Προσφατες Αναρτησεις

Καπετάν Διαμαντής: Σεμνός, στρατηγικός νους και αποφασισμένος μέχρι το τέλος

Ο Γιάννης Αλεξάνδρου, κομμουνιστής από τα φοιτητικά του χρόνια, βρίσκεται από τους πρώτους δύο φορές στο βουνό. Το 1942 και το 1946. Η συμμετοχή στην Αντίσταση και στο Γοργοπόταμο. Τα εντυπωσιακά στρατηγήματα στον Εμφύλιο και η αφοσίωση του: «Θα πάω όπου με στέλνων»

Πηγή: Του Γιάννη Μπαζού, συγγραφέα - HotDoc History

Το πραγματικό tου όνομα ήταν Γιάννης Αλεξάνδρου. Ο πατέρας του λεγόταν Κομνάς, όπως και ο συγχωριανός τους Κομνάς Τράκας, ήρωας του ’21. Γεννήθηκε το 1914 στην Κάτω Αγoριανή (Λιλαία) και καταγόταν από φτωχή αγροτική οικογένεια. Ο προπάππος του Λουκάς Αλεξάνδρου ήταν συμπολεμιστής του Οδυσσέα Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς. Ο Γιάννης Αλεξάνδρου τελείωσε το γυμνάσιο στην Αμφίκλεια (Δαδί). Οργανώνεται στην ΟΚΝΕ (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας) ως φοιτητής της Νομικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και λίγο αργότερα γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Συμμετέχει δραστήρια σε όλους τους φοιτητικούς και λαϊκούς αγώνες. Υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του το 1935, στο 42ο Σύνταγμα Ευζώνων στη Λαμία.

Οταν το 1936 εγκαταστάθηκε η δικτατορία Μεταξά, ο Αλεξάνδρου -φοιτητής τότε- συνελήφθη, υπέστη βασανιστήρια και τελικά αποφυλακίστηκε στις 9 Απριλίου 1940, αφού προηγουμένως υπέγραψε «δήλωση μετάνοιας». Ο Αλεξάνδρου υπέμενε στωικά την ανθρώπινη αυτή αδυναμία του: «Ο ίδιος, παρά την ηφαιστειώδη του δραστηριότητα, δεν ζήτησε ποτέ να αποκατασταθεί, ούτε κατά την Κατοχή ούτε κατά τον εμφύλιο πόλεμο». Λόγω όμως της σεμνότητας, του ήθους, της παλικαριάς και της αντιστασιακής του δράσης, για την οποία έγινε γνωστός στο πανελλήνιο, το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στις 3 Νοεμβρίου του 1947 αποφάσισε να θεωρήσει τη δήλωσή του «ως μη γενομένη» [Γεώργιος. Δ. Ματζώρος, «Καπετάν Διαμαντής, Ο Σταυραετός της Ρούμελης» σελ. 282-283],
Οταν κηρύχτηκε ο πόλεμος του 1940 υπηρέτησε στο αλβανικό μέτωπο και πιθανότατα ήταν χειριστής οπλοπολυβόλου, γιατί σ’ αυτό το όπλο θα έχει ιδιαίτερη αδυναμία μέχρι τον θάνατό του.

Το αγωνιστικό ψευδώνυμο «Διαμαντής» προέκυψε από ένα τυχαίο περιστατικό. Προπολεμικά, σε μια παράνομη σύσκεψη του κόμματος στη Λαμία, ο Γιάννης Αλεξάνδρου και οι σύντροφοί του έπεσαν σε ενέδρα της Χωροφυλακής. Ο Γιάννης κατόρθωσε να ξεφύγει και έφτασε ως το κοντινό χωριό Κόμα, όπου κάθισε στο καφενείο για να μην κινήσει υποψίες. Σε λίγο κατέφθασαν οι χωροφύλακες. Μπήκαν στο καφενείο και έριξαν μια ματιά. «Εσύ πώς λέγεσαι;» τον ρώτησαν οι χωροφύλακες καχύποπτα. «Διαμαντής» απάντησε. Οι Διαμανταίοι είχαν καλό όνομα στο χωριό. Οι χωροφύλακες δεν τον γνώριζαν προσωπικά και έτσι γλίτωσε. Οταν αργότερα βγήκε αντάρτης, το θυμήθηκε και έγινε ο Καπετάν Διαμαντής.

Μετά την κατάρρευση του μετώπου της Αλβανίας γυρνά στο χωριό του, όπου περνά τον πρώτο χρόνο της Κατοχής. Ομως η σκέψη του είναι στην Αντίσταση και το βλέμμα του συνέχεια στραμμένο κατά τα βουνά. Το 1941 συγκροτείται το Κομματικό Γραφείο στο οποίο μετέχει. Συμβάλλει αποφασιστικά στην οργάνωση του κόσμου στο ΕΑΜ. Στις αρχές του 1942 έρχεται ο Αρης Βελουχιώτης για να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση για τον ένοπλο αγώνα. Ετσι αρχίζουν όλα.

Οι πρώτοι του Παρνασσού - Ιούλιος 1942

Στις 24 Ιουλίου του 1942 βγαίνει στον Παρνασσό η περίφημη «8η Ομάδα» ανταρτών. Ετσι υπέγραψε εκείνη η πρώτη ομάδα στο χαρτί που άφησε στο στήθος του προδότη φαρμακοποιού Π. Δρίβα, που αποτέλεσε το πρώτο θύμα της. Ηταν ένα κόλπο για να μην ξέρουν οι εχθροί πως οι αγωνιστές ήταν λίγοι νέοι άντρες από τα γύρω χωριά...

0 δικηγόρος Λουκάς Καθούλης και ο γεωπόνος Γιώργος Καρούμπης ανέβηκαν από το Δαδί, ο Γιώργης Χουλιάρας δάσκαλος από τη Λαμία, ο Γιάννης Αλεξάνδρου φοιτητής της Νομικής, ο Κώστας Αφέντης και ο Γιάννης Λάζος, όλοι τους από τη Λιλαία, ο Μήτσος Δημητρίου τελειόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων, ο Γιάννης Σουραβλής από την Αγόριανη, ο Γιώργος Τούμπας από την Κουκουβίσια. Λίγο αργότερα θα ανέβαιναν τρεις καινούργιοι από το Δαδί, ο Λεωνίδας Σάσος, ο Μήτσος Σταματόπουλος και ο Λάμπρος Κουμπούρας. Δώδεκα όλοι κι όλοι!
«Αλλος με ένα γκρα με πέντε σφαίρες, άλλος με αραβίδα δίχως κλείστρο, άλλος με ένα ιταλικό ελαφρό [...] και τα παπούτσια ολονών θ’ αντέχανε για καμιά βδομάδα...» [Ματζώρος, σελ. 33].

Στο πρώτο ραντεβού στο βουνό ο Διαμαντής εμφανίστηκε με ένα καλοδιατηρημένο αγγλικό οπλοπολυβόλο πιασμένο με σύρμα σε μια μεριά γιατί είχαν χαλάσει οι βόλτες από τις βίδες συναρμολόγησης, που μπορεί να είχε μία μόνο ταινία με σφαίρες, αλλά ήταν το καλύτερο όπλο της ομάδας. Το παρέδωσε ένας πατριώτης ενωμοτάρχης της Χωροφυλακής στον σύντροφό τους Τάσο Μούκα, παρότι ήξερε πως ο τελευταίος ήταν κομμουνιστής, κι αυτοί το πήραν με χίλιες προφυλάξεις δίνοντας μεσονύχτιο ραντεβού στο νεκροταφείο της Σουβάλας.

Με το οπλοπολυβόλο στον ώμο και με το «φύλλο πορείας» της Αχτιδικής Επιτροπής του ΚΚΕ, ο Διαμαντής πήρε τον ανήφορο για τον Παρνασσό. Τον συνόδευαν οι ευχές και οι «εγγυήσεις» των συντρόφων του, οι οποίοι ανέφεραν ως προτερήματά του την κοινωνική-ταξική του προέλευση, την κομματική του συνέπεια, τη συμμετοχή του στους αγώνες, τη σωματική αντοχή και τη στρατιωτική του εκπαίδευση, την εμπειρία της φτώχειας και της ανέχειας που τον καθιστούσε ανθεκτικό στις στερήσεις, τη «λαϊκή του πονηριά» (ορολογία που καθιέρωσε ο Αρης), την έξωθεν καλή μαρτυρία και την αφοσίωσή του στην υπόθεση του λαού και, τέλος, την υπομονή και την ακλόνητη θέλησή του.

Ο κάπτεν Διαμαντής (3ος από αριστερά 'ορθιος) με αντάρτες, έχντας δεξιά του τον υπεύθυνο του ΕΑΜ Θόδωρο Καμαρά

Η πρώτη οργανωμένη μάχη κατά των Ιταλών έγινε στις 9 Σεπτεμβρίου 1942. Η ομάδα Παρνασσίδας και οι Καραλιβαναίοι ειδοποίησαν τον Αρη ότι στην «Ταράτσα» της Γκιώνας θα γίνονταν ρίψεις εφοδίων από τους Αγγλους. Πράγματι έπεσαν κάποια κιβώτια, αλλά τα περισσότερα παρασύρθηκαν από τον αέρα και τα πήραν οι τσοπάνηδες. Οταν οι αντάρτες τα άνοιξαν είδαν με χαρά πως ήταν άρβυλα, που τόσο τα χρειάζονταν. Ομως από κάποια ειρωνεία της τύχης είδαν πως όλα τα άρβυλα ήταν αριστερά. Η παρουσία του αεροπλάνου έγινε αντιληπτή από τους Ιταλούς της Αμφισσας. Ενα τσοπανόπουλο μόλις είδε τους Ιταλούς να ανεβαίνουν στο βουνό ειδοποίησε τους αντάρτες: «Ιταλικό απόσπασμα 40-50 αντρών ερευνά το δάσος για τα δέματα». Ο Αρης πρότεινε να το χτυπήσουν σε ενέδρα και όλοι συμφώνησαν. Σε λίγο πήραν την πληροφορία ότι οι Ιταλοί σταμάτησαν σε έναν εγκαταλειμμένο μύλο στην τοποθεσία Ρεικά για να διανυκτερεύσουν. Τα ξημερώματα οι αντάρτες τούς αιφνιδίασαν.

Ο Δήμος Λαραλίβανος (δεξιά) αι ο αδελφός του. Παλιοί ληστές που έλαβαν μέρος στην πρώτη οργανωμένη μάχι κατά των Ιταλών στις 9 Σεπτέμβρη 1942

Ο Λουκάς Καθούλης περιγράφει: «H μισή μας δύναμη έπιασε το νότιο μέρος και η άλλη μισή το ανατολικό. Ολες οι άλλες μεριές ήταν βράχια. Τα πυρά μας άρχισαν να πέφτουν βροχή. [...] Αριστερά μου στεκόταν ο Διαμαντής, αριστερότερα ο Καραλίβανος και πιο πέρα ο αρχηγός (Αρης)
με την αραβίδα του. Δεξιά μου ήταν ο Λευτέρης, ο Θεοχάρης και ο Τζιβάρας. Μέσα σε λίγα λεπτά ο εχθρός είχε εκμηδενιστεί. Οσοι δεν είχαν σκοτωθεί παραδόθηκαν. Ολος ο πλούσιος οπλισμός τους, ένα βαρύ πολυβόλο, πολλά οπλοπολυβόλα, χειροβομβίδες, πυρομαχικά και τρόφιμα, έπεσαν στα χέρια μας. Μαζί τους ήταν και οι αγωγιάτες με τα ζώα τους. Σ’ αυτά φορτώσαμε τα λάφυρά μας και φορτωθήκαμε κι εμείς. Οσα δεν μπορούσαμε να σηκώσουμε τους βάλαμε φωτιά. Οι εκρήξεις τους συνεχίστηκαν όλη τη μέρα. Κι όπως μάθαμε, οι Ιταλοί νομίζοντας πως συνεχιζόταν η μάχη δεν τολμούσαν επί τρεις μέρες να πλησιάσουν τον τόπο της συμπλοκής».

Οι πρώτες αντάρτικες ομάδες οπλίζονταν αφοπλίζοντας τον εχθρό. Ακολούθησαν ο αφοπλισμός των χωροφυλάκων της Υπάτης, η μάχη στο Κρίκελο (29/10/1942) και πάντα η ταχύτατη εκ των ενόντων οργάνωση.

Στον ΕΛΑΣ ο Διαμαντής φανέρωσε τις μεγάλες πολιτικές, οργανωτικές και στρατιωτικές του ικανότητες. Στον Γοργοπόταμο (25-26 Νοεμβρίου 1942) θα του ανατεθεί μια από τις πιο υπεύθυνες αποστολές. Να τοποθετήσει τους πυροδοτικούς αισθητήρες, τα λεγόμενο «βατραχάκια», τα οποία με το πάτημα του τρένου στη ρόγα θα πυροδοτούσαν τους εκρηκτικούς μηχανισμούς. Η ξαφνική εμφάνιση ενός άλλου τρένου προκάλεσε τον φόβο μήπως είχαν μπει οι μηχανισμοί πριν την ώρα τους και «πάει στράφι ο αιφνιδιασμός». Ο Μήτσος Δημητρίου, που στεκόταν δίπλα στον Αρη, θυμάται: «Αλλά όχι - αναλογίστηκα. Εκεί είναι ο Διαμαντής, των αδυνάτων αδύνατον να κάμει τέτοιο λάθος ο Διαμαντής» (Δ. Δημητρίου, «Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης», 1965, τ. 2ος, σελ. 261)

Στα Δεκεμβριανά

Ο Διαμαντής αναδείχθηκε σε πολιτικό καθοδηγητή του Αρχηγείου Παρνασσίδας. Οταν ο ΕΛΑΣ μετεξελίχθηκε σε οργανωμένο στρατό έγινε καπετάνιος του 34ου Συντάγματος της 2ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ με χώρο ευθύνης κυρίως την Αττικοβοιωτία, καθώς λίγο καιρό προτού φύγουν οι Γερμανοί ο Διαμαντής είχε κατεβάσει τις προφυλακές του στον Ασπρόπυργο. Στην πραγματικότητα, οι Διαμαντής, Θεοχάρης και Νταλιάνης περίμεναν ένα νεύμα για να μπουν στην Αθήνα.

Τον Δεκέμβριο του 1944, με την ένοπλη επέμβαση των Αγγλων, ο Διαμαντής πήρε μέρος με το σύνταγμά του στη Μάχη της Αθήνας. Υπερασπίστηκε ηρωικά τον τομέα του σανατορίου «Σωτηρία» στις 6/12/1944, δίνοντας σκληρότατη μάχη με τους Αγγλους και τα Τάγματα Ασφαλείας. Στις 7/12/1944 έδωσε μάχη στη Σχολή Χωροφυλακής και ύστερα από διαταγή αποσύρθηκε στην Αγία Παρασκευή. Στις 8/12/1944 κρατάει σταθερά τα στενά του Γέρακα. Στις 9/12/1944 το 2ο Τάγμα του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τους Διαμαντή, Κρόνο, Κορνιλάκη έδωσε σκληρή μάχη στον «Αράπη» Καισαριανής.

Η μάχη συνεχίστηκε τρεις μέρες καθώς το ρέμα περνούσε πότε στα χέρια του ΕΛΑΣ και πότε στα χέρια των Αγγλων. Στις 12/12/1944 το 2ο Τάγμα του ΕΛΑΣ με πολλές απώλειες μπήκε στον Βύρωνα. Στις 18/12/1944 τμήματα ανταρτών με επικεφαλής τον Διαμαντή περισφίγγουν στην Κηφισιά τα ξενοδοχεία Απέργη και Πεντελικόν, πιάνουν 27 Αγγλους αιχμαλώτους και παίρνουν άφθονο πολεμικό υλικό.

Στις 19/12/1944 οι αντάρτες μαζί με τμήματα του 5ου Συντάγματος Προαστίων έκαναν ολονύχτια επίθεση στα ξενοδοχεία Απέργη, Πεντελικόν και Σεσίλ, έπιασαν αιχμαλώτους 50 Αγγλους αξιωματικούς αεροπόρους, 700 οπλίτες αεροπόρους, έναν Αγγλο στρατηγό της αεροπορίας και τρεις Ελληνες αξιωματικούς και πήραν άφθονα λάφυρα, ιματισμό, οπλισμό, τρόφιμα και αυτοκίνητα. Στις 31/12/1944 έφτασαν στην Αγία Παρασκευή -όπου ήταν η έδρα του 34ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ- οι Αγγλοι, με συνολικά 118 τανκς και τεθωρακισμένα αυτοκίνητα γεμάτα στρατό.

Ο λόχος διοικήσεως με επικεφαλής τον Διαμαντή έδωσε σκληρή Μάχη στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής και υπό την καθοδήγησή του συμπτύχθηκαν προς τη χιονισμένη Πεντέλη. Την άλλη μέρα. Πρωτοχρονιά του 1945, ενώ πλέον είχαν πάρει διαταγή να επιστρέφουν στη Ρούμελη, ο Διαμαντής μάθαινε να οδηγεί τζιπ και έφερνε γύρους ένα δέντρο, ενώ τα αεροπλάνα μυδραλιοβολούσαν ασταμάτητα.

Πρώτος και στο δεύτερο αντάρτικο

Μετά τη Βάρκιζα ο Διαμαντής αναγκάστηκε να ξαναβγεί στον Παρνασσό, καθώς ήταν πλέον καταδιωκόμενος. Το 1946 σχημάτισε την πρώτη ομάδα ενόπλων καταδιωκομένων. Συνέβαλε στη συγκρότηση του ΔΣΕ στην Παρνασσίδα και στη Ρούμελη. Επικεφαλής του Αρχηγείου Παρνασσίδας, το 1947 έδωσε μεγάλες μάχες στην Αράχοβα, τη Λοκρίδα, την Αμφισσα. Κατατρόπωσε τον αντίπαλο και τον ανάγκασε να κλειστεί στα κέντρα του. Αχρήστευσε τις εκκαθαριστικές του επιχειρήσεις. Ελευθέρωσε όλο τον ορεινό όγκο της Ρούμελης. Επίλεκτα τμήματα του ΔΣΕ πάτησαν την Εύβοια, τον Ελικώνα και τον Κιθαιρώνα. Εφτασαν και στην Πάρνηθα.
Το 1948 ο Διαμαντής αναλαμβάνει διοικητής της 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ (πρώην Αρχηγείο Ρούμελης).

Οι ράχες και οι ελιγμοί του Διαμαντή 1948 - 1949

Ο Γ. Βοντίτσος (Γούσιας) αναφέρει: «Τον Ιανουάριο του 1948 το Αρχηγείο Ρούμελης έδωσε διαταγή στον Διαμαντή που ήταν αρχηγός της Παρνασσίδας να διεισδύσει βαθιά στη Λοκρίδα στα χωριά που δεν ξαναπατήσαμε για στρατολογία, και αφού πραγματοποιήσει αυτό να κάνει ελιγμό προς Θήβα και Πάρνηθα. Ο ελιγμός έγινε με εξαιρετική επιτυχία, ο εχθρός αιφνιδιάστηκε. Τότε πιάστηκε ο βουλευτής Κουτσοπέταλος και παρά τρίχα γλίτωσαν ο εγκληματίας Ρέντης και ο «γκαουλάιτερ» Γκρίσγουολντ που την προηγούμενη μέρα ήταν εκεί.

Ο Διαμαντής, αφού έδωσε τέσσερις μέρες σκληρές μάχες μέσα στον κάμπο, αποσύρθηκε στην Αγόριανη Παρνασσού. Την ίδια μέρα που έφτανε στην Αγόριανη, το 503 Τάγμα του εχθρού ανέβηκε στον Παρνασσό, αιφνιδίασε τους λίγους άντρες που είχαν μείνει με τον ασύρματο, τα αρχεία κ.λπ. και τα πήρε. Οταν το έμαθε ο Διαμαντής κάλεσε αμέσως τους εξαντλημένους και άυπνους άντρες του και τους είπε τι είχε συμβεί. “Για μας είναι ντροπή να πάθουμε τέτοια ζημιά. Πρέπει να τους τα πάρουμε πίσω. Ξέρω πως είστε κουρασμένοι, αλλά όποιος θέλει ας με ακολουθήσει". Ολο το τμήμα έτρεξε. Περικύκλωσαν το εχθρικό τάγμα και ύστερα από δύο ώρες μάχη το εξόντωσαν, σκότωσαν και τον διοικητή του τάγματος, πήραν όλα τα υλικά του εχθρικού τάγματος και όλα τα πράγματα που είχαν πάρει του Διαμαντή».

«Ο Διαμαντής ήταν σεμνός, απλός και ανιδιοτελής άνθρωπος. [...] Η σεμνότητα του ήταν τέτοια που έφτανε σε αδυναμία. Πολλοί συναγωνιστές θα θυμούνται ότι αυτός στον ΕΛΑΣ έφτιαξε τη Δεύτερη Μεραρχία, αυτός πολεμούσε, και ο χαφιές Ορέστης (κατά την ατυχή ορολογία της εποχής) έγινε καπετάνιος της, ενώ ο Διαμαντής ήταν ο φυσικός της ηγέτης» [Γ. Γούσιας, Ματζώρος, σελ. 279-280].

Αναφέρουμε μερικές ενέργειες του Διαμαντή, όπως αυτές αποτυπώνονται από τις διηγήσεις συναγωνιστών του, για να καταδείξουμε την εφευρετικότητα και την τόλμη του καπετάνιου.
«Τον Ιανουάριο του 1947 οι αντάρτες στη Ρούμελη ήταν σχετικά ολιγάριθμοι, ήταν όμως ανάγκη να δοθεί ένα ισχυρό χτύπημα ώστε να ταραχτεί η αντίδραση και να δυναμώσει η εμπιστοσύνη του λαού στις δυνάμεις του ΔΣΕ. Ετσι πάρθηκε απόφαση να χτυπηθεί ο σιδηροδρομικός σταθμός της Γραβιάς, την Κυριακή 12 Ιανουάριου 1947, και να πιαστεί η αμαξοστοιχία που θα έφθανε από την Αθήνα στις 2 το μεσημέρι. Δύσκολο εγχείρημα, αφού ο σταθμός ήταν στον κάμπο και η επιχείρηση έπρεπε να γίνει μέρα μεσημέρι. Ο Διαμαντής ενήργησε έξυπνα περνώντας την ομάδα του από το βάθος της ενδοχώρας χωρίς να γίνει αντιληπτός. Την ώρα που θα ερχόταν το τρένο έστειλε στον σταθμό μια ομάδα μαχητών με πολιτικά ρούχα και κρυμμένο τον οπλισμό τους. Μόλις έφθασε το τρένο, η ομάδα αυτή χτύπησε αιφνιδιαστικά τους φρουρούς του σταθμού, δημιούργησε σύγχυση και κατέλαβε την αμαξοστοιχία. Η ομάδα κατόρθωσε και πήρε πολλά λάφυρα, συνέλαβε αιχμαλώτους, μίλησε στο πλήθος του σταθμού εμψυχώνοντάς το και συμπτύχθηκε αποχωρώντας συντεταγμένα» [Γούσιας, Ματζώρος, σελ. 280].

Ο Διαμαντής είχε την πληροφορία ότι θα ερχόταν με το τρένο ο αρχηγός A' Σώματος στρατού αντιστράτηγος Δ. Γιατζής για να επιθεωρήσει τη φρουρά της Λαμίας. Ομως ο Γιατζής πέρασε την προηγούμενη μέρα. Αντί του Γιατζή οι αντάρτες προσπάθησαν να αιχμαλωτίσουν τον ταξίαρχο Ασημάκη, που είχε παρόμοια «ερυθρόν ταινίαν εις το πηλίκιόν του».

Την άνοιξη του 1947 ο παρακρατικός Μπούρος με ένα τάγμα καταδρομέων έφτασε στη Γραβιά προκειμένου να κάνει επιδρομή στην ορεινή Παρνασσίδα. Ο Διαμαντής, με 25 άντρες του, έστησε ενέδρα στην τοποθεσία Λύκου Μάτι, κοντά στην Γκιώνα. Οι παρακρατικοί χτυπήθηκαν αφού μπήκαν στο στενό υποχρεωτικό πέρασμα και είχαν σοβαρές απώλειες σε νεκρούς και αιχμαλώτους. Ο Μπούρος μόλις που κατάφερε να σωθεί και έφτασε ξυπόλητος τρέχοντος ως τη Λαμία.

Τον Ιούνιο του 1947 ο Διαμαντής μπήκε στην Αράχοβα. Είχε μελετήσει καλά την αμυντική διάταξη του εχθρού και τους τόπους από όπου θα μπορούσαν να σπεύσουν οι εφεδρείες του Εθνικού Στρατού για ενίσχυσή του. Ο Διαμαντής, αφού έλαβε όλα τα μέτρα ενάντια στις εχθρικές ενισχύσεις, έριξε τις κύριες δυνάμεις του σε μια κατεύθυνση, απασχολώντας ταυτόχρονα τον εχθρό με λίγες δυνάμεις σε άλλο μέτωπο, και ύστερα από έξι ώρες σκληρών μαχών κατέλαβε την πόλη και την κράτησε για δύο μέρες, παίρνοντας πολλά λάφυρα και προμήθειες και προκαλώντας σημαντική φθορά στον εχθρό που ερχόταν για ενίσχυση. Η μάχη αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία, διότι ήταν η πρώτη επιτυχημένη μάχη σε κατοικημένο χώρο.

Υστερα από τη μάχη του Βάλτου ο Διαμαντής διείσδυσε με ταχύτητα στον κύριο όγκο Γκιώνα-Βαρδούσια. Ο εχθρός κινήθηκε εναντίον του. Εστησε όμως καλή ενέδρα και διέλυσε ολοκληρωτικά ένα εχθρικό τάγμα. Ο εχθρός κινητοποίησε τότε 12 τάγματα εναντίον του. Ο Διαμαντής τα χτύπησε διαδοχικά και προτού ο εχθρός κλείσει τον κλοιό του, ελίχθηκε και βγήκε στα μετόπισθεν του εχθρού χωρίς να γίνει αντιληπτός. Την ώρα που ο εχθρός προχωρούσε προς τις θέσεις του Διαμαντή για να τον εγκλωβίσει, αυτός χτυπάει το Λιδωρίκι (18 Απριλίου 1948), το καταλαμβάνει και πιάνει αιχμάλωτο τον ταξίαρχο Μαρκόπουλο. Εδώ έχουμε έναν υπέροχο συνδυασμό ενεδρευτικού χτυπήματος, διαδοχικού χτυπήματος κατά την κίνηση του εχθρού, ελιγμό προτού φτάσει ο εχθρός στο επίκεντρό του και χτύπημα κατοικημένου χώρου όπου πλέον οι εχθρικές δυνάμεις ήταν λίγες, αφού οι υπόλοιπες είχαν κινητοποιηθεί για την καταδίωξη του Διαμαντή.

Ο Διαμαντής όλο το 1948 αντιμετώπιζε την εκκαθαριστική εκστρατεία του στρατού με δεξιοτεχνία και θάρρος που κατέπληξε τους αντιπάλους του. Οι επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού στη Στερεά Ελλάδα με την κωδική ονομασία «Χαραυγή» (15 Απριλίου - 3 Μαΐου 1948) δεν στέφθηκαν με επιτυχία. Αντίθετα ο Δημοκρατικός Στρατός όχι μόνο διέσωσε τις δυνάμεις του, αλλά δυνάμεις του Αρχηγείου Ρούμελης υπό την αρχηγία του Καπετάν Διαμαντή κατέφυγαν στα Αγραφα, όπου μαζί με δυνάμεις του Αρχηγείου Θεσσαλίας ανακατέλαβαν το οροπέδιο Νευρούπολης, το οποίο είχαν εγκαταλείψει έναν χρόνο νωρίτερα.

Η τελευταία μεγάλη μάχη του 1948 για τον Δημοκρατικό Στρατό είναι η επίθεση κατά της πόλης της Καρδίτσας. Η επίθεση έγινε στις 11 Δεκεμβρίου 1948, από δυνάμεις της 1ης και 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ που διοικούνταν αντίστοιχα από τον Χαρίλαο Φλωράκη (Γιώτης) και τον Γιάννη Αλεξάνδρου (Διαμαντής). Η πόλη καταλήφθηκε από τον ΔΣΕ για δύο ημέρες και μετά αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν καθώς κατέφθαναν ισχυρές δυνάμεις του στρατού. Ομως το1949 η επίθεση του στρατού (σχέδιο «Πύραυλος») ήταν πολύ ισχυρή και πολύπλευρη. Η κίνηση του Διαμαντή να συμπτυχθεί στα Αγραφα και η κατάληψη του οροπεδίου της Νευρούπολης φανερώνουν την αδυναμία να κρατηθεί πλέον η Ρούμελη και θα έπρεπε να χτυπήσει συναγερμός στο αρχηγείο του ΔΣΕ.

Διαμαντής και Γιώτης, έχοντας ανάμεσα τους τον Ορέστη

Καρπενήσι 1949

Στις αρχές Ιανουάριου του1949 αποφασίστηκε η κατάληψη του Καρπενησιού. Από τη μεριά του ΔΣΕ συνεργάστηκαν η 1η Μεραρχία Θεσσαλίας με διοικητή τον Καπετάν Γιώτη (Χαρίλαος Φλωράκης) και η 2η Μεραρχία Στερεός Ελλάδας με διοικητή τον Καπετάν Διαμαντή (Γιάννης Αλεξάνδρου), ενώ διοικητής του ΚΓΑΝΕ ορίσθηκε ο Γ. Πέτσας.

Αντικειμενικοί στόχοι του ΔΣΕ ήταν οι εξής: 1) Ο ανεφοδιασμός σε έμψυχο και άψυχο υλικό. 2) Η καθήλωση των δυνάμεων του Εθνικού Στρατού της Στερεός Ελλάδας. 3) Η απόσπαση τμημάτων στρατού από το μέτωπο της Μακεδονίας και η ανακούφιση της κατάστασης στο εκεί μέτωπο.

Η 1η Μεραρχία του ΔΣΕ (Καπετάν Γιώτης) μαζί με τις δυνάμεις του ΚΓΑΝΕ είχαν στόχο τη σύγκρουση με τις δυνάμεις του ΕΣ και την κατάληψη της πόλης του Καρπενησιού. Η 2η Μεραρχία (Καπετάν Διαμαντής) θα αναλάμβανε να σφραγίσει την περιοχή, ελέγχοντας τους δρόμους Λαμίας-Καρπενησίου και Αγρινίου-Καρπενησίου, μπλοκάροντας κάθε κίνηση εφεδρειών του Εθνικού Στρατού προς την πολιορκούμενη πόλη. Ο Διαμαντής είχε στείλει άντρες του οκτώ μέρες πριν από την επίθεση και είχαν χαρτογραφήσει όλη την οχύρωση και τις ναρκοθετήσεις του ΕΣ.

Η πόλη ήταν σχολαστικά οχυρωμένη. Στον λόφο του Αγ. Δημητρίου (νοτιοανατολικά της πόλης), στη θέση Ρόβια, και στην Αγ. Σωτήρα (ανατολικά) υπήρχαν ισχυρότατα φυλάκια του στρατού, μερικά από τα οποία έφεραν και τσιμεντένια επίστρωση. Τέλος, στον βορρά της πόλης, στη θέση Δεξαμενή, ο στρατός διέθετε ισχυρές εστίες και οχυρωμένες θέσεις, ενώ είχε δημιουργήσει θέσεις μάχης ακόμη και στις σκεπές των σπιτιών.

Το Καρπενήσι την εποχή εκείνη είχε πληθυσμό περίπου 3.000, όμως ο ΕΣ είχε μεταφέρει βιαίως στην πόλη περίπου 10.000 ανθρώπους από τα γύρω χωριά, προκειμένου να αποτρέψει τον ανεφοδιασμό του ΔΣΕ σε έμψυχο υλικό. Η αποκοπή της πόλης και το ρήγμα που επέφεραν οι μαχητές του ΔΣΕ στις αμυντικές δυνάμεις του ΕΣ έδωσαν την ευκαιρία να εισχωρήσουν οι αντάρτες στα σοκάκια της πόλης και γρήγορα να κυριαρχήσουν. Ο ΔΣΕ μπήκε στην πόλη του Καρπενησιού στις 21 Ιανουάριου 1949 και την κράτησε 19 μέρες, λύνοντας βασικά προβλήματα ανεφοδιασμού του.

Απώλειες ΕΣ: 245 νεκροί και 550 τραυματίες. Ας σημειωθεί ότι το ΓΕΣ έχει καταχωρήσει και μερικούς στρατιώτες που αυτομόλησαν ως απώλειες στη μάχη. Από τον ΕΣ αιχμαλωτίσθηκαν και περίπου 400 οπλίτες, που αργότερα αφέθηκαν ελεύθεροι. Απώλειες ΔΣΕ: 115 νεκροί και 50 περιστατικά κρυοπαγημάτων σε διάφορα στάδια.

Λάφυρα: 27 όλμοι με 4.080 βλήματα, 12 βαριά πυροβόλα και 6 πίατ (ΡΙΑΤ), 7.600 όπλα με 1.100.000 σφαίρες, 12 ασύρματοι και 5 ηλεκτρογεννήτριες, 10 αυτοκίνητα και 100 μεταγωγικά οχήματα, 600.000 οκάδες τρόφιμα και 400 στρατολογημένοι.
Τα παραπάνω μεταφέρθηκαν με δέκα ξεχωριστές μεταγωγικές αποστολές στην κεντρική διοίκηση στο στρατηγείο του Γράμμου [«Ριζοσπάστης», Κυριακή 27 Ιούνη 1999].
Οι αντάρτες κράτησαν το Καρπενήσι τρεις βδομάδες, φεύγοντας συντεταγμένα. Ο Διαμαντής είχε επιπλέον εκπονήσει και έναν ελιγμό αποχώρησης που αιφνιδίασε τον ΕΣ.

Στην Εφημερίδα των Ειδικών Δυνάμεων διαβάζουμε: «Στις 3 του μήνα (Φεβρουάριου), η Β' Μοίρα Καταδρομών με 3 Λόχους επιτέθηκε μέσα σε ακραίες καιρικές συνθήκες και ισχυρό ψύχος κατά της Μαύρης Ράχης, που κρατούσαν με πείσμα οι αμυνόμενοι (νότια του χωριού Δ. Φραγκίστα). Η κόπωση, ο καιρός και η ισχυρή αντίσταση των αμυνομένων είχαν σαν αποτέλεσμα τη μη επίτευξη της κατάληψης. Οι καταδρομείς έμειναν για λίγες μέρες στο Τρίκορφο προκειμένου να αναπληρώσουν δυνάμεις και ν’ ανεφοδιαστούν. Στις 7-2-49, μετά από αγώνα η Μαύρη Ράχη "έπεσε" και η Β ’ Μοίρα, σε συνδυασμό με ενέργεια της "αδελφής" Α' Μοίρας, άρχισε καταδίωξη προς το ύψωμα Προφήτη Ηλία Βίνιανης, το οποίο κατέλαβε την επόμενη μέρα. Παράλληλα, τα πρώτα τμήματα του Εθνικού Στρατού έμπαιναν στην πόλη, μετά την αποχώρηση των αντάρτικών δυνάμεων που κατόρθωσαν να διαρρεύσουν εκτός του κλοιού των αντιπάλων τους, με κατευθύνσεις διαφυγής δυτικά και νότια και όχι προς βορρά, όπως είχε εκτιμηθεί από τον Εθνικό Στρατό, με κατεύθυνση προς Προυσό και Ναυπακτία. Οι αντάρτες όμως είχαν κατορθώσει να ξεφύγουν. Εκτοτε συνέχισαν να καταδιώκονται χωρίς σταματημό! Το δόγμα του στρατού για τη διεξαγωγή του ανταρτοπόλεμου είχε αλλάξει! "Νυχθημερόν καταδίωξις"! Τμήματα ελαφριά και ταχυκίνητα χωρίς σταθερή βάση!» [Ιστορία Μονάδων Καταδρομών, ΓΕΣ/3ο ΕΠ

Μετά το Καρπενήσι οι δύο μεραρχίες του αποτραβήχτηκαν στα Αγραφα και στον Βάλτο, με σκοπό να τραβήξουν και να συμπτυχθοϋν στον Γράμμο. Επειτα από λίγο ο Διαμαντής διατάχθηκε να ξαναγυρίσει στη Ρούμελη. Ομως ο αγώνας πλέον στη Ρούμελη δεν είχε κανένα νόημα. Ο Διαμαντής είχε λίγες εκατοντάδες εξαντλημένους και πει- νασμένους μαχητές, με λίγα πυρομαχικά. Φεύγοντας είπε στον Τάσο Λευτεριά -παλιό αρχικαπετάνιο στην Κατοχή,

που τώρα ο Ζαχαρώδης τον περιόρισε στη διοίκηση ενός τάγματος- «Δεν θα με ξαναδείς, μωρέ Τάσο, το ξέρω! Μα θα πάω όπου με στέλνουν» [«Ελευθεροτυπία», Κυριακή 5 Μαρτίου 1978. Ματζώρος, σελ. 282L

Ο δεξιός τύπος πανηγυρίζει -με τον τρόπο του- για το τέλος του Διαμαντή ("Εμπρος" 22 Ιουνίου 1949)

Το δοξασμένο τέλος

Ο Διαμαντής αντιμετώπισε με τη θρυλική 2η Μεραρχία του νικηφόρα για τρεις ολόκληρους μήνες την εχθρική εκστρατεία και τελικά έπεσε στις 21 Ιουνίου 1949, «από προδοτικό βόλι» (Γ, Γούσιας, Ματζώρος, σελ. 281).

Ο Νίκος Μανιάς (Νικοτσάρας) θυμάται τις τελευταίες εκείνες ώρες. Η περιγραφή του είναι κοφτή, ακόμη θαρρείς λαχανιασμένη:

«Υστερα από πολλές περιπλανήσεις και πορείες μέσα σε περιοχή γεμάτη στρατό, βρεθήκαμε στα Αργύρια πιο κάτω. Βγάζουμε περιπολία. Το μέρος ήταν πιασμένο. Πάμε να περάσουμε. Μας βάζουν πυρά. Δεν πήραν κανέναν. Προχωρούμε. Κλεινόμαστε σ’ ένα ύψωμα κάτω χαμηλά στη ρεματιά. Ολη τη μέρα κάναμε χωσιά. Απέναντι έβαζαν φωτιές, έψαχναν, πυροβολούσαν. Εφαγαν τον τόπο. Δεν μας βρήκαν. Σαν νύχτωσε φεύγουμε σιγά σιγά και φτάσαμε στα Μάρμαρα. Ανατολικά είναι ένα αντέρεισμα που φτάνει μέχρι κάτω στη ρεματιά. Κολλήσαμε σαν βδέλλες. Ημασταν εγώ, ο Διαμαντής, ο Ηρακλής, ο Γιώργος Σαφάκας, ο Στέλιος Μασιάλας, ο Γιώργος Ραυτόπουλος, ο Ηλίας Μανούκας, ο Κώστας Κάραγιώργος, ο Θανάσης Κούμαρος, ο Θανάσης Σκαλτσάς, η Μαροϋλα Κάιλα, η Τασία, αδελφή του Βασίλη Σφήκα. Ολη νύχτα βαδίζουμε. Κατεβαίνουμε το αντέρεισμα. Πέφτουμε κάτω τη ρεματιά. Ξανανεβαίνουμε και βρισκόμαστε στο ίδιο μέρος. Νηστικοί. Εξαντλημένοι. Ρακένδυτοι. Η πλαγιά -Αη Γιάννης ονομάζεται- είναι δασωμένη, είχε μεγάλα και μικρά έλατα και ψηλές φτέρες. Τρυπώσαμε μέσα. Βγήκε ο ήλιος. Ηταν 21 του Ιούνη 1949. Βλέπουμε πέρα στο δρόμο στρατό με μεταγωγικά. Περνούσαν τη ρεματιά και τραβούσαν προς την Καστριώτισσα. Χαρήκαμε -“Άει, λέμε, Δεν θάρθουν σε μας”-

Αλλά μείναμε με τη χαρά! Αξαφνα βλέπουμε να σταματούν, να κάνουν μεταβολή και να γυρνάνε πίσω. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβουμε τι έγινε. Κάποιος από μας έφυγε, πήγε παραδόθηκε και μαρτύρησε ότι ήμασταν εκεί Ηταν μια κοπέλα Ποια; Δεν θυμάμαι. “Κοιτάξτε να δείτε ποιος από μας λείπει!” είπε ο Διαμαντής. Ελειπε αυτή. Και προσθέτει: “Μας πρόδωσε!” […]
Δεν άργησαν να φτάσουν επάνω. Αρχισαν να φωνάζουν. “Παραδοθείτε! Να φάτε ψωμί! Να ζήσετε ήσυχα!”

Γίνεται μια πεταχτή σύσκεψη. Ο Διαμαντής, ο Ηρακλής, ο Ραφτόπουλος... Τι θα κάνουμε; Προς τα πάνω γεμάτο. Προς τα κάτω γεμάτο. Μόνη διέξοδος να πάρουμε δίπλα την πλαγιά. Κι αν ερχόντουσαν κι από τη μεριά της Καστριώτισσας θα πολεμούσαμε. Κι όσοι γλιτώσουμε. Έτσι θα κάνουμε!” είπε ο Διαμαντής, και με στέλνει με έναν άλλο 50 μέτρα πιο πέρα να ανιχνεύσω. “Τράβα εσύ Νίκο, να δεις από κει!” Αυτή ήταν η τελευταία του εντολή. Γυρνάω πίσω και αναφέρω. “Αρχηγέ, είναι κι από δω “.
Ωσπου να τα πω αυτά πλάκωσαν από πάνω. Επεσε πανικός. Μαζεμένοι μέσα στις φτέρες και γύρω στα ελατάκια, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Οι περισσότεροι κάναμε τον κατήφορο. Την ώρα εκείνη ακούω έναν πυροβολισμό. Κι ένα ωχ! Μπορεί να σκότωσαν τότε τον Διαμαντή. Ποιος; Μπορεί αυτοί. Μπορεί κάποιος δικός μας. Δεν ξέρω. Αυτό ήταν το τέλος του παλληκαριού...» [Μαρτυρία Νίκου Μανιού (Νικοτσάρα), Ματζώρος, σελ. 295-296].

Δώδεκα πρώτοι ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα του καλοκαιριού του 1942 για τον Παρνασσό και δώδεκα στέκονταν τελευταίοι δίπλα στον αρχηγό τους, έτοιμοι να πεθάνουν. Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκε ο ακάματος, ο σεμνός και λιγομίλητος καπετάνιος, εκείνος που δεν τον έπιανε το μάτι των νεοσύλλεκτων ανταρτών και που τον «καταλάβαιναν» μόλις τους οδηγούσε στη μάχη και μετουσιωνόταν στον ήρωα καπετάνιο τους. Τον Καπετάν Διαμαντή. Τον «αχαμνό» γίγαντα της Ρούμελης!
{[['']]}

Ελληνικό αίμα στον βωμό των μεγάλων δυνάμεων

Η ελληνική σημαία ανάμεσα στις άλλες της δύναμης του ΟΗΕ στην Κορέα. | Φωτ. ΓΕΣ/ΔΙΣ
Η διχοτόμηση της Κορέας, που έγινε με το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, «σφραγίστηκε» με έναν πόλεμο, ο οποίος στα χαρτιά δεν έχει τελειώσει εδώ και 67 χρόνια.
Ο πόλεμος αυτός έμεινε γνωστός ως «ο ξεχασμένος πόλεμος», καθώς ιστορικά «συμπιέστηκε» μεταξύ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και του Πολέμου του Βιετνάμ και επειδή, παρά τον μεγάλο αριθμό θυμάτων, άρχισε και τελείωσε στο ίδιο σημείο, στον 38ο Παράλληλο, χωρίς καμία από τις δύο πλευρές να έχει εμφανές όφελος.
Ο στρατηγός Σόλων Γκίκας παραδίδει τη σημαία του ΟΗΕ στο Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα πριν από την αναχώρηση της πρώτης «σειράς» για την Κορέα. Ο Σ. Γκίκας μετά την αποστρατεία του (1956) πολιτεύτηκε στις τάξεις της ΕΡΕ Φωτ. ΓΕΣ/ΔΙΣ
↳ Ο στρατηγός Σόλων Γκίκας παραδίδει τη σημαία του ΟΗΕ στο Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα πριν από την αναχώρηση της πρώτης «σειράς» για την Κορέα. Ο Σ. Γκίκας μετά την αποστρατεία του (1956) πολιτεύτηκε στις τάξεις της ΕΡΕ και μετά τη Μεταπολίτευση (1974), σε ηλικία 76 ετών, διορίστηκε από τον Κ. Καραμανλή στη λεγόμενη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπουργός Δημόσιας Τάξης.
Οι πολεμικές επιχειρήσεις άρχισαν στις 25 Ιουνίου 1950 και τελείωσαν με την υπογραφή ανακωχής, στις 27 Ιουλίου 1953.
Ομως, μέχρι σήμερα δεν έχει υπογραφεί συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στη Βόρεια και τη Νότια Κορέα.
Οι συνολικές απώλειες έφτασαν τα 2 εκατομμύρια ανθρώπους ενώ κάποιοι μελετητές ανεβάζουν τα θύματα στα 4 εκατομμύρια.
Βαρύς ήταν ο φόρος αίματος και του Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδος (ΕκΣΕ), που συγκροτήθηκε για την πρώτη συμμετοχή της χώρας μας σε αποστολή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), καθώς έχασαν τη ζωή τους 186 αξιωματικοί και οπλίτες και άλλοι 610 τραυματίστηκαν.
Πάντως, όλα δείχνουν ότι η τύχη της Χερσονήσου της Κορέας, που αποτελούσε για πολλά χρόνια το μήλον της Εριδος ανάμεσα σε γειτονικές της χώρες, είχε σφραγιστεί στη Συνδιάσκεψη της Γιάλτας (4-11 Φεβρουαρίου 1945).
Εκεί, Σοβιετική Ενωση και ΗΠΑ, ως σύμμαχοι και νικητές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αποφάσισαν να αναλάβουν την τύχη της Κορέας από την ηττημένη Ιαπωνία, που την είχε προσαρτήσει από το 1910.
Η τότε ισχυρή Σοβιετική Ενωση ενδιαφερόταν να κρατήσει μακριά από τα σύνορά της και ιδιαίτερα από τη μεγάλη ναυτική βάση του Βλαδιβοστόκ τις ΗΠΑ, που με τη σειρά τους επιζητούσαν να έχουν βάσεις όσο πιο κοντά γινόταν στα σύνορα της ΕΣΣΔ και της κομμουνιστικής -τότε- Κίνας.
Ετσι, η Χερσόνησος της Κορέας χωρίστηκε τεχνητά στον 38ο Παράλληλο και δημιουργήθηκαν δύο κράτη: η Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας ή Βόρεια Κορέα με ηγέτη τον κομμουνιστή Κιμ Ιλ Σουνγκ και η Δημοκρατία της Κορέας ή Νότια Κορέα, με επικεφαλής τον αυταρχικό δεξιό Σίνγκμαν Ρι.
Στην πορεία του χρόνου τα δύο κράτη, που εκπροσωπούσαν δύο διαφορετικούς κόσμους, επιζητούσαν την επανένωση της Κορέας, το καθένα προς όφελός του.
Οι αποφάσεις του ΟΗΕ, από το 1947 έως και το 1949, όχι μόνο δεν είχαν θετικό αποτέλεσμα, αλλά αντίθετα ο Οργανισμός έριξε… λάδι στη φωτιά, αναγνωρίζοντας (12 Δεκεμβρίου 1948) την κυβέρνηση της Νότιας Κορέας.
Ετσι, μέσα σε κλίμα έντασης φτάσαμε στην 25η Ιουνίου 1950. Τι έγινε τότε;
Σύμφωνα με τη «δυτική», κρατούσα άποψη, στις 4 τα ξημερώματα της Κυριακής 25ης Ιουνίου ο βορειοκορεάτικος στρατός πέρασε τη μεθόριο του 38ου παραλλήλου από 11 σημεία, αιφνιδιάζοντας πλήρως Νοτιοκορεάτες και Αμερικανούς.
Λίγες ώρες αργότερα (10 το πρωί ώρα Κορέας, Σάββατο 9.30 βράδυ ώρα Ουάσινγκτον) η Πρεσβεία των ΗΠΑ στη Σεούλ στέλνει τηλεγράφημα στο υπουργείο Εξωτερικών.
Ο πρέσβης, επικαλούμενος «εκθέσεις του κορεατικού στρατού, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν εν μέρει από τις εκθέσεις συμβούλων KMAG» (σ.σ. πρόκειται για τη «στρατιωτική συμβουλευτική ομάδα» των ΗΠΑ που βρισκόταν στη Νότια Κορέα), γνωστοποιούσε ότι «οι δυνάμεις της Βόρειας Κορέας εισέβαλαν σήμερα στο έδαφος ROK (Republic of Korea - Δημοκρατία της Κορέας) σε πολλά σημεία». [Πηγή: υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ/Γραφείο Ιστορίας/Εξωτερικές Σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, 1950, Κορέα, τόμος VII].
Η άλλη πλευρά υποστήριξε ότι η πρώτη επίθεση έγινε από τη Νότια Κορέα.
Το πρωί της 26ης Ιουνίου 1950 ο πρόεδρος της Βόρειας Κορέας, Κιμ Ιρ Σεν (Κιμ Ιλ Σουνγκ), προέβαινε από ραδιοφώνου σε μια δραματική έκκληση προς τον κορεατικό λαό, λέγοντας μεταξύ άλλων:
«(…) Στις 25 του Ιούνη ο στρατός της κυβέρνησης-ανδρείκελο του προδότη Λι Σιν Μαν εξαπέλυσε επίθεση ενάντια στο έδαφος προς βορράν του 38ου Παράλληλου.
Τα τμήματα της φρουράς, που πολέμησαν με θάρρος και αντέκρουσαν το χτύπημα, σταμάτησαν ύστερα από πεισματώδεις μάχες την επίθεση των στρατευμάτων. (…)
Αφού εξέτασε την κατάσταση που δημιουργήθηκε, η κυβέρνηση της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Κορέας έδωσε διαταγή στον λαϊκό μας στρατό να περάσει σε αποφασιστική αντεπίθεση και να συντρίψει τις ένοπλες δυνάμεις του εχθρού...»
[Πηγή: εφημερίδα «Ριζοσπάστης» φ. 25/7/2004].
Σε αφιέρωμα της εφημερίδας «Ριζοσπάστης» (ό.π.) διαβάζουμε ακόμα ότι ο Ντέιβιντ Χόροβιτς στο βιβλίο του «Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ» (εκδόσεις Κάλβος) αναφέρει:
«Ο Σίγκμαν Ρι είχε πολλά να κερδίσει από μια αμερικανική στρατιωτική επέμβαση υπέρ του νοτιοκορεατικού καθεστώτος.
Στις 30 του Μάη, μόλις τέσσερις βδομάδες προτού αρχίσουν οι εχθροπραξίες, είχε υποστεί αποφασιστική ήττα στις εκλογές.
Το καθεστώς “κλυδωνιζόταν από έλλειψη εμπιστοσύνης, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό”.
Αντιμέτωποι μιας κατάστασης, που χειροτέρευε γι' αυτούς σταθερά, ο Σίγκμαν Ρι και ο υπουργός του απειλούσαν από πολλούς μήνες να εισβάλουν στη Βόρεια Κορέα, διακηρύσσοντας ότι ήταν έτοιμοι “να καταλάβουν την Πιονγιάνγκ μέσα σε λίγες μέρες”. (…)
Σύμφωνα με τον δεξιό σχολιαστή Ολμς Αλεξάντερ, ο υπουργός Εξωτερικών [των ΗΠΑ] Ατσεσον “ποτέ δεν ήταν απόλυτα σίγουρος ότι ο Σίγκμαν Ρι δεν ήταν εκείνος που προκάλεσε την επίθεση των ερυθρών το 1950”».
Τις επόμενες ώρες και ενώ ο βορειοκορεάτικος στρατός προελαύνει, η Ουάσινγκτον αποφασίζει να προσφύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ καλώντας τα κράτη-μέλη σε συνεδρίαση.
Ακολουθούν τρία ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, απόντος του εκπροσώπου της Σοβιετικής Ενωσης.
Το ψήφισμα της 25ης Ιουνίου 1950 ορίζει ότι η επίθεση στη Δημοκρατία της Κορέας ήταν παραβίαση της ειρήνης και καλεί τις αρχές της Βόρειας Κορέας να αποσύρουν τις δυνάμεις τους στον 38ο Παράλληλο.
Το ψήφισμα της 27ης Ιουνίου πρότεινε στα μέλη των Ηνωμένων Εθνών να παράσχουν βοήθεια στη Δημοκρατία (Ν. Κορέα), για να αποκρούσει την ένοπλη επίθεση και να αποκατασταθεί η ειρήνη.
Την ίδια μέρα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τρούμαν δίνει εντολή στις αμερικανικές αεροπορικές δυνάμεις να υποστηρίξουν τον στρατό της Νότιας Κορέας και στις 30 Ιουνίου αρχίζει επιχειρήσεις η αμερικανική Αεροπορία.
Αργότερα, θα αποκαλυφθεί ότι οι στόχοι των αεροπορικών επιθέσεων ήταν και μη στρατιωτικοί, με θύματα προφανώς αμάχους.
Συγκεκριμένα, στη σύνοδο της 18ης Σεπτεμβρίου του Συμβουλίου Ασφαλείας ο εκπρόσωπος της Σοβιετικής Ενωσης διάβασε δύο ανακοινώσεις της κυβέρνησης της Βόρειας Κορέας, «ζητώντας από το Συμβούλιο να αναλάβει δράση για να σταματήσουν οι βάρβαροι βομβαρδισμοί των Ηνωμένων Πολιτειών σε μη στρατιωτικούς στόχους». [Πηγή: υπ. Εξωτερικών των ΗΠΑ, ό.π.].
Ακόμα ένα ψήφισμα εκδόθηκε στις 7 Ιουλίου 1950, το οποίο συνιστούσε στα μέλη των Ηνωμένων Εθνών να διαθέτουν τις δυνάμεις τους σε έναν ενοποιημένο διοικητή υπό τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η εμπλοκή της Κίνας στο πλευρό της Βόρειας Κορέας ενέτεινε την αγωνία της παγκόσμιας κοινότητας για έναν τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, πράγμα, ευτυχώς, που καμία πλευρά δεν ήθελε…

Η πληγωμένη Ελλάδα χρεώνεται από την πρώτη στιγμή

Ελληνες σμηνίτες αποβιβαζόμενοι στην ΚορέαΕλληνες σμηνίτες αποβιβαζόμενοι στην Κορέα | Φωτ. ΓΕΣ/ΔΙΣ
Η Ελλάδα πριν καλά καλά βγει από τον δικό της εμφύλιο και ξεκινήσει να επουλώνει τις πληγές της από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο βρέθηκε να στέλνει στρατιωτική δύναμη στην Κορέα.
Μάλιστα, η αρχική απόφαση ήταν να σταλεί στην Κορέα μια ταξιαρχία, περίπου 3.500 ανδρών.
Ομως, όπως ανέφερε ο πρωθυπουργός Σοφοκλής Βενιζέλος σε συνάντησή του, στις 27 Σεπτεμβρίου 1950, με στέλεχος της πρεσβείας των ΗΠΑ, στην Αθήνα (Stephen Τ. Calligas), ακυρώθηκε η αποστολή της διότι «θα επιβάρυνε τον προϋπολογισμό με επιπλέον τριάντα δισεκατομμύρια δραχμές». [Πηγή: υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ/Γραφείο Ιστορίας/Εξωτερικές Σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, 1950, Εγγύς Ανατολή, Βόρεια Ασία και Αφρική, τόμος V].
Αυτό το θέμα και η διαφωνία του πρωθυπουργού να αυξηθεί η δύναμη του ελληνικού στρατού, όπως ήθελαν οι Αμερικανοί και συμφωνούσαν ο Παπάγος και υπουργός Αμυνας Κ. Καραμανλής, φαίνεται ότι είχαν δημιουργήσει επιφυλάξεις στις ΗΠΑ για την κυβέρνηση Σ. Βενιζέλου.
Ο τότε πρωθυπουργός συνομιλώντας με παράγοντες της πρεσβείας των ΗΠΑ προσπαθούσε να πείσει για τα φιλοαμερικανικά αισθήματά του και μόλις οι ΗΠΑ έστειλαν (3/10) επίσημη πρόσκληση στην Ελλάδα για να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, την αποδέχτηκε την επόμενη κιόλας μέρα…
Στο μεταξύ, έχει αρχίσει να συγκροτείται στη Λαμία η μονάδα που θα αναχωρούσε για την Κορέα. [υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, ό.π.].
Ομως, στις 2 Νοεμβρίου, ενώ έχει αποφασιστεί το εκστρατευτικό σώμα να περιοριστεί σε Ταξιαρχία Ορεινής Σύνθεσης δύο Ταγμάτων, μια επιστολή του διαβόητου πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα, Τζον Πιουριφόι, μειώνει τη δύναμη σε ένα τάγμα περίπου 850 ατόμων.
Αργότερα (14/11), ο Πιουριφόι σε άλλη επιστολή του προς τον πρωθυπουργό ξεκαθαρίζει ότι «η ελληνική κυβέρνησις θέλει εξοφλήση εις την κυβέρνησιν των ΗΠΑ άπασας τας δαπάνας της εκστρατείας αυτής».
Δηλαδή, με το ξεκίνημα βγήκαμε χρεωμένοι…
Ελληνες στρατιώτες καθοδόν για το λιμάνι του Πειραιά με προορισμό την Κορέα- 14  Νοεμβρίου 1950Ελληνες στρατιώτες καθοδόν για το λιμάνι του Πειραιά με προορισμό την Κορέα- 14 Νοεμβρίου 1950 |ASSOCIATED PRESS
Πρώτος διοικητής του τάγματος ορίστηκε ο αντισυνταγματάρχης (Πεζικού) Διονύσιος Αρμπουζής.
Για τη δύναμή του υπάρχουν διάφορα στοιχεία, θα δεχτούμε, όμως, τα αναγραφόμενα σε σημείωμα του ΓΕΣ ότι αποτελούνταν από 51 αξιωματικούς και 820 οπλίτες.
Το τάγμα έφτασε σιδηροδρομικώς από τη Λαμία στον Πειραιά και στις 15 Νοεμβρίου 1950 αναχώρησε με το αμερικανικό οπλιταγωγό «Τζένεραλ Χαν» («General W. G. Haan AP-158») για το Πουσάν της Κορέας, όπου έφτασε στις 10 Δεκεμβρίου.
Τέσσερις μέρες νωρίτερα (11/11) είχε αναχωρήσει το 13ο Σμήνος Μεταφορών, αποτελούμενο από οκτώ αεροσκάφη τύπου «Ντακότα», και έφτασε στις 30 Νοεμβρίου στην Ιαπωνία.
Το τάγμα εντάχθηκε στην 1η Αμερικανική Μεραρχία Ιππικού και για πρώτη φορά πήρε μέρος σε μάχη στις 18 Δεκεμβρίου, στην περιοχή Κούμκιο Ρι, 15 μίλια βορειοανατολικά της Σεούλ.
Τα συμπεράσματα των πρώτων μαχών αναφέρονται σε έκθεση της 29ης Δεκεμβρίου 1950, όπου σημειώνεται ότι «η τακτική του εχθρού είναι μείγμα ρωσικής και ιαπωνικής τακτικής του τελευταίου πολέμου».
Ομως, σε ό,τι αφορούσε τους αντιπάλους σημειωνόταν πως «πολεμούν συνεχώς μέχρι και του τελευταίου ανδρός και αυτοκτονούν διά να αποφύγουν τη σύλληψη»!
Περίπολος μάχης του ΕΚΣΕ στην περιοχή της γραμμής Μιζούρι. 1953. Διακρίνεται στο έδαφος ένας νεκρός στρατιώτης, άγνωστης εθνικότητας.Περίπολος μάχης του ΕΚΣΕ στην περιοχή της γραμμής Μιζούρι. 1953. Διακρίνεται στο έδαφος ένας νεκρός στρατιώτης, άγνωστης εθνικότητας. | Φωτ. ΓΕΣ/ΔΙΣ
Οι Ελληνες στρατιώτες πολέμησαν με ηρωισμό και απέσπασαν πολλούς επαίνους αλλά είχαν βαριές απώλειες.
Η μεγαλύτερη μάχη του πολέμου της Κορέας θεωρείται ότι έγινε από τις 22 Απριλίου 1951 μέχρι τις αρχές Μαΐου, καθώς έγινε η πέμπτη και σφοδρότερη επίθεση των Κινέζων.
«Τη νύχτα της 22ας προς 23η εξεδηλώθη νέα κινεζική επίθεσις κατά των δυνάμεων των Ηνωμένων Εθνών (…)», αναφέρεται σε έκθεση, στα αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.
Και συνεχίζει:
«Κατά την εκδήλωση της γενικής κομμουνιστικής επιθέσεως την 22α προς 23η Απριλίου το ελληνικό τάγμα προωθήθη και εγκαταστάθη αμυντικώς βορείως της Σεούλ από 26ης Απριλίου με αποστολή την κάλυψη της συμπτύξεως συμμαχικών στρατευμάτων. (…)
Μετά την εκπλήρωση της αποστολής του ταύτης, το τάγμα εγκαταστάθη την 27η Απριλίου επί της βορειοδυτικής κορυφής της Σεούλ με την αποστολή να αποφράξει την οδική αρτηρία Καεζόγκ-Σεούλ».
Ομως, η πιο αιματηρή μάχη του ελληνικού τάγματος δόθηκε το φθινόπωρο του ίδιου έτους για την κατάληψη του υψώματος 313 ή «Σκοτς», όπως έμεινε στην Ιστορία.
Οι προσπάθειες για την κατάληψη του υψώματος άρχισαν στις 24 Σεπτεμβρίου και ολοκληρώθηκαν στις 5 Οκτωβρίου, αφού χρειάστηκε να γίνουν σφοδροί βομβαρδισμοί από την Αεροπορία και το Πυροβολικό των ΗΠΑ.
Οι Ελληνες σε αυτή τη μάχη είχαν 22 νεκρούς (3 αξιωματικοί και 19 οπλίτες) και 77 τραυματίες (2 αξιωματικοί και 75 οπλίτες).
Οι αντίπαλοι είχαν 150 νεκρούς ενώ 12 άτομα πιάστηκαν αιχμάλωτοι.
Αλλες σημαντικές μάχες της ελληνικής δύναμης ήταν για την κατάληψη των υψωμάτων «167» και «Μεγάλο Νόρι» στην περιοχή του ποταμού Ιμτζίν (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1952) και του υψώματος «Χάρι» (440) τον Ιούνιο του 1953, που προκάλεσε την απονομή ευαρέσκειας του προέδρου των ΗΠΑ Αϊζενχάουερ.
Επιχείρηση διαπλεύσεως του ποταμού Χαν από Ελληνες στρατιώτες.Επιχείρηση διαπλεύσεως του ποταμού Χαν από Ελληνες στρατιώτες. | Φωτ. ΓΕΣ/ΔΙΣ
Στις 27 Ιουλίου 1953 υπογράφτηκε ανακωχή. Ωστόσο, από το φθινόπωρο αποφασίζεται το ελληνικό τάγμα να ενισχυθεί και να αναδιοργανωθεί σε σύνταγμα, με δύο τάγματα.
Από την 1η Ιανουαρίου 1954 αυξήθηκε η ελληνική δύναμη και παρέμεινε αμετάβλητη μέχρι τις 10 Μαρτίου 1955, οπότε άρχισε σταδιακά ο επαναπατρισμός του στρατεύματος, που ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1955.
Σε ό,τι αφορά το 13ο Σμήνος Μεταφορών εξετέλεσε 1.795 εξόδους μάχης, μετέφερε 34.640 άνδρες και 5.958 τραυματίες.
Τρία αεροσκάφη καταρρίφθηκαν και οι απώλειές τους ανήλθαν σε 12 άτομα.
Συνολικά, στην επιχείρηση της Κορέας έλαβαν μέρος 10.255 άνδρες (669 αξιωματικοί και 9.586 οπλίτες).
Οι απώλειες για τους Ελληνες ανήλθαν στους 186 νεκρούς (12 της Π.Α.) και 610 τραυματίες (αξιωματικοί και οπλίτες).

Εθελοντές με το πιστόλι στον κρόταφο

Κινέζος αιχμάλωτος εν μέσω Ελλήνων στρατιωτώνΚινέζος αιχμάλωτος εν μέσω Ελλήνων στρατιωτών | Φωτ. ΓΕΣ/ΔΙΣ
Η συμμετοχή στο εκστρατευτικό σώμα ήταν θεωρητικά εθελοντική, αλλά η απειλή του… φακελώματος ήταν ένα πολύ βολικό «επιχείρημα» για να πειστούν στρατιώτες, καθώς μάλιστα φαίνεται ότι η εξαίρεση είχε γίνει αντικείμενο ακόμα και…. βασιλικού ρουσφετιού.
Στα αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού υπάρχουν έγγραφα πολιτών με αιτήματα προς την τότε βασίλισσα Φρειδερίκη για να εξαιρεθούν στρατιώτες από την αποστολή στην Κορέα.
Ενας άλλος «δρόμος» για την εξαίρεση ήταν η διαπίστωση ακαταλληλότητας από τις Υγειονομικές Επιτροπές του Στρατού, των οποίων κάποιες αποφάσεις βγάζουν… μάτι καθώς εξαιρέθηκαν στρατιώτες ως πάσχοντες από σκωληκοειδίτιδα, αμυγδαλίτιδα, ακόμα και ωτίτιδα…
Σκοτεινό σημείο παραμένουν οι καταγγελίες που απασχόλησαν τη Στρατιωτική Δικαιοσύνη για δωροδοκία αξιωματικών προκειμένου να εξαιρέσουν στρατιώτη από την αποστολή.
Σε μία περίπτωση ένας λοχαγός εφέρετο να είχε ζητήσει 3 εκατομμύρια δραχμές…
Κατά τ’ άλλα, όπως διαβάζουμε σε σημείωμα του ΓΕΣ, υπήρχαν συγκεκριμένα κριτήρια με τα οποία γινόταν η επιλογή για την Κορέα.
Σε αυτό οριζόταν ρητά ότι θα εξαιρούνταν «Οι μη εμφορούμενοι από υγιή κοινωνικά φρονήματα» [Πηγή: ΓΕΣ/ΔΙΣ/ «Πόλεμος Κορέας» φ. 20α, Υποφ. Α, α/α 22].
Ετσι, η απειλή χαρακτηρισμού κάποιου ως «κομμουνιστή» ήταν ένα συνηθισμένο… επιχείρημα για να πειστούν ορισμένοι… εθελοντές.
Αποκαλυπτική είναι η μαρτυρία ενός στρατεύσιμου στην Πολεμική Αεροπορία, του Λουκιανού Ζαμίτ, ο οποίος στο βιβλίο του «Στην Κορέα και την Ιαπωνία» (εκδόσεις Γαβριηλίδη) μεταφέρει τη συζήτησή του με τον διευθυντή του Α2 Γραφείου της Πολεμικής Αεροπορίας:
«… Δεν μπορώ να σε υποχρεώσω (λέει ο διευθυντής του Α2) επειδή η συμμετοχή είναι εθελοντική…
Αλλά να ξέρεις ότι αυτή η στάση μπορεί να έχει δυσάρεστες συνέπειες, όχι μόνο κατά το υπόλοιπο της θητείας σου αλλά και στη μετέπειτα ζωή σου… Πρόσεξέ το αυτό!...».
Ο υπαινιγμός ήταν ξεκάθαρος: ή δέχεσαι ή υπόκεισαι σε φακέλωμα.
Ενας άλλος τρόπος «εθελοντικής» επιλογής περιγράφτηκε από τον στρατιώτη Κώστα Σταμουλάκη, που έφυγε, τον Μάη του 1953, για την Κορέα.
«Πρώτα οι αξιωματικοί μάς ζήτησαν να πάμε εθελοντές στον πόλεμο. Φαίνεται, όμως, ότι δεν προθυμοποιηθήκαμε πολλοί και γι' αυτό, μετά από 10 μέρες, ο δεκανέας μάς διάβασε έναν κατάλογο 30 ονομάτων φαντάρων από τη δική μας μονάδα -ανάμεσά τους και το δικό μου- και μας είπε πως μας θέλει ο συνταγματάρχης, χωρίς να μας εξηγήσει τι μας θέλει. Εμάς “μας έκαψε το κρομμύδι”, σκεφτήκαμε πως δεν θα μας ήθελε για κάτι καλό. Ο συνταγματάρχης μάς ανακοίνωσε πως θα πάμε στην Κορέα, για να αντικαταστήσουμε παλιότερους συναδέλφους μας που πολεμούσαν εκεί. Μας τόνισε ότι έχουμε υποχρέωση να πάμε -φαινόταν καθαρά ότι πρόκειται για διαταγή- και γιατί έπρεπε να γυρίσουν οι παλιότεροι, αλλά και γιατί η Ελλάδα είναι μέλος του ΝΑΤΟ και πρέπει να βοηθήσει τους Αμερικανούς στον πόλεμο κατά των κομμουνιστών», διηγήθηκε ο ίδιος σε μεταγενέστερο αφιέρωμα του «Ριζοσπάστη» [εφ. «Ριζοσπάστης» 9/5/1999, σελ. 15].

Η μεγάλη αποτυχία των αμερικανικών υπηρεσιών

28 Σεπτεμβρίου 1950: Μάχες για την ανακατάληψη της Σεούλ28 Σεπτεμβρίου 1950: Μάχες για την ανακατάληψη της Σεούλ | Max Desfor / AP
Ο πόλεμος της Κορέας είχε πολλά καινούργια χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και ιδιαιτερότητες.
Στον επιχειρησιακό τομέα εφαρμόστηκαν νέες τακτικές πεδίου μάχης, δοκιμάστηκαν καινούργια για την εποχή όπλα και άρματα και αναμετρήθηκαν τα πλέον σύγχρονα αεροσκάφη των αντίπαλων συνασπισμών.
Ταυτόχρονα καταγράφηκε το απόλυτο «ναυάγιο» των εκτιμήσεων της CIA, η αποτυχία του λεγόμενου «ψυχολογικού πολέμου», στον οποίο οι Αμερικανοί έδιναν μεγάλη έμφαση, αλλά και σοβαρές επιχειρησιακές δυσλειτουργίες στις αντιμαχόμενες πλευρές.
Σε έκθεσή του ο ταγματάρχης Βούλγαρης είχε αναφέρει «σφάλματα τακτικής (…) εκ μέρους των συμμάχων»:
«(…) την έλλειψιν πληροφοριών συνεπεία κακής οργανώσεως, την πλήρη έλλειψιν συντονισμού και συνδυασμού πυρών Πυρ/κού-Αεροπορίας και κινήσεις Πεζικού, τη γραμμήν εν αμυντική διατάξει και την απουσίαν εφεδρειών, την αδυναμία χρησιμοποιήσεως της νύκτας».
Αντίθετα, ο ίδιος επισήμανε «[τας] ορθάς αντιλήψεις του εχθρού σχετικώς με την οργάνωση του εδάφους (…), με την πειθαρχία πυρός και τη χρήσιν της χειροβομβίδας, με τας αμέσους αντεπιθέσεις, την αναζήτηση πληροφοριών, τη χρησιμοποίησιν της νυκτός» [Πηγή: ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, «Πόλεμος Κορέας», φ. 18α, υποφ. Β, α/α 6].
Σε ό,τι αφορά την έλλειψη πληροφοριών, ο Ελληνας αξιωματικός θα επιβεβαιωθεί πολλά χρόνια αργότερα, όταν σε αποχαρακτηρισμένες αναφορές αποκαλύπτεται το μεγάλο «ναυάγιο» της CIA, η οποία έξι μέρες πριν από την έναρξη του πολέμου βεβαίωνε ότι η Βόρεια Κορέα δεν έχει την ικανότητα να επικρατήσει της κυβέρνησης της Νότιας Κορέας, χωρίς σοβιετική ή κινεζική βοήθεια.
Ομως, οι Βορειοκορεάτες λίγες μέρες μετά την έναρξη του πολέμου είχαν καταλάβει τη Σεούλ και προχωρούσαν προς τον Νότο.
Βεβαίωνε ότι τουλάχιστον εντός του 1950 η Κίνα δεν θα εισέλθει στον πόλεμο.
Σταθμός διοικήσεως του ΕΚΣΕ τον Μάρτιο του 1951 στην περιοχή Κοτζάμ-Νι, απ’ όπου διευθύνεται επιχείρηση κατά του υψώματος 402Σταθμός διοικήσεως του ΕΚΣΕ τον Μάρτιο του 1951 στην περιοχή Κοτζάμ-Νι, απ’ όπου διευθύνεται επιχείρηση κατά του υψώματος 402 | Φωτ. ΓΕΣ/ΔΙΣ
Με βάση τις εκτιμήσεις της, ο στρατηγός Μακάρθουρ είπε στις 15 Οκτωβρίου 1950 στον Τρούμαν ότι «υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες μιας μεγάλης κλίμακας κινεζικής παρέμβασης».
Την επόμενη μέρα, 30.000 κινεζικά στρατεύματα πέρασαν τον ποταμό Duman ακολουθούμενοι από περισσότερους από 150.000 στρατιώτες λίγες μέρες αργότερα!
Ειδικά στον «ψυχολογικό πόλεμο», που εφαρμόστηκε σε μεγάλη κλίμακα στην Κορέα, φαίνεται ότι οι Αμερικανοί δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Σε αναφορά του Συνδέσμου Στρατηγείου Η.Ε. Απω Ανατολής, υποστράτηγου Νικ. Τασώνη (15/11/1952) δίνονται αναλυτικά στοιχεία για τον «Ψ.Π.», ο οποίος εξελισσόταν με τη ρίψη προκηρύξεων ή τη μετάδοση μηνυμάτων μέσω μεγάφωνων.
«Οι Αμερικανοί ισχυρίζονται ότι δεν έχουν πληροφορίες σχετικά με τα επιτευχθέντα αποτελέσματα του Ψ.Π. Φρονεί όμως ο υποφαινόμενος ότι ταύτα είναι ασήμαντα, παρά το ότι εκατομμύρια προκηρύξεων ρίπτονται καθ’ εκάστην εις τας εχθρικάς γραμμάς και εις την ενδοχώραν του εχθρού από φίλια αεροπλάνα. Τούτο διαπιστούται εκ του φανατισμού μεθ’ ου μάχεται ο εχθρός και εκ του ότι ελάχιστοι αυτόμολοι παραδίδονται εις τας φιλίας γραμμάς», ανέφερε συμπερασματικά ο υποστράτηγος [Πηγή: ΓΕΣ/ΔΙΣ, «Πόλεμος Κορέας», φ. 18α, υποφ. Γ, α/α 7].
Οι προκηρύξεις εκτυπώνονταν σε κορεάτικα και κινέζικα και οι αντίπαλοι απαντούσαν με φυλλάδια γραμμένα στα αγγλικά.
Ομως, το επιχείρημα των Βορειοκορεατών ήταν σαφώς πιο πειστικό.
«Αξιωματικοί και άνδρες του αμερικανικού στρατού γιατί θα πεθάνετε άσκοπα, σε ένα ξένο χώμα, 10.000 μίλια μακριά από τη χώρα σας;», ανέφερε ένα τέτοιο φυλλάδιο.
Πάντως, φαίνεται ότι και η άλλη πλευρά αντιμετώπιζε προβλήματα συνοχής.
Ο αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας Zhang Xiaoming έχει καταγράψει διεξοδικά τα προβλήματα στις σχέσεις Κίνας- Σοβιετικής Ενωσης (ΕΣΣΔ), που ανέκυψαν στη διάρκεια του πολέμου της Κορέας, καθώς η Κίνα θεώρησε ότι έμεινε ακάλυπτη το 1950 και το 1951 από την ΕΣΣΔ απέναντι στην υπεροπλία των ΗΠΑ στον αέρα.
Οπως αναφέρει ο ιστορικός, ο Στάλιν, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του, επέλεξε να μη στείλει αεροπορικές δυνάμεις στην Κορέα, καθώς ανησυχούσε για τις συνέπειες από μια ήττα από τις υπέρτερες αεροπορικές δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών.
Ετσι, άφησε την Κορέα και την Κίνα να δώσουν μόνες τους τη μάχη.
Αυτή η πρακτική θεωρείται ότι έδωσε το έναυσμα για τη μετέπειτα ρήξη των σχέσεων Σοβιετικής Ενωσης και Κίνας.

10 πράγματα που πρέπει να γνωρίζουμε για τον πόλεμο της Κορέας

Αμερικανοί στρατιώτες στην Κορέα- 10 Ιουλίου 1950Αμερικανοί στρατιώτες στην Κορέα- 10 Ιουλίου 1950 | AP Photo, File
 Αιτία του πολέμου: Μετά την παράδοση της Ιαπωνίας η Κορέα χωρίστηκε σε δύο μέρη, με όριο το 38ο παράλληλο. Η Σοβιετική Ένωση κατέλαβε την περιοχή βόρεια του 38ου παραλλήλου και οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέλαβαν τη νότια περιοχή. Έτσι, δημιουργήθηκαν το 1948 δύο νέες ιδεολογικά αντίθετες χώρες, που επιζητούσαν την επανένωση η κάθε μια για δικό της όφελος.
 Είναι ο πρώτος πόλεμος στον οποίο έπαιξαν ρόλο τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Στάλιν σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Πράβντα» είχε επισημάνει, προφητικά, ότι «ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, που ιδρύθηκε ως προμαχώνας για τη διαφύλαξη της ειρήνης, μετατρέπεται σε όργανο του πολέμου» για να συμπληρώσει πως «στην ουσία ο ΟΗΕ είναι τώρα (…) ένας οργανισμός που δρα κατ' απαίτηση του Αμερικανού επιδρομέα» {«Πράβντα» Νο 48, 17 Φλεβάρη 1951, Πηγή: Ριζοσπάστης 25.7.2004}
 Στο πλευρό της Νότιας Κορέας βρέθηκαν οι ΗΠΑ και άλλες 15 χώρες που έστειλαν στρατιωτική βοήθεια και 41 στέλνοντας εξοπλισμό.
 Στο πλευρό της Βόρειας Κορέας βρέθηκε στρατιωτικά η Κίνα ενώ η Σοβιετική Ένωση την ενίσχυσε με εξοπλισμό.
 Οι ΗΠΑ απέστειλαν περίπου το 90% των στρατευμάτων, που στάλθηκαν για να βοηθήσουν τη Νότια Κορέα.
 Είναι ο πρώτος πόλεμος με μάχες μεταξύ αεριωθούμενων αεροσκαφών. Σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια «Μπριτάνικα» η υπεροπλία των αμερικανικών δυνάμεων στον αέρα αντιστάθμιζε την πολυπρόσωπη χερσαία κινέζικη δύναμη. Οι πιλότοι των ΗΠΑ κατέστρεψαν πάνω από 300 αεροσκάφη τύπου MiG με απώλειες μόλις 78 F-86. Ομως, Οι βομβαρδισμοί που έγιναν από τις ΗΠΑ ήταν καταστροφικοί. Η πρωτεύουσα Πιογάνγκ έμοιαζε με τη Χιροσίμα ή το Τόκυο το 1945 ενώ η καταστροφή σταθμών ηλεκτροπαραγωγής και φραγμάτων προκάλεσαν μεγάλη δυστυχία στους Βορειοκορεάτες
 Οι ΗΠΑ δαπάνησαν περίπου 67 δισεκατομμύρια δολάρια για τον πόλεμο.
 Οι συνομιλίες εκεχειρίας διήρκεσαν δύο χρόνια και 17 ημέρες.
 Καθώς κάθε 9 ή 12 μήνες αντικαθίσταντο οι Ελληνες στρατιώτες, στην επιχείρηση της Κορέας έλαβαν μέρος συνολικά 10.255 άνδρες (669 αξιωματικοί και 9.586 οπλίτες). Οι απώλειες για τους Έλληνες ανήλθαν στους 186 νεκρούς (12 της ΠΑ) και 610 τραυματίες (αξιωματικοί και οπλίτες).
 Το 13ο Σμήνος Μεταφορών της ελληνικής Π.Α εξετέλεσε 1.795 εξόδους μάχης, μετέφερε 34.640 άνδρες και 5.958 τραυματίες. Τρία αεροσκάφη καταρρίφθηκαν και οι απώλειές του ανήλθαν σε 12 άτομα.

Συντάκτης: 
{[['']]}

Από τα Τάγματα στους συνταγματάρχες

Το «στρογγυλό τραπέζι» της πρώτης ημέρας του συνεδρίου του ΙΔΙΣ (16/6). Από αριστερά: Στάθης Καλύβας, Θανάσης Βαλτινός, Αλέξης Παπαχελάς, Δημήτρης Καιρίδης, Χρήστος Ροζάκης. Κενή η θέση του καθηγητή Θεόδωρου Κουλουμπή. | Τ. Κωστόπουλος
«Οφείλετε, απαλλασσόμενοι από οιανδήποτε προκατάληψιν, να δώσετε τον εαυτόν σας διά την σωτηρίαν της Πατρίδος»
Γεώργιος Παπαδόπουλος, προς τους εκπαιδευτικούς (21/3/1968)
Κάποιες φορές, η πραγματικότητα δικαιώνει ακόμη και τις πιο ακραίες προβλέψεις.
Οταν πριν από 14 χρόνια ασχοληθήκαμε για πρώτη φορά από τις στήλες του «Ιού» με το εγχείρημα πολιτικής αποκατάστασης των ταγματασφαλιτών από τον καθηγητή Στάθη Καλύβα («Ελευθεροτυπία», 26/10/2003), δεν παραλείψαμε να σχολιάσουμε ειρωνικά το επιχείρημά του, ότι κάποιοι πρώην ταγματασφαλίτες χρησιμοποιούσαν τη λέξη «επανάσταση» για να περιγράψουν «τον ξεσηκωμό τους εναντίον του ΕΑΜ» στο πλευρό της Βέρμαχτ.
«Υποθέτουμε», γράφαμε, «ότι οι ερωτήσεις του κ. Καλύβα προς τους εν λόγω “πληροφορητές” του δεν επεκτάθηκαν και στα μεταπολεμικά χρόνια.
Γιατί τότε, με αφορμή την 21η Απριλίου, κατά πάσα πιθανότητα θα ξανάκουγε να μιλούν για “την Επανάσταση”...».
Μιάμιση δεκαετία μετά, κι αφού πολύ νερό κύλησε έκτοτε στο αυλάκι, ο ίδιος καθηγητής μ’ ένα πολυσυζητημένο άρθρο του στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής προχώρησε σε μια πρώτη, δειλή αποκατάσταση (και) της χούντας, μέσω -κυρίως- της σχετικοποίησης: η δικτατορία, υποστηρίζει, λειτούργησε ως βραχύβιος θετικός καταλύτης για τον «πλήρη εκδημοκρατισμό της Δεξιάς και διαμέσου αυτής και της χώρας», ενώ ταυτόχρονα «συνέβαλε με έμμεσο τρόπο στον ραγδαίο αξιακό και πολιτισμικό εκσυγχρονισμό» της ελληνικής κοινωνίας· ο Καλύβας της αναγνωρίζει επίσης «πλατιά αποδοχή» από τον πληθυσμό, χάρη στην «ταύτισή» της με «την κορύφωση ουσιαστικά του μεταπολεμικού ελληνικού οικονομικού θαύματος».
Οπως ήταν αναμενόμενο, τη δημοσίευση του άρθρου ακολούθησαν έντονες (και ως επί το πλείστον αρνητικές) αντιδράσεις.
Παντελώς απαρατήρητη πέρασε, αντίθετα, η διοργάνωση που παρείχε το σχετικό έναυσμα.
Αναφερόμαστε στο συνέδριο που οργάνωσε το περασμένο Παρασκευοσαββατοκύριακο (16-18/6) το Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ) του Παντείου, με θέμα «Η δικτατορία των συνταγματαρχών. Εσωτερικές και διεθνείς διαστάσεις».
Κι όμως, όσα ειπώθηκαν εκεί φωτίζουν πολύ καλύτερα το επίμαχο κείμενο (που ξεκινά, άλλωστε, με ρητή αναφορά στο συνέδριο).
Το ΙΔΙΣ οργάνωσε επίσης ένα 8ωρο σεμινάριο «διά βίου μάθησης», με διδάσκοντα τον Καλύβα, δίδακτρα 60 ευρώ και αντικείμενο τη «συγκριτική μελέτη των εμφυλίων πολέμων και της πολιτικής βίας».
Για να το πούμε όσο γίνεται πιο απλά: η έμμεση και διακριτική (προς το παρόν) πολιτική αποκατάσταση της χούντας δεν αποτελεί ατομική πρωτοβουλία του καθηγητή του Γέιλ, αλλά συλλογικότερο εγχείρημα, σαφώς και πανηγυρικά διατυπωμένο.
Εκλαμβάνεται δε ως οργανικό τμήμα ενός ευρύτερου ερμηνευτικού σχήματος της νεότερης ελληνικής ιστορίας, το οποίο θα νομιμοποιεί τις στρατηγικές επιλογές της τελευταίας επταετίας, θ’ ανταποκρίνεται στην αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού που επέφερε η επιβολή των μνημονίων και θ’ αντικαταστήσει τα παλαιότερα «εθνικοενωτικά» δημοκρατικά αφηγήματα, τα οποία έχουν πλέον καταστεί αλυσιτελή ως μηχανισμός αναπαραγωγής της κοινωνικής συναίνεσης.
Για τη διαπίστωση αυτής της εξέλιξης, αλλά και των δυσκολιών που συναντά στην πράξη το όλο εγχείρημα, η παρακολούθηση του συνεδρίου της περασμένης εβδομάδας αποδείχθηκε άκρως διαφωτιστική.

Από τον Εμφύλιο στη χούντα

Πατροπαράδοτες φιλελεύθερες αξίεςΠατροπαράδοτες φιλελεύθερες αξίες | ΤΟ ΛΕΥΚΩΜΑ TOY ΡΗΓΑ (1974)
Το συνέδριο άνοιξε ο καθηγητής Δημήτρης Καιρίδης, αναπληρωτής διευθυντής του ΙΔΙΣ, επιστημονικός σύμβουλος του Ιδρύματος Κ. Καραμανλής, διευθυντής του «Δικτύου Ναβαρίνο», επιστημονικός διευθυντής παλαιότερα του Ιδρύματος Κόκκαλη και γνωστός στο ευρύ κοινό από τις καθημερινές τηλεοπτικές εμφανίσεις του.
Υποστηρίζοντας πως «η εθνική μελέτη του πραξικοπήματος κατατρύχεται από μια αφόρητη εσωστρέφεια, αυτοαναφορικότητα και έλλειψη θεωρίας», ο εισηγητής παρέπεμψε επανειλημμένα στη μελέτη των σχέσεων πολιτικής-στρατιωτικής εξουσίας «όπως κυρίως αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες από τον παλιό μου καθηγητή, πρωτοπόρο Σάμουελ Χάντινγκτον».
Αποσιώπησε όμως το εμβληματικό έργο αυτού του τελευταίου («Political Order in Changing Society», 1968), με το οποίο οι στρατιωτικές δικτατορίες νομιμοποιήθηκαν στην αμερικανική πολιτική σκέψη σαν το απαραίτητο όχημα για την οικονομική ανάπτυξη των «περιφερειακών» κοινωνιών.
Υπερβολική διακριτικότητα ή απλή άγνοια;
Επίκεντρο της εισήγησης Καιρίδη αποτέλεσε «το αισιόδοξο μήνυμα» της διεύρυνσης του ιστορικού «μεταναθεωρητισμού» της δεκαετίας του 1940, ώστε να περιλάβει και την καυτή πατάτα της εθνοσωτηρίου.
Με οδηγό και υπόδειγμα -τι άλλο;- τον Καλύβα και το έργο του:
«Να μπορέσουμε να κάνουμε με τη μελέτη του πραξικοπήματος αυτό που καταφέραμε με τη μελέτη μιας άλλης περίπτωσης πολιτικής βίας, που είναι οι εμφύλιοι πόλεμοι.
Οπως στην περίπτωση των εμφύλιων πολέμων υπήρξε μια έκρηξη τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, και δημιουργήθηκε ένα υποπεδίο στην πολιτική επιστήμη εκεί που δεν υπήρχε, έτσι ελπίζω και τα πραξικοπήματα θα πάρουν τη θέση που τους αξίζει στη διεθνή βιβλιογραφία, ενδεχομένως και με αφορμή την ελληνική περίπτωση.
Και επειδή σε λίγο θα φιλοξενήσουμε στη στρογγυλή τράπεζα έναν συνάδελφο Ελληνα από το εξωτερικό, ο οποίος πρωτοπόρησε στη μελέτη της εμφύλιας βίας (και υπό μίαν έννοια είναι ο θεμελιωτής διεθνώς του υποπεδίου, ο Στάθης Καλύβας), ελπίζω το συνέδριο ν’ αποτελέσει αφορμή, να γεννήσει τέτοιου τύπου διανοητές παγκοσμίου βεληνεκούς ως προς τα πραξικοπήματα».
Για να μην υπάρξει καμιά αμφιβολία, η εξαγγελία επαναλήφθηκε (κι εξειδικεύτηκε) στο κλείσιμο της εναρκτήριας αυτής ομιλίας:
«Οπως ξεκινήσαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 να μελετούμε την εμφύλια βία, και η ελληνική περίπτωση του εμφύλιου πολέμου 1946-49 έγινε εμβληματική χάρη στο εμβληματικό έργο του Στάθη Καλύβα περί της λογικής της εμφύλιας βίας (2006), έτσι ελπίζω και το συνέδριό μας να γίνει αφορμή για την πυροδότηση αντίστοιχης μελέτης σε παγκόσμιο επίπεδο, με την ελληνική περίπτωση εμβληματική, και να γεννηθούνε οι επίγονοι του Στάθη από τη νέα γενιά πολιτικών επιστημόνων και αναλυτών, πέρα από το αναμάσημα, ξανά και ξανά, τι έκανε ο βασιλιάς, τι έκανε η CIA, ποιος ήταν ο ΙΔΕΑ, τι έγινε ο Παπαδόπουλος κ.λπ., τα οποία τα ’χουμε πει, τα ’χουμε ξαναπεί, θα τ’ ακούσουμε βεβαίως και εδώ».
Εξαιρετικά εύγλωττο υπήρξε και το κάλεσμά του προς το κοινό, να εγγραφεί στο σεμινάριο του Καλύβα για την εμφύλια βία:
«Είναι μοναδική ευκαιρία για όλους εμάς εδώ στην ακαδημαϊκή επαρχία, για να μην πω έρημο, να συνομιλήσουμε με το κέντρο, με την Αμερική».
Λιγότερο προφανή για τους αμύητους αποδείχθηκαν, αντίθετα, τα συμφραζόμενα μιας άλλης παρατήρησής του, με στόχο το εγχώριο alter ego τού εξ Εσπερίας διανοητή:
«Θα διαφοροποιήσω τον Νίκο τον Μαραντζίδη, τον παλιό μου συνάδελφο, όσο σημαντικός κι αν είναι, από το έργο του Στάθη του Καλύβα, που πραγματικά είναι διεθνές και υπό αυτήν την έννοια ανοίγει έναν δρόμο για την ευρύτερη μελέτη του φαινομένου.
Θεωρώ ότι συχνά υποτιμούμε αυτή τη συνεισφορά και υποτιμά και ο ίδιος αυτή τη συνεισφορά, μπλέκοντας μέσα στα -πώς να το πούμε;- πίτουρα. Αλλά ας μην επεκταθώ σε αυτό τώρα...».
Ως συντονιστής του στρογγυλού τραπεζιού της πρώτης ημέρας, ο κ. Καιρίδης δεν απέφυγε, τέλος, τον πειρασμό ν’ αποδώσει στη χούντα τον «λαϊκισμό» της δεκαετίας του ’80 αλλά και της σήμερον -καλώντας τον συγγραφέα Θανάση Βαλτινό να εξηγήσει «κατά πόσον η δεκαετία του ’80 συνδέεται με αυτό που λέγεται “η κληρονομιά της χούντας”» και, πιο συγκεκριμένα, «κατά πόσον η χούντα, ως αποθέωση ενός λαϊκίστικου μικροαστισμού, να πούμε, μπέρδεψε το πράγμα και δημιούργησε εκείνες τις συνθήκες, δηλητηριάζοντας τη μεταπολίτευση με μια σειρά παθογένειες και καταχρήσεις τις οποίες τις είδαμε έτσι πολύ μπροστά μας στις επόμενες δεκαετίες».

Ενας παρεξηγημένος φιλελεύθερος

Το πρώτο πάνελ του συνεδρίουΤο πρώτο πάνελ του συνεδρίου | Τ. Κωστόπουλος
Αν ο Καιρίδης επικεντρώθηκε σε ύμνους στον Καλύβα και στη γενικόλογη καταγγελία των «ανεπαρκειών» της υφιστάμενης βιβλιογραφίας, υπαινισσόμενος απλώς τι δεν του αρέσει σ’ αυτή την τελευταία, ο επόμενος ομιλητής μπήκε στην ουσία του ζητήματος.
Σπονδυλική στήλη της εισήγησης του Θανάση Διαμαντόπουλου, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο, αποτέλεσε η διάκριση ανάμεσα στον μετριοπαθή Παπαδόπουλο και τους σκληρούς «συνεπαναστάτες» του:
«Εντός του καθεστώτος της 21ης Απριλίου», υποστήριξε, «από την πρώτη στιγμή, φαίνονται απόλυτα καθαρά δύο τάσεις.
Η, αν μπορώ να πω έτσι, τάση των “περιστερών”, που -όσο κι αν φαίνεται απίθανο- την ενσάρκωνε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, και η τάση των “ιεράκων”, που ενσάρκωνε η συλλογική διοίκηση του επαναστατικού συμβουλίου.
Ο Παπαδόπουλος κράτησε από την πρώτη στιγμή διαύλους επικοινωνίας με τον μονάρχη, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα.
Απεκαλύφθη πρόσφατα πως αξιωματικοί με την άδειά του επικοινωνούσαν με τον Ράλλη και τον Γεώργιο [εννοεί: Κωνσταντίνο] Παπακωνσταντίνου, κρατώντας μια επικοινωνία με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, δηλαδή με την εθνικόφρονα πλευρά της πολιτικής ηγεσίας του τόπου».
Οι «πρόσφατες αποκαλύψεις» που δεν κατονομάζονται είναι, φυσικά, το βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά «Το μυστικό του εθνάρχη», που διένειμε τον Απρίλιο η «Εφ.Συν.».
Εκτός όμως από τις επαφές με τον αυτοεξόριστο εθνάρχη, ο δικτάτορας πιστώθηκε από τον ομιλητή και με μια ατέρμονη προσπάθεια δημοκρατικής μετεξέλιξης του καθεστώτος, που προσέκρουσε στην αντίθεση των υπόλοιπων μελών του «επαναστατικού συμβουλίου».
Ο Παπαδόπουλος «αμνήστευσε τον ΑΣΠΙΔΑ, αμνήστευσε το βασιλικό πραξικόπημα, το 1968 απελευθέρωσε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους [...].
Οταν αργότερα προσπάθησε να άρει -κάνοντας υπουργό Εξωτερικών τον Πιπινέλη- τον στρατιωτικό νόμο, αντέδρασαν οι αξιωματικοί, δεν το πέτυχε αυτό, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να εκδιωχθεί τότε από το Συμβούλιο της Ευρώπης, αλλά στην προσπάθεια πολιτικοποίησης του καθεστώτος η εσωκαθεστωτική πόλωση κορυφώθηκε.
Η αντίδραση του Παπαδόπουλου ήταν η απειλή για άμεση λειτουργία του Συντάγματος, δηλαδή πλήρη λειτουργία του Συντάγματος του ’68, λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, και τόνισε ότι αν επιχειρούσαν να μετατρέψουν την επανάσταση σε καθεστώς, θα επαναεισήγε τη χώρα σε κοινοβουλευτικό καθεστώς.
Κι εκείνη την εποχή η σύγκρουση ήταν τόσο βίαιη, που τη λύση την έδωσε το μόνο στέλεχος της επαναστατικής επιτροπής ο οποίος ήταν ακόμη εντός των ενόπλων δυνάμεων και είχε ακόμη ισχυρή στρατιωτική δύναμη, ο ταξίαρχος Ιωαννίδης, ο οποίος είπε πως μόνο τον Παπαδόπουλο αποδέχονται ως ηγέτη εκείνη τη στιγμή τα κατώτερα στρώματα.
Από εκείνη τη στιγμή ο Παπαδόπουλος επιταχύνει και ένα-δύο βήματα πολύ σημαντικά της νίκης του επί των συνεπαναστατών του -τρία μπορώ να πω- είναι ότι στις 31/12/1971 αίρει τον στρατιωτικό νόμο, στις 6/10/1971 έχει καταργήσει τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, κάτι που δεν το έκανε μήτε η κυβέρνηση Πλαστήρα (1950-52), όταν ο Εμφύλιος ήταν πρόσφατος, αλλά μήτε οι κυβερνήσεις Γεωργίου Παπανδρέου το 1963-65.
Ταυτόχρονα, διά της προαγωγής, κάνοντας υφυπουργούς σε περιφερειακές διοικήσεις τούς παλιούς συμπραξικοπηματίες του, τους αποδυνάμωσε ολοσχερώς και πλήρως».
Οι εσωτερικές αντιθέσεις της χούντας υπήρξαν, βέβαια, γεγονός.
Η ευθύγραμμη μεταγραφή τους όμως σε αναμέτρηση μεταξύ οπαδών του εκδημοκρατισμού και του ολοκληρωτισμού είναι εντελώς παραπλανητική.
 Κατ’ αρχάς, αποσιωπά το γεγονός πως οι οξύτερες απ’ αυτές τις κρίσεις προέκυψαν όχι από κάποιες διαφορές στρατηγικής, αλλά ως παράπλευρο αποτέλεσμα της εξυπηρέτησης αντιτιθέμενων επιχειρηματικών συμφερόντων από τα ηγετικά στελέχη του καθεστώτος.
Η ανοιχτή αντιπαράθεση Παπαδόπουλου - Μακαρέζου το 1970, που παραλίγο να καταλήξει σε νέο πραξικόπημα, αποδίδεται λ.χ. ρητά από τις πηγές της εποχής στον τότε ανταγωνισμό Ωνάση - Νιάρχου για το τρίτο διυλιστήριο.
 Επιπλέον, όπως έσπευσε να επισημάνει κατά τη σχετική συζήτηση ο καθηγητής Σωτήρης Βαλντέν, η σκιαγράφηση της παπαδοπουλικής «φιλελευθεροποίησης» από τον ομιλητή εμπεριείχε πολλά στοιχεία παραπλανητικού εξωραϊσμού.
Ο στρατιωτικός νόμος άρθηκε λ.χ. το 1972 μόνο στην επαρχία (όπου, μακριά από τα μάτια της διεθνούς κοινότητας, αρκούσαν άλλες μέθοδοι καταναγκασμού) και όχι στην πρωτεύουσα, όπου παρέμεινε σε ισχύ ώς τον σχηματισμό της κυβέρνησης Μαρκεζίνη -και το Πολυτεχνείο.
Το 1968 δεν απελευθερώθηκαν «όλοι» οι πολιτικοί κρατούμενοι, αλλά μόνο ένα μέρος τους.
Αλλά και η πομπώδης «κατάργηση» του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων κάθε άλλο παρά εφαρμόστηκε στην πράξη, αφού αυτά παρέμειναν σε ισχύ μέχρι και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, για να καταργηθούν ολοσχερώς (όσον αφορά την εισαγωγή στις στρατιωτικές και αστυνομικές σχολές) μόλις το 1982.

«Ευμάρεια και αισιοδοξία»

Η κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου, που μετατράπηκε σε αντιδικτατορικό συλλαλητήριο (3/11/1968) - Δεξιά, στιγμιότυπο από συνάντηση των δικτατόρων με την ηγεσία του ΣΕΒ (3/5/1969)ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ (1982) / ΑΡΧΕΙΟ Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
↳ Το θεώρημα περί «πλατιάς αποδοχής» της χούντας αγνοεί εκδηλώσεις όπως η μαζική συμμετοχή στην κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου, που μετατράπηκε σε αντιδικτατορικό συλλαλητήριο (3/11/1968). Η ίδια απροθυμία επιδεικνύεται, άλλωστε, για την αναζήτηση των (πραγματικών) ερεισμάτων του καθεστώτος μεταξύ των «παραγωγικών τάξεων» –δεξιά, στιγμιότυπο από συνάντηση των δικτατόρων με την ηγεσία του ΣΕΒ (3/5/1969)
Τι είπε όμως ο ίδιος ο Καλύβας στο συνέδριο;
Τα ίδια πάνω-κάτω με όσα υποστήριξε στο άρθρο του στην «Καθημερινή», αν και με κάπως λιγότερο κατηγορηματικές διατυπώσεις, όπως επιβάλλει άλλωστε συνήθως η προφορικότητα.
Δήλωσε εξαρχής «μη ειδικός σε θέματα που αφορούν τη δικτατορία», για να επιδοθεί κατόπιν σε μια δικανικού τύπου έμμεση απόδοση σε αυτήν μιας πλειάδας θετικών κοινωνικών εξελίξεων (εξηλεκτρισμός, «μεγάλες οικονομικές επενδύσεις», επέκταση οδικού δικτύου, «πολλές οικογένειες απέκτησαν ιδιωτικό αυτοκίνητο, τηλεόραση, άρχισαν δηλαδή να ζουν με τον τρόπο που χαρακτηρίζει τις μεσαίες ευρωπαϊκές τάξεις»).
Με τελική κατάληξη, φυσικά, το επιθυμητό πολιτικό συμπέρασμα:
«Ουσιαστικά είχαμε μία περίοδο ευμάρειας και αισιοδοξίας, παρά τα προβλήματα, παρά τις αντιξοότητες.
Πράγμα που, πιστεύω, σε μεγάλο βαθμό εξηγεί και τις πολλές παρατηρήσεις που διαθέτουμε από παρατηρητές της εποχής, διαπιστώσεις ότι υπήρχε σε μεγάλο βαθμό μια αίσθηση ανοχής, αν όχι αποδοχής σιωπηλής, επιφανειακής βέβαια, του καθεστώτος από τον πληθυσμό».
Στη συζήτηση που ακολούθησε, του επαναλάβαμε το ερώτημα που υπέβαλε τον Οκτώβριο του 1969 ο Γεώργιος Ράλλης προς τον τότε σταθμάρχη της CIA, Στέισι Ποτς, όταν αυτός ισχυρίστηκε κάτι παρόμοιο: «Αν η κυβέρνηση έχει τη λαϊκή υποστήριξη, γιατί τους πιάνει ρίγος μόλις αναφερθεί η λέξη ''εκλογές'';».
Η απάντησή του δεν άφησε κανένα περιθώριο παρερμηνείας:
«Μα στα σχέδια της χούντας ήταν η λύση Μαρκεζίνη. Βεβαίως, όταν θεώρησαν ότι ήταν έτοιμοι να το κάνουν, όταν είχαν δει ότι οι άλλες επιλογές είχαν εξαντληθεί.
Είναι ένα θέμα το οποίο έχει μελετηθεί, πώς διαχειρίζονται την επόμενη μέρα τα στρατιωτικά καθεστώτα, και υπάρχουν και πιο εν πολλοίς ψευδεπίγραφα -πιστεύω- ερωτήματα.
Δηλαδή, είναι γεγονός ότι ο κόσμος δεν αντιστέκεται δεν σημαίνει ότι ο κόσμος αποδέχεται, όπως και το γεγονός ότι οι δικτατορίες δεν κάνουν εκλογές δεν σημαίνει ότι ο κόσμος τους απορρίπτει».
Κατά τα άλλα, η τοποθέτησή του χαρακτηρίστηκε από αλλεπάλληλες εννοιολογικές συγχύσεις.
Σύγχυση μεταξύ δύο παράλληλων στόχων της χούντας (πολιτικοϊδεολογική οπισθοδρόμηση και οικονομική ανάπτυξη), που εκλαμβάνονται απ' αυτόν ως αντίθετα και όχι ως συμπληρωματικές επιδιώξεις, αλλά και μεταξύ «καθεστώτων» και απλών κυβερνήσεων:
«Τα πραξικοπήματα», τόνισε, «είναι μια μέθοδος εγκαθίδρυσης ενός πολιτικού καθεστώτος που φαίνεται να έχει περάσει πλέον αργά αλλά με σταθερό τρόπο στα αζήτητα της Ιστορίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δημοκρατία είναι στο απυρόβλητο. Αντιθέτως, πλέον, με πολύ πιο συχνό τρόπο καταρρέουν δημοκρατικά καθεστώτα μέσω άλλων μηχανισμών -κυρίως εκλογών, κι όχι μέσω πραξικοπημάτων» (!).
Το πιο ενδιαφέρον σημείο της παρέμβασής του αφορούσε πάντως τη θέση εκείνου του επτάχρονου «μικρού διαλείμματος» στη σημερινή συλλογική μνήμη:
«Η κοινωνία που ζούμε σήμερα μπορεί να σφραγίστηκε μεταπολιτευτικά από τη διαδικασία της Μεταπολίτευσης, αλλά κοινωνικά και οικονομικά ουσιαστικά διαμορφώθηκε την εποχή της δικτατορίας.
Και ίσως αυτό να εξηγεί, θα έλεγα, το μεγάλο, κατά τη γνώμη μου, ερώτημα, πόσο εύκολα φαίνεται να ξεπέρασε η ελληνική κοινωνία αυτή την περίοδο.
Πόσο έπαψε να ασχολείται με ουσιαστικά θέματα που είχαν προκύψει στο διάστημα εκείνο, βάζοντας αυτή την εμπειρία πίσω της, διακωμωδώντας την ενδεχομένως, αλλά μη ασχολούμενη με τρόπο συστηματικό.
Δεν παρατηρείται στην Ελλάδα αυτό που παρατηρείται σε άλλες κοινωνίες που έχουν περάσει αντίστοιχες εμπειρίες αυταρχικών καθεστώτων, όπου για πολλά χρόνια υπάρχει μια έντονη συζήτηση για το τι έγινε, ποιοι ευθύνονταν, πώς λειτούργησαν τα πράγματα την εποχή εκείνη.
Αντίστοιχα, έχω την αίσθηση ότι στην Ελλάδα, μετά από μια πρώτη περίοδο, σιγά σιγά η κοινωνία προχωράει, ξεπερνάμε αυτή την περίοδο και δεν τη θυμόμαστε ούτε τη συζητάμε πια, κι αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανένας πολύ έντονα είτε στον επιφανειακό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε δημοσιογραφικά η περίοδος εκείνη (ως μία σακούλα στην οποία μπορούσαν να χωθούν όλες οι αμαρτίες, πραγματικές ή όχι, αλλά χωρίς ουσιαστική αυτογνωσία), κι από την άλλη με την -θα έλεγε κανένας- αμνησία που επικράτησε για πολύ κόσμο: πρόκειται για μια περίοδο, ιδιαίτερα για τους ανθρώπους εκείνους που δεν έχουν άμεσα προσωπικά βιώματα, που δεν αντιστοιχεί σε κάτι, πέρα από τα σύμβολα τα οποία...».
Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να υποτιμήσει τη σημασία αυτής της πολλαπλής παραδοχής.
Οχι μόνο για την εμφανή ενόχληση του ομιλητή από τη «δημοσιογραφική αντιμετώπιση της περιόδου εκείνης» ή την ανακούφιση που προδίδει η εκτίμηση πως «η κοινωνία προχωράει, ξεπερνάμε αυτή την περίοδο».
Η κραυγαλέα παραγνώριση της καθοριστικής θέσης που οι αναφορές στη δικτατορία εξακολουθούν να κατέχουν στον δημόσιο λόγο (κυρίως διά της πάνδημης αναγωγής της σε μέτρο σύγκρισης κάθε αυταρχικής πρακτικής: «χουντικά» μέτρα, «ούτε η χούντα...» κ.ο.κ.), παραγνώριση αδιανόητη για έναν πολιτικό επιστήμονα, μπορεί να ερμηνευθεί μ’ έναν μονάχα τρόπο: ως ενδοσκόπηση της συλλογικότητας από την οποία προέρχεται και στην οποία όντως αναφέρεται ο ομιλητής.
Το πραγματικό νόημα της παρέμβασής του γίνεται αντιληπτό μόνο αν αντικαταστήσουμε τη λέξη «κοινωνία» με τη λέξη «Δεξιά» ή «εθνικοφροσύνη».
Δοκιμάστε το και θα δείτε να ξετυλίγεται μια πολύ διαφορετική (και αρκετά ρεαλιστική) εικόνα.

Πήλινα πόδια;

Κατά τα άλλα, γενική εντύπωση από το συνέδριο του περασμένου Σαββατοκύριακου ήταν ότι το εγχείρημα που εξαγγέλθηκε τόσο πανηγυρικά αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες υλοποίησης.
Το πιστοποιούν, κατ’ αρχάς, οι αντιδράσεις και οι ερωτήσεις του κοινού στις διάφορες τοποθετήσεις.
Αλλά κι αυτές οι τελευταίες, κάθε άλλο παρά καθολικά εναρμονισμένες με το επιθυμητό σχήμα υπήρξαν: μολονότι η μεγάλη πλειονότητα των ομιλητών προερχόταν από τον ευρύτερο χώρο της Δεξιάς, οι περισσότεροι δεν απέκλιναν από τις συντεταγμένες της μεταπολιτευτικής συναίνεσης.
Ως ιδεοτυπικές φυσιογνωμίες τής τότε Δεξιάς προβλήθηκαν έτσι κυρίως μορφές με αντιστασιακή δράση, όπως η Ελένη Βλάχου ή ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ενώ εξίσου χαρακτηριστική ήταν η απροθυμία να θιγούν οι σχέσεις του δικτατορικού καθεστώτος με επιμέρους μερίδες της αστικής τάξης και της «κοινωνικής» Δεξιάς.
Δίχως όμως μια τέτοια ενασχόληση, επικίνδυνη εκ των πραγμάτων για την καλή εικόνα της παράταξης, οποιαδήποτε «αποδοχή» της χούντας είναι αδύνατο να τεκμηριωθεί.
Κάποιες άλλες αδυναμίες οφείλονται σε εμφανή ποιοτικά ελλείμματα του καθοδηγητικού επιτελείου.
Η βεβαιότητα λ.χ. κάποιων από τους διοργανωτές ότι ο Αλέξης Παπαχελάς απέδειξε την ανυπαρξία αμερικανικού δαχτύλου στο πραξικόπημα μαρτυρά, αν μη τι άλλο, πλημμελή ανάγνωση του βιβλίου του που κυκλοφόρησε εδώ και δυο δεκαετίες.
Οι δυσχέρειες της μετάστασης του ιστοριογραφικού «νέου ρεύματος» από το 1943-1949 στο 1967-1974 δεν οφείλονται όμως μόνο σε υποκειμενικά όρια.
Ακόμη πιο καθοριστικοί αποδεικνύονται, κατά τη γνώμη μας, κάποιοι άλλοι παράγοντες:
⚫ Η απουσία προϋπάρχοντος σχήματος, το οποίο θα μπορούσε να εκσυγχρονιστεί μ’ ένα γρήγορα λίφτινγκ, όπως έγινε με την ανάλυση των Καλύβα - Μαραντζίδη για την Κατοχή και τον Εμφύλιο (που αναπαράγει απλώς, με πιο μοντέρνο λεξιλόγιο, την κυρίαρχη ιστοριογραφική ορθοδοξία του 1949-1974).
Στην περίπτωση της χούντας, ο μόνος αντίλογος στο κυρίαρχο μεταπολιτευτικά ερμηνευτικό σχήμα προέρχεται από τους ίδιους τους χουντικούς και δύσκολα μπορεί να εξευγενιστεί, ώστε να γίνει ευρύτερα αποδεκτός.
Μια αυθεντική δε αναθεώρηση απαιτεί πολύ μεγαλύτερα επιστημονικά κότσια απ’ ό,τι ένας απλός «μεταναθεωρητισμός», που ισοδυναμεί με απλή επαναφορά στη μόδα κάποιων παλαιότερων στερεοτύπων.
⚫ Η ισχνότητα του αντίπαλου δέους της αντιδικτατορικής «βίας», που θα μπορούσε οριακά να υποβοηθήσει μια κάποια σχετικοποίηση.
Η κραυγαλέα ανισομέρεια των εκατέρωθεν οπλοστασίων (σποραδικές «κροτίδες», προπαγανδιστικές εξορμήσεις και απόπειρες διαδήλωσης έναντι ασφυκτικής λογοκρισίας και συστηματικών βασανιστηρίων) θα γελοιοποιούσε κάθε απόπειρα μεταφοράς του σχήματος της δεκαετίας του ’40 στις συνθήκες της εθνοσωτηρίου.
Το δε γεγονός ότι βόμβες έβαζαν όχι μόνον αριστερές οργανώσεις αλλά και αμιγώς κεντρώες ή αναφανδόν δεξιές, εμποδίζει την αξιοποίηση της σχετικής «αντιτρομοκρατικής» φιλολογίας του 2002 για ευρύτερη νομιμοποίηση των χουντικών κατασταλτικών μηχανισμών.
⚫ Η εγγενής πολυμορφία που χαρακτηρίζει συνήθως τα αφηγήματα των ηττημένων -απόρροια των διαφορετικών ρυθμών και τρόπων με τον οποίο βιώθηκε από τις επιμέρους πολιτικές και κοινωνικές συνιστώσες τους η ήττα.
Αν η εκδοχή της νικηφόρας εθνικοφροσύνης για τη δεκαετία του 1940 παρέμεινε λίγο-πολύ απαράλλακτη στον χρόνο, ενώ εκείνες της ηττημένης Αριστεράς δεν έπαψαν ποτέ να κονταροχτυπιούνται, το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει με τις αφηγήσεις των πάσης φύσης εθνικοφρόνων για τη χούντα.
Εξ ου και οι αρχιτέκτονες του τρέχοντος εγχειρήματος δείχνουν να διστάζουν μπροστά στην επιλογή ερμηνευτικού σχήματος: η χούντα ήταν ένα «αντιιμπεριαλιστικό», «ριζοσπαστικό» μόρφωμα που δεν είχε καμιά σχέση με τη μετεμφυλιακή Δεξιά (όπως ισχυρίζεται από το 2014 ο καθηγητής Ευάνθης Χατζηβασιλείου) ή αντίθετα «ανανέωσε» άθελά της «τη Δεξιά και τη χώρα», όπως θέλει ο Καλύβας;
Ή μήπως πάλι θα πρέπει ν’ αναδειχθεί το παραδοσιακό φιλοπαπαδοπουλικό/μαρκεζινικό σχήμα που φορτώνει όλα τα κακά στους «σκληρούς» του Ιωαννίδη;
Σε κάθε περίπτωση, η συνέχεια αναμένεται αρκετά ενδιαφέρουσα.

Η «πλατιά αποδοχή» του 10-15%

Η εικόνα «πλατιάς αποδοχής» που το καθεστώς κατασκεύαζε για τον εαυτό του, στα πρωτοσέλιδα του αθηναϊκού ΤύπουΗ εικόνα «πλατιάς αποδοχής» που το καθεστώς κατασκεύαζε για τον εαυτό του, στα πρωτοσέλιδα του αθηναϊκού Τύπου | 
Οχι μόνο ο Στάθης Καλύβας αλλά και κάμποσοι ακόμη συντηρητικοί πανεπιστημιακοί (όπως οι καθηγητές Θάνος Βερέμης και Γιάννης Κολιόπουλος) επικαλούνται την απουσία μαζικών εκδηλώσεων αντίστασης μέχρι το 1972 ως ένδειξη «ανοχής» ή και «πλατιάς αποδοχής» του δικτατορικού καθεστώτος από τον ελληνικό λαό.
Η «ένδειξη» αυτή σχετικοποιείται, βέβαια, από δύο δεδομένα.
Το πρώτο είναι η μετατροπή σε μαζικότατη αντικαθεστωτική διαδήλωση της μοναδικής συνάθροισης πολιτικού χαρακτήρα που επέτρεψε, μέχρι την άρση του στρατιωτικού νόμου το 1973, η χούντα: της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου (3/11/1968).
Το δεύτερο είναι η άγρια καταστολή των αντιφρονούντων και η πανηγυρική πάταξη ακόμη και της παραμικρής εκδήλωσης δυσφορίας για τα έργα της «επαναστάσεως».
Ενα τυπικό μικροσυμβάν, που δημοσιεύτηκε (με πανομοιότυπο κείμενο) στις εφημερίδες της 17/11/1967, είναι αποκαλυπτικό για την έκταση αυτής της τρομοκρατικής πρακτικής.
Κάποιος ταξιτζής από τον Βύρωνα «κατεφέρετο» το φθινόπωρο του 1967 κατά της επέκτασης της περιμετρικής ζώνης, λέγοντας ότι μείωσε τις εισπράξεις του· κάποιος καλοθελητής ενημέρωσε σχετικά την Ασφάλεια και αυτή τον Παττακό, που διέταξε να τον συλλάβουν και να του τον φέρουν, με την κατηγορία ότι παρόμοια γκρίνια συνιστά οργανωμένη «αντίδρασιν κατά της κυβερνήσεως», βάσει «γραμμής που είχε δοθεί από τον ραδιοσταθμόν του ΚΚΕ».
Μετά τη συνομιλία τους, διαβάζουμε στο άρθρο, ο προσαχθείς «παρεδέχθη την ορθότητα των ληφθέντων μέτρων, όπως την παραδέχονται όλοι οι επαγγελματίαι οδηγοί», με εξαίρεση «τους κομμουνιστάς φανατισμένους επαγγελματίας της αντιδράσεως, της αναταραχής».
Ο δε Παττακός τον άφησε ελεύθερο, στέλνοντας το σχετικό «ρεπορτάζ» (και φωτογραφία του μεταξύ τους «διαλόγου») στον Τύπο, προς γενικό παραδειγματισμό.
Ο γκρινιάρης ταξιτζής ενώπιον του ΠαττακούΟ γκρινιάρης ταξιτζής ενώπιον του Παττακού | ΑΡΧΕΙΟ Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ο προσαχθείς, διαβάζουμε εκεί, «εγλύτωσε χάριν εις την μεγαλοφροσύνην του κ. Παττακού. Διά τους κομμουνιστάς, όμως, και τους αφελείς συνοδοιπόρους των υπάρχουν οι νόμοι, οι οποίοι θα εφαρμοσθούν εις εκάστην περίπτωσιν με την δέουσαν αυστηρότητα».
Οποιος τολμά, ας ξανακατακρίνει κυβερνητικό μέτρο...
Η αποτίμηση των λαϊκών διαθέσεων σε συνθήκες κρατικής τρομοκρατίας, κατάργησης των αντιπροσωπευτικών θεσμών και ασφυκτικής λογοκρισίας δεν είναι βέβαια καθόλου εύκολη υπόθεση.
Τον ασφαλέστερο ίσως δείκτη αποτελούν οι κατ’ ιδίαν τότε εκτιμήσεις ηγετικών στελεχών της Δεξιάς, που εκ των πραγμάτων είχαν μια καλύτερη (και εκ των ένδον) εικόνα των διαθέσεων της εθνικόφρονος μαζικής βάσης –της μερίδας, δηλαδή, του πληθυσμού που αποτελούσε και το προνομιακό ακροατήριο της εθνοσωτηρίου.
«Οι οπαδοί του Κέντρου είναι όλοι αντίθετοι προς την σημερινήν κατάστασιν», ενημέρωνε εμπιστευτικά τον αυτοεξόριστο Καραμανλή ο Γεώργιος Ράλλης τον Μάιο του 1970, όταν η χούντα βρισκόταν στο αποκορύφωμα της ισχύος της.
«Επίσης, ένα μεγάλο μέρος της ΕΡΕ. Οι υπόλοιποι της ΕΡΕ (εκτός των ολίγων που κάνουν τις δουλειές του) ανέχονται τον Παπαδόπουλο διότι τον προτιμούν από την περίοδο 1964-1967. Το συναίσθημα αυτό γίνεται εντονώτερο κατά περιόδους, λ.χ. η τελευταία δήλωσις Ανδρέα περί ενοποιήσεως του αγώνος με τον Θεοδωράκην είχε ως αποτέλεσμα την τρομοκράτησιν της συντηρητικής αυτής μερίδος, που δεν θέλει διάδοχος της σημερινής καταστάσεως να είναι ένα είδος λαϊκού μετώπου» («Αρχείο Καραμανλή», Φ. 40Β, φ. 1102).
Ενάμιση χρόνο μετά, ο ίδιος διευκρινίζει ότι «ελάχιστοι πρώην οπαδοί μας -περίπου 10-15% του συνόλου του πληθυσμού- έχουν προσχωρήσει» στο καθεστώς (επιστολή της 25/10/1971 προς τον Καραμανλή, «Αρχείο Καραμανλή», τ. 7ος, σ. 293).
Οσο κι αν ένα τέτοιο ποσοστό αντιπροσώπευε μια καθόλου αμελητέα μερίδα των τότε ψηφοφόρων της Δεξιάς, η συνολική εκλογική εμβέλεια της οποίας υπολογιζόταν τον Απρίλιο του 1967 γύρω στο 40%, απέχει έτη φωτός από την εικόνα «πλατιάς αποδοχής» που προβάλλουν οι όψιμοι εξωραϊστές της δικτατορίας.
Παρόμοιες εκτιμήσεις διαβίβαζε στον Καραμανλή και ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο οποίος -σε αντίθεση με τον Ράλλη- είχε επιλέξει την πολιτική της «γέφυρας» με το καθεστώς.
Τον Φεβρουάριο του 1970 υπολόγιζε πως οι δικτάτορες «πιθανόν να έχουν κάτι μεταξύ 10% και 20%, προς το 10 (ή και κάτω) στις πόλεις, προς το 20 εις την ύπαιθρον».
Τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, η εκτίμηση αυτή θα αναθεωρηθεί προς τα κάτω: «γύρω στο 10%» («Αρχείο», όπ.π., σ. 270 & 277).
Τον Σεπτέμβριο, πάλι, ο ίδιος κάνει λόγο στον αυλάρχη του βασιλιά για «μεγάλη δυσαρέσκεια του λαού» στην ύπαιθρο, με την οποία διατηρούσε στενή επαφή, λόγω «της χαμηλής τιμής σίτου, γεωργικών προϊόντων και καπνού», μολονότι ταυτόχρονα διαπιστώνει ένα «αίσθημα τέλειας υποταγής στη σημερινή κατάσταση» (Λεωνίδας Παπάγος, «Σημειώσεις 1967-1977», Αθήνα 1999, σ. 275).
Υπήρχαν, φυσικά, και πιο αισιόδοξες -για τους κρατούντες- εκτιμήσεις.
Οταν το 1969 η ΥΠΕΑ ζήτησε από τις τοπικές διοικήσεις της Χωροφυλακής «να αναφέρουν το προβλεπόμενο ποσοστό που θα έπαιρναν οι συνδυασμοί της “εθνικής κυβέρνησης” στην περιφέρεια κάθε υπηρεσίας», διαβάζουμε στις αναμνήσεις ενός τότε υπομοιράρχου, όλοι έσπευσαν να δώσουν ποσοστά 75-90% (Ναπολέων Δοκανάρης, «Η μεταπολεμική Ελλάδα», Ιωάννινα 2004, σ. 210-2).
Για την επαγγελματική τους επιβίωση, ως δημοσίων υπαλλήλων, ήταν γαρ ασφαλέστερο να πέσουν έξω στις «προβλέψεις» τους, αν ποτέ αυτές υποβάλλονταν στη βάσανο της έμπρακτης επιβεβαίωσης, παρά να εκτεθούν στα μάτια των προϊσταμένων τους ως ανεπαρκώς εμπνεόμενοι από την «επανάστασιν»...

Πηγή: Τάσος Κωστόπουλος - "Εφημερίδα των Συντακτών"
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger