Προσφατες Αναρτησεις

Ματεότι, Λαμπράκης, Φύσσας: φασιστικές δολοφονίες και κρατική εξουσία

O Ρουπακιάς ποζάρει χαιρετώντας ναζιστικά σε εκπαίδευση της Χρυσής Αυγής.

(Κείμενο: Θανάσης Καμπαγιάννης, "Σοσιαλισμός Από τα Κάτω", Μάρτης-Απρίλης 2016 μέσω jailgoldendawn)

Η ανακοίνωση της αποφυλάκισης του Ρουπακιά στις 18 Μάρτη 2016, εξαιτίας συμπλήρωσης του ανώτατου όριου προφυλάκισης των 30 μηνών, δημιούργησε κατακραυγή στην κοινή γνώμη και αναζωπύρωσε τις αμφιβολίες για το σύστημα δικαιοσύνης και τη δίκη των νεοναζί. Για ποιο λόγο, ενώ έχουν περάσει δυόμισυ χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, δεν έχουν καταδικαστεί ακόμα οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί της, την ίδια στιγμή που όλα τα ηγετικά στελέχη της Χρυσής Αυγής κυκλοφορούν πια ελεύθερα, μαζί τους πλέον και ο Ρουπακιάς;

Η εκκίνηση της ποινικής δίωξης σε βάρος της Χρυσής Αυγής για “εγκληματική οργάνωση” ήταν ο καρπός της μαζικής αντιφασιστικής έκρηξης του Σεπτέμβρη του 2013 και του τρόμου που αυτή προκάλεσε στην κυβέρνηση Σαμαρά. Η απόφαση για την ποινική δίωξη πέταξε το μπαλάκι στη δικαστική εξουσία, δίνοντας πλέον τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να λέει ότι η ίδια δεν έχει καμία πολιτική ευθύνη για την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής, για την οποία “τώρα θα επιληφθεί η Δικαιοσύνη”.

Πρόκειται για ένα μοτίβο που έχουμε δει να επαναλαμβάνεται συχνά σε φασιστικές δολοφονίες. Στο άρθρο αυτό έχουμε επιλέξει τρεις τέτοιες σημαίνουσες υποθέσεις, τη δολοφονία του Τζιάκομο Ματεότι στην Ιταλία το 1924, τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη στην Ελλάδα το 1963 και τη δολοφονία Φύσσα το 2013. Αφού πρώτα δώσουμε το βασικό περίγραμμα αυτών των φασιστικών δολοφονιών, θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τις ομοιότητες και τις διαφορές τους, βγάζοντας ταυτόχρονα συμπεράσματα για την πολιτική και δικαστική τους εξέλιξη που μπορούν να φανούν χρήσιμα στο σήμερα.

Δολοφονία Ματεότι

Ο Τζιάκομο Ματεότι (1885-1924) ήταν βουλευτής του Ενοποιημένου Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιταλίας και ένας από τους ηγέτες της ρεφορμιστικής πτέρυγας του εργατικού κινήματος. Από το 1922, στην Ιταλία, βρισκόταν στην εξουσία το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα του Μπενίτο Μουσολίνι, χωρίς όμως να έχει κατορθώσει ακόμα να τσακίσει ολοκληρωτικά τις οργανώσεις της εργατικής τάξης και τα υπολείμματα της αστικής δημοκρατίας.

Η δολοφονία του Ματεότι θεωρείται σήμερα ως η αποφασιστική καμπή για τη νίκη του ιταλικού φασισμού και το χτίσιμο του ολοκληρωτικού κράτους του Μουσολίνι. Λίγες μέρες πριν τη δολοφονική επίθεση, στις 30 Μαΐου του 1924, ο Ματεότι είχε καταγγείλει δημόσια σε ομιλία του στο κοινοβούλιο τη νοθεία και τους τραμπουκισμούς των φασιστών στη διάρκεια των τελευταίων εκλογών, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη σύνδεση τους με μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα. Οι φασιστικές εφημερίδες την επόμενη μέρα έγραψαν ότι “απέναντι στις ομιλίες του Ματεότι έχει υπάρξει μέχρι τώρα υπερβολική ανοχή”.

Στις 10 Ιούνη του 1924, φασίστες τραμπούκοι έστησαν ενέδρα και επιτέθηκαν στον Ματεότι έξω από το σπίτι του, τον οποίο στη συνέχεια έσυραν μέσα στο αυτοκίνητό τους και απήγαγαν. Ο Ματεότι αμύνθηκε στα χτυπήματα των τραμπούκων, οι οποίοι συνέχισαν να τον χτυπούν μέχρι που ένας από αυτούς τον μαχαίρωσε με στιλέτο. Οι φασίστες επιχείρησαν να κρύψουν τα ίχνη τους, παραχώνοντας το πτώμα του Ματεότι σε μια ερημική τοποθεσία έξω από τη Ρώμη και προσπαθώντας να καθαρίσουν το αυτοκίνητο από τα ίχνη του εγκλήματος. Όμως το έγκλημα ήταν κάθε άλλο παρά τέλειο.

Οι τραμπούκοι, με επικεφαλής τον Αμέρινγκο Ντουμίνι, ήταν μέλη μιας επίλεκτης ομάδας “εσωτερικής ασφάλειας” του φασιστικού κόμματος. Και το αυτοκίνητο με το οποίο είχε γίνει η δολοφονία είχε νοικιαστεί από στέλεχος του καθεστώτος, τον Φιλίππο Φιλιππέλι (εκδότη μιας φασιστικής εφημερίδας), κατόπιν εντολής του οργανωτικού γραμματέα του κόμματος Μαρινέλι και του διευθυντή του γραφείο τύπου του υπουργικού συμβουλίου Τσέζαρε Ρόσσι. Τα νέα της δολοφονίας συγκλόνισαν την ιταλική κοινή γνώμη και για κάποιους μήνες το καθεστώς Μουσολίνι βρέθηκε κυριολεκτικά στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Το έμβλημα των “Σωματοφυλάκων του Ντούτσε”

Όμως η ατολμία των κομμάτων της αντιπολίτευσης (που αποσύρθηκαν από τη Βουλή και συγκρότησαν το αντι-κοινοβούλιο του Αβεντίνο) και η αποκλειστική εμμονή τους στη θεσμική απεύθυνση στον Βασιλιά Βιτόριο Εμανουέλε Γ’ να αποπέμψει τον Μουσολίνι έδωσε πολύτιμο χρόνο στους φασίστες.
Όταν το καθεστώς ξαναένιωσε ισχυρό, ο Μουσολίνι έκανε, στις 3/1/1925, την περίφημη ομιλία του στη Βουλή με την οποία αναλάμβανε “την πολιτική, ηθική και ιστορική ευθύνη όλων όσων έχουν συμβεί… Εαν ο φασισμός είναι μια εταιρεία εγκλήματος, εάν όλες οι πράξεις βίας υπήρξαν το αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου ιστορικού, πολιτικού και ηθικού κλίματος, εγώ έχω όλη την ευθύνη γι’ αυτό…”.
Ακολούθησε ένα όργιο βίας κατά της αντιπολίτευσης και των οργανώσεων του εργατικού κινήματος που επισφραγίστηκε με τη διάλυση κάθε δημοκρατικού θεσμού το 1926. Η δίκη των δολοφόνων του Ματεότι, που έγινε τον Μάρτη και τον Απρίλη της ίδιας χρονιάς, ήταν μια φάρσα, με τους βασικούς κατηγορούμενους να αποφυλακίζονται μέσα σε λίγους μόλις μήνες (ο Ντουμίνι τυπικά καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, ενώ οι ηθικοί αυτουργοί δεν κάθισαν καν στο εδώλιο).

Δολοφονία Λαμπράκη

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης (1912-1963) ήταν βουλευτής Πειραιά, συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ, τη νόμιμη πολιτική έκφραση του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Λαμπράκης ήταν γιατρός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, παλιός αθλητής και βαλκανιονίκης (το 1936 είχε μάλιστα συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου). Η συμμετοχή του στο κίνημα ειρήνης της εποχής τον είχε κάνει κόκκινο πανί για τη δεξιά και το παρακράτος. Τον Μάη του 1963, ο Λαμπράκης έσπασε την απαγόρευση της πορείας ειρήνης του Μαραθώνα, βαδίζοντας μόνος του με το ίδιο πανό με το οποίο είχε συμμετάσχει σε διεθνή πορεία ειρήνης στην Αγγλία, λίγες βδομάδες πριν.

Στις 22 Μάη του 1963, ο Λαμπράκης ήταν ομιλητής σε εκδήλωση της Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη στη Θεσσαλονίκη. Κάτω από τον χώρο της εκδήλωσης (που βρισκόταν στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Ερμού), παρακρατικές φασιστικές ομάδες είχαν οργανώσει αντισυγκέντρωση, δέρνοντας και προπηλακίζοντας τους συμμετέχοντες. Αν και παρούσα στον χώρο ήταν μεγάλη δύναμη της Χωροφυλακής (με πάνω από 180 άνδρες και με φυσική παρουσία όλης της ηγεσίας των σωμάτων ασφαλείας Θεσσαλονίκης), οι παρακρατικοί δεν δίστασαν να χτυπήσουν αρχικά τον βουλευτή της Αριστεράς Γιώργο Τσαρουχά.

Όταν ο Λαμπράκης επιχείρησε, στο τέλος της εκδήλωσης, να διασχίσει το δρόμο, ένα τρίκυκλο με οδηγό τον Σπύρο Γκοτζαμάνη και συνεπιβάτη τον Μανώλη Εμμανουηλίδη κινήθηκε προς το μέρος του και ο Εμμανουηλίδης τον χτύπησε στο κεφάλι με ένα γκλομπ. Η σύλληψη των δολοφόνων έγινε εφικτή εξαιτίας της τόλμης ενός αυτόπτη μάρτυρα, του Χατζηαποστόλου, που πήδηξε στην καρότσα του τρίκυκλου (κερδίζοντας επάξια στην ιστορία το προσωνύμιο “τίγρης”) και ακινητοποίησε μετά από σκληρή πάλη το όχημα.

Από εκείνο το σημείο και πέρα, άρχισε να ξετυλίγεται το σχέδιο της δολοφονίας, που οι κρατικοί μηχανισμοί και οι δεξιές εφημερίδες έσπευσαν αρχικά να συγκαλύψουν μιλώντας για “τροχαίο ατύχημα”. Η σύλληψη των Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη και η είδηση ότι και οι δύο τους ήταν μέλη μιας παρακρατικής φασιστικής οργάνωσης, του “Συνδέσμου Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος” (!), υπό την ηγεσία του γερμανοντυμένου στην κατοχή δοσίλογου Ξενοφώντος (“Φον”) Γιοσμά, προκάλεσαν μια πλημμυρίδα αποκαλύψεων. Οι αποκαλύψεις δεν συγκαλύφθηκαν εξαιτίας και της θαρρετής στάσης που επέδειξε ο ανακριτής που ανέλαβε την υπόθεση, ο (μετέπειτα και Πρόεδρος της Δημοκρατίας) Χρήστος Σαρτζετάκης. 200.000 λαού συμμετείχαν στην κηδεία του Λαμπράκη στην Αθήνα (που έμεινε εγκεφαλικά νεκρός για λίγες μέρες, μέχρι να ξεψυχήσει στις 27 Μαϊου). Η κυβέρνηση Καραμανλή αναγκάστηκε να παραιτηθεί μέσα σε τρεις βδομάδες (στις 11 Ιουνίου 1963).

Η Μακεδονία την επομένη της δολοφονίας.

Η “εκδοχή” της Δεξιάς.

Η δίκη των δολοφόνων του Λαμπράκη ξεκίνησε τελικά τον Οκτώβρη του 1966 και ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβρη. Κατηγορούμενοι ήταν όχι μόνο οι φυσικοί αυτουργοί Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης, αλλά και ο Φον Γιοσμάς, καθώς και οι αστυνομικοί που συμμετείχαν στην οργάνωση της “αυθόρμητης” αντισυγκέντρωσης και επέτρεψαν τη δολοφονία – συνολικά 32 κατηγορούμενοι. (Να πούμε εδώ ότι οι εισαγγελικές αρχές προσπάθησαν να “διαχωρίσουν” τις υποθέσεις και να στήσουν τρεις-τέσσερις ξεχωριστές δίκες για να ξεπλύνουν τους ηθικούς αυτουργούς, αλλά αρχικά τουλάχιστον δεν τα κατάφεραν).

Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν απογοητευτικό: οι φυσικοί αυτουργοί Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης καταδικάστηκαν για θανατηφόρα σωματική βλάβη (και όχι ανθρωποκτονία εκ προθέσεως) σε κάθειρξη 11 και 8,5 χρόνια αντίστοιχα. Οι ηθικοί αυτουργοί και οι παρόντες αστυνομικοί έπεσαν στα μαλακά με ποινές που δεν ξεπερνούσαν τη φυλάκιση του ενός έτους. Στη διάρκεια της Χούντας, οι φυσικοί αυτουργοί αφέθηκαν και αυτοί ελεύθεροι.

Δολοφονία Φύσσα

Ο Παύλος Φύσσας (1979-2013) ήταν μουσικός της ραπ σκηνής, γνωστός στις γειτονιές του Πειραιά όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε για τους στίχους του, τις κοινωνικές δράσεις αλληλεγγύης που οργάνωνε και την αντιφασιστική του στάση. Τον Σεπτέμβρη του 2013, η ναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή επιχείρησε να κλιμακώσει τις βίαιες ενέργειές της, με σκοπό να εκμεταλλευτεί το κλίμα κοινωνικής και πολιτικής κρίσης που έπληττε την κυβέρνηση Σαμαρά. Η κλιμάκωση αυτή εκφράστηκε με στοχευμένες επιθέσεις στις γειτονιές του Πειραιά, αρχικά κατά συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ στο Πέραμα στις 12/9/2013 και στη συνέχεια κατά αντιφασιστών που στοχοποιήθηκαν στο πρόσωπο του Παύλου Φύσσα και της παρέας του στο Κερατσίνι το βράδυ της 17-18/9/2013.

Σφραγίδα και ταυτότητα ασφάλειας της Χρυσής Αυγής – “Κεντρική Διοίκηση”.

Τάγμα εφόδου της Χρυσής Αυγής συγκροτήθηκε στα γραφεία της Νίκαιας στις 23:50, μετα από μήνυμα του πυρηνάρχη Γιώργου Πατέλη στις 23:28 και κατόπιν έγκρισης του περιφερειάρχη Πειραιά βουλευτή Γιάννη Λαγού. Ο Φύσσας είχε αναγνωριστεί σε κοντινη καφετέρια στο Κερατσίνι από μέλη της “ασφάλειας” της τοπικής, τα οποία έσπευσαν να ενημερώσουν τον υπεύθυνο της “ασφάλειας” Γιάννη Καζαντζόγλου.
Το μηχανοκίνητο τάγμα συνενώθηκε τελικά με τους υπόλοιπους Χρυσαυγίτες έξω από την καφετέρια Κοράλλι στην οδό Παύλου Μελά και ως ενιαία πλέον και συγκροτημένη ομάδα επιτέθηκε στην παρέα του Παύλου Φύσσα. Ο Φύσσας αμύνθηκε, με σκοπό να προστατεύσει τα μικρότερης ηλικίας άτομα της παρέας του, αλλά τελικά χτυπήθηκε με μαχαίρι από το στέλεχος της τοπικής της Νίκαιας Γιώργο Ρουπακιά ο οποίος ολοκλήρωσε την πολυπρόσωπη επίθεση. Παρόντες στη διάρκεια της επίθεσης (το πιθανότερο στο απέναντι πεζοδρόμιο) ήταν 8 αστυνομικοί της ομάδας ΔΙΑΣ που δεν επενέβησαν παρά μόνο μετά τις δολοφονικές μαχαιριές.

Ήταν τελικά η αντίσταση του ίδιου του Φύσσα που ανάγκασε τους αστυνομικούς, καθ’ υπόδειξή του, να συλλάβουν τον Ρουπακιά και επέτρεψε να ξετυλιχτεί το κουβάρι των αποκαλύψεων για το τάγμα εφόδου της Χρυσής Αυγής. Μετά από δέκα θυελλώδεις μέρες μαζικής αντιφασιστικής οργής και πολιτικής κρίσης, στις 28 Σεπτέμβρη 2013, οι ηγέτες της Χρυσής Αυγής συνελήφθησαν με τις κατηγορίες της εγκληματικής οργάνωσης. Η απότομη στροφή της κυβέρνησης μεταφράστηκε σε σύγκρουση στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών (με απομακρύνσεις ανώτατων αστυνομικών και στελεχών των σωμάτων ασφαλείας), αλλά και σε ενδοκυβερνητική κρίση με τον αρχιτέκτονα της “ειδικής σχέσης” Νέας Δημοκρατίας-Χρυσής Αυγής Τάκη Μπαλτάκο να εξαναγκάζεται σε παραίτηση από τη γραμματεία του υπουργικού συμβουλίου. Η δίκη των φυσικών και ηθικών αυτουργών της δολοφονίας Φύσσα, αλλά και δεκάδων άλλων δολοφονικών επιθέσεων, είναι σήμερα σε εξέλιξη.

Το μοτίβο των φασιστικών δολοφονιών

Στην ιστορία δεν υπάρχουν επαναλήψεις. Οι τρεις φασιστικές δολοφονίες που περιγράψαμε γίνανε σε συγκεκριμένες και ιστορικά πρωτότυπες συνθήκες. Αυτό που παρατηρούμε όμως είναι ένα κοινό μοτίβο που έχει να κάνει με την ιδιαίτερη φύση των φασιστικών οργανώσεων, τη σχέση τους με το αστικό κράτος και την αντίδραση που δημιουργεί η δολοφονική δράση τους στις κατώτερες τάξεις:

α. Σε όλες τις περιπτώσεις που εξετάζουμε, δράστες των δολοφονιών είναι φασιστικές οργανώσεις, έστω και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, όπως το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα του Μουσολίνι, ο “Σύνδεσμος Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης” του Γιοσμά ή η Χρυσή Αυγή του Μιχαλολιάκου. Βέβαια στην περίπτωση του Συνδέσμου του Γιοσμά, η οργάνωση δεν συγκροτήθηκε ποτέ σε αυτοτελές πολιτικό κόμμα, αλλά δρούσε ως συμπλήρωμα των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών, γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή μιλάμε για παρακράτος. Ωστόσο, αυτό που ενοποιεί και τις τρεις οργανώσεις είναι η κοινή στρατηγική συγκρότησης ομάδων κρούσης (με διάφορα ονόματα: “ομάδες ασφάλειας”, “τάγματα εφόδου”, “μαχητικοί σύνδεσμοι”) που ήταν έτοιμες να πλήξουν με φυσική βία τους πολιτικούς και ιδεολογικούς τους αντιπάλους (κομμουνιστές, σοσιαλιστές, συνδικαλιστές, αντιφασίστες, κλπ). Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά του φασισμού, από άλλες ακραία συντηρητικές ή αντιδραστικές συλλογικότητες: η χρήση της βίας από τάγματα εφόδου για την τρομοκράτηση των αντιπάλων του, ως βασικής στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας.

“Σύνδεσμος Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος”: σφραγίδα, εφημερίδα, έμβλημα.

β. Η ηγεσία των φασιστικών οργανώσεων όχι μόνο γνωρίζει, αλλά προϊσταται των εγκληματικών αυτών δράσεων. Όταν ο Μουσολίνι απέκτησε την απαιτούμενη ισχύ για να τσακίσει πολιτικά και βιολογικά την αντιπολίτευση, ομολόγησε αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα αναλαμβάνοντας την “πολιτική ευθύνη” της δολοφονίας Ματεότι. Η φασιστική ηγεσία δεν προτρέπει απλώς τα μέλη της σε διάπραξη εγκληματικών ενεργειών κατά των αντιπάλων της, αλλά οργανώνει τις ομάδες κρούσης που θα τις υλοποιήσουν. Γι’ αυτό και κομβικό ρόλο στις δολοφονικές επιθέσεις των φασιστών παίζουν πρόσωπα σαν τον Μαρινέλι (τον οργανωτικό γραμματέα του ιταλικού φασιστικού κόμματος, τον οποίο αναγκάστηκε να ξεφορτωθεί ο Μουσολίνι) ή τον Λαγό (τον περιφερειάρχη του Πειραιά της Χρυσής Αυγής), που είναι επιφορτισμένοι να οργανώνουν, να εγκρίνουν και να επιβλέπουν τα χτυπήματα των ομάδων κρούσης.

γ. Η εγκληματική δράση δεν είναι εφικτή χωρίς τη σύμπραξη του κράτους, η οποία προϋπάρχει της εκάστοτε επίθεσης. Στην περίπτωση της δολοφονίας Ματεότι, αυτό ήταν φανερό καθώς το φασιστικό κόμμα είχε ήδη κατακτήσει την κυβερνητική εξουσία. Όμως, η συνεργασία κράτους- φασιστικών οργανώσεων αρχίζει πολύ προγενέστερα. Στην Ιταλία, οι φασίστες του Μουσολίνι ήταν πολύτιμοι στην καταστολή του εργατικού κινήματος της πόλης και των εξεγερμένων αγροτών της υπαίθρου, πριν καταλάβουν την εξουσία.

Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 60, οργανώσεις σαν του Γιοσμά χρησιμοποιούνταν από το κράτος ως “βοηθητικά αστυνομικά σώματα” σε έκτακτες ανάγκες, όπως ήταν για παράδειγμα η επίσκεψη Ντε Γκωλ στη Θεσσαλονίκη τον Μάη του 1963, στην οποία είχαν αξιοποιηθεί ως “αστυνομικά όργανα” οι δολοφόνοι του Λαμπράκη (γνωστή και ως “υπόθεση Καρφίτσα”). Και βέβαια, η ιστορία της Χρυσής Αυγής είναι μια διαρκής συνεργασία με τις δυνάμεις καταστολής, πότε ως “αγανακτισμένοι πολίτες” σε επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας, πότε ως ομάδες “τήρησης της τάξης” στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα και αλλού. Μόνο έτσι μπορεί να γίνει κατανοητή η αυτοπεποίθηση των φασιστών δολοφόνων, κατά την τέλεση των εγκλημάτων τους, ότι θα διαφύγουν ανενόχλητοι από τις αστυνομικές αρχές.
Η απεύθυνση του Ρουπακιά στους αστυνομικούς με τα λόγια “είμαι δικός σας, είμαι της Χρυσής Αυγής” είναι εντυπωσιακά παρόμοια με τη φράση του Γκοτζαμάνη στον αστυνομικό που τον κρατούσε μετά τη σύλληψή του: “Εγώ τώρα θα φύγω κι εσύ θα με αφήσεις!”.

δ. Η κλιμάκωση της φασιστικής βίας είναι ένα επικίνδυνο στοίχημα τόσο για τη φασιστική οργάνωση όσο και για την κυρίαρχη τάξη. Το διακύβευμα είναι πολύ σημαντικό: η φασιστική βία μπορεί να έχει ως συνέπεια την τρομοκράτηση των από κάτω και το οριστικό τσάκισμα του κινήματος. Όμως, την ίδια στιγμή, το ρίσκο είναι πολύ μεγάλο: στην φασιστική βία η εργατική τάξη βλέπει έναν απόλυτο κίνδυνο για τη συλλογική και τη βιολογική της ύπαρξη. Μια φασιστική δολοφονία μπορεί να προκαλέσει μαζικό ξέσπασμα των από κάτω και κρίση νομιμοποίησης που να εξελιχθεί σε πανεθνική πολιτική κρίση. Δεν είναι τυχαία η κυβερνητική κρίση που ακολούθησε και τις τρεις δολοφονίες που εξετάζουμε εδώ, αποτέλεσμα των δεσμών που συνέδεαν τις φασιστικές οργανώσεις με την εκάστοτε κυβέρνηση και τους κρατικούς μηχανισμούς. Εδώ είναι που αποκτά κρίσιμο ρόλο η δικαστική εξουσία, στην οποία παραπέμπεται η “εξιχνίαση” του εγκλήματος, με στόχο την αποπολιτικοποίησή του και την αποκατάσταση της αστικής νομιμότητας. Χαρακτηριστικό είναι το πρώτο ανακοινωθέν της κυβέρνησης Καραμανλή μετά τη δολοφονία Λαμπράκη: “Παρόμοια γεγονότα είναι δυνατό να συμβούν εις όλα τα κράτη, και τα πλέον δημοκρατικά, και δεν δημιουργούν ευθύνας διά την κυβέρνησιν αυτά καθ’ εαυτά… Εν προκειμένω η κυβέρνησις έλαβεν όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα διά την πλήρη και ταχείαν διαλεύκανσιν της υποθέσεως και την επιβολή κυρώσεων”.

Οι δίκες των φασιστών δολοφόνων

ε. Η δίκη των εγκληματιών εξελίσσεται έτσι σε διελκυστίνδα ανάμεσα στα αντιμαχόμενα κοινωνικά και πολιτικά στρατόπεδα: στη δικαστική αίθουσα συγκρούονται η προσπάθεια της αποκάλυψης του οργανωμένου χαρακτήρα της φασιστικής δολοφονίας και των ευθυνών του κράτους, με την προσπάθεια της αποπολιτικοποίησης και της συγκάλυψης από πλευράς φασιστών και κρατικών μηχανισμών. Ωστόσο, όπως δείχνει η εμπειρία, η εξέλιξη τέτοιου είδους δικών κρίνεται τελικά από τον γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό, χωρίς αυτό βέβαια να καθιστά αδιάφορο το τι συμβαίνει μέσα στη δικαστική αίθουσα.

Εμμανουηλίδης (κέντρο) και Γκοτζαμάνης (δεξιά) σε διάλειμμα της δίκης.

Είναι σ’ αυτό το σημείο που είναι αναγκαίο να θέσουμε στην ανάλυσή μας τον κρίσιμο ρόλο του υποκειμενικού παράγοντα, της παρέμβασης δηλαδή του κινήματος και των στρατηγικών μέσα σ’ αυτό. Στην Ιταλία, η δολοφονία Ματεότι ξεσήκωσε σάλο και προκάλεσε κρίση στο καθεστώς του Μουσολίνι. Ωστόσο, η φιλελεύθερη ηγεσία του αντιφασιστικού στρατοπέδου, υπό τον Τζιοβάνι Αμέντολα, έστρεψε τις ελπίδες της προς τον Βασιλιά και την κυρίαρχη τάξη, αντί να κινητοποιήσει τις μάζες.
Η μόνη δύναμη που προέβαλε την ανάγκη της ανεξάρτητης μαζικής κινητοποίησης των εργατών και των αγροτών ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα υπό την ηγεσία του Αντόνιο Γκράμσι, που ήταν όμως ακόμα μικρό και πολιτικά συγχυσμένο. Οι φασίστες ξεπέρασαν την κρίση και μετέτρεψαν τη δολοφονία Ματεότι, που στην αρχή φάνταζε ως “η αρχή του τέλους τους”, σε ευκαιρία να σταθεροποιήσουν το καθεστώς τους.

Στην Ελλάδα του 1963, η κυβέρνηση Καραμανλή κατέρρευσε, έστω κι αν υποδυόταν την άσχετη με τη δολοφονία Λαμπράκη. Στα τρία χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι τη δίκη, ξετυλίχτηκε ένα τεράστιο κίνημα που κορυφώθηκε με τα Ιουλιανά του 1965, στη διάρκεια της πολιτικής κρίσης που εκδηλώθηκε μετά την αποπομπή του Γεωργίου Παπανδρέου από το Παλάτι. Όταν ξεκίναγε η δίκη, τον Οκτώβρη του 1966, το κίνημα είχε ήδη συρρικνωθεί και οι μηχανές του επερχόμενου πραξικοπήματος ζεσταίνονταν. Δεν ήταν λοιπόν τυχαία η απόφαση του Δικαστηρίου, που κατά την περίφημη δήλωση του εισαγγελέα της έδρας Παύλου Δελαπόρτα “έρριψε φως εξηντλημένης ηλεκτρικής στήλης”…

Η δίκη της Χρυσής Αυγής φέρνει πάνω της το χνάρι της αντίστασης του Παύλου Φύσσα τη βραδιά της φασιστικής ενέδρας στο Κερατσίνι. Αντί για τρόμο, η δολοφονική επίθεση προκάλεσε οργή που με τη σειρά της έσκαψε το χαράκωμα της ποινικής δίωξης κατά των νεοναζί της Χρυσής Αυγής, που επί δεκαετίες εγκληματούσαν ατιμώρητοι. Η μάχη που δίνουν τα θύματα, οι οικογένειές τους, οι μάρτυρες κατηγορίας, οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής είναι συνέχεια της μάχης που έδωσε το αντιφασιστικό κίνημα στο δρόμο όλα τα προηγούμενα χρόνια. Όμως, το αποτέλεσμα αυτής της δικαστικής μάχης θα κριθεί τελικά από τον κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου: η ζωτικότητα του κινήματος τη στιγμή της απόφασης θα είναι ο κρισιμότερος παράγοντας στον συλλογικό νου της δικαστικής και της κρατικής εξουσίας, πολύ πιο κρίσιμος ακόμα και από το συντριπτικό ανακριτικό υλικό που αποδεικνύει πέραν κάθε αμφιβολίας την ενοχή των ναζί συμμοριτών. Το διακύβευμα αυτής της μάχης δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

➤ Το έγκλημα Ματεότι, εκδόσεις Mondadori-Φυτράκη, στη σειρά “Τα φοβερά ντοκουμέντα”.
➤ Γκέοργκ Σόιερ, Σύντροφος Μουσολίνι, Ρίζες και Δρόμοι του πρωτογενούς φασισμού, Φιλίστωρ, Αθήνα 1999, σελ. 123-132.
➤ Γιάννης Βούλτεψης, Υπόθεση Λαμπράκη, τόμος Α’ (Η Μάχη – Θεσσαλονίκη 1963) και τόμος Β’ (1963-1967), εκδόσεις Αλκυών.
➤ Στράτος Ν. Δορδανάς, Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη – Επιβιώσεις του Δοσιλογισμού στη Μακεδονία, 1945-1974, Εστία, Αθήνα 2011, σελ. 285-351.
➤ Πρωτοβουλία για την Πολιτική Αγωγη του Αντιφασιστικού Κινήματος, Η ναζιστική εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή, JailGoldenDawn, Αθήνα 2015.
➤ Υπόμνημα της “Πολιτικής Αγωγής του Αντιφασιστικού Κινήματος” για τη Δίκη της Χρυσής Αυγής, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2015.
{[['']]}

Η μαύρη ελληνική ιστορία

Ενα οδοιπορικό στο παρελθόν της ακροδεξιάς, από τους επιστράτους, την ΕΕΕ και τον Μεταξά έως τον Πλεύρη, την ΕΠΕΝ και τον Βορίδη.



«Ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης [...] υπήρξε ένας μεγάλος Ελληνας [...] Ηταν αυτός που ως σιδερένιος υπουργός Ασφαλείας του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου στην κυριολεξία εξαφάνισε το ΚΚΕ! Ηταν αυτός πάλι που πήρε την πρωτοβουλία για την ίδρυση του Κόμματος της 4ης Αυγούστου, που αποτέλεσε την κιβωτό για κάθε εθνικιστικό κίνημα που υπάρχει σήμερα. Είχαμε καθήκον και υποχρέωση να τιμήσουμε τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη»

Νίκος Μιχαλολιάκος, 28 Οκτωβρίου 1996. Ομιλία σε μνημόσυνο της Χρυσής Αυγής στους τάφους Ιωάννη Μεταξά και Κωνσταντίνου Μανιαδάκη

Η σχέση της σύγχρονης άκρας Δεξιάς με το ιστορικό παρελθόν της είναι πολυσύνθετο ζήτημα. Φασιστικά σύμβολα και μύθοι, φασιστικά συνθήματα του μεσοπολέμου, αναφορά σε ιδεολογικές αντιλήψεις του ιστορικού φασισμού (υπερεθνικισμός, αυταρχισμός, αντικομμουνισμός, αντισημιτισμός, πολιτικός αντιφιλελευθερισμός, ομοιογενοποιημένη κοινωνία) δείχνουν ότι η πολιτική κουλτούρα που γέννησε τον φασισμό και τον ναζισμό καλά κρατεί. Το ιστορικό νήμα της ακροδεξιάς στην Ελλάδα ξεκινά σε αδρές γραμμές από τις οργανώσεις των επιστράτων του εθνικού διχασμού.

Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εφέδρων, όπως ήταν το επίσημο όνομα, ιδρύθηκε από βετεράνους των Βαλκανικών Πολέμων τον Φεβρουάριο 1916. Στόχοι του ήταν η τήρηση και η διασφάλιση της «εθνικής πολιτικής» εναντίον των ξενικών επεμβάσεων και όσων εκπροσωπούσαν ξένα συμφέροντα. Με το Γενικό Επιτελείο Στρατού να παίζει αποφασιστικό ρόλο στην ίδρυσή τους και αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «αυτόνομο λαϊκό κίνημα με εθνικούς στόχους», οι επίστρατοι επέδειξαν ακραίο επιθετικό πνεύμα ενάντια στον βενιζελισμό αλλά και τυφλή πίστη και αφοσίωση στον βασιλιά.
Πρωτοσέλιδο της «Ελευθερίας» στις 20 Φεβρουαρίου 1945 για τη δίκη στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων με κατοχικά ανώτατα κυβερνητικά στελέχη στο εδώλιο. Ο «υπερυπουργός» Εκτωρ Τσιρονίκος, που σχημάτισε εξόριστη ναζιστική κυβέρνηση στη Βιέννη, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο, αλλά η ποινή δεν εκτελέστηκε και του δόθηκε χάρη το 1952

Αξιοσημείωτο, σχετικά με τις πολιτικές μετατοπίσεις, είναι ότι επικεφαλής τους ήταν ο Κωνσταντίνος Εσλιν, εκπρόσωπος των συντεχνιών που πρωτοστάτησαν στο κίνημα στο Γουδί το 1909. 
Οπως επισημαίνει η καθηγήτρια του Παντείου ιστορικός Δέσποινα Παπαδημητρίου, «ο μαζικός πληβειακός χαρακτήρας του κινήματος των Επιστράτων και τα μέσα πολιτικής πάλης που υιοθέτησε, όπως οι ένοπλοι σχηματισμοί μάχης και η μεταφορά της βίας του πολέμου στις πόλεις, ο στρατιώτης ως ενσάρκωση του ηρωισμού και της αφοσίωσης στην πατρίδα, η λατρεία του αρχηγού –που συμβαίνει ωστόσο να είναι ο μονάρχης–, η κυριαρχία της βίας στην πολιτική ζωή και η απαξία στην ανθρώπινη ζωή –τη δική μας όταν πρόκειται για θυσία και του Αλλου όταν πρόκειται για τον εχθρό– δίνουν μια πρόγευση αλλά όχι τη γεύση του φασισμού».


 Παρέλαση του τμήματος «νέων» των Ελπιδοφόρων στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 1963

Οι σύνδεσμοι επιστράτων διαλύθηκαν κατά απαίτηση των Αγγλογάλλων συμμάχων τον Ιανουάριο 1917. Αν και εργαστήρι φασισμού, το αντεπαναστατικό, αντιβενιζελικό αυτό κίνημα δεν παρήγαγε φασισμό ούτε αυτόνομο πολιτικό λόγο. 

Στη σύγχρονη ακροδεξιά ρητορεία οι επίστρατοι λειτουργούν ως σύμβολο ενάντια στις επεμβάσεις των ξένων. Διαβάζουμε σε ομιλία στελέχους τοπικής χρυσαυγίτικης οργάνωσης τον Νοέμβριο 2013: «Το κίνημα των επιστράτων εκπροσωπεί την πλήρη αντίσταση ενάντια στην ξενική επιβολή, αλλά και την πίστη μας ότι η πατρίδα και το έθνος μας πρέπει να είναι ανεξάρτητα και κραταιά, χωρίς καμιά εξάρτηση από κανέναν ξένο παράγοντα».

Στον μεσοπόλεμο κύριος εκπρόσωπος του ελληνικού φασισμού αναδείχτηκε μια οργάνωση που ξεκίνησε το 1927 στη Θεσσαλονίκη. Η Εθνική Ενωσις Ελλάς (ΕΕΕ), γνωστότερη ως «Τρία Εψιλον», έθεσε στόχο την «άμυνα του έθνους» απέναντι σε ό,τι απειλούσε να διαταράξει την «προαιώνια τάξη», όπως η έκλυση των ηθών, η άρνηση της θρησκείας, η υπονόμευση της οικογένειας αλλά και η εγκατάσταση ξένων στοιχείων στη Μακεδονία που υπονομεύουν τα ελληνικά συμφέροντα προς όφελος των ξένων. 

Κύριο χαρακτηριστικό του πολιτικού λόγου της ο αντισημιτισμός – σε μια πολυεθνική τότε Θεσσαλονίκη όπου ζούσαν... Εβραίοι. Μαζικές επιδείξεις των «χαλυβδόκρανων» με παρελάσεις συγκροτημένων τμημάτων στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, εξορμήσεις στην επαρχία και πρακτική εφαρμογή των αντισημιτικών κηρυγμάτων, με αποκορύφωμα την πυρπόληση της εβραϊκής φτωχογειτονιάς του Κάμπελ τον Ιούνιο του 1931, δίνουν το στίγμα της οργάνωσης. 
Υπό την ανοχή ή και τη συμπαράσταση των κρατικών αρχών στο πλαίσιο της αντικομμουνιστικής δράσης η ΕΕΕ έως τον Απρίλιο 1932 θα αναπτυχθεί οργανωτικά σε 27 παραρτήματα και 7.000 μέλη. 


ΦΙΛΟΝΑΖΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΔΩΣΙΛΟΓΟΙ

Λίγο μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα η οργάνωση ανασυστήθηκε σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα ως Εθνικοσοσιαλιστικόν Κόμμα Ελλάδος, με ξεκάθαρο πλέον ναζιστικό υπόβαθρο. 
Η ηγεσία της περιλάμβανε φανατικούς γερμανόφιλους, όπως ο Κωνσταντίνος Γούλας, καθώς και «γερμανοντυμένους» που καταδίωκαν ένοπλα την Αντίσταση στο πλευρό των ναζί, όπως ο Κωνσταντίνος Πούλος

Με πρόσχημα την καταπολέμηση του κομμουνισμού το Εθελοντικό Τάγμα Πούλου διέπραξε, σε τακτική συμμαχία με τους κατακτητές, λεηλασίες, ξυλοδαρμούς, εμπρησμούς και δολοφονίες κατά μόνας ή σε συνεργασία με άλλους γνωστούς δωσίλογους, όπως ο Αντώνης Δάγκουλας, ο Κισά Μπατζάκ και ο Μιχάλαγας
Μακρύς ο κατάλογος των ένοπλων συνεργατών των Γερμανών, από τα Τάγματα Ασφαλείας έως τη ναζιστική «κυβέρνηση της Βιέννης» του Εκτορα Τσιρονίκου.

Μετά την απελευθέρωση, τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος αποτέλεσαν κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τους συνεργάτες των Γερμανών. Στελέχη φασιστικών και ακροδεξιών οργανώσεων, παρά τον ενεργό –ακόμη και ένοπλο– δωσιλογισμό τους, διασώθηκαν από το μεταπολεμικό σύστημα προκειμένου να αποτελέσουν εθνικό ανάχωμα των «ελεύθερων λαών»
Με την εθνικοφροσύνη να αποτελεί βασικό πυλώνα του μεταπολεμικού πολιτικού συστήματος, η ελληνική Δεξιά ενσωμάτωσε τις οργανώσεις εκείνες οι οποίες έθεταν τον αντικομμουνισμό υπεράνω του αγώνα κατά των κατακτητών.

Και δεν αναφερόμαστε μόνο σε όσους υπηρέτησαν στα Τάγματα Ασφαλείας. Κυριότερος εκπρόσωπος η «ημιδωσιλογική» (κατά χαρακτηρισμό των Βρετανών) οργάνωση Χ του συνταγματάρχη Γρίβα
Σε επαφή με εκπροσώπους του μοναρχισμού και οργανώσεις όπως η φιλοβασιλική Εθνική Δράσις του Σπύρου Μαρκεζίνη και η Επιτροπή Συντονισμού Εθνικού Αγώνος, η Χ οπλίστηκε από Βρετανούς με την ανοχή του κράτους και των αρχών και πρωτοστάτησε σε εκστρατεία Λευκής Τρομοκρατίας εναντίον των ΕΑΜικών οργανώσεων, των αριστερών και δημοκρατικών πολιτών, φτάνοντας το 1946 τις 50.000 άντρες, οι μισοί από τους οποίους ένοπλοι. 
Οι χίτες ανέλαβαν τη βρόμικη δουλειά δημιουργώντας έναν ανεξέλεγκτο εθνικιστικό στρατό ανεύθυνο απέναντι στον νόμο αλλά υπεύθυνο πολιτικά για την αλόγιστη βία που έσπρωξε τη χώρα στον Εμφύλιο και υπονόμευσε κάθε προσπάθεια ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης.

Παρά τη μαζικότητα των παρακρατικών τους οργανώσεων οι χίτες δεν κατόρθωσαν να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά την επιρροή τους. Στις μεταπολεμικές εκλογές ο αριθμός των ψήφων που έλαβε η Χ ήταν μικρότερος από τον αριθμό των μελών της. 
Οι ακραίες θέσεις της οργάνωσης οδήγησαν στη διακοπή των δεσμών με το Λαϊκό Κόμμα και τη βασιλόφρονα πολιτική ηγεσία, αν και εκπρόσωποί της ενσωματώθηκαν στα μετεμφυλιακά πολιτικά κόμματα
Αυτό που απέμεινε ως πολιτική κουλτούρα ήταν η μνησικακία απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο και τις ελίτ που ζητούσαν από τους αναλώσιμους παρακρατικούς να χύσουν το αίμα τους για τη διάσωση του «κινδυνεύοντος από τον κομμουνισμό» κοινωνικού καθεστώτος. 


Η ΑΥΤΟΝΟΜΗΣΗ

Η πολιτική αυτονόμηση των ακροδεξιών οργανώσεων ξεκίνησε σταδιακά στη δεκαετία του 1960. Μόλις έναν μήνα μετά τη δολοφονία Λαμπράκη, το 1963, ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών Θωμάς Χατζίκος κατέγραψε μεγάλο αριθμό φασιστικών οργανώσεων, με σημαντική διείσδυση στον χώρο της νεολαίας και χρηματοδότηση από μυστικές υπηρεσίες.

Αναφέρονταν ενδεικτικά οργανώσεις όπως το Σώμα Ελπιδοφόρων Νέων που προέβλεπε στρατιωτικού τύπου εκπαίδευση για τα μέλη του, η Αντικομμουνιστική Σταυροφορία της Ελλάδος, το Σώμα Ελλήνων Αλκίμων ή ο Σύνδεσμος των Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος του Ξενοφώντος Γιοσμά, με άμεση εμπλοκή στη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ.

Το 1965 μια ολιγομελής ομάδα νεαρών με αρχηγό τον Κώστα Πλεύρη και υπαρχηγό τον Δημήτριο Δημόπουλο ίδρυσε την ακροδεξιά οργάνωση Κόμμα 4ης Αυγούστου (Κ4Α), τη «μήτρα που εγέννησε τας μετέπειτα εθνικιστικάς κινήσεις», σύμφωνα με τον ιδρυτή της. 

Εγκέφαλος και υπαρχηγός υπήρξε ο Ανδρέας Δενδρινός και χειρ ο μανιακός της οπλοκατοχής Λογγίνος Παξινόπουλος. 
Οι τεταρταυγουστιανοί ήταν οργανωμένοι με στρατιωτική δομή και σιδερένια πειθαρχία. Ηθικός τους συμπαραστάτης ο υφυπουργός Δημόσιας Ασφάλειας και Τάξης της δικτατορίας του Μεταξά Κωνσταντίνος Μανιαδάκης
Μετά τα Ιουλιανά το Κ4Α υποστήριξε ανοιχτά την επιβολή δικτατορίας. Στη χούντα στελέχη του ανέλαβαν δημόσιες θέσεις στο πλευρό των ηγετών της δικτατορίας και προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να εμφυσήσουν στο καθεστώς δομημένα φασιστικά στοιχεία


ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΗ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ

Από την ιδεολογική μήτρα της 4ης Αυγούστου προήλθε το νέο αίμα της ακροδεξιάς στη μεταπολίτευση, όπως ο ιδρυτής της Χρυσής Αυγής Νίκος Μιχαλολιάκος. 
Μεταδικτατορικά βιώσαμε τη δράση της με τη φιλοξενία φυγόδικων ξένων φασιστών, όπως ο Ιταλός Ελιο Μασαγκράντε, καθώς και με την έκρηξη «τυφλών» ωρολογιακών βομβών μέσα στα σινεμά Ελλη και Ρεξ το 1978 κατά τις προβολές σοβιετικών ταινιών.



Συνελήφθη μια ομάδα δέκα ακροδεξιών, ανάμεσά τους και ο Νίκος Μιχαλολιάκος, τότε έφεδρος αξιωματικός. Η αρχική –κακουργηματική– κατηγορία εξέπεσε για τον ίδιο σε πλημμεληματική και επέσυρε φυλάκιση δεκατριών μηνών, η οποία στο εφετείο μειώθηκε στους έντεκα, τους οποίους είχε ήδη εκτίσει

Μέσα από τη φυλακή ο καταδικασμένος για τη γιάφκα με τα εκρηκτικά Αριστοτέλης Καλέντζης κατηγόρησε δημόσια τον Κ. Πλεύρη ως χαφιέ και αργυρώνητο της ΚΥΠ
Οι συγκρούσεις μεταξύ ηγετικών στελεχών του Κ4Α ήταν σύνηθες φαινόμενο και είχε να κάνει με τον διαμοιρασμό μυστικών κονδυλίων και πόρων από μυστικές υπηρεσίες.




Tο 1985 ο Μαυρουδής Χρήστου Βορίδης θα αναλάβει τα ηνία της ΕΠΕΝ ως γενικός γραμματέας, διαδεχόμενος τον Νίκο Μιχαλολιάκο. O Βορίδης θα προωθήσει τη συγκρότηση ευρύτερου «πατριωτικού χώρου» με στελέχη ΕΠΕΝ και ΕΝΕΚ υπό την επωνυμία Ελληνικό Μέτωπο (1994).

Το 2000 έθεσε υποψηφιότητα για βουλευτής στο κοινό ψηφοδέλτιο ΕΜ και Πρώτης Γραμμής του Κ. Πλεύρη
Το 2007 –ως Μάκης Βορίδης πλέον– εξελέγη με τον Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό του Καρατζαφέρη. Ο Γιώργος Καρατζαφέρης συνιστά ιδιαίτερη περίπτωση τηλεοπτικού «εισοδισμού».

Μέσω του ιδιωτικού καναλιού του η ελληνική ακροδεξιά απέκτησε μαζικό δίαυλο επικοινωνίας, «αναγεννήθηκε» τηλεοπτικά και δημιούργησε με ξενοφοβικό, δημαγωγικό και ρατσιστικό λόγο το πολιτιστικό υπόβαθρο για την υποδοχή των μισαλλόδοξων ιδεολογημάτων.

Αντλώντας από τις μεγάλες δεξαμενές των φιλοβασιλικών, του μεταξικού καθεστώτος και της δωσιλογικής Δεξιάς, η ελληνική ακροδεξιά εκφρασμένη στο κόμμα της Χρυσής Αυγής βρήκε τον δρόμο προς το κοινοβούλιο.

Η ιστορική συνέχεια της ακροδεξιάς δεν είναι μόνο οι ιδεολογικές αναφορές ή η συνέχεια των προσώπων. Δεν είναι οι παρακρατικοί μηχανισμοί, η αντικομμουνιστική σταυροφορία, οι ιδιωτικοί στρατοί. Είναι η διαχρονική της διείσδυση στο βαθύ κράτος. Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο. 

Πηγή: Βασιλική Λάζου, Διδάκτορας Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου

** Περιοδικό Hot Doc #162, «Πραματευτές του μίσους», 23/09/2018
{[['']]}

Η διαχρονική ατιμωρησία και επιβράβευση από το ελληνικό αστικό κράτος και την "δικαιοσύνη" του κάθε μορφής δοσιλογικού καθάρματος και παρακρατικού τομαριού


Αναμφισβήτητα έχουν μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον οι εισηγήσεις που ακούστηκαν στην ημερίδα που οργάνωσε η εφημερίδα Documento  με θέμα "Ευρώπη, σκοτεινή ήπειρος ξανά. Φασισμός - ρατσισμός. Ο,τι ξεχνάμε το ξαναζούμε".

Για μας το ποιο ενδιαφέρον σημείο της ημερίδας βρίσκεται στην πρώτη ενότητα της που είχε τίτλο "Ατιμωρησία και επιβράβευση. Η τύχη συνεργατών των κατακτητών και ταγματασφαλιτών στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Ενας ανεξόφλητος λογαριασμός".

Εκεί θα σταθούμε επικεντρωμένοι στην λειτουργία της ντόπιας αστικής "δικαιοσύνης" κατά την περίοδο αμέσως μετά την απελευθέρωση της χώρας μας από την ναζιστική κατοχή.
Στο χρονικό διάστημα δηλαδή που το αστικό κράτος και η δικαιοσύνη του "ξέπλυνε" τον ένοπλο δοσιλογισμό και τα όργανα των κατακτητών ενσωματώνοντας τους στον κρατικό μηχανισμό, και μάλιστα αναθέτοντας τους κύριες θέσεις, ενώ την ίδια στιγμή είχε εξαπολύσει αμείλικτες διώξεις σε κομμουνιστές και ΕΑΜίτες.

Ο αριθμός εκείνων που τιμωρήθηκαν -έστω τύποις- στην Ελλάδα για τη συνεργασία τους με τους ναζί ήταν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη. Αντιθέτως, στην ανώμαλη περίοδο μετά την απελευθέρωση, την περίοδο της «λευκής τρομοκρατίας», οι ένοπλοι δωσίλογοι ενσωματώθηκαν στον κρατικό μηχανισμό και εισχώρησαν στις πτυχές του καθεστώτος.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Μεταξύ των ετών 1945-1949 εκτελέστηκαν με απόφαση πολιτικών ή στρατιωτικών δικαστηρίων μόλις 25 δωσίλογοι, ενώ αντιθέτως ήταν πάνω από 3.000 οι εκτελεσθέντες μετά την καταδίκη τους επειδή υπήρξαν μέλη ή οπαδοί του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.

Την πιο χαρακτηριστική περίπτωση ατιμωρησίας και επιβράβευσης των ντόπιων φασιστών -προδοτών την συναντάμε με τα στελέχη της πιο μαζικής και δραστήριας οργάνωσης του επίσημου φορές της Χιτλερικής πανούκλας και ο οποίος είχε το όνομα της «Εθνικής Ένωσης Ελλάς» (ΕΕΕ).

Γι' αυτό όμως θα αφήσουμε να μας μιλήσει ο συγγραφέας - δημοσιογράφος Σπύρος Κουζινόπουλος με απόσπασμα του από την τοποθέτηση που έκανε στην ημερίδα που αναφέραμε.

Η ΕΕΕ από την ίδρυσή της στις αρχές του 1927 στελεχώθηκε, σύμφωνα με τον χρονικογράφο της Θεσσαλονίκης Κώστα Τομανά, από παντός είδους εθνικιστές, αφελείς ιδεολόγους, επαγγελματίες παλαιοημερολογίτες, αποτυχημένους πολιτικούς και χρεοκοπημένους εμπόρους.
Η ίδρυση της οργάνωσης συνέπεσε με τον σκληρό απεργιακό αγώνα 40.000 καπνεργατών που είχε αρχίσει στις 27 Μαΐου 1927. Στη διάρκεια εκείνου του έτους είχαν σημειωθεί οι περισσότερες αναλογικά πολυήμερες εργατικές κινητοποιήσεις από τις 68 μεγάλες απεργίες που καταγράφηκαν στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 1919-1936.

Πολύ σύντομα η φασιστική ΕΕΕ εξελίχθηκε σε παραστρατιωτικό σχηματισμό, με τα μέλη της να διακηρύσσουν την ανωτερότητα και την καθαρότητα της ελληνικής φυλής -κάτι μας θυμίζει αυτό-, το οποίο αναφερόταν και στον ύμνο που είχαν συνθέσει με την επωδό «Εμείς, εγγόνια ημιθέων».

Η οργάνωση ενισχυόταν οικονομικά, λαμβάνοντας κανονική χρηματοδότηση από διάφορους φορείς και μεγάλες τράπεζες, ενώ σύμφωνα με ένα αποκαλυπτικό έγγραφο που παρουσίασε τον Μάρτιο του 1933 η εφημερίδα «Ριζοσπάστης» σχετικά με τους χρηματοδότες της φασιστικής οργάνωσης, αυτοί ενισχύονταν κανονικότατα από τον Σύνδεσμο των εν Ελλάδι Ανωνύμων Εταιρειών, δηλαδή τον πρόδρομο του σημερινού Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών.

Απ’ τις πιο γνωστές ενέργειες της οργάνωσης ήταν η επίθεση το βράδυ της 29ης Ιουνίου 1931 στην εβραϊκή φτωχογειτονιά Κάμπελ

Η πανελλήνια κατακραυγή για τον εμπρησμό και την καταστροφή του συνοικισμού δεν θα ανακόψει την τρομοκρατική δραστηριότητα της ΕΕΕ, τα μέλη της οποίας θα φτάσουν στο σημείο, οργανώνοντας αντισυγκέντρωση, να διακόψουν στον κινηματογράφο Ιλίσια την προβολή της αντιπολεμικής ταινίας «Αγγελοι της κολάσεως» με πρωταγωνίστρια την Τζιν Χάρλοου.

Ο ράφτης στο επάγγελμα Γεώργιος Κοσμίδης, που ήταν ο αρχηγός της ΕΕΕ, επιχειρώντας να εκμεταλλευτεί το διεθνές κλίμα της εποχής που επέτρεπε την ισχυροποίηση των κάθε είδους
φασιστικών κομμάτων και οργανώσεων, προσπαθεί να αντιγράψει την πορεία προς τη Ρώμη που είχε φέρει τον Μουσολίνι στην εξουσία.
Ομως, η κάθοδος στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 1933 περίπου 1.500 χαλυβδόκρανων φασιστών με δύο ναυλωμένα τρένα καταλήγει σε φιάσκο, καθώς βρίσκουν μικρή απήχηση στην πρωτεύουσα. Παρά το γεγονός ότι στην τελετή που πραγματοποίησαν στον Αγνωστο Στρατιώτη παρευρίσκονταν ο τότε υπουργός Εσωτερικών Ιωάννης Ράλληςο κατοπινός δηλαδή Κουίσλιγκ πρωθυπουργός των Γερμανών, ο φρούραρχος Μπακόπουλος, ο πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς και ο υπουργός Δικαιοσύνης Σπυρίδων Ταλιαδούρος.

Μετά το 1933 η δράση της ΕΕΕ ατονεί και εκφυλίζεται. Η επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936 σήμανε αλλαγή πλεύσης για τα περισσότερα από τα ηγετικά στελέχη, που μετά τη διάλυση της οργάνωσης θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά αναλαμβάνοντας καίριες θέσεις, έμμισθες φυσικά, κυρίως ως προπαγανδιστές ή πληροφοριοδότες της Ειδικής Ασφάλειας του Μανιαδάκη.

Είναι οι ίδιοι που με την παρότρυνση της μεταξικής δικτατορίας θα οργανώσουν μια από τις πιο μαύρες τελετές που γνώρισε η χώρα, το οργανωμένο δηλαδή κάψιμο χιλιάδων βιβλίων με προοδευτικό και δημοκρατικό περιεχόμενο.
Τέτοιες φιέστες είχαν οργανωθεί επίσης στην Αθήνα και στον Πειραιά, όμως την πιο εντυπωσιακή πυρά είχαν ανάψει οι σκοταδιστές στη Θεσσαλονίκη, μπροστά στον Λευκό Πύργο, στις 16 Αυγούστου 1936, παραδίδοντας στις φλόγες πάνω από 10.000 τόμους βιβλίων.
Κι όχι μόνο αυτά που θεωρούνταν αριστερά ή προοδευτικά αλλά και σχολικά εγχειρίδια ή έργα όπως τα «Ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου, «Η ζωή εν τάφω» του Στρατή Μυριβίλη, βιβλία του Καρκαβίτσα, του Παπαδιαμάντη, του Μαξίμ Γκόρκι, του Τολστόι, του Ντοστογέφκι, του Γκαίτε και άλλων.

Με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα :τα πρώην μέλη της ΕΕΕ και στην συνέχεια της ΕΟΝ (Εθνική Οργάνωσις Νεολαίας, οργάνωση του καθεστώτος Μεταξά) μαζί με καινούργιο αίμα που προερχόταν κυρίως από τα καταγώγια, τους μαυραγορίτες και τον υπόκοσμο της Θεσσαλονίκης, θα προσφέρουν με το αζημίωτο τις υπηρεσίες τους στους κατακτητές στελεχώνοντας τις συμμορίες των Ταγμάτων Ασφαλείας, για να σκορπίσουν τη φρίκη και τον θάνατο στην υποδουλωμένη Μακεδονία.

Δεν μας παίρνει ο χρόνος για να εξιστορήσουμε αναλυτικά τη δράση των οργανωμένων από τους ναζί τρομοκρατικών ομάδων που έδρασαν στη Μακεδονία τα μαύρα χρόνια της Κατοχής, όπως του Πούλου, του Βήχου, του Δάγκουλα, του Κυλινδρέα, του Μιχάλ-Αγά, του Αντών Τσαούς ή του Κισά Μπατζάκ, οι κυριότεροι των οποίων ανέλαβαν -μετά από εντολή της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης Θεσσαλονίκης - Αιγαίου- τη συγκρότηση εθελοντικών ταγμάτων για την καταπολέμηση συμμοριών, κυρίως μετά τη δυναμική εμφάνιση των ανταρτών του ΕΛΑΣ στα βουνά της Μακεδονίας.
Με τον τελευταίο μάλιστα, τον τουρκόφωνο οπλαρχηγό Κυριάκο Παπαδόπουλο, τον περιβόητο Κοντοπόδαρο όπως ήταν στα ελληνικά το παρατσούκλι του Κισά Μπατζάκ, όχι μόνο να οργανώνει τα τμήματά του στην Κατερίνη με την καθοδήγηση του Γερμανού λοχαγού Φραντς Κραουτσμπέργκερ για την αντιμετώπιση των ανταρτών του Ολύμπου, αλλά και να στέλνει περιχαρής συγχαρητήρια τηλεγραφήματα στον Χίτλερ επί τη διασώσει μετά την εναντίον του απόπειρα δολοφονίας.

Προς το τέλος της Κατοχής ήταν στρατολογημένοι στα Τάγματα Ασφαλείας στη Μακεδονία περίπου 10.000 άνδρες.
Τι απέγιναν όλοι αυτοί οι δωσίλογοι; Πόσο τιμωρήθηκαν για την εγκληματική τους δράση;

Αξίζει να αναφέρουμε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Ο φανατικός ναζιστής Γεώργιος Σπυρίδης, που υπήρξε για ένα διάστημα πρόεδρος του Ναζιστικού Κόμματος Μακεδονίας - Θράκης και είχε σκορπίσει τη φρίκη και τον θάνατο στην περιοχή της Νιγρίτας, καταδικάστηκε μεν το 1947 από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων σε ισόβια, όμως πέτυχε εκείνη η ποινή να μετατραπεί σε μόλις δυόμισι χρόνια φυλακή, για να αφεθεί λίγους μήνες μετά ελεύθερος.

Ενα άλλο αστέρι του ελληνικού ναζισμού, ο Λάσκαρης Παπαναούμ, που είχε τοποθετηθεί σε νευραλγικές θέσεις της Γκεστάπο, καταδικάστηκε μεν σε δις ισόβια, όμως δεν μπήκε ούτε μία μέρα στη φυλακή καθώς διέφυγε στη Γερμανία, από όπου μέχρι τον θάνατό του, το 1971, δεν εκδόθηκε ποτέ.

Αλλη περίπτωση αυτή του εθνικόφρονα Κύρου Γραμματικόπουλου. Ως υπαρχηγός στο τμήμα του διαβόητου σε Κρήτη και Μακεδονία μακελάρη Φριτς Σούμπερτ, ήταν στις 14 Σεπτεμβρίου 1944 από τους οργανωτές της σφαγής των Γιαννιτσών, όταν δολοφονήθηκαν με φρικιό τρόπο στους δρόμους της πόλης 112 κάτοικοι και μαζί τους ο δήμαρχος Γιαννιτσών Θωμάς Μαγκριώτης.

Τι απέγινε ο Γραμματικόπουλος; Με το τέλος της Κατοχής ακολούθησε τα χιτλερικά στρατεύματα και εγκαταστάθηκε στη Γερμανία, ενώ το δικαστήριο δωσίλογων τον καταδίκασε ερήμην πεντάκις σε θάνατο. Κι όμως, αν και συνελήφθη από τους Συμμάχους στο τέλος του πολέμου, αφέθηκε ελεύθερος και μετέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του.

Τελικά, ο αριθμός εκείνων που τιμωρήθηκαν -έστω τύποις- στην Ελλάδα για τη συνεργασία τους με τους ναζί ήταν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη. Αντιθέτως, στην ανώμαλη περίοδο μετά την απελευθέρωση, την περίοδο της «λευκής τρομοκρατίας», οι ένοπλοι δωσίλογοι ενσωματώθηκαν στον κρατικό μηχανισμό και εισχώρησαν στις πτυχές του καθεστώτος. Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Μεταξύ των ετών 1945-1949 εκτελέστηκαν με απόφαση πολιτικών ή στρατιωτικών δικαστηρίων μόλις 25 δωσίλογοι, ενώ αντιθέτως ήταν πάνω από 3.000 οι εκτελεσθέντες μετά την καταδίκη τους επειδή υπήρξαν μέλη ή οπαδοί του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.

Ο εμφύλιος πόλεμος θα λειτουργήσει ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ, καθώς ο κόσμος του δωσιλογισμού αναβαπτίζεται και επανεντάσσεται στον λεγόμενο εθνικό κορμό από το κράτος της εθνικοφροσύνης.
Και αρχίζουν σιγά σιγά οι συνεργάτες των κατακτητών να διεκδικούν προνόμια. Είναι ακριβώς η περίοδος κατά την οποία η εθνικοφροσύνη και ο αντικομμουνισμός ενέπνευσαν μια σειρά νομοθετημάτων, δικαστικών αποφάσεων και διοικητικών πρακτικών που συντήρησαν τον διαχωρισμό των Ελλήνων σε εθνικόφρονες και μιάσματα καθ’ όλη τη μετεμφυλιακή περίοδο στο όνομα του αποκαλούμενου «εσωτερικού εχθρού».

Το κράτος της Δεξιάς και οι ξένοι προστάτες της χώρας, που με τρόμο βλέπουν το 1958 -εννέα μόλις χρόνια μετά το τέλος του εμφύλιου πολέμου-την ηττημένη σε αυτόν Αριστερά όχι μόνο να στέκεται ξανά στα πόδια της αλλά και να αναδεικνύεται σε αξιωματική αντιπολίτευση, θα στηριχθούν και σε τέτοια στοιχεία, παλιούς δηλαδή δωσίλογους και νέους υπερπατριώτες, για να στήσουν το παρακράτος τους, το οποίο θα κάνει πρόβα τζενεράλε με τις εκλογές της βίας και νοθείας του 1961, που είχαν οδηγήσει όχι μόνο στην άγρια κακοποίηση εκατοντάδων δημοκρατών πολιτών αλλά και στη δολοφονία των νέων Στέφανου Βελδεμίρη και Διονύση Κερπινιώτη.

Είναι λίγο πολύ γνωστή η περίπτωση του διαβόητου δωσίλογου Ξενοφώντα Γιοσμά για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στους Γερμανούς κατακτητές, υπηρετώντας τους όχι ως απλός συνεργάτης αλλά συμμετέχοντας ως υπουργός Προπαγάνδας στη φιλοναζιστική ελληνική κυβέρνηση-φάντασμα που είχαν στήσει οι Γερμανοί λίγο πριν από το τέλος τους στη Βιέννη, υπό τον Εκτορα Τσιρονίκο.

Ο Γιοσμάς καταδικάστηκε το 1945 ερήμην σε θάνατο για τη συνεργασία του με  τη χιτλερική μυστική αστυνομία και μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα κλείστηκε στο Γεντί Κουλέ.
Επειδή όμως δεν έπρεπε να χαθούν τέτοιοι λαμπροί αστέρες της εθνικοφροσύνης, με διάταγμα της 7ης Απριλίου 1950 ο βασιλιάς Παύλος του απένειμε χάρη και βγήκε από τις φυλακές έχοντας εκτίσει ελάχιστη από την ποινή του - λιγότερο από πέντε χρόνια έμεινε στη φυλακή.

Εννοείται φυσικά ότι από τους πρώτους που επιστρατεύτηκαν για τη δημιουργία του παρακράτους ήταν ο Φον Γιοσμάς, που υπήρξε και ο πρώτος διδάξας τη μέθοδο των αντισυγκεντρώσεων, τις οποίες βλέπουμε δυστυχώς να επαναλαμβάνονται και στις μέρες μας από όψιμους «μακεδονομάχους». Αντισυγκεντρώσεις που ως γνωστόν οδήγησαν τότε στη δολοφονία του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη.

Οταν λίγο αργότερα επιβλήθηκε η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967, η χούντα των συνταγματαρχών επανέφερε στο προσκήνιο και τίμησε τους παλιούς συνεργάτες των κατακτητών βαπτίζοντάς τους το 1969, με νομοθετικό διάταγμα του Παπαδόπουλου, ως τάχα «αγωνιστές» της Εθνικής Αντίστασης, δίνοντάς τους συντάξειςοικόπεδα και άλλα προνόμια.
Ευτυχώς ήρθε το 1982 η τότε κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου και αποκαθιστώντας την ιστορική αλήθεια αναγνώρισε την αληθινή Εθνική Αντίσταση και κυρίως το ΕΑΜ, την ΕΠΟΝ και τον ΕΛΑΣ, τις οργανώσεις εκείνες που όχι μόνο -γράφοντας το αντιστασιακό έπος στη χώρα μας-έσωσαν την τιμή της Ελλάδος στο αντι-χιτλερικό μέτωπο αλλά και πρόσφεραν χιλιάδες νεκρούς στον ιερό αγώνα για ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία.

Ολοκληρώνοντας πρέπει να πούμε ότι η άνοδος του νεοφασισμού δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της κατάρρευσης του παλιού πολιτικού συστήματος ή της ακροδεξιάς τροπής της Ευρώπης, αλλά θεωρούμε ότι έλκει την καταγωγή της και από τον σπόρο που κατά καιρούς έσπειραν τα διάφορα φασιστικά μορφώματα, ξεκινώντας από την ΕΕΕ, πηγαίνοντας στην ΕΟΝ του Μεταξά, ακολουθώντας τη δράση των δωσίλογων της Κατοχής και καταλήγοντας στους παρακρατικούς της «Καρφίτσας».

Χαρακτηριστική η περίπτωση απογόνων κάποιων τέτοιων παρακρατικών που τους είδαμε να στελεχώνουν τα προηγούμενα χρόνια τα ψηφοδέλτια ακροδεξιών μορφωμάτων.

Τι γνωρίζουν για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία οι νέοι που τελειώνουν το σχολείο; Τι ξέρουν για τη φρίκη που σκόρπισε στη χώρα μας η ναζιστική πανούκλα στα μαύρα χρόνια της Κατοχής;
Πόσο ενημερωμένα είναι τα παιδιά και τα εγγόνια μας για τη δικτατορία της χούντας;
Στα εγχειρίδια της Ιστορίας του λυκείου, στις 200 περίπου σελίδες, η Αντίσταση στριμώχνεται σε μισή σελίδα, ο Εμφύλιος καταλαμβάνει αντίστοιχη έκταση, ενώ η δικτατορία λίγο μεγαλύτερη.

Λένε σοφά ότι λαός χωρίς μνήμη είναι λαός χωρίς μέλλον. Ή όπως περιγράφει στους «Αδερφοφάδες» ο πάντα επίκαιρος Νίκος Καζαντζάκης, «βίγλα αψηλή στα φρένα μας η μνήμη». Και ο νεοφασισμός -πρέπει να το χωνέψουμε- μόνο με τη γνώση της Ιστορίας αντιμετωπίζεται και όχι με ευχολόγια ή αφορισμούς.
{[['']]}

Από τον Τσολάκογλου στον Ράλλη


Πρώτο θύμα των απλουστεύσεων είναι συνήθως εκείνες οι λεπτομέρειες που μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα την ιστορική εξέλιξη. Η περίπτωση των τριών δωσιλογικών κυβερνήσεων της Κατοχής, από την είσοδο της Βέρμαχτ στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941 μέχρι την αποχώρησή της τον Οκτώβριο του 1944, αποτελεί ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Γερμανοί και Ιταλοί δεν κυβέρνησαν την κατεχόμενη Ελλάδα απευθείας, με δική τους πολιτική διοίκηση (όπως έκαναν οι Βούλγαροι στη δικιά τους ζώνη κατοχής, ανατολικά του Στρυμόνα). Στηρίχτηκαν αντίθετα στον υφιστάμενο κρατικό μηχανισμό της μεταξικής περιόδου, εγκαθιστώντας στην Αθήνα κυβερνήσεις-ανδρείκελα που υπάγονταν πλήρως στις κατοχικές αρχές και λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι μεταξύ των κατακτητών και της μεγάλης μάζας του πληθυσμού.

Μοναδική εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα αποτέλεσαν η Θεσσαλονίκη και τα περίχωρά της μεταξύ Ιουλίου 1943 και Μαρτίου 1944, όταν επικεφαλής των ελληνικών υπηρεσιών τέθηκαν προσωρινά Γερμανοί έπαρχοι με προϊστάμενο τον Μαξ Μέρτεν.

Ως δικαιολογία και πρότυπο για τη συνεργασία τους με τον κατακτητή, οι εγχώριοι Κουίσλινγκ επικαλέστηκαν τη σχέση του Πατριαρχείου με τους Οθωμανούς μετά την άλωση της Πόλης (Γ. Τσολάκογλου, «Απομνημονεύματα», Αθήναι 1959, σ. 159). Από την άλλη, όπως γνωρίζουμε από τα γερμανικά αρχεία, η προθυμία στελεχών του προηγούμενου καθεστώτος να συνεργαστούν μαζί τους στη διακυβέρνηση της κατεχόμενης Ελλάδας θεωρήθηκε από τα στελέχη του Γ' Ράιχ «θείο δώρο», καθώς απάλλασσε τη Γερμανία από το φορτίο της καθημερινής διαχείρισης χωρίς να μειώνει στο ελάχιστο την κυριαρχική της θέση.

Μολονότι η απόλυτη εξάρτησή τους από τις γερμανοϊταλικές κατοχικές αρχές οδήγησε στην αδιαφοροποίητη αντιμετώπισή τους από τη συλλογική μνήμη, οι τρεις δωσιλογικές κυβερνήσεις διακρίνονται από αξιοσημείωτες μεταξύ τους διαφορές, ιδίως όσον αφορά τα δομικά χαρακτηριστικά και τις κοινωνικές συμμαχίες τους. Αξίζει, ως εκ τούτου, να ρίξουμε μια πιο πιο προσεκτική ματιά σ’ αυτό ειδικά το σημείο.

Η κυβέρνηση του στρατού


Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση ορκίστηκε στις 30 Απριλίου 1941, με πρωθυπουργό τον στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου – τον ίδιο που, λίγες μέρες νωρίτερα, είχε υπογράψει το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης του ελληνικού στρατού στο μέτωπο της Ηπείρου.

Ακόμη έξι από τα δέκα μέλη της ήταν ανώτατοι στρατιωτικοί: Π. Δεμέστιχας (Εσωτερικών), Ν. Μάρκου (Δημ. Ασφαλείας), Γ. Μπάκος (Εθν. Αμύνης), Χ. Κατσιμήτρος (Εργασίας & Γεωργίας), Σ. Μουτούσης (Συγκοινωνιών), Α. Ραγκαβής (Γ.Δ. Μακεδονίας).

Τις επόμενες βδομάδες προστέθηκαν ακόμη δύο στρατιωτικοί και ένας πολιτικός, ο Μακεδόνας Σωτήριος Γκοτζαμάνης, ως υπουργός Οικονομικών. Τον Μάρτιο του 1942, ο τελευταίος θα προαχθεί –με ιταλική υποστήριξη– σε «υπερυπουργό», αναλαμβάνοντας και τα πέντε «παραγωγικά» χαρτοφυλάκια (Εθν. Οικονομίας, Οικονομικών, Επισιτισμού, Γεωργίας, Εργασίας).

Ο στρατοκρατικός χαρακτήρας αντανακλάται και στον δημόσιο λόγο της νέας κυβέρνησης, ήδη από τα πρώτα της βήματα. Σε διάγγελμά του προς τον λαό, αμέσως μετά τον διορισμό του (29/4/1941), ο Τσολάκογλου διακηρύσσει πως αντλεί τη νομιμότητά του από τη βούληση «όλων των Στρατηγών και Αξιωματικών του αγωνισθέντος Ελληνικού Στρατού», την οποία ταυτίζει με την «κυρίαρχον θέλησιν του Ελληνικού λαού»: «εντολή και μοναδικός προορισμός» του, ξεκαθαρίζει, είναι η «αποκατάστασις της ησυχίας και της τάξεως, τη συγκαταθέσει των δυνάμεων κατοχής»· ο δε πληθυσμός καλείται να μείνει «μακράν παντός ξένου συμφέροντος» και να τον «ακολουθήσει» στο έργο της «αναστηλώσεως της φιλτάτης μας Πατρίδος» (ΦΕΚ 1941/Α/146).

Επί της ουσίας, η κυβέρνηση Τσολάκογλου θυμίζει περισσότερο μηχανισμό προστασίας των συλλογικών συμφερόντων της κάστας των επαγγελματιών στρατιωτικών, τους οποίους η διάλυση του ελληνικού στρατού είχε αφήσει ξεκρέμαστους: αξιωματικοί «τακτοποιούνται» σε επισιτιστικά γραφεία, νομαρχίες κι άλλες δημόσιες υπηρεσίες· βαθμοφόροι «αποσπώνται» στη Χωροφυλακή· μετά το κλείσιμο της σχολής τους, οι ευέλπιδες εισάγονται αυτοδίκαια στο Πολυτεχνείο.

Υπουργός Εθνικής Αμύνης χωρίς στρατό στις διαταγές του, ο στρατηγός Μπάκος θα επιχειρήσει αργότερα να καλύψει το κενό με τη δημιουργία μιας «ελληνικής εθελοντικής λεγεώνας», προοριζόμενης για το Ανατολικό Μέτωπο – σχέδιο που θα μείνει όμως στα χαρτιά, εξαιτίας (και) της ιταλικής αντίδρασης.

Σε ένα γενικότερο επίπεδο, η φυγή του βασιλιά και της «νόμιμης» κυβέρνησής του πολύ λίγα πράγματα άλλαξε στη δομή του κρατικού μηχανισμού. Οι νέοι κυβερνήτες έσπευσαν βέβαια να διαχωριστούν συμβολικά από τους προκατόχους τους, μετονομάζοντας το «Βασίλειον της Ελλάδος» σε «Ελληνική Πολιτεία», ονομασία που είχε χρησιμοποιηθεί επί Καποδίστρια (Ν.Δ. 1 της 30/4/1941).

Αποκήρυξαν επίσης τη μεταξική ηγεσία σαν «υπεύθυνη της εθνικής συμφοράς» και συγκρότησαν ειδικό δικαστήριο «διά την εκδίκασιν των αδικημάτων των καταχραστών από 4ης Αυγούστου και εφεξής» (Ν.Δ. 32 της 13/5/41). Οπως όμως εύστοχα επισημαίνει ένας συντηρητικός ξένος παρατηρητής, ο Μεταξάς μπορεί μεν να συγκρούστηκε με τον Αξονα, «είχε προετοιμάσει ωστόσο το δρόμο για την κατοχή, προσαρμόζοντας ανάλογα την κρατική μηχανή και συνηθίζοντας το λαό σε αυταρχική διακυβέρνηση.

Οι Γερμανοί, επομένως, δεν είχαν ανάγκη να επινοήσουν ένα νέο είδος διοικήσεως για να γεμίσουν το κενό· χρειάστηκε μόνο να βρουν μερικά πρόσωπα, για τις κενές θέσεις των υπουργείων» (C.M. Woodhouse, «Το μήλο της έριδος», Αθήνα 1975, σ. 51). Για τα μεσαία ιδίως γρανάζια της διοίκησης, η ψευδαίσθηση της αδιατάρακτης εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος θα διατηρηθεί έτσι μέχρι τη στιγμή της –συχνά τραυματικής– διάψευσής της από κάποια άκομψη παρέμβαση των πραγματικών νομέων της εξουσίας.

Από μεγάλο μέρος των επαγγελματιών στρατιωτικών, η τακτοποίησή τους σε επιτελικές θέσεις του κρατικού μηχανισμού έγινε φυσικά αντιληπτή ως θείο δώρο, σε μια συγκυρία λιμοκτονίας των πιο ευάλωτων μερίδων του υπόλοιπου πληθυσμού. Από κάποιους άλλους βιώθηκε ωστόσο τραυματικά, ως αναίσχυντη προδοσία της αποστολής τους.

«Τι εκάναμε στη σκλαβιά;» αναρωτιέται ρητορικά στην υπηρεσιακή απολογία του το 1945 ένας απ’ αυτούς, αξιωματικός αργότερα του ΕΛΑΣ, αναφερόμενος στο σώμα των μόνιμων αξιωματικών. «Φτιάξαμε Πρωθυπουργό, Υπουργούς, Προσωπάρχας, Διευθυντάς, Παραδιευθυντάς. Σαν ποντικοί χωθήκαμε στους Επισιτισμούς. Δελτία άρτου - τροφίμων, Υπουργεία Επισιτισμού - Υπουργεία σιδηροδρόμων - Ερυθρούς Σταυρούς. Εκατοντάδες τρέξαμε στα Πανεπιστήμια και Πολυτεχνεία για δίπλωμα. Για δίπλωμα που [θα] εξασκούσαμε στην χώρα των σκλάβων. Οι σιδηρόδρομοι δουλεύουν για λογαριασμό των κατακτητών, και κει αξιωματικοί. Δημιουργούνται τάγματα εργασίας διά να προμηθεύουν εργάτας εις τους Γερμανούς, και κει αξιωματικοί. Και φτάνουμε στα Καζίνα, τα Γερμανικής εμπνεύσεως αυτά διαφθορεία της πατριωτικής ιδέας, και κει αξιωματικοί επόπται και διευθυνταί. Και γυρίζει η μπίλια που θα τα φέρει κάποτε όλα μαύρα» (Γιάννης Πριόβολος, «Αντιπαραθέσεις και διαμάχες στην κατεχόμενη Μακεδονία», Θεσ/νίκη 2013, σ. 216).

Η κρίση νομιμοποίησης

Η πολύνεκρη πείνα του 1941-42, όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν σε όλη τη χώρα (αποτέλεσμα της αποδιάρθρωσης των συγκοινωνιών, της περιορισμένης σποράς του προηγούμενου φθινοπώρου, του ναυτικού αποκλεισμού και –πάνω απ’ όλα– της αρπαγής των όποιων αποθεμάτων από τα κατοχικά στρατεύματα), έδωσε τη χαριστική βολή στη δημόσια εικόνα του καθεστώτος.

Στο ίδιο αποτέλεσμα συνέκλιναν τόσο η ψοφοδεής στάση των κυβερνώντων απέναντι στους πραγματικούς κυρίους της χώρας όσο και η κραυγαλέα ανικανότητά τους να αντιμετωπίσουν ακόμη και τα πιο απλά προβλήματα.

Μια εγκύκλιος του Τσολάκογλου, τον Δεκέμβριο του 1941, είναι πολλαπλά αποκαλυπτική γι’ αυτό το τελευταίο. Αντιμέτωπος με τον λιμό που αποδεκατίζει τους πολίτες, ο πρωθυπουργός διατάζει με στόμφο τους τοπικούς αξιωματούχους και άρχοντες να… αυτενεργήσουν: «Εχω την απόφασιν να πυρπολήσω ολόκληρον το χάρτινον οικοδόμημα των γραφειοκρατικών διατυπώσεων. […] Θυσιάζω όλους τους τύπους και όλας τας διατυπώσεις […] Αι νομαρχίαι δέον ν’ αποβούν κυψέλαι δημιουργικής εργατικότητος και να παύσουν να είναι κέντρα σχολαστικής εγγραφολογίας» (Τσολάκογλου, ό.π., σ. 172-3). Μάταια θ’ αναζητήσει κανείς, μέσα σε όλη αυτήν τη μεγαλοστομία, την παραμικρή πρακτική υπόδειξη.

Για τους λιγότερο αφελείς, τα πράγματα ήταν άλλωστε προφανή από νωρίς. Οταν στις 22 Ιουλίου 1941 ο Τσολάκογλου απευθύνθηκε στον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ζητώντας την παρέμβασή του «από άμβωνος» ώστε να ανατραπεί το δυσμενές για τη δωσιλογική κυβέρνηση δημόσιο αίσθημα, ο ιεράρχης φρόντισε, δίχως ν’ αμφισβητήσει τις «διαθέσεις φιλοπατρίας» ή τα «ευγενή ελατήρια» του πρωθυπουργού, να ξεκαθαρίσει τη δική του θέση.

Αν «ο λαϊκός παράγων δεν διάκειται μετ’ εξαιρετικής συμπαθείας προς την Κυβέρνησιν», διαβάζουμε στην απάντησή του, «η δυσφορία αύτη έχει ολιγωτέραν σχέσιν προς πολιτικάς απόψεις και κρίσεις, περισσότερον δε προς την σοβαράν, σχεδόν αδιέξοδον εσωτερικήν κατάστασιν η οποία προέκυψεν από της ημέρας της κατοχής και, εν ισχυρώ μέτρω, συνεπεία ταύτης».

Ως εκ τούτου, και δεδομένου ότι «η λαϊκή δυσφορία διογκουμένη κατά λόγον της οσημέραι επιτεινομένης δυσπραγίας, απειλεί να ανατρέψη εκ βάθρων ολόκληρον το οικοδόμημα» του δωσιλογικού επιτελείου, οποιαδήποτε δημόσια τοποθέτηση της Εκκλησίας υπέρ του καθεστώτος απλώς θα συνέθλιβε «το γόητρον αυτής υπό το συντριπτικόν βάρος των γεγονότων» (ό.π., σ. 226-9).

Εκεί που οι δομικές αδυναμίες της πρώτης δωσιλογικής κυβέρνησης καθίστανται κατ’ εξοχήν οφθαλμοφανείς είναι στον χειρισμό των αντιστάσεων της κοινωνίας.

Κληρονόμος των τρομοκρατικών μηχανισμών της 4ης Αυγούστου και «εταίρος» της χιτλερικής Νέας Τάξης, το καθεστώς ευθύς εξαρχής έθεσε την «αποκατάστασιν της ησυχίας και της τάξεως» στο επίκεντρο των καθηκόντων του.

Μέσα στους πρώτους μήνες της θητείας της, η κυβέρνηση Τσολάκογλου θα φροντίσει έτσι να εκσυγχρονίσει το θεσμικό πλαίσιο το σχετικό με την καταστολή της «αναρχίας», έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις καινούργιες συνθήκες. Εκτός αυτού, ειδικές διατάξεις (Ν.Δ. 33/13.5.41 και 178/14.6.41) ποινικοποίησαν την «καθ’ οιονδήποτε τρόπον δημοσίως, προφορικώς ή εγγράφως, διά λόγων ή έργων, αμέσως ή εμμέσως» επίκριση των κατοχικών στρατευμάτων και κάθε εκδήλωση «αντιλήψεων ή συναισθημάτων εν σχέσει προς τον διεξαγόμενον Πόλεμον» ή «εξωτερίκευσιν πολιτικών απόψεων αφορωσών Ξένην Δύναμιν» – ρύθμιση που δεν αφορούσε, προφανώς, τους υποστηρικτές του Αξονα.

Οι διοικητικές εκτοπίσεις, που είχαν πάρει μαζικές διαστάσεις επί Μεταξά, συνεχίστηκαν εξίσου μαζικά επί Τσολάκογλου, με αποκέντρωση μάλιστα των αρμόδιων «Επιτροπών Ασφαλείας» και μετατόπιση της αποφασιστικής αρμοδιότητας από τους νομάρχες στη Χωροφυλακή (Ν.Δ. 207/19.6.41).

Επιβεβαιώθηκε επίσης νομοθετικά η εξακολούθηση της δίωξης κάθε «υπόπτου κομμουνιστικής δράσεως» ή οπαδού «ανατρεπτικών κοινωνικών, οικονομικών και θρησκευτικών ιδεών, θεωριών και συστημάτων» (Ν.Δ. 345/1.8.41).

Καθοριστικότερη, στις δεδομένες συνθήκες, αποδείχθηκε ωστόσο η διαθεσιμότητα των κυβερνητικών στελεχών να προσφύγουν στη βία των κατοχικών στρατευμάτων για να επιβάλουν την τάξη.

Οι οδηγίες Τσολάκογλου προς τους επάρχους, νομάρχες και κοινοτάρχες της Μακεδονίας (23/8/1941) είναι απ’ αυτήν την άποψη διαφωτιστικές: «Οταν παρίσταται ανάγκη επιβολής του Κράτους του Νόμου διά καταναγκαστικών μέτρων», προστάζει, «μη διστάζετε να ζητήτε την συνδρομήν των αρχών της Κατοχής, όταν τα διατιθέμενα παρ’ υμίν όργανα καθίστανται ανεπαρκή ή ανίκανα να επιβάλουν την τάξιν και να εφαρμόσουν τα υπό της Κυβερνήσεως διατασσόμενα μέτρα».

Προλαβαίνοντας μάλιστα ενδεχόμενες αμφιβολίες των υφισταμένων του, τους διαβεβαιώνει πως αυτού του είδους η «ενίσχυσις» από τα κατοχικά όπλα «είναι λογική και ενδεδειγμένη, πόρρω απέχουσα από του να θεωρείται επέμβασις εις τα εσωτερικά ημών πράγματα» (Στράτος Δορδανάς, «Το αίμα των αθώων», Αθήνα 2007, σ. 94).

Μεταβατικές ωδίνες

Η ώρα της κρίσης για την πρώτη δωσιλογική κυβέρνηση ήρθε το καλοκαίρι του 1942, όταν η ανάπτυξη του διεκδικητικού κινήματος στις πόλεις, η εμφάνιση του αντάρτικου στην ύπαιθρο και η ολοκλήρωση της παραγωγικής αποδιάρθρωσης πιστοποίησαν την ολοκληρωτική αποκοπή της από την κοινωνία.

Στις 18 Αυγούστου 1942, επτά πολιτικοί αρχηγοί (Θεμιστοκλής Σοφούλης, Γεώργιος Καφαντάρης, Στυλιανός Γονατάς, Δημήτριος Μάξιμος, Γεώργιος Παπανδρέου, Ιωάννης Ράλλης, Θεόδωρος Πάγκαλος) καλούν με επιστολή τους τον Τσολάκογλου ν’ απαιτήσει από τις γερμανικές αρχές «την διακοπήν ή έστω την αναστολήν επί χρονικόν τι διάστημα» της καταβολής των «δαπανών κατοχής», προκειμένου ν’ αποφευχθεί η «οικονομική συντριβή του τόπου».

Η αδυναμία του παραλήπτη να αποσπάσει την παραμικρή σχετική παραχώρηση από τους κατακτητές, απτή απόδειξη του ρόλου που ο ιμπεριαλισμός της χιτλερικής Νέας Τάξης επεφύλασσε στους κατά τόπους υφισταμένους του, θα υπαγορεύσει την αποχώρησή του.

Η απόφασή του να παραιτηθεί πάρθηκε για πρώτη φορά στις 29 Αυγούστου και επιβεβαιώθηκε στις 24 Οκτωβρίου, όταν κατέστη σαφής η αποτυχία του Γκοτζαμάνη να πείσει τη Ρώμη και το Βερολίνο να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους.

Στις 15 Νοεμβρίου 1942 ο Τσολάκογλου αντικαταστάθηκε άτυπα από τον αντιπρόεδρό του, Κων/νο Λογοθετόπουλο, και στις 2 Δεκεμβρίου η παραίτησή του επισημοποιήθηκε, με την προσχηματική επίκληση «λόγων υγείας».

Καθηγητής γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παντρεμένος με Γερμανίδα και άκρως γερμανόφιλος ο ίδιος, ο Λογοθετόπουλος κλήθηκε να καλύψει όπως όπως την κραυγαλέα πλέον κρίση νομιμοποίησης του καθεστώτος. Στο παρθενικό διάγγελμά του διαβεβαίωσε ότι κύρια φροντίδα του θα είναι «η βελτίωσις των όρων διαβιώσεως του Ελληνικού λαού» και η καταστολή των «τυχοδιωκτών αισχροκερδών», στιγμάτισε δε την «καταπληκτικήν στάσιν» των παλιών πολιτικών, που «οχυρωθέντες εις τα φρούρια της ιδίας αυτών σκοπιμότητος» και «αδιάφοροι προ της χειμαζομένης Πατρίδος, ουδεμίαν ηθέλησαν να προσφέρουν υπηρεσίαν εις την Ελλάδα, εγκαταλείψαντες αυτήν εις την δίνην των κυμάτων και τον στρόβιλον της καταιγίδος».

Το βασικό όμως μέτωπό του το επιφύλαξε για τους «αυτόκλητους» αγωνιστές της Αντίστασης, με διατυπώσεις που, αν μη τι άλλο, πιστοποιούν επίγνωση της ολοκληρωτικής αποκοπής του από τον πληθυσμό: «Δυστυχώς υπήρξαν θερμόαιμοι τινές οι οποίοι εξ αγαθού συνειδότος ενόμισαν ότι τα προβλήματα της Ελλάδος δύνανται να λυθώσι, εάν έκαστος πολίτης ανελάμβανε την πρωτοβουλίαν της σωτηρίας της Πατρίδος. Και τους ολίγους αυτούς συνεταιρίσθησαν ευθύς αμέσως οι άνθρωποι του σκότους, οι ασυνείδητοι και οι ταραξίαι, οι κομμουνισταί, διά να εξασφαλίσουν εν ονόματι του πατριωτισμού την προσφιλή δι’ αυτούς εικόνα της αναρχίας, της λεηλασίας και της αρπαγής. Ο νόθος αυτός πατριωτισμός ας κοπάση και ας επανέλθη έκαστος εις τα ειρηνικά του έργα, ίνα εν ψυχική ηρεμία οδηγήσωμεν την Πατρίδα εις την βεβαίαν σωτηρίαν της. Αυτή είναι η αποστολή, ήτις μου έλαχεν» (ΦΕΚ 1942/Α/307).

Η βραχύβια θητεία του Λογοθετόπουλου θα σημαδευτεί από το αποκορύφωμα της Αντίστασης στην πρωτεύουσα: την παλλαϊκή εξέγερση του Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1943 που απέτρεψε την αναγκαστική στρατολογία Ελλήνων εργατών για την πολεμική βιομηχανία του Ράιχ.

Μπροστά στη γενική απεργία που παραλύει την πόλη, τις διαδηλώσεις χιλιάδων Αθηναίων, τις συγκρούσεις με την αστυνομία και τα κατοχικά στρατεύματα, την κατάληψη του υπουργείου Εργασίας και το κάψιμο των καταλόγων της πολιτικής επιστράτευσης, ο δωσίλογος πρωθυπουργός θ’ ανακοινώσει επίσημα «ότι η επιστράτευσις αυτή δεν πρόκειται να γίνη και οι οπωσδήποτε εργαζόμενοι στην υπηρεσία των στρατιωτικών αρχών κατοχής δεν πρόκειται να σταλούν προς εργασίαν εκτός της Ελλάδος» («Το Βήμα» 7/3/1943).

Ετσι κι αλλιώς, η δεύτερη αυτή κατοχική κυβέρνηση δεν ήταν παρά ένα μεταβατικό σχήμα, ανάμεσα στους στρατηγούς της συνθηκολόγησης και την αναζήτηση μιας πολιτικότερης λύσης. Στους τέσσερις μήνες της πρωθυπουργίας του Λογοθετόπουλου, Γερμανοί και Ιταλοί επικυρίαρχοι θα συνεχίσουν τις βολιδοσκοπήσεις για τον προσεταιρισμό μιας εγχώριας προσωπικότητας που θα είναι ικανή να συνασπίσει στο πλευρό τους ένα μέρος του παλιού πολιτικού κόσμου (και των συνδεδεμένων με αυτόν συντηρητικών κοινωνικών δυνάμεων), στο όνομα της καταπολέμησης του «κομμουνιστικού κινδύνου».

Η ιταλική πρεσβεία θα δώσει μάχη υπέρ της πρωθυπουργοποίησης του Γκοτζαμάνη – χαμένη από χέρι, καθώς οι πάντες γνωρίζουν πως είναι ο πιο μισητός απ’ όλους τους δωσίλογους υπουργούς.

Ενα πρώτο βήμα σημειώνεται τον Δεκέμβριο του 1942, με τον διορισμό του Αναστασίου Ταβουλάρη, ανθρώπου του στρατηγού Πάγκαλου, στο κρίσιμο για την καταστολή του «εσωτερικού εχθρού» πόστο του υπουργού Εσωτερικών (που από τον Απρίλιο του 1942 έχει απορροφήσει και τις αρμοδιότητες του υπουργού Δημοσίας Ασφαλείας).

Οι σημαντικότερες όμως διαπραγματεύσεις διεξάγονται με τον Ιωάννη Ράλλη, γόνο παλιάς πολιτικής οικογένειας και ηγετικό στέλεχος της συντηρητικής πτέρυγας του Λαϊκού Κόμματος, που στις 7 Απριλίου 1943 σχηματίζει την τρίτη –και τελευταία– κατοχική κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση των αστών


Η συγκρότηση της κυβέρνησης Ράλλη αποτελεί καθοριστική τομή στην εξέλιξη του εγχώριου δωσιλογισμού, καθώς επιχειρεί να αποτυπώσει θεσμικά την ανάδυση ενός ενιαίου «εθνικόφρονος» χώρου, που περιλαμβάνει τόσο τους επίσημους εκφραστές της «Ελληνικής Πολιτείας» όσο και μεγάλο μέρος των μη ΕΑΜικών αντιστασιακών οργανώσεων.

Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, μια κοινή λογική αρχίζει να διαπερνά όλο αυτόν τον χώρο: με δεδομένη την αρνητική για τους κατακτητές τροπή του πολέμου, αυτό που έχει πρωταρχική σημασία δεν είναι η όποια συμβολή στη συμμαχική νίκη αλλά η καταπολέμηση του εσωτερικού εχθρού και η πάση θυσία αποτροπή της επικράτησης του ΕΑΜ την επαύριο της Απελευθέρωσης.

Οντως, την άνοιξη του 1943 η επερχόμενη στρατιωτική ήττα του Αξονα είναι πια προφανής, ύστερα από την καταστροφική για τους Γερμανούς έκβαση των μαχών του Στάλινγκραντ και του Ελ Αλαμέιν. Στην Ελλάδα, η ίδια ακριβώς περίοδος γνωρίζει τη σαρωτική ανάπτυξη του αντάρτικου στην ύπαιθρο και την αδιαμφισβήτητη επικράτηση του ΕΛΑΣ στο εσωτερικό της Αντίστασης.

Σε ένα άλλο επίπεδο, η σχετική σταθεροποίηση της επισιτιστικής κατάστασης των αστικών κέντρων, χάρη κυρίως στη βοήθεια του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, ενισχύει τις δυνατότητες της δωσιλογικής κυβέρνησης να ελέγξει τα τμήματα εκείνα της κοινωνίας που η πείνα του 1941-42 τα είχε οδηγήσει στην αυτονόμηση από την αδύναμη –τότε– κεντρική εξουσία.

Αναλαμβάνοντας το αξίωμα του πρωθυπουργού, ο Ιωάννης Ράλλης κάθε άλλο παρά αγνοεί αυτά τα δεδομένα. Στην ημιτελή απολογία που συνέταξε μετά την Απελευθέρωση, τους αποδίδει μάλιστα καθοριστική σημασία: «Ο λόγος όστις είχε την μεγαλυτέραν επί της συνειδήσεώς μου επίδρασιν», γράφει, «ήτο ότι, κατ’ Απρίλιον 1943, διεγράφετο σαφώς εις τον ορίζοντα των προβλέψεων η ήττα της Γερμανίας. Η αναρχία εδέσποζε της χώρας όλης. Αι πρόοδοι των ανατρεπτικών στοιχείων ήσαν καταφανείς. Τα θεμέλια του κοινωνικού μας καθεστώτος εσείοντο. Επρεπε το κράτος να παρασκευασθή διά την άμυνάν του, εάν ήθελε να ζήση» (Γ. Ράλλης, «Ο Ιωάννης Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου», σ. 42).

Η ίδια ακριβώς λογική αποτυπώνεται και στο πρωθυπουργικό διάγγελμα που ο παλαίμαχος πολιτικός απευθύνει προς τον λαό αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του: «Η υφ’ ημάς Κυβέρνησις, έχουσα πάντα λόγον να πιστεύη ότι πάσα συνέχισις της διαταρράξεως της δημοσίας τάξεως θα συσσωρεύση ανεπανορθώτους συμφοράς εις την Χώραν ημών, κύριον αυτής καθήκον θεωρεί την αποκατάστασιν της τάξεως και την προστασίαν του κοινωνικού μας καθεστώτος, υπό το οποίον και μόνον δύναται να ζήση και να επιδιώξη τα μεγάλα της πεπρωμένα η Ελλάς. […] Πρέπει καλώς πάντες να κατανοήσωμεν ότι, διεξάγων ο Αξων σκληρόν αγώνα κατά του επαπειλούντος τον πολιτισμόν φοβερού κομμουνιστικού κινδύνου, δικαιούται να έχη τουλάχιστον την αξίωσιν όπως μη δημιουργή εις αυτόν ο Ελληνικός Λαός περιπλοκάς και όπως μη παρεμβάλλη εμπόδια εις το βαρύτατον τούτο έργον του. Δηλούμεν ότι μεθ’ όσης στοργικής μερίμνης θ’ αντιμετωπίση η Κυβέρνησις τας ανάγκας του Ελληνικού Λαού, μετ’ ίσης αυστηρότητος θα πατάξη οιανδήποτε απόπειραν διασαλεύσεως της τάξεως, οθενδήποτε και αν ήθελε προέλθη αύτη» (ΦΕΚ 1943/Α/81).



Στο ιδεολογικό πεδίο, ο μετασχηματισμός του επίσημου κρατικού λόγου είναι προφανής: τα γερμανικά στρατεύματα παύουν να είναι ο κατακτητής, η συνεργασία με τον οποίο είναι επώδυνη πλην αναγκαία για την επιβίωση του έθνους, και μετατρέπονται σε ενεργητικό σύμμαχο στον αγώνα κατά του «διεθνούς μπολσεβικισμού», του «πανσλαβισμού» και της «προδοτικής» σύμπραξης των Αγγλοαμερικανών με τις «ορδές της στέππας» (σύμπραξη που από τους πιο προχωρημένους προπαγανδιστές αποδίδεται στον κοινό φυλετικό τόπο του μοσχοβίτικου «εβραιομπολσεβικισμού» και της υπερατλαντικής «εβραιοπλουτοκρατίας»).

Το αίτημα μιας πολιτικά άχρωμης «τάξης» και «ασφάλειας», που κυριαρχούσε το 1941-42, παραχωρεί έτσι τη θέση του στο σαφώς συνεκτικότερο φόβητρο του «ερυθρού τρόμου».

Η αλλαγή αυτή συμβαδίζει με την αντίστοιχη μετάλλαξη της ναζιστικής προπαγάνδας, που από την επιθετική επαγγελία μιας Νέας Τάξης αναδιπλώνεται σταδιακά στην επιστράτευση παραδοσιακών ιδεολογημάτων, ικανών να συσπειρώσουν την κατά τόπους συντηρητική κοινή γνώμη ενάντια στο φάντασμα της κοινωνικής ανατροπής. Αποστολή του πληρεξούσιου του γερμανικού ΥΠΕΞ για τα Βαλκάνια, Χέρμαν Νοϊμπάχερ, όπως αποτυπώνεται σε διαταγή του ίδιου του Χίτλερ (29/10/1943), είναι «να αντιμετωπίσει τον κομμουνιστικό κίνδυνο με ενιαίο και συντονισμένο τρόπο», οργανώνοντας «τις εθνικές, αντικομμουνιστικές δυνάμεις και κατευθύνοντας πολιτικά τη συμμετοχή τους στον αγώνα κατά των κομμουνιστικών συμμοριών» (Χ. Φλάισερ, «Στέμμα και Σβάστικα», τ.Β', σ. 357).

Ενδεικτική της αναδιάταξης των συμμαχιών είναι και η εργατική πολιτική της κυβέρνησης Ράλλη. Τον Αύγουστο του 1941, ο Τσολάκογλου είχε απαγορεύσει τις απολύσεις μισθωτών χωρίς ειδική άδεια του υπουργού Εργασίας (Ν.Δ. 424). Ενδεχόμενη παράβαση της απαγόρευσης συνιστούσε ποινικό αδίκημα, γεγονός που προκαλούσε την οργή των βιομηχάνων – κι από ένα σημείο και μετά τη δυσφορία των αρχών κατοχής, που εκτιμούσαν ότι μαζικές απολύσεις θα τροφοδοτούσαν με πεινασμένους εθελοντές εργάτες την πολεμική βιομηχανία του Γ' Ράιχ.

Τον Δεκέμβριο του 1943 ο υφυπουργός Εργασίας Νικόλαος Καλύβας, παλιό στέλεχος του εργοδοτικού συνδικαλισμού, κατάργησε νομοθετικά την επίμαχη προστατευτική διάταξη, «απελευθερώνοντας» τις απολύσεις (Ν. 1038).

Η απήχηση αυτής της στρατηγικής σε μια αξιόλογη –αν και οπωσδήποτε μειοψηφική– μερίδα της ελληνικής κοινωνίας συνιστά το δεύτερο πεδίο της τομής του 1943. Ατομα και συλλογικότητες, που ώς τότε είχαν αποφύγει οποιαδήποτε εκδήλωση υπέρ των κατακτητών, προσανατολίζονται μέσα στο 1943 είτε στην ανοιχτή υποστήριξη του «αντισυμμοριακού αγώνος» είτε σε λιγότερο ενεργητικές μορφές συμπόρευσης μαζί του.

Η ιδεολογική και πολιτική τομή ολοκληρώνεται στο νομοθετικό επίπεδο με τη θέσπιση σειράς δρακόντειων διατάξεων κατά του εσωτερικού εχθρού και στο οργανωτικό με την εκκαθάριση και αναδιοργάνωση των σωμάτων ασφαλείας, που υπάγονται πλέον απευθείας στον «Αρχηγού των SS και της [ναζιστικής] Αστυνομίας στην Ελλάδα». Κυρίως, όμως, με τη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας, ένοπλου σχηματισμού που υπάγεται επίσης στα Ες Ες μέσω των υπουργείων Ασφαλείας και Εθνικής Αμύνης της κυβέρνησης Ράλλη.

Η εξόριστη «κυβέρνηση»


Η κυβέρνηση Ράλλη «παρέδωσε» την εξουσία στις 12 Σεπτεμβρίου 1944, λίγες ώρες πριν από την αποχώρηση της Βέρμαχτ. Στο αποχαιρετιστήριο διάγγελμά του, απευθυνόμενο κυρίως στους διαδόχους του, ο επικεφαλής της «χαιρέτισε» μάλιστα το τέλος της Κατοχής, ισχυριζόμενος πως «ουδέποτε εδέχθη» να λειτουργήσει σαν όργανό της: «Ευτυχής διότι υπό αισίους οιωνούς λήγει η μαρτυρική αποστολή μου και με ήσυχον την συνείδησιν ότι εξετέλεσα πιστώς το καθήκον μου, επανέρχομαι εις τον ιδιωτικόν βίον, έτοιμος να λογοδοτήσω ενώπιον παντός αρμοδίου» (ΦΕΚ 1944/Α/242).

Διαφορετική στάση επέλεξε ο σκληρός πυρήνας των συνεργατών του. Ακολουθώντας τη Βέρμαχτ στην υποχώρησή της, σχημάτισαν στην Αυστρία «εξόριστη κυβέρνηση» με την ονομασία «Ελληνική Εθνική Επιτροπή» και επικεφαλής τον αντιπρόεδρο του Ράλλη, Εκτορα Τσιρονίκο – παλιό τραπεζίτη και βιομήχανο στην τσαρική Ρωσία, ο οποίος στα τέλη της Κατοχής κατείχε πέντε υπουργεία (Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Επισιτισμού, Εθνικής Προνοίας και Γεωργίας).

Η ακριβής σύνθεση της Επιτροπής παραμένει ασαφής, μολονότι βέβαιο είναι ότι συμμετείχαν σ’ αυτή ο Ταβουλάρης και κάποιοι δευτεροκλασάτοι Ελληνες ναζί (Παναγιώτης Γούλας, Αριστείδης Ανδρόνικος, Ξενοφών Γιοσμάς κ.ά.).

Η λειψή τιμωρία
Η ποινική μεταχείριση των δωσίλογων πρωθυπουργών, στη μεγάλη μεταπολεμική δίκη της άνοιξης του 1945, υπήρξε εμφανώς ασύμμετρη – με κοινό χαρακτηριστικό τον εγκλεισμό τους στις πολυτελείς φυλακές Ζελιώτη, στο κέντρο της Αθήνας, και όχι στα άθλια «σωφρονιστικά» καταστήματα όπου σωριάζονταν σαν σαρδέλες οι κοινοί θνητοί.

● Ο Τσολάκογλου καταδικάστηκε σε θάνατο, κυρίως για την πρωτοβουλία του να συνάψει ανακωχή, αλλά δεν τουφεκίστηκε. Πέθανε το 1948 από λευχαιμία.

● Λογοθετόπουλος και Ράλλης καταδικάστηκαν σε ισόβια. Ο Ράλλης πέθανε στη φυλακή στις 26/10/1946, ο ημιεπίσημος όμως χαρακτήρας της κηδείας του προκάλεσε τις διαμαρτυρίες ακόμη και της βρετανικής κυβέρνησης. Ο Λογοθετόπουλος είχε ήδη καταφύγει στη Γερμανία απ’ όπου εκδόθηκε το 1946. Αποφυλακίστηκε το 1952 και πέθανε το 1961.

● Σε θάνατο καταδικάστηκαν –ερήμην– και οι δύο οικονομικοί «υπερυπουργοί» των κατοχικών κυβερνήσεων, Τσιρονίκος και Γκοτζαμάνης. Ο πρώτος εκδόθηκε τον Αύγουστο του 1946 από τις αμερικανικές αρχές της Γερμανίας και παρέμεινε στη φυλακή μέχρι το 1952, οπότε αμνηστεύτηκε· πέθανε το 1964, σε ηλικία 82 ετών. Ο δεύτερος αμνηστεύτηκε επίσης το 1952, επέστρεψε από την Ιταλία και το 1954 διεκδίκησε τη δημαρχία της Θεσσαλονίκης, αποσπώντας 24,3% στον πρώτο και 43,4% στον δεύτερο γύρο. Οταν πέθανε, το 1958, κηδεύτηκε με κάθε επισημότητα, σε τάφο που παραχώρησε δωρεάν τιμής ένεκεν ο Δήμος Θεσσαλονίκης. Η περίπτωσή του, ως κατεξοχήν εκφραστή του ελληνομακεδονικού φασισμού και πολιτικού προπάτορα των σημερινών «μακεδονομάχων», αξίζει να μας απασχολήσει αναλυτικά σε κάποιο μελλοντικό αφιέρωμα.

Πηγή: Τάσος Κωστόπουλος - "Εφημερίδα των Συντακτών"
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger