Προσφατες Αναρτησεις

Καλύβας – Μαραντζίδης: Η ηθική αναγνώριση της Ιστορίας … συσκοτίζει

«Δεν βοηθάει να χαρακτηρίζουμε τους χιλιάδες ανθρώπους που πήραν όπλα από τους Γερμανούς προδότες» υποστηρίζουν οι Καλύβας, Μαραντζίδης. Στη φωτογραφία ένα μπουλούκι Ελλήνων γερμανοντυμένων και Γερμανών υπό τον διαβόητο, απότακτο αντισυνταγματάρχη του 1935 Γεώργιο Πούλου.  

Η «αμφίβολης ωφέλειας αντίσταση» των Ελλήνων και τα «μη προδοτικά» Τάγματα Ασφαλείας
Πηγή: Του Αρτεμη Ψαρομήλιγκου – History, Hot Doc

Η «ηροστράτεια δόξα» που κατάκτησαν οι Στάθης Καλύβας και Νίκος Μαραντζίδης και η δημοσιότητα που απέκτησαν με την έκδοση του βιβλίου τους 1 προκάλεσαν πλήθος κριτικών δημοσιευμάτων από την Αριστερά -αλλά όχι μόνο- τα περισσότερα εκ των οποίων, δυστυχώς, πήραν στα σοβαρά τον αντίλογο που διατύπωσαν.

Το ίδιο σφάλμα φοβούμαι πως θα κάνω κι εγώ, όσο κι αν ξεκινώ με μια διάθεση μάλλον σκωπτική, όπως αντιστοιχεί σε ένα πόνημα που επιχειρεί να δικαιολογήσει και να δικαιώσει τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας και των δυνάμεων «συνεργασίας» κατά την Κατοχή.
Οι δύο συγγραφείς κατ' αρχάς συστήνονται: «Επειδή έχουμε κριτική ματιά απέναντι στις κατεστημένες αντιλήψεις της Αριστερός, δεν είμαστε στο “αντίθετο στρατόπεδο”», (σελ 20)

Ο δεύτερος των συγγραφέων επικαλείται την αριστερή του καταγωγή αλλά και τις επιρροές του Στεψάν Κουρτουά, «επιφανούς ειδικού του κομμουνισμού στη Γαλλία». Ο ανυποψίαστος αναγνώστης μπορεί να εκλάβει τον Γάλλο συνεργάτη συγγραφέα της «Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού» σαν ένα είδος... Μπαντιού. Ο κ. Μαραντζίδης θα ήταν εντιμότερο να χαρακτηρίσει τον Κουρτουά «ειδικό του αντικομμουνισμού». Τον Σάββα Κωνσταντόπουλο και τον Γ. Γεωργαλά δεν θα τους έλεγε κανείς σοβαρός δημοσιολόγος «ειδικούς του κομμουνισμού». Στις χούντες ήταν «ειδικοί»...

Ο πρώτος των συγγραφέων, πιο λακωνικός, αρκείται να στις διαβεβαιώσει πως η οικογένεια του «προέρχεται από περιοχές που απέφυγαν τις χειρότερες συνέπειες του Εμφυλίου».
Ξεκινούν με μια προγραμματική δήλωση: «Αν γράφαμε στη δεκαετία του ’60, θα βάζαμε στο στόχαστρό μας τους κυρίαρχους μύθους των νικητών, αλλά σήμερα δεσπόζει η μυθολογία “αριστερής κοπής” και πρέπει να αποδομηθεί».

Προσωπικά δυσκολεύομαι να συλλάβω την εικόνα του κ. Καλύβα να αναζητεί, π.χ. το 1962, ντοκουμέντα για όσους ανέλαβαν υψηλά πόστα στο κατοχικό καθεστώς, για τους κουκουλοφόρους του μπλόκου της Κοκκινιάς ή τους Ελληνες δωσίλογους που συνέπραξαν στη σφαγή του Χορτιάτη 2, όμως για λόγους καλής πίστης είμαι υποχρεωμένος να το κάνω.

Στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν από τις πρώτες σελίδες διαβατήριο αμεροληψίας, ομνύουν πως στα 60s θα αντιτάσσονταν στην ακροδεξιά υστερία. Ωστόσο, έρχονται σήμερα και αναπαράγουν την πιο έξαλλη ρητορεία της εποχής εκείνης. Βασική ιδέα των δύο συγγραφέων, στην οποία στηρίζουν ολόκληρη τη συλλογιστική τους, είναι η αυθαίρετη χρονολόγηση της έναρξης του Εμφύλιου πολέμου το 1943 (!). Η ιδέα αυτή, αν και εμφανίζεται σαν πρωτοποριακή και ρηξικέλευθη, μυρίζει έντονα... εκδόσεις Πελασγός («Ματωμένες μνήμες 1940-45: κόκκινη τρομοκρατία κατοχικός εμφύλιος») 3.

«Κανείς από τους δυο μας δεν είναι Ιστορικός (σελ. 14), Πολιτικοί Επιστήμονες είμαστε. Ακριβώς επειδή δεν προερχόμαστε από τον χώρο της Ιστορίας, είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε ορισμένα σημαντικά κενά στη μελέτη του Εμφυλίου» (σελ. 15). Ευτυχώς που δεν είναι οδοντίατροι, διότι θα αποτολμούσαν να κάνουν και εγχειρήσεις ανοιχτής καρδιάς!

Αλλά ας μιλήσουμε σοβαρά: είναι εξόφθαλμο ότι δεν είναι ιστορικοί. Δύσκολα ένας ιστορικός θα υπέγραφε βιβλίο χωρίς παραπομπές. Συνολικά στις 528 σελίδες του βιβλίου, οι υποσημειώσεις μετά βίας φτάνουν τις 116, ενώ υπάρχουν και κάποιες διάσπαρτες παρενθέσεις εντός του κειμένου. Εχουμε δηλαδή μία παραπομπή κάθε τέσσερις σελίδες, ενώ ο υπομνηματισμός απουσιάζει παντελώς από ολόκληρα κεφάλαια. Τα εντός εισαγωγικών κείμενα είναι δυσεύρετα και τα παρατιθέμενα αποσπάσματα αποτελούν «ελεύθερη απόδοση» από Καλύβα και Μαραντζίδη, χωρίς ο αναγνώστης να μπορεί να διασταυρώσει την ακρίβεια των γραφόμενων τους.

Επίσης, δύσκολα ένας ιστορικός θα έβγαζε βιβλίο χωρίς βιβλιογραφία. Ομως, οι Καλύβας, Μαραντζίδης περιορίζονται να δίνουν στο τέλος κάθε κεφαλαίου «κατευθύνσεις βιβλιογραφικές». Χωρίς καμιά αποδεικτική συνάφεια ανάμεσα στα γραφόμενά τους και στα βιβλία ή τα άρθρα εφημερίδων που αναφέρουν, πολλά εκ των οποίων είναι δικά τους.
Τις περισσότερες φορές διανθίζουν τις «κατευθύνσεις» που δίνουν με μονολεκτικές ή ολιγόλογες, θετικές ή αρνητικές αποτιμήσεις των βιβλίων (κριτικό, πρωτότυπο, σημαντικότερο, αξιόλογο, χρήσιμο, αξιομνημόνευτο, ορόσημο, νηφάλιο ή στρατευμένο, αριστερής οπτικής, στα όρια της πολιτικής προπαγάνδας).

Οι δύο συγγραφείς «αγωνίζονται, λοιπόν, κυρίως στο πεδίο της εκλαΐκευσης, είτε επειδή αυτό προκρίνουν ως σημαντικό είτε επειδή το άλλο, το ακαδημαϊκό, έχει άλλου είδους κανόνες και πειθαρχίες, μη συμφέρουσες για τον σκοπό τους», σύμφωνα με μια εύστοχη παρατήρηση 4. 

Πάντως από την πρώτη ματιά γίνεται φανερό πως το βιβλίο -ακόμη και τεχνικά μιλώντας- δεν πληροί τις προδιαγραφές της ιστορικής επιστήμης. Και πώς θα γινόταν αλλιώς, όταν δύο «ετεροεπαγγελματίες», ακόμη κι αν ήταν άριστοι στις πολιτικές επιστήμες (και δεν αστοχούσε ο εις εξ αυτών κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες στα γκάλοπ του), εισβάλλουν στο πεδίο της Ιστορίας και τα κάνουν γης μαδιάμ; Ως προς αυτό, είναι συνεπείς: πολιτικοποιούν την Ιστορία μέσα από την ιδιαίτερη ιδεολογική τους οπτική και την εργαλειοποιούν, αλλά δεν παράγουν Ιστορία - πολιτική χρήση κάνουν. 

Η αρχειακή έρευνα απουσιάζει, τα στοιχεία που παραθέτουν είναι ελαχιστότατα, οι διατυπώσεις γενικόλογες, οι αριθμοί κατά προσέγγιση ή κατ' εκτίμηση. Αντιθέτως, οι πολιτικές διατυπώσεις -του στιλ «το ΚΚΕ συγκάλυπτε την κομμουνιστική του ταυτότητα» (sic!)- πλεονάζουν. Επιδιδόμενοι στην πτωματολογία, καταγράφουν -«για παράδειγμα», όπως λένε- μόνο τους άμαχους-θύματα από χωριά «ένοπλης συνεργασίας», ενώ παραλείπονται οι άμαχοι-θύματα Γερμανών και συνεργατών από φίλοΕΑΜικά  ή αντιστασιακά χωριά. 5. Οι μόνοι νεκροί που αναφέρονται j από την ΕΑΜική πλευρά είναι οι ΕΛΑΣίτες που σκοτώθηκαν σε μάχες με ταγματασφαλίτες ή αργότερα με Αγγλους. Πάρτε μια μικρή γεύση:

«Καταμετρώντας τα θύματα ορισμένων σημαντικών εμφύλιων μαχών (συγκρούσεις ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ, διάλυση 5/42 Συντάγματος, μάχες σε Κιλκίς, Βαθύλακκο, Τριάδα κ.λπ., εκτελέσεις σε Οινόη, Προμαχώνα, Μεταλλικό, Μελιγαλά, Καλαμάτα, Πύλο κ.λπ„ τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1944), καθώς και της εμφύλιας βίας στην κατοχική Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ο αριθμός των νεκρών αγγίζει ή και ξεπερνά τις 5.000 ή και 6.000, ενώ άγνωστος είναι ο αριθμός των τραυματιών αλλά και το μέγεθος των υλικών καταστροφών, που βέβαια δεν είναι καθόλου αμελητέες. Για παράδειγμα, μόνο στη δυτική Μακεδονία, σε ένα περιορισμένο σύνολο 22 χωριών της Κοζάνης, των Γρεβενών και της Πέλλας καταμετρήθηκαν περίπου 500 πυρπολημένες ή κατεστραμμένες οικίες. Ο απολογισμός των Δεκεμβριανών είναι αναλογικά ακόμη χειρότερος. Μέσα σε μόλις ένα μήνα συγκρούσεων οι νεκροί ίσως και να ξεπερνούν τις 7.000 6 ενώ πολλαπλάσιοι είναι οι τραυματίες και οι συλληφθέντες - αριθμοί που αναμφίβολα προκαλούν δέος.
Τα στοιχεία των αντιστασιακών οργανώσεων επιβεβαιώνουν τους αριθμούς: από τους 75 νεκρούς της αθηναϊκής οργάνωσης PAN στο διάστημα 1943-1945, οι 73 σκοτώθηκαν από τον ΕΛΑΣ ή την ΟΠΛΑ στα Δεκεμβριανά, ενώ τον ίδιο μήνα σκοτώθηκαν επίσης και οι 16 από τους 36 της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΕΑΝ. Από τους 147 αντάρτες του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ που βρήκαν τον θάνατο σε στρατιωτικές επιχειρήσεις το διάστημα 1943-1944, το 54% σκοτώθηκε στα Δεκεμβριανά, ενώ τουλάχιστον ένα άλλο 25% σε επιχειρήσεις εναντίον των Ταγμάτων Ασφαλείας».

«Οι εξοπλισμένοι από Γερμανούς δεν ήταν προδότες»!

Στο σύμπαν των Καλύβα, Μαραντζίδη υπάρχουν οι «νικητές» και οι «ηττημένοι». Οι πρώτοι είναι οι κομμουνιστές και οι αριστεροί, όπως κατά κόρον αποκαλούνται. Οι δεύτεροι είναι οι... άλλοι. Ακροδεξιοί καταγράφονται στη σελίδα 49 και φιλομοναρχικοί Δεξιοί στις 233 και 361. Το ίδιο και οι ιστορικοί. Χωρίζονται σε αριστερούς και... άλλους. Δεξιοί ιστορικοί εμφανίζονται άπαξ. Τούτοι είναι απλώς... επιστήμονες. Ετσι -φαντάζονται πως- το έργο της αντίκρουσης γίνεται ευκολότερο.

Γράφουν:
«...Ούτε μας βοηθάει να κατανοήσουμε τι συνέβη (χαρακτηρίζοντας τους χιλιάδες ανθρώπους που πήραν όπλα από τους Γερμανούς, προδότες μπορεί να ικανοποιεί ένα περί δικαίου αίσθημα και να εντάσσεται σε μια ηθική ανάγνωση της Ιστορίας, αλλά καθόλου δεν απαντάει στο πώς και το γιατί και μάλλον συσκοτίζει παρά βοηθάει την κατανόηση)», (σελ. 46)

Εφεξής, οι ταγματασφαλίτες θα αποκαλούνται από τους συγγραφείς -χάριν συντομίας να υποθέσουμε;- «περιστασιακά ένοπλοι (όπως οι εξοπλισμένοι χωρικοί)», (σελ. 50)

Καλύβας και Μαραντζίδης αποδύονται σε εργώδη πλην ανεπιτυχή προσπάθεια να καθορίσουν επιστημονικά την τυπολογία των «ταγματασφαλιτών» (πάντα εντός εισαγωγικών, γιατί άραγε;). Ανασύρουν τη μεταπελευθερωτική έκθεση... ενός Βρετανού δημοσιογράφου στην Πάτρα την εμπλουτίζουν και τους χωρίζουν σε πέντε κατηγορίες: τους «σωστούς ανθρώπους που μισούν τους Γερμανούς αλλά φοβούνται τον κομμουνιστικό μπαμπούλα», τους «χωρίς άλλη επιλογή», τους «πεινασμένους που βρήκαν στα Τάγματα ένα πιάτο φαΐ», τους «αλήτες» και «όσους είχαν ανοιχτούς λογαριασμούς με το ΕΑΜ και αναζητούσαν προστασία ή εκδίκηση», (σελ. 181)

Από αυτή την πλευρά, τοποθετούν τον εαυτό τους πολύ δεξιότερα από τον μακαρίτη τον Ευάγγελο Αβέρωφ, ο οποίος το 1975 είχε χαρακτηρίσει στη Βουλή τα Τάγματα Ασφαλείας «κακόφημα σώματα, από ομάδες τυχοδιωκτών και αντικοινωνικών ατόμων». Επίσης, το 1978 ο Αβέρωφ είχε επιχειρήσει -έστω και φραστικά- να απορρίψει οποιαδήποτε συσχέτισή τους με τη ΝΔ, δηλώνοντας πως «τους ταγματασφαλίτες, η ιδική μας η παράταξις τους κατεδίκασε». Πράγμα που Μαραντζίδης, Καλύβας αρνούνται πεισματικά να κάνουν σήμερα.

Οι δύο καθηγητές κριτικάρουν εκ δεξιών την εφαρμοζόμενη το 1946 αμερικανική πολιτική στην Ελλάδα: «Παρ’ όλη αυτή τη σημαντική αλλαγή πολιτικής (σ.σ: ομιλία του Τσόρτσιλ στο Μιζούρι περί “Σιδηρού Παραπετάσματος”), πάντως, ένα χρόνο μετά την υπογραφή της Βάρκιζας η αμερικανική οπτική δεν έχει μεταστραφεί εντελώς όσον αφορά τις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας. Η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα επέμενε να μην αντιμετωπίζει τους Ελληνες κομμουνιστές ως όργανα της Μόσχας και απειλή για τη δημοκρατική πορεία της χώρας. 0 πρέσβης Μακβέι συνέχιζε να έχει την ίδια επικριτική θέση έναντι της κυβέρνησης, την οποία κατηγορούσε για βασιλόφρονα εμμονή, αντικομμουνιστική σταυροφορία και ακροδεξιά ροπή, που εξανάγκαζε έναν σημαντικό αριθμό δημοκρατικών πολιτών να συμμαχούν με το ΚΚΕ και την άκρα Αριστερά (Iatrides 1987:231)». (σελ. 373)

Χρησιμοποιούν -σύμφωνα με όλους τους κανόνες του μεταμοντερνισμού- μια αποστειρωμένη και κρυπτική γλώσσα που καταλήγει να είναι παραπειστική. Οι ταγματασφαλίτες αναφέρονται ξανά και ξανά σαν «χωρικοί εξοπλισμένοι από τους Γερμανούς». Τίποτα παραπάνω. Ούτε χρηματοδότησή τους υπήρξε ούτε κοινές επιχειρήσεις υπό τις διαταγές των SS υπήρξαν ούτε μπλόκα και επιτόπου εκτελέσεις στις συνοικίες της Αθήνας, τις πόλεις και τα χωριά, κατά το πόνημα των Καλύβα, Μαραντζίδη, το οποίο βρίθει παρόμοιων ακροβασιών και λαθροχειριών. Εισάγουν μια παιδαριώδη τυπολογία των εμφύλιων πολέμων, η οποία ενσωματώνει τις μεταμοντέρνες διατυπώσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ περί failed states.

Στα κανονικά ιστορικά βιβλία, κάθε φαινόμενο εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της εποχής του. Και το πλαίσιο της εποχής εκείνης -είτε το θέλει είτε δεν το θέλει το συγγραφικό δίδυμο- ήταν ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Αξονας εναντίον της (ετερόκλητης αλλά στέρεας) συμμαχίας των Big Three. Από την πλευρά των Συμμάχων ήταν διακηρυγμένο το «Εξοντώστε τον εχθρό όπου κι αν τον βρείτε», στα μέτωπα ή στα μετόπισθεν. Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, ακόμη και πριν από την έναρξη ενός προχρονολογημένου, φαντασιακού «Εμφύλιου» -την οποία οι δύο τοποθετούν ασυζητητί στο 1943 (!) και όχι στο1946- υπάρχει συμμαχική αποστολή δίπλα στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ.

Ο ΕΛΑΣ έχει υπαχθεί στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής (ΣΜΑ), αγνοώντας τις προσκλήσεις του Τίτο να ενταχθεί στο Βαλκανικό Στρατηγείο. Υπάρχουν Βρετανοί του SOE (Special Operations Executive) που συμπράττουν με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ αλλά και του ΕΔΕΣ. Και μάλιστα ηγεμονεύουν και καθοδηγούν -καλώς ή κακός- το ελληνικό αντάρτικο κίνημα, όλων των πολιτικών αποχρώσεων, τουλάχιστον μετά τη συγκρότηση του Κοινού Γενικού Στρατηγείου Ανταρτών στα ορεινά χωριά των Τρικάλων τον Ιούλιο 1943. Συγκρότηση η οποία πραγματοποιήθηκε υπό την προτροπή των αξιωματικών του ΣΜΑ Εντι Μάγιερς και Κρις Γουντχάουζ.

Και βεβαίως ας μη λησμονούμε την παρουσία των Αμερικανών του OSS (Office of Strategic Services) σε κοινές ενέργειες σαμποτάζ με τους ΕΛΑΣίτες 7. Για να μη μιλήσουμε για την πολιτική συμπάθεια που ανέπτυξαν, σχεδόν στο σύνολό τους, οι Αμερικανοί στρατιωτικοί προς τον ΕΛΑΣ, κάτι που τους διαφοροποιεί αισθητά από τα καθ’ ολοκληρίαν αντι-ΕΑΜικά αισθήματα της βρετανικής αποστολής. Πράγμα που, όταν επέστρεψαν στις ΗΠΑ, πολλοί το πλήρωσαν την περίοδο του μακαρθισμού.

Και όλες αυτές τις... ανίερες συμπράξεις πριμοδοτούσαν Βρετανοί και Αμερικανοί συνεργαζόμενοι με τον ΕΛΑΣ, ο οποίος -σύμφωνα με την αντίληψη Καλύβα και Μαραντζίδη- είχε εξαπολύσει από το 1943... «εμφύλιο πόλεμο» κατά των «εξοπλισμένων από τους Γερμανούς χωρικών» και των «άλλων αντιστασιακών οργανώσεων».

Η εξουδετέρωση των ταγματασφαλιτών της Πελοποννήσου από τον Αρη Βελουχιώτη (στα μέσα Σεπτεμβρίου 1944) δεν ήταν προσωπική του απόφαση. Υπηρετούσε τη συμμαχική πολιτική, όπως διαμορφωνόταν στη φάση εκείνη και πραγματοποιήθηκε υπό την επίνευση της 8.
Μάλιστα, ο Κανελλόπουλος, ο οποίος αποβιβάστηκε στα Κύθηρα σας 26 Σεπτεμβρίου, στο «Ημερολόγιο Κατοχής» παρατηρεί πως ο Βελουχιώτης «βρήκε κι αυτός τον μπελά του» στον Πύργο (5.10.44) με τον κόσμο που τους ζητούσε φορτικά να λιντσάρει τους φυλακισμένους ταγματασφαλίτες.

Το γεγονός επιβεβαιώνεται από την ακροδεξιά εφημερίδα «Δημοκρατία» της 28ης Δεκεμβρίου 1944. Την ημερομηνία δηλαδή που αρχίζει να διαφαίνεται η ήττα του ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά και οι ακραίοι κύκλοι, αποθρασυμένοι, ενοχοποιούν -μαζί με τους «εκτελεστές του ΕΑΜ»- και τον συντηρητικό Παν. Κανελλόπουλο. Γράφει στην 1η σελίδα της η «Δημοκρατία»:

Μήνυσις κατά του Π. Κανελλόπουλου
«Υπό ενταύθα ευρισκομένων προσφύγων εκ Πελοποννήσου, των οποίων αθώοι συγγενείς εσφάγησαν εις τας επαρχίας των υπό των ανταρτών του ΕΛΑΣ, ετοιμάζονται να υποβληθούν μηνύσεις, αφενός μεν εναντίον των κυρίως αυτουργών των φόνων διαφόρων καθοδηγητών και καπεταναίων, ως εκτελεστών του ΕΑΜ και του κομμουνιστικού κόμματος ως και κατά του Π. Κανελλοπούλου ως ηθικών αυτουργών».

Αμφισβήτηση της συμμαχικής πολιτικής

Στον πυρήνα της συλλογιστικής των Καλύβα, Μαραντζίδη δεν είναι η πολεμική (μόνο) εναντίον του ΕΑΜ/ΕΔΑΣ. Ουσιαστικά είναι η αμφισβήτηση της συμμαχικής στρατηγικής στην Ελλάδα μέχρι τον Οκτώβριο του1944. Τον συμμαχικό αγώνα αμφισβητούν. Θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε κάποτε τη γνώμη τους για την αντιχιτλερική συμμαχία, αν και μας δίνουν μια πρώτη γεύση:
«Τα λόγια του Τσόρτσιλ “θα συνεργαστώ και με τον διάβολο ακόμη” προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Χίτλερ εκφράζουν την κυρίαρχη βρετανική στρατηγική στην πρώτη περίοδο του πολέμου και αποτυπώνουν σε μεγάλο βαθμό τη στάση έναντι των αντιστασιακών οργανώσεων στην Ελλάδα, ιδιαίτερα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η SOE, την οποία ο Βρετανός πρωθυπουργός προέτρεψε να βάλει φωτιά στην Ευρώπη (to set Europe ablaze), αποτέλεσε τον βασικό μοχλό δράσης πίσω από τις εχθρικές γραμμές, καθώς ενίσχυσε, συνεργάστηκε και συντόνισε τα αντιστασιακά κινήματα στην κατεχόμενη Ευρώπη. Σταθμό στη δράση της στην Ελλάδα αποτέλεσε η άφιξη στη χώρα μας, στο πλαίσιο της αποστολής Χάρλιγκ, που είχε ως στόχο να παρεμποδίσει τη γραμμή ανεφοδιασμού των Γερμανών προς τη Μέση Ανατολή, μιας δωδεκαμελούς ομάδας που έπεσε με αλεξίπτωτο στα ελληνικά βουνά».
Η προβολή από το συγγραφικό δίδυμο της προτροπής του Τσόρτσιλ προς τον SOE «να βάλει φωτιά στην Ευρώπη» (σελ. 351) παραγνωρίζει και αθωώνει τον εμπρηστή. Τον Χίτλερ.
Η αναφορά στον Τσόρτσιλ ως «εκφραστή της κυρίαρχης βρετανικής στρατηγικής» είναι ατυχέστατη, καθώς απέναντί του δεν ήταν καν ο «απατημένος του Μονάχου» Τσάμπερλεν. Οι Εργατικοί (Ατλι), οι Συντηρητικοί, οι Φιλελεύθεροι (Σινκλέρ) και οι Κομμουνιστές (Πόλιτ) συνέθεταν το αντιχιτλερικό μέτωπο. Απέναντι στην «κυρίαρχη στρατηγική» στεκόταν μόνο ο ναζιστής σερ Οσβαλντ Μόσλει. Ο οποίος -ειρήσθω εν παρόδω- γνώρισε (εμφύλιες;) διώξεις και φυλακίσεις από τον Τσόρτσιλ στη διάρκεια του Β' ΠΠ.

Περήφανοι ομότεχνοι του Ιρβιν

Ετσι, δεν πρέπει να ξενίζει το γεγονός πως Καλύβας και Μαραντζίδης δηλώνουν «πως θεωρούν τον χαρακτηρισμό τους ως “Αναθεωρητών” ως ιδιαίτερα τιμητικό» (σελ 24). Και το λένε, ενώ δεν μπορεί να αγνοούν πως οι πιο διαβόητοι «αναθεωρητές ιστορικοί», όπως οι αρνητές του Ολοκαυτώματος Ρασινιέ, Κάρτο, Φορισόν, ή όπως ο Νόλτε και ο «ανεκπαίδευτος ιστορικός» Ιρβιν, δεν θεωρούνται και τόσο ευυπόληπτα «μέλη της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας». Την οποία οι Καλύβας, Μαραντζίδης συχνά επικαλούνται, αλλά χωρίς να την ονοματίζουν.

Οπως είχε επισημάνει από το 2001 ο Αγγελος Ελεφάντης 9: «Τη γιγαντιαία επιχείρηση του “Ιστορικού Αναθεωρητισμού”, την οποία ξεκίνησαν Γερμανοί Ιστορικοί ήδη από τη δεκαετία του '60, τη συνέχισαν επαξίως Γάλλοι, Αγγλοι, Αμερικανοί».

«Για τους μη εξοικειωμένους σ’ αυτού του είδους την ιστορική μπακαλική, να προσθέσω ότι ο Ιστορικός Αναθεωρητισμός”, όχι όμως και το τέκνο του ο “Ιστορικός Αρνητισμός” (“δεν υπήρξε Ολοκαύτωμα” κ,λπ.), δεν αποσιωπά τα εγκλήματα του ναζισμού. “Απλώς”, λιγοστεύει, τεχνηέντως ή χονδροειδώς, το μερίδιο αίματος του ναζισμού κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το επιρρίπτει στην ευθύνη αποκλειστικά μιας μερίδας γνωστών ηγετών ναζί και των SS - μέχρι του σημείου ώστε οι θανατωθέντες Εβραίοι στα στρατόπεδα να μην ξεπερνούν, κατ’ αυτούς, τα δύο με τρία το πολύ εκατομμύρια». Αν βγαίνει ένα πολιτικό συμπέρασμα, αυτό είναι το εξής: η επανάκαμψη του Ιστορικού Αναθεωρητισμού δεν είναι παρά ένας αντικατοπτρισμός αυτού που βλέπουμε να εκτυλίσσεται σήμερα στο πολιτικό μας σκηνικό. Τη στρατηγική της όξυνσης.

Ενας εμφύλιος και μια .. πρόθεση

Γιατί όμως επιμένουν τόσο στη χρονολογία-ορόσημο του 1943 ως -δήθεν- εναρκτήρια του Εμφυλίου; Σήμερα, «για καθαρά επιστημονικούς λόγους και ανανέωσης της ιστορικής έρευνας» μας διαβεβαιώνουν. Τις μύχιες, όμως, στοχεύσεις του τις έχει αποκαλύψει το 2011 ο Νίκος Μαραντζίδης μιλώντας σε ένα οδοιπορικό στο Βέρμιο με δημοσιογράφο της «Καθημερινής»:

«Ως τώρα, το χρονολόγιο ήταν: 1941-45 Εθνική Αντίσταση, 1945-46 λευκή τρομοκρατία και 1946-49 Εμφύλιος. Ενα σχήμα πολύ βολικό για την Αριστερά, διότι έτσι η αιτία του ξεσπάσματος του Εμφυλίου θεωρούνταν πως ήταν η βία που υπέστησαν οι Αριστεροί μετά το 1945 από τους παρακρατικούς. Ομως, προϋπήρχε η πρόθεση του ΚΚΕ να διεκδικήσει την εξουσία. Αυτή η θέση έχει επαναδιατυπωθεί στο παρελθόν ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1970 με τον Τζον Ιατρίδη, αλλά ήταν δραματικά μειοψηφική. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κοινότητα των ιστορικών εκείνη την περίοδο κυριαρχείται από την κουλτούρα της Αριστερός» 10.

Ο εστί μεθερμηνευόμενον: εάν «εμείς» παραδεχτούμε ότι η ακροδεξιά βία που σάρωσε τη χώρα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν αυτή που έσπρωξε χιλιάδες καταδιωγμένους ΕΑΜικούς στα βουνά, τότε «εμείς» είμαστε οι υπεύθυνοι για την έκρηξη του Εμφυλίου. Ομως «εμείς» και ο John Iatrides κάτι τέτοιο δεν θα το επιτρέψουμε! Πρέπει συνεπώς να προσδώσουμε στις έριδες και τις συγκρούσεις μεταξύ αντιστασιακών οργανώσεων διαστάσεις που δεν είχαν. Να τις βαφτίσουμε «κατοχικό εμφύλιο πόλεμο»  ή επιστημονικοφανώς «εμφύλιο χαμηλής έντασης» 11 κ.λπ., ώστε να βγάλουμε το άγος από τις πλάτες μας.

Να μιλήσουμε μόνο ακροθιγώς για διώξεις που υπέστησαν «οι αριστεροί μετά το 1945από τους παρακρατικούς». Μόνο από παρακρατικούς και όχι βεβαίως, από την «αθώα» Χώροφυλακή. Ούτε από την «αβρή» Εθνοφυλακή που συγκροτήθηκε στα Δεκεμβριανά από άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, κάποιοι από τους οποίους μεταπήδησαν στο στράτευμα Και δεν θα βγάλουμε κουβέντα για αυτούς που υποσχέθηκαν «μέτρα κατευνασμού και ειρηνεύσεως», αλλά στον πρώτο μήνα της πρωθυπουργίας τους τα ποδοπάτησαν. Να μπλέξουμε και να εξομοιώσουμε τις συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ με την εγκεκριμένη συμμαχική πολιτική εξόντωσης των γερμανοντυμένων.

Εστω κι αν έτσι οι συγγραφείς ταυτίζουν -ηθελημένα ή αθέλητα- τον Ν. Ζέρβα με τον Γ. Πούλο. Τραβώντας στα άκρα τη συλλογιστική τους, οι δύο θα έπρεπε να χαρακτηρίζουν και τις εκκαθαρίσεις του ΕΔΕΣ εναντίον των Τσάμηδων... «εμφύλιο πόλεμο», προκληθέντα μάλιστα από μια δεξιά αντιστασιακή οργάνωση πριν από την Απελευθέρωση το καλοκαίρι και φθινόπωρο του1944. Υπάρχει κόκκος -έστω- λογικής σε μια τέτοια προσέγγιση;

Αναμφίβολα είναι έξυπνη από πλευράς συγγραφέων η σκόπιμη σύγχυση των συγκρούσεων μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ (και αντιστρόφως) και μεταξύ ΕΛΑΣ και ταγματασφαλιτών. Διότι ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, παρά τις μεταξύ τους συγκρούσεις μέχρι το φθινόπωρο του1944, όταν η μια οργάνωση παραβίαζε τη συμφωνημένη «επικράτεια» 12 της άλλης, ουδέποτε έπαψαν να θεωρούνται δυνάμεις ενταγμένες στον συμμαχικό αγώνα.

Ηταν, λοιπόν, ριζικά διαφορετικό πράγμα οι μάχες εναντίον των γερμανοτσολιάδων και είναι απορίας άξιο πώς οι δύο καθηγητές (που σε άλλες περιπτώσεις διυλίζουν τον κώνωπα) δεν εντοπίζουν αυτή την κεφαλαιώδη διαφορά.

Η «δίκη προθέσεων» που στήνουν Καλύβας, Μαραντζίδης εναντίον του ΚΚΕ, στο οποίο, όπως ισχυρίζονται, «προϋπήρχε η πρόθεση να διεκδικήσει την εξουσία», έχει πολλαπλώς κατατριφθεί. Και οι εσωτερικές κριτικές που διατυπώθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο, για υπερβολικά υποχωρητική στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος και του ΕΑΜικού κινήματος προς την «κυβέρνηση εθνικής ένωσης», βασίστηκαν στην εκ των υστέρων γνώση της άγριας καταστολής που εξαπέλυσαν οι αντι-ΕΑΜικές δυνάμεις.

Τόσο χειρότερο για την πραγματικότητα

Ασφαλής οδηγός σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι οι ιδεοληψίες, αλλά τα ντοκουμέντα των ημερών της Απελευθέρωσης. Γράφει σχετικά ο καθηγητής Προκοπής Παπαστράτης, με βάση αγγλική αναφορά:
«Στην Αθήνα εισέρχεται κρυφά στις 6 Οκτωβρίου μία τριμελής επιτροπή από τους υπουργούς Π. Μανουηλίδη, Θ. Τσάτσο και Γ. Ζεύγο και συνεργάζεται στενά με τον στρατηγό Σπηλιωτόπουλο για την απρόσκοπτη είσοδο της Κυβέρνησης στην πόλη. Ο Αγγλος αντισυνταγματάρχης R. Sheppard, επικεφαλής Αγγλος αξιωματικός-σύνδεσμος στην Αθήνα, ο οποίος παρακολουθεί τις εξελίξεις από τον Σεπτέμβριο, τηλεγραφεί στις 8 Οκτωβρίου ότι αν το ΕΑΜ ήθελε να προκαλέσει μαζικούς φόνους, αναταραχές κ.λπ., θα είχαν ήδη αρχίσει τώρα που δεν υψίσταται ουσιαστικά γερμανικός έλεγχος και δεν θα περίμεναν την τελική γερμανική εκκένωση 13.
Οι γερμανικές δυνάμεις αποχωρούν από την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου ενώ ο λαός ήδη διαδηλώνει στους δρόμους. Ο αντισυνταγματάρχης R. Sheppard επισκέπτεται το βράδυ της 12ης Οκτωβρίου τις συνοικίες της πόλης και τις περιοχές που ελέγχει το ΕΑΜ. Διαπιστώνει απόλυτη ησυχία παντού, ενώ ο ΕΛΑΣ και άλλες οργανώσεις περιπολούν με πειθαρχία τους σχεδόν έρημους δρόμους».

Μόλις 50 μέρες χωρίζουν αυτές τις δύο φωτογραφίες. Στην οδό Κοραή, μέλη του ΚΚΕ πανηγυρίζουν για την Απελευθέρωση στις 12 Οκτωβρίου 1944. ΣΤΟ ίδιο σημείο, μέλη του ΕΑΜ σπεύδουν να σωθούν από τα αγγλικά τανκς που εκκενώνουν τα γραφεία του Μετώπου στα Δεκεμβριανά. 

Ο Ν. Μαραντζίδης εκτιμά ότι για τον Εμφύλιο δεν ευθύνεται η ακροδεξιά τρομοκρατία μετά τη Βάρκιζα, αλλά «η προϋπάρχουσα πρόθεση του ΚΚΕ να διεκδικήσει την εξουσία»
Καλύβας, Μαραντζίδης παραθέτουν την προσωπική τους πολιτική άποψη: «Η επιδίωξη του μονοπωλίου της ένοπλης ισχύος ήταν κομβικής σημασίας για το ΚΚΕ, γι’ αυτό και αντέδρασε έντονα (σ.σ.: π ακριβώς έκανε πρακτικά, δεν μας το λένε) στην άφιξη στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 1944της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας, καθώς αυτό το ετοιμοπόλεμο φίλομοναρχικό στρατιωτικό σώμα επηρέαζε σε κάποιο βαθμό τους συσχετισμούς δύναμης στην πρωτεύουσα», (σελ. 233)

Εκεί δε που είναι άκρως διαφωτιστικοί -με 6 «ίσως»- είναι οι λόγοι που το ΚΚΕ αποφάσισε να συγκρουστεί στις 3 Δεκεμβρίου: «Ισως να ήταν η ενθάρρυνση του Τίτο και η παρερμηνεία των επιθυμιών του Στάλιν, ίσως οι φαινομενικά ευνοϊκές εξελίξεις στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, ίσως (αντίθετα από τον Λίβανο και την Καζέρτα) το ενδεχόμενο της οριστικής απώλειας της εξουσίας, ίσως η αφόρητη πίεση στελεχών και καπεταναίων, ίσως η στρεβλή ανάγνωση της διεθνούς πραγματικότητας και των βρετανικών προθέσεων, ίσως κάποιος συνδυασμός όλων αυτών. Οπως και να’ χει,η ουσία είναι ότι το ΚΚΕ τον Δεκέμβριο επέλεξε να συγκρουστεί». (σελ. 232)

Η μεταχείριση που επιφύλαξαν οι δύο καθηγητές Κοινωνιολογίας στην Αντίσταση, και ειδικότερα στην ΕΑΜική, δεν αφήνει περιθώρια ελπίδας για αντικειμενικότερη πραγμάτευση του θέματος του Εμφύλιου πολέμου (του πραγματικού και όχι εκείνου από του 1943). Συνεπώς, άπαγε της βλασφημίας.

«Τάγματα» του 1943 και συνταγματάρχες του 1967

Ο μέσος αναγνώστης ενός τέτοιου ιστορικού βιβλίου πιθανόν να διαμορφώνει μια συγκεχυμένη εικόνα για τους πρωταγωνιστές των δύο πλευρών στα γεγονότα 1941-49. Για το «καλό» και το «κακό», για το «ηθικό» και το «ανήθικο» των προσωπικοτήτων εκείνων. Μορφές «ομιχλώδεις», όσο παραμένουν στο πεδίο της ακαδημαϊκής αναζήτησης και δεν εισέρχονται με τρόπο «εφαρμοσμένο» και «πρακτικό» στο οπτικό πεδίο της καθημερινής ζωής των ανθρώπων. Ομως κάποιοι από αυτούς εισέβαλαν βίαια στη ζωή μας. Εναν από τους παλιούς συνεργάτες των Ταγμάτων Ασφαλείας τον γνώρισαν για τα καλά οι Ελληνες. Τον έλεγαν Γεώργιο Παπαδοπούλο. Και δεν ήταν ο μόνος από τα παιδιά των Ταγμάτων που γνωρίσαμε ως συνταγματάρχες του 1967.

Σύμφωνα με τον Τάσο Κωστόπουλο,14 ο δικτάτορας (1967-73) υπηρέτησε στα Τάγματα Ασφαλείας στην Πάτρα. «Τον Μάιο του 1969, η παρισινή «Le Monde Diplomatique» αποκάλυψε, αντίθετα, ότι ο επικεφαλής της χούντας ; “κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπηρέτησε υπό τον λοχαγό Κουρκουλάκο, διοικητή ενός τάγματος εξοπλισμένου από τους Γερμανούς" (Α. Σταυριανός), πληροφορία που επιβεβαιώθηκε αργότερα και από ανώνυμους συνεργάτες του Γρίβα που μίλησαν στον απεσταλμένο του λονδρέζικου «Observer», Τσαρλς Φόλεΐ. Ο τελευταίος δημοσιοποίησε επίσης συζήτησή του με στέλεχος της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα, σύμφωνα με την οποία το ανομολόγητο κατοχικό παρελθόν του Παπαδόπουλου αποτελούσε ένα από τα ισχυρότερα “χαρτιά” της Ουάσιγκτον απέναντι στο καθεστώς (The Observer 1-7-1973). Την ίδια πληροφορία επανέλαβε επίσης -παραπέμποντας σε διαφορετικές πηγές- και ο Τζακ Αντερσον της New York Post (1-7-1973)».

Σύμφωνα με τηλεγράφημα του ΑΠΕ (27-6-1999) που παραθέτει ο Κωστόπουλος: «Ο Γ. Παπαδόπουλος στην Κατοχή συμμετείχε σε ένοπλες ομάδες που έδρασαν στη δυτική Πελοπόννησο, κυρίως εναντίον του ΕΑΜ», ενώ ο Αλέξης Παπαχελάς έγραψε (28-6-1999) ότι «πολέμησε στη διάρκεια της Κατοχής στη φασιστική οργάνωση X».

Ο Λ. Καλλιβρετάκης θεωρεί ιδιαίτερης βαρύτητας τη μαρτυρία του Φοίβου Γρηγοριάδη («Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας»): «Στην Πάτρα βρίσκονται πολλοί αξιωματικοί (με πολιτικά). Για τα τυπικά, εντάσσονται σε μια “Στρατιωτική Διοίκηση”. Να παίρνουν τον κατοχικό μισθό τους. Η διοίκησις συγκροτεί ένα Επισιτιστικό Γραφείο" για αποσπάσεις αξιωματικών σε επιτροπές επιτάξεων ή διανομών τροφίμων, σε εποπτείες φούρνων και τα όμοια. Σ' αυτό το γραφείο υπηρετούν και οι δύο αδελφοί Παπαδόπουλοι. Διοικητής ονομάζεται ο προϊστάμενος όλων των αξιωματικών με τα πολιτικά. Εδώ είναι ο συνταγματάρχης Ν. Κουρκουλάκος. Ενας πρωτεργάτης των προδοτικών ταγμάτων ασφαλείας» 15.

Παρόμοια στοιχεία καταγράφονται και για τον Β' αντιπρόεδρο της χουντικής κυβέρνησης Δημ. Πατίλη (Τάγματα Ασφαλείας Ναυπάκτου), Νικ. Γκαντώνα, Κων. Παπαδόπουλο, αδελφό του δικτάτορα. Παλιοί ταγματασφαλίτες (όπως ο Διον. Παπαδόπουλος), που αποκαταστάθηκαν στο στράτευμα μετά τη Βάρκιζα, βρίσκονται αναμεμειγμένοι στο κίνημα του ΙΔΕΑ το 1951.

Ετσι, οι Ελληνες έβγαλαν -από την εμπειρία τους- τα συμπεράσματα τους για το ποιόν των ανθρώπων αυτών. Θα πρέπει, πλέον, να αναμένεται ένα «νέο κύμα Αναθεωρητισμού» που θα επιχειρήσει κάποτε να καθαρίσει τα ονόματα των χουντικών.

Κι επειδή, κακώς, το παρασοβαρέψαμε.

Εξαρχής το συγγραφικό δίδυμο δηλώνει πως θέτει ως στόχο να αποδομηθεί η δεσπόζουσα σήμερα «μυθολογία αριστερής κοπής», ακριβώς επειδή είναι δεσπόζουσα και οι ίδιοι αντιμάχονται τις κρατούσες αντιλήψεις. Και πως τη δεκαετία του ’60 «θα έβαζαν στο στόχαστρο τους κυρίαρχους μύθους των νικητών». Σισύφειο το έργο τους, καθώς έμμεσα δηλώνουν πως εάν καταφέρουν να ανατρέψουν την κυριαρχία της «αριστερής μυθολογίας», αμέσως θα επιδοθούν εκ νέου στο έργο της αποδόμησης της νέας «κυρίαρχης ιδεολογίας των (δεξιών) νικητών»!

Να τους πιστέψουμε;

Παραπομπές

1           Σ. Καλύβας και Ν. Μαραντζίδης, Εμφύλια Πάθη. 20 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο, Αθήνα 2015.

2 Θα μπορούσε φερειπείν να είχε βρει ποιος ήταν ο ταγματασφαλίτης που όταν πήγαιναν τους ομήρους να τους εκτελέσουν είχε πει: «Οχι στο νεκροταφείο, θα μας φύγουνε, είναι χαμηλός ο τοίχος. Μη μας φύγει κανείς». Μαρτυρία της 1Οχρονης τότε Ελένης Νανακούδη στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα, «Η Ελλάδα του Χίτλερ».

3 Ιωάννης Κ. Μπουγάς, Ματωμένες μνήμες 1940-45: Κόκκινη τρομοκρατία, κατοχικός εμφύλιος, κόκκινη απελευθέρωση, «λευκή» τρομοκρατία στη Νοτιοδυτική Πελοπόννησο (Γαργαλιάνοι - Καλαμάτα - Μελιγαλάς - Πύλος - Πύργος), Αθήνα: Πελασγός 2009.

4     Πέτρος-Ιωσήφ Σιανγκανέλλης: «Καλύβας-Μαραντζίδης; Τάγματα Ασφαλείας light», Αναγνώσεις Αυγής, 27-10-2015.

5     «Απρίλιος 1943: οι ταγματάρχες Πόρτας και Μάντζιος, ο υπολοχαγός Μπουλογιάννης, ο ανθυπασπιστής Αγγελόπουλος και ο πολίτης Αθανάσιος Γίτσος εκτελούνται στη Βουχωρίνα του Βοϊου Κοζάνης. Σεπτέμβριος 1943: ο υπολοχαγός Δροσόπουλος, ο ανθυπολοχαγός Νηγιάννης και ο ανθυπασπιστής Σκαρτσίλας εκτελούνται στο χωριό Μελίσσια Αιγιαλείας. Μάρτιος 1944: εκατοντάδες χωρικοί συλλαμβάνονται στα Τζουμέρκα της  Αρτας και οδηγούνται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Μυρόφυλλο Τρικάλων. Ιούνιος 1944: έπειτα από μάχη, το Βαλτέτσι Αρκαδίας πυρπολείται και λεηλατείται, ενώ συλλαμβάνονται 140 χωρικοί ως όμηροι, από τους οποίους εκτελούνται αργότερα οι 48. Στα παραδείγματα αυτά, και σε δεκάδες άλλα ανάλογα, οι θύτες ανήκαν στον ΕΛΑΣ, ενώ τα θύματα ήταν μέλη άλλοτε άλλων αντιστασιακών οργανώσεων και άλλοτε αντίπαλων  ένοπλων ομάδων που εξοπλίστηκαν από τους Γερμανούς. Το ίδιο, εννοείται, ίσχυε και αντίστροφα», (σελ. 46). Τελεία και παύλα. Το «αντίστροφα» δεν αξίζει περιγραφής, φαίνεται.

6     Αδιακρίτως 7.000 νεκροί. Ακόμη και τα θύματα των αγγλικών βομβαρδισμών.

7     Χαρακτηριστική περίπτωση η ανατίναξη της γέφυρας των Δικαίων στον Εβρο τον Μάιο του 1944 ύστερα από συνεργασία του 81ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ με Αμερικανούς σαμποτέρ, προκειμένου να σταματήσει η μεταφορά χρωμίου από την Τουρκία στη Γερμανία.

8   Οι ταγματασφαλίτες αρνήθηκαν να υπακούσουν στην εντολή (3 Σεπτεμβρίου 1944) του Σκόμπι να λιποτακτήσουν ή να παραδοθούν και το ανακοινωθέν (6 Σεπτεμβρίου) του Παπανδρέου «να εγκαταλείψουν αμέσως» τις θέσεις τους και να έρθουν στην πλευρά των Συμμάχων.

9   «Ενθέματα» Αυγής 16-9-2001. «Και ιδού η εργαλειακή χρησιμότητα ορισμένων αφηγήσεων στη μεταμοντέρνα εποχή μας: από τους ΕΛΑΣίτες ως τους μαχητές του Στάλινγκραντ και του Κιούρσκ, από το “κόμμα των εκτελεσμένων” (ΚΚΓ) ως τους μαχητές των Βιετκόνγκ, από τα υπόγεια της παρανομίας ως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, από το μαχόμενο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα ως τις απόπειρες θεμελίωσης λαϊκής εξουσίας, όλα αυτά, άνθρωποι, ιδέες, αγώνες, ήταν όργανα του κακού. 0 τρόπος της καταδίκης και της Ιστορικής Αναθεώρησης είναι θεολογικός και η πρακτική συνέπεια, όπως η θεολογία επιτάσσει, είναι η ανάνηψις, η μετάνοια. Απειρες οι μορφές της μετάνοιας, κι όχι ίδιες μ’ εκείνες που εξάγονταν παλιά στα κρατητήρια της Ασφάλειας».

10   Συνέντευξη στη Μαργαρίτη Πουρνάρα, Καθημερινή, 26-06-2011.

11   «Εμφύλιο πόλεμο χαμηλής έντασης ανάμεσα σε διάφορες ένοπλες ομάδες είχαμε επίσης την περίοδο 1945-1946 στη Μακεδονία, την Πελοπόννησο και άλλες περιοχές της χώρας», (σελ. 50)

12   Οριοθετημένες περιοχές δράσης σύμφωνα με τη (διαρκώς αμφισβητούμενη) Συμφωνία του Ιουλίου 1943 στο Περτούλι.

13   F.O.371/43694 R17120, «The situation in Athens». Σειρά τηλεγραφημάτων από το αρχηγείο του 50Ε για τη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια, με ημερομηνία 9 Οκτωβρίου 1944.

14   Τ. Κωστόπουλος, Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη, Αθήνα: Φιλίστωρ 2005.

15  Λ. Καλλιβρετάκης, «Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, τα Τάγματα Ασφαλείας και η “X”»
{[['']]}

"Νεκρή Μεραρχία" Τόμος Β' Μέρος 42

 
Ο Γιώργης Ατζακλής και τα παλικάρια του, μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. «... Εδώ αναγνώστη, πάρε και συ μια ανάσα, μπροστά σε τέτοιο σκοτωμό. Δεν ξέρω, δεν έχω λέξεις για να γράψω. Δεν μπορώ, δεν έχω λόγια αντάξια, για να πω. Μόνο κουκίδες βάζω, θα βάλω δέκα, εκατό, χίλιες και τρεις χιλιάδες. Κάθε κουκίδα και νεκρός, κάθε νεκρός και παλληκάρι. Είναι χιλιάδες οι νεκροί, χιλιάδες οι σφαγμένοι. Αν έχεις λέξεις συνέχισε εσύ. Μα κι αν δεν έχεις μνημόνεψε μόνο ονόματα. Ονόματα φονεμένων. Μνημόνεψε χαροκαμένες μάνες, γυναίκες, παιδιά και αδερφές. Μνημόνεψε τόπους μαρτυρίων. Έτσι θα γίνει τούτο το μνημόσυνο για τους θαμένους κι άταφους νεκρούς. Χωρίς παπά και ψάλτη. Χωρίς κεριά και θυμιατό. ΘΥΜΙΑΜΑ ΘΑΝΑΙ Η ΘΥΜΗΣΗ, ΚΕΡΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΑΚΡΥ...»

Μεταγωγή από Μεγαλόπολη στο στρατόπεδο της Τρίπολης

Ηρθε ο καιρός να με διώξουν από τη Μεγαλόπολη και να με στείλουν στην Τρίπολη για να περάσω στρατοδικείο. Έφευγα με μια ικανοποίηση ότι τα κατάφερα καλά. Επί τέλους κάτι κέρδισα κι εγώ. Νικημένος, μοναχός, κέρδισα μια νίκη. Μπροστά στη συμφορά αυτή η νίκη ήταν κάτι εντελώς ασήμαντο. Για μένα όμως και γι’ αυτούς που γλύτωσαν ήταν πολύ σημαντικό. Τώρα φαίνονται τ’ αποτελέσματα. Τώρα μαθαίνουν όλοι ότι το να βοηθάς και να συνεργάζεσαι με το ΚΚΕ είναι τιμή αλλά και σιγουριά. Τώρα όλοι αυτοί βγαίνουν ένας - ένας και επιδεικνύουν την προσφορά τους και επικαλούνται τη μαρτυρία μου. Τώρα οι απόγονοί τους, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, έρχονται και ρωτούν να μάθουν τι πρόσφεραν οι γονείς τους κι έμεινε μέχρι τώρα άγνωστο. Και ρωτούν εμένα.

Ψάχνουν να με βρουν με κάθε τρόπο για να πάρουν από πρώτο χέρι την πληροφορία και επιβεβαίωση. Άλλοι ρωτούν για να αποκαταστήσουν τους δικούς τους που συκοφαντήθηκαν. Αυτό μου δίνει βαθειά ικανοποίηση και γιατί αποκαθίστανται όλοι όσοι πρόσφεραν, αλλά και το κυριότερο για μένα, γιατί τώρα φαίνεται ότι εγώ κράτησα το μυστικό ανέπαφο και συνεπώς καλή ταχτική ακολούθησα. Αυτή είναι η τελευταία βαθειά ικανοποίηση για την ψυχική αγωνία εκείνης της περιόδου.

Όταν ετοιμάστηκα για να φύγω, πριν μου φορέσουν τις χειροπέδες, με κάλεσε ο διοικητής της υποδιοίκησης στο γραφείο του. Όταν μπήκα μέσα μου είπε: «Γνωρίζεις έναν Αθανάσιο Λαμπρακόπουλο αντισυνταγματάρχη της χωροφυλακής;» «Ναι» του απάντησα, «είναι θείος μου» Και συνέχισε: «Να ξέρεις ότι χάρη σ’ αυτόν δε σε παρέδωσα στους πατριώτες σου. Αν δεν ήταν αυτός, με τον οποίο είμαστε πολύ φίλοι και του έδωσα το λόγο τις τιμής μου ότι θα σε στείλω να δικαστείς όταν τον συνάντησα στο χωριό Ίσσαρι, την ημέρα που παραδόθηκες γιατί σου τσακίσαμε το πόδι, το μικρότερο κομμάτι σου θα ήταν ίσα με το αυτί σου. Θυμάσαι την επίθεση που έκαναν οι μάϋδες στο κρατητήριο στου Ίσσαρι; Εγώ όμως αφού είχα δώσει το λόγο της τιμής μου στον κ. Λαμπρακόπουλο έπρεπε να τον κρατήσω. Είμαι αξιωματικός και δε δέχομαι προσβολές».

Κι άλλα πολλά τέτοια έλεγε, περί ενδόξων και ηρωικών παραδόσεων, περί κράτους και νόμων. Έφθασε, από τη φόρα που είχε, να μου πει και για πράγματα που ήταν για γέλια. Μου είπε μια στιγμή: «Θέλετε να καταργήσετε την εκμετάλλευση. Καλά κάνετε. Και εγώ το θέλω. Και το κράτος το θέλει. Δεν ήταν όμως ανάγκη να σηκώσετε τα όπλα. Εάν κάποιος σ’ εκμεταλλεύεται, σου πουλήσει ένα πράγμα πάνω από την τιμή, νάρθεις να μου το καταγγείλλεις να τον κλείσω μέσα, να του κάνω μήνυση». Τότε κατάλαβα ότι ο άνθρωπος αυτός είχε μεσάνυχτα και κάτι. Βαθύ σκοτάδι κι έρεβος στη σκέψη του.

Με πονούσε το πόδι μου όπως στεκόμουνα ορθός και έλεγα μέσα μου, άντε να τελειώσεις να φύγω από εδώ. Αυτός όμως συνέχιζε τα περί ενδόξων και Έθνους και Εθνικοφροσύνης και ενδόξων προγόνων και Βασιλέων κ.λπ. Τέλος με ρώτησε: «Σου φερθήκαμε καλά; Έχεις κανένα παράπονο; μήπως σ’ έδειρε κανείς; μήπως σε βασάνισε; Θέλω να μου πεις την αλήθεια». «Καλά μου φερθήκατε» του απάντησα». Δεν έχω κανένα παράπονο» και αυτός κλείνοντας το λόγο του είπε: «Αυτά να τα πεις στον μπάρμπα σου τον κ. Λαμπρακόπουλο. Εγώ θα σε κρατούσα ακόμη εδώ αλλά αυτός μου ζήτησε να σε διώξω για την Τρίπολη. Καλή τύχη».

Κατεβαίνοντας σιγά - σιγά τις σκάλες, έλεγα μέσα μου: «δε φταις εσύ κι άλλοι σαν κι εσένα. Φταίνε οι ξένοι που μας γονάτησαν ακόμη μια φορά». Και τώρα μετράω με το νου μου ότι ήταν δυνατές οι πλάτες μας, αλλά όχι τόσο που να σηκώσουν το βάρος της αποστολής που, από την εξέλιξη των πραγμάτων, μας επιβλήθηκε. Να σηκώσουμε εμείς πρώτοι ντουφέκι στην Παξ -Αμερικάνα. Τότε η Παξ - Αμερικάνα φουρλάτιζε κι άφριζε και βρόνταγε το κομπολόι με τις ατομικές βόμβες και το μαντρόσκυλο της αποικιοκρατίας, ο αδιάντροπος πολιτικός, ο Τσώρτσιλ στο Φούλτον, έριξε το σύνθημα να εξαλειφθεί από το πρόσωπο της γης το κομμουνιστικό καθεστώς με τη χρήση της ατομικής βόμβας.

Τότε η Σοβιετική Ένωση, το στήριγμα της λευτεριάς όλων των σκλαβωμένων, αιμορραγούσε. Είκοσι εκατομμύρια νεκρούς είχε κι ανάμεσα σ' αυτούς επτά εκατομμύρια από τα οκτώ εκατομμύρια, μέλη και στελέχη του κόμματος. Όλα τα χωριά και οι πόλεις, όλα τα νοικοκυριά ακόμη και τα πιο μικρά γεφυράκια, ήταν κατεστραμένα σ ’ όλο το έδαφος που κατέλαβαν οι Γερμανοφασίστες. Έπρεπε να κερδηθεί χρόνος. Κάθε μέρα που περνούσε χωρίς πόλεμο ήταν μεγάλο κέρδος Έπρεπε ο σκλαβωμένοι λαοί να αναθαρρήσουν, έπρεπε να νοιώσουν ότι ο νταής δεν είναι τόσο δυνατός όσο λέει, ότι οι βόμβες του είναι ανίκανες να καταστρέψουν την αντίσταση ενός λαού.

Εμείς λοιπόν, με τα λιανοντούφεκα, λιγοστοί μα σκληροκέφαλοι, αφού μας ανάγκασαν, σηκώσαμε πρώτοι ντουφέκι. Τρία χρόνια χρειάστηκαν οι ζόρικοι καουμπόϋδες για να μας γονατίσουν. Αυτή η αντίσταση, τους πήρε τον αέρα. Κατάλαβαν ότι δεν θα μπορέσουν να περάσουν τόσο εύκολα και φρενάρισαν. Μετά από μας οι βορειοκορεάτες δέχτηκαν την επίθεση κι υποχρεώθηκαν να παλέψουν για ζωή και για θάνατο και μετά απ’ αυτούς οι Βιετναμέζοι, που τους ξεβράκωσαν και τους έκαναν περίγελο των λαών. Έστειλαν ξεβράκωτους τους νταήδες καουμπόϋδες στην πατρίδα τους κι ακόμη το θυμούνται και το φυσάνε μα δε κρυώνει. Έτσι πέρασε ο καιρός και ο γίγας, το σοσιαλιστικό στρατόπεδο έκλεισε τις πληγές του και πήρε την επάνω βόλτα. Τώρα τα πράγματα άλλαξαν. Κάθε μέρα ανοίγει μια πληγή στο κορμί της τυραννίας. Κάθε μέρα ανοίγει και από μια και καμιά δεν κλείνει. Οι σκλαβωμένοι λαοί σαν τα μυρμήγκια κατατρώνε το απαίσιο τέρας. Οι λαοί είναι ατέλειωτοι. Το τέρας έχει τέλος.

Σ' αυτήν την προσπάθεια, που τώρα έχει πάρει τέτοια έκταση, ο λαός της Ελλάδας πήρε για κείνη την περίοδο την πρώτη θέση. Συντήρησε τη φωτιά της αντίστασης στο νεοαποικισμό μέχρι να δυναμώσει και τώρα βέβαια συνεχίζει, μα τότε ήτανε μπροστά - μπροστά στην πρώτη γραμμή. Τότε συντηρούσε τη φωτιά με το αίμα των καλύτερων παιδιών του. Αν δούμε τα γεγονότα εκείνης της εποχής σήμερα και τα μετρήσουμε με τα παγκόσμια μεγέθη κι όχι με τα τοπικά ή τα περιφερειακά, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε μόνον, για τυχοδιωκτισμούς που έφεραν την ήττα, αλλά και για αντικειμενικές δυσκολίες που απόκλεισαν την τοπική νίκη. Κι ακόμη ότι δεν υπήρξε μάταιος αγώνας, αλλά τεράστια προσφορά Τα λάθη τακτικής, τα λάθη στην οργάνωση και διεξαγωγή του ένοπλου αγώνα, επέδρασαν αποφασιστικά εξ αιτίας του συσχετισμού των δυνάμεων σ’ εκείνη την εποχή. Γι ’ αυτό ακριβώς το λόγο και τα αποτελέσματα αυτών των λαθών ήταν φοβερά σ’ έκταση και βάθος.

Για μένα είναι φανερό τώρα ότι κι αν δε γίνονταν αυτά τα λάθη, δε θα είχαμε νικήσει και για να μην είμαι απόλυτος, ελάχιστες πιθανότητες υπήρχαν να πετύχουμε μια μερική νίκη δηλαδή να ανακόψουμε την εξόντωση του κινήματος που είχαν βάλει σαν σκοπό τους οι Αγγλοαμερικάνοι. Ακόμη νομίζω ότι δε θα μπορούσαμε να αποφύγουμε την ένοπλη σύγκρουση εκτός κι αν σκύβαμε το κεφάλι για να μας το κόψουν, όπως το κάναμε από το 1945 μέχρι το 1946 σ' όλη την Ελλάδα Εάν δεν αντιστεκόμασταν μ’ όλα τα μέσα τότε, όχι μόνο θα μας εξόντωναν αλλά θα είχαμε υποστεί σαν κίνημα, σαν επαναστατικό κόμμα και την ατίμωση, τη διαπόμπευση, όπως το πάθαμε με την ΕΔΑ το 1967 που μας οδήγησαν σαν πρόβατα στη Γιάρο.

Όλοι λοιπόν αυτοί οι όψιμοι, που μιλάνε μόνον για τυχοδιωκτισμούς κι έχουν σηκώσει τη σημαία της λαθολογίας και του αναθεωρητισμού, βιαστήκανε να βγάλουν ιστορικά συμπεράσματα και γι ’ αυτό θα γελοιοποιηθούνε τελικά Δεν έπρεπε και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο εμφύλιος πόλεμος μας επιβλήθηκε από την κατοχή, τα Δεκεμβριανά και το μεταβαρκιζιανό όργιο. Το ΚΚΕ έκαμε ότι μπορούσε για να τον αποφύγει. Έκαμε σοβαρές υποχωρήσεις. Έφθασε μέχρι την άκρη στις υποχωρήσεις και μερικές φορές πέρασε στο όριο από το οποίο η υποχώρηση γίνεται υποταγή κι όμως δεν απέφυγε την ένοπλη σύγκρουση.

Κι' αυτό για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι η γεωγραφική θέση της χώρας μας, που είναι στο σταυροδρόμι των Ηπείρων και των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής. Η Αγγλική αποικιοκρατία είχε συμφέροντα να κρατήσει την Ελλάδα στην επιρροή της και να διαφεντεύει τη Μεσόγειο ανενόχλητα. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι την εποχή εκείνη που ο Αμερικανικός ιμπεριαλισμός έβαζε σαν σκοπό του την επιβολή της Παξ - Αμέρικα σ’ όλο τον κόσμο, στην Ευρώπη η χώρα μας ήταν η μόνη που μπορούσε να ξεκοπεί απ’ την επιρροή του και να γίνει αιτία και γι’ άλλα κακά, γι’ αυτόν. Έπρεπε λοιπόν με κάθε θυσία να μας εξοντώσουν. Κι από τα πράγματα στο κίνημα έμπαινε το δίλημμα: ή να παραδοθεί ή ν’ αντισταθεί σηκώνοντας το κεφάλι απέναντι στην Αμερικανοκρατία τούτη τη φορά. Ήταν πολύ το αίμα που δώσαμε τότε, αλλά για τη λευτεριά τίποτα δεν είναι πολύ.

Οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές θάχαν πνίξει τον κόσμο στο αίμα. Ευτυχώς όμως που οι σοβιετικοί εργάτες κι επιστήμονες άπλωσαν το τιμωρό χέρι των ελευθέρων λαών μέχρι τη φωλιά των φονιάδων. Έτσι τους έκοψαν τη φόρα. Όλα μπορεί να τα κάνουν οι μεγαλοβιομήχανοι και οι μεγαλοτραπεζίτες. Είναι αδίστακτοι. Το μόνο που δεν θα κάνουν ποτέ είναι ν’ αυτοκτονήσουν. Τώρα πια ξέρουν ότι πουθενά δεν είναι ασφαλείς και γι’ αυτό διστάζουν.

Όταν μου πέρασαν τις χειροπέδες και με ανέβασαν στο αυτοκίνητο για να με μεταφέρουν στο σφαγείο της Τρίπολης, γύρισα το κεφάλι μου προς τα κάτω, όπως πάει ο δρόμος για την Καλαμάτα. Στο βάθος φαίνονταν λίγο η πλατεία της πόλης. Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά και ο κόσμος πηγαινοέρχονταν ήρεμος όπως συνήθως, σα να μην είχε περάσει από τούτη την πόλη η κοσμοχαλασιά.

Για δεύτερη φορά παίρνω τον ίδιο δρόμο, σκέφτηκα. Η ίδια διαδικασία. Συνοδεία, χειροπέδες, κλούβα, μόνο τώρα οι χειροπέδες είναι Αμερικάνικες, όπως και η κλούβα. Δεν πίστευα ότι θα ξαναπέρναγα τούτον το δρόμο. Πίστευα ότι θα νικούσαμε ή θα σκοτωνόμουνα όπως και τόσοι άλλοι. Κι όμως δεν έγινε το πρώτο μα ούτε και το δεύτερο. Δεν σκοτώθηκα. Την πρώτη φορά ανέβηκα μόνος μου στην κλούβα, τώρα μ’ ανέβασαν αυτοί. Τότε είχα και τα δύο πόδια μου γερά, τώρα το ένα ήταν τσακισμένο και το μισοπατούσα. Τότε τα χέρια μου έστυβαν την πέτρα, τώρα τραυματισμένα γεμάτα σίδερα δεν κρατούσαν όπως τότε καλά. Τότε την πόλη την έβλεπα με τα δυο μου μάτια. Τώρα τη βλέπω με το ένα. Τ’ άλλο ήταν τυφλό, γεμάτο σιδεράκια κι αίμα, τραβηγμένο μέσα στη κόγχη, στο βάθος, σουφρωμένο, σταφιδιασμένο και δάκρυζε συνεχώς. Λες και τόκανεγιανα μου καίει συνεχώς το μάγουλο και να μου θυμίζει τ’ αποκαΐδια των ωραίων ονείρων μου.

Η πόλη μέσα φαίνονταν ήρεμη. Όταν όμως βγήκαμε έξω από τα τελευταία σπίτια άρχισε να διακρίνεται σαν ακάνθινο στεφάνι το συρματόπλεγμα που την περιτρυγύριζε. Κι από ψηλά στις Βίγλες, φάνηκε όλο. Βαθύ, αυλακωτό, συνεχές και κάθε τόσο σα μεγάλα σπυριά φαίνονταν τα πολυβολεία. Το χαράκωμα γεμάτο μ’ αγκαθωτά συρματοπλέγματα έζωνε όλη την πόλη. Ταυτόχρονα σημάδευε και την ελεύθερη περιοχή από την σκλαβωμένη. Μέσα από το χαράκωμα ήταν περιορισμένο για δύο χρόνια το κράτος των δοσίλογων και της αμερικανοκρατίας. Το περιορίσαμε μέσα εκεί μετακινώντας την κυριαρχία του σπιθαμή - σπιθαμή ποτίζοντας το χώμα με αίμα. Όμως δεν μπορέσαμε να το εξαφανίσουμε. Δεν είχαμε άλλο αίμα.

Καθισμένος πάνω στην τάβλα με δεμένα τα χέρια, έβλεπα από το πίσω μέρος της κλούβας τα βουνά, τα δάση, τις χαράδρες, τα ρέματα και παρασύρθηκα σε φαντασιώσεις. Εκεί περπάτησα λεύτερος και δυνατός, γεμάτος όνειρα έξι χρόνια. Εκεί είχε μείνει η ψυχή μου. Το είναι μου. Τώρα εδώ μέσα στην
κλούβα, δεμένος σαν αγρίμι δεν ήμουνα εγώ. Ήταν ένα άδειο κορμί, χωρίς ψυχή, γεμάτο αναμνήσεις. Έτσι είμαι και σήμερα μετά από τριανταπέντε χρόνια. Τότε ένας κόμπος κάθισε στο λαιμό μου κι έκλαιγε η ψυχή μου με δάκρυ πικρό και καφτό όσο θυμόμουνα τις δόξες μας, τις νίκες μας, τους συντρόφους μου. Και μου έσφυγγε το λαιμό η σκέψη ότι δε θα μπορέσω ξανά να περπατήσω εκείνους τους δρόμους, εκείνα τα μονοπάτια, εκείνες τις βουνοκορφές. Τρίτη φορά δε θα γινότανε ο ίδιος κύκλος. Μόνο στα όνειρα πια θα περνούσα από εκεί όσο θα ζούσα.

Μπήκαμε στην Τρίπολη και μαζεύτηκε το μυαλό μου από τα βουνά. Σταματήσαμε σ’ ένα κτίριο, που ήταν τα δικαστήρια. Με πήγαν σ’ ένα στενό γραφείο. Εκεί ήταν ένας αξιωματικός που ήταν εισηγητής, έτσι μου είπαν. Παραξενεύτηκε που με είδε. Ανακάτεψε τα χαρτιά κι ύστερα ρώτησε: «Που ήσουνα τόσο καιρό εσύ;» Δεν του απάντησα. Τι να του έλεγα; Τον κοίταζα μόνο με απορία. Κατάλαβε ότι ρωτούσε κάτι γνωστό. Και συνέχισε: «Σε ρωτώ να μου πεις αν μέχρι τώρα ήσουνα στο βουνό, κατάλαβες;». «Ναι» του απάντησα. «Καλά δεν έμαθες τίποτα, δεν άκουσες τίποτα δηλαδή ότι όλα τέλειωσαν, τι περίμενες; Γιατί δεν παραδόθηκες αυθορμήτως να ησυχάσεις; Τώρα που σε συνέλαβαν θα τιμωρηθείς». «Δε με πιάσανε» του απάντησα. «Με τραυμάτισαν στο πόδι και δεν μπορούσα να κινηθώ και κανείς δε με βοηθούσε, γι’ αυτό είμαι τώρα εδώ». «Καλά» είπε κι άρχισε να ρωτάει τα τυπικά, όνομα κ.λπ. Μετά με ρώτησε τ’ άλλα δηλαδή πόσον καιρό ήμουνα στο βουνό, μάχες κ.λπ. Στα γρήγορα όμως. Ύστερα έγραψε ένα σημείωμα.

Φαίνεται ήταν καλός άνθρωπος στο βάθος γιατί με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: «Μην απελπίζεσαι, τώρα το κακό πέρασε ώσπου να δικαστείς θα περάσει μήνας και πάνω. Δε θα σε εκτελέσουν». Φώναξε μετά το χωροφύλακα, τούδωσε το σημείωμα και φύγαμε. Από εκεί με την κλούβα ξανά, φθάσαμε στην άκρη της πόλης που πάει ο δρόμος για τα Καλάβρυτα. Εκεί ήταν το στρατόπεδο, δηλαδή η μάντρα που έκλεινε ο φασισμός τα σφαχτά πριν τα οδηγήσει στη σφαγή.
Στρατόπεδο κρατουμένων Τρίπολης

Δεν είχα κείνη την ώρα ξεκάθαρη αντίληψη τι ήταν ακριβώς εκείνο το στρατόπεδο. Γενικά νόμιζα ότι ήταν ένας τόπος οργανωμένος για να κρατηθούν προσωρινά οι αριστεροί και δημοκρατικοί αντίπαλοι του κατεστημένου. Μα δεν ήταν όμως έτσι. Εκεί ήταν ο προθάλαμος της διαλογής για θάνατο και για φυλακή, ήταν ένας τόπος διαφθοράς συνειδήσεων, παραγωγής χαφιέδων, εκβιασμών με την απειλή του θανάτου, για παραγωγή μαρτύρων κατηγορίας. Ήταν ένας τόπος που κάθε νύχτα, μεθυσμένοι δεσμοφύλακες και φρουροί, σα χτήνη, βίαζαν με την απειλή των μαχαιριών και του στραγγαλισμού τις κρατούμενες. Ούτε οι Γερμανοί δεν έκαναν τέτοια, παρά μόνο οι ταγματασφαλίτες. Οι καταχτητές διέφθειραν με την πείνα. Τούτοι βίαζαν με την απειλή του θανάτου. Αμερικανοεγγλέζικα και ταγματασφαλίτικα καμώματα.

Εδώ η δουλειά ήταν επιστημονικά οργανωμένη. Ο σκοπός ήταν ένας Όσοι περνούσαν από δω, να φύγουν με ένοχη και στραπατσαρισμένη συνείδηση, χωρίς προσωπικότητα Με σπασμένη την ψυχή και τη μέση τους. Μερικοί έπρεπε να γίνουν βιαστές, άλλοι βασανιστές, οι πιο πολλοί αλληλοκατηγορούμενοι, πληροφοριοδότες, άλλοι καταδότες. Κανένας, είτε κρατούμενος είτε δεσμοφύλακας, δεν έπρεπε να φύγει από κει με ακαίρια συνείδηση. Δε ζητούσαν εκεί δηλώσεις μετάνοιας. Δεν έφθανε αυτό. Εκεί ζητούσαν πολύ πιο πολλά κι όχι μια υπογραφή. Ζητούσαν τη διαπόμπευση, τον έσχατο εξευτελισμό. Ζητούσαν να γίνεις ανθρωποφάγος. Να ζήσεις σκοτώνοντας τον σύντροφό σου ή ακόμη το διπλανό σου ή έστω κάποιον άλλον. Γι' αυτό δε ζητούσαν δηλώσεις μετάνοιας κι όποιος έκανε, απλώς έπαιρνε σειρά προτεραιότητας για το αλληλοφάγωμα.

Πρώτοι από τους πρώτους πρωτομάστορες, ήταν οι παπάδες. Έμπαιναν μέσα με το πετραχείλι και το σταυρό γραμμένο πάνω στο εξωτερικό ντύμα της Ιεράς Σύνοψης. Αμολούσαν τους φρουρούς με τις σανίδες και τα ματσούκια στο χέρι για να φέρουν «αυθορμήτως» τους κρατούμενους στο κήρυγμα. Και μετά το κήρυγμα για μετάνοια και συγχώρηση, άρχιζε το ψάλσιμο. Και μετά η ατομική εξομολόγηση στην ιδιαίτερη σκηνή. Εκεί γίνονταν το μυστήριο της εξομολόγησης. Το μυστήριο τέλειωνε με μια ευχή για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του εξομολογούμενου και με μια υπόδειξη να πάει να καταθέσει τα όσα δέχτηκε και είπε στο Α2 γραφείο. Δεν ήταν ανάγκη βέβαια να πάει ο εξομολογηθείς. Θα τον καλούσε, αν δεν πήγαινε, το Α2 γιατί ο παπάς έδινε σε δελτίο τα όσα είπε και δέχτηκε ο εξομοληγηθείς χριστιανός.

Όλη αυτή η διαδικασία, άρχιζε με τις ομοβροντίες των εκτελέσεων που γίνονταν με την ανατολή του ήλιου, πάνω στην άκρη της πόλης, έξω από τις φυλακές. Μετά τις εκτελέσεις άρχιζε στο στρατόπεδο «το αυθόρμητο» με τα στυλιάρια μάζεμα για την προσευχή και το κήρυγμα. Είχε κι άλλες δίπλες ο χορός του εγκλήματος και της διαφθοράς. Θα τις ξεδιπλώσω στη συνέχεια. Και θα το κάνω, όχι τόσο για να φανεί ποιό ήταν εκείνο το κράτος, έχουν γραφτεί τόσα πολλά γι’ αυτό, αλλά για να φανεί τι τράβηξαν όλοι εκείνοι που πέρασαν από εκεί, γιατί μέχρι σήμερα γράψανε για τους άλλους τόπους βασανιστηρίων και θυσίας όπως τη Μακρόνησο, τη Γιάρο, τον Άη Στράτη, τις φυλακές Κέρκυρας και Κεφαλονιάς, μα κανένας ή ελάχιστοι, για τα στρατόπεδα, όπως της Τρίπολης, της Λάρισας, της Πάτρας κ.λπ.

Δεν ήρθε ακόμη ο καιρός να τιμηθεί η Αντίσταση στην Παξ - Αμερικάνα. Τώρα «τιμούνται» όλοι εκείνοι που πήραν μέρος στην Αντίσταση κατά των Γερμανοϊταλοβουλγάρων και ζητάνε από τον Παπαντρέα και τον Δροσογιάννη να μας δώσει το χαρτί με τη σφραγίδα. Για την αντίσταση στην Αγγλοαμερικάνικη κατοχή δεν γίνεται κουβέντα, γιατί ο Παπαντρέας και ο Πατέρας του, ο Παπατζής κι η παρέα του, ήταν από κείνη τη μεριά και είναι ακόμη από κείνη τη μεριά μέχρι σήμερα. Από κείνη τη μεριά που ήταν όλοι οι καλοί πατριώτες, όπως η Γερμανοφρειδερίκη, οι εθνικόφρονες ταγματασφαλίτες, ο ανώτατος κλήρος μ’ αρχηγό τον Σπυρίδωνα των Ιωαννίνων που υπόγραψε τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, ο Στρατηγός Γερακίνης κι όμοιοι του, ο Πλυτζανόπουλος και ο Έβερτ κι άλλοι κι άλλοι πολλοί και διάφοροι, όλα τα λουλούδια της ξενοδουλείας με αρχηγό τον παραλημένο το γέρο Σοφούλη, τον αρχηγό του Κέντρου, που εκατόχρονος στη διαφθορά έσκυβε ευλαβικά και προσκυνούσε το γοβάκι της Γερμανοφρειδερίκης.

Έτσι τώρα όλοι οι κοντυλοφόροι γράφουν για την Εθνική Αντίσταση μέχρι τον Οκτώβρη που ήρθε η κυβέρνηση του Παπατζή στην Αθήνα, εκείνη η γελοία κυβέρνηση. Και ήταν γελοία κυβέρνηση γιατί την έλεγαν «Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας» ενώ δεν ήταν ούτε Ελληνική κυβέρνηση, γιατί κυβερνούσε ο Λήπερ, ο πρεσβευτής της Αγγλίας, δεν ήταν ούτε Εθνική γιατί εξυπηρετούσε ξένα συμφέροντα και δεν ήταν κυβέρνηση Ενότητας αλλά διχασμού κι ας συμμετείχαν και μερικοί «υπουργοί» από την Εθνική Αντίσταση.

Οι γελοιότητες όμως στην πολιτική, όπως ο σχηματισμός της Κυβέρνησης Ενότητας, πληρώνονται πολύ ακριβά. Και την πληρώνει τη λέζα, εκείνος που είναι πιο αδύνατος. Και τούτο, γιατί πίσω από κάθε γελοιότητα στην πολιτική, κρύβεται, καμουφλάρεται για λίγο καιρό, κάποιο καλά μελετημένο σχέδιο δράσης για τον έναν και η ανικανότητα για τον άλλον. Αφού λοιπόν δεν ήρθε ο καιρός μετά από σαράντα χρόνια, να γραφτεί κάτι για τούτη την αντίσταση την τελευταία και κορυφαία ένοπλη μάχη των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης από τους ειδικούς, θα καταγράψω εγώ μερικά γεγονότα που είδα κι άκουσα για νάχουν υλικό αυτοί που θα γράψουν αργότερα.

Με βοήθησαν να κατεβώ από το αυτοκίνητο, κρέμασα το ταγάρι μου στην πλάτη, πήρα παραμάσχαλα το σάϊσμα, που μου έφερε η μάνα μου για να στρώνω και να σκεπάζομαι και στο δεξί μου χέρι τη μαγκούρα μου και κούτσα - κούτσα μπήκαμε με τους συνοδούς μου σ’ ένα γραφείο. Εκεί με κοίταζαν όλοι σα να ήμουνα κάτι παράξενο. Ο λοχίας που κάθονταν στο τραπέζι, ρώτησε «τι είναι αυτός, που τον βρήκατε;». Οι χωροφύλακες χαιρέτησαν και τούδοσαν τα χαρτιά. Τα διάβασε και κουνώντας το κεφάλι του είπε: «ρε τι έχουν να δουν τα μάτια μας» και γυρνώντας προς τα μένα με ρώτησε: «Που γύριζες τόσο καιρό; Δεν έμαθες, δεν άκουσες τίποτα; Εσύ ή πολύ βλάκας είσαι ή πολύ ζόρικος». Σηκώθηκε, πέρασε στο άλλο γραφείο που ήταν ο διοικητής, κάθισε λίγο, ξαναβγήκε και είπε σ ’ ένα δεκανέα που τον έλεγαν Χιώτη: «πάρτον μέσα».

Αυτός μ’ έσπρωξε και βγήκαμε από το γραφείο. Με συνόδεψε μέχρι την είσοδο του στρατοπέδου. Άνοιξε την πόρτα και μούδωσε μια δυνατή κλωτσιά. Τσακίστηκα στα σκαλοπάτια και κουτρουβαλώντας βρέθηκα στο τελευταίο σκαλοπάτι. Εκεί άρχιζε το προαύλιο του στρατοπέδου. Σηκώθηκα, μάζεψα τα πράγματά μου και τη μαγκούρα μου και άρχισα να βαδίζω. Προχωρούσα σα χαμένος. Κοίταζα δεξιά - αριστερά να δω κάποιον γνωστό. Γνωστοί ήταν όλοι σχεδόν, μα εγώ δεν τους γνώριζα. Ούτε κι αυτοί στα κακά χάλια που ήμουνα. Ρώτησα κάποιον για να μου πει που ήταν η σκηνή που έμενε ο αδερφός μου και ο μπάρμπας μου. Με κοίταξε καλά - καλά και μου απάντησε : «περίμενε» κι έφυγε τρέχοντας. Στάθηκα εκεί σα σκύλος δαρμένος και άθελά μου άρχισα να σκουπίζω τα ρούχα μου που ήταν σκονισμένα από την κουτρουβάλα.

Σε λίγο φάνηκε ο μπάρμπας μου ο Αντρέας Παπακωνσταντίνου, ο πατέρας του Βασίλη που τον σκότωσαν και τούκοψαν το κεφάλι και το κρέμασαν στο καμπαναριό του χωριού μου. Έτρεξε μ’ αγκάλιασε με φίλησε και χωρίς να μου πει τίποτε με πήρε από το χέρι για να με πάει στη σκηνή του. Το νέο μαθεύτηκε στο στρατόπεδο. Καθώς προχωρούσαμε, βγήκαν όλοι και με κοίταζαν. Κανένας όμως δεν έλεγε τίποτα. Ήταν σαν να με περνούσαν νεκρό, σα νάβλεπαν το φέρετρό μου. Δεν είχαν άδικο. Δεν ήμουν αυτός που ήξεραν. Μπροστά τους περνούσε ένας σκελετωμένος καμπούρης,κουτσός ζητιάνος που έμοιαζε με κάποιον γνωστό τους.

Έφθασα στην σκηνή, μπήκα μέσα και σωριάστηκα στο στρώμα του αδερφού μου. Αυτός έλειπε σε αγγαρεία. Ένοιωσα ανακούφιση όπως ξάπλωσα κι είδα γύρω μου ανθρώπους που με κοιτούσαν με συμπάθεια. Μούδοσαν, τσιγάρο, νερό, μια καραμέλα κι ένας βγήκε να φέρει καφέ. Με ρωτούσαν για τα τραύματά μου. Μούβγαλαν το παπούτσι για να δουν. Έφεραν ένα νοσοκόμο και το καθάρισε. Με τον καφέ και το τσιγάρο, συνήλθα. Άρχισα και εγώ να τους απαντώ. Ξυπνούσα σιγά - σιγά από το λήθαργο της απογοήτευσης. Να που βρέθηκαν κάποιοι που να ενδιαφέρονται για μένα, που δε με βρίζουν, που δε με καταριόνται, που μ’ αγαπούν. Θησαυρός ατίμητος η εκτίμηση του κόσμου. Πηγή ζωής και δύναμη η συμπαράσταση του συνανθρώπου σου. Ακόμη και νεκρούς ανασταίνει η αγάπη του απλού ανθρώπου. Πήρα και γω δύναμη, αναστήθηκε η ψυχή μου. Δε χάθηκαν όλα. Αυτό ήταν. Δε χάθηκαν όλα. Χάθηκαν πολλά, όχι όμως τα πάντα.

Περνούσαν από τη σκηνή για ένα, δύο λεπτά γνωστοί και άγνωστοι, έβλεπαν κι έφευγαν χωρίς να λένε τίποτα, μόνο κοίταζαν ανέκφραστοι. Οι εκτελέσεις είχαν σταματήσει μετά την απόφαση του ΟΗΕ. Πολλοί χρωστούσαν τη ζωή τους στο Βισίνσκυ, τον αντιπρόσωπο της Σοβιετικής Ένωσης. Ο φόβος όμως φτερούγιζε ακόμη μέσα στο στρατόπεδο και πάγωνε τα αισθήματα των ανθρώπων. Ακόμη το στρατόπεδο μύριζε θάνατο. Κανείς δεν ήταν βέβαιος για το αύριο. Κι αν έπαιρναν δύο -τρεις και δέκα και τους εξαφάνιζαν σε ποιόν θα έδιναν λόγο; Κανένας δε θα το μάθαινε. Εδώ ήταν Τρίπολη και τη διαφέντευε ένας νέος ελληνόφωνος πασάς που σκότωνε κι εξαφάνιζε κι έκαιγε και ρήμαζε, όπως ο πασάς στην Τουρκοκρατία, χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν.

Η ιστορία λέει ότι τον Αθανάσιο Διάκο τον σούβλισαν οι Τούρκοι στη Λαμία, μα κείνοι ήταν Τούρκοι. Το Γιώργη Σπυρόπουλο ή Κάπα και τον Κώστα Κουτσικέλα τον καθηγητή, τους έκαψαν ζωντανούς με βενζίνη απ’ έξω απ’ την Τρίπολη με διαταγή του Πετζόπουλου που ήταν ο πασάς - στρατιωτικός διοικητής του Μωριά. Τον Παναγιώτη Θανόπουλο και το Λεωνίδα Σπηλιόπουλο ή Σπηλιωτόπουλο, τους κάψανε ζωντανούς με βενζίνη μόλις ένα χιλιόμετρο από το κέντρο της Τρίπολης οι εθνικοπαράφρονες, δίχως να φοβηθούν ούτε την κοινή γνώμη. Τον Πέτρο Πέτρου τον κάψανε ζωντανό στο Μαίναλο, πάνω στα κάρβουνα από ξύλα σαν τον Θανάση Διάκο. Πόσους άλλους κάψανε ζωντανούς; Και πόσοι άλλοι εξαφανίστηκαν στις έδρες των Ταξιαρχιών και των Ταγμάτων; Κανείς δεν ξέρει. Ο Κλαδέος, το ποτάμι που περνά κοντά στα Ολύμπια κοκίνησε από το αίμα των εκτελεσμένων χωρίς δίκη. Ακόμη κι ένας παπάς από την Ολυμπία πήγε και εκτέλεσε αυτούς που είχε άχτι. Πόσοι δε χάθηκαν από το στρατόπεδο όταν τους πήραν για ανάκριση δήθεν, μα δε γύρισαν ποτέ. Η Τρίπολη ήταν τότε μια φωλιά δολοφόνων που έδρασαν για δύο χρόνια ανενόχλητοι, επίσημα με τιμές και τσιριμόνιες. Τώρα λοιπόν που είχαν σταματήσει οι εκτελέσεις, ο κόσμος, οι κρατούμενοι, έτριβαν τα μάτια τους για να βεβαιωθούν ότι έφυγε το κακό, μα δεν το πίστευαν.

Δολοφονίες των Θ. Πρεκεζέ και γιατρού Ν. Μάστορη — αποκεφάλισαν τον άρρωστο και το γιατρό

Στο στρατόπεδο έμαθα και για το τραγικό τέλος του Θόδωρου Πρεκεζέ. Είχε μπει σε μία κρύπτη στη Μαλεβή, πάνω από τον Προφ. Ηλία, που από το σημείο αυτό έλεγχε το μέρος που ήταν μπροστά από την κρύπτη, όχι όμως και το πίσω. Μαζί του είχε τον πατέρα του, τον μπάρμπα - Γιώργη, την αδερφή του Τσεβή, διμοιρίτισσα στο Δ. Στρατό, άριστη μαχήτρια που δε γνώριζε φόβο. Την αρραβωνιαστικιά του Πίτσα Παπαμιχαήλ από την Αράχωβα, το Νίκο Μάστορη, γιατρό από Άγιο - Βασίλη και την Ελένη Παπαφάγου, μικρή κοπελίτσα τότε, μέλος της μεγάλης ανταρτοοικογένειας που έδωσε στον αγώνα πέντε θύματα. Διάφορες φήμες κυκλοφορούσαν τότε, μεταξύ αυτών ότι προδόθηκε η κρύπτη από κάποιον έμπιστο που είχε προμηθέψει τη προηγούμενη μέρα την ομάδα Πρεκεζέ με τρόφιμα.

Ήταν ξημερώματα 24 Ιούνη 1949 και είχε γεμίσει ο τόπος εχθρικά τμήματα. Αποσπάσματα χωροφυλάκων και Μάϋδων κάνανε ανίχνευση μέτρο - μέτρο. Ένα τμήμα τους έφθασε πίσω από την κρύπτη. Αιφνιδίασε κι έπιασε ζωντανό το γέρο Πρεκεζέ που φύλαγε σκοπός, αφού τον τραυμάτισαν χτυπώντας τον στο κεφάλι με σιδερένιο βαρύ όργανο. Φθάσανε στη κρύπτη και τη γάζωσαν με τ’ αυτόματα σκοτώνοντας τον Θ. Πρεκεζέ. Οι ριπές κόψανε τα πόδια του γιατρού Νίκου Μάστορη. Η μικρή Ελένη πήδησε από τη κρύπτη στο χάος σαν άλλη Σουλιώτισσα και συγκρατήθηκε πέφτοντας, από τα κλαδιά και τους βράχους βαριά τραυματισμένη. Η Τσεβή και η Πίτσα ξέφυγαν από τον κλοιό και τη σύλληψη.

Αυτές αφού ζήσανε σαν αγρίμια για μεγάλο διάστημα, πιάστηκαν σ’ άλλη συμπλοκή και την Τσεβή τη φυλάκησαν και τη Πίτσα την εκτέλεσαν στην Τρίπολη. Με μια ριπή αποτέλειωσαν και το γιατρό Μάστορη. Κόψανε τα κεφάλια του Πρεκεζέ και του Μάστορη και τα βάλανε σε δύο ταγάρια. Φορτώσανε σε μουλάρια το μπάρμπα - Γιώργη και την Ελένη Παπαφάγου που πιάσανε τραυματισμένη και τράβηξαν για την Αράχωβα. Στο δρόμο που πήγαιναν βγάζανε πότε το ένα, πότε το άλλο, πότε και τα δύο κεφάλια μαζί και τάδειχναν στους ξωμάχους. Κάποιοι απ’ αυτούς τους παλικαράδες διάταξαν το γέρο Γιώργη, να πιάσει από τα μαλλιά τα κεφάλια και να τα βγάλει από τα ταγάρια για επίδειξη. Φαίνεται πως δεν είχαν γεννηθεί από πατέρα αλλά από ανθρωπόμορφο τέρας των παραμυθιών.

Έτσι γυροφέρνει η Ιστορία σε τούτο τον τόπο από παλιά. Τον πρωτοκαπετάνιο των Αγράφων Κατσαντώνη άρρωστο ύστερα από προδοσία, τον έπιασε ο Αλή Πασσάς και τούτριψε τα κόκκαλα με το σφυρί στον πλάτανο, στα Γιάννενα για να λυγίσει τους ραγιάδες. Τον πρωτοκαπετάνιο του Πάρνωνα Πρεκεζέ τραυματισμένο, άρρωστο και άοπλο τον σκότωσαν στην κρύπτη της Μαλεβής. Τούκοψαν το κεφάλι και το γύριζαν, μαζί με το κεφάλι του γιατρού Μάστορη, στα χωριά του Πάρνωνα για να λυγίσουν το λαό του Μωριά.

Κρίνε συ αναγνώστη ποιος είναι ο χειρότερος, ο Τούρκος δυνάστης ή Ελληνόφωνος δούλος, ο ντόπιος εθελόδουλος ή ο ξένος αφέντης.

Η ζωή στην κόλαση των δούλων της ξενοκρατίας

Οι πολιτικοί του Μωριά, γόνοι των Τουρκοκοτσαμπάσηδων σα χασισομένοι δερβήσιδες, τριγυρνούσαν από φυλακή σε φυλακή και από στρατόπεδο σε στρατόπεδο για να βοηθήσουν στο ξεκαθάρισμα του εσωτερικού μετώπου, όπως έλεγαν τότε οι γερμανοθρεμένες φυλλάδες. Πήγαιναν στο στρατόπεδο, καλούσαν τους κρατούμενους δήθεν για επισκεπτήριο και εκεί, με όπλο την ψυχολογική βία, μπροστά στα μάτια του πατέρα ή της μητέρας, της γυναίκας και των παιδιών, προσπαθούσαν να αποσπάσουν ομολογίες, καταγγελίες, μαρτυρίες με την συμβουλή «πες κάτι για να βρω πάτημα να σε σώσω». Δούλεψαν καλά και γερά και με το αζημίωτο.

Στην άλλη δίπλα του χορού, περίμεναν οι δικηγόροι. Τους σύστηνε ο κομματάρχης, ο πολιτευτής που είχε το μέσον. Δεν έφθανε η εκτέλεση του αντάρτη, του αριστερού, του δημοκράτη. Έπρεπε να πεθάνουν και οι δικοί του. Έτσι λοιπόν μπήκε σε ενέργεια η μηχανή «φέρε λεφτά, πούλα ότι έχεις για να σώσουμε το παιδί». Τι να πουλήσει ο έρημος πατέρας; Τι του είχε απομείνει; Δεν πειράζει ότι βγει και μετά ο επίλογος: «δυστυχώς δεν μπόρεσα να τον γλιτώσω». Δεν ήταν εξαιρέσεις αυτά τα περιστατικά. Ήταν κανόνας. Και μόνο το γεγονός ότι δικηγόροι, επιστήμονες δέχτηκαν να συμμετάσχουν σ’ αυτήν την κωμωδία που λέγονταν στρατοδικεία και να στέκονται φουσκωμένοι, σαν καρδινάλιοι του Μεσαίωνα, μ’ όλα εκείνα τα «παρίσταμαι κύριε πρόεδρε» και «επικαλούμεθα το νεαρόν της ηλικίας του κατηγορουμένου ή την επιείκειαν του δικαστηρίου» κ.λπ. κ.λπ., αυτή λέω η συμμετοχή τα λέει όλα.

Μέσα στην Τρίπολη, κοντά στα δικαστήρια, δολοφονήθηκε ψυχρά ένας συνάδελφός τους, ο δικηγόρος Πουλίδης, που είχε έρθει από την Αθήνα για να υπερασπίσει αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης κι αυτοί οι λειτουργοί της Θέμιδας έκαναν πως δεν είδαν και δεν άκουσαν. Είπαμε ότι έπρεπε να ξεκκαθαριστεί το εσωτερικό μέτωπο και με το αζημίωτο.

Στην τρίτη δίπλα του χορού, στεκόντουσαν οι κ.κ. αξιωματικοί και στην τέταρτη οι αρχισυμμορίτες των μάυδων. Εδώ περνούσε μόνο ο χρυσός. Τα χρυσά στρογγυλά κομματάκια. Με λίγα τέτοια έπαιρνε αναβολή, με πολλά εις θάνατο τρία υπέρ κατά δύο κι αναστολή, με πάρα πολλά χρυσά, ισόβια. Και στο τέλος «λυπάμαι δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα γιατί επέμενε ο επίτροπος κ.λπ. Αυτή η επιχείρηση δεν έφερε πολλά από τους αντάρτες και τους φτωχούς. Αυτοί δεν είχαν τίποτα να δώσουν ή έδωσαν λίγα. Τα πολλά όμως βγήκαν από τους εμπόρους, τους επιχειρηματίες, από τους μεσαίους και πλούσιους αγρότες που, μάζεψε ο Πετζόπουλος γιατί ήταν δημοκράτες, γιατί έκαναν αποχή ή γιατί έδωσαν μια συνδρομή για το ΚΚΕ ή λίγο ψωμί στους αντάρτες. Εκεί παίχτηκε το χοντρό παιχνίδι. Και από όλο αυτό το νταραβέρι δεν έχασαν ούτε οι μικροί. Οι σιτιστές έκλεβαν τα τρόφιμα, οι προμηθευτές κουβαλούσαν σάπια και σκύβαλα και οι χαφιέδες του στρατοπέδου είχαν την καντίνα.

Εγώ όταν μπήκα στο στρατόπεδο βρήκα περίπου τρακόσιους κρατούμενους. Τρεις χιλιάδες είχαν φτάσει κάποτε όπως μου είπε ο αδερφός μου, που ήταν από τους πρώτους που πήγαν εκεί. Τους πήγαν στην καρδιά του χειμώνα. Το γήπεδο ήταν γεμάτο χιόνι. Τους έδωσαν σκηνές κι εργαλεία για να τις στήσουν και να κοιμηθούν. Ούτε και ζώα να ήταν δε θα τα μάντρωναν στη μέση του κάμπου μ’ ένα μέτρο χιόνι. Κι όμως τα διεστραμένα μυαλά των ελληνοφώνων στρατηγών το τόλμησαν. Από κείνο το στρατόπεδο πρέπει να πέρασαν περίπου τριάντα χιλιάδες άνδρες και γυναίκες και κάμποσα μικρά παιδιά. Εγώ δεν πρόλαβα εκείνο το κολαστήριο. Έφθασα εκεί όταν η φουρτούνα είχε περάσει. Πρόφθασα μόνο το ξεθύμασμά του.

Όσα έγραψα, τάμαθα και τάκουσα απ’ αυτούς που ήταν εκεί από την αρχή. Τα πιο πολλά μου τα διηγήθηκε ο αδερφός μου. Τώρα είχε αρχίσει η αποθεραπεία όσων πέρασαν από το «εθνικό» καθαρτήριο. Ομιλίες, με συμβουλές, νουθετήσεις, λειτουργίες, κατηχητικό. Οι κρατούμενοι άκουγαν και σώπαιναν ανέκφραστοι. Οι χαφιέδες, τα τσιράκια ακόμη αλώνιζαν. Τώρα πια είχαν μείνει άνεργοι. Όλοι τους ήταν πανικόβλητα ανθρωπάκια που για να σώσουν το κεφάλι τους έκαναν ότι τους έλεγαν. Όταν έρχονταν η σειρά τους για το στρατοδικείο τότε καταλάβαιναν ότι τους εξαπάτησαν. Ο φόβος όμως στρατολογούσε άλλους και η απάτη έπιανε. Αυτοί που είχαν μείνει ακόμη να αλωνίζουν, χρωστάνε τη ζωή τους στη Σοβιετική Ένωση κατά πρώτο λόγο και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες που πάλεψαν στον ΟΗΕ για να σταματήσουν οι εκτελέσεις.

Κοντά στ’ άλλα έβγαζαν και μια εφημερίδα που την έλεγαν «Αναβάφτηση». Ουσιαστικά την έγραφε κάποιος Γιάννης Καραμούζης δικηγόρος από τη Μεσσηνία. Ήταν στο Μπούλκες και πέρασε στην Πελοπόννησο με τον Γκιουζέλη και τους άλλους. Ήρθε να δουλέψει σα στέλεχος αλλά πάτωσε γιατί στην Πελοπόννησο είχε μόνο πόλεμο, θάνατο, πείνα, πορεία, φόρτωμα και ψείρες. Όποιος κατάφερνε να τα περνά όλα αυτά και νάχει πίστη και δύναμη να σκέφτεται καλά, αυτός γίνονταν στέλεχος. Αυτός ήταν ο νόμος της επιλογής των στελεχών.

Ήρθε ο αδερφός μου από την αγγαρεία. Είδε τα χάλια μου και χλόμιασε. Σταύρωσε τα χέρια και με κοίταζε. Του είπα: «Κάθισε, μη στέκεσαι όρθιος. Δεν έχω τίποτα». «Δε θα γλυτώσεις, θα σε φάνε οι χαφιέδες» μου είπε. «Δεν είναι τίποτα αυτό. Δεν έχουν να πούνε τίποτα για μένα. Τα δικά μου είναι γνωστά σ’ όλους. Και δεν είναι μικρά ούτε λίγα. Είναι τόσα που κι εκατό κεφάλια νάχα θα μου τάπαιρναν». Δεν είπαμε πολλά. Ο τόπος δε σήκωνε πολλές κουβέντες. Μούδοσε ψωμοτύρι κι έφαγα. Μετά διπλώθηκα με το σάϊσμα και κοιμήθηκα του καλού καιρού, σα μικρό παιδί. Κοιμήθηκα μέχρι το απόγευμα.

Με ξύπνησε ένας δεκανέας ο περίφημος Χιώτης με δυο κλωτσιές στα πόδια. Πόνεσα δυνατά γιατί η μια χτύπησε το τραυματισμένο πόδι μου. Πετάχτηκα από το βαθύ ύπνο. Αυτός στέκονταν και γελούσε γεμάτος από ηδονή και περηφάνια. «Σήκω επάνω και στάσου προσοχή» μου λέει. Πήρα την μαγκούρα μου και στηρίχτηκα για να σηκωθώ. Δεν πρόλαβα όμως. «Κάτσε, κάτσε». ' Ηθελα να δω αν είσαι κάτω από το σκέπασμα και μ’ έσπρωξε με το πόδι του και ξανάπεσα πλαγιαστά στο στρώμα.

Ανακατεύτηκαν τα σωθικά μου και φουρτούνιασε το μυαλό μου. Ακόμη δεν είχα συνηθίσει την κατάστασή μου. Ο κόσμος λέει σε τέτοιες περιπτώσεις κάτι που είπε στους νικημένους Ρωμαίους ένας αρχηγός των Γότθων: «αλλοίμονο στους νικημένους». Στη δίκιά μας περίπτωση το πράγμα ήταν δύο φορές χειρότερο γιατί νικηθήκαμε δύο φορές όχι από τους βαρβάρους, αλλά από τους δούλους των βαρβάρων. Εκείνος ο αρχηγός των βαρβάρων πήρε χρυσάφι κι έφυγε. Τούτοι οι δούλοι των βαρβάρων δεν έδοσαν μόνο το χρυσάφι αλλά και την ψυχή τους στ’ αφεντικά τους. Έτσι κατρακύλησαν στα σκαλοπάτια του ξεπεσμού και τώρα ικανοποιούσαν τον πληγωμένο τους εγωισμό με το να βασανίζουν τους συμπατριώτες τους.

Κουλουριάστηκα σαν δαρμένο σκυλί, κουκουλώθηκα και έκλαψα για να ξαλαφρώσω. Πέρασαν από το μυαλό μου χίλιες δύο σκέψεις. Θυμήθηκα τον Κώστα Κολίτζα το Μακρονησιώτη, που μας έκανε μια ομιλία στο Μαίναλο. Πως άντεχαν και πως αντιδρούσαν οι συναγωνιστές μας που βρίσκονταν κρατούμενοι στα κάτεργα και στα ξερόνησα και βασανίζονταν. Από την περιγραφή του Κώστα μας είχε σηκωθεί η τρίχα. Σπασμένα κεφάλια, σπασμένα χέρια, πόδια, πλευρά, κόκαλα, πεταγμένα μυαλά, δολοφονίες, στερήσεις, τρελάδικο. Θυμήθηκα ακόμα ένα άλλο έγκλημα που έμαθα μέσα στο στρατόπεδο πριν πέντε - έξι μέρες. Μου το διηγήθηκε ένας αντάρτης συγκρατούμενος. Δεν θυμάμαι δυστυχώς τ’ όνομά του. Πρέπει να δει κι’ αυτό το φως της δημοσιότητας, ήταν τραγικό. Αυτά στριφογύριζαν στο μυαλό μου και με ηρέμησαν. Είπα μέσα μου. «Με δυο κλωτσιές μη διαμαρτύρεσαι, υπάρχουν και χειρότερα». Δεν ήταν ο πόνος αφορμή για να κουκουλωθώ και να κλάψω. Ήταν η ταπείνωση, η μείωση της προσωπικότητας, ο μηδενισμός του εγωισμού.

Την άλλη μέρα όλοι πήγαν για αγγαρεία. Στην σκηνή έμεινα εγώ και τρεις γέροι.
Ένας απ’ αυτούς ήρθε σε κάποια στιγμή και κάθισε στο στρώμα μου. Μου άνοιξε κουβέντα για το βουνό. Ήμουνα επιφυλακτικός. Απαντούσα με ένα ναι ή μ’ ένα όχι. Κατάλαβε ότι δεν θέλω συζήτηση. Άλλαξε κουβέντα. Τώρα μιλούσε αυτός για το στρατόπεδο. Μούδωσε πολύ θάρρος. Μου συστήθηκε σαν Παντελής Καρακίτσης κατηγορούμενος δήθεν για εμπορία στρατιωτικών ειδών. Αργότερα έμαθα ότι ήταν ο Παντελής Καρακίτσης ή Σίμος μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, γραμματέας της Εθνικής Αλληλεγγύης στην κατοχή. Μετά από τέσσερα χρόνια τον συνάντησα στις φυλακές Αβέρωφ. Όταν εγώ έφυγα από το στρατόπεδο για να περάσω στρατοδικείο, ο Καρακίτσης κινδύνεψε από τους χαφιέδες και όπως μου είπε, τον έκλεισαν σε μια σκηνή με τον Τάσο Αναστασόπουλο ή Κολοπηλάλα, μόνιμο ταγματάρχη του στρατού και διοικητή τάγματος στον ΕΛΑΣ.

Από τις πολλές ταλαιπωρίες με γλύτωσε το τραύμα που είχα στο πόδι. Δεν έμεινα πολύ καιρό στο στρατόπεδο. Περίπου ένα μήνα. Σχεδόν δεν έβγαινα από την σκηνή καθόλου γιατί μάζευα κλωτσιές. Φαγητό μου έφερνε ο αδερφός μου. Την τρίτη μέρα με επισκέφτηκαν οι χαφιέδες. Ήταν γνωστοί τότε στο στρατόπεδο. Όσοι πέρασαν από κει τους ξέρουν. Δεν έχει καμιά σημασία,τώρα ν’ αναφέρω τα ονόματά τους. Θύματα ήταν κι’ αυτοί. Εγώ τους ξέρω κι' αυτοί με ξέρουν. Τώρα όπως έμαθα έχουν μετανοιώσει. Πελαγωμένοι ήταν. Με τράβηξαν σε μια σκηνή κενή κι εκεί ούτε λίγο ούτε πολύ μου ζήτησαν να αποκαλύψω ονόματα για φόνους κ.λπ. Δε ζητούσαν πληροφορίες για μάχες και τέτοια γιατί ήξεραν ότι αυτά είναι γνωστά. Ονόματα ζητούσαν για εκτελέσεις, πληροφοριοδότες, ενισχυτές και τέτοια.

Αντιλήφθηκα ότι ήταν δύσκολη η θέση μου. Αυτό που κατόρθωσα στις ανακρίσεις μέχρι τώρα δηλαδή να μην γίνει τίποτα γνωστό από ονόματα για τέτοια ζητήματα, κινδύνευε να χαθεί τώρα απ’ αυτούς. Εγώ βέβαια είχα αποφασίσει να μην πω τίποτα. Αλλά με τα βασανιστήρια κανείς δεν είναι σίγουρος από την αρχή αν θ’ αντέξει, άνθρωπος είσαι κι έχεις στιγμές αδυναμίας, χάνεις τον έλεγχο του εαυτού σου. Το κακό έπρεπε να σβήσει πριν ανάψει.

Το Σταύρο Γ. τον είχα στο λόχο μου για λίγο ομαδάρχη, ήταν εθελοντής. Από την Αθήνα είχε κατέβει που δούλευε σερβιτόρος. Ο Θόδωρος Π. ήταν αντάρτης στην κατοχή στον Ιο λόχο του III τάγματος του 11ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Σ’ αυτόν τον λόχο ήμουνα κι εγώ γραμματέας της ΕΠΟΝ του λόχου και καπετάνιος διμοιρίας. Τώρα στο Δ.Σ. ήταν δάσκαλος απ’ αυτούς που βγήκαν από το διδασκαλείο που είχε οργανώσει η αυτοδιοίκηση. Και οι δύο λοιπόν ήταν νέοι στο αντάρτικο και δεν γνώριζαν, απ’ ότι κατάλαβα, την συμμετοχή μου σε ειδικές αποστολές, στα Κέντρα Πληροφοριών, στο Β' γραφείο Πληροφοριών του Αρχηγείου Μαινάλου,στα ανακριτικά γραφεία και στρατοδικεία.

Προσπάθησα να τους πείσω ότι δεν γνώριζα τίποτα, αφού κι αυτοί γνωρίζουν ότι ήμουνα μόνο διοικητής μαχίμου λόχου και τίποτε άλλο και συνεπώς δεν μπορούσα να ξέρω ονόματα και τέτοιες υποθέσεις. Αυτοί, ιδιαίτερα ο Σταύρος Γ., ήταν ανένδοτοι. Από τη συζήτηση σιγουρεύτηκα ότι δε γνώριζαν τίποτα απ’ όσα φοβόμουν. Επίσης διαπίστωσα ότι αυτά τα κάνουν για να την γλυτώσουν αυτοί προσφέροντας υπηρεσίες. Βέβαια έλεγαν ότι κινούνται από λόγους εθνικούς κ.λπ. δηλαδή τρίχες κατσαρές. Τους ξέφυγε δύο - τρεις φορές ότι όποιος προσφέρει υπηρεσίες θα απολυθεί.

Όταν λοιπόν τους ζύγισα καλά - καλά, πέρασα εγώ στην επίθεση μ’ έναν φοβερό εκβιασμό. Τους είπα: «Δεν είναι σωστό να φορτώσω εγώ στους αντάρτες ευθύνες δικές μου ή να επινοήσω αδικήματα. Κι αν έκαναν κάτι, εγώ τους διέταξα κι εγώ πρέπει να τιμωρηθώ. Αν άρχιζα λοιπόν να αναφέρω ονόματα, θάπρεπε πρώτα -πρώτα να αναφέρω το όνομα το δικό σου Γ. που πήρες μέρος στην υπόθεση του ... Αυτός είχε δικαστεί απ’ το στρατοδικείο γιατί ήταν πληροφοριοδότης σ’ ένα χωριό της επαρχίας Καλαβρύτων και του θύμισα κάτι που είχε συμβεί στο Μαίναλο και ήταν επικεφαλής της ομάδας. Το ίδιο είπα και στον άλλον για κάτι παρόμοια. Ο Σ. Γ. έχασε τα λόγια του. Το σαγόνι του στράβωσε και ο λαιμός του ανεβοκατέβαίνε τρίζοντας από την ξεραΐλα. Τον έκοψε κρύος ιδρώτας. Ο Θόδωρος Π. αντέδρασε γιατί νόμιζε ότι δεν είχε μπλέξει σε τέτοια. Του απάντησα ότι «αν αρχίσω να λέω δεν είναι ανάγκη να πω μόνο αλήθειες κι όπως έγιναν τα γεγονότα θα μπει και λίγο πιπέρι για να γίνω πιστευτός ότι προσφέρω υπηρεσία» όπως λέτε.

Σωρώθηκαν σαν άδεια τσουβάλια.Τους πέτυχα στο σταυρό. Άρχισαν να τα μασάνε. Εγώ συνέχισα τον εκβιασμό φορτώνοντάς τους με κατηγορίες για τις οποίες δεν είχαν την πρώτη ευθύνη. Τελικά καταρεύσανε κι άρχισαν να παρακαλούν κι έλεγαν: «Βγάλαμε τα μάτια μας μοναχοί μας. Εσύ μην πέσεις σ’ αυτό το επίπεδο που πέσαμε εμείς. Ο φόβος μας οδήγησε σ’ αυτό. Σε παρακαλούμε να μη μας κάνεις κακό. Αυτές τις μέρες πρόκειται να βγούμε». Τέτοια κι άλλα έλεγαν. Πέτυχα αυτό που ήθελα και τους είπα: «Αφήστε με ήσυχο. Προσέχτε να μην πειραχτώ γιατί τότε τίποτα δεν αποκλείεται. Δεν ξέρω τι θα κάνετε. Εσείς ξέρετε απ’ αυτά. Πέστε τα και στους άλλους. Από μένα να μείνετε ήσυχοι όσο δεν με πειράζετε». Τους άφησα και έφυγα.

Γύρισα στην σκηνή μου. Ο αδερφός μου ήταν ανήσυχος. Το ίδιο και οι άλλοι. Με είδαν ήρεμο και ησύχασαν κι αυτοί. Όταν ξαπλώσαμε κουκουλωμένοι ο αδερφός μου με ρώτησε τι έγινε. Του είπα: «Άφησέ τους αυτούς στο χάλι τους. Περνούν άσχημες ώρες τώρα. Τσακίστηκαν τα δόντια τους γιατί δάγκωσαν χαλίκια. Τώρα παρακαλούν και φροντίζουν να μη πειραχτώ». Είχα δίκιο. Μετά από τέσσερα χρόνια έμαθα από έναν αντάρτη που σκούπιζε τα γραφεία της διοίκησης του στρατοπέδου, τον Λ. X. από το χωριό Ατσίχολο της Γορτυνίας αν θυμάμαι καλά, ότι στα γραφεία συζητούσαν όλοι τους για μένα κι έλεγαν ότι δεν βαριέσαι αυτός ήταν ασήμαντο πρόσωπο, ένας διοικητής λόχου που πήρε μέρος σε μάχες αλλά πέρα από εκεί δεν είχε σχέση μ’ άλλα.

Μετά από δέκα μέρες περίπου ο Σταύρος Γ. απωλήθηκε. Ήρθε δήθεν για να μ’ αποχαιρετήσει αλλά στην πραγματικότητα να με παρακαλέσει ξανά να μην ανοίξω το στόμα μου. Ήταν για λύπηση αυτά τα παιδιά. Τώρα που έφευγαν καταλάβαιναν το πέσιμό τους. Ότι έκαναν τόκαναν από φόβο. Η ήττα τους έσπασε το ηθικό. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι ενώ ήταν καλοί μαχητές, όταν καταρρεύσαμε διαλύθηκαν σαν προσωπικότητες κι ενεργούσαν σαν άβουλα όντα μόνο από ένστικτο για
να σωθούν. Ενεργούσαν σαν έξυπνα ζώα. Ποτέ όμως δεν πίστεψαν ότι είχαμε άδικο. Γι’ αυτό τώρα όλοι τους, χωρίς εξαίρεση παλεύουν μαζί με τον άλλο κόσμο για το δίκιο. Δεν ήθελα να αναφέρω ονόματα, αλλά αν έλεγα μόνο τα γεγονότα θα νόμιζαν μερικοί ότι γράφω παραμύθια για να κάνω τον ήρωα. Ύστερα αυτοί έχουν δημοσιεύσει ενυπόγραφα άρθρα στην εφημερίδα του στρατοπέδου. Έτσι δεν είμαι εγώ ο πρώτος που αναφέρω τα ονόματά τους, έστω και κρυπτογραφικά.

Όταν γίνονταν κατηχητικό έπρεπε να πηγαίνουν όλοι. Εγώ δεν πήγαινα με πρόφαση ότι δεν μπορούσα να σταθώ από το τραύμα. Μια μέρα όμως με πήγαν με τις κλωτσιές και ο κ. ανθυπολοχαγός καθηγητής της Θεολογίας, για να δείξει τον ανθρωπισμό του, μου επέτρεψε και κάθισα πάνω σ’ ένα καφάσι. Μιλούσε για την αιώνια ζωή την αγάπη και την συγχώρεση. Κι εγώ σκούπιζα τις λάσπες από τα ρούχα μου που είχαν γεμίσει όταν μ’ έφερναν κλωτσώντας και σούρνωντας από την σκηνή μου. Με ρώτησε ποια γνώμη είχα για την συγχώρεση και την αγάπη. Του απάντησα ότι το ζήτημα είναι αν μπορεί κανείς να συγχωρεί και να αγαπά κι όχι αν συμφωνεί ή όχι. Δεν ξέρω τι κατάλαβε, πάντως σταμάτησε να με ρωτά. Μόνο είπε: «ο κύριος είναι μεγάλος και θα σε συγχωρήσει και σένα».

Όσο γι ’ αυτούς, ήταν συγχωρεμένοι αφού όσα εγκλήματα έκαναν, τα έκαναν στο όνομά του για να σώσουν τη θρησκεία όπως έσωσαν και την οικογένεια, βιάζοντας κοπέλες και γερόντισες μέχρι ογδόντα χρονών. Όσο πια για την πατρίδα εδώ είναι που έκαναν εκατό τα εκατό το καθήκον τους. Οι τρεις καταχτητές, Ιταλοφασίστες, Γερμανοί Ναζιστές και Βούλγαροι μοναρχοφασίστες είδαν κι έπαθαν από τους εθνικόφρονες της Ελλάδας, τους ταγματασφαλίτες, τους παουτζήδες κι όλη τη σκυλοπαρέα τους.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

"Νεκρή Μεραρχία" Τόμος Β' Μέρος 41


Κυνηγοί κεφαλών το δοσίλογο κράτος και η κυβέρνηση Σοφούλη - Τσαλδάρη. Δεν σέβονται ούτε τους νεκρούς. Εκθέτουν στην πλατεία της Σπάρτης τα κομμένα κεφάλια των νεκρών ανταρτών στη μάχη στο Λογκάκι Λακωνίας. Τέταρτο από αριστερά με τη γενειάδα, το κεφάλι του Τάσου Γερμανάκου.

 Ανακρίσεις χωρίς τελειωμό

Όταν χωρίσαμε με τον Κανατά, έμεινα μόνος όλη τη μέρα. Την άλλη με φώναξε ο διοικητής και άρχισε ανακρίσεις. Οι προσπάθειες του, απ’ ότι διαπίστωσα με την πρώτη επαφή, ήταν προς δύο κατευθύνσεις. Η μια κατεύθυνση ήταν να μάθει τόπους επαφής, συνθήματα συνάντησης, κέντρα διέλευσης, τακτική, αριθμό ομάδων και δύναμη ομάδων, οπλισμό, αποθήκες κ.λπ. Η δεύτερη ήταν να μάθει τροφοδότες, πληροφοριοδότες, οικονομικούς ενισχυτές σ’ όλη τη διάρκεια του δεύτερου αντάρτικου και για το μέσο - διάστημα μετά τη Βάρκιζα μέχρι την έναρξη του δεύτερου ένοπλου αγώνα. Μια τρίτη προσπάθεια την οποία παράτησε γρήγορα, ήταν η ανακάλυψη χρυσών λιρών και δολαρίων που δήθεν μας έστελναν απ’ έξω και αυτά που πήραμε από το Τσεχοσλοβάκικο αεροπλάνο, που είχε πέσει στον Ταΰγετο. Οι ανακρίσεις γίνονταν με τον αέρα του νικητή και την σιγουριά της τελειωτικής συντριβής του Κ.Κ.Ε. για πολλές γενιές. Αυτή η νοοτροπία δηλαδή ότι «τελειώσαμε» με βοήθησε αρκετά, γιατί η ανάκριση πήρε άλη κατεύθυνση και ακολούθησε μεθόδους ήπιες και όχι βασανιστικές.

Σχετικά με την πρώτη προσπάθειά του δηλαδή να μάθει χώρους κ.λπ. του έδωσα να καταλάβει ότι δεν υπάρχει τίποτα οργανωμένο πια, παρά μια ομάδα ανθρώπων που καταδιώκονται συνεχώς, είναι ξεκομμένοι από τον κόσμο και δίνουν μάχη για την επιβίωσή τους. Τι άλλο μπορούσα να κάνω αφού ο Κανατάς είχε δώσει τις σχετικές πληροφορίες για την κατάστασή μας, ραντεβού κ.λπ. Μετά την τρίτη βραδιά της ανάκρισης μάλλον πείστηκε, γιατί και τα στοιχεία που είχε το επιβεβαίωναν αυτό. Κατάλαβε ότι δεν υπάρχουν πια τροφοδότες, πληροφοριοδότες, λημέρια και τα τέτοια, παρά μόνον κίνηση, κίνηση, κίνηση, μάτι, αυτί, όσφρηση, πονηριά, κόλπα και ντουφεκίδι.

Την τρίτη βραδιά, πήρε μέρος στην ανάκριση και ο υπομοίραρχος, ένας υπάνθρωπος στη νοοτροπία, αδίσταχτος στη χρήση κάθε μέσου εναντίον μας. Αυτό το λέω γιατί πάνω στις ερωτοαπαντήσεις, όταν φθάσαμε για την ενέδρα που μας είχαν στήσει σ’ ένα εξώσπιτο στο δρόμο Μεγαλόπολης χωριό Βάγγου, με ρώτησε ποιός ήταν αυτός που είχαμε ραντεβού και τι θέλαμε εκεί. Του απάντησα ότι «τις επαφές με τους Βαγγικαίους, όπως καταλαβαίνετε, τις είχε ο Πέρδικας που ήταν και συγχωριανός τους κι αυτόν και μόνο εμπιστεύονταν. Εγώ δεν ήταν δυνατόν να ξέρω και δεν υπήρχε λόγος να ξέρω. Σ’ αυτά ο Πέρδικας δεν έβαζε συνεταίρους». Προσπαθούσα να καλύψω τον άνθρωπο που είχαμε συμφωνήσει να μας φέρει τρόφιμα.

Κι είναι αλήθεια ότι ο Πέρδικας είχε κάνει την επαφή μόνος του, στήνοντας καρτέρι στις λούζες στο δρόμο Μεγαλόπολης - Βάγγου για να τον συναντήσει που κουβαλούσε ασβέστη. Αυτό του το είχε πει η μάνα του Παναγιώτη Ξηνταβελώνη, που την είχε συναντήσει τότε και του είχε κάνει την πρόταση να παραδοθούμε και η Φρειδερίκη θα μας έδινε χάρη κ.λπ.

Πάνω λοιπόν στη συζήτηση είπε ο υπομοίραρχος: «Τι να σας κάνω που δε μ’ άκουσε ο κ. μοίραρχος. Εγώ τότε είπα να σας στείλουμε τα τρόφιμα που ζητούσατε, όπως μας είπε ο χωριάτης και να βάλουμε στ’ αλεύρι δηλητήριο να σας εξοντώσουμε όλους, αλλά δε με άκουσε ο κ. διοικητής γιατί θα πεθαίνατε στο Μαίναλο και θα χάναμε την επικήρυξη». Αυτό το επιβεβαίωσε και ο μοίραρχος. Τότε κατάλαβα κι έμαθα ότι είμασταν καρφωμένοι και έτσι εξηγήθηκε το γεγονός ότι μπλοκαριστήκαμε όταν πήγαμε στο καλύβι. Μετά τη διαφυγή μας, έβαλαν φωτιά στο καλύβι για να καλύψουν το Γιάννη Σταθούρο , έτσι νομίζω πως τον λέγανε, δε θυμάμαι όμως καλά.

Τελευταία στάθηκαν πολύ στη συμπεριφορά μου, μετά τον τραυματισμό και γενικά στην ενέργειά μας να λημεριάσουμε στην Κομπόνα. Ζητούσαν πρώτα να μάθουν που θα πηγαίναμε. Τους είπα ότι σκοπεύαμε να πάρουμε ψωμί από τα τελευταία σπίτια της Μεγαλόπολης όπως το είχαμε ξανακάνει. Με ρώτησαν γιατί προτιμήσαμε τη Μεγαλόπολη που ήταν διοίκηση. Τους είπα ότι τα χωριά είναι μικρά και φυλάγονται, ενώ η Μεγαλόπολη είναι εκτεταμένη. Επέμεναν να μάθουν ποιος θα μας έδινε ψωμί. Τους απάντησα ότι δεν υπήρχε κανείς, αλλά εμείς θα χτυπούσαμε όποιο σπίτι βρίσκαμε σε καλύτερη θέση. Γι’ αυτό βγήκαμε και από την αφάνεια νωρίς και μας είδατε. Γιατί δεν έπρεπε να περάσει η ώρα και κλειδωθούν τα σπίτια. Αυτά τους είχε πει και ο Κανατάς όπως φαίνεται και έτσι πείστηκαν ότι δεν υπήρχε τροφοδότης.

Μετά μου είπαν για τη συμπεριφορά μου, μετά τον τραυματισμό και ειδικά ο υπομοίραρχος ρωτούσε να μάθει λεπτομέρειες, γιατί αυτός ήταν ο επικεφαλής του αποσπάσματος που μας καταδίωκε. Δεν είχα λόγους να κρύψω τις λεπτομέρειες. Είχε θιχτεί πολύ που τον έπιασα κορόιδο με το σακίδιο και ξεφύγαμε. Για να δείξει ότι είμαι εγκληματική φυσιογνωμία είπε, ότι ο Κανατάς του ανάφερε ότι «τούχα βάλει το πιστόλι στ’ αυτί για να μην παραδοθεί». Έλεγε ψέματα. Ο Κανατάς του είπε αυτό ακριβώς που έγινε, δηλαδή ότι εγώ ετοίμασα τη χειροβομβίδα μου και όπλισα το πιστόλι μου όταν πλησίαζαν και θα χτυπούσα αν μας ανακάλυπταν. Ασφαλώς δε θα καθόμουνα να με σφάξουν σαν τραγί ή να με σκοτώσουν με τα παλούκια.

Τέλος μου πρότειναν να μεσολαβήσω μ’ όποιον τρόπο, να παραδοθούν και οι άλλοι. Ήταν μια πονηρή χωροφυλακίστικη πρόταση για να διαπιστώσουν αν μπορώ να πάρω επαφή μαζί τους. Γεγονός είναι,ότι δεν μπορούσα να πάρω επαφή με κανέναν γιατί δεν υπήρχε συγκεκριμένο ραντεβού μετά από τόσες μέρες. Έγραψα σχετικά παραπάνω. Εάν δεχόμουνα θα διαπίστωναν ότι τους λέω τρεις μέρες ψέματα, εάν αρνιόμουνα θα διαπίστωναν ότι μπορώ, άρα ξέρω και δεν θέλω. Ήταν μια δίκοπη πρόταση. Όμως αυτές οι μέθοδοι για όποιους έχουν μια μικρή γνωριμία με υπηρεσίες πληροφοριών είναι γνωστές.

Φυσιολογικά τους απάντησα: «Και γω θα τόθελα πολύ να μη χαθούν τσάμπα. Αλλά δεν είναι δυνατόν να πάρω επαφή μαζί τους. Καταλαβαίνετε και σεις ότι δεν μπορώ να πάρω επαφή. Ο μόνος τρόπος να τους βοηθήσω είναι να γράψω μια επιστολή που να δημοσιευτεί κι ίσως μάθουν ή να την ρίξετε με προκηρύξεις στο Μαίναλο και τον Ταΰγετο. Κάποια προκήρυξη θα πέσει στα χέρια τους». Η φυσιολογική απάντηση και η αποδοχή, τους εντυπώσιασε. Κοιτάχτηκαν και είπαν: «Καλά θα δούμε». Εδώ κλείνει αυτή τους η προσπάθεια.

Η αποδοχή της πρότασης, οι πληροφορίες του Κανατά και τ’ άλλα στοιχεία που είχαν, φαίνεται ότι τους έπεισαν για την κατάσταση που υπήρχε πραγματικά, ότι δεν υπήρχε πια τίποτα το οργανωμένο, όλα είχαν διαλυθεί και δεν υπήρχε τρόπος επαφής. Αυτή επαναλαμβάνω ήταν η πραγματικότητα. Το «καλά και θα δούμε» που είπαν μου έδωσε κάποιες ελπίδες. Εάν δέχονταν την πρότασή μου, τότε σίγουρα θα μάθαιναν οι δικοί μου, είτε από τις εφημερίδες είτε από την προκήρυξη την κατάληξη τη δική μας και θα τόπαιρναν απόφαση, ότι χαθήκαμε γι’ αυτούς και θα μας ξέγραφαν μια για πάντα. Έτσι θα αποφάσιζαν για την πορεία τους. Δυστυχώς όμως δεν τη δέχτηκαν. Δεν επανήλθαν. Αν δέχονταν θα την έκανα. Ένας φίλος μου στη φυλακή, όταν το διηγόμουν, μου είπε ότι αυτό θα ήταν υποχώρηση και γω του απάντησα ότι είναι μυαλοκομένος, γιατί δεν κατάλαβε τίποτα. Τα πράγματα βέβαια δεν θ' άλλαζαν, αλλά θα είχα μια ικανοποίηση ότι και δεμένος κι άοπλος τους κέρδισα μια μάχη.

Μετά από αυτή τη φάση το βάρος τους τόριξαν στην ανακάλυψη συνεργατών, πληροφοριοδοτών, κέντρων επαφών, οικονομικών ενισχυτών κ.λπ. από τη Βάρκιζα και δώθε, αλλά και για την κατοχή για ορισμένα πρόσωπα. Εδώ τα πράγματα δεν σήκωναν αστεία. Κινδύνευαν κεφάλια και μάλιστα πολλά κι ανάμεσά τους ήταν παράγοντες δεξιοί και κεντρώοι, ακόμη και άνθρωποι των σωμάτων ασφαλείας. Τώρα το δικό μου κεφάλι δε μέτραγε μπροστά στα τόσα. Έπρεπε να πέσει, αν χρειαστεί, για να μην πάρει ο εχθρός και την ελάχιστη πληροφορία. Και τώρα ευτυχώς που τα κατάφερα. Δεν έμαθε το ελάχιστο. Δεν επιβεβαίωσε το ελάχιστο απ’ αυτά που ήξερε.

Δεν λέω υπερβολές. Τα γεγονότα είναι γνωστά. Κανένας απολύτως δεν κατηγορήθηκε, δεν συνελήφθη, δεν κρατήθηκε, δε δικάστηκε, δεν ανακρίθηκε, δεν ενοχλήθηκε από τόσους και τόσους που συνεργάστηκαν μαζί μου, από τον Πύργο της Ηλείας μέχρι την Καλαμάτα, μέχρι τη Μεγαλόπολη και την Τρίπολη. Είναι γνωστό πια ότι ήμουνα σ’ όλη την κατοχή σχεδόν απ’ έξω από τη Μεγαλόπολη και κρατούσα επαφές, είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια της μεταβαρκιζιανής δικτατορίας, κρατούσα τον παράνομο μηχανισμό στη Μεγαλόπολη και την Επάνω Μεσσηνία. Τώρα είναι γνωστό ότι υπήρξα αξιωματικός πληροφοριών του Αρχηγείου Μαινάλου, τώρα είναι γνωστό ότι ήμουν μόνιμο μέλος του στρατοδικείου Μαινάλου για ένα χρόνο, που δίκασε πολλές υποθέσεις πολιτών και ανταρτών, απ’ όλα αυτά καταλαβαίνει ο καθένας ότι ήξερα πολλά για πολλούς. Όμως δεν έμαθε ποτέ ο εχθρός τίποτε, δεν έπαθε κανένας συνεργάτης μου τίποτε.

Αυτά τα γράφω σαν αρχή, παρακάτω θα πω μερικές λεπτομέρειες για να τα αποδείξω. Τώρα όμως και μ’ αυτά νομίζω ότι όλοι πήραν μια ικανοποιητική απάντηση και γω θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που έφθασα σ’ αυτή τη μέρα για να δώσω αυτή την απάντηση, αναφέροντας με λεπτομέρεια τα προηγούμενα.

Γυρίζω πάλι στην ανάκριση. Έπρεπε και δω να τους πείσω ότι λέω την αλήθεια και δεύτερον ότι δεν ήμουνα τίποτα άλλο παρά ένας μαχητής, ένα μάχιμο στέλεχος που πήρε μέρος σε μάχες και τίποτα άλλο. Δύσκολη δουλειά γιατί δεν ήξερα τι γνώριζαν αυτοί, για να μην πιαστώ ψεύτης κάπου και τότε, θάμπαινα στη μέγγενη και ποιος ξέρει αν θάντεχα. Και πάλι εδώ ευτυχώς γιατί είχα συνέλθει σωματικά. Ο πυρετός είχε εξαφανιστεί, έτρωγα καλά σχεδόν, κοιμόμουνα και το τραύμα πήγαινε καλά. Και ξανά πάλι ευτυχώς που υπήρχε η βοήθεια απ’ έξω την οποία εγώ δεν γνώριζα.

Την ίδια μέρα που με πήγαν στο σταθμό χωροφυλακής στο χωριό Ίσσαρι, ο διοικητής της χωροφυλακής Μεγαλόπολης, αφού πέρασε όπως είπα πιο πάνω από το σταθμό, μετά πήγε στο χωριό μου να πάρει καταθέσεις και δεν ξέρω τι άλλο να κάνει. Όπως έμαθα όταν απολύθηκα από τη φυλακή, συνεργάστηκε με τους αρχηγούς των χιτών, οι οποίοι ζήτησαν το κεφάλι μου και μάλιστα την ίδια μέρα. Έφυγε με κακές προθέσεις και μάλιστα, όπως λένε, τους το υποσχέθηκε. Δεν νομίζω όμως ότι τους έδωσε τέτοια υπόσχεση ή κι αν την έδωσε δε δεσμεύονταν να την τηρήσει. Όπως και νάχει η υπόθεση δεν έχει καμιά σημασία.

Όταν λοιπόν γύριζε από το χωριό μου στο Ίσσαρι, συνάντησε τυχαίως τον Αθανάσιο Χρ. Λαμπρακόπουλο, συνταγματάρχη της χωροφυλακής που ήταν θείος μου, πρώτος εξάδερφος της μάνας μου. Ήταν πολύ φίλοι γιατί είχαν συνυπηρετήσει πολλά χρόνια στην ίδια διοίκηση, στην οποία ήταν διοικητής ο θείος μου. Του είπε το γεγονός και του ζήτησε τη γνώμη του. Όπως αργότερα έμαθα, αλλά και όπως μου είπε ο ίδιος ο μοίραρχος, διοικητής της υποδιοίκησης, όταν μ’ έδιωχνε από τη Μεγαλόπολη για την Τρίπολη ο θείος μου το ζήτησε επίμονα να με στείλει στην Τρίπολη να δικαστώ κι ας αποφασίσει η δικαιοσύνη για τη τύχη μου και να μου φερθεί καλά. Δηλαδή δεν του ζήτησε να μου κάνει καμιά χάρη. Του ζήτησε να ενεργήσει, κατά τη δική του άποψη, νόμιμα. Για να τον πείσει του είπε ότι: «αν με εκτελούσε τότε οι δικοί μου θα νόμιζαν ότι αυτός ζήτησε να με εκτελέσει και αυτό δεν τόθελε». Και πραγματικά αν με εκτελούσε, το χωριό έτσι θα έλεγε. Κι αυτό το ζήτησε σα χάρη,

Γιατί τότε ο κάθε δεξιός που κρατούσε ντουφέκι, κάθε χιτοσυμμορίτης και πολύ περισσότερο ο εκπρόσωπος του κράτους, αποφάσιζε κι εκτελούσε. Τότε τα κεφάλια των ανταρτών άξιζαν δυο οκάδες κρασί για τους χίτες και το επίσημο κράτος.

Είναι αλήθεια ότι ο μοίραρχος τήρησε και με το παραπάνω την υπόσχεσή του. Μου φέρθηκε καλά, δε με βασάνισαν, δε μ’ έδειραν, δε μ’ εκτέλεσαν αλλά μ’ έστειλαν στην Τρίπολη. Οι πιέσεις του ήταν συνεχείς κι επίμονες αλλά με μεθόδους ψυχολογικής βίας. Όλες όμως οι ενέργειές του δεν ήταν έξυπνες και ραφιναρισμένες. Βασικά ήταν χοντροκομένες και χωροφυλακίστηκες κουτοπονηριές. Ίσως να ήταν τέτοιες γιατί τότε αυτοί είχαν νικήσει πια και δεν έδιναν σημασία μεγάλη, ήταν μεθυσμένοι από τη νίκη. Αυτή η κατάσταση με διευκόλυνε πολύ στην προσπάθειά μου, να σταματήσω το κακό μέχρι το τομάρι μου. Δεν έπρεπε να συμπαρασύρω στην καταστροφή κανέναν άλλον, κανέναν απ’ αυτούς που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνεργάστηκε μαζί μας. Αυτός ήταν ο μοναδικός σκοπός μου, ο στόχος μου για κείνη την στιγμή.

Δεν ήταν μόνο ζήτημα αξιοπρέπειας, δεν ήταν μόνο ζήτημα φιλότιμου, ήταν πάνω απ’ όλα και επαναστατικό καθήκον. Ο κόσμος τότε και δεξιοί κι αριστεροί και κεντρώοι, όλοι πίστευαν ότι εμείς είχαμε μπέσα που λένε, ότι κι αν συνέβαινε δε θα ανοίγαμε το στόμα μας. Αυτό ήταν μεγάλο κεφάλαιο για το κόμμα. Δυστυχώς όμως μετά, φρόντισαν οι φωστήρες της ανώτερης κι ανώτατης καθοδήγησης να το χρεοκοπήσουν με την ανεύθυνη χαφιεδολογία. Χαφιές ο ένας, χαφιές ο άλλος, πράχτορας ο ένας, πράχτορας, ο άλλος. Για όλες τις αποτυχίες μας έφταιγε κάποιος χαφιές. Ήταν η πιο ανώδυνη μέθοδος να εξηγούμε τις αποτυχίες μας, η πιο ξεκούραστη, η πιο βολική. Αυτοί που την ακολουθούσαν δεν έβλεπαν, δεν υπολόγιζαν ότι με το να βγαίνουν συνεχώς χαφιέδες από το πολιτικό γραφείο και την Κεντρική Επιτροπή, τινάζονται τα θεμέλια της εμπιστοσύνης του κόσμου προς το κόμμα. Τώρα πως εξηγείται, χωρίς βέβαια να δικαιολογείται, άνθρωποι που θα έδιναν εκατό φορές το κεφάλι τους για το κόμμα, να τινάζουν στον αέρα τα θεμέλια της εμπιστοσύνης του κόσμου προς αυτό, είναι ένα θέμα που θέλει πολύ συζήτηση. Όμως βασική αιτία ήταν ο πρωτογονισμός που διαπότιζε τότε όλη την σκέψη και λογική του ΚΚΕ, για λόγους κοινωνικοπολιτικούς. Επανέρχομαι λοιπόν στα δικά μου.

Μέσα στην απελπισία μου, την πίκρα μου για την φοβερή αποτυχία μας, την απογοήτευσή μου, μέσα στο χάλι μου, την πείνα μου και τη συμφορά μου, το μόνο που μ’έκαιγε και με έκοβε ήταν να μην προδώσω κανένα, να μην πάθει κανένας τίποτα, να μην μάθει τίποτα ο εχθρός από μένα, για όσους ήξερα μόνο εγώ. Το δεύτερο ήταν να βοηθήσω με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο, όσους είχαν πέσει στα χέρια του εχθρού να σώσουν το κεφάλι τους και να περάσουν τη δοκιμασία με λιγότερα βάσανα αφού βέβαια θα ζητούσαν τη βοήθειά μου και θα μπορούσα να τους τη δώσω. Τ’ άλλα όλα για μένα τότε ήταν χωρίς καμιά σημασία, ήταν ανοησίες και μικροσυναισθηματισμοί.

Εδώ είχαμε να κάνουμε με ληστές, με φονιάδες, με τέρατα, μ’ ανθρωποφάγους, με μια οργανωμένη σε κρατική κλίμακα συμμορία δολοφόνων. Τι καταλάβαιναν αυτοί από ανθρώπινες αξίες, από ανθρώπινα δικαιώματα, από ιδανικά κι αρετές κ.λπ., κ.λπ. Αυτοί μόνο μια γλώσσα καταλαβαίνουν, τον πόλεμο, το ξεπάστρεμα, αν μπορείς κι αν δεν μπορείς, τότε φυλάξου για να μη σε φάνε. Γι’ αυτό οι ρομαντισμοί εδώ σημαίνουν άχρηστο θάνατο. Οι επικλήσεις των νόμων τους, οι επικλήσεις των αρχών τους, είναι ανοησίες για όποιον επαναστάτη τις επικαλείται, όταν πέσει στα χέρια τους. Φοβερές οι συνέπειες της αποτυχίας μιας εξέγερσης.

Εγώ τότε ζούσα αυτές τις συνέπειες καταμόναχος. Ο εχθρός με είχε τσακίσει σωματικά, με είχε στα χέρια του, όμως ήθελα να κερδίσω την τελευταία μάχη, την ατομική μου μάχη. Το κλειδί για να μην ανοίξει η πόρτα ήταν να μη μάθει ο εχθρός πέρα από τα γνωστά, δηλαδή ότι ήμουν εθελοντής, ότι πήρα μέρος σε μάχες κι ότι δεν ήμουνα απλός αντάρτης κ.λπ. Δεν έπρεπε να μάθει για τις ειδικές αποστολές, για γραφεία πληροφοριών, για κέντρα πληροφοριών, για πολιτικές οργανώσεις, για μόνιμα στρατοδικεία ανταρτοδικεία κ.λπ.

Το δεύτερο κλειδί ήταν να μη με πιάσει να λέω ψέματα σε γεγονότα που του ήταν γνωστά και ιδιαίτερα σε γεγονότα που με αφορούσα^ προσωπικά. Για την πρώτη περίπτωση, δεν μπορούσα να κάνω πολλά πράγματα, για το δεύτερο κλειδί όμως τα πάντα εξαρτιόνταν από μένα. Σκοπός μου ήταν να μην αποκαλυφθεί κανένα στοιχείο για κάποιον ή κάποιους άλλους, είτε αριστερούς, είτε δεξιούς, δηλαδή να περισωθεί ότι είχε απομείνει. Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική σε έκταση, σε βάθος όμως δεν είχε προχωρήσει πολύ. Αυτό ήταν σημαντικό γιατί σώθηκε κόσμος και κόσμος κι όταν σώζεται κόσμος, το κίνημα δε διαλύεται. Τα φύτρα, οι ρίζες τα ριζίδια, θα ξαναβγούν και θα φουντώσει το δάσος. Εγώ βέβαια τότε δεν είχα την ηρεμία να σκέφτομαι τόσο βαθειά, δηλαδή δεν καθόρισα σαν σκοπό μου το να μην αποκαλυφθεί κανένα στοιχείο, για να σωθούν οι βάσεις του κινήματος.

Σ' αυτά τα χάλια που ήμουνα δεν είχα τη δύναμη να σκέφτομαι πολύ. Ήθελα να κοιμάμαι, να τρώω και μετά να ξανακοιμάμαι. Τα ερείπια της κατάρρευσης του στρατού μας, τα χαλάσματα του υποτυπώδικου λαϊκού κράτους μας, έπεσαν πάνω μου και με τσάκισαν σωματικά και ψυχικά. Τα ωραία μου όνειρα, για δεύτερη φορά, έγιναν συντρίμμια. Έπρεπε να κερδίσω όμως την καινούργια μάχη. Καλύτερα ο θάνατος παρά να κουβαλούσα στη φυλακή αυτούς που συνεργάστηκα, που μ’ εμπιστεύτηκαν, που με πίστεψαν, που με βοήθησαν. Οι πιο πολλοί μ’ εμπιστεύτηκαν σαν άτομο, ιδιαίτερα αυτοί που δεν ήταν αριστεροί. Η επαφή ήταν προσωπική, μούτρα με μούτρα και τώρα όποιος θα πρόδιδε θα γιόμιζε τα μούτρα του κοπριές, χώρια τ’ άλλα.

Ο εγωισμός και το φιλότιμο είναι δυνατές αρετές του χαρακτήρα, πολλές φορές ίσες και δυνατότερες από την ιδεολογική πίστη. Σε τούτη τη δοκιμασία του κινήματος, υπάρχουν χιλιάδες παραδείγματα. Αγωνιστές και απλοί άνθρωποι, ιδεολογικά ακατατόπιστοι, άντεξαν στη δοκιμασία και τα βασανιστήρια ακόμη και το θάνατο, με όπλο το δυνατό χαρακτήρα τους, το φιλότιμο και τον εγωισμό τους. Αντιδρούσα πιο πολύ από εγωισμό και φιλότιμο και λιγότερο από επαναστατική αδιαλλαξία και κομματικό καθήκον. Αργότερα όταν πια ηρέμησα και συνήλθα τα λογάριαζα και τούτα σαν πρώτα. Τώρα θα ήταν πολύ εγωιστικό να ισχυριστώ κάτι τέτοιο.

Τέλος τα κατάφερα και τα δύο και δεν ντροπιάστηκα ούτε σαν άτομο ούτε σαν αγωνιστής. Δεν έμαθαν κανένα στοιχείο από μένα και για κανέναν. Είναι πολλοί αυτοί που είχαν μαζί μου συνεργαστεί κι έμειναν αχτύπητοι. 'Εκαμα ότι μπορούσα για να τους φυλάξω. Πήρα ευθύνες για γεγονότα που δεν τις είχα, ανέλαβα όλο το βάρος για σοβαρές υποθέσεις που η ποινή ήταν θάνατος. Έριξα ευθύνες σε σκοτωμένους για να σωθούν ζωντανοί κ.λπ. Έτσι κέρδισα την τελευταία μάχη. Είναι κι αυτό κάτι. Ήταν η τελευταία μάχη κι αν την έχανα κι αυτή ούτε κι ο θάνατος δε θα ξέπλενε τη ντροπή.

Πέρασα δύσκολες περιστάσεις μετά, έζησα με βαριές υποψίες τη δοκιμασία της φυλακής, βρέθηκαν πολλοί που θέλησαν να μου κάνουν το δάσκαλο, όμως στο τέλος γελοιποιήθηκαν, γιατί έχει ο καιρός γυρίσματα και τίποτα δε μένει κρυφό. Όταν βγήκα από τη φυλακή, ήρθαν όλοι σχεδόν όσοι σώθηκαν από μένα και σώθηκαν, γιατί κράτησα το στόμα μου κλειστό ή γιατί σκόρπισα τ’ αχνάρια και μου έσφιξαν το χέρι. Πολλοί δεν ήρθαν, αλλά μου έστειλαν χαιρετισμούς. Άλλοι με συνάντησαν στο δρόμο τους και μου χαμογέλασαν. Δε με χαιρέτησαν, δε μ’ αγκάλιασαν γιατί δεν ήθελαν, για δικούς τους λόγους, ακόμη και τώρα, να εκτεθούν. Έτσι διαλύθηκαν όσες υποψίες είχαν απομείνει, κατέρρευσαν οι συκοφαντίες, παραμερίστηκαν οι επιφυλάξεις και δικαιώθηκα εγώ στα μάτια του κόσμου.

Η ανάκριση άρχισε ανώδυνα και με ευγένεια, από την πλευρά τους. Ήθελαν δήθεν να με βοηθήσουν αλλά έπρεπε να τους βοηθήσω και γω για να με βοηθήσουν. Παλιό τροπάριο. Άρχισαν λοιπόν να με ρωτούν για μένα, πως, πότε και που. Δεν έκρυψα τίποτε. Με λίγα λόγια τους είπα ότι ήμουν αντάρτης εθελοντής, στέλεχος, πήρα μέρος σε μάχες κ.λπ. Με ρώτησαν αν πήρα μέρος στις μάχες της Κομπόνας όταν εξοντώθηκε η διλοχία του Γαλανόπουλου, στη μάχη στα Τρόπαια όπου κι εκεί εξοντώθηκε μια διλοχία, στη μάχη στα Κρέσταινα που κι εκεί εξοντώθηκε μια διλοχία, στη μάχη στα Καλάβρυτα που εξοντώθηκε ένα τάγμα, στην απελευθέρωση των φυλακισμένων από τις φυλακές της Σπάρτης, στην απελευθέρωση των τριάντα θανατοπο ινητών από το τραίνο στον σιδηροδρομικό σταθμό Ίσσαρι, στη μάχη στο Λεωνίδιο, κ.λπ. Δεν αρνήθηκα ότι πήρα μέρος και στις πιο πολλές σαν διοικητής λόχου. Με ρώτησαν γι’ άλλες μικρότερες, με ρώτησαν για ενέδρες, δεν αρνήθηκα σε όσες πήρα μέρος. Εντυπωσιάστηκαν με την ειλικρίνειά μου και κάθε φορά ρωτούσαν: «ομολογείς ότι πήρες μέρος; ξέρεις τι σημαίνει αυτό»; η απάντηση ήταν: «ναι, ξέρω».

Έτσι συνεχίστηκε για κάμποσες μέρες. Για τα πιο σοβαρά δεν αρνήθηκα. Πρώτα - πρώτα βέβαια άρχισαν από το τέλος, δηλαδή που τραυματίστηκα, πως τραυματίστηκα, με ποιους ήμουνα κ.λπ. Εδω δεν είχα να κρύψω τίποτα γιατί ήταν γνωστά απ’ αυτά που είπε ο Κώστας Κανατάς. Δεν ήταν όμως και τίποτα το σοβαρό. Μια ομάδα από γνωστούς σ’ όλο το Μωριά αντάρτες, που είχε μείνει μετά την καταστροφή και ζούσε καταδιωκομένη στα τρία βουνά, Μαίναλο - Ταύγετο - Πάρνωνα και τελευταία, Μαίναλο - Βορειοδυτικό Ταΰγετο, απομονωμένη από τους πάντες, πεινασμένη, γυμνή ξυπόλητη και σε κακά χάλια. Αυτοί βέβαια ρωτούσαν για τροφοδότες, πληροφοριοδότες, ασυρμάτους, αποθήκες, λίρες κ.λπ. Για την περίοδο εκείνη τέτοιοι και τέτοια δεν υπήρχαν. Αυτό τους είχε πει ο Κανατάς. Αυτό τους είπα και γω. Ρωτούσαν για γιάφκες κ.λπ. Τους είπα να μην κουράζονται γιατί κανένα ραντεβού δεν ίσχυε πέρα από τη δεύτερη μέρα. Αυτό ήταν και το σωστό. Αυτό τους είπε και ο Κανατάς. Μόνο ότι ο Κανατάς τους είπε σε ποιό σημείο ήταν και το τελευταίο ραντεβού το οποίο βέβαια ήταν άχρηστο, γιατί είχαν περάσει πέντε - έξι μέρες.

Με ρώτησαν και μένα για το τελευταίο ραντεβού. Τους είπα ότι ήταν στα Αμπελάκια κι όχι στο Μαίναλο. Τους είπα ότι αυτό το ραντεβού δεν τόξερε ο Κανατάς γιατί θα τον στέλναμε πίσω με τρόφιμα για τους τρεις που έμειναν στο Μαίναλο, δηλαδή τον Χαλάτση που ήταν τραυματίας, τον Μπάρμπα Παύλο και τον Σπυρόπουλο. Αυτό που τους έδωσε ήταν για την πρώτη βραδιά που θα γύριζε πίσω και δε γύρισε. Αυτό τόκανα γιατί δεν ήξερα τι άλλο τους είπε και για να δείξω ότι αυτός δεν ξέρει πολλά πράγματα. Τους είπα ψέματα ότι είχαμε ραντεβού στ’ Αμπελάκια. Δεν υπήρχε τέτοιο ραντεβού. Εμείς πηγαίναμε για το ραντεβού στον Ευρώτα, το οποίο όμως δεν ήταν ζωντανό, δηλαδή
δεν ήταν συνάντηση αλλά αφήναμε σημειώματα. Αργότερα στη φυλακή έμαθα ότι και κείνο το ραντεβού είχε, όπως υπολογίζω, πριν ένα μήνα χαθεί, γιατί ο Μάκης είχε σκοτωθεί δηλαδή αυτός που το ήξερε, απ’ αυτούς που είχε ο Γκιουζέλης μαζί του. Έτσι εξήγησα και το γεγονός ότι στην τελευταία φορά δε βρήκαμε σημείωμα. Έτσι λοιπόν κι αυτό το ραντεβού που κράτησα κρυφό με χίλια δυο ψέματα, ήταν από τότε νεκρό. Είναι τραγικό να πεθαίνεις για ένα νεκρό ραντεβού που το θεωρείς ζωντανό.

Η ανάκριση προχωρούσε σ’ αυτό το μοτίβο. Ότι αφορούσε εμένα, δηλαδή όπου είχα ευθύνη, μάχες, ενέδρες, συμπλοκές, στρατολογία, κατασχέσεις, σαμποτάζ, τα δεχόμουνα. Όπου με ρωτούσαν για γεγονότα τέτοια και δεν είχα εγώ ευθύνη, έλεγα ότι την ευθύνη την είχε ο τάδε που ήξερα ότι είχε σκοτωθεί. Έκανα όμως πως δεν ξέρω τι είχε γίνει. Έτσι αυτοί δεν είχαν λόγους να με πιέσουν αφού ότι αφορούσε εμένα το δεχόμουνα. Διαπίστωσα όμως στην πορεία της ανάκρισης ότι, δεν γνώριζαν ότι έχω δουλέψει στο δεύτερο γραφείο του Αρχηγείου Μαινάλου, σαν αξιωματικός πληροφοριών κι άλλα πολλά. Επίσης δεν ήξεραν ότι ήμουνα πρόεδρος του έκτακτου στρατοδικείου του Αρχηγείου Μαινάλου και της 55ης Ταξιαρχίας. Αυτό ήταν που μου φώτισε το δρόμο. Αυτό ήθελα κι εγώ. Έτσι απόφυγα τις ανακρίσεις για πληροφοριοδότες, για καπαπίτες, για παράνομες οργανώσεις και για μαρτυρικές καταθέσεις και για τους συντάκτες των εκθέσεων στα χωριά, για πολίτες καταδότες που είχαν δικαστεί κι εκτελεσθεί κ.λπ.

Έγραψα παραπάνω, γιατί δεχόμουνα τις κατηγορίες που αφορούσαν εμένα κι απόκρυβα τους άλλους που συνεργάστηκαν μαζί μου κατά καιρούς και ζούσαν. Εγώ έτσι κι έτσι, είτε με μια κατηγορία είτε με λίγες είτε με πολλές, ήμουνα δικασμένος σε θάνατο. Οι άλλοι όμως αν δε μιλούσα εγώ, δεν είχαν να πάθουν τίποτα. Η ζωή τους κρατιόνταν από τη γλώσσα μου. Και πάλι λέω ότι θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχισμένο γιατί τα κατάφερα και δεν έβγαλα τσιμουδιά για κανέναν. Αυτό το ξέρουν τώρα πια όλοι.

Βέβαια υπάρχουν και ζόρικοι που έχουν την άποψη, ότι δεν έπρεπε να ακολουθήσω αυτή την τακτική, γιατί την θεωρούν λιγοψυχιά, σπάσιμο, υποχώρηση και μερικοί ίσως προδοσία. Αυτοί υποστηρίζουν την άποψη ότι ο επαναστάτης - κομμουνιστής δεν κάνει κουβέντα με τον εχθρό. Αρνείται τα πάντα, παντού και πάντοτε. Εγώ όμως και τώρα ακόμη υποστηρίζω ότι ο έξυπνος επαναστάτης ακολουθεί τον πιο καλό δρόμο για να κερδίσει αυτό που θέλει. Κι αυτό για μένα έχει σημασία. Τ’ άλλα είναι κουτοεγωϊσμοί και υπερεπαναστατισμοί που οδηγούν πολλές φορές στην αποτυχία.

Τι νόημα θα έχει ν’ αρνιέσαι γεγονότα γνωστά σ ’ όλους και να χάνεις στο τέλος, αυτό έχει συμβεί πολλές φορές και να χάνεις τη μάχη και να κάνεις τ’ άγνωστα γνωστά. Αυτά τα ζοριλίκια στο τέλος - τέλος μπορείς να τα κάνεις όταν δεν παίζεις με κεφάλια. Δεν μπορείς να τα κάνεις όμως όταν κινδυνεύουν κεφάλια άλλων. Το δικό σου το κάνεις ότι θέλεις, των άλλων τα κεφάλια δεν έχεις το δικαίωμα να τα ρίχνεις κορώνα -γράμματα, δηλαδή αν αντέξεις γλυτώνουν αν δεν αντέξεις πέφτουν. Οι καλοί επαναστάτες δεν είναι κουτοκρύαρα για να βαρούν το κεφάλι στον τοίχο. Ο καθένας βέβαια μπορεί να έχει τις απόψεις του και να λέει ότι νομίζει σωστό. Η πράξη θα δείξει αν σκέφτηκε για τον εαυτό του καλά. Τα λόγια δεν έχουν αξία. Αυτό είχα να απαντήσω σ’ αυτούς που έχουν αντίθετη άποψη.

Όταν τέλειωσε η ανάκριση για τα γεγονότα, ήρθαν και οι λίρες του Τσεχοσλοβάκικου αεροπλάνου που τσακίστηκε στον Ταΰγετο το χειμώνα του 1949. Πίστευαν ότι βρήκαμε χιλιάδες λίρες και ότι κάθε στέλεχος έχει κρύψει και από έναν θησαυρό. Βέβαια η κατάστασή μου ήταν τέτοια που δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για να πιστεύουν ότι έχω κρύψει θησαυρό και τον αφήνω για να τον φάει το χώμα. Τους είπα ότι δεν υπήρχαν χιλιάδες λίρες αλλά αυτές που είχαν πάνω τους οι επιβάτες, δηλαδή κάπου χίλιες περίπου και μερικά δολάρια κι άλλα νομίσματα, αυτά ήταν όλα κι όλα. Τα πήρε η διοίκηση της μεραρχίας και δεν έγιναν μερτικά όπως νομίζουν. Τους είπα: «αν είχα λίρες θάχα αυτό το χάλι;» Δεν πείστηκαν, αλλά δεν επανήλθαν πια.

Μέσα σ’ αυτήν την παραζάλη, έπρεπε να κρατιέμαι νηφάλιος και ψύχραιμος. Κάθε τόσο και μια παγίδα. Πότε ο χωροφύλακας που γλύτωσε όταν χτυπήσαμε το σταθμό χωροφυλακής στο Λεοντάρι Μεγαλόπολης και ο οποίος θεωρούσε ότι τον έσωσα εγώ κι ήθελε ντε και καλά να μ’ ευχαριστήσει, πότε ο χωροφύλακας που μας έδινε πληροφορίες και φοβόταν μήπως τον καταδώσω και ο οποίος δεν καταλάβαινε τι του έλεγα, τι εννοούσα, όταν του έκανα τον άγνωστο και του δήλωνα ότι δεν τον γνωρίζω, πότε οι άλλοι που έστελναν τσιγάρα και χαιρετισμούς για να μου θυμήσουν ότι δεν πρέπει να μαρτυρήσω ότι έστελναν οικονομική ενίσχυση, πότε οι συγχωριανοί μου που έρχονταν κάθε μέρα και κατέθεταν ότι τους κατέβαινε, δημιουργούσαν επικίνδυνες καταστάσεις.

Έτσι περνούσαν οι μέρες. Εκεί μέσα έμαθα και για το θάνατο του Μήτσου Πέρδικα. Κατάλαβα πια ότι χάθηκαν όλοι από την ομάδα μας. Αυτός σκοτώθηκε και ξέμπλεξε μια και καλή. Δεν τον γύριζαν όπως εμάς, σαν λυσσασμένα σκυλιά, δεμένους και κουρελήδες, από κρατητήριο σε κρατητήριο. Δεν τους έδωσε την ικανοποίηση να τον κλωτσοπατάνε σαν κουρέλι. Δεν είδε αυτόν τον κόσμο που κάποτε μας λάτρευε, τώρα νάχει σκύψει το κεφάλι και να συμφωνεί κι αυτός για την εξόντωσή μας για να ησυχάσει και να μπαλώσει τα κουρέλια του.

Δεν είδε κι άλλα πολλά και δεν άκουσε πάρα πολλά. Δεν έζησε για να δει το χάλι μας, την τότε ηγεσία μας, που ενώ δεν μπόρεσε να μας οδηγήσει στη νίκη, δεν μπόρεσε να σταθεί και στο ύψος της για να αντέξει την ήττα. Αυτό ήταν το φοβερότερο. Δεν είδε μια ηγεσία, που ενώ πέρασε από φωτιά και θάνατο, που ξεφτίλισε όλα τα μέσα πίεσης και βασανισμού, να αυτοξευτιλίζεται μετά την ήττα. Αυτό ήταν και είναι ασυγχώρητο. Αυτό αποδεικνύει ότι δεν έκαναν αυτοί για ηγεσία κι ας λένε ότι θέλουν τώρα. Δεν έζησε να δει πόσους εύκολους κι ωραίους δρόμους για το σοσιαλισμό αποκάλυψαν κάτι καινούργιοι φωστήρες που ανάλαβαν εργολαβικά να διορθώσουν το μαρξισμό και το ΚΚΕ.

Ο Πέρδικας πέθανε γεμάτος πίκρα, αλλά με άθικτα τα ωραία του όνειρα. Πολλές φορές μέσα στη μαύρη κι άχαρη ζωή μας ζήσαμε και επιτυχίες και αποτυχίες και τις ζήσαμε μαζί, από τον ΕΛΑΣ μαζί, μέχρι τώρα. Το τελευταίο όμως πέσιμο, μας τσάκισε τα κόκαλα. Ώρες ατέλειωτες σιγοκουβεντιάζαμε χωμένοι μέσα στη λούφα μας για τούτο το πέσιμο. Πίστευε ότι δε χάθηκε ο αγώνας κι ότι από τη βόρεια Ελλάδα θα ανατραπεί αυτή η πορεία. Όμως και οι δύο θέλαμε να φύγουμε από το Μωριά. Θέλαμε να πάρουμε επαφή με την καθοδήγηση, γι’αυτό κάναμε πολλά σχέδια. Μετά είδα ότι αυτά τα σχέδια ήταν ρεαλιστικά. Θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν εύκολα αν είχαμε πληροφορίες. Και τον Ισθμό θα τον περνούσαμε και τον Κορινθιακό θα τον διαπλέαμε αν υπήρχαν λίγες πληροφορίες.

Αυτοί μετά την διάλυσή μας είχαν χαλαρώσει αρκετά. Ακόμη και ασύρματο θα μπορούσαμε να αρπάξουμε και μάλιστα πολύ εύκολα. Όπως διαπίστωσα εκεί στη διοίκηση της Μεγαλόπολης, ήταν μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δίνετε.

Αυτά όμως όλα θα γίνονταν αν υπήρχαν πληροφορίες. Γι’ αυτό φταίμε και μεις κυρίως, εμείς που αποφασίσαμε να περάσουμε στη βαριά παρανομία, στη πλήρη απομόνωση, για να αποφύγουμε την εξόντωση. Κόψαμε κάθε επαφή κι εξαφανίζαμε κάθε ίχνος στο πέρασμά μας. Είχαμε γίνει φαντάσματα. Οι πιο πολλοί πίστευαν ότι δεν υπάρχουμε. Αυτή η απόφαση ήταν σωστή, πολύ σωστή. Έτσι σωθήκαμε. Έτσι πέρασε η καταιγίδα. Όμως κράτησε πολύ, πάρα πολύ. Γι’ αυτό από τον Ιούνη του 1949 κι ύστερα η τακτική αυτή δούλευε εναντίον μας.

Το τραύμα μου καθυστερούσε να κλείσει και κούτσαινα πολύ. Όταν άρχισα κάπως να πατάω γερά, δεν ξέρω ακόμη και τώρα τι συνέβη, μ’ έδιωξαν από το επάνω κρατητήριο, με κατέβασαν κάτω για τρεις μέρες και μετά με κουβαλούσαν σε κρατητήρια έξω από τη διοίκηση σε ακατοίκητα σπίτια. Κάμποσες μέρες με κρατούσαν σ’ αυστηρή απομόνωση. Μετά χαλάρωσαν την απομόνωση κι άφηναν μάλιστα και τη μάνα μου να μου φέρνει φαγητό. Μια εξήγηση δίνω γι’ αυτό. Έκαναν μια απόπειρα να βρουν άκρη σε κανένα νήμα επαφής μέσα στην πόλη. Υπολόγισαν ότι αν υπήρχε δίκτυο μέσα στην πόλη τώρα, θα έκανα κάποια απόπειρα να πάρω επαφή μαζί τους χρησιμοποιώντας τη μάνα μου ή άλλους. Όταν διαπίστωσαν φαίνεται ότι δεν έγινε τίποτε τότε πείστηκαν τελικά, ότι τους έλεγα αλήθεια και με ξαναγύρισαν στα κρατητήρια της διοίκησης, όχι όμως στα πάνω, αλλά στα κάτω και η φρούρηση έγινε αυστηρή. Δε μ’ έβγαζαν ούτε για το αποχωρητήριο αλλά μέσα εκεί έκανα την ανάγκη μου, στο άλλο υπόγειο. Μου είπαν ότι μ’ έδιωξαν από τα κρατητήρια της διοίκησης γιατί θέλαν οι συγχωριανοί μου να με σκοτώσουν.

Μια μέρα μ' έβαλαν σ’ ένα τζιπ, με πήγαν βόλτα μέχρι το χωριό Μουλάτσι, με κατέβασαν στο καφενείο και παρέλασαν κάμποσοι και μ’ έβλεπαν. Μετά με ξαναγύρισαν στη Μεγαλόπολη. Το ίδιο έκαναν κι άλλη μια φορά και με πήγαν στο χωριό Λεοντάρι. Το ίδιο έγινε κι εκεί. Κατάλαβα ότι με πήγαιναν εκεί για αναγνώριση από κάποιους. Φαίνεται όμως ότι δε βγήκε τίποτε. Δεν μπόρεσα να μάθω όμως τι έψαχναν. Ίσως έψαχναν να βρουν την άκρη του νήματος που θα οδηγούσε στην ανακάλυψη αυτού που ξήλωσε τα δύο δίκτυα πληροφοριών, που είχαν στήσει αυτοί και τα ξεπατώσαμε εμείς.

Στο ένα, σ’ αυτό που δούλευε στο Δήμο Φαλαισίας κι είχε έδρα το Λεοντάρι, ήταν επικεφαλής ένας που δε θυμάμαι καλά τι δουλειά έκανε, πιο πάνω έγραψα ότι ήταν φαρμακοποιός, δεν ήταν όμως. Τον έλεγαν Παυλόπουλο, στο άλλο που λειτουργούσε στο Δήμο Λυκόσουρας και Τρικολόνων, ήταν επικεφαλής ο Θ.Χ. ένας καλατζής στο επάγγελμα, αλλά έξυπνος άνθρωπος. Έχω γράψει πιο πάνω πως ξηλώθηκαν αυτά τα δίκτυα. Αυτοί λοιπόν έψαχναν να βρουν την άκρη. Εμένα όμως κανένας δε με είχε δει απ’ αυτούς που ήταν άμεσα μπλεγμένοι και ίσως γλύτωσαν, ούτε κι αυτοί που έτυχε να είναι παρόντες, όταν γίνονταν οι συλλήψεις και οι δίκες. Έτσι τελικά δεν έβγαλαν τίποτα.

Αλίμονο μου αν κάποιος έλεγε ότι έπαιξα κάποιο ρόλο. Θα με λιάνιζαν και δεν ξέρω αν θάβγαινα πέρα χωρίς να ανοίξω το στόμα μου. Βέβαια αυτή ήταν η απόφασή μου. Άλλο όμως η απόφαση κι άλλο δοκιμασία κι αντοχή. Γιατί καμιά φορά η ψυχή, το μυαλό θέλει αλλά το σώμα προδίδει. Ο πόνος είναι κακός σύμβουλος. Εγώ τότε ήμουνα σωματικά και ψυχικά ετοιμόρροπος. Όλα μου τα αισθήματα κόντευαν να πάθουν άμβλυση. Είχα μήνες να κλάψω και να γελάσω. Ήμουνα γυμνός και δεν ντρεπόμουνα. Κινδύνευα να πάθω ψυχική παράλυση, αν υπάρχει τέτοιος ιατρικός όρος και συνεπώς εξαφάνιση του αισθήματος ευθύνης. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Εγώ όμως έκανα
τι μπορούσα για να μην μπω στους βασανισμούς γιατί κρέμονταν κεφάλια απ’ την αντοχή μου.

Αν αυτό, όπως έγραψα, δεν συμβιβάζεται με την αντίληψη ορισμένων, που εγώ τους λέω υπερεπαναστάτες της λούφας, λίγο με κόφτει. Για μένα η επαναστατική αδιαλλαξία δεν είναι ούτε τυφλός κομματικός φανατισμός, που είναι αδέρφι του Θρησκευτικού φανατισμού, ούτε απλή πολιτική πράξη και συμπεριφορά χωρίς σκοπό. Για μένα επαναστατική αδιαλλαξία είναι η μελετημένη, επιστημονικά επεξεργασμένη πολιτική ενέργεια που σαν κεντρικό της σκοπό πάντα βάζει την ανατροπή των σχεδίων του εχθρού. Έτσι η επαναστατική αδιαλλαξία, διαποτίζει κάθε ενέργεια του επαναστάτη. Η επαναστατική αδιαλλαξία που εξυπηρετεί μόνο το φιλότιμο κι εξαντλείται μόνο σ’ αυτό, δεν είναι ούτε επαναστατική ούτε αδιαλλαξία. Είναι εγωιστική - μικροαστική βλακεία.

Μια πολιτική ενέργεια και στάση, τότε διαποτίζεται από επαναστατική αδιαλλαξία όταν, κοντά στ ’· άλλα, μπορεί και καθορίζει ποιο είναι το πρώτο και ποιο το δεύτερο, στην συγκεκριμένη στιγμή. Το πιο λεπτό όμως στάδιο είναι η επιλογή των μέσων, των μεθόδων, της τακτικής. Κι αυτά όλα, πρέπει να τα διακρίνει η επαναστατική αδιαλλαξία. Συνταγές δεν υπάρχουν. Κουτάκια - καλούπια δεν υπάρχουν γι’ αυτήν την επιλογή. Μια ενέργεια που για το άλφα ζήτημα είναι επαναστατική, για το ίδιο, σ’ άλλες συνθήκες, είναι προδοσία.

Μ’ αυτά που γράφω τώρα, δε θέλω να αποδείξω ότι εγώ τότε, παιδί εικοσιτεσσάρων ετών, άπειρος και αγράμματος επαναστάτης, σκεφτόμουνα περί επαναστατικής αδιαλλαξίας και τα τέτοια. Όχι, όχι. Ούτε τέτοια, ούτε έτσι σκεφτόμουνα. Από το ένστικτο παρακινιόμουνα. Πραχτικά σκεφτόμουνα. Κατάλαβαινα ότι το κυριότερο είναι π.χ. για την κατάσταση τότε, να μην πέσουν κι άλλα κεφάλια, να μείνει κάποιος σπόρος. Τίποτα άλλο.

Αργότερα στις φυλακές και μετά από τις φυλακές, από το 1965 κι ύστερα, μερικοί «ειδικοί», «επαγγελματίες πολιτικοί», απαιτούσαν από κάθε αντάρτη, επαναστάτη, μαχητή, που βγήκε τότε στο βουνό να σκέφτεται Μαρξιστικά - Λενινιστικά κ.λπ., κ.λπ. Έτσι έφθασαν στην γελοιποίηση. Έτσι έγραψαν στο κόμμα ανθρώπους που δεν είχαν δοκιμαστεί, γιατί τα πέρασαν καλά στη λούφα ή στις Λαϊκές Δημοκρατίες ή στρατολογήθηκαν μετά και απόκλεισαν από αυτό όλους εκείνους που κράτησαν τη φωτιά στη χούφτα τους αλλά έκαψαν τα χέρια τους, αυτούς που γονάτησαν πολεμώντας και ξανασηκώθηκαν. Κακό του κεφαλιού τους και στο κόμμα, έκαναν αυτοί οι «ιερείς» της κομματικότητας, οι θεματοφύλακες των αρχών και αξιών του κόμματος.

Οι εξ επαγγέλματος «ιερείς και θεματοφύλακες», ξύπνησαν όμως όταν το κακό έγινε. Τώρα που βλέπουν τους κομματικούς μηχανισμούς των μικροαστικών προοδευτικών κομμάτων, να στεγάζουν όσους αυτοί εξόρκισαν κι εξαπέστειλαν εις το πυρ το εξώτερον ακόμα και τα παιδιά τους, όσους αυτοί καταδίκασαν στο ρόλο του χειροκροτητή, του οπαδού εφ’ όρου ζωής, τώρα τρέχουν αναμασούν άλλα, μοιράζουν χαμόγελα και προστασία. Βάζουν καθήκοντα κι έχουν απαιτήσεις. Είναι όμως κάπως αργά γι’ αυτούς. Ήρθε ο καιρός να τραβηχτούν παρακεί, να παραιτηθούν από το πόστο του προφήτη και να μπουν στη γραμμή του αγώνα δίχως προκαταλήψεις.

Το θησαυρό του κόμματος που σκόρπισαν αυτοί και βρήκαν την ευκαιρία να τον αρπάξουν και να γεμίσουν τα θησαυροφυλάκια τους, οι ψευτοεπαναστάτες ρεφορμιστές, παπατζήδες, μόνο οι νέοι μπορούν να τον μαζέψουν. Μόνο οι νέοι μπορούν να τον περισυλλέξουν. Το ΚΚΕ είναι κόμμα του λαού, κόμμα επαναστατικό λαϊκό και δεν είναι κόμμα εκλεκτών, ειδικών, ξεχωριστών ατόμων. Είναι πρωτοπορία αλλά οργανικά δεμένη με τις πλατιές μάζες, όπως τα βλαστάρια του δέντρου με το κορμό και τις ρίζες. Δεν εννοείται κόμμα, πρωτοπορία χωρίς μάζες. Οι θησαυροί του κόμματος ανήκουν σ’ όλους. Οι τιμές και οι δόξες ανήκουν σ’ όλους. Οι νίκες και οι ήττες ανήκουν στους στρατηγούς, και στους αξιωματικούς αλλά και στους στρατιώτες, γιατί χωρίς στρατιώτες δεν υπάρχουν αξιωματικοί και στρατηγοί, όσο κι αν θεωρούν τον εαυτό τους κατηγορία εκλεκτή. Από τους στρατηγούς και τους εκλεκτούς δε δημιουργούνται οι στρατιές. Από τους στρατιώτες βγαίνουν και αξιωματικοί και στρατηγοί.

Έγώ νομίζω ότι όλοι όσοι πολέμησαν, μάτωσαν, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, κόπιασαν και ίδρωσαν, όλοι όσοι έδωσαν ότι μπόρεσαν, όλοι, είτε ζωντανοί είτε πεθαμένοι, ανήκουν στο κόμμα. Είναι ο θησαυρός του κόμματος! Είναι οι νοικοκυραίοι. Κι ένα ακόμα: Την προσφορά τους σε αίμα και πόνους δεν μπορεί να τη σβήσει κανένα γραφτό και πολύ περισσότερο όταν αυτό γράφεται μόνο από τα δάχτυλα κι όχι από την ψυχή. Όσο γρηγορότερα το καταλάβουμε τόσο το καλύτερο για όλους μας. Ευτυχώς τώρα τελευταία πάνω σ’ αυτό πάνε καλά. Σταμάτησε το σκόρπισμα κι άρχισε το μάζεμα και παντού και στο τελευταίο χωριό, βγήκαν τα φύτρα ξανά, δυνατά, αγνά γιατί οι ρίζες ήταν βαθιές. Έτσι μόνο γέμισαν ξανά οι πλατείες και μάκρυναν οι φάλαγγες. Μακάρι να συνεχίσουν έτσι κι όλα θα πάνε καλά.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger