Προσφατες Αναρτησεις

Μαρτυρίες για τη ζωή του λαού στην Τουρκοκρατία

Απόσπασμα από το άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», τεύχος 16, τον Απρίλιο του 1956 (ψηφιοποιημένα αρχεία ΑΣΚΙ)

Των Ν. Χατζηδήμου - Γ. Σίμου, "Αιρετικά"

Πολλές μελέτες έχουν γραφεί γύρω από την Ελληνική Επανάσταση. Σ’ αυτές το εθνικό τούτο κίνημα εξετάζεται από τη στρατιωτική και πολιτική του πλευρά. Πολύ λίγο .όμως έχουν μελετηθεί οι συνθήκες της καθημερινής ζωής του λαού στην προεπαναστατική περίοδο, που καθορίζουν βασικά και τη συναισθηματική του ζωή και εξηγούν ίσως και ορισμένες ιδιομορφίες και της σημερινής ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας.

Είναι αλήθεια πως ελάχιστες ιστορικές πηγές μπορούν να βοηθήσουν την έρευνα τούτη· έτσι οι λιγοστές εργασίες που έχουν γίνει κάθε άλλο παρά εξαντλητικές μπορούν να θεωρηθούν. [...] Αποκτούν έτσι μεγάλη αξία τα ντοκουμέντα που άφησε πίσω του ο ίδιος ο λαός. Το δημοτικό τραγούδι είναι μια από τις πολυτιμότερες πηγές.

Φυσικά στο δημοτικό τραγούδι είναι λίγες οι λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή του λαού, όμως η σύνδεση της συναισθηματικής με την καθημερινή ζωή γίνεται συχνά φανερή. Μια άλλη πηγή, το ίδιο σοβαρή, που αποδίδει με πολλή αυθεντικότητα και αυθορμητισμό την ατμόσφαιρα της εποχής είναι οι ανορθόγραφες, ασύνταχτες, κακογραμμένες ενθυμίσεις που βρίσκουμε συχνά στα ξώφυλλα, τ’ άγραφα φύλλα και τα περιθώρια των βιβλίων της εποχής.
Οι ενθυμίσεις αυτές είναι κυριολεκτικά πολύτιμες. Γιατί εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνουν, διατηρούν έντονα χρωματισμένο το άμεσο βίωμα των ανθρώπων της εποχής εκείνης, την υποκειμενική τους στάση μπροστά στα γεγονότα.

Οι πιο πολλές ενθυμίσεις είναι γραμμένες πάνω σε εκκλησιαστικά βιβλία, από αγράμματους κατώτερους κληρικούς, που ήξεραν λίγα κολλυβογράμματα και είχαν στη διάθεσή τους βιβλία, τα εκκλησιαστικά τους δηλαδή τεφτέρια.
Παρόλο που ως κληρικοί βρίσκονταν σε κάπως καλύτερη μοίρα από τη μεγάλη μάζα του υπόδουλου λαού, είναι φανερό πως ζούσαν από κοντά το δράμα του, είχαν τους ίδιους πόθους και δοκίμαζαν τα ίδια καρδιοχτύπια. Μας έδωσαν έτσι αφελείς μα συγκινητικές και αυθεντικές στιγμές από τη ζωή του λαού και μας μετέδωσαν τον παλμό της. [...]

Κείνο πού προβάλλει χτυπητά είναι η φτώχεια και η εξαθλίωση του πιο μεγάλου ποσοστού του υπόδουλου λαού. Αγράμματοι, γεμάτοι προλήψεις, στη δικαιοδοσία του κάθε Τούρκου είτε στην αρπαχτική διάθεση του κοτζαμπάση, αγωνίζονταν να ξεφύγουν από τους κατατρεγμούς και να εξοικονομήσουν την καθημερινή τους τροφή.
Το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού είναι αγρότες. Ωστόσο η γη βρίσκεται στα χέρια των Τούρκων τιμαριούχων. Οση απομένει στους υπόδουλους είναι πάλι μοιρασμένη, με τρομερή ανισότητα. Οι κοτζαμπάσηδες, οι εκκλησίες, τα μεγάλα μοναστήρια έχουν στην κατοχή τους το πιο μεγάλο ποσοστό. Η μεγάλη μάζα είναι ακτήμονες και ζουν καλλιεργώντας την ξένη γη.

Οσοι ζουν στα τσιφλίκια είναι πραγματικοί δουλοπάροικοι. Δουλεύουν εντατικά, μα το βιοτικό τους επίπεδο μένει αφάνταστα χαμηλό. Χωρίς προοπτική προκοπής και ανόδου, έχουν πάντα μπροστά τους το φάσμα της καταστροφής, του εξανδραποδισμού, της φυλακής αν δεν κατάφερναν να πληρώσουν το χαράτσι και τ’ άλλα δοσίματα.

Βέβαια, σ’ ορισμένες περιοχές, κυρίως στις ορεινές, στα νησιά ή σε τόπους όπου είχαν αποκτήσει προνόμια, ζούσαν και αγρότες με πενιχρή ιδιοκτησία, που τους θεωρούσαν ελεύθερους. Ομως την εικονική αυτή ελευθερία την πλήρωναν με την έλλειψη προστασίας από μέρους του τιμαριούχου κι ήταν έτσι περισσότερο εκτεθειμένοι στις αυθαιρεσίες του Τούρκου ή του ραγιά φοροεισπράκτορα. Η ζωή τους μα και η υπόσταση της οικογένειάς τους ήταν ολότελα επισφαλής.

Οι πηγές δείχνουν την πραγματικότητα

Μα καλύτερα ας δώσουμε τον λόγο στον αγράμματο εκείνον άνθρωπο του λαού. Μέσα στο αδέξιο γραφτό του μιλά μια ψυχή. Είναι η ψυχή του λαού, όπου φύτρωσε το καινούριο βλαστάρι, ο πόθος για τη λευτεριά. Ας ρίξουμε λοιπόν μια γρήγορη ματιά στο έδαφος που ρίζωσε:

«1732... Απέθανον πολλοί άνθρωποι εις όλον τον κόσμον από ανάγκην» (Λαμπράκης, Δελτ. Χρ. Εταιρ., 1894).

«17791783. Πείνα έγινε μεγάλη εις ετούτα τα μέρη, όπου επουλήθηκε το καλαμπόκι το λουτσέκι [μονάδα μέτρησης δημητριακών] γρόσια 3... και εις της Αλβανητιάς τα μέρη έγινε το χειρότερον, όπου επούλησαν τα άρματά τους και τα έφαγαν και επούλησαν και κορίτσια και παιδιά και μετ’ αυτό εγλύτωσαν» (σημ. της Μονής Βαρλαάμ, Επετ. Παρν. Ετ. ΣΤ', σελ. 145).

Ενας μικροεπίσκοπος, ο Μιχαήλ ο του Γκόρας, πιο γραμματιζούμενος, τραγουδά με άτεχνους στίχους τη συμφορά:

«Διότι εις χιλίους επτακοσίους και σαράντα Φευ.’Ρούμελην επλάκωσαν τα κακά πάντα-όταν βασιλεύς σουλτάν Μαχμούτης εβασίλευε από πείναν να χαθή η Μακεδονία εκινδύνευε». (Μιχαήλ Γκόρας, 1740, Δελτ. Ιστ. Εθν. Ετ. I, σ. 196)

Να τι γίνεται στη Μακεδονία:

«1622. Εγείνην μεγάλη πείνα εις τον κόσμον και εις την Μακεδονίαν και επωλήθη το σιτάρι το οκτάρι δι' άσπρα [άσπρο ή ακτσές, νομισματική μονάδα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας] ρξ [160] και το κεχρί από άσπρα ρλ' [1301 Τω αυτώ χρόνω επάγησεν η θάλασσα εις την Πόλι και δεν ήρχονταν καράβια, και από το άλλο μέρος και η ακρίβεια και επωλήθη το ψωμί από Θ' [9] δράμια διά ένα άσπρο, και ήλθαν οι Πολίταις εις μεγάλην στενοχώριαν και τα εμίσια έφαγαν όλα και πάλιν λιμοκτονούσαν. Τω αυτώ χρόνω άρχισε το θανατικόν εις τας Σέρρας και ήτον μεγάλο... Απέθαναν ως οκτώ χιλιάδες άνθρωποι.

Τω αυτώ χρόνω (ζρμ' =1632) Φεβρουάριου κγ' [13] ημέρα Σάββατο των ψυχών εχάλασαν οι Τούρκοι τον Ταξιάρχην την εκκλησίαν και τους κηροπωλητάδες εις τας Σέρρας και όλαις ταις εικόναις εσύντριψαν και την αργυροκαπνισμένη εικόνα του Ταξιάρχου, και ελάλησαν μέσα και επροσκύνησαν, άκριτα την εχάλασαν, και πολλά κακά έκαναν μέσα, και απόμεινε έρημη έως την σήμερον από Χριστιανούς.

Τω αυτώ χρόνω Δεκεμβρίου κζ' [17] (χρόνος ζρμζ-1637) ήλθεν ο Σκλάβος ντεβή στιγας για το γενιτσαρομάζομα εις τας Σέρρας...

Τω αυτώ χρόνω (1641) από τον Σεπτέμβριον μήνα και όλον τον χειμώνα και όλο το καλοκαίρι τόσον μεγάλον θανατικόν εγείνη εις τους ανθρώπους εις όλον τον κόσμον, και διέδραμε Μισίρι, Ανατολή, Προύσσα, Πόλι, Νησαία, Ρούμελη, Θετταλία, Θεσσαλονίκη, Σερβίαν, Βουλγαρίαν, Φιλιππούπολιν, Μινελίκον, Σιδηρόκαστρον, Δράμαν, Ζιχωχώρια, Σέρρας και δεν αφήκεν ούτε κάστρη, ούτε χώραις άβλαβαις, ούτε οσπίτι».

(Το χρονικό του Παπά Συναδινού)

Μα και η Στερεά δεν πηγαίνει παρακάτω:

«Εις τα 1733 ήλθεν ακρίβεια μεγάλη και είχε το βουτζέκι γρόσια είκοσι και έστω προς ενθύμησιν.

1740. Ηλθε χρόνος δυστυχία και ακρίβεια μεγάλη όπου τινάς από παλιούς ανθρώπους δεν ενθυμήθηκε. Το σιτάρι ήρθε δύο γρόσια το βουτζέκι.

1742. Εγειναν πολλοί λοιλοί εδώ και εις τους τόπους τούτους και ξεχωριστά εις τον Αλμυρόν εις τον Πλάτανον, εις τους Κοκουτούς και εις την Βρύνιννα, όπου ποτέ εις την Βρύνιννα δεν έγεινε τέτοιο πράμμα.

1744. Εγεινε μεγάλη ακρίβεια εις το ψωμί, το σιτάρι το έφεραν εις τον γυαλό Υδρεώτικα και Ψαριανά καΐκια, ώστε οι άνθρωποι το ηγόραζαν 27 και 28 γρόσια το φόρτωμα. Διήρκεσεν η ακρίβεια χρόνον ένα και μισόν.

1770. Απριλίου 6, δεν ευρέθησαν αυγά να βάζουν διά την λαμπρά».

(Εγγραφα της Μονής Ξενιάς - μικρή επισκοπή κοντά στο Ζιτούνι)

«1727. Εν τω αψκη [1728] ήλθεν μεγάλη ακρίβεια παγκόσμιος και έλλειψις σήτου και επίγεν και επολήτω το σητάρι έως δεκατρείς παράδες η ουκά, βαστώντας και εξεπείπτωντας έως δέκα: και επτά έως εις δύο χρόνους».

(Σημείωμα του Σκιάθου και Σκοπέλου Ματθαίου)

Μα κανένα μέρος δεν έμεινε χωρίς να δοκιμάσει τέτοιες συμφορές:

«1715 - Επείραν τον Μορέα, τη Τίνω, την Σούδα και την Σπίνα Λόγκα και έγινεν μέγας εχμαλοτισμός».

(Από κώδικα Αρεοπόλεως)

«Ετος 1715 - επήραν οι τούρκοι τον Μορέαν και τα όσα κακά έκαμαν εις την Κόνθρο και εις το Ανάπλι τις ημπορεί να γράψει...».

(χειρόγραφ. σημείωμα της Μονής Αγίου Νικολάου Ιωαννίνων)

«1729 μηνί Φβεβαριο-2-εχηονίσεν χηόνη πολύ οπού έσπριοεν ο κόσμος και πήνα όπου δεν εβρήσκετο σηταρή και εβάστα ένας χωριάτης δήο ψομηά στην χόρα όπου τα γόρασεν δηά τα πεδηά του και εζητισέν τον ένας Τούρκος τω ένα ψομή και δεν του το έδοσεν και εχτίπησέν τον με το μαχερή και απέθανεν...»

(Από κώδικα Καλαμωτής Χίου)

«Εις τους 1740 Μαρτί 11 έγινε μεγάλη ακρίβια εις τα νισιά και Ρούμελι επίγε το αλεύρι έως εξ άσπρα η λήτρα και εκράτησε όλον τον ίούλιον».

(Κώδικας Εθν. Βιβλιοθ. Αθηνών) Βέβαια ο λαός αντιδρά στους κατατρεγμούς και στην πείνα από νωρίς. Ομως πριν από το 21 κάθε ξεσήκωμα είχε ως συνέπεια βαρύτατες κυρώσεις και το μόνο καταφύγιο ήταν η ξενιτιά. Πολλές περιοχές αδειάζουν και οι κάτοικοι τραβούν στα ξένα γυρεύοντας μια καλύτερη ζωή.

Πολύ χαρακτηριστική είναι η περικοπή της εισαγωγής του καταστατικού χάρτη των προνομίων του Ζαγοριού που είχε υποβληθεί στη Βουλή της Ρούμελης για επικύρωση: «Α. Επειδή και η ζωή σχεδόν όλως των Ζαγορησίων, διά την τοπική των ακαρπίαν, και αδυναμίαν ευρέθη πάντοτε με το Γκουρμπέτι [ξενιτιά/, διά τούτο μην ημπορώντας να εξοικονομείται εν καιρώ η άμεσος πληρωμή των Βασιλικών, αυθεντικών και τοπικών τεκληφίων [φόροι] από τον κάθε χανέ [οικογένεια] απεκαταστάθη και ευρέθη από παλαιούς χρόνους, όπου οι ευρισκόμενοι χωριανοί διά να πληρώνουν διά όλους... Οταν λοιπόν ένας χανές επιφορτισθή με μπεκαγιά [καθυστερούμενα/... χωρίς ελπίδα να ημπορέσει να τα πληρώσει τότε η κοινότης του χωριού συμφώνους ελευθέρως και ανεμποδίστως εβγάζει όλην αυτήν την μπάστινα [ακίνητη ιδιοκτησία] του χρεωμένου χανέ... εις το κοινόν μεζάτι [δημοπρασία] τελιαλίζοντάς την».

Μαζί με την ξενιτιά που απειλούσε την άγονη Ηπειρο μαθαίνουμε από δω πως για να πληρωθούν τα καθυστερούμενα δοσίματα οι χωριανοί βγάζουν στη δημοπρασία την περιουσία του χρεοφειλέτη.

Θα κλείσουμε με ένα δημοτικό τραγούδι. Νομίζουμε πως έχει κι αυτό τη θέση του σαν κατακλείδα στη μικρή τούτη συμβολή μας.

«Αφησ’ ο Γιάννης την κλεψιά κι έπιασε το ζευγάρι, φτιάνει τα’αλέτρι από μηλιά και το ζυγό από δάφνη, φτιάνει και το βουκέντρι του κλωνάρι κυπαρίσσι.

Δυο έσπερνε, δυο θέριζε, τρία ταγάρια σπόρο.

Τόνα χρωστούσε τόδωκε, τ’ άλλο το πήρ’ο Τούρκος. Ενα του μαύρου απόμεινε και πάει να τ’αλέσει. Βρίσκει το μύλο χάρβαλο και το νερό κομμένο.

Οσο να βάλει το νερό να φτιάσει και το μύλο ο πόντικας από μεριά τόφαγε το σακκούλι».

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

{[['']]}

ΖΩΤΙΚΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ - Τι και γιατί (δεν) μάθαμε στο σχολείο για την 25η Μαρτίου 1821

Μύθοι και στερεότυπα για την εθνική επέτειο που θεσπίστηκε την εν λόγω ημερομηνία ώστε να συμπέσει/συνδεθεί με τη χριστιανική γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου

Του Ζήση I. Καραβά, Δημοσιογράφου - "Αιρετικά"

Σε δύο χρόνια (Μάρτιος 2021) συμπληρώνονται 200 συναπτά έτη από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 που οδήγησε στην αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού και τη δημιουργία του ανεξάρτητου νεοελληνικού κράτους με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου (3 Φεβρουάριου 1830).

Μπορεί η κατάληξη του εν λόγω απελευθερωτικού αγώνα, που προσδιορίστηκε ως «εθνική παλιγγενεσία», να (απ)έφερε το τέλος μιας σκλαβιάς σχεδόν 400 χρόνων και τη συγκρότηση του νεοπαγούς ελληνικού κράτους (για την ακρίβεια τότε Βασιλείου της Ελλάδος), αλλά εδώ και δύο αιώνες ο πνευματικός ζόφος καλά κρατεί... Πώς;
Με τον γιορτασμό της επετείου έναρξης της Επανάστασης του ’21 στις 25 Μαρτίου εκάστου έτους να είναι συνυφασμένος με μια σειρά από -αποδεδειγμένα πλέον- ανιστόρητους και κατασκευασμένους μύθους, στερεότυπα και ιδεολογήματα, πάνω στα οποία άλλωστε είναι δομημένη εν πολλοίς η επίσημη ιστοριογραφία της Ελληνικής Επανάστασης και, φυσικά, το σχετικό επετειακό τελετουργικό με δοξολογίες, παρελάσεις, πανηγυρικούς της ημέρας κ,λπ.) της 25ης Μαρτίου.

Ο γιορτασμός στις 25 Μαρτίου της επετείου για τον εθνικό ξεσηκωμό της Επανάστασης του 1821 καθιερώθηκε το 1838 με το βασιλικό διάταγμα 980/15(27)-3-1838 του Οθωνα, προκειμένου να συμπέσει/συνδεθεί με την κομβική χριστιανική μέρα του λεγάμενου Ευαγγελισμού της Θεοτόκου -επίσης κατασκευασμένη από το εκκλησιαστικό ιερατείο- και να προκόψει η λεγάμενη διπλή γιορτή (θρησκευτική/χριστιανική και εθνική).

Τα ιστορικά δεδομένα μέσα από το ημερολόγιο των γεγονότων

Ας δούμε, όμως, τι δεν έγινε στις 25 Μαρτίου 1821 που να δικαιολογεί την ανωτέρω επιλογή:

Καταρχάς, στις 25 Μαρτίου 1821 δεν συνέβη κανένα σπουδαίο -εναρκτήριο ή νικηφόρο- πολεμικό γεγονός του αγώνα της ανεξαρτησίας. Ούτε καν ο θρύλος/μύθος της Μονής Αγίας Λαύρας και της υποτιθέμενης ορκωμοσίας εκεί των οπλαρχηγών από τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό, είτε ευλογώντας τη «σημαία της Επανάστασης» είτε ορκίζοντάς τους υπό το υψωμένο «ιερό λάβαρο» της Μονής.

Ας σημειωθεί εδώ ότι εκείνη την περίοδο το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας όπως και όλη η περιοχή των Καλαβρύτων ήταν πράγματι σημείο συναντήσεων, συζητήσεων και ζυμώσεων μεταξύ των οπλαρχηγών και των προυχόντων/προκρίτων και παρουσίαζε ούτως ή άλλως μεγάλη κινητικότητα. Ωστόσο, ορκωμοσία/ευλογία έναρξης της Επανάστασης εκεί δεν υπήρξε.
Η εν λόγω αναφορά-μύθος οφείλεται εν πρώτοις στον Γάλλο περιηγητή και ιστορικό Φρανσουά Πουκεβίλ (1770-1838), που την έγραψε το 1824 και διαδόθηκε έκτοτε, ενώ καταλυτική ήταν και η επίδραση του σχετικού (κατά φαντασίαν) πίνακα του ζωγράφου Θεόδωρου Βρυζάκη (1814-1878) «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογών την σημαίαν της Επαναστάσεως» (1865).

Βάσει ιστορικών δεδομένων και σύμφωνα με όλες τις πηγές, σε οποιαδήποτε «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης» κι αν ανατρέξει κανείς παρατίθενται ημερομηνιακά (και συνοπτικά) τα ακόλουθα γεγονότα:

• Στις 22-24 Φεβρουάριου ξεκινάει η Επανάσταση στη Μολδαβία και τη Βλαχία, με επικεφαλής τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρο Υψηλάντη. Μάλιστα ήταν σχεδιασμένη ως παμβαλκανική αντιοθωμανική εξέγερση στη γραμμή του Ρήγα Βελεστινλή: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες, και Σέρβοι /υπάρχει και η εκδοχή Αρμένιοι και Ρωμιοί/Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή/Για την ελευθερία να ζώσωμεν σπαθί».

Στις 14 Μαρτίου στα Καλάβρυτα δολοφονούνται Οθωμανοί φοροεισπράκτορες.

Στις 16 Μαρτίου ο Νίκος Σο(υ)λιώτης χτυπάει πρώτος τους Τούρκους στην Ελλάδα, στο Αγρίδι (κοντά στην Ακράτα).

Στις 17 Μαρτίου αποφασίζεται η εξέγερση στη Μάνη.

Στις 21 Μαρτίου ξεσηκώνεται η Πάτρα (την επομένη ελευθερώνεται) και αρχίζει η πολιορκία/εξέγερση στα Καλάβρυτα.

Στις 22 Μαρτίου ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γράφει στους Γαλαξ(ε)ιδιώτες ένα φλογερό γράμμα παρακίνησης σε εξέγερση.

Στις 23 Μαρτίου εδραιώνεται η επανάσταση στην Καλαμάτα.

Αχαιοί και Μανιάτες, λοιπόν, δικαιούνται να... ερίζουν για το ποιος έριξε την πρώτη ντουφεκιά του εθνικού ξεσηκωμού. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση (και εξαιρώντας την εκτός ελλαδικού χώρου Μολδοβλαχία) προκύπτει ότι η Επανάσταση ναι μεν άρχισε στην Πελοπόννησο, αλλά λίγες μέρες νωρίτερα από την 25η Μαρτίου 1821.

Στις 21 Μαρτίου ο φιλικός και αρχηγός των επαναστατών της Πάτρας Παναγιώτης Καρατζάς (λαογέννητος ηγέτης που δολοφονήθηκε αργότερα από τους προκρίτους) κάλεσε τον λαό της πόλης στα όπλα και με τη μάχη που έδωσαν στο Τάσι -όπου πολλοί Τούρκοι σκοτώθηκαν και όσοι σώθηκαν έτρεξαν στον πύργο και κλείστηκαν σε αυτόν- απελευθερώθηκε η Πάτρα την άλλη μέρα. Εξάλλου στις 21 Μαρτίου αρχίζει και η πολιορκία των Καλαβρύτων από τον Σωτήρη Χαραλάμπη και τους Πετμεζαίους, που θα λήξει νικηφόρα έπειτα από πέντε μέρες.

Στις 23 Μαρτίου οι Μανιάτες υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τη συνδρομή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καταλαμβάνουν την Καλαμάτα και με διακήρυξή τους γνωστοποιούν στη διεθνή κοινότητα τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Την ίδια ημέρα οι άντρες του Αντρέα Λόντου θέτουν υπό τον έλεγχό τους τη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο). Επίσης, από την Κωνσταντινούπολη αναχωρεί με προορισμό τον Αθω ο Σερραίος έμπορος και πατριώτης Εμμανουήλ Παππάς, προκειμένου να μεταλαμπαδεύσει την επανάσταση στη Μακεδονία.

Συνεπώς, όπως υποστηρίζουν και πολλοί ιστορικοί, η 21η και η 23η Μαρτίου μπορεί να θεωρηθούν οι πρώτοι σημαντικοί σταθμοί του αγώνα και θα μπορούσε κάλλιστα να είχαν πάρει τη θέση της 25ης Μαρτίου στην κορυφαία γιορταστική εθνική επέτειο της χώρας μας.
Παρεμπιπτόντως, το αστείο της υπόθεσης είναι πως το επίσημο κράτος, που (εξακολουθεί να) θεωρεί ότι η επανάσταση άρχισε από τη Μονή Αγίας Λαύρας στις 25 Μαρτίου, τιμάει κάθε χρόνο με λαμπρές εκδηλώσεις (αναπαράσταση και άλλες παράτες) την απελευθέρωση της Καλαμάτας δύο ημέρες πριν!

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και η κατά Τρικούπη «ψευδής ιδέα»

Ειδικότερα τώρα όσον αφορά το τι (δεν) έγινε την 25η Μαρτίου 1821 και δη το (θρυλούμενο) περιστατικό εκείνης της ημέρας στη Μονή Αγίας Λαύρας, όπου -υποτίθεται- κηρύχθηκε η επανάσταση στην Πελοπόννησο υπό την ευλογία του μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανού (ΠΠΓ).

Η εν λόγω ιστορία της Αγίας Λαύρας είναι ένας κατασκευασμένος εθνικός μύθος που η αφετηρία του μπορεί να ανιχνευθεί στην περιγραφή του Γάλλου περιηγητή και ιστορικού Φρ. Πουκεβίλ, ο οποίος έγραψε την τετράτομη «Ιστορία της αναγεννήσεως της Ελλάδος» (1824).
Εκεί ο Γάλλος δίνει μια ρομαντική περιγραφή της κήρυξης της επανάστασης, κατάλληλη προς κατανάλωση από το σύγχρονό του ευρωπαϊκό κοινό, αναφέροντας φανταστικές λεπτομέρειες για δοξολογία, φλογερό λόγο που εκφώνησε ο ΠΠΓ ορκίζοντας τους οπλαρχηγούς και ευλογώντας τη σημαία της επανάστασης και τα όπλα των καπεταναίων κ.λπ., κ.λπ.
Μόνο που σε όλα αυτά τα εξόχως γλαφυρά και επαναστατικά υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια που διέφυγε (,·) από τον μεσιέ Φρανσουά... Ο ΠΠΓ δεν ήταν εκεί, στη Μονή Αγίας Λαύρας δηλαδή, στις 25 Μαρτίου 1821!

Αυτό προκύπτει άλλωστε από τα απομνημονεύματα του δεσπότη, όπου ο ίδιος ο ΠΠΓ δεν αναφέρει λέξη σχετικά! Λέτε να ξεχνούσε/πόσω μάλλον να αποσιωπούσε κάτι τόσο σημαντικό -και γι’ αυτόν- αν ήταν γεγονός;
Μάλιστα στα εν λόγω απομνημονεύματα ο ΠΠΓ επιβεβαιώνει ότι στις 24 και 25 Μαρτίου ήταν μαζί με τους προύχοντες/προεστούς Αντρέα Ζαΐμη και Αντρέα Λόντο στην επαναστατημένη Πάτρα, όπου σύνταξαν έγγραφο ζητώντας την εύνοια και προστασία των «χριστιανικών βασιλείων», το οποίο έστειλαν την επομένη (26/3) στους προξένους των μεγάλων δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία και Ισπανία) που έδρευαν στην Πάτρα.

Είναι, λοιπόν, ιστορικά -και εγγράφως- εξακριβωμένο ότι εκείνη την ημέρα (25 Μαρτίου) ο ΠΠΓ δεν βρισκόταν στη Μονή της Αγίας Λαύρας αλλά στην Πάτρα, όπου αναφέρεται ότι όρκισε τους εκεί επαναστάτες στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου.
Παρεμπιπτόντως, ο δεσπότης ΠΠΓ εκφραζόταν σφόδρα απαξιωτικά και αντεπαναστατικά για έναν ηρωικό κληρικό/επαναστάτη που θα μνημονεύεται στους αιώνες για τη θυσία του στο Μανιάκι, τον Γρηγόριο Δικαίο/Παπαφλέσσα. Αυτόν που κατά τον ΠΠΓ ήταν «άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τινί τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του έθνους»!

Σχετικά με τον μύθο περί Αγίας Λαύρας και ΠΠΓ υπάρχει και η μαρτυρία από τον σύγχρονο της επανάστασης ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη (1788-1873), ο οποίος εκφωνώντας επικήδειο το 1840 για τον Ανδρέα Ζαΐμη ανέφερε τη φήμη του θρύλου. Οταν όμως αργότερα εξακρίβωσε την αλήθεια, στη δεύτερη έκδοση του έργου του «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» το 1860 υπογράμμιζε κατηγορηματικά ότι: «Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά το πρώτον η σημαία της ελληνικής επαναστάσεως. Την ιδέαν ταύτην εξέφρασα και εγώ εν τω επικηδείω μου λόγω εις Ανδρέαν Ζαΐμην πριν εξακριβώσω την αλήθειαν».

Οσον αφορά τον πίνακα (1865) του ζωγράφου Θ. Βρυζάκη «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογών την σημαίαν της επαναστάσεως», που... βαφτίστηκε και «Υψωσις της σημαίας της επανάστασεως εις την Αγίαν Λαύραν» (μολονότι δεν απεικονίζει καμία ύψωση σημαίας!) ή «Ο όρκος της Αγίας Λαύρας», προφανώς το έργο αντανακλά τον μύθο που ήδη είχε διαδοθεί (γραφτά και προφορικά), ενώ ίσως και να αναφερόταν στην ορκωμοσία των αγωνιστών της Πάτρας.
Τέλος, σχετικά με το πολυθρύλητο «ιερό λάβαρο της Αγίας Λαύρας», κάποιοι ιστορικοί δεν αποκλείουν την πιθανότητα κάτι σχετικό να χρησιμοποιήθηκε ως επαναστατική σημαία από τους Καλαβρυτινούς αγωνιστές κατά την πολιορκία/εξέγερση στις 21 Μαρτίου 1821.

Παρεμπιπτόντως, μύθος είναι και οι σχετικοί συμβολισμοί για την ελληνική σημαία, όπως αποτυπώνονται γλαφυρά και στο γνωστό εθνικοπατριωτικό ποιηματάκι «Της πατρίδος μου η σημαία έχει χρώμα γαλανό και στη μέση χαραγμένο έναν κάτασπρο σταυρό»...
Η γαλανόλευκη σημαία της Ελλάδας δεν επιλέχτηκε συμβολίζοντας τον ουρανό και τη θάλασσα αλλά γιατί το γαλάζιο και το άσπρο είναι τα χρώματα της Βαυαρίας, απ’ όπου προερχόταν ο βασιλιάς Οθωνας... 
Ούτε ο σταυρός δέσποζε σε όλες τις πρώτες επαναστατικές σημαίες, ενώ σε κάποιες συνυπήρχε με ποικίλες παραστάσεις (νεκροκεφαλές, αναγεννώμενους φοίνικες, άλλα πουλιά, άγκυρες, αρχαίους θεούς, βέλη, αστέρια, φίδια, αρχαία ή νεότερα ρητά κ.λπ.).

Η θέσπιση της εθνικής εορτής με βασιλικό διάταγμα του 1838

Σχετικά τώρα με την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως εθνικής επετείου. Ο πρώτος γιορτασμός που έχει καταγραφεί ιστορικά ήταν το 1822, όταν η προσωρινή κυβέρνηση, που είχε έδρα την Κόρινθο, αποφάσισε να γιορταστεί η επέτειος της επανάστασης μαζί με το Πάσχα (2 Απριλίου με το παλιό ημερολόγιο). Ο γιορτασμός έγινε στην Κόρινθο με στρατιωτική πομπή, πανηγυρική δοξολογία και κανονιοβολισμούς, όπως περιγράφει ο Γερμανός εθελοντής Striebeck που την παρακολούθησε.

Κατά τον συγγραφέα και ιστορικό Δημήτρη Φωτιάδη και άλλους θεωρούνταν αρχικά ως εθνική γιορτή η Πρωτοχρονιά, γιατί την 1η Ιανουάριου 1822 ψηφίστηκε από την A' Εθνοσυνέλευση της Πιάδας (Παλιά Επίδαυρος) το Ιο Ελληνικό Σύνταγμα («Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος») και ξεκίνησε η νομική ύπαρξη του ελληνικού κράτους.
Η ιστορικός Χριστίνα Κουλούρη που ερεύνησε τους γιορτασμούς τύπου εθνικής επετείου από το 1834 και μετά εστιάζει σε ημερομηνίες σχετιζόμενες με τη βαυαρική βασιλική οικογένεια. Κυριότερη γιορτή πριν από την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ήταν η 25η Ιανουάριου, ως επέτειος αποβίβασης του βασιλιά Οθωνα στο Ναύπλιο (1833).

Ως ο πρώτος που πρότεινε το 1834 την καθιέρωση γιορτασμού της Ελληνικής Επανάστασης την 25η Μαρτίου φέρεται ο Φαναριώτης ρομαντικός πεζογράφος και ποιητής Παναγιώτης Σοϋτσος, με αιτιολόγηση πως ήταν η μέρα γενίκευσης της Επανάστασης στην Πελοπόννησο και αναγέννησης της Ελλάδας.

Το 1836 τιμήθηκε η 25η Μαρτίου, σε συνδυασμό με τα Καλάβρυτα και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, με την έκδοση χάλκινου μεταλλίου που κόπηκε επί τη ευκαιρία του γάμου του βασιλιά Οθωνα και της Αμαλίας. Σε αυτό εικονιζόταν η πολυθρύλητη σκηνή με τον ΠΠΓ να κρατά υψωμένη σημαία και σταυρό και δύο ένοπλους αγωνιστές σε κίνηση ορκωμοσίας ή χαιρετισμού. Εφερε την επιγραφή «ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΥΨΩΣΩ ΑΥΤΟΝ - ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 25 ΜΑΡΤ. 1821» (η ρήση είναι από την Εξοδο, ιε', 3). Στην άλλη όψη του μεταλλίου εικονιζόταν ο ΠΠ Γερμανός.

Τελικά, στις 15 Μαρτίου 1838, δεκαεπτά χρόνια μετά την κήρυξη της επανάστασης, με διάταγμα του «ελέω θεού Βασιλέως της Ελλάδος» Οθωνα ορίστηκε η 25η Μαρτίου ως ημέρα εθνικής γιορτής/επετείου. Το κείμενο του εν λόγω βασιλικού διατάγματος 980/15(27)-3-1838 είναι το ακόλουθο:

«Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’εαυτήν εις πάντα Ελληνα διά την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του ελληνικού έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέρα ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ».

Εν Αθήναις την 15 Μαρτίου 1838.

ΟΘΩΝ

Ο επί των εκκλησιαστικών κτλ.

Γραμματεύς της Επικράτειας Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ

Ιδού, λοιπόν, πώς προέκυψε η 25η Μαρτίου ως ημέρα της εθνικής επετείου. Απλώς και μόνον για τη σύνδεσή της με τη θρησκευτική γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου («Ο αρχάγγελος Γαβριήλ ευηγγελίσθη εις την Παρθένον Μαρίαν την εκ Πνεύματος Αγίου υπ’ αυτής σύλληψιν και γέννησιν του Κυρίου») και τον συμβολισμό που αυτό συνεπαγόταν...

Σημειωτέον ότι ο θρησκευτικός γιορτασμός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου την 25η Μαρτίου είχε καθιερωθεί -πάλι αυθαίρετα από το εκκλησιαστικό ιερατείο- κατά τον 5ο αι. μ.Χ. προκειμένου η ημερομηνία να «κουμπώσει» με την 25η Δεκεμβρίου (γιορτασμός της Γέννησης του Χριστού) που είχε ήδη καθοριστεί νωρίτερα γύρω στο 335 μ.Χ., ώστε να βγαίνει το εννεάμηνο της κύησης από τη σύλληψη μέχρι τη γέννηση...

Με τη σειρά της η καθιέρωση της επετείου (1838) συνέβαλε στη μυθοποίηση της Αγίας Λαύρας και του Παλαιών Πατρών Γερμανού, όχι μόνο στην επίσημη ιστοριογραφία αλλά και μέσα από τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική...

Το ελληνοχριστιανικό ιδεολόγημα και ο ρόλος του ιερατείου

Η ισχύς των (κατασκευασμένων) συμβολισμών έχει επικρατήσει των πορισμάτων της ιστορικής έρευνας σε τέτοιο βαθμό που ενώ σε μια διετία συμπληρώνονται 200 χρόνια από την επανάσταση, ακόμη τα ελληνόπαιδα υφίστανται σχολική (και όχι μόνο) πλύση εγκεφάλου: πως το «Αληθινό ’21» δεν ήταν εξέγερση με πρωταγωνιστή τον λαό -προφανώς με τη συμμετοχή και μεγάλης μερίδας του κατώτερου κλήρου- αλλά ούτε λίγο ούτε πολύ ήταν «θέλημα Θεού»! 
Που όρισε έναν δεσπότη (τον ΠΠ Γερμανό) να κηρύξει την επανάσταση σ’ έναν τόπο της εκκλησίας (το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας) και σε μια σημαδιακή μέρα (του «Ευαγγελισμού της Θεοτόκου»)! Ωστε να εμπεδωθεί το τροπάρι της υπερμάχου στρατηγού τα νικητήρια «εις τους αγώνας του Εθνους» και το ακατάλυτον ελληνοχριστιανικό ιδεολόγημα μέσω της υποτιθέμενης καταλυτικής συμβολής/συμμετοχής της εκκλησίας (και) στην Επανάσταση του 1821.

Αυτός είναι, εν συντομία, ο κατασκευασμένος μύθος που (δια)πλέκεται με το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, τον εκεί ευλογούντα ΠΠ Γερμανό, τα λαμπρά ζωγραφιστά παλικάρια να ορκίζονται σε μια σημαία σχεδόν σαν τη σημερινή, το λάβαρο (πολύ μεταγενέστερη κατασκευή) και την 25η Μαρτίου (ώστε όλα να συμπέσουν με τον «Ευαγγελισμό της Θεοτόκου»), αποσκοπώντας στο να εμφανιστεί η Ορθόδοξη Εκκλησία ως συνιδρύτρια του νεοελληνικού κράτους. Αυτή η ίδια εκκλησία που στο επίπεδο του ανώτερου και ανώτατου κλήρου της αποτελούσε -πλην φωτεινών εξαιρέσεων «ποιμεναρχών» ιεραρχών- στήριγμα της οθωμανικής εξουσίας, βραχίονα ιδεολογικής πυγμής και φορολογικής επιβολής στους θρησκόληπτους ραγιάδες.

Η ίδια εκκλησία που είχε αφορίσει τον Ρήγα, για τον οποίον ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε' και οι συνοδικοί του είχαν αποφανθεί ότι ήταν «διεφθαρμένος τη φρένα» επειδή έγραφε:

«Οταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του Λαού και δεν εισακούη τα παράπονά του, το να κάμη τότε ο Λαός ή κάθε μέρος του Λαού επανάστασιν, να αρπάζει τα άρματα και να τιμωρήση τους τυράννους του είναι [το] πλέον ιερόν από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητον από όλα τα χρέη του. Αν ευρίσκωνται όμως εις τόπον, όπου είναι περισσότεροι τύραννοι, οι πλέον ανδρείοι πατριώται και φιλελεύθεροι πρέπει να πιάσουν τα περάσματα των δρόμων και τα ύψη των βουνών, εν όσω ν’ανταμωθούν πολλοί, να πληθύνη ο αριθμός των και τότε να αρχίσουν την επιδρομήν κατά των τυράννων [...]».

Κι όταν ο Ρήγας δολοφονήθηκε από τις οθωμανικές αρχές (Βελιγράδι - Ιούνιος 1798) υπήρχαν άνθρωποι του Θεού, του Χριστού, της Παναγίας και της εκκλησίας όπως ο μητροπολίτης Ιωαννίνων, που έγραψε ότι ο Ρήγας και οι σύντροφοί του «εσκόπευον να κάμουν επανάσταοιν κατά του κραταιωτάτου Σουλτάνου αλλ’ ο μεγαλοδύναμος Θεός τους επαίδευσε κατά τας πράξεις των με τον θάνατον όπου τους έπρεπε»!

Η ίδια εκκλησία που αφόρισε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και συλλήβδην τους κλέφτες του Μοριά το 1806, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, τον Μιχαήλ Σούτσο και... πακέτο τους «σατανάδες», «μισελεύθερους», «κακοποιούς», «απατεώνες του όρκου», «ραδιούργους», «κακόβουλους ανθρώπους» της Φιλικής Εταιρείας, γιατί τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν την εξουσία του σουλτάνου και του ανώτατου ορθόδοξου κρατικού υπαλλήλου του, του εκάστοτε πατριάρχη. 

Εξάλλου, ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε' δεν μπορεί να γίνει κολυμβήθρα του Σιλωάμ και να συγκαλύψει τις αντεπαναστατικές ιδέες και τη δράση του, διότι η οθωμανική εξουσία τον σκότωσε ακριβώς ως ανίκανο κρατικό υπάλληλο, επειδή δεν μπόρεσε ν’ αποτρέψει την εξέγερση.

Μύθος και ο ισχυρισμός ότι η πρώτη επαναστατική προκήρυξη του Υψηλάντη, με τον τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», δείχνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία προηγούνταν επηρεάζοντας τη σκέψη και τη δράση των αγωνιστών. Διότι απλούστατα η προκήρυξη μιλάει για «πίστη» και «θεία πρόνοια» πάνω στη γραμμή των τεκτόνων και δεν λέει λέξη για την εκκλησία.

Φυσικά μύθος και ανυπόστατος ο ισχυρισμός ότι τάχα στην Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλεται η επιβίωση της ελληνικής γλώσσας και συνείδησης. Η αλήθεια; Η μεν γλώσσα διατηρήθηκε και εξελίχτηκε προφορικά (ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία διατήρησε γραπτή μια αραχνιασμένη και ακατανόητη εκδοχή της), η δε νεοελληνική συνείδηση δημιουργήθηκε από τους διαφωτιστές, κόντρα στην εκκλησία που απεχθανόταν τις λέξεις Ελληνας, Ελλάδα, ελληνικός κ.λπ.

Τα ανύπαρκτα «κρυφά σχολειά» και το «αθάνατο κρασί του ’21»

Στα ίδια φιλοεκκλησιαστικά, κατασκευασμένα στερεότυπα «εθνικών μύθων» είναι και τα διάφορα... συμπαρομαρτούντα. Με κορυφαίο το ανιστόρητο «κρυφό σχολειό», όπου υποτίθεται προετοιμαζόταν για χρόνια η επανάσταση. Μόνο που αυτή προετοιμάστηκε από τη Φιλική Εταιρεία και εκτελέστηκε από απλούς χωρικούς αγρότες, κλεφταρματολούς, εμπόρους, ναυτικούς, απλούς παπάδες, φιλέλληνες, διαφωτιστές κ.ά.

Ούτε βεβαίως υπήρξε ποτέ στην Τουρκοκρατία απαγορευμένο/κρυφό σχολειό, με εξαίρεση τους... κατά φαντασίαν ζωγραφικούς πίνακες (σαν το αναμφισβήτητης καλλιτεχνικής αξίας «Κρυφό σχολειό» του Νικολάου Γύζη- άλλωστε ο πρωτότυπος τίτλος του σπουδαίου Τήνιου ζωγράφου ήταν «Ελληνικόν Σχολείον εν καιρώ δουλείας»/1888)...

Κι ακόμη, αναπαραστάσεις με κελάρια μοναστηριών, το παιδικό/σχολικό ποιηματάκι «Φεγγαράκι μου λαμπρό» ή το επίσης ξακουστό «Εχε γεια καημένε κόσμε, έχε γεια γλυκιά ζωή» που υποτίθεται τραγουδούσαν οι ηρωικές Σουλιώτισσες πέφτοντας στον γκρεμό με τα παιδιά τους στην αγκαλιά από τον βράχο του Ζαλόγγου... Μόνο που ενώ ο «χορός του θανάτου» παραπέμπει ιστορικά στον Δεκέμβριο του 1803, το τραγούδι του χορού αναφέρεται για πρώτη φορά μόλις το 1908!

Αυτά είναι τα βασικά στηρίγματα της 25ης Μαρτίου 1821 ως κορυφαίας εθνικής επετείου της χώρας. Αλλά πρόκειται για μύθους-ιδεολογήματα, ορισμένης μάλιστα χάλκευσης και φυσικά (δια)στρέβλωσης/παραχάραξης της Ιστορίας.
Αλλωστε όπως υπογραμμίζει ο Δημ. Φωτιάδης (στην ιστορική μονογραφία «Καραϊσκάκης»), «ό,τι ξέρουμε για το 1821 μοιάζει με αντεστραμμένο είδωλο στον καθρέφτη. Υπάρχουν δύο ’21, αυτό των αρχόντων, των Φαναριωτών και της επίσημης διπλωματίας και αυτό του λαού και των προοδευτικών ανθρώπων όλου του κόσμου...».

Τι έγινε, λοιπόν, στις 25 Μαρτίου του 1821; Τίποτε!

Ως επιμύθιο, η ιστορική ρήση του εθνικού μας ποιητή Διονύσιου Σολωμού: «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές»! Ειδικότερα για τους εθνικούς μύθους περί το 1821 χρήσιμο είναι να έχουμε κατά νου και τη διαπίστωση ενός άλλου μεγάλου ποιητή, του Κωστή Παλαμά: «Το εικοσιένα. Εχουμε ως την ώρα την ιστορία του; Φοβάμαι πως όχι. Τη μυθολογία του; Φοβάμαι πως ναι»!

Οσο για εκείνο το εξόχως επικολυρικό «Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του εικοσιένα!», που είχε τον ηρωικό συμβολισμό του όταν γράφτηκε από τον Παλαμά την 1η Νοεμβρίου 1940 (τέσσερις μέρες μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου), μπορεί όντως η ρήση του ποιητή ως προς το «αθάνατο» να παραμένει διαχρονικά και εσαεί επίκαιρη. Ως προς το μεθυστικό σκέλος του, όμως, το «κρασί του εικοσιένα»... σερβίρεται εδώ και δύο αιώνες νοθευμένο όχι με νερό αλλά με ποικίλα ανιστόρητα, εθνο/πατριδοκάπηλα και θρησκόληπτα τοξικά (κατα)σκευάσματα!

0 Ζήσης I. Καραβάς είναι δημοσιογράφος, πτυχιούχος του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

«Ποράιμος», το αγνοημένο Ολοκαύτωμα των Τσιγγάνων

Εξευτελισμοί, βασανιστήρια και περιθωριοποίηση επί αιώνες από τους Ευρωπαίους. Εγκύκλιος του Χίμλερ για την εφαρμογή «μιας τελικής λύσης στο ζήτημα των Τσιγγάνων». 
Η ημέρα μνήμης καθιερώθηκε μόλις το 2015

Επιμέλεια: Βασιλική Λάζου, Διδάκτορας Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου - Hot History

Στις 2 Αυγούστου 1944 2.897 άντρες, γυναίκες και παιδιά Ρομά και Σίντι, Τσιγγάνοι στην καθομιλουμένη, βρήκαν φριχτό θάνατο στους θαλάμους αερίων του Αουσβιτς - Μπιρκενάου θύματα μαζί με τους Εβραίους και άλλους «εχθρούς του γερμανικού έθνους» της ναζιστικής φυλετικής κοσμοθεωρίας.
Η ημέρα αυτή καθιερώθηκε μόλις το 2015 ως ημέρα μνήμης του Αφανισμού («Ποράιμος») των Τσιγγάνων. Οι διώξεις ωστόσο των Σίντι και των Ρομά προϋπήρχαν του ναζιστικού καθεστώτος. Ηταν το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας διακρίσεων, εξευτελισμού, βασανιστηρίων και περιθωριοποίησης, καθώς για αιώνες οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν τους Τσιγγάνους κοινωνικά απόκληρους, άτομα με ξενική εμφάνιση, γλώσσα και έθιμα.


Η γενοκτονία των Τσιγγάνων βασίστηκε σε ψευδοεπιστημονικά πειράματα τα οποία διεξήγαγαν ο παιδοψυχολόγος Ρόμπερτ Ρίτερ (φωτογραφία κάτω ενώ παίρνει αίμα Τσιγγάνας για... ανάλυση) και η βοηθός του Εύα Τζάστιν (στη φωτογραφία πάνω επί το έργον).

Στη διδακτορική της διατριβή, η οποία βασίστηκε στη μελέτη 39 παιδιών Τσιγγάνων από το ορφανοτροφείο της πόλης Mulfingen, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Τσιγγάνοι δεν μπορούσαν να ενσωματωθούν γιατί είναι ακοινώνητοι εξαιτίας του πρωτόγονου τρόπου σκέψης τους και οι προσπάθειες να εκπαιδευτούν θα πρέπει να σταματήσουν.
Η Τζάστιν πρότεινε στείρωση για τους Τσιγγάνους, εκτός από αυτούς που είχαν καθαρό τσιγγάνικο αίμα. Ηταν παρούσα όταν έγιναν οι εκτοπίσεις των παιδιών που μελέτησε στο Αουσβιτς


Από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης 

Η απαίτηση οι Ρομά να εγκαταλείψουν τον νομαδικό τρόπο ζωής τους και να εγκατασταθούν σε συγκεκριμένες περιοχές αποτελούσε τον κύριο στόχο των πολιτικών απέναντι στις Ρομά κοινότητες τόσο στη Γερμανική Αυτοκρατορία όσο και στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Οταν εγκαθίσταντο σε μια περιοχή οι κοινότητες συγκεντρώνονταν και απομονώνονταν σε μια συνοικία της πόλης.
Η διαδικασία διευκόλυνε πρακτικές κρατικής παρακολούθησης και την «πρόληψη του εγκλήματος». Βαυαρικός νόμος της 16ης Ιουλίου 1926 περιλάμβανε μέτρα «για την καταπολέμηση των Τσιγγάνων, των περιπλανώμενων και των αέργων» και προέβλεπε τη συστηματική καταγραφή των Σίντι και των Ρομά.
Ο νόμος απαγόρευε στους Τσιγγάνους «να περιφέρονται και να κατασκηνώνουν κατά ομάδες», ενώ «όσοι [Τσιγγάνοι] δεν προσκόμιζαν αποδείξεις για τακτική εργασιακή απασχόληση» κινδύνευαν να σταλούν για καταναγκαστική εργασία.
Ο νόμος αυτός αποτέλεσε το πρότυπο για τη νομοθεσία και άλλων γερμανικών κρατιδίων και γειτονικών χωρών.

Το 1927 η Πρωσία πέρασε νόμο που απαιτούσε από όλους τους Ρομά να φέρουν ταυτότητες. Σε εφαρμογή αυτού του νόμου 8.000 Ρομά εξαναγκάστηκαν σε υποχρεωτική λήψη αποτυπωμάτων και φωτογραφιών.
Δύο χρόνια αργότερα το γερμανικό κρατίδιο της Εσσης ίδρυσε το Κέντρο για τον Αγώνα Ενάντια στους Τσιγγάνους στη Γερμανία, το οποίο επέβαλλε περιορισμούς στη μετακίνηση των Ρομά που δεν κατείχαν έγγραφα και «επέτρεπε την αυθαίρετη σύλληψη και περιορισμό των Τσιγγάνων ως μέσο για την πρόληψη του εγκλήματος».

Και αναγκαστική στείρωση 

Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933 η νομοθεσία αυτή παρέμενε σε ισχύ. Σύντομα το ναζιστικό καθεστώς εισήγαγε και άλλους νόμους στο πλαίσιο της φυλετικής ναζιστικής κοσμοθεωρίας που τοποθετούσε τους «Αριους» στην κορυφή της φυλετικής πυραμίδας και θεωρούσε τους Εβραίους, τους Τσιγγάνους και τους μαύρους φυλετικά κατώτερους.

Ο Νόμος για την Αποτροπή της Γέννησης Τέκνων με Κληρονομικές Ασθένειες του Ιουλίου 1933 οδήγησε στην αναγκαστική στείρωση άγνωστου αριθμού Τσιγγάνων. Παρομοίως, με τον Νόμο κατά Επικίνδυνων Κατ' Εξακολούθηση Εγκληματιών του Νοεμβρίου 1933 η αστυνομία συνέλαβε πολλούς Τσιγγάνους μαζί με άλλους θεωρούμενους ως «ακοινώνητους» -πόρνες, ζητιάνους, χρόνια αλκοολικούς, αστέγους- και τους έκλεισε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Οι ρατσιστικοί νόμοι της Νυρεμβέργης τον Σεπτέμβριο 1935 (Νόμος για την Προστασία του Γερμανικού Αίματος και Τιμής και Νόμος περί της Ιθαγένειας) δεν έκαναν σαφή αναφορά στους Τσιγγάνους, αλλά στα ερμηνευτικά σχόλια οι Τσιγγάνοι συμπεριλαμβάνονταν μαζί με τους Εβραίους και τους νέγρους ως φυλετικά διακριτές μειονότητες με ξενικό αίμα. Ως τέτοιες, απαγορευόταν ο γάμος τους με Αρίους. Οπως και οι Εβραίοι, οι Τσιγγάνοι αποστερήθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Εγγραφο που καταγράφει εκτελέσεις αιχμάλωτων Ρώσων στρατιωτών, κομμουνιστών, Τσιγγάνων και Εβραίων που πραγματοποιήθηκαν σε κατεχόμενα από τους ναζί εδάφη της Σοβιετικής Ενωσης από τις 12 έως τις 14 Οκτωβρίου 1941. Τσιγγάνοι: 53

Τον Ιούνιο 1936 άνοιξε στο Μόναχο ένα κεντρικό γραφείο για την «Καταπολέμηση της ενόχλησης από τους Τσιγγάνους», το οποίο συγκέντρωνε στοιχεία για τους Τσιγγάνους σε εθνικό επίπεδο. Το υπουργείο Εσωτερικών εξουσιοδότησε την αστυνομία να προβεί σε επιδρομές εναντίον των Τσιγγάνων στο Βερολίνο ώστε να μην αμαυρώνουν την εικόνα της πόλης η οποία επρόκειτο να φιλοξενήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Τον Ιούλιο η αστυνομία συνέλαβε 600 Τσιγγάνους και τους μετέφερε με τις 130 άμαξές τους σε έναν ειδικά περιφραγμένο χώρο δίπλα σε αποχευτευτικό αγωγό και νεκροταφείο στο βερολινέζικο προάστιο MaTzahn.
Το στρατόπεδο διέθετε μόνο τρεις αντλίες νερού και δύο τουαλέτες, με αποτέλεσμα την εμφάνιση επιδημιών. Παρόμοια στρατόπεδα για Τσιγγάνους δημιουργήθηκαν στη δεκαετία του '30 και σε άλλες γερμανικές πόλεις, όπως η Κολωνία, το Ντίσελντορφ, το Αμβούργο, η Φρανκφούρτη. Εγκύκλιος του αρχηγού των Ες Ες Χίμλερ αποκαλύπτει τη ναζιστική συλλογιστική για την εφαρμογή «μιας τελικής λύσης στο ζήτημα των Τσιγγάνων».

Μετά την ενσωμάτωση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ τον Μάρτιο 1938 οι νόμοι της Νυρεμβέργης εφαρμόστηκαν και ενάντια στους Τσιγγάνους της Αυστρίας. Δύο ειδικά στρατόπεδα συγκροτήθηκαν· ένα για 80 έως 400 Τσιγγάνους στο Σάλτσμπουργκ τον Οκτώβριο 1939 και ένα για 4.000 Τσιγγάνους στο Λάκενμπαχ κοντά στα σύνορα με την Ουγγαρία, όπου επικρατούσαν φριχτές συνθήκες διαβίωσης.

Τον Δεκέμβριο 1937 ένα διάταγμα για «την πρόληψη του εγκλήματος» αποτέλεσε το πρόσχημα για μαζικές συλλήψεις Τσιγγάνων. Τον Ιούνιο 1938 1.000 Γερμανοί και Αυστριακοί Τσιγγάνοι εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εναν χρόνο αργότερα μερικές χιλιάδες ακόμη στάλθηκαν στο Μαουτχάουζεν, το Ράβενσπρουκ, το Νταχάου και το Μπούχενβαλντ.
Στα στρατόπεδα αυτά οι Τσιγγάνοι έφεραν μαύρα τριγωνικά σήματα, σύμβολο των ακοινώνητων, ή πράσινα σήματα, σύμβολο των επαγγελματιών εγκληματιών, ή το γράμμα «Ζ» από τα αρχικά της λέξης Τσιγγάνος στη γερμανική γλώσσα (Zigeuner).

Μεγάλος αριθμός Τσιγγάνων κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της κατεχόμενης Ευρώπης βρήκε τον θάνατο από ασθένειες όπως ο τύφος, η ανεμοβλογιά, η ιλαρά και η νομά, ένα είδος λέπρας. Εγγραφο για τις μεταδοτικές ασθένειες στο στρατόπεδο των Τσιγγάνων στο Λέτι της Μοραβίας, 17 Φεβρουάριου 1943

Η «εγκληματική βιολογία» του δόκτορα Ρίτερ 

Ο δρ Ρόμπερτ Ρίτερ (Robert Ritter), παιδοψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Τίμπιγκεν, έγινε το κεντρικό πρόσωπο της μελέτης των Ρομά. Ειδικότητά του ήταν η εγκληματική βιολογία, δηλαδή η ιδέα ότι η εγκληματική συμπεριφορά οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες.

Ως διευθυντής του Κέντρου Ερευνών Φυλετικής Υγιεινής και Δημογραφικής Βιολογίας του υπουργείου Υγείας, ο Ρίτερ ανέλαβε να εντοπίσει και να κατηγοριοποιήσει ανά φυλετικό τύπο τους κατά προσέγγιση 30.000 Ρομά που διέμεναν στη Γερμανία.
Οι Τσιγγάνοι χωρίστηκαν σε τρεις φυλετικές ομάδες: τους Τσιγγάνους, τους Τσιγγάνους μιγάδες και τους νομάδες που συμπεριφέρονταν σαν Τσιγγάνοι. Σύμφωνα με τον Χίμλερ, «ο σκοπός των μέτρων που λαμβάνονταν από το κράτος για την ομοιογένεια του γερμανικού έθνους» περιλάμβανε και «τον φυσικό διαχωρισμό των Τσιγγάνων από το γερμανικό έθνος».

Οπως συνέβη και στην περίπτωση των Εβραίων, η έκρηξη του πολέμου ριζοσπαστικοποίησε τις ναζιστικές πολιτικές ενάντια στους Τσιγγάνους.
Η «επανεγκατάσταση στην Ανατολή» και στη συνέχεια η μαζική εξόντωση των Σίντι και των Ρομά ξεκίνησε τον Μάιο 1940, όταν 2.800 Τσιγγάνοι μεταφέρθηκαν στο Λούμπλιν στην κατεχόμενη από τους ναζί Πολωνία.

Στις αρχές Νοεμβρίου 1941 5.000 Αυστριακοί Τσιγγάνοι εκτοπίστηκαν στο γκέτο του Λοτζ και από εκεί στο Κέλμνο και ήταν ανάμεσα στους πρώτους που φονεύτηκαν με δηλητηριώδη αέρια μέσα σε κινούμενα οχήματα στα τέλη 1941 και στις αρχές του 1942.

Το καλοκαίρι 1942 Γερμανοί και Πολωνοί Τσιγγάνοι έγκλειστοι στο γκέτο της Βαρσοβίας εκτοπίστηκαν στην Τρεμπλίνκα, στο Μπιάλιστοκ, στην Κρακοβία και στο Ράντομ. Οι Τσιγγάνοι που συνελήφθηκαν από τη γερμανική στρατιωτική αστυνομία στα κατεχόμενα εδάφη της Σοβιετικής Ενωσης φωτογραφήθηκαν για λόγους προπαγάνδας και εκτελέστηκαν μαζικά.

Η τρίτη μεγαλύτερη ομάδα

Με διάταγμα στις 16 Δεκεμβρίου 1942 ο Χίμλερ διέταξε την εκτόπιση των Τσιγγάνων και των μιγάδων Τσιγγάνων στο Αουσβιτς - Μπιρκενάου.
Τουλάχιστον 23.000 Τσιγγάνοι μεταφέρθηκαν εκεί μαζί με τις οικογένειές τους σε ένα ειδικό στρατόπεδο από τον Φεβρουάριο 1943 και μετά, προερχόμενοι από τη Γερμανία και εδάφη που
είχαν προσαρτηθεί στο Ράιχ, όπως η Βοημία και η Μοραβία αλλά και από κατεχόμενες χώρες, όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία η Γιουγκοσλαβία, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία και η Νορβηγία.

Αριθμητικά οι Ρομά ήταν η τρίτη μεγαλύτερη ομάδα εκτοπισμένων στο στρατόπεδο του Αουσβιτς, μετά τους Εβραίους και τους μη Εβραίους Πολωνούς.
Στους 17 συνολικά μήνες που έμειναν στο Αουσβιτς οι περισσότεροι Τσιγγάνοι εξοντώθηκαν είτε στους θαλάμους αερίων είτε από εξάντληση, πείνα και ασθένειες όπως ο τύφος, η ανεμοβλογιά, η νομά - μια ασθένεια που προσομοίαζε στη λέπρα.
Πολλά τσιγγανόπουλα πέθαναν ως αποτέλεσμα φριχτών ιατρικών πειραμάτων του δρα Γιόζεφ Μένγκελε και άλλων Ες Ες ιατρών.
Το στρατόπεδο των Τσιγγάνων διαλύθηκε τη νύχτα της 2-3 Αυγούστου 1944, όταν 2.897 Ρομά και Σίντι εξοντώθηκαν στους θαλάμους αερίων. Οι περίπου 1.400 που επέζησαν μεταφέρθηκαν στο Μπούχενβαλντ και στο Ράβενσμπρουκ για καταναγκαστική εργασία.

Ανάλογη τύχη είχαν και οι Τσιγγάνοι στην κατεχόμενη από τους ναζί δυτική και νότια Ευρώπη. Το συνεργαζόμενο με τους ναζί καθεστώς του Βισί στη Γαλλία φυλάκισε 30.000 Τσιγγάνους, πολλοί από τους οποίους μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία.

Γυναίκα Ρομά (νούμερο 2-63598), κρατούμενη στο στρατόπεδο του Αουσβιτς την 1η Οκτωβρίου 1943Φέρει σήμα με το γράμμα Ζ, από τα αρχικά της λέξης Τσιγγάνος στα γερμανικά (Auschwitz Memorial Archives)

Στην Κροατία μέλη της τοπικής φασιστικής οργάνωσης Ουστάσι σκότωσαν περίπου 90.000 Τσιγγάνους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Γιασένοβατς, ενώ 26.000 εκτοπίστηκαν.
Στη Ρουμανία το 1941 και 1942 χιλιάδες Τσιγγάνοι εκτοπίστηκαν μαζί με Εβραίους στη δυτική Ουκρανία, όπου οι περισσότεροι πέθαναν από ασθένειες, πείνα και βάρβαρη αντιμετώπιση.
Στην Ουγγαρία Γερμανοί και Ούγγροι συνεργάτες τους εκτόπισαν 28 με 33 χιλιάδες Τσιγγάνους από τον Οκτώβριο 1944 και μετά.

Στο προτεκτοράτο της Βοημίας και της Μοραβίας οι Τσιγγάνοι μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Λέτι και του Χοντονίν προτού εξοντωθούν στους θαλάμους αερίων του Αουσβιτς . Συνολικά ο αριθμός των θυμάτων της γενοκτονίας των Ρομά και των Σίντι κυμαίνεται από 220.000 έως 500.000 (Πηγή: United States Holocaust Memorial Museum).

Οι 9 μαθητές που άνοιξαν τις πύλες
Οι εννέα του Λιτλ Ροκ «τότε» και πέντε δεκαετίες «μετά».
Οι Τζέφερσον Τόμας, Μινιζάν Μπράουν Τρίκεϊ, Γ κλόρια Ρέι Κάλμαρκ, Ελίζαμπεθ Εκφορντ, Καρλότα Ουόλς ΛαΝίερ, Τέρενς ρόμπερτς, Θέλμα Μάδερσιντ Ουάιρ, Μέλμπα Μπελς και Ερνεστ Γκριν


ΤΕΛΟΣ

{[['']]}

Ρατσισμός μεταλλαγμένος: "Ο φόβος τρώει τα σωθικά"

Του Γιάννη Μπαζού , συγγραφέα - Hot History

Επιστρέφει λόγω του μεταναστευτικού ή επειδή ανήκει στον ¨γενετικό κωδικα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας"; Ο φασισμός σήμερα πραγματοποιεί μαζικό "εισοδισμό" στον καθεστωτικό νεοφιλελευθερισμό. Τα "πορώδη σύνορα" μεταξύ Δεξιάς και άκρας Δεξιάς.

Ο τρόμος της "κατώτερης φυλής" μπροστά στην "άρια", αποτυπωμένη στα μάτια της Τσιγγάνας που ανακρίνεται από τον δόκτορα Ρόπερτ Ρίτερ που διευθύνει ένα πρόγραμμα Φυλετικών Ερευνών του υπουργείου Υγείας του Ράιχ το 1983 πριν την μεταγωγή των Ρομά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Πολωνία.

Τo 2015 πάνω από 1.000.000 άνθρωποι αναζήτησαν καταφύγιο στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Τα νούμερα βαίνουν σταθερά αυξητικά κάθε χρόνο που περνά, ρίχνοντας βαριά σκιά πάνω στη γηραιό -και γερασμένη- ήπειρο.

Η ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ενάντια στον Ρατσισμό (ENAR) καταδεικνύει, στατιστικά τουλάχιστον, ότι στα περισσότερα κράτη της κεντρικής Ευρώπης οι μη νόμιμοι και ειδικότερα οι μουσουλμάνοι μετανάστες δεν είναι καλοδεχούμενοι.
Επίσης, οι Αφρικανοί μετανάστες κατηγοριοποιούνται ως «οικονομικοί» ή «παράνομοι», ανεξάρτητα από τους πολιτικούς λόγους που συμβάλλουν στην απόφασή τους για μετανάστευση.

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στη Γαλλία και στο Βέλγιο το 2015 και 2016 είχαν αποτέλεσμα να αυξηθεί η καχυποψία και να αποκτήσουν η εγκληματικότητα και η τρομοκρατία φυλετικά χαρακτηριστικά.
Ετσι, οι νέοι συνοριακοί κανονισμοί και οι νέες αντιτρομοκρατικές πολιτικές τελικά οδηγούν στον εθνικό διαχωρισμό των προσφύγων και στην κατά περίπτωση αντιμετώπισή τους, όπως τουλάχιστον δείχνει η αναφορά European Commission, "Racism and discrimination in thecontext of migration in Europe".

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις όπως αυτή στο Μπατακλάν στη Γαλλία το 2015 είχαν αποτέλεσμα να αυξηθεί η καχυποψία και να λάβουν η εγκληματικότητα και η τρομοκρατία φυλετικά χαρακτηριστικά (Associated Press, Anne Sophie Chaisermartin)

Ο προαιώνιος ρατσισμός

Ο ρατσισμός αναδύθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και επενδύθηκε ιδεολογικά με την αντιπαράθεση των «μονογενετικών» και των «πολυγενετικών» ανθρωπολογικών θεωριών.
Η «μονογενετική» θεωρία -που πλέον επικρατεί στην ανθρωπολογία- υποστηρίζει ότι όλοι οι άνθρωποι ανήκουν στο ίδιο ζωικό είδος και μοιράζονται την ίδια γενεαλογία.
Αντίθετα, η «πολυγενετική» θεωρία πρέσβευε την αποκλίνουσα προέλευση των επονομαζόμενων ανθρώπινων φυλών.

Ο τονισμός των διαφορών στην εμφάνιση και την προέλευση των ανθρώπινων ομάδων επιστρατεύτηκε για να δώσει έρεισμα σε επιχειρήματα που σχετίζονταν με την ανωτερότητα ή την κατωτερότητα αυτών των ομάδων.
Για παράδειγμα, αν κάποιος υποστηρίζει ότι οι νέγροι είναι διανοητικά κατώτεροι από τους λευκούς, ενισχύει τη θέση του φέρνοντας στοιχεία που καταδεικνύουν ότι οι προπάτορες των δύο πληθυσμών δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.
Πάντως οι ίδιοι οι ανθρωπολόγοι αποφεύγουν να χρησιμοποιούν τον όρο «φυλή», διότι έχει πολιτικοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που έχει πλέον μετατραπεί σε ιδεολογικό όρο, οπότε η χρήση του για βιολογικούς σκοπούς προκαλεί σύγχυση.

Ο ρατσισμός συμπορεύτηκε με τη σύγχρονη αποικιοκρατία και τον εθνικισμό και τελικά έφτασε στο απόγειό του κατά τον 20ό αιώνα, με τη σύζευξη του φασισμού, του αντισημιτισμού και των γενοκτονιών στη ναζιστική Γερμανία.
Μεταπολεμικά ο ρατσισμός ενσωματώθηκε στη νέα συντηρητική Δεξιά, οπότε ο σύγχρονος ρατσιστικός λόγος γνώρισε μια πραγματική μεταμόρφωση, αποβάλλοντας την ιεραρχική και «φυλετική» του κατεύθυνση προ-κειμένου να γίνει διαφοροποιητικός και πολιτισμικός. Με άλλα λόγια, μεταπήδησε από την «επιστήμη της φυλής» στον εθνοκεντρισμό.

Ωστόσο οι αλλαγές αυτές δεν άλλαξαν τον παλιό μηχανισμό της κοινωνικής απόρριψης και του ηθικού αποκλεισμού, τα οποία ο Ερβιν Γκόφμαν συνόψισε με την έννοια του «στίγματος».

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 ο ρατσισμός επανήλθε δριμύτερος στην Ευρώπη, παρά τις προσπάθειες που είχαν καταβάλει για δεκαετίες οι πολιτικές και
θρησκευτικές αρχές, οι οποίες επιτελώντας το «καθήκον απέναντι στη μνήμη» έστελναν τους μαθητές των σχολείων να επισκεφτούν τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Αν ο ρατσισμός έχει επιστρέψει στο προσκήνιο δεν είναι «λόγω της μετανάστευσης», σύμφωνα με το γνωστό κλισέ, αλλά επειδή ανήκει, όπως γράφει ο Αλμπέρτο Μπούρτζιο, στον «γενετικό κώδικα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας».

 Η αποικιοκρατία συμπορεύτηκε με τον ρατσισμό. Στην απελευθερωμένη Ινδονησία του 1945 ένα λεωφορείο γράφει «Καλύτερα στην κόλαση παρά να ξαναγίνουμε αποικία»

Γιατί στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ; Οι χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ έχουν δείξει πως βρίσκονται καταρχάς στην πρώτη γραμμή δυσαρέσκειας και αντίδρασης κατά της μετανάστευσης σε πρώτο χρόνο και κατά δεύτερον υπέρ του ρατσισμού.

Πιθανότατα η γεωγραφική και πολιτική τους απομόνωση συντέλεσε στην ανάδειξη αυτού του φαινομένου, το οποίο όμως συνοδεύεται και από μια έκρηξη της δύναμης της ακροδεξιάς. Χώρες κοινωνικά απομονωμένες, οι οποίες βίωσαν τη «λιτότητα της αυτάρκειας» για δεκαετίες, δεν θέλουν να μοιραστούν με κανέναν τα «καπιταλιστικά αγαθά» που τώρα επιτέλους γεύτηκαν και βλέπουν με καχυποψία και εχθρότητα τη διαφορετικότητα.

Μην ξεχνούμε ότι οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης είχαν κατά παράδοση αναπτύξει ρατσιστικά αντανακλαστικά ιδιαίτερα απέναντι στους νομαδικούς πληθυσμούς των Ρομά που κάποτε διέτρεχαν ανενόχλητοι τις πεδιάδες της κεντρικής Ευρώπης και αργότερα εγκλωβίστηκαν στα εθνικά σύνορα.

Ετσι ο εθνικισμός και ο αντισημιτισμός εξακολουθούν να πολλαπλασιάζονται μεταξύ των νέων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, διότι εκεί μπορούν να επανασυνδεθούν με μια ιστορία που διακόπηκε το 1945 και να επωφεληθούν από τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια που για τέσσερις δεκαετίες προκαλούσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός».

Σε αυτά τα νέα κράτη-μέλη υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις όπως το κόμμα Γιόμπικ (Jobbik) στην Ουγγαρία -το οποίο συνεχίζει να χαιρετά τον αγκυλωτό σταυρό και καλλιεργεί τη μνήμη του στρατάρχη Μίκλος Χόρτι (Horthy), συμμάχου του Χίτλερ ο οποίος είχε κυβερνήσει απολυταρχικά την Ουγγαρία και είχε ψηφίσει τους πρώτους αντισημιτικούς νόμους ήδη από το 1920- ή κόμματα που ξεθάβουν μια παλιά ρεβανσιστική επεκτατική μυθολογία, όπως το Κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας ή το Κροατικό Κόμμα Δικαιωμάτων (HSP), διάδοχος του κινήματος των Ουστάσι του Αντε Πάβελιτς.

 Το ζήτημα όμως του ρατσισμού γίνεται οξύτερο όσο η μετανάστευση στον 21ο αιώνα γίνεται μαζικότερη, αφού η ροή πληθυσμών που συντελείται στις μέρες μας είναι πρωτόγνωρη.

Από τη μια άκρη της Ευρώπης ως την άλλη ακόμη και χώρες που παραδοσιακά φιλοξενούσαν μετανάστες, όπως οι σκανδιναβικές, πλειοδοτούν σε εχθρικές κινήσεις θυμίζοντας έντονα τη δεκαετία του 1930, όταν σχεδόν όλες οι χώρες συναινούσαν να μη δεχτούν τους Εβραίους.

Στη Βρετανία βάφουν τις πόρτες των προσφυγικών σπιτιών κόκκινες για να προειδοποιήσουν τους υπόλοιπους γείτονες, στη Δανία και τη Γερμανία οι αρχές αποφάσισαν να κατάσχουν -ως εγγύηση- ό,τι πολύτιμο μπορεί να κουβαλά στη βαλίτσα του ένας πρόσφυγας και οι εφημερίδες αναπαράγουν τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσαν το 1939, όταν έμπαινε το ζήτημα της φιλοξενίας Εβραίων προσφύγων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε έρευνα που είχε πραγματοποιήσει την εποχή εκείνη ο «πατέρας» των δημοσκοπήσεων, Τζορτζ Γκάλοπ, περίπου τα τρία τέταρτα των Αμερικανών δήλωναν ότι δεν επιθυμούσαν να έρθουν στη χώρα 20.000 παιδιά Εβραίων προσφύγων, όπως πρότεινε η διακομματική επιτροπή της Γερουσίας.

Οι παλιοί δαίμονες αφυπνίστηκαν στην ανατολική Ευρώπη. Ο Χόρτι τιμάται σήμερα στην Ουγγαρία, ενώ το κόμμα Γιόμπικ παίζει κεντρικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα.

Αλλά και στη Γερμανία, η οποία έχει τη δυνατότητα να υποδεχτεί, να αξιοποιήσει παραγωγικά και τέλος να αφομοιώσει τους νεοφερμένους, ο μισός σχεδόν πληθυσμός είναι δυσαρεστημένος επειδή η καγκελάριος Μέρκελ δέχθηκε τόσα εκατομμύρια προσφύγων.

Τα μέτρα που προτείνονται στα όργανα της ΕΕ «συνήθως αφορούν τη μετακίνηση στρατού στα σύνορα (π.χ. με τη μορφή της Frontex, αλλά και εθνικών «στρατών για το σφράγισμα των εσωτερικών συνόρων) και τη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης για 400.000 πρόσφυγες στις ευρωπαϊκές χώρες «πρώτης υποδοχής», οι οποίες δέχονται όλη την πίεση.

Ετσι δημιουργείται ένα πρώτο ανάχωμα και μια «λεκάνη υποδοχής» από την οποία θα επιλέγουν τα κράτη της ενδοχώρας αν θα δέχονται άλλους πρόσφυγες «στο έδαφος τους.
Το κύμα μετανάστευσης είναι πρωτόγνωρο, αν φανταστούμε ότι στην Ευρώπη έρχεται περίπου το 20-30% των προσφύγων, ενώ μεγάλα ποσοστά συγκεντρώνουν γειτονικές χώρες όπως η Τουρκία και ο Λίβανος.

Ο «εισοδισμός» χου φασισμού 

Πολλοί αναρωτούνται αν έχουμε την επανεμφάνιση των κλασικών φασιστικών μοτίβων. Στη δυτική Ευρώπη, ωστόσο, και ιδιαίτερα στις χώρες που αποτέλεσαν την ιστορική του γενέτειρα, ο φασισμός είναι σχεδόν ανύπαρκτος ως οργανωμένη πολιτική δύναμη.
Στη Γερμανία η επιρροή των νεοναζιστικών κινημάτων στην κοινωνία είναι πολύ μικρή.
Στην Ισπανία την πολιτική κληρονομιά του Φράνκο διαδέχτηκε το εθνικο-καθολικό λαϊκό κόμμα και οι Φαλαγγίτες μπήκαν στο περιθώριο.
Στην Ιταλία, όπου ο αντιφασισμός ήταν ο γενετικός κώδικας της μεταπολεμικής «Πρώτης Δημοκρατίας», ο Τζιανφράνκο Φίνι (Gianfranco Fini) πλάσαρε τον εαυτό του σαν φιλελεύθερο, μεταρρυθμιστή και «προοδευτικό» δεξιό που επιτίθεται στον πολιτικό συντηρητισμό του Μπερλουσκόνι και τον πολιτιστικό σκοταδισμό της Ενωσης του Βορρά.

Στη Γαλλία το Εθνικό Μέτωπο, υπό την ηγεσία πλέον της Μαρίν Λεπέν, προσπαθεί να σπάσει την παραδοσιακή εικόνα της ακροδεξιάς των υποστηρικτών της Εθνικής Επανάστασης, των καθολικών φονταμενταλιστών, και των νοσταλγών της «γαλλικής Αλγερίας».
Διαφαίνεται λοιπόν μια τάση ανανέωσης, αφού δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι κανένα κλασικό φασιστικό κίνημα δεν παραχώρησε ποτέ ηγετική θέση σε γυναίκα.

Οι μεταλλάξεις της «νέου τύπου» ακροδεξιάς Ωστόσο η πτώση της «κλασικής» φασιστικής παράδοσης ανοίγει τον δρόμο για την ανάπτυξη μιας «νέου τύπου» ακροδεξιάς, της οποίας η ιδεολογία ενσωματώνει τις επιταγές και τις μεταλλάξεις του 21ου αιώνα.

Ο πολιτικός επιστήμονας Ζαν-Ιβ Καμί ήταν ένας από τους πρώτους που κατανόησαν τα καινοφανή της χαρακτηριστικά: «την παύση της λατρείας του κράτους στο όνομα μιας νεοφιλελεύθερης θεώρησης του κόσμου που είναι προσανατολισμένη στην κριτική του κράτους πρόνοιας, τη φορολογική εξαίρεση, την οικονομική απορρύθμιση και την προώθηση των ατομικών ελευθεριών, απαλλαγμένων από κάθε είδους κρατική παρέμβαση».

Η άρνηση της δημοκρατίας -ή η ερμηνεία της με αυταρχικό τρόπο- δεν συνοδεύεται πάντοτε από τον εθνικισμό, αλλά κάποιες φορές από έναν (άλλου τύπου) εθνοκεντρισμό που αλλάζει κλίμακα και σε ορισμένες περιπτώσεις παίρνει τη μορφή «της άμυνας της Δύσης που απειλείται από την παγκοσμιοποίηση και τη σύγκρουση των πολιτισμών».

Η ΕΕ έχει μετατρέψει τις χώρες της Μεσογείου σε "λεκάνη υποδοχής" η οποία δέχεται όλη την πίεση. Ενας Σύριος προσπαθεί να διαπεραιώσει την κορούλα του στην Λέσβο

Ξεχνάμε ότι οι πρόσφυγες είναι θύματα του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων και των περιφερειακών τους συγκρούσεων για την εξασφάλιση σφαιρών επιρροής, για την εξόρυξη και εκμετάλλευση πρώτων υλών και την πώληση οπλικών συστημάτων σε διάφορες συνιστώσες της κάθε εύφλεκτης περιοχής.
Ετσι καταλήγουμε στη δημιουργία απελπισμένων προσφύγων που συρρέουν προς τα εύκρατα και ευημερούντα σημεία του παγκόσμιου χάρτη.

Η αξεπέραστη διαφορά Αριστεράς - Δεξιάς

Το προσφυγικό έχει γίνει ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά θέματα και νέο σημείο τριβής ανάμεσα στις δεξιές και τις αριστερές πολιτικές δυνάμεις των χωρών της Ευρώπης, καθώς επηρεάζει τόσο την εθνική εσωτερική πολιτική όσο και την ευρύτερη κοινοτική πολιτική.

Η Αριστερά προσεγγίζει το θέμα ανθρωπιστικά και πολιτικά, αντιμετωπίζοντας -σωστά- τους πρόσφυγες ως θύματα του αμερικανικού και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, βάσει των κανόνων της «πολιτικής ορθότητας».

Η νεοφιλελεύθερη Δεξιά αναρωτιέται αν πρόκειται για «απειλή ή ευκαιρία;», βλέποντας ότι η μαζική μετανάστευση δυναμιτίζει το κράτος πρόνοιας που ο νεοφιλελευθερισμός θέλει να εξαλείψει και φέρνει ξανά στο τραπέζι τα ζητήματα των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων όλων των τομέων που είναι δαπανηροί (υγεία, παιδεία, ασφαλιστικό σύστημα, σωφρονιστικό σύστημα κ.λπ.), απογυμνώνοντας το κράτος από κάθε ανταποδοτική στην κοινωνία ενέργεια και διατηρώντας στο τέλος μόνο τους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς.

Η παραδοσιακή λαϊκή Δεξιά επικεντρώνει στην «παράνομη μετανάστευση» αποκαλώντας τους πρόσφυγες «λαθρομετανάστες», ανάγοντας το πρόβλημα σε τυπικό νομικό ζήτημα
Τέλος, η ακροδεξιά επικεντρώνει στο ρατσιστικό κομμάτι του προβλήματος, στη διαφορετική ράτσα, τη διαφορετική θρησκεία και κουλτούρα των προσφύγων, που μπορεί να αλλοιώσουν το εθνολογικό προφίλ κάθε χώρας.

Η ακροδεξιά στην Ευρώπη έχει όμως και διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά. Ο ακροδεξιάς Πιμ Φόρτουν (δολοφονήθηκε το 2002) στην Ολλανδία είχε εκφράσει έναν πολιτικό λόγο όπου συνυπήρχαν η ξενοφοβία, ο ατομικισμός, τα δικαιώματα των γυναικών και των ομοφυλόφιλων και αποκόμισε σημαντικά εκλογικά οφέλη.
Παρόμοια στοιχεία χαρακτηρίζουν και άλλα πολιτικά κινήματα στη βόρεια Ευρώπη, όπως το Vlaams Belang στο Βέλγιο, το Δανικό Λαϊκό Κόμμα αλλά και το λαϊκίστικο κόμμα Σουηδοί Δημοκράτες (SD) με ηγέτη τον Τζίμι Ακεσον.

Ισλαμοφοβία, ο νέος αντισημιτισμός;

Το ενοποιητικό στοιχείο της νέας ακροδεξιάς είναι η ξενοφοβία, η οποία εκφράζεται ως βίαιη απόρριψη των μεταναστών.
Ο μετανάστης σήμερα είναι ο κληρονόμος των «επικίνδυνων τάξεων» του 19ου αιώνα, στιγματισμένος, από τη θετικιστική κοινωνική επιστήμη της εποχής, ως ένα στοιχείο που συγκεντρώνει όλες τις κοινωνικές παθολογίες: τον αλκοολισμό, την εγκληματικότητα και την πορνεία, ακόμη και επιδημίες όπως η χολέρα.

Στην Ευρώπη του σήμερα ο μετανάστης χαρακτηρίζεται ουσιαστικά ως μουσουλμάνος. Η ισλαμοφοβία παίζει σήμερα, για τον νέο ρατσισμό, τον ρόλο που έπαιζε κάποτε ο αντισημιτισμός για τον εθνικισμό και τον φασισμό πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σε κάθε περίπτωση οι θρησκευτικές, πολιτιστικές, ενδυματολογικές, διατροφικές συνήθειες μιας μειονότητας στοιχειοθετούν ένα αρνητικό στερεότυπο για τον αλλοδαπό που δεν αφομοιώνεται στην εθνική κοινότητα.
Ο ιουδαϊσμός και το ισλάμ λειτουργούν έτσι ως «αρνητικές μορφές της ετερότητας».

Παραδόξως, ο αντισημιτισμός παραμένει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του εθνικισμού στην κεντρική Ευρώπη, όπου το ισλάμ είναι σχεδόν ανύπαρκτο, και η αλλαγή του 1989 αναζωογόνησε τους παλιούς δαίμονες (ακόμη και τώρα που δεν υπάρχουν πλέον Εβραίοι).

Αντίθετα, ο αντισημιτισμός έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τη φρασεολογία της άκρας Δεξιάς στις χώρες της δυτικής Ευρώπης (που μερικές φορές δείχνει τη συμπάθειά της στην εξωτερική πολιτική του Ισραήλ).
Στην Ολλανδία ο Γκερτ Βίλντερς υποστηρίζει την εξωτερική πολιτική του Ισραήλ και έχει κηρύξει πόλεμο κατά του «ισλαμοφασισμού» και των δραστηριοτήτων του. Στην Ελβετία το 57% των πολιτών ψήφισε (28/11/ 2013) υπέρ της απαγόρευσης των μιναρέδων.

Για πολλούς αναλυτές, όπως ο Σλόμο Σαντ, η ισλαμοφοβια αποτελεί σήμερα ενωτικό στοιχείο της Ευρώπης -την «ιουδαιοχριστιανική» μήτρα της οποίας ποτέ δεν παραλείπουμε να υπενθυμίσουμε- όπως και ο αντισημιτισμός έπαιξε βασικό ρόλο τον 19ο αιώνα κατά τη διαδικασία οικοδόμησης των εθνικών κρατών.

Οι πρόσφυγες είναι θύματα περιφερειακών συγκρούσεων. Το πρώτο μεγάλο προσφυγικό κύμα δημιουργήθηκε κατά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991. Η δυσαρέσκεια που προκαλεί η παρουσία των ξεριζωμένων αξιοποιείται από τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά για να ξαναφέρει στο τραπέζι το ζήτημα της ιδιωτικοποίησης των δαπανηρών τομέων υγείας, πρόνοιας κ.λπ

Η διαβρωτική νέα μορφή ρατσισμού

Κατά τον Εντσο Τραβέρσο αυτή η νέα ακροδεξιά εγκαταλείπει τα καθαρά φασιστικά της χαρακτηριστικά και παίρνειτη μορφή του λαϊκισμού. Οι συχνές επιτυχίες της νέας ακροδεξιάς δείχνουν την ικανότητά της να βρίσκει συναίνεση στους κόλπους της εργατικής τάξης και των φτωχότερων στρωμάτων.

Ο λαϊκισμός τελικά είναι μια διασταύρωση η οποία καταδεικνύει τα πορώδη σύνορα μεταξύ της Δεξιάς και της άκρας Δεξιάς.
Αυτό απέδειξε περίτρανα και ο Νικολά Σαρκοζί, πρώτα με τη δημιουργία ενός υπουργείου Μετανάστευσης και Εθνικής Ταυτότητας και έπειτα με την έναρξη μιας εκστρατείας εναντίον των Τσιγγάνων, οι οποίοι πλέον απελαύνονται με βάση μια εθνικοφυλετική απογραφή, κερδίζοντας την ενθουσιώδη υποστήριξη πολλών εκπροσώπων της ευρωπαϊκής Δεξιάς και πρωτίστως της ιταλικής Δεξιάς.

Οι μεταλλάξεις του ρατσισμού και της ξενοφοβίας δεν μπορούν να παραμείνουν χωρίς πολιτικές συνέπειες. Αν ο φασισμός πυροδοτεί μια καθημερινή μάχη στις νέες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπου παρατηρείται άνοδος της εθνικιστικής αντισημιτικής και φασιστικής ακροδεξιάς, η κατάσταση είναι αρκετά διαφορετική στη Δύση.
Βέβαια, σε μια ήπειρο που έχει γνωρίσει τον Μουσολίνι, τον Χίτλερ και τον Φράνκο ο αντιφασισμός πρέπει να αποτελέσει μέρος του γενετικού κώδικα της δημοκρατίας και κομμάτι της ιστορικής μας συνείδησης.

Για τον Εντσο Τραβέρσο: «Ο αντκρασισμός έχει εκπληρώσει τον σκοπό του -ως οργανωμένο πολιτικό κίνημα-στη δεκαετία του 1980 και του 1990, όταν -κυρίως στη Γαλλία- βρέθηκε αντιμέτωπος με την εμφάνιση μιας δεξιάς φασιστικής μήτρας. Ομως σήμερα δεν αφορά την υπεράσπιση μιας δημοκρατίας που απειλείται».
Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία δεν είναι κατάλοιπα ενός «παρελθόντος που δεν λέει να ξεπεραστεί», αλλά μια διαδικασία συμβολικής κατασκευής του εχθρού που ικανοποιεί την «αναζήτηση ταυτότητας», την επιθυμία του ανήκειν και την ανάγκη για ασφάλεια και προστασία.

Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία έχουν δύο πρόσωπα, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται. Από τη μία εκείνο της νέας «ρεπουμπλικανικής ακροδεξιάς» (η οποία κόπτεται για την «προστασία δικαιωμάτων» που όμως καταπατώνται με εθνοτικά, εθνικά ή θρησκευτικά κριτήρια) και από την άλλη εκείνο των κυβερνητικών πολιτικών (στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους μετανάστες «χωρίς χαρτιά», προγραμματισμένες απελάσεις, στιγματισμός και διακρίσεις εις βάρος των εθνοτικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων).

Αυτή η νέα μορφή ρατσισμού διαχέεται στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, διαβρώνοντάς την και αναδιαμορφώνοντάς την εσωτερικά, αφού αποκτά κατά περίπτωση θεσμικό χαρακτήρα.
Επομένως πρέπει να επανεξετάσουμε την ίδια τη δημοκρατία, καθώς και τις έννοιες της ισότητας των δικαιωμάτων και της ιθαγένειας, προκειμένου να δώσουμε ώθηση στην καταπολέμηση του ρατσισμού.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Γνωριμία με τους μαχητές της δεκαετίας του '60 - Συνομιλία με έναν από τους 20 Μαύρους Πάνθηρες που σαπίζουν 45 χρόνια στην φυλακή

Του Χρήστου Μάη - Ιστορικού, διδάκτορα Πανεπιστημίου Leiden, Hot History

Μισό αιώνα μετά το φάντασμα της "μαύρης δύναμης" ακόμα πλανάται πάνω από τις ΗΠΑ. Σύνθετο ζήτημα να αντιληφθούμε τι εστί αμερικανικός ρατσισμός. Ο βιασμός της Ρέσι Τέιλορ, το λιντσάρισμα του Εμετ Τιλ και το Λιτλ Ροκ της Ελίζαμπεθ Εκφορντ. Οι διαφορές Μάλκομ Χ- Λούθερ Κονγκ



Αυτό το κείμενο ξεκίνησε να γράφεται με μεγάλη ευκολία, μεγαλύτερη απ' όση τελείωσε. Κι ο λόγος ήταν ότι ξεκίνησε να γράφεται στην Ευρώπη, με αποκλειστικές πηγές άρθρα και βιβλία για το θέμα.
Ολοκληρώθηκε όμως στις ΗΠΑ, όπου προέκυψαν γνωριμία με μέλη του κινήματος για την απελευθέρωση των μαύρων της δεκαετίας του 1960 τα οποία βρίσκονται εντός κι εκτός φυλακής, μια αντιδιαδήλωση κατά των ρατσιστών υπέρμαχων της «λευκής ανωτερότητας» στην Ουάσινγκτον και επίσκεψη στο νεοσύστατο Μουσείο για την Αφροαμερικανική Ιστορία και Κουλτούρα στην ίδια πόλη.

Ολα αυτά συντέλεσαν στο συμπέρασμά μου ότι για να δούμε το ζήτημα των μαύρων της Αμερικής πρέπει να δούμε πέρα από τον ρατσισμό. Ο ρατσισμός ως αναλυτικό εργαλείο είναι χρήσιμος αλλά όπως τον αντιλαμβανόμαστε στο ελληνικό του πλαίσιο δεν μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την αμερικανική περίπτωση στην ολότητά της. Ισως να βοηθούσε βέβαια εάν σκεφτόμασταν την αντιμεταναστευπκή, ρατσιστική δράση της Χρυσής Αυγής με πολλαπλασιαστικούς όρους.
Γιατί όμως δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τι εστί αμερικανικός ρατσισμός;

Μη αναγνώριση της ανθρώπινης ιδιότητας

Πρώτον, διότι δεν μιλάμε απλώς για θεώρηση από πλευράς των λευκών της ανωτερότητας της φυλής τους έναντι αυτής των μαύρων αλλά για μη αναγνώριση των δεύτερων ως ανηκόντων στο ανθρώπινο γένος.
Η αμερικανική περίπτωση εκφράζει μια από τις πιο ακραίες μορφές ρατσισμού. Πρόκειται για τον συνδυασμό «της λευκής υπεροχής (white supremacy) και της αποικιοκρατίας» όπως μου δήλωσε η Ντεκουί Κιόνι-Σαντίκι, ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των μαύρων και την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Κι αυτή η εξήγηση είναι αρκετά πειστική. Αλλωστε η αντιμετώπιση του μαύρου πληθυσμού περίπου σαν ζώα ή υπανθρώπους δεν ταυτίζεται με την προσέγγιση του ίδιου πληθυσμού από τους λευκούς αποίκους της αφρικανικής ηπείρου.

Ολιγάνθρωπη διαδήλωση υπέρ της απελευθέρωσης του Μουμία Αμπού Τζαμάλ στο Ουέλινγκτον της Νέας Ζηλανδίας από μια ομάδα που αυτοαποκαλείται «Μπολσεβίκοι»

Στις 30 Ιουλίου η αμερικανική έκδοση της εφημερίδας «Guardian» είχε αφιέρωμα με θέμα «Η μαύρη δύναμη πίσω από της φυλακής τα σίδερα», το οποίο συνέχισε και την επόμενη μέρα.
Θα ήταν παράδοξο το θέμα εάν σχεδόν μισό αιώνα μετά την έκρηξη του απελευθερωτικού κινήματος των μαύρων στις ΗΠΑ δεν κρατούνταν στις φυλακές περίπου 20 γηραιό μέλη του.
Εάν στη λίστα με τους σημαντικότερους καταζητούμενους των ΗΠΑ δεν βρισκόταν η Ασάτα Σακούρ και εάν μέχρι πρότινος δεν υπήρχε ένας θανατοποινίτης, ο Μούμια Αμπού Τζαμάλ, καταδικασμένος χωρίς ιδιαίτερα στοιχεία.

Ο αριθμός των κρατουμένων έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια λόγω των αποφυλακίσεων εξαιτίας σοβαρών ζητημάτων υγείας. Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί το αμερικανικό κράτος καταδίκασε και καταδικάζει σε αργό θάνατο δεκάδες μαύρους αγωνιστές στις φυλακές, ορισμένους εκ των οποίων διατήρησε σε απομόνωση μέχρι τον θάνατό τους.

Μια βδομάδα μετά τη δημοσίευση του «Guardian» βρέθηκα σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Μπρούκλιν, το οποίο θύμιζε κάτι από μουσείο αφρικανικής τέχνης με πινελιές του αμερικανικού κινήματος των μαύρων της δεκαετίας του 1960.
Εκεί μένει ο Σεκού Οντίγκα, αρχικά ακόλουθος του Μάλκολμ X, μετέπειτα στέλεχος των Μαύρων Πανθήρων και μετέπειτα του Στρατού για την Απελευθέρωση των Μαύρων (Black Liberation Army), με τη γυναίκα του Ντεκουί Κιόνι-Σαντίκι.
Ο Σεκού διοργάνωσε την απόδραση της Ασάτα Σακούρ και γι’ αυτό -όπως και για άλλα εγκλήματα, τα οποία είτε διέπραξε είτε του φόρτωσαν-πέρασε 33 χρόνια στη φυλακή. Και οι δυο τους είναι ενεργοί ακτιβιστές για την απελευθέρωση των εναπομεινάντων πολιτικών κρατουμένων στις ΗΠΑ

Ο Σεκού ανησυχούσε για την κατάσταση ενός συντρόφου, του Σεθ Χέγες. Ο εβδομηντάχρονος Χέγες αποφυλακίστηκε στα τέλη Ιουλίου ύστερα από 45 χρόνια στη φυλακή για έναν φόνο τον οποίο ποτέ δεν παραδέχτηκε.
Η διεύθυνση της φυλακής τον πέταξε κυριολεκτικά στον δρόμο, κατακρατώντας τα προσωπικά του αντικείμενα και οποιοδήποτε αποδεικτικό ταυτότητας, χωρίς την ινσουλίνη την οποία έχει ανάγκη ως διαβητικός, χωρίς να του δώσει όχι μόνο το προβλεπόμενο ποσό των $40 που δίνεται σε κάθε αποφυλακισμένο, αλλά ούτε καν ένα κέρμα για να πάρει τηλέφωνο. Ως εκ τούτου βρίσκεται περιορισμένος στο σπίτι του στερούμενος ακόμη και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Η Ρέσι Τέιλορ είχε το κουράγιο να κυνηγήσει δικαστικά την υπόθεση αλλά οι ένορκοι-όλοι λευκοί- αθώωσαν τους δράστες σε δύο διαδοχικές δίκες. Δημοσίευμα της «Chicago Defender» για την προσφορά 600 δολαρίων εκ μέρους των βιαστών προκειμένου να «ξεχαστεί» η υπόθεση

Τι φοβάται το αμερικανικό κράτος από μια χούφτα ανθρώπων ηλικίας από 59 έως 81, με την πλειονότητα να κοντεύει τα 70 χρόνια, και όχι μόνο τους έχει έγκλειστους αλλά ορισμένους τούς είχε για δεκαετίες σε απόλυτη απομόνωση; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα πρέπει να ανατρέξουμε στη δεκαετία του 1950 και κυρίως στη μακρά δεκαετία του 1960.

Η κοινωνική θέση των μαύρων 

Η αμερικανική κοινωνία τη δεκαετία του 1950 ήταν βαθιά ρατσιστική, με τον ρατσισμό μάλιστα να είναι και θεσμικός.
Την περίοδο 1876-1965 ίσχυαν σε τοπικό και πολιτειακό επίπεδο οι νόμοι του Τζιμ Κρόου. Αυτοί οι νόμοι θεσμοθετούσαν τις διακρίσεις στον δημόσιο χώρο όπου λευκοί και μαύροι δεν επιτρεπόταν να συνυπάρχουν. Επιπλέον, με μια σειρά προαπαιτούμενων για την απόκτηση δικαιώματος ψήφου στις πολιτείες του νότου έγινε σχεδόν αδύνατο για τους Αφροαμερικανούς να το αποκτήσουν.
Ταυτόχρονα η δράση της Κου Κλουξ Κλαν και τα λιντσαρίσματα Αφροαμερικανών ήταν στην ημερήσια διάταξη στον αμερικανικό νότο.

Παρά την κατάργηση της δουλείας ο νότος αντιμετωπίζει τους Αφροαμερικανούς σαν σκλάβους, τους οποίους μπορεί ο οποιοσδήποτε λευκός να δείρει, να βιάσει ή και να σκοτώσει χωρίς επιπτώσεις.

Συγκλονιστική είναι η περίπτωση της Ρέσι Τέιλορ η οποία υπήρξε θύμα απαγωγής και ομαδικού βιασμού από έξι λευκούς το 1944 στην Αλαμπάμα. Η Ρέσι Τέιλορ αποτέλεσε σπάνια περίπτωση θύματος το οποίο κυνήγησε την υπόθεση στα δικαστήρια παρά τους εκβιασμούς και εκφοβισμούς από τη ρατσιστική τοπική κοινωνία η οποία είχε εκθρέψει τους βιαστές της.
Το σώμα των ενόρκων -όλοι λευκοί- αθώωσε τους δράστες σε δύο διαδοχικές δίκες. Μόλις το 2011 η πολιτεία της Αλαμπάμα απολογήθηκε στο θύμα για τη μη απόδοση δικαιοσύνης. Η Ρέσι Τέιλορ πέθανε πέρσι σε ηλικία 97 ετών.

Η Ρέσι Τέιλορ πέθανε το 2017 σε ηλικία 97 ετών. Πρόλαβε να ακούσει «συγγνώμη» από την πολιτεία της Αλαμπάμα το 2011  

Οι απαρχές του κινήματος

Η άνοδος των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων διεθνώς όπως και των κινημάτων της νεολαίας έδωσε ώθηση στο ζήτημα του αντιρατσισμού και της κοινωνικής απελευθέρωσης των μαύρων. Η αρχή έγινε από μια παλιά οργάνωση, την Εθνική Ενωση για την Πρόοδο των Εγχρωμων Ανθρώπων (National Association for the Advancement of Coloured People - NAACP), η οποία είχε ιδρυθεί το 1909 και ακολουθούσε μια νομική προσέγγιση στο ζήτημα του αντιρατσισμού και των διακρίσεων.

Τομή υπήρξε η δολοφονία ενός δεκατετράχρονου μαύρου από το Σικάγο, του Εμετ Τιλ, κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής παραμονής του σε συγγενείς στο Μισισίπι. Ο Τιλ λιντσαρίστηκε από λευκούς με αφορμή ένα σφύριγμα σε μια λευκή. Η αθώωση των μόλις δύο κατηγορουμένων από άλλο ένα σώμα λευκών ενόρκων υπήρξε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Η φωτογραφία με το πολτοποιημένο κεφάλι του νεαρού Τιλ και η αθώωση των δραστών φαίνεται πως μετασχημάτισαν το κίνημα σε mo ενεργό και ακτιβιστικό σε σχέση με την προηγούμενη θεσμική του κατεύθυνση. Σε αυτό συνέβαλε η επιμονή της μητέρας του για δημόσια κηδεία με ανοικτό φέρετρο χωρίς καμιά αισθητική παρέμβαση πάνω στο νεκρό σώμα του γιου της. Παρακολουθώντας τη μητέρα του δολοφονημένου να μιλάει σε ένα σύντομο ντοκιμαντέρ για το θέμα μού ήρθε στο μυαλό μια φωτογραφία τραβηγμένη στο Βελγικό Κονγκό μισό αιώνα πριν. Στη φωτογραφία αυτή απεικονίζεται ένας πατέρας να βλέπει αποσβολωμένος τα κομμένα μέλη του παιδιού του.

Μερικούς μήνες μετά τη δολοφονία του Τιλ η Ρόζα Παρκς, στέλεχος της NAACP, πρωτοστάτησε στο μποϊκοτάζ των λεωφορείων σε μια πόλη της Αλαμπάμα. Προηγήθηκε η άρνηση της Παρκς να παραχωρήσει τη θέση της, μιας και οι λευκοί είχαν προτεραιότητα, και η ακόλουθη σύλληψή της.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 ακολούθησαν και άλλα περιστατικά μποϊκοτάζ όπως και πάλης ενάντια στις διακρίσεις στην εκπαίδευση με εγγραφή Αφροαμερικανών νέων σε σχολεία όπου μέχρι τότε φοιτούσαν μόνο λευκοί μαθητές.
Το βίντεο το οποίο δείχνει τη 15άχρονη Ελίζαμπεθ Εκφορντ (Elizabeth Eckford) να αντιμετωπίζεται από έναν όχλο λευκών στον δρόμο της για το σχολείο στο Λιτλ Ροκ της πολιτείας του Αρκάνσας το 1957 συνεχίζει να συγκλονίζει ακόμη και σήμερα.

Η Ρόζα Παρκς αρνήθηκε τον Δεκέμβριο του 1955 να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο, όπου οι λευκοί είχαν προτεραιότητα, και ακολούθησε η σύλληψή της. Δημοσίευμα των «New York Times» (26 Φεβρουάριου 1956) για τη «νέγρα αρχηγό του μποϊκοτάζ».

Παράλληλη πορεία ακολούθησε και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ηγέτης μιας άλλης μη βίαιης οργάνωσης, της Συνδιάσκεψης της Χριστιανικής Ηγεσίας του Νότου (Southern Christian Leadership Conference - SCLC), και σύμβολο του αγώνα για τα δικαιώματα των μαύρων στις ΗΠΑ.

Το 1960 σημειώθηκε σειρά καθιστικών διαμαρτυριών όπου μαύροι φοιτητές -κυρίως- κάθονταν σε εστιατόρια τα οποία εφάρμοζαν τον φυλετικό διαχωρισμό -δηλαδή, απαγόρευαν την εξυπηρέτηση των Αφροαμερικανών-, απαιτώντας ίση μεταχείριση με τους λευκούς.

Την ίδια χρονιά και μέσα από αυτές τις διεργασίες διοργανώθηκε ένα συνέδριο με την πρωτοβουλία της Αφροαμερικανής ακηβίστριας και πρώην μέλους της NAACP Ελα Μπέικερ και την οικονομική στήριξη της SCLC.
Στο συνέδριο αυτό έγινε η ίδρυση της Μη Βίαιης Συντονιστικής Επιτροπής Φοιτητών (Student Non-violent Coordinating Committee, SNCC).
Η οργάνωση, πέραν των καθιστικών διαμαρτυριών σε εστιατόρια και λεωφορεία, διοργάνωνε μεγάλες καμπάνιες στον νότο, επιχειρώντας να μορφώσει τους Αφροαμερικανούς στον βαθμό που χρειαζόταν προκειμένου να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου και ενάντια στις διακρίσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς και στην εκπαίδευση.

Η μεγάλη πορεία στην Ουάσινγκτον που πραγματοποιήθηκε στις 28 Αυγούστου 1963 με συμμετοχή περίπου 300.000 διαδηλωτών. Εκεί ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ εκφώνησε την περίφημη ομιλία «Εχω ένα όνειρο»

Τα μέλη της SNCC -λευκοί και μαύροι-αντιμετώπισαν τη μήνη των λευκών ρατσιστών, όπως π.χ. των μελών της Κου Κλουξ Κλαν. Πολύ σημαντική υπήρξε η Μεγάλη Πορεία στην Ουάσινγκτον για Δουλειές και Ελευθερία η οποία έλαβε χώρα στις 28 Αυγούστου 1963 με συμμετοχή περίπου 300.000 διαδηλωτών. Εκεί έγινε η περίφημη ομιλία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στην οποία ξεκίνησε με το «Εχω ένα όνειρο».
Μετά τις ομιλίες ακολούθησε μουσικό πρόγραμμα στο οποίο συμμετείχαν και λευκοί, όπως ο Μπομπ Ντίλαν και η Τζόαν Μπαέζ. Μετά την πορεία οι ομιλητές επισκέφτηκαν τον Λευκό Οίκο όπου συνομίλησαν με τον πρόεδρο Κένεντι. Αυτή η στοχοθεσία, του διαλόγου με τις αρχές, ήταν και αυτό που λογόκρινε ομιλητές όπως ο γνωστός Αφροαμερικανός συγγραφέας Τζέιμς Μπόλντγουιν ο οποίος θεωρούνταν πιο ριζοσπάστης και επιθετικός στον λόγο του.

Μετά την πορεία της Ουάσινγκτον η ηγεσία της Εθνικής Ενωσης για την Πρόοδο των Εγχρωμων Ανθρώπων (NAACP) επισκέφτηκε τον Λευκό Οίκο όπου έθεσε τα αιτήματά της στον πρόεδρο Κένεντι

Ριζοσπαστικοποίηση και πολιτικές δολοφονίες

Το 1964 δολοφονείται το ανερχόμενο αστέρι του Εθνους του Ισλάμ -οργάνωσης μουσουλμάνων με στόχο την κοινωνική και πολιτισμική ανόρθωση των Αφροαμερικανών και την επιστροφή τους στην Αφρική όπου δεν υπόκεινται στην καταπίεση των λευκών-, ο Μάλκολμ X.
Επρόκειτο για σαγηνευτική προσωπικότητα χάρη στην οποία μαζικοποιήθηκε το Εθνος του Ισλάμ αλλά και προσηλυτίστηκε ο Μοχάμεντ Αλι.

Ο Μάλκολμ X διακήρυττε: «Πρώτα απ' όλα είμαι μαύρος. Οι συμπάθειές μου είναι μαύρες, η αφοσίωσή μου είναι μαύρη, όλοι μου οι στόχοι είναι μαύροι... Δεν με ενδιαφέρει να γίνω Αμερικανός διότι η Αμερική ποτέ της δεν ενδιαφέρθηκε για μένα... Οχι, δεν είμαι Αμερικανός. Είμαι ένας από τα 22 εκατομμύρια μαύρων θυμάτων του αμερικανισμού. Ενα από.,.τα θύματα της δημοκρατίας, αηδιασμένος από την υποκρισία...».

Ο Μάλκολμ X σε αντίθεση με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δεν πίστευε στην κοινωνική ενσωμάτωση και στον ειρηνικό δρόμο κατοχύρωσης της φυλετικής ισότητας. Και πώς θα μπορούσε, όταν ακόμη και στο μικροεπίπεδο του ατομικού αυτοπροσδιορισμού, η αλλαγή των ονομάτων των μαύρων δεν γινόταν αποδεκτή από τούς λευκούς. Συγκεκριμένα, η ριζοσπαστικοποίηση των μαύρων τους οδηγούσε στο να αλλάξουν το όνομά τους μιας και το επώνυμό τους ταυτιζόταν με αυτά του ιδιοκτήτη των σκλάβων προγόνων τους.

«Πρώτα απ' όλα είμαι μαύρος. Οι συμπάθειες μου είναι μαύρες, η αφοσίωσή μου είναι μαύρη, όλοι μου οι στόχοι είναι μαύροι». Η σαγηνευτική προσωπικότητα του Μάλκολμ X (αριστερά) συνέβαλε στη μαζικοποίηση του Εθνους του Ισλάμ. Σε αυτόν οφείλεται ο προσηλυτισμός του Μοχάμεντ Αλι (Κάσιους Κλέι)

Υπήρξε μια διάσημη αντιπαράθεση μεταξύ του Μάλκολμ X και ενός λευκού δημοσιογράφου στην αμερικανική τηλεόραση γύρω από αυτό ακριβώς το ζήτημα.

Ο ποιητής, ακτιβιστής και εν γένει διανοούμενος Αμίρι Μπαράκα εξηγεί σε δική του συνέντευξη την προσωπική αυτή επιλογή την οποία ιστορικοποιεί. Εξηγεί, δηλαδή, πώς η μαζική κοινωνική και πολιτική συνειδητοποίησα του μαύρου πληθυσμού κατά τη δεκαετία του ’60 και η κατ' επέκταση αντίσταση και αντίδρασή του στη μέχρι τότε κοινωνική θέση η οποία του είχε επιβληθεί οδήγησαν και στην αλλαγή ονομάτων - και θρησκείας.

Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τους Μ. Α Κινγκ και Μάλκολμ X ως συνεχιστές δύο διαφορετικών ιστορικών παραδόσεων της μαύρης Αμερικής: ο πρώτος, αυτής του Ντον Μπις ενώ ο δεύτερος, αυτής του Μάρκους Γκάρβεϊ.

Η μαύρη νεολαία είχε εξοργιστεί από τον ρατσισμό σε βάρος της

Παρ’ όλα αυτά ο μονίμως προβεβλημένος ως πασιφιστής υπέρμαχος της ενσωμάτωσης Μ. Α Κινγκ μετακινήθηκε εν μέρει στις θέσεις του Μάλκολμ X.
Συγκεκριμένα, τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του ριζοσπαστικοποιήθηκαν τόσο ο λόγος του όσο και οι πράξεις του. Προσπάθησε να συνδέσει το κίνημα για τα κοινωνικά δικαιώματα των μαύρων με το αντιπολεμικό κίνημα το οποίο λόγω Βιετνάμ βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, αλλά και με το εργατικό κίνημα.
Ταυτόχρονα, βλέποντας τα περιθώρια επιτυχίας μέσω της μη βίας να εξαντλούνται, άρχισε να μιλάει για επανάσταση, να απορρίπτει τον καπιταλισμό και να μιλάει για «δημοκρατικό σοσιαλισμό».

Η δολοφονία του Μάλκολμ X στις αρχές του 1965 και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ το 1968 αλλάζουν ραγδαία το τοπίο.

Από τη μη βία στην επαναστατική αντιβία

Λίγο πριν από τη δολοφονία του Μάλκολμ X δημιουργείται στον αμερικανικό νότο, στην κωμόπολη Μπογκαλούζα της Λουιζιάνα, η οργάνωση Διάκονοι για την Αμυνα και τη Δικαιοσύνη (Deacons for Defense and Justice)17, η οποία μαζικοποιήθηκε σε περιφερειακό επίπεδο μετά τη δολοφονία του. Επρόκειτο για οργάνωση που δημιουργήθηκε προκειμένου να προστατεύει τους ακτιβιστές των κοινωνικών δικαιωμάτων από τις επιθέσεις της Κου Κλουξ Κλαν και τους (λευκούς) ρατσιστές γενικά.
Οπλοφορούσαν δημοσίως και περιπολούσαν τις αγροτικές κοινότητές τους με στόχο την αποτροπή των ρατσιστικών επιθέσεων και όχι την ένοπλη αντιπαράθεση.
Την ίδια περίοδο στις πόλεις η μαύρη νεολαία εξεγείρεται κατά των αστυνομικών δολοφονιών: το 1965 στο Γουάτς (Watts) του Λος Αντζελες, το 1967 στο Ντι-τρόιτ και το Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ, το 1968 στο Οκλαντ.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1960 ο Μάλκολμ X επισκέπτεται τον Φιντέλ Κάστρο στο ξενοδοχείο του στη Νέα Υόρκη όπου βρισκόταν για τη ΓΣ του ΟΗΕ

Σε συνέντευξη που μου παραχώρησε στην πολιτειακή φυλακή υψίστης ασφαλείας του Σάλιβαν (Sullivan Correctional Facility) στο Φόλσμπεργκ (Fallsburg) της Νέας Υόρκης, ο Τζαλίλ Μουντακίμ (Jalil Muntaqim)18 αναφέρει

«Οι μαύροι ήμασταν πάντα σε πόλεμο με τη σκλαβιά και τον ρατσισμό. Υπάρχουν εξεγέρσεις ήδη από τη μεταφορά μας από την Αφρική μέσα στα καράβια... Η καταπίεση γεννάει την αντίσταση. Οι εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1960 υπήρξαν αποτέλεσμα αυτής της αντίστασης και της πάλης».

Η γνωστότερη όμως οργάνωση που δομήθηκε πάνω στην αμυντική αντιβία για να περάσει έπειτα στην επιθετική επαναστατική βία υπήρξε το Κομμάτων Μαύρων Πανθήρων για την Αυτοάμυνα (Black Panther Party for Self Defense).
To κόμμα ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1966 στο Οκλαντ της Καλκρόρνια από τους Χιούι Νιούτον (Huey Newton) και Μπόμπι Σιλ (Bobby Seale). Το κόμμα οργανώθηκε γύρω από ένα πρόγραμμα δέκα σημείων το οποίο περιλάμβανε αιτήματα εθνικοαπελευθερωτικά, αντικαπιταλιστικά, ανθρώπινων και δημοκρατικών δικαιωμάτων.
Εφάρμοζαν προγράμματα που υποκαθιστούσαν το κοινωνικό κράτος στις γειτονιές τους (λ.χ. πρόγευμα για τα παιδιά, κοινωνικά ιατρεία) και ακόμη αντικατέστησαν τη δικαιοσύνη των λευκών επί των μαύρων με μια λαϊκή δικαιοσύνη. Το κόμμα υπήρξε ένα περίεργο ιδεολογικοπολιτικό υβρίδιο όπου ο ύστερος Μάλκολμ X, η Κούβα, η Κίνα και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του Τρίτου Κόσμου συνδυάζονταν και προωθούνταν ανάλογα με το πώς τα αντιλαμβανόταν το κάθε μέλος του.

Μαζικοποιήθηκε από το 1968 και έπειτα κεφαλαιοποιώντας την οργή από τις δολοφονίες, με αποκορύφωμα αυτήν του Μάρτιν Δούθερ Κινγκ, και τη νεολαιίστικη οργή των εξεγερμένων μαύρων νέων.

Ο Μουντακίμ τονίζει: «Ο κόσμος άλλαζε, το Βιετνάμ, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, η ένοπλη πάλη... αυτές τις νέες εξελίξεις μπόρεσαν να ερμηνεύσουν σωστά οι Μαύροι Πάνθηρες και να μαζικοποιηθούν».
Η ταχεία μαζικοποίηση και ο ενθουσιασμός δεν επέτρεψαν στους Μαύρους Πάνθηρες να αντιληφθούν στην ολότητά της την κρατική καταστολή. «Με τα ίδια μέσα με τα οποία αποσταθεροποιούν κυβερνήσεις εκτός αποσταθεροποίησαν τους Μαύρους Πάνθηρες εντός».
Σύμφωνα με τον Μουντακίμ, το FBI του Τζ. Εντγκαρ Χούβερ με την COINTELPRO μπόρεσαν να διαλύσουν τους Πάνθηρες μέσα σε μόνο λίγα χρόνια.
Στυγνές δολοφονίες από αστυνομικούς, όπως αυτές του Φρεντ Χάμπτον και του Τζορτζ Τζάκσον, και ισόβιες καθείρξεις χωρίς αποδεικτικά στοιχεία υπήρξαν η καθημερινότητα των Μαύρων Πανθήρων.

Η διάσπαση μεταξύ του Χιούι Νιούτον, υποστηρικτή του νόμιμου μαζικού κόμματος, και του Ελντριτζ Κλίβερ, υπέρμαχου μιας μαχητικής παράνομης οργάνωσης, οδήγησε το κόμμα στον μαρασμό.
Με τη γρήγορη σύλληψη και κατ' επέκταση τη διάλυση του Στρατού για την Απελευθέρωση των Μαύρων (BLA) τον οποίο συγκρότησε η τάση του Κλίβερ «στα πρότυπα του γκεβαρικού εστιασμού», σύμφωνα με τον Μουντακίμ, έκλεισε προσωρινά και ο κύκλος για την απελευθέρωση των μαύρων ο οποίος ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1950.

Σύμφωνα με τον Μουντακίμ η καταστολή υπήρξε τόσο σαρωτική που το κίνημα δεν άφησε καμιά παρακαταθήκη στις μαύρες κοινότητες. Μένουν όμως για να το θυμίζουν περίπου 20 κρατούμενοι Μαύροι Πάνθηρες ή/και μέλη του Στρατού για την Απελευθέρωση των Μαύρων και της οργάνωσης λευκών κομμουνιστών Κομμουνιστική Οργάνωση 19 Μάη. Οπως λέει ο Μουντακίμ «πα-ρότι δεν αναγνωριζόμαστε ως πολιτικοί κρατούμενοι, γι' αυτό δεν μας αποφυλακίζουν. Εάν ήμασταν του κοινού ποινικού δικαίου θα ήμασταν έξω...».

Ο Μουντακίμ έχει γράψει τρία βιβλία και αρθρογραφεί σταθερά από τη φυλακή.
Από την πρώτη στιγμή εντάχθηκε στον αγώνα για τα δικαιώματα των κρατουμένων και την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Κατά διαστήματα παρέδιδε μαθήματα Μαύρης Ιστορίας σε συγκρατούμενούς του. Γι’ αυτήν του την κοινωνική δράση και προσφορά έχει δεχτεί εκδικητικές ποινές από δεσμοφύλακες και διοικήσεις φυλακών.

Οταν συνομιλήσαμε επρόκειτο στις 11 Σεπτεμβρίου 2018 να βρεθεί για πολλοστή φορά μπροστά σε άλλο ένα συμβούλιο αποφυλακίσεων υπό όρους, ευελπιστώντας αυτήν τη φορά να αποφυλακιστεί.
Ομως το βαθύ σύστημα δεν είχε πει ακόμη την τελευταία του κουβέντα. Η εξέταση μετατέθηκε για τον Νοέμβρη.
Την ώρα που τυπώνονται αυτές οι γραμμές δεν ξέρουμε ακόμη το αποτέλεσμα.

Ομως ο Μουκαντίμ, ανεξαρτήτως αποφάσεως, έχει πει την τελευταία του κουβέντα: «Αυτό που με κρατάει είναι η διαρκής πάλη για την ελευθερία, η διαρκής διάθεση για προσφορά. Εχω διατηρήσει το αρχικό μου όραμα και παραμένω επαναστάτης. Αυτό φοβούνται και δεν μας αποφυλακίζουν, αν είχα γίνει ρουφιάνος μέσα στη φυλακή θα ήμουν ήδη έξω».

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger