Προσφατες Αναρτησεις

17-19/12/1944: Η μάχη στο Κεφαλάρι και η κατάληψη του αρχηγείου της RAF

Η «μάχη του Κεφαλαρίου» ξεκίνησε στις 17-12-1944 και έληξε στις 19-12-1944 με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ να καταλαμβάνουν το Αρχηγείο της βρετανικής αεροπορίας, που στεγαζόταν στο ξενοδοχείο «Σέσιλ» στην Κηφισιά, αιχμαλωτίζοντας πάνω από 500 Βρετανούς. (Στην φωτογραφία το ξενοδοχείο Σέσιλ που χρησιμοποιείτο ως γραφεία Επιτελείου, της RAF)

Στις 19 Δεκέμβρη 1944, ο ΕΛΑΣ πετυχαίνει μια μεγάλη νίκη καταλαμβάνοντας το αρχηγείο της RAF, δηλαδή της Βρετανικής Αεροπορίας στην Κηφισιά. Οι Βρετανοί αεροπόροι στρατωνίζονται στα ξενοδοχεία Σεσίλ, Πεντελικόν και Απέργη, με βασικό το πρώτο από αυτά, όπου είχε εγκατασταθεί το αρχηγείο και το διοικητικό προσωπικό της βρετανικής αεροπορίας, συνολικής δύναμης 718 αντρών και με ισχυρή υπερασπιστική δύναμη πολυβόλων.

Σε αυτό το αρχηγείο της RAF υπάγονταν όλες οι βρετανικές και οι Ελληνικές μονάδες: Τρεις μοίρες της RAF, που στάθμευαν στα αεροδρόμια του Τατοΐου και του σημερινού Ελληνικού και μία μοίρα διώξεως της RAF που στάθμευε στη Θεσσαλονίκη. Το ξενοδοχείο Σέσιλ χρησιμοποιείτο ως γραφεία Επιτελείου, το Πεντελικόν σαν λέσχη και καταλύματα των αξιωματικών και το Παλλάς για καταλύματα των οπλιτών. Υπήρχε επίσης εκεί ένας λόχος της RAF που διέθετε και δύο ελαφρά ΑΑ πυροβόλα των 40 χιλ., για την ασφάλεια του Στρατηγείου.

Επί του θέματος αναφέρει ο Νικήτας: «Όσο και αν φαίνεται παράξενο και αδιανόητο στον κάθε άνθρωπο που διαθέτει στοιχειώδη αντίληψη, την ώρα που ο ΕΛΑΣ και το μεγαλύτερο μέρος του λαού της πρωτεύουσας μάχεται τον «υπέρ πάντων αγώνα», εκεί, πίσω από τη ράχη του, στην Κηφισιά, λειτουργεί ανενόχλητα μία σφηκοφωλιά: Το αρχηγείο της RAF στην Ελλάδα, με πάνω από 700 άντρες, που ένα μέρος από αυτούς, κάθε ημέρα, δύο βδομάδες τώρα, πάνω σε πολεμικά αεροπλάνα, με τα μυδράλια τους σπέρνουν το θάνατο στους μαχητές της λευτεριάς, ελέγχουν τις κινήσεις τους, εξαρθρώνουν τον ανεφοδιασμό τους και καίνε τις βάσεις τους».

Ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει μια προς μια τις θέσεις των Βρετανών ενώ παράλληλα αποκρούει και τις βρετανικές φάλαγγες που έρχονται σε βοήθειά τους από το κέντρο της Αθήνας. Οι Βρετανοί χτυπάνε τους ΕΛΑΣίτες και με αεροπλάνα. Ύστερα από 48ωρη σκληρή πάλη ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει το ξενοδοχείο. Αιχμάλωτοι Βρετανοί 50 αξιωματικοί (ένας στρατηγός), περίπου 500 στρατιώτες και μεγάλος αριθμός πολεμοφοδίων. Ανάμεσα σε αυτά ήταν αυτοκίνητα, ιματισμός και τρόφιμα. Από νάρκες καταστράφηκαν 2 αγγλικά τανκς. Ο ΕΛΑΣ είχε 10 νεκρούς και τραυματίες. (Ιστορία της Ε.Α. 1940-1945) Πρόκειται για το μεγαλύτερο πλήγμα που δέχθηκαν οι Βρετανοί στην Αθήνα.

Σημειώνεται ότι το Α΄ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ είχε, κατά την αρχική συγκρότησή του, 2 ταξιαρχίες με 2 συντάγματα η καθεμία (κάθε σύνταγμα είχε βασικά 3 τάγματα. Όμως στην πράξη πήρε 4 και 5) και 2 ανεξάρτητα συντάγματα: Το 5ο των βόρειων προαστίων (Μαρούσι, Χαλάνδρι, Κηφισιά, Αγία Παρασκευή, Μελίσσια, Νέα Ερυθραία μέχρι Διόνυσο) και το 6ο Σύνταγμα του Πειραιά. Η περιφρουρημένη μυστική έδρα του 5ου εφεδρικού Συντάγματος του ΕΛΑΣ Βορείων Προαστίων ήταν στην οδό Κύπρου 44, στα Αλώνια Κηφισιάς.

Παρακολουθούμε τα γεγονότα μέσα από τα ντοκουμέντα της περιόδου:

Στις 16.12.1944, η ΙΙ Μεραρχία διατάσσεται να εξουδετερώσει το ταχύτερο τους «1000 Άγγλους αξιωματικούς και στρατιώτες της Αεροπορίας που βρίσκονται στα μεγάλα ξενοδοχεία της Κηφισιάς».

Την ίδια μέρα ο Σκόμπυ σε ανακοινωθέν του ισχυρίζεται ότι ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του Πειραιά, ότι αφοπλίστηκε ο ΕΛΑΣ Σύρου και καταλήφθηκαν οι Κυκλάδες.

17-12-1944: Συνεχίζονται οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ μέσα στην Αθήνα όπου κατέλαβε το Δημαρχείο ύστερα από μάχη. Ισχυρή δράση της αγγλικής αεροπορίας, που βάλλει με ρουκέτες, προκαλεί καταστροφές και καίει κτήρια. Ο Τσακαλώτος αναφέρει για τις 16 και 17 Δεκεμβρίου: «οι κομμουνισταί δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια». Ο στρατηγός Πλαστήρας λέει ότι «Μία ολιγάριθμος, κακοποιός σπείρα εξ αναρχικών στοιχείων παρασκεύασεν από μακρού χρόνου και εξαπέλυσε κατά του Έθνους άγριον εμφύλιον πόλεμον αφού παρέσυρε αριθμό πατριωτών Ελλήνων είτε δια δόλου είτε δια της βίας» (Ιστορία της Ε.Α. 1940-1945).

Τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας συνεδριάζει η ηγεσία της 9ης Αχτίδας και του 5ου εφεδρικού Συντάγματος, για την επικείμενη σε λίγες ώρες μάχη που σχεδιαζόταν. Ο γραμματέας της 9ης Αχτίδας, Μίμης Νομικός, που ήταν γιατρός, έδινε οδηγίες για μάχες στις οποίες μερικοί ίσως έπαιρναν μέρος πρώτη φορά στη ζωή τους. Η ζωντάνια της φωνής του, η πειθώ και η αισιοδοξία της νίκης ήταν χαρακτηριστικά. Τελειώνοντας είπε: «Τώρα όλοι μαζί επειγόντως στο εγκαταλειμμένο Δημαρχείο Κηφισιάς να πάρουμε οπλισμό και οδηγίες για τη μάχη στο Κεφαλάρι που θ’ αρχίσει σήμερα το βράδυ».

Το Παλλάς χρησιμοποιείτο για καταλύματα των οπλιτών

 Εκεί, στο Δημαρχείο θα συναντούσαν τον πολιτικό καθοδηγητή της ΙΙ Μεραρχίας, Χαρίλαο Φλωράκη, με επικεφαλής τον καπετάν Ορέστη (Μουντρίχα). Ο σ. Χαρίλαος ενημέρωσε για το περιεχόμενο της μάχης. Ο καιρός ήταν βροχερός και λίγο πριν τις 10 το βράδυ, οι οπλισμένοι ΕΛΑΣίτες βρέθηκαν στο Κεφαλάρι προς Κοκκιναρά.

Από κάποιο σημείο βρέθηκε ένας τηλεβόας, μήκους 2 μέτρων, από χοντρό χαρτόνι (από το συνεργείο διαφώτισης που δούλευε στο σπίτι του σ. Σαλιάρη στην Κηφισιά, με τεράστια συμβολή του ζωγράφου αγωνιστή Γιάννη Γαϊτη. Από αυτόν τον τηλεβόα ακούστηκε στα Αγγλικά η φωνή του ΕΛΑΣ στους περιφρουρημένους από πανίσχυρους τοίχους Βρετανούς αεροπόρους, στα ξενοδοχεία που διέμεναν. Τους μιλούσε ο Γιάννης Μαραγκουδάκης, 23 χρόνων τότε, εξηγώντας τους ότι η κυβέρνηση τους, τους οδήγησε στην Ελλάδα να πολεμήσουν συμμάχους για ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. «Αυτό δεν πρέπει να το δεχτείτε» τους φώναζε, «γιατί είναι άδικο αλλά και μάταιο, καθώς είστε κυκλωμένοι από μεγάλη δύναμη του ΕΛΑΣ. Παραδοθείτε για την αποφυγή άδικης απώλειας ανθρώπων». Η βρετανική απάντηση ήρθε προς το μέρος τους με πολυβολισμούς. Η μάχη ξεκίνησε αμέσως. Στον ελαφρύ οπλισμό που είχαν οι ΕΛΑΣίτες, ερχόταν να προστεθεί ο βροχερός καιρός και η πείνα

Για την επόμενη ημέρα, δηλαδή για τις 18-12-1944, διηγείται ο Κώστας Μαραγκουδάκης:

«Η επόμενη μέρα ξημέρωσε με ανταλλαγή πυρών. Οι πιο έμπειροι από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ, μαζί και ο καπετάνιος Νίκος Καρράς, φώναζαν να καθίσουν κάτω για να αποφύγουν τα πυρά. Έτσι, ακόμα και για προφύλαξη από αεροπορικούς πυροβολισμούς, αλλά και για αναζήτηση τροφής οι μαχητές μπήκαν σε γειτονικά πλουσιόσπιτα, τα οποία οι ιδιοκτήτες τους είχαν εγκαταλείψει. Σε λίγη ώρα ξαναγύρισαν στη μάχη.

Αγγλικά καταδιωκτικά πυροβολούσαν με κάλυκες μεγέθους 12-15 εκατοστών, ενώ στις 18.12.1944 τανκς από την Αθήνα ξεκίνησαν για να δώσουν οριστικό τέλος στη μάχη, δεν τα κατάφεραν όμως λόγω καθυστέρησης. Το ίδιο βράδυ σκοτώθηκε στη μάχη ο Γραμματέας της 9ης Αχτίδας Μίμης Νομικός, που στην προσπάθειά του να ρίξει το συρματόπλεγμα της περίφραξης του Κεφαλαρίου, σκοτώθηκε από βρετανικές σφαίρες.

Ήταν φανερό ότι οι Άγγλοι δε θα παραδίδονταν, όντας βαριά οπλισμένοι σε αντίθεση με τους ΕΛΑΣίτες».

«H πρώτη επίθεση κατά της αγγλικής αυτής βάσης ενεργείται την 18η του Δεκέμβρη και αποτυγχάνει. Μετά την πρώτη αυτή αποτυχία, η Κομματική Οργάνωση Κηφισιάς παραμέρισε τη Διοίκηση του Εφεδρικού ΕΛΑΣ και καταστρώθηκε αμέσως πλήρες σχέδιο επιχείρησης από τη Διοίκηση της 2 ης Μεραρχίας.

Η διεύθυνση αυτής της επιχείρησης ανατέθηκε στον επιτελάρχη Γ. Σαμαρίδη και η εκτέλεση στο διοικητή του 34ου Συντάγματος Νταλιάνη. Ο Επιτελάρχης μας, προβλεπτικός όπως πάντα, για να έχει εξασφαλισμένη την επάρκεια πυρομαχικών, γιατί πράγματι υπήρχαν ελλείψεις, την παραμονή της επιχείρησης ανέθεσε στον Καπετάνιο του λόχου Διοίκησης της Μεραρχίας, Αλέξανδρο, την αποστολή να φορτώσει και να μεταφέρει ασφαλώς από την αποθήκη μας στο Χλεποτσάρι, ταινίες πολυβόλων, βλήματα ολμίσκων και μερικές κάσες δυναμίτη.

Παρ' ότι η μεταφορά με φορτηγό αυτοκίνητο από αυτή τη μακρινή απόσταση ήταν πολύ επικίνδυνη, γιατί τα αγγλικά αεροπλάνα ερευνούσαν συνεχώς τον Αττικό ουρανό, αυτό το πολύτιμο πολεμικό υλικό το βράδυ της 18ης του Δεκέμβρη, μας παραδόθηκε στη Μαγκουφάνα.

Ο Νταλιάνης με τον Σαμαρίδη μας ανέπτυξαν το σχέδιο της επιχείρησης και καθόρισαν την αποστολή κάθε τμήματος.

Κύριος στόχος του 1ου Τάγματος ορίστηκε το ξενοδοχείο «Πεντελικόν» και δευτερεύων στόχος το ξενοδοχείο «Απέργη» (Νικήτας).

Την 23η ώρα της 18ης του Δεκέμβρη τα τμήματα μας ενήργησαν επίθεση ταυτόχρονα σε όλους τους στόχους που ήταν τα ξενοδοχεία «Πεντελικόν», «Απέργη», «Παλλάς» και «Σέσιλ».

Οι Άγγλοι αντέταξαν ισχυρή άμυνα. Έβαζαν από τα παράθυρα των ξενοδοχείων και το πλησίασμα ήταν πολύ δύσκολο ακόμα και σε αυτό το θωρακισμένο που διαθέταμε.

Τότε εφαρμόσαμε το σύστημα του τυφλώματος. Σε κάθε οπλοπολυβολήτη ακόμα και σε μεμονωμένους σκοπευτές αναθέσαμε να βάζει καθένας σε ένα ορισμένο παράθυρο που να μη μπορεί να ξεμυτίσει κανείς. Κατ' αυτόν τον τρόπο το θωρακισμένο με την ομάδα καταστροφών μπόρεσε και πλησίασε ως την είσοδο του ξενοδοχείου. Οι δυναμιτιστές πήδηξαν κάτω και με τον ομαδάρχη τους Γκίκα μπροστά, όρμησαν στην είσοδο, κόλλησαν μερικές δέσμες δυναμίτη, άναψαν τα φυτίλια και απομακρύνθηκαν.

Σε ελάχιστο χρόνο μία τρομερή έκρηξη τράνταξε το κτίριο. Τα τζάμια σπάσανε και ένας τοίχος του πρώτου ορόφου κατέπεσε. Αλλά η δόνηση συντάραξε και τα διπλανά κτίρια και ο ορυμαγδός από τα σπασμένα τζάμια που πέφτανε έφερε πανικό στους ενοίκους.

Με το χωνί φώναζαν οι αντάρτες στους Άγγλους (στη γλώσσα τους) «παραδοθείτε γιατί σε λίγο όλο το ξενοδοχείο θα γκρεμιστεί». Οι Άγγλοι έντρομοι άρχισαν να ανεμίζουν λευκά πανιά, σεντόνια και πετσέτες.

Αυτή ακριβώς τη στιγμή, ο ανθυπόλαρχος Κώστας Κοντός (Λαοκράτης) επικεφαλής μίας διμοιρίας, όρμησε μέσα στο κτίριο και το κατέλαβε. Οι αξιωματικοί και όσοι άλλοι βρίσκονταν στο «Πεντελικό» κατέβηκαν και παραδόθηκαν.

Η ίδια τακτική ακολουθήθηκε, ταυτόχρονα και από τα άλλα τμήματα μας στο «Σέσιλ» και στο «Παλλάς».

Λίγο πριν τα ξημερώματα όλοι οι εντός των ξενοδοχείων Άγγλοι είχαν παραδοθεί».

Tο Πεντελικόν χρησιμοποιείτο σαν λέσχη και καταλύματα των αξιωματικών

Ο Νικήτας αντίστοιχα, διηγείται:

«Μετά από επανειλημμένες εκκλήσεις των Άγγλων, όταν δέχτηκαν τη δική μας επίθεση, η διοίκηση τους απέστειλε 20 άρματα μάχης, τα οποία όμως έφτασαν αργά. Δύο από αυτά πάτησαν νάρκες και καταστράφηκαν.

Τα αγγλικά άρματα έκαναν μία θεαματική είσοδο στην Κηφισιά με πολυβολισμούς προς όλες τις κατευθύνσεις. Πλην, αργά. Γιατί οι αντάρτες με τους αιχμαλώτους και το πολεμικό υλικό είχαν φροντίσει να βρίσκονται μακριά».

Το θέαμα ήταν ενδιαφέρον, με μερικούς γενειοφόρους αντάρτες μπροστά από κάθε εκατοντάδα Άγγλους, μία ατελείωτη φάλαγγα να πορεύεται, τα αγγλικά αεροπλάνα να πετάνε σε χαμηλό ύψος, ανίσχυρα να μας βλάψουν. Όλος ο οπλισμός, τα πυρομαχικά και λοιπά εφόδια αυτής της αγγλικής βάσης, πέρασαν στα χέρια μας. Και όλο αυτό το υλικό φροντίσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να το απομακρύνουμε».

Το ανακοινωθέν της ΚΕ του ΕΛΑΣ της ημέρας εκείνης αναφέρει:

«Τμήματα του ΕΛΑΣ συμπλακέντα με αγγλικήν μονάδαν εις Κηφισσιάν απόψει εκυρίεψαν τον βαρύ οπλισμό τούτων μεταξύ των οποίων 4 πυροβόλα και 2 αυτοκίνητα...».

19-12-1944:

Στο Ριζοσπάστη της ημέρας εκείνης δημοσιεύεται απόφαση του Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε.:

«Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ!

ΕΛΛΗΝΕΣ ΞΑΝΑ ΕΠΙ ΠΟΔΟΣ ΠΟΛΕΜΟΥ!

ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ! ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ!

….Αυτός ο αγώνας αποτελεί καταπληκτική φάση του ίδιου απελευθερωτικού αγώνα, που διεξάγει από τρία χρόνια στο πλευρό των ενωμένων εθνών, ο Ελληνικός λαός για τη Λευτεριά, την Ανεξαρτησία της χώρας, για τη Δημοκρατία και τη Λαϊκή Κυριαρχία και είναι εξ ίσου δίκαιος, εθνικός, λαϊκός, Δημοκρατικός αγώνας σύμφωνα με τις αρχές του συμμαχικού πολέμου [...]

Οι κυβερνήσεις του Καϊρου Τσουδερού και Παπανδρέου …..αδιαφορούντες για τον Εθνικό αγώνα απόβλεπαν σ’ ένα μοναδικό σκοπό: Να συντρίψουν τις λαϊκές δημοκρατικές δυνάμεις και να επιβάλλουν καινούργια φασιστική δικτατορία με τον Γλυξμπουργκ. Παρ’ όλες αυτές τις αντιδράσεις το Κ.Κ.Ε. μαζί με το ΕΑΜ κράτησε έντιμα τη σημαία του αντιφασιστικού πολέμου στο πλευρό των συμμάχων...».

550 αξιωματικοί και οπλίτες της βρετανικής αεροπορίας παραδίδονται στον ηρωικό ΕΛΑΣ. Έπεσε στα χέρια του ΕΛΑΣ πολύτιμο υλικό. Αναπτερώνεται το ηθικό του ΕΛΑΣ και ο Λαός πανηγυρίζει. Οι βρετανοί τραυματίες μεταφέρθηκαν για παροχή βοήθειας, ενώ οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στη Στερεά Ελλάδα σε περιοχές που ακόμα ο ΕΛΑΣ ήταν κυρίαρχος.

Ανάμεσα στους συνοδούς ήταν ο Τάκης Μαραγκουδάκης, μικρός αδελφός του Κώστα, η κομμουνίστρια Ρόζα Αϊβαλιώτη, ο νεαρός ΕΠΟΝίτης Ευγένιος Βέργος και πολλοί άλλοι μέχρι να τους παραλάβει ικανή δύναμη του ΕΛΑΣ και να τους μεταφέρει στη Δυτική Στερεά από όπου και απελευθερώθηκαν μετά τη Συνθήκη της Βάρκιζας.

Ο ΕΛΑΣ σε αυτή την επιχείρηση είχε 10 νεκρούς. Μεταξύ αυτών ήταν Μίμης Νομικός, που ήταν επικεφαλής ομάδας καταστροφών κατέλαβε την είσοδο του «Σέσιλ». Μαζί του σκοτώθηκαν και αρκετοί ακόμα από την ομάδα του. Οι Άγγλοι είχαν 85 νεκρούς.

Ο Γιάννης Μαραγκουδάκης, που είχε μιλήσει με τον τηλεβόα, διατάχθηκε να σπεύσει σε κάποιο από τα ξενοδοχεία που είχαν μεταφερθεί τραυματίες για περίθαλψη. Δυστυχώς τον πρόλαβαν τα βρετανικά τανκς, τον συνέλαβαν και τον έστειλαν στην Ελ Ντάμπα στην Αφρική, σε στρατόπεδο, μέχρι τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Στις 19-20/12 δημοσιεύθηκαν ανακοινώσεις και τηλεγραφήματα από την ΚΕ του ΕΛΑΣ, τη ΙΙ Μεραρχία, του Γιώργη Σιάντου, το Α’ Σώμα Στρατού που αναφέρονται στη μάχη.

Στις 20-12-1944 ο Ριζοσπάστης δίνει το στίγμα αναφέροντας πως: «Ο θρίαμβος του ΕΛΑΣ στην Κηφισιά δείχνει τι θαύματα μπορεί να πετύχει ένας επαναστατημένος λαός: Εμπρός για μεγαλύτερες στρατιωτικές και λαϊκές επιτυχίες! Ώσπου να σταματήσει η βάρβαρη επέμβαση του Λήπερ-Σκόμπυ!».

Σε αντίστοιχο τόνο στην έκδοση της ΕΠΟΝ αναφέρεται: «Ο λαογέννητος ΕΛΑΣ συντρίβει τους νέους επιδρομείς. Αντάρτες του βουνού και ΕΛΑΣίτες της πόλης χάρισαν μια ακόμα περίλαμπρη νίκη του λαού μας. Οι ΕΛΑΣίτες μας πολέμησαν με πρωτοφανή ηρωισμό τους εγγλέζους που βρίσκονταν οχυρωμένοι στα ξενοδοχεία»

Ενώ το Δελτίο Ειδήσεων της ΚΟΑ της ίδιας ημέρας έχει το εξής περιεχόμενο:

«ΝΙΚΑΕΙ Ο ΛΑΟΣ! ΝΙΚΑΕΙ Ο ΕΛΑΣ!

Δύο μεγάλες, δύο περίλαμπρες νίκες γιορτάζει ο λαός μας. Την κατάληψη του Αρχηγείου της Βρετανικής Αεροπορίας στην Κηφισιά και την κατάληψη των φυλακών Αβέρωφ. Ο ΕΛΑΣ ύστερα από ορμητική επίθεση στα ξενοδοχεία της Κηφισιάς, όπου στεγαζόταν το Αρχηγείο της Βρετανικής Αεροπορίας, κατέλαβε όλα τα ξενοδοχεία».

Οι μετέπειτα εξελίξεις.

Από τις 20 Δεκέμβρη η πλάστιγγα της σύγκρουσης άρχισε να γέρνει σαφώς προς την πλευρά των αστικών-βρετανικών δυνάμεων, με τον ΕΛΑΣ να περνά κυρίως σε θέσεις άμυνας. Ταυτόχρονα, στις περιοχές που καταλάμβαναν, εκατοντάδες άνθρωποι συλλαμβάνονταν, φυλακίζονταν, κλείνονταν σε στρατόπεδα, βασανίζονταν, μόνο και με την υποψία της συνεργασίας τους με το ΚΚΕ και το ΕΑΜ.

Η πείνα αποτέλεσε επίσης βασικό όπλο των αστικών δυνάμεων.

Παρότι η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ αρνήθηκε την παράδοση των όπλων και την επανάληψη της συμφωνίας του Λιβάνου, επανέλαβε τη θέση του ΕΑΜ για συγκρότηση κυβέρνησης «πραγματικής εθνικής ενότητας» με πρωθυπουργό «κοινής εμπιστοσύνης», στην οποία ο ΕΛΑΣ θα παρέδιδε τον οπλισμό του.

Αξιολογώντας τις εξελίξεις στα πεδία των μαχών (τη συντριπτική υπεροπλία του αντιπάλου, τη μη δυνατότητα άμεσης ενίσχυσης του ΕΛΑΣ και τον κίνδυνο υπερφαλάγγισης των δυνάμεών του στην πρωτεύουσα), η ΚΕ του ΕΛΑΣ εξέδωσε λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 4ης προς 5η Γενάρη 1945 διαταγή για γενική σύμπτυξη προς Πεντέλη - Πάρνηθα. Η σύμπτυξη του ΕΛΑΣ πραγματοποιήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας έως το πρωί, με απόλυτη πειθαρχία και συνοχή. Χιλιάδες άοπλοι πολίτες, μέλη των μαζικών λαϊκών οργανώσεων, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, ακολούθησαν τον ΕΛΑΣ σε αυτήν την πορεία.

Η υποχώρηση του ΕΛΑΣ συνεχίστηκε τα επόμενα 24ωρα υπό τις αδιάκοπες επιθέσεις των Βρετανών και ειδικά της αεροπορίας. Τελικά, στις 11 Γενάρη υπογράφτηκε στην Αθήνα ανακωχή, με την οποία ο ΕΛΑΣ υποχρεωνόταν να αποσυρθεί, ως τις 18 Γενάρη 1945, από την Αττική, μεγάλα τμήματα της Στερεάς και της υπόλοιπης Ελλάδας.

Στο λεύκωμα που κυκλοφόρησε η ΚΟ Κηφισιάς για τη Μάχη του Κεφαλαρίου, περιέχονται ονόματα μαχητών και μαχητριών του ΕΛΑΣ που συμμετείχαν στη μάχη του Κεφαλαρίου, όπως προέκυψαν από την μελέτη των διηγήσεων και των ντοκουμέντων. Ο κατάλογος αυτός απέχει πολύ από το να είναι ολοκληρωμένος και καλεί κάθε φίλο και σύντροφο, κάθε απόγονο μαχητή ή μαχήτριας του ΕΛΑΣ που έχει στοιχεία στη διάθεσή του, να συνδράμει στον εμπλουτισμό του:

Γιάννης Αλεξάνδρου (Διαμαντής)

Ρόζα Αϊβαλιώτη

Βαργιάννης (Αξιωματικός πεζικού)

Ελένη Γεωργαντά ή Σαββατιανού

Γκίκας

Νίκος Καρρά; (καπετάνιος)

Κάτσας (γιατρός)

Καψαμπέλης

Σπύρος Κάσκαρης

Κώστας Κοντός (ψευδ. Λαοκράτης)

Γιάννης Μαραγκουδάκης

Κώστας Μαραγκουδάκης

Γιάννης Μαχαιρίδης

Νικήτας (Καπετάνιος)

Μίμης Νομικός (γραμματέας της 9ης Αχτίδας)

Νταλιάνης (Διοικητής 34ου Συντάγματος)

Γ. Σαμαρίδης (επιτελάρχης)

Ορέστης (καπετάνιος, Μουντρίχας)

Πουλημένος

Πουτσής

Τάκης Σαρρής (Διοικητής)

Προκόπης Τζάνος (στρατιωτικός)

Ειρήνη Τατασοπούλου

Τσιγαρίδας (στρατιωτικός)

Χαρίλαος Φλωράκης

Ο αγώνας τους, ο ηρωισμός τους και η αυτοθυσία τους για το μέλλον και το καλό του λαού μας αποτελούν την πυξίδα για τις επόμενες γενιές.

Πηγή: Ιστορικό αρχείο της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ

{[['']]}

ΕΑΣΑΔ: Τάγματα Ασφαλείας αλά Θεσσαλικά

Δια την "προστασίαν του κινδυνεύοντος κοινωνικού καθεστώτος από τους καταχθόνιους σκοπούς του κομμουνισμού". 

Ληστρική και εγκληματική η φύση της οργάνωσης

Πηγή: Βασιλική Λάζου, Ιστορικός διδάσκουσα τμήματος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ - History

Αγροτικός και αντικομμουνισπκός

Ο Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσης (ΕΑΣΑΔ) ήταν ένας από τους ένοπλους σχηματισμούς που συγκροτήθηκαν το 1943-44 από τις γερμανικές αρχές κατοχής και τη δωσίλογη κυβέρνηση Ιωάννη Ράλλη με πρόσχημα την «προστασίαν του κινδυνεύοντος κοινωνικού καθεστώτος από τους καταχθόνιους σκοπούς του κομμουνισμού» (ΦΕΚ 260/18.6.1944). Μαζί με τις Εθνικές Αντικομμουνιστικές Ομάδες (ΕΑΟ) και τη Μαχητική Ομάδα Ανω Λεχωνίων συνιστούσαν τη θεσσαλική εκδοχή των Ταγμάτων Ασφαλείας και προορίζονταν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην ΕΑΜική αντίσταση.

Η δημιουργία του ΕΑΣΑΔ και των άλλων δωσιλογικών οργανώσεων στον Βόλο ήταν αποτέλεσμα πολιτικής απόφασης και πεδίο συνεύρεσης της κατοχικής κυβέρνησης με την ενθάρρυνση και βοήθεια του στρατού κατοχής. Παραδοσιακά πολιτικά αστικά κόμματα, οι Λαϊκοί και κυρίως οι Φιλελεύθεροι, η τοπική οργάνωση του ΕΔΕΣ σε αγαστή συνεργασία με τον προδοτικό ΕΔΕΣ Αθηνών προσπάθησαν να συνδέσουν με τον ΕΑΣΑΔ τον μη ΕΑΜικό πληθυσμό για τον σχηματισμό μιας πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης που θα αντιστρατευόταν τον ΕΛΑΣ. Μετά την αποτυχία συγκρότησης οργανώσεων του ΕΔΕΣ εκτός Ηπείρου στόχος ήταν οι τοπικές ομάδες να μετατραπούν με τη βοήθεια των Γερμανών σε αντιαντάρτικα σώματα τα οποία θα εκτόπιζαν τον ΕΛΑΣ και θα διέλυαν τις αντιστασιακές ΕΑΜικές οργανώσεις.

Παρόλο που ο στόχος της διάλυσης του ΕΛΑΣ δεν επιτεύχθηκε, ο ΕΑΣΑΔ και οι συνεργαζόμενες με τους κατακτητές ένοπλες οργανώσεις πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στους κατακτητές καθώς, λόγω της εντοπιότητας των μελών τους, ήταν σε θέση να παρέχουν πληροφορίες για πρόσωπα και πράγματα στην περιοχή δράσης τους και να υποδείξουν τοπικές διαδρομές που διευκόλυναν την καταδίωξη του αντάρτικου στρατού. Εξαπολύοντας δε τη φρίκη και τον τρόμο στην ύπαιθρο και στις θεσσαλικές πόλεις λειτούργησαν αποτρεπτικά απέναντι στην ενίσχυση της Αντίστασης, προκαλώντας εκατοντάδες θύματα.

Το προφίλ και η δράση της οργάνωσης παρουσιάζονται σε πληροφοριακό σημείωμα του 2ου γραφείου της Διεύθυνσης Ειδικών Υπηρεσιών Πολέμου με ημερομηνία 2 Αυγούστου 1944 (IIA 146 ΙΙΓ122/212 αρ. πρωί. 426/2-8-44). Στο έγγραφο, το οποίο συντάχθηκε ενόσω διαρκούσε η Κατοχή, το ακρωνύμιο της οργάνωσης λανθασμένα αναλύεται ως Εθνικά Αντικομμουνιστικά Σώματα Αγροτικών Δυνάμεων. Επισημαίνεται παράλληλα, παρά τον εμφανή αντιΕΑΜικό προσανατολισμό του συντάκτη του, η συνεργασία με τους Γερμανούς κατακτητές και η εγκληματική φύση της οργάνωσης.

Η οργάνωσις ΕΑΣΑΔ ενεφανίσθη κατά Μάρτιον ή Απρίλιον 1944 το πρώτο εν Βόλω, με τον πρώην εαμίτην Μακεδώνα. Ως σκοπόν της εμφανίζει την καταπολέμησα/ του κομμουνισμού, συνεργάζεται όμως μετά των Γερμανών παρά των οποίων ενισχύεται και εξοπλίζεται και παρά των οποίων εξαρτάται. Αριθμεί μέχρι σήμερον τα εξής ένοπλα μέλη:

Α) Εις Καρδίτσαν 150 ενόπλους υπό τον Αντ/ρχην Κυριαζήν Θεοδόσιον 

Β) Εις Βόλον 100 περίπου υπό τον Μακεδόνα

Γ) Εις Λάρισαν 250 περίπου υπό τον ιερέα Παπαγεωργοσόπουλον.

Ασκεί τρομοκρατίαν κατά του Λαού της Θεσσαλίας και εφόνευσε πολλούς. Ενεκεν τούτου πολλοί κάτοικοι διέφυγον προς τας Αθήνας. Η ΕΑΣΑΔ εγκατέστησε εις τας Αθήνας υπηρεσίαν Ασφαλείας εδρεύουσαν εις το ξενοδοχείον Ακρόπολη εις τα Χαυτεία. Οι συλλαμβανόμενοι παρά της Ασφαλείας της ΕΑΣΑΔ Θεσσαλίας οδηγούνται εις το ανωτέρω ξενοδοχείον και εξετάζονται παρά των αδελφών του Μακεδώνος και του Νέστωρος Ξένου.

Ωμότητες της ΕΑΣΑΔ: Τοπικά: Εξετέλεσεν εις Λάρισαν 14 άτομα εις αντίποινα διά τον φόνον ενός Ελληνος αξιωματικού εθνικόφρονος παρά του ΕΑΜ. Εις (Καζακλάρ) Αμπελώνα εξετέλεσε 12 άτομα διότι το ΕΛΑΣ απέκοψε δι’ οργάνων του αμφοτέρας τας χείρας εκ του καρπού και κάτω ενός ετέρου εθνικόφρονος αξιωματικού. Εις Βόλον απηγχόνισε 11, εξετέλεσεν 36.

Πράκτορας 315:

«Εφόνευσαν 19»

Η εγκληματική δράση του ΕΑΣΑΔ στον Βόλο μέχρι τα τέλη Μαΐου 1944 σύμφωνα με τις πληροφορίες του πράκτορα με τον κωδικό 315 παρουσιάζεται στη συνέχεια του εγγράφου:

"Εις Βόλον ομάδες της οργανώσεως εφόνευσαν 19 άτομα τα οποία έρριψαν εις τας οδούς της πόλεως. Μεταξύ των φονευθέντων είναι ο Διευθυντής της Εμπορικής Τραπέζης μετά των δύο υιών του, ο ιατρός Τζάνος κτλ. Οι Εαμίται συνέλαβον τον πατέρα του Μακεδόνος. Ούτος δημοσιεύει συνεχώς διά των εφημερίδων Βόλου ότι εάν μέχρι της 30-4-44 δεν αφεθή ελεύθερος ο πατήρ του, θα προβή εις αντίποινα και εκτελέση όλους τους Εαμίτας Βόλου, τας οικογένειάς των και θα ανατινάξη τας οικίας των. Οι κάτοικοι φεύγουν πανικόβλητοι. Η οργάνωσις έχει έκτασιν και εις τα πεδινά χωρία της Θεσσαλίας".

Πίσω από τους φόνους, την αγριότητα και τα μπλόκα κρυβόταν το πραγματικό κίνητρο του δωσιλογισμού, τα μεγάλα οικονομικά οφέλη όσων συνέδεαν τη δράση τους με τους κατακτητές. Οι ένοπλες δωσίλογες οργανώσεις της Θεσσαλίας επισήμως συντηρούνταν από τους Γερμανούς και από γενναίες εισφορές των ομαδαρχών της φασιστικής πολιτικής οργάνωσης ΕΕΕ (Εθνική Ενωσις η Ελλάς), γνωστότερης ως Τρία Εψιλον, φασιστικού κόμματος με αντισημιτικό προσανατολισμό που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1930 με παραρτήματα σε πολλές πόλεις. Η πιο γνωστή του δράση ήταν ο εμπρησμός του εβραϊκού οικισμού Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη το 1932. Η ΕΕΕ επανεμφανίστηκε με αρχηγό τον Κων. Γούλα, συνεργαζόμενη στενά με τους Γερμανούς.

Παρακράτημα σε τρόφιμα και χρήματα

Οι πόροι των «ιδεολόγων αυτών εθνικοσοσιαλιστών» προέρχονταν από εράνους, από επιβολή παρακρατημάτων και από λάφυρα από επιχειρήσεις κατά των αντιπάλων. Το πλήθος των σχετικών ανακοινώσεων από τον ελεγχόμενο από τους Γερμανούς «Τύπο του Βόλου» μαρτυρεί ότι η επιβολή παρακρατήματος σε εισερχόμενα εμπορεύματα και η παρακράτηση τροφίμων ή η εισφορά σε είδος ή χρήμα αποτελούσαν γενικευμένες πρακτικές από τα μέλη του ΕΑΣΑΔ, οι οποίες προκάλεσαν σε τέτοιο βαθμό αντιδράσεις στην τοπική κοινωνία ώστε οι αρχηγοί τους να δημοσιεύουν ανακοινώσεις, με τις οποίες απαγόρευαν την επιβολή παρακρατήματος και τη διεξαγωγή εράνου χωρίς γραπτή άδεια, ενώ οι πολίτες θα μπορούσαν να διατυπώνουν τις ενστάσεις τους στο γερμανικό φρουραρχείο. 

Σε μια προσπάθεια περιορισμού των αυθαιρεσιών το παρακράτημα υπέρ των ΕΕΕ ορίστηκε σε 10% επί των εξαγόμενων προϊόντων, ενώ οι έμποροι όφειλαν να κατέχουν άδεια εξαγωγής και μεταφοράς των εμπορευμάτων τους από την οργάνωση, διαφορετικά το εμπόρευμα θα κατασχόταν. Φαίνεται ότι υπήρχε άτυπη συμφωνία ανάμεσα στους Γερμανούς και τις «εθνικιστικές» οργανώσεις για τη λεηλασία. Οι «εθνικιστές» δικαιούνταν το 15%, ενώ τα υπόλοιπα έπρεπε να τα δίνουν στους Γερμανούς.

Λήστεψαν μέχρι και τη μάνα του αρχηγού!

Το δημοσίευμα της ΕΑΜικης εφημερίδας «Ο Ρήγας» (στις 7.8.1944) είναι ενδεικτικό:

Ξεγυμνώνανε τους πολίτες πριν τους εκτελέσουν, ρημάζανε μέχρι βελόνι τα μαγαζιά και τα σπίτια τους. Σειρά από διαρρήξεις κάθε βράδυ στο κέντρο της πόλης. Βούτηξαν και τις βενζίνες του Γερμανού πρόξενου και σ’ ένα κατάστημα που μπήκαν νύχτα για να το επιτάξουν, λέει, λάστιχα αυτοκινήτων, πάτησαν και το χρηματοκιβώτιο. Φώναζαν αγαναχτισμένοι οι καταστηματάρχες και οι λωποδυσίες λιγόστεψαν. Κλέβονται και αναμεταξύ τους. Γέλασε με την καρδιά του ο κόσμος όταν οι “εθνικιστές” του Μακεδόνα άνοιξαν το σπίτι της μάνας του και τα σήκωσαν όλα! Είναι όμως και η νομιμοποιημένη ληστεία. Διακόσια δισεκατομμύρια έχουν βάλει ίσαμε σήμερα στο χέρι την αγορά του Βόλου Ε.Α.Σ.Δ.Δ., Ε.Ε.Ε., Ε.Α.Ο. Επιπλέον ο έρανος με το πιστόλι σ' αυτί! 

Μεταπολεμικά δεν έλειψαν οι κατηγορίες προς τους αρχηγούς των δωσιλογικών οργανώσεων για καταχρήσεις χρηματικών ποσών από το Ταμείο Πρόνοιας, ιδιοποίηση εβραϊκών περιουσιών, κατασχέσεις εμπορευμάτων και άσκηση ηθικής βίας για πώληση εμπορευμάτων σε προνομιακή τιμή.

Οι ένοπλες «εθνικιστικές» ομάδες δεν δίστασαν να προχωρήσουν στην εκτέλεση διά απαγχονισμού στα Κάτω Λεχώνια, λίγα χιλιόμετρα από τον Βόλο, μιας εξαιρετικά εύπορης οικογένειας γαιοκτημόνων της περιοχής, μελών προπολεμικά μιας ευρωπαϊκής ανώτερης αστικής τάξης. Πρόκειται για τη Λουκία Τοπάλη και την κόρη της Σοφϊα, που τις κρέμασαν μαζί με τη Φιλίτσα Καλαβρού σας 7 Ιουλίου 1944 ως ευνοϊκά διακείμενες προς το ΕΑΜ

Οπως όμως επισημαίνει η σχετική ανταπόκριση της ΕΑΜικης εφημερίδας «Ο Ρήγας», το πραγματικό κίνητρο ήταν η λεηλασία της οικίας τους από τον ΕΑΣΑΔ και τους Γερμανούς, καθώς εκεί βρίσκονταν εκτός από τα τιμαλφή της οικογένειας, πολύτιμα αντικείμενα και «προίκες κοριτσιών». Στα Κάτω Λεχώνια Πηλίου οι ληστές γερμανοράλληδες, ύστερα από το κρέμασμα των δύο γυναικών Τοηάλη (μητέρας και κόρης) κουβάλησαν από το πλουσιόσπιτο των Τοπάληδων πέντε γεμάτα αυτοκίνητα πλιάτσικα. ··

Εκτός από τις λεηλασίες ο ΕΑΣΑΔ επωφελούνταν οικονομικά από την ξένη βοήθεια που έφτανε στα αστικά κέντρα και την οποία παρεμπόδιζε να μεταφερθεί στα ορεινά και να ενισχύσει με αυτό τον τρόπο τις αντάρτικες ομάδες. Η απαγόρευση αυτή δημιουργούσε σοβαρές δυσχέρειες στον ανεφοδιασμό του ΕΛΑΣ από τις πεδινές περιοχές. Στη «μάχη της σοδειάς» τον Ιούνιο του 1944 ο ΕΑΣΑΔ συνέδραμε την προσπάθεια των Γερμανών να ελέγξουν τους χώρους θερισμού και αλωνισμού στον θεσσαλικό κάμπο εγκαθιστώντας αλωνισηκά συγκροτήματα και ταυτόχρονα καταστρέφοντας τις αντίστοιχες εγκαταστάσεις του ΕΛΑΣ.

Μεταπολεμικά το «έθνος» χρειάστηκε εκ νέου τις υπηρεσίες όσων στελέχωσαν τον ΕΑΣΑΔ. Τους έντυσε εθνοφύλακες, τους έχρισε απηνείς διώκτες των αγωνιστών της Αντίστασης ως στελέχη παρακρατικών ομάδων και μετά την ευδόκιμο υπηρεσία τους τους τίμησε με δημόσιες θέσεις και τους έδωσε σύνταξη αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης. 

Η «προσφορά» του ΕΑΣΑΔ, όπως και των ένοπλων δωσιλογικών σχηματισμών, στον αγώνα κατά του κομμουνισμού θεωρήθηκε από το κράτος της εθνικοφροσύνης ότι βάραινε περισσότερο από τη συνεργασία με τον κατακτητή.

{[['']]}

Ματωμένα βήματα. Από την Κρήτη ως τον Χωριάτη

Του Γιάννη Σκαλιδάκη, Διδάσκοντος στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης - History

Kατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, και ειδικά από το1943, παραστρατιωτικές ομάδες όπως του Φριτς Σούμπερτ και σχηματισμοί του δωσίλογου ελληνικού κράτους όπως τα Τάγματα Ασφαλείας απέκτησαν ευρύτερη ευχέρεια κινήσεων από τις κατά τόπους γερμανικές μονάδες, δηλαδή άδεια για ανεξέλεγκτες σφαγές και πλιάτσικο.

Αμαχοι και γυναικόπαιδα ήταν θεμιτοί στόχοι

Η χώρα είχε κηρυχτεί εμπόλεμη ζώνη και επομένως με τη ναζιστική λογική όλοι οι κάτοικοι, άμαχοι και γυναικόπαιδα, ήταν θεμιτός στόχος αφού καταγράφονταν ως «ληστές» και τα χωριά τους ως «ληστοχώρια»

Σύμφωνα με γερμανικά στοιχεία, κατά την περίοδο Ιουνίου 1943 - Σεπτεμβρίου 1944 καταγράφηκαν 25.435 εκτελέσεις πολιτών και 25.728 κρατουμένων, αν και οι αριθμοί αυτοί δεν ήταν πλήρεις. Μόνο κατά το τελευταίο τετράμηνο της Κατοχής υπολογίζεται ότι εκτελούνταν καθημερινά 91 άνθρωποι.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και ως μέσο προστασίας των υποχωρούντων Γερμανών, οι τελευταίοι εξαπέλυσαν τους πλέον κτηνώδεις βοηθούς τους και διαπράχτηκαν φρικτές σφαγές, όπως στον Χορτιάτη

Μέχρι το 1944 ειδικά η βόρεια Ελλάδα είχε καταστεί το βασίλειο πολλών ένοπλων ομάδων συνεργατών των κατακτητών στη Μακεδονία, της ΠΑΟ, του Κυριάκου Παπαδόπουλου (Κισά Μπατζάκ), του Γεώργιου Πούλου, του Δάγγουλα, του Βήχου κ.ά. Στον τελικό απολογισμό του ο Βάλτερ Σιμάνα καταγράφει συνολικά δέκα τέτοια «εθελοντικά τάγματα» στην ελληνική Μακεδονία. 

Τον Ιούλιο του 1944 η αριθμητική τους δύναμη υπολογίζεται από τον μεν γενικό επιθεωρητή νομαρχιών Μακεδονίας Αθανάσιο Χρυσοχόου σε 8.000-8.500 ενόπλους, από τη δε Παμμακεδονική Επιτροπή του ΕΑΜ περίπου σε 4.000.

«Εξοικονόμηση γερμανικού αίματος»

Στην ουσία επρόκειτο για ιδιωτικούς στρατούς που συγκρότησε το 1944 η Βέρμαχτ για ν’ αντιμετωπίσει το αντάρτικο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Στόχος της γερμανικής πολιτικής, σύμφωνα με τον στρατηγό Λερ, ήταν η υπόθαλψη ενός ενδοελληνικού εμφυλίου μεταξύ «αντικομμουνιστικής» και «κομμουνιστικής μερίδος» και η συνακόλουθη «εξοικονόμηση γερμανικού αίματος». 

Ενοπλα σώματα «αντικομμουνιστών» λοιπόν, όπως αρέσκονταν να αυτοαποκαλούνται και περιγράφονται ακόμη και σήμερα δυστυχώς από διάφορους απολογητές της δράσης τους, ανέλαβαν τη βρόμικη δουλειά χωρίς κανέναν ενδοιασμό στη σφαγή αμάχων, στους βιασμούς και στο πλιάτσικο, μετατρέποντας τη χώρα σε σφαγείο ενώ οι προστάτες τους προετοίμαζαν την υποχώρησή τους. 

Συμμορίες όπως του Κολλάρα, του Πούλου, του Δάγκουλα, του Κισά Μπατζάκ μπορούσαν ανεμπόδιστες να αιματοκυλίσουν τον ελληνικό λαό. Ανάμεσά τους το Σώμα Κυνηγών του Φριτς Σούμπερτ με δράση στην Κρήτη και τη Μακεδονία, το Τάγμα Παπαγιαννάκη στην Κρήτη και το Τάγμα Ασφαλείας στην Εύβοια.

Σώμα Κυνηγών Σούμπερτ.

Ο ανεξέλεγκτος ετπλοχίας

Μέσα στο κλίμα της συνολικότερης συγκρότησης ένοπλων αντικομμουνιστικών σωμάτων στην Ελλάδα ο νέος στρατιωτικός διοικητής Κρήτης Μπρούνο Μπρόιερ προχώρησε στη συγκρότηση του Σώματος Κυνηγών του διαβόητου Φριτς Σούμπερτ τον Αύγουστο - Σεπτέμβριο του 1943. Η διαταγή του Μπρόιερ τόνιζε την ελευθερία κινήσεως του σώματος και απαιτούσε από όλα τα άλλα σώματα και μονάδες να παρέχουν κάθε βοήθεια στον Σούμπερτ, κατά παράβαση της ιεραρχίας όχι μόνο των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας αλλά και των γερμανικών μονάδων: 

«Ιδρύεται εν Κρήτη σώμα υπό την επωνυμίαν “Κυνηγοί Σούμπερτ”. Την διοίκησιν θα έχη ο Επιλοχίας Φριτς Σούμπερτ. Τα του οπλισμού, ενδυμασίας και τροφοδοσία του ανωτέρω σώματος κανονίσω δι’ ετέρας διαταγής μου.

Σκοπός του σώματος τούτου είναι η εμπέδωσις της τάξεως και η πάταξις των κακοποιών, κομμουνιστών κ.λπ. της υπαίθρου, δι’ ων μέσων ήθελε κρίνει κατάλληλα ο διοικητής του σώματος Επιλοχίας Σούμπερτ, έχων από τούδε όλην την δικαιοδοσίαν και ελευθερίαν ενεργείας.

Πάντα τα σώματα και αι μονάδες δεν έχουν το δικαίωμα να φέρουν προσκόμματα εις την εκτέλεση της ως άνω υπηρεσίας του σώματός του. Τουναντίον διά την παρούσης υποχρεούνται να παρέχουν πάντα τα μέσα άτινα ήθελον ζητηθή παρά του Επιλοχίου Σοΰμπερτ διά την επίτευξη/ του σκοπού του».

Ο διαβόητος Φριτς Σούμπερτ υπήρξε από τους ελάχιστους Γερμανούς εγκληματίες πολέμου που δικάστηκαν και εκτελέστηκαν στην Ελλάδα για τα αποτρόπαια εγκλήματα της ομάδας του τόσο στην Κρήτη όσο και αργότερα στη Μακεδονία.

Στο πλαίσιο των εκτελέσεων συνεργατών του κατακτητή την άνοιξη του 1942 οι αντάρτες στην περιοχή του Ψηλορείτη εκτέλεσαν δύο μέλη της οικογένειας δωσιλόγων Τζουλιά. πυροδοτώντας περαιτέρω αντίποινα, κάψιμο σπιτιών στο χωριό Κρουσώνας στις 24 Μάϊου 1942. εκτελέσεις και φυλακίσεις Περίπου 12 με 15 Κρουσανιώτες εντάχτηκαν στο σώμα Σούμπερτ, που ύστερα από περίπου έναν χρόνο θα αρχίσει την αιματηρή δράση του ως Σώμα Κυνηγών.

Επειτα από αναδιοργάνωση και αύξηση της υπάρχουσας μικρής ομάδας Κρουσανκοτών. η mo συχνά αναφερόμενη δύναμη του σώματος είναι περί τους 100 άντρες ντυμένοι με γερμανικές στολές Από τον Αύγουστο του 1943 ο Σούμπερτ έχοντας ευρεία δικαιοδοσία από τον ίδιο τον διοικητή Κρήτης ακολούθησε τακτική τρομοκράτησης απομακρυσμένων χωριών με ιδιαίτερα εγκληματικές μεθόδους χώρισε μάλιστα το σώμα σε μικρότερες ομάδες για να επιτύχει τη μεγαλύτερη δυνατή δράση. με επικεφαλής των αποσπασμάτων ντόπιους όπως ο Γ. Τζουλιάς. ο Δ. Χριστοδουλάκης και ο Μ Κουράκης.

Καίνε σπίτια, ανθρώπους και λεηλατούν

Το πρωί της 6ης Οκτωβρίου 1943 οι Γερμανοί μαζί με τον Σούμπερτ και 30 άντρες του έφτασαν στο χωριό Καλή Συκιά. Ενώ οι Γερμανοί συνέχισαν την πορεία τους προς τα ορεινά. οι σουμπερίτες παρέμειναν στο χωριό. Αυτό που επακολούθησε ήταν ένα από τα mo φρικιά εγκλήματα τους. Αφού συγκέντρωσαν τις γυναίκες και τα παιδιά στην άκρη του χωριού. άρχισαν να πυρπολούν τα σπίτια και να πετάνε μέσα τις γυναίκες για να καούν ζωντανές. Οταν τελείωσαν το έργο τους είχαν κάψει ζωντανές δώδεκα γυναίκες, ανάμεσά τους την έγκυο Ευαγγελία Γρυντάκη με το δύο ετών παιδί της και έναν άντρα. Οπως συνήθως, άφησαν ορισμένα σπίτια ανέπαφα προ κειμένου να τα λεηλατήσουν με την ησυχία τους.

Την επόμενη μέρα 7 Οκτωβρίου, οι σουμπερίτες ακολουθώντας τον γερμανικό στρατό βρέθηκαν στην επαρχία Σφακίων, στο χωριό Καλλικράτης. Το χωριό είχε στοχοποιηθεί καθώς θεωρήθηκε ότι είχε περάσει η ομάδα Μπαντουβά χωρίς να ειδοποιηθούν οι αρχές. Επειτα από διαβεβαιώσεις των Γερμανών ότι αναζητούσαν τους αντάρτες και ότι όσοι κάτοικοι λείπουν θα θεωρηθούν αντάρτες επίσης, ορισμένοι άντρες του χωριού επέστρεψαν. Την επόμενη μέρα το χωριό περικυκλώθηκε και πάλι και αφέθηκε από τους Γερμανούς στο έλεος των συνεργατών τους. Παρά τις γερμανικές στολές τους αναγνωρΐστηκαν από τους ντόπιους. Το όργιο των σουμπεριτών στον Καλλικράτη άφησε πίσω τους νεκρούς 20 άντρες και οκτώ γυναίκες, στην πλειονότητά τους ηλικιωμένοι' πολλοί εκτελέστηκαν μέσα στο σπίτι τους προτού το κάψουν. Εκαψαν περίπου 80 σπίτια αφού φυσικά τα λεηλάτησαν. Ακολουθώντας τα χνάρια της ομάδας Μπαντουβά. το Σώμα Κυνηγών του Σούμπερτ λεηλάτησε επίσης τον οικισμό Καλοί Λάκκοι, ενώ στο χωριό Μουρί εκτέλεσε πέντε άντρες έπειτα από φρικτά βασανιστήρια

Εξ ευτελισμός από τον ΕΛΑΣ και... μετάθεση 

Η Πρωτοχρονιά του 1944 ήταν και η αρχή του τέλους του Σώματος Κυνηγών του Φριτς Σούμπερτ στην Κρήτη. Μια ομάδα του σώματος, ενθαρρυμένη από τις ως τότε «επιτυχίες». αποφάσισε να επιχειρήσει εναντίον του «σεσημασμένου» χωριού Μεσκλά στα Λευκά Ορη. Το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης εξόντωση των σουμπεριτών στα Μεσκλά από τον ΕΛΑΣ και η απαξίωση του σώματος στα μάτια των γερμανικών δυνάμεων κατοχής. Τρεις μέρες μετά, με διαταγή του διοικητή Μπρόιερ ο Σούμπερτ και η ομάδα του αποχώρησαν από την Κρήτη.

Συνέχισε την αιματηρή δράση του στην περιοχή της Μακεδονίας με αποκορύφωμα το ολοκαύτωμα στο χωριό Χορτιάτης στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 με τουλάχιστον 146 θύματα βιασμούς και λεηλασία του χωριού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ιωάννη Γαλιτσάνου στη δίκη του Σούμπερτ:

«Ο Σούμπερτ ήρθε στο Χορτιάτη στας 2 Σεπτεμβρίου του 1944 Ηταν εξαγριωμένος, γιατί όπως είχε γνωσθή. οι αντάρτες είχαν σκοτώσει κάποιον Γερμανό γιατρό. Μάζεψε όλους τους κατοίκους, αδιακρίτως φύλου και ηλικίας. Αντρες, γυναίκες. παιδιά, γέροντες ωδηγήθησαν με βρισιές στο φούρνο του Γκουραμόνη. Εκεί χώρισαν εβδομήντα. Αλλους 80 έκλεισε στο μεγάλο σπίτι του Ευάγγελου Ταμπάδη. Τοποθέτησε φρουρούς απ’ έξω και όποιος τολμούσε να ξεμυτίση εξετελείτο επί τόπου χωρίς καμμιά διαδικασία

«Ενα κοπάδι από κακούργους»

Πρόεδρος: Ποιος διέτασσε:

Μάρτυς: Ο Σούμπερτ Ολο το κοπάδι που είχε μαζί του από κακούργους τους οποίους είχε βγάλει απ' τις φυλακές και τους είχε ντύσει με στρατιωτικές γερμανικές στολές σ' αυτόν υπήκουε. Τους έλεγε: "Κλείστε τους και μην αφήνετε κανένας να φύγη! θα τους κάψουμε όλους, Πραγματικά ύστερα από λίγο έδωκε τη διαταγή. Ρίξανε μια εμπρηστική σκόνη στο φούρνο και στο σπίτι του Ταμπόδη. Μεγάλες φλόγες πετάχτηκαν από παντού Ούρλιαζαν τα γυναικόπαιδα που εκαίγοντο. Αυτός όμως ανάλγητος παρακολουθούσε την τραγωδία τους. Δυο τρεις μισοκαμένοι άνθρωποι που θέλησαν να πηδήσουν απ’ τα παράθυρα πυροβολήθηκαν και έπεσαν νεκροί Εκατόν σαράντα επτά άνδρες. γυναίκες και παιδιά βρήκαν ανατριχιαστικό θάνατο μέσα στις φλόγες.

Πρόεδρος: Κατόπιν;

Μάρτυς: Ο Σούμπερτ κι άνδρες του λήστεψαν και έκαψαν τα υπόλοιπα σπίτια φόρτωσαν με τα κλεμένα πράγματα τ' αυτοκίνητά τους και φύγανε. Τράβηξαν κατά τα Γιαννιτσά».

Τα «απόνερα» των Τζουλιάδων και το Τάγμα Παπαγιαννάκη


Μέλη της ομάδας Σούμπερτ όμως παρέμειναν στην Κρήτη και συνέχισαν να δραστηριοποιούνιαι με παντοειδή καθήκοντα στην υπηρεσία των κατακτητών. Πυρήνας φαίνεται πως παρέμεινε η ομάδα του Κρουσώνα γύρω από την οικογένεια Τζουλιά. Η ένοπλη συνεργασία είχε φυσικά και το οικονομικό της αντίτιμο. Στις 18 Φεβρουάριου 1944 ο νομάρχης Ηρακλείου Εμμανουήλ Ξανθάκης απέστειλε έγγραφο στα γερμανικά προς «τα ελληνικά εθελοντικά σώματα» (frelwilUge Kompanle) ανακοινώνοντας πως την επομένη θα ήταν έτοιμα προς παραλαβή από τη νομαρχία δελτία τροφίμων και τσιγάρων για «τους άνδρες του σώματος και τα μέλη των οικογένειών τους».

Επίσης είχε δοθεί εντολή για τη διάθεση 360 οκάδων ελαιόλαδου, πέντε οκάδες για κάθε άντρα Την ίδια ημέρα κατόπιν εγγράφου του Γερμανικού Φρουραρχείου Ηρακλείου, ο νομάρχης Ηρακλείου Εμμ. Ξανθάκης απέστειλε σημείωμα προς τον πρόεδρο της κοινότητας Κρουσώνα για τη χορήγηση στον Νικόλαο Τζουλιά «εκ των σιτηρών της συγκεντρώσεως» 30 οκάδων σποριού προς 12.000 δραχμές κατ' οκά και 20 οκάδων κριθάρι προς9.000δραχμές κατ' οκά. Και την επομένη, 19 Φεβρουάριου, έγγραφο της Kraskonimandatur προς ενημέρωση των δήμων ανακοίνωνε την απαλλαγή των άντρων του εθελοντικού σώματος από την υποχρέωση καταναγκασπκής εργασίας καθώς και των οικογενειών τους για διάστημα τριών μηνών. Σε μεταπολεμικό βούλευμα του Ειδικού Δικαστηρίου Ηρακλείου προκύπτει ότι τέτοιες συναλλαγές ήταν τακτικές και ότι ο ίδιος Ν. Τζουλιάς μαζί με άλλους οκτώ κατηγορούμενους τουλάχιστον δώδεκα φορές το 1944 απέσπασαν ελαιόλαδο από τον τοπικό συνεταιρισμό έναντι ευτελών ποσών κατόπιν διαταγών του νομάρχη Ηρακλείου.

Αλλά η προσπάθεια δημιουργίας ένοπλων δωσιλογικών τμημάτων σημείωσε κάποια επιτυχία αυτήν τη φορά στη δυτική Κρήτη υπό τη μορφή του Τάγματος Χωροφυλακής Χανίων. γνωστότερου ως Τάγμα Παπαγιαννάκη από το όνομα του επικεφαλής, του ταγματάρχη χωροφυλακής Δημήτρη Παπαγιαννάκη. Ως ημερομηνία σχηματισμού του τάγματος αναφέρεται η 17η Φεβρουαρίου 1944. Στις 20 Φεβρουάριου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Παρατηρητής» εγκύκλιος του γενικού διοικητή Κρήτης Ιωάννη Πασσαδάκη με τίτλο «Ενέργειαι διά την αποκατάστασιν της νομίμου τάξεως εν τη υπαίθρω»

Αφού διεκτραγωδείται η κατάσταση λόγω ζωοκλοπής αλλά και ληστείας, αναφέρεται πως, «κατόπιν της ευμενούς χορηγησεως όπλων υπό του Φρουρίου Κρήτης εις την Χωροφυλακήν μας κατηρτίσθησαν εν τω Νομώ Χανίων μεγάλα αποσπάσματα» υπό τη διοίκηση του Δ. Παπαγιαννάκη. Ο διοικητής είχε «δικαιώματα ευρείας μορφής» για να καθαρίσει την ύπαιθρο από τα «κακοποιό στοιχεία».

 Ο Παπαγιαννάκης, που ήταν επικεφαλής της χωροφυλακής στα Χανιά στις αρχές της Κατοχής, είχε λάβει άδεια το 1943, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες που έφταναν στους Βρετανούς «είχε πλουτίσει τόσο στη μαύρη αγορά που ήθελε να απολαύσει τα κέρδη του όσο μπορούσε».

Στον σχηματισμό του τάγματος κλήθηκαν περίπου 200 άντρες. Μονάχα οι αξιωματικοί της μονάδας ανήκαν στην πραγματικότητα στη χωροφυλακή, ενώ ορισμένοι άντρες ήταν στρατολογημένοι από κακοποιά στοιχεία έως και κατάδικοι που αποφυλακίστηκαν για τον σκοπό αυτό, αν και όχι όλοι. Ο Παπαγιαννάκης παρουσίαζε την κατάταξη στο τάγμα ως λύτρωση των μελών του από τις γερμανικές διώξεις: «απήλλαξα διά χορηγηθείσης αμνηστείας εκ των Γερμανικών Αρχών όλους τους καταδιωκομένους υπ’ αυτών και κατατασσομένους εις το Τάγμα». Ο εξοπλισμός του έγινε φυσικά από τις αρχές κατοχής.

Ο επίσημος σκοπός «πάταξις της ζωοκλοπής».

Το ΕΑΜ κράτησε εξαρχής εχθρική στάση απέναντι στο τάγμα, όχι όμως και η Εθνική Οργάνωση Κρήτης (ΕΟΚ), που συμμεριζόταν την αντι-κομμουνιστική του κατεύθυνση όπως και ο Βρετανός υπεύθυνος δυτικής Κρήτης Διονύσης (Ντένις) Τσικλητήρας. Για τους Βρετανούς η ΕΟΚ υποστήριζε τον Παπαγιαννάκη διότι είχε όπλα που μπορούσαν να στραφούν εναντίον των κομμουνιστών. 

Ο Παπαγιαννάκης προσπάθησε εξαρχής να παίξει διπλό παιχνίδι, θέτοντας τα γερμανικά όπλα του στη διάθεση των Βρετανών και εξυπηρετώντας τους Βρετανούς πράκτορες, διαθέτοντάς τους π.χ. στολές χωροφυλακής. Οι διαπιστώσεις του Τσικλητήρα στις εκθέσεις του είναι διαφωτιστικές:

8 εκατ. τον μήνα, στολή, άρβυλα για 400 πλιατσικολόγους

Ο μισθός διαφημίστηκε ως 8 εκατομμύρια τον μήνα, μια πλήρης στολή, άρβυλα κ,λπ. και ένα ντουφέκι. Μέσα σε λίγες ώρες βρέθηκαν οι απαραίτητοι 400' οι περισσότεροι ήταν πλιατσικολόγοι και ζωοκλέφτες της περιοχής.

Η σύνθεση του τάγματος δημιουργούσε ανησυχίες και στα τοπικά στελέχη της ΕΟΚ, όπως ο γιατρός Μ. Αναστασάκης από την Κίσσαμο: «18 Απριλίου σήμερον διήλθε εκ Σπηλιάς μεταβαίνον εις Δελιανά εν απόσπασμα Ασφαλείας. Οι αποτελούντες αυτό είναι όλοι αμνηστευθέντες φυγόδικοι και ταραξίαι. Ως εκ της προελεύσεως αυτών αμφιβάλλομεν, εάν θα ωφελήσει. Συνέλαβαν ένα νέον, Σολανάκη, εις Δρακώνα και τον ετουφέκισαν». 

Το παραπέτασμα της πάταξης της ζωοκλοπής δεν διήρκεσε πολύ. Στις 25 Μαρτίου το τάγμα συγκρούστηκε στο Σαμωνά (ΤσακΙστρα Κάμπων) με ομάδα του ΕΛΑΣ υπό τον Ιλαρχο Κυανίδη (Φλωριά) και διαλύθηκε. Οι ΕΛΑΣίτες αιχμαλώτισαν 41 μέλη του τάγματος τα οποία και απέλυσαν, αφού τους έγινε κατήχηση, εκτός από τον χωροφύλακα Γ. Λιονάκη που εκτελέστηκε έπειτα από καταδίκη αντάρτικου στρατοδικείου για φόνους, βιασμούς και άλλα κακουργήματα. Αναφέρεται πως τρία μέλη του τάγματος προσχώρησαν στη συνέχεια στο αντάρτικο και άλλα δεκαέξι εγκατέλειψαν το τάγμα.

Προφανώς λοιπόν η διάλυση του δωσιλογικού Τάγματος Παπαγιαννάκη -όπως και της μονάδας του Σούμπερτ προηγουμένως- ήταν αποκλειστικό έργο του ΕΛΑΣ. Στις 5 Αυγούστου το 3ο Τάγμα Κισσάμου του ΕΛΑΣ διέλυσε τη βάση του τάγματος στο χωριό Κρύα Βρύση στην Κίσσαμο και το σπίτι του ίδιου του Παπαγιαννάκη όπου αποθησαύρισε τα λάφυρα των επιχειρήσεων του. Κατασχέθηκε μεγάλη ποσότητα όπλων, πυρομαχικών και τροφίμων. Υστερα από αυτό ο Παπαγιαννάκης, φοβούμενος για τη ζωή του, παρέμενε στα Χανιά.

Στις 26 Αυγούστου ο Παπαγιαννάκης δημοσίευσε ανακοίνωση πως για την εκτέλεση του Γεωργουσάκη «θα πέσουν πεντήκοντα (50) κεφαλαί κομμουνιστών και άλλων συνεργατών των». Ενώ για τη δολοφονία ενός άλλου συνεργάτη των Γερμανών, του ενωμοτάρχη Δημήτρη Τζεϊράνη (υπεύθυνου για τη σύλληψη του στελέχους του ΚΚΕ Βαγγέλη Κτιστάκη), εκτελέστηκαν άλλοι 25 άνθρωποι ως «ιθύνοντες» ή «δρώντες κομμουνιστές», μεταξύ των οποίων και ο Ρούσος Κούνδουρος, επιφανής πολιτική προσωπικότητα των Φιλελευθέρων του Λασιθίου και της τοπικής νομαρχιακής επιτροπής ΕΑΜ.

Ο ίδιος ο Παπαγιαννάκης δικάστηκε μεταπολεμικά ως δωσίλογος, αθωώθηκε και φυγαδεύτηκε στον Πειραιά Η απόφασή του όμως να επιστρέφει στα Χανιά οδήγησε στην εκτέλεσή του σε κεντρικό σημείο της πόλης.

Τάγματα Ασφαλείας Εύβοιας και ο ΕΔΕΣ Αθηνών

Οι συνταγματάρχες Απόστολος Παπαγεωργίου και Χαράλαμπος Παπαθανασόπουλος του ΕΔΕΣ πέρασαν ένα διάστημα κρατούμενοι των κατοχικών δυνάμεων το 1943 και μετά την αποφυλάκισή τους τάχτηκαν οριστικά ενάντια στην αντιστασιακή δράση του κομμουνισμού ως κύριου κινδύνου ενόψει των μεταπολεμικών εξελίξεων. Συνεργάζονταν πλέον ανοικτά με την κατοχική κυβέρνηση και τους Πάγκαλο - Γόνατά για τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας. 

Επειτα από συγκρούσεις, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1943 ο Παπαγεωργίου αυτοανακηρύχτηκε αρχηγός του ΕΔΕΣ Αθηνών και η συγκεκριμένη οργάνωση πήρε ανοιχτά πλέον τον δρόμο της συνεργασίας και προσπάθησε να πάρει με το μέρος της τα στελέχη του ΕΔΕΣ, αποκρύπτοντας σε ορισμένες περιπτώσεις τη διάστασή της από τον Ζέρβα, ενώ και ο τελευταίος άργησε να πάρει αποστάσεις

Σύμφωνα με την κατάθεση του Διονυσίου Παρασκευόπουλου στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων Χαλκίδος, ο Παπαθανασόπουλος από τις 2 Οκτωβρίου 1943 και για τρεισήμισι μήνες φιλοξενήθηκε στο σπίτι του στην οδό Πραξιτέλους 8. Σε αυτόν παρουσιάστηκε ως αρχηγός του ΕΔΕΣ και δεχόταν στο σπίτι διάφορους αξιωματικούς και ιδιώτες όπως ο Χαρ. Βουζουναράς, ο δικηγόρος Μαυρίκος Μαυρίκης, ο ανώτερος αξιωματικός Διάμεσης, ο στρατηγός Διάκος κ.ά Κάθε Τετάρτη δειπνούσε με τον Ιωάννη Βουλπιώτη και Γερμανούς αξιωματικούς, όπως του έλεγε ο ίδιος. Είχε δε σχέσεις με τον Ιωάννη Ράλλη με σύνδεσμο τον Βουζουναρά. Μέσω αυτού συγκέντρωσε 500 εκατ. δραχμές από τον Ράλλη στα τέλη Νοεμβρίου του 1943.

Ανάλογη δράση φαίνεται ότι ανέπτυξε ο δικηγόρος Μαυρίκος Μαυρίκης. Σε επιστολή του προς τον Ηρακλή Πετιμεζά του ΕΔΕΣ στις 27.10.1944 ο Γεώργιος Φαφούτης του απαντά:

«Μου εζητήσατε να σας πω τι γνωρίζω περί του Δικηγόρου Μαυρίκη [...]. Κατά την συνάντησιν μας αυτήν ο Μαυρίκης με παρεκάλεσε να τον βοηθήσω εις το να φύγει ο υιός του στην Σμύρνη διά να συναντήσει τους Αγγλους διά να τους πείσει να του στείλουν χρήματα, ιματισμόν και πολεμοφόδια διότι ετοιμάζει εδώ σώματα προς καταπολέμησιν των Κομμουνιστών και των Γερμανών. Του απήντησα ότι μπορώ μόνον να βοηθήσω τον υιόν του να φύγει, αλλά είχα αμφιβολίας αν ο υιός του θα κατώρθωνε να πείσει τους Αγγλους να τον βοηθήσουν. [...] Εις την συνάντησίν μας στου Ζαχαράτου μου είπε μεταξύ άλλων να του βρω μερικά παιδιά διά τα σώματα τα οποία ετοίμαζε. Πράγματι του ευρήκα 18 παιδιά διά τα οποία έλεγε ότι θα τα εγγράψη στα σώματα και με παρεκάλεσε να φροντίσω διά την τροφοδοσίαν των, πράγμα το οποίον έκαμα, αλλά τον λογαριασμόν του εστιατορίου δεν τον επλήρωσε ποτέ, οπότε τα παιδιά διέρευσαν και κατετάγησαν μόνα των εις τα τάγματα ασφαλείας».

Η αρχική ιδέα ήταν η στρατολόγηση πολιτοφυλάκων από τη γύρω περιοχή, Χαλκίδα και περίχωρα από Ψαχνά έως Βάθεια (Αμάρυνθο) λόγω οικονομικής αδυναμίας στρατολόγησης Αθηναίων. Μέχρι όμως να επιτευχθεί ο στόχος αυτός χρειάστηκε δύο φορές να σταλεί δύναμη από Αθήνα. Οι πολιτοφύλακες αυτοί εμφανίζονταν σαν Ελληνικός Στρατός με ανάλογο ειδικό σήμα. Αποστολή τους η εκκαθάριση της νήσου από τα αναρχικά στοιχεία και η επαναφορά των νομίμων, δηλαδή των κατοχικών ή στην καλύτερη περίπτωση των μεταξικών, κοινοτικών και δημοτικών αρχών.

Κατέφτασε λοιπόν ως νέος νομάρχης Εύβοιας, διορισμένος από την κυβέρνηση Ράλλη, ο στρατηγός Δ. Διάκος μαζί με απόσπασμα 70 περίπου χωροφυλάκων από την Αθήνα. Μαζί του κατέφτασε και ο Α. Οικονομίδης, ως σύμβουλος και διερμηνέας. 

Τον Ιανουάριο του 1944 ο Λιάκος συγκρότησε «Εθνική Πολιτοφυλακή» με λόχους στα Ψαχνά, στην Αρτάκη, στο Δοκό και το Βασιλικό. Για τη συντήρηση των σωμάτων αυτών ο Διάκος επίταξε τρόφιμα από την επιτροπή συσσιτίων, την ένωση συνεταιρισμών, την Αγροτική Τράπεζα και φορολόγησε τα πάντα, από τρόφιμα έως εισιτήρια. Επίσης διενεργήθηκε και η πρώτη τοπική επιστράτευση της κλάσης του 32 και συγκροτήθηκαν λόχοι στη Χαλκίδα.

Με τη δύναμη που συγκέντρωσε ο Διάκος στη Χαλκίδα άρχισε τις επιδρομές στην υπόλοιπη Εύβοια με σκοπό τη διάλυση των ΕΑΜικών οργανώσεων και του αντάρτικου και την εγκατάσταση σταθμών σε σημαντικά κέντρα όπως σε Βάθεια, Ερέτρια, Αλιβέρι και Κύμη. Με αναφορές του προς το υπουργείο Εσωτερικών ο Διάκος δήλωνε ότι είχε εκκαθαρίσει την ευρύτερη περιοχή της Χαλκίδας μέσα στον Ιανουάριο, αλλά ζητούσε την ίδρυση έκτακτου στρατοδικείου καθώς πολλοί συλληφθέντες απολύονταν, πράγμα αντίθετο «προς την εθνικήν συνείδησιν του λαού».

Στις αρχές Φεβρουάριου οι νεο-σχηματισμένοι λόχοι των ταγμάτων στη Χαλκίδα τέθηκαν στη διάθεση των Γερμανών στις εκκαθαριστικές τους επιχειρήσεις στην κεντρική Εύβοια. Με τις δυνάμεις που εγκαθίσταντο στις φρουρές οι Γερμανοί έλεγχαν τον άξονα Χαλκίδας - Κύμης και την περιοχή των Ψαχνών. Στις 25 Φεβρουάριου ο Διάκος διενήργησε στρατολογία σε πέντε κλάσεις μέρους του τέως Δήμου Μεσαπίων. Τυχόν ανυπότακτοι θεωρούνταν μέλη ανατρεπτικών ομάδων και υποψήφιοι προς εκτόπιση μαζί με τις οικογένειές τους. Παρ’ όλα αυτά, η επιστράτευση παρουσίαζε προβλήματα. Από την Αρτάκη μέχρι τα μέσα Μαρτίου παρουσιάστηκαν μονάχα τρεις από τους 44 κληθέντες. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση και έπειτα από αίτηση του Λιάκου η κυβέρνηση Ράλλη έστειλε για ενίσχυση το 2ο Τάγμα Ευζώνων Αθηνών, αλλά και οι Γερμανοί έστειλαν έναν λόχο και έθεσαν όλες τις δυνάμεις υπό τις διαταγές του λοχαγού Μπάγερ

Δύο μέρες πριν είχε φτάσει στην Εύβοια και ο Παπαθανασόπουλος. Με μια σειρά επιδρομών-χτένισμα της Εύβοιας τα σώματα αυτά προκάλεσαν μεγάλες δυσκολίες στο όχι πολύ ισχυρό αντάρτικο της περιοχής, ενώ επιστρατεύονταν και ντόπιοι, ειδικά σε Αγία Αννα, Ερέτρια και Βάθεια. Οι τελευταίοι άρχισαν να εξοπλίζονται από τις 25 Ιανουάριου και αργότερα συγκρότησαν τον 6ο λόχο του 2ου ανεξάρτητου Τάγματος Ευζώνων και συμμετείχαν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα επιδρομής των ταγματασφαλιτών, ντόπιων και άλλων μαζί με Γερμανούς ήταν και η επιδρομή στις 24 Ιουλίου 1944 στη Λίμνη Εύβοιας. Η δύναμη υπό τον Παπαθανασόπουλο ξεπερνούσε τους 500 Γερμανούς, ταγματασφαλίτες από Χαλκίδα, Βάθεια, Ψαχνά καθώς και άντρες της Ειδικής Ασφάλειας. Επρόκειτο για κανονική πειρατική επιχείρηση που διήρκεσε ως τις 8 Αυγούστου για να λεηλατηθούν πάνω από 500 σπίτια και να φορτωθούν τα κλοπιμαία σε καΐκια και από κει κατέφυγαν στη Χαλκίδα και τη Βάθεια.

Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας των Διάκου - Παπαθανασόπουλου προς τη βόρεια Εύβοια η νομαρχιακή επιτροπή του ΕΑΜ αποφάσισε να αντιδράσει και να οργανώσει επίθεση στο Ξηροχώρι (Ιστιαία). Η επίθεση εκδηλώθηκε την 1η Απριλίου 1944 αλλά απέτυχε καθώς δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν την άφιξη γερμανικής δύναμης από την κοντινή οχυρή θέση Γούβες. Στη μάχη σκοτώθηκε ο Λιάκος από Ιταλό αυτόμολο, ενώ ως αντίποινα ο λοχαγός Μπουρλίδης εκτέλεσε επιτόπου με το περίστροφό του 18 ντόπιους νέους. Τρεις μέρες αργότερα, στις 4 του μηνός, έγινε η μάχη στον Θεολόγο, απ’ όπου σώζεται και το περίφημο τηλεγράφημα του συνταγματάρχη Χρήστου Γερα-κίνη: «απώλειαι εκ των ημετέρων, εις Γερμανός τραυματίας».

Μισθός καλός, γιατρός, άδεια μετ’ αποδοχών, διορισμός

Την 1η Μαΐου 1944 ο Παπαθανασόπουλος με δυο προκηρύξεις διενήργησε τόσο στρατολόγηση με βάση τον στρατολογικό νόμο όσο και πρόσκληση για εθελοντική κατάταξη. Κάλεσε τους στρατεύσιμους της κλάσης 1940 που διέμεναν στον Δήμο Χαλκιδέων να παρουσιαστούν από 2 έως 4 Μαΐου για τη συγκρότηση ανεξάρτητου Τάγματος Ευζώνων. Οσοι δεν παρουσιάζονταν θεωρούνταν όχι απλώς ανυπότακτοι αλλά «ως ανήκοντες εις ανατρεπτικάς οργανώσεις» και ως τέτοιοι θα «διωχθώσιν αυτοί τε και τα μέλη των οικογενειών των». Επίσης προσκάλεσε εθελοντές για ετήσια στρατιωτική υποχρέωση ως υπαξιωματικοϋς ή στρατιώτες με δέλεαρ μισθό «λίαν ικανοποιητικό» «ανάλογα με την διακύμανσιν του τιμαρίθμου της ζωής», δωρεάν οικογενειακή ιατρική εξέταση, μηνιαία άδεια μετ’ αποδοχών και μετά το τέλος των υποχρεώσεών τους κατάληψη κατά προτίμηση κενών δημόσιων θέσεων «άνευ διαγωνισμού».

Ο ένοπλος δωσιλογισμός πρόσφερε λοιπόν ως αντίτιμο μισθό και τρόφιμα, ευκαιρίες για πλιάτσικο, ρουχισμό και τσιγάρα ακόμη και υποσχέσεις για διορισμό στο δημόσιο. Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα απέδωσε μέχρι και συντάξεις για αντιστασιακή δράση.

{[['']]}

Ταγματασφαλίτες, μισθός, εξουσία, θηριωδία

 Πηγή:  Tου Σταύρου Παναγιωτίδη, υποψήφιου διδάκτορα Ιστορίας - History

Ενα γραμμάριο δράσης, ένας τόνος θεωρίας

Αυτό εξοικείωσε τον κόσμο με το ΕΑΜ, έσπασε τις προκαταλήψεις και τα στεγανά που δημιουργούσε στους λαϊκούς ανθρώπους η κρατική προπαγάνδα περί του κομμουνιστικού κινδύνου και του επέτρεψε να βαδίσει μαζί του στον δρόμο της αντίστασης. Η φράση του Ενγκελς «ένα γραμμάριο δράσης ισούται με έναν τόνο θεωρίας» είχε βρει την εφαρμογή και τη δικαίωση της.

Η πρώτη οργάνωση που δημιουργήθηκε από αυτό τον χώρο, πριν ακόμη από την Ιδρυση του ίδιου του ΕΑΜ, ήταν η Εθνική Αλληλεγγύη. Αξιοποίησε την πείρα των κομμουνιστών του μεσοπολέμου, οι οποίοι γνώριζαν πώς να δρουν σε συνθήκες παρανομίας. 

Πολύ σύντομα δημιουργήθηκαν πάρα πολλά επιμέρους δίκτυα από ανθρώπους που κυκλοφορούσαν αγαθά πρώτης ανάγκης, τα οποία συνδέθηκαν με την Αλληλεγγύη. Επίσης, το 1941 δημιουργήθηκε μια δομή κοινωνικού ιατρείου, το Καταφύγιο Επειγούσης Περιθάλψεως στη Νέα Σμύρνη, από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών και με πρωτοβουλία γιατρών που ήταν ήδη οργανωμένοι στην Εθνική Αλληλεγγύη. Γενικώς, η οργάνωση λειτουργούσε ως κόμβος που συνέδεε τις δράσεις πολλών τυπικών και άτυπων συλλογικοτήτων, από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών και τους προσκόπους μέχρι τοπικά δίκτυα, αθλητικούς και πολιτιστικούς συλλόγους.

Αντίστοιχες δράσεις οργανώθηκαν και στα πανεπιστήμια από το ΕΑΜ Νέων και την Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας, τους φοιτητές που είχαν άμεση ανάγκη, ειδικά όσους προέρχονταν από την επαρχία και δεν είχαν συγγενείς στην Αθήνα. Και πάλι η δράση αυτή διοχετεύτηκε μέσα από ήδη υπάρχοντες μηχανισμούς, όπως ο Εκπολιτιστικός Ομιλος του Πανεπιστημίου (ΕΟΠ), ο Σύλλογος Επαρχιωτών Φοιτητών (ΣΕΦ), το Ταμείο Απόρων Φοιτητών (ΤΑΦ) και άλλους. Σε αυτούς δραστηριοποιήθηκαν συνολικά 4.700 φοιτητές και φοιτήτριες. Ακόμη το ΕΑΜ δημιούργησε προμηθευτικούς συνεταιρισμούς, με στόχο την πρόσβαση σε διατροφικά και άλλα προϊόντα, σώζοντας κόσμο και χτυπώντας τα συμφέροντα των μαυραγοριτών.


Από το δεύτερο εξάμηνο του 1942 και συστηματικότερα το επόμενο έτος το ΕΑΜ αναβάθμισε τη δράση του με τη δημιουργία λαϊκών επιτροπών, οργανωμένων σε γειτονιές, εργασιακούς χώρους και εκπαιδευτικά ιδρύματα. Οι επιτροπές αυτές κατέγραφαν τις ανάγκες των πολιτών, διατροφικές και υγειονομικές -όπως το καθάρισμα των βόθρων, την παροχή καθαρού νερού, τον εφοδιασμό των γειτονιών με κλιβάνους για την απολύμανση των ρούχων- ή απαιτούσαν οργανωμένα από την κυβέρνηση και τους δήμους την ικανοποίησή τους.

Ενας αμφίδρομος μετασχηματισμός

Κεντρικό ρόλο σας λαϊκές επίτροπός το ΕΑΜ έδωσε σε ανθρώπους που είχαν ήδη κοινωνικό κύρος και δεν υπήρχε επάνω τους καμία υποψία για συμπόρευση με τους κομμουνιστές. Αστυνομικός ιερείς, ανώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι και γιατροί μπήκαν μπροστά δίνοντας ουσιαστικά κάλυψη στη δράση του ΕΑΜ και ταυτόχρονα το ΕΑΜ πετύχαινε να τους φέρει σε επαφή μαζί του, οδηγώντας σημαντικό κομμάτι του κόσμου των πόλεων στην εκτίμηση του ρόλου και της δράσης της Αριστεράς για τη σωτηρία του λαού αλλά και στην εξοικείωση με τη μαζική συλλογική δράση ως ουσία της πολιτικής. 

Αλλά όλη αυτή η διαδικασία μετασχημάτιζε και το ίδιο το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, οδηγώντας τα ακόμη πιο βαθιά στη συνειδητοποίηση της πολιτικής ως διαδικασίας που για να είναι πραγματικά αποτελεσματική και να εκπροσωπεί με γνήσιο τρόπο τα λαϊκά συμφέροντα δεν μπορεί παρά να είναι συμπεριληπτική σε προσωπικές και συλλογικές στάσεις, ιδέες και αναπαραστάσεις.

Οταν λίγο αργότερα ο ΕΛΑΣ εξοπλίστηκε καλύτερα χάρη στην άτακτη διάλυση των ιταλικών μονάδων, κλιμάκωσε τη δράση του και πέρασε σε ένοπλες επιθέσεις κατά των μαυραγοριτών. Μέσα από τις ανακοινώσεις του το ΕΑΜ κατάφερνε να διασαφηνίσει αυτό που ήδη έδειχνε η δράση του. Οι μαυραγορίτες ήταν εχθροί του έθνους γιατί συνεργάζονταν με τον κατακτητή, αλλά ταυτόχρονα ήταν και εχθροί ειδικότερα των λαϊκών στρωμάτων γιατί τα οδηγούσαν στην πείνα και την εξαθλίωση. Ετσι, μέσω του εθνικού αγώνα το ΕΑΜ και το ΚΚΕ εξοικείωναν τους ανθρώπους με την ταξική θέαση της κοινωνίας.

Τον Οκτώβριο του 1943 ο ΕΛΑΣ προχώρησε σε μια γενική επιχείρηση εντοπισμού και ανοίγματος όλων των αποθηκών της Αθήνας όπου οι μαυραγορίτες έκρυβαν τα προϊόντα τους. Σκοπός των τελευταίων ήταν να προκαλέσουν τεχνητή έλλειψη στην αγορά ώστε να ανεβάσουν ακόμη περισσότερο τις τιμές και τα κέρδη τους. Μάλιστα μετά το άνοιγμα των αποθηκών ο ΕΑΑΣ δεν έδωσε τα προϊόντα στον κόσμο δωρεάν αλλά με την καταβολή ενός λογικού τιμήματος, ώστε να δοθεί εικόνα τάξης και πειθαρχίας και να μην επιτραπεί να γίνει λόγος για αναρχία και αταξία. Με όλα αυτά ο ΕΛΑΣ δεν είχε μόνο την εικόνα του εκδικητή. Γινόταν η προϋπόθεση της επαναθεμελϊωσης της ηθικής υπόστασης της κοινωνίας. 

Σε μια από τις προκηρύξεις του, απευθυνόμενος στους μαυραγορίτες, έλεγε:

ΕΑΜ προειδοποιεί μαυραγορίτες

«Από καιρό παρακολουθούμε τα εγκλήματά σας αυτά. Μα ελπίζαμε πως ο ηρωικός αγώνας που διεξάγει ολόκληρος ο Ελληνικός Λαός [...] για την Λευτεριά της Πατρίδας [...] θα σας συγκινούσε. Αντίθετα όχι μόνον μείνατε ασυγκίνητοι αλλά κάτω από την αδηφάγο μανία του κέρδους, αδικαιολόγητα τις τελευταίες μέρες ανυψώσατε τις τιμές των ειδών σε δυσθεώρητα ύψη και εξαφανίσατε από την αγορά είδη στοιχειωδώς απαραίτητα για την διατροφή του λαού μας [...] 

Σας προειδοποιούμε γι΄αυτό και σας καλούμε: Ν’ ανοίξετε τις αποθήκες σας και να θέσετε στη διάθεση του Λαού τα είδη διατροφής που κρύβετε. Να καθορίσετε τιμές τέτοιες [...] που να είναι προσιτές στο Λαό μας που υποφέρει».

Κάπως έτσι, το ΕΑΜ δημιούργησε πολύ ισχυρά ερείσματα στις γειτονιές της Αθήνας, κάτι που του επέτρεψε να βρίσκει καταφύγια και ενισχύσεις στον τελευταίο χρόνο της Κατοχής, όταν οι μάχες με τους ναζί εντείνονταν και οι άνθρωποι αναγνώριζαν στα πρόσωπα των μαχητών αυτούς που τους βοηθούσαν τα προηγούμενα χρόνια. 

Κατά μία έννοια οι γειτονιές «ανταπέδωσαν» στο ΕΑΜ τη βοήθειά του, αλλά ακόμη περισσότερο η στάση τους αυτή ήταν η φυσιολογική συνέπεια του ότι και οι ίδιοι οι άνθρωποί τους συμμετείχαν συχνά στις δράσεις του ΕΑΜ. Αυτό ίσχυε ακόμη περισσότερο στις προσφυγικές συνοικίες, όπου οι κάτοικοι μέσα από τη δύσκολη εμπειρία της εγκατάστασης σε έναν ξένο τόπο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή είχαν ήδη διαμορφώσει γνώσεις και δομές για την αλληλεγγύη και την επίλυση προβλημάτων. Ετσι, εκεί το ΕΑΜ συχνά δεν χρειάστηκε να διαμορφώσει πολλά νέα δίκτυα αλλά συνδέθηκε με τα ήδη υπάρχοντα, των οποίων οι μνήμες έγιναν ξανά δράση και πολιτική εμπλοκή. 

Σε πολλές περιπτώσεις το να μπει ένας άνθρωπος από αυτές τις γειτονιές στο ΕΑΜ σήμαινε ότι συστηνόταν με το ΕΑΜ απευθείας όλος ο περίγυρός του, η γειτονιά του, τα συγγενικά, επαγγελματικά και φιλικά δίκτυά του, γιατί οι άνθρωποι των περιοχών αυτών διαμόρφωναν σχέσεις υψηλού βαθμού συνοχής. Αυτό μαζί με άλλα στοιχεία, όπως ο αντι-βασιλικός και -θα λέγαμε- «αντιδεξιός» πολιτικός χαρακτήρας πολλών προσφύγων, εξηγεί και γιατί το ΕΑΜ εμφανίστηκε πολύ ισχυρό στις συνοικίες τους.

Η ανοιχτή σύγκρουση με τους ναζί στην Αθήνα έφερε και τη μαζική πια ένταξη στο ΕΑΜ. Η κλιμάκωση της σύγκρουσης ώθησε ακόμη πιο πολύ τους πολίτες στον αγώνα για την ελευθερία. Το ΕΑΜ γινόταν πια ο ένοπλος απελευθερωτής αλλά και ο χώρος που έδινε στους πολίτες και ειδικά στα κατώτερα στρώματα ελπίδα για το μέλλον μετά τον πόλεμο, την προοπτική μιας άνοιξης για την Ελλάδα, μιας νέας ζωής που τους περίμενε να χτιστεί από τα χέρια τους, όπως από τα χέρια τους έμεινε όρθια η Ελλάδα στην Κατοχή. Αυτός ο κόσμος ήταν πολύ περισσότερος από τον κόσμο της συνενοχής, της προδοτικής «εθνικοφροσύνης», που όμως τελικά βγήκε κερδισμένος μετά τον Εμφύλιο.

Εκ των υστέρων επιχειρήθηκε οι προδοτικές οργανώσεις τους να αποκατασταθούν νομικά και ιστοριογραφικά. Χαρακτηριστικές είναι οι εκθέσεις που έδωσαν πρώην μέλη των ταγμάτων στη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, όπου ελαχιστοποιούνταν οι βίαιες δράσεις τους και παρουσιαζόταν μια «επιθετικά απολογητική» υποστήριξη της συμμετοχής τους στα τάγματα, βάζοντας τους ίδιους στο επίκεντρο της σύγκρουσης με το «κομμουνιστικό ΕΑΜ», σαν οι Γερμανοί απλώς να παρίστανται και οι επιθέσεις τους προς το ΕΑΜ να μην επηρέαζαν την έκβαση του εθνικού αγώνα.

Βέβαια, οι προσπάθειες αυτές δεν ήταν πάντα επιτυχείς. Ειδικά στην αρχή η εικόνα των ταγμάτων ήταν ακόμη πρόσφατη και οι εθνικόφρονες πραγματικοί αντιστασιακοί ήθελαν να αποφύγουν την ταύτισή τους με τα τάγματα, οπότε είτε απέφευγαν να αναφερθούν σε αυτά είτε τα καταδίκαζαν χωρίς πολλές περιστροφές. Ασφαλώς υπήρχαν και φωνές υποστήριξής τους, όπως ο κατοχικός πρωθυπουργός Ράλλης. Σχεδόν όλοι, πάντως, απέδιδαν τη συγκρότηση των ταγμάτων στην «τρομοκρατική» δράση του ΕΑΜ, «ξεχνώντας» πως η βασική σύγκρουση στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο δεν ήταν η εσωτερική αλλά αυτή μεταξύ κατακτητών και κατεκτημένων, άρα κάθε προτεραιοποίηση του αντικομμουνιστικού αγώνα καθίστατο εκ των πραγμάτων προδοτική. 

Αργότερα, η εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ το 1958, που την έφερε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, προκάλεσε μια προσπάθεια καταπολέμησης της Αριστερός διά της ιστοριογραφίας.

Κοινό χαρακτηριστικό των έργων αυτής της βιβλιοπαραγωγής ήταν η προσπάθεια παρουσίασης των «εγκλημάτων» των κομμουνιστών και η υποστήριξη της -ανοιχτής πλέον- προσπάθειας επίσημης δικαίωσης των ταγμάτων. Τα κυρτότερα από αυτά τα βιβλία γράφτηκαν από γνωστές τότε περιπτώσεις εθνικοφρόνων αξιωματικών. Σε αυτά είτε παρέχεται πλήρης υποστήριξη στη στάση και στις επιλογές των ταγμάτων είτε απλώς δικαιολογούνται, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν χαρακτηρίζονται ως αντεθνικώς δρώντα. Τέλος, στη χούντα η έμμεση αναγνώριση της εθνικής δράσης των ταγμάτων γίνεται στοιχείο της επίσημης κρατικής ιδεολογίας. Τα τάγματα εκθειάζονται, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα χωρίς ούτε τη στοιχειώδη κριτική για τη συνεργασία τους με τους Γερμανούς. Αντιθέτως, η κατηγορία περί προδοσίας παρουσιάζεται ως χαλκευμένη από «αντεθνικούς κύκλους».

Γενικώς, η υπεράσπιση των ταγμάτων επιχειρούνταν πάντα μέσω μιας σειράς διαχρονικού χαρακτήρα επιχειρημάτων.

Πρώτον, η φιλοσυμμαχική και φιλο-βρετανική στάση τους και η νομιμοφροσύνη τους προς την εξόριστη κυβέρνηση. Η ένοπλη δράση τους στο πλευρό της Βέρμαχτ υποστηριζόταν πως στρεφόταν μόνο κατά των κομμουνιστών. Δεύτερον, η «φαινομενική» και «προσωρινή» συνεργασία τους με τους κατακτητές. Πραγματοποιούσαν μάλιστα έναν κωμικό παραλληλισμό των ταγμάτων με τους αρματολούς της περιόδου της οθωμανοκρατίας, λόγω του ότι και αυτοί είχαν εξοπλιστεί από τους καταχτητές. Συνοδεύονταν από αναφορές στην «ανεξαρτησία» των ταγμάτων έναντι των δυνάμεων κατοχής και τη δήθεν ύπαρξη σχεδίου επίθεσης εναντίον τους σε ενδεχόμενη συμμαχική απόβαση.

Τρίτον, το παρελθόν πολλών από τα στελέχη των ταγμάτων που είχαν συμμετάσχει στις πολεμικές επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία και την Αλβανία, το εθνικό φρόνημά τους και η στενή συνεργασία τους με τις κατά τόπους εκκλησιαστικές ιεραρχίες.

Τέταρτον, ο αμυντικός χαρακτήρας τους, αφού υποστήριζαν πως τα τάγματα δρούσαν με αποκλειστικό σκοπό «την υπεράσπιση των αστικών κέντρων και των χωριών από την ΕΑΜική τρομοκρατία».

Πέμπτον, η ιδιότητά τους ως έλασσον κακό, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αύξηση της επιρροής του ΕΑΜ-ΕΑΑΣ.

Η παρουσίαση των ταγμάτων ως αποτέλεσμα της δράσης του ΕΑΜ και η προτίμησή τους έναντι του τελευταίου αποτελούν στην πραγματικότητα την πιο ειλικρινή εκδοχή της περιβόητης θεωρίας των δύο άκρων. Πάντα όποτε υπήρξε ενδεχόμενο ανάληψης της εξουσίας από την Αριστερά η οικονομική ελίτ και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι έπαιζαν το χαρτί της ακροδεξιάς. Στη Γερμανία του μεσοπολέμου, όπου οι σοσιαλδημοκράτες προτίμησαν να δώσουν στον Χίτλερ την καγκελαρία για να σταματήσουν την άνοδο των κομμουνιστών. 

Στην Ελλάδα πριν από τον Εμφύλιο, όπου ο κεντρώος πολιτικός και άμεσος συνεργάτης του Γεώργιου Παπανδρέου Θεμιστοκλής Τσάτσος υποστήριζε πως με βάση το «εσωτερικό κριτήριο» της χώρας, δηλαδή το ενδεχόμενο μιας κομμουνιστικής επανάστασης, τα τάγματα πρόσφεραν πατριωτικές υπηρεσίες. Στον μεταπολεμικό κόσμο, όπου τα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη υπέθαλψαν φασιστικές δικτατορίες στις χώρες όπου δυνάμωνε το λαϊκό κίνημα. 

Τελικά στην Ελλάδα της κρίσης, όπου τα μεγάλα ΜΜΕ εξωράιζαν τη Χρυσή Αυγή και τη δράση της για να διοχετεύσουν σε αυτήν την πολιτική οργή του κόσμου και όχι σε ριζοσπαστικές προοδευτικές λύσεις.

Αλλά και στο πεδίο της ιστοριογραφίας λίγα χρόνια πριν, όταν παρουσιάζονταν πομπωδώς σε συνέδρια και στον Τύπο ως «νέος τρόπος θέασης της Ιστορίας» ερμηνευτικά σχήματα που ήθελαν τα Τάγματα Ασφαλείας να δημιουργούνται ως απάντηση στην «κόκκινη βία» του ΕΑΜ, από πανεπιστημιακούς καθηγητές όπως οι κ. Καλύβας και Μαραντζίδης. Ιστορικές προσεγγίσεις απίθανης ανιστορικότητας, τόσο στα επιμέρους στοιχεία τους (όπως η γενική ερμηνεία του φαινομένου του ένοπλου δωσιλογισμού μέσα μόνο από μια έρευνα σε κάποια χωριά και μαρτυρίες παρμένες 60 χρόνια μετά τα γεγονότα) όσο και στην κεντρική τους ιδέα, αυτήν του παραμερισμού από το προσκήνιο της ιστορίας της βασικής σύγκρουσης του Β' Παγκόσμιου Πολέμου μεταξύ φασισμού και ελευθερίας, μεταξύ καταχτητών και κατεκτημένων λαών, και αντικατάστασής της από τη σύγκρουση εθνικιστών και κομμουνιστών. Σαν φωτογραφία που παρουσιάζει τη σύγκρουση αυτή έχοντας υποστεί κακό μοντάζ, όπου δίπλα από τον ταγματασφαλίτη έχει αφαιρεθεί ο ναζί που του έδωσε το όπλο που κρατάει. Αλλά η Ιστορία είναι πεισματάρα.

(Ο τίτλος του άρθρου είναι κατά το πρώτο μέρος του «κλεμμένος» από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του Μάριου Χάκκα).

{[['']]}

Τυφεκιοφόρος του εχθρού για ένα πιάτο φαϊ

Tου Σταύρου Παναγιωτίδη, υποψήφιου διδάκτορα Ιστορίας - History

H συνεργασία Ελλήνων με τους ναζί ήταν ένα φαινόμενο με πολλές εκφράσεις και επίπεδα. Αρα είχε και πολλά διαφορετικά κίνητρα που συχνά αλληλοδιαπλέκονταν.

Για μεγάλο τμήμα των συνεργατών βασικό στοιχείο ήταν ο αντικομμουνισμός. Ετσι, υπήρχαν αυτοί που εντάχθηκαν στους επίσημους μηχανισμούς δωσιλογισμού, όπως τα Τάγματα Ασφαλείας, βρίσκοντας σ’ αυτά έναν τρόπο εξόντωσης των αντιπάλων τους. Παράλληλα, τα τάγματα πρόσφεραν μισθό και εξουσία, πράγματα που αποτελούσαν θέλγητρο.

Η συνεργασία με τους ναζί πρόσφερε ασφαλώς και την ευκαιρία για ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, συχνά κάθε άλλο παρά πολιτικών. Ομως υπήρχαν κι αυτοί που εντάσσονταν σε πιο αφανή δίκτυα συνεργασίας με πολύ πιο ευτελή ανταλλάγματα. Αν και από τον χειμώνα του 1941 και ως το τέλος της Κατοχής το φαγητό δεν μπορούσε πια να θεωρείται ευτελές, όσο λίγο και φτωχό κι αν ήταν. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

Τάγματα Ευζωνικά, Ασφαλείας, εθνικιστών, μειονοτικά

Συνήθως χρησιμοποιούμε τον όρο «Τάγματα Ασφαλείας» συνεκδοχικά, εννοώντας τους διάφορους ένοπλους σχηματισμούς που συγκροτήθηκαν το 1943-44 από τις γερμανικές αρχές κατοχής για την καταπολέμηση των ομάδων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οι σχηματισμοί αυτοί παρουσίαζαν διαφορές μεταξύ τους ως προς τη στελέχωση, την οργανωτική διάρθρωση, το επίσημο ιδεολογικοπολιτικό τους στίγμα, τις σχέσεις τους με τη δωσιλογικη κυβέρνηση και τη στάση τους απέναντι στον δυτικό συμμαχικό παράγοντα. Ως προς τη σύνδεσή τους με τη δωσίλογη κυβέρνηση, υπήρχαν πρώτον τα «Ευζωνικά Τάγματα», που ιδρύθηκαν με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Ράλλη για την προστασία του κοινωνικού καθεστώτος από τον κομμουνισμό.

Τα πρώτα θεσπίστηκαν διά νόμου τον Ιούνιο του 1943 και επανδρώθηκαν αρχικά από τη φρουρά του Αγνωστου Στρατιώτη. Τελικά έφτασαν σε συνολική δύναμη 5.725 αντρών.

Δεύτερον, υπήρχαν τα καθαυτά «Τάγματα Ασφαλείας», ένοπλοι σχηματισμοί που συγκροτήθηκαν «εθελοντικά», με πρωτοβουλία στελεχών του διαλυμένου στρατού και τοπικών εθνικοφρόνων που ζητούσαν όπλα από τους Γερμανούς για να αντιμετωπίσουν το ΕΑΜ. Η αρχή τους έγινε το 1943 στην Πελοπόννησο. Το 1944 ενοποιήθηκαν σε μία δομή (Β' Αρχηγείου Χωροφυλακής Πελοποννήσου) που «τυπικώς» υπαγόταν στο υπουργείο Ασφαλείας. Εδρα της ήταν η Τρίπολη και επικεφαλής της ο αξιωματικός Διονύσιος Παπαδόγκωνας.

Συνολικά συγκροτήθηκαν πέντε τέτοια τάγματα, με έδρα την Τρίπολη, τη Σπάρτη, το Γύθειο, τον Μελιγαλά και τους Γαργαλιάνους.

Τρίτον, υπήρχαν διάφορες «εθελοντικές» αντιΕΑΜικές ένοπλες ομάδες, συγκροτημένες αυτόνομα κυρίως στην Αττική, αλλά και στην περιφέρεια. Συνεργάζονταν με τα Ευζωνικά και τη Γενική Ασφάλεια αλλά δεν υπάγονταν σε κάποια ενιαία δομή.

Τέταρτον, υπήρχαν μονάδες «εθνικιστών» απευθείας υπαγόμενες στους Γερμανούς. Ιδρύθηκαν την άνοιξη του 1943 και τελικά καταγράφηκαν δέκα συνολικά στη Μακεδονία και άλλες τέσσερις στην κεντρική και τη νοτιοανατολική Ελλάδα. Παρουσίαζαν μεταξύ τους μεγάλη ανομοιογένεια ως προς το ιδεολογικοπολιτικό στίγμα και την ύπαρξη «μαζικής βάσης».

Πέμπτον, υπήρχε μια τελευταία κατηγορία οι μειονοτικές αντιΕΑΜικές ένοπλες ομάδες που σχηματίστηκαν σε εθνική βάση με αποσχιστικό προσανατολισμό. Τέτοιες ήταν οι κομιτατζήδες της Οχράνα και οι Τσάμηδες της KSILIA. Οι ναζί προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τη δυσαρέσκεια που τους είχε προκαλέσει το ελληνικό κράτος και να τη διοχετεύσουν ενάντια στο ΕΑΜ, το οποίο άλλωστε έφερε στον λόγο του στοιχεία για την κοινή παρακαταθήκη του ελληνικού πληθυσμού και μπορούσε στα μάτια των πληθυσμών αυτών να φαίνεται εθνικιστικό και επιθετικό για τα συμφέροντα τους.

Ως προς τη σύσταση αυτών των ομάδων υπήρχαν και πάλι διάφορες πηγές στρατολόγησης. Οι αξιωματούχοι τους συχνά ήταν πρώην και νυν αξιωματικοί του στρατού, κατά βάση μεταξικοί και μοναρχικοί, αλλά μεταξύ τους υπήρχαν ακόμη και βενιζελικοί που είχαν αποταχθεί το ’35 από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση μετά το βενιζελικό κίνημα εκείνου του έτους. Τα απλά μέλη προέρχονταν στην αρχή κυρίως από ήδη υπάρχουσες αντίκομμουνιστικές ομάδες που είχαν συγκροτηθεί τοπικά εναντίον του ΕΑΜ. Η ένταξη γινόταν πρώτα εθελοντικά, αργότερα όμως άρχισαν οι ατομικές προσκλήσεις με απειλές για συλλήψεις σε περίπτωση απείθειας.

Λούμπεν στοιχεία στο κυνήγι της επιβίωσης

Ως προς τους λόγους κατάταξης υπήρχε και πάλι ποικιλία. Πολλά μέλη ανήκαν σε φτωχά στρώματα και επέλεξαν την κατάταξη στα τάγματα ως μέσο επιβίωσης. Το μεγαλύτερο μέρος της στρατολόγησης τέτοιων λούμπεν στοιχείων έγινε στα αστικά κέντρα. Αλλοι ήταν εγκληματικά στοιχεία που έβρισκαν ευκαιρία για ξεκαθάρισμα λογαριασμών αλλά και πλουτισμό. Αλλοι ήταν εθελοντές που μισούσαν το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, είτε διότι κάποιος συγγενής τους είχε εκτελεστεί από μέλη του είτε διότι είχαν συλληφθεί ή ενοχληθεί οι ίδιοι από το ΕΑΜ ως ύποπτοι συνεργασίας με τους ναζί. Υπήρχαν επίσης εν ενεργεία αξιωματικοί που είτε θεωρούσαν καθήκον τους την καταπολέμηση του κομμουνισμού είτε είχαν τοποθετηθεί στα τάγματα μέσω των αντικομμουνιστικών οργανώσεων στις οποίες ήδη ανήκαν.

Ακόμη, με τους ναζί συνεργάζονταν μέλη άλλων οργανώσεων που είχαν χτυπηθεί από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, κάτοικοι χωριών που είχαν στρατολογηθεί μέσω συγγενικών δικτύων, για βιοποριστικούς λόγους ή που φοβούνταν τα γερμανικά αντίποινα, πρώην μέλη του ΕΑΜ-ΕΑΑΣ που άλλαξαν στρατόπεδο είτε λόγω προσωπικών διαφορών είτε για να επιβιώσουν, κάποιοι που κινητοποιήθηκαν για την υπεράσπιση των ειδικών συμφερόντων τους, όπως οι κτηνοτρόφοι στην περιοχή του Βαλτετσίου που είχαν προστριβές με τον ΕΛΑΣ, και, τέλος, όπως είδαμε, μέλη άλλων εθνοτικών ομάδων.

Τα κοινά χαρακτηριστικά που είχαν αυτές οι ομάδες δεν ήταν λίγα. Ολες οι μονάδες αποτελούσαν τμήμα των κατοχικών στρατευμάτων. Γενικοί διοικητές τους ήταν οι ανώτεροι αρχηγοί των SS στην Ελλάδα. Εκαναν δημόσιες διακηρύξεις στράτευσης και πίστης στο Ράιχ. Συμμετείχαν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ, προχωρώντας σε καταδόσεις ομήρων προς εκτέλεση, χωριών που θα καίγονταν, ακόμη και σε συνεργασία στη βόρεια Ελλάδα με τον βουλγαρικό στρατό για την καταπολέμηση των ανταρτών, παρότι πριν και μετά τον πόλεμο επικαλούνταν διαρκώς, στο πλαίσιο της αντικομμουνιστικής ρητορικής, τον «βουλγαρικό κίνδυνο». 

Επιδείκνυαν τεράστια αγριότητα, πολύ συχνά και λόγω τοπικότητας, αφενός επειδή υπήρχαν ανοιχτοί παλιότεροι λογαριασμοί πολλών τύπων, αφετέρου για να διασφαλιστεί πως δεν θα έμενε κανένας πίσω για να εκδικηθεί.

«Ημέτεροι απώλειαι, εις Γερμανός τραυματίας»

Τέλος, όλες αυτές οι ομάδες θεωρούνταν τμήμα των γερμανικών δυνάμεων, γι' αυτό και όταν σκοτώνονταν μέλη τους, η Βέρμαχτ τους καταμετρούσε μαζί με τα θύματα των γερμανικών μονάδων. Ισχυε, όμως, και το αντίστροφο, αφού περίφημη έχει μείνει η καταγραφή ενός αξιωματικού των ταγμάτων: «Απώλειαΐ: Εκ των ημετέρων εις Γερμανός βαρέως τραυματίας».

Πέρα από τις δυνάμεις που εντάσσονταν απευθείας υπό τα όπλα των ναζί, υπήρχαν και διάφορες αντιΕΑΜικές αντάρτικες δυνάμεις για τις οποίες η αντιμετώπιση του εσωτερικού εχθρού αποτελούσε πρώτη προτεραιότητα από νωρίς. Κάποιες από αυτές (Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση - ΠΑΟ, Ελληνικός Στρατός - ΕΣ. Στρατιωτική Ιεραρχία) καταστατικά όριζαν ως σκοπό τους την καταστολή της «αναρχίας» και την προάσπιση του κοινωνικού καθεστώτος. Πολλές φορές χρηματοδοτούνταν από «εγχώριους κεφαλαιούχους», αλλά συχνά και από τους Βρετανούς, οι οποίοι από το 1943 προσπαθούσαν να συγκροτηθούν αντι-ΕΑΜικές ανταρτοομάδες για να μην αποκτήσει την ηγεμονία στο βουνό και στην Ελεύθερη Ελλάδα ο ΕΛΑΣ.

Μάλιστα επτά από αυτές τις ομάδες, όπως η φασιστική X του Γρίβα, υπέγραψαν τον Νοέμβριο του 1943 πρωτόκολλο συνεργασίας υπό την αιγίδα του Νεοζηλανδοϋ αξιωματικού Ντον Στοτ, προσώπου θολού που ελεγχόταν για «διπλό παιχνίδι» και τελικά ανακλήθηκε από τους Βρετανούς. Η στάση των περισσότερων από αυτές τις οργανώσεις απέναντι στα τάγματα ήταν στάση συνεργασίας.

Τέλος, ειδικό δωσιλογικό ρόλο ανέλαβαν και προϋπάρχοντες κρατικοί θεσμοί, συγκεκριμένα η Χωροφυλακή και κυρίως η Ειδική Ασφάλεια. Μάλιστα, για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στον νέο ρόλο τους έπρεπε να στρατολογήσουν νέα μέλη, χωρίς τον επαγγελματισμό, άρα και τους δισταγμούς, των ως τότε μελών τους. Αυτό έγινε με στρατολόγηση τύπων του περιθωρίου, συχνά εγκληματικών στοιχείων του ποινικού δικαίου και ασφαλώς κατά παράβαση του πλαισίου λειτουργίας των οργανισμών αυτών. Ετσι, στρατολογήθηκαν πρόσωπα αδίστακτα σε κάθε ενέργεια, ακόμη και βασανισμού όσων ήταν ύποπτοι κομμουνιστικών φρονημάτων.

Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του αρμόδιου υπουργού, όπως τα μεταφέρει ο συνταγματάρχης και διοικητής της Σχολής Χωροφυλακής Ποθητός Ποδότας: «Ο Υπουργός μου είπεν “τι να σας κάνω των μονίμων που δεν θέλατε να στραπατσάρετε την γραβάτα του κομουνιστού”». Οι νέοι στρατολογημένοι δημιούργησαν γρήγορα ομάδες κρούσης που αναλάμβαναν κατά παραγγελία της Ειδικής Ασφάλειας όλες τις παρακρατικές ενέργειες που δεν μπορούσε να κάνει η ίδια, δηλαδή συλλήψεις χωρίς εντάλματα, βασανισμούς, εκτελέσεις. Ετσι, οι ήδη υπάρχουσες κρατικές υπηρεσίες μετασχηματίστηκαν και οι ίδιες σε παρακρατικούς μηχανισμούς που ασκούσαν βία και τρομοκρατία εναντίον των αντιστασιακών οργανώσεων.

Αυτονόητο ήταν πως αυτός ο εσμός των «εθνικοφρόνων» θα αξιοποιούσε τα νέα του καθήκοντα για τον προσωπικό του πλουτισμό. Αυτό έφτασε μέχρι το σημείο να συλλαμβάνουν κόσμο κατά το δοκούν και μετά να εκβιάζουν τις οικογένειές τους ζητώντας λύτρα για να τους απελευθερώσουν. Οπως κατέθεσε ο ταγματάρχης της Χωροφυλακής και υπασπιστής του διευθυντή της Ειδικής Ασφάλειας Γ. Γεωργίου στο ειδικό δικαστήριο: «Εγίνοντο πολλά παζαρέματα και εκβιάσεις υπό οργάνων της Ειδικής Ασφαλείας και δι’ αυτό απηγορεύθησαν αι συλλήψεις, ειμή μόνον κατόπιν διαταγών. [...] Εγένετο εμπόριον συλλήψεων και αποφυλακίσεων».

Ασφαλώς, παράλληλα με όλα αυτά υφάνθηκε και ένα δίκτυο καταδοτών και συνεργατών όλων αυτών των μηχανισμών, από κάποιους που εξαγοράζονταν με ανταλλάγματα που συχνά έπεφταν μέχρι ένα πιάτο φαγητό. Επρόκειτο κυριολεκτικά για στρατηγική επιβίωσης από τους ανθρώπους αυτούς, που για την επιτυχία της αντάλλασσαν τον πατριωτισμό και την αξιοπρέπειά τους. Ξέρουμε πως η πείνα, η βαθιά, πραγματική πείνα, είναι κατάσταση συντριπτική.

Οδηγεί τον άνθρωπο στην αναίρεση πολλών πολιτισμικών του στοιχείων, του αναστέλλει πολλές αρχές και θέτει σε πρώτο πλάνο την ανάγκη της επιβίωσης.

Αυτή την αποκτήνωση, την απελπισία και τον θάνατο που έφερνε η πείνα και έκαναν την αντίσταση να μοιάζει ονειροφαντασία κατάλαβε το ΚΚΕ πως θα έπρεπε να τη σταματήσει, όχι μόνο για να αποδιοργανώσει αυτά τα δίκτυα συνεργατών αλλά και για να μπορέσει να οργανώσει συνολικά την άμυνα του λαού και να προχωρήσει μετά στην οργάνωση της ένοπλης αντίστασης. Αυτό είναι που εξηγεί και τη σειρά των στίχων στον ύμνο του ΕΑΜ: «Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα, θα μας σώσει κι από τη σκλαβιά». Ετσι, το ΕΑΜ μπήκε μέσα στις αυθόρμητες διαδικασίες αλληλοβοήθειας που είχαν δημιουργηθεί από τους πολίτες, τις ενίσχυσε, τις οργάνωσε καλύτερα και σε λίγο καιρό έφτιαξε μαζί τους μεγάλα δίκτυα αλληλεγγύης. Πέτυχε έτσι έναν σπουδαίο πολιτικό στόχο. Απέδειξε τη χρησιμότητά του στην ικανοποίηση των άμεσων αναγκών του λαού.

{[['']]}

Τελευταίος χαιρετισμός του Τάσου Κατιντσάρου στον σύντροφο του Λάκη Χριστοδουλόπουλο

Να. λοιπόν, σύντροφε Λάκη, που η Κομμουνιστική Οργάνωση «ΜΑΧΗΤΗΣ» πρέπει να μιλήσει, και δε θα μιλήσεις εσύ.
Να, που πρέπει να μας δώσεις κουράγιο, και δεν θα μπορέσεις να το κάνεις.
Να, που πρέπει να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, και δεν υπάρχεις εσύ να μας καθοδηγήσεις.
Να, που πρέπει να συνεχίσουμε τη δράση μας, χωρίς εσένα, το Γραμματέα μας, τον εμψυχωτή και πρωταγωνιστή μας.

Σύντροφε Λάκη, πώς ν’ αντέξουμε τέτοιο παραλογισμό, τόσο νέοι ακόμα, τόσο αισιόδοξοι, τόσο ρομαντικοί, με πρώτο εσένα ανάμεσά μας, και να χρειάζεται να επιστρατεύσουμε ρεαλισμό, για να μπορέσουμε να παραδεχτούμε ότι έφυγες και πρέπει να σ’ αποχαιρετήσουμε.

Και με ποια λόγια να μπορέσω ν’ ανταποκριθώ στο καθήκον να μιλήσω για σένα, σύντροφε Λάκη;
Γεγονότα απ’ τη ζωή σου και πράξεις αποσπασματικές μου ’ρχονται στο νου, και κάνουν τούτη τη νεκρολογία παραλήρημα και μόνο.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, να γεννιέσαι και να μεγαλώνεις στα στενοσόκακα της Καισαριανής, μέσα στη λαίλαπα του εμφύλιου και την τρομοκρατία του αστυνομικού κράτους.

Σε βλέπω, στις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις του ’65, να ουρλιάζεις με όλη την ορμή των 19 σου χρόνων τα συνθήματα της γενιάς σου και να μπολιάζεσαι με τις ιδέες της Αριστεράς.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, μεσούσης της δικτατορίας, ν’ απορρίπτεις τη συμβιβαστική και ηττοπαθή τακτική και στρατηγική του ρεφορμισμού και να ιδρύεις το «ΜΑΧΗΤΗ» μαζί μ’ άλλους συντρόφους, για να μπουν σε τροχιά ιδέες και θέσεις πρωτόγνωρες στην ελληνική Αριστερά και κοινωνία.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, να μας καθοδηγείς στην εξέγερση του Νοέμβρη του ’73 και να αγωνίζεσαι για να τσακιστεί η δικτατορία.

Σε βλέπω, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, ν’ αντιλαμβάνεσαι απ’ τους πρώτους τη σημασία της συγκρότησης του εργατικού κινήματος σε αυτόνομη και ταξική βάση και μέσα στις μεγάλες απεργίες της περιόδου να αγωνίζεσαι για την εδραίωση του εργοστασιακού συνδικαλισμού.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, σ’ όλα τα κορυφαία γεγονότα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, στις συγκρούσεις και τα οδοφράγματα της 23 Ιουλίου του ’75, την Πρωτομαγιά του ’76, στις 25 Μάη του ’76, να αγωνίζεσαι για μια ενιαία απάντηση της Επαναστατικής Αριστερός στην Καραμανλική τρομοκρατία.

Σε βλέπω σ’ όλα τα βάρβαρα χτυπήματα της αστυνομίας, ακόμα και στη δολοφονία του σ. Σιδέρη, να μας εμψυχώνεις, να μας διδάσκεις, να οργανώνεις, αγωνιστικές απαντήσεις του κινήματος.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, ν' αναλύεις από πολύ πριν τη φύση και το χαρακτήρα της λεγόμενης Αλλαγής και να μάχεσαι απ’ τους πρώτους κόντρα στο ρεύμα ενάντια στις αυταπάτες.

Σε βλέπω να πρωτοστατείς σ’ όλες τις προσπάθειες ανασύνθεσης της Επαναστατικής Αριστεράς και να συλλαμβάνεις οργανωτικές φόρμουλες, σχήματα, συγκροτήσεις, και να επιχειρηματολογείς με αδάμαστη θέληση και κουράγιο ενάντια στην απογοήτευση, την αποστράτευση, την αδράνεια.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, στις συνδικαλιστικές μάχες του χώρου σου, των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, ν’ αγωνίζεσαι ακατάπαυστα, να εδραιώνεσαι, και σιγά σιγά ν' αναγνωρίζεσαι ως ηγετική φυσιογνωμία και εκεί, σ’ ένα από τα πιο ζωντανά και μάχιμα κύτταρα του συνδικαλιστικού μας κινήματος.

Σε βλέπω, στο Πολυτεχνείο του ’80, μπροστάρη της διαδήλωσης ενάντια στην απαγόρευση, τη μέρα που οι κρανοφόροι δολοφόνησαν τον Κουμή και την Κανελλοπούλου, στη διαδήλωση ενάντια στην επίσκεψη του Λεπέν, στην κατάληψη του Πολυτεχνείου του ’85 όταν δολοφονήθηκε ο Μιχάλης Καλτέζας, παντού να παίρνεις το ρίσκο της αντιπαράθεσης και της σύγκρουσης, έχοντας ξεκαθαρίσει απόλυτα μέσα σου το δίκιο και τη σημασία αυτών των αγώνων για τη συγκρότηση της Επαναστατικής Αριστεράς.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, να μιλάς σε συνελεύσεις, σε αμφιθέατρα, σε εργατικά συνέδρια, σε συγκεντρώσεις συνεχείς, για την οικονομική κρίση, την επίθεση της κυβέρνησης ενάντια στο εργατικό κίνημα, τα ξεπουλήματα των ρεφορμιστών, την αναγκαιότητα συσπείρωσης των αυτόνομων και ταξικών δυνάμεων του εργατικού κινήματος.

Σε βλέπω, στα γραφεία της οργάνωσης, στους δρόμους, σε συγκεντρώσεις και πορείες, σε καταλήψεις και διαδηλώσεις, σε παρέες με φίλους, συναδέλφους και συντρόφους, να μιλάς, να φωνάζεις συνθήματα, να εξηγείς, να τραγουδάς, και πάντα να χαμογελάς.

Και πού δε σε βλέπω, σύντροφε Λάκη... Μήπως όταν άρχισες να καταβάλλεσαι απ' την αρρώστια, σταμάτησες; Όχι. Εσύ μας έδινες κουράγιο μετά την πρώτη σου εγχείρηση πέρσι τον Ιούλιο.
Εσύ, σύντροφε Λάκη, προτίμησες να πας στην εξεγερμένη Παλαιστίνη, για να δεις από κοντά και να μας μεταφέρεις, με τον πιο ξεκάθαρο και γλαφυρό τρόπο, τον αγώνα του ηρωικού αυτού λαού.
Εσύ, εξουθενωμένος σωματικά απ’ την αρρώστια και ανήμπορος ουσιαστικά να μετακινηθείς, πρωτοστάτησες για την τελευταία αναλαμπή του συνδικαλιστικού κινήματος, την απεργία των καθηγητών μέσα στις εξετάσεις, πρώτος αρθρογράφησες για το Μάη των καθηγητών, μίλαγες σε συνελεύσεις και συμβούλια για τη σημασία της απεργίας.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, στο κρεβάτι του νοσοκομείου, στις τελευταίες σου μέρες, να μας χαμογελάς, να μας λες ότι αισθάνεσαι καλά, να χαίρεσαι με την παρουσία μας και να μη σταματάς, ακόμα και στα παραμιλητά σου, να μιλάς πολιτικά, ν’ αγωνιάς, όχι για σένα, αλλά για τους συντρόφους σου και το κίνημα.

Και σε βλέπω τώρα, σύντροφε Λάκη, στο νεκρικό σου φέρετρο, να μας αποχαιρετάς με το ίδιο γαλήνιο χαμόγελο. Και βλέπω συνάμα όλους αυτούς που εσύ αγάπησες τόσο πολύ, τους συντρόφους σου, τους συναδέλφους, τους φίλους σου, τους συγγενείς σου, να θέλουν να σε χαιρετήσουν κι αυτοί, με ένα παράπονο αλλά και με μια ελπίδα καρφωμένη στο μυαλό και την καρδιά τους.

Ναι, σύντροφε Λάκη, κλαίμε για σένα που φεύγεις τόσο νέος, τόσο γεμάτος ζωή και οράματα, μ' ένα έργο τόσο σημαντικό πίσω σου, που θα μπορούσες να το διπλασιάσεις και να το τριπλασιάσεις αν ζούσες κι άλλο.

Ελπίζουμε, όμως, σύντροφε Λάκη. .. Η ίδια η ζωή που έζησες εσύ, οι ιδέες και τα οράματά σου, μας ανοίγουν ένα παράθυρο ελπίδας στις μίζερες τούτες μέρες.

Αντλούμε κομμάτια ελπίδας απ’ τον έρωτα που είχες εσύ για την κοινωνική απελευθέρωση και τον κομμουνισμό. Απ’ τον τρόπο που κατάφερνες πάντα να διεκδικείς τα οράματά σου, να κοιτάζεις στο μέλλον χωρίς ούτε μια στιγμή να εγκαταλείπεις την αξιοποίηση και την απόλαυση του παρόντος, χωρίς ούτε για μια στιγμή με το άλλοθι των «επερχόμενων εξελίξεων» να ξεχνάς το «εδώ και τώρα»....

Αντλούμε ελπίδα θυμούμενοι πως κάθε πρωτοβουλία ήταν για σένα κάτι το καινούργιο, κάθε νίκη - έστω και μικρή - σε ενθουσίαζε σαν να ήταν η πρώτη φορά.

Χωρίς αυταπάτες, αλλά επειδή ήξερες και ήθελες να ζεις, επειδή, ανήκες στην «παράξενη» εκείνη κατηγορία ανθρώπων που στις γελοίες μέρες μας συνεχίζουν να θέλουν να νικήσουν.

Κρίμα, ρε ξανθούλη πολύτιμε σύντροφε, που είμαστε υλιστές και δεν ελπίζουμε ότι θα σε ξαναδούμε και θα σ’ έχουμε μαζί μας.

Όμως, σύντροφε Λάκη, μας άφησες ανεξίτηλα σημάδια. Γιατί δεν έβαλες μόνο τη σφραγίδα σου στην αντιδικτατορική και μεταπολιτευτική Επαναστατική Αριστερά, σ' όλα τα γεγονότα που αυτή πρωτοστάτησε, στις νέες ιδέες και πρακτικές που μπόλιασαν το κίνημα.
Την έβαλες σ’ όλους μας και στον καθένα από μας ξεχωριστά. Τόσο, που αν κα δε θα σε ξαναδούμε ποτέ, θα σ’ αισθανόμαστε πάντα δίπλα μας, Θ' ακούμε το γέλιο σου στις παρέες μας, θα σε νιώθουμε κοντά μας στις νέες συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις.

Τάσος Κατιντσάρος
{[['']]}

Οταν ο ΕΣΑτζής χτυπά την πόρτα

Της Βασιλικής Λάζου - Documento

Ηταν 2.15 το πρωί όταν τα πρώτα άρματα μάχης Μ47 ξεπρόβαλαν μουγκρίζοντας στη συμβολή των λεωφόρων Κηφισίας και Αλεξάνδρας.
Με αφετηρία το Κέντρο Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων στο Γουδί προχωρούσαν αργά προς τη Βασιλίσσης Σοφίας περνώντας μπροστά από την αμερικανική πρεσβεία. Προορισμός τους ο Ραδιοφωνικός Σταθμός στο Ζάππειο, τα Ανάκτορα και η Βουλή των Ελλήνων.

Επικεφαλής της φάλαγγας ήταν ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός. διοικητής δύναμης 2.500 αντρών και 250 αξιωματικών. Ηταν η πρώτη και η κυριότερη από τις 26 συνολικά αποστολές που εκτέλεσε η μονάδα αυτή εκείνο το μοιραίο βράδυ σύμφωνα με το σχέδιο «Προμηθεύς».

Η 21η Απριλίου 1967 υπήρξε όχι μόνο τομή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία αλλά και ένα σοκ για όλο τον δημοκρατικό λαό. Ηταν αποτέλεσμα των αντιφάσεων των μετεμφυλιακών δομών εξουσίας που είχαν οδηγήσει στην αυτονόμηση του στρατού ως κέντρο εξουσίας.
Εμφορούμενος από ακραίες αντικομμουνιστικές - αυταρχικές αντιλήψεις και περιενδυμένος με την όποια αίγλη του νικητή στην εμφύλια αναμέτρηση. ο στρατός ήταν η αιχμή του δόρατος του κράτους.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα αυτός ο θεσμός είχε ταλαντευτεί μεταξύ της προώθησης του αστικού εκσυγχρονισμού και της επιβολής αυταρχικών πρακτικών εξουσίας. Μετά τον Εμφύλιο διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις καθώς αποτελούσε μαζί με το παλάτι και το κοινοβούλιο έναν από τους πόλους εξουσίας στη χώρα

Καταλύτης των εξελίξεων που θα οδηγήσουν στην κατάληψη της εξουσίας από τον στρατό ήταν οι μεγάλες πολιτικές κινητοποιήσεις των ετών 1958-1967. Τα πρωτοφανή εκλογικά ποσοστά της ΕΔΑ του 1958, η πολιτική σύγκλιση της Αριστεράς και του κέντρου στη λαϊκή βάση, η έναρξη του «ανένδοτου», η εξάπλωση της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη και οι φωνές για νομιμοποίηση του ΚΚΕ σκιαγραφούν την εικόνα της προαπριλιανής περιόδου.

Κύριο αίτημα ήταν ο εκδημοκρατισμός του κράτους, η άρση των έκτακτων μέτρων και των αποκλεισμών, ο περιορισμός των κοινωνικών ανισοτήτων, η διεύρυνση των πολιτικών ελευθεριών και η ομαλοποίηση της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Η σαρωτική νίκη των δυνάμεων του κέντρου και η αντοχή της ΕΔΑ στις εκλογές του 1964 σηματοδότησε την καθοριστική παρουσία του λαϊκού παράγοντα, γεγονός που εκλήφθηκε ως απειλή για το μετεμφυλιακό πολιτικό και οικονομικό πλέγμα εξουσίας.

Σε αυτό το πλαίσιο η στρατιωτική επέμβαση και ανοιχτή στρατιωτική καταστολή στόχευαν στην ανάσχεση των μεταρρυθμίσεων και τον περιορισμό του λαϊκού παράγοντα.

ΧΟΝΔΡΟΕΙΔΗ ΨΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΗΓΑΓΑΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ

Για την επιβολή της δικτατορίας από ομάδα 15 επίορκων συνταγματαρχών και ενός ταξιάρχου κατασκευάστηκε από το κράτος και το παρακράτος μια εικονική πραγματικότητα που βασιζόταν στην κινδυνολογία και στον φόβο.
Πυρήνας της ήταν ότι η «Ελλάς κινδυνεύει». Σύμφωνα με το αφήγημα των πραξικοπηματιών «η επέμβαση του στρατού ήταν επιβεβλημένη καθώς η χώρα όδευε προς τον κομμουνισμό. Οι πολιτικοί αδυνατούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και με τον βασιλιά ενώ στην ελληνική κοινωνία επικρατούσε αναρχία, η οποία θα οδηγούσε σε καταστροφή αν δεν επενέβαινε ο στρατός, η μόνη πολιτικά ουδέτερη δύναμη ικανή να αποτρέψει την καταστροφή». 

Σύμφωνα με τις ελεγχόμενες από τη χούντα εφημερίδες και τις δηλώσεις των πρωταιτίων τις πρώτες ημέρες μετά το πραξικόπημα, βρισκόταν σε εξέλιξη μία συνωμοσία κατά της Ελλάδας η οποία θα κορυφωνόταν στις 23 Απριλίου 1967. Με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη και δράστες «30.000 Λαμπράκηδες και 2.000 πεπειραμένους σαμποτέρ η ανταρσία θα εξαπλωνόταν σ' όλη τη χώρα. Καθώς οι δυνάμεις ασφαλείας δεν μπορούσαν μόνες τους να αντιμετωπίσουν τον εσωτερικό εχθρό ζήτησαν τη συνδρομή του στρατού, ο οποίος συνέλαβε προληπτικά τους εμπειροπόλεμους σαμποτέρ του Λαϊκού Μετώπου της Ενωσης Κέντρου - κομμουνιστών καθώς και ελάχιστους άλλους πολιτικούς που κινδύνευαν να τους σκοτώσουν οι συνωμότες».

Στα γραφεία μάλιστα της ΕΔΑ «μετά την ανάληψιν της κυβερνήσεως από τον Εθνικόν Στρατόν, ανευρέθησαν πλείστα ως ανεφέρθη στοιχεία, επιβεβαιούντα την προετοιμασίαν της κομμουνιστικής εξεγέρσεως...». Ετσι η Ελλάδα σώθηκε χωρίς να αιματοκυλιστεί ο τόπος. «Ο στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας διά να προλάβη τον εμφύλιον σπαραγμόν, να αποκαταστήση την τάξιν και να επαναφέρη την ενότητα του Εθνους-..» (Π. Πετρίδης, «Εξουσία και παραεξουσία στην Ελλάδα 1957-1967», εκδόσεις Προσκήνιο, 2000).

Πρωταρχικός στόχος του νέου καθεστώτος ήταν η ανάπλαση της κοινωνίας ώστε να αποβληθεί η αναρχική αντίληψη ενώ για την Αριστερά θα δημιουργούνταν τέτοιες συνθήκες που θα έκαναν τον κομμουνισμό ακίνδυνο, όπως στις μεγάλες χώρες της δυτικής Ευρώπης.
Τέτοια χονδροειδή ψέματα θα ήταν απλά γελοία, αν δεν παρήγαγαν πολιτικό αποτέλεσμα. Η ελευθερία. η δημοκρατία, ο κοινοβουλευτισμός και πλείστα όσα δικαιώματα των πολιτικών μπήκαν στον γύψο.

Η ΕΣΑ ΧΤΥΠΑ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ

Την ίδια στιγμή που τα τεθωρακισμένα των κινηματιών περικύκλωναν νευραλγικές τοποθεσίες στο κέντρο της Αθήνας εξελισσόταν μια παράλληλη επιχείρηση. Υπό τη διεύθυνση του διοικητή της ΕΑΤ-ΕΣΑ συνταγματάρχη Ιωάννη Λαδά πολυάριθμα μικρά αποσπάσματα της ΕΣΑ και διάφορων στρατιωτικών σχήματισμών εξόρμησαν σύμφωνα με λεπτομερώς κατηρτισμένο σχέδιο για να συλλάβουν πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες με καίριες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό.

Πρώτος στόχος ήταν ο πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Στις 2.45 συνελήφθη ο αρχηγός της Ενωσης Κέντρου Γεώργιος Παπανδρέου -για πέμπτη φορά στην πολιτική του σταδιοδρομία- και ο γιος του Ανδρέας με περιπετειώδη τρόπο.
Ολόκληρη η πολιτική ηγεσία συνελήφθη με καταπληκτική ευκολία.

Ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Μανώλης Γλέζος ήταν από τα πρώτα στελέχη της Αριστεράς που συνελήφθησαν. Ακολούθησαν χιλιάδες αριστεροί και αρκετά στελέχη του κέντρου στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τις επαρχιακές πόλεις.

Ο δημοσιογράφος Γιάννης Κάτρης περιέγραψε τη διαδικασία: «...Η ηλικία, το φύλο, η θρησκεία ή η κατάσταση υγείας δεν έπαιζαν κανέναν ανασταλτικό ρόλο. Γέροι 70 και 75 χρονών στοιβάχτηκαν με νέους και κορίτσια 16 και 17 χρονών μέσα σε στρατιωτικά καμιόνια σαν σαρδέλες κονσερβαρισμένες... Ο επικεφαλής αξιωματικός χτυπούσε την πόρτα και, αν δεν άνοιγε αμέσως, την έσπαζαν με τσεκούρια. Συνήθως η οικογένεια ξυπνούσε έντρομη. Τα παιδιά τσίριζαν καθώς έρχονταν αντιμέτωπα με την αγριάδα των νυχτερινών επισκεπτών και τις ξιφολόγχες τους. Τους έδιναν προθεσμία δύο λεπτών για να ντυθούν. Πολλοί σύρθηκαν με τις πιτζάμες και τα εσώρουχα... Οταν υπήρχε εντολή να συλληφθούν και οι δύο γονείς, η μητέρα έπαιρνε μαζί το πιο μωρό...» (Γιάννης Κάτρης, «Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα»).

Από τη 1.00 μέχρι τις 5.00 αλλά και τις επόμενες ημέρες σε ολόκληρη την Ελλάδα συνελήφθησαν από στρατιωτικές δυνάμεις στα σπίτια τους 8.270 άτομα. Καμιόνια μετέφεραν τους συλληφθέντες στον Ιππόδρομο και σε ποδοσφαιρικά γήπεδα. Οι συλληφθέντες στον νομό Θεσσαλονίκης και στην Κεντρική Μακεδονία κρατήθηκαν για πέντε ημέρες στα αστυνομικά τμήματα.
Οταν κάποιος διέφευγε τη σύλληψη, οι ασφαλίτες έπιαναν τη γυναίκα, τα παιδιά ή τους γονείς του για να τον εξαναγκάσουν να παραδοθεί. Αρκετοί ήταν αυτοί που ξυλοκοπήθηκαν άγρια και έπεσαν θύματα βάρβαρης κακοποίησης.

Στις 6.30 το πρωί της 21ης Απριλίου ο ραδιοφωνικός σταθμός των ενόπλων δυνάμεων ανακοίνωσε την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον στρατό «λόγω της εκρύθμου καταστάσεως». Στη συνέχεια διαβάστηκε διάταγμα του βασιλιά Κωνσταντίνου με το οποίο ανέστειλε θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος (5,6,8,10,11,12,14,18, 20,95 και 97) «λόγω εκδήλου απειλής κατά της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας της χώρας εξ εσωτερικών κινδύνων», θέτοντας τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας με βάση τον νόμο ΔΞΘ του 1912.

Αυτό σήμαινε ότι ανεστάλησαν οι διατάξεις εκείνες που προέβλεπαν ανάμεσα σε άλλα ότι κανένας δεν συλλαμβάνεται χωρίς δικαστικό ένταλμα, το δικαίωμα της ελεύθερης συγκέντρωσης προσώπων, το δικαίωμα της ίδρυσης και συμμετοχής σε σωματεία, το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, το απαραβίαστο της αλληλογραφίας.
Οι πολίτες εφεξής όφειλαν να τελούν μέχρι νεωτέρας σε καθεστώς πειθαρχημένης διαβίωσης καθώς απαγορεύτηκε «η κυκλοφορία εις τας οδούς της πόλεως πάσης φύσεως οχημάτων και πεζών, η ανάληψις καταθέσεων εκ των τραπεζών και των ταμιευτηρίων, η αγορά χρυσών λιρών και γενικώς ξένου συναλλάγματος» και διακόπηκαν τα μαθήματα των σχολείων». 

Το μόνο που επιτράπηκε ήταν η επιβολή θανατικής ποινής σε πολιτικά εγκλήματα, που σήμαινε ότι μπορούσαν να συσταθούν και να λειτουργήσουν χωρίς ειδικό νόμο έκτακτα στρατοδικεία. Ακολούθησε προληπτική λογοκρισία, απαγόρευση κυκλοφορίας αριστερών έντυπων και εφημερίδων, διάλυση συνδικαλιστικών οργανώσεων, αποστράτευση αξιωματικών του στρατού ξηράς, της ηγεσίας του πολεμικού ναυτικού και τα 9/10 των ανώτερων αξιωματικών της αεροπορίας και απολύσεις στην Δημόσια Διοίκηση.

Ο βασιλιάς οδηγήθηκε στο Πεντάγωνο όπου παρά την αντίθετη εισήγηση του κρατούμενου πρωθυπουργού Κανελλόπουλου αποδέχθηκε την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί και όρκισε 5μελή «Κυβέρνηση» με «Πρωθυπουργό» τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κων. Κάλλια και «αντιπρόεδρο» και «υπουργό Εθνικής Αμύνης» τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου στρατηγό Γρηγόριο Σπαντιδάκη. Αλλα μέλη της ομάδας των πραξικοπηματιών τοποθετήθηκαν ως «γενικοί γραμματείς» στα υπουργεία.

Οκτώ μήνες αργότερα το αντιπραξικόπημα με το οποίο ο βασιλιάς προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο απέτυχε παταγωδώς και ο Κωνσταντίνος διέφυγε στη Ρώμη.

Η χούντα έδειξε εξαρχής τον βάναυσο χαρακτήρα της. Την πρώτη κιόλας μέρα του πραξικοπήματος στον Ιππόδρομο της Αθήνας πυροβολήθηκε εν ψυχρώ το στέλεχος της ΕΔΑ, Μακρονησιώτης αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Παναγιώτης Ελής.

Είχαν προηγηθεί οι δολοφονίες της 24χρονης Μαρία Καλαβρού επί της οδού Πατησίων και του 15άχρονου Βασίλη Πεσλή που βρισκόταν ανάμεσα στο συγκεντρωμένο πλήθος στην πλατεία Αμερικής.
Υστερα από ολιγοήμερη φυλάκιση οι κρατούμενοι δημοκράτες επιβιβάστηκαν σε αρματαγωγά και οδηγήθηκαν στο κλειστό από το1960 στρατόπεδο-φυλακή της Γυάρου. Οι πρώτοι 6.118 κρατούμενοι μεταφέρθηκαν εκεί στις 28 Απριλίου. Τελικά ο αριθμός τους έφτασε τις 7.500. Από αυτούς περίπου 1.000 έμεναν στο κτίριο των φυλακών και οι υπόλοιποι σε σκηνές.

Λίγες ημέρες ύστερα από την επιβολή της η χούντα είχε κατορθώσει ένα πολύ δυνατό πλήγμα στους αντιπάλους της, πιάνοντάς τους κυριολεκτικά στον ύπνο. Παρόλο που το πραξικόπημα συζητιόταν ως πιθανότητα δεν είχαν ληφθεί ουσιαστικά οργανωτικά μέτρα για την αντιμετώπισή του. Κύριο άρθρο της «Αυγής» την ημέρα του πραξικοπήματος τιτλοφορούνταν «Γιατί δεν πρόκειται να γίνει δικτατορία», ενδεχόμενα ως απάντηση στο επιχείρημα ότι ο λαός δεν έπρεπε να διαμαρτύρεται κατά της «καχεκτικής», υπονομευμένης δημοκρατίας για να μην καταλυθεί από μια ανοιχτή χούντα.

Η πολιτική και οργανωτική ήττα των δυνάμεων της Αριστεράς στον Εμφύλιο είχε αποδιαρθρώσει οργανωτικά τις πολιτικές δυνάμεις της. Δεκάδες χιλιάδες πολιτικά στελέχη είχαν εκτελεστεί, φυλακιστεί και εξοριστεί ή βρεθεί στην πολιτική προσφυγιά. Η νέα γενιά που ήρθε στο προσκήνιο στις αρχές της δεκαετίας 1960 υπέστη σκληρή καταστολή από το δικτατορικό καθεστώς.

Ωστόσο παρά τις συλλήψεις και τις ανηλεείς διώξεις ιδρύθηκαν οι πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις από στελέχη της Αριστεράς και του κέντρου που είχαν διαφύγει τη σύλληψη ενώ ακολούθησαν και αντιδικτατορικές οργανώσεις συντηρητικών αξιωματικών.
Η Δημοκρατική Αμυνα, το Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο και από τον Δεκέμβριο η Πανελλήνια Αντιδικτατορική Οργάνωση Ρήγας Φεραίος έδειξαν ότι υπήρχε εξαρχής η μαγιά της αντίστασης στη χούντα.

Στα μαύρα χρόνια της επταετίας και μέχρι τη μεγαλειώδη εξέγερση του Πολυτεχνείου τουλάχιστον 46 οργανώσεις έδρασαν ενάντια στη χούντα.
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger