Προσφατες Αναρτησεις

Η εκκλησία στο πλευρό του ΕΑΜ

Οι αγώνες του ελληνικού λαού για να απαλλαχθεί από την τυραννία του φασισμού δεν έτυχαν της στήριξης της ελληνικής ορθοδόξου εκκλησίας. Η στάση της αρχιεπισκοπής Αθηνών υπήρξε απαράδεκτη και δοσιλογική. Ακόμα και οι μοναχοί στο Άγιο Όρος φωτογραφίστηκαν με ναζί και έστειλαν συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Χίτλερ.

Παρόλα αυτά υπήρξαν και φωτεινές εξαιρέσεις στους κόλπους της εκκλησίας. Λίγα αλλά φωτεινά παραδείγματα ιερέων που πήραν την θέση σου στο πλευρό του βασανισμένου τους ποιμνίου και στελέχωσαν τις γραμμές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ με την πολύτιμη δράση τους. Οι ιερείς αυτοί μεταπολεμικά γνώρισαν, ως επί το πλείστον την τύχη των άλλων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης: διωγμοί, φυλακές και αποσχηματισμούς. Στο άρθρο αυτό θα φέρουμε μερικά τέτοια παραδέιγματα προσωπικοτήτων της εκκλησίας.


Ο παπά-Κουμπούρας : Ο ιερέας του αρχηγείου του ΕΛΑΣ που βρίσκονταν πάντα κοντά στον Άρη Βελουχιώτη σε ανάπαυλα ή σε μάχη. Δυστυχώς λίγα μας είναι γνωστά για το πραγματικό του όνομα. Το 1944 ο παπά-Κουμπούρας έφυγε για την Αιτωλοακαρνανία για να κυρήξει εκεί στα χωριά την ανάγκη να σηκώσουν όπλα ενάντια στον κατακτητή. Εκεί ο Στυλιανός Χούτας, παρά την συνθήκη του Περτουλίου τον συλλαμβάνει και χωρίς προφανή λόγο τον εκτελεί.






Ο παπά-Βαλής: Ο Παπα-Βαλής ήταν ιερέας στην περιοχή του Αγρινίου, που θεώρησε καλό να μην εγκαταλείψει το ποίμνιό του την εποχή πυο σύσωμη η ελληνική εκκλησία φωτογραφίζονταν με του Ναζί. Ο Παπά-Βαλής έδρασε στις τάξεις του ΕΑΜ Αγρινίου, προσπαθώντας να συνεισφέρει τα μέγιστα στον αγώνα ενάντια στον κατακτητή.

Πολλές φορές ο Παπά-Βαλής, επισκέπτονταν τις φυλακές με πρόσχημα την εξομολόγηση των κρατουμένων και τους έφερνε υλικά για να δραπετεύσουν ή μηνύματα απο το ΕΑΜ. Σε μια ορισμένη περίπτωση βοήθησε στην δραπέτευση ενός ηγετικού στελέχους του ΕΑΜ απο τις φυλακές Αγρινίου φέρνοντάς του ένα μικρό σιδεροπρίονο μέσα σε ένα γιαούρτι. Αργότερα όταν οι Ιταλοί διώκονταν απο τους Γερμανούς και ο ΕΛΑΣ είχε έρθει σε συνεννόηση μαζί τους για να τους φυγαδεύσει και να του δώσουν τα όπλα τους, ο Παπά- Βαλής έλυσε δραστικά το πρόβλημα τις μεταφοράς των όπλων απο την πόλη του Αγρινίου στις ανταρτομάδες του ΕΛΑΣ. Σκαρφίσθηκε να τα μεταφέρει με την κοινωτική νεκροφόρα, μέσα σε φέρετρα, μέχρι το νεκροταφείο ε΄ξω απο την πόλη. Μετά οι άνδρες του ΕΛΑΣ τα ξέθαβαν και τα μετέφεραν στο αρχηγείο. Την μία και μοναδική φορά που οι Γερμανοί έλεξαν το φέρετρο, ο Παπά- Βαλής είχε "το Θεό μαζί του" και το φέρετρο όντως είχε έναν άτυχο γέρο μέσα του...

Μετά την Κατοχή την συμβολή του στον αγώνα του λαού ο Βαλής τηνπλήρωσε με το λεγόμενο "ξύρισμα". Αργότερα μπλέτηκε και στην δίκη του Θέμου Κορνάρου για το βιβλίο του "Αγύρτες και κλέφτες στην εξουσία". Σε αυτό το βιβλίο, ο Κορνάρος καταθέτει την μαρτυρία του για κάποιον αρχιεπίσκοπο, συνεργάτη των Γερμανών, που έσκαψε τον τάφο του προκάτοχού του για να του κλέψει την χρυσή του ράβδο και τα άμφια. Ο Παπά - Βαλής που τον εχθρεύονταν, ο συγκεκριμένος άνθρωπος κλήθηκε στη δίκη του Κορνάρου, με την κατηγορία οτι παρείχε στοιχεία στον συγγραφέα για την εν λόγω υπόθεση. Παρά το οτι η δίκη ήταν σκέτη παρωδία και οι μάρτυρες που ήθελαν τον αρχιεπίσκοπο να έχει πράξει τα όσα ο Κορνάρος του προέσαπτε στο βιβλίο του, εν τέλει η εκκλησία δικαιώθηκε και καταδίκασε τον μεν Κορνάρο σε 2 έτη στην φυλακή, τον δε Παπά-Βαλή σε ένα. Εν τέλει μετά την αποφυλάκισή του η εκκλησία του έδωσε μια μικρή σύνταξη και τώρα ζεί ήσυχα κάπου στο Αιγάλεω.  

O παπά-Ανυπόμονος:  Ο ηγούμενος Γερμανός Δημάκης γεννήθηκε το 1912 στο Αγρίδυο Γορτυνίας. Η κατοχή τον βρίσκει ηγούμενο στην Γκιώνα όπου συναντά τον Άρη Βελουχιώτη να σχηματίζει τον ΕΛΑΣ. Σύντομα θα ενταχθεί και εκείνος στις γραμμές του και θα πάρει την θέση του στο επιτελείο του Άρη. Ο Βελουχιώτης τον ξεχωρίζει για την θέρμη του και την ορθή του κρίση και τον συμβουλέυεται συχνά. Από την σχέση τους αυτή ο Δημάκης θα μείνει γνωστός ως ο παπάς του Άρη. Με την συνθήκη της Βάρκιζας ο Δημάκης επιστρέφει στο εκκλησιαστικό του πόστο, όμως ο εμφύλιος θα τον συμπεριλάβει στην δίνη του. Η συμμορία του Βουρλάκη τον συλλαμβάνει με εντιλή του στρατού και τον βασανίζει μέχρι να αναθεματίσει τους κομμουνιστές της Φθιώτιδας. Τελικά και η δικτατορία θα τον περάσει μεταξύ σφύρας και άμωνος μέχρι το 1975 που τόσο η πολιτεία όσο και η εκκλησία θα αναγνωρίσουν την δράση του προς όφελος του ελληνικού λαού. Πέθανε το 2004

Ο μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ : Φλογερό στέλεχος του ΕΑΜ και γνήσιος αγωνιστής του ελληνικού λαού. Ο μητροπολίτης Ιωακείμ, εντάχθηκε στο ΕΑΜ μετά από παρότρυνση του παπά Ανυπόμονου. Υπερασπίστηκε τα δίκια του λαού όχι μόνο απέναντι στους Γερμανούς, αλλά και το 1946 αρνήθηκε να αναθεματίσει του κομμουνιστές και διώχθηκε από το σχήμα και την εκκλησία. Πέθανε πάμφτωχος μένοντας με συγγενείς του.  Στην φωτογραφία εικονίζεται με την ΠΕΕΑ.

Ο μητροπολίτης Ηλείας Αντώνιος: Ένας πραγματικός "εργάτης" του λαού. Η δράση του ήταν πολύπλευρη και αξιόλογη. Εκτέινονταν από το φλογέρο εκ του άμβωνος κύρηγμα μέχρι την γεωργική δουλειά κοντά στους γεωργούς του ΕΑΜ. Ένας πραγματικός Παπαφλέσσας της κατοχής. Με τον εμφύλιο καταστάθηκε ιερόσυλος και αποσυνάγωγος και του αφαιρέθηκε η μητρόπολη. Ο ίδιος επέστρεψε με την οικογένειά του μέχρι το 2000 όπου και πεθανε. Στην φωτογραφία ο Αντώνιος (μέση) σε εργασίες της ΠΕΕΑ.

Ο παπά Στάθης Κτενάς: Υπήρξε καθοδηγητής του ΕΑΜ από την Λευκάδα. Η ιδιαίτερη πατρίδα του, το 1944, τον τιμά εκλέγοντάς τον εθνοσύμβουλο της ΠΕΕΑ, και εκείνος μεταβαίνει στην Γκιώνα όπου συμμετείχε στις εργασίες της μαζί με τους Μητροπολίτες Κοζάνης Ιωακείμ και Ηλείας Αντώνιο. Παράλληλα οργανώνεται στο ΚΚΕ. Το 1945 φυλακίζεται και επί 12 χρόνια σέρνεται από κάτεργο σε κάτεργο. Οι κακουχίες, οι στερήσεις και η ηλικία, υποσκάπτουν την υγεία του και αποφυλακίζεται λόγω ανηκέστου βλάβης. Δύο χρόνια πριν η Μητρόπολη της Λευκάδας είχε προχωρήσει στον αποσχηματισμό και την καθαίρεσή του. Λίγο μετά την απελευθέρωσή του ο παπά - Στάθης εντάσσεται στην ΕΔΑ επιχειρώντας να συνεχίσει τον αγώνα του. Το 1967 η αμερικανόφερτη Χούντα τον συλλαμβάνει και έτσι ξαναβρίσκεται στην εξορία της Γιούρας. Μετά από δύο χρόνια αφήνεται ελεύθερος και ξαναγυρίζει στο νησί του. Εκεί δεν χάνει χρόνο και συγκροτεί με δική του πρωτοβουλία και κίνδυνο ζωής, την πρώτη παράνομη οργάνωση του ΚΚΕ στη Λευκάδα. Χάνεται από την ζωή το 1980. (φωτογραφία και πηγή Λευκαδίτικα Νέα)

Ο παπά Χολέβας: Υπήρξε ένα από τα πιό μαχητικά στελέχη του ΕΛΑΣ και σε αντίθεση με πολλούς ιερείς, συμμετείχε σε ένοπλο σώμα του ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο Παπαφλέσσας. Στο επάγγελμα ήταν φιλόλογος και διετέλεσε Γ.Γ. της Παγκληρικής Ένωσης Ελλάδας, στρατιωτικός ιερέας της 13ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και εθνοσύμβουλος της ΠΕΕΑ. Πέθανε πλήρης ημερών το 2001.

Πηγή: Κόκκινος Φάκελος
{[['']]}

To Άγιο Όρος στην Κατοχή

Το 1941 η τριπλή κατοχή σκιάζει την Ελλάδα. Ξεκινά μια σειρά δύσκολων ετών, πείνα, εκτελέσεις και καταστροφή για όλο τον ελληνικό λαό. Μέρος της ελληνικής υπαίθρου αποτελεί και η χερσόνησος του Άθω, το γνωστό Άγιο Όρος, όμως εκεί η κατάσταση είναι διαφορετική.

Την στιγμή που ο Αδόλφος Χίτλερ κατασφάζει και κατακαίει την Ευρώπη, οι Αγιορείτες μοναχοί, άγιοι πρόγονοι του σημερινού Εφραίμ, αποφασίζουν να πάρουν κι αυτοί, πολιτική θέση στο πλευρό της ναζιστικής Γερμανίας. Ακολουθεί το πρώτο συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Αδόλφο Χίτλερ:

"Εν Αγίω Όρει τη 13/26 Απριλίου 1941

Προς την Αυτού Εξοχότητα τον Αρχικαγκελλάριον του ενδόξου Γερμανικού Κράτους Κύριον Αδόλφον Χίτλερ εις Βερολίνον.

Εξοχότατε,

Οι βαθυσεβάστως υποσημειούμενοι Αντιπρόσωποι των Είκοσιν Ιερών Βασιλικών Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών του Αγίου Όρους Αθω, λαμβάνομεν την εξαιρετικήν τιμήν ν' απευθυνθώμεν προς την Υμετέραν Εξοχότητα και παρακαλέσωμεν Αυτήν θερμώς, όπως, ευαρεστημένη, αναλάβη υπό την Υψηλήν προσωπικήν Αυτής προστασίαν και κηδεμονίαν τον Ιερόν τούτον Τόπον, του οποίου Ηγούμενοι και αντιπρόσωποι τυγχάνομεν, διαδεχομένη εν τούτω τους ιδρυτάς και Ευεργέτας του Ιερού τούτου Τόπου Βυζαντινούς Αυτοκράτορας και διαδόχους τούτων.

Το Αγιον Όρος, Εξοχώτατε, συνέστη εις Πανορθόδοξον μοναχικήν πολιτείαν, εις ήν ανέκαθεν διαβιούν εν αγαστή ομονοία μοναχοί ακωλύτως προσερχόμενοι από διάφορα ορθόδοξα Έθνη, κατά τον Θ΄ μ.Χ. αιώνα, πνευματικώς μεν εξαρτωμένων από του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, πολιτικώς δε αυτοδιοικούμενον υπό της Ιεράς Συνάξεως των Αντιπροσώπων των Είκοσιν Ιερών και Κυριάρχων Μονών και πολιτειακώς υπαγομένων υπό την προστασίαν και κηδεμονίαν των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και των διαδόχων Αυτών.

Το Αυτονομιακόν τούτο πολίτευμα περιεθριγκώθη δι' αλλεπαλλήλων τυπικών και Χρυσοβούλων των ιδρυτών και ευεργετών των Ιερών μονών Βυζαντινών Αυτοκρατόρων Βασιλείου του Μακεδόνος (882), Ιωάννου Τσιμισκή (972), Κωνσταντίνου Μονομάχου (1046), Στεφάνου Δουσάν (1346) και άλλων Σλαύων, Ουγγροβλάχων Ηγεμόνων και των μετέπειτα Σουλτανικών Φιρμανίων τελευταίως δε υπό του Καταστατικού Χάρτου του 1926, ούτινος δύο αντίτυπα εσωκλείομεν.

Το ουτωσί καθιερωθέν προνομιακόν και αυτοδιοίκητον καθεστώς του Ιερού τούτου Τόπου, αποτελέσαν αντικείμενον συζητήσεων και επικυρώσεων διαφόρων διεθνών συνθηκών περιεθριγκώθη τέλος, διά του 62ου άρθρου της Βερολινείου συνθήκης του έτους 1878, έχοντος ούτω, οι μοναχοί του Όρους Αθω οθενδήποτε και αν κατάγωνται θα διατηρήσωσι τα κτήματα και τα πρότερα αυτών δικαιώματα και θ'; απολαύωσιν, άνευ ουδεμιάς εξαιρέσεως, πλήρους ισότητος δικαιωμάτων και προνομίων.

Των εν Αγίω Όρει ενασκουμένων Μοναχών, ανεξαρτήτως τόπου προελεύσεως και Εθνικότητος, σκοπός και αποστολή καθ' όλον τον υπερχιλιετή βίον του Αγίου Όρους, υπήρξεν η διατήρησις, προαγωγή και εξασφάλισις των Ιερών αυτού σκηνωμάτων, η διά της ακαταπονήτου φιλεργίας των εν αυτώ ενασκουμένων μοναχών καλλιέργεια της τε εκκλησιαστικής και κλασσικής φιλολογίας και καλλιτεχνίας, ο ασκητικός βίος και η διηνεκής προσευχή υπέρ του σύμπαντος κόσμου.

Την διατήρησιν του καθεστώτος τούτου της αυτονόμου μοναχικής πολιτείας, ικανοποιούντος πλήρως άπαντας τους εν Αγίω Όρει ενασκουμένους ανεξαρτήτως εθνικότητος Ορθοδόξους μοναχούς και εναρμονιζόμενοι προς τον σκοπόν και την αποστολήν αυτών, παρακαλούμεν και ικετεύομεν θερμώς την Υμετέραν Εξοχότητα όπως αναλάβη υπό την υψηλήν προστασίαν και κηδεμονίαν Αυτής.

Τον Βασιλέα των Βασιλευόντων και Κύριον των Κυριευόντων εξ όλης ψυχής και καρδίας ικετεύοντες, όπως επιδαψιλεύση τη Υμετέρα Εξοχότητι υγείαν και μακροημέρευσιν επ' αγαθώ του ενδόξου Γερμανικού Έθνους.

Υποσημειούμεθα βαθυσεβάστως"


Πηγή: Ιστορικόν Διπλωματικόν Αρχείον του Υπουργείου Εξωτερικών.
Αναδημοσίευση: περιοδικόν Ελληνικόν Πάνθεον, τεύχος 13, Ιουνίου-Αυγούστου 2001, σελίδα 18.

Οι Αγιορείτες μοναχοί μάλιστα δεν θα σταματήσουν εκεί. Σύντομα θα αναρτήσουν και πορτραίτο του δικτάτορα στο ρώσικο μοναστήρι στην αίθουσα των πορτραίτων. Εκεί αργότερα θα δειπνήσει και γερμανική αντιπροσωπεία που θα γίνει δεκτή με τιμές από τους μοναχούς. Αργότερα το ίδιο έτος θα αποσταλεί και δεύτερο τηλεγράφημα προς τον Αδόλφο Χίτλερ:

"«Ανοικτή Επιστολή Ιεράς Επιστασίας

Προς την Αυτού Εξοχότητα

Αρχηγόν του Γ΄ Ράιχ

Αδόλφον Χίτλερ

Ημείς οι 20 εκλεγμένοι αντιπρόσωποι των ισάριθμων ιερών μονών των αποτελουσών την Μοναστικήν Πολιτείαν του Αγιωνύμου Όρους Άθω δημοσιεύομεν εις επήκοον πάντων την ανοικτήν ταύτην συγχαρητήριον επιστολήν διά τάς κατά των Σοβιετικών νίκας σας. Καί αγαλλόμενοι κραυγάζομεν εν θαυμασμώ: Έπεσεν το Ζιτομίρ καί εσώθη η Χριστιανοσύνη.

Κύριος ο Θεός κρατύνη την υμετέραν εξουσίαν εις έτη πλείστα.

Οι 20 αντιπρόσωποι της ενιαυσίου συνάξεως των 20 κυριάρχων μονών της Αθωνικής Πολιτείας.
Α΄ ΤΕΤΡΑΔΟΣ: Λαύρας, Δοχειαρίου, Ξενοφώντος, Εσφιγμένου.
Β΄ ΤΕΤΡΑΔΟΣ: Βατοπεδίου, Κουτλουμουσίου, Καρακάλου, Σταυρονικήτα.
Γ΄ ΤΕΤΡΑΔΟΣ: Ιβήρων, Παντοκράτορος, Φιλοθέου, Σίμωνος Π¨ετρας.
Δ΄ ΤΕΤΡΑΔΟΣ: Χιλιανδαρίου, Ξηροποτάμου, Αγ. Παύλου, Οσίου Γρηγορίου.
Ε΄ΤΕΤΡΑΔΟΣ: Αγ. Διονυσίου, Ζωγράφου, Αγ. Παντελεήμονος, Κωνσταμονίτου»."



Γιατί όμως μια τέτοια βιασύνη των μοναχών απέναντι στο πρόσωπο του Χίτλερ; Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι απλή και για να την εντοπίσουμε πρέπει  να κατεβούμε στο βαθύ άδυτο της παρασκηνιακής πολιτικής των αγιορείτικων μονών. Το βουλγαρικό μοναστήρι κατά μιαν ιστορική άποψη επιχειρούσε μέσω της συμμαχίας των Βούλγαρων με την Γερμανία να αποσχίσει την χερσόνησο από την ελληνική επικράτεια. Έτσι με την αποστολή των επιστολών αυτών, οι άλλες μονές επιχειρούσαν να στρέψουν τον γερμανό δικτάτορα προς το μέρος τους. Μια διαφορετική ιστορική άποψη, θεωρεί το γεγονός τμήμα της πάγια πολιτικής των αγιορειτών σε ότι αφορά τους κατακτητές. Η απόλυτη υποτέλεια εξασφάλισε και εξασφαλίζει την ακεραιότητα της θέσης τους και του αμύθητου πλούτου τους. Η ίδια άποψη τονίζει ότι και κατά την τουρκική κατοχή, το Άγιο Όρος παραδόθηκε ολοκληρωτικά και μετά βαΐων και κλάδων στον Τούρκο κατακτητή και έλαβε από αυτόν τεράστιο ποσό για την συνέχιση της λειτουργίας του.

Όποια κι αν είναι η ιστορική αλήθεια, ένα παραμένει αδιάψευστο γεγονός: Την στιγμή που ο ελληνικός λαός μάχονταν τον κατακτητή, θυσίαζε τα παιδιά του και δέχονταν βαρύ το τίμημα της ελευθερίας, το Άγιο Όρος παρέθετε δείπνα και συνέχαιρε τον κατακτητή για τις νίκες του στον σοβιετικό λαό.

Ας δούμε όμως και ένα ακόμα ενδιαφέρον θέμα, σχετικό με τις σχέσεις των Γερμανών και των μοναχών του Άθω.

Με την κατάρρευση του μετώπου, οι αγιορείτες μοναχοί θεώρησαν σωστό να εξοπλίσουν με τα χρήματα των μονών τους ένα στρατιωτικό σώμα, για την προστασία τους. Το σώμα αυτό που έφερε παραδοσιακή φορεσιά με φουστανέλα, έτυχε της αναγνώρισης και της έγκρισης των τοπικών γερμανικών αρχών, οι οποίες δεσμευτήκαν να το συνδράμουν σε περίπτωση ανάγκης, από την Ιερισσό, στην οποία εδράζονταν μικρή γερμανική δύναμη. Το σώμα αυτό αντικαταστάθηκε από την τακτική χωροφυλακή (υπό την γερμανική διοίκηση πάντα) που απέστειλε, τον Μάιο του 1941, μικρή δύναμη φρουράς στο Άγιο Όρος. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει για μια ακόμη φορά την αγαστή σύμπνοια των μονών του Άγιου Όρους με τους χασάπηδες της Βέρμαχτ.

Είναι όμως ξέχωρα όλα αυτά από την γενικότερη στάση της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ;

Σαφέστατα όχι. Πάμπολλα είναι τα παραδείγματα σύμπνοιας και συνεργασίας της επίσημης ορθοδόξου εκκλησίας με τον Γερμανό κατακτητή. Για να μην μακρηγορήσουμε θα αναφερθούμε μόνο σε μερικά (μιας που θα παραθέσουμε αργότερα άρθρο για το θέμα).

1.      Το 1941 ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ορκίζεται σε μια νύχτα από τους ναζί, και με την σειρά του ορκίζει την κυβέρνηση των Ναζί.
2.      Ο επίσκοπος Ιωαννίνων Σπυρίδων, με επιστολή του στο ποίμνιό του, το προτρέπει να εμπιστεύεται τις γερμανικές αρχές κατοχής και να μην βοηθά τους αντάρτες
3.      Ο επίσκοπος Μεσολογγίου Ιερόθεος, συνεργάτης των ναζί, που με την βοήθειά τους καταλήστευσε το ποίμνιο του και άνοιξε, το 1944, με την βοήθειά τους τον τάφο του προκατόχου του για να του κλέψει την χρυσή ράβδο.

Αυτές είναι μόνο μερικές από τις αυθαιρεσίες και δεν είναι καθόλου μεμονωμένες ή άσχετες από την κατάσταση στο Άγιο Όρος.

Φθάνοντας στο τέλος του άρθρου μας αναρωτιόμαστε: Ποίος ονόμασε την περιοχή αυτή άγια και γιατί;


Από την γερμανική επίσκεψη στο Άγιο Όρος

Το πορτραίτο του Αδόλφου

Παράθεση γεύματος στην γερμανική αντιπροσωπεία στο ρώσικο μοναστήρι

Γερμανοί και ιερείς στις Καρυές

Από την γερμανική επίσκεψη στο Άγιο Όρος


Πηγή: Κόκκινος Φάκελος
{[['']]}

H εκκλησία στην Κατοχή

Κατά την διάρκεια της κατοχής η ελληνική ορθόδοξη εκκλησία λειτούργησε και αυτή όπως και οι υπόλοιποι θεσμοί του αστικού ελληνικού κράτους κάτω από την σημαία του κατακτητή. Η γερμανική πολεμική μηχανή γνώριζε πολύ καλά την αναγκαιότητα δημιουργίας μιας δομής από τους πλέον πρόθυμους να συνεργαστούν, έτσι ώστε να διασφαλίσει την δική της κυριαρχία στον χώρο.  Αυτή η τακτική δεν είναι πείραμα που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα όπως πολλοί υποστηρίζουν. Παράδειγμα προς μίμηση αποτέλεσαν πολλές χώρες που κατακτήθηκαν από τον Άξονα, όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Γαλλία και η Νορβηγία. Άλλωστε είναι  γερμανόφερτος ο όρος Κουίσλινγκς. Που δίδεται σε όλες τις κυβερνήσεις που υπηρέτησαν τον κατακτητή (από τον διορισθέντα νορβηγό πρωθυπουργό Κουίσλινγκ που διορίστηκε πρώτος στην Νορβηγία).
Ας επιστρέψουμε όμως στα της δικής μας ελληνορθόδοξου εκκλησίας.
Η πρεμιέρα του θεάτρου ξεκινά με την άρνηση του αρχιεπισκόπου Χρύσανθου να ορκίσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου που διόρισαν οι Γερμανοί. Ο Χρύσανθος για λόγους ευθιξίας παραιτείται, μια πράξη σχετικά γενναία για την εποχή. Οι Γερμανοί γνωρίζουν καλά ότι ένας πυλώνας της ελληνικής αστικής κυριαρχίας είναι φυσικά η εκκλησία. Έτσι ο καθηγητής πανεπιστημίου και υπουργός επί Μεταξά και επί Ράλλη (είδατε τι ωραία τα φέρνει το πλήρωμα του χρόνου) Νικόλαος Λούβαρις, σε έκθεσή του στην γερμανική διοίκηση προτείνει τον Δαμασκηνό για αρχιεπίσκοπο. Οι Γερμανοί τον ορκίζουν σε μια νύκτα. Το έργο του Δαμασκηνού όμως μόλις έχει ξεκινήσει. Σαφέστατα η ελληνορθόδοξη εκκλησία πρέπει να στελεχωθεί σε μητροπολιτικό επίπεδο από την αφρόκρεμα των παπάδων που είναι έτοιμοι να δώσουν γη και ύδωρ στον κατακτητή. Αργότερα θα επιχειρήσει να συνάψει συμφωνία με την Τουρκία για την οικονομική βοήθεια της Ελλάδας που υποσιτίζονταν και το καταφέρνει με την αγορά μερικών τόνων ψειριασμένου μπομποτάλευρου για ένα υπέρογκο ποσό σε ελληνικό χρυσάφι, από την γειτονική Τουρκία. Μέσω και του Ερυθρού Σταυρού, η εκκλησία αναλαμβάνει την διάθεση της βοήθειας και τότε ο όργιο ξεκινά. Το αλεύρι πωλείται στους τελωνειακούς, που με την σειρά τους το πουλάν στους μαυραγορίτες που με την σειρά τους το πουλάν στο ελληνικό λαό. Έτσι ο ελληνικός λαός συνεχίζει να υποφέρει και να βυθίζεται στην πείνα και την φτώχεια. Άλλωστε η συμφωνία του Δαμασκηνού με τους Γερμανούς για την βοήθεια δεν γίνεται με φιλολαϊκά συναισθήματα. «Κινδυνεύουμε να παραδοθούμε στον κομμουνισμό αν δεν λύσουμε το πρόβλημα» τονίζει ο Δαμασκηνός σε τηλεγράφημά του στην Γερμανική διοίκηση.


Ας δούμε τώρα μερικά από τα θεάρεστα στελέχη της ελληνορθόδοξου εκκλησίας που διορίστηκαν ή έδρασαν κατά την περίοδο της Κατοχής…(Πηγές: Αγύρτες και κλέφτες στην εξουσία, Θέμος Κορνάρος. Υλικό και ντοκουμέντα Λεωνίδα Χρηστάκη)
Μητροπολίτης Μεσολογγίου Ιερόθεος
Το 1944 κόντρα σε κάθε διαμαρτυρία ανοίγει τον τάφο του προκατόχου του και με μεταφορικά μέσα Γερμανών μεταφέρει τα κόκκαλά του σε κενοτάφιο αφού πρώτα κλέψει την ποιμαντορική ράβδο και το εγκόλπιό του. Ο δημοσιογράφος Θέμος Κορνάρος που το 1945 θα φέρει το θέμα στην δημοσιότητα κατηγορείται για κομμουνισμό και στέλνεται στην Μακρόνησο. Ο Ιερόθεος στο δικαστήριο ισχυρίζεται ότι τον τάφο τον άνοιξε γιατί ο προκάτοχός του τον επισκέπτονταν στον ύπνο του και του έλεγε ότι δεν αισθάνονταν άνετα με τα δύο αυτά σκεύη που είχαν θέση πίσω στην εκκλησία. Το ίδιο έτος ο Ιερόθεος πουλάει τα άλευρα της αρχιεπισκοπής στον πρόεδρο του Ερυθρού Σταυρού και αργότερα στον λαό του Μεσολογγίου δηλώνει ότι τα έκλεψαν. Σε μεταγωγή του για λειτουργία στο Αιτωλικό λιθοβολείται από τον κόσμο και εξαπολύει την γερμανική του φρουρά να διαλύσει το πλήθος. Ο Ιερόθεος είχε όμως και καλούς φίλους. Ιστορικά έχουν μείνει τα γλέντια που παρέθεσε στον Ιταλό στρατηγό Καζάλε Ματζάνι ενώ δίπλα στην αρχιεπισκοπή εδράζονταν οι φυλακές των πατριωτών. Ο Ιερόθεος επίσης είναι και ο υπαίτιος του «ξυρίσματος» του παπά Κωνσταντίνου Βαλή, που συνέβαλε τα μέγιστα στην ΕΑΜική αντίσταση εκτελώντας απίθανες αποστολές και άθλους πατριωτισμού. Και η λίστα εγκλημάτων του είναι ακόμα μεγάλη. Η μητρόπολη Μεσολογγίου συντάσσει καταλόγους για τους ναζί με τα ύποπτα στοιχεία. Παράλληλα ο Ιερόθεος δημιουργεί την οργάνωση Εθνικός Συναγερμός που στελεχώνεται με γκεσταπίτες, ληστές μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας κτλ και έχει ως κύριο στόχο της την καταπολέμηση του ΕΛΑΣ. Η οργάνωση αυτή επιβιώνει έως και τον εμφύλιο όπου δρα ως παρακρατικό αντικομουνιστικό απόσπασμα. Δεν είναι τυχαίο ότι η γερμανική διοίκηση το 1943 μοίρασε κάποια κίτρινα φυλλάδια τα οποία έγραφαν μεταξύ άλλων: « Ο αγών του γερμανικού στρατού εναντίον των ανταρτών και των αποτυφλωμένων συνενόχων του, ηυλογήθη  υπό του σεβασμιότατου Μητροπολίτου Ιερόθεου…»
Ιερέας Σπύρος Καραβιάς
Ιερέας του χωριού Σπολάιτα και έμμισθος γκεσταπίτης μέλος της οργάνωσης Εθνικός Συναγερμός.  
Ιερέας του χωριού Δοκίμιο
Ληστής, χαφιές και φασίστας πρώτης κατηγορίας. Λειτουργούσε με το αυτόματο κρεμασμένο στο στήθος.
Ιερέας Σπύρος Παπαθανασίου
Τιμητικός λοχαγός των Ταγμάτων Ασφαλείας με το παιδί του εθελοντή στον γερμανικό στρατό.
Ιερέας Γιάννης Παπαποστόλου
Πράκτορας στων ναζί στο Παναιτώλιο. Όταν τον αποκαλύφθηκε από το ΕΑΜ κινδύνευσε και έφυγε για το Αγρίνιο. Τα πράγματά του μετέφεραν εκεί γερμανικά αυτοκίνητα. Τρεις ημέρες μετά βοηθά στην οργάνωση επιδρομής των Γερμανών στο Παναιτώλιο. Συλλαμβάνονται 28 πατριώτες και εκτελούνται σε άγνωστη τοποθεσία
Ηγούμενος της μονής Αγγελοκάστρου Θεόφιλος  
Διορισμένος από τον μητροπολίτη Ιερόθεο και δεξί του χέρι. Πούλησε την εκκλησιαστική περιουσία της μονής σε ντόπιο τσοπάνο με τον οποίο είχε έχθρα λόγω της σχέσης του με την κόρη του. Αργότερα διορίζεται επόπτης ιερέων και μοναστηριών. Σε αυτή την θέση καταληστεύει επιβάλλοντας φόρο τα γειτονικά μοναστήρια. Το χειμώνα του 1944 διαφθείρει κορίτσι 17 ετών και το κλέβει μεταφέροντάς το στο Αιτωλικό. Η σιωπή της οικογένειας εξαγοράζεται από τον Ιερόθεο. Τον Μάρτη του 1944 επιτίθεται σε δεύτερο κορίτσι μικρής ηλικίας. Τον δέρνουν και αιτιολογεί την πράξη του ως τεστ αρετής. Ο Θεόφιλος αργότερα στελεχώνει και την Χ.
Μητροπολίτης Φιλάρετος
Για τον Φιλάρετο δεν έχει γράψει ο Κορνάρος, είπαν όμως και έγραψαν άλλοι πολλοί. Ο Φιλάρετος επέστρεψε στην Ελλάδα το 1928 από τις ΗΠΑ, όπου είχε φύγει ως μετανάστης. Η βασιλοφροσύνη του στα χρόνια της Κατοχής τον κάνει να νομίζει ότι είναι πρίγκιπας γράφει στην Ελευθεροτυπία το 1998 ο Κώστας Μπέης. Ο Φιλάρετος επί Κατοχής κεραυνοβολούσε από άμβωνα. Φοβέριζε με την υπέργεια εξουσία του τους κομουνιστές, ενώ έφθανε στο σημείο να κηρύττει ότι οι κατακτητές είναι πολύ πιο άνθρωποι από αυτούς. Η δράση του που στην κατοχή αφορά το αντιπατριωτικό και φιλοναζιστικό κήρυγμα, λαμβάνει γιγάντιες διαστάσεις κατά την μεταγωγή του στην Μακρόνησο. Εκεί βρίσκεται σε εντεταλμένη θέση δίπλα σε βασανιστές των ΑΜ (αφού η Μακρόνησος ήταν στην επικράτειά του) για να δει και να δηλώσει τα παρακάτω «Στην Μακρόνησο συντελείται θεάρεστο έργο εθνικής αναγέννησης». Οι ναζί αφέντες του τώρα έχουν αλλάξει αλλά η γραμμή είναι ίδια. Γράφει στον Ριζοσπάστη η Μ. Κυριακίδου: «Στις 29-10-48 μας επισκέφθηκε ο επίσκοπος Κυκλάδων, Φιλάρετος, με το βοηθό τους αρχιμανδρίτη Κορνάρο. Επετέθηκε στους κρατούμενους εντελώς ανοιχτά. Είπε: «’Η θ’ αλλάξετε μυαλό, ή θα περάνετε – ο κομμουνισμός έσβησε». Και παρακάτω: «Αν έρθει ο κομμουνισμός στην Ελλάδα, εγώ πρώτος θα γίνω κομμουνιστής». Μας αποκάλεσε Σλάβους, εγκληματίες και μας κάλεσε να μετανοήσουμε ειλικρινά και έμπραχτα, αλλιώς θα ρημάξουμε στις φυλακές κλπ, κλπ». Ο επίσκοπος Φιλάρετος, ο πατήρ Προκόπιος, ο αρχιμανδρίτης Κορνάρος, οι θρησκευτικοί επισκέπτες μας, ούτε και αυτοί δεν ήλθαν ποτέ σ’ αυτό τον άξενο βράχο, κοντά μας, με λίγο ενδιαφέρον πραγματικό, με πόνο ή συμπάθεια στους συνανθρώπους τους. Δε μας είπαν ούτε δύο λόγια «παρηγορίας», τίποτε το ανθρωπιστικό, το χριστιανικό. Μόνο με τις επιθέσεις τους, την επίθεση των άλλων, κάναν τον πόνο μας πιο βαθύ και ολοκλήρωναν το μαρτύριό μας….».
Μητροπολίτης Σπυρίδωνας Ιωαννίνων
Με επιστολή του στον ελληνικό λαό, την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Προτρέπει την άμεση υποταγή και συνεργασία των Ελλήνων με τους Γερμανούς. Η επιστολή συνεχίζει προτρέποντας το ποίμνιο να μην υποβοηθά ή υποθάλπει τους αντάρτες γιατί η δράση τους οδηγεί σε ολοκαυτώματα. Η λογική φυσικά πίσω από αυτό είναι ότι οι Γερμανοί δεν φταίνε κατ’ ουσίαν αλλά οι κακοί πατριώτες.
(Πηγή: Hagen Flaischer, Στέμμα και Σβάστικα)
Μητροπολίτης Κωνσταντίνος Σερρών
 Αντικομουνιστής με εντεταλμένη θέση ενάντια στον ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ. Οι σχέσεις του με το βουλγαρικό στρατό κατοχής αναφέρονται από τον Θέμο Κορνάρο ως παράδειγμα προς αποφυγήν.
Μητροπολίτης Θες/νίκης Ευλόγιος
Αντικομουνιστής, που κεραύνωνε την δράση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Υπήρξε άνθρωπος δραστήριος με στενές σχέσης με την ΕΕΕ (Εθνική Ένωσης Ελλάδας) και προέτρεπε συχνά το ποίμνιο του να μην παραβαίνει τους γερμανικούς νόμους και να μην βοηθά τους αντάρτες. Ίσως το μεγαλύτερο έγκλημά του αποτελεί η παντελής σιγή του για την μεταγωγή, τον βασανισμό και την εκτέλεση των χιλιάδων εβραίων της Θεσσαλονίκης. Στην επικράτειά του ανθούσε το παζάρι Εβραίων που οι διάφοροι κτηνάνθρωποι πουλούσαν στους Γερμανούς για μια λίρα το κεφάλι. Ο Ευλόγιος σίγησε και με την σιγή του συναίνεσε..
Ιερέας και ναζί
Ιερέας και αλλά στελέχη της κυβέρνησης Τσολάκογλου σε ναζιστική εκδήλωση στην Ακρόπολη
Ιερέας συνοδεύει την φιλοναζιστική ομάδα του Πούλου
Η επιστολή του Σπυρίδωνα στον λαό

Πηγή: Κόκκινος φάκελος
{[['']]}

Τάκης Φίτσος, ο κομμουνιστής δημοσιογράφος που με χαμόγελο αντίκρισε κατάματα το θάνατο

Δημοσιογράφος. Πόση απαξίωση κουβαλάει στη ράχη της σήμερα αυτή η λέξη. Ίσως όχι άδικα, αν σκεφτεί κανείς ότι οι «εικόνες» των περισσότερων για τη συγκεκριμένη ιδιότητα εξαντλούνται ή περιορίζονται στην οθόνη της τηλεόρασης. Ο δημοσιογράφος δεν είναι εξ ορισμού «παπαγαλάκι» ή πουλημένο τομάρι σύμφωνα με την αντίληψη που έχει επικρατήσει, στις μέρες μας, στις  συνειδήσεις.

Οι δημοσιογράφοι υπηρετούν θέλοντας και μη, στρατευμένα ή όχι, συνειδητά ή χωρίς να το αντιλαμβάνονται κάποιες φορές, συμφέροντα και, όπως όλοι, καλούνται να διαλέξουν με ποιους θα πάνε και ποιων τα συμφέροντα θα υπερασπιστούν. Για τον κομμουνιστή δημοσιογράφο δεν υπήρχε ποτέ τέτοιο δίλημμα. Τάσσεται στο πλευρό των καταπιεσμένων, μάχεται το άδικο, στρατεύεται στην υπόθεση της εργατικής τάξης και δίνει όλες τις δυνάμεις του στον αγώνα για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση· αν χρειαστεί, και τη ζωή του. Έτσι γίνεται όλα τα χρόνια απ’ όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς συμπύκνωσαν στις σελίδες του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος τα πως και τα γιατί της εκμετάλλευσης και έδειξαν στους καταπιεσμένους της γης το δρόμο για να σπάσουν τις αλυσίδες τους.
Μετά από επίθεση της αστυνομίας κατά των κρατουμένων λαϊκών αγωνιστών στις φυλακές Συγγρού, στα 1927, διαδόθηκε πως ο Τάκης Φίτσος, που βρισκόταν κλεισμένος σ’ αυτές τις φυλακές, είχε δολοφονηθεί. Τις μέρες εκείνες παλεύοντας για την απελευθέρωση όλων των κατουμένων κομμουνιστών, ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε αυτή τη φωτογραφία του Τ. Φίτσου.
Μετά από επίθεση της αστυνομίας κατά των κρατουμένων λαϊκών αγωνιστών στις φυλακές Συγγρού, στα 1927, διαδόθηκε πως ο Τάκης Φίτσος, που βρισκόταν κλεισμένος σ’ αυτές τις φυλακές, είχε δολοφονηθεί. Τις μέρες εκείνες παλεύοντας για την απελευθέρωση όλων των κρατουμένων κομμουνιστών, ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε αυτή τη φωτογραφία του Τάκη Φίτσου.
Ο Τάκης (Δημήτρης) Φίτσος (1904-1949) υπήρξε εξέχουσα μορφή της δημοσιογραφίας και του λαϊκού κινήματος. Στέλεχος του ΚΚΕ και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, από το 1929 που τέθηκε σε αφορμή το «ιδιώνυμο» μέχρι τη μέρα που έπεσε νεκρός από τις σφαίρες ελληνικού εκτελεστικού αποσπάσματος, ένιωσε στο πετσί του τους διωγμούς, τα βασανιστήρια, τις φυλακίσεις και εκτοπίσεις της εξουσίας του κεφαλαίου όπως χιλιάδες αγωνιστές του λαού. Στο Ριζοσπάστη εργάστηκε αρχικά ως συντάκτης και στη συνέχεια έγινε αρχισυντάκτης. Οι νεότεροι αλλά και οι παλιοί συνάδελφοί του τον σέβονταν και τον εκτιμούσαν και πάντα προσέτρεχαν σ’ αυτόν για τις συμβουλές του.
Τον Απρίλη του 1949, μετά από είκοσι μέρες «δίκης», ο Τάκης Φίτσος καταδικάζεται σε θάνατο από το έκτακτο στρατοδικείο της Χαλκίδας, μαζί με τους  Γιάννη Χριστοφορίδη, Δημήτρη Βουραζόπουλο, Γιάννη Χάνο, Κατερίνα Μελεμενή, Μαρία Λαφαζάνη, Ευανθία Πατσαλή και Αλίκη Τσουκαλά.
Στην απολογία του θα πει: «Στη ζωή μου δεν έχω αγαθοεργές πράξεις. Αγωνίστηκα για την υπόθεση του ΚΚΕ. Για το θρίαμβο του κομμουνισμού. Για μια καλύτερη ζωή του λαού μας».
Στις 16 του Απρίλη οι μελλοθάνατοι αγωνιστές οδηγούνται στον τόπο της εκτέλεσης, στο χώρο ενός νεκροταφείου. Όταν ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος τον πλησίασε και τον ρώτησε αν θέλει να του δέσουν τα μάτια ο Τάκης Φίτσος αρνήθηκε. Ήταν χαμογελαστός και έμοιαζε ατάραχος, σα να μην πλησίαζε λες η στιγμή που, σε λίγα λεπτά, θα συναντούσε το θάνατο. Και μ’ ένα χαμόγελο τον συνάντησε και τον ταπείνωσε.
Λαμία, Οκτώβρης 1944. Ο Τάκης Φίτσος δίπλα στον Άρη Βελουχιώτη.
Λαμία, Οκτώβρης 1944. Ο Τάκης Φίτσος δίπλα στον Άρη Βελουχιώτη.
«Ο Τάκης Φίτσος δεν λύγισε ποτέ. Ούτε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το χαμόγελο δεν χάθηκε ποτέ από τα χείλη του. Κανένας από τους παλιούς του φίλους και συναδέλφους δεν τον θυμάται πικραμένο και απαισιόδοξο. Μια μόνο φορά τον είδαν λυπημένο και βουρκωμένο. Κατάλαβαν ότι κάτι το συγκλονιστικό συνέβαινε, όχι τόσο σ’ αυτόν τον ίδιο, μα στο κίνημα. Και πράγματι, έτσι ήταν. Ήταν τότε που έμαθε το χαμό του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ, του συναγωνιστή του, συμπατριώτη και παιδικού του φίλου, του θρυλικού Άρη Βελουχιώτη.»
Τάσος Δημουλάς, Ριζοσπάστης, 21/9/1974
Την εκτέλεση του Τάκη Φίτσου παρακολούθησε ένας νεαρός δημοσιογράφος που μερικά χρόνια αργότερα περιέγραψε σε κύκλο φίλων του. Η συγκλονιστική αυτή μαρτυρία καταγράφηκε στο Ριζοσπάστη της 21 Σεπτέμβρη 1974, σε αφιέρωμα που υπέγραφε ο Τάσος Δημουλάς.
***
«Καθόμουν, νεαρούλης τότε δημοσιογράφος, βλέποντας έκπληκτος να κατεβάζουν απ’ το καμιόνι μερικούς ανθρώπους με τις χειροπέδες στα χέρια και να τους στήνουν στη σειρά. Ο Τάκης Φίτσος, ο κοντούλης και ευθυτενής αυτός άντρας, περπατούσε με βήμα σταθερό που μούκανε τρομερή εντύπωση. Πήγε και στάθηκε στη γραμμή στητός. Πριν σηκώσουν τα όπλα οι άντρες του εκτελεστικού αποσπάσματος ο επικεφαλής τους ρώτησε αν θέλουν να τους δέσουν τα μάτια. Εκείνοι μ’ ένα νεύμα αρνήθηκαν. Τα μάτια τα δικά μου είχαν καρφωθεί πάνω στον ατάραχο και γαλήνιο Φίτσο. Το αίμα είχε παγώσει στις φλέβες μου. Τον παρατηρούσα με δέος, εμβρόντητος. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν εκείνο που έκανε αυτόν τον άνθρωπο να αντιμετωπίζει το χάρο με τόση ψυχραιμία, με αταραξία, σχεδόν με αδιαφορία…
Φαίνεται ότι καθώς είχα τα βλέμματά μου στραμμένα πάνω του, κατάλαβε τις σκέψεις μου που χοροπηδούσαν μέσα στο ταραγμένο από τη συγκίνηση, το φόβο και τον θαυμασμό μου, γι’ αυτόν τον άνθρωπο, μυαλό μου. Γι’ αυτό τον άνθρωπο πούχε αιχμαλωτίσει τη σκέψη μου. Και κει που βασίλευε η ησυχία, η νεκρική γαλήνη, τον άκουσα να μου λέει:
«Νεαρέ, σε βλέπω να κρατάς μολύβι και μπλοκ. Σίγουρα θα είσαι συνάδελφος και θέλεις να περιγράψεις την εκτέλεσή μας. Και γω το ίδιο είμαι, μούπε με σταθερή φωνή. Είμαι δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη. Είμαι κομμουνιστής και χωρίς καμιά κατηγορία και χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο μας στήνουν στον τοίχο για να μας εκτελέσουν. Θα απορείς, ίσως, γιατίμκρατάμε αυτή τη στάση. Μην απορείς καλέ μου φίλε. Εμείς, όλοι οι κομμουνιστές, δε φοβηθήκαμε ποτέ το θάνατο, όπως δε φοβηθήκαμε ποτέ και τη ζωή. Το αθώο αίμα, το δικό μας, θα ποτίσει το δέντρο της λευτεριάς. Η λευτεριά θέλει, όπως βλέπεις, αίμα. Γλιτώσαμε από τους Γερμανούς και σκοτωνόμαστε από Έλληνες.»
Τον κοίταζα αυτόν τον άνθρωπο με τα έξυπνα μάτια και δεν τον χόρταινα. Φορούσε μια ατσαλάκωτη μπλε καμπαρντίνα. Τον κοίταζα τον αείμνηστο Τάκη Φίτσο, αυτόν τον ατσαλένιο άνθρωπο με το μικρό ανάστημα και τον αποθαύμαζα. Μου φαινόταν σωστός γίγας. Κομμουνιστής δεν υπήρξα ποτέ μου. Όμως, σαν περνούσαν τα χρόνια κι οπόταν έρχονταν στο νου μου οι τρομερές σκηνές του θανάτου του Τάκη Φίτσου και των συναγωνιστών του, πάνατ αναρωτιόμουν από τι πάστα είναι καμωμένοι αυτοί οι άνθρωποι…
Ελάχιστα ποιήματα του Κώστα Βάρναλη αναφέρονται σε πρόσωπα. Ένα από αυτά είναι αφιερωμένο στον Τάκη Φίτσο:
Τάκης (Δημήτρης) Φίτσος (1904-1949)
Τάκης (Δημήτρης) Φίτσος (1904-1949)
Τάκης Φίτσος
Με το πικρό χαμόγελο και τα σφιγμένα χείλη
βουβά τον ίσκιο σου έλιωνες στην πολιτεία των τάφων.
Εδώ σε θάβουν ζωντανόν αν θέλεις να ’σαι τίμιος.
Παιδί σε χτίσαν, γέρασες χωρίς σταλιά να ζήσεις.
Μήνες και χρόνια μέτραγες, δεκάχρονα κατόπι,
κι όλο η πηγάδα βάθαινε κι αψήλωνεν ο τοίχος,
παρηγοριά και μάθημα φτωχολαού δεμένου.
Και μιαν αυγή ανοιξιάτικην, που ανάκραζεν αγάπη,
τρυφερά σ’ αγκαλιάσανε οι αδερφομάχοι αγγέλοι
και σε φορτώσανε. Κανείς δεν άκουσε τα βόλια.
Και τώρα, μέσα στο σωρό τα κόκαλα, μην ψάχνεις
να ξεχωρίσεις τα δικά σου: είν’ όλα καθενού!
Όχι συμπόνια, κλάμα, οργή. Ντροπή σου, μάνα Ελλάδα!
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
Ένα πλήθος σκηνές διαδραματίζονταν με κινηματογραφική ταχύτητα. Στιγμές γεμάτες αίμα, συγκίνηση, δέος και θαυμασμό. Σε μια απ’ αυτές, που μετριούνται πια με το λεπτοδείκτη, μούπε:
«Άκουσε φίλε μου, η ζωή είναι μια μεγάλη, πολυκύμαντη στιγμή, ο θάνατος μια μικρή στιγμή. Αν σ’ αυτές τις στιγμές σταθείς άνθρωπος, σταθείς όρθιος, κερδίζεις την εκτίμηση των συνανθρώπων σου. Κι αυτό είναι μεγάλη υπόθεση…»
Ύστερα, ευθύς αμέσως μούπε:
«Τη βλέπεις τούτη την καμπαρντίνα που φοράω; Είναι καινούργια. Είναι κρίμα να την πάρω μαζί και να τη φάει το χώμα. Κάνε μου τη χάρη να τη δεχτείς και να τη φοράς για να με θυμάσαι. Νομίζω ότι θα σου πηγαίνει».
Τη δέχτηκα την καμπαρντίνα του Τάκη. Και τη φόρεσα. Ήταν η τελευταία επιθυμία και τα τελευταία λόγια του υπέροχου αυτού ανθρώπου, συναδέλφου και αγωνιστή. Ύστερα από λίγο μια ομοβροντία σφράγισε μια για πάντα τη ζωή του Τάκη Φίτσου και των συντρόφων του.
***
Είπαν για τον Τάκη Φίτσο
«Βαθιές και μακρινές οι αγωνιστικές ρίζες του Τάκη Φίτσου μέσα στο λαϊκό, το αντιφασιστικό κίνημα. Είναι από τους πρώτους που δούλεψε συστηματικά το εργατικό ρεπορτάζ κι ένας από τους λίγους, που με προσπάθειες άοκνες παρουσίαζε τότε στην εφημερίδα τους αγώνες των εργαζομένων» (Νίκος Καραντηνός)
«Μικρόσωμος, ασκητικός, κάτισχνος, σεμνός, αθόρυβος, αλλά πάντα αεικίνητος, αγαπούσε και βοηθούσε τους νέους δημοσιογράφους» (Συνάδελφός του στο Ριζοσπάστη)
«Ο Τάκης είναι ένα σύμβολο και μια πορεία… Όταν μπήκε στη φυλακή της Αίγινας μαθαίνουν πως σε λίγο μπαίνει στην αχτίνα ο Τάκης Φίτσος. Διακόσιοι άνθρωποι στριμώχνονται στην κιγκλίδα. Κι όσοι τον ξέρανε κι όσοι δεν τον ξέρανε… Όλοι σε μια φωνή, με σεβασμό, προφέρανε το όνομά του: Ο Τάκης, ο Τάκης Φίτσος…» (Βάσος Γεωργίου)
«Έγραφε, όσο ψηλά κι αν έφτασε, τα φαρμακεία, όπως θα έγραφε το κύριο άρθρο… Σα νάταν μαθητευόμενος συντάκτης, πιστεύοντας πως υπηρετεί το ίδιο τη δημοσιογραφία, γιατί ποτέ δεν υπήρξε βεντέτα» (Παναγιώτης Πατρίκιος)
«Ο Φίτσος στάθηκε ως το τέλος της ζωής του πιστός στην τάξη του, υπόδειγμα κομμουνιστή και δημοσιογράφου. (…) μπορεί να θεωρηθεί ο θεμελιωτής και μάστορας του επαναστατικού, του κομματικού ρεπορτάζ στο Ριζοσπάστη»(Σταύρος Ζορμπαλάς)
Πηγή: Οικοδόμος - "Ατέχνως"
{[['']]}

Εγκληματίες και προδότες Μέρος 5ο - Η επίσημη προδοσία. Το κράτος στην υπηρεσία των καταχτητών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Η επίσημη προδοσία. Το κράτος στην υπηρεσία των καταχτητών

Φεύγοντας από την Ελλάδι η Βασιλομεταξική Κυβέρνηση φρόντισε με κάθε τρόπο να αφήσει δεμένο όσο μπορούσε ποιό σφιχτά το Λαό για να διευκολύνει έτσι τον καταχτητή στο έργο του.
Τίποτε σχεδόν δεν πειράχτηκε. Ήταν τόση η εγκληματική αδιαφορία της Κυβέρνησης αυτής για το Λαό που μεγάλες αποθήκες τροφίμων παραδόθηκαν ανέπαφες στον καταχτητή και δεν μοιράστηκαν στο λαό τα τρόφιμα που του άνηκαν. Αν φρόντιζαν για τις διανομές αυτές θα μπορούσε σε μεγάλο βαθμό ν’ αποφευχθεί ο φοβερός χειμώνας του 41 που σκόρπισε το θάνατο σε τόσες χιλιάδες Ελληνες. 

Ολος ο οπλισμός παραδόθηκε ανέπαφος στον καταχτητή. Κι' όμως επάνω στα βουνά μας μπορούσε πολύτιμα πολεμικό υλικό να κρύβει και ν’ αρχίσει η οργάνωση ενός συστηματικού κλεφτοπολέμου που αποδείχτηκε πόσο ρεγάλο ρόλο παίζει για την τελικό νίκη τού πολέμου. Για όλα αυτά δεν νοιάζονται οι περίφημοι εθνικοί Κυβερνήτες. Αντίθετα φρόντισαν να τον παραδώσουν στα χέρια του καταχτητή ανέπαφο μαζί με την πέμπτη φάλαγγα που δημιούργησαν κι’ όλο το φοβερό μηχανισμό καταπίεσης, που ολόκληρα χρόνια εφάρμοζαν κατά του Ελληνικού Λαού. Χιλιάδες λαϊκοί Αγωνιστές χρόνια κλεισμένοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης παραδόθηκαν στα χέρια των καταχτητών. Ο Ελληνικός Λαός ποτέ δεν θα ξεχάσει το μεγάλο αυτό έγκλημα της παράδοσης των ηρωικών του παιδιών και του μεγάλου Ζαχαριάδη, δεμένων, στα χέρια του ποιό φοβερού δήμιου. Κι’ αυτοί οι αγωνιστές ήταν όπως αποδείχτηκε η καλύτερη εγγύηση για την οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Εκατοντάδες χιλιάδες φάκελοι για τα πολιτικοκοινωνικά φρονήματα των  Ελλήνων παρεδόθησαν στον καταχτητή μαζί με τις Ασφάλειες του Μανιαδάκη  ενισχυμένες από το Γονατά, για να οδηγούν τον απαίσιο καταχτητή στο εξοντωτικό του έργο και τους Ελληνες στα Γερμανικά Κατύν.

Τη φροντίδα της κυβέρνησης για την ενίσχυση των καταχτητών στο έργο τους αποδείχνει και τούτη η χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Δέκα πέντε μέρες πριν φύγουν, ο Μανιαδάκης διέταξε να πιάσουν το γνωστό Μανωλέα και τους άλλους χαφιέδες του και τους έβαλε να υπογράψουν δήλωση πως καταδικάζουν την εξωτερική πολιτική της Κυβέρνησης της 4ης Αύγουστου. Πώς ο πόλεμος αυτός που έγινε ήταν εγκληματικός και πως τάσσονται ολόψυχα στο πλευρό της Γερμανίας Φοβήθηκε ο Μανιαδάκης μήπως ο Μανωλέας κι’  όλο το χαφιεδολόι  δεν πάει με τούς Γερμανούς. Αδικος βέβαια ο φόβος του, μα πόσα δε λέει η λεπτομέρεια αυτή.

Το υπουργείο Εθνικής Αμύνης, με το γνωστό πράκτορα των Γερμανών Μπάκο, το Μπαλή, το Βόρσα και άλλους οργάνωσαν από την πρώτη στιγμή τον  Ιταλοελληνικό σύνδεσμο και φρόντισαν να καλλιεργήσουν το πνεύμα της υποταγής στον καταχτητή και πάρα πέρα το πνεύμα της συνεργασίας.

Εφθασαν στο σημείο να παραδώσουν στους καλούς ηρωικούς συναδέλφους τους όπως το Συν/χη Δαβάκη για ομήρους που οι Ιταλοί τους έπνιξαν κατά τη μεταφορά τους στην Ιταλία. Αργότερα το υπουργείο Εθνικής Αμύνης ενισχυμένο με μερικούς απότακτους του 1935 με επικεφαλής τους «Δημοκρατικούς» Διαλέτη, Ντερτιλή, Παπακυριαζή, Χριστοδουλάκη, Πλυτζανόπουλο, Λιάκο και πολλούς άλλους, οργάνωσαν στρατό, τα περίφημα τάγματα Ασφαλείας που σήμερα είναι το καλύτερο στήριγμα των γερμανών στην πατρίδα μας. 

Σε κάθε πόλη με την ενίσχυση των στρατηγών της λεγομένης στρατιωτικής Ιεραρχίας οργάνωναν Φρουραρχεία, κι' έφτασαν να ξαναϊδρύσουν το Α.' Σώμα Στρατού. Οι Γερμανοί τα οπλίζουν και θέτουν τα τάγματα κάτω άπ’ την άγρυπνη καθοδήγησή τους, Ο Διαλέτης βγάζει εμπιστευτικές διαταγές στους αξιωματικούς για την πλαισίωση των ταγμάτων και για τη συμμετοχή τους στις εκστρατείες εναντίον της Πελοποννήσου, Εύβοιας και άλλου.

Να τι λέει σε μια τέτοια διαταγή του ο Διαλέτης στους αξιωματικούς που τη στέλνει. (Άριθ. Έπιστ. Πρωτ. 15858)24-3-44. ’Εντέλλομαι όπως παραλάβητε τό προσημειομένον φύλλον πορείας καί εύρίσκεσθε περί ώραν 19 είς τόν σιδηροδρομικόν σταθμόν ΐνα άναχωρήσετε διά Χαλκίδα. ”Αν δέν συμμορφωθείτε θά φέρετε άκεραίαν τήν ευθύνην άπέναντι του ύπουρνού καί τών στρατιωτικών 'Αρχών Κατοχής. "Υπογραφή Διαλέτης.)

Το ποιόν των τσολιάδων είναι γνωστό. Ενας  αστυνόμος δήλωσε πως στην περιφέρειά του οι κλοπές και οι διαρρήξεις ελαττώθηκαν κατά 80% από τότες που όλοι οι αλήτες βρήκαν δουλειά στα τάγματα. Ελαττώθηκαν βέβαια στις συνοικίες, άλλα από επίσημα στοιχεία των αστυνομικών τμημάτων βγαίνει πώς από τσολιάδες και Ειδική Ασφάλεια με συνεταίρους τους Γερμανούς έχουν διαπραχθεί εκατοντάδες ληστείες και στα πιο κεντρικά ακόμη μέρη της Αθήνας και του Πειραιά και μερικές χιλιάδες κλοπές και διαρρήξεις. Είναι επίσης γνωστό πως από τις φυλακές Συγγρού με εντολή του Ράλλη απολύθηκαν πολλοί κατάδικοι εγκληματίες, διαρρήκτες και κλέφτες αφού δήλωσαν και κατατάχτηκαν στα τάγματα Ασφαλείας. Αυτές είναι οι ορδές που οι Γερμανοί, ο Γονατάς και ο Ράλλης ρίχνουν κατά των συνοικιών της Αθήνας, κατά του ηρωικού Λαού των επαρχιών και των ανταρτών μας.

Δίνουμε μια εικόνα, Γερμανόδουλη κι’ αντεθνική, από τις πολλές που έχουμε για τη δράση των τσολιάδων. Τα μεσάνυχτα της 15 του Μάρτη ξεκίνησε από το υπουργείο Ασφαλείας μια φάλαγγα με αυτοκίνητα από τσολιάδες, χωροφύλακες και γερμανούς για την Καλογρέζα με επικεφαλής τον Πλυτζανόπουλο, το Γκίνο. το Λάμπου και τον Μπός. Εζωσαν όλο το συνοικισμό. Τα χαράματα άρχισε η ηρωική εξόρμηση. Μπήκαν στα σπίτια τα λεηλάτησαν κι έπιασαν όλους τους άντρες του συνοικισμού. Τους έβαλαν γονατιστούς γύρω απ’ το σχολείο που είχαν το επιτελείο τους και τους κράτησαν με τα χέρια ψηλά όλη την ημέρα.

Διάλεξαν απ’ αυτούς με κατάλογο 5, τους πήραν στο σχολειό κι’ άρχισαν να τους χτυπούν τόσο που τους έκαναν αιμόφυρτη μάζα. Ανάμεσα σ' αυτούς και μια νέα κοπέλα 18 χρονών που αφού την έγδυσαν τελείως της έκαψαν τα βυζιά και της τύλιξαν το κορμί με το σύρμα ενός βούρδουλα Αφού τελείωσε το μαρτύριο αυτό διάλεξαν άλλους 19 εργάτες τραβώντας τους από τα μαλλιά και τους παράδωσαν στο εκτελεστικό απόσπασμα του Μπές, των διερμηνέων του, των τσολιάδων και των χωροφυλάκων. Θα μείνουν αξέχαστα για τις μελλούμενες Ελληνικές γενιές τα τελευταία λόγια ενός εργάτη  προς το Λάμπου και Πλυτζανόπουλο: «Από σάς δέν ζητάμε τίποτε. Πεθαίνουμε μόνο μέ τό παράπονο πώς δέν προφτάσαμε νά ζήσουμε στήν έλεύθερη 'Ελλάδα έστω καί μιάν ώρα».

Αφού εκτέλεσαν αυτούς τους 24 ήρωες με τη γνωστή γερμανικά μέθοδο Κατόν σώριασαν στ’ αυτοκίνητα τους 200 άνδρες του συνοικισμού και τους τράβηξαν στο Χαϊδάρι οι γερμανοί σαν υλικό για σφάξιμο. Σπαραχτικές κραυγές και κατάρες συνόδεψαν τους απαίσιους κακούργους. Η εκδίκηση φώλιασε βαθειά μέσα στα στήθια της ηρωικής Καλογρέζας,

Δεν μπορούμε να περιγράψουμε εδώ όλες τις άλλες παρόμοιες περιπτώσεις της δράσης των τσολιάδων στην Κοκκινιά, στη Γούβα, στο Βύρωνα, στην Καισαριανή. Λεηλασίες, βιασμοί γυναικών, εκτελέσεις. Αρκεί να αναφέρουμε μόνο ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο στην Κοκκινιά. Όταν έπειτα από 48 ώρες κατόρθωσαν να σπάσουν την ηρωική άμυνα των κατοίκων της Κοκκινιάς oι τσολιάδες, οι χωροφύλακες, οι Λάμπου και  Πλυτζανόπουλος, ζήτησαν από  τον επικεφαλής Γερμανό, να βάλουν φωτιά σ’ όλη την Κοκκινιά. Να πώς τους απάντησε ο γερμανός αξιωματικός με το διερμηνέα του:  «Μα είσθε Ελληνες;  Είσθε Βούλγαροι; Είστε έστω και γερμανοί;». Ισως να σκέφτονταν ο γερμανός αυτή την ώρα πώς ποτέ δε θα διέταζε ξένους στρατιώτες να κάψουν μια γερμανική πόλη, ενώ οι γερμανοβουλγαροτσολιάδες δεν είχαν κανένα δισταγμό να κάψουν όλες τις Ελληνικές πόλεις.

Στις επαρχίες που εκστράτευσαν οι τσολιάδες, οι ληστείες, οι βιασμοί, οι σφαγές, οι εμπρησμοί σπιτιών και ολόκληρων χωριών ήταν στην ημερησία διάταξη. Τα χωριά της Αττικής, η Εύβοια, ο Μωρηάς, το Αγρίνιο κάτω από τη δεσποτεία του Παπακυριαζή, του Λιάκου, του Βρετάκου, του Παπαδόγκωνα, του Κουρκουλάκου, του Κέντρου, του Τολιόπουλου και των γερμανών γνώρισαν ημέρες φρίκης.

Δίνουμε μερικά στοιχεία που έχουμε για την δράση τους στην Εύβοια. Στις 7 του Μάρτη ξεκίνησε από τη Χαλκίδα μικτή φάλαγγα από γερμανούς και τσολιάδες. Επικεφαλής των τσολιάδων ήταν ο περιβόητος Νομάρχης και στρατηγός Λιάκος. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ είχαν περάσει στις απέναντι ακτές και έτσι ο δρόμος ήταν ανοιχτός. Το εκστρατευτικό σώμα έφτασε στο χωριό Στροφλιά. Επιασαν τη δασκάλα του  χωριού μαζί με τη μητέρα της. Πρώτος βίασε τη δασκάλα ο επικεφαλής γερμανός ταγ)χης και υστέρα παράδωσε μάνα και κόρη γυμνές στους τσολιάδες. Πέρασαν πάνω από τις δύο γυναίκες όλοι οι τσολιάδες μέχρι ότου οι γυναίκες ξεψύχησαν, Ύστερα απ’ αυτό έβαλαν στα γεννητικά όργανα των γυναικών δύο μυτερά παλούκια και τις κρέμασαν. Εκαψαν 7 σπίτια και έφυγαν.

Σ’ άλλο γειτονικό χωριό κρέμασαν με τα πόδια ψηλά τη γυναίκα του αγροφύλακα 8 μηνών έγγειο και την έδειραν μέχρι θανάτου. Απ' όλα τα χωριά που πέρασαν πήραν ότι βρέθηκε μπροστά τους, λάδι, στάρι, αυγά, κότες, προίκες κοριτσιών και ότι υλικό αγαθό αποκτημένο με κόπο και σκληρή δουλειά. Σε κάθε χωριό έκαψαν 5-6 σπίτια πατριωτών, έκαναν μερικές εκτελέσεις και έπαιρναν όμηρους.

Συνεχίζοντας αυτές τις επιχειρήσεις έφτασαν στα τέλη του Μάρτη στο Ξηροχώρι, ιδιαίτερη πατρίδα του Λιάκου. Εκεί πληρώθηκαν για τη δράση τους. Ο απαίσιος  Λιάκος,  2 αξιωματικοί του και 27 τσολιάδες βρήκαν το θάνατο απ’ τον εκδικητή ΕΛΑΣ. Η  πορεία τους έτσι σταμάτησε και γύρισαν πίσω υπό την προστασία των Γερμάτων. Στο δρόμο εκτελούσαν όποιον εύρισκαν. Δολοφόνησαν άγρια με μέθοδο Κατύν 22 διαλεχτούς πολίτες μεταξύ των όποιων και τους Καθηγητές  Ιστιαίας, Κωνσταντίνου και Τηλιακό. Μετέφεραν μαζί τους και 300 ομήρους και τους παρέδωσαν στ’ αφεντικά τους, τους Γερμανούς. 

Αφού πέρασαν μερικές μέρες άρχισαν καινούργια εκστρατεία. Ο λαός εγκατέλειπε τα πάντα και έφευγε προς τα βουνά ξέροντας τί τον περίμενε. Εμπρησμοί χωριών, βιασμοί γυναικών, ληστεία. Στο χωριό Λυγαριά έφτασαν στο σημείο να κάψουν και το εικονοστάσι της εκκλησιάς. Στα Καμάρια έσφαξαν ζώα πάνω στην Άγία Τράπεζα. Στους Γιαλλατσάδες έκοψαν και το σχολείο. Στο Μουρσαλή έπιασαν ένα μικρό τσοπανόπουλο που τρομοκρατημένο άρχισε να τρέχει μόλις τους είδε και πήραν το κοπάδι αφού έδειραν σκληρά το τσομπάνο. 

Στο χωριό «Αγιος» έκαψαν 7  σπίτια. Στο χωριό Σινοσό έκοψαν 32 σπίτια και έπιασαν 28 ομήρους. Στη Βουργουβίτσα έκλεψαν ότι βρήκαν. Από το μοναστήρι του Αϊ-Γιώργη πάνω από την Αιδηψό, πήραν όλα τα χρυσά Ιερά σκεύη και έδειραν τον ηγούμενο που διαμαρτυρήθηκε. Ετσι αφού λήστεψαν όλη την Εύβοια φόρτωσαν τα κλεμμένα σε ζώα και κάρα που κατάσχεσαν και γύρισαν πάλι στις Γούβες. Δεν ξέχασαν ακόμη να κατασχέσουν και τα τρόφιμα που ο Δ.Ε.Σ. είχε στείλει για την ανακούφιση του λαού της Εύβοιας.

Αυτή είναι μια μικρή εικόνα της τρομοκρατίας που ζει καθημερινά ο Ελληνικός λαός στην ύπαιθρο. Για τα εγκλήματα αυτά των ορδών του Σίμαναν - Γόνατα είναι υποχρεωμένος να μιλήσει ο Παπανδρέου αν πραγματικά θέλει να εξυπηρετήσει την Εθνική ενότητα που δεν μπορεί να είναι άλλη από την ενότητα ενάντια στους Γερμανούς και στα όργανά τους.

Μια ακόμα σελίδα αίματος και φρίκης γράφουν οι τσολιάδες στα κρατητήριά τους. Έχουν οργανώσει ειδική υπηρεσία για συλλήψεις και βασανιστήρια. Στο Γουδί, στου Μαργαρίτη, στα Πατήσια, στα υπόγεια του τάγματος φρουράς Αγνώστου Στρατιώτου, οδηγούνται εκεί τα προδομένα από τον ΕΔΕΣ και τον ΠΑΣ θύματά τους. Υποβάλλονται σε μεσαιωνικά βασανιστήρια και σπάνια βγαίνουν ζωντανοί για να δεχτούν τις σφαίρες από τα εκτελεστικά αποσπάσματα. 

Αναφέρουμε την περίπτωση του ηρωικού γέρου καθηγητή Βαγγέλη Λαδά που πέθανε από τις πληγές των βασανιστών, του ήρωα Μουρτσαπίδη που βρέθηκε πεταγμένος στο ρέμα του Ιλισού με μια χούφτα αλάτι στο στόμα, την ηρωίδα Υπερηφανίδου που της έκοψαν τα βυζιά και πέθανε μέσα σε φριχτά βασανιστήρια, το Δ. Μουζενίδη που του όργωσαν το κορμί και του βαλαν αλάτι στις πληγές, το δικηγόρο Αντύπα, που αφού τον  βασάνισαν τον πότισαν με βιτριόλι, το φοιτητή Γιώργο... τον οποίο αφού βασάνισαν τον πέταξαν από το παράθυρο του στρατώνα Μαργαρίτη και εκατοντάδες άλλες περιπτώσεις .

Κρατάμε ακριβείς σημειώσεις όλων τν εγκλημάτων και τα ονόματα των βασανιστών – δημίων αλλά και εκείνων που τα διέταξαν. Ολοι οι Κουκόπουλοι και οι εμπνευστές τους δεν θα ξεφύγουν από τη δικαιοσύνη.

Παράλληλη δράση οργάνωσε και το υπουργείο των Εσωτερικών με τον Τοβουλάρη, με την Ειδική Ασφάλεια και τα παραρτήματά τους.
Δεν θα επιμείνουμε στην περιγραφή της δράσης των θυτών. Είναι πολύ γνωστή. Τονίζουμε μόνο ότι στην Ειδική, μεγάλο ρόλο έπαιξαν και παίζουν οι οργανώσεις ΕΔΕΣ και ΠΑΣ. Ειδική γερμανική υπηρεσία εγκατεστημένη εκεί εποπτεύει στα βασανιστήρια και μεταφέρει στα δικά της κρατητήρια της οδού Μέρλιν και Αβέρωφ όσους κρατουμένους θέλει ο Μόρφης, ο Παναγιωτόπουλος, ο Κουμουράς, ο Παναγιωτακόπουλος, ο Μητρόπουλος, ο Μιχαλέας  και οι άλλοι  κάτω από την καθοδήγηση των  Γκίνου – Λάμπου-Γερμανών, σημειώνουν δράση κανιβάλων.
Υποδιευθυντής της Ειδικής  Ασφάλειας είναι ο γνωστός αντ)ρχης Πάτερης, αρχηγός της ιδιαίτερης φρουράς του Γκλύξμπουργκ. Το υλικό που χρησιμοποιείται στην Ειδική Ασφάλεια είναι παρόμοιο με των τσολιάδων. Συχνά διαβάζουμε στα αστυνομικά δελτία ληστείας, διαρρήξεις και λεηλασίες σπιτιών από όργανα της Ειδικής που πάνε να κάνουν έρευνες.

Αντίθετα με τους χωροφύλακες και τους τσολιάδες οι καταχτητές και τα όργανά τους δε μπόρεσαν να τραβήξουν παρά ένα μέρος μικρό της Αστυνομίας Πόλεων στο δρόμο της προδοσίας και του εγκλήματος, παρά τις επίμονες προσπάθειες του Αρχηγείου της Αστυνομίας Πόλεων και του Υπουργείου των Εσωτερικών.

Δίνουμε ένα μόνον δείγμα της προσπάθειας αυτής να παρασύρουν την Αστυνομία στο δρόμο τους. Πρόκειται για μια εμπιστευτική εγκύκλιο του Τοβουλάρη που την κοινοποιεί με την υπογραφή του ο Σαμπάνης με ημερομηνία 4/2/44. Να τι γράψει. «Το αρμόδιο Γραφείο δίωξης Κομμουνισμού ανακοινώνει εις όλες τι ς υπηρεσίες ότι από 7-2-44 το ΚΚΕ θα αποστείλει εις τις συνοικίες ένοπλα συνεργεία του ΕΛΑΣ δι’  αναγραφήν συνθημάτων. Διά τούτο εντέλλομαι όπως σχηματισθούν Ειδικοί περίπολοι από αστυνομικούς πεπειραμένους εις την σκοπευτικήν και υγιών αρχών όπως άμα τή έμφανίσει τοιούτων συνεργείων έκτελώσι έπί τόπου τούς γράφοντας. Κατάστασιν ονομάτων των εκτελεσμένων, Αποστέλλετε αυθημερόν είς  γραφείον Υπουργείου ’Εσωτερικών».

Σοβαρό ρόλο στις προσπάθειες αυτές έπαιξε ο «Δημοκρατικός» Αστυνομικός I. Πανόπουλος που διακρίνεται για το βαθύτατο μίσος του εναντίον του Λαού. Διορισμένος για  μικρή περίοδο κοντά στον Ταβουλάρη αναδιοργάνωσε την υπηρεσία δίωξης κομμουνισμού τοποθετώντας επί κεφαλής το Ρακιντζή και Διοικητή Γενικής  Ασφάλειας τον περίφημο Μπουραντά. Η δράση του τελευταίου ως επικεφαλής των μηχανοκινήτων της 'Αστυνομίας Πόλεων είναι εφάμιλλη με τη δράση των γερμανοτσολιάδων και της ειδικής με την οποίαν συνεργάζεται στενότατα. Καθημερινά βρίσκεται στο γραφείο του Λάμπου και του Μπός..

Εχουμε υπόψη μας όλες τις περιπτώσεις συνεργασίας οργάνων της Αστυνομίας Πόλεων με τους καταχτητές. Ξέρουμε ποιους και πόσους έπιασαν και ποιους παράδωσαν στους Γερμανούς όπως και τις διώξεις που έκαμαν στο Σώμα της ’Αστυνομίας.

Τελειώνοντας το κεφάλαιο για την επίσημη αυτή προδοσία δώσαμε ορισμένα μόνο στοιχεία για τον μηχανισμό  της τυραννίας που  οι προδότες έβαλαν στη διάθεση των καταχτητών. Απ’ όλα τ' άλλα Υπουργεία δόθηκε στους καταχτητές η ανάλογη βοήθεια που ζήτησαν. Υπουργοί και ανώτατοι κρατικοί υπάλληλοι, εξυπηρέτησαν τους καταχτητές χωρίς να κρατήσουν ίχνος Ελληνικής συνείδησης. Πρόκειται για κείνους που θησαύρισαν με τη συνεργασία τους  μ’ αυτούς, για κείνους που έπαιρναν μέρος σε πλουσιοπάροχα δείπνα μαζί τους, κι’ έκαναν κάθε τι που θα ωφελούσε την υπόθεση τους εις βάρος της Πατρίδας και του ελληνικού Λαού. 

Αλλά για τη δράση των Τσιρονίκων και Παυλάκηδων θα χρειάζονται να γραφούν ειδικές μελέτες που ξεφεύγουν  από τα όρια της μελέτης αυτής.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Έλληνες και Τούρκοι πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή: ίδιες ιστορίες, άλλα λόγια


Την Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου, είναι η επέτειος της φωτιάς που έκαψε τη Σμύρνη το 1922 και έδωσε βίαιο τέλος στη μικρασιατική εκστρατεία και τα όνειρα για τη «Μεγάλη Ελλάδα». Τις μέρες αυτές, η Τουρκία τις γιορτάζει για την επιτυχή κατάληξη του «Πολέμου της Σωτηρίας», ενώ στην Ελλάδα η κοινωνία θυμάται και πενθεί τη Μικρασιατική Καταστροφή –το ίδιο γεγονός.
Σε δύο συνέχειες, το inside story ανατρέχει στη λογοτεχνία των δύο λαών από την αρχή του εικοστού αιώνα μέχρι το 1922 και καταγράφει μέσα από αυτήν την ιστορική πορεία τους και τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο μιλούν για τα ίδια γεγονότα. Στο σημερινό άρθρο θα φτάσουμε μέχρι το 1918 και το τέλος του Α'Παγκόσμιου Πολέμου που άφησε τους μεν Έλληνες της Πόλης και της Μικρασίας να αγωνιούν για το αν θα μπορέσουν να παραμείνουν στις πατρίδες τους, τους δε Τούρκους να θρηνούν για την απώλεια των Βαλκανίων και να καλούν για εκδίκηση.
Δύο παράλληλα εθνικά αφηγήματα

Για τους Έλληνες της Πόλης και της Μικράς Ασίας που τα έζησαν και έγραψαν γι’ αυτά, τα ταραγμένα χρόνια μέχρι το 1918 αποτέλεσαν τη μετάβαση από την ευμάρεια και την ειρήνη της απολυταρχίας του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ  (που κυβέρνησε από 1876 έως το 1909) στον ξεριζωμό, που για πολλούς δεν ήρθε το 1922 αλλά αρκετά νωρίτερα. Πολλοί συγγραφείς αναφέρονται στην εποχή ως «δίσεχτα χρόνια», όταν ο κόσμος όπως τον γνώριζαν κατέρρευσε, ενώ η πίστη τους για την παραμονή στις πατρίδες τους κλονίστηκε. Ο τίτλος Σαν τα τρελλά πουλιά του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος της Μαρίας Ιορδανίδου απηχεί εύγλωττα το πώς έβλεπε η Οθωμανική ρωμιοσύνη την επισφαλή θέση της σε έναν κόσμο όπου «τίποτε δεν ήταν πια όπως παλιά».
Την ίδια στιγμή η τουρκική λογοτεχνία, που μέχρι την Επανάσταση των Νεοτούρκων (1908)  παρουσίαζε τον Έλληνα ως έναν χαρακτήρα, αναπόσπαστο μέλος του Οθωμανικού εθνοτικού μωσαϊκού, πολύ συχνά θετικά και με ενσυναίσθηση, μεταστρέφεται προς έναν λόγο εθνικιστικό. Ιδίως μετά τους Βαλκανικούς, οι Τούρκοι συγγραφείς παρουσιάζουν τον Έλληνα αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα του μίσους. Από την αγωνία να περισωθεί η Οθωμανική αυτοκρατορία, οι Τούρκοι περνούν στην αγωνία να κρατηθεί η ίδια η Μικρά Ασία, που θεωρείτο μέχρι τότε αυτονόητη. Τα δύο εθνικά αφηγήματα βαίνουν παράλληλα, αλλά σπανίως συναντιούνται.
Η «χρυσή περίοδος» της ρωμιοσύνης: η νοσταλγία του χαμένου παραδείσου
Από πολλά κείμενα των Ελλήνων της Πόλης και της Μικρασίας ξεπροβάλλει μια ειδυλλιακή εικόνα της ζωής στην «παλιά Τουρκία», πριν τη Νεοτουρκική Επανάσταση. Πρόκειται για την Οθωμανική αυτοκρατορία μετά τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις των Τανζιμάτ (1839 και 1856), που έφεραν την ισοπολιτεία μουσουλμάνων και μη-μουσουλμάνων και δημιούργησαν σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες για τους τελευταίους. Ο «χρυσός αιώνας» της ρωμιοσύνης (1850-1913) ήταν μια περίοδος ευμάρειας. Η Οθωμανική αυτοκρατορία, παρότι χρεοκοπημένη, βρισκόταν σε τροχιά εκσυγχρονισμού και δυτικοποίησης. Ο απλός κόσμος «είχε το κεφάλι του ήσυχο»: οι πόλεμοι και οι ταραχές συνέβαιναν μακριά –στην Κρήτη, τη Μακεδονία, τις αρμενικές επαρχίες– πολύ μακριά για να ταράξουν τη γαλήνη των Ρωμιών της Πόλης και της Μικράς Ασίας.
 Κατάστημα με λάμπες, ναργιλέδες, υφάσματα, πιθανότατα στο Grand Bazaar, περίπου 1870. [Maison Sadullah & Cie / G. Berggren]
«Σ’ εκείνη την παλιά καλή εποχή», γράφει στη Λωξάντρα  η Πολίτισσα Μαρία Ιορδανίδου, «ο καθένας κοίταζε το σπιτάκι του και την καλοπέρασή του, και πίστευε πως ο κόσμος όπως ήταν, είναι και θα είναι και πως η Κωνσταντινούπολη πάντα θα μυρίζει ρωμιοσύνη. Και άλλοι πόλεμοι γίνανε, όμως κανείς δεν πήρε χαμπάρι. Να, τότες με τον Κριμαϊκό. Τι έκανε λέει; Πόλεμος; Πού είναι ο πόλεμος; Για καλό μας είναι ή για κακό μας; Ποιος πήρε χαμπάρι πως στην Κρήτη ξέσπασε επανάσταση και πως η χρεοκοπημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία με δυσκολία την κατάπνιξε; Όταν ανατράπηκε και δολοφονήθηκε ο Σουλτάν Αζίζ, η Λωξάντρα το ‘μαθε τυχαία».

Mοντέλα φορούν εθνικές φορεσιές από την πολυπληθυσμική Κωνταντινούπολη: Αρμένισσα νύφη, Εβραία γυναίκα της Πόλης και νεαρή Ελληνίδα, 1873. [Sébah, Pascal]

Οι μικροαστοί ήρωες της Λωξάντρας ζουν στην σκιά της ιστορίας, αποδεχόμενοι παθητικά τα γεγονότα που δεν μπορούν να επηρεάσουν. «Δεν σκοτίζουνταν τότε στην Πόλη ο κόσμος για τα πολιτικά, γιατί οι Σουλτάνοι, έτσι κ’ έτσι, κάναν ό,τι θέλαν και κανέναν δε ρωτούσαν. [Οι Ρωμιοί] κατάφεραν με την καπατσοσύνη τους να ζουν και να πλουτίζουν και να κατακυριεύουνε τη γη. Στρατιωτική θητεία δεν κάνανε, γιατί οι Τούρκοι φοβούνταν να τους δώσουν όπλο στα χέρια. Με καμιά πενηνταριά γρόσια γλίτωναν τη θητεία, και αν δεν ανακατεύονταν στα εσωτερικά της χώρας, αν δεν είχαν πολύ πάρε-δώσε με Τούρκους και τούρκικες υπηρεσίες και δικαστήρια, αν ήξεραν να λαδώνουν χούφτες, η δουλίτσα τους γίνουνταν».
Σε συνέντευξή του με αφορμή το μυθιστόρημά του Στου Χατζηφράγκου,ο Σμυρναίος Κοσμάς Πολίτης  είχε μιλήσει για «την ελευθερία που νιώθαμε όταν ζούσαμε στη Σμύρνη: δεν είχαμε καμιάν ενόχληση από τους Τούρκους, τουλάχιστον ως το 1914· κι εκείνο το συναίσθημα της καλοπέρασης, της αφθονίας, βασισμένο, βέβαια, και αυτό στο καθεστώς των διομολογήσεων. Αλλά και στο εσωτερικό της Μικρασίας επικρατούσε κατά κανόνα ομόνοια ανάμεσα στους Τούρκους και τους Έλληνες». Ένας από τους ήρωές του λέει: «Ώσαμε το ’14, οι Γραικοί εμείς ήμασταν τσελεμπήδες (άρχοντες). Περνούσαμε όμορφα κι ευτυχισμένα».
Άμαξες και τρόλεϊ στην προκυμαία της Σμύρνης. Αριστερά διακρίνεται το παλιό Πασαπόρτι (Κουμερκάκι) και δεξιά τα γνωστά ξενοδοχεία Kraemer και Huck. [Library of Congress]
H Σμύρνη καθώς βομβαρδίζεται από τους συμμάχους, 21 Mαρτίου 1915. [Library of Congress]
Στο αυτοβιογραφικό Οι νεκροί περιμένουν η μεγαλωμένη στο ΑϊδίνιοΔιδώ ΣωτηρίουΆρθρο για τη Διδώ Σωτηρίου στην kathimerini.gr παρουσιάζει εξίσου ονειρικά «τα παλιά τα χρόνια», πριν τον Μεγάλο Πόλεμο. «Τότε, μάλιστα, περνούσαμε ζωή χαρισάμενη. Έτρεχε ο παράς, αδερφέ, έτρεχε σαν το νεράκι απ' τη βρύση...» Μιλά για «μια χώρα με χώματα καρπερά, ευλογημένα, χορτάτα» όπου «όλα εκείνα τα ξυπόλυτα εργατόπαιδα, Τουρκάκια κι Ελληνόπουλα, παίζανε φιλιωμένα, όπως παίζαμε κι εμείς, όταν τύχαινε, με τα παιδιά των μπέηδων». Καπάτσοι οι Ρωμιοί, ξέρουν να χειρίζονται τον Τούρκο. «Ο γείτονάς μας, ο Κωστάκι-εφέντης, που ήταν διορισμένος στα τούρκικα δικαστήρια, υποστήριζε πως μ' ένα φέσι κι ένα καλό μπαξίσι τον ξεγελάς σίγουρα τον Τούρκο και του παίρνεις το έχει του: Κι αν του προσφέρεις και κανένα ουζάκι με λίγη φιλία για μεζέ, του παίρνεις και την καρδιά του».
Οι διαμελισμοί της αυτοκρατορίας και οι διακοινοτικές εντάσεις

Την εικόνα αυτή του χαμένου παραδείσου που έμεινε από μια εποχή που είχε κι αυτή τα προβλήματά της, εξηγεί εν μέρει η ρήση του αμερικανού δημοσιογράφου Herb Caen πως «η νοσταλγία είναι η μνήμη που της έχει αφαιρεθεί ο πόνος».
Γεγονός είναι ότι, ενώ οι ταραχές και οι ανατροπές της περιόδου είναι πολλές, στους Πολίτες και τους Μικρασιάτες δεν φθάνει παρά ο μακρινός τους απόηχος. Η Οθωμανική αυτοκρατορία είναι σε σταθερή υποχώρηση. Λίγο μετά την ελληνική επανάσταση, χάνει σχεδόν όλα της τα εδάφη στη Βόρεια Αφρική –η Αλγερία και η Τυνησία γίνονται γαλλικές αποικίες, η Αίγυπτος αυτονομείται. Από τα μέσα του 19ουαιώνα η Κρήτη σπαράσσεται από επαναστάσεις και σφαγές μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων.
Κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878, μέρος της Βουλγαρίας ελευθερώνεται, ενώ οι Ρώσοι προελαύνουν έως τον Άγιο Στέφανο στα προάστια της Πόλης. Και η μεν Λωξάντρα «κατέβασε το σαμοβάρι που τους είχε φέρει ο καπτάν Γκίκας απ’ την Οντέσσα και το γυάλισε, το ετοίμασε, τι ξέρεις; Μπορεί να μπαίνανε και στο Μακροχώρι οι Ρώσοι. Ένα τσάι να μην τους κάνει τους ανθρώπους;», οι μουσουλμάνοι, ωστόσο, τρομοκρατούνται: τα ρώσικα κανόνια αντηχούν μέχρι την Πόλη, που την κατακλύζουν λίγο αργότερα μουσουλμάνοι πρόσφυγες. Στον ίδιο πόλεμο, οι Ρώσοι καταλαμβάνουν τμήμα του Οθωμανικού Καυκάσου.
Η αυτοκρατορία είναι ο Μεγάλος Ασθενής που χαροπαλεύει. Σαν προειδοποίηση στους Ρωμιούς για το τι μέλλει γενέσθαι έρχονται οι τρομερές σφαγές των Αρμενίων τα έτη 1894-1896, που δίνουν στον Αβδούλ Χαμίτ το προσωνύμιο «Κόκκινος Σουλτάνος» . Αν οι ανατολικές επαρχίες είναι πολύ μακριά από τους Ρωμιούς, η τρομερή σφαγή χιλιάδων Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη εκτυλίσσεται μπροστά στα έντρομα μάτια τους. Στην Λωξάντρα η Ιορδανίδου περιγράφει τον απόηχο της σφαγής παραστατικά: «Τα αίματα από τα πεζοδρόμια τα γλείψανε οι σκύλοι και η ζωή άρχισε να κυλά σαν να μην έγινε τίποτα». Οι Ρωμιοί όμως ακόμα δεν βγαίνουν από τον λήθαργο.
Περισσότερο τους αγγίζει ο πόλεμος του 1897 με την Ελλάδα, που ξεσπά με αφορμή τις σφαγές στην Κρήτη. Ρωμιοί το σκάνε να πολεμήσουν εθελοντές για την Ελλάδα. «Ο Επαμεινώντας στάθηκε μπροστά στο μπουφέ. Η Πατρίδα, λέει, χρειάζεται τα παιδιά της τα υποδουλωμένα. Μεγάλα πράγματα γίνουνται. Οι Έλληνες βαδίζουνε να πάρουνε την Πόλη. Έφυγε στα τέλη του Απρίλη, αλλ’ ώσπου να φτάσει στην Αθήνα και να καταταγεί, οι Τούρκοι είχαν φτάσει στη Λαμία και ο Γεώργιος έγραφε γράμμα βιαστικά στον Τσάρο να κάνει ό,τι κάνει για να σταματήσει το κακό», γράφει η Ιορδανίδου στη Λωξάντρα. Προς αγανάκτηση των Τούρκων, η πανωλεθρία της Ελλάδας δεν αποτρέπει την απώλεια της Κρήτης. Μετά τη σφαγή Ελλήνων και Βρετανών στα Χανιά, οι Μεγάλες Δυνάμεις την ανακηρύσσουν αυτόνομη «Κρητική Πολιτεία», με τον γιο του Έλληνα βασιλέα ως αρμοστή. Αρχίζει η σταδιακή έξοδος των Τουρκοκρητικών προς την Μικρά Ασία...
Κρήτες πρόσφυγες λαμβάνουν συσσίτιο στην Αθήνα, 1897. [ Underwood & Underwood]
Στα κείμενα των Ρωμιών εμφανίζονται ενίοτε αναφορές στις ελληνοτουρκικές εντάσεις της περιόδου. Στο Στου Χατζηφράγκου, ο Πολίτης παρουσιάζει τον Τούρκο κομισάριο Χαφούζ Εφέντη, πρόσφυγα από τη Θεσσαλία, να προειδοποιεί τον παπα-Νικόλα: «Να πεις του δευτερόπαπά σου, του παπα-Χαροκόπου, να μην πουλάει λαχεία του στόλου. Ποιος να τον σπιόνεψε άραγε... Φεύγοντας ο παπα-Νικόλας πασπάτεψε μηχανικά την τσέπη του, μέσ’ από το ράσο. Είχε κι αυτός απάνω του λαχεία του στόλου». Η στήριξη από πολλούς Ρωμιούς της ελληνικής πολεμικής προσπάθειας και ιδίως οι έρανοι για τον ελληνικό στόλο δεν διαφεύγουν της προσοχής των διαβόητων κατασκόπων του Αβδούλ Χαμίτ και προκαλούν την οργή της τουρκικής κοινής γνώμης.
Στο ίδιο μυθιστόρημα παρουσιάζεται η έχθρα που τρέφουν οι Τουρκοκρητικοί κατά των Ρωμιών, θεωρώντας τους υπεύθυνους για τον ξεριζωμό τους. Όταν οι μαθητές μιας σχολικής εκδρομής περνούν από έναν τουρκομαχαλά, προκαλείται ένταση. «Διάολε τσ’ απομεινάρες τους, μουρμούρισε ένας Κρητικός κι έκανε να σηκωθεί, με το χέρι στο ζωνάρι. Ξαφνικά, ένα τσούρμο τουρκάκια ξεχύθηκε από ένα σπίτι. –Γκιαούρ! Γκιρίτ μι ιστέρσινιζ; Αλίν Γκιρίτ και κάνανε άσεμνες χειρονομίες και μια πέτρα σφύριξε...» Την κατάσταση σώζει ένας Τούρκος μικροπώλης, που χυμά με το άλογό του και κυνηγά τα Τουρκάκια.
Η «Χρυσή Εποχή» των Ρωμιών είναι μια εποχή απολυταρχίας. Στου Χατζηφράγκου ο Σταυράκης «διάβαζε κρυφά το Σκριπ, σαν το φερνε καμιά φορά ο πατέρας του στο σπίτι, χωμένο κάτω από το γιλέκο του, γιατί απαγορεύονταν οι εφημερίδες απ’ την Ελλάδα». Ο Χαφούζ Εφέντης, πάλι, πέφτει ο ίδιος θύμα των μυστικών υπηρεσιών του Σουλτάνου. «Να, μια κλειστή καρότσα σταμάτησε μπροστά στο καρακόλι, δεν πάει μια ώρα του περάσανε κελεψέδες (χειροπέδες), τον βάλανε μες στην καρότσα και φύγανε. Ήπεσε σπιονιά πως ήτανε, λέει, Νεότουρκος».
Ένα από τα πιο γνωστά θέατρα της Κωνσταντινούπολης, 1920. [Library of Congress]
Η Επανάσταση των Νεοτούρκων και η «εθνική λογοτεχνία»

Η μακρά αλυσίδα ταπεινώσεων και οι εθνικισμοί των χριστιανικών λαών της αυτοκρατορίας οδηγούν στην ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού ως αντίδραση. Αρχικά, τούτος στοχεύει να εκσυγχρονίσει την αυτοκρατορία, ώστε να αποτραπεί η διάλυσή της. Καθόλου τυχαίο ότι κέντρο των Νεοτούρκων αναδεικνύεται η Θεσσαλονίκη. Επί δεκαετίες η Μακεδονία συνταράσσεται από τους συγκρουόμενους εθνικισμούς των Βαλκανικών λαών, ενώ οι Τούρκοι της πόλης παρακολουθούν την πνευματική ζωή των τελευταίων.
Στη Θεσσαλονίκη εκρήγνυται η επανάσταση που το 1908 καταργεί την απολυταρχία του Αβδούλ Χαμίτ και επαναφέρει σε ισχύ το Οθωμανικό Σύνταγμα του 1876. Aρχικά γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από τους μη-μουσουλμάνους, που πιστεύουν πως η κοινοβουλευτική διακυβέρνηση θα φέρει περισσότερες ελευθερίες. Ωστόσο, μία σοβαρή απειλή πλανάται από πάνω τους: η υποχρέωση στράτευσης. Η υποχρεωτική θητεία των μη-μουσουλμάνων προβλεπόταν στα Τανζιμάτ, για δεκαετίες όμως επιτρεπόταν η εξαγορά της. Τώρα, οι Νεότουρκοι θέλουν να την επιβάλουν. Την ίδια μέρα που ανακοινώνεται η επαναφορά του Συντάγματος, η βουλή της Κρητικής Πολιτείας κηρύσσει μονομερώς την Ένωση με την Ελλάδα και η Αυστρία προσαρτά την Βοσνία. Το 1911 η Ιταλία αποσπά την Λιβύη, τελευταίο Οθωμανικό προπύργιο στη Βόρεια Αφρική, και τα Δωδεκάνησα.
Η οργή των Τούρκων βράζει. Οι εφημερίδες και η ποίηση –είδος πολύ πιο καλλιεργημένο τότε από την πεζογραφία στην τουρκική γλώσσα– διαμορφώνουν την τουρκική συνείδηση. Ζητείται μία «εθνική λογοτεχνία», που θα προωθεί τα εθνικά ιδεώδη και στόχους. Στη Θεσσαλονίκη ιδρύεται το 1910 το περιοδικό Genç Kalemler  (Νέες Γραφίδες), στο οποίο θα δημοσιευθούν κείμενα των πλέον διαπρεπών εκπροσώπων του εθνικιστικού χώρου. To 1912 στην Πόλη ιδρύεται η οργάνωση «Τουρκικές Εστίες» , με διακηρυγμένο στόχο την προώθηση της κουλτούρας και των «εθνικών δικαίων» των Τούρκων.
Τα γραπτά της «εθνικής λογοτεχνίας» αποτυπώνουν μια βαθύτατη πίστη πως το τουρκικό έθνος δικαιούται να διοικεί τις περιοχές που κατέχει, ακριβώς επειδή οι πρόγονοί του τις κατέκτησαν και τις κράτησαν «με το σπαθί και το αίμα τους». Οι Τούρκοι είναι το «Κυρίαρχο Έθνος» της Αυτοκρατορίας, τόσο κατά την πολιτική της παράδοση όσο και κατά τηΣαρία . Η ιδέα περί «κυρίαρχου έθνους» είναι τόσο ριζωμένη και θεωρείται τόσο φυσική, ώστε είναι πολύ δύσκολο για τους Τούρκους να καταλάβουν γιατί τα άλλα έθνη τους βλέπουν ως εισβολείς που πρέπει να φύγουν.
Χαρακτηριστικό είναι το πρώτο ιδεολογικό μυθιστόρημα της τουρκικής λογοτεχνίας. Το Yeni Turan (Νέο Τουράν) της Χαλιντέ Εντίπ , γνωστότερης ίσως φωνής του τουρκικού εθνικισμού, κυκλοφορεί λίγους μήνες πριν από τον Πρώτο Βαλκανικό. Περιγράφει την ουτοπία της μετεξέλιξης της αυτοκρατορίας σε κράτος που στηρίζεται και προωθεί τον τουρκικό εθνικισμό, ενώ παραμένει πολυεθνικό και αποκτά ομοσπονδιακή δομή. Οι άλλες εθνότητες διατηρούν την ταυτότητά τους και ζουν ελεύθερα, στα όρια που χαράσσει η τουρκική εξουσία. Ο τουρκικός εθνικισμός δεν έχει ακόμη αξιώσεις πολιτιστικής επιβολής, δεν ζητά να αφομοιώσει τους «άλλους», αλλά να τους επιβληθεί πολιτικά και στρατιωτικά.
Η «Μεγάλη Συμφορά» των Τούρκων: Οι Βαλκανικοί και η «προδοσία» των χριστιανών
Για τους χριστιανούς συμμάχους, οι πόλεμοι του 1912-1913 αποτελούν θρίαμβο. Παρά τις μεταξύ τους εδαφικές διαφορές, το όραμα πέντε αιώνων να «πετάξουν τους Τούρκους κατακτητές απ’ την Ευρώπη» γίνεται πραγματικότητα. Για τους Τούρκους, από την άλλη, οι Βαλκανικοί είναι η «Μεγάλη Συμφορά». Και πάλι κανόνια ακούγονται στην Πόλη, καθώς τα βουλγαρικά στρατεύματα φθάνουν στα περίχωρά της. Η αυτοκρατορία χάνει το ένα τρίτο των εδαφών που της απέμεναν, ενώ τετρακόσιες περίπου χιλιάδες Μουσουλμάνοι πρόσφυγες φθάνουν σε άθλια κατάσταση στην Πόλη και τη Μικρασία. Είναι οι περίφημοι «μουχατζίρηδες».
Τούρκοι σε πατριωτική πορεία προς το Μνημείο της Ελευθερίας (Âbide-i Hürriyet), στο Şişli της Κωνσταντινούπολης, 26 Ioυλίου 1912. [Underwood & Underwood]

Στην αφήγηση των Βαλκανικών στην ελληνική (αλλά και βουλγαρική, σερβική) λογοτεχνία, η έμφαση δίνεται στην ιστόρηση ηρωικών κατορθωμάτων των αντίστοιχων στρατευμάτων. Σπανιότατα γίνεται λόγος για βιαιοπραγίες εις βάρος αμάχων. Εξαίρεση αποτελεί η ανατριχιαστική περιγραφή από τον Στράτη Μυριβήλη στο αυτοβιογραφικό διήγημα Πόλεμος της πυρπόλησης ενός τουρκικού χωριού, των βιασμών γυναικών και της εκτέλεσης των αρρένων κατοίκων του από ελληνική μεραρχία. Το ότι αυτά γίνονται ως αντίποινα σε φόνους –ύστερα από φρικτά βασανιστήρια– στρατιωτών της μεραρχίας ουδόλως απαλύνει τη φρίκη.
«Κάθε ενωμοτία έστηνε αντίκρυ της πεντέξι και τους θέριζε. Βρέθηκα αντίκρυ στο γέρο. Είχε μερικές μελανιές στο πατριαρχικό του πρόσωπο και ψιθύριζε ολοένα προσευκές. Τα μεταξωτά του γένια ανέμιζαν απαλά στον αγέρα. Το πιο μεγάλο που μπορούσα να του κάνω ήτανε να τον σκοτώσω αμέσως και τελειωτικά, για να μην τυραγνιέται σα μερικούς που σπάραζαν σαν τα βουβάλια. Τόνε σημάδεψα στο κούτελο, ανάμεσα στα ολόασπρα φρύδια του. Σήκωσε απάνω μου τα γαλανά μάτια του και με κοίταξε γαλήνια. Τράβηξα τη σκαντάλη και σωριάστηκε μονοκόμματα σαν αστραποκαμένος πα στη λάσπη. Από τότες χρόνια πέρασαν και διαβαίνουν ολοένα. Όμως μέσα μου κάθεται μια κρύα γαλάζια ματιά. Τη νιώθω που απόμεινε μέσα μου ακίνητη, στυλωμένη και αθάνατη. Ζει και υπάρχει μέσα στο αίμα μου, σα μόλεμα και σαν αρρώστια. Και θαρρώ πως μόνο μαζί με την ψυχή μου θα φύγει από πάνω μου».
Το σοκ της ήττας είναι δυσβάσταχτο. Οι Τούρκοι θεωρούν ανέκαθεν τη Ρούμελη, τις ευρωπαϊκές επαρχίες της αυτοκρατορίας, αναπόσπαστο κομμάτι της «τουρκικής πατρίδας». Ρούμελη και Μικρά Ασία συναπαρτίζουν τον «σκληρό πυρήνα» της αυτοκρατορίας. Η λογοτεχνία της περιόδου θρηνεί την ήττα, μιλά για ατιμασμό της εθνικής τιμής που θα μπορούσε να καθαρισθεί μόνο με αίμα, για εκδίκηση. Στην ποίηση χρησιμοποιούνται πολύ συχνά οι προστακτικές «ξύπνα» και «ξυπνήστε!». Οι λαοί των Βαλκανίων θεωρείται πως «πρόδωσαν» με τον ξεσηκωμό τους τους Τούρκους. Σε έναν οργασμό πατριωτικών ποιημάτων, τα βαλκανικά κράτη παρουσιάζονται ως βαρβαρικά, ανήθικα, ληστρικά, τυραννικά, βιαστές, λυσσασμένα σκυλιά και ερπετά που στοχεύουν να αφανίσουν τους Τούρκους και το Ισλάμ.
Σε άρθρο της η Χαλιντέ Εντίπ περιγράφει τους Βούλγαρους και τους Έλληνες ως γαλατάδες και κηπουρούς, «που μέχρι χτες ήταν υπηρέτες μας». Ο Αμπντουλάκ Χαμίντ Ταρχάν  θεωρεί τα βαλκανικά κράτη υπηρέτες των Οθωμανών και τα κατηγορεί για αχαριστία που καταπατούν την νόμιμη περιουσία του αφεντικού τους, ενώ στο ποίημα του Durma! Vu (1914) ο Ζιγιά Γκιοκάλπ απευθύνεται στον Έλληνα ως «πρώην δούλε». Στο ποίημα Στους γιους του Τούρκου (1912), καλεί: «Από τον τάφο του απλώνει ξίφος ο πρόγονός σου, προχώρα, λέει. Είσαι ο γιος του Αττίλα, μην το ξεχνάς! Μην αφήσεις πέτρα πάνω στην πέτρα […] Τρέχα να υψώσεις πάλι την ημισέλινο στην Πλέβνα, να ρέει αίμα νύχτα μέρα ο Δούναβης, να κάψει η κατάρα σου όλα τα Βαλκάνια…» Το μίσος στρέφεται καθ’ όλης της Ευρώπης, καθώς πιστεύεται πως οι Ευρωπαίοι προκαλούν τους χριστιανούς να αποσκιρτήσουν από την αυτοκρατορία. «Ω Ευρώπη, πού θα κρυφτείς; Θα χύσεις πολλά δάκρυα για τον νέο Αττίλα…» γράφει ο Γκιοκάλπ στο ποίημα Νέος Αττίλας το 1913.
«Ω τουρκική φυλή, ω τέκνο της φωτιάς και του σιδήρου, ω συ που ίδρυσες χιλιάδες πατρίδες και φόρεσες εκατοντάδες στέμματα, ω συ που γεννήθηκες για να διαφεντεύεις τον κόσμο! Ο Θεός δεν έγραψε στο μέτωπό σου μια μαύρη μοίρα!» γράφει ο Μεχμέτ Εμίν Γιουρντακούλ και προειδοποιεί: «Θέλεις να γκρεμισθεί και ο τελευταίος θρόνος σου; Να ανοίξει ματωμένος τάφος στην τελευταία πατρίδα σου; Να αναρτηθεί ξένη σημαία στον τελευταίο πύργο σου;» Ο Αλί Εκρέμ στο «Προς τον στρατό» προειδοποιεί: «Θέλουν να μας αφανίσουν, να μας αποτελειώσουν. Στόχος τους η Ιστάνμπουλ. Ω στρατέ του Ισλάμ […] Θες να υψωθεί ο ελληνικός σταυρός στα ιερά μας;» Ο Ομέρ Σεϊφεττίν, πάλι, στο διήγημά του «Πρίμο το τουρκόπουλο», εκφράζει την λύπη του που οι Τούρκοι δεν εξισλάμισαν δια της βίας τους Βαλκάνιους. «Υποδούλωσαν έθνη όπως οι Ρωμιοί, οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι. Τους πήραν τις χώρες τους. […] Αλλά καθώς δεν τους εκτούρκισαν, αυτή η γενναιοδωρία των Τούρκων έγινε η αδυναμία τους». Και παρακάτω: «Ο τουρκισμός τους φέρθηκε με κάθε γενναιοδωρία. Πεντακόσια χρόνια τους έτρεφε με το ψωμί του, τους έδωσε κάθε νοητή ελευθερία. Μα εκείνοι, αντί να είναι ευγνώμονες, τον πρόδωσαν». Στο ψυχεδελικό διήγημά του Λευκή Τουλίπα, οι Βούλγαροι παρουσιάζονται να βαφτίζουν τουρκόπουλα πριν τα σφάξουν και να φουρνίζουν αμάχους.
Ο Τζαμάλ Πασά, περίπου 1914-1917, Παλαιστίνη. [Library of Congress]
Η πανωλεθρία στον Πρώτο Βαλκανικό προκαλεί πραξικόπημα στην Πόλη, και η εξουσία περνά στους περίφημους «Τρεις Πασάδες» –Ενβέρ, Ταλάτ και Τζεμάλ. Με τον Δεύτερο Βαλκανικό, οι Τούρκοι ανακτούν την Αδριανούπολη, νίκη με μεγάλη συμβολική σημασία καθώς αυτή υπήρξε η δεύτερη κατά σειρά πρωτεύουσα των Οθωμανών (1363-1456), μέχρι την κατάληψη της Πόλης και κατά την τριετία που εκείνη ανοικοδομείτο από τον Πορθητή. Ωστόσο, η βαλκανική πέραν του Έβρου έχει χαθεί για πάντα. «Τουλάχιστον οι νεκροί μας γλίτωσαν αυτήν την συμφορά, και έκλεισαν τα μάτια τους έχοντας την παλιά μας πατρίδα δική τους ως την Ημέρα της Κρίσεως», έγραψε ο γεννημένος στα Σκόπια ποιητής Γιαχγιά Κεμάλ Μπεγιατλί.
Η επιστράτευση, ο «Μεγάλος Διωγμός» και τα τάγματα εργασίας

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών, οι Ρωμιοί έρχονται για πρώτη φορά αντιμέτωποι με τη στράτευση, και μάλιστα για να πολεμήσουν κατά της Ελλάδας. Τα φαινόμενα λιποταξίας, αλλά και αυτομόλησης στον ελληνικό στρατό, είναι συχνά. Η Διδώ Σωτηρίου αφηγείται στα Ματωμένα Χώματα «Στον πόλεμο του ‘12 επιστρατευθήκανε απ’ τον Τούρκο τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου. Ο Μιχάλης όμως κατάφερε να λιποτακτήσει. Πέρασε στην Ελλάδα και πήγε εθελοντής στον ελληνικό στρατό. Άγια δουλειά έκανε, είπε ο πατέρας».
Μετά την απώλεια της Ρούμελης, ο τρόπος που οι Τούρκοι βλέπουν τους Ρωμιούς στις εναπομείνασες Οθωμανικές περιοχές αλλάζει ριζικά. «Ανάψανε τα αίματα των Νεοτούρκων. Εφέδες δερβίσηδες, μπέηδες, μαζί με μουατζίρηδες που φτάνανε διωγμένοι απ’ την Ελλάδα, πασχίζανε όλοι μαζί να φανατίσουνε τον αγαθό λαό και να τον στρέψουν ενάντιά μας», γράφει η Σωτηρίου στα Ματωμένα Χώματα. «Φόνοι και διωγμοί χριστιανών αρχίσανε δω και κει». Καθώς είναι γνωστά τόσο τα φαινόμενα λιποταξίας, όσο και οι συνδρομές για τον ελληνικό στόλο, πληθαίνουν οι φωνές να επιβληθεί μποϊκοτάζ στα προϊόντα και τις επιχειρήσεις των Ρωμιών.To Εληνοαμερικανικόν Αρτοποιείον με πινακίδες στα αρμένικα, λαντίνο (με εβραϊκούς χαρακτήρες), αγγλικά, οθωμανικά τουρικά, ελληνικά και ρωσικά, Ιούνιος 1922, Ortaköy, Κωνσνταντινούπολη. [cdm/Library of Congress]
Στο διήγημα Η Σαλονικιά Αϊσσέ Χανίμ (1913), ο Τούρκος συγγραφέας Μαρασλίογλου παρουσιάζει την πρόσφυγα από τη Θεσσαλονίκη να τα βάζει με τις Τούρκισσες της Πόλης που ψωνίζουν από ρωμαίικο κατάστημα. «Αδελφούλες μου, δεν ξέρετε πού πάνε τα λεφτά σας. Με τα λεφτά που μουσουλμάνες Τούρκισσες όπως εγώ κι εσείς παίρνουμε από τον ιδρώτα των ανδρών μας και τα σκάμε σε τούτους τους προδότες, αγοράζονται τα θωρηκτά Αβέρωφ, τα κανόνια και τα τουφέκια. Οι γονείς και τα παιδιά μας σκοτώθηκαν με όπλα που αγοράστηκαν με τα λεφτά μας. Το Αβέρωφ το αγόρασαν με χρήματα ενός Ρωμιού από τα Γιάννενα. Δεν έχετε καρδιά μουσουλμανική, τουρκική;» Οι γυναίκες συμφωνούν και δεν ψωνίζουν. Το μποϊκοτάζ των ρωμαίικων επιχειρήσεων εφαρμόζεται το 1913 και 1914.
Ο Κουντουριώτης πάνω στο θωρηκτό Αβέρωφ, 1912. [Bibliothèque nationale de France]

Λίγο πριν εκραγεί ο Μεγάλος Πόλεμος, αρχίζει ο «Μεγάλος Διωγμός» των Ελλήνων. Οι νέοι στρατεύσιμης ηλικίας επιστρατεύονται και στέλνονται στα διαβόητα αμελέ ταμπουρού  («τάγματα εργασίας»). Στέλνονται στην ενδοχώρα της Ανατολίας, να δουλέψουν σε εξοντωτικές εργασίες για την κατασκευή δρόμων, γεφυρών, σιδηροδρόμων. Γρήγορα τα αμελέ ταμπουρού γίνονται συνώνυμο του θανάτου από κακουχίες και κακομεταχείριση. Παράλληλα εξαπολύεται μια εκστρατεία βίας κατά των αμάχων, ώστε να ξεριζωθούν από όλες τις παράλιες περιοχές της Θράκης και της Μικράς Ασίας. Σημειώνονται εδώ κι εκεί σφαγές, ολόκληρα χωριά στέλνονται σε πορείες θανάτου. Ως αποτέλεσμα, 200.000 Έλληνες καταφεύγουν στα νεοαπελευθερωμένα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.
Παρότι αποδέχεται την έξαρση του εθνικισμού Ελλήνων και Τούρκων, η Σωτηρίου επιμένει πως οι Γερμανοί ευθύνονται για την οργάνωση του διωγμού. Στα Ματωμένα Χώματα ένας νέος επιστρέφει στον Κιρκιντζέ από τη Βηρυτό και δείχνει στους χωριανούς ένα φυλλάδιο που η Deutsche Orient Bank μοιράζει σε όλη την Μέση Ανατολή. Αυτό καλεί τους μουσουλμάνους να μποϊκοτάρουν τα προϊόντα των χριστιανών. Τέτοια φυλλάδια μοιράσθηκαν πράγματι σε πολλές περιοχές της Μικρασίας και της Μέσης Ανατολής.
Ο Μεγάλος Πόλεμος: το μεγάλο σφαγείο πριν τη Μικρασιατική Εκστρατεία
Όταν η Οθωμανική αυτοκρατορία εισέρχεται στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η στρατολόγηση των Ρωμιών στα αμελέ ταμπουρού εντείνεται, ενώ νέα φαινόμενα αποτελούν οι επιτάξεις σχολείων και επιχειρήσεων. Πολλοί στρατεύσιμοι καταλήγουν σε «κανονικές» μονάδες, αλλά το φαινόμενο της λιποταξίας λαμβάνει πρωτόγνωρες διαστάσεις. ΣτηνΛωξάντρα, « η Αγαθώ μαλλιοτραβιέται να φυγαδέψει τα δυο της αγόρια στη Ρωσία ή στην Ελλάδα, γιατί οι Τούρκοι αγριέψανε. Βγάλαν νταβούλι και μαζέψανε τους Χριστιανούς για επιστράτευση».
Στα Ματωμένα Χώματα βγαίνει τελάλης στους δρόμους του Κιρκιντζέ να δώσει το νέο της επιστράτευσης, και ο πανικός καταλαμβάνει το χωριό. «Στους καφενέδες γινότανε το βράδυ πρωτοφανέρωτος συνωστισμός. […] Άσκημα τα νέα. Το τούρκικο γκουβέρνο δεν είχε μπιστοσύνη – σου λέει – στους χριστιανούς· τους στράτευε όλους, μα όπλο δεν τους έδινε μ’ ούδε στολή. Σκάρωσε επί τούτο κάτι τάγματα που τα βάφτισε Αμελέ Ταμπουρού μα πιο σωστό θε νά ‘τανε να τα πει Τάγματα Θανάτου». Ο παπάς του χωριού αναρωτιέται «Ποιος τον πονήρεψε τον Τούρκο;» Και πάλι, το δάχτυλο για τα δεινά στρέφεται στους Γερμανούς. Ένας χωριανός σχολιάζει: «Εγώ ένα ξέρω. Τον Τούρκο τον πονήρεψε ο Γερμανός». Και ο αφηγητής παρατηρεί: «Αφέντης τώρα στην Μικρασία δεν ήταν μόνο ο Τούρκος· ήταν και ο Γερμανός. Ο Γερμανός ήταν ο νους και ο Τούρκος το χέρι. Ο ένας σκάρωνε τα σχέδια και ο άλλος τα εκτελούσε. [… Ο Γερμανός] ήταν σταλμένος με το ψυχρό σχέδιο να μας εξοντώσει για να μας αρπάξει το χρυσόμαλλον δέρας. Στην ουσία η Τουρκιά ήταν τώρα μια γερμανική αποικία». 
Διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη, 1918. [Bibliothèque nationale de France]

Η Σωτηρίου αποδίδει στον Γερμανό στρατηγό Otto Liman von Sanders  σύμβουλο των Οθωμανικών στρατευμάτων, την ευθύνη για τον Μεγάλο Διωγμό, αλλά και την Αρμενική Γενοκτονία. Σήμερα, Γερμανοί ιστορικοί συζητούν την έκταση της γερμανικής ευθύνης στα γεγονότα. Ωστόσο, η μετάθεση όλης της ευθύνης στους Γερμανούς είναι ένας εύκολος τρόπος να απαλλαγούν Έλληνες και Τούρκοι από το κύριο βάρος της ευθύνης για τις αγριότητες. Αργότερα, η ίδια συγγραφέας θα αποδώσει την καταστροφή στη Μικρά Ασία περισσότερο στις πολιτικές της Αντάντ παρά στο ίδιο το ελληνικό στρατιωτικό εγχείρημα. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς πόσο στρατευμένο είναι το γράψιμο της Σωτηρίου στην κομμουνιστική γραμμή της «αντι-ιμπεριαλιστικής» ρητορείας. Σε κάθε περίπτωση, η μετάθεση της ευθύνης για το λουτρό αίματος σε τρίτους συνέβαλε στο να είναι εξαιρετικά δημοφιλής τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία.
«Όσοι φτάνανε απ’ τ’ Αμελέ Ταμπούρια, σκαστοί ή με άδειες, διηγόντανε ιστορίες που δύσκολα τις πίστευε άνθρωπος. Χωριά και πολιτείες γεμίσανε φυγόστρατους και λιποτάχτες. Φκιάχνανε κρυψώνες κάτω από τη γη, μέσα σε πηγάδια, σ΄ οχετούς και σε ταβάνια. Ταβάν ταμπουρού τα λέγανε. Μένανε χρόνια κλεισμένοι ακόμα και κτισμένοι σε τοίχους». Όσοι μπορούν δωροδοκούν τις αρχές, άλλοι περιβάλλονται το σχήμα για να γλιτώσουν. «Λίγα μας τρώνε οι μπέηδες, ως κι αυτοί οι τσαούσηδες κι οι ομπασήδες, για να γλυτώσουμε το στρατιωτικό και να μη μας στέλνουν στο σπάσιμο της πέτρας; Κι ύστερα τις επιτάξεις που τις βάζεις;» λέει ένας από τους χαρακτήρες του Οι νεκροί περιμένουν, και του απαντούν: «Έχεις παράπονο κι εσύ, μωρέ Γιάγκο […]; Άσε να παραπονεθεί η πλεμπάγια, ο Αριστοτέλης ο δάσκαλος, που ρασοφορέθηκε για να γλυτώσει, κι ο μάστρο-Στυλιανός ο δόλιος, που έχασε και τα δυο τα παλικάρια του στην Κόνια!» Στο Αϊδίνιο «οι δουλειές κλείναν κάπως δυσκολότερα από πριν, μα όσοι πλούσιοι τα κατάφερναν νά ‘χουν ένα μπέη προστάτη ή συνέταιρο θησαύριζαν κι απόφευγαν τις επιτάξεις, το στρατιωτικό και τους διωγμούς».
To Αγγλικό Μουσείο στην Κωνσταντινούπολη έχει μετατραπεί σε νοσοκομείο, 1912. [Bibliothèque nationale de France]
Τα ταβάν ταμπουρού γίνονται μέρος της καθημερινότητας και στην Πόλη, όπου η ελληνική ομογένεια έχει γλιτώσει τους διωγμούς και έχει περιορισθεί στις επιτάξεις των επιφανέστερων σχολείων της: το Ζάππειο και το Ζωγράφειο γίνονται στρατιωτικά νοσοκομεία. Εδώ όμως είναι πιο δύσκολη η σύλληψη των λιποτακτών, καθώς, κατά τον Χάρη Σπαθάρη (Τα Κωνσταντινουπολίτικα και άλλα τινά), συνεργάζεται όλη η γειτονιά για να τους φυγαδεύσει στα μπλόκα. «Τελικά, πολύ λίγοι πιανόντανε, αλλά και λιγότεροι φτάνανε στο αστυνομικό τμήμα». Με μια μικρή δωροδοκία τους άφηναν…
Μια ιδιότυπη περιπέτεια των Ρωμιών της Πόλης είναι η καθιέρωση, με την κήρυξη του πολέμου, της υποχρεωτικής διδασκαλίας της τουρκικής στα ρωμαίικα σχολεία –ως τότε δεν διδασκόταν παρά στα επαγγελματικά λύκεια ή ως μάθημα επιλογής. Το μέτρο προκάλεσε μια σχετική δυσαρέσκεια, όπως περιγράφει ο Γιώργος Θεοτοκάς  στον Λεωνή: «Ο Μένος πάλι το ‘χε ρίξει στα πολιτικά. Όλη την ώρα δημιουργούσε ζητήματα, από τότε που είχε αρχίσει ο πόλεμος και είχε γίνει υποχρεωτικό το μάθημα των τουρκικών. Τον καλούσε στον πίνακα ο κύριος Νικολετόπουλος, ο τουρκοδιδάσκαλος. Υπαγόρευε ο κύριος Νικολετόπουλος, ακίνητος ο Μένος. Τότες ο κύριος Νικολετόπουλος ρωτούσε: - Μενέλαε, γιατί δεν ξέρεις το μάθημά σου; Και ο Μένος αποκρινότανε στερεότυπα: -Ο μπαμπάς μου μου είπε να μη μαθαίνω τούρκικα. Ο κύριος Νικολετόπουλος σηκωνότανε από την έδρα, του έδινε ένα γερό μπάτσο κι έλεγε: -Αν η κυβέρνηση μας κλείσει το σχολείο, ο μπαμπάς σου θα έρθει να μας το ανοίξει;» Τα πράγματα βέβαια δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο όταν η Ελλάδα εισέρχεται στον πόλεμο με την πλευρά της Αντάντ. Οι Έλληνες καθηγητές στα ομογενειακά σχολεία της Πόλης απελαύνονται, οι λιποτάκτες κυνηγιούνται πιο λυσσαλέα...
Η Ανακωχή: φρούδες ελπίδες και η Μικρασία

Η τριανδρία των πασάδων που διοικούσε την χώρα από 1913 είχε ελπίσει πως ο Μεγάλος Πόλεμος θα έδινε την ευκαιρία στην Τουρκία να ανακτήσει κάποια από τα εδάφη που είχε χάσει στους Βαλκανικούς. Αντ’ αυτού, η αυτοκρατορία –παρά την αποτυχία της απόβασης των Αγγλογάλλων στα Δαρδανέλια και την ακύρωση των ρωσικών νικών στον Καύκασο από τη Σοβιετική Επανάσταση– έχασε τα πάντα. Ήταν στο στρατόπεδο των ηττημένων, και οι νικητές σύμμαχοι –ανάμεσά τους και η Ελλάδα– αποφάσισαν τον διαμελισμό της.
Η Ανακωχή του Μούδρου , τον Οκτώβριο του 1918, γέμισε ενθουσιασμό και νέες ελπίδες τους Ρωμιούς. Τον Νοέμβριο, συμμαχικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την ίδια την Κωνσταντινούπολη και το θωρηκτό Αβέρωφ πλέει στα ανοικτά της Προποντίδας. «Σε λίγο, στην Μεγάλη Οδό του Πέραν, ;αντίκρυ στην Αγία Τριάδα και το Ζάππειο δυο λεβέντες Κρητικοί με τα στιβάλια τους θα φυλάνε την είσοδο της Ελληνικής Αρμοστείας, όπου μια ολομέταξη ελληνική σημαία κρέμεται από τον τέταρτο όροφο ως το πεζοδρόμιο», γράφει η Ελένη Χαλκούση στην αυτοβιογραφία της Πόλη αγάπη μου. Στον Ιανό«Γιορτές και ανθεστήρια οργανώνονται στον Κήπο του Ταξιμιού […] και μεις που μας νανούρισε ένα όνειρο και μας έθρεψε μια πίστη λέμε πως ήρθε πια η ώρα η ευλογημένη».
Κατοχή της Κωνσταντινούπολης. Βρετανικά στρατεύματα μπροστά από το τέμενος Nusretiye Mosque στην περιοχή Τophane, 1920. [Library of Congress]
H ελληνική γειτονιά, 1920. [Library of Congress]
Το τέλος του Μεγάλου Πολέμου γεννά ελπίδες τρελές στη ρωμιοσύνη. Ελπίδες πως η Πόλη και η Ιωνία θα προσαρτούντο στην Ελλάδα, ελπίδες πως δεν θα ξαναγινόταν ποτέ άλλος πόλεμος γιατί οι Μεγάλες Δυνάμεις και τα «14 σημεία»  του Αμερικανού προέδρου Wilson θα έλυναν όλα τα προβλήματα του κόσμου. «Μια καινούρια εποχή άρχιζε στον κόσμο μες στην ελευθερία και την ευημερία. […] Μια μικρή προσπάθεια έπρεπε να κάμει ακόμα το ελληνικό κράτος, να τακτοποιήσει οριστικά κάτι εκκρεμή ζητήματα που είχε στην Μικρασία. Ύστερα, καμιά άλλη σκοτούρα δεν έμελλε να ταράξει την καλοπέραση και τα παιγνίδια των παιδιών του Οδυσσέα». Ο Λεωνής αποτυπώνει την πεποίθηση μιας ολόκληρης γενιάς. Μια πεποίθηση που θα γκρεμιζόταν οριστικά σε τέσσερα χρόνια.
Τα πράγματα εξελίχθηκαν βέβαια πολύ διαφορετικά. Για τρία χρόνια, η Μικρασία θα μετατραπεί σε ένα τρομερό σφαγείο και όλοι οι παραπάνω Έλληνες συγγραφείς θα αφήσουν τις πατρίδες τους για πάντα.
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger