Προσφατες Αναρτησεις

ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ - Ηρωες με ατιθάσευτη λίμπιντο

Το αθάνατο κρασί του ’21 δεν είχε μόνο την έντονη μυρωδιά του μπαρουτιού και του θανάτου, αλλά και εκείνη της ανθρώπινης σάρκας όταν γεύεται την ηδονή

Του Κυριάκου Δ. Σκιαθά - Εκπαιδευτικού - συγγραφέα, "Αιρετικά"

Οι πρωτεργάτες του ’21 ήταν άνθρωποι και η εικόνα της ακηλίδωτης ηθικής που προσπάθησε να τους προσδώσει η επίσημη ιστορία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ούτε υπηρετεί την ιστοριογραφία.
Η επικρατούσα αντίληψη αμέσως μετά την απελευθέρωση, πλημμυρισμένη από πουριτανισμό, καθωσπρεπισμό και άφθονη υποκρισία, απαγόρευε κάθε προσπάθεια αναφοράς τολμηρών ιστορικών στιγμών των ηρώων.
Η μνημόνευση της ερωτικής ζωής των αγωνιστών, οι εξωσυζυγικές τους σχέσεις και γενικά οι ερωτικές τους παρανομίες θα σκανδάλιζαν τα χρηστά ήθη της εποχής.
Η Επανάσταση του 1821 εκτός από στιγμές ηρωισμών και ανδραγαθημάτων είναι γεμάτη από ίντριγκες, δολοπλοκίες και ροζ ιστορίες.

Είκοσι πιάστρα αποζημίωση για αποπλάνηση

Οι σχέσεις του Ρήγα Βελεστινλή αποτελούν άγνωστο κεφάλαιο. Ο ίδιος δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν καταγράφονται πολλές πηγές για την ερωτική και κοινωνική του ζωή, εκτός από ένα ερωτικό παραστράτημα.
Οταν τον Ιανουάριο του 1791 ο ευκατάστατος πλέον Ρήγας επέστρεψε στο Βουκουρέστι από τη Βιέννη ήρθε αντιμέτωπος με την ιδιότυπη έκφραση εξουσίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που αγκάλιαζε τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· τον περίμενε μια κλήση από το μητροπολιτικό δικαστήριο.
Το συγκεκριμένο έγγραφο (Acad. Pomana, χειρογ. 640, φ. 32) αναφέρεται σε καταγγελία κάποιας όμορφης Balasa, παραδουλεύτρας της μητέρας του, κόρης του Νίτσου και της Στάνιας από την Κραϊόβα. Ο μητροπολίτης, που δίκαζε τότε αυτές τις υποθέσεις, υποχρέωσε τον «βιαστή» να πληρώσει 20 πιάστρα αποζημίωση προς την ατιμασμένη κόρη.
Ο Ρήγας, που έπαιρνε μηνιαίο μισθό στη Βιέννη 120 πιάστρα, πλήρωσε γι’ αυτή την υπόθεση το 1/6 του μισθού του. Η μικρή ποινή που επέβαλε το δικαστήριο δηλώνει ότι επρόκειτο για υπόθεση αποπλάνησης παρά βιασμού.

Με τις ερωμένες τους στον πόλεμο

Πολλοί αρχηγοί του αγώνα εκτός από τη νόμιμη σύζυγό τους είχαν δίπλα τους μία ή περισσότερες ερωτικές συντρόφους, τις «παλλακίδες» τους κατά τους ιστορικούς.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε σύζυγο την Αικατερίνη, κόρη του προεστού του Ακοβου Δημήτριου Καρούσου, με την οποία απέκτησε τρεις γιους και δύο κόρες.

Η Αικατερίνη Καρούσου πέθανε στις 10 Αυγούστου 1820 στη Ζάκυνθο όπου βρισκόταν ο γέρος του Μόριά με την οικογένειά του. Ο Κολοκοτρώνης, ενώ έκανε τον τιμητή της ηθικής στους άλλους οπλαρχηγούς που είχαν εξωσυζυγικές σχέσεις, για πολλά χρόνια ο ίδιος συζούσε με τη Μαργαρίτα, κόρη του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, πρώην καλόγρια, την οποία είχε γνωρίσει το 1825 όταν ήταν φυλακισμένος στην Υδρα.
Το 1836 από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα απέκτησε ένα εξώγαμο τέκνο, στο οποίο έδωσε το όνομα του αγαπημένου και αδικοσκοτωμένου στους εμφύλιους γιου του Πάνου. Ο στρατηγός αναγνώρισε τον Παναγιωτάκη με τη διαθήκη του, την οποία συνέταξε στο Ναύπλιο στις 3 Μαΐου 1841 (αρ. συμβολαίου 12776) παρουσία του συμβολαιογράφου Χαραλάμπου Παπαδοπούλου και των μαρτύρων Αλεξίου Βλαχοποϋλου και Νικόλαου Σπηλιάδη: «Αποφασίζω και αφίνω κληρονόμους τα παιδιά μου, τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και τον οποίον Παναγιωτάκην, τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου [...] και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του [Μαργαρίτα] μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της...». 
Η Μαργαρίτα ήταν αυτή που έκλεισε τα μάτια του πολέμαρχου όταν αυτός πέθανε το 1843.

Σε τίποτε δεν υστέρησε του γέρου του Μόριά ο άλλος μεγάλος του αγώνα, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο οποίος πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια μεγαλώνοντας σε ξένα χέρια με πολύ ξύλο και περιφρόνηση. Οκτάχρονος ορφάνεψε και από μάνα - έτσι δίχως κάνα γονιό έπρεπε να παλέψει σκληρά για να επιβιώσει. Μεγαλώνοντας βρέθηκε στα Γιάννενα, στο μεγάλο πολεμικό σχολείο για τη ρωμιοσύνη. Εκεί παντρεύτηκε με την Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου (ή Αλεξανδρογιαννάκη κατ’ άλλους). Μερικοί λένε πως η Γκόλφω στάθηκε μια από τις «τσούπρες» του πασά· ποιος να ξέρει; Εκείνο που ξέρουμε είναι πως ο Αλή Πασάς αφού γλένταγε για κάμποσο τις γυναίκες, φρόντιζε έπειτα ο ίδιος να τις παντρέψει. Ο Καραϊσκάκης ανεξάρτητα με τι ισχύει αγάπησε πολύ την Γκόλφω.

Αν και οικογενειάρχης, παντρεμένος με παιδιά, κουβαλούσε μαζί του στις μάχες, από τα μέσα περίπου της επανάστασης, μια όμορφη Τουρκοπούλα που είχε εκχριστιανιστεί, την περίφημη Μαριώ (ή Μαργιώ ή Μαριγώ). Η σχέση του αυτή έδωσε τροφή για κουτσομπολιά και
αμαύρωσε την ηθική του.
Ο Καραϊσκάκης συνάντησε τη Μαριώ το 1825 στην Πελοπόννησο και από τότε τον ακολουθούσε σε όλους τους πολέμους. Για να μην την ξεχωρίζουν οι εχθροί, η Μαριώ ήταν ντυμένη αντρικά με φέσι και φουστανέλα και τη φώναζαν Ζαφείρη. Ωρες ολόκληρες ξενυχτούσε δίπλα του όταν τον βασάνιζαν οι θέρμες της αρρώστιας του.

Στα τέλη του 1825 ο Καραϊσκάκης πήγε στον Κάλαμο όπου βρισκόταν η Γκόλφω με τις δυο ανήλικες κόρες του. Πήρε μαζί του και τον φύλακα-άγγελό του, τη Μαριώ. Ο Ζαφείρης (Μαριώ) μπήκε στο μαγειρείο και ρίχτηκε στις δούλες και άρχισε τις τσιμπιές, τα γαργαλητά, τα φιλιά. Εβαλαν τις φωνές εκείνες και έτρεξαν στην καπετάνισσα. Εξοργισμένη αυτή ζήτησε εξηγήσεις από τον άντρα της. Αυτός πρόσταξε να φέρουν μπροστά του τον «ερωτύλο» για να τον επιπλήξει. Βλέποντας να του κουβαλάνε τον Ζαφείρη ξέσπασε στα γέλια. Η Γκόλφω παραπονέθηκε στον Καραϊσκάκη γιατί κουβαλούσε μαζί του την Τουρκοπούλα. Αυτός για να ελαφρύνει τη στιγμή απάντησε με τη γνωστή αθυροστομία του; «Εγνοια σου μουρή, έχω και για σένα μπούτσο! Μη μου χολιάζεις [θυμώνεις]».

Ο Σουλιώτης αρχηγός Κίτσος Τζαβέλας είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο γυναικείο φύλο. Στην ιστορία, εκτός των άλλων, έμεινε ο έρωτάς του με τη Βασιλική, η οποία μπήκε στο Μεσολόγγι μετά τον Αύγουστο του 1825 συνοδευόμενη από τη μάνα του Κίτσου Δέσπω, καπετάνισσα του Φώτου Τζαβέλα.
Η Βασιλική έζησε από κοντά την πολιορκία της πόλης και πήρε μέρος σε πολλές μάχες. Ηταν «γενναία Αγρινιώτισσα, η οποία εις τας μάχας προήσπιζε πολλάκις με το υψηλόν της ανάστημα τον βραχύσωμον Κίτσον» γράφει γι’ αυτήν η Σωτηρία Αλιμπέρτη. Στην αγκαλιά της αναπαύτηκε για ώρες ο Κίτσος μετά την επιτυχημένη απόκρουση των εχθρών στο νησάκι της Κλείσοβας ανήμερα του Ευαγγελισμού το 1826. Για χάρη του έρωτά της παρεξηγήθηκε με τον Καραϊσκάκη. Ο Κίτσος ήταν αρραβωνιασμένος με την κόρη του πολέμαρχου και τον πείραξε που την εγκατέλειψε για τη Βασιλική.

Τη σχέση μεταξύ του Τζαβέλα και της Βασιλικής ανέδειξε ένα επεισόδιο που διαδραματίστηκε την κρίσιμη ώρα της εξόδου του Μεσολογγίου. Ο Σουλιώτης αρχηγός βγήκε έχοντας μαζί του την ερωμένη του ντυμένη αντρικά. Η Βασιλική ήταν έγκυος και στην αγκαλιά της είχε τον Δημήτρη, το παιδί που είχε κάνει με τον Τζαβέλα. Τα κουτσομπολιά της εποχής έλεγαν ότι στην προσπάθειά του ο Τζαβέλας να ξεφύγει με την ερωμένη του, «εγκατέλειψε το σχέδιο της εξόδου», άρπαξε το άλογο από τον ιπποκόμο άλλου οπλαρχηγού, έβαλε στη σέλα το παιδί και τη Βασιλική και σπιρούνισε το άλογο, το οποίο στον καλπασμό του έριξε κάτω το παιδί.
Αλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η Βασιλική, σε μια στιγμή που κινδύνεψε ο Κίτσος, ως άλλη Μήδεια πέταξε το παιδί για να σώσει τον αγαπημένο της.

Οι Τουρκοαιγύπτιοι έπιασαν τελικά τον μικρό Δημήτρη και για να τον πάρει ο Κίτσος πίσω χρειάστηκε γενναία εξαγορά. Λέγεται μάλιστα ότι αντάλλαξε το παιδί με σαράντα Τούρκους. Αργότερα, όταν το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, παντρεύτηκε για να σταματήσουν τα κουτσομπολιά και οι κακοήθειες σε βάρος τους.

Υπουργείο ή πορνοστάσιο;

Τα γλεντοκόπια και οι γυναίκες θόλωσαν πολλές φορές την επαναστατική πατίνα του πυρπολητή των ψυχών της Ελληνικής Επανάστασης Γρηγόριου Δικαίου ή Παπαφλέσσα (Γεώργιος Φλέσσας το πραγματικό του όνομα), ο οποίος είχε άστατη ερωτική ζωή. Σύμφωνα με τους ιστορικούς της εποχής ο αγωνιστής ήταν «άσωτος, επιρρεπής στις ηδονές και μανιώδης γυναικάς».
Το 1817 έγινε η αιτία να διαλυθεί ένα επίσημο συνοικέσιο. Βγήκε η φήμη ότι το προξενιό χάλασε επειδή η υποψήφια νύφη ερωτεύτηκε τον Παπαφλέσσα. Ο καρδιοκατακτητής είχε βάλει το χεράκι του και ξελόγιασε την κοπέλα.

Οταν ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ο έκλυτος βίος του δεν συμβάδιζε με το σχήμα του αρχιμανδρίτη. Τον συνέλαβε κάποτε η τουρκική αστυνομία, μας πληροφορεί ο Δημήτριος Αινιάν, «διά την άτοπον και ανοίκειον διαγωγήν του δίδοντας παράδειγμα διαφθοράς εις την συνοικίαν αυτού». Ο Φωτάκος γράφει ότι οι Τούρκοι που τον συνέλαβαν τον ρωτούσαν και τον ξαναρωτούσαν: «Ε, παπά, δεν ντρέπεσαι το σχήμα σου, να φέρνεις γυναίκες κάθε νύχτα στο σπίτι σου και να ταράζης την ησυχίαν των γειτόνων;».

Ολες οι μαρτυρίες συγκλίνουν ότι ο Παπαφλέσσας και κατά τη διάρκεια της επανάστασης συνέχισε την «ντόλτσε βίτα». Ο αρχιμανδρίτης προκαλούσε την κοινή γνώμη με τις ατασθαλίες στην προσωπική του ζωή και ας ήταν υπουργός. Ο Γ. Γαζής γράφει ότι «εγκαταλιπών την ιερωσύνην έζη ως σατράπης με τρυφάς και αναπαύσεις. [...] Ο Παπαφλέσσας ένεκα της ασελγείας και της θηλυμανίας του κατήντησε το κατάστημα του υπουργείου του πορνοστάσιον».

Τις μέρες του εμφυλίου τον Οκτώβριο του ’24 ο Παπαφλέσσας εκστράτευσε στην Αρκαδία για να επιβάλει τις απόψεις της κυβέρνησης στους αντιπάλους της Μοραΐτες αρχηγούς. Ο Μακρυγιάννης, όργανο τότε της κυβέρνησης, σύντροφος του αρχιμανδρίτη σε αυτή την ανθελληνική εκστρατεία, γράφει για τις ερωτικές του αναζητήσεις απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων: «Ο Παπαφλέσσας πήρε μιαν γυναίκα μ’ ένα ντέφι κι έναν με βιολί και πήγαμε εις Λιοντάρι. [...] Τότε στοχάστηκα [...] και τον γενναίον Πάπα Φλέσια, όπου γλεντάγει εις το Λιοντάρι με τις γυναίκες και τα λαλούμενα» και του καταμαρτυρεί ότι «γύρευε τις επιδέξες [πόρνες]».

Εντέλει, δίκαια ο Αλέξανδρος Σούτσος τον χαρακτήρισε «φιλογύναιον Πάρι και φιλοπόλεμον Αχιλλέα».

Μια πικρή ιστορία ηθικής παραζάλης

Τα χρόνια εκείνα τους απατημένους συζύγους τους αντιμετώπιζαν με μέγιστη δόση ειρωνείας, τις δε μοιχαλίδες τις αποδοκίμαζαν με τρόπο που πολλές φορές απειλούσε τη ζωή τους.

Οι ιστοριογράφοι ύμνησαν τις αρετές και το θάρρος του ανασκολοπισμένου μάρτυρα του ’21 Αθανάσιου Διάκου. Με λουλούδι σπάνιο τον παρομοιάζει ο Σπ. Μελάς στα «Ματωμένα ράσα»: «Στον Κόρακα, στη βορεινή πλαγιά των Βαρδουσιών φύτρωσε ένα λουλούδι σπάνιο της ελληνικής ομορφιάς, της παλληκαριάς και της αρετής, ο Αθανάσιος Διάκος». Ολοι σχεδόν που ασχολήθηκαν με τον βίο του συμφωνούν ότι η αιτία για να αφήσει το μοναχικό σχήμα ο ήρωας και να ακολουθήσει τον κλέφτικο βίο ήταν οι ασέλγειες κάποιου Τούρκου αγά που θαμπώθηκε από τη θρυλική ομορφιά του.

Από την άλλη, υπάρχουν κείμενα, προφορικές παραδόσεις και δημοτικά τραγούδια που εξυμνούν τις επιτυχίες του ήρωα στον γυναικόκοσμο.

Ο έρωτας της όμορφης Κρυστάλλως, της μικρότερης κόρης του ισχυρού κοτζαμπάση της Κωσταρίτσας Αναγνώστη Μπάμπαλη, με τον Διάκο περί το 1812 είχε αποτέλεσμα να ψυχρανθούν οι σχέσεις του Ρουμελιώτη οπλαρχηγού Σκαλτσοδήμου με τον ήρωα.

Εκείνα τα χρόνια ένα άλλο ερωτικό περιστατικό με πρωταγωνιστές τον Διάκο, μια πανέμορφη γυναίκα, την Κατερίνη, και το άλλο πρωτοπαλίκαρο του Σκαλτσοδήμου, Γούλα, τάραξε τη Ρούμελη. Ηταν μια αισθηματική ιστορία που άγγιξε τα όρια του σκανδάλου, ένας δεσμός που μας παρουσιάζει με τον καλύτερο τρόπο τον ερωτισμό του ήρωα της Αλαμάνας και ταυτόχρονα μας πληροφορεί για τα ερωτικά ήθη των χρόνων εκείνων. Η Κατερίνη ήταν νέα, 18 Μαΐων, ξακουστή για την ομορφιά και τη σεμνότητά της σε όλη την περιοχή. Το πραγματικό της όνομα ήταν Κατερίνη Σπύρου ή Ξυστρή και καταγόταν από τη Σέλιανη (τα σημερινά Μάρμαρα), χωριό της δυτικής Φθιώτιδας. Σύμφωνα με την παράδοση, η Κατερίνη είχε ξετρελάνει τα παλικάρια της περιοχής. Μεταξύ αυτών που θαμπώθηκαν από την ομορφιά της ήταν ο Γούλας και ο Διάκος, τα πρωτοπαλίκαρα του Σκαλτσοδήμου.

Ο Γούλας της ζήτησε να τον παντρευτεί αλλά στάθηκε άτυχος, γιατί είχε για αντίζηλο το ομορφόπαιδο της περιοχής, τον Αθανάσιο Διάκο. Η Κατερίνη προτίμησε τον Διάκο και σύντομα έγινε ο αρραβώνας τους. Ο Γούλας δεν συγχώρεσε τους δυο ερωτευμένους και περισσότερο την Κατερίνη που τον πρόσβαλε με την απόρριψη.
Στο θολωμένο του μυαλό έκανε τη σκέψη να εκδικηθεί το ζευγάρι. Κάποια μέρα που λημέριαζαν οι ερωτικοί αντίζηλοι στη θέση Κούτσουρο έξω από τη Σέλιανη έπιασαν κουβέντα και η συζήτηση έφτασε στις γυναίκες. Ο Γούλας υποστήριζε ότι καμιά γυναίκα δεν είναι πιστή. Ο Διάκος είχε αντίθετη άποψη και την αιτιολογούσε φέρνοντας παράδειγμα την αρραβωνιαστικιά του Κατερίνη.

Ο Γούλας άρπαξε την ευκαιρία και αμφισβήτησε τα λεγάμενα του Διάκου. Τον προκάλεσε ότι μπορεί να ξελογιάσει την Κατερίνη. «Κι' αυτή είν’ σαν τις άλλες. Αν θες μπορώ να στ’ αποδείξω και να την φέρω δω στο λημέρι μας» του είπε. Ζήτησε μόνο από τον Διάκο να του δώσει το αργυρομάνικο λάζο του (σουγιά με αργυρή λαβή), να της το δείξει σαν σημάδι ότι έρχεται από τον αρραβωνιαστικό της. Ο Διάκος δέχτηκε την πρόκληση γιατί είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στην Κατερίνη του. Ο Γούλας τελικά κατάφερε τον στόχο του. Η Κατερίνη, χωρίς να το πολυσκεφτεί, τον ακολούθησε. Ο Διάκος βλέποντάς τη να ’ρχεται στο λημέρι με τον Γούλα του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Η Κατερίνη προσπάθησε να τον ηρεμήσει λέγοντάς του ότι ο Γούλας την ξεγέλασε. Της είπε ότι ο αρραβωνιαστικός της είναι άρρωστος και πως θέλει να τη δει. Για να την πείσει ότι λέει την αλήθεια της έδειξε το λάζο του ήρωα. Ο Διάκος δεν την πίστεψε, της ξέσκισε τα ρούχα, της έκοψε τα μαλλιά και την έδιωξε σχεδόν ολόγυμνη.

Η Κατερίνη ντροπιασμένη και χωρίς να έχει ελπίδα να ξαναδεί τον άνθρωπό της γύρισε στο χωριό της. Οταν έφτασε εκεί έζησε τη σκληράδα των συγχωριανών της. Την κάθισαν ανάποδα στον γάιδαρο γυμνή, της φόρεσαν στο κεφάλι για στεφάνι σπλάχνα και έντερα ζώων και την περιέφεραν σε όλο το χωριό. Η όμορφη Κατερίνη από τον καημό της τρελάθηκε. Οι συγχωριανοί της, «τιμητές» των ηθικών νόμων, της έδωσαν το παρατσούκλι «παλιοκατερίνη».

Ο Διάκος στις αρχές του 1821 αρραβωνιάστηκε με τη Ρωξάνη, κόρη του κοτζαμπάση της Λιβαδειάς Γιαννάκη Φίλωνα. Το 1824, μετά τον θάνατό του, η αρραβωνιαστικιά του παντρεύτηκε τον πλούσιο Αθηναίο Σπύρο Ζαχαρίτσα. Κι άλλους έρωτες αποδίδουν στον όμορφο Θανάση. Ο σύγχρονός του ποιητής Ιωάννης Ζαμπέλιος αποκαλύπτει ότι λίγο πριν από τον χαμό του στην Αλαμάνα παράλληλα με τη Ρωξάνη «είχε και ερωμένην την ωραιοτέραν της πόλεως Λεβαδειάς» που την έλεγαν Βενετσάνα.

Για μια ωραία Ελένη και μια ωραία Ασήμω

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, πρωτότοκος γιος του γέρου του Μοριά, τον Φεβρουάριο του 1823 παντρεύτηκε στο Ναύπλιο την Ελένη του Δημήτρη Μπούμπουλη, την όμορφη κόρη της καπετάνισσας Μπουμπουλίνας. Οι κακές γλώσσες της εποχής ήθελαν τον γάμο αυτό απόρροια της σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της καπετάνισσας.

Τον Αύγουστο του 1824, που ο Πάνος χρειάστηκε με εντολή της κυβέρνησης να πάει στην πολιορκία των Πατρών, εμπιστεύτηκε τη φύλαξη της οικογένειάς του, που κατοικούσε πλέον στην Τριπολιτσά, στον οπλαρχηγό Θεοδωράκη Γρίβα. Δηλαδή άφησε τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα. Ο Γρίβας, ο οποίος ήταν γλεντζές και γυναικάς, σύναψε ερωτική σχέση με την Ελένη.

Ο Φωτάκος γράφει ότι και ο γέρος του Μόριά εκτιμούσε τον Γρίβα και μάλιστα «του έγραφε να προσέχη την οικίαν του, την μητέρα του και την νύμφην του, σύζυγον του Πάνου, ήτις ήτο εκεί».
Η εξωσυζυγική αυτή σχέση προκάλεσε πολλά κουτσομπολιά στην κοινωνία της Τριπολιτσάς. Το κολοκοτρωναίικο βούιξε από τις φήμες ότι η μητέρα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και γιαγιά του Πάνου, Ζαμπία, δεν είχε καλή σχέση με την Ελένη και τη συμπεθέρα Μπουμπουλίνα εξαιτίας των παραστρατημάτων της ωραίας μοιχαλίδας.

Κι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά ο Πάνος, μαθαίνοντας ότι η κυβέρνηση είχε σκοπό να καταδιώξει τον πατέρα του, άφησε την πολιορκία της Πάτρας κι έτρεξε για να τον βοηθήσει και να υπερασπιστεί την οικογένειά του, η οποία ήταν στην Τριπολιτσά. Η κατάληξη γνωστή. Ο Πάνος δολοφονήθηκε λίγο έξω από την Τριπολιτσά (μεταξύ των χωριών Θάνα και Μπεσίρι) από τους κυβερνητικούς.
Ποιοι ακριβώς ήταν οι δολοφόνοι του μέχρι και σήμερα δεν έχει διαλευκανθεί. Πολλά ακούστηκαν τότε. Ο Σπύρος Μελάς ιστορεί μια ακραία εκδοχή της δολοφονίας. Υποστηρίζει ότι το κολοκοτρωναίικο ήταν ανάστατο γιατί πίστευε ότι η Ελένη πλήρωσε τους φονιάδες να σκοτώσουν τον Πάνο για να τον ξεφορτωθεί και να ζήσει ελεύθερα τον έρωτά της με τον Γρίβα.
Ο Κολοκοτρώνης το βράδυ που μαθεύτηκε η δολοφονία του Πάνου την προειδοποίησε ότι οι οικογένειά του την ψάχνει για να τη σκοτώσει. Κανείς δεν θα της συγχωρούσε την απιστία που έκανε στον Πάνο.

Ο οπλαρχηγός Γιάννης Γκούρας ήταν παντρεμένος από το 1823 με την Ασήμω, κόρη του προύχοντα της Αθήνας Αναγνώστη Λιδωρίκη. Στην όμορφη Γκούραινα ο στρατηγός Καραϊσκάκης είχε κολλήσει το παρατσούκλι «νταλιάνα», διότι όπως ήταν ψηλή γυναίκα και σπαθάτη θύμιζε το ιταλικό μακρύ ντουφέκι «νταλιάνι». Ο Γκούρας όσο ζούσε (σκοτώθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1826 από τουρκικό βόλι που τον βρήκε στον κρόταφο) ήταν πολύ ερωτευμένος με την πανέμορφη γυναίκα του. Κατά τη διάρκεια της κοινής τους ζωής η μοναδική του έννοια ήταν μην τον απατήσει.

Τη μεγάλη του περιουσία, φτιαγμένη κυρίως από λάφυρα, θέλησε να την αφήσει στην Ασήμω του, γι' αυτό συνέταξε δύο διαθήκες σε διαφορετικούς χρόνους, το ’24 και το ’26 (δεκατρείς ημέρες πριν από τον θάνατό του η δεύτερη).
Στο κείμενο της πρώτης διαθήκης, όπως καταγράφεται από τον Διονύσιο Κόκκινο, αναφέρεται: «Εάν αδελφή, φυλάξης την τιμήν του ανδρός σου μετά τον θάνατόν του, ο θεός να σε διαφυλάξη υγιή· και εξ όλης μου καρδίας σοι εύχομαι να απολαύσης με όλην την ανάπαυσί σου όσα σοι αφίνω εις την διαθήκην μου- ει δε και φανής άπιστος, και με αλησμονήσης, ογλίγωρα ο θεός να σε στείλη κατόπι μου».
Η Γκούραινα όμως ήταν νέα, το αίμα της έβραζε. Προτού σαραντίσει ο μακαρίτης Γκούρας έπεσε στο κρεβάτι με άλλον. Ο εραστής της ήταν ο οπλαρχηγός Νικόλαος Κριεζιώτης.

«Η ευχή [του Γκούρα] δε αύτη επληρώθη ούτω πως» μας εξηγεί ο Σουρμελής. Η όμορφη Γκούραινα δεν χάρη-κε πολύ την ελευθερία της και τον καινούργιο της έρωτα. Τρεις μήνες και κάτι μετά τον θάνατο του Γκούρα, στις αρχές Ιανουάριου του 1827, η νέμεση άπλωσε και πάλι το μακρύ χέρι της πάνω στο γκουραίικο. Η πολιορκία της Ακρόπολης συνεχιζόταν και οι οβίδες του Κιουταχή έπεφταν χωρίς σταματημό. Μια τουρκική οβίδα έπεσε πάνω στο Ερέχθειο όπου έμενε το γκουραίικο και σκότωσε την Ασήμω κι όλη της την οικογένεια.

Δεν είχαν τελειωμό οι έρωτές τους

Στα πολεμικά και παραδόξως ρομαντικά εκείνα χρόνια οι ραγιάδες έβρισκαν χώρο να τοποθετήσουν στην καθημερινή πάλη για επιβίωση και τις ερωτικές τους αναζητήσεις. Στην κοινωνία της εποχής υπήρχαν και οι ερωτομανείς και οι ομοφυλόφιλοι, αυτούς που τους έλεγαν στα στρατόπεδα «χαντζαρούλες», αλλά και παρουσίες με ερωτικές ιδιαιτερότητες. Στην πολεμική παραζάλη της εποχής βρίσκουν θέση τα συναισθήματα του έρωτα, της αγάπης και της συντροφικότητας της καπετάνισσας Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, της αρχόντισσας της Μυκόνου Μαντώς Μαυρογένους και της Κυρα-Φροσύνης, που τα ερωτικά της παραστρατήματα δίχασαν τα προεπαναστατικά Γιάννενα.

Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνουν οι ερωτικές ποιητικές αναζητήσεις του Παλαιών Πατρών Γερμανού, τα ερωτικά ξεφαντώματα του Ανδρέα Λόντου, ο παθιασμένος έρωτας του αρχοντόπουλου της Μάνης Αναστάση Μαυρομιχάλη με τη γυναίκα του Χουρσίτ πασά και οι άρχοντες Νοταράδες που «αδερφοφαγώθηκαν» για τον έρωτα της Σοφίτσας Θεοχάρη Ρέντη κι έκαψαν το Σοφικό Κορινθίας.

Σίγουρα υπήρξαν και άλλα ερωτικά περιστατικά, των οποίων όμως το άκουσμα και τη δημοσίευση δεν επέτρεψε η πουριτανική νοοτροπία, γιατί έτσι θα κινδύνευαν τα χρηστά ήθη. Οι ίδιοι τα έκαναν, οι ίδιοι τα έκρυβαν και οι ίδιοι τα κατέκριναν.
Και αρρώσταιναν οι Νεοέλληνες από το μικρόβιο της υποκρισίας χωρίς ουσιαστικά να γιατρευτούν ποτέ από αυτό.

0 Κυριάκος Δ. Σκιαθάς είναι συγγραφέας των ερευνών «Τα ερωτικά του ’21» (A + Β τόμος), που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Διαπολιτισμός

ΤΕΛΟΣ

{[['']]}

Ο Μακρυγιάννης χωρίς φωτοστέφανο - ΑΓΙΟΣ Ή ΔΙΑΒΟΛΟΣ;

Απομυθοποίηση των πεπραγμένων του θρυλικού στρατηγού μέσα από τα «Απομνημονεύματά» του. Ακόμη κι όταν με τα γραφόμενα του επιχειρεί να συγκαλύψει την αλήθεια, αυτή αναφαίνεται πίσω από τις λέξεις

Του Θεόδωρου Παναγόπουλου, Πρώην δικαστικού - "Αιρετικά"

Ο στρατηγός Γιάννης Μακρυγιάννης είναι ξεχωριστή, ιδιότυπη περίπτωση του αγώνα της ανεξαρτησίας και έχει απασχολήσει όσο κανένας άλλος, με εξαίρεση ίσως τον Θόδωρο Κολοκοτρώνη, την ιστοριογραφία της επανάστασης.
Η φήμη και η αξία του δεν οφείλονται στην πολεμική του δράση κυρίως, η οποία ωστόσο δεν ήταν αμελητέα, όσο στη μεταθανάτια μυθοποίησή του από τον λόγιο συμπατριώτη του Γιάννη Βλαχογιάννη, ο οποίος ανακάλυψε και έφερε στο φως τα «Απομνημονεύματά» του, και στην εν συνεχεία υποστήριξή του από κάποια «ιερά τέρατα» (Παλαμάς, Σεφέρης, Ελύτης, Βενέζης, Θεοτοκάς, Αορεντζάτος, Περάνθης) της ελληνικής διανόησης, την άποψη των οποίων κανείς δεν τόλμησε να αμφισβητήσει.
Μάλιστα δε, ο Γεώργιος Σαββίδης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να ανακηρύξει τον Μακρυγιάννη άγιο!

Χάρη σε αυτή την προβολή και κυρίως εξαιτίας της ιδιομορφίας της γραφής του βγήκε από την αφάνεια.
Σχεδόν όλοι όσοι καταπιάστηκαν με το έργο του περιορίστηκαν στον Μακρυγιάννη γραφιά αναφορικά με το είδος, το ύφος, την ιδιομορφία της γλώσσας του. Ελάχιστοι και περιορισμένα με τον άνθρωπο Μακρυγιάννη, με τον χαρακτήρα του, το ήθος του, τη συμπεριφορά του, την πολιτική του δράση, τις αρετές του -αν διέθετε-, τα ελαττώματά του, τη συμμετοχή του και την προσφορά του στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Ολοι κοίταζαν το δέντρο και δεν πρόσεξαν το δάσος.

Μισθοφόρος, νταής, υποκριτής και φιλοχρήματος

Ο Μακρυγιάννης (Κροκύλειο Φωκίδας 1797 - Αθήνα 27 Απριλίου 1864) οικογενειακό επώνυμο Τριανταφύλλου) εμφανίστηκε στη δημόσια σκηνή της επανάστασης ουσιαστικά στο τέλος του 1823, όταν κατέβηκε για πρώτη φορά στην Πελοπόννησο και άρχισε να αναμειγνύεται στις κομματικές διαμάχες εκείνης της περιόδου για να συμμετάσχει στη συνέχεια στον εμφύλιο πόλεμο (1824-1825) με τα ρουμελιώτικα στρατεύματα, υπό την αρχηγία του Ιωάννη Κωλέττη, ως αρχηγός της φρουράς του και θησαυροφύλακάς του.

Ετσι από τη μια μέρα στην άλλη έγινε από χιλίαρχος, αντιστράτηγος, στρατηγός σε αντάλλαγμα της απιστίας και της αποστασίας του, αφού πρόδωσε τους φίλους του και προσχώρησε στους αντιπάλους τους.
Ο Κάρπος Παπαδόπουλος, συναγωνιστής του στα πεδία των μαχών, γράφει ότι ήταν «ο κυριότερος μοχλός του εμφύλιου πολέμου, που προκάλεσε τον αφανισμό του Μόριά». Μέχρι τότε ήταν ένας ασήμαντος μικροκαπετάνιος της Ρούμελης, δορυφόρος του Ανδρούτσου και του Γκούρα. Από τον εμφύλιο και μετά βρίσκεται συνεχώς στο πλευρό του Κωλέττη και στη συνέχεια του Μαυροκορδάτου και του Κουντουριώτη, τις πολιτικές επιλογές των οποίων στηρίζει ανεπιφύλακτα και απ’ ό,τι φαίνεται όχι αφιλοκερδώς.
Σε κάθε περίσταση τον συναντάμε πάντοτε στην πλευρά του δυνατού και σε αυτού που πληρώνει καλά. Κακά τα ψέματα. Ο Μακρυγιάννης ήταν επαγγελματίας μισθοφόρος. Δεν πολεμούσε μόνο για να απελευθερωθεί ο τόπος. Πολεμούσε και για το πουγκί του, το «κεμέρι» του, όπως έλεγε ό ίδιος.

Τις στρατιωτικές του υπηρεσίες τις έβγαζε σε πλειστηριασμό. Τις έπαιρνε όποιος έδινε τα περισσότερα. Γι’ αυτό είχε πάντοτε χρήματα και πλήρωνε εξ ιδίων τους άντρες του, όπως ο ίδιος κατ’ επανάληψη δηλώνει.
Εννοείται ότι αμέσως μετά τα εισέπραττε από την κυβέρνηση. Μέχρι και από τον Ιμπραήμ ζητούσε τους μισθούς των στρατιωτών του, για να του παραδώσει το φρούριο του Ναυαρίνου, τον Μάιο του 1825. Τον σημερινό φίλο την επομένη τον πολεμούσε, αρκεί να πληρωνόταν καλά.

Υποκριτής και φιλοχρήματος. Ιησουίτης με τα όλα του. Οπαδός του δόγματος «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», δεν δίσταζε να πει οποιοδήποτε ψέμα, αρκεί να εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και τους σκοπούς του. Αφιλος και άνθρωπος χωρίς μπέσα. Πρόδιδε και πουλούσε τους συντρόφους του χωρίς κανέναν δισταγμό. Φιλοκατήγορος, ραδιούργος και ένας από τους πρώτους νταήδες (ψευτοπαλικαράς, τουρκ. dayi) του ’21. 
Οι άλλοι ήταν ο Γκούρας, ο Θοδωράκης Γρίβας, ο Καρατάσος και ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης - ο δολοφόνος του Καποδιστρια.

Ενα μεγάλο μπόι -γι’ αυτό τον έλεγαν Μακρυγιάννη- με μικρό μυαλό, παρίστανε τον παλικαρά και ξυλοφόρτωνε όποιον τον ενοχλούσε με το παραμικρό.
Τον Φεβρουάριο του 1825 επειδή ο έπαρχος Αρκαδίας Κωνσταντίνος Πελοπίδας, ένας από τους σπουδαιότερους Φιλικούς, αρνήθηκε να ικανοποιήσει κάποιο αίτημά του τον σακάτεψε στο ξύλο: «Πήγα και τον έπιασα και του ’δωσα ένα ξύδο διά πεθαμόν κι’αν δε πήδαγε από το παβεθύρι κάτου ο διοικητής, δεν ξέρω αν έμενε ζωντανός» γράφει στα «Απομνημονεύματά» του.

Λοιδορεί, βρίζει και αποστρέφεται -στο χαρτί- τους «νεκροθάφτες των στρατιωτικών» Κωλέττη και Μαυροκορδάτο, τον «κουτό» Κουντουριώτη, τους προεστούς, τα «οτζάκια», τους «Τουρκοκοτζαμπασήδες», τα «παιδιά των Τούρκων, όπου μας κυβερνούν [...], οι μαθητές των Τούρκων, οι δουλευτήδες αυτηνών [...], οι ανθρωποφάγοι που μας έσπειραν την διχόνοια, φατρία, κατασκοπεία, τις ακαθαρσίες τις δικές του κι’ έφκιασαν την πατρίδα παλιόψαθα με τα φώτα του Φαναριού», αλλά τους υπηρετεί δουλικά.
Εκεί που χθες έφτυνε, σήμερα πίνει νερό. Ο Κωλέττης είναι «διάβολος», «δόλιος», «απατεώνας», «μπερμπάντης». Ο Μαυροκορδάτος «το ζυμάρι των Τούρκων», ο «δουλευτής αυτηνών», ο «αγαπημένος των τύραγνων», το «τζιράκι της Κωνσταντινουπόλεως». Οι λογιότατοι «ακαθαρσίες της Κωνσταντινουπόλεως και της Ευρώπης», πλην όμως τους σέβεται και τους υπακούει, «για να μην συμβή καμιά διχόνοια και ακολουθήση κανένα δυστύχημα. Κι’ εγώ πρέπει να υπομένω και να θυσιάζω εις τα οτζάκια».

Χύνει κροκοδείλια δάκρυα γιατί βασανίζονται οι «στραβοραγιάδες» από τους προεστούς και τους οπλαρχηγούς: «Κι’εμείς τρώμε τα πράματά τους και στέκονται ολόρθοι και μας κερνάνε [...] και μας πλερώνουν και μας ταγίζουνε. Και τους βάνομε ομπρός εις τον πόλεμον και σκοτώνονται αυτήνοι και δοξαζόμαστε εμείς», αλλά την επόμενη κιόλας μέρα, «Βγάλαμε τα μαχαίρια, σκοτώσαμε τον μπαϊραχτάρη τους, σκοτώσαμε και άλλους [...Ι πιάσαμε και κάμποσους ζωντανούς [...]. Οι άνθρωποί μου πήραν λάφυρα πολλά [...]τους πήραμε τα πραχτικά τους κι’ όλα τους τ’αναγκαία». 
Φυσικά όλα αυτά τα θύματα δεν ήταν Τούρκοι, ήταν Ελληνες που τόσο μα τόσο πολύ τους λυπόταν.

Ενώ το 1823 έχει ορκιστεί να υπηρετεί την κυβέρνηση Μαυρομιχάλη - Κολοκοτρώνη που τον έκανε χιλίαρχο, ραδιουργεί σε βάρος της, την κατασκοπεύει, όντας πιστό όργανο της αντιπολίτευσης Μαυροκορδάτου - Κωλέττη: «Αφήτε με εμένα να τους διαλύσω αυτηνών εδώ την δύναμή τους όλη. Αλλά να μην ξέρη κανένας ότι αγρικιώνται με τ’εμένα και κιντυνέψω αδίκως και δεν βγάλω και τ’ αποτέλεσμα».

Ενας φανατικός όσο και ιδιοτελής «εθνικόφρων» του ’21

Αρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του στο Αργος τον Φεβρουάριο του 1829 και τα τελείωσε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1850. Κατά το διάστημα αυτό έκρυβε τα χειρόγραφα για να μην τον βρει κανείς μπελάς, μιας και δεν είχε αφήσει κανέναν από τους συγχρόνους του που να μην τον κατηγορήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Δεν ήθελε να δημιουργήσει εχθρούς. Κανείς δεν γνώριζε το περιεχόμενο των απομνημονευμάτων. Το 1850 τα έβγαλε από εκεί που τα είχε κρυμμένα και τα ξαναδιάβασε: «Αυτό το χειρόγραφον, από την περίστασιν, οπού μου έγιναν πολλές καταδρομές, το είχα κρυμμένο. Τώρα οπού το έβγαλα, το διάβασα όλο [...] και είδα ότι δεν ξηγώμαι γλυκύτερα».

Ενώ έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια από την αρχή των γεγονότων που διηγείται τίποτε δεν αλλάζει, τίποτε δεν αναθεωρεί. Πολλά πράγματα έχουν ωστόσο αλλάξει. Ο ίδιος όμως παραμένει αμετακίνητος στις ιδέες του.
Φυσικά, ούτε λόγος για αυτοκριτική, μιας και ύστερα από τόσα χρόνια είναι βέβαιο ότι όλα έχουν αλλάξει γύρω του. Θα περίμενε κανείς ότι στα στερνά του θα είχε πια πειστεί ποια «κουμάσια» υπηρετούσε και ποιων συμφέροντα εξυπηρετούσε και όφειλε να τους αποκαλύψει, αφού «διά την στερέωση της πατρίδος μου και νόμους, διά κείνο πεθαίνω, όχι διά άλλο».
Και αφού πέθαινε «διά νόμους», πού ήταν όταν ο Κωλέττης μοίραζε με τη σέσουλα τα στρατιωτικά διπλώματα στον εμφύλιο, ώστε κατάντησε να έχει η Ελλάδα 12.000 αξιωματικούς, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν είχαν ρίξει «ουδέ καν εν τουφέκι εις τας κατά των εχθρών γενομένας μάχας» (Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος αρχομένη από του έτους 1715 και λήγουσα το 1835», Εν Αθήναις 1839);
Δεν ήταν παρών, δεν ήταν ο σωματοφύλακας και θησαυροφύλακας του Κωλέττη;

Αμετανόητος, καταχώνιασε εκ νέου τα γραπτά του μέσα σε ντενεκέδες και τα έκρυψε στο υπόγειο του σπιτιού του, σκεπασμένα με παλιόξυλα και σκουπίδια. Εκεί τα βρήκε ο γιος του Κίτσος το 1901 και τα παρέδωσε στον Βλαχογιάννη ο οποίος τα δημοσίευσε το 1907.
Φυσικά όταν δημοσιεύτηκαν δεν υπήρχε κανείς συγκαιρινός του επιζών για να τον διαψεύσει ή να τον επιβεβαιώσει.

«Ο Μακρυγιάννης» γράφει ο Κυριάκος Σιμόπουλος «βλέπει πού γέρνει η ζυγαριά της πολιτικής διαμάχης και εγκαίρως επιχειρεί τη μεταπήδηση στο στρατόπεδο των ισχυρότερων. Μ’ όλο που γράφει τις αναμνήσεις του χρόνια πολλά ύστερα από τα γεγονότα, δεν μπορεί να τα ανακρούσει με νηφαλιότητα. Ούτε υποψία αυτοελέγχου, πουθενά ενδοιασμός, ούτε ίχνος μεταμέλειας. Ρίχτηκε στον εμφύλιο με ορμή και λύσσα, απαράλλαχτα όπως πολέμησε τους Τούρκους. Χειρότερα ακόμα. Με αγριότερο μίσος και κυρίως με καταφρόνηση. Στους Τούρκους αναγνωρίζει ανδρεία και περηφάνια, στους αδελφούς, στους χθεσινούς συντρόφους και τώρα θανάσιμους εχθρούς, όχι. Ολοι είναι δειλοί και ανάξιοι» («Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη», Εκδόσεις Στάχυ, 2000).

Το 1825 ακόμη και ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος μόλις είχε αποφυλακιστεί από την Υδρα, είναι δειλός και το ’βάλε στα πόδια μπροστά στον Ιμπραήμ. Ο «στρατηγός του εμφυλίου», ο οποίος πήρε τον βαθμό, τα παράσημα και το άλογο πολεμώντας τους συμπατριώτες του, χλευάζει και ειρωνεύεται ανενδοίαστα τον αρχιστράτηγο: «Ο Αρχηγός [...] δεν έχει κώλο να πλησιάσει τον εχθρό [...] μάθαμεν εις τον Αχλαδόκαμπον ότι ο Μπραΐμης κυρίεψε την Τριπολιτζά κι’ο Αρχηγός με το στράτευμα ξεποδαριάστηκαν φεύγοντας εις τα βουνά».

«Οι συνωμοτικές ικανότητες του Μακρυγιάννη» συνεχίζει ο Σιμόπουλος «και η παρασκηνιακή, κρυφή του δράση είχαν αποκαλυφθεί από τα χρόνια του Αγώνα. Εξασφάλιζε τη μυστικότητα ορκίζοντας τους συνεργάτες και οπαδούς του. Επιστράτευε ψευτιές, πονηριές και τεχνάσματα, σκηνοθετούσε πειστικά επεισόδια, οργάνωνε δίκτυο πληροφοριοδοτών. Αποσπούσε με εμπίστους του ενοχοποιητικά έγγραφα από τις κασέλες των αντιπάλων του. Διατηρούσε πράκτορες ακόμα και στο παλάτι».

Αποφεύγει τα λεφτά όπως ο διάβολος το λιβάνι. Ετσι γράφει. Εξορκίζει τα γρόσια, αλλά συνεχώς αναφέρεται σ’ αυτά και τα διεκδικεί με επιμονή από την κυβέρνηση, από τους οφειλέτες, από παντού. Δεν εννοεί να χάσει ούτε ένα γρόσι.
Μια παράμετρος της... αντιπάθειας του Μακρυγιάννη για τα λεφτά: πώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι είναι ο μοναδικός άνθρωπος του 21 στον οποίο όλοι προσφεύγουν και του προσφέρουν χρήματα για να τον προσεταιριστούν και πώς τρία με τέσσερα χρόνια από την εμφάνισή του στο προσκήνιο έγινε μόνο αυτός ένας από τους πλουσιότερους Ελληνες του καιρού του με τεράστια περιουσία; 

Την απάντηση στα ερωτήματα αυτά ίσως την ανιχνεύσει κάποιος στις σημειώσεις του Γεωργίου Γαζή, ο οποίος γνώρισε και έζησε από κοντά τον Μακρυγιάννη: «Ούτος ήν Λιδορικιώτης μικρός και αδύνατος, επί δε της Επαναστάσως [...] έγινεν οπλαρχηγός. Υπηρετών δε στρατιωτικώς πλησίον της τότε Προσωρινής Διοικήσεως, ως μία εκτελεστική δύναμις τρόπον τινά, είχε συμπεριφοράν θωπευτικήν και ευάρεστον - είχε στα χείλη μέλι και στην καρδιά φαρμάκι. Οθεν και πολιτευόμενος κατά την αρέσκειαν των ισχυρών, είλκυσε την εύνοιαν αυτών και δεν τον άφηναν να έβγη έξω εις τας επικινδύνους μάχας κατά των εχθρών. Τοιουτοτρόπως λοιπόν αγωνιζόμενος ως επί πλείστον, ησφάλιζε και την ζωήν του, εγέμιζε δε και το πουγκί του».

Ο οπλαρχηγός που δεν ήθελε να είναι περίλυπος

Α) Τοκογλύφος

Είναι περίεργο το γεγονός πώς σε μόλις δέκα χρόνια ο Μακρυγιάννης έγινε πραγματικά πλούσιος και ήταν μόνο 24 χρόνων. Από υπηρέτης στο σπίτι του Αθανάσιου Λιδωρίκη -όλοι τον φώναζαν ο «Γιαννάκης του Λιδωρίκη»-, σφραγιδοφύλακας, του Αλή Πασά και στη συνέχεια επιστάτης, διαχειριστής της περιουσίας του και σωματοφύλακας της Λιδωρίκαινας έγινε μέγας και τρανός. Ολοι είχαν την ανάγκη του και ο ίδιος κανενός. Εγινε φίλος με όλους τους ισχυρούς και τραπεζίτης Ελλήνων και Τούρκων. Τους δάνειζε όλους, δεν δανειζόταν ο ίδιος. Είχε και γραμμάτια των οφειλετών του σαράντα χιλιάδες γρόσια. Πολλά λεφτά για την εποχή εκείνη αν σκεφτεί κανείς ότι ο Λιδωρίκης του έδωσε για δέκα χρόνια δουλειάς μόλις τετρακόσια γρόσια.
Πούλαγε τη βρώμη και το αραποσίτι 300% και 400% πάνω από την τιμή που τα αγόραζε.

Β) Μισθοφόρος

Ηταν ήδη αρκετά ψηλός, αλλά έπαψε να ψηλώνει περισσότερο όταν τον Ιανουάριο του 1822 το κεφάλι του Αλή Πασά στάλθηκε πεσκέσι στον σουλτάνο και έχασε τους ισχυρούς του προστάτες. Τα σουλτανικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αρτα και αναγκάστηκε να φύγει. Κατέληξε δυτικότερα, στην Αμφισσα, όπου γνωρίστηκε και συνδέθηκε με τον Κωλέττη που ήταν συμπατριώτης του και αργότερα με τον Μαυροκορδάτο και μπήκε στη δούλεψή τους.
Εμεινε εκεί περίπου δύο χρόνια, προτού κατέβει στην Πελοπόννησο, και γνώρισε από πρώτο χέρι τον Αρειο Πάγο και την πολιτική των αρειοπαγιτών, καθώς και τα φερσίματα του Μαυροκορδάτου, του Κωλέττη, του Νέγρη και των άλλων που είχαν βαλθεί να ξεπαστρέψουν όλους τους σημαντικούς οπλαρχηγούς του τόπου, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Καραϊσκάκη, τον Βαρνακιώτη και πολλούς άλλους.

Στις 4 Ιανουάριου 1824 το Βουλευτικό συνεδριάζει στο Κρανίδι και καταργεί την κυβέρνηση Μαυρομιχάλη. Ο εμφύλιος πόλεμος κοντοζυγώνει.
Τι στάση κράτησε σε αυτή την περίπτωση; «Την άλλη μέρα, μάθαμε το Βουλευτικόν διόρισε άλλο Εκτελεστικό. Πήγε εις το Κρανίδι, διόρισε τον Κουντουργιώτη, τον Μπόταση. Το βράδυ βλέπω έναν φερμένον από το Κρανίδι, Λεωνίδα τον λένε. Ηταν σταλμένος από την νέαν Κυβέρνησιν. Μου λέγει αυτός ότι έγινε νέα Κυβέρνηση, κι’αυτή με το Βουλευτικόν μου παραγγέλνουν να γυρίσω μ’ αυτούς και μου δίνουν διακόσιες χιλιάδες γρόσια. Τους παραγγέλνω: Εγώ γρόσια δεν θέλω, δεν πουλιώμαι διά γρόσια. Δεν ορκίστηκα δι’ αυτά, ορκίστηκα διά την πατρίδα. Και αν είναι για την πατρίδα δέχομαι να την βοηθήσω. Αφήστε με εμένα να τους διαλύσω αυτηνών εδώ τη δύναμή τους όλη. Αλλά να μην ξέρη κανένας ότι αχρικιώνται με τ’εμένα και κιντυνέψω αδίκως και δεν βγάλω και τ’αποτέλεσμα». 

Από χιλίαρχος έγινε συνωμότης και χαφιές. Τι του απάντησαν από το Κρανίδι; «Μου στείλαν οπίσου ό,τι γνωρίζω να κάμω και η πατρίς θα μου γνωρίζη πολύ». Τώρα «πατρίδα» ήταν τα διακόσιες χιλιάδες γρόσια που του ’ταξαν ή οι αγγλικές λίρες που έφτασαν στο Ναύπλιο λίγους μήνες αργότερα; Και αφού ορκίζεται ότι δεν πουλιέται για γρόσια, τότε γιατί γράφει στον νέο πρόεδρο Κουντουριώτη: «Εκλαμπρότατε να με ενθυμηθής όταν έλθη το δάνειον, ότι τας ελπίδας μου, μετά τον Θεόν, εις την Εκλαμπρότητά σου τας έχω και μη με αφήσης περίλυπον». Βλέπεις, το φύλαξε ο Κουντουριώτης το γράμμα σου (Αρχεία Κουντουριώτη, τ. Ζ', σ. 569).

Για να δούμε τώρα τι έκανε για να τους διαλύσει; «Συνκατοικούσα με τον Γενναίον. Προσμέναμε ακόμα τρεις χιλιάδες ασκέρι να πάμε να βαρέσουμε το Κρανίδι, οπούταν το Βουλευτικόν και η νέα Κυβέρνηση. Στο Κουτζοπόδι πιάστηκα με τον Γενναίον ότι δεν θέλομεν να βαρέσομε το Βουλετικόν. Είχα κουβεντιάσει με τον Χατζηχρήστο κι’ άλλους και ήμαστε σύντροφοι και σύνφωνοι. Πήγα εις τον Γενναίον, του είπα ότι εγώ από αυτούς δεν τραβάγω χέρι, θα πεθάνω μ’ αυτούς. Τότε αγαπήσαμε, καθίσαμε ως τα μεσάνυχτα, φάγαμε. Σηκώθηκα να φύγω, μου είπε μπονόρα να πάγω να φάμε τηγανίτες. Ευτύς όπου επήγα εις το κονάκι μου έστειλα τον τζαγούση μου [λοχίας] και σύναξε όλους τους ανθρώπους μου και κάμποσους δικούς του, του Γενναίου. Ηταν μια μεγάλη βροχή και κοντέψαμε να σωθούμε από ’να παλιόρεμα. Την αυγή στέλνει ο Γενναίος να φάμε τις τηγανίτες, δεν βρίσκει κανέναν. Αφού μάθαν ο Χατζηχρήστος και οι άλλοι ότι έφυγα εγώ, σε δυο ώρες ήλθαν όλοι εις τον Αγιον Γιώργη [της Νεμέας]. Εμεινε ο Γενναίος με σαράντα ανθρώπους». 

Αποβραδίς έτρωγε και έπινε με τον Γενναίο και του ορκιζόταν ότι μόνο ο θάνατος θα τους χωρίσει και τη νύχτα έφυγε κρυφά, σαν κλέφτης, έγινε επίορκος, άλλαξε στρατόπεδο. Δεν ξέρω πώς το λένε αυτό, αλλά μόνο μπέσα Ρουμελιώτη καπετάνιου δεν είναι.
Κάποιος θα μπορούσε να του πει ότι κατάντησε θλιβερός μισθοφόρος της «μαυροκωλεττοκουντουριώτικης» παρτίδας, όχι της πατρίδας.

Στον Αϊ-Γιώργη ενώνεται με τον Λόντο, τον Ζαϊμη, τον Νοταρά και άλλους και πηγαίνει να πολιορκήσει την Τρίπολη που την κατέχουν ο Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης. Εκεί γράφει: «Πολεμούσαμε νύχτα και ημέρα και σκοτωνόμαστε από τόνα το μέρος και  τ' άλλο» μέχρι που κατέλαβαν την πόλη. Πού πήγε μετά; «Το Μεγάλο Σαββάτο τον Μάρτιο μήνα του 1824 κατεβήκαμε εις τ’Αργος. Εις τΆργος ήταν το Βουλευτικόν όλο. Μας καρτέρεσε οπού πήγαμε νικηταί - από τους Τούρκους. Τότε το Βουλευτικόν μόκαμε μίαν μεγάλην υποδοχή, μόδωσε κι’ένα ευκαριστήριον καλό και με διόρισε το Βουλευτικόν σώμα και η νέα Διοίκηση αρχηγόν της φρουράς της να προσέχω διά την ασφάλειάν της».
Πήγαν λοιπόν νικητές στο Αργος - καθώς λέει νίκησαν τους Τούρκους. Τους τσάκισε, τους έσφαξε, τους κατατρόπωσε τους Τούρκους. Τούρκοι ήταν ο Κολοκοτρώνης, ο Πλαπούτας, ο Νικηταράς και ο νεκρός Πάνος Κολοκοτρώνης που σκοτώσανε.

Γράφει τη βραδιά που έτρωγε με τον Γενναίο και το πρωί θα πήγαινε για τηγανίτες ότι «ο στραβοραγιάς ας δουλεύει διά μας. Εκείνος τρώγει λάχανα ανάλατα, εμείς τηγανίτες κι’αρνάκια». Σαν πολύ υποκριτικό μου φαίνεται αυτό και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός.

Ολοφύρεται δήθεν και χύνει κροκοδείλια δάκρυα για την κατάντια του στραβοραγιά, αλλά όταν του δίνεται η ευκαιρία είναι ο πρώτος που και τον γυμνώνει και τον σκοτώνει. 
Αυτοί εκεί στην Αρτα που τους έπαιρνε τη βρώμη τέσσερα γρόσια και την πούλαγε δεκάξι αγάδες ήτανε; Δεν ήτανε στραβοραγιάδες;
Και έφτασε στο σημείο να αποκαλεί τον Κολοκοτρώνη «Τούρκο»; Το πόσο «Τούρκος» ήταν ο Κολοκοτρώνης θα του το ’μολογήσει ένας συγκαιρινός του αγωνιστής, ο Φωτάκος, που πολέμησε στο Βαλτέτσι, Απρίλιο και Μάιο του 1821: «Αφού εγλυτώσαμεν από τον πόλεμον και επεστρέψαμεν εις το χωριό Βαλτέτσι ηύραμεν τους σκοτωμένους χριστιανούς και δεν εζηγώναμεν κανένας μας εις αυτούς κοντά. Εκιτρινίσαμεν από τον φόβον μας, διότι πρώτην φοράν είδαμεν ανθρώπους σκοτωμένους. Ο δε Κολοκοτρώνης διά να μας ενθαρρύνη εμάζωνε τα κομμάτια του καθενός νεκρού, τα εφίλει και έλεγεν εις τους τριγύρω στρατιώτας, ότι αυτοί είναι άγιοι, και ότι θα υπάγουν εις τον παράδεισον ωσάν μάρτυρες, και τότε εζυγώσαμεν και τους εθάψαμεν» 
(Θεόδ. Κολοκοτρώνη, «Απαντα», Εκδόσεις Μέρμηγκας, σ. 153).

Αυτός, όταν ο Κολοκοτρώνης μάζευε και φιλούσε τα κομμάτια των σκοτωμένων στο Βαλτέτσι, ήταν, όπως γράφει, στην Πάτρα και «ψούνιζε» ρούμι, καπνό, λάδι και λαμπάδες -ό,τι κοντοζύγωνε Λαμπρή- για τις ανάγκες του «καφεπαντοπωλείου» του στην Αρτα.

Πρώτα κατακτούμε την Τριπολπσά, στη συνέχεια το Ναύπλιο

Πολεμώντας τον Ιούνιο τα 1824 πήραν και το Ναύπλιο από τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Και τι έγινε; «Τότε η Διοίκηση και το Βουλευτικόν μ’έκαμαν αντιστράτηγον και μου χάρισαν κι ένα άλογον». Για ένα κωλεττικό κωλόχαρτο στρατηγίας -για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα του- σκότωσε μόνο Ελληνες και όχι Τούρκους. Δεν χρειαζόταν όμως να τα κάνει όλα αυτά. Ετσι κι αλλιώς ο Κωλέττης λίγους μήνες μετά μοίραζε δωρεάν τα διπλώματα στους δρόμους.
Στα 18 του λοιπόν ήταν εκατομμυριούχος, στα 25 του υποδεκανέας του Γκούρα, τον Νοέμβριο του 1823 σε ηλικία 26 χρόνων τον έκανε χιλίαρχο ο Κολοκοτρώνης. Εξι μήνες αργότερα τον έκανε αντιστράτηγο ο Μαυροκορδάτος.

Ο Βλαχογιάννης σημειώνει; «Την Ιην Δεκεμβρίου 1824, ανεχώρησε διά το στρατόπεδον της Κορίνθου ο Εξοχώτατος Εκτελεστής I. Κωλέττης, συνοδευόμενος από τον γενναιότατου αντιστράτηγον Μακρυγιάννην. [...] Την δε 3ην Δεκεμβρίου, ο Μακρυγιάννης προυβιβάσθη εις Στρατηγόν». Αυτό ο στρατηγός δεν το γράφει. Γιατί το κρύβει; Δεν είναι κακό που τον έκαναν στρατηγό. Θα ήταν αχαριστία εκ μέρους τους να τον παραλείψουν μετά τις τόσες υπηρεσίες που τους είχε προσφέρει.

Κάλλιο συναπάντημα με λύκους παρά με τον Μακρυγιάννη

Ο Κολοκοτρώνης που πολεμούσε τους Τούρκους από το 1780 πέθανε αντιστράτηγος. Ποιος να το ’λεγε ότι από υπηρέτης του Λιδωρίκη, καφετζής στην Αρτα και έμπορος βρώμης θα γινόταν μεγάλος και τρανός, θα γινόταν στρατηγός. Και τι στρατηγός. Ιδιος ο Αρχάγγελος της Κάθαρσης. Ο Αγιος Ιωάννης της Αποκάλυψης. Ο σταυροφόρος που ήθελε να λευτερώσει την Πελοπόννησο από τους κατοίκους της. Παρέα με τον «επίβουλο», «διοτελή», «πουλημένο κι’ άρπαγο» Γκούρα και τον διευθυντή Κωλέττη για το οποίον γράφει: «Τότε αυτός, πανούργος, ενώθη με τους ξεκλισμένους [διεφθαρμένους] ανθρώπους κι’έπαιξε την πατρίδα όπως ήταν η όρεξή του. Μαθητής των Τούρκων και κατεξοχή του τύραγνου Αλήπασα, τέτοια φώτα σαν εκείνου θα δώση εις την πατρίδα και τέτοια έργα να 'νεργήοη. Οταν κιντυνεύει η πατρίς αυτός κατατρέχει τους άξιους ανθρώπους. Κι 'όποιο κεντρί τον αγκυλώση - εκείνο τήραγε και ο Κωλέττης να ξεριζώση. Τους άλλους τους γέλαγε με κούφια καρύδια - λόγια παχιά και με λιθάρια στον ντουρβά τους ανάπευε».

Ποιοι είναι οι «ξεσκλισμένοι» με τους οποίους είχε ενωθεί; Ο Γκούρας, ο Καρατάσιος, ο Κατζικογιάννης, ο Καραϊσκάκης; Πάντως αυτός δεν ήταν μέσα σε αυτούς.
Ο Μακρυγιάννης απλώς τους ακολούθησε στη σταυροφορία, αγωγιάτης και φρουρός της κάσας με τις λίρες του Κωλέττη.
Τι έκανε στη συνέχεια; «Εις τον Αγιώργη, χωριό της Κόρθος, ήταν συνασμένοι πολλοί αναντίοι, οι Λιονταίγοι, οι Νοταραίγοι, του Ζαΐμη, ο Νικήτας κι’άλλοι πολλοί. Αυτήνοι όλοι οι δικοί μας Καρατασαίοι κι’ο Γκούρας, πήγαν διά εκεί κι’εγώ δι’ Ανάπλι. Πηγαίνοντας εις Ανάπλι διόρισε η Διοίκηση τον Κωλέττη διευθυντή κι'εμένα φρουρά του να φυλάμε τα χρήματα οπούχε μαζί του ο Κωλέττης διά τους μιστούς». 

Στον Αϊ-Γιώργη όμως τσακώθηκαν οι Καρατασαίοι με τον Γκούρα και πήγε αυτός με τον Κωλέττη και τους συμβιβάσανε. Στη συνέχεια, «πήρα τον Γκούρα με συνφωνίαν να πάμε εις τα Κλημαντοκασαρα, χωρίς να γυμνώση ανθρώπους τ’ασκέρι του. Αυτόν τον άφησα μ’ ανθρώπους μου εις τα Κλημαντοκαισάρα, κι’εγώ έπιασα το Ντούσια. Αφού μας είδαν οι άνθρωποι άφησαν τα σπίτια τους στην διάκρισίν μας και πήραν τα χιόνια και τα βουνά. Μία γυναίκα είχε το παιδί μιοογεννημένον και τόβγαλαν παράωρα και η λεχώνα πήρε τα βουνά με τους άλλους και τελείωσε εις το χιόνι».

Ολοι ήξεραν με ποιον είχαν να κάνουν, αφού δεν είχε περάσει ούτε ένας μήνας από τότε που ρίχτηκαν με μαχαίρια στους Αρκάδες. Οταν μαθεύτηκε στο Ντούσια ότι έφτασε στο Κλημεντοκαίσαρι οι κάτοικοι το ’βαλαν στα πόδια και πήραν τα βουνά, ανέβηκαν στην Τζήρεια αψηφώντας χιόνια, κρύο, πείνα, αφήνοντας στο έλεος του ανελέητου κατακτητή τα φτωχικά τους υπάρχοντα. Φοβισμένοι, κυνηγημένοι, πεινασμένοι, πουντιασμένοι, έτρεχαν να κρυφτούν στις απρόσιτες σπηλιές. Πείνα, χιόνια, κρύο, λύπη, ξολοθρεμός και φρίκη. Εφτασαν στο Ντούσια του Μακρυγιάννη οι λύκοι!

Η κυβέρνηση δεν μπορούσε παρά να μείνει ικανοποιημένη με τα έργα και τις ημέρες του στρατηγού. «Η Κυβέρνηση ευκαριστήθη από μένα πολύ [...] διά όλα αυτά και μου είπαν να μου χαρίσουνε ένα χωριόν. [...] Σαν δεν θέλησα [...] μόδωσαν ένα δώρον όπου δεν τόχει κανένας άλλος στρατιωτικός, νάχω δυο ανθρώπους, και να τους πλερώνη η Κυβέρνηση μιστούς και γεμελίκια [έξοδα], και δυο ταγιές [ταγή, η καθημερινή τροφή του ζώου] κριθάρι κι’άχερον διά τα ζώα μου κι’ένα σιτηρέσιον [καθημερινή μερίδα τροφής του στρατιώτη], πέντε γρόσια την ημέρα, όπου μαζώνονται όλα αυτά εις χρήματα - όσα γένονται να τα λαβαίνω. Και τα λαβαίνω από την Κυβέρνηση».

Αξιέπαινος ο στρατηγός. Πλερωμένο από την κυβέρνηση το κριθάρι και το άχυρο των αλόγων του, πλερωμένα τα μεροκάματα όχι για μία, αλλά για δύο ορντινάτσες (ιπποκόμος, υπηρέτης του αξιωματικού) και από πάνω πέντε γρόσια την ημέρα. Ο εμφύλιος τελείωσε. Οι «αντιπατριώτες» νικήθηκαν. Οι αρχηγοί φυλακίστηκαν. Οι λίρες εξανεμίστηκαν. Ο τόπος γυμνώθηκε. Η κυβέρνηση «ευκαριστήθη». Ο Μακρυγιάννης κονόμησε (αυτό εξάλλου ήταν πάντα το βασικό του μέλημα). Η αντιπολίτευση ηττήθηκε. Η χώρα διαλύθηκε. Ο Ιμπραήμ εμφανίστηκε.

Δυο από τους μάρτυρες μιας (χωλής) υπεράσπισης

Ο πρώτος ονομάζεται Γιάννης Βλαχογιάννης, γεννήθηκε το 1867 στη Ναύπακτο, λόγιος, ιστοριογράφος, γνωστός συγγραφέας, ένθερμος υποστηρικτής του έργου και της προσωπικότητας του Μακρυγιάννη.
Σε αυτόν αποκλειστικά οφείλει τον μύθο του και την επωνυμία του. Αντέγραψε, σχολίασε, δημοσίευσε το 1907 τα χειρόγραφά του, που βρέθηκαν το 1905 καταχωνιασμένα μετά τον θάνατό του στο υπόγειο του σπιτιού του.

Γράφει το λοιπόν ο Βλαχογιάννης: «Ο Ιωάννης Μακρής, ή Μακρυγιάννης, ήταν ο πρακτικώτατος νοικοκύρης, ο Ρουμελιώτης έμπορος, ο εκ νεαράς ηλικίας αναπτύξας αρετάς εμπορικός. Ο γνησιώτατος χαρακτήρ της Επαναστάσεως, ο πολεμικώτατος των ανδρών, το τέκνον το καθαρώτατον της χώρας. Ητο ο ευγενέστατος τύπος μισθοφόρου. Ο Μακρυγιάννης ήτο αγαθός τον χαρακτήρα, αλλά δεν είχε την χείρα επιεική. Μνησίκακος ή μοχθηρός δεν υπήρξε. Ουδέποτε επέδειξε φανατισμόν κομματικόν ίνα εμπορευθεί αφοσίωσιν προς την ισχύουσαν μερίδα υπέρ ής επάλαιεν.

Ουδείς βεβαίως θα τολμήση σήμερον να αποδώση εις τον Μακρυγιάννην ίδιον συμφέρον υποστηρίζοντα την κυβέρνησιν. Ο ζήλος του, επαναλαμβάνομεν ότι δεν είχε το ίδιον συμφέρον ή την φιλοδοξίαν ως σκοπόν. Υλικήν ωφέλειαν ουδεμίαν απέλαυσεν ούτος, πλην των βαθμών, δι’ ών αξίως και δικαίως αντημείφθησαν αι υπηρεσίαι αυτού υπό της κατισχυσάσης των αντιπάλων Κυβερνήσεως». («Απομνημονεύματα» Εισαγωγικά κείμενα).

Ο δεύτερος υπερασπιστής του στρατηγού ονομάζεται Μιχαήλ Περάνθης, δημοσιογράφος, λογοτέχνης, ποιητής, συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αρτα το 1917.

Καταθέτει: «Ο Μακρυγιάννης είναι το γνήσιο και αντιπροσωπευτικό θρέμμα της ελληνικής γης. Είναι γενναίος, συντηρητικός, τολμητίας, προνοητικός, ευθύς, ειλικρινής, αγνός, ανιδιοτελής, σεμνός, πειθαρχικός, ευσεβής και φιλοδίκαιος. Χτυπάει το άδικο, όπου το βρή, το πλιάτσικο το κυνηγάει, την αλήθεια δεν ντρέπεται να την διακηρύξη. Είναι ένας θησαυρός ψυχικών χαρισμάτων, που μόνα τους βλάστησαν και άνθισαν μέσα του. [...]

Η αλήθεια είναι ο γνώμονάς του. Σαν Ελληνας και σαν άνθρωπος, σαν αγωνιστής και σαν πολιτικός, όποια πλευρά του κι’ αν ψάξης, εφάπτεται μόνο με την αλήθεια. Αυτήν υπηρετεί κι’ αυτή μας ζωντανεύει, αληθινός ο ίδιος ως την έσχατη λεπτομέρεια - μορφή με ηθική προσωπικότητα άμεμπτης ακεραιότητας και ανεπιλήπτου κύρους».
(Μιχαήλ Περάνθη, «Το Εικοσιένα», Εκδόσεις Εστίας).


ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ-ΚΛΕΙΔΙ. Η προσφορά των Βλάχων στον ξεσηκωμό

Ποιοι είναι οι λατινόφωνοι πληθυσμοί της νότιας Βαλκανικής και ποια υπήρξε η συνδρομή τους στα προεπαναστατικά και τα επαναστατικά χρόνια;

Του Στέργιου Λαϊτσου, Υποψήφιου δρα Ινστιτούτου Ιστορίας Πανεπιστημίου Βιέννης - "Αιρετικά"

 Είναι γενική παραδοχή της ιστορικής επιστήμης ότι με τον γερμανικής προέλευσης ετεροπροσδιοριστικό γενικό εθνογραφικό όρο Βλάχοι προσδιορίζονται αρχικά οι ρωμαϊκοί πληθυσμοί των ραιτονορικών και καρινθιανών Αλπεων.
Εκεί πρωτοεμφανίζεται σε γραπτές πηγές ο όρος ολοένα και πιο τακτικά από τα τέλη του 7ου αι. ως περιγραφικός των λατινόφωνων ρωμαϊκών πληθυσμών, διακρίνοντάς τους από τους σύνοικους τους Βαυαρούς και Σλάβους.
Στη ρωμαϊκή Ανατολή, τη Ρωμανία (Βυζάντιο), ο όρος διαδίδεται τη μεσοβυζαντινή περίοδο με τη σλαβική εγκατάσταση και αφομοίωση στις ελλαδικές επαρχίες της διοίκησης του Ιλλυρικού.

Στην ελληνική της μορφή η ονομασία πρωτοεμφανίζεται στο βυζαντινό θέμα Ιταλίας μόλις στα τέλη του 9ου αιώνα. Συγκεκριμένα καταγράφεται σε στρατιωτικούς καταλόγους και αναφέρεται σε ιππείς στρατιώτες προερχόμενους από το θέμα Ελλάδος (Θεσσαλία/Στερεά) και υπηρετούντες εκεί τη στρατεία τους.

Οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι στο ανατολικό ρωμαϊκό κράτος, το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως Ρωμανία, οι οποίοι υπηρετούσαν για παράδειγμα στην πολιτοφυλακή (praesidia armata) προσδιορίζονταν μέχρι τότε (10ος αι.) είτε με περιγραφικούς όρους, όπως «Ρωμαίοι της πατρώας φωνής» είτε με τον όρο «Ρωμάνοι». Εκτοτε εκλείπουν τόσο η πρώτη περιγραφική όσο και η δεύτερη ονομασία των λατινόφωνων Ρωμαίων από τις πηγές οι οποίες χρησιμοποιούν πλέον τον όρο Βλάχοι με διττό περιεχόμενο. Δηλαδή προσδιορίζουν έτσι όχι μόνο τους λατινόφωνους αλλά και όλους τους νομάδες όπως και ευρύτερα τους επαρχιώτες.
Στις ιστοριογραφικές βυζαντινές πηγές ο όρος εμφανίζεται μόλις τον 11ο αιώνα και αφορά τους Βλάχους της Ελλάδας (Θεσσαλίας και Στερεός Ελλάδος με αναφορές στην Πίνδο) σε συνάρτηση με την ίδρυση του πρώτου βουλγαρικού κράτους που εκτεινόταν έως αυτές τις περιοχές.

Οι κοιτίδες των Βλάχων της Ελλάδας βρίσκονται διαχρονικά στις περιοχές της Ηπείρου, της δυτικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Από την περίοδο εκείνη γνωρίζουμε ήδη από τις πηγές μας ότι οι βλάχικοι πληθυσμοί εμφανίζουν σημαντική κοινωνική διαφοροποίηση και διαστρωμάτωση, με αστικές, στρατιωτικές, αγροτικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Οι ίδιοι οι Βλάχοι στην προφορική τους γλώσσα αυτοπροσδιορίζονται ως Αρμάνοι (π.χ. Βλαχοχώρια Γρεβενών, Ασπροπόταμος), Ριμένοι (π.χ. Βλάχοι Ακαρνανίας, Θεσπρωτίας, Αλμυρού), Βλάχοι (Μέτσοβο, Χαλίκι, Ολυμπος) και Βλάσοι (Μογλενά).

Το πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο κατά τους νεότερους χρόνους

Εχοντας παράδοση στην εκτροφή ζώων ημιονηγών όπως και στις μεταφορές μεγάλων αποστάσεων, οι Βλάχοι εξυπηρετούσαν ήδη από τους υστεροβυζαντινούς χρόνους τη μεταφορά των προϊόντων από τη βαλκανική ενδοχώρα στο βενετσιάνικο λιμάνι του Δυρραχίου. Το δίκτυο αυτό υιοθετήθηκε, συμπληρώθηκε και ενισχύθηκε μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς, οι οποίοι ενδιαφέρθηκαν να ελέγξουν τους εμπορικούς δρόμους.
Από τον 17ο αιώνα ιδιαίτερα το διατοπικό εμπόριο στην Ηπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων. Οι χριστιανοί σπαχήδες βλαχικής και μη καταγωγής είχαν συσσωρεύσει κεφάλαια από την ενοικίαση και είσπραξη των φόρων για λογαριασμό της Υψηλής Πύλης και τα διοχέτευαν τώρα σε νέες οικονομικές δραστηριότητες.

Στις δυτικές χώρες της αυτοκρατορίας, οι οποίες αναφέρθηκαν παραπάνω, τον έλεγχο αυτού του οδικού και εμπορικού δικτύου είχαν διευρυμένες βλαχικές οικογένειες, οι οποίες είτε πρακτόρευαν ως εμπορικοί ανταποκριτές για λογαριασμό των Βενετών προϊόντα από το βιλαέτι της Ρούμελης είτε ασκούσαν την προσοδοφόρα ενοικίαση των φόρων προκαταβάλλοντάς τους στο οθωμανικό κράτος είτε είχαν αναδειχτεί στο πλαίσιο του τσελιγκάτου είτε όλα αυτά μαζί.

Οι Βλάχοι της Πίνδου (αρχικά οι Σιπισχιώτες, Λινοτοπίτες, Φουρκιώτες και κατόπιν οι Μοσχοπολίτες, Μετσοβίτες, Καλαρρυτιώτες και Συρρακιώτες, Κλεισουριώτες και Νιβεστεάνοι), οι οποίοι είχαν αποκτήσει στα τέλη του 17ου αιώνα σημαντικά κεφάλαια από τη φύλαξη των διόδων και τη συντήρηση του οδικού δικτύου στον χώρο τους για λογαριασμό της Πύλης, τις μεταφορές και το εμπόριο με τη Βενετία, εξαπλώνουν σταδιακά κατά τον 18ο αιώνα τις δραστηριότητές τους τόσο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ιδιαίτερα στον βαλκανικό χώρο, όσο και στις χώρες των Αψβούργων Ρωμαιογερμανών αυτοκρατόρων, όπως και στη Ρωσική Αυτοκρατορία.

Ειδικότερα κατά την Τουρκοκρατία οι Βλάχοι στις διαβάσεις της Πίνδου, έχοντας αναγνωρίσει την επικυριαρχία του σουλτάνου αμέσως μετά την άλωση της Πόλης, έλαβαν από αυτόν σε αντάλλαγμα απαραβίαστα προνόμια και ιδρύθηκαν έτσι οι προνομιακές διοικητικές ενότητες στις οποίες εντάσσονται περισσότεροι βλάχικοι οικισμοί και εγκαταστάσεις με εδραίο και ημινομαδικό χαρακτήρα, όπως η Χώρα Μετσόβου, η Χώρα Ασπροποτάμου, η Χώρα Περιβόλι, η Χώρα Σαμαρίνα.

Χάρη στο προνομιακό καθεστώς οι κάτοικοι διατήρησαν τα όπλα τους, έγιναν αυτοδιοικούμενοι, οι δε περιοχές τους χαρακτηρίστηκαν απρόσιτες από τον οθωμανικό στρατό και υπάχθηκαν στην προστασία της βαλιντέ σουλτάνας.
Αυτό είχε αποτέλεσμα να καταβάλλουν ελάχιστο φόρο, χωρίς να μεσολαβεί κανείς Οθωμανός αξιωματούχος. Ανεμπόδιστοι, λοιπόν, συστήνουν κτηνοτροφικούς συνεταιρισμούς, τα τσελιγκάτα, και παράλληλα συνεχίζουν ως αγωγιάτες, βιοτέχνες, τεχνίτες και έμποροι στο πλαίσιο του νέου πολιτικού περιβάλλοντος. Και ενώ η φυγή των κατοίκων των πεδινών περιοχών στα ορεινά συντέλεσε στη δημογραφική τόνωση των βλαχικών πληθυσμών ένας επιπλέον παράγοντας, τα αρματολίκια, ενίσχυσε από τα μέσα του 16ου αι. περαιτέρω την ανάπτυξη των ορεινών βλαχικών κοινοτήτων.

Ετσι από τον 15ο έως και τον 18ο αιώνα αναδεικνύονται σε σημαντικά οικονομικά και πνευματικά κέντρα ένα ευρύ δίκτυο βλαχικών οικισμών και εγκαταστάσεων στην Ηπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, όπως το Μέτσοβο, οι Καλαρρύτες, το Συρράκο, το Μαλακάσι, τα βλαχοχώρια Λάιστα και Βωβούσα στο ανατολικό Ζαγόρι, στη Μακεδονία η Αβδέλλα, το Περιβόλι, η Σαμαρίνα, η Φούρκα, η Γράμμοστα και το Λινοτόπι, βορειότερα η Σίπισχα και η περιβόητη Μοσχόπολη ή Βοσκόπολη κοντά στη σημερινή Κορυτσά και ανατολικότερα η Κλεισούρα, το Μπλάτσι και το Νυμφαίο.
Το δίκτυο αυτό συνδεόταν με τις βλαχικές αστικές εγκαταστάσεις στα Γιάννενα, τα Τρίκαλα, στον Τύρναβο, στα Αμπελάκια, στο Λιβάδι του Ολύμπου, στη Θεσσαλονίκη, στις Σέρρες, στη Σιάπστα και αλλού.

Το πολιτιστικό υπόβαθρο και η συμβολή στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό

Οι Βλάχοι κατά τον 18ο και 19ο αιώνα συνέβαλαν στην αστική συγκρότηση του ελληνισμού εντασσόμενοι σε διεθνή εμπορικά και οικονομικά δίκτυα Παράλληλα, με την ταυτόχρονη υλική υποστήριξή τους, μετέχουν ενεργά στην πνευματική κίνηση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, δραστηριοποιούνται στη Φιλική Εταιρεία, προετοιμάζουν και αγωνίζονται κατόπιν στην Επανάσταση του 1821.

Στα μέσα του 18ου αι. στα προνομιακά Βλαχοχώρια λειτουργούν ήδη ελληνοσχολεία για αγόρια και κορίτσια και αναδεικνύονται σημαντικοί λόγιοι που κατατάσσονται στη χορεία των διδασκάλων του γένους.
Οι περιηγητές Λικ και Πουκεβίλ σημειώνουν με έμφαση στις αρχές του 19ου αι. ότι στους Καλαρρύτες, στο Συρράκο και το Μέτσοβο εκτός των σχολικών υπάρχουν ιδιωτικές βιβλιοθήκες με σπάνιες γαλλικές και ιταλικές εκδόσεις καθώς και τις αντίστοιχες των κλασικών συγγραφέων.

Η περιβόητη Μοσχόπολη, που είχε ήδη αρχίσει να ανα-δεικνύεται από τις αρχές του 17ου αι. χάρη στην κομβική της θέση στο εμπόριο με τη Βενετία, έφτασε από το 1721 και για μισό αιώνα περίπου, μέχρι το 1761, σε μεγάλη εμπορική, οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη. Ο πληθυσμός της τότε υπολογίζεται στους 12.000 κατοίκους.
Το 1730 ιδρύεται η περιώνυμος Νέα Ακαδημία και το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο (μετά το πατριαρχικό της Κωνσταντινούπολης) όπου τυπώνονται ελληνικά βιβλία. Την ίδια περίοδο διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο τόσο στα Βαλκάνια όσο και στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Ιδρύονται σχολεία όπου διδάσκουν σημαντικοί λόγιοι της εποχής, όπως ο Σεβαστός Λεοντιάδης από την Καστοριά, ο ιερομόναχος Γρηγόριος Κωνσταντινίδης, μετέπειτα μητροπολίτης Δυρραχίου, ο Δανιήλ Μοσχοπολίτης και ο Θεόδωρος Καβαλιώτης.

Σημαντικό θεωρείται επίσης το τυπογραφείο της Μοσχόπολης όχι μόνο για τους Ελληνες αλλά και για τους περίοικους και ομόδοξους σλαβικούς λαούς, αντανακλώντας την πνευματική άνθηση και επιρροή της πόλης.
Στη Μοσχόπολη η πλειονότητα των κατοίκων είναι βλαχόφωνοι και πρωτοστατούν στην υπό διαμόρφωση νεωτερική ελληνική εθνική συνείδηση. Μιλούν βλαχικά και ελληνικά, γράφουν και διδάσκουν ελληνικά. Στα παιδιά τους προσφέρουν ελληνική παιδεία και συντάσσουν ελληνοαλβανοβλαχικά λεξικά για να ενισχύσουν την «ελληνομάθεια».

Η Μοσχόπολη εξαιτίας όλων αυτών αποκαλείται έκτοτε «Αθήναι του Βορρά». Υστερα από τις δύο καταστροφές της Μοσχόπολης το 1769 και 1788 ο βλάχικος της πληθυσμός, όπως και σε άλλα βλαχικά κέντρα της Πίνδου, οδηγείται σε έξοδο και σε μόνιμη εγκατάσταση σε πόλεις της Μακεδονίας αλλά και στις παροικίες της αλλοτινής εμπορικής διασποράς.
Οι φυγάδες ιδρύουν ελληνικά σχολεία και μεριμνούν για την παροχή ελληνικής παιδείας στα παιδιά τους. Το ίδιο πράττουν στις χώρες του Αψβούργου μονάρχη όπου καταφεύγουν, όπως και στις ουγγρικές χώρες, τις σερβικές καθώς και σε αυτές ακόμη τις παραδουνάβιες ηγεμονίες.
Η σύσταση ελληνικής κοινότητας και η ίδρυση ελληνικού σχολείου και εκκλησίας είναι το πρώτο τους μέλημα. Αυτή την περίοδο στο πλαίσιο των νεωτερικών αντιλήψεων παρατηρούνται και οι πρώτες αναφορές στην πρόσληψη της ταυτότητάς τους.

Σχετικά με αυτήν αναφέρουν στο βιβλίο των πρακτικών της κοινότητάς τους οι Μακεδονοβλάχοι της Πέστης το 1800: «Επειδή μας εβοήθησεν ο άγιος Θεός και οικοδομήθη η εκκλησία μας της Κοιμήσεως της υπεραγίας Θεοτόκου, η προ πολλού ποθητή εις όλους του Γένους μας Γραικούς τε και Βλάχους, συμφωνήσαμε και τα ακόλουθα άρθρα: α)Να παρακαλέσωμεν τον Πανιερώτατον ποιμένα μας άγιον Βουδιμίου διά να δώση ευλογίαν εις τους δύο ιερείς οπού η Κοινότης μας θέλη εκλέξη άξιους του αυτών επαγγέλματος ευσεβείς και ορθοδόξους ομού να είναι Ρωμαίοι το Γένος ο δε Βλάχος Μακεδονίτης διά να υπουργούν τα θεία μυστήρια και τας λοιπάς ακολουθίας της εκκλησίας μας εις την ελληνικήν διάλεκτον την οποίαν εμεταχειρίσθησαν εις τα εκκλησιαστικά τε και πολιτικά, οι πατέρες και προπάτορες αμφοτέρων των γενών ημών, και καθώς επεκράτησεν και έως τώρα αφού και ανοίχθη η Καπέλλα και εκκλησία ημών... οπού να ζήσωμεν και ημείς και τα τέκνα των τέκνων μας ηγαπημένοι ως μια ψυχή εις δυο σώματα χωρίς τινός διαφοράς».

Φωτίζοντας τον ίδιο προβληματισμό ο βλαχικής καταγωγής λόγιος από τη Λάρισα Κωνσταντίνος Κούμας που βρίσκεται στη Βιέννη την ίδια περίοδο παρατηρεί ότι οι Βλάχοι «συμπεριφέρονται αδελφικώς με τους Γραικούς ως Γραικοί και δεν δείχνουν καμία εθνική διαφορά προς αλλήλους, καθώς είναι αμφότεροι οι λαοί μιας πατρίδος τέκνα και των αυτών προγόνων απόγονοι».

Σε αυτό το πλαίσιο, μέσα από τον κόσμο του εμπορίου και των παροικιών ζυμώθηκε η ιδέα της εθνικής ανεξαρτησίας και της απελευθέρωσης του γένους. Ο βλαχικής καταγωγής Γρηγόριος Ζαλύκης από τη Θεσσαλονίκη ιδρύει τη μυστική οργάνωση Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον στο Παρίσι το 1809 για «το φωτισμό του Γένους» και την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.

Το 1814 ο Δημήτριος Ποστολάκας πρωτοστάτησε, μαζί με τους βλαχικής καταγωγής Ζηνόβιο Πωπ, Γεώργιο Σταύρου και Ζώη Χαράμη, στην ίδρυση από τον Ιωάννη Καποδίστρια της Φιλομούσου Εταιρείας Βιέννης.
Τον συναντούμε λίγο αργότερα και στο δίκτυο της Φιλικής Εταιρείας στο οποίο μετέχουν Βλάχοι έμποροι, τραπεζίτες και λόγιοι στη Βιέννη με σημαίνοντα εκπρόσωπό τους τον βλαχικής καταγωγής Σερραίο Εμμανουήλ Παπά και τον Αινοτοπίτη βαρόνο Κωνσταντίνο Μπέλλιο.
Σύνδεσμός τους στην Οδησσό ο Στέργιος Σταμέρωφ από το Μέτσοβο, στο Χέρμανστατ ο συμπατριώτης τους Γεώργιος Βλαχούτσης, στο Βρασόβ ο Σιπισχάνος Κωνσταντίνος Πωπ, στην Ανκόνα ο Γεώργιος Δουρούτης, στη Βενετία ο Γεώργιος Τουρτούρης, όπως και οι αδερφοί Σταματάκη στην Τεργέστη, όλοι από τους Καλαρρύτες, ο πρώην ηγεμόνας Ιωάννης Καράτζιας με καταγωγή από τη Φούρκα στην Πίζα και παρόμοια και άλλοι Βλάχοι συντοπίτες τους στις ελληνικές παροικίες της Ιταλίας.

Από αυτό το δίκτυο δεν λείπουν οι Βλάχοι λόγιοι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού: ο Νικόλαος Τζερτζούλης, ο Θεόδωρος Καβαλλιώτης, ο Δανιήλ Μοσχοπολίτης, ο Κωνσταντίνος Ουκούτας, ο Κωνσταντίνος Τζεχάνης, ο Δημήτριος Παμπέρης, ο Ρήγας Βελεστινλής, ο Δημήτριος Δάρβαρης, ο Νεόφυτος Δούκας, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Γεώργιος Ζαβίρας, ο Διονύσιος Πύρρος και ο Ιωάννης Κωλέττης.

Οι Βλάχοι των ελληνικών κοινοτήτων της διασποράς δραστηριοποιούνται και στη διακίνηση του βιβλίου. Αναφέρονται σχετικά οι βιβλιοπώλες Πελεγκάδες και Μαυρίκηδες στην Πέστη. Στη Βιέννη οι Σιατιστινοί εκδότες αδερφοί Μάρκου Πούλιου ιδρύουν ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά τυπογραφεία του 18ου αιώνα και εκδίδουν την «Εφημερίδα» με ειδήσεις από τα ανατολικά μέρη όπως και άλλα σημαντικά έργα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού μεταξύ των οποίων και τη «Χάρτα της Ελλάδος» του Ρήγα Βελεστινλή.

Αλλά και όταν ξεσπά η επανάσταση και σε όλη τη διάρκειά της το πεκούλιο των Βλάχων είναι ανοιχτό για την ελληνική υπόθεση. Οταν τραυματίες του Ιερού Λόχου πήγαν στην Πέστη, οι Ελληνες της πόλης τούς συνέδραμαν με κάθε δυνατό τρόπο.
Από μια μαρτυρική κατάθεση που ελήφθη σε άλλη περίσταση προκύπτει ότι ο Μακεδονοβλάχος Κωνσταντίνος φον Βράνη, με απώτερη καταγωγή από το Λινοτόπι, βοήθησε τότε τους αγωνιστές με 15.000 φιορίνια. Αλλά και άλλοι χιλιάδες πολεμιστές πέρασαν από την Αδελφότητα του Αγίου Γεωργίου της Βιέννης, με μέλη κυρίως Βλάχους, και έλαβαν τα αναγκαία χρήματα για να κατέβουν στη μαχόμενη Ελλάδα. Ο Μετσοβίτης Δημήτριος Ποστολάκας, μέλος της Δωδεκάδος της αδελφότητας, και ο Μέρανος φιλικός Αναστάσιος Καραμίχος πρωτοστατούσαν σε όλη αυτήν τη δραστηριότητα όπως προκύπτει από την αλληλογραφία τους με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Αργότερα, τον Μάιο του 1830, ο πρώτος κυβερνήτης της Ελληνικής Πολιτείας έγραψε ευχαριστήριο γράμμα με το οποίο εξέφραζε την ευγνωμοσύνη της Ελληνικής Πολιτείας προς τον μοσχοπολίτικης καταγωγής βαρόνο Σίμωνα Σίνα και τους συμπολίτες του Γραικοβλάχους της Βιέννης για τις μεγάλες προσφορές προς το έθνος.

Στο αγωνιστικό και αλληλέγγυο πνεύμα, ακόμη και των απλούστερων εξ αυτών κατά την Επανάσταση του 1821, την «πίστη στη φιλία» και το «φιλελεύθερον αίσθημα» των Βλάχων, των «Γραικοβλάχων», όπως χαρακτηριστικά τους αποκαλούσε, αναφέρεται και ο αγωνιστής Νικόλαος Κ. Κασομούλης, Βλάχος από το Πισοδέρι και ο ίδιος.
Γράφει στα «Στρατιωτικά ενθυμήματα της επαναστάσεως των Ελλήνων του 1821-1833», τόμ. Α' 6104: «Οι Γραικοβλάχοι [...] καταγόμενοι από χωριά της Ηπείρου, Μακεδονίας και Θεσσαλίας, [...] αν και απλοί και αμαθείς οι περισσότεροι, σύμφωνοι όμως ως προς τας έξεις με τους Γραικούς, επιρρεπέστεροι εξ ανατροφής ως προς την ανεξαρτησία των, πονητικοί συγγενείς μεταξύ των, πιστοί εις την φιλίαν, επαρατηρήθη ότι, εάν και είχαν και ούτοι ιδιαίτερα τινά έθιμα ως προς το ζην και πολιτεύεσθαι από τους (Γραικούς) κατοίκους, διαφέροντες (όμως) καθόλου από τους Αρβανιτοβλάχους κατά τα λοιπά, και συνερχόμενοι εις γαμικούς δεσμούς και με Γραικούς, ωθούντο από εν αίσθημα φιλελεύθερον».

Ενδεικτικά και χάρη της ιστορικής μνήμης αναφέρονται οι παρακάτω επώνυμοι Βλάχοι αγωνιστές για την ελευθερία του ελληνικού γένους: ο παπάς Ευθύμιος Βλαχάβας, ο Βλαχόπουλος Αλέξιος (1787-1865), ο Γεωργάκης Ολύμπιος (1772-1821) από το Λιβάδι Ολύμπου, ο Γιάννης Φαρμάκης από το Μπλάτσι, ο Παναγιώτης Ζήδρος (1630-1750) από το Λιβάδι Ολύμπου, ο Κασομούλης Νικόλαος (1795-1872) από το Πισοδέρι, ο φιλικός Αναστάσιος Μανάκης, οι αρματολοί Ζηδραίοι, Λαζαίοι και Νικοτσάρας του Ολυμπου, ο Τσάμης Καρατάσος, ο Ζιώγος Παπαγιάννης, ο Γιάννης Πρίφτης, Ιωάννης Ράγκος (1790-1865), ο Νικόλαος Στουρνάρης (1775-1826), οι Δημήτριος, Τζήμας και Γιάννης Τσάπος (...-1822), ο Σαμαριναίος Μίχος Φλώρος και τα βλαχόπουλα από τα Βλαχοχώρια της Πίνδου που πήραν μέρος στην υπεράσπιση του Μεσολογγίου και τα διέσωσε η λαϊκή μούσα στο τραγούδι «Παιδιά της Σαμαρίνας», ο Νάσιος Μάνταλος από το Περιβόλι, ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος απ’ τον Ασπροπόταμο, η ηρωική οικογένεια των Τζαβελαίων από το Σούλι και ο Εμμανουήλ Παπάς από τις Σέρρες.

Ο Λινοτοπίτης βαρόνος Κωνσταντίνος Μπέλλιος ίδρυσε τον οικισμό Νέα Πέλλα στην Αταλάντη και στους Θρακομακεδόνες όπου αποκαταστάθηκαν όσοι από τους Βλάχους αγωνιστές παρέμειναν μετά την επανάσταση με την ίδρυση της Ελληνικής Πολιτείας στο νεότευκτο κράτος και βρέθηκαν έτσι μακριά από του τόπους καταγωγής τους στην Ηπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία. Ο ίδιος ίδρυσε και την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία ή απλώς Αρχαιολογική Εταιρεία το 1837 όπως και το δημοτικό νοσοκομείο «Ελπίς».

Ο Ιωάννης Κωλέττης, Βλάχος απ’ το Συρράκο, μέλος της Φιλικής Εταιρείας από το 1819, αγωνίστηκε στα πεδία των μαχών κατά την Επανάσταση του 1821 και σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Με σπουδές στην Πίζα, γλωσσομαθής, οξυδερκής και διορατικός, υπήρξε ο πρώτος συνταγματικός πρωθυπουργός του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Στις 11 Ιανουάριου 1844 διατύπωσε με ομιλία του τη θέση υπέρ της ισότητας ελεύθερων και αλύτρωτων (αυτοχθόνων και ετερόχθονων) Ελλήνων, αρχή στην οποία βασίστηκε και η Μεγάλη Ιδέα που έμελλε να Καθορίσει την εξωτερική πολιτική του νεοελληνικού κράτους έως το 1922.

Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι οι Βλάχοι όλων των κοινωνικών κατηγοριών ως νουνεχείς και Φιλόπατρεις συνεισέφεραν με πίστη κι αφοσίωση πολλαπλά στην εθνική παλιγγενεσία του ελληνισμού ακολουθώντας πιστά τη ρήση του Ρήγα Βελεστινλή: «Κάθε νουνεχής Φιλόπατρις λυπείται βλέπωντας τούς δυστυχείς άπογόνους τών εύκλεεστάτων Άριστοτέλους καί Πλάτωνος ... Ώντας φύσει Φιλέλλην, δεν εύχαριστήθην μόνον άπλώς νά θρηνήσω την κατάστασιν τού Γένους μου, άλλα καί συνδρομήν νά έπιφέρω έπασχισα δσον τό επ’ έμοί» («Φυσικής απάνθισμα», Βιέννη 1790, σελ στ')..

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

ΟΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ - Η συμβολή των Αρβανιτών στην Επανάσταση του 1821

Οι κατά Μπίρη «Δωριείς του νεότερου ελληνισμού» και ο κρίσιμος ρόλος τους στην προεπαναστατική περίοδο και στον καιρό της παλιγγενεσίας

Του Πέτρου I. Φιλίππου - Αγγέλου, Αρχαιολόγου - αντιπεριφερειάρχη Ανατολικής Αττικής - "Αιρετικά"

Οι Αρβανίτες είναι μεταξύ των πρωταγωνιστών κατά τον δεκαετή αγώνα της Επανάστασης του 1821 και στη στεριά και τη θάλασσα. Είναι γνωστό ότι τα περισσότερα χωριά της Αττικής, Βοιωτίας, Νότιας Εύβοιας, Αργολιδοκορινθίας, τα νησιά Αργοσαρωνικού αλλά και άλλες περιοχές της Πελοποννήσου, όπως τα χωριά του Σουλιμά στην Τρκρυλία απ’ όπου κατάγονταν και οι περίφημοι Ντρέδες του Μόριά, χωριά του Παναχαϊκού στην Ηλεία, χωριά της Θεσπρωτίας και της Πρέβεζας και κυρίως τα χωριά του Σουλίου κατοικούνταν από Αρβανίτες.

Είχαν εγκατασταθεί στον ελλαδικό χώρο κυρίως κατά την περίοδο της όψιμης Φραγκοκρατίας, ενώ έχουν καταγραφεί διάφορες μικρότερες μετακινήσεις και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Η άλωση της Πόλης και το τυπικό τέλος της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 1453 βρίσκουν τους Αρβανίτες εγκατεστημένους στον νοτιοελλαδικό χώρο, να έχουν πλέον πλήρη εθνική συνείδηση και να έχουν εξελιχθεί σε αξιόλογο παράγοντα του πολιτικού, κοινωνικού και πνευματικού βίου.

Συστατικός παράγοντας του νέου ελληνισμού

Ταύτισαν τη μοίρα τους με τη μοίρα του ελληνισμού στην προσπάθειά του να διατηρήσει την εθνική και πολιτιστική του αυτοτέλεια και κυρίως έλαβαν μέρος με πρωταγωνιστικό πάρα πολλές φορές ρόλο σε όλα τα γεγονότα εναντίον των κατακτητών καθ’ όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς. Σε έγγραφο από το 1479 του προβλεπτή Μάρκου Βαρβαρίγου προς τη Γερουσία της Βενετίας αναφέρονται τα εξής: «Οι Αρβανίτες και οι Ελληνες δεν είναι παρά ένας και μόνο λαός, που μισεί κάθε ξένο».

Βεβαίως και ο λόρδος Βύρων είναι θαυμαστής των Αρβανιτών. Τους γνώρισε κατά την προεπαναστατική περίοδο και τους αφιέρωσε πολλές ωραίες στροφές στο ποίημά του «Τσάιλντ Χάρολντ». Η μεγαλύτερη δε απόδειξη της ελληνικής τους συνείδησης ήταν η τεράστια συμμετοχή τους και συμβολή τους στην Επανάσταση του 1821. Πολλοί από αυτούς ή ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας ή είχαν ταυτιστεί με τους εξεγερμένους κλέφτες και αρματολούς.

Οπως αναφέρει ο Τίτος Γιοχάλας στο βιβλίο του για τους Αρβανίτες της Εύβοιας (σελ. 79): «Η συμμετοχή των Αρβανιτών της Εύβοιας στον αγώνα του ’21 [...] δεν εμφανίζει όψιμα ελληνοποιημένους “αλλοδαπούς” αλλά συνειδητοποιημένους Ρωμιούς». Και πιο κάτω: «Η ολοκλήρωση της αφομοίωσης συντελέστηκε κατά την Τουρκοκρατία, όπου η ορθοδοξία βοήθησε καθοριστικά στην εθνική ταύτιση των δύο στοιχείων με την αντιδιαστολή τους προς τον αλλόθρησκο δυνάστη».

«Αν στη γενιά του ’21 οφείλουμε τη λευτεριά, στις προηγούμενες χρωστάμε την προετοιμασία της. Δίχως αυτές δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η επανάσταση θα είχε εκραγεί το 1821 κι όχι μεταγενέστερα και αν η έκβασή της θα ήταν η ίδια με αυτή που γνωρίζουμε. Στη γενιά της προπαρασκευής ανήκουν οι γονείς και οι παππούδες των μαχητών του ’21. Οι περισσότεροι από εκείνους έκλεισαν τα μάτια τους χωρίς να προλάβουν να ζήσουν την επανάσταση ή να δουν την πατρίδα τους ελεύθερη».

Στα γεγονότα που προηγήθηκαν της Επανάστασης του 1821, τα Ορλωφικά, επαναστατική μορφή που διακρίθηκε ιδιαιτέρως για τη δράση της στην Αττική ήταν ο Μενιδιάτης - Αρβανίτης Μήτρος Λέκκας ή Μητρομάρας που μαζί με τα παλικάρια του, τους λεμπέσηδες, έδρασαν κυρίως στην Αττική, τη Μεγαρίδα και τη Σαλαμίνα. Πέθανε χτυπημένος από τους Τούρκους στο Αγκίστρι τον Φεβρουάριο του 1772.

Αλλά και στους αγώνες των Σουλιωτών κατά του Αλή Πασά που προηγήθηκαν της Επανάστασης, οι φάρες των Σουλιωτών έχουν ονόματα με τα οποία είναι γεμάτες οι σελίδες της ελληνικής ιστορίας, όπως: Μπότσαρης, Τζαβέλας, Ζέρβας, Δράκος, Φωτομάρας, Δαγκλής και τόσοι άλλοι.

Ομως θα πρέπει να τονιστεί ότι οι Σουλιώτες με αρχιστράτηγό τους τον Μάρκο Μπότσαρη αγωνίστηκαν ηρωικά τα δύο πρώτα και κρίσιμα χρόνια 1821-1822 όχι μόνο στη νότια Ηπειρο όπου και επικρατούν των Τούρκων αλλά και σε όλη τη Στερεά Ελλάδα.
Ο Μάρκος για να σπάσει την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου επιχείρησε νυχτερινή καταδρομική ενέργεια εναντίον των Τούρκων στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησιού, όπου σκοτώθηκε τη νύχτα της 8ης προς 9η Αυγούστου 1823 (ο Μάρκος Μπότσαρης είχε αφήσει χειρόγραφο ένα από τα πρώτα λεξικά της Ελληνοαλβανικής γλώσσας, που δημοσιεύτηκε το 1980 από τον Τίτο Γιοχάλα).

Τους ακαταμάχητους Σουλιώτες συναγωνίζονται και οι Αρβανίτες της Αττικοβοιωτίας, της Εύβοιας και των νησιών του Αργοσαρωνικού που δημιούργησαν την κύρια ναυτική δύναμη της επανάστασης.

Η απελευθέρωση του κλεινού άστεως

Εκεί όπου βεβαίως ήταν καθοριστική η συμβολή των Αρβανιτών στον αγώνα του '21 ήταν η απελευθέρωση της Αθήνας και της Αττικής γενικότερα. Ο ξεσηκωμός στην Αττική δεν ήταν εύκολος. Η χώρα αποτελούσε την υποχρεωτική διάβαση των εχθρικών στρατευμάτων προς τον Μόριά. Αν η έκρηξη της επανάστασης δεν γινόταν εκεί αλλά σε άλλα διαμερίσματα της Ελλάδος, τα πράγματα θα ήταν ευκολότερα.

Αν συγκρίνουμε τις επαρχίες της Αττικής παρατηρούμε ότι η επανάσταση των ραγιάδων μάλλον έπρεπε να είναι δυσκολότερη στις πεδινές περιοχές της και ιδιαίτερα σε εκείνες οι οποίες βρίσκονταν κοντά στην Αθήνα. Γι’ αυτό ήταν φυσικό η επαναστατική κοιτίδα της να είναι στα βόρεια και δυτικά, όπου στον ορεινό όγκο της Πάρνηθας αλλά και στα όρη των Δερβενιών και των Δερβενοχωρίων ήταν πιο εύκολες οι συνθήκες για την ανάπτυξη της όποιας επαναστατικής δράσης.
Ο ξεσηκωμός στην Αττική ξεκίνησε από τα αρβανιτοχώρια, τα οποία συντονίστηκαν από τους τοπικούς οπλαρχηγούς τους και τους εκπροσώπους τους στη Φιλική Εταιρεία και όχι από τους Αθηναίους, οι οποίοι ζώντας στο άστυ και έχοντας καθημερινή επαφή με τους κατακτητές ήταν αδύνατον να αναλάβουν επαναστατική πρωτοβουλία.

Η σημαία της επανάστασης στην Αττική υψώνεται την 25η Απριλίου στο Μενίδι. Ο Σουρμελής αναφέρει ότι συγκεντρώθηκαν εκεί περίπου 1.200 Αρβανίτες προερχόμενοι από τη Χασιά με αρχηγούς τον Χατζημελέτη Βασιλείου και τον Μήτρο Σκευά (Τσεβά), από το Μενίδι με αρχηγό τον Αναγνώστη Κιουρκατιώτη, από τα Μεσόγεια (Λιόπεσι) με αρχηγό τον Γιάννη Ντάβαρη και από τα Δερβενοχώρια με αρχηγό τον Θανάση Σκουρτανιώτη. Ο Σκουρτανιώτης προηγουμένως είχε υψώσει τη σημαία της επανάστασης στα Δερβενοχώρια.
Με το επίλεκτο σώμα του κυριαρχούσε στα Δερβένια του Κιθαιρώνα και της Πάρνηθας, με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των επικοινωνιών των Τούρκων προς την Πελοπόννησο και την Αττική.

 Ο καπετάν Θανάσης Γάτσης-Σκουρτανιώτης (Γάτσης ήταν το επίθετό του) βρήκε ηρωικό θάνατο μαζί με τα εβδομήντα παλικάρια του στο ολοκαύτωμα της Αγια-Σωτήρας στο χωριό Μαυρομάτι Θηβών την 26η Οκτωβρίου 1825 (τον γενναίο αυτόν Δερβενοχωρίτη από τα Σκούρτα διαδέχτηκε ο αδερφός του Γεώργιος Γάτσης-Σκουρτανιώτης, ο οποίος διακρίθηκε στις μάχες του Φαλήρου, της Πέτρας και αλλού).

Η απελευθέρωση των Αθηνών την 25η Απριλίου 1821 οφείλεται στους επαναστατημένους αυτούς Αρβανίτες υπό τον Μελέτη Βασιλείου και με γενικό αρχηγό τον Φιλικό Δήμο Αντωνίου.
Ο Μελέτης Βασιλείου, Φιλικός ο ίδιος, παρέδωσε την αρχηγία στον Δήμο Αντωνίου τον οποίο διόρισε το συμβούλιο της Φιλικής Εταιρείας που είχε έδρα τη Λιβαδειά.

Οι επαναστάτες ξεκίνησαν από το Μενίδι και τα χαράματα της 25ης Απριλίου εισήλθαν στην πόλη από την πύλη της Μπουμπουνίστρας. Ο οπλισμός τους, ανεπαρκέστατος, αποτελούνταν από σκουριασμένες πιστόλες, φτυάρια, πιρούνες, σούβλες, παλούκια, ρόπαλα και κάθε είδους αιχμηρά αντικείμενα. Από τις περιγραφές του Σουρμελή, προξένων και ξένων περιηγητών μαθαίνουμε ότι οι επαναστάτες μπήκαν στην Αθήνα δύο ώρες προτού ξημερώσει αφού έσφαξαν τους κοιμισμένους φρουρούς.
Με αρχηγό τον Μελέτη Βασιλείου και πολλούς παπάδες αρματωμένους και ντυμένους με τα άμφιά τους, οι επαναστάτες αφού ενώθηκαν με τους κατοίκους της Αθήνας κραύγαζαν «Χριστός Ανέστη» και «Ελευθερία - Ελευθερία» και άρχισαν να χτυπούν τις καμπάνες των εκκλησιών.

Την Αθήνα δεν την ελευθέρωσαν οι Αθηναίοι αφού κατά τον Δημήτριο Καμπούρογλου: «Αν και ήσαν φιλόξενοι, γλυκομίλητοι, περιποιητικοί και ευαίσθητοι, δεν ήσαν και τόσον γενναίοι, ένεκα της μακραίωνος από των όπλων αποχής». Την Αθήνα την ελευθέρωσαν οι Αρβανίτες κάτοικοι των χωριών της βόρειας Αττικής και των Μεσογείων επειδή πάλι κατά τον ίδιο: «Καίτοι όμως καθ’ όλα υστερούν οι χωριάται εν συγκρίσει με τους Αθηναίους, υπήρξαν εν τούτοις σωτηριοδέστατοι κατά την Επανάσταση/, ένεκα της ανδρείας των, της σκληραγωγίας και της γνώσεως της Αλβανικής γλώσσης, δι’ ης συνεννοούντο μετά των Τουρκαλβανών προ πάντων δε ήσαν γνώ-σται της χρήσεως των όπλων».

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του ελληνικού έθνους» περιγράφει τον αγώνα των χωρικών -Αρβανιτών κατοίκων της Αττικής ως εξής: «Ο Ομέρ Βρυώνης, εν Αττική, διέλυσε μεν την 19ην Ιουλίου την πολιορκία της Ακροπόλεως αλλ’ εις την ύπαιθρον χώραν εξηκολούθη ενταύθα ο αγών».

Σε όλα τα επόμενα γεγονότα, στις πολιορκίες της Αθήνας αλλά και στις μάχες στην ύπαιθρο χώρα, οι κάτοικοι των χωριών της Αττικής έδωσαν πάντοτε το παρών, αλλά υπέστησαν και όλες τις διώξεις από τους κατά καιρούς επιδρομείς και εισβολείς.
Ολα αυτά τα χρόνια υπέστησαν άπειρες λεηλασίες και διωγμούς και έτρεχαν να κρυφτούν όπου μπορούσαν ή ξενιτεύονταν στα νησιά του Σαρωνικού. Υπέστησαν όμως και τις όποιες συνέπειες από τις εσωτερικές διαμάχες σαν και αυτή μεταξύ του Ανδρούτσου και του Γκούρα για την επικράτηση στην Αθήνα.
Χαρακτηριστικό το παράδειγμα που αναφέρει ο στρατηγός Μακρυγιάννης, όταν ο Γκούρας έστειλε τον Μαμούρη και τσάκιζε με το τσεκούρι τους χωριάτες που δεν ήταν φίλοι του: «Σ’ τα Μισόγεια σ’ την Κεράτιά, ενού δημογέροντα, Αναγνώστη Νυδραίον τον λένε, πόσες τζικουργιές τόδωσε, κι αν είδε υγείαν εις το εξής ο αγαθός άνθρωπος».

Η Ακρόπολη παραδίνεται από τον Τούρκο διοικητή στους προκρίτους της Αθήνας στις 10 Ιουνίου 1822 μετά τη δεύτερη πολιορκία της Αθήνας. Οι καπεταναίοι που απελευθέρωσαν την Αθήνα απομακρύνονται από τη διοίκηση από το αρχοντολόι, οι οποίοι δεν ήθελαν για αρχηγούς τους «ξωτάρηδες» («κατώκουν εις τας αποκέντριους συνοικίας της πόλεως και τα προάστεια») καπεταναίους της υπαίθρου.
Αποτέλεσμα αυτών των ερίδων ήταν πολλοί οπλαρχηγοί να χαθούν και πολλές φορές η επανάσταση να κινδυνέψει στην Αθήνα. Τα επόμενα χρόνια ο ξεσηκωμός έμεινε ζωντανός κυρίως χάρη στους αγώνες και στις μάχες που έδωσαν οι Αρβανίτες κάτοικοι των χωριών στην ύπαιθρο χώρα.

Επαναστατημένοι Αρβανίτες στην επικράτεια

Σε όλες τις μάχες που έγιναν στην Αττικοβοιωτία στη διάρκεια του αγώνα μέχρι και την τελευταία μάχη στην Πέτρα της Βοιωτίας στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 οι Αρβανίτες στην Αττικοβοιωτία αποτελούν τα κυρίαρχα επαναστατικά σώματα.

Ο Νικόλαος Κριεζώτης, Αρβανίτης από την Καρυστία, ξεσηκώνει την Εύβοια όπου στη συνέχεια ως γενικός αρχηγός της λαμβάνει μέρος σε μάχες σε όλη την επαναστατημένη Στερεά Ελλάδα, αγωνίζεται στο πλευρό του Καραϊσκάκη και στις 12 Οκτωβρίου του 1826, επικεφαλής τριακοσίων πενήντα Αρβανιτών, πολιορκεί την Ακρόπολη την οποία καταλαμβάνει και στην οποία γίνεται φρούραρχος μέχρι τον Μάιο του 1827.

Στην τελευταία μάχη της Πέτρας που προαναφέραμε οι Αρβανίτες υπό τον Κριεζώτη, τον Σκουρτανιώτη και τον Σπυρομήλιο είναι ενταγμένοι στους 3.000 γενναίους μαχητές του Υψηλάντη που κατάφεραν να αναχαιτίσουν τους Τούρκους και τους ανάγκασαν να παραδοθούν.

Η αρβανιτιά της Ανδρου δίνει από τους πρώτους το παρών στην επανάσταση με επικεφαλής τον Αρβανίτη Γιαννούλη Δημητρίου.
Σπουδαία ήταν και η δράση όχι μόνο κατά την επανάσταση αλλά και σε όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς των περίφημων αγωνιστών Ντρέδων του Μόριά από τα Σουλιμοχώρια της Τριφυλίας. Αρβανίτες εγκατεστημένοι ήδη από τον 14ο αιώνα στα χωριά Σουλιμά, Ψάρι, Δώριο, Κοπανάκι και στα λοιπά γειτονικά χωριά με κυρίαρχες ηγετικές μορφές από τις οικογένειες του Κόλια Πλαπούτα, του Δημήτρη Παπατσώρη, του Γιαννάκη Μέλιου και μιας πλειάδας άλλων οπλαρχηγών έλαβαν μέρος σε όλη την Πελοπόννησο από την έναρξη της επανάστασης μέχρι το τέλος της. Θρυλικές είναι οι νίκες τους κατά του Ιμπραήμ ο οποίος ποτέ δεν κατόρθωσε να καταλάβει τα Σουλιμοχώρια.

Βέβαια και στη θάλασσα ο κύριος κορμός της επανάστασης στηρίχτηκε στους Αρβανίτες μια και οι πλέον ένδοξοι ναύαρχοι και ναυμάχοι είναι Αρβανίτες και διέθεσαν στον αγώνα τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα πλοία όπως και το μεγαλύτερο κομμάτι των περιουσιών τους. Για την Υδρα ενδεικτικά αναφέρουμε τα ονόματα του Ανδρέα Μιαούλη και των γιων του Δημήτρη και Αντώνη, του Ανδρέα Πιπίνου του πυρπολητή, του Γεώργιου Σαχτούρη, του Αναστάση και του Λάζαρου Τσαμαδού, του Ιάκωβου, του Γεώργιου και του Μανώλη Τομπάζη, του Αντώνη και του Αλέξανδρου Κριεζή.
Για τις Σπέτσες του Γκίκα Μπόταση και των γιων του Θεοδόση και Νικόλα, του αδερφού του Παναγιώτη, του Γιάννη Μέξη και των γιων του και της θρυλικής Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας.
Οι ναυτικές τους επιχειρήσεις και οι νικηφόρες ναυμαχίες τους αποτελούν τον κορμό της ναυτικής ιστορίας της Επανάστασης του 1821.

Με τα λίγα παραπάνω γεγονότα που αναφέρθηκαν γίνεται κατανοητή η μεγάλη συμβολή των Αρβανιτών και στη στεριά και τη θάλασσα στη νικηφόρα έκβαση του αγώνα για την απελευθέρωση του 1821. Δεν είναι βέβαια δυνατόν στο πλαίσιο ενός περιορισμένου άρθρου να γίνει πλήρης καταγραφή των γεγονότων και κυρίως πλήρης εξιστόρηση όλων των πτυχών του αγώνα. Αδιαμφισβήτητη όμως είναι η καθοριστική συμβολή όλων αυτών των μεγάλων Ελλήνων - Αρβανιτών, από όποιο σημείο και αν αγωνίστηκαν στον αγώνα της εθνεγερσίας.

Δόθηκε δε ιδιαίτερη βαρύτητα στον αγώνα στην Αττική και στην απελευθέρωση της Αθήνας γιατί ποτέ από την πολιτεία δεν καθιερώθηκε ως ημέρα μνήμης και δεν τιμάται από το επίσημο κράτος.

Μέχρι σήμερα οι όποιες πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση έχουν αναληφθεί από τους περιφερειακούς δήμους της Αττικής, από κει που κατάγονταν οι αγωνιστές της επανάστασης που απελευθέρωσαν την Αττική και την Αθήνα. Θα πρέπει επιτέλους να καθιερωθεί η 25η Απριλίου ως επίσημη εορτή της πρώτης απελευθέρωσης της Αθήνας και να τιμηθούν οι αγωνιστές εκείνοι που πρώτοι όρθωσαν το ανάστημά τους στους κατακτητές και έφεραν τον αέρα της λευτεριάς στη μετέπειτα πρωτεύουσα της πατρίδας μας.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - Η απομονωμένη εξέγερση

Πώς και γιατί το μήνυμα του 1821 δεν βρήκε ευρεία ανταπόκριση

Του Παναγιώτη Στάθη, Ιστορικού - "Αιρετικά"

Στη δημόσια αντιπαράθεση για τη συμφωνία των Πρεσπών η επίκληση της Ιστορίας αποτέλεσε κύριο επιχείρημα για την υποστήριξη της ελληνικότητας της Μακεδονίας.
Επρόκειτο ωστόσο για μια αντιπαράθεση που εν πολλοίς είχε ελάχιστη σχέση με την ιστορία της Μακεδονίας. Αφενός αφορούσε επιλεκτικά τις εποχές της αρχαιότητας και του 20ού αιώνα, αφετέρου στις σχετικές συζητήσεις, κυρίως αυτές που διεξάγονταν στην τηλεόραση, απουσίαζαν σχεδόν παντελώς οι επαγγελματίες ακαδημαϊκοί ιστορικοί.
Η Ιστορία θεωρούνταν δεδομένη, ένα κείμενο που έχει γραφτεί και δεν πρόκειται να τροποποιηθεί ή να συμπληρωθεί.
Το κυρίαρχο ιστορικό αφήγημα περί Μακεδονίας (συχνά ακόμη και από όσους τάσσονταν υπέρ της συμφωνίας) αποτελούσε απλή αναπαραγωγή των σχολικών εγχειριδίων και έμοιαζε να μην έχει κενά, παρά το τεράστιο χρονικό χάσμα που άφηνε από τις αρχές της μεσαιωνικής περιόδου μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Τα επαναστατικά γεγονότα του 1821 στη Μακεδονία έλαβαν χώρα σε τρεις διαφορετικές περιοχές (στη Χαλκιδική, στον ορεινό όγκο Ολύμπου - Πιερίων και στη Νάουσα).
Οι εξεγέρσεις ξεκίνησαν με μεγαλύτερη ή μικρότερη καθυστέρηση (στη Χαλκιδική στα μέσα με τέλη Μαΐου 1821, στις άλλες δύο περιοχές τον Μάρτιο του 1822 όταν ήδη είχε κατασταλεί η επανάσταση στη Χαλκιδική) και διήρκεσαν λίγο, καθώς οι επαναστάτες ηττήθηκαν γρήγορα. Οι εξεγερμένοι σε κάθε τόπο διεξήγαγαν τον αγώνα σχετικά απομονωμένοι, χωρίς ουσιαστικό συντονισμό, συνεννόηση και αλληλοβοήθεια με τις άλλες περιοχές.

Η εθνική ιστοριογραφία θεωρεί ότι τα παραπάνω οφείλονται κυρίως στη μεγάλη απόσταση από το επαναστατικό κέντρο της Πελοποννήσου και την εγγύτητα ισχυρών οθωμανικών κέντρων όπως της Θεσσαλονίκης.
Ωστόσο ισχυρά οθωμανικά κέντρα, όπως τα Γιάννενα η Λάρισα, τα Τρίκαλα και η Λαμία, βρίσκονταν κοντά και στις νοτιότερες επαναστατημένες περιοχές της Ηπείρου, του Πηλίου και της Στερεάς Ελλάδας.
Στην Κρήτη, όπου ο μισός περίπου πληθυσμός ήταν μουσουλμανικός και εξοικειωμένος με τη χρήση των όπλων, η επανάσταση διέτρεξε πολύ μεγαλύτερο χρονικό άνυσμα. Αλλωστε οι λόγοι διαμόρφωσης της Πελοποννήσου σε κέντρο της επανάστασης δεν ήταν μόνο η απόσταση από τα οθωμανικά κέντρα αλλά κυρίως ο συνδυασμός μιας σειράς παραγόντων, όπως η πάνδημη συμμετοχή, η πληρέστερη οργάνωση και η διαθεσιμότητα κρίσιμης μάζας έμπειρου ένοπλου δυναμικού (κλεφταρματολοί, Μανιάτες, Σουλιώτες).
Για να το πω αλλιώς: εάν στη Μακεδονία εξεγείρονταν συγχρόνως πολύ περισσότερες περιοχές και με ευρεία συμμετοχή του χριστιανικού πληθυσμού, η επαναστατική προοπτική θα ήταν διαφορετική, χωρίς φυσικά αυτά να προδιαγράφουν το τελικό αποτέλεσμα. Συνεπώς διαμορφώνεται ένα βασικό ερώτημα: γιατί δεν επαναστάτησε η υπόλοιπη Μακεδονία ή, αντίστροφα, ποιες ήταν οι ιδιαίτερες συνθήκες που οδήγησαν τις συγκεκριμένες μακεδονικές περιοχές σε εξέγερση και υπό ποιους όρους;

Καταρχάς η διείσδυση της Φιλικής Εταιρείας στη Μακεδονία φαίνεται ότι ήταν πολύ περιορισμένη. Με βάση τους δημοσιευμένους καταλόγους μελών, ο Γεώργιος Φράγκος υπολογίζει ότι οι Μακεδόνες που μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία βρίσκονται στην τελευταία θέση ποσοστιαία σε σύγκριση με τις άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου: αποτελούν μόλις το 2,3% των μελών, έναντι, για παράδειγμα, του 37,2% των Πελοποννήσιων, του 12,7% των καταγόμενων από τα νησιά του Αιγαίου και του 10,8 των καταγόμενων από την Ηπειρο και την Αλβανία.
Επιπλέον, στους καταλόγους μελών δεν εμφανίζεται κανείς Μακεδόνας οπλαρχηγός μυημένος στη Φιλική Εταιρεία (με την εξαίρεση των Γεωργάκη Ολύμπιου και Γιάννη Φαρμάκη που ζούσαν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες), έναντι 41 Πελοποννήσιων οπλαρχηγών. Αλλωστε και αφηγηματικές πηγές μαρτυρούν ότι η Φιλική Εταιρεία είχε πολύ μικρή διείσδυση στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα και ιδιαίτερα στους οπλαρχηγούς αυτών των περιοχών.

Η εξέγερση της Χαλκιδικής

Κύριος συντελεστής της επανάστασης στη Μακεδονία ήταν ο Εμμανουήλ Παπάς, μεγαλέμπορος από τις Σέρρες, ο οποίος είχε έλθει σε σύγκρουση με τον ισχυρό τοπάρχη των Σερρών Γιουσούφ μπέη, καθώς ο Γιουσούφ δεν του έδινε μεγάλα χρηματικά ποσά που του χρωστούσε, ενώ απειλούσε και τη ζωή του.
Ετσι ο Παπάς αναγκάστηκε να μετεγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Η προσωπική του ιστορία επιτρέπει να κατανοήσουμε το πάθος με το οποίο ρίχτηκε στην επανάσταση και το ρίσκο για τη ζωή του που ανέλαβε με τη συμμετοχή του στον αγώνα.
Στα τέλη Μαρτίου 1821 πήγε στο Αγιο Ορος, φέρνοντας μαζί του όπλα και πολεμοφόδια, με στόχο να ξεσηκώσει τους μοναχούς και να ξεκινήσει από εκεί την εξέγερση. Ωστόσο μέχρι τα μέσα Μαΐου δεν το είχε καταφέρει.

Στο μεταξύ, είχε ξεσπάσει η επανάσταση στη Μολδοβλαχία, στον Μοριά και στη Στερεά. Φήμες κυκλοφορούσαν ευρέως για νικηφόρα προέλαση του Αλέξανδρου Υψηλάντη και συνεχείς ήττες των Οθωμανών σε όλα τα μέτωπα.
Η εμφάνιση ελληνικών πολεμικών πλοίων που επέδραμαν στα παράλια της Μακεδονίας συλλαμβάνοντας οθωμανικά πολεμικά πλοία επέτεινε τις ανησυχίες των Οθωμανών για ανταρσία στην περιοχή.

Οι οθωμανικές αρχές της Θεσσαλονίκης και των Σερρών πήραν προληπτικά μέτρα: ζήτησαν ομήρους, φυλάκισαν ορισμένους χριστιανούς, λεηλάτησαν σπίτια και μαγαζιά, απειλούσαν με σφαγές.
Ενα επεισόδιο στον Πολύγυρο αποτέλεσε τη θρυαλλίδα της εξέγερσης. Μικρές οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις κινήθηκαν με στόχο να συλλάβουν τους προεστούς και να αφοπλίσουν τους κατοίκους. Η τοπική στρατιωτική φρουρά προκάλεσε βίαια επεισόδια. Οι προληπτικές αυτές κινήσεις έφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα. Οι Πολυγυρινοί, φοβούμενοι για τη ζωή τους, πήραν τα όπλα στις 17 Μαΐου, σκότωσαν τον τοπικό βοεβόδα και τους λίγους άντρες της φρουράς του.
Μέχρι τα τέλη Μαΐου η εξέγερση εξαπλώθηκε σε όλη τη Χαλκιδική.

Οι χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πάντα προσδοκούσαν την επαναφορά της κυριαρχίας από τους μουσουλμάνους σε ένα χριστιανικό ορθόδοξο βασίλειο.
Ο φόβος για τη ζωή τους, σε συνδυασμό με φυσικά φαινόμενα που εκλαμβάνονταν ως οιωνοί για την οσονούπω έλευση του ποθούμενου, και βέβαια οι φήμες για τις προόδους των επαναστατών σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας και η εμφάνιση ψαριανών πολεμικών καραβιών στα παράλια λειτούργησαν ως αφορμή ώστε να αποτολμήσουν οι χριστιανοί της Χαλκιδικής την εξέγερση.

Ρόλο, ωστόσο, σε αυτό το διάβημα πρέπει να έπαιξαν και οι δυσαρέσκειες από τις προεπαναστατικές οικονομικές εξελίξεις: αφενός η επιδείνωση του καθεστώτος εργασίας και οι αυξημένες υποχρεώσεις των ετήσιων καταβολών σε χρήμα και ασήμι των κατοίκων των Μαντεμοχωρίων (είχαν την υποχρέωση να εξορύσσουν ασήμι και μόλυβδο από τα μεταλλεία της Χαλκιδικής για λογαριασμό της Πύλης).  Και αφετέρου ο βαθμός τη προϊούσας καταχρέωσης των αγροτών λόγω της αύξησης των φορολογικών βαρών, που οδήγησε βαθμιαία στον 18ο και 19ο αιώνα στη μετατροπή αρκετών χωριών σε οθωμανικά τσιφλίκια ή μετόχια των μονών του Αγίου Ορους. Αύξηση των οικονομικών βαρών μαρτυρείται και για τις μονές του Αγίου Ορους. Αυτά όμως χρειάζονται περαιτέρω έρευνα και τεκμηρίωση.

Οι πρώτες επιτυχίες των εξεγερμένων εναντίον των τοπικών οθωμανικών στρατιωτικών δυνάμεων δεν διάρκεσαν πολύ. Οι οθωμανικές αρχές της Θεσσαλονίκης συγκέντρωσαν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις και εξεστράτευσαν στη Χαλκιδική.
Παράλληλα ο Μπαϊράμ, που είχε διαταχθεί από την Πύλη να εκστρατεύσει στη νότιο Ελλάδα, έκανε μια παράκαμψη για να συμβάλει στην αντιμετώπιση της εξέγερσης της Χαλκιδικής.

Οι εξεγερμένοι, αφού ηττήθηκαν σε μάχες στη Γαλάτιστα και στο στενό της Ρεντίνας ανατολικά της Βόλβης, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και στα τέλη Ιουνίου περιορίστηκαν στις χερσονήσους της Κασσάνδρας και του Αγίου Ορους, οι οποίες χωρίζονται από την υπόλοιπη Χαλκιδική με στενούς ισθμούς.
Πίσω από αυτούς οι επαναστάτες μπορούσαν να οχυρωθούν αποτελεσματικά και να αντιμετωπίσουν πολλαπλάσιες στρατιωτικές δυνάμεις. Πράγματι οι επαναστάτες άντεξαν μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, όταν ισχυρή οθωμανική επίθεση συνέτριψε την ελληνική άμυνα και κατέλαβε την Κασσάνδρα. Κατόπιν αυτών, οι Αγιορείτες μοναχοί αποδέχτηκαν τις οθωμανικές προτάσεις αμνηστίας, βάσει των οποίων μάλιστα επιχείρησαν να συλλάβουν και να παραδώσουν στους Οθωμανούς τον Εμμανουήλ Παπά. Ο τελευταίος με λίγους συντρόφους του κατόρθωσε να επιβιβαστεί σε καράβι με προορισμό την Πελοπόννησο αλλά πέθανε εν πλω από καρδιακή προσβολή.

Η απομονωμένη εξέγερση της Χαλκιδικής δύσκολα θα μπορούσε να έχει επιτυχία. Από στρατιωτική άποψη ήταν λίγοι οι έμπειροι πολεμιστές και απουσίαζαν οι εμπειροπόλεμοι οπλαρχηγοί. Γρήγορα επίσης εξαντλήθηκαν τα πολεμοφόδια, τα τρόφιμα και το χρηματικό απόθεμα του Παπά με το οποίο χρηματοδότησε τις πρώτες ανάγκες.
Ο Παπάς προσπάθησε να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις ζητώντας ενισχύσεις από τα αξιόμαχα σώματα των κλεφτών και αρματολών της κεντρικής Μακεδονίας. Ομως ο μόνος που ανταποκρίθηκε ήταν ο οπλαρχηγός των Πιερίων Διαμαντής Νικολάου, ενώ οι υπόλοιποι αρνήθηκαν. Οπως γράφει ο Νικολάου στον Εμμ. Παπά: «αυτή ει καπετανέει δεν είνι καθός εστοχάζεσθε και τα φερσίματα τους είνι τούρκικα».

Στα τέλη Ιουνίου 1821 ο Νικολάου έστειλε δύναμη περίπου εξακοσίων αντρών στην Κασσάνδρα. Αλλά λίγο αργότερα αποχώρησαν λόγω της έλλειψης εφοδίων, της αταξίας και των διαφωνιών που επικρατούσαν στο ελληνικό στρατόπεδο.
Ο Παπάς προσπάθησε να εξασφαλίσει πολεμοφόδια, τρόφιμα και ναυτική υποστήριξη από ψαριανά ή υδραίικα πλοία. Ομως η μόνη δυνατή πηγή χρηματοδότησης ήταν ο πλούτος του Αγίου Ορους, σε ρευστό ή μέσω εκποίησης αφιερωμάτων των μονών. Αλλά οι μοναχοί αρνήθηκαν, με επιχείρημα την ιερότητα των κειμηλίων.
Η άρνηση αυτή δεν συνιστά απλώς πρόκριση της θρησκείας έναντι του έθνους. Επικάθεται σε ένα υπόστρωμα διάθεσης επανυποταγής του Αγίου Ορους στην Πύλη όταν τα πράγματα άρχισαν πλέον να δείχνουν ότι δύσκολα θα ευοδωθεί η επανάσταση στη Χαλκιδική. Αλλωστε εξαρχής υπήρχε μια ισχυρή μερίδα στο Αγιο Ορος που εναντιωνόταν στην επανάσταση, η οποία βαθμιαία κυριάρχησε παράλληλα με την προϊούσα αρνητική πορεία στο στρατιωτικό πεδίο.

Δυσαρέσκεια αλλά και αναβλητικότητα

Η επανάσταση στην απέναντι πλευρά του Θερμαϊκού κόλπου, τη νότια Μακεδονία, ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1821, περίπου τρεις μήνες μετά την καταστολή της εξέγερσης στη Χαλκιδική.
Η κατάσταση στις περιοχές που σήμερα αντιστοιχούν στους νομούς Πιερίας, Ημαθίας, Κοζάνης και Γρεβενών ήταν έκρυθμη από το 1820, όταν η Πύλη ήλθε σε ένοπλη σύγκρουση με τον Αλή Πασά.

Οι νέες οθωμανικές αρχές που εκπροσωπούσαν πλέον την Πύλη αντικατέστησαν αξιωματούχους που θεωρούνταν αληπασαδικοί: επισκόπους, προεστούς, δερβεναγάδες, αρματολούς.
Οι διαθέσιμες πηγές δεν παρέχουν επαρκή σχετικά στοιχεία, αλλά το εύρος των αλλαγών δεν πρέπει να ήταν μικρό.
Οι αντικαταστάσεις αυτές επέφεραν δυσαρέσκεια στους παυθέντες και αναστάτωση στις τοπικές διοικήσεις. Πολύ ευρύτερη δυσαρέσκεια προκάλεσαν οι οικονομικές επιβαρύνσεις κατά τη διάρκεια της ένοπλης σύγκρουσης Αλή Πασά και Πύλης (1820-1821) που οφείλονταν αφενός στην απότομη αύξηση των φόρων για τις ανάγκες χρηματοδότησης του πολέμου και αφετέρου στη ληστρική και βίαιη συμπεριφορά των στρατευμάτων που περνούσαν από τις παραπάνω περιοχές, κατευθυνόμενες στα Γιάννενα για να πάρουν μέρος στην πολιορκία του Αλή Πασά.

Εντούτοις, οι δυσαρέσκειες αυτές δεν οδήγησαν τη νότια Μακεδονία σε ταυτόχρονη εξέγερση με την Πελοπόννησο ούτε με τη Χαλκιδική. Οι Μακεδόνες καπεταναίοι βρίσκονταν βέβαια σε επαφή διά αλληλογραφίας με οπλαρχηγούς και με τις αρχές στις επαναστατημένες περιοχές, αλλά δεν αποτολμούσαν τη ρήξη.
Η αναβλητικότητα πρέπει να αποδοθεί αφενός στην παρουσία οθωμανικών στρατευμάτων σε κοντινές αποστάσεις και ισχυρών μουσουλμανικών θυλάκων στην ευρύτερη περιοχή (π.χ. Γιαννιτσά, Εδεσσα, Βέροια, Πτολεμάΐδα και αρκετά μουσουλμανικά χωριά), αφετέρου σε έντονες αντιθέσεις μεταξύ των τοπικών χριστιανικών ελίτ που εκβάλλουν και σε διαφορετικές στάσεις ως προς το ενδεχόμενο της εξέγερσης. Στέλνουν τον Νικόλαο Κασομούλη στην Πελοπόννησο και ζητούν ενισχύσεις σε άντρες, όπλα και κανόνια, εφόδια και χρήματα και την αποστολή εκπροσώπων των επαναστατικών αρχών προκειμένου να εξεγερθούν.

Οι εξελίξεις κατά τους πρώτους μήνες του 1822 οδήγησαν τελικά στην εξέγερση ορισμένων καπεταναίων του Ολύμπου - Πιερίων και της Νάουσας.
Ο πρώτος παράγοντας αφορά ενέργειες των οθωμανικών αρχών μετά την καταστολή της επανάστασης στη Χαλκιδική: προκειμένου να αποκλείσουν το ενδεχόμενο ανταρσίας σε περιοχές της κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας, διέταξαν τον αφοπλισμό των χριστιανών και την αποστολή ομήρων στη Θεσσαλονίκη. Μεταξύ αυτών περιέλαβαν τους οπλαρχηγούς Διαμαντή Νικολάου και Γούλα Δράσκου από την περιοχή του Ολύμπου και τους Καρατάσο και Αγγελή Γάτσο και τον προεστό και στρατιωτικό Ζαφειράκη Θεοδοσίου από την περιοχή του Βερμίου. Στο μεταξύ συνέλαβαν προεστούς από άλλες πόλεις (Βέροια, Μοναστήρι κ.ά.).

 0 κίνδυνος ακόμη και για τη ζωή των προαναφερομένων οπλαρχηγών διαγράφεται άμεσος. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η επιστροφή του Κασομούλη από την Πελοπόννησο στις 22 Φεβρουάριου, ο οποίος αναγγέλλει την προσεχή άφιξη του εκπροσώπου των επαναστατικών αρχών Γρηγορίου Σάλα. Ο Σάλας αποβιβάστηκε στην Πιερία στις 13 Μαρτίου επικεφαλής μιας μικρής αποστολής επιτελών, στρατιωτών και φιλελλήνων. Μαζί τους έφερναν τέσσερα κανόνια και πολεμοφόδια. Ηδη ο Διαμαντής Νικολάου είχε επιτεθεί στον Κολινδρό Πιερίας από τις 8 Μαρτίου, ημερομηνία έναρξης της εξέγερσης στην περιοχή Πιερίων.

Ο Σάλας έστειλε στη Νάουσα τον φιλικό Νικόλαο Κανούση για να τους ξεσηκώσει σε επανάσταση. Στα μέσα Μαρτίου, σε συγκέντρωση σε εκκλησία της Νάουσας, οι Ζαφειράκης Θεοδοσίου και Νικόλαος Κανούσης έπεισαν τους Ναουσαίους να ξεσηκωθούν και τέθηκαν επικεφαλής της εξέγερσης μαζί με τους Καρατάσο και Γάτσο. Αφού επιχείρησαν μια ανεπιτυχή επίθεση στη Βέροια, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να οχυρωθούν στη Νάουσα αναμένοντας την οθωμανική αντεπίθεση.

Στο μεταξύ, στο μέτωπο των Πιερίων οι ελληνικές δυνάμεις ηττήθηκαν στην Καστανιά στις 29 Μαρτίου και στη Μηλιά στις 2 Απριλίου, οπότε και καταστάλθηκε ολοκληρωτικά η εξέγερση στα Πιέρια.
Στις 6 Απριλίου ισχυρές οθωμανικές δυνάμεις επιτέθηκαν στη Νάουσα, την οποία κατέλαβαν στις 13 Απριλίου. Ο Ζαφειράκης Θεοδοσίου σκοτώθηκε στη μάχη, ενώ οι οπλαρχηγοί Καρατάσος, Αγγελής Γάτσος, Διαμαντής Νικολάου, Γούλας Δράσκου, Τόλιος Λαζόπουλος, Νικόλαος Κασομούλης και οι υπόλοιποι διασωθέντες αγωνιστές αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη νότιο Ελλάδα όπου κατά τα επόμενα χρόνια συμμετείχαν στα επαναστατικά στρατεύματα.

Η ένοπλη εξέγερση στα Πιέρια (8 Μαρτίου έως 2 Απριλίου 1822) και στη Νάουσα (μέσα Μαρτίου έως 13 Απριλίου 1822) διήρκεσε περίπου έναν μήνα στην κάθε περιοχή. Στα Πιέρια εξεγέρθηκαν ουσιαστικά μόνο οι καπεταναίοι της περιοχής με τους άντρες τους, χωρίς ευρύτερη λαϊκή συμμετοχή. Στη Νάουσα, αντίθετα, υπήρξε λαϊκή συμμετοχή που περιοριζόταν όμως στην πόλη και τα γύρω χωριά. Από τους γνωστούς οπλαρχηγούς συμμετείχαν οι καπεταναίοι Διαμαντής Νικολάου, Λαζαίοι, Γούλας Δράσκου, Λιακόπουλοι και Κωνσταντίνος Μπίνος των Πιερίων και του Ολύμπου, οι Συραίοι των Σερβίων, οι Καρατασαίοι και Πιτσαβαίοι της Νάουσας - Βέροιας και ο Γάτσος της Εδεσσας. Αντίθετα, δεν συμμετείχαν ενεργά οι Μπζιωταίοι των Σερβίων, οι Μάντζαρης, Τζαχίλας, Γιώτας Τζίμου του νότιου Ολύμπου, οι Βλαχαβαίοι, Μάνταλαίοι και Ψειραίοι των Χασίων και οι Ζακαίοι των Γρεβενών.

Συνεπώς, η επανάσταση στη Μακεδονία είχε πολύ περιορισμένη γεωγραφική και πληθυσμιακή εμβέλεια. Μολονότι ο φόβος απέναντι στον γειτνιάζοντα μουσουλμανικό πληθυσμό και τον οθωμανικό στρατό συνιστά προφανώς σημαντικό παράγοντα για την έλλειψη επαναστατικής διάθεσης, η απουσία ουσιαστικών μαρτυριών για κάποια προετοιμασία ή έστω συνεννόηση ή συζήτηση για το ενδεχόμενο εξέγερσης σε άλλες μακεδονικές περιοχές υποδεικνύει ότι ο συσχετισμός δύναμης δεν ήταν ο μόνος ή ο κύριος παράγοντας.

Κύριος παράγοντας υπήρξε ο χαμηλός βαθμός οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και διείσδυσης των νεωτερικών διαφωτιστικών ιδεών συγκριτικά με άλλες περιοχές όπως η Πελοπόννησος και τα νησιά. Η Θεσσαλονίκη, οι Σέρρες και ορισμένες μικρότερες πόλεις που παρουσίαζαν στοιχεία νέου αστικού τρόπου ζωής είναι λιγότερες σε σχέση με άλλες περιοχές και αποτελούσαν μικρές νησίδες σε έναν ωκεανό παραδοσιακού αγροτικού τρόπου ζωής και κουλτούρας.

Ο χαμηλός βαθμός διασποράς των συνδρομητών βιβλίων στη Μακεδονία, οι οποίοι επικεντρώνονται σε σχετικά λίγα αστικά κέντρα, υποδεικνύει αυτή την ανισομέρεια.
Εξάλλου, η μοναστική κοινότητα του Αγίου Ορους με τη μεγάλη εκπαιδευτική παράδοση και τις πλούσιες βιβλιοθήκες αποτελεί, ιδίως την προεπαναστατική περίοδο, προπύργιο της αντίδρασης στον Διαφωτισμό. Αυτή η υστέρηση εξηγεί τους δισταγμούς και την αδυναμία της Φιλικής Εταιρείας να διαμορφώσει ευρύ και αποτελεσματικό δίκτυο στη Μακεδονία.
Για το μεγαλύτερο τμήμα του χριστιανικού αγροτικού μακεδονικού πληθυσμού η τάξη του κόσμου ήταν δοσμένη εκ Θεού και η προσπάθεια ανατροπής αυτού του κόσμου με δικές του ενέργειες ήταν έξω από τους ορίζοντες της σκέψης του. Ετσι έμεινε αμέτοχο στην εξέγερση.

Από την άλλη μεριά, η στάση των κλεφταρματολών φαίνεται ότι απορρέει περισσότερο από ατομικές στρατηγικές επιβίωσης και διατήρησης ή βελτίωσης της θέσης τους και όχι από την εγκόλπωση ενός νεωτερικού οράματος εθνικής απελευθέρωσης. Για τούτο, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, αλλά και ύστερα από αυτήν, πολλοί Μακεδόνες καπεταναίοι μετακινούνταν συχνά από την ελεύθερη Ελλάδα στην οθωμανική Μακεδονία, επιδιώκοντας να ανακτήσουν τα παλαιά τους αρματολίκια.

Θρησκεία, γλώσσα και ταυτότητα

Με βάση τα γεωγραφικά όρια κυριαρχίας της ελληνικής και της σλαβικής γλώσσας στη Μακεδονία, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς: εφόσον τα επαναστατικά γεγονότα συνέβησαν σε εδάφη που βρίσκονταν νότια του νοητού ορίου που χώριζε τις βόρειες περιοχές στις οποίες κυριαρχούσαν οι σλαβόφωνοι από τις νότιες περιοχές που κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα, μήπως η επανάσταση στις μακεδονικές περιοχές συνδέεται με πληθυσμούς που έχουν ελληνική εθνική συνείδηση καθώς μιλούν ελληνικά; 
Μήπως δηλαδή στις βορειότερες περιοχές που σήμερα ανήκουν στην Ελλάδα κυριαρχούσαν πληθυσμοί με βουλγαρική εθνική συνείδηση και, συνακόλουθα, δεν είχαν λόγους να συμμετάσχουν σε ένα ελληνικό εθνικό κίνημα;

Ωστόσο, όπως προανέφερα, η συντριπτική πλειονότητα δεν είχε διαμορφωμένη εθνική ταυτότητα. Κύριο ταυτοτικό τους στοιχείο ήταν το ορθόδοξο χριστιανικό, ανεξαρτήτως της γλώσσας που μιλούσαν.
Αυτό που τους ένωνε ήταν ότι είχαν κεφαλή τον πατριάρχη. Εξάλλου δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί ο βουλγαρικός εθνικισμός που θα μπορούσε να λειτουργήσει αντίρροπα προς το ελληνικό εθνικό κίνημα.

Αλλά η προαναφερόμενη υπόθεση προσκρούει επίσης στη γλώσσα που μιλούσαν πολλοί από τους πρωταγωνιστές της εξέγερσης στον Ολυμπο και στη Νάουσα. Οι Λαζαίοι και ο Διαμαντής Νικολάου ήταν Βλάχοι, όπως και πολλοί από τους κλέφτες και τους αρματολούς του Ολύμπου. Ο Αγγελής Γάτσος ήταν σλαβόφωνος. Τα ονόματα, επίσης, αρκετών από τους οπλαρχηγούς που πήραν μέρος στην εξέγερση της Νάουσας προδίδουν τη σλαβική τους καταγωγή: π.χ. Τσέρνο-Πέτρης, Στογιάνος, Πιτσάβας.

Εάν για τους χριστιανούς της Μακεδονίας η γλώσσα δεν παίζει ρόλο στη συγκρότηση της πολιτικής τους ταυτότητας και στην αίσθηση του συνανήκειν στο πολιτικό υποκείμενο της επανάστασης, για τους Ελληνες που μορφώθηκαν στην Ευρώπη και είναι γνώστες των ιδεών του Διαφωτισμού η διάσταση της γλώσσας, και μέσω αυτής των «φυσικών συνόρων», είναι κεντρική για την εθνική οριοθέτηση.

Το 1828 ο Ιωάννης Καποδίστριας κάνει προτάσεις για τα σύνορα στους αντιπροσώπους των ευρωπαϊκών δυνάμεων, με κριτήρια να είναι «καλώς διακεκριμένα, ευφύλακτα και διαχωρίζοντα όσον το δυνατόν καλύτερα τους δύο λαούς», Ελληνες και Οθωμανούς.
Οπως σημειώνει, «αρκεί να ακολουθήσωμεν την οροθεσίαν εκείνην, την οποία αυτή η ιδία φύσις προσδιορίζει τους Ελληνας» και προτείνει ως «φύσει οριστική» τη γραμμή από «το όρος του Ολύμπου από της Κατερίνης [...] μέχρι της ακρώρειας του Πίνδου, επί του [...] Μετσόβου. Πλησίον της Κατερίνης, η γραμμή αύτη συνιστά τον ποταμόν Αλιάκμονα [...], τον οποίον ακολουθεί διά της Σερβίας [=της κωμόπολης Σέρβια] και των Γρεβενών. Τούτο το όριον διεχώριζε και το πάλαι την Ελλάδα από τα βόρεια γειτονικά μέρη. Κατά τον μεσαίωνα, και ακόμη κατά τους νεωτέρους χρόνους, η Θεσσαλία εφυλάχθη πάντοτε ελληνική, ενώ η Μακεδονία εκυριεύθη από τους Σλάβους και από πολλάς άλλας φυλάς. [...] η οροθεσία αύτη διαχωρίζει, όσον το δυνατόν καλύτερα τα δύο έθνη»· μολονότι, βέβαια, αναγνωρίζει ότι η οριοθέτηση αυτή αφήνει απέξω «μέρη, τα οποία διέπρεψαν διά των αγώνων και των θυσιών, τας οποίας έκαμαν υπέρ της ανεξαρτησίας, καθώς η Νιάουστα, η χερσόνησος της Κασσάνδρας, τα Μαδεμοχώρια και το όρος του Αθωνος».

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger