Προσφατες Αναρτησεις

Δύο επιστολές – δύο κόσμοι. – Αντίσταση ή υποταγή

Βασιλική Λάζου, Διδάκτορας Ιστορίας – Hot Doc History

Το άρθρο Πορφυρογένη και το διάγγελμα Τζανακάκη απέναντι στην πρόσκληση Τσολάκογλου για υποταγή.

Μάιος 1941: Γερμανοί, Ιταλοί και Βούλγαροι διαμοιράζουν την ηπειρωτική Ελλάδα. Το μόνο ελληνικό έδαφος που παραμένει ελεύθερο, η Κρήτη. Στις 20 Μαΐου αρχίζει και εκεί η μάχη. Λίγες μέρες αργότερα ο βασιλιάς και η «κυβέρνησή» του εγκαταλείπουν το νησί και θέτουν εαυτούς μακράν του εχθρού. Οι λίγοι Βρετανοί, Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί που στάλθηκαν για να ανατάξουν άμυνα υποχωρούν για να συνεχίσουν τον αγώνα κατά του Αξονα σε άλλα μέτωπα. Η 5η Μεραρχία των Κρητών δεν επιστρέφει ποτέ στο νησί οργανωμένα.

Και μένει πίσω ο λαός: άντρες, γυναίκες, γέροι και νέοι, βενιζελικοί, λαϊκοί και κομμουνιστές να αγωνιστούν για τις πεζούλες και την ελευθερία τους. Και το κάνουν με όλη τους την ψυχή. Με κάθε μέσο. Εως εκεί που φτάνει η αδάμαστη καρδιά τους και ο πενιχρός τους οπλισμός. Και ας έχει μαζέψει ο Μεταξάς όλα τα όπλα από το 1938.
Ξεθάβονται τα πατρογονικά κειμήλια από τα σεντούκια. Και μαζί με όξινες, τσεκούρια, φτυάρια, ξύλα, ακόμη και με τα χέρια οι Κρητικοί δημιουργούν ένα διαρκές πεδίο μάχης, όπου καραδοκεί ο θάνατος για τον από αέρος εισβολέα.

Σε αυτούς που αγωνίστηκαν υπερασπιζόμενοι τα σπίτια τους και τη γη των προγόνων τους δεν αναγνωρίζεται καν το δικαίωμα αντίστασης. Δεν είναι, βλέπετε, τακτικός στρατός. Απλός λαουτζίκος είναι. Ατακτοι, ανοργάνωτοι (αντάρτες, «συμμορίτες» τους είπαν μετά). Και για τη Νέα Τάξη πραγμάτων οι λαοί δεν αντιστέκονται. Υποτάσσονται. Το μήνυμα σαφές. Αντιστέκεσαι; Τιμωρείσαι.

Αμέσως μετά τη μάχη ξεσπά η εκδικητική μανία των ναζί πάνω στον άμαχο πληθυσμό. Μέχρι το καλοκαίρι του ’41 πάνω από 2.000 Κρητικοί εκτελούνται και δεκάδες χωριά καταστρέφονται.
Γκράδες εναντίον Στούκας Απόσπασμα πολεμικής έκθεσης (Τεκμήριο 1) περιγράφει τη δύσκολη αποστολή του Τάγματος Χανιών, το οποίο με μόλις 90 όπλα Γκρα (γαλλικά όπλα του 1874 τα οποία χρησιμοποίησε ο ελληνικός στρατός έως και τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο) καλούνταν να παρεμποδίσει τυχόν εχθρική απόβαση και να εκκαθαρίσει την πόλη των Χανιών από τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές.

Το Τάγμα Χανιών, ούτινος η Διοίκησις μοι είχεν ανατεθεί παρά της Στρατιωτικής Διοικήσεως Κρήτης από 15 [δυσανάγνωστο] -1941 είχεν ειδικήν αποστολήν διαθέτον μαχίμους παρόντος αξιωματικούς 10, οπλίτας δε ληξαδιούχους 300 περίπου οπλισμένους διά 90 όπλων γκρα μετά 10 φυσιγγίων έκαστος, την επιτήρησιν και παρεμπόδισα/ αποβάσεως από θαλάσσης εχθρικών αγημάτων και την εκκαθάρισα/ της πόλεως Χανιών από τυχόν πίπτοντας αλεξιπτωτιστάς. Προς τούτο το Τάγμα είχε διατάξει την κατάληψη/ επίκειρων σημείων τόσον δια την Α όσον και δια την Β περίπτωσιν.

Ο εχθρός ούτινας τας προθέσεις εγνωρίζομεν την δε ενέργειαν αναμένομεν από πολλών ημερών ενήργη καθημερινώς δις και τρις της ημέρας αναγνωριστικός πτήσεις δι’ ενός ή και δύο αεροπλάνων υπεράνον τόσον της Σούδας όσον και της πόλεως Χανιών και όλων εν γένει των πέριξ σημείων εις α υπήρχον έργα αμυντικά, συγκεντρώσεις υλικών, πυρομαχικών, καυσίμων κ.λπ. Και θέσεις διαφόρων όπλων (αντιαεροπορικών, πυροβολείων, πολυβολείων, επάκτιων, προβολέων κ.λπ). 

Συγχρόνως εβομβάρδιζεν τον λιμένα της Σούδας και τας πέριξ διαφόρους εγκαταστάσεις και θέσεις πάντοτε μεν αλλά από της 20 Απριλίου 1941 δι’ αλλεπαλλήλων κυμάτων αεροπλάνων συνεχώς και αδειαλείπτως δις και τρις της ημέρας. Ολίγας δε ημέρας (4-5) προ της πτώσεως των αλεξιπτωτιστών εβομβάρδιζεν καθ’ εκάστην και την 6ην -7ην πρωινήν ώραν τας θέσεις του αντιαεροπορικού πυροβολικού δια 3-4 κυμάτων αεροπλάνων καθέτου εφορμήσεως.

Ενωμένοι απέναντι  στη φασιστική κτηνωδία

Με άρθρο του στις εφημερίδες «Εσπερινός Ταχυδρόμος» Χανιών και «Κρητικά Νέα» Ηρακλείου στις 16 Μαΐου 1941 (Τεκμήριο 2) ο δικηγόρος και βουλευτής του ΚΚΕ Μιλτιάδης Πορφυρογένης κάνει ένα σάλπισμα ενότητας και αγώνα για τη νίκη και το «τσάκισμα του Χιτλερισμού».

Το άρθρο κινείται στο πλαίσιο του πρώτου ανοικτού γράμματος (2 Νοεμβρίου 1940) με το οποίο ο γενικός γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης προέτρεπε τους αγωνιζόμενους Ελληνες «ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό, καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι, πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα». Το παραθέτουμε ολόκληρο καθώς καταδεικνύει τη βάση πάνω στην οποία συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία του ΚΚΕ το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) που αγκάλιασε πλατιές λαϊκές μάζες και αποτέλεσε ένα ευρύ κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο αντίστασης στους κατακτητές.


Ο Χιτλερισμός, γερμανικός και ιταλικός, αφού στη χώρα του στραγγάλισε τις ελευθερίες και τα δικαιώματα του λαού και τον έρριξε σε αφάνταστη δυστυχία και πείνα, ανέλαβε μια πρωτοφανή σε έκταση και ένταση εκστρατεία για να υποδουλώσει ολόκληρο τον κόσμο στο ζυγό της φασιστικής κτηνωδίας και βαρβαρότητας. Η μικρή μας σε έκταση μα μεγάλη σε ζωή και σε αγώνες για τη λευτεριά χώρα, παραδόθηκε ηθικά νικήτρια και όχι νικημένη στα χέρια του καταχτητή. Στην Ακρόπολη του Περικλή και της δημοκρατικής Αθήνας, εκεί όπου ακούστηκαν οι συνταρακτικές, και για σήμερα, εκκλήσεις του Δημοσθένη υπέρ της ελευθερίας, σηκώθηκε το σύμβολο της βαρβαρότητας και της δουλείας, ο αγκυλωτός σταυρός.

Και μένη η Κρήτη... Το νησί όπου και η κάθε πέτρα έχει να διηγηθή για κάποιο αίμα που χύθηκε σε αγώνα για τη λευτεριά, για κάποιο ηρωισμό που του στάθηκε μάρτυρας. Στην καινούργια αυτή φάση του τιτανείου αγώνα της Ελλάδας μας, όπου η Κρήτη γίνεται ο προμαχώνας της ελευθερίας, καθήκον κάθε Ελληνα είναι να σταθή άξιος στρατιώτης του μεγάλου και ιστορικού αυτού αγώνα που οι συνέπειές του για το μέλλον του ελληνικού λαού θάναι τεράστιες.

Το ίδιο καθήκον πέφτει και πάνω στους κομμουνιστές. Είναι τιμή μας που ο φασισμός μας έχει ανακηρύξει του απ’ αριθμ. 1 εχθρό του και που έχουμε ανοιχτές ακόμα τις πληγές που μας έδωσε. Και αν μισήσαμε το φασισμό γιατί οδηγεί την ανθρωπότητα σε βαρβαρότητα χειρότερη από μεσαιωνική, τον μισούμε πιο πολύ τώρα που η βρώμικη μπότα του πατάει σκληρά πάνω στο ματωμένο, το ρημαγμένο σώμα της πατρίδας μας. Στον αγώνα για την άμυνα της Κρήτης που είναι αγώνας για την απελευθέρωση της Ελλάδος, οι κομμουνιστές πρέπει νάνοι στις πρώτες γραμμές. 

Δεν υπάρχουν διαφωνίαι ή επιφυλάξεις, που να μπορούν να τεθούν πάνω από το πρώτο, το κύρια το μοναδικό για σήμερα αυτό καθήκον. Ο καθένας μας πρέπει να είναι ανεπιφύλακτα στο πλευρό της Κυβέρνησης στον αγώνα για την άμυνα της Κρήτης, για το τσάκισμα του Χιτλερισμού, για την απελευθέρωση της Ελλάδος μας. Βλέπουμε την απελευθέρωση της Ελλάδος για το τσάκισμα του
Χιτλερισμού και των πρακτόρων σαν ένα τεράστιο βήμα προς την κοινωνική χειραφέτηση των εργαζομένων, προς την κοινωνική πρόοδο. Και όταν ο Ελληνικός λαός νικήσει και θα νικήση, τότε στους ήρωες του σημερινού αγώνα θα υψώση ένα μνημείο αθάνατο μέσα στους αιώνες: θάναι το ζωντανό μνημείο μιας Ελλάδος λεύτερης, πραγματικά λεύτερης, ανεξάρτητης, πραγματικά ανεξάρτητης, ευτυχισμένης, πραγματικά ευτυχισμένης.

 Ας ψιλοδοξήση ο κάθε Ελληνας να βάνη, όπου ταχθεί, από ένα λιθαράκι στο μεγάλο αυτό ζωντανό μνημείο. Ας δόση το παν για να γίνη η Κρήτη, η ανίκητη Κρήτη, το γρανιτένιο θεμέλιο, όπου θα σπάση η Χιτλερική θύελλα και όπου θα οικοδομηθή αύριο το μεγαλύτερο οικοδόμημα της λεύτερης και ευτυχισμένης Ελλάδος. Απαραίχητη προϋπόθεση για την οικοδόμηση αυτού του ιερού καθήκοντος είναι να δημιουργηθή μια πραγματική εθνική ενότητα από όλους τους Έλληνες που τίμια και ειλικρινή ήλθον να συμμετάσχουν στον αγώνα ανεξάρτητα από καταγωγή ή πολιτικά φρονήματα. 

Υποχρέωση όλων μας ντόπιων και ξένων είναι να συμβάλουμε για αυτό παραμερίζοντας διαφορές, πικρίες ή μνησικακίες. Ενωμένοι όλοι σε με τέτοια ιερή ένωση και με τη βοήθεια των μεγάλων Δημοκρατιών της γης θα διατηρήσουμε ακλόνητα την πίστη μας στον τελικό θρίαμβο του δικαίου και ωραίου αγώνα μας. Ας μην ξεχνούμε πως όλοι οι υπόδουλοι Ελληνες με κρυφά σφιγμένες τις γροθιές και με υγρά από τον πόνο μάτια ατενίζουν σε μας με ελπίδες και με εμπιστοσύνη. Ας γίνουμε άξιοι της εμπιστοσύνης τους και ας δικαιώσουμε τις ελπίδες τους,  

Τεκμήριο 3 Διάγγελμα του υπουργού Στρατιωτικών Εμμανουήλ Τζανακάκη με το οποίο καλεί τους Κρητικούς να αποδείξουν ότι δικαίως η Κρήτη θαυμάζεται για το αγωνιστικό της φρόνημα. Τεκμήριο 4 Ανακοίνωση του Γερμανού φρουράρχου Αθηνών, όπου καταγράφεται η ευαρέσκεια των Αθηναίων στο άκουσμα της αντίστασης του κρητικού λαού στην εισβολή

Στο ίδιο πνεύμα και το διάγγελμα (14 Μαΐου 1941) του απόστρατου βενιζελικού υποστράτηγου Εμμανουήλ Τζανακάκη ο οποίος διορίστηκε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Εμμ. Τσουδερού και το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Ηρακλείου «Ανόρθωσις», καλώντας τους Κρητικούς να αποδείξουν για άλλη μια φορά ότι: «Η Κρήτη δικαίως θαυμάζεται» (Τεκμήριο 3).

Γνωρίζομεν όλοι ότι μόνον η Κρήτη μας απομένει ελεύθερον έδαφος της αγαπητής μας πατρίδος επί του οποίου δεν επάτησαν ακόμη οι βέβηλοι πόδας των βαρβάρων επιδρομέων αποτελούσαν ήδη τον στίβον του εθνικού αγώνος. Η ιστορία μας διδάσκει ότι οι Κρήτες  γνωρίζουσι να υπερασπίζονται την ελευθερίαν των και δε διστάζουσι να αποθνήσκωσι υπέρ αυτής όπου ταχθώσι, πιστοί εις τα κελεύσματα της Πατρίδος.

Η πεποίθησίς μου αυτή μου δίνει το δικαίωμα να πιστεύω ότι τόσον υμείς οι συμπολίται μου όσον και οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί και στρατιώται Κρήτες και εκ της άλλης Ελλάδος, ήτις αυτήν την στιγμήν στενάζει υπό το πέλμα του κατακτητού θα με επικουρήσετε εις το έργον μου ως συνεργάτου της Εθνικής κυβερνήσεως και ιδιαιτέρως ως Υπουργού των Στρατιωτικών.

Πίσω στη σκλαβωμένη ηπειρωτική Ελλάδα εκδηλώνονταν οι πρώτες αντιστασιακές πράξεις ενάντια στους καταχτητές. Στην ανακοίνωση του φρούραρχου Αθηνών (Τεκμήριο 4) αμέσως μετά τη λήξη της μάχης της Κρήτης στις 31 Μαΐου 1941 καταγράφεται εκτός από το κατέβασμα της σβάστικας από την Ακρόπολη από τον Μανόλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα -τότε ακόμη «άγνωστοι δράστες»- και οι αντιδράσεις στα νέα της ηρωικής αντίστασης του Κρητικού λαού ενάντια στους εισβολείς:
Τα γεγονότα εν Κρήτη αι παρά το Διεθνές Δίκαιον διαπραχθείσαι κακοποιήσεις Γερμανών αιχμαλώτων όχι μόνον δεν συζητούνται μετ' αποστροφής αλλά εις ευρείς κύκλους και μάλιστα μετ’ ευαρεσκείας.

Παραινέσεις ενός δωσίλογου: συμπεριφερθείτε ευγενώς

Σε αντίστιξη με τις εκκλήσεις για ενότητα του αγώνα και σε πλήρη αντίθεση με το λαϊκό αίσθημα ο διορισμένος από τους καταχτητές ως «πρωθυπουργός» Γ. Τσολάκογλου απευθύνει διάγγελμα στους Κρητικούς (Τεκμήριο 5) νουθετώντας τους για τη συμπεριφορά τους απέναντι στους Γερμανούς εισβολείς:

Αγαπητοί Κρήτες επληροφορήθην ότι η συμπεριφορά σας προς αιχμαλώτους Γερμανούς δεν είναι η αρμόζουσα προς τα διεθνή νόμιμα και εις τον πολιτισμόν μας. Οι ανδρείοι πολεμισταί, ως είσθε εσείς, συμπεριφέρονται με καλωσύνην και ευγένειαν προς τους αιχμαλώτους ως όλοι μας συμπεριφέρθήμεν άριστα προς άπαντας τους αιχμαλώτους.

Γνωρίζετε καλώς ότι οι αιχμάλωτοι τυγχάνουν ασυλίας και ιερού σεβασμού ως εκτελούντες το ύψιστον προς την πατρίδα καθήκον των. Επειδή δε εσείς έχετε και το αίσθημα της φιλοξενίας υπεραναπτυγμένον, πρέπει να το επιδείξητε εις τους ανδρείους αντιπάλους με όλην σας την καρδιά. 

Αναλογισθήτε τας βαρείας ευθύνας που αναλαμβάνετε έναντι της ωραίας Κρήτης, έναντι της ιστορίας και έναντι του πολιτισμού μας. Συμπεριφερθήτε ευγενώς. Δεν πρέπει να ξεχωρίσητε σεις, ως μη σεβόμενοι τους αιχμαλώτους.

Ο Τσολάκογλου και οι συνεργάτες του δεν είναι βέβαια τίποτε άλλο από φερέφωνα των Γερμανών καταχτητών. Ανακοίνωση (Τεκμήριο 6) της ανώτατης διοίκησης του γερμανικού στρατού προς τους κατοίκους της Κρήτης έδινε διαταγές «προς αντεκδίκηση»:

Επληροφορήθην ότι Γερμανοί στρατιώτας οι οποίοι περιήλθον εις χείρας του εχθρού, εκακοποιήθησαν κατά τον αισχρότερον και απανθρωπότερον τρόπον. Ως εκ τούτου εξεδόθη η κάτωθι διαταγή προς αντεκδίκησιν:

1ον) Οποιος διαπράττει προς Γερμανούς αιχμαλώτους αντιθέτως προς το Διεθνές Δίκαιον, θα τιμωρηθή αμειλίκτως και κατά τον ίδιον τρόπον, είτε άνδρας είτε γυναίκα.
2ον) Εάν γίνονται τοιαύτα κακουργήματα πλησίον εις χωριά θα τα κατακαύσωμεν και οι κάτοικοι θα αναλάβουν υπ’ ευθύνη των άλας τας συνέπειας.

3ον) Περί τούτων θα επιφυλαχθούν εις αυτούς και άλλα αυστηρότερα μέτρα ανταμοιβής.

Τυπικοί οι Γερμανοί τήρησαν τον λόγο της «ιπποτικής τους τιμής». Η πινακίδα στην Κάνδανο, η καρέ καρέ εκτέλεση στο Κοντομαρί, τα δεκάδες μνημεία σε σχεδόν κάθε χωριό της Κρήτης θα στέκονται στο διηνεκές αδιάψευστοι μάρτυρες της ναζιστικής θηριωδίας. Ενός βάρβαρου εγκλήματος που παραμένει αδικαίωτο όσο είναι ανοιχτό το θέμα των γερμανικών επανορθώσεων. Οσο εξακολουθεί η ανιστορική - αντιεπιστημονική προπαγάνδα περί «ιπποτών Γερμανών στρατιωτών» και ντόπιων ατάκτων. Οσο με προκάλυμμα την αυτονόητη ελευθερία του λόγου και τη μη εφαρμογή του «δίκαιου του πολέμου» (που εκείνη την εποχή σήμαινε για τους ναζί μεθοδική - φυλετική εκκαθάριση ή τελική λύση) εκφράζονται και διαδίδονται νεοναζιστικές απόψεις. Οσο οι θύτες προκειμένου να αποφύγουν την πολιτική και ηθική ευθύνη χρηματοδοτούν ιστορικές έρευνες και προγράμματα που κάνουν συμψηφιστική μοιρασιά των ευθυνών με τα θύματα και αλώνουν συνειδήσεις. Γιατί τελικά το ζητούμενο είναι τούτο: να πάψουν οι λαοί να αντιστέκονται σε όποιον επιβουλεύεται την ελευθερία τους. Και να υποταχθούν. Είτε με τα όπλα είτε με άλλα, εξίσου δραστικά μέτρα.
{[['']]}

Οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν την Κρήτη

Του Γιάννη Μπαζού, Συγγραφέα – HotDoc History

Αγγλικές και γερμανικές μυστικές υπηρεσίες διαγωνίστηκαν σε γκάφες σχετικά με τον τρόπο και τα σημεία επίθεσης. Μάλεμε, Σούδα, Γαλατάς, αεροδρόμια Ρεθύμνου και Ηρακλείου. Για τους Συμμάχους 4.123 νεκροί, για τους Γερμανούς 4.041. Ηταν η τελευταία επιχείρηση Γερμανών αλεξιπτωτιστών.

Καθώς ο Β'Παγκόσμιος Πόλεμος εξαπλωνόταν από την ηπειρωτική Ευρώπη στα Βαλκάνια, η προφανής στρατηγική θέση της Κρήτης για τον έλεγχο της νοτιοανατολικής Μεσογείου ενέταξε το νησί στους ευρύτερους στρατηγικούς σχεδιασμούς των Αγγλων.

Η θέση της Κρήτης παρείχε στο βρετανικό ναυτικό τον έλεγχο της ανατολικής Μεσογείου και πολλά λιμάνια όπου ο βρετανικός στόλος μπορούσε να διαμοιράζει τον ελλιμενισμό των πλοίων του για λόγους ασφαλείας, ενώ ταυτόχρονα επέτρεπε στη βρετανική αεροπορία (RAF) να βομβαρδίζει τις πετρελαιοπηγές του Πλοέστι στη Ρουμανία που αποτελούσαν σταθμό ανεφοδιασμού του Αξονα. Με την Κρήτη υπό τον έλεγχο των Συμμάχων, η νοτιοανατολική πτέρυγα των δυνάμεων του Αξονα ήταν επισφαλής, πράγμα που δυνητικά μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επικείμενη επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα», δηλαδή την εισβολή στη Σοβιετική Ενωση που είχε προγραμματιστεί για τις 22 Ιουνίου 1941.

Γι' αυτούς τους λόγους, στρατιωτικές δυνάμεις των Βρετανών βρίσκονταν ήδη στην Κρήτη από την περίοδο της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου 1940. Οταν πέντε μήνες αργότερα, στις 6 Απριλίου 1941, οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα.

Στις 19 Απριλίου 1941 οι δρόμοι υποχώρησης στην Ηπειρο και την Αλβανία δέχτηκαν ολοήμερο βομβαρδισμό από την ιταλική και τη γερμανική αεροπορία. Η δύναμη των Γερμανών (LSSAH), η οποία μέχρι τότε είχε φτάσει στα Γρεβενά, κινήθηκε προς τα δυτικά και κατέλαβε τη διάβαση του Μετσόβου, αποκόπτοντας με αυτή την κίνηση την οδό υποχώρησης του ελληνικού στρατού.

Ετσι, την επόμενη μέρα 20 Απριλίου, ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου υπέγραψε με τον διοικητή της LSSAH Ζεπ Ντίντριχ πρωτόκολλο ανακωχής, με το οποίο σταματούσε κάθε εχθροπραξία μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας από ας 18.00 της ίδιας μέρας.

Οσοι στρατιώτες της Κοινοπολιτείας βρίσκονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα μεταφέρθηκαν μέσω Βόλου και Πειραιά από το βρετανικό ναυτικό νοτιότερα στην Αίγυπτο και την Κρήτη, όπου ενίσχυσαν την υπάρχουσα στρατιωτική δύναμη των 14.000 αντρών.

Στην επιχείρηση με κωδικό "Ερμής" οι Γερμανοί αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το σώμα των αλεξιπτωτιστών στην πρώτη (και τελευταία) μεγάλης κλίμακας αεροπορική εισβολή. Επιβίβαση τον Μάιο του '41 από την ηπειρωτική Ελλάδα στην Κρήτη.

Στις 30 Απριλίου ο Νεοζηλανδός στρατηγός Μπέρναρντ Φράιμπεργκ διορίστηκε διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στην Κρήτη. Τον Μάιο του 1941 η άμυνα αποτελούνταν από περίπου 9.000 Ελληνες: τρία τάγματα της V Μεραρχίας του ελληνικού στρατού (η υπόλοιπη μεραρχία είχε μεταφερθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα για να αντιμετωπίσει τη γερμανική εισβολή), την κρητική χωροφυλακή (δύναμη τάγματος), τη φρουρά Ηρακλείου (τάγμα άμυνας, μεταφορών και διοικητικής μέριμνας) και υπολείμματα του 12ου και του 20ού ελληνικού τμήματος στρατού που μετά την κατάρρευση του μετώπου κατέληξαν στην Κρήτη υπό βρετανική διοίκηση.

Τις ελληνικές δυνάμεις του νησιού συμπλήρωναν οι σπουδαστές της Ακαδημίας της Χωροφυλακής και οι στρατιώτες των κέντρων εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων Πελοποννήσου, οι οποίοι αντικαθιστούσαν τους εκπαιδευμένους στρατιώτες που είχαν σταλεί να πολεμήσουν στην ηπειρωτική Ελλάδα. Αυτές οι δυνάμεις ήταν ήδη οργανωμένες σε συντάγματα και για πρακτικούς λόγους αποφασίστηκε να διατηρηθεί η υπάρχουσα οργάνωση των ελληνικών μονάδων και απλώς να ενισχυθούν με όσους έμπειρους άντρες έφθαναν από την ηπειρωτική χώρα.

Το στρατιωτικό απόσπασμα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας αποτελούνταν από την αρχική βρετανική φρουρά και 25.000 ακόμη στρατιώτες που είχαν εγκαταλείψει την ηπειρωτική χώρα Αυτοί οι 25.000 στρατιώτες ήταν ένα μείγμα από ακέραιες μονάδες με δική τους διοίκηση και άλλες, φτιαγμένες από στρατιώτες διάφορων μονάδων οι περισσότεροι των οποίων δεν είχαν βαρύ εξοπλισμό.

Οι μονάδες-κλειδιά ήταν η 2η νεοζηλανδική Μεραρχία (εκτός από την 6η Ταξιαρχία και τη διοίκηση του τμήματος που είχε σταλεί στην Αίγυπτο), η αυστραλιανή 19η Ταξιαρχία και η βρετανική 14η Ταξιαρχία Πεζικού. Οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν στη διάθεσή τους έξι άρματα μάχης τύπου Cruiser Mk I. Υπήρχαν ακόμη περίπου 85 πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων. Πολλά από αυτά ήταν ιταλικά που είχαν περιέλθει σε ελληνικά χέρια και δεν διέθεταν στόχαστρα βομβαρδισμού.

Οι Γερμανοί μόλις κατέλαβαν την ηπειρωτική Ελλάδο άρχισαν συνεχείς βομβαρδισμούς του νησιού, αναγκάζοντας τη RAF να μεταφέρει τα αεροσκάφη της στην Αλεξάνδρεια Ετσι η γερμανική αεροπορία (Λουφτβάφε) απέκτησε την απόλυτη αεροπορική υπεροχή. Παρ' όλα αυτά, η Κρήτη παρέμενε απειλή και θα έπρεπε τελικά να κατακτηθεί

Οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές του  «Ερμή»

Στις 25 Απριλίου ο Αδόλφος Χίτλερ υπέγραψε τη διαταγή για την εισβολή στην Κρήτη. Οι δυνάμεις του βρετανικού ναυτικού με κέντρο την Αλεξάνδρεια διατηρούσαν τον έλεγχο του θαλάσσιου χώρου γύρω από την Κρήτη, έτσι κάθε αμφίβια επίθεση θα ήταν παρακινδυνευμένη. Ετσι οι Γερμανοί με δεδομένη την από αέρος υπεροχή αποφάσισαν εισβολή από αέρος.

Στην επιχείρηση δόθηκε το κωδικό όνομα «Ερμής» (Unternehmen Merkur). Αυτή θα ήταν η πρώτη πραγματικά μεγάλης κλίμακας αεροπορική εισβολή. Οι Γερμανοί είχαν χρησιμοποιήσει αλεξιπτωτιστές και ανεμοπλάνα - σε πολύ μικρότερη κλίμακα- στην εισβολή στη Γαλλία και στις Κάτω Χώρες, στη Νορβηγία αλλά και την ηπειρωτική Ελλάδα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση Γερμανοί αλεξιπτωτιστές είχαν σταλεί να καταλάβουν τη γέφυρα της διώρυγας της Κορίνθου, την οποία οι Βρετανοί σκαπανείς ετοιμάζονταν να ανατινάξουν. Η γέφυρα υπέστη ζημιές κατά τη διάρκεια της σύρραξης, πράγμα που καθυστέρησε τη γερμανική προέλαση και έδωσε στους Συμμάχους χρόνο να μεταφέρουν 18.000 στρατιώτες στην Κρήτη και 23.000 ακόμη στην Αίγυπτο, με κόστος όμως την απώλεια μεγάλου τμήματος του βαρέως οπλισμού.

Ο Γερμανός ναύαρχος Βίλχελμ φον Κανάρις, αρχηγός της Αμπβερ, της υπηρεσίας πληροφοριών του στρατού είχε λάθος στοιχεία για τον αριθμό των στρατιωτών της Κοινοπολιτείας στην Κρήτη και για τις "αντιβρετανικές διαθέσεις" των κατοίκων. Ο Γερμανός πτέραρχος Κουρτ Στουντέτ, επικεφαλής του σχεδιασμού για την κατάληψη της Κράτης. Δικάστηκε για εγκλήματα πολέμου.

Οι Γερμανοί αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το σώμα των αλεξιπτωτιστών (FaUschirmjager) για να καταληφτούν θέσεις-κλειδιά του νησιού, συμπεριλαμβανομένων και αεροδρομίων, τα οποία μετέπειτα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για μεταφορά προμηθειών και πολεμοφοδίων από αέρος. Για την πραγματοποίηση της επίθεσης το 11ο Αερομεταφερόμενο Σώμα (XI Fliegerkorps) θα έπρεπε  να συνεργαστεί με την 7η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία, η οποία και θα έριχνε τους άντρες της με αλεξίπτωτα και I ανεμοπλάνα, ακολουθούμενη από την 22η Μεραρχία Αεραπόβασης όταν τα αεροδρόμια θα ήταν ασφαλή. Η επίθεση ήταν αρχικά προγραμματισμένη για τις 16 Μαΐου, αναβλήθηκε όμως για τις 20 του μηνός και η 5η Ορεινή Μεραρχία ! αντικατέστησε την 22η Μεραρχία.

Κατασκοπεία: Μια αλυσίδα σφαλμάτων

Οι Αγγλοι ήταν ενήμεροι για την επίθεση, αφού είχαν υποκλέψει πολλά σήματα των Γερμανών μέσω του αγγλικού δικτύου αποκρυπτογράφησης Ultra, το οποίο έσπαγε τα κωδικοποιημένα μηνύματα των Γερμανών. Μια γερμανική ασύρματη συσκευή αποστολής κρυπτογραφημένων μηνυμάτων Enigma είχε πέσει στα χέρια των Πολωνών κι αυτοί, λίγες μέρες προτού η πατρίδα τους καταληφτεί από τους ναζί, την έδωσαν στους Αγγλους για ανάλυση. Ετσι δόθηκε η ευκαιρία στους Αγγλους κρυπτογράφους να σπάσουν τον μηχανισμό της.

Παρ’ όλα αυτά και οι δύο αντίπαλοι έπεσαν έξω στις προβλέψεις τους. Ο Νεοζηλανδός στρατηγός Φράιμπεργκ (από τους λιγότερο ικανούς του συμμαχικού στρατοπέδου) οργάνωσε την άμυνα του νησιού αναμένοντας ναυτική απόβαση, καθώς οι μεταφραστές του παραπλανήθηκαν από τα συμφραζόμενα. Στην αρχή οι Βρετανοί πίστεψαν πως η πληροφορία για τη σχεδιαζόμενη κατάληψη του νησιού ήταν παραπλανητική και πως ο στόχος μπορεί να ήταν η Κύπρος ή η Συρία, ανοίγοντας δρόμο προς το Ιράκ, με αφορμή τον αγγλοϊρακινό πόλεμο (2-31 Μαΐου 1941). Ο ίδιος ο Τσόρτσιλ στις 3 Μαΐου πίστευε πως η επίθεση είχε παραπλανητικό χαρακτήρα.

Πάντως η επίθεση αναμενόταν από τον Βορρά και η άμυνα στήθηκε στις βόρειες ακτές και στα λιμάνια του Ηρακλείου και του Ρεθύμνου (που περιλάμβαναν και από ένα πρωτόγονο αεροδρόμιο), στον κόλπο της Σούδας και στην ακτή των Χανιών έως τη δυτική άκρη όπου βρισκόταν η ακτή και το αεροδρόμιο του Μάλεμε.

Ο Γερμανός ναύαρχος Βίλχελμ φον Κανάρις, αρχηγός της Αμπβερ (υπηρεσία πληροφοριών του στρατού), αρχικά ανέφερε ότι υπήρχαν μόνο 5.000 Βρετανοί στρατιώτες στην Κρήτη και καθόλου ελληνικές δυνάμεις, αφού ο βασιλιάς Γεώργιος Β' και η ακολουθία του είχαν εγκαταλείψει την Ελλάδα μέσω Κρήτης με τη συνοδεία Ελλήνων και κοινοπολιτειακών στρατιωτών. Είχε επίσης την πληροφορία πως ο λαός της Κρήτης έτρεφε αντιμοναρχικά αισθήματα και ως εκ τούτου θα υποδεχόταν τους Γερμανούς με κάποια συμπάθεια ή έστω ουδετερότητα. Ο Φρίντριχ φον ντερ Χάινε -διοικητής του 3ου Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών- επιβεβαιώνει ότι στην ενημέρωση που έκανε ο πτέραρχος Στουντέντ στους αξιωματικούς των αλεξιπτωτιστών στην Αθήνα ανέφερε ότι υπήρχαν ένοπλες ομάδες Κρητικών φιλικές προς τους Γερμανούς και οι οποίες θα αποκάλυπταν την ταυτότητά τους με το σύνθημα «Major Bock!» (Ταγματάρχης Μποκ).

Φλεγόμενα βρετανικά πλοία στον κόλπο της Σούδας έπειτα από Γερμανικό βομβαρδισμό

Το τριπλό χτύπημα – Η διάταξη δυνάμεων

Οι Γερμανοί θα χτυπούσαν σε τρία μέτωπα. Στο Μάλεμε θα χτυπούσε η ομάδα κρούσης «Κομήτης» υπό τον Οϊγκεν Μάιντλ, στον κάμπο της Αγυιάς, στη Σούδα, στα Χανιά και στο Ρέθυμνο η ομάδα «Αρης» υπό τον Βίλχελμ Σούσμαν και στην περιοχή του Ηρακλείου η ομάδα «Ωρίων» υπό τον Μπροόνο Μπράουερ.

Το σύνολο των δυνάμεων που διέθεσαν οι Γερμανοί για την κατάληψη της Κρήτης ανερχόταν σε 22.750 άντρες, 1.370 αεροσκάφη και 70 σκάφη για τη μεταφορά αποβατικών δυνάμεων και εφοδίων που υποστηρίζονταν από μικρό αριθμό αντιτορπιλικών και τορπιλακάτων, ενώ ένα ενισχυμένο ιταλικό σύνταγμα (ύστερα από αίτηση του Μουσολίνι) θα αποβιβαζόταν στις ανατολικές ακτές του νησιού. Η ενέργεια όμως αυτή πραγματοποιήθηκε στα τέλη Μαΐου 1941, όταν πια η τύχη του νησιού είχε ήδη κριθεί.

Στρατηγείο Δυνάμεων Κρήτης (υποστράτηγος Φράι- μπεργκ) στο χωριό Αγ. Ματθαίος, 3 χλμ. βόρεια των Χανιών. Τομέας Μάλεμε - Αγυιάς: Διοικητής ταξίαρχος Πάτικ. Τομέας Χανιών - Σούδας·. Διοικητής υποστράτηγος Ουέστον. Τομέας Ρεθύμνου - Γεωργιουπόλεως: Διοικητής ταξίαρχος Βάζει. Τομέας Ηρακλείου: Διοικητής ταξίαρχος Τσάπελ.

Τελικά η συνολική στρατιωτική δύναμη της Κρήτης ανερχόταν σε περίπου 31.500 Βρετανούς (1.512 αξιωματικοί και 29.978 οπλίτες) και περίπου 11.500 Ελληνες (474 αξιωματικοί και 10.976 οπλίτες).

Γερμανός στρατιώτης εισέρχεται στο διάσπαρτο με πτώματα χωριό Γαλατάς την επόμενη της νεοζηλανδικής επίθεσης.

Ημέρα πρώτη - 20 Μαΐου 1941

Ο Φρίντριχ φον ντερ Χάινε, διοικητής του 3ου Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών, θυμάται: «Προς το τέλος του Απριλίου 1941 όλη η δύναμη των Γερμανών αλεξιπτωτιστών μεταφέρθηκε σιδηροδρομικά μέσω Ουγγαρίας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας (που ήταν σύμμαχοι του Αξονα) στην Ελλάδα».

Εν τω μεταξύ στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 1941 στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία» ο πτέραρχος Στουντέντ εξέθεσε αναλυτικά στους αξιωματικούς το σχέδιό του για την κατάληψη της Κρήτης. Οι αξιωματικοί δεν γνώριζαν την αποστολή και κατάλαβαν τον προορισμό τους  όταν μπαίνοντας στην αίθουσα συνεδριάσεων αντίκρισαν στημένο τον τεράστιο χάρτη του νησιού. Το νησί της Κρήτης θα δεχόταν επίθεση ταυτόχρονα σε τέσσερα διαφορετικά σημεία, αρχίζοντας από δυτικά προς ανατολικά.

Το σύνταγμα εφόδου θα έπεφτε στα δυτικά προκειμένου να καταλάβει το αεροδρόμιο του Μάλεμε, το 3ο Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών θα έπεφτε για να καταλάβει τα Χανιά, το 2ο Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών θα καταλάμβανε το Ρέθυμνο και το παραπλήσιο αεροδρόμιο και το 1ο Σύνταγμα θα έπεφτε στις Γούρνες για να καταλάβει το Ηράκλειο.

Το πρωί της 20ής Μαΐου, με το πρώτο φως της μέρας, η Λουφτβάφε άρχισε να βομβαρδίζει με σφοδρότητα τις θέσεις των υπερασπιστών του νησιού, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις χερσαίες επιχειρήσεις. Δύο ώρες αργότερα, στις 8 π.μ., άρχισε η κατά κύματα ρίψη των αλεξιπτωτιστών και η προσγείωση των πρώτων ανεμοπλάνων στη δυτική Κρήτη. Τα γερμανικά αεροπλάνα σκίασαν τον ουρανό. Το κομβόι ήταν τόσο μεγάλο που όταν τα πρώτα αεροπλάνα χτυπούσαν ήδη την Κρήτη, οι κάτοικοι του Γυθείου έβλεπαν ακόμη αεροπλάνα να περνούν. Οι ελληνοβρετανικές δυνάμεις απάντησαν με αντιαεροπορικά πυρά, ενώ οι μονάδες πεζικού χτυπούσαν και εξουδετέρωναν τους αλεξιπτωτιστές στον αέρα και στο έδαφος.

Γερμανοί στρατιώτες προελαύνουν σε περιοχή γεμάτη πτώματα στρατιωτών της Κοινοπολιτείας

Στο Μάλεμε η ομάδα «Κομήτης» υπό τον υποστράτηγο Μάιντλ προσγείωσε 50 ανεμοπλάνα στην ξερή κοίτη και κατέλαβε τη γέφυρα του ποταμού Ταυρωνίτη και το στρατόπεδο της RAF, αλλά δεν μπόρεσε να καταλάβει το αεροδρόμιο. Μέχρι τις απογευματινές ώρες η μάχη για το Υψωμα 107, που δέσποζε πάνω από το αεροδρόμιο, ήταν σκληρή, με τρεις μονάδες Νεοζηλανδών να προτάσσουν σθεναρή άμυνα.

Οι απώλειες που είχαν υποστεί οι δυνάμεις του 22ου Τάγματος Πεζικού των αμυνομένων στο Υψωμα 107 έκανε τον διοικητή τους, αντισυνταγματάρχη Αντριου, να αμφιβάλλει για το πόσο μπορούσε να αντέξει νέα γερμανική επίθεση την επόμενη μέρα. Ζήτησε ενισχύσεις, αλλά οι γραμμές επικοινωνίας με το 20ό και το 23ο Τάγμα των Νεοζηλανδών είχαν κοπεί και έτσι αποφάσισε μέσα στη νύχτα να αποσυρθεί από το ύψωμα. Δυτικά του Μάλεμε, στο Κολυμπάρι, η ελληνική Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων απέκρουσε με επιτυχία τους Γερμανούς, αλλά οι απώλειες της και η έλλειψη πυρομαχικών την ανάγκασαν να συμπτυχθεί σε νέα τοποθεσία.

Την επόμενη ημέρα, 21/5/1941, οι Γερμανοί κατέλαβαν το αφύλακτο Υψωμα 107 και απέκτησαν τον έλεγχο της ακτής του Μάλεμε και του παράλληλου σε αυτήν αεροδιάδρομου. Η «εύκολη» αυτή κατάληψη του Υψώματος 107 έκρινε στην ουσία και τη μάχη της Κρήτης. Ο στρατηγός Φράιμπεργκ έδωσε το απόγευμα διαταγή για ανακατάληψη του αεροδρομίου, με αντεπίθεση το βράδυ της 21ης προς 22η Μαΐου. Ομως το 2/7 τάγμα Αυστραλών που έπρεπε να κινηθεί 29 χλμ. βόρεια για να υποστηρίξει και να ενωθεί με το 20ό τάγμα των Νεοζηλανδών άργησε να προωθηθεί λόγω των γερμανικών βομβαρδισμών και τελικά η αντεπίθεση άρχισε στις 3 τα ξημερώματα και απέτυχε γιατί με το πρώτο φως οι Γερμανοί είχαν πλέον αεροπορική υποστήριξη.

Ενα κομβόι από 20 καΐκια συνοδευόμενα από την ιταλική τορπιλάκατο «Lupo» προσπάθησε να αποβιβάσει γερμανικά στρατεύματα στην παραλία του Μάλεμε λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, αλλά απωθήθηκαν από το βρετανικό ναυτικό. Τελικά μόνο ένα καΐκι αποβίβασε τρεις αξιωματικούς και 110 Γερμανούς στρατιώτες στο ακρωτήριο Σπάθα, ενώ ένα κότερο που επιχείρησε στο Ακρωτήρι έγινε αντιληπτό από την ακτοφυλακή, με αποτέλεσμα να γλιτώσει μόνο ένας Γερμανός στρατιώτης.
Μάχη σε Χανιά, Γαλατά, Αγυιά

Αντρες των συμμαχικών δυνάμεων στην Κρήτη αιχμάλωτοι του γερμανικού στρατού, ο οποίος βαρύνεται και με την εκτέλεση πολλών από αυτούς.

Ανατολικότερα, στην περιοχή της Αγυιάς διεξήχθησαν σφοδροί αγώνες ολόκληρη τη μέρα με το 6ο Ελληνικό Σύνταγμα Πεζικού, που κατείχε τα υψώματα νότια του χωριού Γαλατά και βρέθηκε μέσα στη ζώνη προσγείωσης του όγκου των Γερμανών αλεξιπτωτιστών της ομάδας «Αρης», να δέχεται αλλεπάλληλες επιθέσεις. Ο διοικητής, ο υποδιοικητής, ένας διοικητής λόχου και πολλοί διμοιρίτες του συντάγματος ήταν μεταξύ των πρώτων νεκρών. Ο άνισος αγώνας υποχρέωσε το σύνταγμα σε σύμπτυξη προς τον Γαλατά. Οι Γερμανοί παρά τις σοβαρές απώλειες κατάφεραν να σταθεροποιηθούν στην περιοχή των φυλακών της Αγυιάς και απώθησαν την αντεπίθεση ενός νεοζηλανδέζικου τάγματος το ίδιο βράδυ. Η επίθεση για την κατάληψη της Σούδας και των Χανιών απέτυχε με μεγάλες απώλειες για τους αλεξιπτωτιστές, αναγκάζοντας τους Γερμανούς - περίμεναν αντεπίθεση από τους Βρετανούς την νύχτα- να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους και να οργανωθούν αμυντικά στην περιοχή των φυλακών Αγυιάς.

Τα Γερμανικά αεροπλάνα σκίασαν τον ουρανό. Οταν τα πρώτα χτυπούσαν την Κρήτη τα τελευταία περνούσαν πάνω από το Γύθειο

Σε Ρέθυμνο και Ηράκλειο

Τις απογευματινές ώρες 161 μεταφορικά αεροσκάφη πραγματοποίησαν ρίψη αλεξιπτωτιστών και στρατιωτικού υλικού στην περιοχή του Ρεθύμνου. Ενα τμήμα αλεξιπτωτιστών, αφού κατέλαβε τα χωριά Περιβόλια και Καστελάκια, κινήθηκε προς το Ρέθυμνο, αποκρούστηκε όμως από το Τάγμα Οπλιτών Χωροφυλακής, με σημαντικές απώλειες και για ας δύο πλευρές. Ελληνες και Αυστραλοί απέκρουσαν με επιτυχία την επίθεση σε έναν λόφο δυτικά του αεροδρομίου του Ρεθύμνου, συλλαμβάνοντας μάλιστα 80 αιχμαλώτους. Παρά τις σοβαρές απώλειές τους, που ανήλθαν στο ένα τρίτο της δύναμής τους, οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν το χωριό Αμπελάκια και έναν λόφο ανατολικά του αεροδρομίου.

Στον Τομέα Ηρακλείου η επίθεση της ομάδας «Ωρίων» ξεκίνησε σας 15.00, με την πόλη του Ηρακλείου να δέχεται για μία ώρα σφοδρό βομβαρδισμό που προκάλεσε σοβαρές καταστροφές. Η ρίψη των αλεξιπτωτιστών έγινε σας 16.00, χωρίς όμως να έχουν αεροπορική υποστήριξη, γεγονός που ήταν αποφασιστικής σημασίας για την τύχη των γερμανικών τμημάτων. Το τάγμα αλεξιπτωτιστών που είχε ως στόχο την κατάληψη του αεροδρομίου εξοντώθηκε από
δυνάμεις Βρετανών και Αυστραλών, ενώ ταυτόχρονα δύο τάγματα αλεξιπτωτιστών (μειωμένης δύναμης) υποχρεώθηκαν να καθηλωθούν αμυνόμενα στις επιθέσεις που δέχτηκαν από ένοπλους πολίτες, χωροφύλακες και οπλίτες του 7ου Ελληνικού Συντάγματος Πεζικού.

Ημέρα δεύτερη - 22 Μαΐου 1941

Την επόμενη μέρα, 22/5/1941, οι αμυνόμενοι οργάνωσαν νυχτερινή αντεπίθεση στο Μάλεμε, στην οποία θα λάμβαναν μέρος το 20ό Τάγμα Νεοζηλανδών και το 28ό Τάγμα Μαορί. Ομως ο σχεδιασμός δεν ήταν καλός και χάθηκε το πλεονέκτημα της νυχτερινής επίθεσης. Το πρωί οι συμμαχικές δυνάμεις σφυροκοπήθηκαν από τα Στούκας και τις δυνάμεις των Γερμανών αλεξιπτωτιστών που πλέον είχαν οχυρωθεί. Ετσι οι Σύμμαχοι έχασαν την ευκαιρία να ανακτήσουν το αεροδρόμιο και αναγκάστηκαν να αποτραβηχτούν ανατολικότερα ώστε να μην αποκοπούν. Αυτό αποδείχθηκε ολέθριο για την άμυνα του νησιού. Οι Γερμανοί μπορούσαν πλέον να ανεφοδιάζονται από αέρος και πολύ γρήγορα άλλαξαν οι συσχετισμοί, αφού σε λίγες ώρες είχαν στη διάθεσή τους πυροβόλα όπλα αλλά και πολλές στρατιωτικές μοτοσικλέτες με τις οποίες μπορούσαν να κινούνται γρήγορα και ευέλικτα, ενώνοντας τις μονάδες τους και χτυπώντας στα αδύνατα σημεία της αμυντικής διάταξης.
23-27 Μαΐου 1941

Μάχες συνεχίζονταν στον θαλάσσιο χώρο του νησιού, όπου ο συμμαχικός στόλος αντιμετώπιζε τις προσπάθειες των Γερμανών να αποβιβάσουν στρατεύματα από θαλάσσης. Στα στενά της Κάσου και της Μήλου γίνονταν ναυμαχίες, όπως και στον δίαυλο των Κυθήρων, με τους Συμμάχους να έχουν μεγάλες απώλειες από τις αεροπορικές επιθέσεις αλλά να καταφέρνουν να αποκρούσουν τη ναυτική απόβαση στο νησί.

Ενας Μαορί τραυματίας πολεμιστής του νεοζηλανδικού στρατού από την Κρήτη αποβιβάζεται στην Αλεξάνδρεια.

Σας 24 Μαΐου βομβαρδίστηκαν οι συμμαχικές θέσεις στο Καστέλι και οι Γερμανοί (95 Gebirgs Pioneer BataUion) προωθήθηκαν στον συνοικισμό. Αυτές οι αεροπορικές επιθέσεις έδωσαν την ευκαιρία σε Γερμανούς αλεξιπτωτιστές που είχαν συλληφθεί στις 20 Μαΐου να δραπετεύσουν, σκοτώνοντας και αιχμαλωτίζοντας με τη σειρά τους πολλούς Νεοζηλανδούς αξιωματικούς που διοικούσαν το 1ο Σύνταγμα του ελληνικού στρατού. Οι Ελληνες πρόβαλαν λυσσαλέα αντίσταση, αλλά με 600 όπλα και λίγες σφαίρες για 1.000 στρατιώτες δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τους Γερμανούς. Οι μάχες με τα απομεινάρια του 1ου Ελληνικού Συντάγματος συνεχίστηκαν μέχρι τις 26 Μαΐου, εμποδίζοντας τους Γερμανούς να προσγειώσουν ενισχύσεις.

Στις 26 Μαΐου η πίεση κορυφώθηκε, αφού άρχισαν σφοδροί βομβαρδισμοί με αεροσκάφη Στούκας. Την επόμενη μέρα (27 Μαΐου 1941) παραδόθηκε η πόλη των Χανιών.

Στις 28 Μαΐου οι Γερμανοί κατόρθωσαν να πλεύσουν στον κόλπο του Κίσσαμου και να αποβιβάσουν δύο τανκς (Panzer II), τα οποία προωθήθηκαν στον Πλάτανο, όπου ενώθηκαν με μια μονάδα μοτοσικλετιστών, μια μηχανοκίνητη μονάδα πυροβολικού, μια μονάδα αντιμετώπισης τεθωρακισμένων και ένα τάγμα ανιχνευτών, χτυπώντας την κύρια οδό διαφυγής των Αγγλων, την παραλιακή οδό Ρεθύμνου Ήρακλείου.

Τη νύχτα 26ης προς 27η Μαΐου προσγειώθηκαν στη Σούδα η 7η και η 8η Μοίρα Αγγλων κομάντο, που είχαν εντολή να ενεργήσουν στα μετόπισθεν των Γερμανών, δίνοντας χρόνο στην εκκένωση του νησιού από τους Συμμάχους. Η επιχείρηση των κομάντο επρόκειτο να γίνει το βράδυ της 25ης Μαΐου, αλλά αναβλήθηκε λόγω κακών καιρικών συνθηκών, πράγμα που σημαίνει ότι τουλάχιστον από τις 23-24 Μαΐου υπήρχαν σκέψεις για αποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων.
Το πρωί της 27ης Μαΐου το 28ό Τάγμα Μαορί (Νεοζηλανδοί) και τα 2/7 και 2/8 Τάγματα Αυστραλών αναγκάστηκαν να επιτεθούν με τις λόγχες για να απελευθερώσουν μέρος του δρόμου Σούδας - Χανιών που είχαν αποκόψει οι Γερμανοί (114 Ορεινό Σύνταγμα), όμως ήδη στο Λονδίνο ο στρατηγός Γουέιβελ ενημέρωνε τον Ουίνστον Τσόρτσιλ πως η μάχη είχε πλέον χαθεί και διατάχθηκε η εκκένωση του νησιού.

Υπήρξε και ιταλική εμπλοκή, καθώς ο ιταλικός στόλος από τα Δωδεκάνησα εμφανίστηκε στην ανατολική πλευρά του νησιού και αποβιβάστηκε στη Σητεία για να ενωθεί με τους Γερμανούς στην Ιεράπετρα. Οι Ιταλοί πίστευαν ότι οι Αγγλοι θα επιχειρήσουν απόβαση στο βορειοανατολικό μέρος του νησιού, αλλά οι Βρετανοί ήταν απασχολημένοι να φυγαδεύουν τη φρουρά του νησιού.

Υποχώρηση και εκκένωση

Οι Γερμανοί ύστερα από άγριες και φονικές μάχες απώθησαν τελικά τις δυνάμεις των Συμμάχων και των Ελλήνων προς τον νότο με την υποστήριξη αεροπορίας και πυροβολικού και με αλλεπάλληλα κύματα μοτοσικλετιστών και μονάδων ορεινών καταδρομών. Το ορεινό έδαφος της Κρήτης δεν ευνοούσε την ανάπτυξη τεθωρακισμένων. Οι φρουρές της Σούδας ακολούθησαν τον δρόμο προς Βιτσιλόκουμο, βόρεια των Σφακίων. Στα μισό του δρόμου, κοντά στο χωριό Ασκύφου, υπήρχε ένα μεγάλο πλάτωμα όπου μπορούσαν να πέσουν αλεξιπτωτιστές.

Εκεί ο στρατός φύλαγε την περίμετρο ώστε να μην επιχειρήσουν οι Γερμανοί και κοπεί ο δρόμος υποχώρησης. Το 5ο Σύνταγμα Νεοζηλανδών ανέκοψε το 141ο Ορεινό Σύνταγμα των Γερμανών που επιχείρησε ελιγμό περικύκλωσης. Στο χωριό Στύλος οι Νεοζηλανδοί αναγκάστηκαν να δώσουν μάχες οπισθοφυλακής, κρατώντας ανοιχτό τον δρόμο της υποχώρησης προς τα Σφακιά. Παρ’ όλα αυτά, στην τοποθεσία Αγιοι Πάντες αποκόπηκαν δύο αγγλικές μονάδες κομάντο (Layforce) οι οποίες και αποδεκατίστηκαν. Γλίτωσαν μόνον ο διοικητής Ρόμπερτ Λέικοκ και ο υπασπιστής του -και μετέπειτα λογοτέχνης- Εβελιν Βο, οι οποίοι διέφυγαν με ένα τανκ. Από τους 800 Αγγλους κομάντο που στάλθηκαν στο νησί, μόνο 179 άντρες γλίτωσαν τη ζωή τους.

Από την 28η Μαΐου έως την 1η Ιουνίου τα στρατεύματα επιβιβάζονταν σε πλοία με προορισμό την Αίγυπτο. Από τα Σφακιά αποχώρησαν 6.000 άντρες και η νηοπομπή υπέφερε μεγάλες απώλειες από τις επιθέσεις των Στούκας.

Από το Ηράκλειο αποχώρησαν 4.000 άντρες το βράδυ της 28ης Μαΐου, ενώ το επόμενο βράδυ αποχώρησαν 1.500 και το μεθεπόμενο 4.000 άντρες. Από τους 32.000 άντρες των  Αγγλων που βρίσκονταν στο νησί, αποχώρησαν οι 18.600.  Ενώ 12.000Αγγλοι, Σύμμαχοι και Ελληνες στρατιώτες βρίσκονταν ακόμη στο νησί την 1η Ιουνίου, όταν η Κρήτη πέρασε στον πλήρη έλεγχο των Γερμανών.

Παράδοση και απολογισμός θυμάτων

Ο ταξίαρχος Τσάπελ, διοικητής του Ηρακλείου, υποχρεώθηκε να παραδώσει την πόλη αναχωρώντας το βράδυ της  28ης Μαΐου. Το Ρέθυμνο παραδόθηκε το βράδυ της 30ής Μαΐου. Την 1η Ιουνίου οι 5.000άντρες που βρίσκονταν στα Σφακιά παραδόθηκαν. Μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1941 τουλάχιστον 500 άντρες της Κοινοπολιτείας παρέμεναν στο νησί, κρύβονταν μαζί με τους αντάρτες και παρενοχλούσαν τους Γερμανούς με κάθε δυνατό τρόπο.

Οι μάχες που δόθηκαν στην Κρήτη ήταν φονικότατες, και οι απώλειες -και των δυο πλευρών- ήταν τεράστιες.

Για τους Συμμάχους: 3.579 νεκροί, 1.918 τραυματίες και 12.254 αιχμάλωτοι. Για τους Ελληνες: 544 νεκροί, 5.225 αιχμάλωτοι. Για τους Γερμανούς: 4.041 νεκροί, 2.640 τραυματίες, 17 αιχμάλωτοι.
Το επίλεκτο σώμα των Γερμανών αλεξιπτωτιστών αποδεκατίστηκε και στο υπόλοιπο του πολέμου δεν ξαναχρησιμοποιήθηκαν αλεξιπτωτιστές. Αντίθετα, οι Σύμμαχοι δημιούργησαν σώματα αλεξιπτωτιστών, τα οποία όμως έπεφταν με βαρύ οπλισμό και δεν περίμεναν τον ανεξάρτητο φωριαμό με τα όπλα τους. Τέτοια σώματα συμμετείχαν στη Σικελία, στην απόβαση της Νορμανδίας και στην απελευθέρωση των Κάτω Χωρών.

Γερμανός στρατιώτης δίνει την χαριστική βολή σε έναν από τους 25 πατριώτες που εκτελέστηκαν για λόγους εκδίκησης στο χωριό Κοντομαρί των Χανίων στις 2 Ιουνίου 1941

Στην Κρήτη οι Γερμανοί συνάντησαν για πρώτη φορά αντίσταση από ντόπιο πληθυσμό. Η αρχική έκπληξή τους μετατράπηκε σε οργή καθώς περνούσαν οι μέρες και έτσι όταν επικράτησαν πήραν την εκδίκησή τους με μαζικές εκτελέσεις, όπως στο χωριό Αλικιανός όπου εκτέλεσαν 195 πατριώτες (Ιούνιος-Αύγουστος 19411 και στο χωριό Κοντομαρί (25 πατριώτες - 2 Ιουνίου 1941). Το χωριό Κάνδανος ξεθεμελιώθηκε και εκτελέστηκαν 180 πατριώτες (3 Ιουνίου 1941), εγκαινιάζοντας μια αιματηρή παράδοση που θα συνεχιζόταν με τα 20 χωριά της Ιεράπετρας και 500 εκτελεσμένους πατριώτες (Σεπτέμβριος 1943), τα Ανώγεια (Αύγουστος 1944) και τα εννιά χωριά της πεδιάδας Αμαρίου με τους 165 εκτελεσμένους πατριώτες.

Στη μάχη της Κρήτης εντοπίστηκαν -εκ των υστέρων- τα εξής λάθη: Πρώτον, δεν καταστράφηκαν τα αεροδρόμια, παρά την πρόταση του Νεοζηλανδού διοικητή Φράιμπεργκ. Δεύτερον, δεν προβλέφτηκε η ρίψη αλεξιπτωτιστών αλλά αναμενόταν ναυτική απόβαση. Τρίτον, ο πενιχρός εξοπλισμός (μικρή δύναμη πυροβολικού και μόνο έξι τεθωρακισμένα). Τέταρτον, η διαρκής εναλλαγή διοικητών (από το φθινόπωρο του 1940 έως τον Μάιο του 1941 άλλαξαν στο νησί επτά διοικητές). Πέμπτον, ανύπαρκτη αεροπορική δύναμη των Συμμάχων. Εκτον, ο πληθυσμός ήταν αφοπλισμένος από το καθεστώς Μεταξά.

Στην Κρήτη το επίλεκτο σώμα των Γερμανών αλεξιπτωτιστών αποδεκατίστηκε και δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε. Πρόχειρο στρατιωτικό νεκροταφείο τον Μάιο ή Ιούνιο του '41

Παρά τη γενναιότητα των μαχητών, η μάχη της Κρήτης δεν καθυστέρησε την εισβολή στη Σοβιετική Ενωση (επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα»). Ο σχεδιασμός των δύο επιχειρήσεων ήταν ανεξάρτητος και απλώς έπρεπε η κατάληψη της Κρήτης να έχει ολοκληρωθεί μέσα στον μήνα Μάιο. Η επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» καθυστέρησε λόγω της παρατεταμένης άνοιξης και των πλημμυρών που έγιναν στην Πολωνία.

{[['']]}

Γιατί η Κρήτη κόστισε στον Χίτλερ τετραπλάσιους νεκρούς από όλα τα Βαλκάνια.

Του Γιάννη Σκαλιδάκη, Ιστορικού  – HotDoc History

Μια αρχαϊκή, απομονωμένη, φτωχή αλλά αυτάρκης κοινωνία αντιμέτωπη με την τεχνολογικά υπέρτερη Δύση ξαναπαίρνει τα όπλα. Η λαϊκή συμμετοχή στη μάχη, πρόπλασμα της Αντίστασης. Τα τερατώδη αντίποινα των ναζί και η συνηγορία του Χάιντς υπέρ των Γερμανών «ιπποτών».

Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη, ξαρμάτωτη την ηύρηκες και λείπαν τα παιδιά της. Στα χιόνια πολεμούσανε πάνω στην Αλβανία μα πάλι πολεμήσανε για την ελευθερία

Η μάχη της Κρήτης είναι ένα διακριτό επεισόδιο στην ιστορία του Β' Παγκόσμιου Πολέμου για τη χώρα μας αλλά και την πορεία του πολέμου πανευρωπαϊκά. Στην Ελλάδα σηματοδοτεί τόσο την ολοκλήρωση της κατοχής από τον φασιστικό Αξονα όσο και την ταυτόχρονη έναρξη της λαϊκής αντίστασης ενάντια στην κατοχή αυτή.

Για την Ευρώπη, η μάχη της Κρήτης τοποθετείται ανάμεσα στην κατάκτηση σχεδόν όλης της ηπείρου με χαρακτηριστική ευκολία από τις γερμανικές στρατιές και την επικείμενη επίθεση στη Σοβιετική Ενωση, που θα μετέτρεπε τον πόλεμο αυτό σε σχεδιασμένη γενοκτονική επιχείρηση άνευ προηγουμένου.

Η γερμανική επίθεση στην Κρήτη στα τέλη Μαΐου 1941 αποτέλεσε κάτι σαν πρελούδιο σε αυτή την αλλαγή στον χαρακτήρα του πολέμου, η δε λαϊκή συμμετοχή στην υπεράσπιση του νησιού, προπομπός της λαϊκής ένοπλης αντίστασης, αντιμετωπίστηκε με ωμή βία κατά αμάχων και καταστροφές κατοικημένων τόπων, προεικονίζοντας τον «φυλετικό πόλεμο» που θα εξαπέλυε η Γερμανία λίγες εβδομάδες αργότερα.

Εκτέλεση χωρικού από γερμανικό απόσπασμα μετά την κατάληψη του νησιού επειδή είχε "τολμήσει" να αντισταθεί στους εισβολείς.

 Θα προσπαθήσουμε εδώ να δώσουμε ορισμένα στοιχεία για το φαινόμενο της λαϊκής συμμετοχής στη μάχη της Κρήτης, τόσο από το παρελθόν των πολεμικών εμπειριών των κατοίκων του νησιού όσο και από την τότε συγκυρία που μετέτρεψε την Κρήτη στο τελευταίο ελεύθερο ελληνικό έδαφος, με την παρουσία του βασιλέα Γεωργίου Β' και της κυβέρνησής του.

Θα δούμε επίσης τη σημασία της λαϊκής συμμετοχής στο στρατιωτικό πεδίο αλλά και ευρύτερα την πολιτική σημασία της για τις μετέπειτα εξελίξεις. Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η υποτίμηση της σημασίας της Αντίστασης από τους αναθεωρητές του χαρακτήρα του Β ’ Παγκόσμιου Πολέμου και περαιτέρω η αμαύρωσή της, όπως στην περίπτωση του Γερμανού ιστορικού Χάιντς Ρίχτερ. Σχετική με το τελευταίο σημείο είναι όλη η φιλολογία περί βαρβαρότητας των Κρητικών και κακοποίησης των «ιπποτών» Γερμανών αλεξιπτωτιστών. Σε αντίθεση με όσα επιστράτευσε το ναζιστικό επιτελείο -και αναπαρήγαγε ο Ρίχτερ- για το ζήτημα αυτό, τα στοιχεία για τις γερμανικές ωμότητες κατά του πληθυσμού, το μέγεθος και η μεθοδικότητα της βίας απέναντι στον πληθυσμό είναι πλήρως τεκμηριωμένα και συνιστούν αναγνωρισμένα εγκλήματα πολέμου.

Το 1940 η Κρήτη είχε 438.239 κατοίκους και το 1948 είχε φτάσει τις 475.800, σημειώνοντας αύξηση 70% τα τελευταία 67 χρόνια, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει από τις  μεγαλύτερες πυκνότητες αγροτικού πληθυσμού στην Ευρώπη, με 485 κατοίκους ανά τετραγωνικό μίλι. Ο μέσος όρος ζωής την περίοδο 1946-1948 ήταν τα 48,2 έτη, ήταν όμως 50,4 έτη για τον αγροτικό κόσμο και μόνο 41,2 για τους κατοίκους των τεσσάρων δήμων. Πάνω από το μισό του πληθυσμού ήταν κάτω των 30 ετών.

Η πλειονότητα του πληθυσμού ζούσε στο βόρειο μέρος του νησιού και λιγότερο από το ένα τέταρτο στη νότια πλευρά, οι μισοί σχεδόν από τους οποίους ήταν στην πεδιάδα της Μεσαράς. Το ένα τρίτο περίπου ζούσε στις παράκτιες κοινότητες όπου και οι περισσότερες κωμοπόλεις ενώ λιγότερο από το ένα πέμπτο ζούσε στις πρωτεύουσες των νομών.

Πριν από το Β' Π.Π η Κρήτη ήταν ένας τόπος με πολύ πυκνό αγροτικό πληθυσμό νεαρής ηλικίας και αυτάρκη αν και με αρχαϊκή αγροτική παραγωγή. Υπαίθρια αγορά Μεσκλά.

Μεγάλο μέρος της Κρητικής υπαίθρου διαβιούσε σε συνθήκες αυτάρκειας και ταυτόχρονα ανέχειας, με ό,τι συνεπαγόταν αυτό για το βιοτικό επίπεδο, τα ήθη και έθιμα και τις νοοτροπίες. Οι υλικές συνθήκες του νησιού διαμόρφωσαν και ανάλογες κοινωνικές μορφές και σχέσεις.

Σε μεγάλο μέρος της υπαίθρου κυριαρχούσαν αρχαϊκές μορφές αγροτικής παραγωγής με ελάχιστη σχέση με την αγορά και τον έξω κόσμο εν γένει. Η απουσία μέσων συγκοινωνίας και επικοινωνίας ενέτεινε την απομόνωση ολόκληρων περιοχών. Επίσης, η ανέχεια όριζε με αυστηρότητα τα οικονομικά όρια αντοχής των κοινοτήτων αυτών, σε σημείο που η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας έφτανε έως εκεί που επέτρεπε η άκρως απαραίτητη για τη γεωργία γη.

Φυσικά, όλες οι περιοχές είχαν κάποια επαφή με τα τεκταινόμενα στις πόλεις και ήδη από τη μάχη της Κρήτης πολλοί κάτοικοι των πόλεων, δημόσιοι υπάλληλοι, αξιωματικοί, φοιτητές, γύρισαν στα χωριά τους κουβαλώντας και τις εμπειρίες τους.

Η δομή των αντιστασιακών ομάδων ήταν προσωποπαγής, καθώς σχηματιζόταν γύρω από ένα πλέγμα συγγενικών και τοπικών σχέσεων. Ομάδα του Μανώλη Μαντουβά (2ος από δεξιά κάτω)

Η μορφή της Αντίστασης στην Κρήτη δεν μπορούσε παρά να επηρεαστεί από τις συνθήκες του τόπου. Οι συνθήκες του νησιού δεν μπορούσαν να συντηρήσουν μεγαλύτερες μόνιμες αντάρτικες μονάδες ή άλλους στρατιωτικούς σχηματισμούς.

Μια μερίδα επίσης των μετέπειτα αντιστασιακών ομάδων ήταν προσωποπαγείς και σχηματίζονταν μέσω ενός πλέγματος συγγενικών και τοπικών σχέσεων γύρω από κάποιον ισχυρό τοπικό παράγοντα (καπετάνιο) ο οποίος είχε περάσει στην παρανομία μετά τη συμμετοχή του στη μάχη της Κρήτης (Μανώλης Μπαντουβάς, Πετρακογιώργης, Γρηγοράκης ή Σατανάς, Δραμουντάνης κ.ά.), ειδικά στην περιοχή του Ηρακλείου.

Το νησί της Κρήτης είχε ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος μόλις το 1913, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Είχε προηγηθεί μια μακρά ταραγμένη περίοδος επανειλημμένων εξεγέρσεων στη διάρκεια του 19ου αιώνα κατά της οθωμανικής κυριαρχίας και μια σύντομη περίοδος αυτονομίας του νησιού πριν από την πολυπόθητη ένωση με την Ελλάδα. Η μακρά αυτή επαναστατική περίοδος είχε δημιουργήσει γενιές ανθρώπων πλήρως εξοικειωμένων με τα όπλα και το είδος του πολέμου της εποχής εκείνης. Η επαναστατική δραστηριότητα είχε παγιώσει ένοπλες ομαδοποιήσεις στηριγμένες σε τοπικά και συγγενικά δίκτυα που στις εξεγερσιακές περιόδους πλαισιώνονταν από τη λαϊκή συμμετοχή.

Οι οπλαρχηγοί (από αριστερά): Πετρακογιώργης, Γρηγοράκης (Σατανάς) και Δραμουντάνης

Ουσιαστικά είχε δημιουργηθεί μια κατηγορία ανθρώπων των όπλων που συνέχισαν τη δραστηριότητα αυτή σε διάφορους στρατιωτικούς σχηματισμούς, όπως η κρητική χωροφυλακή, ή σε ημιεθελοντικές ομάδες, όπως στην περίπτωση της ευρύτατης συμμετοχής Κρητικών στον Μακεδονικό Αγώνα. Προϋπήρχε λοιπόν της μάχης της Κρήτης μια ισχυρή παράδοση εξοικείωσης του πληθυσμού με τον ένοπλο αγώνα, όχι μόνο ως ανάμνηση αλλά ζωντανή σε ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού παρά τις τοπικές διαφορές. Ενώ στην ύπαιθρο του νομού Χανιών υπήρξε λαϊκή εξέγερση και στο Ρέθυμνο κινητοποίηση του πληθυσμού γύρω από τη Σχολή Χωροφυλακής, στο Ηράκλειο ενεργοποιήθηκε πιο οργανωμένα το προαναφερθέν δίκτυο καπεταναίων και λόγω της πρότερης σύνδεσής του με το βρετανικό δίκτυο στο νησί με επικεφαλής τον αρχαιολόγο Τζον Πέντλμπερι, που έδρευε στη βίλα Αριάδνη έξω από την Κνωσό.

Αρθρο του στρατηγού Εμμ. Μάντακα δια του Τύπου (25 Μαΐου 1946) σχετικά με τον αγώνα του κρητικού λαού στη μάχη της Κρήτης

Αρθρο Χανιώτικης εφημερίδας της 30ης Νοεμβρίου 1940 που καλούσε τον πληθυσμό να παραδώσει τα όπλα

Η δράση των βρετανικών υπηρεσιών, και ειδικά της SOE (Επιχειρήσεις Ειδικών Αποστολών), στην Κρήτη ήταν μεγαλύτερη σε διάρκεια από ό,τι οπουδήποτε αλλού. Στην Ελλάδα ξεκίνησε το 1940 πριν από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο με τον Τζον Πέντλμπερι και τελείωσε στις 28 Φεβρουάριου του 1945.

Πριν από την επικείμενη γερμανική επίθεση, η Κρήτη ήταν το μοναδικό ελεύθερο ελληνικό έδαφος. Εκεί εγκαταστάθηκε ο βασιλιάς και η ελληνική κυβέρνηση. Η πρωθυπουργοποίηση του Εμμανουήλ Τσουδερού οφειλόταν και στην κρητική καταγωγή του, ώστε η κυβέρνηση και ο βασιλιάς να γίνουν αποδεκτοί από την κρητική κοινωνία η οποία αντιστάθηκε στο δικτατορικό καθεστώς Μεταξά και ένιωθε ανησυχία και οργή για την τύχη των στρατευμένων παιδιών της και του τόπου της. Δεν βοηθούσαν όμως όλα τα μέλη της κυβέρνησης εξίσου - ο περιβόητος Κωνσταντίνος Μανιαδάκης εμπλεκόταν ενεργά στα δημόσια πράγματα έως ότου οι Βρετανοί υποδείξουν στον βασιλιά την ανάγκη απομάκρυνσής του από την Κρήτη.

Η ένταση ήταν μεγάλη και χαρακτηριστική ήταν η εκτέλεση εν μέση οδώ του διοικητή της 5ης Κρητικής Μεραρχίας στρατηγού Γεωργίου Παπαγεωργίου με την κατηγορία ότι εγκατέλειψε τους άντρες του στην κατεχόμενη Ελλάδα. Εγιναν προσπάθειες κατευνασμού της λαϊκής οργής, όπως ο ορισμός ντόπιων βενιζελικών αξιωματικών στην ηγεσία του στρατεύματος. Το υπουργείο Στρατιωτικών ανέλαβε ο στρατηγός Μανώλης Τζανακάκης και ανακλήθηκαν στην ενεργό υπηρεσία όλοι οι εν Κρήτη απότακτοι αξιωματικοί του 1935.

Η Σούδα είχε τεθεί από τον Νοέμβριο του 1940 υπό την προστασία των Βρετανών, που διακρίνονται με Ελληνες χωροφύλακες.

Οι Κρητικοί ζητούσαν με επιμονή όπλα ενόψει της γερμανικής επίθεσης. Οι Βρετανοί όμως δεν ήθελαν να δώσουν όπλα του τακτικού στρατού σε μη επιστρατευμένους πολίτες. Σχέδια επιστράτευσης εκπονούνταν  και ματαιώνονταν. Δόθηκε διαταγή από το γενικό επιτελείο να οργανωθούν οι χωρικοί κατά χωριά σε σώματα πολιτοφυλακής με έφεδρους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς. Θα διετίθεντο 4.000 όπλα γι’ αυτούς αλλά εντέλει σταμάτησε η διαδικασία και διατάχτηκε η διάλυση των σωμάτων τους μήνες πριν από τη γερμανική επίθεση.
Η προετοιμασία ενόψει της επίθεσης δεν ήταν η καλύτερη δυνατή παρά την ισχυρή αριθμητικά παρουσία συμμαχικών στρατευμάτων και ελληνικών μονάδων.

Η κυβέρνηση της Αθήνας από τον Νοέμβριο ήδη του 1940 παραχώρησε την ευθύνη της υπεράσπισης της Κρήτης στους Βρετανούς. Εκείνοι ενδιαφέρονταν μόνο για τη Σούδα, στην οποία και έστειλαν ορισμένες μονάδες. Ολα τα υπόλοιπα αφέθηκαν είτε στην τύχη τους είτε στη δραστηριότητα των πρακτόρων της Βρετανίας, προπολεμικά μελών των βρετανικών αρχαιολογικών αποστολών και πλέον «οπλαρχηγών» της υπηρεσίας SOE.

Οι Ελληνες στρατιώτες και ο λαός της Κρήτης ήταν οι μόνοι πραγματικά υπεύθυνοι για την άμυνα του νησιού απέναντι στην επερχόμενη επίθεση. Αυτή η βαριά συναίσθηση οδήγησε και στη λαϊκή συμμετοχή στη μάχη της Κρήτης, που πήρε τη μορφή παλλαϊκού ξεσηκωμού.

Σύμφωνα με το σχέδιο που είχε προβλεφτεί για την περίπτωση αποχώρησης της 5ης Μεραρχίας από το νησί, θα παρέμενε υπό τη Στρατιωτική Διοίκηση Χανιών το 44ο Σύνταγμα Πεζικού, ο 44ος Ουλαμός Πυροβολικού Συνοδείας, τα έμπεδα Τάγματα Χανιών, Ρέθυμνου και Ηρακλείου καθώς και τρεις λόχοι τυφεκιοφόρων από άντρες των μεταγωγικών του 44ου Συντάγματος Πεζικού και μια μοίρα Ορειβατικού Πυροβολικού.

Οργανώθηκαν μονάδες Πολιτοφυλακής, περίπου 1.S00 άτομα σε τέσσερα τάγματα, ένα ανά νομό χωρίς εξοπλισμό. Τον Μάρτιο αποβιβάστηκε στο Ρέθυμνο η Σχολή Οπλιτών Χωροφυλακής, 15 αξιωματικοί και 900 περίπου οπλίτες. Επίσης τον Απρίλιο ήρθαν οκτώ τάγματα νεοσυλλέκτων από την Πελοπόννησο, 85 αξιωματικοί και 4.825 οπλίτες -μετονομάστηκαν σε συντάγματα πεζικού- με υποτυπώδη εκπαίδευση.

Η Επιχείρηση «Ερμής» (Mercury) αποφασίστηκε εντέλει από τον Χίτλερ στις 21 Απριλίου έπειτα από επιμονή του στρατηγού Κουρτ Στουντέντ, επικεφαλής της μεραρχίας αλεξιπτωτιστών (7th Flieger-Division). Τα επιχειρήματά του ήταν πως η κατάκτηση της Κρήτης θα εξουδετέρωνε την απειλή της βρετανικής αεροπορίας για τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας, θα διασφάλιζε την ανατολική Μεσόγειο από τις βρετανικές ναυτικές επιχειρήσεις, θα ήταν απειλή για τις βρετανικές βάσεις στην Αίγυπτο, ειδικά τον ' ναύσταθμο της Αλεξάνδρειας, και θα λειτουργούσε ως  εφαλτήριο για επιθετικές επιχειρήσεις ενάντια στην Κύπρο και την Παλαιστίνη.

Στις 20 Μαΐου ξεκίνησε η γερμανική επίθεση, μια μοναδική επιχείρηση κατάληψης στόχου κυρίως με αερομεταφερόμενες δυνάμεις σε τέσσερα σημεία, στους νομούς Χανιών, Ρέθυμνου και Ηρακλείου. Η στρατιωτική επιχείρηση οργανώθηκε με τρόπο επιβλητικό με σκοπούς όχι μόνο στρατιωτικούς αλλά κυρίως πολιτικούς και προπαγανδιστικούς, για την προβολή του ανίκητου του γερμανικού στρατού ενόψει της εισβολής στη Σοβιετική Ενωση. Οι δυνάμεις εισβολής -αλεξιπτωτιστές και αερομεταφερόμενα στρατεύματα- πραγματοποίησαν την από αέρος έφοδό τους απευθείας στα ισχυρά σημεία της αντίπαλης άμυνας, στις τρεις πόλεις, στα τρία αεροδρόμια του νησιού αλλά και στην ισχυρή ναυτική βάση στη Σούδα.

Η μάχη ήταν εξαρχής σφοδρή και οι Γερμανοί απέτυχαν - να καταλάβουν τους στόχους τους εκτός από την καθοριστική περιοχή γύρω από το αεροδρόμιο του Μάλεμε. Η λαϊκή συμμετοχή ήταν από την αρχή μαζική και αποφασιστική. Στα χωριά του Σέλινου δινόταν με την καμπάνα του χωριού το σύνθημα συγκέντρωσης των αντρών με όποιο οπλισμό έβρισκε ο καθένας.

Στο Ηράκλειο κάτοικοι των χωριών συγκεντρώνονταν σε ομάδες και κατευθύνονταν προς την πόλη. Οι επικεφαλής των ομάδων χρίζονταν επιτόπου καθώς όλοι ακολουθούσαν εκείνους που έδειχναν το μεγαλύτερο θάρρος. Χωρικοί συνέρρεαν προς την πόλη και μάχονταν πέριξ αυτής όλες τις επόμενες ημέρες μέχρι την παράδοσή της στις 29 Μαΐου.

Οι γυναίκες φρόντιζαν για τη διατροφή των μαχητών αλλά έπαιρναν μέρος και στις μάχες. Η πρωτοφανής αυτή δραστηριότητα των γυναικών είχε αποτέλεσμα να κυκλοφορήσουν πολλές αφηγήσεις που κινούνταν μεταξύ πραγματικότητας και μύθου το αμέσως επόμενο διάστημα, όπως ότι αιχμάλωτες Κρητικές στάλθηκαν στο Βερολίνο καθώς ο Χίτλερ επιθυμούσε να τις δει από κοντά («The War Illustrated», 4.7.41) ή ότι 500 Κρητικές εκτοπίστηκαν στη Γερμανία («The Times», 28.7.41).

Στο χωριό Γαλατάς δόθηκε πολυήμερη μάχη καθώς η κατάληψή του άνοιγε τον δρόμο των Γερμανών προς τα Χανιά και τη Σούδα. Η μάχη αυτή σώμα με σώμα δόθηκε με πείσμα από τους κατοίκους και τις μονάδες των Αυστραλών και των Νεοζηλανδών και ειδικά τους Μαορί.

Εξόριστοι κομμουνιστές δραπέτες από τα νησιά του Αιγαίου θα συμμετάσχουν στη μάχη της Κρήτης και ο βουλευτής του ΚΚΕ (Παλλαϊκό Μέτωπο, 1936) Μιλτιάδης Πορφυρογένης από την εφημερίδα «Κρητικά Νέα» στις 16 Μαΐου, παραμονές της μάχης, θα δώσει το σύνθημα της εθνικής ενότητας και του αντιφασιστικού αγώνα που θα μορφοποιηθεί λίγους μήνες αργότερα στο ΕΑΜ.

Αλλά και μετά τη μάχη, η λαϊκή συμμετοχή στη διάσωση των συμμάχων στρατιωτών ήταν έντονη, προεικονίζοντας το μέγεθος της λαϊκής Αντίστασης κατά τη διάρκεια της σκληρής κατοχής. Κατά τη μάχη της Κρήτης η Μονή Πρέβελης στον νομό Ρεθύμνου φρόντισε για την τροφοδοσία του στρατού και των ντόπιων στη μάχη των Περιβολίων. Με την επικράτηση των Γερμανών και την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων, η επαρχία Αγίου Βασιλείου με επίκεντρο το μοναστήρι αποτέλεσε ασφαλές προσωρινό καταφύγιο και σημείο διαφυγής του βρετανικού στρατού.

Οι Κρητικοί με διάφορους τρόπους βοήθησαν τους Βρετανούς που είχαν απομείνει στο νησί επιστρατεύοντας ακόμη και παιδιά που ήταν υπεράνω πάσης υποψίας και μετέφεραν τρόφιμα και προμήθειες στα εναπομείναντα βρετανικά στρατεύματα που κρύβονταν στα κρητικά βουνά, ενώ  και οι κτηνοτρόφοι με τα συνθηματικά τους σφυρίγματα ειδοποιούσαν τους φυγάδες για τον κίνδυνο που πλησίαζε.

Για τους Γερμανούς η λαϊκή συμμετοχή στη μάχη της Κρήτης ήταν αιφνιδιαστική και άκρως επικίνδυνη εξέλιξη. Η πανταχού παρουσία ένοπλων πολιτών δημιουργούσε μια μη αναμενόμενη κατάσταση. Οι ένοπλοι, αν και δεν ήταν αποτελεσματικοί ενάντια σε οργανωμένες θέσεις του στρατού εισβολής, ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνοι για τους διάσπαρτους και μεμονωμένους στρατιώτες.

Στο τακτικό επίπεδο, η συμμετοχή ένοπλων πολιτών στα δρώμενα καθιστούσε επικίνδυνο και εχθρικό τον χώρο που περιέβαλλε το πεδίο της μάχης, περιορίζοντας τη δυνατότητα ελιγμών και καταργώντας την έννοια του ασφαλούς  χώρου, όπου θα μπορούσαν να ανασυγκροτηθούν, να ξεκουραστούν και να καταφύγουν οι επιτιθέμενοι. Σε τελική ανάλυση, οι απώλειες που προκαλούσαν οι ένοπλοι στα στρατεύματα ήταν  ιδιαίτερα επώδυνες επειδή ήταν απρόσμενες και επειδή η φθορά πρώτης γραμμής στρατευμάτων από αυτοσχέδιους πολεμιστές θεωρείτο στην οικονομία του πολέμου εξαιρετικά επαχθής εξέλιξη.

Οι γερμανικές απώλειες ήταν υψηλές: 22.000 στρατιώτες πήραν μέρος στη μάχη και σχεδόν 7.000 σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Περισσότεροι από ένας στους τέσσερις αλεξιπτωτιστές που έπεσαν στην Κρήτη σκοτώθηκαν στη μάχη. Αντίθετα οι απώλειες του γερμανικού στρατού στην εκστρατεία στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία υπήρξαν συγκριτικά πιο περιορισμένες. Συνολικά σε όλα τα Βαλκάνια (δεδομένου ότι οι άλλες χώρες δεν αντιστάθηκαν) ανέρχονταν σε 1.100 περίπου νεκρούς και 4.000 τραυματίες με μικρό αριθμό αγνοουμένων.

Οι κάτοικοι της Κρήτης, παρά τις διάφορες ψευδοεπιστημονικές ναζιστικές φαντασιώσεις για την καταγωγή τους από την άρια φυλή, θεωρούνταν βασικά εκείνη την εποχή «παραδοσιακοί» και «καθυστερημένοι», βίαιοι στις μεταξύ τους σχέσεις και ενίοτε επικίνδυνοι για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ηταν «άλλη ράτσα», όπως επιμένει να λέει και σήμερα ο απολογητής του ναζισμού Χάιντς Ρίχτερ.

Στη μάχη της Κρήτης όμως -όπως και σε πολλές άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις στους ιμπεριαλιστικούς και αποικιακούς πολέμους- η απάνθρωπη αγριότητα ήρθε στο νησί από την πολιτισμένη Δύση, από τους εκλεκτούς και «ιπποτικούς» αλεξιπτωτιστές και αλπινιστές του Τρίτου Ράιχ. Από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στη γη της Κρήτης οι ναζί κατακτητές ξεκίνησαν τις μαζικές δολοφονίες αμάχων. Στα πολυάριθμα μνημεία που τιμούν σήμερα τα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, οι πρώτοι δολοφονημένοι άμαχοι έχουν ημερομηνία θανάτου τον Μάιο του 1941.

Τα πρώτα αντίποινα έγιναν κατά τη διάρκεια της μάχης και διήρκεσαν όλο το καλοκαίρι. Το σύνθημα έδωσε ο επικεφαλής των αλεξιπτωτιστών και πρώτος στρατιωτικός διοικητής Κρήτης Κουρτ Στουντέντ με δημόσια ανακοίνωση, όπου δήλωνε πως «πρέπει να ληφθούν τα πιο σκληρά μέτρα και διατάζω τα εξής αντίποινα [...] εκτελέσεις, πρόστημα, ολική καταστροφή χωριών διά πυρός και εξολόθρευση του άρρενος πληθυσμού της εν προκειμένω περιοχής».

Μόνο τους τρεις πρώτους μήνες του καλοκαιριού του 1941 οι εκτελεσμένοι υπολογίζονται σε πάνω από 1.100 άτομα. Τις πρώτες ημέρες έγιναν εκτελέσεις σε διαφορετικά μέρη, με βάση υποτίθεται φωτογραφίες με τις οποίες αναγνώριζαν πρόσωπα που είχαν πάρει μέρος στη μάχη.

Στις 23 και 24 Μαΐου 1941, στην παραλία Μισιρίων στο Ρέθυμνο, πραγματοποίησαν τρεις διαδοχικές εκτελέσεις αντρών, γυναικών αλλά και παιδιών, καίγοντάς τους μετέπειτα ενώ ορισμένοι ήταν ακόμη ζωντανοί.

Οι μαζικές εκτελέσεις πήραν μεγάλες διαστάσεις στη δυτική Κρήτη: στον Αλικιανό Κυδωνιάς οι εκτελεσμένοι έφτασαν το 18% του πληθυσμού της κοινότητας, στον Γαλατά ξεπέρασαν το 8% και στα Μισίρια Ρέθυμνου το 7%.

Οι περίπου 2.000 εκτελέσεις αμάχων και οι καταστροφές χωριών όλο το καλοκαίρι και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1941 χώρισαν εξαρχής τους κατακτητές από τον πληθυσμό με βαθύ μίσος. Κοντομαρί, Κάνδανος, Παλαιόχωρα, Αλικιανός, Δραπανιάς, Περιβόλια, Φουρνές, Σχοινές, Χώρα Σφακίων, Περιβόλια Ρέθυμνου, Μισίρια, Σταυρωμένος, ορισμένοι από τους πρώτους τόπους φρίκης στη δυτική Κρήτη. Τα αντίποινα αυτά, συλλογικές εκτελέσεις και καταστροφές χωριών, δεν έγιναν εν θερμώ αλλά εφαρμόστηκαν κατά κύματα όλο το καλοκαίρι και μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου 1941 από τους πρώτους στρατιωτικούς διοικητές Κουρτ Στουντέντ και Αλεξάντερ Αντρε.

Χαρακτηριστικά, στον νομό Ρεθύμνου στις 3 και 4 Σεπτεμβρίου 1943 οι Γερμανοί συνέλαβαν δέκα βοσκούς, ηλικίας από 21 έως 35 ετών, με την κατηγορία ότι τα πρόβατά τους μπήκαν σε απαγορευμένη περιοχή. Τους οδήγησαν στη θέση Γουρνόλακκος και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ, ενώ ο ένας διασώθηκε. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1943, 26 άντρες μαζί με έναν ιερέα από τα Λιβάδια πήγαν στο σημείο όπου είχαν εκτελέσει οι ναζί τους εννιά για να τους θάψουν. Οι Γερμανοί είχαν στήσει ενέδρα και εκτέλεσαν άλλους 24.
Τη θηριωδία αυτή συμβολίζουν η ολοσχερής καταστροφή της Κανδάνου στις 3 Ιουνίου και η απαγόρευση ανοικοδόμησής της.

Οι 2.000 εκτελέσεις αμάχων μέχρι τον Σεπτέμβριο βάθυναν το μίσος των Κρητών για τους κατακτητές. Τα Μισίρια ήταν απ' τους τόπους φρίκης στη δυτική Κρήτη

Μαρτυρίες

Ιωάννης Παίζης: "Ελληνες, Ελληνες! Εχω ένα όπλο. Ελάτε να το πάρετε"

Η περιγραφή των Γερμανών από τον Χανιώτη γιατρό Ιωάννη Παΐζη είναι άκρως ενδιαφέρουσα και μας δείχνει πώς προσέλαβε η παραδοσιακή κοινωνία της Κρήτης τη βιαιότητα του μηχανοκίνητου πολέμου και τις ολοκληρωτικές μεθόδους καταναγκασμού:
«Εκαστος αλεξιπτωτιστής αποτελεί ίδιον φρούριον [...] Εντός του ίδιου σάκκου φέρει βιβλιάριον καταθέσεων και αναλήψεων διά τας τραπέζας όλων των χωρών του κόσμου». Η τεχνολογική ανωτερότητα συνδυάζεται όμως με την ωμή βία και επιφέρει τις ανάλογες προσλήψεις: «ο Γερμανικός πολιτισμός του 20οϋ αιώνος, ο πολιτισμός των ναζί, των θηρίων της ζούγκλας».

Μαρτυρίες από το βιβλίο: Γιώργος Δ. Σταράκης, Ρέθυμνο, 11 μέρες χωρίς ήττα, 20-30 Μαΐου 1941. Οι πρώτες ομαδικές εκτελέσεις αμάχων στην Ευρώπη, Ρέθυμνο, 2015.

Μαρτυρία του Γεωργίου Αριστείδη Τζίτζικα

Ελαβε μέρος στη μάχη της Κρήτης πολεμώντας τους Γερμανούς στην περιφέρεια Ρεθύμνου.

«Ακούω μια γυναίκα να φωνάζει: Έλληνες, Ελληνες! Εχω ένα όπλο. Ελάτε να το πάρετε”. Εν τω μεταξύ, οι Γερμανοί είχαν προχωρήσει. Αυτοί ήτανε από κείνους τους Γερμανούς που σίγουρα μπήκανε στον Αϊ-Γιώργη, στο περίφημο νεκροταφείο των Περιβολιών της Ρεθύμνης. Οταν άκουσα τη γυναίκα, λοιπόν, να φωνάζει: Έλληνες, Ελληνες: Εχω ένα όπλο”, εφώναζα κι εγώ:  Έλληνες, Ελληνες!” και με τη φωνή μας πλησιάζαμε ο ένας τον άλλο. Μέσα στη νύχτα, βλέπω μια γυναίκα ψηλή, ντυμένη στα σκούρα, με μακρύ μαύρο φόρεμα, να κρατά ένα όπλο στο δεξί χέρι και στ' άλλο χέρι ένα παιδάκι περίπου τεσσάρω-πέντε χρόνων, αγοράκι.

Η γυναίκα αυτή στη μια χέρα κρατούσε την εκδίκηση, τη φωτιά, τον θάνατο και στην άλλη την αγάπη για τη ζωή και το παιδί της. Μου λέει: “Ο άντρας μου είναι στην Αλβανία, στρατιώτης και μέχρι που ήτανε μέρα επολεμούσα τσοι Γερμανούς. Τώρα που βράδιασε, πρέπει να πάω κάπου να θηλάσω το παιδί μου. Πάρε το τουφέκι μου και δώσε το σ' όποιον δεν έχει”. Της δίνω κι εγώ το δικό μου το σπασμένο και της λέω: “Πάρε κι εσύ το δικό μου το σπασμένο και η πρώτη σου δουλειά το πρωί είναι να βρεις έναν μαραγκό να το φτιάξει, γιατί έχουμε μεγάλη έλλειψη».

Μαρτυρία Μαρίας Πετράκη

«Ηταν απόγευμα του 1941, όταν γερμανικά αεροπλάνα ξαφνικά και αναίτια μας πολυβολούσαν και μας βομβάρδιζαν.

Η γειτόνισσά μας, η Μαρία Κυριακάκη (Κουτσαύταινα), έντρομη μας πήρε και κρυφτήκαμε σε μια στενή αποθήκη. Ημασταν όλοι πλην του πατέρα και του παππού, οι οποίοι δούλευαν στο Ρέθυμνο. 

Οι βόμβες έπεφταν με θόρυβο φοβερό. Λίγα μέτρα από το σπίτι μας μια βόμβα ξεκλήρισε την οικογένεια του Πέτρου Ψυχουντάκη και το μωρό της Καμπουράκη. Δίπλα άλλη, παραδίπλα άλλη, ώσπου “ήλθε η σειρά μας". [...] Ενώ είχαμε κρυφτεί, ένας κύριος έπεισε τον πατέρα μου να γυρίσουμε πίσω, γιατί “οι Γερμανοί είναι πολιτισμένοι” και δεν θα μας κάνουν κακό. Μας έκαψε. Επιστρέφουμε στον “πολιτισμό”. [...] Οι Ναζί, στις 23 Μαΐου 1941, παίρνουν τον πατέρα μου Γεώργιο, 33 ετών, μαζί με πολλούς άλλους και τους εκτελούν εν ψυχρώ λίγα μέτρα πιο κάτω, στη μισιριανή παραλία εκεί όπου τελειώνει η οδός 110 Μαρτύρων. Δεν σταμάτησαν όμως εκεί Τους πέταξαν σε ένα πηγάδι και τους έκαψαν. Θυμάμαι ότι στην ταράτσα του σπιτιού της αιχμαλωσίας μας είχαν στήσει οι Γερμανοί πολυβόλο και πολυβολούσαν κυρίως προς τον Πλάτανέ, όπου ήταν οι Σύμμαχοι.

Λίγα μέτρα πιο δυτικά ήταν ο παππούς μου, Δημήτρης, 60 ετών, στο μικρό σπίτι του. Παίρνει τη σίγλα, τη δένει στο γεράνι και βγάζει νερό από το πηγάδι. Απέναντι στον λόφο είχαν οχυρωθεί οι Γερμανοί, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Βλέπουν το γεράνι να ανεβοκατεβαίνει και αρχίζουν να ρίχνουν ριπές με πολυβόλα Μια ριπή “γαζώνει” τον παππού. Σέρνεται στο σπίτι, τον βλέπει η γιαγιά αλλά τι να κάνει; Πεθαίνει ο παππούς και έρχονται οι Ναζί, συλλαμβάνουν τη γιαγιά μας, Μαρία Παττακού, η οποία γεννήθηκε στο Ανω Μέρος, και μένει άταφος ο παππούς. Ηταν 24 Μαΐου 1941».

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

“Στην κρίσιμη αυτή στιγμή κι οι πιο σακάτες γίνουνταν ήρωες”: H Κρήτη που αντιστάθηκε στους ναζί μέσα από τα λόγια του Νίκου Καζαντζάκη

Σοβαρό είναι το πρόσωπο της Κρήτης, πολυβασανισμένο. Μαδάρες γυμνές, τραχειές, αγέλαστες. Κοιτάζεις από το αεροπλάνο την Κρήτη ν’ απλώνεται στη θάλασσα και νιώθεις πώς αληθινά το νησί τούτο είναι γιοφύρι ανάμεσα στις τρεις τούτες μεγάλες Μοίρες. Για πρώτη φορά στην Ευρώπη πήδηξε κι’ έχτισε φωλιά στην Κρήτη το πεινασμένο αρπαχτικό πουλί πού το λέμε Πνεύμα. Άπλωσε τις φτερούγες του στο Κρητικό χώμα και γέννησε το μυστηριώδη, βουβό ακόμα, όλο ζωή, χάρη, κίνηση και λαμπρότητα, Κρητικό πολιτισμό.

Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει κι υποφέρει η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του.

Σαράντα μέρες γύριζα το περασμένο καλοκαίρι την Κρήτη, για να δω τα χωριά που γκρέμισαν κι έκαψαν οι βάρβαροι και τους άντρες και τις γυναίκες που τους έντυσαν τη μαύρη αρματωσιά του πένθους. Περίμενα ν’ ακούσω κλάματα και να δω χέρια ν’ απλώνονται να ζητούν την βοήθεια. Και βρήκα ανυπόταχτες, απαράδοτες ψυχές και κορμιά μισόγυμνα πεινασμένα Κι’ αλύγιστα.

Τι δύναμη και τι αντοχή είναι τούτη, συλλογιζόμουν, και πού βρίσκουν τα κορμιά τούτα τόση ψυχή; Και ποια ακριτική πνοή τους δίνει τόση αψηφισιά να παλεύουν με το θάνατο;

Οι Κρητικοί αλήθεια αγαπούν παράφορα τη ζωή και συνάμα ποτέ δεν φοβούνται το θάνατο. Μέσα από τα χαλασμένα χωριά που πέρασα, πάνω από τα νεοανοιγμένα μνήματα που δρασκέλισα, πίσω από τις κουβέντες που άκουσα, ακατάπαυτα διαπίστωσα τούτη τη μεγάλη δισυπόστατη παλικαριά: παράφορη αγάπη για τη ζωή και άφοβο αντίκρισμα του θανάτου.

Τούτος είναι και ο πρώτος πολύτιμος καρπός που γεύεται όποιος, τώρα που καπνίζουν ακόμα τα ερείπια κι είναι ακόμα νωπά τα αίματα στις πέτρες, περιοδεύει τα χωριά της Κρήτης.

Αδάμαστες ψυχές οι Κρητικοί, χιλιάδες τώρα χρόνια, παλεύουν στα κακοτράχαλα Κρητικά βουνά την πείνα, την γύμνια, τους βαρβάρους. Κι’ ούτε η μοίρα ούτε οι άνθρωποι μπόρεσαν ποτέ να τους κάμουν να σκύψουν το κεφάλι.

Οι Κρητικοί, όπως όλες οι γενναίες ψυχές, στην άκρα απελπισία βρίσκουν τη λύτρωση. Πολλοί Κρητικοί, μπροστά από τα τουφέκια των Γερμανών, τη στιγμή που θα τουφεκίζονταν, έβρισκαν τη γαλήνη, κι όχι μονάχα τη γαλήνη παρά και τη χαρά της αδάμαστης ψυχής που αναγαλλιάζει γιατί της δίνεται η ευκαιρία να δείξει την αρετή της. Πολλοί, την ύστερή τους στιγμή, μπροστά από το εχτελεστικό απόσπασμα, τραγουδούσαν μαντινάδες Κρητικές ή τον Εθνικό Ύμνο. Στα Χανιά, μέσα από το γκρεμισμένο σπίτι του, ένας γεροντάκος πρόβαλε και μας είπε:

– Ένα δάσκαλο, τον λέγαν Παπαδάκη, πήγαιναν να τον εκτελέσουν. Ένας μαθητής του τού λέει: γιατί να σκοτωθείς; Καλλίτερο είναι να φύγεις. Κι ο διδάσκαλος του αποκρίθηκε: Όχι! εγώ αυτό που τόσα χρόνια σας δίδασκα, τώρα θα το εφαρμόσω: θα πεθάνω για την πατρίδα.

Στην κρίσιμη αυτή στιγμή κι οι πιο σακάτες γίνουνταν ήρωες. Στις φοβερές φυλακές της Αγιάς, κοντά στα Χανιά, οι Γερμανοί διάλεξαν 42 παλικάρια (διάλεγαν πάντα τους καλύτερους) και πήγαιναν να τους σκοτώσουν. Στο δρόμο ένας σακάτης, καμπούρης, τους συνάντησε. Στάθηκε και φώναξε στους Γερμανούς: «Σκοτώστε με εμένα να γλυτώσει ένα παλικάρι».

– «Όχι, φύγε!» του είπαν εκείνοι. «Τότε σκοτώστε με και μένα, να γίνουν 43», φώναξε ό καμπούρης. Ντρέπουμαι να ζω εγώ ο σακάτης και να σκοτωθούν τούτοι οι λεβέντες».

Ανήμπορες γριές, γέροι σαράβαλα, σήκωναν την φωνή τους και μιλούσαν ατρόμητα στους Γερμανούς. Σ’ ένα ωραιότατο χωριό, στα Μεσκλά, μια γριά έκρυβε έξη μήνες, με κίνδυνο της ζωής της, δύο Εγγλέζους στο σπίτι της. Μια μέρα οι Γερμανοί τους έπιασαν. Η γριά τρέχει στον άγριο Γερμανό φρούραρχο, στάθηκε μπροστά του και του φώναξε:

– Να ξέρεις, Κομαντάντε, πως όλες οι μανάδες στον κόσμο πονούνε κι αυτός ο πόνος των μανάδων θα φάει την Γερμανία. Η Γερμανία θα χαθεί, βάνω την κεφαλή μου! Βάνεις στοίχημα Κομαντάντε; Εγώ βάνω την κεφαλή μου!

Στεκόταν απάνω σε μια πέτρα, απόξω από το καμένο σπίτι της η γριά τούτη και μας μιλούσε, με ορθό το κεφάλι, κουρελιασμένη σαν φάντασμα. Τι δύναμη λοιπόν έχει η ψυχή του ανθρώπου και πώς μπορεί να νικήσει το θάνατο, συλλογιζόμουν.

Άοπλοι, ανοργάνωτοι, χωρίς βοήθεια από κανένα, οι Κρητικοί από τα χωριά, από τα βουνά, κατέβαιναν στ’ ακρογιάλια, να υπερασπιστούν το νησί τους από τους άγριους, πάνοπλους αλεξιπτωτιστές που κατέβαιναν.

Στις 19 του Μάη 1941 σκοτείνιασε ο ουρανός της Κρήτης από τα γερμανικά αεροπλάνα, άρχισαν οι βομβαρδισμοί, οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές έπεφταν στο αεροδρόμιο του Μάλεμε, κοντά στα Χανιά, ύστερα στο Ρέθυμνο, στο Ηράκλειο, παντού. Ένας γέρος, από ένα χωριουδάκι κοντά στο Μάλεμε, μας διηγάται:

– Ευτύς ως είδαμε τ’ αεροπλάνα, φωνάζαμε: Απάνω τους, μωρέ παιδιά! Πήραμε τ’ άρματα και χυθήκαμε.

– Ποια άρματα; ρώτησα. Είχατε άρματα;

– Πώς δεν είχαμε; μού αποκρίθηκε. Άλλοι είχαν παλιές καραμπίνες, άλλοι μαχαίρες κι όλοι είχαν ραβδιά. Την ώρα που έπεφτε ένας «ουρανίτης» ήταν ακόμα ζαλισμένος και μεις χιμούσαμε απάνω του, τον σκοτώναμε με τα ραβδιά, με τις μαχαίρες, τον ξαρματώναμε και σιγά – σιγά γέμιζε και μας η φούχτα μας πολυβόλο και περίστροφο.

Οι Γερμανοί είχαν ορίσει να πάρουν την Κρήτη σε 24 ώρες. Η παραμικρή αργοπορία θα τους ήταν θανάσιμη. Ήξεραν πως οι Κρητικοί ήταν άοπλοι, πως όλοι οι νέοι ήταν επιστρατευμένοι και βρίσκονταν ακόμη στην Ελλάδα και πως οι Άγγλοι μήτε στρατό αρκετό είχαν μήτε αεροπλάνα. Ήταν λοιπόν σίγουροι πως σε 24 ώρες θα παίρναν την Κρήτη. Έκαμαν 8 μέρες. Έξη χιλιάδες αλεξιπτωτιστές σκοτώθηκαν από τα ραβδιά και τις μαχαίρες. Ένας Κρητικός χωριάτης, όταν μ’ είδε να ξαφνιάζομαι για την παλικαριά και την αυτοθυσία αυτών των Κρητικών, μου είπε τα καταπληχτικά τούτα λόγια:

– Γιατί παραξενεύεσαι; Εμείς ξέραμε πως γράφαμε Ιστορία!

Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο μια άλλη χώρα, όπου οι χωρικοί να βλέπουν τον πόνο, τη θυσία, την ατομική τους καταστροφή από τόσο ύψος. Ήξερε ο Κρητικός αυτός χωριάτης πως υπάρχει στον κόσμο τούτο ένα αγαθό ανώτερο από τη ζωή και πως για το αγαθό αυτό πάλεψε και θυσιάστηκε όλη η ράτσα μας και πρέπει τώρα κι αυτός, ο Κρητικός χωριάτης, να παλέψει και να θυσιαστεί, και το αγαθό αυτό λέγεται Ιστορία, δηλαδή υστεροφημία, δηλαδή αθανασία.

Πιστεύουν στο αγαθό αυτό οι Κρητικοί, όπως πιστεύουν στην ελευθερία. Πολεμούν, ξέροντας πως αν δεν μείνει τ’ όνομά τους, θα μείνει και θα ζήσει το έργο τους. Και τώρα πού κανείς δε φαίνεται να θυμάται πως η Κρήτη έσωσε τον συμμαχικόν αγώνα στην Εγγύς Ανατολή και πως επέδρασε οριστικά στην πορεία του παγκοσμίου πολέμου, και τώρα πού οι ξένοι δεν φαίνονται να θυμούνται τη θυσία και την εποποιΐα της Κρήτης, οι Κρητικοί δεν έχασαν το θάρρος τους και την πίστη τους. Άστεγοι, πεινασμένοι, αδικημένοι, στέκουνται μέσα στα χαλάσματα των σπιτιών τους και δε μιλούν. Σφίγγουν, βλέπετε, το χρέος τους και τα καλά παλικάρια δεν προσμένουν αμοιβή. Η Ιστορία θα τους κρίνει κάποτε. Και θα πει τότε για την περηφάνια τους και την παλικαριά τους — και θα τους προβάλει τότε σαν παράδειγμα ηρωισμού και αυταπάρνησης σ’ όλους τους μεγάλους και τους ζωντανούς αυριανούς λαούς.

– Δεν έχουμε ένα σκαμνί να σε βάλουμε να καθίσεις, δεν έχουμε ένα ποτήρι να σου δώσουμε νερό, δεν έχουμε κομμάτι ψωμί, αν πεινάς, δεν έχουμε τίποτα, τίποτα! Όλα μας τα κάψαν και μας τα πήραν οι Γερμανοί. Έτσι μου λέγαν κάτω από ένα πλάτανο στη μέση του γκρεμισμένου χωριού, οι μαυροφόρες πού ξεπρόβαλαν από τα χαλάσματα.

Δεν έχουμε μήτε και άντρες να κουβεντιάσουν μαζί σου! Να, μόνο τούτα τ’ αρσενικά απομείναν, είπε μια χλωμή γυναικούλα δείχνοντάς μου δυο τρία μωρά που βύζαιναν στον κόρφο τους οι μανάδες.

– Φτάνουν αυτά για μαγιά! φώναξε μια γριά. Τα ίδια δεν πάθαμε και στην επανάσταση του 66; Εγώ ήμουν μικρή, μα θυμούμαι. Δυο τρία μωρά είχαν πάλι απομείνει κι’ από αυτά αναπιάστηκε πάλι όλο το χωριό. Μη φοβάστε, μωρέ γυναίκες, είπε, γυρίζοντας στις μαυροφόρες που σώπαιναν, μη φοβάστε, μαγιά πάντα απομένει!

Τα περισσότερα χωριά στην Κρήτη χάθηκαν, οι περισσότεροι άντρες σκοτώθηκαν γιατί φιλοξενούσαν Άγγλους. Σ’ ένα χωριό, τα Μεσκλά, είδα μια μάνα που της είχαν σκοτώσει τους δυο γιούς της, γιατί είχε σπίτι της κι έκρυβε 8 μήνες δύο Άγγλους στρατιώτες. Το μάθαν οι Γερμανοί κι ήρθαν, της έκαψαν το σπίτι, της σκότωσαν τους γιούς της, και τώρα στέκουνταν απόξω από τα χαλάσματα λιγνή χαροκαμένη, με μάτια όλο φλόγα, και μου μιλούσε:

– Το ίδιο βράδυ που σκότωσαν τους γιούς μου πέρασαν, νύχτα βαθειά, δυο Εγγλέζοι που τους κυνηγούσαν οι σκύλοι οι Γερμανοί. Κάπνιζε ακόμη το σπίτι μου, μα εγώ είχα τρυπώξει σε μία γωνιά και έκλαιγα. Με άκουσαν οι Εγγλέζοι, ζύγωσαν.

– Ψωμί! μου φώναζαν, ψωμί! Οι χωριανοί μου είχαν δώσει μια κουλούρα κριθαρόψωμο, μα εγώ δεν είχα όρεξη να φάω, δεν κατέβαινε η μπουκιά από το λαιμό μου. Τους έδωκα το ψωμί. Κρύωναν τούς έδωκα και μια κουβέρτα, που μου είχαν δώσει βγήκα από τη γωνιά τους έβαλα να κοιμηθούν.

– Γιατί τάκαμες όλα αυτά; ρώτησα. Οι Εγγλέζοι δε φταίγαν που σκότωσαν τους γιούς σου;

– Το καμα, αποκρίθηκε, γιατί είχαν κι αυτοί μανάδες, και κατέχω ίντα θα πει πόνος τής μάνας.

Ανθρωπιά μεγάλη είναι τούτη• η μεγάλη ψυχή νικάει τον πόνο το ατομικό και τον πιο φοβερό: άκουγα τη γριά και τα μάτια μου βούρκωναν. Οι δυσκολίες και οι τραχύτητες της ζωής δε λυγίζουν την Κρητική ψυχή. Αντίθετα την πυρώνουν και την δυναμώνουν. Ζόρικη, αβόλευτη, τραχιά είναι η γη της Κρήτης. Κι’ όταν τα βουνά της κι οι θάλασσες ή οι ψυχές που πλάστηκαν από τέτοιους βράχους και τέτοιαν αρμύρα δεν σου επιτρέπουν ούτε στιγμή να βολευτείς, να γλυκαθείς, να πεις: Φτάνει! τότε η Κρήτη έχει κάτι το απάνθρωπο• δεν ξέρω πια αν αγαπάει ή αν μισεί τα παιδιά της• ένα μονάχα ξέρω: ότι τα μαστιγώνει ως το αίμα.

Υπάρχει και κάτι άλλο όμως στην Κρήτη. Υπάρχει κάποια φλόγα — ας την πούμε ψυχή — κάτι πιο πάνω απ’ τη ζωή κι απ’ το θάνατο, πού είναι δύσκολο να το ορίσεις. Υπάρχει αυτή η περηφάνια, το πείσμα, κάτι άλλο, ανέκφραστο κι’ αστάθμητο, που σε κάνει να χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος. Να χαίρεσαι, μα και συνάμα σου δίνει μεγάλη ευθύνη. Γιατί ενώ νιώθει πως έχεις χρέος να κάμεις ό,τι μπορείς, για να σώσεις αυτό το λαό, εκείνος βλέπει την προσπάθειά σου με ειρωνεία και περιφρόνηση. Δεν έχει την ανάγκη κανενός για να σωθεί. Σώζει, δεν σώζεται. — Ένα μονάχα σου μένει τότε: να δοκιμάσεις να γίνεις άξιος αυτού του λαού, να κερδίσεις τη δύναμη της δικής του ψυχής, που ποτέ δεν καταδέχτηκε ν’ απατήσει τον εαυτό της ή τούς άλλους και που πάντα τολμάει ν’ αντικρύζει, πρόσωπο με πρόσωπο, τη θεά εκείνη που δεν κάνει χατίρια και δεν κάθεται στα πόδια κανενός: την αγέλαστη κι’ αδάκρυτη θεά, την ευθύνη.

Πηγή: Αγώνας της Κρήτης
{[['']]}

Οι προετοιμασίες για την μάχη της Κρήτης

Αυστραλοί στρατιώτες επανδρώνουν ένα αντιεροπορικό Bofors των 40 mim στην Κρήτη την εποχή που αναμενόταν η επίθεση 

Η επιχείρηση δεν περιλαμβανόταν στο προπολεμικό σχεδιασμό και έγινε βιαστικά. Το κρυφτούλι των συμμαχικών δυνάμεων και η υπεροπλία τους στην θάλασσα. Κρίση στο γερμανικό αρχηγείο στην Αθήνα μετά τις πρώτες αποτυχίες. Η σιγουριά του Γκέρινγκ. Τι δήλωσε ο Τσόρτσιλ πριν και μετά.

Του Βασίλη Μανουσάκη – Ιστορικού  Hot Doc History

«Εάν γνωρίζεις τον εχθρό και τον εαυτό σου, δεν έχεις να φοβάσαι το αποτέλεσμα (ακόμη και εκατό μαχών». Η παραπάνω ρήση του Κινέζου στρατηγού και φιλοσόφου Σουν Ζου (ή Σουν ή Τζου, όπως αλλιώς τον συναντάμε) γράφτηκε περίπου την εποχή που ξεκινούσαν οι περσικοί πόλεμοι στην περιοχή μας. Αν και προηγήθηκε της μάχης της Κρήτης κατά πολλούς αιώνες, η διαχρονική αυτή φράση αποτυπώνει με ακρίβεια τη σημασία που θα έπαιζε η συγκέντρωση και αξιοποίηση των πληροφοριών για τη δύναμη, οργάνωση και προθέσεις του αντιπάλου την άνοιξη του 1941.

Συμμαχικά στρατεύματα αποβιβάζονται στην Κρήτη τον Απρίλιο του 1941 μετά την εκκένωση της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Οι Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοϊ και Ελληνες που είχαν αναλάβει την άμυνα της Κρήτης μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας μπορεί να είχαν θεωρητικά το αριθμητικό πλεονέκτημα ωστόσο γνώριζαν καλά πως: α) υστερούσαν σημαντικά στον ποιοτικό τομέα και β) υπήρχε άμεση ανάγκη να αποτραπεί ο επιτιθέμενος από το να εξασφαλίσει ένα προγεφύρωμα που θα του επέτρεπε να στέλνει συνεχώς ενισχύσεις σε συνδυασμό με τη μεγάλη έκταση του νησιού.

Οι δύο αυτές προκλήσεις που οι Σύμμαχοι είχαν να αντιμετωπίσουν έκαναν καίριο τον ρόλο των πληροφοριών σχετικά με τις επιτιθέμενες δυνάμεις και τα σχέδιά τους, έτσι ώστε η άμυνα του νησιού να προσαρμοζόταν κατά τρόπο που θα της επέτρεπε να αξιοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητάς της και να ακυρώσει τα σχέδια του αντιπάλου που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τις αδυναμίες της.

Οι επιτιθέμενοι έπρεπε από τη μεριά τους να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της κυριαρχίας του βρετανικού ναυτικού στη θάλασσα και το γεγονός πως οι αερομεταφερόμενες μονάδες τους θα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτες κατά τα πρώτα στάδια της επίθεσής τους. Για να εξασφαλιστεί λοιπόν η επιτυχία των σχεδίων έπρεπε να χαρτογραφηθεί η άμυνα του νησιού και να εντοπιστούν τα αδύναμα σημεία της.

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα τις προκλήσεις που αντιμετώπιζαν οι εμπόλεμοι στην κατάστρωση των σχεδίων τους και την προσπάθειά τους να αντεπεξέλθουν σ’ αυτές.

Η ελληνική κυβέρνηση κατέφυγε στην Κρήτη, την οποία ο Τσόρτσιλ είχε δηλώσει πως η Βρετανία θα την υπερασπιζόταν. Οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες πίστευαν πως ο πληθυσμός δεν θα προέβαλλε αντίσταση καθώς ήταν αρνητικά διακείμενος απέναντι στην βασιλική κυβέρνηση.

Ο Αξονας

Η γερμανική επιχείρηση εναντίον της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941 και ακόμη περισσότερο εκείνη  εναντίον της Κρήτης τον επόμενο μήνα δεν ήταν ανάμεσα σ’ αυτές που είχαν σχεδιαστεί προπολεμικά (όπως συνέβη για παράδειγμα με τις επιχειρήσεις εναντίον της Γαλλίας ή της Πολωνίας).

Ετσι κάποιες πτυχές τους αποδείχθηκαν βιαστικά σχεδιασμένες ή βασίζονταν σε εικασίες, γεγονός που παραλίγο να αποβεί καταστροφικό στην περίπτωση της Κρήτης. Οι αρχικοί γερμανικοί σχεδιασμοί θεωρούσαν πως η πτώση της Ελλάδας θα επέφερε την κατάρρευση κάθε αντίστασης από ελληνικής πλευράς και αν κάποιες ετοιμοπόλεμες μονάδες έμεναν στο νησί αυτές θα ήταν αποκλειστικά μονάδες των Συμμάχων.

Με δεδομένο μάλιστα πως επιπλέον δυνάμεις δεν περίσσευαν από το μέτωπο της βορείου Αφρικής, έμοιαζε λογική η υπόθεση πως το νησί δύσκολα θα μπορούσε να κρατηθεί και δεν αποκλειόταν μάλιστα να εγκαταλειφθεί προτού καν οι Γερμανοί αποστείλουν δυνάμεις σε αυτό. Προκειμένου να αποφύγουν δυσάρεστες εκπλήξεις έπρεπε λοιπόν οι γερμανικές υπηρεσίες να συγκεντρώσουν, με τα περιορισμένα μέσα που διέθεταν, στοιχεία σχετικά με το αν θα αναμενόταν  σοβαρή αντίσταση στο νησί ή αν η κατάληψή του θα ήταν απλός περίπατος.

Η προετοιμασία της επιχείρησης "Merkur" (Ερμής). Γερμανοί στρατιώτες εξοπλίζουν και φορτώνουν τα junkers ju 52/3m κάπου στην κατεχόμενη Ελλάδα.

Σύντομα η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να μεταβεί στην Κρήτη από όπου θα συνέχιζε τον αγώνα, αλλά και οι δηλώσεις του Τσόρτσιλ πως η Βρετανία θα υπερασπιζόταν την Κρήτη έκαναν σαφές πως το νησί δεν θα παραδιδόταν χωρίς να πέσει τουφεκιά. Ωστόσο, οι μονάδες του ελληνικού στρατού στο νησί θεωρούνταν μηδαμινές και έτσι η γερμανική προσπάθεια εστιάστηκε στην ανακάλυψη των ξένων (συμμαχικών) μονάδων που είχαν μεταφερθεί εκεί.

Η κατάστρωση των σχεδίων της αεραποβατικής επιχείρησης στην Κρήτη από τον πτέραρχο Κουρτ Στουντέτ και τον στρατηγό Γιούλιους Ρίνγκελ έγινε με βάση ελλιπέστατες πληροφορίες.

Παρά τις προσπάθειες να ανακαλυφτούν οι μονάδες αυτές, η επιχείρηση «Merkur» (Ερμής), όπως ονομάστηκε η επιχείρηση για την κατάληψη της Κρήτης, υπέφερε σε όλα τα στάδια του σχεδιασμού της από έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης για την ακριβή στρατιωτική κατάσταση στο νησί. Λόγω της χαμηλής προτεραιότητας που είχαν δώσει αρχικά οι γερμανικές  μυστικές υπηρεσίες στην Κρήτη αλλά και των μέτρων που είχαν λάβει οι ελληνικές αρχές  με την έναρξη του πολέμου (κήρυξη της Κρήτης ως «απαγορευμένης ζώνης για στρατιωτικούς λόγους» και παρακολούθηση των Γερμανών πολιτών από τις ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας), οι γερμανικές δυνάμεις έπρεπε να βασιστούν κυρίως στις πτήσεις αναγνωριστικών αεροσκαφών για την ανακάλυψη του αριθμού, της σύνθεσης, της κατάστασης και της ακριβούς τοποθεσίας των αμυνομένων.

Τα λίγα στοιχεία που διέθεταν οι σχεδιαστές της επιχείρησης ήταν πως βρετανικές δυνάμεις περίπου 5.000 αντρών είχαν φτάσει στο νησί μετά την αναχώρηση της 5ης ελληνικής μεραρχίας για το αλβανικό μέτωπο το 1940 και πως τα υπολείμματα από αρκετές μισοδιαλυμένες συμμαχικές μονάδες είχαν μεταφερθεί από την ηπειρωτική Ελλάδα στην Κρήτη, χωρίς όμως να είναι σαφές αν αναχώρησαν στη συνέχεια για την Αφρική. Σε ό,τι αφορούσε τις ελληνικές δυνάμεις του νησιού, αυτές εξακολουθούσαν να θεωρούνται σχετικά ακίνδυνες μέχρι και την έναρξη της μάχης, αφού δεν είχε αναγνωριστεί καμιά αξιόλογη ελληνική στρατιωτική μονάδα. Επιπλέον, οι γερμανικές υπηρεσίες πίστευαν πως η πιθανότητα αντίστασης από εθελοντές πολίτες ήταν μηδαμινή, αφού ο πληθυσμός ήταν αρνητικά διακείμενος απέναντι στον βασιλιά και στην κυβέρνησή του, η οποία αποτελούσε τη συνέχεια του καθεστώτος Μεταξά.

Αντρες των δυνάμεων της Κοινοπολιτείας αποβιβάζονται στην περιοχή της Σούδας

Εξάλλου το νησί ήταν ακραιφνώς βενιζελικό και οι μνήμες από το αποτυχημένο κίνημα του 1938 ήταν νωπές. Στο σημείο αυτό η ανάλυση των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλώς δεν ήταν εντελώς εσφαλμένη, αφού η κυβέρνηση Τσουδερού είχε πράγματι αρκετές επιφυλάξεις για τη δημιουργία πολιτοφυλακής και καθυστέρησε μέχρι την τελευταία στιγμή να μοιράσει κάποια επιπλέον παλαιά όπλα που υπήρχαν σε αποθήκες. Ωστόσο δημιουργήθηκαν κάποιες ελληνικές στρατιωτικές μονάδες από τραυματίες του μετώπου και νεοσύλλεκτους, οι οποίες και εξέπληξαν τους αλεξιπτωτιστές κατά την πρώτη ημέρα της μάχης, προκαλώντας αρκετές απώλειες παρά την περιορισμένη μαχητική αξία που είχαν αφού διέθεταν ελλιπή οπλισμό και εκπαίδευση και σχεδόν καθόλου πυρομαχικά.

Οι πιλότοι των γερμανικών αναγνωριστικών ανέφεραν μια "περίεργη ησυχία" στο έδαφος. Αυτό οφειλόταν στις εντολές απόκρυψης και κατάπαυσης πυρός που είχαν δοθεί από το συμμαχικό αρχηγείο. Νεοζηλανδοί στρατοπεδεύουν σε λιόφυτο.

Λίγες ημέρες πριν από την επιχείρηση ο διοικητής της γερμανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών και αντικατασκοπείας (Αμπβερ) ναύαρχος Βίλχελμ Κανάρις έφτασε στην κατεχόμενη Αθήνα για να ενημερώσει τους στρατιωτικούς σχετικά με τις δυνάμεις του εχθρού. Η εικόνα που παρουσίασε ήταν αρκετά ικανοποιητική για τους Γερμανούς.

Το μεγαλύτερο μέρος των βρετανικών στρατευμάτων στην Κρήτη έμοιαζε να έχει αναχωρήσει για την Αίγυπτο ή να ετοιμάζεται να το κάνει και όσες δυνάμεις παρέμεναν είχαν χαμηλό ηθικό και ελλιπή εξοπλισμό. Ανέφερε μάλιστα πως ανάμεσα στους απρόθυμους για να συμμετάσχουν στην άμυνα του νησιού Ελληνες υπήρχαν και κάποιοι που ήταν έτοιμοι να συνεργαστούν με τους Γερμανούς, η επαφή με τους οποίους θα γινόταν με τη χρησιμοποίηση της φράσης «ταγματάρχης Μποκ».

Ο στρατηγός Φραντς Χάλντερ (δεξιά του Χίτρελ σε σύσκεψη του 1940) στις 20 Μαΐου πίστευε πως σε ρίψεις αλεξιπτωτιστών "δεν θα συναντούσαν αντίσταση" ενώ στις 21 Μαϊου ανέφερε εσφαλμένα πως οι γερμανικές δυνάμεις κατέλαβαν το Ρέθυμνο.

Τις επόμενες ημέρες σκόρπιες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες που έφταναν στις γερμανικές υπηρεσίες έκαναν λόγο για την ύπαρξη τουλάχιστον μιας μεραρχίας ή και δυνάμεων που έφταναν τις 40.000, τις 60.000 ή ακόμα και τις 100.000 άντρες.
Ομως οι αναγνωριστικές πτήσεις της γερμανικής αεροπορίας (Λουφτβάφε) δεν ανακάλυπταν καμιά ένδειξη για παρουσία τόσο ισχυρών δυνάμεων στο νησί, αλλά αντίθετα οι πιλότοι έκαναν λόγο για μια «περίεργη ησυχία» στο έδαφος. Κάποιες αμυντικές θέσεις (κυρίως στην περιοχή της Σούδας) αναγνωρίστηκαν, αλλά πολλές έμοιαζαν εγκαταλειμμένες και δεν παρατηρήθηκε κάποια μεγάλη συγκέντρωση ή κίνηση στρατευμάτων ή αντιαεροπορικά πυρά.

Η αδυναμία των γερμανικών δυνάμεων να ανακαλύψουν τους αμυνομένους στο νησί οφειλόταν αφενός στις εντολές απόκρυψης και παύσης πυρός που είχαν δοθεί από το συμμαχικό αρχηγείο και αφετέρου στην έλλειψη ασυρμάτων, η οποία ανάγκαζε τις μονάδες να βασίζονται στο επίγειο δίκτυο επικοινωνιών (τηλέφωνο), με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν σήματα που οι Γερμανοί θα μπορούσαν να υποκλέψουν.

Τα γερμανικά επιθετικά σχέδια και οι υποθέσεις των αρμόδιων αξιωματικών έγιναν λοιπόν με βάση τις περιορισμένες αυτές πληροφορίες. Εξάλλου, περαιτέρω καθυστέρηση που ίσως θα κάλυπτε κάποια κενά πληροφόρησης θα έδινε ενδεχομένως την ευκαιρία στους αμυνομένους να ανασυνταχτούν και μπορεί να δημιουργούσε κάποιες περιπλοκές στη σχεδιαζόμενη εισβολή στη Σοβιετική Ενωση. Η γερμανική επιχείρηση προοριζόταν μάλιστα να ξεκινήσει λίγες ημέρες νωρίτερα από τις 20 Μαΐου, αλλά την καθυστερούσε η μεταφορά των περίπου 11.000.000 λίτρων καυσίμων που απαιτούνταν για τα αεροσκάφη της   Λουφτβάφε.

Από την αρχή τα επιχειρησιακά σχέδια είχαν προσανατολιστεί στην κατάληψη του νησιού μέσω της ρίψης μεγάλου αριθμού αλεξιπτωτιστών, αφού τα ναυτικά μέσα στην περιοχή ήταν περιορισμένα και η παρουσία του βρετανικού ναυτικού δημιουργούσε κινδύνους παρά την πλήρη αεροπορική γερμανική κυριαρχία στην περιοχή.
 Τα πρώτα σχέδια του αντιπτέραρχου Αλεξάντερ Λερ (διοικητή του 4ου αεροπορικού στόλου) προέβλεπαν πως αφού το μεγαλύτερο φυσικό λιμάνι (Σούδα) καθώς και ένα αεροδρόμιο (Μάλεμε) αλλά και οι περισσότερες μονάδες των αμυνομένων φαίνονταν να βρίσκονται στο δυτικό μέρος του νησιού, θα έπρεπε να βομβαρδιστεί εντατικά η περιοχή εκείνη και στη συνέχεια να γίνουν μαζικές ρίψεις αλεξιπτωτιστών που θα υπερίσχυαν των συμμαχικών δυνάμεων και θα καταλάμβαναν το νησί.
Από την άλλη ο στρατηγός Κουρτ Στουντέντ των αλεξιπτωτιστών (διοικητής του XI αεροπορικού σώματος) εκτιμούσε πως αφού οι δυνάμεις των αμυνομένων είναι σχετικά ανεπαρκείς και κακά εξοπλισμένες, οι ποιοτικά ανώτερες δικές του δυνάμεις θα μπορούσαν με τη χρήση του αιφνιδιασμού να πετύχουν τον σκοπό τους ταχύτερα πέφτοντας , σε επτά διαφορετικές τοποθεσίες σε όλο το νησί.
Το τελικό σχέδιο που εγκρίθηκε από τον στρατάρχη Χέρμαν Γκέρινγκ αποτελούσε έναν συμβιβασμό, προβλέποντας ρίψεις σε τέσσερα σημεία (περιοχές Μάλεμε, Χανίων - Σούδας, Ρέθυμνου, Ηρακλείου), ώστε να καταληφθούν ταυτόχρονα τα αεροδρόμια και τα σημαντικότερα λιμάνια του νησιού. Αργότερα θα ακολουθούσαν ενισχύσεις από τον αέρα και δευτερευόντως από τη θάλασσα που θα ολοκλήρωναν την επιχείρηση.

Οταν το πρωί της 20ής Μαΐου 1941 οι πρώτοι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές προσγειώνονταν στην Κρήτη, η γερμανική στρατιωτική ηγεσία είχε κάθε λόγο να αισθάνεται σίγουρη για την επιτυχία των σχεδίων της και τη σύντομη κατάληψη της Κρήτης. Αυτή η υποτίμηση των αμυνόμενων και η ελλιπής πληροφόρηση για την κατάσταση στο έδαφος εξακολουθούσαν μάλιστα για αρκετό διάστημα μετά την έναρξη της επιχείρησης.

Τα ξημερώματα της 20ής Μαΐου ο στρατηγός Φραντς Χάλντερ, επικεφαλής της ανώτατης διοίκησης του γερμανικού στρατού ξηράς, σημείωνε στο ημερολόγιό του πως οι ρίψεις στα αεροδρόμια στα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο «δεν θα συναντούσαν αντίσταση». Μόνο το βράδυ, όταν οι πρώτες δυσάρεστες πληροφορίες είχαν φτάσει στο αρχηγείο, κατέγραφε την ύπαρξη «ισχυρής αντίστασης» και την «αχρήστευση των αεροδρομίων», αν και εξακολουθούσε να θεωρεί τις ρίψεις επιτυχημένες. Ακόμη όμως και τις δύο επόμενες ημέρες η εικόνα που είχε το γερμανικό στρατηγείο παρέμενε ελλιπής, αφού για παράδειγμα ο Χάλντερ σημείωνε λανθασμένα στις 21 Μαΐου πως οι γερμανικές δυνάμεις κατέλαβαν το Ρέθυμνο και πως την επόμενη μέρα είχε καταληφθεί το Ηράκλειο (αν και νέες πληροφορίες είχαν έως τότε διαψεύσει την κατάληψη του Ρέθυμνου).

Οι δυνάμεις των αλεξιπτωτιστών κατόρθωσαν τελικά να αντεπεξέλθουν στα προβλήματα που δημιούργησε η έλλειψη γνώσεων για τον αντίπαλο. Ωστόσο η έλλειψη επαρκών πληροφοριών για τις συμμαχικές δυνάμεις και η επακόλουθη έκπληξη των πρώτων ωρών επέφεραν πολύωρη κρίση στο γερμανικό αρχηγείο στην Αθήνα, η οποία καταλάγιασε μόνο μερικές ημέρες αργότερα, όταν έγινε σαφές πως -παρά τις σοβαρές απώλειες- η επιχείρηση θα είχε τελικά αίσιο τέλος για τα γερμανικά όπλα.

Οι Σύμμαχοι

Η πλευρά των αμυνομένων είχε να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα, τα οποία αφορούσαν κυρίως την ανασύνταξη, τοποθέτηση και ενίσχυση των δυνάμεων στην περιοχή. Τα αρχικά σχέδια προέβλεπαν τη δυνατότητα ανάληψης της άμυνας του νησιού από γαλλικές δυνάμεις, περίπου κατά τα πρότυπα του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος του προηγούμενου πολέμου, αλλά η ουδετερότητα της Ελλάδας και βεβαίως η γρήγορη κατάρρευση της ίδιας της Γαλλίας δεν επέτρεψαν την πραγματοποίησή τους.

Μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου και την αποχώρηση της 5ης Μεραρχίας, τον Νοέμβριο του 1940, την άμυνα τελικά ανέλαβαν ένα βρετανικό τάγμα και λίγες μονάδες μηχανικού και αντιαεροπορικών που ωστόσο ήταν ανεπαρκείς για να οχυρώσουν ικανοποιητικά το νησί. Επιπλέον η συχνή εναλλαγή των επικεφαλής αξιωματικών (άλλαξαν έξι διοικητές σε περίπου επτά μήνες) δεν συνέβαλε θετικά προς την κατεύθυνση της προετοιμασίας της Κρητικής άμυνας κατά το διάστημα πριν από τη γερμανική εισβολή.

Αρχικά βεβαίως ο άμεσος κίνδυνος έμοιαζε περιορισμένος, αφού η μεταφορά αλεξιπτωτιστών από την Ιταλία ή τα βόρεια Βαλκάνια ήταν δύσκολη λόγω απόστασης, το ενδεχόμενο ναυτικής απόβασης είχε μάλλον αποκλειστεί, μετά και τις σημαντικές απώλειες του ιταλικού στόλου στη βρετανική επιδρομή στον Τάραντα, ενώ τα ιταλοκρατοϋμενα Δωδεκάνησα ήταν σχετικώς απομονωμένα και απαιτούσαν τη μεταστάθμευση σημαντικού αριθμού αεροσκαφών για να χρησιμοποιηθούν ως βάση επίθεσης, ενδεχόμενο για το οποίο δεν υπήρχε καμιά ένδειξη. Τα πράγματα άλλαξαν ασφαλώς με τη γερμανική εισβολή, αλλά τότε ήταν πλέον αργά για τη συστηματική οχύρωση της Κρήτης, η άμυνα της οποίας εξάλλου δεν ήταν από πριν γνωστό με πόσες μονάδες θα ενισχυόταν.

Από ελληνικής πλευράς, οι ελληνικές κυβερνήσεις Μεταξά, Κορυζή και Τσουδερού δεν εμπιστεύονταν αρκετά τους Κρητικούς ώστε να προβούν στην οργάνωση πολιτοφυλακής ούτε πήραν κάποια επιπλέον μέτρα για την οχύρωση του νησιού μέχρι την τελευταία στιγμή. Μια περιορισμένη δύναμη πολιτοφυλακής που εγκρίθηκε τον Ιανουάριο του 1941 παρέμεινε στα χαρτιά και ουσιαστικά μόνο μετά την κατάρρευση του μετώπου έγινε δυνατή η δημιουργία κάποιων ελληνικών στρατιωτικών μονάδων που θα συμμετείχαν στην άμυνα του νησιού. Ετσι το βάρος της υπεράσπισης της Κρήτης έπεσε στις συχνά μισοδιαλυμένες  μονάδες κυρίως Αυστραλών και Νεοζηλανδών που έφτασαν χωρίς τον βαρύ οπλισμό και τα σχήματά τους από την ηπειρωτική Ελλάδα. ,

Οι δυνάμεις αυτές, με τις μεγάλες διαφοροποιήσεις που είχαν ως προς την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό τους, γνώριζαν πως σύντομα θα είχαν να αντιμετωπίσουν τη  γερμανική επίθεση. Αν και μετά την κατάληψη της Αθήνας οι βρετανικές υπηρεσίες είχαν γίνει δέκτες κάποιων  αντιφατικών πληροφοριών που ήθελαν τους Γερμανοιταλούς να δίνουν προτεραιότητα στην κατάληψη της Κύπρου ή της Συρίας (με στόχο να βοηθηθεί η αντιβρετανική εξέγερση στο Ιράκ), οι πληροφορίες αυτές δεν επαρκούσαν για να ανατρέψουν την εικόνα των προετοιμασιών για μια εισβολή στην Κρήτη.

Το ενδεχόμενο ναυτικής απόβασης στην Κρήτη είχε αποδυναμωθεί μετά τη βρετανική επιδρομή στον Τάραντα που προξένησε σημαντικές απώλειες στο Ιταλικό ναυτικό στόλο. Φλεγόμενα τα νεότευκτα ιταλικά θωρηκτά "Vittorio" και "Littorio" στις 11 Νοεμβρίου 1940

Οι πληροφορίες για τις γερμανικές προετοιμασίες είχαν διάφορες πηγές. Αρκετοί Ελληνες αλλά και στρατιώτες του συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος που έφταναν από την ηπειρωτική Ελλάδα έκαναν λόγο για μαζικές  μετακινήσεις γερμανικών αεροσκαφών και στρατευμάτων προς τα νότια.

Κάποιες φορές μάλιστα οι ίδιοι οι Γερμανοί στρατιώτες παραβίαζαν τα μέτρα μυστικότητας που είχε διατάξει η γερμανική ηγεσία και καυχιόνταν ανοικτά πως σύντομα θα βρίσκονταν στην Κρήτη. Αλλες περισσότερο συγκεκριμένες πληροφορίες έκαναν λόγο για την απόφαση να μη ναρκοθετηθεί το λιμάνι της Σούδας αφού θα καταλαμβανόταν σύντομα ή αφορούσαν ακόμη και την πιθανή ημέρα έναρξης της επίθεσης.

Αν και παραδοσιακά οι επιθέσεις για την κατάληψη νησιών γίνονταν με θαλάσσιες αποβάσεις, η χρήση αλεξιπτωτιστών στη Νορβηγία, στο Βέλγιο και κυρίως στην Ολλανδία (η μεγαλύτερης κλίμακας επιχείρηση αλεξιπτωτιστών μέχρι τότε) είχαν ασφαλώς υποψιάσει το συμμαχικό στρατηγείο για την πιθανότητα συμμετοχής τέτοιων μονάδων και στην Κρήτη. Η παρουσία Γερμανών αλεξιπτωτιστών στην ηπειρωτική Ελλάδα ήταν γνωστή, τόσο από τη χρήση τους στην κατάληψη της γέφυρας της Κορίνθου όσο και από αναφορές ατόμων που έφταναν στην Κρήτη από την υπόλοιπη Ελλάδα τις ημέρες εκείνες.

Δημοσίευμα της "International Herald Tribue"  της 21 Μαΐου 1941 με αναφορά στη γερμανική αποτυχία. Την ίδια ώρα εκδηλωνόταν κρίση στο γερμανικό αρχηγείο στην Αθήνα.

Επιπλέον, οι δυνατότητες και οι τακτικές που χρησιμοποιούσαν οι αλεξιπτωτιστές είχαν αρχίσει να γίνονται πλέον γνωστές. Ο ελληνικός στρατός για παράδειγμα είχε συντάξει ειδική έκθεση από τις αρχές του 1941, στην οποία αναλύονταν οι γερμανικές επιχειρήσεις στην Ολλανδία ανάμεσά τους και η χρήση των αλεξιπτωτιστών. Στην έκθεση αυτή γινόταν ειδική μνεία στη χρήση αγρών και παραλιών για τη μεταφορά εφοδίων και ενισχύσεων από γερμανικά αεροσκάφη κατά το παράδειγμα της μάχης της Χάγης.

Ωστόσο η παρουσία μονάδων αλεξιπτωτιστών δεν σήμαινε αυτόματα πως αυτές θα αποτελούσαν και τις κύριες δυνάμεις της εισβολής. Εξάλλου βαρέα όπλα δεν ήταν δυνατόν να μεταφερθούν παρά μόνο από τη θάλασσα. Χωρίς λοιπόν την ακριβή γνώση των σχεδίων, ο στρατηγός Μπέρναρντ Φράιμπεργκ, ο οποίος είχε αναλάβει τη διοίκηση του νησιού, θα έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στο να σκορπίσει τις δυνάμεις του σε όλη την Κρήτη προσπαθώντας να καλύψει κάθε ενδεχόμενο και στο να πάρει το ρίσκο να εστιάσει σε όσες περιοχές θεωρούσε σημαντικότερες ή περισσότερο πιθανό να στοχοποιηθούν από τους Γερμανούς, αφήνοντας το υπόλοιπο νησί χωρίς άμυνα.

Η λύση στο πρόβλημα δόθηκε από μια εξέλιξη στον τομέα της αποκρυπτογράφησης. Οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν από την εποχή του μεσοπολέμου μια ηλεκτρομηχανική συσκευή που ονομαζόταν Enigma και έμοιαζε με γραφομηχανή για την κρυπτογράφηση των επικοινωνιών τους.

Ωστόσο το Enigma δεν ήταν άτρωτο και η χαλάρωση που η χρήση του κάποιες φορές επέφερε στα μέτρα ασφαλείας (π.χ. οι κωδικοί δεν άλλαζαν αρκετά συχνά και δεν χρησιμοποιούνταν πάντα οι δυνατότητες κρυπτογράφησης της συσκευής στο έπακρο) συνέβαλε τελικά στην επιτυχία των Συμμάχων να αποκρυπτογραφήσουν τα γερμανικά σήματα. Οι πρώτες επιτυχίες ήρθαν από τους Πολωνούς, οι οποίοι, συνεργαζόμενοι και με τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, είχαν κάνει σημαντική πρόοδο στον τομέα αυτό μέχρι το 1939. Εκτός από τη χρήση μαθηματικών μοντέλων, σημαντικό ρόλο στην προσπάθειά τους αυτή έπαιξε και μια συσκευή (Bomba) που κατασκεύασαν ειδικά για τον σκοπό αυτόν.

Λίγο πριν από τη γερμανική επίθεση αποκάλυψαν την πρόοδο που είχαν κάνει στους Γάλλους και τους Βρετανούς. Το βρετανικό πρόγραμμα αποκρυπτογράφησης πήρε την κωδική ονομασία Ultra, αλλά η ύπαρξή του παρέμεινε μυστική έως τη δεκαετία του1970, με αποτέλεσμα αρχικά οι ιστορικοί να έχουν άγνοια για τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε στην έκβαση του πολέμου.

Προσγείωση αλεξιπτωτιστών μαζί με οπλισμό.

Η πλήρης αποκρυπτογράφηση των γερμανικών σημάτων απέδωσε για πρώτη φορά αξιόλογα αποτελέσματα στη ελληνική εκστρατεία. Την εποχή που καταστρώνονταν τα σχέδια για τη μάχη της Κρήτης, η αποκρυπτογράφηση μπορούσε πλέον να αποτελέσει ένα καίριας σημασίας πλεονέκτημα για τις συμμαχικές δυνάμεις. Μάλιστα, το γεγονός πως την επίθεση στην Κρήτη ανέλαβαν η Λουφτβάφε και οι αλεξιπτωτιστές της βοήθησε ακόμη περισσότερο, καθώς οι συσκευές της γερμανικής αεροπορίας χρησιμοποιούσαν λιγότερα εσωτερικά στροφεία και ως εκ τούτου είχαν λιγότερους πιθανούς συνδυασμούς κρυπτογράφησης, με αποτέλεσμα τα κωδικοποιημένα σήματα της γερμανικής αεροπορίας να είναι τα πρώτα που έγινε δυνατό να αποκρυπτογραφηθούν μαζικά.

Η πιθανότητα οι πληροφορίες να ήταν αποτέλεσμα σχεδίου παραπληροφόρησης ήταν μικρές, αφού όλες οι ενδείξεις συνέτειναν στο ότι οι Γερμανοί συνέχιζαν να θεωρούν την κρυπτογράφηση των επικοινωνιών τους απόλυτα ασφαλή, γεγονός που επιβεβαιώθηκε αργότερα, όταν γερμανικό αεροσκάφος το οποίο μετέφερε τα γερμανικά σχέδια καταρρίφτηκε στην Κρήτη. Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη της επίθεσης, οι βρετανικές υπηρεσίες στο Λονδίνο διέθεταν λοιπόν ακριβή εικόνα για την κλίμακα της σχεδιαζόμενης επίθεσης, τα μέσα που θα χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί, ακόμη για το πότε περίπου η επίθεση αυτή θα λάμβανε χώρα.

Ωστόσο, ο τρόπος που οι πληροφορίες είχαν αποκτηθεί δημιουργούσε κάποια νέα προβλήματα στη βρετανική ηγεσία. Αν οι πληροφορίες αυτές αξιοποιούνταν στο έπακρο με την τοποθέτηση του συνόλου των δυνάμεων στις περιοχές όπου ήταν γνωστό ότι θα έπεφταν οι αλεξιπτωτιστές, τότε ήταν πολύ πιθανό οι Γερμανοί να υποπτεύονταν την υποκλοπή των σημάτων τους και να λάμβαναν μέτρα που θα ακύρωναν τις επιτυχίες στον τομέα αυτό. Ετσι οι Βρετανοί θα νικούσαν στη μάχη της Κρήτης, αλλά κινδύνευαν να βρεθούν στο σκοτάδι για άλλες πιθανές γερμανικές επιχειρήσεις, σε μια περίοδο μάλιστα όπου η επίθεση στην ίδια τη Βρετανία δεν είχε ακόμη αποκλειστεί. Επιπλέον η βρετανική οικονομία κινδύνευε να στραγγαλιστεί από τη δράση των γερμανικών υποβρυχίων, στη βύθιση των οποίων , το Ultra συνέβαλε καταλυτικά όταν αποκρυπτογραφήθηκαν και οι επικοινωνίες του γερμανικού ναυτικού. |

Ετσι επιλέχτηκε να γίνει μια κάπως περιορισμένη χρήση των επιτυχιών αυτών. Οι πληροφορίες που προέρχονταν από τα Ultra δεν δόθηκαν παρά μόνο στον διοικητή ! (Φράιμπεργκ) και στον επικεφαλής της μικρής τοπικής αεροπορικής δύναμης (Τζορτζ Μπίμις). Τα σχετικά σήματα που έφταναν στα χέρια τους, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της μάχης, είχαν τον κωδικό Orange Leonard COL) και υποτίθεται πως οι πληροφορίες που περιείχαν προέρχονταν από πράκτορες, ενώ οι εντολές που είχε ο Φράιμπεργκ ήταν να αποφύγει ενέργειες που θα βασίζονταν αποκλειστικά στα σήματα του Orange Leonard.

Ο Νεοζηλανδός στρατηγός Φράιμπεργκ τοποθέτησε τις δυνάμεις του στις παραλίες τις οποίες θεωρούσε περισσότερο ευνοϊκές για γερμανική απόβαση. Οντως μερικοί Γερμανοί αλεξιπτωτιστές έπεσαν ... ακριβώς εκεί.

Με βάση τα παραπάνω λοιπόν, ο 52άχρονος Φράιμπεργκ, ο οποίος έτσι κι αλλιώς ήταν συνηθισμένος στις συμβατικές επιχειρήσεις, αποφάσισε να τοποθετήσει κατά προτεραιότητα τα στρατεύματά του στις παραλίες που ήταν περισσότερο ευνοϊκές για απόβαση και δευτερευόντως στα λιμάνια και τα αεροδρόμια, ενώ τη φύλαξη των πεδιάδων ή άλλων περιοχών ανέλαβαν κυρίως οι ανεπαρκείς σε αριθμό, εκπαίδευση και εξοπλισμό ελληνικές μονάδες. Ο ίδιος, ο οποίος μάλλον δεν έδειχνε να θεωρεί τις πληροφορίες για τα γερμανικά σχέδια ως απολύτως αξιόπιστες, συνέχισε να ανησυχεί μέχρι και την τελευταία στιγμή για το ενδεχόμενο επίθεσης από τη θάλασσα και να παραπονιέται πως οι δυνάμεις του ήταν ανεπαρκείς.

Ο πόλεμος είχε πολύ δρόμο ακόμη. Αντρες του 28ου τάγματος Μαορί μετά την εκκένωση της Κρήτης εκτελούν πολεμικό χορό χάκα ενώπιον του βασιλιά Γεωργίου Β' στην αιγυπτιακή έρημο στις 25 Ιουνίου 1941

Επίλογος

Χρόνια μετά τη μάχη, ο Τσόρτσιλ σημείωνε στα απομνημονεύματά του πως «σε κανένα άλλο σημείο του πολέμου δεν ήταν οι υπηρεσίες μας τόσο πλήρως και με ακρίβεια πληροφορημένες». Ωστόσο οι πληροφορίες αυτές δεν αποδείχτηκαν επαρκείς για να κρίνουν την έκβαση της μάχης θετικά για τους Συμμάχους.

Η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των μονάδων μετά την κοπή των επίγειων καλωδίων από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς, η γερμανική προσαρμοστικότητα μετά την έναρξη της μάχης και η παρανόηση κάποιων πληροφοριών συνέβαλαν στην αποδιοργάνωση των αμυνόμενων και τελικώς στην ακύρωση αρκετών από τα πλεονεκτήματα που προσέφερε η γνώση των γερμανικών σχεδίων πριν από τη μάχη. Υπήρχαν περιπτώσεις που ο Φράιμπεργκ ήταν καλύτερα πληροφορημένος για το πού βρίσκονταν οι γερμανικές μονάδες παρά οι δικές του, ενώ οι τοπικοί διοικητές σπάνια γνώριζαν τι συνέβαινε σε άλλους τομείς.

Η απώλεια επικοινωνίας με κάποιες από τις μονάδες στο Μάλεμε κατά την κρίσιμη πρώτη μέρα της μάχης έπαιξε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, καθότι οδήγησε τον εκεί τοπικό διοικητή να υποθέσει πως μπορεί να είχαν εξοντωθεί, με αποτέλεσμα να διατάξει την υποχώρηση. Η καλύτερη πληροφόρηση από πλευράς των Συμμάχων τους βοήθησε λοιπόν σημαντικά να προκαλέσουν μεγάλες απώλειες στους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, αλλά δεν αποδείχτηκε τελικώς αρκετή για να εξουδετερώσει τις υπόλοιπες αδυναμίες τους και να κρίνει το αποτέλεσμα της μάχης.

{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger