Προσφατες Αναρτησεις

Δημήτρη Κουσουρή: «Δίκες των Δοσιλόγων, 1944-1949. Δικαιοσύνη, Συνέχεια του Κράτους και Εθνική Μνήμη». Μέρος 3ο

 Το «εθνικό κεφάλαιο» της θυσίας

Στη συνέχεια, οι επ' ακροατηρίου συζητήσεις εστίαζαν στον «τυπικό» χαρακτήρα των εγκλημάτων, στις συνέπειες δηλαδή που είχαν οι πράξεις των κατηγορουμένων στη ζωή της πλειονότητας του ελληνικού λαού, και όχι στο πώς και με ποια κίνητρα αυτές τελέστηκαν.

Τούτο είχε το πλεονέκτημα ότι προέτασσε μια ενιαία ιδέα του έθνους, που υπέμενε καρτερικά τις συνέπειες του πολέμου. Κάθε μάρτυρας συνέβαλε στο να εμπεδωθεί και να αναδειχθεί η σημασία των καταστροφών. των λεηλασιών και των ανθρώπινων απωλειών. Επρόκειτο. όμως, κυρίως για γενικούς απολογισμούς που δεν υπεισέρχονταν στις εσωτερικές συγκρούσεις ούτε στην πολιτική, εθνική ή θρησκευτική ταυτότητα των θυμάτων.

 Έτσι, για παράδειγμα, α μάρτυρες αναφέρθηκαν ρητά στους 25.000 Έλληνες που είχαν εκτελεστεί. ή στους 30.000 εργάτες που είχαν σταλεί στη Γερμανία, αλλά όχι και στους 50.000  Έλληνες Εβραίους που είχαν εκτοπιστεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής.1

Τέτοια απολογισμοί αποσκοπούσαν στην κατασκευή μιας συναινετικής αφήγησης ευρείας αποδοχής που ανήγε τις θυσίες του ελληνικού λαού σε εθνικό κεφάλαιο στα διεθνή φόρα, ούτως ώστε το έθνος να διεκδικήσει νομίμως και επί ίσοις όροις τη θέση του «στους κόλπους των Ηνωμένων Εθνών της αντιφασιστικής συμμαχίας». Σε όλα αυτά ήρθαν να προστεθούν τα στοιχεία που αφορούσαν το κόστος του πολέμου και της Κατοχής όπως παρουσιάστηκαν από τους ανώτερους αξιωματούχους της Δημόσιας Διοίκησης.

0 Αθ. Σμπαρούνης υπουργός Οικονομικών, έκανε τον πρώτο απολογισμό της «καταλήστευσης του εθνικού πλούτου» στην Κατοχή, και κατέθεσε συγκριτικά στοιχεία με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. 2

Ο διευθυντής του Ελεγκτικού Συνεδρίου εκτίμησε τις απώλειες των κρατικών ταμείων σε 9.800.000 χρυσές λίρες (εκ των οποίων. 7.300.000 για τις δαπάνες Κατοχής και 2.500.000 για τα δημόσια έργα). Ο διευθυντής της Τραπέζης της Ελλάδος εκτίμησε ότι οι δαπάνες Κατοχής ανέρχονταν σε 7.800.000 χρυσές λίρες. 3

 Αυτή η αφήγηση της εθνικής θυσίας έγινε το βάθρο επί του οποίου στήθηκε η επίσημη μνήμη του «αντιφασιστικού έθνους».
Η χρήση της ποινικής διαδικασίας αποσκοπούσε στην καταδίκη και τον στιγματισμό των κατοχικών κυβερνήσεων ως ενόχων για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν προκειμένου να αποκλειστούν άπαξ διά παντός από την πολιτική ζωή του τόπου.
Ωστόσο, ήδη από την εξέταση ορισμένων μαρτύρων κατηγορίας, αυτή η ιδέα υπονομεύθηκε: πρώτα απ’ όλα επειδή ελλείψει διοικητικής εκκαθάρισης, οι γενικοί γραμματείς και τα λoiπά ανώτερα διοικητικά στελέχη υπουργείων, που κλήθηκαν να καταθέσουν, είχαν διατελέσει υφιστάμενοι των κατηγορουμένων και, ως εκ τούτου, μπορούσαν να θεωρηθούν δυνάμει «συνεργοί». Κατά συνέπεια, δεν ήταν διόλου παράδοξο που αυτοί ακριβώς οι μάρτυρες κατηγορίας έσπευδαν να βρουν ελαφρυντικά για τους κατηγορουμένους.

Στα θετικά σχόλια για την ηθική ακεραιότητα των δοσιλόγων υπουργών, 4 που είχαν διατυπωθεί από την αρχή, έρχονταν πλέον να προστεθούν οι επιβεβαιώσεις των μαρτύρων για τον πατριωτισμό τους. Επαναλαμβάνοντας τις επίσημες περιγραφές για την ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας. σύμφωνα με τις οποίες εκείνα είχαν αναλάβει να αποκαταστήσουν την τάξη στη λεηλατούμενη από τους κομμουνιστές ύπαιθρο,
O διευθυντής του Υπουργείου Εφοδιασμού έκανε λόγο για την υπεράνθρωπη προσπάθεια του Ράλλη (και του Πειρουνάκη) να ανεφοδιάσουν τις πόλεις, έστω και αν αυτή η προσπάθεια εντέλει δεν ευοδώθηκε. Ο διευθυντής της Τραπέζης της Ελλάδος διαβεβαίωσε ότι ο -δικαζόμενος ερήμην - πρώην υπουργός Οικονομικών Σωτήριος Γκοτζαμάνης είχε ευσυνείδητα, αλλά επί ματαίω. επιχειρήσει να αναταχθεί στις λεηλασίες τροφίμων και φαρμάκων.
Ο διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, εξάλλου, ανακάλεσε τη θλίψη του Γκοτζαμάνη. όταν κατασχέθηκαν τα αποθέματα καπνών από τους κατακτητές. 5

Προκειμένου να επιβεβαιώσουν τον «τυπικό» χαρακτήρα του εγκλήματος του δοσιλογισμού οι μαρτυρίες των πολιτικών συνέκλιναν στο ότι οι κατοχικές κυβερνήσεις παρείχαν στους κατακτητές μια νομιμοποίηση την οποία θα στερούνταν αν είχαν διορίσει απευθείας έναν «γκαουλάιτερ». 6

Τα στελέχη της ανώτερης κρατικής γραφειοκρατίας, ωστόσο. είχαν άλλη άποψη: με αφορμή την αρπαγή ειδών πρώτης ανάγκης (χιλιάδες τόνους σιτάρι, ρύζι, κάρβουνο, λίπος, κλπ.) από τις αποθήκες του Πειραιά, και της κατάσχεσης 120.000 τόνων καπνού, ο γενικός διευθυντής της φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών αρνήθηκε να απαντήσει στην ερώτηση αν οι κυβερνήσεις είχαν συνειδητά βοηθήσει τον εχθρό, επιφυλασσόμενος και αυτός, μέχρι την απόφαση του δικαστηρίου. Στη συνέχεια, συμπλήρωσε ότι οι Γερμανοί ασκούσαν απερίγραπτη βία και δεν άφηναν πολλά περιθώρια ελιγμών. Στην ερώτηση του Επιτρόπου αν εκείνος θα ενεργούσε με τον ίδιο τρόπο, ο μάρτυς απάντησε καταφατικά.7

Η βία των Ταγμάτων Ασφαλείας

Οπως παρατήρησε ο ιστορικός Τόνυ Τζαντ, το μοτίβο της βίας που υποκινείται έξωθεν, από τον κατακτητή (occupier-driven violence), αποτέλεσε τον ικανό παρονομαστή όλων των επίσημων εθνικών αφηγήσεων των ευρωπαϊκών κρατών σχετικά με την περίοδο κατοχής από τις δυνάμεις του Αξονα. 8
Έτσι και στην Ελλάδα, η γερμανική ναζιστική βία έγινε ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο οικοδομήθηκε το νέο εθνικό αφήγημα Οι μάρτυρες καταδίκασαν σε όλους τους τόνους τη βία που άσκησαν οι κατακτητές, χωρίς ωστόσο να την κατονομάσουν, να την ορίσουν ή να τη περιγράφουν- την επικαλούνταν γενικώς και αορίστως. χωρίς να παραπέμπουν στους υπευθύνους ή στις συγκεκριμένες πράξεις διά των οποίων είχε εκφραστεί αυτή η βία.

Τούτο έγινε σαφέστερο, όταν η συζήτηση έθιξε το θέμα της εμφύλιας βίας κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
Στην πλειονότητά τους, οι μάρτυρες αρνήθηκαν να υποστηρίξουν την κατηγορία σύμφωνα με την οποία η τελευταία κατοχική κυβέρνηση είχε θέσει τα Τάγματα Ασφαλείας στην υπηρεσία των κατακτητών. προκαλώντας έτσι εμφύλιο πόλεμο:
«- "Οταν έδημιουργήθησαν τά τάγματα υπήρχαν πολλές οργανώσεις άντιστάσεως. Μεταξύ αύτών ό ΕΔΕΣ καί ή ΕΚΚΑ. (...) Ξέρω λοιπόν ότι τά τάγματα ουδέποτε συνεγκρούσθησαν μέ τάς οργανώσεις αύτάς. Επομένως έγιναν διά νά κτυπήσουν τόν ΕΛΑΣ καί όχι διά νά έξυπηρετήσουν τόν έχθρόν». 9

«- Είναι γνωστός ό σκοπός τών ταγμάτων. “Εγιναν διά νά κτυπήσουν τά δήθεν Τάγματα άντιστάσεως τού ΕΑΜ. Διά τής ιδρύσεώς των ή κυβέρνησις θέλησε νά διασφάλιση την δημοσίαν τάξιν». 10

Τέτοιες δηλώσεις, που απηχούσαν ευθέως τις απόψεις και την επιχειρηματολογία της υπεράσπισης, σύντομα επέσυραν τη μήνιν όχι μόνο του εαμικού Τόπου, αλλά και της ευρύτερης δημοκρατικής κοινής γνώμης. Οι θηριωδίες των Ταγμάτων Ασφαλείας εις βάρος του άμαχου πληθυσμού αποσιωπήθηκαν - και α σιωπές ήταν, συχνά, σκανδαλωδώς εύγλωττες.

Σε αυτό το σημείο, η κατάθεση του ιστορικού ηγέτη των φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη ήταν αποκαλυπτική. Οπως είδαμε παραπάνω, ο Θ. Τσάτσος, πρώην μέλος του Κόμματος των Φιλελευθέρων, ανέφερε ότι ο Σοφούλης είχε ζητήσει από τον άλλη την «ένταξη» βενιζελικών αξιωματικών στα Τάγματα Ασφαλείας.
Δύο μέρες αργότερα. ο Σοφούλης δεν δίστασε να αναλάβει πλήρως την ευθύνη της πολιτείας του επί Κατοχής Η κατάθεση Σοφούλη συνεχίστηκε ως εξής

«Πρόεδρος τού δικαστηρίου: - Τά τάγματα έτέθησαν όμως υπό τάς διαταγάς τών Γερμανών.
Σοφούλης: - Δεν τό γνωρίζω.
Πρόεδρος: - Τά τάγματα. κατευθυνόμενα ύπό τών Γερμανών ήτο δυνατόν νά προβούν εις έργα αντίθετα τών έθνικών συμφερόντων;
Σοφούλης: - Δεν τό πιστεύω. Δέν πιστεύω ότι θά υπήρχε Ελλην που θα ετίθετο μέ τό πλευρόν τών Γερμανών». 11

Σε αυτό το σημείο, ο Ειδικός Επίτροπος διάβασε στο δικαστήριο την υπ’ αριθ. 44/1943 διαταγή του υπουργού Εσωτερικών της κατοχικής κυβέρνησης Αν. Ταβουλάρη. όπου ανακοινωνόταν η ανάληψη της διοίκησης των Ταγμάτων από τον Γερμανό αξιωματικό Στρόοπ, ως επικεφαλής του αγώνα εναντίον των κομμουνιστικών συμμοριών και των σαμποτάζ. Ο Σοφούλης τότε ανταπάντησε: «Πρώτη φορά λαμβάνω γνώσιν αυτών!»

Ωστόσο, λίγο αργότερα κατά τη συνομιλία του με τον Ράλλη θα φανεί πως ο γηραιός πολιτικός ήξερε περισσότερα από όσα παραδεχόταν:

« Ράλλης: - Σάς έπισκέφθηκε ό διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας Πλυτζανόπουλος κύριε Σοφούλη; 
Σοφούλης: - Τόν έκάλεσα έγώ. Μού έκαναν παράπονα άπό τους συνοικισμούς καί τού έπέστησα την προσοχήν. 
Ρ.: Τον γνωρίζατε. Διατί ό διακεκριμένος αύτός αξιωματικός ανήκε στήν παράταξίν σας 
Σ.: - "Οχι. δέν τόν γνωρίζω. Συμμετέσχαν  όμως εις τά Τάγματα Ασφαλείας πολλά διακεκριμένα τού κόμματός μου αξιωματικοί» 12.

Παρόλο που με αυτές τις δηλώσεις ο Σοφούλης υποστήριζε σαφώς τον ένοπλο δοσιλογισμό. την επομένη προέβη σε επανορθωτική δήλωση, διαβεβαιώνοντας πως καταδίκαζε «την ανάληψη κυβερνητικής εξουσίας κατά την κατοχή».13 

Ο χαρακτηρισμός του δοσιλογισμού ως τυπικού εγκλήματος επέτρεψε στους πάντες να τον καταδικάσουν σε όλους τους τόνους εξίσου τυπικά. τύποις. Επρόκειτο για μια καταδίκη που βασιζόταν στην αντικομμουνιστική πολιτική ηθική του δοσιλογισμού.
Θεμέλιος λίθος αυτής της ηθικής ήταν μια εκδοχή της αρχής «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», ότι μπορεί κανείς να υποστηρίζει ένα πράγμα και το αντίθετό του, ότι είναι ηθικό, π.χ„ να ράβεις καινούργια στολή και μέσα σε μια νύχια, να μεταμορφώνεσαι από όργανο του ναζισμού σε φέρελπι εδεσίτη 14 και. πάνω απ’ όλα ότι είναι νόμιμο να παρουσιάζεις τους αντιπάλους σου ως αιμοδιψείς δολοφόνους. 

Από αυτή τη σκοπιά, η εμφύλια σύγκρουση που ξέσπασε κατά τη διάρκεια της Κατοχής μπορούσε να εμφανίζεται ως «ατυχής» εκτροπή από τον εθνικό αγώνα για την απελευθέρωση, ως ένα ατύχημα, μια πανουργία της ιστορίας ή ακόμα χειρότερα, των κομμουνιστών. 0 Παπανδρέου αποδείχτηκε για μία ακόμα φορά ο αρμοδιότερος και ικανότερος να κατονομάσει τους υπευθύνους αυτού του «ατυχήματος»:
«Τά Τάγματα Ασφαλείας δεν συγκροτήθηκαν ούτε κατά τό πρώτον ούτε κατά τό δεύτερον έτος τής δουλείας, αλλά κατά τό τρίτον, όπότε ψυχολογικώς κατέστησεν τούτο ευχερές ή προηγηθείσα τρομοκρατία τού κομμουνιστικού κόμματος. Τά τάγματα ένίσχυσαν τό ήθικό των έαμικών διατί έδωσαν τήν έντύπωσιν πώς υπήρχαν δύο μέτωπα: τό έαμικό θεωρούμενον ώς έλληνικόν και τό άλλο τό συνεργαζόμενον μέ τόν κατακτητήν. Έδημιουργείτο ούτως ή δυνατότης μονοπωλήσεως τού έθνικού άγώνος ύπό τού ΕAM ». 15

Στον πυρήνα αυτής της αφήγησης βρίσκεται η άρνηση της εσωτερικής σύγκρουσης. Το ενωμένο αγωνιζόμενο έθνος μαρτύρησε από εξωτερικές δυνάμεις. Οι θηριωδίες των μαζικών αντιποίνων ήταν έργο των Γερμανών· τα Τάγματα Ασφαλείας ενεπλάκησαν απλώς επειδή κάποιοι εξετράπησαν από τους αρχικούς τους στόχους· τα «δήθεν Τάγματα αντιστάσεως του ΕΑΜ» εκτροχιάστηκαν πρώτα, έπειτα μπήκαν στη μέση οι Γερμανοί, και όλα πήγαν στραβά. 16 

Οι περισσότερα μάρτυρες έτειναν να διακρίνουν σαφώς τις ναζιστικές θηριωδίες από τη βία που ασκούσε ο δοσιλογικός μηχανισμός. Η φρίκη των μπλόκων και οι βασανισμοί πατριωτών αναφέρονταν σπανίως μεταξύ των μαρτυρίων που υπέμεινε το έθνος, ή αποδίδονταν εξ ολοκλήρου στους Γερμανούς. Οι περιγραφές της άμεση; εμπλοκή; των εγχώριων δυνάμεων τη; τάξης ήταν ελάχιστες.17

Αντιθέτως, η απόδοση της ευθύνης της σύγκρουσης στην «κομμουνιστική βία» κατέστη σαφής από το πλήθος των σχετικών αναφορών και την ακρίβεια των περιγραφών. Με αυτό τον τρόπο προωθήθηκε μια προσέγγιση που θεωρούσε τους δύο πόλους της εσωτερικής σύγκρουσης εξωτερικούς ως προς το έθνος.
Η ταύτιση του ενός πόλου με τον γερμανικό ναζισμό και του άλλου με τον σλαβοκομμουνισμό είχε τις ρίζες της στις γεωστρατηγικές αντιλήψεις του μεσοπολέμου, και τις ενέγραφε στις υπό διαμόρφωση διαιρέσεις του Ψυχρού Πολέμου, σηματοδοτώντας έτσι την αρχή του τέλους της «παράθεσης» της μεγάλης αντιφασιστικής συμμαχίας του Β Παγκοσμίου Πολέμου.18

Αφ’ ης στιγμής αποκλείστηκε από την αίθουσα του δικαστηρίου η πραγματική εμπειρία του «αγωνιζόμενου έθνους», δεν απέμενε, για να επαναπροσδιοριστεί ο χαρακτήρας της εμφύλιας σύγκρουσης, παρά να αναχθεί συνολικά η εμπειρία της Κατοχής στο εξωτερικό ως προς το έθνος δίπολο Σύμμαχοι-δυνάμεις του Αξονα. Έτσι, με το να παραλείπεται η πραγματική ιστορική εμπειρία του διχασμού και της σύγκρουσης, κατασκευαζόταν μια υπερβατική ενότητα και μια επίπλαστη συνέχεια, που ταύτιζαν το έθνος με τη συνέχεια των κρατικών, στρατιωτικών και διοικητικών μηχανισμών.
Οι δοσίλογοι κυβερνώντες δεν κρίνονταν, πλέον, τόσο ως υπεύθυνοι εγκλημάτων που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά μάλλον ως συνεργοί ή κακοί διαχειριστές μιας βίας που ερχόταν από κάπου αλλού, από «έξω».

Στη» αντιπαράθεση Παπανδρέου-Ράλλη, που εκτυλίχθηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η σύγκρουση μεταξύ των κοινωνικοπολιτικών μπλοκ της αντίστασης και του δοσιλογισμού αξιολογήθηκε ως ήσσονος σημασίας. Η σκηνή αποκαλυπτική, θύμιζε μάλλον κοινοβουλευτική συζήτηση απολογισμού κυβερνητικών πεπραγμένων παρά αντιπαράθεση σε δικαστήριο. Μιλώντας απλώς με την ιδιότητα των πρώην πρωθυπουργών, οι δύο πολιτικοί έριζαν για τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε τα δύο διαδοχικά κυβερνητικά σχήματα, τις ένοπλες δυνάμεις του δοσιλογικού κράτους.

«Ρ.: - Κύριε Παπανδρέου, είμαι σέ θέση νά διαβεβαιώσω ότι και πριν τού κινήματος τού Δεκεμβρίου Ικανός αριθμός άνδρών τών Ταγμάτων ώπλίσθη και ένετάχθη εις διάφορα σώματα μέ τά όποια και έπολέμησεν έναντίον τού ΕΛΑΣ.
Π.: - Δυνατόν, ύπό τό κράτος συγχύσεως νά συνέβησαν τέτοια περιστατικά. Ήτο μία παράβαση βασικής άρχής τήν όποιαν και ό Σκόμπυ διεκήρυξεν διά τήν μή χρησιμοποίησιν τών Ταγμάτων Ασφαλείας.
Ρ.:- Είχα την αφέλειαν  νά σχηματίσω παρά τήν έπιθυμίαν τών Γερμανών τά Τάγματα. Αλλά ή δική σας άφέλεια νά συνωμοτήσετε μέ τό Ε.Α.Μ ήτο όλιγωτέρα άπό τη ιδική μου;
Π.: - Ή δική μου αφέλεια συνεργαζομένου με τό ΕΑΜ. ήτο νά άνοιχθούναι πύλαι τής Ελλάδος και νά έλθη ή νομιμότητα εις τήν χώραν τήν 18ην 'Οκτωβρίου». 19

Η Απελευθέρωση παρουσιαζόταν έτσι ως διαδικασία παραλαβής-παράδοσης της κυβερνητικής εξουσίας, η πολιτική αρετή ταυτιζόταν με την ικανότητα αποτροπής ενός «κενού εξουσίας», το οποίο θα άφηνε το κράτος στο έλεος των δυνάμεων που απειλούσαν την κυριαρχία του παλαιού πολιτικού κόσμου.

Καθώς η επιθυμία να κλείσει οριστικά αυτό το επαναστατικό επεισόδιο αποτελούσε εξαρχής τον κοινό τους τόπο, ο μαζικός κοινωνικός χαρακτήρας της σύγκρουσης που έλαβε χώρα κατά την Κατοχή ξεθώριαζε, υποχωρούσε, γινόταν εξωτερικός ως προς το έθνος, περιττός. Μ ε αυτό τον τρόπο, το στρατόπεδο της «νομιμότητας» οριζόταν, εντέλει, αποκλειστικά στη βάση του «Συμμαχικού Αγώνος», μίας ακόμα εξωτερικής, ως προς την εσωτερική πολιτική και κοινωνική σύγκρουση παραμέτρου.

Ο κρατικός μηχανισμός ως πολιορκημένο φρούριο

Οπως είδαμε, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αντίσταση και τον δοσιλογισμό σιγά σιγά ατονούσε ή περνούσε σε δεύτερο πλάνο, από τις πρώτες κιόλας αντιπαραθέσεις των δύο πλευρών.

Μια άλλη πτύχη της παράλειψης του αντιστασιακού βιώματος ήταν η τάση να γίνεται αναφορά, σχεδόν αποκλειστικά, στην πρώτη περίοδο της Κατοχής, στο διάστημα 1941-1943, πριν ακόμα καταστεί σαφής η υπεροχή του ΕΑΜ έναντι των άλλων οργανώσεων.20

Ωστόσο, η συμμετοχή στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα ως εμπειρία ενός μαζικού κινήματος δεν ήταν δυνατό να αποκλειστεί παντελώς από την ακροαματική διαδικασία.
Όσα μέτρα προστασίας και αν είχαν ληφθεί η αίθουσα του δικαστηρίου δεν μπορούσε να διαχωριστεί με στεγανά από τα όσα λέγονταν ή συνέβαιναν στους υπόλοιπους τομείς του δημόσιου βίου.
Ο δικαστικός μηχανισμός έκανε προσεκτική επιλογή, ώστε να εντάξει αυτό το βίωμα σε νέα ερμηνευτικά πλαίσια Έτσι, δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της δίκης ιδρύθηκε το Β' Τμήμα του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων της Αθήνας, το οποίο προώθησε αμέσως μια σειρά «αμιγώς εγκληματικών» υποθέσεων τις οποίες είχε ανακοινώσει ο προϊστάμενος Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κ. Κόλλιας.21

Οι πρώτοι δεκαεπτά κατηγορούμενοι αυτής της σειράς δικάστηκαν παράλληλα με την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας στη δίκη των κατοχικών κυβερνήσεων. 22
 Σε πρώτη φάση, στις αρχές Μαρτίου, δικάστηκαν δύο διαβόητοι πράκτορες και βασανιστές των Ες Ες και της Γκεστάπο.23 

Η πρόθεση να αναδειχθούν κυρίως -αν όχι αποκλειστικά - οι αγριότητες που διαπράχθηκαν με εντολή ή υποκίνηση των καταχτητών κατέστη εμφανέστερη στις υποθέσεις που κρίθηκαν από το Β' Τμήμα του Ειδικού Δικαστηρίου. Έτσι, με μια γρήγορη επιλογή από τις δικογραφίες που είχαν καταρτιστεί το φθινόπωρο, το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων της Αθήνας δίκασε μια Γερμανίδα παντρεμένη με Έλληνα που είχε εργαστεί ως διερμηνέας στο γερμανικό Αρχηγείο, καθώς και έναν ιδιοκτήτη ταβέρνας ιταλικής καταγωγής που είχε εκφράσει δημοσίως φιλοφασιστικές απόψεις.24

Μεταξύ των λοιπών κατηγορουμένων αυτής της πρώτης σειράς, βρίσκουμε ακόμα δύο πράκτορες της Γκεστάπο και δύο διερμηνείς που εργάζονταν για τον εχθρό. Οι τελευταία, όπως και οι υπόλοιποι κατηγορούμενα αυτής της πρώτης σειράς, διώχθηκαν είτε επειδή είχαν εκφραστεί ανοιχτά υπέρ του Άξονα είτε επειδή είχαν καταδώσει μέλη των δικτύων κατασκοπίας των Βρετανών και της κυβέρνησης του Κάιρου.25

Η βασική διάκριση μεταξύ συνεργασίας με ή χωρίς πρόθεση προδοσίας, που είχε δοκιμαστεί στη δίκη των κυβερνήσεων, βρήκε το αντίστοιχό της όσον αφορά τον δικαστικό χειρισμό των δικογραφιών, στη διάκριση των δοσιλόγων σε συνειδητούς ιδεολογικούς συνοδοιπόρους του φασισμού και της συνεργασίας με τον εχθρό, και «ουδέτερους» ή de factο συνεργάτες που είχαν τεθεί εκ της θέσεώς τους, και χωρίς εντέλει να το επιδιώξουν, στην υπηρεσία του εχθρού (πρβλ. την αντίστοιχη διάκριση ανάμεσα σε «eollaborationnistes» και «collabora-teurs» στη Γαλλία). 26
Αυτή η διάκριση επρόκειτο να βρει το αντίστοιχό της και στη διάκριση ανάμεσα σε μια αντίσταση «εθνική» και μια πολιτικοποιημένη, απομακρυσμένη από τους αρχικούς, αγνούς πατριωτικούς της στόχους.

Εν τω μεταξύ. στη δίκη των κυβερνήσεων, που εισερχόταν πλέον σε νέα φάση, έκανε την εμφάνισή της η ταξική διάσταση της διαχωριστής γραμμής μεταξύ αντίστασης και δοσιλογισμού. Εως τα μέσα Μαρτίου είχε ολοκληρωθεί η εξέταση των δέκα μαρτύρων που εκπροσωπούσαν αποκλειστικά τον πολιτικό κόσμο του μεσοπολέμου και της κυβέρνησης του Κάιρου. Οπως είδαμε παραπάνω, από τις 16 ώς τις 27 Μαρτίου εξετάστηκαν τα έντεκα διοικητικά στελέχη υπουργείων. Παράλληλα εξετάστηκαν έξι μάρτυρες που συνδέονταν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με τα κινήματα της αντίστασης.

Οι διευθυντές υπουργείων φάνηκαν μεν επιεικείς απέναντι στους κατηγορουμένους που ήταν παρόντες. οι περισσότερα ωστόσο αναγνώρισαν και κατήγγειλαν ως υπεύθυνους για όλα τα δεινά κάποιους από τους κατηγορουμένους που είχαν διαφύγει μαζί με τους Γερμανούς. Κυρίως τον Ε. Τσιρονίκο και τον Σ. Γκοτζαμάνη. 27

Η νέα εθνική αφήγηση διαμορφωνόταν λοιπόν, με την υπόδειξη λίγων αποδιοπομπαίων τράγων, απαλλάσσοντας από κάθε ευθύνη μεγάλα τμήματα της κρατικής γραφειοκρατίας που είχαν συνεργαστεί ή έστω συγχρωτιστεί, με τον κατακτητή.

Αυτή η λογική που ήταν κυρίαρχη στα υψηλόβαθμα στελέχη και τους παλαιούς πολιτικούς, δεν περιορίστηκε στα μέλη της κυβέρνησης που δικάστηκαν ερήμην. Το επιχείρημα της «ασπίδας» επεκτανόταν. για να συνδεθεί και με τη δράση εκείνων των δοσιλόγων που θα επιχειρούσαν να χρησιμοποιήσουν ή να διαφθείρουν τους κρατικούς λειτουργούς.
 Έτσι, οι μάρτυρες προέβησαν συχνά σε «αποκαλύψεις» σχετικά με συνειδητούς δοσιλόγους - καπνέμπορους ή καπνοβιομήχανους που στόχευαν στα κέρδη από τις πωλήσεις στο Τρίτο Ράιχ, ή ναζιστικές ομάδες που προετοίμαζαν ελληνικό εκστρατευτικό σώμα το οποίο θα πολεμούσε στο πλευρό των ναζί στο ανατολικό μέτωπο.

Με άλλα λόγια, ο κρατικός μηχανισμός παρουσιαζόταν σαν πολιορκημένο οχυρό, και η ανάγκη να εξασφαλιστεί η συνέχεια της λειτουργίας του ως το μοναδικό καθήκον των δημόσιων λειτουργών, προκειμένου να αποκρουστούν όσοι επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν τις ανώμαλες συνθήκες.28 
Η νόμιμη συνέχεια του έθνους ερχόταν, έτσι, να ταυτιστεί με τη συνέχεια των διοικητικών του μηχανισμών.

Οι μάρτυρες που συνδέονταν με τις δυνάμεις της Αντίστασης ήταν ριζικά αντίθετοι με τα επιχειρήματα που μόλις αναφέραμε. Πρώτα απ’ όλα. ανέτρεψαν το επιχείρημα της «ασπίδας», με τον ισχυρισμό ότι κάθε κυβέρνηση στην κατεχόμενη χώρα σφετεριζόταν εκ των προτέρων την εξουσία της νόμιμης κυβέρνησης η οποία συνέχιζε, από τη Μέση Ανατολή, να αγωνίζεται στο πλευρό των Συμμάχων.
Έτσι, συμπλήρωναν το σχήμα που εμφάνιζε το κράτος ως πολιορκημένο οχυρό με ένα άλλα που εμφάνιζε τις κατοχικές κυβερνήσεις σαν «καρκίνωμα» στον εθνικό κορμό.

Όπως σημείωνε στις 16 Μαρτίου ο διευθυντής της Ελευθερίας Π. Κόκκας, οι κυβερνήσεις αυτές γνώριζαν ότι ήταν εχθρικές προς τα συμφέροντα του έθνους, και επιχειρούσαν απεγνωσμένα να βρουν συνεργούς. διευρύνοντας τον κύκλο των υπευθύνων. 29

Στο ίδιο πλαίσιο, κάποιοι καταδίκασαν επιτέλους τα Τάγματα Ασφαλείας ως σώματα που βοηθούσαν την πολεμική προσπάθεια του εχθρού. Εννοείται πως ο τόνος ποίκιλλε, ανάλογα με τις πεποιθήσεις του κάθε μάρτυρα. Πιο συγκρατημένος. ο Λάζαρος Πηνιάτογλου. συντάκτης της παράνομης φιλοβασιλικής εφημερίδας Ελληνικόν Αίμα, επανέλαβε στην κατάθεσή του το μοτίβο περί συνεργασίας με τον εχθρό ελλείψει άλλης επιλογής, συνδέοντάς το με εγκλήματα τα οποία διαπράχθηκαν παρά τις αρχικές προθέσεις που είχαν οδηγήσει στην ίδρυση των Ταγμάτων.
Από την άλλη, ο Αχιλλέας Κύρου, πολιτικός αναλυτής στην ίδια εφημερίδα, και πιθανότατα εμπνευστής του εντύπου Η δίκη της κυβερνήσεως Ράλλη έναν χρόνο νωρίτερα, προχώρησε πολύ περισσότερο. 30 

Αναφερόμενος στις ιδιωτικές συνομιλίες του με τον βασιλιά την παραμονή της συνθηκολόγησης των στρατηγών, δήλωσε ότι ο αρχηγός του κράτους ήταν κατηγορηματικά αντίθετος προς κάθε τέτοια προοπτική. Περιγράφοντας την ανάμειξή του στο αντιστασιακό κίνημα, ο μάρτυρας καταλόγισε στον Ράλλη την πλήρη σύνταξή του με τον κατακτητή. 
Στη συνέχεια, παρουσίασε τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας με τα μελανότερα χρώματα, και περιέγραψε λεπτομερώς πώς δρούσαν από κοινού και σε απόλυτη συμφωνία με την Ειδική Ασφάλεια 31 και τους Γερμανούς. 
Για να ενισχύσει τα λεγόμενά του, μάλιστα, αναφέρθηκε και στις διώξεις Ελλήνων από τα Τάγματα, παραλείποντας, βέβαια, τις απηνείς διώξεις των εαμικών και περιορίζοντας την κατάθεσή του στην εξιστόρηση της εξάρθρωσης ενός βρετανικού κατασκοπευτικού δικτύου, τα μέλη του οποίου είχαν παραδοθεί στους κατακτητές και είχαν εκ τελεστεί λίγο αργότερα. 32

Τέλος, σχετικά με την κερδοσκοπία με τις χρυσές λίρες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, κατήγγειλε το λεγόμενο «σκάνδαλο των Πέντε Γιώργηδων». που είχε ήδη αποκαλυφθεί επί Κατοχής. 33
Όταν το δικαστήριο του ζήτησε διευκρινίσεις, εκείνος προτίμησε να υπεκφύγει, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι αρνούνταν να καταθέσει την προσωπική του άποψη ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων. Δέχτηκε, ωστόσο, να αποκαλύψει τα επώνυμα των πέντε κερδοσκόπων μεταξύ των οποίων και εκείνο του υιού Ράλλη.
Θιγμένος από την προσβολή στην οικογενειακή του τιμή, ο Ράλλης διαμαρτυρήθηκε ότι ο μάρτυς αναπαρήγε τις συκοφαντίες των «ρυπαρόφυλλων». «Τα ρυπαράφυλλα εκείνα, όπως τα εχαρακτηρίσατε, διετήρησαν άσβεστον την φλόγαν της εθνικής μας αντιστάσεως!», αποκρίθηκε ο Κύρου.34

Έτσι, από τους τόσους συντελεστές των αντιστασιακών κινημάτων ο παράνομος Τύπος, ο πρώτος που λειτούργησε ανοιχτά μετά την Απελευθέρωση, 35 σηματοδότησε και την είσοδο του εθιικοαπελευθερωτικού κινήματος στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Η δύναμη νομιμοποίησης που διέθετε ήταν τόσο μεγάλη ώστε οι παρευρισκόμενοι εκπρόσωποί του δεν δίστασαν να μιλήσουν εξ ονόματος του συνόλου του αντιστασιακού Τύπου, ζητώντας να κληθούν στην αίθουσα οι συντάκτες σαράντα περίπου εφημερίδων –δημοκρατικών, κομμουνιστικών, βασιλικών, ανεξάρτητων-, «που εκυκλοφορούσαν μόνον εις τας Αθήνας κατά την εφιαλτικήν τετραετίαν». Ο λόγος ήταν ότι:
«Τά φύλλα των υπήρξαν αψευδείς μάρτυρες όχι μόνον τών εγκλημάτων τά οποία διέπραξαν οι δικαζόμενοι, άλλα και τής γνώμης τήν όποιαν είχε τό έθνος περί αυτών, καθ’ ήν στιγμήν ό Ιταλόδουλος και Γερμανόδουλος έλληνόφωνος τύπος ό έπανεμφανισθείς σήμερον-τούς υμνεί καί έκολάκευε». 36

Η συζήτηση για τον παράνομο αντιστασιακό Τύπο αποκάλυψε τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων συντελεστών που διεκδικούσαν το δικαίωμα της δημόσιας αφήγησης της Κατοχής. Εντός του δικαστηρίου γινόταν σιγά αγά αισθητός ο συσχετισμός δυνάμεων που διαμορφωνόταν.
Ενώ οι αντικομμουνιστές δημοσιογράφοι εξακολουθούσαν να συμπεριλαμβάνουν τα θύματα του κομμουνισμού στη δική τους αφήγηση του μαρτυρικού έθνους, ο Τύπος του ΕΑΜ είχε αρχίσει να δέχεται ισχυρά πλήγματα από το πρώτο κύμα «λευκής τρομοκρατίας», που ξέσπασε αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας. 

Σε αυτή τη συγκυρία, παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ο μοναδικός μάρτυρας που ανήκεστο ΕΑΜ, ο Μιχάλης Κύρκος με την ιδιότητα του διευθυντή της εφημερίδας Μάχη. Ο Κύρκος επιχείρησε να δώσει απάντηση στους αντικομμουνιστές δημοσιογράφους, που στις καταθέσεις τους είχαν περιοριστεί στους «μάρτυρες» του δικού τους στρατοπέδου, καταγγέλλοντας και εκείνος τη συνεργασία με τον εχθρό ως «κρατικό έγκλημα», όχι μόνο εναντίον των Συμμάχων αλλά και εναντίον των Ελλήνων πατριωτών.

0 Κύρκος είχε βέβαια επιλεγεί από τον Ειδικό Επίτροπο να εκπροσωπήσει το ΕΑΜ, όχι επειδή συμβόλιζε τον ριζοσπαστισμό και τις επαναστατικές βλέψεις του κινήματος, αλλά μάλλον γιατί, ως βουλευτής, διαδοχικά, των δύο αστικών κομμάτων (Φιλελευθέρων και Λαϊκού), κατά τον μεσοπόλεμο. εξέφραζε τη συνέχεια με το παλαιό πολιτικό σύστημα.39

Το ίδιο ίσχυε και για τον εκπρόσωπο των αναπήρων πολέμου του 1940-1941. Καταθέτοντας κυρίως στοιχεία σχετικά με τις συλλήψεις και τις δολοφονίες αναπήρων πολέμου από τα Τάγματα Ασφαλείας στα αθηναϊκά νοσοκομεία, τον Νοέμβριο του 1943, ο μάρτυρας προσέθεσε έναν κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα που συνέδεε την αντίσταση με το «έπος της Αλβανίας».
 Επιπλέον, η παρουσία ενός εκπροσώπου των αναπήρων «εθνομαρτύρων» προσέθετε έναν κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα της επίσημης αφήγησης, που σχηματιζόταν σιγά σιγά. Οι ανάπηροι του «Σωτηρία» και των άλλων νοσοκομείων είχαν χτυπηθεί από τα Τάγματα ως «κομμουνιστές» και είχαν ήδη ενταχθεί στο ηρωικό αφήγημα του εαμικού κινήματος. Από αυτή τη σκοπιά, επρόκειτο για μια απόπειρα οικειοποίησης αυτού του μνημονκού τόπου - στον βαθμό που το ΕΑΜ παρέμενε επισήμως αποκλεισμένο από την αίθουσα του δικαστηρίου.

Η «εθνικοποίηση» του μαρτυρίου των αναπήρων υπηρετούσε την ιδέα της ρήξης με ένα καθεστώς προδοτικό και καταπιεστικό, προκειμένου να αποκατασταθεί η συνέχεια του εθνικού χρόνου. Μάλιστα, η χρονική στιγμή που επελέγη για τις καταθέσεις της «Εθνικής Αντίστασης» ήταν συμβολική: μεταξύ 15 και 25 Μαρτίου. ημερομηνία λήξης της προθεσμίας κατάθεσης των όπλων για τον ΕΛΑΣ, και της εθνικής εορτής, αντίστοιχα.

Παραπομπές

1. Κατάθεση Θ. Τσάτσου, εφημερίδες της 1ης Μαρτίου 1945.
2. Ελευθερία, 18 Μαρτίου 1945.
3. Ελευθερία. 20 και 22 Μαρτίου 1945. Εθνος 22 Μαρτίου 1945.
4. Ενδεικτικά, ο στρατηγός Πιναλίστρας ανέφερε, για τον Δ. Πολύζο (υπουργό Επισιτισμού της κυβέρνησης Τσολάκογλου για ενάμιση μήνα πως ήταν από τους καλύτερους αξιωματικούς, και ότι ο ίδιος δεν θεωρούσε ότι εκείνος ατιμάστηκε επειδή αποδέχτηκε τη γερμανική νίκη. Παρομοίως. ο Π. Κανελλόπουλος δήλωσε, για τους Ράλλη και Τσολάκογλου, ότι διέπραξαν σφάλμα και όχι προδοσία.
5. Βλ. αντιστοίχως: κατάθεση Βακαλόπουλου. Ελευθερία, 23 Μαρτίου 1945.και κατάθεση Γρηγορίου, Ελεύθερα 22 Μαρτίου 1945. Σχετικά με την κατάθεση του Μαγκριώτη για τον υπουργό Χατζημιχάλη βλ. Ελεύθερη Ελλάδα, 23 Μαρτίου 1945: «Οι “μάρτυρες κατηγορίας" εξυμνούν την πολιτική των εθνοπροδοτών».
6. Κατάθεση Τριανταφυλλόπουλου. καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Ελευθερία 15 Μαρτίου 1945).
7. Κατάθεση Πέππα (Ριζοσπάστης. 20 Μαρτίου 1945. Εμπρός. Ελευθερία. 21 Μαρτίου).
8. Τόνυ Τζαντ. «The past is another rountry: Myth and Memory in Postwar Europe», στο Dear. GftO&i JuDT. The Mitics of Ketrijutton. 6. π, σ. 293-323. αυτό στη σ. 296.298. από την εισαγωγή του Istvan Στο ίδιο. σ. 6.
9. Κατάθεση Θ. Τσάτσου, Ελευθερία. 28 Φεβρουαρίου 1945.
10. Κατάθεση θ. Σοφούλη. Ελεύθερη Ελλάδα. Ριζοσπάστης. 5 Μαρτίου 1945.
11. Αυτόθι.
12. Ριζοσπάστης. 2 Μαρτίου 1945.
13. Οι θέσεις αυτές, μόλις δημοσιοποιήθηκαν, προκάλεσαν την έκπληξη των οπαδών του. Ορισμένοι από τους οποίους, μάλιστα, τον αποκήρυξαν. Σχετικά με την επανόρθωση της δήλωσής του. βλ. Καθημερινή. 4 Μαρτίου 1945. σ. 3. Πρβλ. έναν άλλο διάλογο με τον I. Ράλλη όπου ο τελευταίος ρωτά τον Σοφούλη αν είχε ζητήσει ο ίδιος από τους Γερμανούς να τον διορίσουν πρωθυπουργό της κυβέρνησης, και ο Σοφούλης τού απαντά ότι εξ όσων γνωρίζει, εκείνος δίσταζε, και ότι μόνο εφόσον οι Γερμανοί δέχονταν τους όρους του θα δεχόταν, με τη σειρά του. να σχημάτισα κυβέρνηση (Ελεύθερη Ελλάδα. 3 Μαρτίου 1945.σ. 3).
14. Βλ. παραπάνω, κεφ. 1.
15. Ελευθερία, Εμπρός, 16 Μαρτίου 1945.
16. Καθηγητής Μπαλής. Ελευθερία. Ελεύθερη Ελλάδα. Έθνος.& Απριλίου 1945· επιπλέον, ο όρος «Γερμανοί» που υπογράμμιζα τον εξωγενή χαρακτήρα των βιαιοπραγιών, προτιμάται σαφώς έναντι του όρου «ναζί», που έχει πολιτική συνδήλωση
17. Καταγράφουμε μα εν παρόδω αναφορά στην κατάθεση του δημοσιογράφου Αχιλλέα Κύρου, και άλλη μία του Μιχάλη Κύρκου, κατάθεση ωστόσο η οποία διεκόπη από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, με τη δικαιολογία ότι ήταν εκτός θέματος (πρβλ. Ελευθερία. 7 Μαρτίου 1945 και Ριζοσπάστης, 27 Μαρτίου 1945).
18. Οι καταθέσεις Σοφούλη (ο.π.) και Κύρου (ο.π.) είναι οι πιο αντιπροσωπευτικές· πόσο μάλλον αφού και οι δύο προερχόμενοι από διαφορετικά πολιτικά στρατόπεδα (φιλελεύθερος ο ένας, βασιλικός ο άλλος), είχαν ήδη περάσει στην «γκρίζα ζώνη» του αντικομμουνισμού κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
19. Ελευθερία. 16 Μαρτίου 1945.
20. Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος που παραθέτει η εφημερίδα Εμπρός, στο φύλλο της 1ης Μαρτίου 1945, ανάμεσα στον Θ. Τσάτσο και τον συνήγορο υπεράσπισης Ν. Κλαπέα. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης του Τσάτσου-και πάλι σχετικά με την αρπαγή τροφίμων από τους Γερμανούς τον χειμώνα της μεγάλης πείνας στην Αθήνα-, ο συνήγορος υπεράσπισης δηλώνει: «Δεν τολμούσαμε να ομιλήσωμεν ενώπιον των Γερμανών». «Με συγχωρείτε, ομιλούσαμε», απαντά οΤσάτσος «Πώς;» ρωτάει ο συνήγορος. Απαντά ο Τσάτσος: «Εγώ πρώτος ήμουν επικεφαλής αντιγερμανικής διαδηλώσεως εις την οποίαν σκοτώθηκαν άνθρωποι. Είναι ντροπή να λέμε πως δεν είχαμε το θάρρος να αντισταθούμε ας τους εχθρούς». «Μη μου λέτε εμέναν ντροπή, γιατί αν εσείς ήσαστε επικεφαλής τότε ήμουν κι εγώ εις την διαδήλωσιν». «Τότε διατί αποκρύπτετε το γεγονός;»
21. Ο Κόλλιας εμφανίστηκε συμβολικά ως Κυβερνητικός Επίτροπος στη πρώτη δίκη αυτής της σειράς (ΕΔΔΑ/Βιβλίο Αποφάσεων 13Α)/1/1945. Δίκη υπ' αριθ. 6).
22. ΕΔΔ Α/ΒΑ/1/1945. δίκες υπ' αριθ. Ζ 6.10.1ZU 15. 16.18.19. 22.23.26. Δύο δίκες(υπ' αριθ. 17.21 αναβλήθηκαν.
23 Πρόκειται για τις δίκες Έξαρχου και Μανδηλάρη. βλ. παρακάτω.
24. ΕΔΛΑ/ΒΑ/Ι/1945. αποφάσεις υπ’ αριθ. 16 και 26. Και οι δύο καταδικάστηκαν σε πέντε χρόνια φυλάκιση χωρίς αναστολή.
25. Σε όλες τις περιπτώσεις, εξαιρούμενου του Εξαρχου, α πράκτορες της  Γκεστάπο αντιμετωπίστηκαν με σχετική επιείκεια, και καταδικάστηκαν σε κάθειρξη από δεκαπέντε έως είκοσι χρόνια. Η Α.Χασκ… τριάντα δύο ετών κάτοικος Πειραιά. Ελληνίδα, φανατική οπαδός του Χίτλερ, έλαβε δέκα μήνες χωρίς αναστολή για τις επιδεικτικά φιλοναζιστικές απόψεις της (δίκη υπ' αρώ. 23). Το ότι οι Έλληνες και οι ξένοι κρίνονταν με δύο μέτρα και δύο σταθμά είναι προφανές αν συγκρίνουμε αυτή την ποινή με εκείνες της προηγούμενης υποσημείωσης που αφορούσαν ανάλογες υποθέσεις Ομοίως ο μεγάλος αριθμός γυναικών (έξι από τους δεκατέσσερις) υποδεικνύει επίσης μεροληπτική αντιμετώπιση 0 Π. Μαστρ.., κατηγορούμενος ως καταδότης πατριωτών αθωώθηκε, ενώ στην ίδια δίκη η σύζυγός του. Δ. Μαστρ., και η φίλη της Σ. Λιβ, καταδικάστηκαν σε έξι χρόνια φυλάκιση για κατάδοση μελών του συμμαχικού δικτύου κατασκόπων (δίκη υπ' αριθ. 18).
26. Σχετικά με τη γαλλική διάκριση βλ. Philippe Burk, La derive fascisie: IJoriot. DM. U&gery 1933-1944. LeSeuil Παρίσι 1988. Για την κατηγορία ποίηση βλ. \4femer to.CS. Vwreavec Vennem. Laffont. Παρίσι Ι981.σ. 70-118 (για το συγκεκριμένο, σ. 73κ.ε.Χ
27. Ενδεικτικά, ο Τσιρονίκος χαρακτηρίστηκε αδίστακτος καιροσκόπος» από τον Μαγκριώτη και τον Πέππα. 0 Γκοτζαμάνης χαρακτηρίστηκε «επικίνδυνος» από τον Κανελλόπουλο και τονΤαβουλάρη. Και  «χείριστος όλων» από τον Σοφούλη
28. Ελευθερία. 17 Μαρτίου 1945.
29. Αυτόθι
30. Κατάθεση Πηνιάτογλου. Καθημερινή, Εμπρός. Ριζοσπάστης. 17 Μαρτίου. Σχετικά με τη «Δίκη της κυβερνήσεως Ράλλη» (ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ Αίμα, Η δίκη οπ.π).έκδοση για την οποία υπεύθυνος ήταν πιθανόν ο Κύρου. βλ. πιο πάνω. κες>. 2.4.
31. Βλ. παρακάτω, κεςι 6.3.1.
32. 0 Κόκκας κάνει επίσης λόγο σχετικά στην κατάθεσή του. πρβλ. Ελευθερία. 17 Μαρτίου 1945.
33. Βλ. σχετικά Χρ. Χατζηιωσήφ. «Η ελληνική οικονομία. πεδίο μάχης και αντίστασης», στο ΙΕΕΑ. ό.π, τ. Γ2, σ. 181-217.
34. Αυτόθι: Γ. Μαρής, Γ. Μερκαύρης. Γ. Νταλσγτώργης. Γ. Ράλλης. Γ. Ζωγράφος. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες εκείνης της υπόθεσης μοιάζουν να έχουν χαθεί.
35. Οι εφημερίδες που κυκλοφορούσαν μέχρι τον Ιανουάριο του 1945 ήταν ως επί το πλείστον έντυπα του παράνομου Τύπου. 0 Σύνδεσμος Λιθογράφων και Συντακτών του Παράνομου Τύπου συστάθηκε αμέσως τον Οκτώβριο του 1944.
36. Κατάθεση Κόκκα, ό.π. Υπάρχει κενό στις έρευνες σχετικά με τον ελληνικό Τύπο της εποχής. Το βέβαιο είναι ότι πολλές εφημερίδες, επωφελούμενες των όρων της Βάρκιζας για την ελευθερία του Τόπου, επανεμφανίστηκαν αμέσως μετά: στις 29 Ιανουάριου το Έθνος, που η κυκλοφορία του είχε διακοπεί στην Κατοχή, και μετά ξανά, με τον στρατιωτικό νόμο· στα μέσα Φεβρουάριου το Εμπρός, που είχε αναστείλει την κυκλοφορία του από το 1928- ομοίως και η Καθημερινή, που είχε αναστείλει την κυκλοφορία της αμέσως μετά την Απελευθέρωση Λίγο αργότερα οι εφημερίδες του Δ. Λαμπράκη (Τα Νέα. Το Βήμα) τροποποίησαν ελαφρώς την ονομασία τους, και επανεμφανίστηκαν με μετριοπαθή φιλοβασιλική γραμμή στις αρχές Μαίου 1945. Η δραστική έρευνα για τους δεκατρείς δημοσιογράφους που είχαν αποπεμφθεί από την Ένωση Συντακτών Αθηνών και Πειραιώς άρχισε δύο εβδομάδες αργότερα. πρβλ. Ελευθερία. Ριζοσπάστης, 3 Απριλίου J945.
37. 0 Κύρκος. διευθυντής της Μάχης. έγινε λίγο αργότερα διευθυντής της επίσημης εφημερίδας του ΕΑΜ Ελεύθερη Ελλάδα. Σχετικά με την κατάθεσή του. πρβλ. Καθημερινή. Ριζοσπάστης. 24 Μαρτίου.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Δημήτρη Κουσουρή: «Δίκες των Δοσιλόγων, 1944-1949. Δικαιοσύνη, Συνέχεια του Κράτους και Εθνική Μνήμη». Μέρος 2ο

 Οι μάρτυρες κατηγορίας και η «απέραντος πλειοψηφία του ελληνικού λαού»

Παράλληλα με τη δίκη των κυβερνήσεων, στις αρχές Μαρτίου του 1945, ο ΕΛΑΣ είχε ήδη αρχίσει να παραδίδει τα όπλα του. Και ενώ τα τακτικά κακουργιοδικεία ξεκινούσαν με ταχείς ρυθμούς τις πρώτες δίκες «στασιαστών» του Δεκεμβρίου, τα εγκλήματα των οποίων δεν είχαν θεωρηθεί αμιγώς «πολιτικά», 1 στο Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων τα πράγματα έπαιρναν σιγά σιγά τον δρόμο τους.

Όταν ήρθησαν, έστω προσωρινά, τα τυπικά κωλύματα των πρώτων ημερών, ήταν πλέον καιρός να ξεκινήσει η πρώτη φάση της διαδικασίας: η ακρόαση των μαρτύρων κατηγορίας.
Αυτό το στάδιο, κατά το οποίο αναπτύχθηκαν α βασικές κατηγορίες που βάρυναν τους κατηγορουμένους, και περιγράφηκαν τα εγκλήματά τους, αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη επίσημη αναπαράσταση του «εθνικού αγώνος» που έλαβε χώρα στην αίθουσα του δικαστηρίου, και συγκέντρωσε εκ των πραγμάτων μεγάλη δημοσιότητα.

Λόγω της μικρής χωρητικότητας της αίθουσας και της απουσίας ραδιοφωνικής κάλυψης -μολονότι ζητήθηκε από ορισμένους-, οι περιγραφές των επ’ ακροατηρίου συζητήσεων στις εφημερίδες αποτελούσαν, για την κοινή γνώμη, το μοναδικό μέσο πρόσβασης στη δίκη.
Για έναν μήνα, από τις 28 Φεβρουάριου έως τις 27 Μαρτίου, η δίκη βρισκόταν διαρκώς στα πρωτοσέλιδα, ενώ εκτενή άρθρα κάλυπταν ή σχολίαζαν το μεγαλύτερο μέρος των συνεδριάσεων. Εννοείται πως τα Πρακτικά ποτέ δεν δημοσιεύονταν αυτούσια. Η επιλογή του προς δημοσίευση υλικού εξαρτιόταν από την πολιτική τοποθέτηση κάθε εκδοτικού ομίλου, καθώς και από τις ευαισθησίες και τις αφηγηματικές ικανότητες του εκάστοτε δημοσιογράφου.

Η ελεγχόμενη δημοσιότητα και η μέριμνα για τη διαφύλαξη των κρατικών μυστικών μαρτυρούσαν ότι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην κρατική εξουσία ήταν βασικός στόχος της κυβέρνησης. Το πιο χαρακτηριστικό όμως ήταν η σύνθεση της ομάδας των βασικών μαρτύρων κατηγορίας. Ο Ειδικός Επίτροπος κλήτευσε τελικά είκοσι επτά άτομα, χωρίς να τα χωρίσει ανά κυβέρνηση ή ανά κατηγορούμενο.
Κάθε μάρτυρας καλούνταν να καταθέσει, λίγο-πολύ. για το σύνολο των πράξεων που δικάζονταν, προκειμένου να υποστηρίξει τις κατηγορίες και να διατυπώσει έτσι μια πρώτη επίσημη δημόσια αφήγηση του πρόσφατου παρελθόντος, βάσει της οποίας το «αντιστασιακό έθνος» θα τιμωρούσε τους προδότες του.

Μεταξύ των μαρτύρων, λοιπόν, συγκαταλέγονταν: οκτώ υψηλόβαθμοι υπάλληλα των βασικών υπουργείων· επτά πολιτικοί, υπουργοί και πρωθυπουργοί του μεσοπολέμου- τέσσερις ανώτεροι αξιωματικοί του στρατού· τρεις δημοσιογράφοι αντικομμουνιστικών αντιστασιακών εφημερίδων δύο καθηγητές πανεπιστημίου, δύο διευθυντές μεγάλων ελληνικών τραπεζών,  και. τέλος, ένας μόνο εκπρόσωπος της  Ένωσης Αναπήρων Πολέμου 1940-1941.

Αν εξαιρέσουμε τους εκπροσώπους του παράνομου Τύπου, δεν κλήθηκε να καταθέσει άλλος εκπρόσωπος των αντάρτικων ομάδων, ούτε κάποιο μέλος των αντιστασιακών κινημάτων. Όσο για το ΕΑΜ, μόνο ένας εκπρόσωπός του ορίστηκε να παραστεί στο δικαστήρια 3.

Ο πρώτος άξονας της ποινικής αναπαράστασης των γεγονότων της Κατοχής συνδεόταν με την πατριωτική ανάταση του «αλβανικού έπους», καθώς και με τις πρώιμες μορφές λαϊκής αντίστασης που αναπτύχθηκαν αμέσως μετά τη στρατιωτική ήττα της άνοιξης του 1941.
Η συζήτηση σχετικά με την «εσχάτη προδοσία» των στρατηγών που είχαν υπογράψει τη συνθηκολόγηση επέτρεπε στο δικαστήριο να συνδέσει τις ειδικές διατάξεις της Συντακτικής Πράξης με τη» πολιτική νομοθεσία της χώρας.

Οι πρώτες ερωτήσεις, λοιπόν, αφορούσαν την υπογραφή της συνθηκολόγησης τον Απρίλιο του 1941. Οι πλέον αρμόδια να απαντήσουν ερωτήθηκαν πρώτα. Ωστόσο, α πρώτες κιόλας μαρτυρίες προκάλεσαν απορίες και γέννησαν αμφιβολίες για τη συνέχεια.
Ακολουθώντας στην ουσία, τη γραμμή της υπεράσπισης, ο Άγις Ταμπακόπουλος, υπουργός Δικαιοσύνης επί Μεταξά. δήλωσε εξαρχής ότι ο Τσαλάκογλου έπρεπε να δικαστεί για τις στρατιωτικές του πράξεις από στρατοδικείο.4

Στη συνέχεια, ο στρατηγός I. Γυαλίστρας, απεσταλμένος του Γενικού Επιτελείου Στρατού στο μέτωπο κατά τη διάρκεια των τραγικών τελευταίων ημερών πριν από τη συνθηκολόγηση, περιέγραψε μια κατάσταση διάλυσης και γενικευμένης άτακτης φυγής. κατά τη διάρκεια της οποίας όλες σχεδόν οι μεραρχίες είχαν αποκοπεί από τις βάσεις τους ενώ μετά την αυτοκτονία του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή η ανώτατη στρατιωτική διοίκηση δεν είχε πλέον πολιτική καθοδήγηση.

Ο διευθυντής του γραφείου του Αρχιστράτηγου στην Αθήνα επιβεβαίωσε τα παραπάνω, κάνοντας λόγο για κατάσταση εκτός ελέγχου επί αρκετές ημέρες πριν από την υπογραφή της εκεχειρίας. Από την πλευρά του, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού Π. Μελισσηνός αναφέρθηκε διά μακρών στο γεγονός ότι ο Τσολάκογλου δεν πειθάρχησε στις εντολές των πολιτικών του προϊσταμένων.
Ωστόσο, παραδέχτηκε ταυτόχρονα ότι, παρά τις αλλεπάλληλες αναφορές που περιέγραφαν την απελπιστική κατάσταση στο μέτωπα παρά τα αιτήματα διοικητών μονάδων για συνθηκολόγηση και τις ολοένα αυξανόμενες λιποταξίες, οι εντολές παρέμεναν αμετάβλητες «Συνεχίσατε τον αγώνα». 

Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή των γεγονότων, το έγκλημα των στρατηγών ήταν ότι δεν πειθάρχησαν στις εντολές, και απαρνήθηκαν τη στρατιωτική τους αποστολή για να «κάμουν πολιτικήν».5

Σε αυτό το σημείο, η ακροαματική διαδικασία πήρε μια επικίνδυνη τροπή αν το πλαίσιο της συνθηκολόγησης των στρατηγών είχε καθοριστεί από τη, κατά κοινή ομολογία, πλήρη αποδιοργάνωση του Γενικού Επιτελείου και της κυβέρνησης.

Τότε το επιχείρημα των κατηγορουμένων ότι έδρασαν ως ασπίδα του έθνους έμοιαζε εύλογο. Από την πλευρά του. ο Τσολάκογλου επαναλάμβανε διαρκώς ότι είχε υπογράψει τη συνθηκολόγηση προκειμένου να σώσει τη ζωή 30.000 στρατιωτών και να διασώσει τη» τιμή του νικηφόρου στρατού της Αλβανίας.

Το επιχείρημα ευσταθεί, στην πολιτική του διάσταση, στην ποινική, όμως, είναι μάλλον προβληματικό, αφού επιβεβαίωνε, αντί να ανασκευάζει, την κατηγορία της απειθαρχίας στις άνωθεν εντολές. Ωστόσο, ο στρατηγός φάνηκε έτοιμος να επικαλεστεί όλα τα γεγονότα που μπορούσαν να αποδείξουν ότι η διάλυση της κυβέρνησης και μεγάλου τμήματος του στρατού είχε προηγηθεί της συνθηκολόγησης - φέρνοντας έτσι στο φως πτυχές που απαξίωναν πλήρως την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της διετίας 1940-1941.

Οι συγκατηγορούμενοι του έσπευσαν στο πλευρό του. Πρώτος ο Ράλλης φρόντισε να οξύνει τα πνεύματα: «- Τολμά να μιλά ένα πρώην μέλος της 4ης Αυγούστου, ενός επαίσχυντου και δικτατορικού καθεστώτος του οποίου το όνομα θα γραφή ας την ιστορίαν με μεγάλα μαύρα γράμματα!» φώναξε στον Άγι Ταμπακύπουλο, υπουργό Δικαιοσύνης του Μεταξά. «- Ημείς υπήρξαμεν κυβέρνησις Ελλήνων και όχι Γερμανών. Εμάς δεν μας εκτύπα κανείς το κουδούνι», ανταπέδωσε ο τελευταίος.

Σε ποινικό επίπεδο, το βασικό ερώτημα ήταν κατά πόσον είχε προηγηθεί συνεννόηση με τον εχθρό, κατά το παράδειγμα του Νορβηγού Βίντκουν Κουίσλινγκ κάτι που θα συνιστούσε εσχάτη προδοσία Σε αυτό το σημείο, οι μάρτυρες κατηγορίας απάντησαν ομόφωνα αρνητικά: δεν είχαν προηγηθεί επαφές  δεν ήταν «Κουίσλινγκ». Το επιβεβαίωσε επανειλημμένως ο Τσολάκογλου. συμφώνησαν και οι στρατηγοί, οι οποίοι παραδέχτηκαν ότι κατά την επίσκεψη του στο μέτωπο, ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος συζήτησε μεν την εκδοχή της συνθηκολόγησης. έκρινε όμως πως δεν μπορούσε να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για κάτι τέτοιο.

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. καταθέτοντας ως έφεδρος αξιωματικός που εκτελούσε χρέη συνδέσμου μεταξύ του Γενικού Επιτελείου και του μετώπου κατά τις τελευταίες ημέρες των μαχών του Απριλίου 1941. δεν διέψευσε αυτή την πληροφορία.

Από την άλλη, στην προσπάθειά του να αποσείσει την κατηγορία ότι είχε συνειδητά ταχθεί υπέρ του Αξονα, ο Ράλλης επέλεξε να προβάλει την κοινή μήτρα και τους δεσμούς του με τις προπολεμικές πολιτικές ελίτ της χώρας. Και δεν δυσκολεύτηκε να το κάνει: ο Θεμιστοκλής Τσάτσος. πρώτος μάρτυρας κατηγορίας που εξετάστηκε, επιβεβαίωσε ότι ο ηγέτης των φιλελευθέρων Σοφούλης είχε προβεί σε επίσημο διάβημα προς τον Ράλλη την άνοιξη του 1943 -τον καιρό ακριβώς που συγκροτούνταν τα Τάγματα Ασφαλείας-, αιτούμενος την επαναπρόσληψη στον στρατό των αξιωματικών που είχαν απαλλαγεί το 1935.

Η υποστήριξη που δεχόταν η υπεράσπιση του Ράλλη έλαβε, μάλιστα, απροσδόκητες διαστάσεις. Απαντώντας στις ερωτήσεις του προέδρου του δικαστηρίου, ο Τσάτσος δεν αρκέστηκε να επιβεβαιώσει ότι «η υποχρέωσις της αντιστάσεως δεν έληξεν με το έπος της Αλβανίας», αλλά προσέθεσε επιπλέον ότι «ουδεμία σχέσις υπήρξε μεταξύ των Ελληνικών Κυβερνήσεων και της Κυβερνήσεως των Κουίσλινγκ, διότι η τελευταία ενεργώς και στρατιωτικός μετέσχεν εις τον αγώνα της  Γερμανίας».
Μάλιστα, υπογράμμισε ότι σε μια ιδιωτική τους συνάντηση ο Ράλλης του είχε εκμυστηρευθεί ότι «περνάει ζωήν αληθώς μαρτυρικήν και εξέφρασεν την πεποίθησιν περί της αισίας εκβάσεως του συμμαχικού αγώνος». Έπειτα από αυτό, ο I. Ράλλης ευχαρίστησε τον μάρτυρα, επειδή του υπενθύμισε μια συζήτηση που ο ίδιος την είχε στο μεταξύ λησμονήσει.7

Για το μετά δεκεμβριανό καθεστώς, τέτοιες συζητήσεις ήταν πιθανό να θίξουν την τιμή του έθνους στα μάτια της διεθνούς κοινότητας, αλλά και να πλήξουν το κύρος της κυβέρνησης και του κράτους έναντι του εσωτερικού εχθρού. Τη στιγμή που οι εφημερίδες του ΕΑΜ επέχαιραν ανοιχτά για τη «χρεωκοπία» των παραδοσιακών ελίτ, στην αίθουσα του δικαστηρίου και στον καθεστωτικό Τύπο αφθονούσαν οι αμοιβαίες προειδοποιήσεις για τα ζητήματα που δεν πρέπει να θίγονται.8 

Ακόμα και ο υπουργός Δικαιοσύνης, που ως εκείνη τη στιγμή είχε δεσμευτεί να μην επέμβει στη δίκη για να προστατεύσει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, παρενέβη τελικά, συνιστώντας προσοχή σε ό.τι αφορούσε τα κρατικά μυστικά, και προειδοποιώντας για το ενδεχόμενο να ληφθούν νομοθετικά μέτρα.9 

Αλλά και πολλοί από όσους είχαν ταχθεί υπέρ της διεξαγωγής της δίκης και της ανάγκης να καταδικαστούν α κατοχικές κυβερνήσεις άρχισαν να ζητούν να γίνει διάκριση μεταξύ των ερωτήσεων σχετικά με τη συνθηκολόγηση και εκείνων που αφορούσαν τη συγκρότηση των κατοχικών κυβερνήσεων, προκειμένου να προστατευθούν τα κρατικά μυστικά.

Ήταν φανερό ότι η αποκάλυψη του ομφάλιου λώρου ο οποίος συνέδεε τις διαφορετικές μερίδες των προπολεμικών ελίτ, που είχαν βρεθεί σε αντίπαλα στρατόπεδα κατά την Κατοχή, προκαλούσε αμηχανία και δυσαρέσκεια.

Στο μεταξύ, και ενώ. όπως είδαμε, είχαν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αποφευχθούν τυχόν διακοπές της δίκης, επιβλήθηκε μια τριήμερη παύση, με αφορμή την ξαφνική ασθένεια ενός ενόρκου.

Καθώς, από νομική άποψη η κατηγορία της «εκ προθέσεως» προδοσίας ήταν αρκετά εύθραυστη, ο επαναπροσανατολισμός των θεματικών στις οποίες κινούνταν η εξέταση των μαρτύρων έμοιαζε πλέον αναπόφευκτος.
Ο χαρακτηρισμός του δοσιλογισμού ως «τυπικού» εγκλήματος κατηύθυνε τις μαρτυρικές καταθέσεις, κυρίως γύρω από το δεύτερο βασικό ερώτημα που τέθηκε στους μάρτυρες: Ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους, οι κατοχικές κυβερνήσεις έβλαψαν ή όχι, αντικειμενικά, τον εθνικό και συμμαχικό αγώνα; Και, αντιστρόφως: συνεισέφεραν στην πολεμική προσπάθεια του εχθρού και αν ναι, κατά πόσον;

Παραπομπές

1.  Βλ. Ριζοσπάστης της 1ης Μαρτίου 1945 για τους Μ Μονέδα και Δ. Αυγέρη, οι οποίοι είχαν ήδη καταδικαστεί από έκτακτο στρατοδικεία σε συνοπτική δίκη, στις αρχές Φεβρουαρίου. θα δικάζονταν ξανά από την τακτική δικαιοσύνη.
2. Πρβλ. τον κατάλογο των μαρτύρων. Ελευθερία. 28 Φεβρουάριου 1945.
3.0 Μιχάλης Κύρκος. δημοσιογράφος, πρώην υπουργός και βουλευτής. κατά τον μεσοπόλεμο, με το Κόμμα Φιλελευθέρων και το Λαϊκό Κόμμα, είχε διατελέσει. την περίοδο 1926-1927 υπουργός της κυβέρνησης Ζαΐμη. Μαζί με τον εκπρόσωπο της Ένωσης Αναπήρων Πολέμου 1940-1941. ήταν οι μόνοι μη αντικομμουνιστές μάρτυρες στη δίκη.
4. Κατάθεση Α.Ταμπακόπουλου, Ελευθερία. 2 Μαρτίου 1945.
5. Ελευθερία, Εμπρός. Εθνος, 2 και 3 Μαρτίου 1945.
6. Η πρώιμη εμπλοκή απόστρατων βενιζελικών αξιωματικών στη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας αποτελεί σήμερα δεδομένο για την ιστορική έρευνα. Βλ.. π.χ, την αναφορά του Μ. Λύτρα στη βρετανική έκθεση (PIC Paper)του 1944.ΔΙΣ/ΑΕΑ. τ.8.σ. 157-160. Πρβλ. Τ. Κωστόπουλος.  Αυτολογοκριμένη μνήμη..
7. Εμπρός, 1 Μαρτίου 1945.
8. « Κάποιες πλευρές όλων αυτών αποτελούν κρατικά μυστικά, δεν ημπορούμε να τα συζητούμε δημοσία», πρβλ. Ελευθερία. 2 Μαρτίου 1945.
9. «Διά την μνήμην του Αλβανικού έπους (-.] μία λογική καταμερισμού των ευθυνών μεταξύ των πολιτικών και των στρατιωτικών αρχηγών είναι παγίδα πονηρά. Δεν έχομεν τίποτε να κρύψωμεν και διά τον λόγον αυτόν ημπορεί να γίνει Στρατοδικείον. Το Ειδικόν Δικαστήριον των Δοσιλόγων φως οφείλει να εστιάσει και να αποδώσει τας πολιτικάς ευθύνας της περιόδου της Κατοχής» (εκδοτικό σημείωμα της Ελευθερίας. 6 Μαρτίου 1945).

{[['']]}

Δημήτρη Κουσουρή: «Δίκες των Δοσιλόγων, 1944-1949. Δικαιοσύνη, Συνέχεια του Κράτους και Εθνική Μνήμη». Μέρος 1ο

 Η αυλαία σηκώνεται: Μια θυελλώδης έναρξη

Στην Αθήνα χιονίζει σπάνια. Ωστόσο, εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό, η χιονοθύελλα και τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα της Αστυνομίας είχαν στήσει ένα διπλό φράγμα που εμπόδιζε την πρόσβαση στα Δικαστήρια. Παρά τα εμπόδια, όμως, πλήθος κόσμου είχε αρχίσει από τις οκτώ το πρωί να συρρέει στο κτίριο της οδού Σανταρόζα και γύρω από αυτό.1
Επισήμως η είσοδος επιτρεπόταν μόνο στους διαδίκους, καθώς και σε όσους είχαν προμηθευτεί ειδική άδεια, που προοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά για τους δημοσιογράφους.

Η δίκη που υποτίθεται ότι αφορούσε όλο το έθνος αποδειχνόταν εξαρχής απροσπέλαστη για το ευρύ κοινό. Η αίθουσα που είχε επιλεγεί για τη διεξαγωγή της ήταν μεν η μεγαλύτερη του Πλημμελειοδικείου, δεν διέθετε όμως παραπάνω από 150 καθίσματα· δεδομένου του πλήθους των κατηγορουμένων, αλλά και των συνηγόρων και των μαρτύρων τους, η πλευρά της υπεράσπισης υπερέβαινε ήδη κατά πολύ αυτό τον αριθμό: οι αστυνομικοί που είχαν επιφορτιστεί με τον έλεγχο της εισόδου σύντομα τον απώλεσαν, και στην αίθουσα επικράτησε χάος 2.

Από τους τριάντα τρεις κατηγορουμένους, παρουσιάστηκαν τελικά οι είκοσι πέντε. Από τους οκτώ που δεν παρέστησαν. Ο Γ. Μπάκος και ο Γ. Πειρουνάκης είχαν εκτελεστεί από τον ΕΛΑΣ, ενώ έξι θα δικάζονταν ερήμην. Οι Ξενοφών Λογοθετόπουλος. Έκτωρ Τσιρονίκος, Αναστάσιος Ταβουλάρης και Σωτήριος Γκοτζάμάνης είχαν διαφύγει στο Τρίτο Ράιχ, ενώ δύο σημαντικά για τη δίκη πρόσωπα κρατούνταν μακριά από την Αθήνα: ο Δ. Διαλέτης, υφυπουργός Αμύνης της κυβέρνησης Ράλλη. που είχε συμμετάσχει ενεργά στην ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας, βρισκόταν ακόμα στην Ερυθραία, ενώ ο Ι. Πασσαδάκης. τελευταίος διοικητής της Κρήτης και ένθερμος υποστηρικτής του Αξονα κατά τη διάρκεια του πολέμου, παρέμενε φυλακισμένος στο νησί.

Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ένας από τα παλαιότερα μέλη του Αρείου Πάγου. Τα υπόλοιπα πέντε μέλη, καθώς και ο εισαγγελέας που ανέλαβε τον ρόλο του δημοσίου κατηγόρου και χρίστηκε για την περίσταση Ειδικός Επίτροπος, επελέγησαν από το δυναμικό του Εφετείου. Λόγω των προβλημάτων που πιθανόν να ανέκυπταν αν η δίκη τραβούσε σε μάκρος και προκειμένου να αποφευχθούν καθυστερήσεις, για κάθε μέλος του δικαστηρίου ορίστηκε ένα αναπληρωματικό.
Όταν η τάξη στην αίθουσα αποκαταστάθηκε, η σύνθεση του δικαστηρίου συμπληρώθηκε με τρεις ενόρκους (δύο γιατρούς και έναν φαρμακοποιό), που αναδείχθηκαν με κλήρωση για καθέναν από αυτούς, ορίστηκε επίσης ένας αναπληρωτής.

Οι πιέσεις που ασκούσε το στρατόπεδο των κατηγορουμένων στους παράγοντες της δίκης έγιναν αισθητές από την πρώτη κιόλας συνεδρίαση Δύο από τους ενόρκους δήλωσαν κώλυμα και τελικά αποδέχτηκαν τον διορισμό τους απρόθυμα. κατόπιν επιπλήξεως του Ειδικού Επιτρόπου.
Εκείνος τους κατηγόρησε ότι υποβίβαζαν το υπέρτατο εθνκό καθήκον που τους είχε ανατεθεί.3
Οι λόγοι για τη στάση των δύο ενόρκων δεν άργησαν να αποκαλυφθούν. Μερικά λεπτά αργότερα, όταν άρχισε η πρώτη συνεδρίαση του δικαστηρίου, διάφοροι πολίτες, μεταξύ των οποίων και κάποιοι απολυμένα από το Υπουργείο Συγκοινωνιών επί υπουργίας του στρατηγού Μουτούση. ζήτησαν να παραστούν ως πολιτική αγωγή.

Καθώς οι συνήγοροί τους ανέπτυσσαν την επιχειρηματολογία τους σχετικά με την καταλήστευση των ταμείων συνταξιοδότησης και τις παράνομες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, οι κατηγορούμενα πέρασαν στην αντεπίθεση. Πρώτος ο Μουτούσης διέκοψε τη διαδικασία: «Απελύθη διότι ήτο μαυραγορίτης! Πώς έχει το θράσος να παρουσιάζεται στο δικαστήριο». Αυτό ήταν το σύνθημα. Ενώ ο Μουτούσης συνέχιζε να μιλάει, φωνές ακούστηκαν από το βάθος της αίθουσας. «Κύριε Πρόεδρε, εδώ κάποιοι μας εκβιάζουν και μας απειλούν!» φώναξαν κάποιοι από τους απολυμένους.
Ένας αξιωματικός παρουσιάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου και  αναλαμβάνοντας την ευθύνη να μιλήσει εξ ονόματος των συναδέλφων του δήλωσε πως όσα ακούστηκαν για τον στρατηγό ήταν εξοργιστικά, επειδή προσέβαλλαν τις ένοπλες δυνάμεις εν γένει. 5.

Τελικά, το δικαστήριο αποφάσισε να μην τιμωρήσει τον αξιωματικό για τη συμπεριφορά του, απορρίπτοντας παράλληλα το αίτημα των πολιτών να παραστούν νόμιμα ως πολιτική αγωγή.

Κατά την ανάγνωση του κατηγορητηρίου από τον Ειδικό Επίτροπο, οι συνήγοροι υπεράσπισης προκάλεσαν πανδαιμόνιο στην αίθουσα, με τις διαμαρτυρίες τους για τις απρεπείς εκφράσεις που χρησιμοποιούσε το δικαστήριο για τους κατηγορουμένους, ξεσηκώνοντας ανάλογες αντιδράσεις και από το ακροατήριο.
Από εκείνη τη στιγμή και για τις επόμενες ημέρες, τα πράγμα τα εξελίχθηκαν ωσάν η κατηγορούσα αρχή να μη βρισκόταν πλέον στην αίθουσα.

Ακολούθησε ο καταιγισμός ενστάσεων που είχε προαναγγείλει η υπεράσπιση. Η πρώτη από αυτές αμφισβητούσε τη συνταγματικότητα της Συντακτικής Πράξης. Οι συνήγοροι υπεράσπισης, εξέχουσες προσωπικότητες του νομικού χώρου και του βασιλικού στρατοπέδου του μεσοπολέμου, αγόρευαν επί μακρόν, χωρίς να αρκούνται στην ανάπτυξη της νομικής βάσης των θέσεων τους.

0 Ι. Κουλουμβάκης. εκπρόσωπος της παλαιάς φρουράς και της ακραίας πτέρυγας των βασιλικών, δήλωσε ότι θεωρούσε πως απευθύνεται σε παράνομη συγκέντρωση και όχι σε δικαστήριο, και στόχος του ήταν να διακοπεί η συνεδρίαση για να ανατεθεί η υπόθεση σε τακτικό κακουργιοδικείο.

Την επιχειρηματολογία του καθηγητή Χρ. Πράτσικα επανέφερε στη δίκη και ο Κ. Τσουκαλάς, συνάδελφός του και «αλεξιπτωτιστής», όπως κι εκείνος, στη Νομική Αθηνών.
Με πολιτικά επιχειρήματα κυρίως, ο Τσουκαλάς επιχείρησε να καταδείξει ότι η κυβέρνηση δεν ήταν «επαναστατική», αλλά «συνταγματική». Επομένως, το δικαστήριο ήταν παράνομο και τα αδικήματα έπρεπε να κριθούν από τακτικά κακουργιοδικεία. 6 Ανάλογα επιχειρήματα προέβαλαν οι συνήγοροι Κ. Μαγιάκος, Θ. Τουρκοβασίλης και I. Βολωνάκης. 7

Δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση στο έργο νομικών που προέρχονταν από τον χώρο των φιλελευθέρων -όπως. π.χ.. ο πρωθυπουργός της ΠΕΕΑ Αλ Σβώλος, και οι οποίοι επέκριναν την αντισυνταγματικότητα των Συντακτικών Πράξεων των τελευταίων κυβερνήσεων πριν από τον πόλεμο, οι συνήγοροι υπεράσπισης χρησιμοποίησαν τη «θεωρία της ασπίδας» 8  για να εμφανιστούν ως υπέρμαχοι της συνταγματικής νομιμότητας:

«Ίσως, θά διατυπωθή. πώς αί κυβερνήσεις τής εποχής έξέδιδαν Συντακτικάς Πράξεις.  Αλλά ούταί ήσαν κυβερνήσεις τών περιστάσεων, δέν ήντλουν την δύναμίν των έκ τού Ανωτάτου 'Αρχοντος. Ήσαν κυβερνήσεις ανθρώπων οί όποιοι άναλώσαντες όλην των τήν ζωήν είς τήν υπηρεσίαν τού λαού, είχαν και τό θάρρος καί τον πατριωτισμόν νά άναλάβουν τάς εύθύνας τής διακυβερνήσεως τής χώρας, είς μίαν στιγμήκ πού ‘ολοι. οί άλλοι ημείς όχι άπό πατριωτισμόν άλλά άπό τόν φόβον τών ευθυνών, έμείνομεν άργοί». 9

Το επιχείρημα της «ασπίδας» δεν ήταν απλώς ένα τέχνασμα της υπεράσπισης για να βραχυκυκλώσει τον νομικό μηχανισμό και να αντισταθμίσει τη βαρύτητα των πράξεων των κατηγορουμένων σε νομικό επίπεδο· 10 ήταν ταυτόχρονα μια εισαγωγή στο πολιτικό εγκώμιο που επρόκειτο να εμφανίσει τους κυβερνήτες της Κατοχής ως μάρτυρες και ως αιχμή του δόρατος του αντικομμουνιστικού αγώνα.

Όσο αναπτύσσονταν οι αγορεύσεις των συνηγόρων, ο πρόεδρος μάταια προσπαθούσε να τις συντομεύσει. Σε μια στιγμή έντασης, στο πιο κρίσιμο σημείο της επιχειρηματολογίας του κατά του χαρακτηρισμού του δοσιλογισμού ως ποινικού και όχι ως πολιτικού αδικήματος, ο Κ. Τσουκαλάς αντιπαρέβαλε τα εγκλήματα που αμνηστεύθηκαν στη Βάρκιζα- «Πώς είναι λοιπόν πολιτικά αδικήματα αι ανατινάξεις, αι πυρπολήσεις, αι φόνοι Αγγλων στρατιωτών, αι κατακρεουργήσεις, και δεν είναι πολιτικόν αδίκημα αι πράξεις πρωθυπουργών και υπουργών;».

Ο συντάκτης της φιλομοναρχικής εφημερίδας Εμπρός αναφέρει ότι αυτή η φράση προκάλεσε αμέσως ζωηρά χειροκροτήματα σε κάθε γωνιά της αίθουσας. 0 πρόεδρος, απευθυνόμενος σε κάποιον που χειροκροτούσε επιδεικτικά, τον ρώτησε: «Πώς λέγεσαι;» «Ιωάννης Λέκκας». απάντησε εκείνος, «γαμβρός του δολοφονηθέντος υπουργού εργασίας Ν. Καλύβα». Το ζωηρό μέλος του ακροατηρίου τη γλίτωσε με μονοήμερη αποβολή από την αίθουσα και έπειτα από ένα περιπαικτικό σχόλιο του Τσουκαλά για τη συμπεριφορά των δικαστών, το ακροατήριο γέλασε απροκάλυπτα εις βάρος του δικαστηρίου. 11

Από το ένα παρελθόν, το άλλο: Η κληρονομιά της «δίκης των έξι»

Οι συνήγοροι υπεράσπισης υποστήριξαν ότι α φιλοβασιλικοί υπουργοί της κυβέρνησης είχαν αρνηθεί να επικυρώσουν τη Συντακτική Πράξη υπ' αριθ. 6: κατά την άποψή τους, το γεγονός αυτό καταδείκνυε τον κεκαλυμμένο πολιτικό χαρακτήρα μιας δίωξης που επιχειρούσε να παρουσιαστεί ως «ποινική».
Ισχυρίστηκαν ότι οι παλαιοί εκπρόσωποι της βενιζελικής παράταξης επιδίωκαν να επαναληφθεί η «δίκη των έξι», όπου είχε επιβληθεί η θανατική ποινή σε έξι ηγετικές μορφές του μοναρχικού στρατοπέδου την επαύριο της Μικρασιατικής Καταστροφής. με την απαίτηση μάλιστα να εκτελεστεί τάχιστα η ποινή.

Κάτι παραπάνω από απλή υπόθεση, αυτός ο ισχυρισμός βασιζόταν στα πολλαπλά νήματα που συνέδεαν τους διαδίκους, αλλά και τις πολιτικές δυνάμεις που εμπλέκονταν στη δίκη των δοσιλόγων, με το παρελθόν του Εθνικού Διχασμού και τη δίκη που είχε λάβα χώρα δύο δεκαετίες νωρίτερα.

Όπως τότε, έτσι και τώρα ο Κ. Τσουκαλάς βρισκόταν στα έδρανα της υπεράσπισης- αντίστοιχα, ο στρατηγός Ν. Πλαστήρας ήταν και πάλι επικεφαλής μιας κυβέρνησης που είχε αναλάβει την έκτακτη αποστολή αποκατάστασης της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος.

Δεν επρόκειτο ασφαλώς γα απλή επανάληψη της ιστορίας, αφού, μέσα στην «κοσμογονία» της Κατοχής πολλοί εμβληματικοί εκπρόσωποι του βενιζελικού χώρου, με καθοριστικό ρόλο στην οργάνωση και εξέλιξη της «δίκης των έξι», όπως οι Στ. Γονατάς και Θ. Πάγκαλος. είχαν εν τω μεταξύ βρεθεί στο αντίπαλο στρατόπεδο.12

Εκπροσωπώντας τον I. Ράλλη. ο Κ. Τσουκαλάς έγινε ο «ήρωας» εκείνης της πρώτης συνεδρίασης. Στη συνέχεια, ο πελάτης του, παίρνοντας τη σκυτάλη, ανέλαβε ξανά τον ρόλο του πολιτικού ηγέτη των δοσιλόγων.
Οι αστυνομικοί που είχαν επιφορτιστεί με την επιτήρησή του συμπεριφέρονταν μάλλον σαν επίσημη συνοδεία του, και του απευθύνονταν με δέος, αποκαλώντας τον «Κύριο Πρόεδρο».13

Αντίστοιχα, απευθύνονταν και στους άλλους κατηγορουμένους με τους στρατιωτικούς ή τους πολιτικούς τίτλους τους.

Διακόπτοντας επανειλημμένα τους δικηγόρους και τα μέλη του δικαστηρίου, ο Ράλλης επιδίωξε όχι μόνο να κάνει χρήση της επαγγελματικής του ιδιότητας ως νομικού, αλλά και να προβάλει το σύνολο της ιδεολογίας του δοσιλογισμού. Η χρήση της έννοιας της «επανάστασης» ήταν αποκαλυπτική, σε αυτό το πλαίσιο: δηλώνοντας ότι είχε καταλάβει την εξουσία με επαναστατικό τρόπο, 14 παρέπεμπε στο πολιτικό λεξιλόγιο των αστικών ελίτ του μεσοπολέμου, όταν όροι όπως κίνημα ή επανάστασις ήταν συνώνυμα των απανωτών συνταγματικών εκτροπών και των επιτυχημένων ή αποτυχημένων πραξικοπημάτων.

Οι «κομμουνιστικές θηριωδίες» των Δεκεμβριανών δικαιολογούσαν αναδρομικά όλες τις επιλογές των δοσιλόγων. Με αυτό τον τρόπο το δοσιλογικό στρατόπεδο εμφανιζόταν ως εγγυητές του «κοινωνικού καθεστώτος». 0 συνήγορος υπεράσπισης Κ. Καλκάνης δήλωνε στους διχαστές: «Aι κεφαλές μας δεν θα ίσταντο εις τη θέσιν των εάν ο κύριος Ράλλης δεν εδημιούργει τα τάγματα ασφαλείας». 15
Η υπεράσπιση διατύπωνε με επιθετικό τρόπο το ακανθώδες επίδικο της συγκυρίας, ότι δηλαδή οι αντίδικοι στο δικαστήριο βρίσκονταν στο ίδιο στρατόπεδο της πολιτικής σύγκρουσης που λάμβανε χώρα έξω από αυτό.

Μολονότι το «μαρτυρικόν  Έθνος » μνημονευόταν συχνά σε διάφορα κείμενα της εποχής, η παρουσία του στην αίθουσα του δικαστηρίου ήταν περιορισμένη. Η απόρριψη του αιτήματος εκπροσώπων του εαμικού κινήματος να παραστούν στη δίκη ως πολιτική αγωγή σηματοδοτούσε τον πρώτο έμπρακτο αποκλεισμό της εμπειρίας των αντιστασιακών κινημάτων από την ακροαματική διαδικασία.

Στην αοριστία που χαρακτήριζε τις περιγραφές του εγκλήματος του δοσιλογισμού στο κατηγορητήριο, ερχόταν τώρα να προστεθεί η απουσία συγκεκριμένης εξέτασης των εγκλημάτων (βασανιστήρια, μπλόκα. κατάχρηση κρατικής εξουσίας, εξόντωση Εβραίων).

Στο τέλος της πρώτης ημέρας ο Ράλλης και ο Τσολάκογλου δήλωσαν απροθυμία να επιστρέφουν στον χώρο κράτησής τους, με τη πρόφαση ότι η προσωρινή τους κράτηση είχε διαρκέσει περισσότερο από όσο επέτρεπε ο νόμος.

Την επομένη, και ενώ ο Ειδικός Επίτροπος είχε μόλις ξεκινήσει να τοποθετείται επί των ενστάσεων, τον διέκοψε και πάλι η τρομερή φασαρία που προερχόταν από τα έδρανα των κατηγορουμένων και των συνηγόρων τους: ο Ράλλης υπέβαλε μήνυση κατά του Επιτρόπου για δυσφήμηση. και ζήτησε την αντικατάστασή του.
Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του ενώ στο τέλος της ίδιας ημέρας, απέρριψε και την ένσταση για αναρμοδιότητα του δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτή την πρώτη απόφαση. Η ΣΠ υπ’ αριθ. 6 είχε εκδοθεί από μια κυβέρνηση de facto, σύμφωνα με τους συνταγματικούς κανόνες. Αρα το δικαστήριο μπορούσε νομίμως να εκ δικάσει την υπόθεση.16

Σε αυτό το σημείο, ενθαρρυμένη από τις αρχικές της επιδόσεις η υπεράσπιση ζήτησε να ανοίξει η αίθουσα για το κοινό. Στη συνέχεια, συζητήθηκε η δεύτερη ένσταση σύμφωνα με την οποία ο ισχύων νόμος ήταν αντισυνταγματικός και επομένως άκυρος, καθώς παραβίαζε την αρχή της μη αναδρομικότητας των νόμων. Η ένσταση αντισυνταγματικότητας του νόμου υποστηρίχτηκε κυρίως από δύο άλλους επιφανείς νομικούς του βασιλικού στρατοπέδου, τον Θεόδωρο Τουρκοβασίλη και τον Γεώργιο Πωπ.
Από την πλευρά τους, οι υπέρμαχα του νόμου έδωσαν τον δικό τους αγώνα για να υποστηρίξουν την εγκυρότητά του:
(α) προβάλλοντας τον νομικό ισχυρισμό ότι οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, όπως και α προκάτοχοί τους, από το 1936 και μετά, είχαν «επαναστατικό» χαρακτήρα, συγκέντρωναν δηλαδή την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία· και (β) προτάσσοντας μια αντίληψη φυσικού δικαίου, η οποία, ενώ αποδεχόταν την τυπική παραβίαση του άρθρου 7 του Συντάγματος περί μη αναδρομικής ισχύος των νόμων, επισήμαινε ότι ο σχηματισμός και η πολιτεία των δοσιλογικών κυβερνήσεων αποτελούσαν πράξη αξιόποινη στην ηθική συνείδηση του έθνους. θεωρώντας έγκλημα το να μη συμπεριληφθούν οι πράξεις τους στα αξιόποινα αδικήματα 17.

Η ένσταση απορρίφθηκε από το δικαστήριο. Προκειμένου να επιβεβαιώσουν τη μη αναδρομικότητα του νόμου, οι δικαστές προέβησαν σε μια θεαματική παραχώρηση επιφυλασσόμενοι για την εκτέλεση των «ανεπανόρθωτων» ποινών που θα επιβάλλονταν στους κατηγορουμένους, τουλάχιστον μέχρι την κύρωση του νόμου από την επόμενη εκλεγμένη Συντακτική Βουλή.18

Με άλλα λόγια, το δικαστήριο διατηρούσε το δικαίωμα να επιβάλει τη θανατική ποινή, όχι όμως και να διατάξει την εκτέλεσή της.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης έσπευσε να δηλώσει ότι:
«Εις περίπτωσιν καθ’ ον ήθελεν έπιβλιθη τούτη ποινή έπι τη βάσει τοιούτου νόμου, ή Κυβέρνησις έχουσα όπ' όψιν τάς εύθύνας τάς όποιας θά είχε έάν έξετελείτο μιά τοιαύτη άπόφασις. έφόσον θά υπήρχε πιθανότης νά τροποποιηθη άπό την έθνασυνέλευσιν. δε θά διέτασσε τήν έκτέλεσιν τής άνεπαναρθώτου ποινής, χρησιμοποιώντας τό μέτρον τής παροχής χάριτος εις τους καταδικασθησομένους». 19

Ο φιλελεύθερος και ο αριστερός Τύπος χαρακτήρισαν σκανδαλώδη αυτή την απόφαση
Οι δικαστές είχαν πληρώσει το τίμημα για να επιτύχουν την ομαλή συνέχιση της δίκης: η έναρξή της είχε σφραγιστεί από έναν συμβιβασμό. Το ίδιο βράδυ, στο τέλος της διαδικασίας, το φάντασμα της «δίκης των έξι» είχε απομακρυνθεί και ο I. Ράλλης δήλωνε μοχθηρά: «Εξησφαλίσθη ότι θα ζήσω αιωνίως. Έχω κάμει σύμβασιν με τον διάβολον». 20

Μετά την εργώδη αυτή εισαγωγή, η ακροαματική διαδικασία επιτέλους ξεκινούσε.

Παραπομπές

1. Καθημερινή. 22 Φεβρουάριου 1945.
2. Βλ. τις εφημερίδες της επομένης. 22 Φεβρουάριου 1945. Η Ελεύθερία εκφράζει παράπονα για το μέγεθος της αίθουσας, ο χρονογράφος της Καθημερινής διασκεδάζει με την αναστάτωση, ενώ ο Ριζοσπάστης τηρεί κριτική στάση αναμονής.
3. Αυτόθι, και Ριζοσπάστης, 22 Φεβρουάριου 1945.
4. 0 στρατηγός Μουτούσης διατέλεσε υπουργός Συγκοινωνιών σας κυβερνήσεις Τσολάκογλου και Λογοθετόπουλου (30 Απριλίου 1941 -7 Α πριλίου 194 3).
5. Ριζοσπάστης, 24 Φεβρουάριου 1945· Νίκος Καρκάνης, Οι δοσίλαγοι της Κατοχής: Δίκες-παρωδία, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1983.
6. Ελεύθερη Ελλάδα. 25 Φεβρουάριου 1945 Ελευθερία 22 Φεβρουάριου 1945.
7. Εφημερίδα Εμπρός. 23 Φεβρουάριου· 1945.
8. Για τη «θεωρία της ασπίδας», την οποία υποστήριξε πρώτος ο Robert Aron. πρβλ. Denis Peschanski. Henri Rotssojean-Pierre Az£ma και Francois BEDaRIDA (επιμ.). Le regime de Vldiyet lesFranfais. Fayard, Παρίσι 1992- Deak.Cros. Judt (επιμΛο.π.. σ. 11.
9. To παράθεμα ανήκει στον Μπακόπουλο, συνήγορο του πρώην υπουργού Χατζημήτρου (Εμπρός. 22 Φεβρουάριου 194 5. σ. 3).
10. Προβλ. τα«redeption arguments» (απαλλακτικά επιχειρήματα) του Elster. «Redemption for Wrongdoing; 'Hie fate of collaborators after 1945». Journal of Conflict Resolution. Ιούνιος 2006. τόμ. 50. τ. 3. α 324-338
11. Εμπρός, ά.π. Ο Ν. Καλύβας διετέλεσε υπουργός Εργασίας, από τον Δεκέμβριο του 1942. Στις κυβερνήσεις Λογοθετόπουλου και Ράλλη. θεωρήθηκε υπεύθυνος για την απόπειρα επίταξης των Ελλήνων εργατών. με σκοπό τη διευκόλυνση της γερμανικής προσπάθειας, και δολοφονήθηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1944.
12. Κατά τη διάρκεια-της «δίκης τω έξί» (31 Οκτωβρίου -  15 Νοεμβρίου 1922). ο Τσουκαλάς ήταν νεαρός νομικός, συνήγορος υπεράσπισης.  Ο στρατηγός Πλαστήρας. αρχηγός της Επιτροπής Εθνικής Αμύνης, η οποία είχε καταλάβει την εξουσία μετά την άτακτη φυγή των στρατευμάτων στη Μικρά Ασία, ο Γονατάς. Πρωθυπουργός, ο Θ. Πάγκαλος ανακριτής του εκτάκτου στρατοδικείου (πρβλ. «δίκη των Εξι» στενογραφημένα  πρακτικά. Πρωία. Αθήνα 1931).
13. Οι βασιλικές εφημερίδες περιέγραφαν γλαφυρά την αμηχανία των οργάνων της τάξης «Ετρέμανε μέχρι χτες ακόμα και ας το άκουσμα του ονόματός των!», έλεγε ένας από αυτούς σύμφωνα με την εφημερίδα Καθημερινή της 22ας Φεβρουάριου.
14. Αυτόθι.
15. Ο Κ. Καλκάνης ήταν πρώην υπουργός και περιφερειάρχης Ηπείρου στις βασιλικές κυβερνήσεις του 1934-1935- βλ. Ελεύθερη Ελλάδα. 25 Φεβρουάριου 1945. και Ριζοσπάστης. 24 Φεβρουάριου 1945.
16. Για το καμένο αυτής της πρώτης απόφασης, βλ. Ελευθερία και Καθημερινήν, 27 Φεβρουαρίου 1945.
17. Βλ. τα κείμενα ταυ Φαίδωνα Βεγλερή και ταυ Λουκά Δα ράκη στην εφημερίδα Ελευθερία, 22 Φεβρουάριου 1945. Αυτή η επιχειρηματολογία, που τεκμηριώνει τη μη αναδρομικότητα των νόμων με όρους ηθικής συνείδησης και των θεμελιωδών αρχών δικαίου των «πολιτισμένων εθνών», κυριάρχησε και στη συγκρότηση των μηχανισμών για τη δίωξη και τιμωρία των εγκληματιών πολέμου μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το έργο που συμπύκνωσε τις σχετικές εξελίξεις και συζητήσεις στο στρατόπεδο των Συμμάχων ήταν εκείνο του Αυστριακού νομικού HansKELSBN,Pare Though Law,6.n.
18. Για πολιτικούς λόγους (τη σύνταξη με το EΑΜ .κατά τη στιγμή έκδοσης αυτού του νόμου), καθώς και για νομικούς, ο .Ν. 3 211 της 31.12. 1943, που αφαιρούσε από τα μέλη των κατοχικών κυβερνήσεων την ελληνική ιθαγένεια, αξιοποιήθηκε μόνο δευτερευόντως και τελικά, περιέπεσε σε αχρηστία. Η απόφαση αυτή βασίστηκε στη λογική της «ηθικής συνείδησης του έθνους», όπως την περιγράφουν οι Φ. Βεγλερής (1903-1999) και Λ. Δαράκης στην Ελευθερία, ό.π, σ. 31. Σύμφωνα με την απόφαση υπ’ αριθ. 10: «Δεδομένου ότι ή έν λόγω Συντακτική Πράξις δύναται να έπιβάλη μή αναστρέψιμες ποινές. τό δικαστήριο λαμβάνει ύπ’ όψιν το γεγονός ότι αύτη ή Συντακτική Πράξις υπόκειται στην κύρωση τής μέλλουσας Συντακτικής Βουλής, ή όποια θα έχει το δικαίωμα νά την τροποποίηση- επιφυλάσσεται. λοιπόν [_) »-για μα κριτική της απόφασης, βλ. Θέμις. άπ. α 21-24 Καθημερνή και Ελεύθερη Ελλάδα 26 Φεβρουάριου 1945.
19. Kαθημερινή, 26 Φεβρουάριου 1945. Ενώ. σύμφωνα με τη Συντακτική Πράξη υπ' αριθ. 6.οι ποινές που επέβαλλε το Ειδικό Δικαστήριο δεν μπορούσαν να αμνηστευτούν (άρθρο 31). το άρθρα 32 προέβλεπε τη δυνατότητα χορήγησης χάριτος εντός δεκαπέντε ημερών από την έκδοση της απόφασης.
20. Στο ίδιο, α 1.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Αυτολογοκριμένη μνήμη - Αντί επιλόγου

Η Μεταπολίτευση θα είναι μια ιστοριογραφική μάχη οπισθοφυλακών της αμιγούς εθνικοφροσύνης. απέναντι στην πλημμυρίδα του ρεύματος που αγκαλιάζει ένα ευρύτατο πολιτικό φάσμα (από τις ποικίλες εκδοχές της παραδοσιακής Αριστερής μέχρι φυσιογνωμίες της ιστορικής Δεξιάς, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος) και διεκδικεί την επίσημη αναγνώριση της εαμικής Αντίστασης.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, η προνομιακή αντιμετώπιση των ταγματασφαλιτών από τη χούντα συνιστά όχι μόνο το ύστατο επιχείρημα που τεκμηριώνει την άδικη μεταχείριση των αντιστασιακών από το κράτος 1, αλλά κι ένα σκάνδαλο που η επίσημη νεοδημοκρατική Πολιτεία με μεγάλες δυσκολίες προσπαθεί να συγκαλύψει.

Χαρακτηριστική γι' αυτό το τελευταίο είναι η απάντηση του μεταπολιτευτικού υπουργού Αμύνης Ευάγγελου Αβέρωφ σε ερώτηση του κεντρώου βουλευτή Στέλιου Παπαθεμελή που ζητούσε την κατάργηση του ΝΔ. 179/69 (31.10.1975).
Αφού πρώτα δήλωσε ότι «προσυπογράφει ολόκληρο» το τμήμα εκείνο της «λαμπράς αγορεύσεως» του βουλευτή που χαρακτήρισε τα Τάγματα Ασφαλείας «κακόφημα σώματα» αποτελούμενα από «ομάδες τυχοδιωκτών και αντικοινωνικών ατόμων», στη συνέχεια έσπευσε να υποστηρίξει πως «δεν υπάρχει νόμος που να αναγνωρίζει τα Τάγματα Ασφαλείας σαν εθνική οργάνωση» και ότι «τυχόν υποβαλλόμεναι αιτήσεις δι ’ αναγνώρισιν υπηρεσίας εις τα Τάγματα Ασφαλείας ως τοιαύτης εθνικής αντιστάσεως απορρίπτονται ως νόμω αβάσιμοι»· διευκρίνισε, πάντως, ότι ο ίδιος δεν είχε καν διαβάσει το Ν.Δ. 179/69 και πως όλες αυτές οι διαβεβαιώσεις προέρχονται από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΘΑ 2. 

Τρία χρόνια αργότερα, απορρίπτοντας για πολλοστή φορά το αίτημα αναγνώρισης του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ο ίδιος υπουργός 0α ισχυριστεί ξανά ότι «τους ταγματασφαλίτες, η ιδική μας η παράταξις τους κατεδίκασε» 3. Όταν, ωστόσο, η αντιπολίτευση καταθέτει κοινή πρόταση για την κατάργηση του επίμαχου διατάγματος, η νεοδημοκρατική πλειοψηφία της Βουλής σπεύδει να υπερασπιστεί το τελευταίο, επικαλούμενη -τι άλλο;- τα πλαστά σύμφωνα Πετριτσίου κλπ, όπως και «τα βάραθρα του Φενεού, την Πηγάδα, του Μελιγαλά, τα διυλιστήρια της Ούλεν, το Περιστέρι και τα απανταχού της Ελλάδος πεδία μαρτυρίου των μυριάδων Ελλήνων πατριωτών, θυμάτων του ΕΑΜ» 4.

Για το ευρύ κοινό, ακόμη κι εκείνο που δεν είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένο με τη δεκαετία του '40 και τις συλλογικότητές της, η λέξη «ταγματασφαλίτης» αποτελεί πλέον βρισιά -και μάλιστα γενικότερης απεύθυνσης, όπως πιστοποιούν κάποια συνθήματα που ακούγονται σε στιγμές διαπαραταξιακής έντασης στο εσωτερικό του φοιτητικού κινήματος 5 ή ακόμη και κείμενα που προέρχονται από πολύ διαφορετικούς (και συνυφασμένους με τη συντηρητική παράταξη) κοινωνικούς χώρους, όπως η Εκκλησία της Ελλάδος 6. 

Πολύ πιο αποκαλυπτική είναι. ωστόσο, η δίωξη του Δ.Σ. των φοιτητών της Αρχιτεκτονικής, την άνοιξη του 1975, ύστερα από μήνυση που υπέβαλε εναντίον των μελών του ο μέχρι πρότινος γυμναστής του ΕΜΠ, Πέτρος Θεοδωρακάκος. Ο τελευταίος είχε καταγγελθεί στον «πίνακα αποχουντοποίησης» της σχολής, όχι μόνο για τις πιστοποιημένες χουντικές του δραστηριότητες, αλλά και για την φημολογούμενη κατοχική του δράση σαν ταγματασφαλίτης στην Πελοπόννησο.

Αυτός ο τελευταίος ισχυρισμός θεωρήθηκε από τον ίδιο τον (ακροδεξιό) μηνυτή σαν «συκοφαντική δυσφήμιση» και «προσπάθεια σπιλώσεως της υπολήψεώς του» και της «πατριωτικής δράσεώς του»· την ίδια αίσθηση είχαν, φυσικά, οι μάρτυρες κατηγορίας που πρότεινε, ενώ εξυπακούεται ότι και η υπεράσπιση θεωρούσε την ιδιότητα του ταγματασφαλίτη ως κάτι το ατιμωτικό 7.

Αποκαλυπτικότατο για το κλίμα των ημερών είναι, τέλος, το στρατευμένο χρονικό της Κατοχής που εξέδωσε το 1982 ο Άδωνις Κύρου, με σκοπό την ενημέρωση «των εθνικώς σκεπτομένων Ελλήνων», έτσι «ώστε να υπάρχη και ο αντίλογος εις την κομμουνιστικήν εκστρατείαν παραποιήσεως της ιστορικής αλήθειας» 8. Εκεί, «τα περιβόητα Τάγματα Ασφαλείας» χαρακτηρίζονται «πιόνια εις το παιγνίδι τον κατακτητού»,«έμμισθοι συνεργάται των Γερμανών» και «πειθήνια όργανα του κατακτητού, εκτελούντα αστυνομικά καθήκοντα εις βάρος του καταδυναστευομένου λαού», οι δε αξιωματικοί και οπλίτες τους «αφελείς» που παρασύρθηκαν από τα «ελληνόφωνα όργανα» των ναζί 9.

Το κλείσιμο του κύκλου σημειώθηκε το καλοκαίρι του 1982, με την ψήφιση του Ν. 1285. Μαζί με την επίσημη αναγνώριση του ΕΑΜ. του ΕΛΑΣ, της Εθνικής Αλληλεγγύης και της ΕΠΟΝ ως οργανώσεων της Εθνικής Αντίστασης, ο ίδιος νόμος κατάργησε τα χουντικά νομοθετικά διατάγματα, βάσει των οποίων η δράση στα Τάγματα Ασφαλείας θεωρούνταν «αντιστασιακή» πράξη 10.
Η τότε αξιωματική αντιπολίτευση (Νέα Δημοκρατία) αποχώρησε -πλην Παναγιώτη Κανελλόπουλου από την αίθουσα, σε ένδειξη διαμαρτυρίας γι' αυτή την «αναμόχλευση παθών» που δίνει «συγχωροχάρτι στο ΚΚΕ» και «διασπά την ενότητα, του Έθνους». Στην αγόρευσή του, όμως, ο πρόεδρός της απέφυγε διακριτικά οποιαδήποτε αναφορά στα καταργούμενα χουντικά νομοθετήματα 11.

Έκτοτε, και για μιάμιση δεκαετία περίπου, η συζήτηση για τα γεγονότα της δεκαετίας του '40 θα στραφεί σε δημιουργικότερες αναζητήσεις, ξεπερνώντας -στην επιστημονική της, τουλάχιστον, εκδοχή- την ανάγκη της οποιοσδήποτε «δικαίωσης».
Ταυτόχρονα, ο κατακλυσμός απομνημονευμάτων από αγωνιστές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (και -δευτερευόντως- άλλων οργανώσεων) θα προσφέρει στους ιστορικούς του μέλλοντος ένα πρωτογενές υλικό μοναδικό, από άποψη όγκου και ποικιλομορφίας, σ’ όλη τη νεοελληνική Ιστορία.

Η μόνη πλευρά που δεν θα εκπροσωπηθεί σχεδόν καθόλου σ’ αυτή τη βιβλιογραφική κοσμογονία είναι εκείνη των ταγματασφαλιτών και των παραφυάδων τους. Η σιωπή τους κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στη θεμελιώδη αντίφαση που περιγράφαμε και νωρίτερα -ανάμεσα στα «εθνικιστικά» φρονήματα των συμμετασχόντων και την πεζή πραγματικότητα της ένοπλης συνεργασίας τους με τον κατακτητή.

Ίσως, πάλι, τα πράγματα να ήταν πολύ πιο απλά: με άλλα λόγια, ο εθνικόφρων λόγος για την Κατοχή να έχασε τα στηρίγματά του στο κράτος, την ανταλλακτική αξία του και ως εκ τούτου τον κύριο λόγο της ύπαρξής του. Ας μην ξεχνάμε πως, αν οι εαμίτες (και τα μέλη των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων) είχαν την αίσθηση ότι «μιλούσαν με την Ιστορία» κι έπαιζαν το κεφάλι τους για να πάρουν μέρος στο «νέο ’21», οι υφιστάμενοι του Βάλτερ Σιμάνα υπεράσπιζαν απλώς την «τάξη» και την «ασφάλεια». Οι οποίες, ως γνωστόν, προϋποθέτουν τη στήριξη της κρατικής εξουσίας και τίποτα περισσότερο.

Θα χρειαστούν οι ανατροπές του 1989 και κυρίως η ανάδυση του ιστοριογραφικού ρεύματος του «μετα-αναθεωρητισμού» (post-revisionism) στη Δύση, για να ξαναρχίσει η όλη συζήτηση από το μηδέν -ή, μάλλον, να επιστρέφει στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Αργά ή γρήγορα, το καινούριο «ρεύμα» δεν μπορούσε παρά να μεταφυτευθεί και στην καθ’ ημάς νοτιοανατολή -με τη συνήθη, μάλιστα, σ’ αυτές τις περιπτώσεις διαφορά φάσης και προχειρότητα 12. Η συζήτηση (ή μάλλον, η ανυπαρξία ουσιαστικής συζήτησης) που προκάλεσε το 1994 η «Ορθοκωστά» ήταν ένα πρώτο δείγμα 13.

Αντίθετα πάντως με τα τεκταινόμενα σε άλλες χώρες, οι εδώ θιασώτες του δεν θα χρειαστεί να καταβάλουν ιδιαίτερη προσπάθεια, ούτε να ψάξουν στα τυφλά: τα διαθέσιμα ιστοριογραφικά υποδείγματα (και κατάλοιπα) είναι άφθονα, και δεν χρειάζονται παρά ένα στοιχειώδες εκσυγχρονιστικό λίφτινγκ για να πουληθούν ολόφρεσκα στην αγορά.
Ολα αυτά, όμως, είναι μια άλλη ιστορία. Η, για να είμαστε πιο ακριβείς, πρόκειται για μια Ιστορία που δεν έχει αρχίσει να γράφεται ακόμη.

Παραπομπές

1. Βλ. λ.χ. τις αγορεύσεις βουλευτών της ΕΚΝΔ. του ΠΑΣΟΚ. του ΚΚΕ, του ΚΚΕ Εσωτερικού και της ΕΔΑ (1977-78) κου περιλαμβάνονται στην έκδοση της Πανελλήνιας Ένωσης Αξιωματικών & Υπαξιωματικών Εθνικής Αντίστασης. Η αλήθεια για την Εθνική Αντίσταση Ι94Ι-1944, χ.τ.έ (-1978). Για την αναπαραγωγή αυτής της επιχειρηματολογίας στα μετριοπαθή ΜΜΕ, βλ. Κώστας Παπαπέτρου. «Γερμανικά Αρχεία ...Επίλογος». Ταχυδρόμος 3.4.19S0. σ.32-4 και Βάσος Μαθιόπουλος. «Οι Τσολιάδες όργανα των γερμανών. Αυτοί είχαν πάρει σύνταξη σαν “αγωνιστές της Αντιστάσεως”». Ταχυδρόμος 15.4.1982. σ.16-9.
2. Πρακτικά Βουλής 31.10.1975. σ.418.
3 Οπ-π., 10.2.1978, σ.1033.
4 Όπ. Π. 25.8.1977. σ. 1179-98. Η συγκεκριμένη διατύπωση ανήκει στον πρώην ΕΔΕΣίτη) βουλευτή Λευκάδας της ΝΔ Κων/νο Σερεπήσιο (σ. 1182)· Η πρόταση που απορρίφτηκε υπογραφόταν από βουλευτές της ΕΚΝΔ (I. Σεγιάκης. Κ. Μπαντουβάς. Β. Πενιάρης. Κ. Αλαβάνος), του ΠΑΣΟΚ (I. Χαραλαμπόπουλος), του ΚΚΕ (Κ. Κάππος) και του ΚΚΕ Εσωτερικού (Λ. Κύρκος).
5 Όταν πχ. το φθινόπωρο του 1979 η ΚΝΕ επιχειρεί να καταστείλει δια τις βίας τις εκδηλώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστερός και του αντιεξουσιαστικού χώρου, οι τελευταίοι θα απαντήσουν στην «εσωτερική αστυνομία του κινήματος» με το σύνθημα «Κνίτες-Χίτες- Ταγματασφαλίτες» (Αυτόνομη Πρωτοβουλία Πολιτών. Αυτοί οι αγώνες συνεχίζονται- Δεν εξαγοράζονται, Δεν δικαιώθηκαν. (10χρόνια ντοκουμέντα, Αθήνα Ι983, σ. 167). Γενικά, όπως θυμάται ο γραφών από τα φοιτητικά του χρόνια, το σύνθημα αυτό θεωρούνταν απ’ όλες τις πλευρές ως το κατεξοχήν υβριστικό. Μέχρι κάποια στιγμή, τουλάχιστον: όταν στις 7.5.1992, στη διάρκεια του 16ου Πανσπουδαστικού Συνεδρίου, «ρίχτηκε» σε παραλλαγμένη μορφή, με στόχο αυτή τη φορά τη φοιτητική παράταξη της ΟΝΝΕΔ («Δαπίτες-Χίτες -Ταγματασφαλίτες»), η «εξέδρα» της τελευταίας δεν δίστασε να το υιοθετήσει, ιδιοποιούμενη έτσι την ταυτότητα της «μαχητικής εθνικοφροσύνης» που της απέδιδαν -ως μομφή- οι αντίπαλοί της.
6  Χαρακτηριστική η πρόσφατα δημοσιευμένη επιστολή του αρχιμανδρίτη Ιάκωβου Γιοσάκη και άλλων 5 κληρικών προς τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο (27.8.98), όπου ο όρος «ταγματασφαλίτης» χρησιμοποιείται ως αρνητικός χαρακτηρισμός, ταυτόσημος των λέξεων «δράκουλας», «αιμοδιψής», «ιεροεξεταστής», «Αττίλας», «σκληρός αντιδραστικός» και άνθρωπος «με αιμοβόρα ένστικτα» {Απογευματινή, 1.3.2005).
7. Επιστολή του Θεοδωρακάκου προς τον πρύτανη του EMΠ (18-2.75) και μηνυτήρια αναφορά του κατά των μελών του ΔΣ (3.3.75)· επιστολή του ίδιου προς τον δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλο (7.10.72)· απόσπασμα  ΦΕΚ (1974) με την πράξη της απόλυσης του- απολογητικό υπόμνημα των μελών του Δ.Σ. (22.4.75) μαρτυρικές καταθέσεις των Ιω. Μπεζαντέ (20.3.75), Γρ. Βουτεράκου (27.3.75), Κ. Σαξώνη (18.3.75), Π. Πατσιλινάκου (18.3.75) Ν. Βουτεράκου (20.3.75) Σ. Αγγελίδη (24.5.75), X. Μπούρα (23.5.75), Φ. Προβατά (10.5.75). Αιμ. Κορωναίου (26.5.75). Μ. Ντεντιδάκη (23.5.75). Κ. Μακρή (23.5.75). Στ. Μαυρομμάτη (10.5.75) και Μ.. Βακολοπούλου (26.5.75). Οι δυο τελευταίοι, φοιτητές του ΕΜΠ επί Κατοχής, κατέθεσαν ότι ο Θεοδωρακάκος κινούνταν εκείνη την εποχή στο χώρο των συνεργαζόμενων με τα Τάγματα Ασφαλείας μελών της «Χ».
8 Χρονικόν 1940-1944 Νύκτα συμφοράς, Αθήναι 1982, εισαγωγικό σημείωμα.
9 Οπ.π., σ.246-8
10 ΦΕΚ 1982/Α/115, Ν. 1285 της 20.9.82, άρθρα 9 (για την αναγνώριση) & 13 (για την κατάργηση).
11. Πρακτικά Βουλής 17.8.1982, σ.636-40.
12 Για την επίσημη εμφάνιση (ακριβέστερα: διακήρυξη προθέσεων) αυτού του ιστοριογραφικού «ρεύματος» στη χώρα μας. βλ. Στάθης Καλύβας & Νίκος Μαραντζίδης «Νέες τάσεις στη μελέτη του εμφυλίου πολέμου». Τα Νέα 20.3.2004· για την σχεδόν ταυτόχρονη αυτοπαρουσίασή του στο διεθνές αγγλοσαξονικό (και αγλλόφωνο) κοινό: Nikos Manuttzidis & Giorgos Antoniou. «Τίκ Axis Occupation and Civil War: changing ircnds in Greek historiography. 1941-2002», Journal of Peart Research, 4112 (2004). σ.223-31. Βλ. επίσης Ιός της Κυριακής. «Η νέα δεξιά ιστοριογραφία. Οι ταγματασφαλίτες δικαιώνονται» και «Εκσυγχρονισμένα κονσερβοκούτια Η νέα 'σοβιετολογία’ για την Κατοχή και την Αντίσταση», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 26.10.2003 & 5.12.2004, αντίστοιχα.
13. Θανάσης Βαληνός, Ορθοκωστά, Αθήνα 1994, Για μια έξοχη κριτική του βιβλίου, του αποτελεί όμως σαφώς την εξαίρεση: Κώστας Βούλγαρης. Η παρτίδα. Ένα παιχνίδι λογοτεχνίας και ιστορίας. Αθήνα 2001.

ΤΕΛΟΣ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
{[['']]}

Αυτολογοκρημένη μνήμη - Αναγνώριση στα μουλωχτά των Ταγματασφαλιτών

Το πραξικόπημα της 21ης  Απριλίου 1967 θα αποτελέσει μια καθοριστική τομή, όσον αφορά την κρατική διαχείριση της μνήμης του ένοπλου δωσιλογισμού. Το αίτημα για επίσημη αναγνώριση της «αντιστασιακής» συνεισφοράς των ταγματασφαλιτών που διατυπώθηκε στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, γίνεται πλέον νόμος του κράτους.

Η διατύπωση της καινούριας γραμμής θα γίνει από τον ίδιο τον Παπαδόπουλο, κατά την ομιλία του στα Γιάννενα με την ευκαιρία της 26ης επετείου από την έναρξη του αντάρτικου του Ζερβά (28.7.1968). Επισήμως, ο πρωθυπουργός της χούντας ήταν προσκεκλημένος της Πανελληνίου Ενώσεως Συνδέσμων Εθνικής Αντιστάσεως ΕΟΕ Α-ΕΔΕΣ, ο πρόεδρος της οποίας (και υπαρχηγός του Ζέρβα), Αλέξανδρος Παπαδόπουλος, θα τον ανακηρύξει δημόσια «επίτιμον Γενικόν Αρχηγόν των Ομάδων Εθνικής Αντιστάσεως» 1. 

Η ομιλία του, με την οποία εξισώθηκαν όλες οι εκδοχές «του διμέτωπου αγώνος εναντίον των κατακτητών και εναντίον τον ερυθρού φασισμού», αναφερόταν έτσι τυπικά στον ΕΔΕΣ και τις ομοειδείς οργανώσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, το νόημα της όλης τελετής αφορούσε λιγότερο τους εθνικόφρονες αντιστασιακούς και περισσότερο τους ακατονόμαστους «άλλους»:

«Ο ερυθρός και μαύρος φασισμός είχον αποφασίσει να εξαφανίσουν από του προσώπου της υδρογείου την μεγάλην Ελλάδα. Ήτο απαραίτητον δια να επιτύχουν τα σχέδιά των. Και δεν υπήρχεν ωργανωμένον κράτος. Δεν υπήρχαν ένοπλες δυνάμεις,  ως όργανον εθνικής ασφαλείας. Δεν υπήρχε τίποτε εκτός από την ελληνικήν ψυχήν. (...) Και σήμερον, χάριν εις την εθνικήν αντίστασιν, είμεθα πράγματι ελεύθεροι. Επιτρέψατε μου την στιγμήν ταύτην, ως Εθνική Κυβέρνησις, να άρω μίαν αμαύρωσιν αστό το ένδοξον και φωτεινόν παράδειγμα, το οποίον αποτελέσατε, ως αγωνισταί της Εθνικής Αντιστάσεως [...) Και η άρσις της αμαυρώσεως θα είναι να μετονομάσω εκ των υστέρων τα Σώματα της Εθνικής Αντιστάσεως εις Σώματα τακτικού στρατού, για όλα τα νόμιμα επακόλουθα» 2.

Η θεσμική υλοποίηση αυτής της εξίσωσης θα έρθει τον Απρίλιο του 1969, με τη θέσπιση του Ν.Δ. 179 «περί Εθνικής Αντιστάσεως». Ως τέτοια, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του διατάγματος, αναγνωρίστηκε μεταξύ άλλων κάθε «αγών διεξαχθείς επί εδαφών τελούντων υπό εχθρικήν κατοχήν» το 1941 -44 «και αποσκοπών εις την απελευθέρωσιν τούτων και την αποκατάστασιν του Ελληνικού Κράτους». Το κρίσιμο σημείο ήταν ωστόσο ο νομικός προσδιορισμός του εχθρού, εναντίον του οποίου διεξήχθη η εν λόγω αντίσταση: «Εν τη έννοια εχθρός περιλαμβάνονται εν προκειμένω και εν -γένει Οργανώσεις αντεθνικώς δράσασαι και αποσκοπούσαι εις την επιβολήν εν τη Χώρα καθεστώτος διαφόρου του νομίμου τοιούτου [sic] ή και την υποδούλωσιν και προσάρτησιν εδαφών εις ομόρους Χώρας» με άλλα λόγια το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, σύμφωνα με την επίσημη πολιτική και νομική ορολογία της εποχής 3.

Εκτός από τις συνήθεις ηθικές αμοιβές ή την αναγνώριση ως συντάξιμων των χρόνων της «αντίστασης», το ίδιο κείμενο θέσπισε μια σειρά πρόσθετα υλικά «ευεργετήματα», όπως η προτίμηση των αναγνωρισμένων «αντιστασιακών» κατά τις προαγορές των δημοσίων υπαλλήλων, τη διανομή αγροτικού κλήρου, τη χορήγηση στεγαστικού δανείου, την εισαγωγή των παιδιών τους σε οποιεσδήποτε σχολές ή την πρόσληψή τους στις δημόσιες υπηρεσίες. 4.
Το 1971, το αρχικό διάταγμα θα συμπληρωθεί μ' άλλο ένα, που επεκτείνει τα εν λόγω προνόμια στους «διωχθέντες» από το ΕΑΜ στενούς συγγενείς των εν λόγο «αντιστασιακών» 5.

Η «φωτογράφηση» των Ταγμάτων Ασφαλείας και των άλλων ένοπλων δωσιλογικών σχηματισμών από τις παραπάνω διατάξεις ήταν κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο. «Μόλις εξεδόθη ο χουντικός νόμος», θα επισημάνει το 1975 με επιστολή του στην «Ελευθεροτυπία» ο επίτιμος αντιεισαγγελέας εφετών (και οπλαρχηγός της ΕΟΚ Σέλινου κατά την Κατοχή 6) Γ. Ξενάκης, «όλοι οι Ταγματασφαλίτες υπέβαλαν δικαιολογητικά και η προδοτική υπηρεσία όσων ήταν τότε υπάλληλοι, στρατιωτικοί κλπ  προσμετρήθηκε στην υπόλοιπη σύνταξη που έχουν» -προνόμιο το οποίο δεν ίσχυε, ούτε καν για εκείνα τα μέλη δεξιών αντιστασιακών οργανώσεων που είχαν αναγνωριστεί νωρίτερα με τον Ν. 971 του 1949 7

Ενα μικρό δείγμα αυτής της γραφειοκρατικής διαδικασίας παίρνουμε από μια τέτοια τυπική βεβαίωση του φυλάσσεται στα αρχεία της ΔΙΣ. Σε αυτήν, ο απόστρατος ταξίαρχος Παναγιώτης Δεμέστιχας. πάλαι ποτέ διοικητής του Τάγματος Ασφαλείας Σπάρτης, «βέβαιοί εν γνώσει των συνεπειών του νόμου» ότι ο υποστράτηγος -πλέον- Ιωάννης Τσιόμπος είχε υπηρετήσει στη μονάδα του μεταξύ 1.9.43 και 30.10.44, παρέμεινε δε στη συνέχεια «υπό την προστασίαν των Αγγλων εις το στρατόπεδον Γουδί» μέχρι και την συμφωνία της Βάρκιζας. Κατά τη διάρκεια αυτής του της θητείας δε, «έλαβε μέρος εις όλας τας εκκαθαριστικός επιχειρήσεις του Τάγματος ως και μάχας εις την περιοχήν ολοκλήρου της Λακωνίας και επεδείξατο θάρρος, τόλμην και ηρωισμόν», ενώ «η διαγωγή του εν γένει υπήρξε εξαίρετος» 8.

Ακόμη κι αυτή η πρωτόγνωρη θεσμική «τακτοποίηση» των ταγματασφαλιτών είχε, ωστόσο, τα όριά της. Η αναγνώριση της «αντιστασιακής» δράσης των Ταγμάτων έγινε έμμεσα και σχεδόν στα μουλωχτά, μέσω της ερμηνείας μιας «φωτογραφικής» διάταξης.
Η απροθυμία της χούντας να προχωρήσει πέρα απ’ αυτό το σημείο δεν μπορεί να ερμηνευτεί παρά μόνο με βάση την πραγματική εικόνα των ένοπλων συνεργατών των SS στην εγχώρια και τη διεθνή κοινή γνώμη: μια πιο πανηγυρική αποκατάσταση είναι προφανές ότι θα προκαλούσε ανήκεστο βλάβη στην (όποια) δημόσια εικόνα της Ελλάδος των Ελλήνων Χριστιανών.
Ενδεικτική είναι λόγου χάρη η δυσφορία που εξέφρασε δημόσια ο Κρις Γουντχάουζ γι’ αυτή την εξέλιξη 9, ενώ αποκαλυπτικές της όλης «αυτοσυγκράτησης» μπορούν να θεωρηθούν τρεις καθοριστικές «λεπτομέρειες».

Η πρώτη αφορά τη σιωπή που καλύπτει την επίσημη βιογραφία του ίδιου του Παπαδόπουλου, σχετικά με την κατοχική δραστηριότητα του. Υμνητικά βιβλία ξένων δημοσιογράφων, που κυκλοφόρησαν την πρώτη διετία μετά το πραξικόπημα, ισχυρίζονται ότι υπήρξε μέλος της «X» 10.

Τον Μάιο το; 1969. η παρισινή Le Monde Diplomatique αποκάλυψε, αντίθετα, ότι ο επικεφαλής της χούντας «κατά τη διάρκεια της κατοχής υπηρέτησε υπό τον λοχαγό [sic] Κουρκουλάκο. διοικητή ενός τάγματος εξοπλισμένου από τους Γερμανούς» 11, πληροφορία που επιβεβαιώθηκε αργότερα και από ανώνυμους συνεργάτες του Γρίβα που μίλησαν στον απεσταλμένο του λονδρέζικου Observer Τσάρλς Φόλεΐ. Ο τελευταίος δημοσιοποίησε επίσης συζήτησή του με στέλεχος της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα, σύμφωνα με την οποία το ανομολόγητο κατοχικό παρελθόν του Παπαδόπουλου αποτελούσε ένα από τα ισχυρότερα «χαρτιά» της Ουάσιγκτον απέναντι στο καθεστώς 12. την ίδια πληροφορία επανέλαβε επίσης -παραπέμποντας σε διαφορετικές πηγές- και ο Τζακ Αντερσον της New York Post 13.

Το σίγουρο είναι, πάντως, ότι ο ίδιος ο δικτάτορας έκανε τα πάντα για να κρατήσει αυτή την περίοδο της ζωής του μακριά από κάθε συζήτηση. «Η καριέρα του Παπαδόπουλου είναι εσκεμμένα σκεπασμένη με σκοτάδι. Τι έκανε στη διάρκεια της αντίστασης είναι άγνωστο», παρατηρεί εν έτει 1971 ένας αμερικανός υμνητής της χούντας -εκτιμώντας, παρόλα αυτά, ότι «από τη μεταγενέστερη καριέρα του  θα πρέπει να υποθέσουμε ότι είχε κάπως αναμιχθεί με συγκέντρωση πληροφοριών ενάντια στην κατοχική εξουσία»14.

Λιγότερο αφελής, ένας (εξίσου φιλοχουντικός) Βρετανός συνάδελφός του θα ανακυκλώσει κι αυτός τη φημολογία που θέλει τον αρχιπραξικοπηματία μέλος «κάποιας αντιστασιακής οργάνωσης», εξηγεί όμως ότι κάθε προσπάθεια του να συγκεντρώσει συγκεκριμένες πληροφορίες αντιμετωπίστηκε με ανοιχτή εχθρότητα από τις υπηρεσίες της χούντας 15.

Αξίζει να σημειωθεί πως, την ίδια εποχή, ουκ ολίγα στελέχη του καθεστώτος (όπως ο Παττακός, ο Μακαρέζος. ο Μπράβος ή ο Σκαρμαλιωράκης) δεν είχαν το παραμικρό πρόβλημα να αναλύσουν στον ίδιο δημοσιογράφο τα -πραγματικά ή φανταστικά- κατοχικά τους κατορθώματα στον «Όμηρο», το 5/42 ή τη Μέση Ανατολή 16.

Κάποιες συνοπτικές βιογραφίες του αρχιπραξικοπηματία, που κυκλοφόρησαν στην Αθήνα μετά τη Μεταπολίτευση, θα επιχειρήσουν να καλύψουν κάπως το κενό 17.
Σύμφωνα με αυτές, ο Παπαδόπουλος υπήρξε όντως το δεξί χέρι του Κουρκουλάκου επί Κατοχής (ευμένεια που ανταπέδωσε άλλωστε το 1969, διορίζοντας τον -εσχατόγηρο πλέον- ταγματασφαλίτη στη θέση του διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας). Αρχικά τοποθετήθηκε: στο «επισιτιστικό γραφείο» της Πάτρας, ενώ αναφέρεται ότι «δούλεψε» και στο ανακριτικό κέντρο του ευζωνικού συντάγματος. Παραμένει όμως αμφίβολο αν φόρεσε επίσημα τη στολή του «τσολιά», αν και ο στρατηγός Σπαής θα καταθέσει το 1974 στη δίκη της «Χριστιανικής» ότι τόσο ο ίδιος ο δικτάτορας όσο και ο αδερφός του είχαν υπηρετήσει στο Τάγμα Ασφαλείας Πατρών 18. Αρκετά ασαφείς παραμένουν επίσης οι κινήσεις του στην κρίσιμη φάση των ημερών της Απελευθέρωσης.

Το βέβαιο είναι ότι δεν ακολούθησε τους υπόλοιπους ταγματασφαλίτες στον Άραξο και τη Ν. Ιταλία 19, ενώ τα Δεκεμβριανά τον βρίσκουν να υπηρετεί στην Αθήνα ως υπασπιστής του στρατηγού Κατσώτα 20.
Η ασάφεια αυτή δεν θα διαλυθεί ούτε με την πτώση της χούντας αλλά ούτε και με το θάνατο του Παπαδόπουλου, δυόμισι δεκαετίες αργότερα.

Απολογητές της χούντας όπως ο Τάκης Θεοδωρακόπουλος θα αποφύγουν πολύ φυσικά οποιαδήποτε σχετική αναφορά 21, αλλά το ίδιο κάνει και ο αποστασιοποιημένους Γουντχάουζ -ο οποίος, αντίθετα, επικεντρώνει την έρευνα του στο κατά πόσον οι πρωτεργάτες του πραξικοπήματος υπήρξαν ή όχι ενεργούμενα της CIA 22. Οσο για το μεταθανάτιο βιογραφικό του δικτάτορα που αναμεταδόθηκε από το ΑΠΕ, αυτό αναφέρει απλώς ότι «στην κατοχή συμμετείχε σε ένοπλες ομάδες που έδρασαν στη δυτική Πελοπόννησο, κυρίως εναντίον του ΕΑΜ» 23.

Η σιβυλλική αυτή διατύπωση ερμηνεύθηκε ποικιλότροπα από τις αθηναϊκές εφημερίδες της επομένης: δυο έκαναν λόγο για τα Τάγματα Ασφαλείας 24, οι περισσότερες αναπαρήγαγαν μηχανικά το τηλεγράφημα του ΑΠΕ, τέσσερις απέφυγαν οποιαδήποτε σχετική αναφορά 25, ενώ ο Αλέξης Παπαχελάς έγραψε ότι «πολέμησε στη διάρκεια της κατοχής στη φασιστική οργάνωση X» 26. Υπήρξε, τέλος, μια εφημερίδα που θέλησε τον πρώην δικτάτορα να υπηρετεί ως υπολοχαγός «στις ένοπλες ομάδες τον ΕΑΜ» (και μάλιστα στην πρωτοπορία τους: από το 1942 ώς τον Ιανουάριο του 1945 27)!

Ενδιαφέρουσα είναι εδώ η σύγκριση με την ανάλογη αντιμετώπιση ενός άλλου πρωτοκλασάτου στελέχους της χούντας -του συνιδρυτή της ΕΕΝΑ, υπουργού Βορείου Ελλάδος (5.5.67-20.6.68) κι εν συνεχεία Β' αντιπροέδρου της κυβερνήσεως (20.6.68-30.6.70), στρατηγού Δημητρίου Πατίλη. Το επίσημο βιογραφικό που εκδόθηκε μετά το θάνατο του τελευταίου, απέφυγε προσεκτικά οποιαδήποτε αναφορά στο γεγονός ότι υπήρξε σημαίνον στέλεχος του Τάγματος Ασφαλείας Ναύπακτου 28, περιοριζόμενο σε μια λακωνική δήλωση ότι ο εκλιπών «μετέσχεν εις τον πόλεμον τον 1940-41 και ακολούθως εις την Εθνικήν Αντίστασιν» 29.

Εξίσου συνθηματικός ήταν άλλωστε επ’ αυτού και ο ίδιος ο Παπαδόπουλος, στον επικήδειο που εκφώνησε για το νεκρό «συμμαχητήν και φίλο» του: «Αφότου επέλεξες την τιμημένην στολήν του έλληνος αξιωματικού, ηγωνίσθης -όπου ετάχθης και όπου έταξες τον εαυτόν σου με σεμνήν ευψυχίαν πραγματικού ήρωος. Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, η Εθνική Αντίστασις, ο αγών κατά της μακροχρονίου κομμουνιστικής επιθέσεως, σε είδαν όρθιον επί των επάλξεων» 30.
Καλύτερη επιβεβαίωση του ότι, ακόμη και στο απόγειο της χούντας, ορισμένα πράγματα δεν μπορούσαν να ειπωθούν δημόσια με το όνομά τους, δεν θα μπορούσε να βρεθεί.

Το δεύτερο παράδειγμα αφορά τη διαχείριση της εθνικόφρονος μνήμης στη Βόρεια Ελλάδα. Ξεφυλλίζοντας τα τεύχη της «Μακεδονικής Ζωής» του περιοδικού που εκδόθηκε το 1967, με υπόδειγμα τη γιουγκοσλαβική «Makedonia», ως ημιεπίσημο όργανο προπαγάνδας στους κόλπους της μακεδονικής διασποράς 31 διαπιστώνει κανείς μια προσεκτική αποφυγή κάθε αναφοράς στις μονάδες του ΕΕΣ και των άλλων «εθνικοφρόνων» δοσιλογικών σχηματισμών, ακόμη και υπό την ιδιότητά τους ως θυμάτων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Ελάχιστη σημασία δίνεται λ.χ. στα επίσημα αποκαλυπτήρια του μνημείου των πεσόντων της μάχης του Κιλκίς (3.12.1968) 32 ενώ υπάρχει μια και μοναδική αναφορά στα μνημόσυνα του Βαθύλακκου, με τη δημοσίευση σχετικής ομιλίας του γενικού γραμματέα του Υ.Β.Π., Νίκου Γκαντώνα.
Ακόμη και σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση, όμως, το κείμενο αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά στον ΕΕΣ και σταματά την εξιστόρηση στις αρχικές διαμάχες του ΕΛΑΣ με την ΠΑΟ 33.
Περιττό να πούμε, φυσικά, ότι σχεδόν κάθε τεύχος του περιοδικού περιλαμβάνει πολυσέλιδα αφιερώματα στα θύματα και τους «ήρωες» του καθεαυτό Εμφυλίου...

Το αποκορύφωμα της επίσημης αυτολογοκρισίας και διαστροφής συνιστά, ωστόσο, η μορφή που πήρε επί χούντας ο εορτασμός του μεγάλου μπλόκου της Κοκκινιάς. Πριν από το πραξικόπημα, η επέτειος του μπλόκου αποτελούσε αντικείμενο ανεπίσημων μνημόσυνων της Αριστεράς (και καταγγελιών της δεξιάς) 34, ώσπου το 1964 η δημοτική αρχή οργάνωσε η ίδια τις οκταήμερες εκδηλώσεις για τα εικοσάχρονα της σφαγής 35.

Η άνοδος στην εξουσία της χούντας θα αλλάξει ριζικά αυτό το σκηνικό.
Τον Αύγουστο του 1967, το μνημόσυνο θα οργανωθεί από τη Στρατιωτική Διοίκηση Πειραιώς και θα έχει καθαρά αντικομμουνιστικό χαρακτήρα: ο επίσημος ομιλητής, καθηγητής (και συνεργάτης της τοπικής δεξιάς εφημερίδας) Ανδρέας Κακλαμάνος, θα περάσει στα γρήγορα από την μεγαλόστομη καταγγελία των κατακτητών στην ουσιαστική δικαιολόγησή τους: «κύριος αποκλειστικός στόχος» του μπλόκου, εξηγεί, ήταν η «επισήμανσις και εξόντωσις των εκτελεστών δολοφόνων της ΟΠΛΑ, οι οποίοι είχαν επιβάλει την στυγνή τους τρομοκρατία σ ’ ολόκληρη την περιοχή, εξοντώνοντας αδίστακτα και ξεκληρίζοντας ολόκληρες οικογένειες, κάθε αντιφρονούντα συμπολίτη ή επισκέπτη, κάθε τίμιο πατριώτη και αγωνιστή που δεν εννοούσε να μπη στο ζυγό του Κομμουνιστικού Κόμματος». 

Θα νόμιζε κανείς πως επρόκειτο για μνημόσυνο των τσολιάδων, αν δεν υπήρχε και η συνέχεια: σύμφωνα με μη προσδιοριζόμενα «στοιχεία που η νεώτερη έρευνα συγκέντρωσε και εξακρίβωσε πάνω στο θέμα αυτό», οι συλλήψεις κι εκτελέσεις του 1944 οφείλονταν στη δολιότητα του ΚΚΕ, που έβαλε κουκουλοφόρους οπαδούς του να υποδείξουν στους Γερμανούς κάποιους αγνούς εθνικιστές σαν δήθεν ελασίτες! Εννοείται ότι οι ταγματασφαλίτες δεν θα αναφερθούν, σ'  όλην αυτή την εξιστόρηση, ούτε γι’ αστείο 36

Μερικούς μήνες αργότερα, δήμαρχος Νίκαιας θα διοριστεί ο ταγματάρχης ε.α. Νικόλαος Πλυντζανόπουλος, ανιψιός του διοικητή των ευζωνικών ταγμάτων και αρχιτέκτονα του μπλόκου 37. Η λεπτομέρεια αυτή δεν θα τροποποιήσει καθόλου το επίσημο πρόγραμμα του γιορτασμού, θα τονίσει όμως ακόμη περισσότερο τα γκροτέσκα χαρακτηριστικά της επίσημης αφήγησης.

Στις 17 Αυγούστου 1968 γίνονται τα αποκαλυπτήρια μιας καινούριας αναμνηστικής πλάκας στην ιστορική μάντρα, η οποία διακηρύσσει τα παρακάτω: «Προδόται και μασκοφόροι κομμουνισταί εαμίται, ελασίται παρέδωσαν εις τους βαρβάρους κατακτητάς την Ι7ην Αυγούστου 1944 αγνούς πατριώτας αγωνιστάς της Εθνικής Αντιστάσεως, τέκνα ηρωικά της Νίκαιας, οι οποίοι και εξετελέσθησαν εις τον χώρον τούτον» 38.
Ο δε δήμαρχος, θα επαναλάβει μεν στην ομιλία του αυτό το περίεργο ερμηνευτικό σχήμα που είδαμε και παραπάνω, αποφεύγοντας πάντοτε κάθε αναφορά στα Τάγματα Ασφαλείας. Την έμφαση ωστόσο θα τη δώσει στο σωστό σημείο: την ανάγκη καταπολέμησης της «κόκκινης τρομοκρατίας», η οποία το καλοκαίρι του 1944 «είχε εξαπλωθεί παντού» απειλώντας με αποκεφαλισμό «την αντικομμουνιστικήν και εθνικόφρονα παράταξιν».

Το απότομο πέρασμα από τον διατεταγμένο θρήνο για τους πεσόντες σε μια άτυπη απολογία των σφαγέων, αποτυπώνει εδώ με το σαφέστερο δυνατό τρόπο τον «αναμορφωτικό» ρόλο αυτών των τελετών (οι οποίες -ας μην το ξεχνάμε-πραγματοποιούνται σ' ένα «κάστρο» του στρατιωτικά ηττημένου εσωτερικού εχθρού 39 και σε μικρή σχετικά χρονική απόσταση από τα ίδια τα γεγονότα):

«Είκοσι τέσσερα χρόνια πέρασαν από τα χαράματα εκείνα, που η βαρειά μπότα των Ούννων και βαρβάρων ναζί ηχούσε στους δρόμους της μαρτυρικής Νίκαιας. Εικοσιτέσσερα χρόνια απ' το καυτερό εκείνο πρωινό του Αύγουστου, που στον χώρο τούτο ξετυλίχτηκε ένα δράμα με πρωταγωνιστής βαρβάρους κατακτητάς της Ελληνικής γης, με μασκοφόρους προδότας κομμουνιστάς και αθώους εθνικόφρονας πολίτας της Νίκαιας.

Αλλά καθήκον ιερόν προς την μνήμην εκείνων που έπεσαν προδομένοι από τα βόλια του κατακτητού, επιβάλλει την εξιστόρησιν των γεγονότων εκείνων και της πραγματικής των αλήθειας από ευρεθέντα επίσημα στοιχεία, δια να πληροφορηθούν οι επιζήσαντες, συγγενείς, φίλοι των ηρωικών μας νεκρών, αλλά και όλοι οι Έλληνες και όλη η ανθρωπότης, χάριν της ιστορικής αλήθειας, υπό ποιας συνθήκας εξελίχθησαν τα αιματηρά εκείνα γεγονότα, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα να ρίψουν εις το πένθος υπερεκατόν οικογένειας συμπολιτών μας.
Την εποχήν εκείνην, ολόκληρον την περιοχήν Αθηνών, Πειραιώς και συνοικιακών πόλεων ετρομοκράτει το ΚΚΕ, το οποίον είχε υπό τον απόλυτον έλεγχόν του την δολοφονικήν οργάνωσιν ΟΠΛΑ.

Σκοπίμως και με δόλια σχέδια, τα οποία αργότερον ήλθον εις το φως, η ΟΠΛΑ επροκάλει διαφόρους δολοφονίας Εθνικοφρόνων πολιτών, οι οποίοι δεν ήθελαν να εμπλακούν εις τα δίκτυα αυτής της εθνοπροδοτικής σπείρας [...]. Επεδίωκον δια παντός τρόπου την πραγματοποίησιν των αιματηρών μπλόκων, διότι τούτο εξυπηρετεί τα καταχθόνια και αντεθνικά σχέδιά των.

Πράγματι, τα στρατεύματα κατοχής, δια να θέσουν τέρμα εις την κατάστασιν αυτήν και δια να εξαλείψουν τους τρομοκράτας της ΟΠΛΑ, την πρωίαν της Ι7ης Αυγούστου 1944 ττεριεκύκλωσαν την πόλη της Νίκαιας εξ όλων των σημείων και υπό την απειλήν των όπλων συνεκέντρωσαν τον άρενα πληθυσμόν της πόλεως, από ηλικίας 14 ετών και άνω, εις τον χώρον αυτή της πλατείας …». 40

Οπως ήταν αναμενόμενο, η συνεχιζόμενη αυτή εκδοχή αυτολογοκρισίας δεν ήταν δυνατό να ικανοποιήσει όσους είχαν δώσει τη μάχη της αναγνώρισης των Ταγμάτων δημόσια -και σε καιρούς λιγότερο ευνοϊκούς για ένα τέτοιο εγχείρημα. Ο επίλογος των απομνημονευμάτων του Σταυρογιαννόπουλου που παραθέσαμε στην αρχή του βιβλίου, δημοσιευμένος λίγο πριν από την κατάρρευση της χούντας, αποτελεί την ακραία (και, ως εκ τούτου, σαφέστερα διατυπωμένη) εκδοχή αυτής της δυσφορίας.

Από την άλλη, οι καιροί ήταν κάτι περισσότερο από ευνοϊκοί για την αμείλικτη καταστολή κάθε διαφωνίας με την Επιβράβευση των ταγματασφαλιτών.

Οταν το Μάιο του 1973 η εφημερίδα «Χριστιανική» δημοσίευσε άρθρο του εισαγγελέα Ξενάκη, όπου ο πρώην οπλαρχηγός της χανιώτικης ΕΟΚ. κατάγγειλε με επιχειρήματα την αναγόρευση των δωσίλογων σε αντιστασιακούς· 41, ο δικηγόρος Νίκος Αναγνωστόπουλος -πρώην ταγματασφαλίτης και στρατοδίκης του Εμφυλίου- άσκησε εναντίον της εφημερίδας και του συντάκτη της μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση. Ο αρμόδιος εισαγγελέας παρέπεμψε τους μηνυόμενους «δι’ απευθείας κλήσεως» στο ακροατήριο, χωρίς δικαίωμα απολογίας ή προσφυγής σε συμβούλιο 42.

Από ευτυχή συγκυρία, ωστόσο, μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης είχε επέλθει η Μεταπολίτευση, με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική αντιστροφή του κλίματος.
Αντιλαμβανόμενος ότι πήγαινε για μαλλί αλλά βγαίνει κουρεμένος, ο Αναγνωστόπουλος αρχικά φυγοδίκησε και στη συνέχεια πρότεινε να αποσύρει τη μήνυση, αρκεί οι κατηγορούμενοι να δηλώσουν ότι δεν ήθελαν να τον βλάψουν προσωπικά.
Οι ελιγμοί του όμως έπεσαν στο κενό. Την 1η Νοεμβρίου 1974. το Τριμελές Πλημμελειοδικείο αθώωσε πανηγυρικά τους κατηγορούμενους, ενώ η ακροαματική διαδικασία μετατράπηκε σε ανοιχτή καταγγελία, τόσο της δράσης των Ταγμάτων Ασφαλείας όσο και της αποκατάστασής τους από τη χούντα 43.

Παραπομπές

1. «Το 'Εθνος εκτίμησε την Αντίστασιν». Ελεύθερος Κόσμος 30.7.1968· βλ. επίσης την προκήρυξη της ΠΕΣΕΑ ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ και το κύριο άρθρο του Ιωάννη Αθανασούλια με τίτλο «Αναπλήρωτον χρέος» {Ελεύθερος Κόσμος 27 & 28.7.1968. αντίστοιχα).
2. Γεώργιος Παπαδόπουλος, Το Πιστεύω μας, τ. Β', Αθήναι 1968. σ. 176-7.
3. ΦΕΚ. Ι969/Ά/73, Ν.Δ. 179 της 25.4.1969, άρθρο 1(3. Μια άλλη κατηγορία πολιτών της οποίας αναγνωρίστηκε η «αντιστασιακή» ιδιότητα, ήταν τα μέλη παρακρατικών συμμοριών του Εμφυλίου που είχαν συγκροτηθεί «τη εγγράφω ή σιωπηρά έγκρισει ή εντολή των οικείων Στρατιωτικών ή Αστυνομικών Αρχών» (άρθρο 2.1γ). Για τη χρήση του παραπάνω ορισμού ως νομική περιγραφή του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, βλ. το βούλευμα 280/51 του Συμβουλίου Εφετών  Θες/νικης {Αρμενόπουλος 1951. σ.487-91).
4. ΦΕΚ I969/A73. Ν.Δ. 179 της 25.4.1969. άρθρο 16.
5. ΦΕΚ Ι971/Α/147, Ν.Δ. 936 της 14.7.1971. άρθρο 4. Υπήρξε κι ένα τρίτο σχετικό διάταγμα (ΦΕΚ 1972/Α11, Ν.Δ. 1099 της 19.1.72). ελάσσονος όμως σημασίας.
6. Βαρδινογιάννης Ι988.σ.51.
7..Ελευθεροτυπία 4.12.1975. Για την «εξομοίωση» των δυο «μορφών δράσεως» (ταγματασφαλίτες- αντιστασιακοί) από το ΝΔ 179/1969. Επίσης Φροντιστής 1977. σ.375.
8. ΔΙΣ/911/Α/4, Π. Δεμέστιχάς. «Βεβαίωσις». Εν Αθήναις 2.4.1970. Η ημερομηνία 1.9.43 της κατάταξης του Τσιόμπου είναι βέβαια κάπως περίεργη, αφού το Τάγμα ιδρύθηκε δυο μήνες αργότερα. Στα δικά του απομνημονεύματα, ο Βρεττάκος τον αναφέρει ως διοικητή του λόχου Σπάρτης «από τας αρχάς Νοεμβρίου» (Δ1Σ 1998, τ.8ος. σ. 171).
9. Γιάννης Βούλτεψης. Η καταγωγή και ο θάνατος της συνωμοσίας. Αθήνα 1976.0.49.
10. Jean-FraaQois C'luuvel, La Greet ά I' ombre ties epees, Παρίσι 1968, 0.27-8·· Kenneth Young. The Greek passion, Λονδίνο 1969,0.331.
11. Λευτέρης Σταυριανός, Από τη Δημοκρατία στη Λαοκρατία., Αθήνα 1975, σ.64-5. Αναφορά επίσης σε Σταύρος Ζορμαλάς, Ο νεοφασισμός στην Ελλάδα, Αθήνα 1978, σ. 133 Το συγκεκριμένο φύλλο της Le Monde Diplomatique είναι το μόνο της χουντικής επταετίας που απουσιάζει, για ευνόητους λόγους, από τους (δεμένους) τόμους της εν λόγω εφημερίδας στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.
12. The Observer 1.7.1973 (Ελλην. μετάφραση σε Βούλτεψης 1976. σ.48-9).
13. Jack Anderson, «The Junta Λ the Nazis*, N.Y. Post. 1611 1971, εν μέρει μεταφρασμένο σε Βούλτεψης 1976, σ 43-4
14. Bayard Stockton. Phoenix with a bayonei. A journalist's interim Report on the Greek Revolution, Αν Άρμπορ 1971, σ.2.
15. Harry Scott Gibbons. The genocide files, Λονδίνο 1997, σ.355.
16. Οπ.π, σ.342-55 (και προσωπικές φωτογραφίες μεταξύ των σ.314-5).
17. Φοίβος Γρηγοριάδης, Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος 1925-1975. Αθήνα 1978. τ. Γ'. σ.1060-2- ανώνυμο βιογραφικό λήμμα στη Μεγάλη Γενική Εγκυκλοπαίδεια Υδρία (Αθήνα 1987. τ. Δ'. σ.460), τη γενική επιμέλεια της οποίας είχε ο Περικλής Ροδάκης. Η τελευταία πηγή υποστηρίζει ότι ο Παπαδόπουλος έφυγε το 1944 στη Μ. Ανατολή- το όνομά του δεν υπάρχει ωστόσο ούτε στις σχετικές καταστάσεις πελοποννησίων αξιωματικών του δημοσιεύει ο Αντωνόπουλος (1964, σ.832-40), ούτε σε αυτές της 3ης Ταξιαρχίας που παραθέτει ο Τσακαλώτος (1960, τ. Α', σ.586-7 & 897-905).
18. Χριστιανική 9.11. 1974. σ.7.
19. Σταυρογιαννόπουλος 1974. σ.324-6.
20. Σπαής 1976,σ..27.
21. Taki Theodoracopoulos, The Greek upheaval. Kings, demagogues and bayonets, Λονδίνο 1976 (βιογραφικό του Παπαδόπουλου στη σ.169).
22. C.M. Woodhousc. The rise and fall of the Greek colonels, Λονδίνο 1985, σ.8·10
23. ΑΠΕ 27.6.1999 (ΑΑ 381094).
24. Τα Νέα 28.6.1999· Βραδυνή 28.6.1999.
25.  Eξουσία. Αδέσμευτος Τύπος (Μήτση), Αυριανή και Έθνος της 28.6.1999.
26. Το Βήμα 28.6.1999.
27. Αθηναϊκή 28 6.1999.
28. Λουκάς 2004. σ.35· Σταυρογιαννόπουλος 1974. σ.2Ι4-256 και 312-3.
29. «Ποιος ο εκλιπών», Νέα Πολιτεία 1.7.1970.
30. «Με οδύνην ο πρωθυπουργός απεχαιρέτησεν τον Δ. Πατίλην»... Νέα Πολιτεία 2.7.1970.
31. Τάσος Κωστόπουλος. Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην Ελληνική Μακεδονία .Αθήνα 2000 σ.256.
32.  «Το μνημείον των θυμάτων του Κιλκίς», Μακεδονική Ζωή 11.1958. σ.4.
33. «Το μνημόσυνου των αγωνιστών εις Βαθύλακκον Κοζάνης». Μακεδονική Ζωή 12.1970. σ.8-10.
34. Χαρακτηριστικό κύριο άρθρο της τοπικής εθνικόφρονος εφημερίδας ο διευθυντής της οποίας ήταν ταυτόχρονα επικεφαλής της εκεί παρακρατικής «Οργανώσεως Εθνικής Αντιστάσεως»: Τηλέμαχος Μολφέσης, «Ούτε τους νεκρούς», Παρατηρητής 20/8/1963.
35. Παρατηρητής  15.8.1964 & 15.8.1966.
36. «Στιγμές εθνικής εξάρσεως και υπερηφάνειας έζησεν η Νίκαια, τιμήσασα τους αθανάτους ήρωάς της που έπεσαν για την Ελλάδα», Παρατηρητής 1.9.1967.
37. Παρατηρητής 15.10.1967. Για τη συγγένεια των δυο Πλυντζανόπουλων: Λιάτσος 1983, σ-71.
38.  Λιάτσος 1983. σ. 71- Η προηγούμενη πλάκα είχε τοποθετηθεί στη δεκαετία του '50 και ανέφερε, απλώς. ότι «εδώ οι γερμανοί κατακτητές εκτέλεσαν έλληνες πατριώτες».
39. Στις τελευταίες προδικτατορικές εκλογές. ο υποστηριζόμενος από την ΕΛΑ δήμαρχος Νίκαιας είχε εκλεγεί με 58% (Ηλίας Νικολόπουλος. «Δημοτικές εκλογές 1964», Αρχειοτάξιο 2 [6.2000], σ.92).
40. «Εις επιβλητικήν τελετήν ετιμήθη η μνήμη των ηρωικών νεκρών της 17ης Αυγούστου 1944». Παρατηρητής  31.8.1968.
41. Γ. Μ. Ξενάκη, «Εθνική Αντίσταση και Τάγματα Ασφαλείας. Σοβαρά ερωτηματικά γύρο από το Ν.Δ. 179/69». Χριστιανική 5.1973, σ. 1 και 4.
42. «Δικάζεται η Χριστιανική. Συκοφάντησε τα 'Τάγματα Ασφαλείας'!». Χριστιανική 28.9.1974.
43.  «Γερμανοτσολιάδες- η προδοσία και τα εγκλήματα τους στην κατοχή», Χριστιανική 5.10.1974- «Η δίκη της ‘Χριστιανικής’ αναβάλλεται». Χριστιανική 12.10.1974· Επαναλαμβάνεται την Πέμπτη η δίκη των Γερμανοτσολιάδων», Χριστιανική 26.10.1974- «Η δίκη της ‘X’ για τους ταγματασφαλίτες». Χριστιανική 2.11.1974- «Η δίκη και η πανηγυρική αθώωση της Χριστιανικής. Στιγματίστηκε η ανίερη προδοσία των εγκληματιών 'Γερμανοτσολιάδων'». Χριστιανική 9.11.1974.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger