Προσφατες Αναρτησεις

Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό (ΕΛΑΝ)

Το ελληνικό αντάρτικο κίνημα στη θάλασσα άρχισε να οργανώνεται μεθοδικά από τον Σεπτέμβριο του 1943. Πριν την ίδρυση του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Ναυτικού, οι αντιστασιακές ενέργειες στη θάλασσα εκδηλωνόταν με ενέργειες ιδιωτικών πλοιαρίων που μετέφεραν τρόφιμα και στελέχη ή τμήματα του ΕΛΑΣ. Οι κινήσεις αυτές όμως σταμάτησαν εξαιτίας των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των κατακτητών τον Μάιο του 1943. Τότε ο ΕΛΑΣ για να αποφύγει τις επιχειρήσεις αυτές συνέπτυξε τις δυνάμεις του στα βουνά. Με τη λήξη των επιχειρήσεων την περίοδο καλοκαιριού – φθινοπώρου του ίδιου έτους, ο ΕΛΑΣ επανήλθε στις θέσεις του για να ξαναρχίσει η λειτουργία του ναυτικού του.

Το ΕΛΑΝ, εμφανίστηκε αρχικά σε μέρη όπου η μορφολογία των ακτών επέτρεπε την κίνηση μικρών και ευέλικτων σκαφών και την απόκρυψή τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι βάσεις αυτές δημιουργήθηκαν σε σημεία που είχαν χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιούνταν την ίδια εποχή από λαθρέμπορους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν το 1943, ο ΕΛΑΣ, στη περιοχή του Γυβαριού στο Θερμαϊκό κόλπο διαλύει βάση λαθρεμπόρων που λειτουργούσε σε συνεργασία με την Χωροφυλακή.

Από του Γερμανούς επιχειρήθηκαν εκκαθαρίσεις σε τοπικό επίπεδο εναντίον του ΕΛΑΝ αλλά τελικά δεν κατόρθωσαν να περιορίσουν την δυναμική του. Οι πιο σημαντικές από αυτές ήταν μέρος των γενικών επιχειρήσεων των Γερμανών στις περιοχές της ελεύθερης Ελλάδος τον Οκτώβριο του 1943.

Την άνοιξη του 1944, το ΕΛΑΝ αποτελούσε υπολογίσιμη δύναμη που μπορούσε να ολοκληρώσει αποστολές όπως η αιχμαλωσία σκαφών και οι αιφνιδιαστικές επιθέσεις. Ακόμα αναλάμβανε μεταφορών τμημάτων του ΕΛΑΣ πολεμοφοδίων, τροφίμων, εμπορευμάτων και συμμετείχε σε επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ. Το προσωπικό του προερχόταν σε μεγάλο βαθμό από ναυτεργάτες και απλούς ψαράδες, αξιωματικούς και ναύτες του Εμπορικού Ναυτικού και σε πολύ μικρότερο βαθμό του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού.

 Σκάφη και οπλισμός του ΕΛΑΝ

 Τα σκάφη που αποτελούσαν το ναυτικό των ανταρτών ήταν κυρίως το τρεχαντήρι και οι παραλλαγές του (μπρατσέρα, πέραμα, τσερνίκι, καΐκι). Τα σκάφη ήταν ταξινομημένα με βάση την ταχύτητά τους και το φορτίο τους σε τρεις κατηγορίες :

⏯σε αυτά που είχαν ωφέλιμο φορτίο άνω των 10 τόνων και ταχύτητα άνω των 11,27 χιλιομέτρων
⏯σε αυτά που είχαν ωφέλιμο φορτίο κάτω των 10 τόνων και ταχύτητα άνω των 11,27 χιλιομέτρων και
⏯σε αυτά που η ταχύτητά τους δεν τους επέτρεπε να χρησιμοποιηθούν παρά μονάχα σαν εμπορικά.

Τα σκάφη της τελευταίας κατηγορίας συγκροτούσαν εφεδρικές μοίρες ενώ τα σκάφη των δύο πρώτων κατηγοριών, χρησιμοποιήθηκαν σε πολεμικές αποστολές όπως επιτήρηση εχθρικών κινήσεων, καταδρομές και αιχμαλωσία και λαφυραγώγηση εχθρικών σκαφών.

Οι πετρελαιομηχανές των σκαφών δεν είχαν ηλεκτρική έναυση και για να πάρουν μπροστά έπρεπε να χρησιμοποιηθεί μια βοηθητική συσκευή με το όνομα πυρόφουσκα ή βάλβα σε συνδυασμό με ένα καμινέτο. Με το καμινέτο θέρμαιναν τις φούσκες ώστε να προκληθεί ανάφλεξη του κινητήρα. Οι μηχανές ήταν ελληνικής κατασκευής μονοκύλινδρες χωρίς προβλήματα συντήρησης και οικονομικές. Διέθεταν απλό μηχανισμό που επέτρεπε την κίνηση προς τα εμπρός και το κράτημα της μηχανής. Οι βενζινομηχανές (συνήθως τροποποιημένες μηχανές αυτοκινήτων) δεν ήταν εξυπηρετικές, γιατί είχαν υπερβολικά ευαίσθητο ηλεκτρικό σύστημα, με αποτέλεσμα τις συνεχείς βλάβες και την υπερβολική κατανάλωση.

Τη συντήρηση των σκαφών στις περισσότερες μοίρες του ΕΛΑΝ την είχαν αναλάβει ειδικά συνεργεία. Τα συνεργεία αυτά φρόντιζαν ακόμα και την επισκευή εχθρικών σκαφών που έπεφταν στα χέρια τους. Ωστόσο πολλές ήταν οι φορές που για να αντιμετωπιστούν τεχνικά προβλήματα οι κατά τόπους διοικητές, ζητούσαν τη συνδρομή μεγαλυτέρων σχηματισμών και την μετάταξη ειδικευμένων τεχνιτών από άλλες μονάδες.

Το ΕΛΑΝ δεν είχε την ποιότητα και την ποσότητα του οπλισμού που διέθετε ο ΕΛΑΣ. Στις αρχές μάλιστα συνήθως δεν υπήρχε ούτε ένα πολυβόλο όπλο σε κάθε σκάφος. Έτσι ο κύριος οπλισμός ήταν τσεκούρια, μαχαίρια, γάντζοι και ίσως κάποια κυνηγετικά όπλα. Καλύτερο οπλισμό διέθεταν τα σκάφη που εκτελούσαν αποστολές στα παράλια της Κύπρου και της Μικράς Ασίας διότι είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν εξοπλισμό συνήθως από λαθρέμπορους. Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, οι μονάδες του ΕΛΑΝ άρχισαν να εξοπλίζονται με ιταλικά όπλα είτε από τους αντάρτες που μετέφεραν είτε επίσημα από τις μονάδες του ΕΛΑΣ που ανήκαν. Έτσι υπήρχαν διαφόρων ειδών πιστόλια, ιταλικά και βρετανικά τυφέκια, ιταλικά γερμανικά αμερικανικά και βρετανικά υποπολυβόλα, ιταλικά και βρετανικά οπλοπολυβόλα, ιταλικά και γερμανικά πολυβόλα, ιταλικοί και γερμανικοί όλμοι, πολωνικά, ιταλικά, γερμανικά και βρετανικά αντιαρματικά τυφέκια, ελβετικά και γερμανικά πυροβόλα και ράβδοι δυναμίτη που χρησιμοποιούνταν σαν εκρηκτικά. Γενικά μπορεί να ειπωθεί ότι ο εξοπλισμός ήταν φτωχός και πεπαλαιωμένος.

 Αποστολή και τακτική του ΕΛΑΝ

 Η αποστολή των μονάδων του ΕΛΑΝ είχε τους εξής στόχους :

⏯μεταφορά από τα παράλια της Κύπρου και της Μικράς Ασίας εφοδίων
⏯καταδίωξη και σύλληψη επίτακτων από τις δυνάμεις κατοχής πλοίων
⏯συμμετοχή σε επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ
⏯μεταφορά τραυματιών και τμημάτων του ΕΛΑΣ
⏯μεταφορά τροφίμων και υλικών του ΕΛΑΣ

Όταν τα σκάφη λάμβαναν μέρος σε συγκρούσεις προσπαθούσαν να δίνουν το μικρότερο δυνατό στόχο και να στρέφουν προς τη πλευρά του αντιπάλου τη καλύτερη εξοπλισμένη πλευρά τους. Όταν τα καταδίωκαν τα γερμανικά σκάφη χρησιμοποιούσαν σαν τέχνασμα το να δίνουν περισσότερο πετρέλαιο στη μηχανή για να βγαίνει πυκνός καπνός ώστε να κρύβεται το σκάφος είτε το βύθισμα του σκάφους και ύστερα την ανέλκυσή του. Ακόμα για να το κρύψουν το πλεύριζαν σε ακτές και το κάλυπταν με κλαδιά της ντόπιας βλάστησης. Για να καλύπτουν τα καυσαέρια της μηχανής έβαζαν πάνω στο καζανάκι της εξάτμισης κοφίνια με υγρά πανιά.

Η ενέδρες των εχθρικών σκαφών γινόντουσαν σε ακτές με βράχους και υφάλους είτε σε κρυφούς όρμους, μεσοπέλαγα, ή σε ακτές όπου τα εχθρικά σκάφη άραζαν. Ωστόσο είναι χαρακτηριστικό ότι μαζί με τα πληρώματα των σκαφών του ΕΛΑΝ δρούσαν και μονάδες του ΕΛΑΣ ή ακόμα και συμμαχικές αποστολές.

 Διάρθρωση του ΕΛΑΝ

Η Ναυτική Υπηρεσία, αποτελούνταν από πολύ λίγους αξιωματικούς του Εμπορικού και του Πολεμικού Ναυτικού ενώ οι περισσότεροι προέρχονταν από το Στρατό Ξηράς. Ουσιαστικά η δύναμη του ΕΛΑΝ βρισκόταν διάσπαρτη και αντιμετώπιζε πολλές δυσκολίες στην επικοινωνία της με την κεντρική διοίκηση. Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, οι κατά τόπους Μοίρες είχαν αυτονομία στο χειρισμό καταστάσεων και στην έκδοση διαταγών.

Στις 3 Ιουλίου του 1944, η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) ανέλαβε την ανασυγκρότηση του ΕΛΑΝ, διατάσσοντας την ίδρυση Ναυτικής Υπηρεσίας παρά τη Γραμματεία των Στρατιωτικών. Στις 7 Οκτωβρίου 1944 συγκροτήθηκαν οι εξής Μοίρες :

⏯1η Μοίρα Πελοποννήσου – Ζακύνθου
⏯2η Μοίρα Δυτικής Στερεάς – Ιονίων Νήσων
⏯3η Μοίρα Ευβοϊκού – Σαρωνικού – Κορινθιακού
⏯4″ Μοίρα Πηλίου – Παγασητικού
⏯5η Μοίρα Ανατολικής Μακεδονίας – Δυτικής Θράκης
⏯6η Μοίρα Θερμαϊκού – Χαλκιδικής
⏯Ανεξάρτητη Μοίρα Αργολικού – Ερμονίδος
⏯Ανεξάρτητος Στολίσκος Μαλιακού

Ταυτόχρονα όμως συνέχισαν να δρουν ανεξάρτητα σχηματισμοί του ΕΛΑΝ σε περιοχές που υπάγονταν στους σχηματισμούς του ΕΛΑΣ της περιοχής τους, χωρίς καν η Ναυτική Υπηρεσία να γνωρίζει την ύπαρξή τους μέχρι και την απελευθέρωση. Στις 22 Νοεμβρίου 1944, σχηματίζεται το ΕΛΑΝ Ομάδος Μεραρχιών Μακεδονίας που αποτελείτο από την 5η και 6η Μοίρα. Κατά την απελευθέρωση το ΕΛΑΝ ήταν συγκροτημένο σε έξη Μοίρες και έναν ανεξάρτητο στολίσκο. Αναλυτικά:

⏯1η Μοίρα Πελοποννήσου – Ζακύνθου που υπαγόταν στην III Μεραρχία με δύναμη 110 ανδρών
⏯2η Μοίρα Δυτικής Στερεάς – Ιονίων Νήσων που υπαγόταν στην VIII Μεραρχία με δύναμη 100 ανδρών
⏯3η Μοίρα Ευβοϊκού – Σαρωνικού – Κορινθιακού που υπαγόταν στη I Μεραρχία με δύναμη 300 ανδρών
⏯5Π Μοίρα Ανατολικής Μακεδονίας – Δυτικής Θράκης που υπαγόταν στην XI Μεραρχία με δύναμη 220 ανδρών
⏯6η Μοίρα Θερμαϊκού – Χαλκιδικής που υπαγόταν στην VI Μεραρχία με δύναμη 90 ανδρών
⏯Ανεξάρτητος Στολίσκος Μαλιακού που υπαγόταν στην XIII Μεραρχία με δύναμη 200 ανδρών.

Στην αρχή δεν υπήρχε χαρακτηριστική στολή για την αμφίεση του ΕΛΑΝιτών. Οι άνδρες των μονάδων φορούσαν ότι είχαν πρόχειρο και αργότερα πολλές από τις Μοίρες θα υιοθετούσαν σκούρα μπλε στολή που έμοιαζε με εκείνη του Γερμανικού Ναυτικού. Παράλληλα θα φορούσαν στολές Γερμανών, των Βρετανών και του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού. Χαρακτηριστικό σήμα δεν υπήρχε ως το 1943.

Κυρίαρχο ήταν το σήμα του ΕΛΑΣ με τις κατά τόπους διαφοροποιήσεις του. Το 1944, με διαταγή της ΠΕΕΑ, καθορίστηκε σαν διακριτικό μαύρος μπερές που έφερε κεντημένο το σήμα του ΕΛΑΝ συνήθως μαζί με το σήμα μιας άγκυρας. Οι αξιωματικοί έφεραν τους αστερίσκους του βαθμούς τους αριστερά από το εθνόσημο. Το έμβλημα ήταν ή μεταλλικό ή κεντημένο, συνήθως στρογγυλό με την άγκυρα στη μέση και τα γράμματα ΕΛΑΝ από πάνω. Όλοι οι άνδρες έφεραν στο στήθος αριστερά κεντητή άγκυρα μεγέθους 7 – 10 εκ, ενώ στις περισσότερες μοίρες συνέχιζαν να φορούν τα σήματα των κατά τόπων σχηματισμών του ΕΛΑΣ που ανήκαν. Σαν σημαία καθορίστηκε η σημαία του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού.

Στην αρχή τα πληρώματα που αποτελούσαν τις Μοίρες είχαν ήδη εμπειρία. Στη συνέχεια όμως και ιδιαίτερα από το καλοκαίρι του 1944, ο μεγάλος αριθμός εθελοντών θα αναγκάσουν τις κατά τόπους Μοίρες να συστήσουν σχολές μαθητείας. Οι σχολές είχαν ως στόχο την εκπαίδευση των αντρών και σε αυτές δίδασκαν κυρίως ναυτικοί που είχαν εμπειρία και πολύ λίγοι αξιωματικοί του Βασιλικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Πρώτες σχολές συγκρότησαν οι Μοίρες της Μακεδονίας και του Πηλίου και οι περισσότερες λειτούργησαν από το καλοκαίρι το 1944 ως την αποστράτευση του ΕΛΑΝ.

Υγειονομικά οι περισσότερες Μοίρες υποστηρίζονταν από εμπειρικούς ή γιατρούς. Οι ασθενείς νοσηλεύονταν σε σπίτια μελών του ΕAM και τα πιο σοβαρά περιστατικά προωθούνταν στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου νοσηλεύονταν σε νοσοκομεία και κλινικές με την φροντίδα πολιτικών οργανώσεων. Τον Ιούλιο του 1944, συνελήφθηκε το πετρελαιοκίνητο π/κ « Άγιος Δημήτριος » που μετατράπηκε από την 6η Μοίρα σε πλωτό νοσοκομείο. Η XI Μεραρχία απόσπασε σε αυτό τον υφηγητή Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ν. Ψύχο, με μια νοσοκόμα και δύο βοηθούς. Με την απελευθέρωση της Καβάλας μετά από παράκληση των αρχών της πόλης ο γιατρός παραχωρήθηκε από την Μοίρα μαζί με ιατροφαρμακευτικό υλικό για τοπικές ανάγκες.

Κατά την πρώτη περίοδο της ύπαρξης του ΕΛΑΝ οι αιχμάλωτοι εκτελούνται. Αργότερα προωθούνται σε κοντινούς σχηματισμούς του ΕΛΑΣ. Η τακτική της εκτέλεσης των αιχμαλώτων θα συνεχιστεί να εφαρμόζεται κατά περίπτωση. Έτσι μέλη της γερμανικής αστυνομίας, GFP, SD και SS εκτελούνται με συνοπτικές διαδικασίες, πάνω στο σκάφος και τα πτώματά τους πετάγονται στη θάλασσα. Αιχμάλωτοι με τεχνικές γνώσεις κρατούνταν στα συνεργεία των Μοιρών. Ελληνικά πληρώματα παρέμειναν για ένα διάστημα σε φυλασσόμενους χώρους και μετά αφήνονταν να επιστρέψουν στους τόπους κατοικίας τους. Το διάστημα αυτό ώστε να γίνει αναγγελία της δήθεν βύθισης του σκάφους τους από τις ραδιοφωνικές εκπομπές της Μέσης Ανατολής ώστε να μη συναντήσουν προβλήματα από τις δυνάμεις κατοχής. Τα περισσότερα πληρώματα εντάσσονταν ωστόσο εθελοντικά στο ΕΛΑΝ προκειμένου να έχουν έστω εποπτεία του σκάφους τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν και το μόνο περιουσιακό τους στοιχείο.

Οι επιχειρήσεις κατά του ΕΛΑΝ


Οι πρώτες επιχειρήσεις έλαβαν χώρα το καλοκαίρι του 1942, από το Ιταλικό Ναυτικό με τη συνεργασία της Ιταλικής Τελωνοφυλακής στις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας και στον Κορινθιακό κόλπο. Τον Μάιο του 1943, θα ακολουθήσουν επιχειρήσεις από τους Ιταλούς στην περιοχή του Πηλίου και τα γύρω χωριά χωρίς όμως αξιόλογα αποτελέσματα. Οι Γερμανοί, ενεπλάκησαν σε αυτές τις επιχειρήσεις με δύο καταδιώξεις στην περιοχή της Σκοπέλου βοηθούμενες από ομάδα Ελλήνων συνεργατών τους από την Σκόπελο.

Μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, οι Γερμανοί εξαπέλυσαν επιχειρήσεις προκείμενου να αποτρέψουν την διαφυγή ιταλικών υλικών από τα νησιά προς τον ΕΛΑΣ. Την περίοδο 19 Μαρτίου – 4 Απριλίου 1944, οι Γερμανοί με την υποστήριξη τριών πλοίων και τριών αεροπλάνων εξαπέλυσαν επιχειρήσεις κατά του 54ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, στο Πήλιο και την Ανατολική Θεσσαλία, όπου σημειώθηκαν σποραδικές μάχες με τα σκάφη της Μοίρας υπό την κάλυψη του Συντάγματος.

Πηγή: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού
{[['']]}

Καπετάν Πελοπίδας.

Γεννήθηκε στο Λουτράκι Κορινθίας. Ένας Πελοποννήσιος που έγραψε ιστορία στην Ρούμελη.
Γεννήθηκε το 1915.

Οταν ήταν 10χρονο παιδί, τα αδέλφια του Βασίλης και Πέτρος προσχώρησαν στο επαναστατικό κίνημα, όπου αναδείχτηκαν σε ηγετικές μορφές στην Αργολιδοκορινθία.
Ο ένας του αδερφός ο Βασίλης, δολοφονείται την Πρωτομαγιά του 42 από χωροφύλακες και κατακτητές.

Ο άλλος του ο αδερφός, ο Πέτρος, εκετελέστηκε στην φυλακή αρχές Ιούνη του '43.
Η αδελφή τους η Μαρίνα, δολοφονήθηκε με άγρια βασανιστήρια από Γερμανούς και ταγματασφαλίτες στο Λιγουριό της Αργολίδας αρχές Ιούνη του '44, ως στέλεχος του ΕΑΜ.
Ο Καπετάν Πελοπίδας, πρωτοπαλλίκαρο του Άρη, μπήκε ορμητικά στην αντίσταση από την πρώτη στιγμή, από τις πρώτες μάχες: Ρεκά, Γοργοπόταμος, Μικρό Χωριό, Κρίκελο, σε όλες τις πρώτες μεγάλες στιγμές ο Πελοπίδας έδωσε το παρών.

Η σεμνότητα και ο πραγματικός κομμουνιστικός χαρακτήρας του Παντελή Λάσκα, που δοξάστηκε σαν ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ, δεν επέτρεψαν να δημιουργηθεί θόρυβος και φασαρία γύρω από τα όνομά του. Η κοπιώδης όμως γνωριμία με το αγωνιστικό του οδοιπορικό και η ολοκλήρωση της ιστορικής του βιογραφίας, μας κάνουν να μιλάμε πλέον για ένα ηγετικό στέλεχος πλάι στα κορυφαία στελέχη της Αντίστασης, του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ.

Πέρασε στην Πελοπόννησο (22-6-43) ως καπετάνιος και αρχηγός του πρώτου Στρατηγείου Πελοποννήσου. Πολιτικές σκοπιμότητες και ισορροπίες δεν του επέτρεψαν να βάλει τις βάσεις του αντάρτικου εκεί, στο ύψος της Ρούμελης. Ανακλήθηκε μετά τρεις μήνες και τοποθετήθηκε καπετάνιος του τάγματος ασφαλείας του ΓΣ του ΕΛΑΣ.

Ξαναπέρασε με τον Αρη στον Μοριά (22-4-44), όπου ως καπετάνιος των αντάρτικων δυνάμεων στη Β. Πελοπόννησο (8η Ταξιαρχία), προσπάθησε να κερδίσει το χρόνο της απουσίας του, καθιστώντας εκεί τον ΕΛΑΣ αξιόμαχο και ικανό να κατακτήσει την Εθνική Λευτεριά και Λαϊκή Εξουσία.
Ως καπετάνιος του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Αργολιδοκορινθίας, πήρε μέρος στις μάχες του Δεκέμβρη του '44 στην Αθήνα.(Μακρυγιάννη, Μεταξουργείο, Κολωνός). Βλέποντας ότι η συμφωνία της Βάρκιζας αφόπλιζε το κίνημα, συμπαρατάχτηκε με την κίνηση του Αρη Βελουχιώτη. Το τεράστιο κύρος και η ιστορία της οικογένειάς του, ο σεβασμός που του αναγνώριζαν οι πάντες, ενίσχυσαν πολιτικά και ηθικά τον Αρη, που στο πρόσωπο του Πελοπίδα γνώρισε τον πολυτιμότερο και ικανότερο σύντροφο και συνεργάτη του.

Με ιδιαίτερη λαχτάρα και χαρά βρέθηκε στην πρώτη ομάδα των ένοπλων καταδιωκόμενων της Φθιώτιδας, από τον Απρίλη του 1946. Οι μεγάλες οργανωτικές, πολιτικές και στρατιωτικές του αρετές, συντέλεσαν το τμήμα Πελοπίδα - Μπελή - Παλαιολόγου, να χαρακτηρίζεται από το ΓΕΣ, σαν το τμήμα που άλλαξε την κατάσταση στη Ρούμελη, καθιστώντας το ΔΣΕ Ρούμελης την πιο αξιόμαχη και υπολογίσιμη αντάρτικη δύναμη.

Ελαβε μέρος σε πολλές μάχες σε Ευρυτανία, Φθιώτιδα, Βοιωτία και αναδείχτηκε πάλι με το σπαθί του πολέμαρχος και του νέου αντάρτικου.
21 Οκτωβρίου του ΄48, πέφτει νεκρός στην Δαύλεια Βοιτωτίας, σε ενέδρα Χιτών και χωροφυλάκων.

Οταν σκοτώθηκε, ήταν διοικητής του 1ου Τάγματος Παρνασσίδας.

Δόξα και Τιμή στον Πελοπίδα και στην μάνα του, που 4 παιδιά της τα έδωσε στον αγώνα για τα δίκια του λαού.

Πηγή
{[['']]}

Η σφαγή στο Κομμένο: Eνα ακόμη έγκλημα χωρίς τιμωρία


Στις 16 Αυγούστου 1943, άνδρες της επίλεκτης ορεινής Μεραρχίας «Εντελβάις» της Βέρμαχτ (γερμανοί και αυστριακοί) σκότωσαν κατά το φρικιαστικότερο τρόπο 317 έλληνες άμαχους στο χωριό Κομμένο της Άρτας:   97 παιδιά μέχρι 15 ετών, 14 ηλικιωμένους 67 έως 75 ετών , 119 γυναίκες 16 έως 65 ετών και 87 άνδρες 16 έως 65 ετών.  Η «δικαιολογία» για τη σφαγή; Στο χωριό εμφανίστηκε τμήμα ανταρτών.

Μετά από χρόνια ένας γερμανός ερευνητής ο Χέρμαν Φρανκ  Μάγερ (1940-2009), γιος αξιωματικού της επιμελητείας της Βέρμαχτ που αιχμαλωτίσθηκε από τους αντάρτες και εκτελέσθηκε, ψάχνοντας τα ίχνη του πατέρα του, βρέθηκε μπροστά σε συγκλονιστικά στοιχεία για τη δολοφονική δράση των επίλεκτων μονάδων των ναζί στην Ελλάδα. Μετά από έρευνα δεκαετιών στα γερμανικά αρχεία έγραψε δύο  βιβλία . Το πρώτο, με τίτλο «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα»,  αναφέρεται στη σφαγή στα Καλάβρυτα. Στο δεύτερο,  με  τίτλο «Αιματοβαμένο εντελβάις-1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Ορεινό Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα 1943-1944» (σ.σ. το αλπικό λουλούδι ήταν το διακριτικό σήμα των ανδρών της Μεραρχίας στους σκούφους και τα μανίκια της στολής τους), ο συγγραφέας μίλησε με επιζώντες της Μεραρχίας οι οποίοι παρά τις προσπάθειές τους να συσκοτίσουν τα γεγονότα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικοί για την αγριότητα των δυνάμεων κατοχής και το βάρος του εγκλήματος στο Κομμένο.

«Είναι σαν να κόβεις χόρτα»…

Να τι είπαν στο Μάγερ οι βετεράνοι της Μεραρχίας.

«Ήδη από την έναρξη της επιχείρησης συζητούνταν σε ολόκληρο το στρατόπεδο ότι κάποιος αξιωματικός της μονάδας είχε δεχτεί πυρά στο χωριό, αλλά είχε καταφέρει να διαφύγει. Αμέσως αφότου κατεβήκαμε από το φορτηγό συγκεντρωθήκαμε και κάποιος αξιωματικός της μονάδας μας έδωσε τη διαταγή  πως σ αυτή την επιχείρηση αντιποίνων δεν έπρεπε κανένας Έλληνας να εγκαταλείψει το χωριό ζωντανός. Ο αξιωματικός μας είπε χαρακτηριστικά: ‘ να θερίσουμε τους πάντες’» (Στρατιώτης Όττο Γκόλντμαν 18 χρονών τότε, από τη Βιέννη).

«Από την πλευρά των κατοίκων δεν υπήρξε καμία αντίσταση. Ούτε ένας πυροβολισμός δεν έπεσε προς το μέρος μας και δεν είχαμε τραυματίες (…) Θυμάμαι ακόμη ακριβώς ότι προσπάθησα να σώσω τέσσερα παιδάκια περίπου 3 έως 5 ετών. Τα έκρυψα κάτω από μια κουβέρτα. Δεν ξέρω αν τελικά ανακαλύφθηκαν αργότερα και εκτελέστηκαν». (Δεκανέας Καρλ Ντεφρέγκερ).

«Οι κάτοικοι του χωριού που προσπαθούσαν να διαφύγουν εκτελούνταν. Το ίδιο ίσχυε και για όσους κρύβονταν μέσα στα σπίτια. Ρίχναμε χειροβομβίδες μέσα στα σπίτια και μετά πυροβολούσαμε με καραμπίνες και αυτόματα όπλα μέσα από κλειδαμπαρωμένες πόρτες. Η επίθεση κράτησε αρκετές ώρες. Πολλά πτώματα κάηκαν μέσα στα σπίτια και η δυσοσμία ήταν αφόρητη». (Στρατιώτης Γιόζεφ Ρήντλ).

«Στην πλατειούλα ο ανθυπολοχαγός διέταξε να εκτελεστεί αυτή η ομάδα ανθρώπων (σ.σ. μέλη, συγενείς και φίλοι της οικογένειας Μάλλιου που βρέθηκαν στο χωριό για το γάμο, την προηγούμενη,  της κόρης της οικογένειας ). Ο Τσίγκλερ έστησε το πολυβόλο σε απόσταση  10-15 μέτρων . Στο πολυβόλο υπήρχαν ήδη σφαίρες , έτσι ο Τσίγκλερ άνοιξε αμέσως πυρ, έριξε μια σειρά ριπών και θέρισε τον κόσμο. Κανένας δεν έμεινε ζωντανός. Τα πτώματα αφέθηκαν εκεί όπου έτυχε να πέσουν». (Ότο Γκόλνμαν)

«Είναι σαν να κόβεις χόρτα. Γίνεται πολύ γρήγορα. Μετά ησυχία. Καμία κραυγή, καμία αναστάτωση. Μετά ησυχάζεις (…) Βλέπω ακόμη και σήμερα τις γυναίκες και τα παιδιά που στήθηκαν μπροστά στον τοίχο, πως άρχισαν να ουρλιάζουν προσπαθώντας να κρυφτούν πίσω από τα τελάρα. Ήμουν τόσο ταραγμένος που θα αναγκαζόμουν να πυροβολήσω γυναικόπαιδα». (Υποδεκανέας Άντον Τσίγκλερ απαντώντας σε ερώτηση πως αισθανόταν μετά τη σφαγή).

Ασελγούσαν στα πτώματα

«Είδα τα πτώματα των πυροβολημένων να κείτονται στο χώμα. Ήταν όλοι νεκροί δεν χωράει καμία αμφιβολία. Κάτι που μ’ έκανε πραγματικά να αηδιάσω ήταν πως ορισμένοι ασελγούσαν πάνω στα πτώματα. Είδα ο ίδιος στρατιώτες να χώνουν μπουκάλια μπύρας στα αιδοία των νεκρών γυναικών. Νομίζω πως είδα και πτώματα με βγαλμένα μάτια». (Άουγκουστ  Ζάιτνερ).

Ο ίδιος απαντώντας στην ερώτηση αν οι συνάδελφοί του τοποθετούσαν  στο στόμα βρεφών βαμβάκι ποτισμένο με βενζίνη και τα έκαιγαν είπε: «Είδα πράγματι παιδιά νεκρά τα οποία έφεραν στο πρόσωπο γύρω από την περιοχή του στόματος φρικτά εγκαύματα. Δεν γνωρίζω όμως εάν αυτό συνέβη ενόσω τα παιδιά ζούσαν ακόμη,  ή εάν κακοποιήθηκαν τα πτώματά τους».

«Είδα νεκρά μωρά καρφωμένα στις πόρτες αχυρώνων». (Ούγκο Τούρρι , Ιταλός, τότε επιλοχίας στην ιταλική Υπηρεσία Στρατιωτικών Πληροφοριών της μεραρχίας «Μοδένα»,  που έδρευε στην Άρτα. Βρέθηκε στο Κομμένο μία μέρα μετά τη σφαγή).
«Μετά μας είπαν πως μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας λάφυρα. Οι στρατιώτες όμως ήταν τόσο εξαντλημένοι , που δεν άγγιξαν σχεδόν τίποτα από τα πράγματα που βρίσκονταν ολόγυρα. Μόνο οι αξιωματικοί φόρτωσαν στα φορτηγά λαφυραγωγημένα χαλιά και άλλα αντικείμενα αξίας».  (Φραντς Τόμασιτς αυστριακός , 19 ετών τότε)

Μετά τη σφαγή ήρθε η ώρα  και του γλεντιού. Ο Άουγκουστ Ζάιτνερ κατέθεσε στις ανακρίσεις που έγιναν μεταπολεμικά: «Θα ήθελα να συμπληρώσω κάτι ακόμα που ρίχνει ένα χαρακτηριστικό φως στην όλη υπόθεση. Μετά το τέλος της επιχείρησης έγινε μεθοκόπι στο στρατόπεδο. Στο χωριό είχαν λαφυραγωγηθεί τρόφιμα και κρασί . Αυτό το κρασί το ήπιανε μέχρι τον πάτο, και μερικοί συνάδελφοι ήρθαν στο κέφι».

Η επιβράβευση

Έντεκα χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου στην τότε Δυτική Γερμανία ανασυστάθηκε η «Εντελβάις» με το ίδιο διακριτικό ως επίλεκτη μονάδα της Μπόυντεσβερ, του στρατού της Ο.Δ. Γερμανίας. Η μονάδα στελεχώθηκε από πρώην αξιωματικούς της χιτλερικής Μεραρχίας και 1000 «παλαιμάχους» που είχαν πάρει μέρος στις σφαγές στην Ελλάδα και την Σερβία. Μάλιστα ένας από αυτούς ο Καρλ  Βίλχελμ Τίλο που έγινε διοικητής της Μεραρχίας, έφτασε μέχρι το βαθμό του αντιστρατήγου και αποστρατεύθηκε ως αναπληρωτής επιθεωρητής της Μπούντεσβερ, συμμετείχε στο επιτελείο της μονάδας που έκανε τη σφαγή στο Κομμένο, ήταν ο εισηγητής και οργανωτής της επιχείρησης  και κατηγορήθηκε για εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα και το  Μαυροβούνιο.

Ένα ακόμη έγκλημα των ναζί στην Ελλάδα, χωρίς τιμωρία!

Πηγή: Γιώργος Καραγιάννης - "Ημεροδρόμος" 
{[['']]}

Απόρρητος Φάκελος Νίκου Πλουμπίδη: Η πορεία προς την εκτέλεση


Η ένταξή του στο ΚΚΕ

Ο Νίκος Πλουμπίδης γεννήθηκε το 1902 στα Λαγκάδια του νομού Αρκαδίας. Αποφοίτησε από το διδασκαλείο Πύργου τον Ιούλιο του 1924.

Μέλος του ΚΚΕ έγινε το 1926 και το 1929 ήρθε στην Αθήνα για μετεκπαίδευση.  Διετέλεσε μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Συνομοσπονδίας Δημοσίων Υπάλληλων.

Τον Μάρτιο του 1933 εκλέχτηκε στην Εκτελεστική Επιτροπή της Ενωτικής ΓΣΕΕ την οποία αντιπροσώπευε στην Κόκκινη Συνδικαλιστική Διεθνή.

Ηταν μέλος της αντιπροσωπείας του ΚΚΕ στο 7ο Συνέδριο της Κ.Δ. (1935). Στο 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Δεκέμβριος 1935) εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της Κ.Ε. του κόμματος.

Δούλεψε για μεγάλο χρονικό διάστημα παράνομα στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας. Τον Ιούνιο του 1938 εκλέχτηκε μέλος του Π.Γ. Συνελήφθη στην Αθήνα στις 22.5.1939 και φυλακίστηκε.

Ολο σχεδόν το χρονικό διάστημα της φυλάκισής του ήταν κρατούμενος στο σανατόριο «Σωτηρία», επειδή έπασχε από φυματίωση.

Ακόμη και φυλακισμένος ήταν ο ουσιαστικός καθοδηγητής της «παλιάς Κεντρικής Επιτροπής» του ΚΚΕ, η οποία ως γνωστόν πήρε εντελώς διαφορετική θέση στον ελληνοϊταλικό πόλεμο απ’ αυτήν του ιστορικού γράμματος του Νίκου Ζαχαριάδη.

Στις 26 Φεβρουαρίου του 1942 δραπέτευσε. Πήρε μέρος στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (1942) όπου εκλέχτηκε στην Κ.Ε. και στη συνέχεια στο Π.Γ.

Μετά την απελευθέρωση, στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ (1945) εκλέχτηκε μέλος της Κ.Ε.

Στη διάρκεια του εμφυλίου δούλεψε παράνομα στην Αθήνα και από την άνοιξη του 1949 που συνελήφθη ο επικεφαλής του παράνομου μηχανισμού του κόμματος Στέργιος Αναστασιάδης, τέθηκε επικεφαλής των παράνομων κομματικών οργανώσεων στην πρωτεύουσα.

Οι υποψίες του ΚΚΕ
Η τρισέλιδη επιστολή Πλουμπίδη προς τούς δικηγόρους τού Ν. Μπελογιάννη με την οποία δηλώνει ότι αυτός είναι ο καθοδηγητής του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ και υπόσχεται να παρουσιαστεί στις Αρχές εάν «μετατραπούν οι θανατικές καταδίκες» του Μπελογιάννη

Ο παράνομος κομματικός μηχανισμός υπό τον Πλουμπίδη δέχτηκε ισχυρότατο χτύπημα από τις διωκτικές αρχές με τη σύλληψη του Νίκου Μπελογιάννη τον Δεκέμβριο του 1950 και ουσιαστικά διαλύθηκε με την αποκάλυψη των ασυρμάτων τον Νοέμβριο του 1951.

Ετσι ο ίδιος πέρασε ένα διάστημα σκληρής παρανομίας αλλά και απομόνωσης, καθώς δεν είχε τη δυνατότητα επαφής με την ηγεσία του κόμματος η οποία βρισκόταν στο εξωτερικό.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά το χτύπημα των ασυρμάτων από την Ασφάλεια, στην ηγεσία του ΚΚΕ αυξάνουν οι υποψίες ότι ο Πλουμπίδης δεν ήταν καθαρός.

Ετσι στη συνεδρίαση του Π.Γ. στις 21.12.51 λαμβάνεται μεταξύ άλλων και η εξής απόφαση: «14.- Να κάνουμε φάκελο για την υπόθεση Μ-Κ κ.λ.π. με όλα τα στοιχεία, τηλεγραφήματα, τι έγραψαν οι εφημερίδες για Βαβούδη και αφού τα διαβάσουν όλοι να κάνουμε συζήτηση στο Π.Γ. Το πότε θα το καθορίσουμε» (Μ-Κ σημαίνει «Μπάρμπας» που ήταν το ψευδώνυμο του Πλουμπίδη και «Κουφός» που ήταν το ψευδώνυμο του Βαβούδη).

Λίγες ημέρες αργότερα, σε νέα συνεδρίαση του Π.Γ. στις 10.1.52, αποφασίζεται: «2.- Να γράψουμε όλοι μέσα σε 15 μέρες ό,τι ξέρουμε για τον Πλουμπίδη».

Από εκεί και μετά φαίνεται πως φτιάχνεται ένας φάκελος που αφορά τον Νίκο Πλουμπίδη, μέσα στον οποίο καταχωρίζονται εκθέσεις ηγετικών και κατώτερων στελεχών του κόμματος και από τις οποίες αναζητούνται πληροφορίες για το παρελθόν του αγωνιστή και το ενδεχόμενο να υπάρχουν σκοτεινά σημεία σ’ αυτό.

Το υλικό αυτών των εκθέσεων δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα και μάλλον είναι διασκορπισμένο.

Ενα μέρος του βρίσκεται στα ΑΣΚΙ (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας) και ένα άλλο, το πιο απόρρητο -σύμφωνα με πληροφορίες στελεχών του ενιαίου (προ της διάσπασης του 1968) ΚΚΕ- πρέπει να βρίσκεται στα αρχεία του ΚΚΕ.

Από αυτό το υλικό η τότε ηγεσία του κόμματος υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο Πλουμπίδης ήταν χαφιές. Κατηγορία βεβαίως η οποία ήταν εντελώς εσφαλμένη.

Η σύλληψή του και η καταγγελία του ΚΚΕ ότι είναι χαφιές


Ο Ν. Πλουμπίδης θα συλληφθεί, τελικά, στις 25 Νοεμβρίου 1952. Οπως ανακοίνωσαν οι διωκτικές αρχές, η σύλληψή του έγινε στο σπίτι όπου διέμενε, στην οδό Πρεβέζης 14, στον Κολωνό.

Οι εφημερίδες και το ραδιόφωνο ανακοίνωσαν το γεγονός αυθημερόν με έκτακτα παραρτήματα και δελτία ειδήσεων.

Την επομένη, 26 Νοεμβρίου, η είδηση της σύλληψής του κοσμούσε τις πρώτες σελίδες του Τύπου ενώ τα ρεπορτάζ ήταν αναλυτικότερα.

Ο συλληφθείς εμφανίζεται στα δημοσιεύματα ως εκπρόσωπος της ηγεσίας του ΚΚΕ στην Ελλάδα.

Από αυτά τα δημοσιεύματα έχει αξία να κρατήσουμε ορισμένα στοιχεία:

⏩ Η Ασφάλεια και οι υπηρεσίες δίωξης του κομμουνισμού, ενώ ανακοινώνουν τη σύλληψη του Πλουμπίδη στον Τύπο, αποφεύγουν τις επίσημες περαιτέρω δηλώσεις επί του θέματος.
«Λεπτομέρειαι επί των συνθηκών της συλλήψεώς του θα ανακοινωθούν εν καιρώ», δηλώνει στους δημοσιογράφους τη μέρα της σύλληψης ο υπουργός των Εσωτερικών Π. Λυκουρέζος.

Είναι φανερό ότι η στάση αυτή αποτελεί προϊόν μεθόδευσης. Μέγιστη δε απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι οι διαρροές πληροφοριών προς τις εφημερίδες δίνουν και παίρνουν.

⏩Στον Τύπο διοχετεύονται δημοσιεύματα κατευθυνόμενα από την Ασφάλεια που εμφανίζουν τον Πλουμπίδη από τη μία να είναι ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ στην Ελλάδα κι από την άλλη να βρίσκεται σε σύγκρουση με την κομματική ηγεσία, έτοιμος να προβεί σε αποκαλύψεις εις βάρος της.
«Αι αστυνομικαί αρχαί αναμένουν ότι ο Πλουμπίδης μετά την σύλληψίν του θα προβή εις ομολογίας εις βάρος του Ζαχαριάδη, αι οποίαι -κατά την αστυνομίαν- θα είναι συντριπτικαί διά τον Ζαχαριάδη και θα κρίνουν την τύχην του τελευταίου ως αρχηγού του ΚΚΕ» (βλέπε: «Προοδευτική Αλλαγή» και άλλες εφημερίδες, 26.11.1952).

Είναι φανερό ότι η Ασφάλεια άφηνε να εννοηθεί ότι στην ουσία έχει στα χέρια της τις «ομολογίες Πλουμπίδη» κατά του Ν. Ζαχαριάδη.

Δεν είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε πως η Ασφάλεια γνώριζε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ στο εξωτερικό υποψιαζόταν τον Πλουμπίδη για χαφιέ ή τον θεωρούσε τέτοιο.

Αντικειμενικά, πάντως, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της ώστε να ενισχύσει αυτές τις υποψίες ή και τη βεβαιότητα.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, στις 27 Νοεμβρίου 1952, ο ραδιοσταθμός του ΚΚΕ «Ελεύθερη Ελλάδα» μεταδίδει μια ανακοίνωση-βόμβα της Κ.Ε. η οποία λέει ότι ο Πλουμπίδης είναι πράκτορας της Ασφάλειας από 27ετίας, δηλαδή από την πρώτη στιγμή ένταξής του στο κόμμα.

Η Κ.Ε. είχε καταλήξει σ’ αυτό το συμπέρασμα με απόφασή της που είχε ληφθεί τέσσερις μήνες πριν, από τις 25.7.1952, αλλά είχε κρατηθεί μυστική. (Βλέπε ολόκληρη την απόφαση: «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», εκδόσεις Σ.Ε., Αθήνα 1995, τόμος 7ος, σελ. 278-286)

Οι προβοκάτσιες της Ασφάλειας

Από εκεί και μετά, η Ασφάλεια θα κάνει ό,τι μπορεί για να δικαιώσει τις κατηγορίες της ηγεσίας του ΚΚΕ σε βάρος του Πλουμπίδη.

Κατ’ αρχάς διοχετεύει στον Τύπο την πληροφορία ότι το ΚΚΕ σπαράσσεται από εσωτερικές αντιθέσεις οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός νέου Κομμουνιστικού Κόμματος παρά και ενάντια στον Νίκο Ζαχαριάδη.

Στις αντι-ηγετικές αυτές κινήσεις εντάσσει και τον Πλουμπίδη. Αλλά δεν σταματάει εκεί.

Ούτε λίγο ούτε πολύ τον εμφανίζει στα δημοσιεύματα ως συνεργαζόμενο με τις Αρχές. Από τον ορυμαγδό των ψευδών ειδήσεων που γράφονταν τότε στον Τύπο θα σταχυολογήσουμε μερικές.


Στις 4 Ιουλίου του 1953, 20 μέρες πριν από τη δίκη του Πλουμπίδη, στην εφημερίδα «Προοδευτική Αλλαγή» εμφανίζεται δημοσίευμα το οποίο αναφέρει ότι οι Αρχές είχαν πληροφορίες πως η ηγεσία του ΚΚΕ θα επιχειρούσε να έρθει σε επαφή με τον Ν. Πλουμπίδη στη «Σωτηρία» όπου νοσηλευόταν φρουρούμενος, και για τον λόγο αυτόν λήφθηκαν πρόσθετα μέτρα φρούρησής του.

Οι Αρχές, έλεγε το δημοσίευμα, «πιστεύουν ότι η προσπάθεια αύτη της ηγεσίας του Κομμουνιστικού κόμματος εις δύο τινά αποσκοπεί: Ή επιθυμεί να πείσει τον Πλουμπίδη, τον οποίον ως γνωστόν, ευθύς μετά την σύλληψίν του, ενεφάνισε ως “πράκτορα της ασφαλείας”, να του υπαγορεύση την στάσιν την οποίαν πρέπει να τηρήση κατά την δίκην του, με αντάλλαγμα την αποκατάστασίν του εις τους κόλπους της ηγεσίας του ΚΚΕ, ή επιδιώκει την εξόντωσίν του, διά της δολοφονίας του, προ της δίκης του. Και η πρώτη και η δευτέρα εκδοχαί φαίνονται εξ ίσου πιθαναί. Επικρατεστέρα μάλιστα θεωρείται η δευτέρα εκδοχή δεδομένου ότι η συμφιλίωσις κομμουνιστικής ηγεσίας και Πλουμπίδη θεωρείται αδύνατος. Και η εκτός της Ελλάδος κομμουνιστική ηγεσία ανησυχεί σοβαρώς εκ των αποκαλύψεων του Πλουμπίδη, ο οποίος, λόγω της θέσεώς του ως υπευθύνου αρχηγού του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ καθ’ όλα τα τελευταία έτη, γνωρίζει πολλά, τα οποία αποκαλυπτόμενα θα κλονίσουν την εμπιστοσύνη των μελών του ΚΚΕ προς την ηγεσία του. Δι’ ο πιστεύεται πιθανότερον, ότι το Κομμουνιστικόν κόμμα έχει ζωτικόν συμφέρον να ματαιώση, διά δολοφονίας, την εμφάνισιν του Πλουμπίδη εις το ακροατήριον του στρατοδικείου».

Στο ίδιο δημοσίευμα («Προοδευτική Αλλαγή» 4.7.53) υπογραμμίζεται ότι ο Ν. Πλουμπίδης, αφού ενημερώθηκε από αξιωματικό της στρατιωτικής Δικαιοσύνης για τις κινήσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ να έρθει σε επαφή μαζί του, άφησε να εννοηθεί ότι επιθυμεί να πυκνώσουν τα μέτρα ασφαλείας του με το σκεπτικό ότι «επιδιώκεται το ξεκαθάρισμά του».

Μάλιστα φέρεται να έκανε στον αξιωματικό την εξής δήλωση:

«Αν πραγματικά ο κομμουνιστικός σταθμός ήταν εκείνος που είπεν όσα είπεν εναντίον μου ως απηχούντα τις γνώμες και τις αποφάσεις του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, τότε σίγουρα η ηγεσία διέπραξε ανοιχτή ατιμία.

Στην απολογία μου πάντως κατά τη δίκη μου, με όσα θα πω θα δικαιωθώ απόλυτα και ο καθένας θα κριθεί κατά τα έργα του.

Οι αγωνιστές του λαού θα μάθουν ποίος επρόδωσε τον Μπελογιάννη και ποιοι απεκάλυψαν τους ασυρμάτους».

Η αποθέωση όμως στη λειτουργία διοχέτευσης χαλκευμένων πληροφοριών πραγματοποιήθηκε στις 9 Ιουλίου 1953, όταν στην εφημερίδα «Απογευματινή» δημοσιεύτηκε κατασκευασμένη συνέντευξη του Ν. Πλουμπίδη.

Η εφημερίδα πρόβαλε το θέμα πρώτο, με πηχυαίους τίτλους στην πρώτη σελίδα της:

«Διά συνεντεύξεώς του δοθείσης εις τας φυλακάς ‘‘Σωτηρίας’’ όπου κρατείται Ο Ν. ΠΛΟΥΜΠΙΔΗΣ ΕΛΥΣΕ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ.

Κατηγορεί τον Ζαχαριάδην ότι υπήρξε κατά το 1937-1939 πράκτωρ της Γεν. Ασφάλειας.

Τον θεωρεί υπεύθυνο διά την σύλληψιν του Μπελογιάννη και το θάνατο της Χατζηβασιλείου. Τ

ι λέγει διά τον Μάρκον, τον Βαβούδην και τους ασυρμάτους. Διατί απεφάσισε να ομιλήση εναντίον του αρχηγού του ΚΚΕ».

Τέλος, στις 14 Ιουλίου 1953, στην εφημερίδα «Αθηναϊκή» θα δημοσιευτεί, με ερωτηματικό, η -προφανώς διοχετευμένη από τις Αρχές- πληροφορία ότι «εκ της δίκης Πλουμπίδη ενδέχεται να προκύψει νομιμοποίησις του ΚΚΕ;».

Στο σχετικό ρεπορτάζ αναφέρεται ότι υπήρχαν διχογνωμίες στα αρμόδια κρατικά όργανα, παλιότερα, για το αν θα έπρεπε να συλληφθεί ο Πλουμπίδης και στη δεδομένη χρονική στιγμή για το αν θα έπρεπε να διεξαχθεί η δίκη του.

Σχετικά με τη δίκη αναφέρεται συγκεκριμένα:

«Αυτοί που είναι υπέρ της διεξαγωγής της δίκης υποστηρίζουν ότι θα προκύψουν “πολλές ωφέλειες”.

Μία είναι η πιθανολογούμενη πρόθεσις του Πλουμπίδη, να “αποκαλύψη” τον Ζαχαριάδη.

Να τον αποδείξη πρώτον πράκτορα της αστυνομικής αρχής για πολλά χρόνια προ του πολέμου και κατά την κατοχή των Γερμανών στο Νταχάου και δεύτερον ως εγκληματήσαντα επανειλημμένως κατά του λαού και της κομμουνιστικής μάζης με την “τυχοδιωκτική” πολιτική του.

Ενα δεύτερο επιχείρημα των υποστηρικτών της διεξαγωγής της δίκης είναι να υπάρξουν καταδικαστικές αποφάσεις αυτών που θα δικασθούν ερήμην με τον Πλουμπίδη, 21 στελεχών της ηγεσίας του ΚΚΕ. Δηλαδή του Ζαχαριάδη, Ρούσου, Γκρόζου, Θέου, Γούσια κ.λπ.

Ετσι δεν θα μπορούν να επιστρέψουν στην Ελλάδα αν φθάσουμε σε διεθνή ειρήνευσι.

Το επί πλέον είναι ότι πιθανολογείται πως η κυβέρνησις θα αφήση να νομιμοποιηθή το ΚΚΕ, όχι όμως με τον Ζαχαριάδη, αλλά με τον Πλουμπίδη, αν διασωθή από την δίκη ή ορισμένους επιτελείς της ΕΔΑ.

Ετσι δεν αποκλείεται η δίκη της 24 Ιουλίου να καταλήξη στην απαλλαγή του Πλουμπίδη, στην ερήμην καταδίκη εις θάνατον των άλλων με άμεση κατόπιν προώθηση του ζητήματος να “μπει το ΚΚΕ στη νομιμότητα” χωρίς τον Ζαχαριάδη».

Δεν γνωρίζουμε γιατί η Ασφάλεια και οι άλλες κρατικές υπηρεσίες έπαιξαν αυτό το βρόμικο παιχνίδι σε βάρος του Πλουμπίδη.

Από πουθενά δεν προκύπτει να πίστευαν ότι το ΚΚΕ ήταν σε τέτοια κατάσταση διάλυσης και ότι ο Ζαχαριάδης αμφισβητούνταν από παντού.

Αλλά κι αν το πίστευαν, τι λόγο είχαν να απομονώσουν εντελώς τον Πλουμπίδη από το κόμμα εμφανίζοντάς τον κατ’ ουσίαν ως όργανό τους;

Το σίγουρο είναι ότι με τα προαναφερόμενα έπειθαν ακόμη και τους πιο δύσπιστους κομμουνιστές ότι η ηγεσία του ΚΚΕ είχε δίκιο που τον χαρακτήρισε χαφιέ.

Συνεπώς, τον απομόνωναν πλήρως απ’ όλους με σκοπό να τον λυγίσουν και να γίνει έρμαιο στα χέρια τους. Ισως αυτό να ήθελαν.

Αλλά ακόμα κι αν το πετύχαιναν, μπορούμε να πούμε με απόλυτη βεβαιότητα ότι στην αντιμετώπιση του ΚΚΕ θα έκαναν μια τρύπα στο νερό. Θα το ισχυροποιούσαν παρά θα το αποδυνάμωναν.

Απ’ όσα προαναφέραμε, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται εύκολα σε ποια ψυχολογική κατάσταση βρέθηκε ο Πλουμπίδης και πόσο δύσκολο ήταν να κρατηθεί όρθιος, ως κομμουνιστής και λαϊκός αγωνιστής, τη στιγμή που βρέθηκε χωρίς κανένα στήριγμα, κατηγορούμενος από το κόμμα του ως χαφιές, από το καθεστώς, για την κομμουνιστική του δράση κι έχοντας να αντιμετωπίσει τις ασφαλίτικες προβοκάτσιες.

Η δίκη


Φωτογραφία του Νίκου Πλουμπίδη με στελέχη του ΚΚΕ μετά την απελευθέρωση. (Βρίσκεται στον φάκελό του στην Ασφάλεια) Φωτογραφία του Νίκου Πλουμπίδη με στελέχη του ΚΚΕ μετά την απελευθέρωση. (Βρίσκεται στον φάκελό του στην Ασφάλεια) | 

Η δίκη του Ν. Πλουμπίδη άρχισε στις 24 Ιουλίου 1953, ημέρα Παρασκευή. Μαζί μ’ αυτόν το μετεμφυλιακό καθεστώς δίκασε ερήμην και την ηγεσία του ΚΚΕ, τους: Ν. Ζαχαριάδη, Γ. Ιωαννίδη, Β. Μπαρτζιώτα, Μ. Πορφυρογένη, Π. Ρούσο, Λ. Στρίγγο, Μ. Βλαντά, Γ. Βοντίτσιο-Γούσια κ.ά.

Βασική κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων ήταν η παραβίαση του Α.Ν. 375 της μεταξικής δικτατορίας περί κατασκοπίας.

Η δίκη ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα 3 Αυγούστου του 1953 με την έκδοση της απόφασης. Ο Πλουμπίδης και η ηγεσία του ΚΚΕ καταδικάστηκαν δύο φορές σε θάνατο.

Την πρώτη μέρα της δίκης, ο Πλουμπίδης έδωσε ιδιόχειρη επιστολή προς τον Τύπο με την οποία απαντούσε στο δημοσίευμα της εφημερίδας «Προοδευτική Αλλαγή», της 4.7.53, που εμφάνιζε την ηγεσία του ΚΚΕ να θέλει να τον δολοφονήσει και τον ίδιο να έχει κάνει δηλώσεις σε βάρος του ΚΚΕ σε αξιωματικό της στρατιωτικής Δικαιοσύνης.

Η επιστολή πιάστηκε από τα αστυνομικά όργανα, αλλά δημοσιεύτηκε στον Τύπο της εποχής απ’ όπου και την αντιγράφουμε:

«Το δημοσίευμα -έγραφε ο Πλουμπίδης απαντώντας στα γραφόμενα της προαναφερόμενης εφημερίδας- δεν είναι έργον συντάκτου αλλά επιτελικά οργανωμένο σχέδιο των σκοτεινών κύκλων που ενδιαφέρονται να πλήξουν το λαό και να παρουσιάσουν εμένα σαν προδότη, τη δε ηγεσία του κόμματός μου σαν δολοφόνους και ν’ αποδώσουν σ’ αυτή ό,τι τυχόν μέλει να μου συμβή.

Δεν με επεσκέφθη κανένας αξιωματικός της στρατιωτικής δικαιοσύνης, παρά μόνο ο εισηγητής του στρατοδικείου, στις 29/12/52, όταν έλαβε την απολογία μου.

Το δημοσίευμα έχει σκοπό να μειώση το κόμμα που έχη βαθιές ρίζες στο λαό. Δεν έκανα σε κανένα τις συκοφαντικές δηλώσεις που βάζουν στο στόμα μου.

Εις απάντησιν δηλώνω τα ακόλουθα:

1) Το ΚΚΕ είναι τόσο ισχυρό, ώστε δεν μπορεί να το διασπάσει κανείς.

2) Δεν φοβάται τις αποκαλύψεις κανενός είδους προδότη γιατί οι σκοποί και οι επιδιώξεις του είναι καθαρές σαν κρύσταλλο.

3) Δεν με χωρίζει καμμιά διαφορά με την ηγεσία του κόμματός μου.

Η ανακοίνωσι του κόμματος περί αποκηρύξεώς μου είχε σκοπό να προφυλάξη το κόμμα από έναν υποτιθέμενο εχθρό και οφείλεται σε σφαλερές ενδείξεις και υποβολιμαίες πληροφορίες.

4) Πάντως πιστεύω ότι το κόμμα θα επανεξετάση εν καιρώ το ζήτημα. Η απόφασι του κόμματος, οποιαδήπτε κι αν είναι, θα είναι για μένα σεβαστή.

5) Δεν είμαι προδότης αλλά ήμουν, είμαι και θα είμαι πιστός στο κόμμα».

Σε όλη τη διάρκεια της δίκης του, ο Ν. Πλουμπίδης τήρησε την ίδια στάση. Και την κράτησε αταλάντευτα ώς την εκτέλεσή του.

Σχετικά με τις αναφορές των δεσμοφυλάκων


Από την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του και ώς την εκτέλεσή του, ο Πλουμπίδης έμεινε στη φυλακή ένα χρόνο και έντεκα ημέρες.

Τον φρουρούσαν όλο το 24ωρο, σε τρεις οκτάωρες βάρδιες -άρα ένας δεσμοφύλακας ανά 8ωρο.

Δεν γνωρίζουμε αν υπήρχε από την αρχή εντολή στους δεσμοφύλακές του να συντάσσουν αναφορές γι’ αυτόν για τα όσα συνέβαιναν στη διάρκεια της υπηρεσίας τους.

Οι αναφορές που βρήκαμε στον φάκελό του στην Ασφάλεια αρχίζουν από τις 17.4.1954 και φτάνουν ώς και την εκτέλεσή του στις 14.8.1954. Καλύπτουν, δηλαδή, ένα ολόκληρο τετράμηνο.

Οι πιο πολλές αναφέρονται σε συμβάντα περισσότερων της μιας ημέρας (περίπου μιας εβδομάδας), ενώ υπάρχουν και ημερήσιες.

Ενα δεύτερο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη, είναι ότι δεν υπάρχουν αναφορές απ’ όλους τους δεσμοφύλακες βάρδιας.

Ή δεν ήταν επιφορτισμένοι όλοι να κάνουν γραπτή αναφορά ή, αν ήταν, αγνοούμε τον λόγο που οι αναφορές τους δεν υπάρχουν στον φάκελο.

Οι δεσμοφύλακες που φρουρούσαν τον Νίκο Πλουμπίδη δεν ήταν όλοι του ίδιου μορφωτικού επιπέδου. Κατά κανόνα ήταν άνθρωποι της -ελάχιστης- βασικής εκπαίδευσης.

Ο αναγνώστης θα το διαπιστώσει αυτό εύκολα διαβάζοντας τις αναφορές, καθώς διατηρήσαμε ατόφια την ορθογραφία και τη σύνταξη κάθε χειρογράφου.

Λαμβάνοντας αυτό το στοιχείο υπόψη, είναι επίσης εύκολο να αντιληφθούμε ότι ο κάθε συντάκτης αναφοράς γράφει ανάλογα με την αντιληπτική του ικανότητα και προφανώς δεν μεταφέρει αυτούσιες τις συζητήσεις που έκανε ή παρακολούθησε με επίκεντρο τον Νίκο Πλουμπίδη.

Π.χ. σε μία αναφορά ο Πλουμπίδης φέρεται να δηλώνει ότι ήταν αρχηγός του ΚΚΕ και να ονομάζει τον εαυτό του με τον τίτλο του Γενικού Γραμματέα.

Προφανώς είπε ότι ήταν αρχηγός του παράνομου μηχανισμού, αλλά ο δεσμοφύλακας έδωσε όλες τις διαστάσεις που είχε στο μυαλό του για την έννοια του αρχηγού μέσα στο ΚΚΕ.

Σε μία άλλη επίσης αναφορά, ο Πλουμπίδης φέρεται να μιλάει επιτιμητικά για τον Νίκο Ζαχαριάδη και να παραδέχεται ότι στις εκλογές του 1951 παραβίασε τις εντολές της ηγεσίας του κόμματος για την υποψηφιότητα του Μπελογιάννη.

Με δεδομένο ότι ήταν πάρα πολύ προσεκτικός για ό,τι έλεγε για το κόμμα και την ηγεσία του -και με δεδομένη την όλη στάση του-, μοιάζει απίθανο να προέβη σε τέτοιες εξομολογήσεις μπροστά σε ένα αστυνομικό όργανο, ακόμη κι αν τις πίστευε.

Σε κάθε περίπτωση, το υλικό των αναφορών στο σύνολό του είναι συγκλονιστικό και άκρως επιβεβαιωτικό της τεράστιας αγωνιστικής προσωπικότητας του Νίκου Πλουμπίδη.

Το παραθέτουμε ασχολίαστο, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπου οι διευκρινίσεις ήταν απολύτως απαραίτητες και παρατίθενται με την ένδειξη «Σημείωση επιμελητών».

Μια δεύτερη παρέμβαση που κάναμε είναι να ομαδοποιήσουμε την παρουσίαση των εκθέσεων κατά μήνα και να προσθέσουμε σε κάθε μία από αυτές τίτλο για την καλύτερη και ευκολότερη μελέτη τους, ενώ, όπως προαναφέραμε διατηρήσαμε άθικτη την ορθογραφία και τη σύνταξη των αρχικών κειμένων.

*Τυχόν λάθη και παραλείψεις βαρύνουν αποκλειστικά εμάς.

Διαβάστε όσες εκθέσεις των δεσμοφυλάκων του Νίκου Πλουμπίδη σώθηκαν και υπάρχουν στον φάκελό του στην Ασφάλεια.

Επιμέλεια-Κείμενα: Γιώργος Πετρόπουλος, Νίκος Χατζηδημητράκος, Νικόλας Ζηργάνος, Ελένη Κατσιγιάννη, Κώστας Μανιμανάκης - Εφημερίδα των Συντακτών
{[['']]}

ΓΥΑΡΟΣ: «Απαγορεύεται»

Ημερολόγιο της φυλακής, από τον Αντρέα Νενεδάκη

Γυάρος: Τόπος εξορίας από το 1947 μέχρι το 1952, από το 1955 μέχρι το 1961 και από το 1967 μέχρι το 1974.

Το 2001 η Γυάρος ανακηρύχθηκε ιστορικό μνημείο και απαγορεύτηκε κάθε οικοδομική δραστηριότητα. Στη συνέχεια, όμως, η απαγόρευση έπαψε να ισχύει καθώς εμφανίστηκαν επενδυτές που ζητούσαν να στήσουν ανεμογεννήτριες. Πριν από λίγες μέρες έγινε ένα ακόμα βήμα για τον αποχαρακτηρισμό του νησιού ως ιστορικού τόπου και τη βάφτισή του σε προστατευμένη οικολογική περιοχή. Οι ιθύνοντες του WWF υπόσχονται έναν πακτωλό χρημάτων από το πρόγραμμα «Cyclades Life».

Ομως, στο θανατονήσι έχουν μαρτυρήσει «το γάλα της μάνας τους» περισσότεροι από 20.000 κρατούμενοι και καθετί πάνω σ' αυτό φέρνει τα σημάδια τους. Κόντρα στις επιδιώξεις διαφόρων για κερδοφόρα χρήση του νησιού, ο «Ριζοσπάστης» αρχίζει από σήμερα τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το συγκλονιστικό βιβλίο του Αντρέα Νενεδάκη με τον τίτλο «Απαγορεύεται », που δεν είναι άλλο από ένα ημερολόγιο φυλακής. Ενα ημερολόγιο, μάλιστα, από την πιο σκληρή περίοδο λειτουργίας αυτής της φυλακής. Την περίοδο 1947 - 1950.
Οπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας, «αυτό το βιβλίο το 'γραψαν με το αίμα τους οι πολιτικοί κρατούμενοι της Γιούρας, εγώ αντίγραψα».
Ας αφήσουμε, λοιπόν, τους ίδιους τους κρατούμενους να μιλήσουν:
***

«Είμαστε πεντακόσιοι πενήντα ένας πολιτικοί κρατούμενοι από τις φυλακές της Καλαμάτας, με το προσωπικό και με το διευθυντή μαζί. Βγήκαμε στις 5 το πρωί κι αντικρίσαμε ένα μαύρο όγκο που ξεπετιόταν μέσα από τη θάλασσα με κλίση 45° - ήτανε η Γιούρα.
(...) Οπως είμαστε φορτωμένοι και στη γραμμή, παρατάχτηκαν οι χωροφύλακες με "εφ' όπλου λόγχη" και με αυτόματα από τις δυο πλευρές. Ενας αντισυνταγματάρχης διάταξε ησυχία κι άρχισε να μιλεί:
-- Συνέλθετε. Βρισκόσαστε στη Γιούρα, θα τα ξεχάσετε όλα όσα ξέρετε. Πας άφρων θα παταχθεί αμειλίκτως, πληρώνοντας το παράπτωμά του ακόμα και με τη ζωή του. Εχω δώσει διαταγή εις την φρουράν, για καθετί που θ' αντιληφθεί, ν' ανοίξει πυρ άνευ νεωτέρας μου διαταγής!

Μέναμε ακίνητοι - κανείς δεν ήτανε "άφρων" (...) Οι χωροφύλακες με τους αλφαμίτες μάς ρίχτηκαν, μας έσπρωχναν, μας έβριζαν και μας χτυπούσαν (...) Ο ήλιος σε λίγο βγήκε μέσα από τη θάλασσα, άρχισε να ψηλώνει, ν' ανεβαίνει μεσούρανα και να μας παίρνει και την τελευταία ανάσα. Οι σκοποί άλλαζαν, έπιναν νερό, κατουρούσαν, σε μας απαγορεύονταν όλα - στέκαμε εκεί περιμένοντας.
Ο τόπος ήτανε σκληρός. Μικρές πέτρες αλωνισμένες από την αλμύρα και τον αέρα άφριζαν πάνω στο χώμα (...) Δυο μέτρα δίπλα μας ήταν η θάλασσα. Πόσο επιθυμούσαμε όλοι ν' ακουμπήσουμε τα κουρασμένα μας κορμιά εκεί στον αφρό, να πλησιάσουμε εκεί που έγλειφε το κύμα, να πλύνουμε τα πόδια και τα χέρια μας και να υγραθεί το φρυγμένο μας στόμα.

Κάθε λίγο ερχόταν ένας ανθυπασπιστής της Επιμελητείας με τους βοηθούς του και χτυπούσε χωρίς διάκριση - ήταν αποσπασμένος στη Γιούρα από το Γενικό Επιτελείο για την επίβλεψη του υλικού.
-- Είσαι παντρεμένος; ρωτούσε έναν κρατούμενο.
Αν ήταν παντρεμένος, έπεφτε πάνω του φωνάζοντας και βρίζοντας:
-- Και πού την άφησες, μωρέ, τη γυναίκα σου; Πού την πούλησες;
Αν ήταν ανύπαντρος ο κρατούμενος, χειρότερα.
-- Δεν παντρεύτηκες για να μην έχεις υποχρεώσεις... Το Κόμμα παντρεύτηκες, μωρέ; Καλύτερα που δεν παντρεύτηκες, για να μην έχεις αποσπορίδια.
Ηταν με τα καλά του - έτσι φαινόταν. Ομως, έτσι που κάθε λίγο τον έπιανε ξαφνικά και, βγαίνοντας από τη σκηνή έτρεχε φωνάζοντας και ρωτώντας τα ίδια και τα ίδια συνέχεια από το πρωί, σου 'ρχόταν να γελάσεις.
-- Είσαι παντρεμένος; Δεν είσαι;
Και δώσ' του και χτυπούσε αλύπητα.
(...) Εσπασαν κεφάλια, χτύπησαν κορμιά, ώσπου κουράστηκαν. Μερικούς τους χτυπούσαν έως αργά το βράδυ (...) Ηταν η πρώτη νύχτα της Γιούρας.
12-7-47
(...) Πριν βγει ο ήλιος, τριγύρω στους λόφους άρχισαν τους πυροβολισμούς (...) Ο πρώτος που σήκωσε το κεφάλι του από περιέργεια δέχτηκε ομαδικές ροπαλιές. Οι άλλοι γύρω του, όσοι κουνήθηκαν, έπαθαν τα ίδια κι όσοι έμειναν ακίνητοι, όσοι θέλοντας να γλιτώσουν έκαναν τους αδιάφορους, δέχτηκαν ολόκληρη μπόρα.
-- Ωστε είσαι ψύχραιμος; Πώς σε λένε; Είσαι ο στρούκτορας οπωσδήποτε.

(...) Μας παράταξαν πάλι. Η γραμμή τώρα ήταν δεκαπλή με το μέτωπο προς την ξηρά, με τα πράγματά μας δίπλα και τριγύρω οι σκοποί, οι φύλακες και οι αλφαμίτες. Δε μιλούσε κανείς - σχεδόν δεν αναπνέαμε - κι όμως, οι κραυγές τους δε σταματούσαν (...) Ο πρώτος γδύθηκε τσίτσιδος. Του 'πιασαν τα ρούχα, τα πασπάτευαν και τον κορόιδευαν με διάφορους τρόπους: Ενας έχωνε στ' αχαμνά του το ντουφέκι, άλλος το ζαχαροκάλαμο που κρατούσε κι άλλοι, όλοι μαζί, φώναζαν, τίναζαν τα ρούχα του και τον κλοτσούσαν ή τον έφτυναν.

-- Ανθρωπος για να διοικήσει τον τόπο.
-- Για τον αγώνα ήρθες εδώ, μωρέ;
-- Κοίτα τον ψωριάρη.
-- Αυτός είναι ο συναγωνιστής, μωρέ;
Και γυρνώντας σε μας, μας τον έδειχναν όπως ήταν γυμνός, φτυσμένος και καταματωμένος.
- Να, μωρέ, ο γραμματέας σας! Να...
Ημαστε όλοι βαθμούχοι - γραμματείς, στρούκτορες, αρχηγοί, κομματάρχες. Δεν έμεινε άνθρωπος χωρίς βαθμό και δίχως διάκριση.

Η μέρα δεν τέλειωνε. Ενας - ένας περνούσε, γδυνόταν κι άρχιζαν από την αρχή. Είχαν αφρίσει, στα στόματά τους άσπριζε πηχτό σάλιο. Ιδρωναν όπως χόρευαν και πηδούσαν και τα λαιμά τους έσταζαν. Σήκωναν σκόνη με το τσουροβόλημα, ξετίναζαν τις κουβέρτες και έσκιζαν τις ραφές τους για κανένα σημείωμα ή χαρτί, ξεχώριζαν καθετί που είχε αξία (...)
-- Πού τα βρήκες, μωρέ, τα ψαλίδια;
-- Φονιά.
-- Δεκεμβριανός είσαι;

Και τα ξεχώριζαν με προσοχή, τα 'βαζαν σε σωρό χωριστά ή τα τρύπωναν στις τσέπες τους.
Οι καντινιέρηδες έπαθαν του Χριστού τα πάθη. Ολοι κρατούσαμε ένα δέμα της καντίνας με ξυραφάκια, οδοντόπαστες, μερικά ψιλικά, κονσέρβες ή κανένα κουτί γλυκό - το 'χαμε χρεωθεί και είχαμε δώσει αποδείξεις παραλαβής. Μόλις βρέθηκε η πρώτη κονσέρβα σ' έναν μπόγο άρχισε ένα φοβερό πανηγύρι.
-- Να το, φονιά, το εργαλείο σου, δεν το ξέχασες... Από το Δεκέμβρη, μωρέ, το φυλάεις... (...)

14-7-47

Πριν βγει ο ήλιος αρχίσαμε τη δουλειά (...) Επρεπε ν' ανοίξουμε και λάκκους γι' αποχωρητήρια. Διάλεξαν ένα χώρο δίπλα μας.
-- Να το πάρετε απόφαση, εδώ θα τα κάνετε όλα. Αυτός ο τόπος είναι τώρα η ζωή σας, μήτε αυτόν, όμως, τον ορίζετε.
Ενας κρατούμενος ζήτησε σκαπανικά για τ' αποχωρητήρια και τον έδειραν. Τον χτύπησαν όλοι μαζί δίπλα στους λάκκους, έμεινε εκεί όλη τη μέρα γιατί δεν μπορούσε να σηκωθεί. Αυτό ήταν γι' αυτόν το χειρότερο: Οποιος φύλακας περνούσε από δίπλα του, τον χτυπούσε, βογκούσε και η σκόνη που σηκωνόταν του ξέρανε τις πληγές και το πρόσωπό του έγινε αγνώριστο.

15-7-47

Οι περισσότεροι έχουν καταδικαστεί για τα πολιτικά τους φρονήματα, για τα Δεκεμβριανά κι άλλοι με τα έκτακτα μέτρα. Μαζί έχουν κουβαληθεί και ποινικοί κατάδικοι. Τούτοι, όμως, ξεχώρισαν μόλις φτάσανε στη Γιούρα: Μπήκαν σ' έτοιμες σκηνές, συντάχτηκαν σε ιδιαίτερη γραμμή και παίρνουν πρώτοι συσσίτιο. Μαζί με αυτούς είναι και οι δοσίλογοι.

Ολοι οι άλλοι είναι αριστεροί, κομμουνιστές, πολλοί απλοί δημοκρατικοί και άλλοι αχρωμάτιστοι, που βρέθηκαν χωρίς να το καταλάβουν στη φυλακή μπλεγμένοι σε μια υπόθεση τυχαία. Ωσπου να φτάσουνε στη Γιούρα είχαν περάσει φοβερές μέρες. Οι Δεκεμβριανοί έχουν ο καθένας στην πλάτη δυο - τρία χρόνια, με βασανιστήρια στα κρατητήρια, με ξυλοδαρμούς, με τραύματα και η υγεία ολωνών είναι κλονισμένη, τους λένε στασιαστές, φονιάδες, εγκληματίες και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Των "μέτρων τάξεως" πάλι είναι όσοι έχουν πιαστεί στις πολιτείες και στο ύπαιθρο και που τους έχουν στείλει στο Στρατοδικείο με τις γνωστές κατηγορίες του Γ΄ Ψηφίσματος, του 509/47 και 375/36 των Τακτικών. Πολλοί δεν έχουν ιδέα μήτε γιατί τους κατηγορούν, μήτε γιατί τους δίκασαν, άλλοι είναι υπόδικοι ακόμα με κατηγορίες διάφορες. Ολοι, όμως, έχουν αρνηθεί ν' αποκηρύξουν τα πολιτικά τους φρονήματα και αυτός είναι ο σπουδαιότερος λόγος που τους δίκασαν ή που τους κρατούν υπόδικους.

16-7-47

Ακούστηκε πως πριν 'ρθει το τάγμα των σκαπανέων πέρασε από 'δω ο κουλοχέρης, ο Γουίκαμ, ο Αγγλος οργανωτής για τις φυλακές στην Ελλάδα. Γύρισε όλη τη χώρα σε νησιά και σε πέλαγα και στο τέλος διάλεξε τη Γιούρα. Ενας φύλακας, που είναι από τους ανθρώπους που δεν παίρνουν μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον μας, είπε:
-- Ας όψεται ο κουλοχέρης, που στύλωσε τούτη τη φυλακή και βασανίζεστε και σεις και μεις.
Τέτοιες κουβέντες τις ακούει κανείς σπάνια, όμως, η αλήθεια είναι πως οι παλιοί φύλακες του σωφρονιστικού κλάδου φέρονται οι περισσότεροι ανθρωπινά. Οι άγριοι, εκείνοι που μας μισούν και μας βασανίζουν, ήταν όλοι στα Τάγματα Ασφαλείας και στις οργανώσεις των κατακτητών.

(...) Η σπηλιά είναι 2χ2 με τοίχο μπρος στο άνοιγμα και χτιστό ντουβάρι, είναι γεμάτη σκορπιούς που ξετρυπώνουν μέσα από τα βάθη της (...) Οποιος μπει εκεί μέσα δεν ησυχάζει στιγμή - ο Σουπιώνης, ο φύλακας του πειθαρχείου, είναι θηρίο (...) Ξαφνικά και τη στιγμή που ακούγονταν τα ουρλιαχτά ενός κρατούμενου στο πειθαρχείο, ακούστηκε μια γυναικεία φωνή:
-- Μη χτυπάτε, βρε εγκληματίες. Θα πάω στην Αθήνα και θα σας περάσω στο "Ριζοσπάστη".
Την άλλη μέρα μάθαμε πως ήταν η γυναίκα του αντισυνταγματάρχη των σκαπανέων.
Ολες αυτές οι νύχτες είναι νύχτες αγρύπνιας και τρόμου (...) Ολοι λένε πως ο Σουπιώνης χασισώνεται με τους βοηθούς του και ξεσπούν στο πειθαρχείο».

Βρισκόμαστε στην άνοιξη του 1947. «Εξω», στα βουνά, τ' αντάρτικο φουντώνει. Το Κόμμα, όμως, δεν το έχουν βγάλει ακόμα εκτός νόμου. Οι δίκες και οι εξορίες δίνουν και παίρνουν. Το ίδιο και τα στρατοδικεία κι από κοντά οι εκτελέσεις. Καταγράφονται καθημερινά από τον «Ριζοσπάστη» που ακόμα κυκλοφορούσε. Μόνο όμως οι επίσημες αναγγελίες. Γιατί την ίδια ώρα ένα σχέδιο μαζικής εξόντωσης των αγωνιστών έχει μπει σε εφαρμογή κι ακούει στο όνομα «Γιούρα». Κανείς έξω από τη Γιούρα δεν ξέρει τι συμβαίνει εκεί. Δεν είναι τόπος εξορίας. Είναι φυλακή καταμεσής του πελάγου. Μια φυλακή που την έχτισαν οι ίδιοι οι κρατούμενοι. Το ημερολόγιο αυτής της φυλακής περιέχεται στο βιβλίο υπό τον τίτλο «Απαγορεύεται », του Αντρέα Νενεδάκη (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
Συνεχίζουμε σήμερα την παρουσίαση αποσπασμάτων στο τμήμα εκείνο που αφορά στον ερχομό του περιβόητου Γλάστρα.

17-4-47

Είναι ξημερώματα. Είμαστε όλοι στο πόδι. Φωνές από τον Πρώτο όρμο και πάνω από τα φυλάκια δείχνουν πως κάτι το σοβαρό συμβαίνει (...) Από το ανατολικό άνοιγμα φαίνεται ένα κομμάτι ουρανού και θάλασσας, που για μια στιγμή μαυρίζει ξαφνικά γιατί σκεπάστηκε από το σκοτεινό όγκο ενός αρματαγωγού.
Μια φωνή αιμοβόρα και δυνατή τα σκέπασε όλα:
-- Α! Α! Βάρα τον στο κεφάλι. Σκότωσ' τον. Βγάλ' του τα μάτια.
Από τις κουμπότρυπες και το μπροστινό άνοιγμα κοιτάζαμε την πόρτα του αρματαγωγού. Ενας θεόρατος άντρας με πολιτικά, με κοιλιά και μια μεγάλη μαγκούρα γυρόφερνε, στριφογυρίζοντας το ξύλο πάνω στα κορμιά και στα κεφάλια.

Τούτη η αποστολή ξεπερνούσε τους χίλιους πεντακόσιους. Μπρος στη θάλασσα γέμισε ο τόπος τραυματίες, που βογκούσαν ξαπλωμένοι και που τους τσαλαπατούσαν όσοι έβγαιναν μαζί με τους φύλακες που είχαν αφηνιάσει. Πάνω απ' όλα, όμως, κυριαρχούσε η βροντερή φωνή του μεγαλόσωμου κοιλαρά. Το μούτρο του ήταν μια μάσκα κρεάτινη με τρύπες, που άφριζε, έβριζε και βλαστημούσε και το κορμί του ένα θεόρατο, φουσκωμένο, όρθιο ζωντανό, που στριφογύριζε ένα χοντρό ξύλο, θερίζοντας σα στάχυα τους ανθρώπους, που, άοπλοι, ανήμποροι και προπαντός αποφασισμένοι να μην αμυνθούν και χειροτερέψει η θέση τους, δέχονταν στα κορμιά και στα κεφάλια τα φοβερά χτυπήματα.

(...) Τ' απόβραδο, όταν βγήκε από τους παλιούς αγγαρεία αμίλητη για να καθαρίσει τ' αποκαΐδια και τα αίματα, μαθεύτηκε πως ήρθε μαζί με τη σημερινή αποστολή από τη Θεσσαλονίκη και ο διευθυντής της φυλακής με καινούργιο προσωπικό - ο Παπαδημητρόπουλος, με υποδιευθυντή τον Γλάστρα, τον κοιλαρά που αλώνιζε στην «υποδοχή», γνωστοί κι οι δυο από την Κατοχή σα συνεργάτες των Γερμανών και βασανιστές στο στρατόπεδο «Παύλου Μελά» και στο Επταπύργιο.

30-7-47

Σ' ένα πηγάδι εκεί που έσκαβαν βρήκαν ένα σκελετό, που έως να σχολάσουν το βράδυ είχε λιώσει. Λένε πως είναι από τους ογδόντα χιλιάδες Ρωμαίους που εξόρισε ο Σύλλας το 80 π.Χ. στη Γιούρα. Τους άφησε εδώ και πέθαναν από την πείνα.
-- Ετσι θα γίνετε όλοι, φώναζαν οι φύλακες. Κανείς δε θα φύγει από δω...
Σπάνια είχε χρησιμοποιηθεί η Γιούρα. Το 1922 εκατόν πενήντα στρατιώτες έμειναν είκοσι μέρες - τους είχαν στείλει σαν ανεπιθύμητους από τη Θράκη. Τότε πέθαναν τρεις. Κι ο Μεταξάς ήθελε να την χρησιμοποιήσει για τόπο εξορίας, αλλά κρίθηκε ακατάλληλη από την υγειονομική επιτροπή. Οι Γερμανοί έστειλαν Ιταλούς κρατούμενους το 1943, αλλά έμειναν μόνο δυο μήνες γιατί δεν μπορούσαν να τους κρατήσουν στη ζωή. Τίποτα δε ζει σε τούτο το νησί, μερικοί ποντικοί μόνο που παρουσιάστηκαν ξαφνικά - και ποιος ξέρει αν ήρθαν με κανένα από τα καΐκια ή τα πλοία που μας έφεραν - σαύρες και σκορπιοί. Μήτε ένα πουλί δεν έχουμε δει ακόμα.

14-8-47

-- Είμαι λίαν συγκινημένος, παιδιά μου, με την αθρόαν προσέλευσίν σας εις τον ιερόν τούτον χώρον...
Αρχιμανδρίτης, θρησκευτικός επιθεωρητής των φυλακών της Ελλάδος, ο πατήρ Προκόπιος έφα (...) Μίλησε για υλισμό, για διάφορες θεωρίες αλλοπρόσαλλες, για τη σάρκα που κουράζεται και υποφέρει στην πρόσκαιρη ζωή, φτάνει να σώσουμε την ψυχή μας, για την επιστροφή στον Χριστό, αρκεί να παραδεχτούμε και να καταδικάσουμε τα εγκλήματά μας, για την ανταμοιβή που μας περιμένει «εις την ζωήν ΑΜΕΣΩΣ και εις την μέλλουσαν, αν ΔΗΛΩΣΩΜΕΝ μετάνοιαν»...
Την ίδια ώρα, μπρος στα μάτια του σύρθηκαν και ξυλοκοπήθηκαν πάνω από εκατό κρατούμενοι, «απέστρεφε», όμως, «τους οφθαλμούς» του από τα «τεκταινόμενα» και μια γλυκάδα χρωματισμένη με κινήσεις ευλαβικές, με φωνή λιγωμένη, ξεχυνόταν απ' όλο του το είναι. Ηταν σα να μη συνέβηκε τίποτα (...) Στεκόταν ασυγκίνητος, αλύγιστος και ωραίος, έμοιαζε με θεό της εκδίκησης, του φόβου και του τρόμου, που κατέβηκε στη Γιούρα ντυμένος στα ράσα να επιβλέψει το έργο του Γλάστρα - σχεδόν να το ευλογήσει.

30-8-47

Για τα Στρατοδικεία φεύγουν συνέχεια - χτες τριακόσιοι, προχτές δεκαπέντε. Νέα δεν έχουμε καθόλου, κυκλοφορούν διαδόσεις, που οι περισσότερες είναι ριγμένες από τους φύλακες και τους ποινικούς - πότε πως έπεσε η κυβέρνηση, πότε πως ο εμφύλιος πόλεμος τελειώνει, για συμφωνίες, για μάχες όξω από την Αθήνα... Είναι τόσο πολλά αυτά που διαδίδονται, που δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοπιστέψει. Εμείς διατηρούμε την ψυχραιμία μας.

Το απόγευμα μαζεύτηκαν όλοι οι όρμοι και μίλησε ένας υπάλληλος του υπουργείου Δικαιοσύνης - τον λένε Μεταξά. Διάβασε μια ανακοίνωση της Τεχνικής Υπηρεσίας του υπουργείου που έλεγε πως τα έργα αρχίζουν οριστικά από αύριο. Φυλακές, σχέδιο πόλεως, λέσχες, πάρκα, ξενώνες, δρόμοι, σπίτια και διάφορα άλλα «θα κατασκευαστούν εκ των ενόντων και επί πληρωμής»! Τα μεροκάματα θα φτάνουν από τις 8.000 έως τις 14.000 - μια οκά τυρί φέτα δηλαδή το μεροκάματο και μάλιστα από την καντίνα μας - τα κτίρια θα γίνουν από τούβλα, θα σκεπαστούν με κεραμίδια, θα μοιραστούν σε όσους εργαστούν πουκάμισα, παντελόνια, άρβυλα. Κάποιος πετάχτηκε και φώναξε να του δώσουν αυτά που του πήραν στην «υποδοχή» - και τον έφαγε το σκοτάδι, όλη τη νύχτα φώναζε στο πειθαρχείο.

12-9-47

Το «3007», το αρματαγωγό, έφτασε κι αυτό πάνω στην ώρα μ' εκατό φυλακισμένους από τη Λαμία και τετρακόσιους εβδομήντα από τα Τρίκαλα. Από τη Στυλίδα και από το Βόλο τους φόρτωσαν και ύστερα από τόσες μέρες στο αμπάρι ήρθαν πρωί πρωί σήμερα. Περίμεναν ο Γλάστρας, ο Κολοκάτσης, ο Ζεϊμπέκος, ο Τσουπάκης και ο Χαλκιαδάκης, γύρω τους χωροφύλακες, φύλακες και ο Στράτος ο Κοζομπολίδης - «ο Στράτος μου», όπως λέει ο Γλάστρας.

Ο Στράτος μοιάζει με σίφουνα στις «υποδοχές». Ο Γλάστρας χτυπά έναν, δύο, τρεις, τους περιποιείται, τους αφήνει ξαπλωμένους, αλλά πρέπει να περάσεις από μπρος του για να πάθεις τα ίδια και πολλοί τον αποφεύγουν. Γύρω του δημιουργείται ένα είδος «νεκρής ζώνης» από τους ξαπλωμένους που κείτουνται στα πόδια του. Ο Στράτος, όμως, έχει άλλη τακτική: Πηδά από δω, σέρνεται από κει, βρίσκεται γύρω σου, μακριά σου και μπορεί να ξαναγυρίσει εκεί που βρίσκεται ένας κρατούμενος, αν εξακριβώσει από κει που χτυπά τώρα πως είναι σε κατάσταση καλή. Δεν αφήνει κανέναν.
(...) Στο μεταξύ, απαγορεύτηκε με διαταγή το μεσημεριανό κατούρημα (...) Απαγορεύεται κάθε μέρα και κάτι άλλο, ό,τι τους καπνίσει (...)
-- Θα σας κάνω σαπούνι, φωνάζει συνέχεια ο Ζεϊμπέκος.

30-9-47

Πόσο λίγο ξέραμε πού βρισκόμαστε και ποιοι μας έχουν στα χέρια τους... Είναι φανερό τι μας περιμένει όλους, ξέρουμε τώρα τι σκέπτονται και ποιο θα είναι το τέλος μας.
-- Είσαστε νεκροί, λέει ο διευθυντής, νεκροί.
19-10-47
Ηρθαν εκατόν πενήντα κρατούμενοι από τη Σάμο. Η «υποδοχή» που τους έκαμαν είναι από τις πιο φοβερές. Ο Σουπιώνης τσουβάλιασε στο πειθαρχείο μια δεκαριά και τους βασανίζει. Πάλι ανακατέματα στις σκηνές. Ηρθε ένας συνταγματάρχης της Χωροφυλακής. Συσσίτιο μπακαλιάρος, κρεμμύδια, ελιές, ψωμί δεν υπάρχει. Δουλειά, δουλειά, δουλειά - χαντάκια, μάντρες, ισοπεδώματα, εκβραχισμοί, κουβάλημα πέτρας. Ολο το βράδυ οι Σαμιώτες βασανίζουνται.
30-10-47
Οι εκατό στους τριακόσιους - αυτό είναι το σύνθημα του Γλάστρα τώρα. Είχε φτάσει αυτές τις μέρες μια αποστολή με τριακόσιους κατάδικους.
-- Οι εκατό στο φορείο, είπε ο Γλάστρας στα παλικάρια του.
Και δε βγήκε μήτε ένας παραπάνω.

6-12-47


Μια στιγμή ήρθε ένα πουλί και κάθισε μπρος μας - ήτανε σταρήθρα. Πέταξε κοντά και μας κοίταξε κατάματα. Αποσβολωθήκαμε, πρώτη φορά βλέπαμε τέτοιο ζωντανό εδώ...
(...) Συνεννοηθήκαμε με μια ματιά. Δεν κουνήθηκε κανείς, θέλαμε να μείνει όσο ήταν δυνατόν περισσότερο κοντά μας, κάποιος σκέφτηκε για ψίχουλα, το ψωμί, όμως, δεν είχε μοιραστεί ακόμα. Σκάλισε την τσέπη του και μαζί με το χώμα βρέθηκαν και μερικά τρίμματα.
Μια βρισιά του Στράτου σταμάτησε το πουλί να τσιμπά, ένα τίναγμα της σκηνής και βρέθηκε μπροστά μας με σηκωμένη τη μαγκούρα. Μόλις αντίκρισε τη «συγκέντρωση», έλαμψε το πρόσωπό του:
-- Εχετε και ταχυδρομικά περιστέρια, ε;... Την Παναγία σας... βλαστήμησε κι έριξε το ξύλο πάνω στο πουλί που φτερούγισε τρομαγμένο.
Ο Στράτος μιλούσε δυνατά:
-- Σα σήμερα, ρε πούστηδες κομμουνιστές, με είχατε στα χέρια σας. Ηταν το 1944. Εγώ σας ξέφυγα. Σήμερα σας έχω εγώ... Θα πεθάνετε, ρε πουτάνες, πάρτε το χαμπάρι, δεν υπάρχει ζωή για σας... Δε θα μου ξεφύγετε σεις...

Το πουλί περνούσε ξυστά πάνω από τα κεφάλια των φυλακισμένων. Ολοι παρακολουθούσαν το πέταγμά του κι ο Στράτος είχε αφηνιάσει γι' αυτό (...) Το πουλί ήταν μια ελπίδα. Ενα ζωντανό που τριγυρνούσε λεύτερο δίπλα στον Στράτο, λες και τον κορόιδευε πετώντας γύρω του, χωρίς να φοβάται μήτε την «αστυνομία» του, μήτε αυτόν, χωρίς ν' «ακούει», δίχως να 'ναι υποχρεωμένο να «πηδήξει», δίχως να μπορούν να το πιάσουν και να το στείλουν στη «σπηλιά».

19-12-47

Η απομόνωσή μας είναι πέρα για πέρα απόλυτη. Δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε με κανένα δικό μας, κάποιον που να φροντίσει για τα ζητήματά μας, για τις υποθέσεις μας. Είμαστε μακριά και χωρίς επαφή με τον άλλο κόσμο, είμαστε δεμένοι πάνω σε αυτόν το βράχο χεροπόδαρα και κάθε μέρα, κάθε ώρα καταστρέφεται η υγεία μας, σκοτώνεται η σκέψη και η ψυχή μας, βασανίζεται το κορμί μας με κάθε τρόπο - με τη δίψα, με την πείνα, με τα χτυπήματα, με το κρύο, με τη ζέστη. Πεθαίνουν καθημερινά άνθρωποι - πάνω στη Γιούρα, στα καΐκια, στη Σύρα. Δεν είμαστε υπόδικοι ή κατάδικοι για ορισμένο χρόνο, είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο.

Βρισκόμαστε ήδη στο 1948, η ένοπλη πάλη του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας περνά στις κορυφαίες στιγμές της. Η αστική τάξη λυσσομανά, αδειάζει πόλεις και χωριά από κάθέναν που θεωρεί πως με οποιονδήποτε τρόπο είναι δυνάμει υποστηρικτής της πάλης του ΔΣΕ. Δίπλα στη Μακρόνησο και τους άλλους τόπους εξορίας έχει στηθεί ήδη από το 1947 η φυλακή της Γυάρου. Μια φυλακή που την έχτισαν με τα ίδια τους τα χέρια οι κρατούμενοι, αρκετοί απ' αυτούς δεν έφυγαν ποτέ απ' το νησί, πύκνωσαν το «δάσος», όπως ονόμαζαν οι βασανιστές τους το νεκροταφείο. Ο «Ριζοσπάστης» συνεχίζει σήμερα την παράθεση αποσπασμάτων από το ημερολόγιο φυλακής που κρατούσε ο Αντρέας Νενεδάκης και κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο «Απαγορεύεται » από την «Σύγχρονη Εποχή».

10-1-48

Στη μέση του χειμώνα ήρθε ένα φοβερό νέο: Πάλι αλλάζουν τις σκηνές. Αυτές που είχαμε ήταν τετράγωνες, της Λιβύης, όπως τις λέγαμε. Οι καινούργιες είναι αμερικανικές 5x5. Πρέπει να χαλαστούν όλες οι παλιές, να γκρεμίσουμε τα πεζούλια που κοιμούμαστε, ν' αλλάξουμε τους διαδρόμους, να ξαναφτιάσουμε καινούργιες βάσεις, γιατί το σχήμα τους και ο τρόπος που θα στηθούν είναι διαφορετικός. Ολες σκίζονται σα χαρτιά και με το παραμικρό φύσημα ανοίγουνται ρωγμές, που άδικα προσπαθούμε να τις κλείσουμε με πανιά, με κουβέρτες και με ραψίματα.

Υστερα ο Γλάστρας στοιβάζει είκοσι εφτά κρατούμενους στην καθεμιά - άρρωστοι, γεροί, χτυπημένοι, ανάπηροι κοιμούνται κολλητά ο ένας δίπλα στον άλλον, το γύρισμα από το άλλο πλευρό γίνεται ομαδικά. Αναπνέουμε την ανάσα ο ένας του άλλου, οι αιμοπτύσεις γίνονται στο ίδιο μαξιλάρι και οι πληγές από συρίγγια, από χτυπήματα είναι αφορμή να μην μπορεί κανείς ν' αγγίξει τον άλλον - για να μην τον χτυπήσει - και δεν μπορεί μήτε ν' αναπνέει, γιατί οι πληγές μυρίζουν.

30-1-48

Ολοι έχουν αλλάξει το λίγο διάστημα που έχουμε στη Γιούρα. Θα 'ναι έξι μήνες που 'ρθαν οι πρώτοι και νομίζουν πως έχουν περάσει έξι χρόνια· τα μαλλιά τους έχουν ασπρίσει, είναι αδύνατοι, ξεροί και σπάνια γελούν - έπειτα κι αυτό απαγορεύεται . Αν είναι μπροστά φύλακες και γελάσει κανείς, αλίμονό του. Σιγά - σιγά έχουν χάσει και την αίσθηση του πραγματικά κωμικού - το μέτρο στη Γιούρα είναι αλλιώτικο. Οταν σκεφτείς όπως σκεφτόσουν μακριά από τη φυλακή, δεν μπορείς να γελάσεις για πράγματα που γελάς εδώ. Ομως, το γέλιο μιας στιγμής το πλερώνεις με μέρες πόνου.

5-2-48

Θα χτιστούν μεγάλα κτήρια - φυλακές, θα χτιστούν μεγάλες αποθήκες, θα γίνουν ξενοδοχεία, σπίτια, πλατείες - θ' αλλάξουν την όψη της Γιούρας...
Τώρα ισοπεδώνεται το βουνό που 'ναι ανάμεσα στον Τέταρτο και στον Πέμπτο όρμο - εκεί θα χτιστεί η φυλακή. Το κάτεργο πρέπει να 'χει μεγάλη πλατεία τριγύρω - και το βουνό είναι κατηφορικό με πελώριους βράχους, πάνω από δέκα κι αλλού δεκαπέντε μέτρα ύψος είναι η σκληρή πέτρα που πρέπει να φαγωθεί σε μια έκταση πενήντα ή εκατό χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα - πόσα θα 'ναι κανείς δεν ξέρει. Θα φαγωθεί το βουνό - αυτό ξέρουμε μόνο - και όταν το πετάξουμε στη θάλασσα, τότες θ' αρχίσει το χτίσιμο. Και βιάζουνται πολύ.

Κάθε μέρα πέντε - έξι χιλιάδες κρατούμενοι σκάβουν χωρίς σταματημό. Τα πιστολέτα κατατρυπούν, τα φουρνέλα τινάζουν, οι λοστοί με τα σφυριά ανεβοκατεβαίνουν, οι «αλυσίδες» με την πέτρα στον ώμο, τα φτυάρια, οι αξίνες δεν ησυχάζουν. Πάνω από κάθε ομάδα είναι ένας φύλακας, ένας «επιστάτης», ένα «τσακάλι», ο βούρδουλας δε σταματά - έτσι, για να μην ξεχνιέται - οι τιμωρίες εκτελούνται επιτόπου, ο Στράτος αλωνίζει από το πρωί ως το βράδυ και ο Γλάστρας κάθε λίγο κάνει την εμφάνισή του.
Από τα ξημερώματα ως το βράδυ πάνω στο βουνό, που θα γίνει πλατεία, χιλιάδες κρατούμενοι φτύνουν αίμα, χτυπιούνται και σκοτώνονται κάθε λεφτό.

25-2-48

Είσαι ή δεν είσαι γραμματισμένος, μόλις έτσι να φαίνεσαι πως μιλάς ή πως ξέρεις να μιλάς χαρακτηρίζεσαι «στέλεχος», «στρούκτορας» ή «γραμματέας». Αυτό θα πει πως πρέπει να 'χεις έτοιμο τον μπόγο σου για τον Τρίτο όρμο, αν δεν περάσεις πρώτα από το τακούνι του Γλάστρα. Εχει μεγάλη αδυναμία, όπως όλοι, στα «στελέχη», αγωνίζεται ν' ανακαλύψει κανένα κι αυτός και όλοι οι συνεργοί του. Τέτοιο κυνηγητό δεν έγινε ποτές· τα «τσακάλια» κρυφακούουν, οι φύλακες παραφυλάουν και ο ίδιος ο Γλάστρας, με την κουβέντα, με την εκδήλωση που θα «εντοπίσει» σε μια συζήτηση, νομίζει πως έπιασε τον αρχηγό ή το στέλεχος που κατευθύνει τη ζωή των κρατούμενων.

Δεν έχουνε καταλάβει πως η συμπεριφορά τους, η ζωή η ίδια στο κάτεργο έχουν αναδείξει όλους τους κρατούμενους σε στελέχη, αρχηγούς και τα υπόλοιπα. Κάθε αντίσταση σιωπηλή, κάθε ενέργεια παθητική, κάθε είδους εκδήλωση που εμποδίζει τα σχέδιά τους έχει βγει από κρατούμενους που δεν ήταν ποτές τους «στελέχη» και που διδάχτηκαν μέσα στη φυλακή τόσα όσα δεν μπορούσαν να μάθουν σε όλη τους τη ζωή. Μέσα στις σκηνές, στην αγγαρεία, στο κυνηγητό και στις σχέσεις που έχουν με τους φύλακες, με τους «επιστάτες» και με τον Γλάστρα έχουν αποκτήσει την πείρα που χρειάζεται για ν' αντιμετωπίσουν όποια κατάσταση παρουσιάζεται. Δεν μπορούν να καταλάβουν πώς είναι δυνατόν, ύστερα από τις τελευταίες «αποστελεχώσεις» που έγιναν και που πέρασαν με το κόσκινο όλους τους όρμους, να εξακολουθούν οι κρατούμενοι να 'χουν την ίδια τακτική, την ίδια αντοχή και την ίδια απόφαση. Δεν μπορούν να καταλάβουν πως όσους και να διώξουν στον Τρίτο όρμο, πάντα κάποιος θα μείνει, πως και να μην το ήθελαν οι κρατούμενοι, η ζωή που έχει δημιουργηθεί στη φυλακή τους αναγκάζει να παίζουν όλοι το ρόλο του γραμματέα, να είναι όλοι «στελέχη», να είναι όλοι «υπεύθυνοι» - πάντα αντικαταστάτης είναι ο επόμενος.

30-3-48

Αυτόν το μήνα ήρθαν περισσότεροι από δυο χιλιάδες κρατούμενοι: Από τα Τρίκαλα εκατόν εβδομήντα, από την Αθήνα εκατό, από την Ακροναυπλία και το Μεσολόγγι εκατόν δεκατέσσερις, από τη Θήβα εξήντα οχτώ, από τη Μακρόνησο και Αβέρωφ εκατόν οχτώ, με το αρματαγωγό εξακόσιοι δεκαεννέα, από τη Θεσσαλονίκη διακόσιοι είκοσι οχτώ, από την Αίγινα τριακόσιοι εξήντα εφτά, από άλλες φυλακές της Πελοποννήσου εκατόν πενήντα και πολλοί άλλοι με το καΐκι της φυλακής από τη Σύρα.

Μαζεύεται κόσμος, κάθε μέρα και πληθαίνουμε. Ο Γλάστρας λέει πως θα 'ρθουν να προσκυνήσουν στη Γιούρα οι μισοί κάτοικοι της Ελλάδας. Γι' αυτόν όλοι αυτοί δεν είναι Ελληνες - και μπορεί να 'χει και δίκιο, ποιος ξέρει. Εδώ πάντως τον πιστεύουν πολλοί - δηλαδή όλοι οι ποινικοί, οι δωσίλογοι, οι φύλακες και οι χωροφύλακες.

6-4-48

«Στον όρμο της σιωπής», «στον τάφο των ζωντανών», «στον όρμο των μαρτυρίων», όπως ακούγεται ο Πέμπτος όρμος, τώρα βασιλιάς και κύριος είναι ο Στράτος. Πρώτη του δουλειά είναι να χτίσει τον τεκέ - το σπίτι του Στράτου, που χτίζεται από τους κρατούμενους σε δυο μέρες και να μπει μέσα να σκεπάσει τα νυχτερινά γλέντια της παρέας, που αρχίζουν με το χασίσι, τον μπαγλαμά και την ομοφυλοφιλία και τελειώνουν πάνω στις πλάτες και στα κεφάλια των κρατούμενων.

Το μαστούρωμα δεν είναι μόνο από το χασίς, είναι από το μεθύσι που πιάνει τα αφρισμένα θεριά όταν τ' αφήνουν ελεύθερα να ξεσκίσουν σάρκες και ν' αναπαυτούν μόνο όταν χορτάσουν. Με τη διαφορά πως ο Στράτος δε χορταίνει.

Στον Πέμπτο μαζεύτηκαν όλοι οι φύλακες που είναι άξιοι του Στράτου και μαζί τους οι «επιστάτες» και τα πιο άγρια «τσακάλια» της φυλακής - ο Λεούσης, ο Μέξης, ο Βιτάλης και ο Γαρμπής, Χίτες, ταγματαλήτες και κίναιδοι. Ο Γαρμπής είναι... γιατρός, εργολάβος, κτηνίατρος, γεωπόνος και ό,τι άλλο του 'ρχεται βολικό. Αυτός είναι και ο «τεχνικός» - αν και «καλύπτει» κι άλλες ειδικότητες που είναι απαραίτητες στον Στράτο. Ο Μεταξάς τους έχει για πρωτοπαλίκαρα και «επιστάτες» στο «έργο».

30-4-48

Αυτός που κανονίζει και που πραγματικά διευθύνει τώρα τη φυλακή είναι ο Μεταξάς. Τα κέρδη του είναι τέτοια, που δεν τον νοιάζει τίποτα, είναι ικανός να πνίξει στο αίμα τη Γιούρα, αλλά να τελειώσει το «έργο». Εχει γενικό διευθυντή το Λευκορώσο Σίμαση.

Ο Συμεών Σίμασης, συνεργάτης των Γερμανών, διερμηνέας τους, μ' ένα σωρό καταδόσεις Ελλήνων και Αγγλων αιχμαλώτων, φρενοβλαβής, ο πιο γλοιώδης σπιούνος από τους κρατούμενους «επιστάτες». Υπαρχηγοί οι κρατούμενοι Φωκάς, Καλιός, ο Μιχάλης Λεούσης, Αντ. Καραβιώτης, ο Παναγόπουλος, ο Βουρούδης, υπάλληλος της Τεχνικής Υπηρεσίας, και άλλοι.
Ο Χρήστος Φωκάς σε όλη την Κατοχή ήταν φονιάς στα Τάγματα του Πούλου, πήρε μέρος στη σφαγή της Κρύας Βρύσης στα Γιαννιτσά. Στη Γιούρα είναι «επιστάτης», βασανιστής, μέλος της «αστυνομίας» του Στράτου.

Ο Κων. Καλιός υπηρέτησε στην Κατοχή στα Τάγματα Ασφαλείας και κατηγορείται για πολλούς φόνους. Στη Γιούρα βασανίζει τους κρατούμενους, στο «έργο» είναι «αστυνόμος» που φρουρεί την πόρτα του όρμου. Είναι ολότρελος και κάνει μεγάλη προσπάθεια να ξεπεράσει όλους τους άλλους «επιστάτες».

17-6-48

Στη χαράδρα του Πρώτου όρμου πάνω από τα τελευταία πηγάδια και κοντά στο «μαύρο σπίτι» του Γλάστρα χτίστηκε άλλο πειθαρχείο. Το πειθαρχείο είναι χτιστό, 3x2, εκεί μπαίνουν όσοι είναι για πεθαμό.

Πρώτα, όμως, θα πρέπει να 'χουν περάσει από τη χαράδρα και από τη συκιά. Η συκιά είναι η τελευταία του έμπνευση: Εκεί κρεμά από τους αγκώνες - ως την ώρα - νύχτες ολόκληρες τους κρατούμενους του πειθαρχείου και τους δέρνει κρεμασμένους ώσπου να παραλύσουν. Σε πολλούς δε χρειάζεται καθόλου μήτε το φαΐ, μήτε το νερό γιατί είναι αναίσθητοι και σπάνια ξαναγυρίζουν στη σκηνή τους ή στον όρμο που έμεναν.

Οι περισσότεροι φεύγουν για τη Σύρα με το φορείο, για ν' ακουστεί ύστερα από λίγο από τους καϊξήδες πως δεν έφτασε στο νοσοκομείο ή πως τον πήγαν την άλλη μέρα στο... «δάσος».

Πηγή: Ριζοσπάστης
{[['']]}

Το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων. Κανείς δεν ξεχνά, τίποτα δεν ξεχνιέται…

Ω! Παναγιά μου Ανωγειανή που ‘σουν αυτή την ώρα…
Όντεν εβάναν τη φωθιά στα ξακουσμένα Ανώγεια…

 Η 13η Αυγούστου αποτελεί για όλους τους Ανωγειανούς όπου γης η σπουδαιότερη ημέρα μνήμης και τιμής για τους αγώνες και τις θυσίες των προγόνων μας, καθώς εκείνη την μαύρη ημέρα ξεκίνησαν οι Ναζί φασίστες το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων 73 χρόνια πριν, ισοπεδώνοντας το χωριό από άκρη σ’άκρη, μην καταφέρνοντας όμως ούτε στο ελάχιστο να υποτάξουν το φρόνημα και την πίστη των κατοίκων του για Ελευθερία και Ανεξαρτησία.

Οι Γερμανοί φασίστες έκαψαν 940 οικίες, δολοφόνησαν γέρους και ανήμπορους μέσα στο σπίτι τους, κατέστρεψαν, λεηλάτησαν, βεβήλωσαν εκκλησίες και ιερά του τόπου αλλά ουδέποτε έκαμψαν έστω και στο ελάχιστο την δίψα του Ανωγειανού για αντίσταση σε οποιαδήποτε μορφή κατοχής. Οι Γερμανοί αποχώρησαν από τα Ανώγεια στις 5 Σεπτεμβρίου αφήνοντας όρθιες αλλά βεβηλωμένες μόνο τις τρεις εκκλησίες. Χαλάσματα, πέτρες και μπάζα παντού, όπως και η μυρωδιά του θανάτου, αλλά οι Ανωγειανοί θα ορθοποδήσουν και μαζί με τους υπόλοιπους ελεύθερους πολίτες της Ευρώπης θα συντρίψουν λίγους μήνες αργότερα τον Χίτλερ και θα κερδίσουν την Ελευθερία τους.

 “…Επειδή η πόλις των Ανωγείων είναι κέντρον της αγγλικής κατασκοπίας εν Κρήτη και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το φόνο του λοχία φρουράρχου Γενί-Γκαβέ και της υπ’ αυτόν φρουράς και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το σαμποτάζ της Δαμάστας, επειδή εις Ανώγεια ευρίσκουν άσυλον και προστασίαν οι αντάρται των διαφόρων ομάδων αντιστάσεως και επειδή εκ των Ανωγείων διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον Κράιπε χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια, διατάσσομεν την ΙΣΟΠΕΔΩΣΙΝ τούτων και την εκτέλεσιν παντός άρρενος Ανωγειανού όστις ήθελεν ευρεθεί εντός του χωρίου και πέριξ αυτού εις απόστασιν ενός χιλιομέτρου.”
Χανιά 13-8-44 0 Στρατηγός Διοικητής Φρουρίου Κρήτης X. ΜΙΛΛΕΡ


Η πλάκα στο Αρμί πάντα θα θυμίζει σε όλους μας την διαταγή ισοπέδωσης του αδίστακτου φρούραρχου Κρήτης Χ.Μίλλερ. Πέντε επειδή, πέντε αιτίες που με αυτές οι Γερμανοί θέλησαν να δικαιολογήσουν άλλη μια εγκληματική πράξη τους, την ισοπέδωση ενός χωριού, την εκτέλεση των κατοίκων, των ξεριζωμό των επιζησάντων. Πέντε επειδή, με ένα όμως, το σπουδαιότερο, να μην καταγράφεται στην διαταγή ισοπέδωσης: Επειδή οι Ανωγειανοί έχουν αδούλωτη και ανυπότακτη ψυχή..

Η εκτέλεση της διαταγής του Μίλλερ ήταν άμεση και στις 13 Αυγούστου 1944 άρχισε το κάψιμο και η ισοπέδωση των Ανωγείων, που κράτησε μέχρι τις 5 του Σετέμπρη.

Σημαντικός όγκος γερμανικού στρατού σενεπικουρούμενος από ένα ικανό αριθμό δοσίλογων-κεσταμπιτών καίνε τα πάντα και στη συνέχεια γκρεμίζουν τους εναπομείναντας τοίχους, αφού πρώτα λεηλατούν και αρπάζουν όσα πολύτιμα αγαθά υπήρχαν στο πλούσιο κεφαλοχώρι και υπήρχαν πολλά, τα οποία μεταφέρουν στα Σείσαρχα και από κει σε διάφορα γερμανικά κέντρα και σπίτια δοσίλογων.

Το μίσος και η βαρβαρότητα κατά τη διάρκεια των 22 ημερών ολοκαυτώματος των Ανωγείων ξεπερνά κάθε όριο λογικής και φαντασίας. Αρκετοί γέροντες και γυναίκες που έμειναν κρυπτόμενοι στο χωριό και άρρωστα παιδιά που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, καίγονται ή καταπλακώνονται από τα ερείπια και οποιοσδήποτε κινούμενος στόχος τίθεται στο στόχαστρο των Γερμανοκεσταμπιτών. Δύο παιδιά και είκοσι πέντε άντρες και γυναίκες εκτελούνται η καταπλακώνονται από τα χαλάσματα και είναι οι ακόλουθοι:

-Αεράκης Νικόλαος

-Βρέντζος Εμμανουήλ

-Βουιδάσκης Βασίλειος

-Βλατά Ελένη

-Κοκοσάλη Αμαλία

-Κουβίδης Μιχαήλ

-Καβλέντη Αγάπη

-Καλλέργη Αικατερίνη

-Καραίσκου Ειρήνη

-Ξυλούρης Στέφανος (παιδί 8 ετών)

-Ξυλούρης Κων/νος

-Ξυλούρης Ιωάννης

-Πατραμάνη Ελένη

-Πετροκόπος Κων/νος

-Πασπαράκη Ευαγγελία

-Σκουλάς Εμμανουήλ

-Σκουλά Όλγα

-Σκουλά Ανδρονίκη

-Σαλούστρου Αικατερίνη

-Σαλούστρου Ειρήνη

-Σαλούστρος Εμμανουήλ

– Σπαχή Αφροδίτη

-Χαχλιούτης Κων/νος (παιδί 14 ετών)

-Σπιθούρης Γεώργιος

-Παπαδιός Εμμανουήλ

-Κουτάντος Σωκράτης

-Κουταντος Ιωάννης

Από τα εκτελεστικά αποσπάσματα σώζονται δια της φυγής, τρεις Ανωγειανοί οι : Μιχάλης Ρούλιος, Στέφανος Χαιρέτης και Ιωάννης Σουλτάτος ή Αλισαβογιάννης.

 Χαρακτηριστικό της τόλμης και της στωικότητας που οι Ανωγειανοί αντιμετώπιζαν το θάνατο, στις δύσκολες εκείνες ώρες της καταστροφής και του ολέθρου, είναι και το ακόλουθο περιστατικό: «Ο Αριστείδης Πασπαράκης ή Αλμπάτης, υπερήλικας κατά την περίοδο καταστροφής των Ανωγείων, διέμενε μόνος σε ένα μικρό σπιτάκι που είχε κτίσει σε αγρόκτημα του στο Μέσα Πλατάνι, κάτω από τα Σίσσαρχα. Μια μέρα τον επισκέφθηκε ο περιπλανώμενος, όπως και οι υπόλοιποι Ανωγειανοί, επίσης γέροντας Μιχάλης Παπαδιός η Τζιομιχάλης. Την ώρα που οι δύο γέροντες καθόταν στο σπιτάκι κατέφθασε ένας Γερμανός από τα Σίσαρχα και οργισμένος τους διέταξε να σηκωθούν για να τους εκτελέσει, να τους κάνει «καπούτ» όπως τους είπε. Και ο Αλμπάτης απευθυνόμενος στο Τζιομιχάλη.

Σήκω, μουρέ, στάσου ανατολικά και κάμε το σταυρό σου. Μια φορά, μουρέ,
θα ποθάνουμε, ας ποθάνουμε σήμερο!!

Ο Γερμανός τους έβγαλε στον οψιγιά, πάνω από το σπιτάκι κι εκεί έχοντας γυρισμένη την πλάτη προς τον εκτελεστή, περίμεναν τη βολή.

Οι στιγμές περνούσαν βασανιστικές χωρίς ο Γερμανός να πραγματοποιεί την απειλή του.

Κάποια στιγμή ο Αλμπάτης γύρισε και είδε το Γερμανό να έχει κατεβασμένο το όπλο και τον άκουσε να του λέει:

-Νιξ παππού, καπούτ σήμερο. Αύριο καπούτ!

Κι ο Αλμπάτης

-Έπαε θαν είμαι γω και αύριο μονό να ‘ρθέις.

Την επάυριο οι δύο γέροντες πήγαν στις συκιές που ήταν απέναντι στο σπιτάκι να βρούν κανένα σύκο να το φάνε και να ξεπεινάσουν και αφού βοσκήθηκαν ο Αλμπάτης λέει στο Τζιομιχάλη:

-Αιντε, μουρέ, Μιχάλη να πάμε στο σπιτάκι γιατί μπορεί να ρθεί κείοσες, εννοώντας το Γερμανό. Άμεσα όμως πήρε την απάντηση.

Για γροίκα είντα λέει! Εγώ δε πάω!

Αργότερα ο Αλμπάτης διηγούμενος το περιστατικό στους Σαρχιανούς τους είπε ότι γύρισε στο σπιτάκι και :

-Έκεια τονε περίμενα πολλή ώρα, μα δεν εγύρισε ο κερατάς .

Οι Γερμανοί ανερχόμενοι από διάφορα σημεία για να πραγματοποιήσουν το ολοκαύτωμα των Ανωγείων συνέλαβαν 31 άντρες από διάφορα χωριά το Μαλεβυζίου και Μυλοποτάμου και Ανωγειανούς, τους μετέφεραν στα Σείσαρχα κι από κεί καθημερινά τους χρησιμοπιούσαν ως αγωγιάτες για να μεταφέρουν τα πάσης φύσεως υλικά αγαθά, που άρπαξαν από το χωριό πριν γκρεμίσουν και κάψουν τα σπίτια του.

Στις 22 Αυγούστου θεωρώντας ότι δε χρειαζόνταν άλλο τους αγωγιάτες, πήραν την απόφαση να τους εκτελέσουν. Από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευή Σεισάρχων όπου οι αγωγιάτες διέμεναν, υπό φρούρηση, παρελαμβαναν ένα-ένα και οδηγώντας τον στο ρυάκι, 150 περίπου μέτρα νοτιοανατολικά των Σεισάρχων, τους έστηναν στην άκρη μικρού γκρεμού και τους εκτελούσαν. Ευνόητο ότι, ο 31ος πρέπει να θεωρηθεί ότι εκτελέστηκε 31 φορές.

Τι βαρβαρότητα!!

Tα ονόματα των εκτελεσθέντων είναι χαραγμένα σε απλό και ωραίο μνημείο στην πλατεία των Σεισάρχων , στην κορυφή του οποίου είναι γραμμένη η μαντινάδα του Βασίλη Καλομοίρη, γιού εκτελεσθέντα, η οποία μας λέει:

«Στη θύελλα του φασισμού

Που τη φωθιά σκορπίζει,

Μόνο με αίμα το δεντρό

Της λεφτεριάς ανθίζει!»

Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες και 7 Ανωγειανοί οι ακόλουθοι:1)Πατραμάνης Εμμανουήλ,  2)Καλομοίρης Γεώργιος, 3)Καλομοίρης Κων/νος, 4) Μανουράς Ευγένιος, 5) Κοκοσάλης Νικόλαος, 6)Καραμπίνης Χαράλαμπος και 7) Σκουλάς Κων/νος.

Μια μέρα πριν την εκτέλεση των πατριωτών στα Σείσαρχα στις 21-8-1944, οι Γερμανοί πραγματοποιούν κλοιό στο Καμαράκι Μαλεβυζίου και συλλαμβάνουν μέσα σ’ αυτό και στην ευρύτερη περιοχή του 24 άνδρες, τους οποίους οδηγούν στον ανατολικό πόρο του φαραγγιού των Γωνιών όπου τους εκτελούν πλην του Ιωάννη Σουλτάτου, ο οποίος κατάφερε να διαφύγει και να σωθεί κατά την ώρα της εκτέλεσης. Μέσα στους 23 εκτελεσθέντες συμπεριλαμβάνονται και τρεις Ανωγειανοί οι :1) Μαυρόκωστας Βασίλειος 2) Παπαδιός Ιωάννης και 3)Σουλτάτος Μιχαήλ.

Την ίδια περίοδο, άλλο γερμανικό απόσπασμα ερευνώντας το Ζωνιανό αόρι συλλαμβάνει 4 Ζωνιανούς τους : 1) Κων/νο Παρασύρη ή Κάτσουνα 2) Κάββαλο Γεώργιο 3) Κλίνη Μιχαήλ 4) Κλίνη Ιωάννη τους οποίους οδηγεί στη θέση Ρουσαλίμνη και από κει στην πορεία τους προς τ΄ Ανώγεια, σταματά λίγο πιο πάνω από αυτά και τους εκτελεί στη θέση «Πετριάς» και ακόμη 3 Παπαδιούδες Ανωγειανοι: Παπαδιός Στυλιανός, Παπαδιός Εμμανουήλ και Παπαδιός Νικόλαος ευρισκόμενοι στο Στρούμπουλα και μη αντέχοντας τη πείνα, κατεβαίνουν στην Τύλισσο για να βρούν κάτι να φάνε, συλλαμβάνονται από τους Γερμανούς στη θέση «Αλώνια» και εκτελούνται επί τόπου.

Πάράλληλα με το ολοκαύτωμα των Ανωγείων πραγματοποιείται και το ολοκαύτωμα της Δαμάστας. Τριάντα νέοι Δαμαστιανοί εκτελούνται στη θέση «Κερατίδι» και τρεις ακόμη 2 γυναίκες και 1 άντρας χάνουν της ζωή τους κατά την περίοδο του σαμποτάζ και της καταστροφής της Δαμάστας.

O Nίκος Kαζαντζάκης γράφει για την καταστροφή

H λεηλασία των Aνωγείων κράτησε από τις 13 Aυγούστου μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου του ’44 Tον Ιούλιο του 1945, ένα σχεδόν χρόνο μετά την καταστροφή των Ανωγείων από τους Γερμανούς Ναζιστές, ο Νίκος Καζαντζάκης θα επισκεφθεί τα Ανώγεια ως υπεύθυνος της Κεντρικής Επιτροπής για τη διαπίστωση των Γερμανικών ωμοτήτων κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Κρήτη. Mετά από εντολή της κυβέρνησης και με τη βοήθεια των Ι. Κακριδή, Ι. Καλιτσουνάκη και Κ. Κουτουλάκη κατέγραψε το χρονικό της καταστροφής.

«Το μεγαλύτερον χωρίον της Κρήτης, τα ΑΝΩΓΕΙΑ, εις τα σύνορα των νομών Ηρακλείου και Ρεθύμνης, με 940 οικίας και 4.000 κατοίκους έρχεται χρονολογικώς πρώτον των κατά την περίοδον ταύτην καταστραφέντων σοινικισμών της νήσου. Οι Γερμανοί δεν είχον εγκαταστήσει εδώ μόνιμον φυλάκιον, μόνον μπλόκα έκαμνον από καιρού εις καιρόν. Το πρώτον έγινεν εις τας 16/2/42, οπότε, καταζητούντες 8 άτομα, συνέλαβον τα 5 εξ αυτών και άλλους 4, τους οποίους εφυλάκισαν επί δύο μήνας. Η εις το χωρίον επιβληθείσα εξ αρχής αγγαρεία ήτο να προσέρχονταιι καθ’ εκάστην 500 άνδρες και να εργάζωνται διά λογαριασμόν των Γερμανών. Οι Ανωγειανοί όμως, δεν προσήρχοντο, διότι ως λαός, ποιμενικός κυρίως, δεν ηδύνατο να εγκαταλείψουν τα ποίμνιά των. Ο αριθμός ούτος ηλαττώθη κατόπιν εις το ήμισυ, και πάλιν όμως οι κάτοικοι ουδεμίαν προθυμίαν έδειχναν να συμμορφωθούν προς την διαταγήν. Φυλακίσεις γερόντων και γυναικών του χωρίου εν Ρεθύμην προς εκβιασμόν, ουδέν αποτέλεσμα έσχον. Δι αυτό εξεδόθη απόφασις κατά τας αρχάς του 1943, να κατεδαφιστούν 16 οικίαι των Ανωγείων προς σωφρονισμόν και προειδοποίησιν.

Επειδή την διαταγήν αυτή ο Φρούραρχος Ρεθύμνης, απόγονος του κατά την μάχην του Πέτα τραυματισθέντος φιλέλληνος στρατηγού Νόρμαν, δεν έσπευσε να την εκτελέση, αλλ’ ελθών εις τα Ανώγεια, εζήτησε φιλικώς να πείσει τους κατοίκους να υπακούσουν εις την διαταγήν της αγγαρείας, μετετέθη αμέσως εκ της θέσεως του. Τον Μάϊον του 1943, εις νέαν εξόρμησιν των Γερμανών, εφονεύθησαν 3 βοσκοί, μεταξύ των οποίων και ο 13ετής Βασ. Κ. Ξυλούρης, απήχθησαν δε και 2.000 αιγοπρόβατα εις τας 19/8/1943 συνελήφθησαν 9 άνδρες (4 εκ της οικογενείας Κουνάλη, 4 εκ της οικογ. Σμπώκου και εις Σταυράκης ονόματι), εξ ων 2 εδραπέτευσαν οι λοιποί ενεκλείθησαν εις τας φυλακάς Αγίας, αποστελλόμενοι δε ύστερον εις την Γερμανίαν, επνίγησαν καθ’ οδόν. Εις τας 3/9/43, έγινε νέα εξόρμησις καθ ήν οι Γερμανοί απήγαγον όσα αιγοπρόβατα συνήντησαν (4-5000), τον δε ποιμένα Μιχ. Βρέντζον, αφού τον εχρησιμοποίησαν ως οδηγόν, διέταξαν να φύγη έπειτα, πυροβολήσαντες δε εκ των όπισθεν εφόνευσαν. Εις τας 13/2/44 εκύκλωσαν πάλιν το χωρίον και συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους εις το σχολείον συμπαρέλαβον 11 άνδρας με την δικαιολογίαν ότι εδοκίμασαν να φύγουν. Τι απέγιναν οι άνδρες ούτοι, δεν εγνώσθη. Λέγεται ότι ετυφεκίσθησαν εις θέσιν Καρτερός.

Εις τας 7/8/44 ήλθεν ο διαβόητος δια την ωμότητά του γερμανός επιλοχίας «Σήφης», φρούραρχος του Γενή-Κααβέ με απόσπασμα τεσσάρων γερμανών και τεσσάρων ιταλών, συνέλαβον όσας γυναίκας και παιδίαα εύρον, και αγρίως ξυλοκοπούντες αυτά τα ωδήγησαν προς το Γενή-Κααβέ με την κατηγορίαν ότι οι άνδρες δεν εδέχοντο να πηγαίνουν εις την αγγαρείαν.

Ολίγον όμως έξω του χωρίου τους προσέλαβο οι αντάρται, εφόνευσαν τους άνδρας του αποσπάσματος και απηλευθέρωσαν τα γυναικόπαιδα. Την επομένην έγινεν το σαμποτάζ της Δαμάστας υπό Ανωγειανών, καθ’ ό εκάησαν 3 γερμανικά αυτοκίνητα και εφονεύθησαν περί τους 15 Ιταλούς, αιχμαλωτισθέντων και 7. Την επομένην, 9/8 ήλθον, περί τους 60 Γερμανούς εις τα Ανώγεια οι άνδρες έλειπον, αλλ’ αι γυναίκες τους περιεποιήθησαν’ οι Γερμανοί εφέρθησαν μετά μεγάλης προσηνείας, εις ουδεμίαν διαρπαγήν προέβησαν, εζήτουν μόνον από τας γυναίκας πληροφορίας περί της κατά του αποσπάσματος του «Σήφη»’ επιθέσεως των ανταρτών.

Εις τας 12/8 το εσπέρας οι άνδρες του χωρίου ειδοποιηθέντες ότι έρχονται πολλοί Γερμανοί, έφυγον, και ούτω προελήφθησαν πολλαί εκτελέσεις. Την 13ην οι Γερμανοί συμπληρώσαντες την κύκλωσιν, εισήλθον εις τα Ανώγεια και διέταξαν τους υπολειφθέντας κατοίκους (θα ήσαν περί τα 1500 γυναικόπαιδα) να αναχωρήσουν εντός ημισείας ώρας προς την κατεύθυνσιν του Γενή-Κααβέ, όποθεν να διασκορπισθούν εις τα διάφορα χωρία της Ρεθύμνης. Μετά ταύτα προέβησαν εις γενικής λεηλασίαν του χωρίου-πλουσιωτάτου εις κτηνοτροφικά και εριουργικά προϊόντα. Μετά την δήλωσιν εκάστη οικία εκαίετο πρώτον και έπιτα ανετινάσσετο διά δυναμίτιδος. Κάθε νύκτα οι Γερμανοί απεσύροντο εις τα Σείσαρχα και την πρωϊαν επανήρχοντο. Το μέγεθος της λεηλασίας θα κατανοήση κανείς, όταν λάβη υπ’ όψιν ότι αυτή διήρκεσεν από της 13 Αυγούστου μέχρι της 5 Σεπτεμβρίου.

Κατά την διάρκειαν της διαρπαγής οι Γερμανοί εφόνευσαν εντός του χωρίου τον Γ. Σπιθούρην, μη δυνηθέντα ν’ αποχωρήση μετά των άλλων κατοίκων, επίσης τους παραλύτους εξαδέλφους Κωνστ. και Ι. Ξυλούρην (ή Κίτρη), και τον υπέργηρον Νικ. Αεράκην, εις τας αγκάλας του οποίου έθεσαν, μετά την εκτέλεσιν, δεξιά και αριστερά τα πτώματα δύο χοίρων προς χλευασμόν. Δύο αδελφαί, η χήρα Εμμ. Καλλέργη και η χήρα Εμμ. Καβλέντη, η χωλή Ειρήνη Καραϊσκου και η Ευαγγ. Ιω. Πασπαράκη, αρνηθείσαι ν’ αποχωρήσουν και προτιμήσασαι τον θάνατον απέθανον καείσαι και καταχωθείσαι έπειτα υπό τα ερείπια των ανατιναχθεισών οικιών των. Επίσης οι Γερμανοί εφόνευσαν τον εκ τραύματος της κεφαλής παράφρονα Εμμ. Ι. Σαλούστρον.

Πολλοί άλλοι εφονεύθησαν εις τα πέριξ. Οι Γερμανοί κατέστρεψαν και τα 4 τυροκομεία της περιοχής και απήγαγον τα ποίμνια των κατοίκων όσα δεν ηδυνήθησαν να συμπαραλάβουν, τα εφόνευσαν. Σήμερον από τας 940 οικίας των Ανωγείων δεν έχει απομείνει ούτε μία το νεόδμητον σχολείον ανετινάχθη, αι 3 εκκλησίαι, τας οποίας οι Γερμανοί είχον μεταβάλει εις σταύλους, έχουν επίσης υποστή ζημίας εκ ωτν πέριξ ανατινάξεων. Η επίσημος κατάστασις της Νομαρχίας Ρεθύμνης αναφέρει 117 Ανωγειανούς εκτελεσθέντας κατά την περίοδον της κατοχής»…

Δεν είναι ιστορικά εξακριβωμένο πότε ακριβώς τέθηκαν τα θεμέλια του οικισμού των Ανωγείων. Πολλοί υποστήριξαν ότι οι πρώτοι οικιστές των Ανωγείων ήταν κάτοικοι της γειτονικής αρχαίας πόλης Αξού και ότι στ’ Ανώγεια μετανάστευσαν οι πιο πολλοί κάτοικοι της πόλης αυτής μετά την καταστροφή της από του Ενετούς. Άλλοι πάλι έχουν την άποψη ότι οι Ανωγειανοί είναι κατευθείαν απόγονοι των αρχαίων Κουρητών και ιδαίων Δακτύλων. Το θέμα αυτό, της ίδρυσης των Ανωγείων, αποτέλεσε και αποτελεί αντικείμενο όχι μόνο της ιστορικής, αλλά και της αρχαιολογικής έρευνας.

Της περίοδο της Ενετοκρατίας τα Ανώγεια ήταν το μεγαλύτερο χωριό της Επαρχίας Μυλοποτάμου (μαρτυρία ότι Ενετοί εγκαταστάθηκαν σ’ αυτό αποτελεί το ενετικό κτίσμα του Τσίπουρα).

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπάρχει πλούσιο ιστορικό υλικό που καταδεικνύει τη συμμετοχή των κατοίκων στον αγώνα για τη λευτεριά, διαθέτοντας μια πλειάδα εκλεκτών καπετάνιων αρματολών με σημαντική δράση σε όλη την περιοχή του Μυλοποτάμου. Τα Ανώγεια υπήρξαν επαναστατικό κέντρο την περίοδο αυτή και το 1822 για πρώτη φορά στην ιστορία τους πυρπολήθηκαν από το Σερίφ Πασά. Το 1866 ο Ρεσίτ Πασάς απέτυχε να καταλάβει τα Ανώγεια αφού αποκρούστηκε από τους κατοίκους του. Όμως το Μάϊο του 1867 τα Ανώγεια πυρπολήθηκαν για δεύτερη φορά. Ο πόλεμος των Ανωγειανών κατά των Τούρκων υπήρξε συνεχής και αδιάλειπτος.

Με την είσοδο του 20ου αιώνα και την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα οι Ανωγειανοί δίνουν το παρόν το κάλεσμα της πατρίδας. 78 νεκροί των πολέμων 1900-1940.

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος βρίσκει του Ανωγειανούς στις επάλξεις. Συγκροτούν δυο ένοπλες αντάρτικες ομάδες την ΕΑΟ “Ο Ψηλορείτης” και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ προσφέροντας αξιοθαύμαστες υπηρεσίες.

Τόσο τολμηρή υπήρξε η προσφορά των Ανωγείων στον αγώνα κατά των κατακτητών που τ’ Ανώγεια για τρίτη φορά στην ιστορία τους, 13 Αυγούστου 1944, πυρπολούνται από τους Γερμανούς. Νεκροί αλβανικού πολέμου:19. Νεκροί κατοχής: 122.

“..και επειδή εκ των Ανωγείων διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον Κράιπε χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια, διατάσσομεν την ΙΣΟΠΕΔΩΣΙΝ..”
Για μια ακόμη φορά ο διαβολικός ρόλος της Αγγλικής Διπλωματίας όπως τον μεταφέρει ο Ελληνας Ηρωας Κίμων Ζωγραφάκης ή Blacκman (ο οποίος σε αντίθεση με Κάποιους άλλους που υπηρέτησαν στον Αγγλικό Στρατό και δέχθηκαν τιμές και το διατρανώνουν κιόλας) τους έφτυσε κατάμουτρα λέγοντας είμαι Ελληνας και από την Ελλάδα θα τιμηθώ.

Πηγή: anogi.gr
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger