγματάρχη Σφέτο. Οι συνθηκολογήσαντες Βούλγαροι τον έκοψαν στον Στρυμόνα και ο «δράκος της Θεσσαλονίκης» γύρισε άπρακτος.
Στη μάχη του Κιλκίς τραυματίστηκε από τον ΕΛΑΣ. Στην ιδιοκτήτρια του σπιτιού που πήγε να κρυφτεί δήλωσε «ΕΛΑΣίτης». Ενα Αετόπουλο τον αναγνώρισε και συνελήφθη στο κρεβάτι αγκαλιά με μια ασήκωτη βαλίτσα γεμάτη λίρες και χρυσαφικά η οποία παραδόθηκε στον καπετάν Ομηρο.

«Χτύπησα ελαφρά με το πόδι στα πλευρά του φορείου και του είπα: “Εσύ βρε είσαι ο Δάγκουλας”. Ανοιξε τα μάτια του, με κοίταξε μ’ ένα σχεδόν άψυχο βλέμμα και τα ξανάκλεισε».

Ο ΕΛΑΣ τον μετέφερε με ασθενοφόρο στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. «Ασπρος σαν το πανί, καθόταν δίπλα στον οδηγό και κοίταγε το πλήθος που είχε μαζευτεί μέσα σε τρία λεπτά για να λιντσάρει τον εγκληματία. Τελικώς βγήκε ένας ανθυπολοχαγός του ΕΛΑΣ και εξήγησε στον κοσμάκη ότι ο Δάγκουλας είναι τραυματίας και ότι θα τον περάσουν Λαϊκό Δικαστήριο μετά τη θεραπεία του».

Διαπιστώθηκε βαριάς μορφής λοίμωξη από το τραύμα και κλήθηκε ο γιατρός Κ. Νεδέλκος που έκανε το ανθρωπίνως δυνατόν αλλά δεν μπόρεσε να αποφύγει τον ακρωτηριασμό του ποδιού. Στις 11 Νοεμβρίου στις 23.00 «ο 36άχρονος εξέπνευσε συνεπεία ουραιμίας».

Το πτώμα του «αρχηγού των SS Θεσσαλονίκης» πατάχτηκε στο πλήθος, δέθηκε σε ένα κάρο και διαπομπεύτηκε στους δρόμους προτού καταλήξει στον σκουπιδότοπο που βρισκόταν στο σημερινό πάρκινγκ των λεωφορείων στη Λαγκαδά.

Διαβάζοντας τις τελευταίες σελίδες αισθάνθηκα -για πρώτη φορά- αγανάκτηση για μια πλευρά της δράσης του ΕΛΑΣ. Την προστασία που παρείχε μεταπελευθερωτικά στον Δάγκουλα απέναντι στον αγανακτισμένο λαό.

Παρότι ανήκω σε αυτούς που ενστερνίζονται την -καθόλου δημοφιλή εντός της Αριστεράς- άποψη πως οι συμβιβαστικές πολιτικές που εφάρμοσαν ΕΑΜ και ΚΚΕ και στον Λίβανο και στην Καζέρτα και στη Βάρκιζα (αν αποδεχτούμε πως τα Δεκεμβριανά ήταν αναπόδραστα) ήταν, δυστυχώς, κινήσεις «φορσέ» λόγω του δυσμενούς διεθνούς συσχετισμού.
Γνωρίζω επίσης πως οι δεσμεύσεις για αποφυγή της αυτοδικίας ήταν απόρροια του Λιβάνου και της Καζέρτας. Πως η εντολή του Σιάντου για τιμωρία των δωσίλογων μόνο μέσω της Δικαιοσύνης ήταν απολύτως κάθετη και πολιτικά αιτιολογημένη.

Ωστόσο για την περίπτωση Δάγκουλα έμεινα με την αμφιβολία κατά πόσο ήταν ηθικά αποδεκτό από τον βασανισμένο κόσμο της Θεσσαλονίκης.

Πολύ περισσότερο που οι περισσότεροι «κανίβαλοι» έμειναν ατιμώρητοι.

Ο Σεϊτανίδης οδηγήθηκε δέσμιος στον ανακριτή και επέστρεψε αισιόδοξος και λυτός. Είχε δώσει πολλούς συνεργούς του. Απελευθερώθηκε μετά τη Βάρκιζα.

Ο Παπάς ή Οικονόμου έδωσε υψηλά ιστάμενα πρόσωπα. Πέθανε ανενόχλητος στη Νέα Ιωνία το 1981.

Ο Τσέλκος διέφυγε στη Βιέννη, όπου στρατολογήθηκε από αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1975 και πέθανε στο Βέλγιο το 1990.

Η γυναίκα του Δάγκουλα, Καλλιόπη, προσπάθησε να εξιλεωθεί για τα κρίματα του άντρα της προσφέροντας τρόφιμα σε φυλακισμένους αντάρτες του ΔΣΕ (!), όπως γράφει ο Βενιανάκης.

Για χρόνια το όνομα Δάγκουλας αποτελούσε αποσιωπημένη ενοχή, ένα απωθημένο τραύμα για τη Θεσσαλονίκη, «σαν ομίχλη που σκεπάζει συχνά το λιμάνι της πόλης», σημειώνει ο συγγραφέας.

Το άρθρο αυτό δεν φιλοδόξησε να υποκαταστήσει την κριτική βιβλίου. Αρκείται στη σύσταση πως πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.
{[['']]}

Πλούτος στις στάχτες του πολέμου

Ο οικονομικός δωσιλογισμός την περίοδο της Κατοχής και πώς οι "νεόπολουτοι" βρέθηκαν να χτίζουν το μετεμφυλιακό κράτος

"Σε κάθε τόπο θα βρεθούνε κάμποσα φιλόδοξα και ιδιοτελή καθάρματα, που θα εξυπηρετήσουν πρόθυμα τους σκοπούς μου, γιατί αυτό θα είναι ο μόνος τρόπος για να αναδειχθούν και να πλουτίσουν στη χώρα τους...»

Α. Χίτλερ

Η περίοδος της Κατοχής ήταν από τις πιο μαύρες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η Ελλάδα γνώρισε τριπλή κατοχή με μαζικά αντίποινα και εκτελέσεις ολόκληρων χωριών, βασανιστήρια, στρατόπεδα, πείνα, ορφάνια και θάνατο. Μέσα σε αυτές τις άγριες συνθήκες, μέσα σε αυτό το φοβερό σκηνικό του θανάτου, μέσα από τις στάχτες του πολέμου και την καταπίεση της τριπλής κατοχής, μέσα από τα βογκητά των ανθρώπων που ψυχορραγούσαν στα πεζοδρόμια ξεπήδησαν οι «νεόπλουτοι». 
Μια νέα τάξη πλουσίων, αδίστακτη και χωρίς ενδοιασμούς, η οποία αδιαφόρησε για τη δυστυχία του λαού, συνεργάστηκε οικονομικά με τους κατακτητές και συγκέντρωσε τεράστιο πλούτο και δύναμη.
Την ώρα που άνθρωποι έψαχναν στα σκουπίδια για λίγη τροφή, την ώρα που παιδιά πέθαιναν στους δρόμους, αυτοί κατασπαταλούσαν επιδεικτικά τεράστια ποσά σε θεάματα, ακροάματα και είδη πολυτελείας.

Το ζήτημα του οικονομικού δωσιλογισμού δεν είναι μόνο ηθικό αλλά κυρίως οικονομικό και πολιτικό. Ο στόχος της γερμανικής οικονομικής πολιτικής στην κατεχόμενη Ευρώπη ήταν η μέγιστη απόσπαση, οικειοποίηση και χρησιμοποίηση των στρατηγικών πόρων κάθε χώρας (πρώτες ύλες, παραγωγικές δομές, εργοστάσια κ.λπ.) και ταυτόχρονα εκμετάλλευση μέχρι θανάτου της ανθρώπινης εργατικής, παραγωγικής ικανότητας.

Η υλοποίηση αυτών των στόχων στην Ελλάδα προϋπέθετε τη συνεργασία ενός τμήματος του ντόπιου κεφαλαίου. Εξάλλου την περίοδο του μεσοπολέμου το γερμανικό κεφάλαιο είχε καταφέρει ειρηνικά και με μεγάλη επιτυχία να διεισδύσει στην ελληνική οικονομία. Το 1938 το 40,4% των ελληνικών εξαγωγών κατευθυνόταν στη Γερμανία και την Αυστρία.

Την περίοδο του πολέμου όμως οι ανάγκες των Γερμανών αύξαναν. Παράλληλα πολλαπλασιάζονταν οι «ευκαιρίες» για όσους ήταν πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν τους κατακτητές και να αποκομίσουν τεράστιο οικονομικό όφελος. Οσο οι Γερμανοί διεύρυναν τα περιθώρια κέρδους και δημιουργούσαν νέες ευκαιρίες πλουτισμού τόσο αυξανόταν ο αριθμός των ελληνικών επιχειρήσεων που ήθελαν να δουλέψουν για λογαριασμό του Ράιχ.

Η ολοκληρωτική κατάρρευση της κανονικής ελληνικής οικονομίας (νομισματικό και δημοσιονομικό χάος) και τα τεράστια κέρδη από τη συνεργασία με τους κατακτητές ωθούσαν σταδιακά ακόμη περισσότερες εταιρείες να συνεργάζονται μαζί τους.

Στα πρακτικά της 2ης συνεδρίασης της μεταπολεμικής Επιτροπής Δωσίλογων (26/2/1945) του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΒΕΑ) αναφέρεται ότι τα συνεργασθέντα πρόσωπα μόνο σε Αθήνα και Πειραιά ήταν περίπου 2.500, ενώ στην Τράπεζα της Ελλάδος εμφανίζονται περίπου 8.000 «πληρωθέντες ως συναλλαγέντες μετά του εχθρού».

Συνολικά στη διάρκεια της Κατοχής δημιουργήθηκαν 6.500 νέες ελληνικές επιχειρήσεις και εταιρείες.
Επομένως ο οικονομικός δωσιλογισμός ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής που εφάρμοσαν οι ναζί στις κατακτημένες χώρες της Ευρώπης.
Δεν ήταν η Εθνική Αντίσταση, το ΕΑΜ και η «κόκκινη βία» αυτά που οδήγησαν τους βιομήχανους, τους εμπόρους, τους εισαγωγείς, τους καπνέμπορους, τους μαυραγορίτες, τους εργολάβους κ.ά. να αναλάβουν να συνεργαστούν με τις δυνάμεις κατοχής. Η επιδίωξη του τεράστιου κέρδους και της δύναμης που έδινε η συνεργασία με τους Γερμανούς ήταν το κίνητρο που οδήγησε μέρος του ελληνικού κεφαλαίου στον οικονομικό δωσιλογισμό και στη συνεργασία με το γερμανικό κεφάλαιο.

Συστηματικά πριν από την επίθεση κατά της Ελλάδας κατά τον Απρίλη του 1941 οι Γερμανοί είχαν μελετήσει την οικονομία της Ελλάδας και είχαν σχεδιάσει την οικονομική πολιτική που θα ακολουθούσαν απέναντι της.

Οπως γράφει ο καθηγητής Μιχάλης Ψαλιδόπουλος: «...Πολλοί πίστευαν ότι λόγω της συμπάθειας των εθνικοσοσιαλιστών προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, η συμπεριφορά τους ως κατακτητών στην Ελλάδα θα διαφοροποιήτο προς το ευνοϊκότερο, απ’ ό,τι σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική, διαψεύδοντας επίσης και όσους πίστευαν ότι η Ελλάδα, ως φτωχή σε πρώτες ύλες χώρα, δεν θα ενδιέφερε οικονομικά τον γερμανικό ιμπεριαλισμό. Στο παγκοσμίου κύρους ινστιτούτο Διεθνούς Οικονομίας στο Κίελο εκπονήθηκε πριν και μετά την επίθεση κατά της Ελλάδας έξι μελέτες που αφορούσαν την οικονομία του τόπου: 1. Η βιομηχανία τροφίμων στην Ελλάδα. 2. Η ναυπηγική βιομηχανία της Ελλάδας. 3. Η ελληνική κλωστοϋφαντουργία. 4. Η βιομηχανία καουτσούκ στην Ελλάδα. 5. Η ελληνική σιδηροβιομηχανία. 6. Τα ελληνικά μεταλλεύματα.

Οι μελέτες αυτές που απεστάλησαν στις δυνάμεις κατοχής αποτελούν απόδειξη του συστηματικού τρόπου με τον οποίον επιδιώχθηκε η ολοκληρωτική υποταγή της υπόδουλης Ελλάδας στις επιδιώξεις των κατακτητών.

Σε γενικές γραμμές αυτοί ήταν οι βασικοί τομείς που έστρεψαν την προσοχή τους οι Γερμανοί με την κατοχή της Ελλάδας και οι βασικές πηγές πλούτου και για  τους «πλουτίσαντες κατά την κατοχή».

Ορυχεία - βιομηχανία

Οι Γερμανοί κατέλαβαν τον Απρίλιο του 1941 την Αθήνα, αλλά επέτρεψαν στους Ιταλούς να εισέλθουν στην Αθήνα και την Αττική μόλις στα τέλη Ιουνίου 1941. Μέσε σε δύο μήνες, με συνοπτικές διαδικασίες, όχι μόνο είχε κατασχεθεί και σταλεί στη Γερμανία ό,τι είχε βρεθεί αποθηκευμένο, αλλά -το κυριότερο- οι ελληνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις και τα ορυχεία που είχαν ενδιαφέρον για την πολεμική οικονομία της Γερμανία: αγοράστηκαν, νοικιάστηκαν ή δεσμεύτηκαν να προμηθεύουν τη γερμανική αγορά με πολύτιμα ορυκτά (πυρίτη, σιδηρομετάλλευμα, χρώμιο, νικέλιο, μαγγάνιο, γρανίτη), σε όσες ποσότητες κι αν παράγονταν.

Με διάφορες νομότυπες μεθόδους (δήμευση, ενοικίαση, αγορά από γερμανικές εταιρείες των μετοχών κ,λπ.) οι γερμανικές εταιρείες υπέγραφαν συμφωνίες μακράς διάρκειας (συνήθως 25 ετών) με τις ελληνικές βιομηχανίες. Η αποδοχή τέτοιων συμβολαίων εγγυόταν τη διανομή υλικών και καυσίμων και σε ορισμένες περιπτώσεις τεράστια κέρδη.

Με αυτό τον τρόπο οι Γερμανοί εξασφάλισαν τον έλεγχο των περισσότερων ορυχείων και βιομηχανιών, όπως η Λοκρίς Νικέλιον, οι Βωξίτες Δελφών, Βωξίτες Παρνασσού, το Πυριτιδοποιείο του Πρόδρομου Μποδοσάκη-Αθανασιάδη.

Μακράς διάρκειας συμωνίες υπογράφηκαν επίσης μεταξύ της Krupp και 26 εληνικών εταιρειών - π.χ. το Ράιχ εξασφάλισε ετήσιες αποδόσεις 616.300 τόνων πολύτιμων μετάλλων υπολόμενης αξίας 13.000.000 ράιχσμαρκ.
Η Βέρμαχτ έπαιρνε ημερησίως 2.800.000 τσιγάρα από τις έντεκα μεγαλύτερες ελληνικές καπνοβιομηχανίες.

Στις 31 Μαΐου 1941 η γερμανική οικονομική υπηρεσία κατάρτισε μια τελική αναφορά για την απόκτηση ελέγχων των σημαντικών βιομηχανικών και αγροτικών επιχειρήσεων. Στον πρώτο αυτό κατάλογο συμπεριλαμβάνονταν επιχειρήσεις ηλεκτροδότησης και μεταφορών,ναυπηγεία Βασιλειάδης ΑΕ, η Εταιρεία Ελαστικού ΕΘΕΛ, η Εταιρεία Οίνων και Οινοπνευμάτων ΑΕ, το Εργοστάσιο Τεχνητής Μετάξης (ΕΤΜΑ), το κρατικό εργοστάσιο αεροπλάνων στο Παλαιό Φάληρο, η Ελληνική Αεροπορική Εταιρεία στην Αθήνα, τα εργοστάσια παραγωγής βάμβακος, η Μηχανοβιομηχανία Ροντήρης -Σρουμπουλης, η Μηχανοβιομηχανία Γκλαβούνης ΑΕ, το μηχανουργείο Δρίτσας, το μηχανουργείο Κούππας κ.ά.

Οσον αφορά τα ορυχεία, την περίοδο 1941-44 μεταφέρανε στη Γερμανία περίπου 25.400 τόνοι χρωμίου (το 1942 το ελληνικό χρώμιο αντιστοιχούσε στο 40% των ποσοτήτων που εισήγαγε η Γερμανία) και μεγάλες ποσότητες Βωξίτη, σιδηροπυρίτη, λευκόλιθου βολφραμίου κ,α.

Οταν τελικά οι Ιταλοί κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας ζήτησαν επίμονα μερίδιο από τη λεηλασία και την αναθεώρηση των «τετελεσμένων» που είχαν επιβάλει οι Γερμανοί. Με μακρές και επίμονες διαπραγματεύσεις οι Ιταλοί κατάφεραν να αποσπάσουν σημαντικές οικονομικές παραχωρήσεις από τους Γερμανούς.
Την άνοιξη του 1942 παραχωρήθηκαν στους Ιταλούς ορισμένα γερμανικά δικαιώματα στα ορυχεία.

Αν και «ριγμένη», η Ιταλία πήρε από τα ελληνικά ορυχεία 2 τόνους ασήμι, 508 τόνους χαλκό, 836 τόνους ορείχαλκο, 12 τόνους νικέλιο, 100 τόνους αλουμίνιο κ.ά.

Ωστόσο οι Γερμανοί συνέχισαν να κυριαρχούν στον οικονομικό και εμπορικό τομέα καθώς το 1942 το 76% των ελληνικών εξαγωγών κατευθυνόταν προς Γερμανία και μόλις το 17% προς Ιταλία.8

Τελικά η εξάπλωση της Αντίστασης και η δημιουργία της Ελεύθερης Ελλάδας δυσχέραναν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία των ορυχείων. Στα τέλη της άνοιξης του 1943 τα ορυχεία της βόρειας Ελλάδας είχαν σταματήσει τη λειτουργία τους.
Οι εργασίες εξόρυξης συνεχίζονταν μόνο στα υπό γερμανική κατοχή ορυχεία, στα οποία υπήρχε πρόβλημα με τους εργάτες, οι οποίοι δεν είχαν διάθεση να εργαστούν για τους Γερμανούς.
Η Αντίσταση είχε καταφέρει να απορρυθμίσει τη λειτουργία των ορυχείων.

Τα κέρδη των εταιρειών και των βιομηχάνων που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς ήταν τεράστια για τους εξής λόγους:

Η χρηματοδότηση για την αγορά πρώτων υλών, καυσίμων, μηχανών και ανταλλακτικών γινόταν από την Τράπεζα της Ελλάδας ως έξοδα κατοχής. Οι βιομήχανοι και όσοι έφτιαξαν εταιρείες εκείνη την εποχή δεν χρησιμοποίησαν από τα δικά τους κεφάλαια ούτε μία δραχμή.

Οι βιομήχανοι και οι εταιρείες που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των Γερμανών με τις μακροχρόνιες συμβάσεις αλλά και οι ιδιοκτήτες όσων βιομηχανιών είχαν επιταχτεί δεν παραμερίζονταν. Κατά κανόνα παρέμεναν στις θέσεις τους και αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους. Αυτό εξάλλου ήταν το κίνητρο για να προσελκύσουν για συνεργασία οι κατοχικές αρχές και άλλους βιομηχάνους.

Οι Γερμανοί είχαν οργανώσει με αξιοθαύμαστη προσοχή την επαναλειτουργία των εργοστασίων. Μοίρασαν τμήμα των κατασχεμένων αποθεμάτων σε όσες βιομηχανίες δούλευαν για το Ράιχ. Μετέφεραν καύσιμα και πρώτες ύλες με τη βοήθεια των Ιταλών από την Τεργέστη κι έτσι οι βιομηχανίες άρχισαν να επαναλειτουργούν σχεδόν αμέσως μετά την κατάληψη της Ελλάδας.
 Οι ιδιοκτήτες φυσικά είχαν μερίδιο στις πρώτες ύλες, στα προϊόντα, τα καύσιμα αλλά και τα τρόφιμα που προορίζονταν για το σιτηρέσιο των εργατών των εργοστασίων. Ολα αυτά πουλιόνταν στη μαύρη αγορά και απέδιδαν μεγάλα κέρδη στο κύκλωμα.

Οι βιομηχανίες που συνεργάστηκαν με τις κατοχικές αρχές δούλευαν τόσο καλά ώστε σε αρκετές περιπτώσεις είχαν πλήρη απόδοση, όπως σε περίοδο ειρήνης. Μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις οι βιομήχανοι πετύχαιναν βελτίωση των υποδομών και των εξοπλισμών των εργοστασίων τους και αύξηση της παραγωγής τους.

Τα παραδείγματα είναι αρκετά: οι έντεκα μεγάλες καπνοβιομηχανίες που προμήθευαν τσιγάρα στον γερμανικό στρατό λειτούργησαν έως τα τέλη της Κατοχής με σχεδόν πλήρη απόδοση. Η κλωστοϋφαντουργία, η οποία προμήθευε στους κατακτητές ρουχισμό, στολές, κλινοσκεπάσματα κ.ά„ πήγαινε τόσο καλά με τις παραγγελίες ώστε 20 μεγάλοι εργοστασιάρχες ζήτησαν ανταλλακτικά και μηχανήματα από τη Γερμανία για τη βελτίωση του μηχανολογικού εξοπλισμού. Επίσης η Αθηναϊκή Χαρτοποιία ζήτησε και πέτυχε την απαλλοτρίωση των γειτονικών οικοπέδων για την επέκταση του εργοστασίου.
Βέβαια όσοι βιομήχανοι δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και να συνεργαστούν με τους κατακτητές οδηγήθηκαν μοιραία στην εκπτώχευση.

Εμπόριο - τροφοδοσία στρατευμάτων κατοχής

Τα στρατεύματα των κατακτητών που στάθμευαν στην Ελλάδα έπρεπε να τραφούν και να έχουν όλες εκείνες τις υπηρεσίες που χρειάζεται ένας ξένος στρατός σε μια χώρα. Χρειάζονταν δηλαδή τρόφιμα, οικήματα, ρούχα, σκεπάσματα, στρατόπεδα, ψυχαγωγία και διασκέδαση εργαλεία, καύσιμα κ.λπ. Για να εξυπηρετηθούν αυτές: ανάγκες δομήθηκε ένα ολόκληρο σύστημα εμπορίου-τροφοδοσίας το οποίο περιλάμβανε την ανεύρεση και προμήθεια τροφίμων και έφτανε μέχρι τη λειτουργία χαρτοπαικτικών λεσχών και οίκων ανοχής.

Το σύστημα λειτουργούσε ως εξής: οι Ελληνες έμποροι και οι προμηθευτές έβρισκαν τα προϊόντα, τα αγόραζαν -συνήθως στη μαύρη αγορά σε υψηλές τιμές- και πήγαιναν τα τιμολόγια (κατά κανόνα υπερτιμολογημένα) στην επιμελητεία των αρχών κατοχής. Αυτή τα θεωρούσε και τα υπέγραφε. Υστερα οι έμποροι τα προσκόμιζαν στην Τράπεζα της Ελλάδος και αυτή ήταν υποχρεωμένη να τα εξοφλήσει από τον λογαριασμό των εξόδων κατοχής. Φυσικά με αυτό τον τρόπο oc έμποροι αποκόμιζαν τεράστια κέρδη.

Εννοείται ότι πολλοί έμποροι και προμηθευτές με υπόγειες διαδρομές ενώνονταν με το κύκλωμα της μαύρης αγοράς. Με τη στήριξη, την ανοχή και τη συνεργασία των κατοχικών δυνάμεων προϊόντα μεταφέρονταν, αποθηκεύονταν (για να ανέβουν οι τιμές τους) και ύστερα πωλούνταν σε υψηλές τιμές. Το κύκλωμα σταδιακά μέσω των επαφών που είχε με τις δωσίλογες κυβερνήσεις πήρε στα χέρια του και τη διανομή ενός τμήματος της διεθνούς βοήθειας.
Ο Ερυθρό; Σταυρός αναγκαστικά συνεργαζόταν με τις υπηρεσίες της δωσίλογης κυβέρνησης. Πρόθυμοι χονδρέμπορο και επιχειρηματίες αναλάμβαναν από την κυβέρνηση τη διακίνηση των τροφίμων. Αυτοί κερδοσκοπούσα, προωθώντας προς τη μαύρη αγορά ένα σημαντικό μέρος της βοήθειας το οποίο είχε κλαπεί.

Τους πρώτους μήνες της Κατοχής οι τιμές των ελληνικών προϊόντων συγκρατούνταν χαμηλά με τεχνητό τρόπο. Ετσι στον λογαριασμό κλίρινγκ η Ελλάδα εμφάνιζε θετικό ισοζύγιο παρά τη λεηλασία. Για να περιοριστεί αυτό το άνοιγμα και να τονωθούν οι εξαγωγές της Γερμανίας και της Ιταλίας προς την Ελλάδα, οι δύο ειδικοί πληρεξούσιοι Χέρμαν Νοϊμπάχερ (Γερμανία) και Αλμπέρτο ντ’ Αγκοστίνο (Ιταλία) ίδρυσαν το 1942 δύο εταιρίες, την Degriges (ελληνογερμανικό εμπόριο) και τη Sacig (ελληνοϊταλικό εμπόριο). Εξαιτίας της νομισματικής κατάρρευσης της Ελλάδας οι εξαγωγές ελληνικών προϊόντων έγιναν ακριβές, ενώ ευνοήθηκαν οι εισαγωγές γερμανικών προϊόντων. Οι εταιρείες αυτές εισέπρατταν τη διαφορά ως παρακράτημα (ένα είδος εισαγωγικού φόρου) που προέκυπτε από τη σταθερή ισοτιμία δραχμής - μάρκου/λιρέτας στις εισαγωγές κυρίως γερμανικών προϊόντων. Φυσικά τα κέρδη για τους Ελληνες εμπόρους ήταν απίθανα. 

Ο Νοϊμπάχερ στην κατάθεσή του στο Δικαστήριο Εγκλημάτων Πολέμου στη Νυρεμβέργη ανέφερε ότι οι έμποροι στην Αθήνα μπορούσαν να εισάγουν προϊόντα από τη Γερμανία με σταθερή ισοτιμία 1μάρκο=60 δραχμές και να τα μεταπουλήσουν στο εσωτερικό σε τιμές μαύρης αγοράς με ισοτιμία 1 μάρκο=30.000 δραχμές. Δηλαδή κέρδος 5.000%!

Με την Degriges οι Γερμανοί αφαίρεσαν από την Ελλάδα εμπορεύματα αξίας 929.000.000 γερμανικών μάρκων.ενώ οι λογαριασμοί του ελληνογερμανικού κλίρινγκ εμφάνιζαν την Ελλάδα να οφείλει προς τη Γερμανία 264.000.000 μάρκα (200.000 χρυσές λίρες).

Ενώ ο κόσμος πέθαινε από την πείνα, εκατοντάδες έμποροι, προμηθευτές, εισαγωγείς για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των κατακτητών έκαναν μέσω της Degriges και της Sacig εισαγωγές γερμανικών και ιταλικών προϊόντων (από ακριβά τρόφιμα, ποτά και ρουχισμό μέχρι εργαλεία, μηχανές μουσικά όργανα), αποκομίζοντας τεράστια κέρδη και σχηματίζοντας μεγάλες περιουσίες.

Στις δίκες των δωσίλογων ανώτατοι υπάλληλοι του υπουργείου Οικονομικών κατέθεσαν ως μάρτυρες: "Μετά το ταξείδιον του Γκοτζαμάνη εις Βερολίνον και Ρώμην (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 42) ήλθον εις την Ελλάδα τα εταιρικά εκτρώματα της “Ντεγκρίκες” και "Σάτιγκ” τα οποία καταληστεύουν την χώραν...» (Αρ. Πέππας, γενικός διευθυντής φορολογίας του υπουργείου Οικονομικών),
«Δεν έχει εξακριβωθεί ακόμη εις τι ποσόν φθάνει η ζημία της Εθνικής μας Οικονομίας από
την δράσιν των εταιρειών αυτών» (Εμ. Δαλαμάγκας, διευθυντής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους).

Κατασκευή «δημόσιων» έργων

Ο πόλεμος δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στο ήδη ανεπαρκές προπολεμικά οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο της Ελλάδας. Δρόμοι καταστράφηκαν, γέφυρες ανατινάχτηκαν, δημόσια κτίρια και εγκαταστάσεις κατέρρευσαν κ,λπ. Επίσης βομβαρδίστηκαν λιμάνια και αεροδρόμια. Με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων οι υποδομές που είχαν πληγεί έπρεπε να αποκατασταθούν.

Οι Γερμανοί σχεδίασαν ένα φιλόδοξο μεγάλο σχέδιο δημιουργίας υποδομών για την εξυπηρέτηση και διευκόλυνση των στρατευμάτων τους. Ανακατασκευή και επέκταση αεροδρομίων και λιμανιών, κατασκευή ναυστάθμου, κτίσιμο νέων στρατοπέδων και φυλακών, γέφυρες, νέοι δρόμοι, αποθήκες και διάφορα στρατιωτικά οικήματα, δημόσια κτίρια, πολυβολεία και οχυρωματικά έργα στα νησιά και στις ακτές τις νότιας Ελλάδας.

Η Κατοχή υπήρξε για τους εργολάβους, τους πολιτικούς μηχανικούς και τις κατασκευαστικές εταιρείες κυριολεκτικά «χρυσή εποχή». Η γερμανική προπαγάνδα υποστήριζε ότι τα έργα γίνονταν για την «ανοικοδόμηση της Ελλάδας». Στην πραγματικότητα τα έργα δεν είχαν καμία σχέση με τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και των Ελλήνων. Απλώς εξυπηρετούσαν τους κατακτητές. Σε επίσημα γερμανικά έγγραφα αναγνωρίζεται ότι τα έργα αυτά ωφελούσαν:


Τα έργα δίνονταν με ανάθεση από τις δωσίλογες κυβερνήσεις κατ’ απαίτησιν των κατακτητών. Γνωστοί προπολεμικά εργολήπτες και πολιτικοί μηχανικοί με υψηλές γνωριμίες και διασυνδέσεις με κρατικούς υπαλλήλους έσπευδαν «να έρθουν σε επαφή» καταλλήλως με αρμόδιους Γερμανούς και Ιταλούς αξιωματικούς προκειμένου να παίρνουν τις αναθέσεις.

 Η Τράπεζα της Ελλάδος πλήρωνε τα χρήματα που χρειάζονταν από τον λογαριασμό των εξόδων κατοχής. Οι κατασκευαστές αυτών των «δημόσιων έργων» κέρδιζαν από τις υπερτιμολογήσεις και από την ιδιοποίηση υλικών (καύσιμα μηχανημάτων, τσιμέντο, τρόφιμα των εργατών κ.ά.) και την πώλησή τους στη μαύρη αγορά. Οι πολιτικοί μηχανικοί που είχαν αναλάβει την εκτέλεση τεχνικών και οχυρωματικών έργων από τις αρχές της Κατοχής μέχρι την άνοιξη του 1944 κέρδισαν κυριολεκτικά τεράστια ποσά.

Ναυπηγεία

Ενας άλλος τομέας που ήταν πηγή μεγάλων κερδών για τους κατασκευαστές ήταν το χτίσιμο των περίφημων τσιμεντόπλοιων από τα ελληνικά ναυπηγεία. Εξαιτίας της έλλειψης πρώτων υλών που χρειάζονταν για την κατασκευή μεγάλων φορτηγών πλοίων οι γερμανικές αρχές επιστράτευσαν ή συνεργάστηκαν με ελληνικές εταιρείες δημόσιων έργων και τσιμεντοβιομηχανίες που ναυπηγούσαν για λογαριασμό της Βέρμαχτ τσιμεντόπλοια μεσαίας μεταφορικής ικανότητας -από 250 έως 700 τόνους- χρησιμοποιώντας οπλισμένο σκυρόδεμα.
Οι Γερμανοί θέλησαν να κατασκευάσουν πλοία από μπετό στα ελληνικά ναυπηγεία για να ανεφοδιάζουν τα κατεχόμενα νησιά και κυρίως την Κρήτη αλλά και επειδή οι επιχειρήσεις του Afrika Korps (γερμανικό αφρικανικό σώμα στη βόρεια Αφρική (1943-44) βρίσκονταν σε κρίσιμη καμπή και οι ανάγκες των Γερμανών σε πλοία πιεστικές προκειμένου να συνεχιστεί ο εφοδιασμός των στρατευμάτων τους.

Οπως προκύπτει από γερμανικά αρχεία, είχε καταρτιστεί πρόγραμμα ναυπήγησης 34 τέτοιων σκαφών, αξίας 120.000 χρυσών λιρών Αγγλίας, δαπάνη που αντιστοιχούσε τότε στο 5,5% των γερμανικών εξόδων κατοχής που υποχρεώνονταν να καταβάλλουν από τον προϋπολογισμό τους τα κατεχόμενα κράτη για τη χρηματοδότηση του γερμανικού στρατού.

Το πρόγραμμα ναυπήγησης τσιμεντόπλοιων ήταν επικερδής επιχείρηση για όλους τους εμπλεκόμενους, καθώς συμμετείχαν σε αυτό μεγάλες κατασκευαστικές και εργολαβικές εταιρείες δημόσιων έργων, η σιδηροβιομηχανία και η υλοτομική βιομηχανία της χώρας και απασχο-λούνταν 3.000 εργαζόμενοι. Εννοείται ότι το ελληνικό κράτος κατέβαλε μέσω των εξόδων κατοχής και τα χρήματα για την κατασκευή των τσιμεντόπλοιων.

Ωστόσο τα τσιμεντόπλοια δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένες κατασκευές. Από τα αρχικώς 34 σκάφη τελικώς φαίνεται ότι κατασκευάστηκαν και καθελκύστηκαν 25, τα περισσότερα εκ των οποίων έπασχαν από κατασκευαστικές αστοχίες και βούλιαξαν στα νερά του Αιγαίου. Κάποια από αυτά κατέληξαν μεταπολεμικά «μπλόκια» στους λιμενοβραχίονες (Ραφήνα, Μέθανα κ.α.).18

Εβραϊκές περιουσίες

Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης ήταν από τις πιο δυναμικές και πολυπληθείς κοινότητες της Μεσογείου. Στις 11/7/1942 οι άντρες Εβραίοι από 18 μέχρι 45 χρόνων διατάχτηκαν να παρουσιαστούν στην πλατεία Ελευθερίας. Εκεί, αφού υποβλήθηκαν σε μαρτύρια και δοκιμασίες, οδηγήθηκαν σε καταναγκαστικά έργα. Στο τέλος του ίδιου χρόνου οι ναζί προχώρησαν στην κατάσχεση των πιο ανθηρών εβραϊκών επιχειρήσεων και κατέστρεψαν το Ισραηλιτικό Νεκροταφείο.

Τον Φεβρουάριο του 1943 έφτασε στη Θεσσαλονίκη ο φοβερός Αντολφ Αϊχμαν μαζί με τον στρατιωτικό σύμβουλο Μαξ Μέρτεν και τους εντεταλμένους εβραϊκώλ υποθέσεων του υπουργείου Εξωτερικών του Γ' Ράιχ Ντίτερ Βισλιτσένι και Αλόις Μπρούνερ, καθώς και τον γενικό πρόξενο Φριτς Σένμπεργκ, και έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο εκτοπισμού των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Υποχρεώθηκαν να φορούν το κίτρινο άστρο του Δαβίδ και να κατοικούν μόνο σε συγκεκριμένες συνοικίες-γκέτο. Στις 6 Μαρτίου 1943 απαγορεύτηκε η έξοδος των Εβραίων από τα γκέτο, ενώ στον συνοικισμό του Βαρόνου Χιρς στήθηκε το σκηνικό για την τελευταία πράξη της τραγωδίας. Από εκεί θα ξεκινήσει το τεράστιο ανθρώπινο κοπάδι για να παραδοθεί στη σφαγή.

Το πρώτο τρένο προς τα στρατόπεδα-κολαστήρια του Γ' Ράιχ αναχώρησε από τη Θεσσαλονίκη στις 15 Μαρτίου του 1943, μεταφέροντας πάνω από 2.500 άντρες γυναίκες και παιδιά. Σε βαγόνια που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ζώων στοιβάζονταν εκατοντάδες και χιλιάδες άτομα χωρίς τρόφιμα και νερό, υπό άθλιες συνθήκες, ενώ πολλοί πέθαιναν στη διαδρομή. Μέχρι τις 2
Αυγούστου 1943 οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης με συνολικά 19 σιδηροδρομικές αποστολές οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα Αουσβιτς - Μπίρκεναου, όπου εξοντώθηκαν.
Από τους 46.091 Θεσσαλονικείς Εβραίους που μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατάφεραν να σωθούν και επέστρεψαν μετά τον πόλεμο μόνο 1.950, δηλαδή ποσοστό μόλις 4%. 

Το σημαντικό εδώ τόσο από ηθικής άποψης όσο και από οικονομικής πλευράς είναι τι απέγιναν οι κινητές και ακίνητες περιουσίες όσων Εβραίων εξοντώθηκαν. Αυτοί που «διαχειρίστηκαν» τις ακίνητες περιουσίες φυσικά έγιναν πλουσιότεροι. Οι νεότερες μελέτες δείχνουν ότι το χρυσάφι που πουλιόταν στην Αθήνα από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1943 προερχόταν από τις δημευμένες και λεηλατημένες περιουσίες των Ελλήνων Εβραίων και κυρίως των Θεσσαλονικιών. Σε αυτό το χρυσάφι επένδυαν οι μεγάλοι έμποροι και εργολάβοι. Ακόμη και την εξόντωση των Εβραίων τη μετέτρεψαν σε πλούτο και αυτή είναι άλλη μία ατιμία όσων συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς.

Φτηνά εργατικά χέρια για το Ράιχ

Για να δουλέψουν τα εργοστάσια, για να ξεκινήσει γρήγορα η ελληνική οικονομία να αποδίδει κέρδη στη Γερμανία, έπρεπε να βρεθούν εργατικά χέρια. Οι κατακτητές εξασφάλιζαν την εργασία με δύο τρόπους: με επίταξη και με ελεύθερη σύμβαση εργασίας. Κατά διαστήματα περίπου το 10% του εργατικού δυναμικού της χώρας εργαζόταν σε επιχειρήσεις Ελλήνων βιομηχάνων, επιχειρηματιών και εργολάβων. Η αμοιβή τους ήταν άθλια και συνεχώς υποβαθμιζόταν, καθώς τα χρήματα που πληρώνονταν έχαναν την αξία τους εξαιτίας του πληθωρισμού ή περιοριζόταν απλώς στο σιτηρέσιο. Πολλές φορές επίσης οι Γερμανοί επέβαλλαν απλήρωτη εργασία με τη μορφή της «αγγαρείας».
Η εκμηδένιση του εργατικού κόστους συσσώρευε μεγάλα κέρδη στους Γερμανούς και τους Ελληνες συνεργάτες τους. 

Το Εργατικό ΕΑΜ για αυτούς τους λόγους κέρδιζε συνεχώς έδαφος στα εργοστάσια και στις επιχειρήσεις. Στις 24 και 25 Μαρτίου 1942 κηρύχθηκε στην Αθήνα η πρώτη απεργία στην κατεχόμενη Ευρώπη.
Στις 16 Απριλίου κηρύχθηκε νέα πανεργατική απεργία που έληξε στις 21 Απριλίου με ικανοποίηση των αιτημάτων των απεργών. Οι Γερμανοί προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να κρατήσουν όσο το δυνατόν χαμηλότερα το εργατικό κόστος. Απαγόρεψαν τις μισθολογικές αυξήσεις τον Δεκέμβρη του 1942 και στις διαμαρτυρίες των εργατών απάντησαν με την ελεύθερη μετακίνηση με τις συγκοινωνίες και την απαλλαγή από τις ασφαλιστικές εισφορές. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη.

Με την είσοδο του 1943 ο υπόδουλος ελληνικός λαός, εκτός από την πείνα και την καταπίεση αντιμετώπιζε και τον κίνδυνο της πολιτικής επιστράτευσης, παρά τις διαψεύσεις από τις γερμανικές αρχές κατοχής.
Στις 30/1/1943 ο αντιστράτηγος Αλεξάντερ Λερ, στρατιωτικός διοικητής των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων ΝΑ Ευρώπης, εξέδωσε διάταγμα πολιτικής επιστράτευσης και τελικά στις 23/2/1943 δημοσιεύτηκε η διαταγή του στρατηγού Σπάιντελ για την πολιτική επιστράτευση των Ελλήνων.

Οι κατοχικές δυνάμεις σκόπευαν να στείλουν Ελληνες εργάτες στη Γερμανία και ανά τη Μεσόγειο για να δουλέψουν σε καταναγκαστικά έργα.
Το ίδιο βράδυ ο κατοχικός πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος και ο υπουργός Εργασίας Νικόλαος Καλύβας έσπευσαν να δημοσιεύσουν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σχετικό διάταγμα με τίτλο «Περί υποχρεωτικής εργασίας του αστικού πληθυσμού της Ελλάδος».

Οταν το διάταγμα στάλθηκε, το βράδυ της 22ας Φεβρουάριου, για να δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, οι εργάτες του Εθνικού Τυπογραφείου ειδοποίησαν την ηγεσία του ΕΑΜ.
Η μάχη ενάντια στη χιτλερική επιστράτευση άρχισε με τη συντονισμένη απεργία και διαδήλωση στις 24 Φεβρουάριου, όταν οι εργατοϋπάλληλοι σταμάτησαν την εργασία τους και χιλιάδες λαού κατέβηκαν στο κέντρο της Αθήνας για να διαδηλώσουν μπροστά στο πολιτικό γραφείο του κατοχικού πρωθυπουργού, το Εργατικό Κέντρο και το υπουργείο Εργασίας.

«Κάτω η επιστράτευση», «Λευτεριά» φώναζαν ρυθμικά οι διαδηλωτές και έψαλλαν τον εθνικό ύμνο. Μια ομάδα διέσπασε τον αστυνομικό κλοιό και μπήκε στο γραφείο του κατοχικού πρωθυπουργού Λογοθετόπουλου στη Βουλή. Μια άλλη, αφού υπερφαλάγγισε τους Ιταλούς καραμπινιέρους, πυρπόλησε το υπουργείο Εργασίας και τους φακέλους με τα ονόματα των εργατών που θα στέλνονταν στη Γερμανία.
Κατά τις συγκρούσεις τρεις διαδηλωτές σκοτώθηκαν και τριάντα τραυματίστηκαν σοβαρά. Τις επόμενες μέρες η αντίδραση κατά της επιστράτευσης φούντωσε. Τηλεφωνητές, δημόσιοι υπάλληλοι και μαθητές κατέβηκαν στους δρόμους. Η κηδεία σου εθνικού ποιητή Κωστή Παλαμά στις 28 Φεβρουάριου μετατράπηκε σε αντικατοχική διαδήλωση.

Η κυβέρνηση των δωσίλογων εκμεταλλεύτηκε τις συγκρούσεις για να αποσπάσει από τους κατακτητές την απόφαση για μη εφαρμογή των διαταγών της επιστράτευσης. Για να σταματήσουν τις διαμαρτυρίες, τον Μάρτη και τον Απρίλη του 1943 δόθηκαν αυξήσεις ίσες με το 25% του βασικού ημερομισθίου. Σταδιακά, παρ’ όλη τη βία που χρησιμοποιούσαν οι κατακτητές, η Αντίσταση κέρδιζε συνεχώς έδαφος. Το 1944 ο υπουργός Εργασίας Ν. Καλύβας δολοφονήθηκε από την Αντίσταση. Στα τέλη της Κατοχής οι εργοδότες και οι Γερμανοί είχαν χάσει πια κάθε έλεγχο μέσα στα εργοστάσια.

Ασήμαντα ήταν και τα αποτελέσματα της προσπάθειας των Γερμανών για προσέλκυση Ελλήνων εθελοντών εργατών για εργασία στο Ράιχ μέσω συνεχών προπαγανδιστικών εκκλήσεων. Παρά τη φρίκη του λιμού και της πείνας, παρά την υποαπασχόληση και την οικονομική εξαθλίωση, ελάχιστοι Ελληνες εργάτες στήριξαν με την εργασία τους το Ράιχ συγκριτικά με τον αριθμό εθελοντών από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Τα στοιχεία των Γερμανών δίνουν για όλη την Κατοχή 22.794 αναχωρήσεις για Γερμανία. Με βάση τον Τύπο φτάνουμε στις 42.500. Αυτοί οι αριθμοί ως ποσοστό του ενεργού πληθυσμού κυμαίνονται μεταξύ 0,5 και 1,1%.

Ο ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός μας διηγείται μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία: «Δουλεύω πάνω στο βιβλίο μου για την ΟΠΛΑ και μιλάω με τον Φοίβο Τσέκερη ο οποίος ήταν ΕΠΟΝίτης του Πολυτεχνείου. Μου εξιστόρησε πώς είχε συλληφθεί στη διαδήλωση ενάντια στην πολιτική επιστράτευση και πέρασε μεγάλο διάστημα στην Κομαντατούρ, στα υπόγεια της Κοραή. 
Εκεί τους είχαν μαντρωμένους στους θαλάμους - στο κτίριο μπαινόβγαιναν διάφοροι χαφιέδες και καταδότες οι οποίοι έπαιρναν και έδιναν πληροφορίες. Και μου περιγράφει το εξής περιστατικό ο Τσέκερης: Ή μεγαλύτερη απογοήτευσή μου, εγώ παλιός Αμπελοκηπιώτης και παναθηναϊκός, ήταν όταν είδα να μπαίνει ο τερματοφύλακάς μας, ο Ζώγας, με ιταλική στολή. Ηταν συνεργάτης των Ιταλών! Επαθα σοκ”. Και το κορυφαίο της μαρτυρίας του: ‘Είχαν πιάσει μαζί μας και ποινικούς και σαλταδόρους, χαμίνια της Αθήνας. Αυτούς τους κρατάγανε μια μέρα και τους αφήνανε ή τους ρίχνανε λίγο ξύλο και τους διώχνανε. Και του βγάλανε ένα αυτοσχέδιο ρεμπέτικο στον θάλαμο: Ιταλικό χιτώνιο φοράς και καμαρώνεις/ ρε πούστη Ζώγα κέρατά/ σαν βγω δε μου γλιτώνεις”. Μουρμούρικο της Κομαντατούρ»!  

Το σκοτεινό περιθώριο

Ανάμεσα σε όλα αυτά υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος του περιθωρίου που συνεργαζόταν οικονομικά με τους κατακτητές, όπως το μικρότερο αλλά εξίσου απάνθρωπο κύκλωμα «μεσαζόντων» (καταδότες, «διερμηνείς», πληροφοριοδότες, εκβιαστές κ.ά.) οι οποίοι αναλάμβαναν αντί μεγάλης αμοιβής να μεσολαβήσουν στις αρχές κατοχής για την απελευθέρωση Ελλήνων πατριωτών που ήταν καταδικασμένοι και βασανίζονταν. Αφού κατέδιδαν τους πατριώτες στις κατοχικές αρχές, στη συνέχεια «έγδερναν» κυριολεκτικά τις οικογένειές τους αποσπώντας τεράστια ποσά, πάντα σε χρυσές λίρες, για την τάχα απελευθέρωσή τους.
 Επίσης άνθισαν τα κυκλώματα των προαγωγών που προμήθευαν πόρνες στους κατακτητές, τα καμπαρέ, οι χαρτοπαικτικές λέσχες, οι ρουλέτες κ.λπ.

Για τον αποθησαυρισμό των κερδών, πέρα από τις αγορές ακινήτων και τις σπατάλες σε θεάματα και πανάκριβα είδη, γνώρισε μεγάλη άνθηση και το εμπόριο έργων τέχνης.

Τι απέγιναν οι οικονομικοί δωσίλογοι

Με την απελευθέρωση, παρά τις υποσχέσεις για παραδειγματική και σκληρή τιμωρία των «πλουτισάντων κατά την Κατοχή», τίποτε δεν έγινε. Μετά τα Δεκεμβριανά, με την καθοδήγηση των Αγγλων, τα αστικά κόμματα και η παραδοσιακή αστική τάξη του μεσοπολέμου συμμάχησαν με τους «πλουτίσαντες κατά την Κατοχή» εναντίον του κοινού εχθρού, εναντίον του «κομμουνιστικού κινδύνου».

Οι μεταπολεμικές κρατικές δομές, οι υπηρεσίες και η νέα κυρίαρχη τάξη δημιουργήθηκαν από την ένωση των παλιών αστικών στρωμάτων που ήθελαν να επανακτήσουν την πολιτική και οικονομική τους ισχύ με τα νέα αστικά στρώματα που πλούτισαν από τη συνεργασία τους με τους κατακτητές. Με πρόσχημα την αντιμετώπιση του «εσωτερικού εχθρού» συγκροτήθηκε ένα κράτος «έκτακτης ανάγκης», στο οποίο οι δυνατότητες διερεύνησης των συνθηκών οι οποίες οδήγησαν στον πλουτισμό ήταν εξαιρετικά περιορισμένες.

Με τη συμμετοχή τους στο «αντικομμουνιστικό μέτωπο» οι οικονομικοί δωσίλογοι εξασφάλιζαν τη νομιμοποίηση των κατοχικών κερδών και την πλήρη ατιμωρησία. Με σειρά νόμων και βουλευμάτων οι «πλουτίσαντες κατά την Κατοχή» απέφυγαν τις δικαστικές περιπέτειες και απαλλάχτηκαν από κάθε φόρο.

Η Συντακτική Πράξη (ΣΠ) 6/45 -προέβλεπε σκληρή τιμωρία για τους συνεργασθέντες με τον εχθρό- στο διάστημα 1945-46 δέχτηκε δώδεκα νομοθετικές τροποποιήσεις! Το γεγονός αυτό εκφράζει την αμηχανία, τους δισταγμούς και την απροθυμία των κυβερνήσεων και των αστικών κομμάτων να ασχοληθούν με τους δωσίλογους της Κατοχής.
Η προσοχή των κρατικών υπηρεσιών, της αστυνομίας, του στρατού και της Δικαιοσύνης είχε επικεντρωθεί στην αποτελεσματική εξόντωση και απάλειψη του «κομμουνιστικού κινδύνου».

Ουσιαστικά οι συμπληρωματικοί νόμοι επί της ΣΠ 6/45 έδιναν τη δυνατότητα στους οικονομικούς δωσίλογους να ξεφεύγουν και να αθωώνονται.
Για παράδειγμα η ΣΠ 107/1946 προέβλεπε ότι για να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον των οικονομικών δωσίλογων ήταν αναγκαία όχι μόνο η ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων, αλλά έπρεπε να αποδειχτεί ότι ενεργούσαν «προδοτικά κατά συνείδηση», ενεργούσαν «επί σκοπώ πλουτισμού και ουχί εκ βίας ή για επιβίωση», παρείχαν «ουσιαστική βοήθεια στον κατακτητή» και «απεκόμισαν συνήθη κέρδη με δόλια μέσα και με σκοπό τον πλουτισμό». 
Στα δικαστικά συμβούλια όμως δεν μπορούσε να αποδειχτεί καμία από αυτές τις προϋποθέσεις.

Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων ισχυρίζονταν ότι οι πελάτες τους αναγκάστηκαν να συνεργαστούν με τους Γερμανούς επειδή κινδύνευαν η ζωή και η περιουσία τους, π.χ. οι εργοστασιάρχες επικαλούνταν τη βίαιη επίταξη των εργοστασίων τους από τις γερμανικές αρχές. Αλλοι ισχυρίζονταν πως εκτελούσαν εντολές της ελληνικής κυβέρνησης προς όφελος της πατρίδας, π.χ. οι εργολάβοι και οι μηχανικοί ισχυρίζονταν ότι οι εταιρείες τους ήταν επιταγμένες, αναλάμβαναν «δημόσια έργα» από τις κατοχικές κυβερνήσεις και πληρώνονταν μέσω των τοπικών επιτροπών Ελέγχου Προμηθειών Αρχών Κατοχής (ΕΠΑΚ) από τις ελληνικές κυβερνήσεις της Κατοχής και όχι από τους Γερμανούς.

Επίσης οι έμποροι και οι μαυραγορίτες ισχυρίζονταν ότι έκαναν αθρόες εισαγωγές προϊόντων από τη Γερμανία και την Ιταλία για να σώσουν τους Ελληνες από την πείνα.
Εφόσον λοιπόν οι κατηγορίες της οικονομικής συνεργασίας δεν μπορούσαν να αποδειχτούν, γίνονταν μαζικές απαλλαγές κατηγορουμένων με νομότυπο τρόπο μέσω απαλλακτικών βουλευμάτων.

Αν υπολογίσουμε ότι κάθε βούλευμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, αφορούσε πολλούς κατηγορούμενους (ολόκληρα διοικητικά συμβούλια εταιρειών ή εμπορικών οίκων ή τους εκατοντάδες εμπόρους - εισαγωγείς μέσω της γερμανικής Degriges κ.λπ.), καταλαβαίνουμε ότι η μεγάλη πλειονότητα των κατηγορουμένων για οικονομικό δωσιλογισμό απαλλασσόταν προτού ακόμη δικαστεί. Η έκδοση των βουλευμάτων ήταν πραγματικό σκάνδαλο όχι για τον αριθμό τους αλλά επειδή ήταν αθωωτικά κατά ποσοστό περίπου 90%!

Σκάνδαλο επίσης ήταν ότι ακόμη και σε όσες υποθέσεις οικονομικού δωσιλογισμού έφτασαν στα Ειδικά Δικαστήρια Δωσίλογων οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν πανηγυρικά ή τιμωρήθηκαν με αστείες ποινές. Δεν έλειψαν βέβαια οι υποψίες και οι κατηγορίες για επηρεασμό και χρηματισμό των δικαστών από μεγάλους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες.

Ο εισαγγελέας Χρ. Τσαμπάσης, γενικός επίτροπος Ειδικού Δικαστηρίου Δωσίλογων, είχε κατηγορηθεί πολλές φορές για τη στάση του στα δικαστήρια και για τις αντικανονικές παρεμβάσεις του υπέρ των οικονομικών δωσίλογων.
Τον Αύγουστο του 1946 απομακρύνθηκε από τη θέση του διότι συνελήφθη επ’ αυτοφώρω να χρηματίζεται από τη σύζυγο κατηγορούμενου δωσίλογου για να εισηγηθεί στο Συμβούλιο Χαρίτων την αποφυλάκιση του συζύγου της.

Για να αντιληφθούμε τον τρόπο που γίνονταν οι δίκες αξίζει η αναφορά ενδεικτικά σε κάποιες από τις μεγάλες δίκες επωνύμων που προβλημάτισαν και σκανδάλισαν τον λαό με τις προκλητικές αποφάσεις των δικαστών.

• Δίκη Ιωάννη Γκόβερη, 45 ετών, ιχθυέμπορου από τον Πειραιά. Ο Γκόβερης προπολεμικά ήταν ένας φτωχός ψαράς και ζούσε σε μια παράγκα στην πλατεία Καραϊσκάκη. Με τον ερχομό των Γερμανών συνεργάζεται μαζί τους. Προμηθεύει ψάρια, κάνει τραπέζια σε ανώτατους αξιωματικούς, συλλέγει πληροφορίες και καταδίδει πατριώτες κ.λπ. 
Μάλιστα φημολογείται ότι σε συνεργασία με τη γερμανική διοίκηση έστειλε με αεροπλάνο έναν τεράστιο αστακό δώρο στον Χίτλερ.

Παίρνει από τους Γερμανούς το δικαίωμα να ψαρεύει αποκλειστικά με τα καΐκια του στον Σαρωνικό και να μεταφέρει λάδι από τα νησιά. Γίνεται πάμπλουτος, τον αποκαλούν «βασιλιά του λαδιού», αποκτά στόλο καϊκιών. Η περιουσία του από τη μαύρη αγορά ήταν τεράστια σε λίρες, χρυσάφι, κοσμήματα, ακίνητα, χρυσά νομίσματα κ.ά. Τα γλέντια του με τους Γερμανούς αξιωματικούς και τους Ελληνες συνεργάτες τους ήταν από τα μεγάλα κοσμικά γεγονότα της Αθήνας και του Πειραιά. 

Με την Απελευθέρωση, λίγο πριν από τα Δεκεμβριανά, παίρνει την κινητή περιουσία του, φεύγει στην Αίγυπτο και τελικά κρύβεται στην Τουρκία. 
Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1946, συλλαμβάνεται και δικάζεται για οικονομικό δωσιλογισμό και επειδή χρωστάει 1 δισ. δρχ. φόρο ως «πλουτίσαντας κατά την Κατοχή». Αθωώνεται πανηγυρικά. Προκαλείται σκάνδαλο από την προκλητική απόφαση και ο εισαγγελέας αναγκάζεται να ζητήσει αναθεώρηση της δίκης.

• Δίκη των «εργολάβων του Χαϊδαρίου»: Μεγάλη δίκη εργολάβων και μηχανικών οι οποίοι στην Κατοχή είχαν συστήσει τεχνική εταιρεία που αναλάμβανε άνευ διαγωνισμού την κατασκευή μεγάλων έργων για τους Γερμανούς (ναύσταθμος Σκαραμαγκά, φυλακές Χαϊδαρίου, δρόμους, πολυβολεία, αεροδρόμια κ.λπ.). Ανάμεσα στους κατηγορούμενους και ο Μιχαήλ Αβέρωφ, μηχανικός, γόνος της μεγάλης, πλούσιας οικογένειας ευεργετών του Μετσόβου, αδερφός του πολιτικού Ευάγγελου Αβέρωφ και γαμπρός του καπνοβιομήχανου Παπαστράτου.

Στη δίκη οι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν φοβερά στοιχεία: οι κατηγορούμενοι χρησιμοποιούσαν για εργάτες Κρήτες αιχμαλώτους, ο λογιστής των εταιρειών πλωτάρχης Αυγέρης καταχράστηκε το αντίτιμο των ημερομισθίων και το σιτηρέσιο των 1.000 εργατών, πήραν για τις εργασίες στις φυλακές Χαϊδαρίου 4.500 χρυσές λίρες και για έργα οδοποιίας 32.000 λίρες! Εκλεψαν ακόμη και τον σίδηρο του Πολεμικού Ναυτικού και ποσότητες βενζίνης. 

Οι δικηγόροι του Αβέρωφ παρουσιάζουν αγγλικά έγγραφα ότι ο πελάτης τους συμμετείχε σε μια μυστική αντιστασιακή οργάνωση «Κόδρος» και ότι συνεργάστηκε με τους Γερμανούς εν γνώσει των Αγγλων και της ελληνικής κυβέρνησης του Κάιρου! 
Η απόφαση εκδόθηκε στις 9/9/1945: Αθώος ο Αβέρωφ, ποινές-χάδια για τους άλλους μηχανικούς. Επίτροποι στο δικαστήριο ήταν αρχικά ο Χρ. Τσαμπάσης και στη συνέχεια ο Σόλων Παπαδόπουλος. Ο εισαγγελέας στην αγόρευσή του κατέληξε ότι ο Αβέρωφ με την αντιστασιακή του δράση αναδείχθηκε «σε έναν εκ των μεγαλυτέρων πατριωτών, έναν υιό που τίμησε την πάτρια γη».

Δίκη των λεσχειαρχών: Στην Κατοχή λειτουργούσαν μεγάλες χαρτοπαικτικές λέσχες, στις οποίες κάθε βράδυ ο υπόκοσμος της Αθήνας (μπράβοι, προαγωγοί, δωσίλογοι, μαυραγορίτες κ.ά.) έπαιζαν στα χαρτοπαίγνια τεράστια ποσά, τα οποία στην κυριολεξία έσταζαν αίμα.

Στη δίκη αυτή πέρασε ως μάρτυρας υπεράσπισης όλος ο «καλός κόσμος της Αθήνας» (πολιτικοί, κοσμικοί, καλλιτέχνες κ.ά.). Ενώ οι λεσχειάρχες βαρύνονταν με βαριές κατηγορίες και υπήρχαν καταγγελίες για συμμετοχή του διευθυντή της αστυνομίας στο κύκλωμα, η δίκη έληξε με ποινές-χάδι.

Από τις αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσίλογων Αθήνας (ΕΔΔΑ) φαίνεται ότι τελικά στα δικαστήρια καταδικάζονταν τα «μικρά ψάρια», όσοι από τους οικονομικούς δωσίλογους αναδείχτηκαν απότομα και απειλούσαν με τη δράση τους τους προπολεμικούς αστούς (π.χ. εμπόριο, τρόφιμα, υφάσματα, κατασκευές κλπ.), όσοι δεν είχαν πολιτικές γνωριμίες και επαφές και όσοι μαζί με τον οικονομικό δωσιλογισμό είχαν ανακατευτεί σε καταδόσεις, φόνους, βασανιστήρια, εκβιασμούς κ.λπ. 

Οι ποινές τους συνήθως ήταν φυλάκιση για κάποια χρόνια και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Και αυτοί όμως στα χρόνια που ακολούθησαν, λόγω του Εμφυλίου, με αλλεπάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις, δικαστικές αποφάσεις και βουλεύματα αποφυλακίζονταν και παραδίνονταν «άσπιλοι και αμόλυντοι» στην ελληνική κοινωνία. 

Από τις αποφάσεις ΕΔΔΑ δίνουμε χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Μ.Δ.: Συνεργάτης και καταδότης των Γερμανών. Εκανε τον φυλακισμένο πατριώτη στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου για να μαζεύει πληροφορίες. Επαιρνε μίζες από εργολάβο (Ι.Μ.) 15% και από καταστήματα οινοπνευματωδών 20% (Ι.Α.). Το 1945 καταδικάστηκε σε φυλάκιση έντεκα ετών. Αποφυλακίστηκε το 1951 με χάρη που του απένειμε ο βασιλιάς Παύλος.

Μ.Κ.: Καταδότης και οικονομικός δωσίλογος. Εφτιαξε το αεροδρόμιο της Καλαμάτας για τους Ιταλούς. Εκλεβε τα τρόφιμα των εργατών, τα μετέφερε στην Αθήνα με ιταλικά φορτηγά και τα πουλούσε στη μαύρη αγορά. Αγόρασε δύο βίλες σε Ψυχικό και Γλυφάδα, πολυτελές αυτοκίνητο και ένα αγρόκτημα 25 στρ. στο Τατόι. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση εννέα ετών. Αποφυλακίστηκε το 1950.

Ι.Β.: Καταδότης και δωσίλογος. Καταδικάστηκε το 1946 σε 20 χρόνια φυλάκιση και ισόβια στέρηση πολιτικών του δικαιωμάτων. Με βασιλικό διάταγμα η ποινή του έγινε έξι χρόνια και αποφυλακίστηκε το 1950. Λόγω «έντιμου βίου» το 1958 πήρε πίσω και τα πολιτικά του δικαιώματα.

Οσον αφορά τους νόμους για τη φορολόγηση των πλουτισάντων, λίγο πριν από τις εκλογές του 1946 αποσύρθηκαν και έπαψε κάθε δίωξη εναντίον τους.
Με τον ΑΝ 1040/1946 (άρθρο 2), μετά τις 31/3/1946 οι οικονομικοί έφοροι ήταν υποχρεωμένοι να κλείσουν οριστικά τους καταλόγους με τους οικονομικούς δωσίλογους.
 Οι «πλουτίσαντες κατά την Κατοχή» ήταν πια ελεύθεροι να συνεχίσουν τις κερδοφόρες επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.

Οι προεκλογικές εξαγγελίες του αρχηγού του Λαϊκού Κόμματος Κ. Τσαλδάρη στην Κόρινθο ήταν αποκαλυπτικές για το ποιος παρείχε τόσους μήνες πολιτική κάλυψη στους πλουτίσαντες και επίσης έδειχναν με σαφήνεια ποια πολιτική θα ακολουθούνταν απέναντι τους μετά τις εκλογές: «...όλες οι αναδρομικές φορολογίες των οικονομικών δωσίλογων θα καταργηθούν γιατί είναι καταστρεπτικοί διά την εθνικήν μας οικονομίαν και την ιδιωτικήν πρωτοβουλία...».

Εννοείται ότι κανένας από τους «πλουτίσαντες επί Κατοχής» δεν ελέγχθηκε ξανά, κανείς δεν φυλακίστηκε και κανένας δεν εξορίστηκε. Εξάλλου τα κρατητήρια, οι φυλακές και τα ξερονήσια ήταν γεμάτα από αριστερούς και δημοκρατικούς πολίτες.

Με την έλευση της αμερικανικής βοήθειας (σχέδιο Μάρσαλ) η νέα οικονομική ελίτ ανέλαβε να την «αξιοποιήσει» και φυσικά την ξεκοκάλισαν και την κατέκλεψαν στην κυριολεξία.
Ο Πολ Πόρτερ, επικεφαλής της αμερικανικής αποστολής στην Ελλάδα, περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα το ήθος και την ποιότητα της νέας πολιτικής και οικονομικής ηγεσίας:

«Απ’ ό,τι μπόρεσα να διαπιστώσω, η κυβέρνηση δεν έχει καμιάν άλλη πολιτική πρακτική από το να ζητάει συνέχεια ξένη βοήθεια για να διατηρεί την εξουσία της και να διασώζει συνέχεια τα προνόμια μιας μικρής κλίκας εμπόρων και τραπεζιτών, οι οποίοι αποτελούν την αόρατη εξουσία στην Ελλάδα.

Η κλίκα αυτή είναι αποφασισμένη να υπερασπίσει με κάθε μέσο τα οικονομικά της συμφέροντα και δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το τι μπορεί να στοιχίσει αυτό στην οικονομία της χώρας. Τα μέλη αυτής της κλίκας επιθυμούν να διατηρήσουν άθικτο ένα φορολογικό σύστημα που τους ευνοεί με αληθινά σκανδαλώδη τρόπο. Αντιτίθενται στον έλεγχο συναλλάγματος, γιατί αυτό θα τους εμποδίσει να εξάγουν τα κέρδη τους στις τράπεζες του Καΐρου και της Αργεντινής. Δεν διανοήθηκαν ποτέ να επενδύσουν τα κέρδη τους στη δική τους χώρα για να βοηθήσουν στην αναστήλωση της εθνικής οικονομίας.

Τα συμφέροντα των εφοπλιστών προστατεύονται επίσης με σκανδαλώδη τρόπο. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία ανθεί στην εποχή μας και οι εφοπλιστές κερδίζουν τεράστια ποσά, αλλά το χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος δεν αποκομίζει κανένα όφελος απ’ αυτό. Οι μισθοί των ναυτικών γυρίζουν στην Ελλάδα, αλλά οι εφοπλιστές ασφαλίζουν το μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους στις ξένες χώρες...

Η ομάδα πίεσης της καλής κοινωνίας -οι κομψοί κοσμοπολίτες που έχουν την έδρα τους στις Κάννες, στο Σεν Μόριτς και στην αθηναϊκή πλατεία Κολωνακίου- θα ενεργοποιηθεί. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι άνθρωποι πολύ ευχάριστοι, που μιλάνε πολύ καλά τα αγγλικά. Είναι πάντοτε πρόθυμοι όταν πρόκειται να εξυπηρετήσουν την αμερικανική αποστολή για τα δικά τους συμφέροντα. Θυμάμαι ακόμη ένα από τα πιο επίσημα γεύματα ενός από τους σημαντικότερους τραπεζίτες, που με είχε καλέσει στη βίλα του των Αθηνών. Είχε τρεις σερβιτόρους με λιβρέα, μια ποικιλία απ’ τα πιο φίνα κρασιά και φαγητά διάφορα, περίφημα γαρνιρισμένα. Κατά τη διάρκεια του γεύματος ένας από τους αντιπροσώπους της κλίκας που ανέφερα άρχισε να εξυμνεί τις ομορφιές της ζωής κοντά στη θάλασσα, καθώς και τις χαρές των αριστοκρατικών σπορ.

Η αντίθεση ανάμεσα στο γεύμα αυτό και τα παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα στους δρόμους της Αθήνας είναι πραγματικά τρομερή...».

Με τη λήξη του Εμφυλίου το σκοτεινό παρελθόν της Κατοχής έπρεπε να ξεχαστεί. Η Ελλάδα ξεκινούσε μια νέα προσπάθεια «ανάπτυξης, εκβιομηχάνισης και προόδου». Οι «νεόπλουτοι» με την οικονομική ισχύ που απέκτησαν μέσα στις στάχτες της Κατοχής διεκδικούσαν μερίδιο και ρόλο. Οπως τα στελέχη του πολιτικού και ένοπλου δωσιλογισμού αφομοιώθηκαν και ενσωματώθηκαν σχετικά γρήγορα από το μετεμφυλιακό «κράτος των εθνικοφρόνων», περίπου με τον ίδιο τρόπο οι οικονομικοί δωσίλογοι αφομοιώθηκαν στην οικονομική ζωή του τόπου.

Με την οικονομική τους ισχύ κανείς δεν τόλμησε να τους πειράξει. Πολλοί από αυτούς και οι οικογένειές τους έπαιξαν για χρόνια πρωταγωνιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή του τόπου ως βιομήχανοι, καραβοκύρηδες και εφοπλιστές, έμποροι και ιδιοκτήτες αλυσίδων τροφίμων, μεγαλοεργολάβοι και ιδιοκτήτες τεχνικών εταιρειών, καπνοβιομήχανοι, εισοδηματίες ακινήτων, ιδιοκτήτες μεγάλων πολυκαταστημάτων και εργοστασιάρχες. Στα δικά τους κεφάλαια στηρίχτηκε μέρος της ανάπτυξης της δεκαετίας 1950-60.

Ετσι ή αλλιώς κανείς πια δεν νοιαζόταν ούτε μπορούσε να ρωτήσει πώς και πού τα βρήκαν...

Πηγή: Παναγιώτης Δ. Σαμίου - "Dokumento
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger