Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΥΠ, 1953: Πώς να διαλύσουμε το ΚΚΕ από μέσα

 

Η ΚΥΠ δεν αρκείται στο να έχει ανθρώπους μέσα στο ΚΚΕ και την ΕΔΑ. Τους δίνει συγκεκριμένες οδηγίες για συγκεκριμένες ενέργειες. Και οι οδηγίες αυτές είναι οργανωμένες σε τρεις άξονες.

 Ο διπλανός σου μπορεί να είναι πράκτορας.
Κανείς δεν είναι αξιόπιστος.
Ο αγώνας δεν έχει νόημα.

Πρόσφατα η ΕΥΠ (Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών) δημοσίευσε 123 αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, 2.000 σελίδων, από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της και τα οποία έγγραφα καλύπτουν την χρονική περίοδο 1953-1959. Τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της ΚΥΠ αποτελούν ένα ευρύ αρχείο που καλύπτει δελτία πληροφοριών, εκτιμήσεις και αναλύσεις. Το υλικό αφορά στους Έλληνες της διασποράς, την εσωτερική κομμουνιστική δραστηριότητα, αλλά και περιοχές στρατηγικού ενδιαφέροντος όπως τα Βαλκάνια, η Τουρκία και η Μέση Ανατολή.

Ανάμεσα σε αυτά τα έγγραφα ξεχωρίζει ένα, με ημερομηνία Αύγουστος 1953, με τίτλο «Περί σεχταρισμού» και συντάχθηκε 73 χρόνια πριν.

Το έγγραφο δεν είναι απλώς μια ανάλυση της εσωτερικής κατάστασης του ΚΚΕ. Είναι ένα λεπτομερές σχέδιο για το πώς το ελληνικό κράτος μπορεί να διαλύσει το ΚΚΕ από μέσα — χρησιμοποιώντας πράκτορές του που είχε ήδη τοποθετήσει εντός του κόμματος, της ΕΔΑ και των οργανώσεων με τις οποίες επιθυμούσε να συνεργαστεί η Αριστερά.

 Το έγγραφο δεν μιλά υποθετικά. Μιλά για ανθρώπους που ήδη διαθέτει εντός αυτών των δομών.

Ο όρος «σεχταρισμός» δεν είναι εφεύρεση της ΚΥΠ. Πρόκειται για αναφορές του Νίκου Ζαχαριάδη στην 3η Ολομέλεια του ΚΚΕ 11ος/1952, ο οποίος τον είχε χαρακτηρίσει ως τον υπ’ αριθμόν 1 εχθρό του ΚΚΕ.

Η ΚΥΠ το διάβασε αυτό – και το μετέτρεψε σε όπλο.

Στο έγγραφο ο σεχταρισμός χωρίζεται σε τρεις μορφές:

Πολιτικός σεχταρισμός – όταν η γραμμή του κόμματος απομακρύνει τον κόσμο αντί να τον προσελκύει.

 

Οργανωτικός σεχταρισμός – όταν η δομή του κόμματος εμποδίζει τα στελέχη να έρθουν σε επαφή με τις μάζες.

Συνδικαλιστικός σεχταρισμός – όταν οι κομμουνιστές συνδικαλιστές απομονώνονται από τους εργάτες με ακραίες διεκδικήσεις και πολιτικοποίηση που απωθεί.

Και για κάθε μία από αυτές τις μορφές, το έγγραφο περιγράφει πώς ακριβώς το κράτος μπορεί να τις ενισχύσει – από μέσα.

Οι πράκτορες

Εδώ βρίσκεται το πιο εκρηκτικό περιεχόμενο του εγγράφου. Σε τέσσερα διαφορετικά σημεία, η ΚΥΠ αναφέρεται με απόλυτη σαφήνεια σε ανθρώπους που ήδη διαθέτει εντός των δομών της Αριστεράς.

Πρώτο απόσπασμα – σελίδα 4: Αναφέρει πως το κράτος μπορεί να εκμεταλλευτεί τον πολιτικό σεχταρισμό του ΚΚΕ μέσω των ανθρώπων που διαθέτει εντός των οργανώσεων με τις οποίες το ΚΚΕ επιθυμεί να συνεργαστεί.

Δεύτερο απόσπασμα – σελίδα 4: Ρητά: «Το κράτος δια των ανθρώπων τους οποίους διαθέτει εντός του ΚΚΕ και της ΕΔΑ» — η φράση δεν επιδέχεται άλλη ερμηνεία.

Τρίτο απόσπασμα – σελίδα 6: Επανάληψη της ίδιας λογικής: «Το κράτος δια των ανθρώπων τους οποίους διαθέτει εις τας μεθ’ ων το ΚΚΕ θέλει να συνεργαστεί οργανώσεις και κόμματα» — οι πράκτορες δεν βρίσκονται μόνο εντός του ΚΚΕ αλλά και στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς.

Τέταρτο απόσπασμα – σελίδα 7: Εδώ η ΚΥΠ γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένη. Περιγράφει πώς οι πράκτορές της εντός του ΚΚΕ πρέπει να προβάλλουν υπερβολικές διεκδικήσεις στον συνδικαλιστικό χώρο — ώστε να απομακρύνουν τους εργάτες από το κόμμα και να ενισχύσουν τον συνδικαλιστικό σεχταρισμό.

Το σχέδιο δηλαδή δεν είναι απλώς παρακολούθηση. Είναι ενεργητική υπονόμευση — με συγκεκριμένες οδηγίες για συγκεκριμένες ενέργειες.

Τι ακριβώς έπρεπε να κάνουν οι πράκτορες

Η ΚΥΠ δεν αρκείται στο να έχει ανθρώπους μέσα στο ΚΚΕ και την ΕΔΑ. Τους δίνει συγκεκριμένες οδηγίες για συγκεκριμένες ενέργειες. Και οι οδηγίες αυτές είναι οργανωμένες σε τρεις άξονες.

Πολιτικός σεχταρισμός: Οι πράκτορες σε οργανώσεις που συνεργάζονται με το ΚΚΕ έπρεπε να απαιτούν στο πρόγραμμα του «πανεθνικού παλλαϊκού μετώπου» τρία πράγματα που ήξεραν ότι το ΚΚΕ δεν μπορούσε να αποδεχτεί: δήλωση υπέρ της ακεραιότητας της Ελλάδας, καταδίκη της θέσης του ΚΚΕ για το «ανεξάρτητο μακεδονικό κράτος» και διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου.
Ταυτόχρονα, οι πράκτορες εντός του ΚΚΕ και της ΕΔΑ έπρεπε να καλλιεργούν την αδιαλλαξία — να εμποδίζουν το κόμμα να κάνει βήματα προς τις εθνικές διεκδικήσεις. Αποτέλεσμα: το ΚΚΕ να φαίνεται αντεθνικό και να μην μπορεί να συνεργαστεί με κανέναν.
Επιπλέον, οι πράκτορες στις συνεργαζόμενες οργανώσεις έπρεπε να απαιτούν αναλογική εκπροσώπηση — και να προωθούν σε θέσεις ανθρώπους που θα ματαίωναν τους σκοπούς του ΚΚΕ αντί να τους υπηρετούν.

Οργανωτικός σεχταρισμός: Συνεχής παρακολούθηση και εκτόπιση των πιο δραστήριων στελεχών — ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι είναι αδύνατη οποιαδήποτε πολιτική δουλειά στις μαζικές οργανώσεις.

Συνδικαλιστικός σεχταρισμός: Εδώ το έγγραφο γίνεται εντυπωσιακά συγκεκριμένο. Οι πράκτορες εντός του ΚΚΕ έπρεπε να:

  • Προβάλλουν υπερβολικές διεκδικήσεις που η εργατική μάζα απορρίπτει
  • Χρησιμοποιούν οξύ και υβριστικό ύφος
  • Προωθούν επαναστατικές μορφές πάλης που απωθούν τους εργάτες
  • Εκλέγουν αντιπαθητικούς καθοδηγητές
  • Εξαναγκάζουν τα στελέχη να παίρνουν δημόσια θέση για το παιδομάζωμα και τα εθνικά ζητήματα – θέματα που τους απομόνωναν από τη μάζα

Αναδύεται το αναπόφευκτο ερώτημα…

Το έγγραφο δεν αποκαλύπτει ονόματα. Όμως περιγράφει με ακρίβεια τις θέσεις και τις συμπεριφορές που έπρεπε να υιοθετήσουν οι πράκτορες. Το ερώτημα που προκύπτει: όσοι εντός του ΚΚΕ και της ΕΔΑ υποστήριξαν ακριβώς αυτές τις θέσεις — το έκαναν από πεποίθηση ή κατ’ εντολή;

Τι αποκαλύπτει αυτό για την εποχή

Για να καταλάβουμε το βάρος αυτού του εγγράφου, πρέπει εξετάσουμε την εποχή που γράφτηκε, έτος 1953. Ο εμφύλιος, μόλις, έχει τελειώσει. 4 χρόνια πριν! Χιλιάδες κομμουνιστές βρίσκονται στις φυλακές, τις εξορίες, τα στρατόπεδα. Το ΚΚΕ είναι παράνομο από το 1947. Η ΕΔΑ – που ιδρύθηκε το 1951 ως νόμιμο κόμμα της Αριστεράς – μόλις έχει κάνει την εμφάνισή της στη Βουλή.

Σε αυτό το κλίμα, το κράτος δεν αρκείται στην καταστολή από έξω. Οργανώνει συστηματικά την υπονόμευση από μέσα.

Και το κάνει με ιδιαίτερη φροντίδα: δεν εφευρίσκει εχθρούς για το ΚΚΕ – χρησιμοποιεί τις δικές του φοβίες. Ο Ν.Ζαχαριάδης είχε πει ότι ο σεχταρισμός είναι ο υπ’ αριθμόν 1 εχθρός του κόμματος. Η ΚΥΠ το διάβασε αυτό και αποφάσισε: τότε ας τον καλλιεργήσουμε εμείς.

Αυτό που κάνει το έγγραφο ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι ότι δεν αντιμετωπίζει το ΚΚΕ ως απλή απειλή δημόσιας τάξης — το αντιμετωπίζει ως πολιτικό αντίπαλο που πρέπει να απομονωθεί από τις μάζες. Και ο τρόπος δεν είναι μόνο η βία ή η νομική καταστολή, είναι η χειραγώγηση της ίδιας της εσωτερικής ζωής του κόμματος.

Χαρακτηριστικό είναι ότι η ΚΥΠ επιλέγει ως βασικά της εργαλεία εθνικά ζητήματα – το Μακεδονικό, η Βόρεια Ήπειρος, το παιδομάζωμα. Δεν είναι τυχαίο. Ήξερε ότι αυτά ήταν τα ευαίσθητα θέματα του ΚΚΕ απέναντι στην κοινή γνώμη. Κάθε φορά που ένα στέλεχος αναγκαζόταν να πάρει δημόσια θέση γι’ αυτά, απομακρυνόταν λίγο ακόμη από τις μάζες.

Με άλλα λόγια: η ΚΥΠ δεν ήθελε απλώς να γνωρίζει τι γίνεται εντός της Αριστεράς. Ήθελε να καθορίζει τι γίνεται εντός της Αριστεράς.

Επίλογος

Αυτό το έγγραφο δεν είναι απλώς μια ιστορική αποκάλυψη. Είναι ένας καθρέφτης.

Μας δείχνει πώς ένα κράτος μπορεί να καταστρέψει τον πολιτικό του αντίπαλο όχι με βίαιη καταστολή – αλλά με χειρουργική ακρίβεια, από μέσα, χρησιμοποιώντας τις δικές του αδυναμίες, τις δικές του φοβίες, τα δικά του εσωτερικά ρήγματα.

Το 1953, η ΚΥΠ ήξερε κάτι που σπάνια λέγεται δυνατά: ένα κίνημα δεν καταστρέφεται μόνο από έξω. Καταστρέφεται κυρίως από μέσα.

Τα ονόματα των πρακτόρων παραμένουν άγνωστα. Τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα δεν τα αποκαλύπτουν – τουλάχιστον όχι αυτά που έχουν δει το φως μέχρι σήμερα.

Πριν κλείσουμε, μια ειλικρινής προειδοποίηση.

Η αποκάλυψη εγγράφων σαν αυτό κρύβει έναν κίνδυνο. Το μήνυμα που μπορεί να περάσει ύπουλα είναι: ο διπλανός σου μπορεί να είναι πράκτορας. Κανείς δεν είναι αξιόπιστος. Ο αγώνας δεν έχει νόημα.

Και αν το δεχτείς αυτό, τότε η ΕΥΠ κερδίζει δύο φορές — μια φορά το 1953 και μια φορά σήμερα. Γιατί είτε οργιστείς χωρίς κριτική σκέψη, είτε απογοητευτείς και αποτραβηχτείς, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: απόσυρση.

Η μόνη διέξοδος είναι η γνώση, με ψυχραιμία. Να ξέρεις τι έγινε. Να το λες δυνατά, και να μην σε παραλύει.

Η αποδελτίωσή των εγγράφων μόλις ξεκίνησε.

To be continued…

 

 

{[['']]}

Η σφαγή στη Κατράνιτσα από τους Ναζί (24/4/1944)

Η Κατρανίτσα (Πύργοι Κοζάνης) είναι ένα  κεφαλοχώρι στις δυτικές πλαγιές του Βέρμιου εκεί που απλώνεται απαλά η πεδιάδα της Εορδαίας. Την εποχή της ναζιστικής κατοχής το χωριό  αριθμούσε 1.302 κατοίκους και  ο ρόλος που έπαιξε στην εθνική αντίσταση ήταν ιδιαίτερης σημασίας καθώς λόγω της θέσης  του υπήρξε ορμητήριο των ανταρτών του ΕΛΑΣ και σημαντικός τροφοδότης τόσο σε έμψυχο όσο και σε άψυχο υλικό. 

Από εκεί, τα λαϊκά ένοπλα τμήματα εξορμούσαν εναντίον των ντόπιων δοσιλογικών ομάδων από τα γύρω χωριά (ΠΑΟ, Τάγματα ασφαλείας, Πουλικοί).  Ενέδρευαν και εξουδετέρωναν στρατιώτες των SS και πίεζαν ολοένα τις γερμανικές θέσεις.  

Όλα αυτά ήταν γνωστά στους Γερμανούς ναζί, ωστόσο αυτό που τελικά τράβηξε την προσοχή τους στην περιοχή ήταν ότι με τις παραπάνω αντάρτικες ενέργειες και την πίεση που τους ασκούνταν κινδύνευαν να χάσουν την οδική και ιδιαίτερα την σιδηροδρομική συγκοινωνία και να αποκοπούν μεταξύ της άνω και κάτω Μακεδονίας (Η Κατρανιτσα βρισκόταν ανάμεσα στην Θεσσαλονίκη και το Βέρμιο). 

Έτσι αποφασίστηκαν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις με σκοπό την δημιουργία νεκρής ζώνης γύρω από τις θέσεις που κατείχαν. 

Τα χαράματα της 23 Απριλίου του 1944 ήταν η σειρά της Κατρανίτσας να πληρώσει τον βαρύ φόρο αίματος στην λαϊκή υπόθεση της λευτεριάς της πατρίδας από τους ντόπιους και ξένους φασίστες. 

Τμήματα των SS με «εθελοντές» εθνικιστές του εγκληματία Γεωργίου Πούλου, Ιταλούς και  Τουρκμένους φασίστες που είχαν στρατολογίσει οι ναζί  εισέβαλαν στο κεφαλοχώρι και έπιασαν εξαπίνης τους κατοίκους του κάτω μαχαλά, αναγκάζοντας τους να αφήσουν τα σπίτια τους και να συγκεντρωθούν, άντρες,  γυναίκες και παιδιά στην πλατεία του χωριού. 

Με την γνωστή τακτική χώρισαν τους άντρες από τα γυναικόπαιδα και έστησαν τους άντρες (ηλικίας από 12 ετών και άνω) μπροστά από τα πολυβόλα.  Ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν το μακελειό όταν  την τελευταία στιγμή ένας αγγελιοφόρος μοτοσικλετιστής ακύρωσε την εκτέλεση με νέα διαταγή. Οι συλληφθέντες κάτοικοι έπρεπε να οδηγηθούν πεζοί σε μια πορεία 5 ωρών έως τα Χάνια Πτολεμαΐδας. Ενώ η μακριά πορεία απομακρυνόταν, πίσω τους οι δωσίλογοι συνεργάτες των ναζί, λεηλατούσαν και έκαιγαν το χωριό, αποτελειώνοντας ότι είχε μείνει  όρθιο. 

Κάποιοι τολμηροί που προσπάθησαν να το σκάσουν από τον όγκο της πορείας κατρακυλώντας στις πλαγιές του δρόμου τους προλάβαιναν οι σφαίρες από τα πολυβόλα μέσα στις χαράδρες. 

Κανείς δεν γλίτωνε ακόμα και παιδιά που κουρασμένα ξέμεναν πίσω εκτελούνταν επί τόπου. 

Μετά το τέλος αυτής της πορείας θανάτου οι όμηροι κάτοικοι έμειναν στα Χάνια 6 ημέρες με την εντολή να μην επιστρέψουν στο χωριό τους.

Χειρότερη μοίρα είχαν οι κάτοικοι του επάνω μαχαλά οι οποίοι όταν αντιλήφθηκαν όσα συνέβαιναν στους συγχωριανούς τους διακόσιοι περίπου εξ αυτών επιχείρησαν να διαφύγουν στις πλαγιές και τις κορφές του Βέρμιου. Με τα μωρά τους παραμάσχαλα και ότι άλλο μπορούσαν να περισώσουν κρύφτηκαν σε σπηλιές και λαγούμια περιμένοντας καρτερικά να κοπάσει το κακό. Δεν άργησαν να τους εντοπίσουν.  

Τις επόμενες μέρες οι Γερμανοί  ναζί, με την βοήθεια των αεροπλάνων τους κατάφεραν να βρουν τις κρυψώνες και να τους συλλάβουν. Μόνο λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν και όσοι πιάστηκαν οδηγήθηκαν σε μια πλάγια του βουνού και εκτελέστηκαν μαζικά. Τα γυναικόπαιδα αντιθέτως οδηγήθηκαν πίσω στο χωριό και κλείστηκαν στην εκκλησία της Μεταμόρφωσης. 

Μαρτυρίες επιζώντων λένε πως στον χώρο της εκκλησίας διαπράχθηκαν πολλοί βιασμοί γυναικών καθώς από μέσα άκουγαν κραυγές και ουρλιαχτά και είδαν  γερμανοντυμένους άντρες του Πούλου να βγαίνουν χαχανίζοντας από τον ναό κρατώντας στα χέρια σκισμένα γυναικεία εσώρουχα.  

Έπειτα τα ανθρωπόμορφα τέρατα του Τρίτου Ράιχ συγκέντρωσαν 180 περίπου άτομα σε παρακείμενο αχυρώνα, τον ψέκασαν με εύφλεκτη σκόνη και τον πυρπόλησαν καίγοντας ζωντανούς όσους ήταν μέσα. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια μίας από τους επιζήσαντες. «Βγήκε μια φωτιά πράσινη, με κόκκινη φλόγα και μια μεγάλη βοή. Τότε εγώ είπα: πάει τους κάψανε».

Στην συνοικία των Σεβαστιανών σκοτώσανε εν ψυχρώ 35 γυναίκες και παιδιά, ακόμα και  μωρά παιδιά τρυπήθηκαν από τις ξιφολόγχες τους χωρίς κανένα ίχνος ανθρωπιάς. 

Ανάμεσα στα θύματα που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν από τους ναζί και τους συνεργάτες τους ήταν και η 35χρονη ΕΑΜίτησα δασκάλα Αναστασία Σιούλη καθώς και άλλα μέλη του ΕΑΜ.

Επικεφαλής της σφαγής ήταν ο χασάπης της Κλεισούρα Καστοριάς και αργότερα του Δίστομου Βοιωτίας, συν/ρχης της 4ης μεραρχίας των τεθωρακισμένων γρεναδιέρων των SS Καρλ Σύμερς. Σκοτώθηκε λίγους μήνες αργότερα στην Άρτα όταν το αυτοκίνητο του έπεσε πάνω σε νάρκη ανταρτών. 

Η επιχείρηση είχε την κωδική ονομασία Μαγιάτικη Καταιγίδα και ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη σφαγή που έγινε μετά από αυτή των Καλαβρύτων.

Από τη σπίθα στη φλόγα

{[['']]}

Υστερ(ικ)ός εθνικισμός στον αστερισμό των Πρεσπών

Λίγα ζητήματα έχουν απασχολήσει τον δημόσιο βίο της χώρας τα τελευταία περίπου 30 χρόνια με την ένταση και το πάθος με τα οποία αντιμετωπίστηκε, τόσο από την πολιτική ηγεσία όσο και από την ελληνική κοινωνία, το μακεδονικό ζήτημα. 

Η πολιτική αντιπαράθεση που ξέσπασε το 1992 μεταξύ της Ελλάδας και της πρώην «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» γύρω από την επίσημη ονομασία της δεύτερης, ως ανεξάρτητου πλέον κράτους μετά τη διάλυση της πάλαι ποτέ ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, αλλά και οι εντυπωσιακές σε όγκο κινητοποιήσεις που τη συνόδευσαν προσδιόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη φυσιογνωμία της σύγχρονης εθνικής ιδεολογίας.

Ο ελληνικός εθνικισμός κατά τον 20ό αιώνα δεν υπήρξε σταθερός, αναλλοίωτος και ενιαίος στη μορφή του, αλλά γνώρισε τις μεταμορφώσεις που υπαγόρευσαν οι κρίσιμες ιστορικές καμπές στη διάρκειά του τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο. Από τον επιθετικό βενιζελικό μεγαλοϊδεατισμό και τις πολεμικές περιπέτειες των δυο πρώτων δεκαετιών, στην εθνικοφροσύνη και στον αντικομμουνισμό του μεσοπολέμου -ιδίως μετά το 1936- (που είδε στην άνοδο του εργατικού κινήματος και του κομμουνισμού τον απόλυτο κίνδυνο εθνικής μειοδοσίας), στη μεταπολεμική εθνικοφροσύνη των διώξεων, των απαγορεύσεων και του παρακράτους της δεκαετίας του 1950 με την κορύφωσή της την επταετία 1967-74, μέχρι τη σύγχρονη εκδοχή του, υπό την επίδραση κυρίως του κυπριακού και του μακεδονικού ζητήματος. 

Παρότι οι εντάσεις δεν ήταν ίδιες σε αυτές τις στιγμές και το ιστορικό πλαίσιο επίσης διέφερε, οι από τα πάνω εκπορευόμενες πολιτικές έβρισκαν ισχυρά ερείσματα στην ελληνική κοινωνία ακόμη και σε στρώματα που δεν τοποθετούνταν στα δεξιά του πολιτικού φάσματος.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990 με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», πέρα από την εμφάνιση νέων κρατών στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη όπως και στα Βαλκάνια, εμπεδωνόταν η αντίληψη ότι η πολιτική, η οικονομία, η τεχνολογία, η επικοινωνία, η γνώση κ.λπ. αυτονομούνταν σε βαθμό που ξεπερνούσαν κατά πολύ τον περιορισμό τους στο ασφυκτικό πλαίσιο των εθνών - κρατών. Η τάση αυτή, το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης δηλαδή, αν και πράγματι έδινε την εντύπωση ότι για τον δυτικό κόσμο αναδείκνυε την αναδίπλωση σε ευρύτερες πολιτισμικές ταυτότητες πέραν των εθνικών, δεν θα μπορούσε να προσεγγιστεί ανεξάρτητα από την ορμή των νέων εθνικών ταυτοτήτων που αναπτύχθηκαν στα νέα κράτη, αλλά και από τον φόβο ότι στα υπόλοιπα η εθνική ταυτότητα κινδυνεύει.

Περίοδος του «αποκλειστικού μακεδονισμού»

Αυτές οι αλλαγές στις ισορροπίες δεν αφορούσαν αποκλειστικά το εσωτερικό τους αλλά επηρέαζαν και τις σχέσεις τους με τις γειτονικές τους χώρες. Σε αυτό το πλαίσιο εγγράφεται και η σύγκρουση της Ελλάδας με τη σημερινή Βόρεια Μακεδονία, όπου η αναδυόμενη εθνική μακεδονική ταυτότητα της δεύτερης προσέκρουσε στη βαθιά ριζωμένη ελληνική πεποίθηση περί ελληνικότητας της Μακεδονίας και αποκλειστικής χρήσης του μακεδονικού προσδιορισμού. 

Η αδιαλλαξία των δύο πλευρών οδήγησε σε μακρά διπλωματική κρίση με διεθνή εμπλοκή και επιμέρους συμβιβαστικές αλλά όχι οριστικές διευθετήσεις, μέχρι την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών μεταξύ των δύο κρατών τον Ιούνιο του 2018, με την οποία αναγνωρίστηκε επίσημα η Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου όμως και με αφορμή το μακεδονικό -και με μικρότερη ένταση το κυπριακό- αναδύθηκε μια μορφή εθνικοφροσύνης στη διαμόρφωση της οποίας πρωταγωνίστησαν μεν οι ελληνικές κυβερνήσεις, η ελληνική Δεξιά, η οργανωμένη και ανοργάνωτη ακροδεξιά και η εκκλησία, αλλά ταυτόχρονα βρήκε μεγάλη λαϊκή απήχηση πέραν των παραδοσιακών συντηρητικών δυνάμεων.

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας υπήρξε διαδικασία που ξεκίνησε το 1990 με πολλές περιοχές τού άλλοτε ομόσπονδου κράτους να κηρύσσουν διαδοχικά την ανεξαρτησία τους. Η ανεξαρτησία της «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (με αυτή την ονομασία εντάχτηκε ως μία από τις έξι συστατικές χώρες της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας το 1944. Στην Ελλάδα μετά το 1991 η χώρα αποκαλούνταν κράτος των Σκοπιών) κηρύχθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου του 1991, μετά το δημοψήφισμα που διεξάχθηκε στις 8 του ίδιου μήνα. Τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος ανέλαβε η κυβέρνηση του Κίρο Γκλιγκόροφ που είχε προκύψει από τις πρώτες πολύ- κομματικές εκλογές στη χώρα λίγους μήνες νωρίτερα (23/12/1990). Η τότε ελληνική κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη αντέδρασε ξεκαθαρίζοντας ότι «η Ελλάδα δεν είναι διατεθειμένη να αναγνωρίσει κράτος ανεξάρτητο που θα φέρει το ιστορικό ελληνικό όνομα της Μακεδονίας».

Τον Δεκέμβριο του 1991 το υπουργικό συμβούλιο συνεδρίασε με θέμα τη διαχείριση του μακεδονικού καθότι επρόκειτο να το θέσει ενώπιον του Συμβουλίου των υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που θα διεξαγόταν τον ίδιο μήνα, καταλήγοντας σε τρεις αποφάσεις που θα έθετε ως όρους: α) Να αλλάξουν τα Σκόπια την ονομασία «Μακεδονία», β) Να αναγνωρίσουν ότι δεν έχουν βλέψεις ή διεκδικήσεις εις βάρος της χώρας μας. γ) Να αναγνωρίσουν ότι δεν υπάρχει στην Ελλάδα «μακεδονική» μειονότητα. Πράγματι, το Συμβούλιο αποδέχτηκε τις ελληνικές εισηγήσεις διαμηνύοντας στη νεοσύστατη δημοκρατία ότι αν επιθυμούσε την αναγνώρισή της, όφειλε «να δεσμευτεί ότι θα υιοθετήσει συνταγματικές και πολιτικές εγγυήσεις, ότι δεν έχει εδαφικές διεκδικήσεις απέναντι σε γειτονικό κράτος-μέλος της Κοινότητας και ότι δεν θα μετέρχεται εχθρικής προπαγάνδας εναντίον γειτονικού κράτους-μέλους της Κοινότητας, περιλαμβανομένης και της χρήσης ονομασίας η οποία υποδηλώνει εδαφικές διεκδικήσεις».

Αν και η στάση της Ευρώπης ερμηνεύτηκε ως επιτυχία από την κυβέρνηση, σύντομα ξέσπασε μια εσωτερική αντιπαράθεση όταν το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, την κατηγόρησε ότι έδειξε υποχωρητική στάση καθώς δεν έθεσε ως όρο ότι στην ονομασία του νέου κράτους δεν θα έπρεπε να περιλαμβάνεται όχι μόνο η λέξη Μακεδονία αλλά και τα παράγωγά της ή λοιποί προσδιορισμοί της (π.χ. Μακεδονικός-ή-ό, Ανω Μακεδονία, Βόρεια Μακεδονία, Μακεδονία του Βαρδάρη κ.λπ.). Ο υπουργός Εξωτερικών Αντώνης Σαμαράς αντέτεινε ότι απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο η ελληνική πλευρά διατηρούσε το δικαίωμα άσκησης βέτο.

Πρεμιέρα συλλαλητηρίων, Θεσσαλονίκη 1992

Από τη στιγμή αυτή το μακεδονικό ζήτημα πέρα από τη διεθνή του διάσταση αποκτά και χαρακτήρα εσωτερικού προβλήματος. Σε αυτό το πολιτικό κλίμα και υπό την επίδραση του εθνικιστικού λόγου που ανέπτυξαν για το ζήτημα τα ΜΜΕ θα οργανωθεί και το πρώτο μεγάλο συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη, στις 14 Φεβρουάριου 1992. 

Το συλλαλητήριο είχε προετοιμαστεί τους προηγούμενους μήνες από μια αντιπροσωπευτική επιτροπή πολιτών γνωστή ως «Μακεδονική Επιτροπή», χωρίς την παρεμβολή κομμάτων ή κομματικών αντιπαραθέσεων, στην οποία όμως μετείχαν επιφανείς πολίτες της Θεσσαλονίκης, όπως ο δήμαρχος της πόλης Ντίνος Κοσμόπουλος, ο επιχειρηματίας και πρόεδρος της ΔΕΘ Αλέξανδρος Μπακατσέλος, οι πρυτάνεις των πανεπιστημίων και μεμονωμένα στελέχη κομμάτων που εκλέγονταν στη Μακεδονία ανάμεσά τους κι ο Στέλιος Νέστωρ του Συνασπισμού (υπήρξε υποψήφιος για τον δήμο της πόλης το 1986). Κεντρικό πρόσωπο όμως σε αυτή την επιτροπή -και συντάκτης της διακήρυξης που καλούσε τον κόσμο στο συλλαλητήριο- ήταν ο δημοσιογράφος και δικηγόρος Νικόλαος Μέρτζος, προσωπικός σύμβουλος εκείνα τα χρόνια του Κων. Μητσοτάκη. Γνωστός για τις εθνικιστικές του απόψεις, ο Μέρτζος ήταν συγγραφέας του βιβλίου «Εμείς οι Μακεδόνες» και ο πρωταγωνιστικός του ρόλος υποδήλωνε, σύμφωνα με πολλούς, ότι η συγκέντρωση είχε την καθοδήγηση και την έγκριση του υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά.

Θεωρήθηκε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο μαζικά συλλαλητήρια που πραγματοποιήθηκαν ποτέ στη χώρα, με κάποιους υπολογισμούς να θέλουν τον αριθμό των συγκεντρωμένων να πλησιάζει το 1.000.000. Δεν θα ήταν υπερβολή αν μιλούσε κανείς για αποτύπωση μιας σπάνιας στιγμής εθνικιστικής έξαρσης, με ανθρώπους όλων των ηλικιών (ανάμεσα στους διαδηλωτές βρίσκονταν πολλοί μαθητές και φοιτητές) να φωνάζουν τα συνθήματα «Η Μακεδονία είναι ελληνική».

«Σκοπιανοί, μολών λαβέ», «Κάτω οι πλαστογράφοι της Ιστορίας» κά., τον δήμαρχο Κοσμόπουλο και τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα να εκφωνούν τις κεντρικές ομιλίες καλώντας τον Αντώνη Σαμαρά να μη δεχτεί την αναγνώριση του κράτους. των Σκοπιών με όνομα ή ονομασία που θα περιλαμβάνει τη λέξη «Μακεδονία», ανακατεύοντας τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Βουκεφάλα, τον Αριστοτέλη, τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο, τον Αγιο Δημήτριο και το Βυζάντιο σε μια ενιαία ιστορική αφήγηση γύρω από την ελληνικότητα της περιοχής και τονίζοντας ότι «η Μακεδονία ήταν, είναι και θα είναι ελληνική». Μπάντες παιάνιζαν εμβατήρια και παραδοσιακά τραγούδια, νέοι και νέες με παραδοσιακές μακεδονικές ενδυμασίες χόρευαν, πρόσκοποι, σύνδεσμοι απόστρατων, κόσμος στα μπαλκόνια χειροκροτούσε το πλήθος, ενώ ακόμη και στη θάλασσα βάρκες, καΐκια και ιστιοπλοϊκά σκάφη χαιρέτιζαν τη συγκέντρωση με κόρνες και όσοι είχαν επιβιβαστεί σε αυτά φορούσαν πορτοκαλί γιλέκα και άναβαν βεγγαλικά.

Επιμένει το ΚΚΕ για «εθνικιστικό φανατισμό»

ΝΕΑ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑ ΤΟΣ ΣΕ ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ 

To KKE, το μοναδικό κόμμα που δεν συμμετείχε στο εθνικό συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. κλιμάκωσε την επιθετική του στάση μιλώντας για -επικίνδυνο εθνικιστικό φανατισμό· και για -εθνικιστική ψύχωση- Η νέα διαφοροποίηση έγινε με χθεσινό σχόλιο του Γραφείου Τύπου του ΚΚΕ που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το κόμμα... -επιβεβαιώθηκε- αφού οι ομιλίες δεν απηχούσαν «γνήσια πατριωτικά αισθήματα». Στο σχόλιο ανάμεσα στα άλλα αναφέρεται:

-Το συγκεκριμένο συλλαλητήριο επιβεβαιώνει τη θέση του ΚΚΕ ότι δεν είχε ούτε στόχο -πράγμα όχι τυχαίο πολύ περισσότερο που με ευθύνη των οργανωτών δεν μπόρεσε να υπάρξει το κατάλληλο πλαίσιο πάλης για τη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας και την αποτροπή πολεμικής εμπλοκής της χώρας.

*Οι βασικές ομιλίες στο συλλαλητήριο, οι διακηρύξεις της επιτροπής, αλλά και οι σωροί έντυπου υλικού διαφόρων παρακρατικών, εθνικιστικών οργανώσεων τις τελευταίες μέρες, δεν απηχούν τα γνήσια πατριωτικά αισθήματα για ειρήνη, φιλία και συνεργασία ανάμεσα στους λαούς.

-Ο επικίνδυνος εθνικιστικός φανατισμός δεν έγινε δυνατό να αποκρυβεί πίσω από τις ράφιναριομένες εκφράσεις που ακούστηκαν από τους δύο ομιλητές. Οι απόψεις που ακούστηκαν και από τα μεγάφωνα για β. Ηπειρο, Κορυτσά. Μοναστήριο. Αν Ρωμυλία. Κωνσταντινούπολη και τόσα άλλα, καλλιεργούν μόνο την εθνικιστική ψύχωση και δεν εξυπηρετούν φυσικά τα συμφέροντα του ελληνικού λαού και της χώρας.

• Από το Γραφείο Τύπου της Νέας Δημοκρατίας εκδόθηκε η παρακάτω ανακοίνωση -Τα υπολείμματα του ΚΚΕ είχαν σήμερα την ευκαιρία να εξιλεωθούν για ένα θλιβερό παρελθόν για το οποίο ακόμη και ο Ζαχαριάδης μετανόησε πριν τερματίσει το βίο του. Δεν το έπραξαν. Αντί τούτου επροτίμησαν και πάλι την απομόνωση της αποχής.

Αλλα και μετά το πανεθνικό και πραγματικά ιστορικό συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, αντί να πουν, τουλάχιστον, ότι διαψεύσθηκαν οι φόβοι- τους οποίους είχαν προβάλει, επιμένουν με πείσμα στους ακατανόητους για κάθε Ελληνα ισχυρισμούς τους.

Δυστυχώς, είναι αδιόρθωτοι. Οριστικά και αμετάκλητα·. 


Η πίεση μεταφέρεται στις συσκέψεις πολιτικών αρχηγών

Πέρα από τον όγκο του, το στοιχείο που προσέδωσε στο συλλαλητήριο μεγάλη βαρύτητα ήταν ότι δεν καταγράφηκαν κομματικές αντιπαραθέσεις και φάνηκε να κυριαρχεί μια εθνική ομοψυχία που τις υπερέβαινε. Για τη χάραξη της πολιτικής που θα ακολουθούνταν πραγματοποιήθηκαν το επόμενο διάστημα δύο συσκέψεις πολιτικών αρχηγών, στις 18 Φεβρουάριου η πρώτη και τις 13 Απριλίου η δεύτερη. Σε αυτήν έγινε φανερή η αντίθεση του Κων. Μητσοτάκη στις θέσεις του Αντ. Σαμαρά, που οδήγησε εντέλει στην αποπομπή του από την κυβέρνηση, όμως εκτός από το ΚΚΕ, που διαφώνησε συνολικά για τον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος, ο Ανδρέας Παπανδρέου συντάχθηκε με τη σκληρή στάση έναντι των Σκοπιών ενώ η Μαρία Δαμανάκη. τότε πρόεδρος του Συνασπισμού, επέκρινε τον κ. Σαμαρά για λανθασμένους χειρισμούς χωρίς όμως να διαφωνεί με την ουσία των θέσεών του. 

Εχει επισημανθεί μάλιστα από πολλές πλευρές ότι ο Κων. Μητσοτάκης κατέληξε στην υιοθέτηση της μαξιμαλιστικής πολιτικής στο μακεδονικό (απόρριψη της λέξης Μακεδονία και των παραγώγων της), παρότι δεν ήταν θιασώτης της, εξαιτίας της πίεσης που άσκησαν τα τόσο μαζικά συλλαλητήρια του 1992.

Το δεύτερο μεγάλο συλλαλητήριο εκείνου του έτους πραγματοποιήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου στην Αθήνα, στο Πεδίον του Αρεως. Η κινητοποίηση ήταν και σ’ αυτό τεράστια. Ελληνες από όλες τις περιοχές της χώρας, κυρίως από την Πελοπόννησο και τα νησιά, αλλά και από την ανατολική και τη βόρεια Ελλάδα, συνέρρευσαν στην πρωτεύουσα. Εκεί συναντήθηκαν με τους Αθηναίους διαδηλωτές, με πολλές από τις εφημερίδες της εποχής να κάνουν λόγο για συνολικά περισσότερα από 1.500.000άτομα. 

Και σε αυτό, όπως και στο αντίστοιχο της Θεσσαλονίκης, πρωταγωνίστησαν τα συνθήματα «Η Μακεδονία είναι ελληνική», «Η Μακεδονία είναι Ελλάδα». «Κάτω τα χέρια απ’ τη Μακεδονία», «Μακεδονία 3.000 χρόνια» κ.ά. 

Μία από τις πιο ανησυχητικές όψεις του αθηναϊκού συλλαλητηρίου ήταν το γεγονός ότι δίπλα στο πλήθος έκανε την πρώτη της δημόσια εμφάνιση η ναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή ξεκινώντας τη βίαιη δράση της. Μέλη της οργάνωσης με άρβυλα, στρατιωτικά ρούχα, πέτσινα μπουφάν, κοντό μαλλί, σβάστικες και κρατώντας μαχαίρια και ρόπαλα έκαναν επιθέσεις για να διαλύσουν καταλήψεις εγκαταλειμμένων σπιτιών, πέταγαν δακρυγόνα και έσπαγαν τζάμια. Είναι αυτή ακριβώς η χρονική στιγμή που ο ηγέτης της X Α Νίκος Μιχαλολιάκος έκρινε κατάλληλη για να εμφανιστεί η οργάνωση με τη μορφή πολιτικού κόμματος. Οπως ο ίδιος δήλωνε: «Στη Θεσσαλονίκη. την Αθήνα, σε όλες τις πόλεις της Ελλάδος αλλά και της ομογένειας γίνονται συλλαλητήρια γεμάτα εθνικό πάθος. Η Χρυσή Αυγή συμμετέχει σε αυτά και συσπειρώνει γύρω της χιλιάδες Ελληνες πατριώτες».

Πού οφειλόταν η μαζικότητα των συλλαλητηρίων

Πραγματικά, η μαζικότητα και λαϊκή απήχηση των συλλαλητηρίων του 1992 ήταν εντυπωσιακή. Τις ίδιες μέρες μάλιστα αντίστοιχες κινητοποιήσεις και εκδηλώσεις οργανώθηκαν και από την ελληνική ομογένεια σε περιοχές των ΗΠΑ και της Αυστραλίας. Ενα έθνος σε εθνικιστικό ντελίριο, με ελάχιστες κριτικές φωνές, που νιώθει ότι του κλέβουν την ιστορία, ότι απειλούν την εθνική του ταυτότητα, ότι απεργάζονται τον αφανισμό του. 

Πώς μπορεί να ερμηνευτεί όμως αυτή η μαζικότητα; Η απάντηση είναι σύνθετη και σίγουρα όχι μονοσήμαντη. Σε διεθνές πλαίσιο, η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων σηματοδότησε το τέλος της διπολικής περιόδου του Ψυχρού Πολέμου. Προκλήθηκαν εδαφικές ανακατατάξεις, δημιουργήθηκαν μεταναστευτικά ρεύματα και σκληροί εθνικοί ανταγωνισμοί στα Βαλκάνια, με αποκορύφωμα τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Από το 1990 άρχισαν να καταφτάνουν στην Ελλάδα Αλβανοί και ομογενείς από τη Ρωσία μετανάστες προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, που όμως δεν έγιναν δεκτοί στη χώρα με ιδιαίτερα φιλικές διαθέσεις.

Το στερεότυπο του ξένου που διεκδικεί την πρόσβαση σε στοιχειώδη κατά τ’ άλλα δικαιώματα αξιοπρεπούς διαβίωσης ενεργοποίησε ξενοφοβικά - ρατσιστικά ένστικτα σε μεγάλη μερίδα Ελλήνων. Πολλοί ένιωσαν ισχυρό αίσθημα ανασφάλειας που συνδεόταν με την άνοδο των εθνικισμών στα Βαλκάνια, αλλά και -πιο έμμεσα- με την αναταραχή στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της χώρας κυριαρχούσε η σκανδαλολογία, με την υπόθεση Κοσκωτά να απασχολεί έντονα τη δημόσια ζωή και τα φαινόμενα διαφθοράς να πλήττουν την αξιοπιστία της πολιτικής τάξης εν γένει.

Συντηρητικοποϊηση, αποπολιτικοποίηση

Η σύγκλιση Αριστερός - Δεξιάς στο πλαίσιο της οικουμενικής κυβέρνησης θόλωσε τις ιδεολογικές διαφορές και συνέβαλε σε μια διαδικασία σταδιακής αποπολιτικοποίησης με κύρια χαρακτηριστικά την απαξίωση και την απογοήτευση. Φαίνεται ότι αυτοί οι παράγοντες συνδυαστικά επέδρασαν με τρόπο που ευνόησε τη συσπείρωση γύρω από τη συλλογική ταυτότητα του έθνους. 

Αυτή η συντηρητική αναδίπλωση δεν είχε μόνο αμυντικό χαρακτήρα αλλά για κάποιους εθνικιστικούς κύκλους της χώρας θα μπορούσε να εκφραστεί και επιθετικά, κυρίως με τη μορφή οικονομικής διείσδυσης σε κάποια γειτονική χώρα. Η θέση αυτή σχετιζόταν με το κλίμα οικονομικής ανάπτυξης και βελτίωσης στο εισόδημα και το βιοτικό επίπεδο, που καθιστούσε την Ελλάδα σημαντική δύναμη στον χώρο των Βαλκανίων. Και ήταν ακριβώς αυτοί οι εθνικιστικοί κύκλοι που πρωταγωνίστησαν στην οργάνωση των συλλαλητηρίων, εξέδιδαν ανακοινώσεις και ψηφίσματα υπό την ανοχή του ΥΠΕΞ και της κυβέρνησης.

Σε όλα αυτά χρειάζεται να προστεθεί ο καθοριστικός ρόλος των ΜΜΕ, έντυπων και ηλεκτρονικών, που στη συντριπτική τους πλειονότητα το διάστημα 1992-94 ακολούθησαν και ενίσχυσαν την επίσημη επιχειρηματολογία της εποχής και την εθνική προπαγάνδα για το μακεδονικό. Αντιμετώπισαν το ζήτημα με πληθώρα στερεοτύπων, δίνοντας χώρο σε αμφίβολης κατάρτισης αναλυτές και αναπαράγοντας τις ιστορικές ανακρίβειες περί ελληνικότητας και μοναδικότητας της Μακεδονίας. Εξαίρεση αποτέλεσαν ορισμένα δημοσιεύματα σε κάποια έντυπα, κυρίως της Αριστεράς, όπως στις εφημερίδες «Εποχή», «Αυγή» και «Ελευθεροτυπία» (κυρίως η στήλη του «Ιού»), καθώς και στα περιοδικά «Ο Πολίτης» και «Σύγχρονα Θέματα», που τόνιζαν την ανάγκη να εξεταστεί κριτικά το αμιγώς εθνικισπκό πλαίσιο εντός του οποίου διεξαγόταν η δημόσια συζήτηση στη χώρα

Η σύγχρονη εθνικοφροσύνη και η Συμφωνία των Πρεσπών

Μετά τα γεγονότα του 1992 και την άτεγκτη στάση της ελληνικής πλευράς γύρω από την ονομασία του νέου κράτους δεν προέκυψε λύση. 
Τον Οκτώβριο του 1993 το ΠΑΣΟΚ επανήλθε στην εξουσία και ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου συνέχισε τη σκληρή πολιτική της Ελλάδας. Εκείνος ήταν άλλωστε που στο συμβούλιο πολιτικών αρχηγών του Απριλίου 1992 είχε πιέσει και τελικά πείσει τον Κων. Μητσοτάκη και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Κων. Καραμανλή να αποδεχτούν τη μαξιμαλιστική πολιτική στο μακεδονικό. 

Τον Απρίλιο του 1993 το νέο κράτος αναγνωρίστηκε στα Ηνωμένη Εθνη με την προσωρινή ονομασία Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ/FYROM), χωρίς το δικαίωμα ανάρτησης σημαίας ενώ τον Φεβρουάριο του 1994 η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε τον οικονομικό αποκλεισμό (εμπάργκο) της ΠΓΔΜ και τη διακοπή λειτουργίας του γενικού προξενείου της Ελλάδας στα Σκόπια, ως μέσο πίεσης για την αποδοχή των ελληνικών όρων.

Τον Σεπτέμβριο του επόμενου έτους υπογράφηκε η Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία προέβλεπε την υποχρέωση από την Ελλάδα να αναγνωρίσει τα Σκόπια με την προσωρινή ονομασία Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας μέχρι τα δυο κράτη να έρθουν σε οριστική Συμφωνία στο θέμα του ονόματος. Στο μεταξύ όλο και περισσότερες χώρες αναγνώριζαν την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα, δηλαδή Δημοκρατία της Μακεδονίας, κάτι που έπραξαν και οι ΗΠΑ το 2004. 

Είναι η εποχή που το μακεδονικό μπαίνει σε νέα φάση ενόψει των συζητήσεων για την ένταξη της ΠΓΔΜ στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Ούτε όμως κατά τη δεκαετία του 2000 δόθηκε οριστική λύση. Η κυβέρνηση του Κων. Καραμανλή το 2008 άσκησε βέτο στην ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν δυνατή από τη στιγμή που δεν είχε επιλυθεί το ζήτημα του ονόματος του νέου μέλους.

Από την ενδιάμεση στην τελική Συμφωνία των Πρεσπών

Οι προσδοκίες για εξεύρεση οριστικής λύσης μετατέθηκαν για τα τέλη του 2017 με αφορμή τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο του 2018, καθώς η κυβέρνηση συνασπισμού κομμάτων της ΠΓΔΜ υπό τον Ζόραν Ζάεφ δήλωνε προδιάθεση προς την επίτευξη συμφωνίας με σύνθετη ονομασία που θα περιλάμβανε χρονικό ή γεωγραφικό προσδιορισμό. 

Τις διαπραγματεύσεις από την ελληνική πλευρά ανέλαβε ο υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Κοτζιάς. Την έναρξη των συνομιλιών ωστόσο έμελλε να συνοδεύσει μια σειρά νέων συλλαλητηρίων τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2018 σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα με κύριο αίτημα την αντίθεση στη χρήση του όρου Μακεδονία στη νέα ονοματολογία 

Για μια ακόμη φορά, με αρκετά διαφορετικούς όρους βέβαια απ’ ό,τι στις αρχές της δεκαετίας του 1990, εκδηλώθηκε μια άκρατη εθνικιστική μανία, που μοιραία έφερε στο μυαλό μνήμες από εκείνες τις μέρες. Βέβαια, στο μεσοδιάστημα η γνώση γύρω από τις διαφορετικές όψεις του μακεδονικού πολλαπλασιάστηκε, υπό την έννοια ότι αντιμετωπίστηκε, πέρα από το πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, ως ευρύτερο ζήτημα με διαστάσεις που αφορούν το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού μιας χώρας, την εμβριθή μελέτη του εθνικού/εθνικιστικού φαινομένου και την ανάλυσή του στα ιστορικά του συμφραζόμενα, τον τρόπο διαμόρφωσης ενός συλλογικού «εμείς», τη διαδικασία συγκρότησης της συλλογικής μνήμης, των ταυτοτήτων κ.ά., με στόχο πάντα την προσέγγιση από ανθρωπιστική σκοπιά και τη συνακόλουθη απομάκρυνση από την εθνικιστική. Και αυτός ήταν ο βασικός λόγος που πολλοί διαφοροποιήθηκαν αυτήν τη φορά.

Μικρή συμμετοχή, μεγάλη επικινδυνότητα

Στα συλλαλητήρια του 2018 η συμμετοχή ήταν πολύ μικρότερη σε σχέση με τα παλαιότερα, η γραφικότητα όμως αυξημένη και η παρουσία της οργανωμένης και ανοργάνωτης ακροδεξιάς σύσσωμη. Στη διοργάνωσή τους πρωτοστάτησαν παμμακεδονικές οργανώσεις, όμως έσπευσαν για πολιτική σπέκουλα πολλά στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, του κόμματος της ΝΔ (Αντ. Σαμαράς, Αδ. Γεωργιάδης, Μ. Βορίδης, Θ. Πλεύρης, Β. Κικίλιας, Κ. Κυρανάκης, Κ. Γκιουλέκας, Ελ Ράπτη κ.ά.), αλλά και κάποια από το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ (Εύα Καίλή, Ντ. Γιαννακοπούλου, Σ. Καρανικόλας) και των ΑΝΕΛ.

Συλλαλητήρια πραγματοποιήθηκαν και σε άλλες πόλεις όπως στη Δράμα την Καβάλα και στο Αίγιο, αλλά και σε πόλεις του εξωτερικού, στο Λονδίνο, στη Στουτγάρδη, τη Φρανκφούρτη και τη Μελβούρνη. Ο τελικός στόχος τους πάντως δεν ευοδώθηκε. 

Στις 17 Ιουνίου 2018 υπογράφηκε η Συμφωνία των Πρεσπών μεταξύ Ελλάδας και Δήμοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας που καθιέρωνε επίσημα τη νέα ονομασία και καταργούσε τη συνταγματική ονομασία Δημοκρατία της Μακεδονίας και την προσωρινή ονομασία Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Αυτό που δεν κατάφεραν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις το πέτυχε τελικά μια αριστερή κυβέρνηση, δίνοντας έτσι τέλος σ’ αυτήν τη μακρά διπλωματική εμπλοκή που κατέληγε διαρκώς σε αδιέξοδο. 

Σε κάθε περίπτωση όμως οι αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν στη χώρα στο περιθώριο των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας, δηλαδή από τα τέλη του 2017 έως και το καλοκαίρι του 2018, φανέρωσαν τους ισχυρούς ελληνικούς εθνικιστικούς θύλακες και τη σημαντική επιρροή τους, αλλά και τη σημασία της συμμετοχής των «απλών πολιτών» σε αυτές.

Με άλλα λόγια, και αφήνοντας στην άκρη το ποιόν των οργανωτών των συλλαλητηρίων, την ηχηρή παρουσία της ακροδεξιάς, τους ναζί της Χρυσής Αυγής, μητροπολίτες και λοιπούς ιερωμένους, όπως και τον γραφικό μιλιταρισμό. τα στοιχεία που φάνηκε να συνενώνουν τους «απλούς συμμετέχοντες πατριώτες» με όλους αυτούς -και διαγράφει προφανώς όλα εκείνα που τους διαφοροποιούν- είναι η λαϊκιστική ρητορική και ο εθνικισμός τους. Το σύνθημα «Η Μακεδονία είναι ελληνική (ή μία και ελληνική)» αποτελεί τον κοινό τόπο τους, τον χώρο εντός του οποίου συγκροτείται και εξαπλώνεται μια αυτάρεσκη, αντιδραστική και επιθετική ταυτότητα που εξουδετερώνει τις ευγενείς προθέσεις της καλόπιστης και αυθόρμητης (;) κινητοποίησης. Η συμμετοχή τους ως επιτελεστική πράξη υποστασιοποιεί το σύγχρονο σημαινόμενο του εθνικισμού. Και είναι κεφαλαιώδους σήμα- σύγχρονο σημαινόμενο του εθνικισμού. Και είναι κεφαλαιώδους σημασίας να επισημανθεί ότι η στάση του αντιπολιτευόμενου στην κυβέρνηση Τύπου υποδαύλιζε και ενθάρρυνε αυτές τις τάσεις.

Πηγή: Του Αλέξανδρου Παναγόπουλου, Διδάκτορα στο τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης στο ΕΚΠΑ- Hystory

{[['']]}

!947 -1967 Ανατομία ενός διαρκούς εγκλήματος

Μια λεξικογραφική προσέγγιση της «μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης» δεν συνεισφέρει πολλά στην αποσαφήνισή της. Το ίδιο θα μπορούσε να επαναληφθεί και με κάποιον ορισμό της ως «ιδεολογίας». Για πληρέστερη σημασιολόγηση προέχει η εξέταση της πρακτικής της. Το πυρηνικό ερώτημα είναι αν πρόκειται πράγματι για ιδεολογία ή απλώς για εξουσιαστική πρακτική με ιδεολογικό μανδύα (αλά ελληνικά). Σε απλοϊκή μορφή το ερώτημα θα μπορούσε να διατυπωθεί κι αλλιώς: πρόκειται για ιδεολογία ή συγκυριακό φαινόμενο αντιδημοκρατικής καταστολής στην ανάπηρη κοινοβουλευτική δημοκρατία της περιόδου;

Σε κάθε περίπτωση γίνεται λόγος για μια έννοια ελαστική, εύπλαστη, ευέλικτη και εξελίξιμη. Από τότε που εμφανίστηκε μέχρι τις μέρες μας ακόμη. Μετά το τέλος του εμφύλιου πολέμου σταθμοί στη μεταπολεμική χρήση της (στον λόγο και στην πράξη) είναι το 1956 (συγκρότηση της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή) και το 1958 (ανάδειξη της Αριστερός -ΕΔΑ- σε αξιωματική αντιπολίτευση). Επιπλέον, η αρχή της δεκαετίας του 1960 (διεκδίκηση της εξουσίας από την ΕΚ του Γ. Παπανδρέου).

Για αρκετούς ιστορικούς η εθνικοφροσύνη σχεδόν ταυτίζεται με τον αντικομμουνισμό. Για άλλους ορίζεται ως δεξιά πολιτική και σύμφυρμα αντικομμουνισμού και εθνικισμού (αν και ο τελευταίος ορίζεται συνήθως διαφορετικά).

Στη σχετική βιβλιογραφία, αν και με συναφείς διατυπώσεις και κέντρα βάρους, ο αντικομμουνισμός με την κατασταλτική νομοθεσία του αναφέρεται ως εργαλείο της αστικής πολιτικής ελίτ στην επιχείρηση αποΕΑΜοποίησης του πληθυσμού (Γ. Κατηφόρης, Κ. Τσουκαλάς κ.ά.). Συνδέεται ακόμη με την ανάγκη ιδεολογικής ανασυγκρότησης μετά τον εξοστρακισμό της Μεγάλης Ιδέας και των άλλων προπολεμικών δίπολων στην κοινωνία (Ν. Μουζέλης).

Σύμφωνα με μια ευρύτερη θεώρηση η εθνικοφροσύνη είναι η ελληνική εκδοχή της δυτικής έννοιας του αντικομμουνισμού, αντλώντας «πολλές περιφερειακές έννοιες από τον πολιτικό συντηρητισμό και στοιχεία από τη νομιμοφροσύνη προς τον βασιλέα και τον εθνικισμό» και έχει σαφή διάρκεια από τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια έως το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967.

Μετεμφυλιακή ταυτότητα και το... κόμμα του έθνους

Υπό το τελευταίο πρίσμα η πιο οικεία μετεμφυλιακή ταυτότητά της είναι του δεξιού. Η εθνικόφρων παράταξη χρησιμοποιείται από την αρχή της δεκαετίας του 1950 κατά εναλλακτικό τρόπο και ως συνώνυμο της Δεξιάς. Με αυτήν «το έθνος έχει το ιδικόν του Κόμμα» (προσδιορισμός της συντηρητικής εφημερίδας «Καθημερινή»). Η ταυτότητα του δεξιού συμφύρεται με του εθνικόφρονα. Οπως και τα πρόσωπα της μη εθνικοφροσύνης εξομοιώνονται συνήθως με τον αντίπαλο - εχθρό.

Από την αντίπερα όχθη, παραδόξος (ή μήπως όχι;), ίσως η εναργέστερη σημασία βρίσκεται σ’ έναν από τους πυλώνες της μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης, δηλαδή τη διοίκηση της εκκλησιαστικής ιεραρχίας και τους επίσημους θρησκευτικούς ή παραθρησκευτικούς φορείς.· «Ο όρος ενέχει δύο σημασίας, μίαν στενωτέραν και μίαν ευρυτέραν. Κατά την πρώτην, ήτις επ’ εσχάτων συνετέλεσεν εις πολλήν χρησιμοποίησιν της λέξεως, εθνικοφροσύνη είναι η επί του πολιτικού πεδίου προσήλωσις εις τας πολιτικάς, κοινωνικάς και θρησκευτικάς αξίας, τας οποίας προβάλλει η ιστορία του Εθνους, και η υπεράσπισις αυτών έναντι του κομμουνισμού. Κατά την δευτέραν, εθνικοφροσύνη είναι η προσήλωσις και υπεράσπισις των ανωτέρω αξιών έναντι παντός ιδεολογικού ρεύματος απειλούντας αυτάς...». (Από το σχετικό λήμμα στη δωδεκάτομη Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια που συντάχτηκε το 1962 -68 από συστημικούς συγγραφείς).

Μετά τον Εμφύλιο παραμένουν σε ισχύ βασικές «αρχές» του εμφυλιοπολεμικού καθεστώτος. Σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Στο θεσμικό διατηρούνται και ενισχύονται σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως λόγου χάρη με τον ν. 375 του 1936 περί κατασκοπείας. Στη χώρα ισχύει ουσιαστικά το σύνταγμα του 1952 για τους «εθνικώς σκεπτόμενους» πολίτες και ένα παρασύνταγμα ουσιαστικά για τους μη εθνικόφρονες.

Η εμφάνιση και δράση του κομμουνιστικού - αριστερού κινήματος στα καθ’ ημάς, όπως και σε πολλές χώρες της Δύσης, κατασκεύασε έναν νέο εσωτερικό εχθρό. Διωκόταν «σαν επικίνδυνος επειδή ακριβώς δεν είναι δυνατόν να διωχθεί ως ένοχος». (Αρ. Μάνεσης: Η κρίση των θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας).

Ανήκει σε άλλο κεφάλαιο η ανάλυση του θεσμικού πλαισίου της εθνικοφροσύνης και της νομιμοφροσύνης - έννοια διάφορη τόσο από τη νομιμότητα όσο και από τη νομιμοποίηση. Με την εφαρμογή του και επιπλέον ενός συνόλου μέτρων (θεσμικών και παραθεσμικών) η χώρα προβάλλει ως «επιτηρούμενη ζώνη». Χρειάζεται διαβατήριο για να εισέλθεις. Απαιτείται πιστοποιητικό «κοινωνικών φρονημάτων». Αυτά που καθιερώθηκαν προπολεμικά ανανεώθηκαν το 1948 και τυπικά εξοβελίστηκαν το 1962, όταν το Συμβούλιο Επικράτειας αποφάνθηκε ότι τελείωσε ο Εμφύλιος! Οχι, όμως, και τα πιστοποιητικά! Προσοχή: κοινωνικών και όχι πολιτικών φρονημάτων. Αν η ψήφος στις εκλογές ήταν φανερή, θα χρειαζόταν μαζί και το δεύτερο!

Ούτε βέσπα χωρίς πιστοποιητικό φρονημάτων

«Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί γιατί ο διωγμός γινόταν με βάση τα κοινωνικά και όχι τα πολιτικά φρονήματα. Μα αν ο διωγμός γινόταν με βάση τα πολιτικά φρονήματα, πράγμα εν πολλοίς κατανοητό στις συνθήκες που επικρατούσαν τότε, με το ΚΚΕ εκτός νόμου δεν θα ήταν δυνατό να διώκονται και μη κομμουνιστές. Αν ο ίδιος δεν ήσουν κομμουνιστής αλλά είχες κομμουνιστή πατέρα, μητέρα, παππού, γιαγιά, θείο, θεία, ανιψιό, ανιψιό, εγγόνι, πρώτο ξάδερφο, δεύτερο ξάδερφο, τρίτο ξάδερφο, κουνιάδο, κουνιάδα, πρώτο ξάδερφο του κουνιάδου και πάει λέγοντας, δεν είχες καμιά πιθανότητα να πάρεις απ’ τον βλακέντιο χωροφύλακα του αστυνομικού τμήματος της γειτονιάς σου πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων...». (Β. Ραφαηλίδης: Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού έθνους 1830 -1974).

Στις οδηγίες προς τα σώματα ασφαλείας τη δεκαετία του 1950 το πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης απαιτούνταν για ένα σύνολο δραστηριοτήτων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι χορηγείτο ή όχι για:

- Πρόσληψη σε δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες και σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, για εγγραφή σε πανεπιστήμιο, διπλώματα οδήγησης, ναυτολόγηση, παραχώρηση εργατικής κατοικίας ή στεγαστικού δανείου, μετάβαση ή σπουδές στο εξωτερικό, βιβλιάριο φορτοεκφορτωτών, δικαιοπραξίες σε παραμεθόριες περιοχές, λήψη διπλωμάτων μηχανικού, για τον πλανόδιο, για τον νεκροθάφτη... Ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Το πιστοποιητικό ήταν κάτι απαραίτητο, σαν την ταυτότητα!

«Η χρήση του πιστοποιητικού διευρυνόταν ή περιοριζόταν, χωρίς όμως να καταργείται, ανάλογα με τη χρονική συγκυρία και την κυβέρνηση... Σε αυτό το κλίμα είναι χαρακτηριστική η καταγγελία βουλευτών της ΕΔΑ το 1961 ότι η αστυνομία είχε αρνηθεί να δώσει πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων σε υπάλληλο, αναγκαίο για την έκδοση διπλώματος βέσπας, επειδή στον φάκελό του αναφερόταν ότι το 1954 εθεάθη με γείτονά του αριστερών φρονημάτων αναγιγνώσκων την εφημερίδα της ΕΔΑ. (Λίγο αργότερα) παρά τις προεκλογικές εξαγγελίες της Ενωσης Κέντρου, η νομοθεσία για τα πιστοποιητικά δεν καταργήθηκε και μετά την άνοδό της στην εξουσία Υπήρξε πάντως μια σταδιακή χαλάρωση...».  (Βαγ. Καραμανωλάκης: Ανεπιθύμητο παρελθόν).

Για την ιστορία, ο συγκεκριμένος υποψήφιος οδηγός που δεν ήταν «καθαρός» υπέγραψε δήλωση «αποκήρυξης» του κομμουνισμού και πήρε «εθνική» ταυτότητα. Η μετάνοια έπρεπε να είναι δημόσια. Να κοινοποιείται μέσω του Τύπου ή κάθε άλλου πρόσφορου μέσου για να γίνεται «παράδειγμα».

Προϋπόθεση η... βάση δεδομένων των φακέλων

«Οι περίφημοι φάκελοι, για τη δημιουργία και την ενημέρωση των οποίων δημιουργείται ένας διογκωμένος μηχανισμός πληροφοριοδοτών της Ασφάλειας, είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα Γενικότερα η ανισότητα στη μεταχείριση των πολιτών με βάση τα - πολλές φορές υποτιθέμενα- φρονήματά τους, η προσπάθεια δημιουργίας μιας “υγειονομικής ζώνης” γύρω από τους αριστερούς, τα “αντεθνικά φρονήματα” ως φραγμός για ένα μεγάλο φάσμα δραστηριοτήτων (από τον διορισμό στο δημόσιο μέχρι την έκδοση διαβατηρίου ή τη λήψη δανείου) θα αποτελέσουν θεμελιακό στοιχείο του μετεμφυλιακού καθεστώτος.

Είναι δύσκολο να συλλάβουμε σήμερα αυτό το ασφυκτικό κλίμα των διακρίσεων. της παρακολούθησης και του φόβου που διαποτίζει την καθημερινότητα. Οι εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού Ενόπλων Δυνάμεων, ο διδακτικός αντικομμουνισμός των σχολικών βιβλίων, η άκαμπτη καθαρεύουσα της εθνικοφροσύνης, ο υποχρεωτικός σημαιοστολισμός κατά τις εθνικές επετείους, τα οκτάστηλα στις πρώτες σελίδες του δεξιού Τύπου με τα πτώματα της “δεκεμβριανής στάσεως” και τα “κονσερβοκούτια”, η παντοδυναμία του χωροφύλακα, του αστυνόμου και του χαφιέ, η βαναυσότητα των TEA και των παρακρατικών, η αγωνία να μην “εκδηλωθεί” και “χρωματιστεί” κάποιος, ο αριστερός που αγοράζει την “Αυγή” τυλιγμένη μέσα σε άλλη εφημερίδα για μην τη διακρίνουν τα αδιάκριτα βλέμματα, οι “δηλώσεις μετάνοιας" που διαβάζονται από άμβωνος μετά την κυριακάτικη λειτουργία και δημοσιεύονται στις εφημερίδες, τα κινηματογραφικά “Επίκαιρα” με τη Φρειδερίκη να προικίζει τις “άπορες κορασίδες”, ο εξοβελισμός ακόμη και της λέξης "Εμφύλιος" από το δημόσιο λεξιλόγιο (ενώ από μόνη της η αναφορά σε Εμφύλιο” παρέπεμπε σε αριστερά φρονήματα), η κλήση στο αστυνομικό τμήμα “δι’ υπόθεσίν σας”, η αναβάπτιση ταγματασφαλιτών και δωσίλογων στην κολυμβήθρα της εθνικοφροσύνης, η εθνικοφροσύνη ως “μέσον" για τον διορισμό - όλα αυτά αποτελούν ψηφίδες μιας καθημερινότητας που διαφέρει ριζικά όχι μόνο από τις προσλαμβάνουσες του σημερινού αναγνώστη, αλλά και από την αντίστοιχη μεσοπολεμική πραγματικότητα· μπορούμε να την προσεγγίσουμε, προς το παρόν, θραυσματικά μόνο, μέσα από μαρτυρίες και τη λογοτεχνία...».  (Στρ. Μπουρνάζος: Το κράτος των εθνικοφρόνων: Αντικομμουνιστικός λόγος και πρακτικές).

Αποπνικτική, έμφοβη κι εκφοβιστική ατμόσφαιρα

Μια απ’ αυτές τις μαρτυρίες, με την οποία τίθεται κι ένα πολύ ευρύτερο ταυτοτικό ζήτημα με ρίζες ακόμη και σήμερα, προβάλλει ο Αγγελος Ελεφάντης: «Είναι παλιά γνώριμη αυτή η ιδεολογία στους ανθρώπους της γενιάς μου. Μεγαλώσαμε μαζί, γνωρίσαμε τον κόσμο μέσα στο κλίμα που αυτή διαμόρφωνε, μέσα στην ψυχρή, αποπνικτική, έμφοβη κι εκφοβιστική ατμόσφαιρά της αποκτήσαμε αίσθηση της ζωής και της πραγματικότητας. Ζήσαμε τόσο στενά μαζί της και τη γνωρίσαμε καλά, καθώς το ύφος της και το ήθος της διαπότιζε ακόμη και τις πιο μικρές, τις απλές λεπτομέρειες της καθημερινότητας, από τα επίκαιρα στο ΣΙΝΕΑΚ ως τους πανηγυρικούς της 28ης Οκτωβρίου, τη βλοσυρή ματιά του χωροφύλακα το συνεχές μουρμουρητό των εφημερίδων, την αλαζονεία του πολιτικού λόγου, ως τις ρητορικές πομφόλυγες των πνευματικών ταγών. Τη γνωρίσαμε τόσο καλά ώστε στο τέλος την παραγνωρίσαμε, τη σκεπάσαμε με βαριά πέπλα λησμονιάς, την ξεχάσαμε αυτήν τη μόνιμη συντροφιά των εφηβικών μας χρόνων, όπως ξεχνάμε έναν εφιάλτη, μια αμαρτία ή μια ενοχή. Χάσαμε έτσι την επαφή με τις πραγματικές αιτίες και τις πρωτογενείς καταστάσεις που διαμόρφωναν ερήμην των συνειδήσεών μας το μεταπολεμικό ρωμέικο...». 

Προτού προκόψει στην πολιτική ζωή το σχήμα Δεξιά - αντιδεξιά, αντικαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό το εμφυλιοπολεμικό εθνικόφρων - μη εθνικόφρων, οι ηγεσίες των αποκαλούμενων αστικών κομμάτων ήταν δέσμιες και όμηροι του αντικομμουνισμού - εθνικοφροσύνης. Μη εξαιρούμενου και του Γ. Παπανδρέου (διαφοροποιήσεις θα καταγραφούν στο «δημοκρατικό διάλειμμα» 1950-52 των κυβερνήσεων Πλαστήρα, από κεντροαριστερούς και αργότερα από κεντρώους πολιτικούς).

«Και μη δρων κομμουνιστής προβαίνει εις βιαίαν σκέψιν»

Ο διανοούμενος Παν. Κανελλόπουλος ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παπάγου το 1955 στη Βουλή (προτού πάθει και μάθει από τη χούντα του 1967) βάζει φαρδιά πλατιά τη σφραγίδα του για τους φακέλους και τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Με αδιανόητα αντιδημοκρατικό τρόπο σε σύγκριση με την κατοπινή πρακτική και πολιτική σκέψη του: «Η δημοκρατία δεν μπορεί να παραμένη απαθής έναντι έστω και των τύποις μη δρώντων κομμουνιστών. Διότι και τύποις μη δρων κομμουνιστής, δηλαδή μη δολοφονών, μη προβαίνων εις ενέργειας βιαίας, και αυτός ακόμη προβαίνει εις βιαίαν σκέψιν, διότι η σκέψις του δεν είναι δημοκρατική και ομαλή, αλλ’ είναι βίαια. Και εφόσον είναι βίαια η σκέψις είναι κατ’ ουσίαν πράξις και όχι απλή σκέψις».

Δεν ήταν συγκυριακή προσέγγιση, αλλά η πρακτική εφαρμογή των θεωρητικών του αντικομμουνισμού Κων. Τσάτσου, Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, Κων. Γεωργούλη, Γρ. Γραμματικόπουλου κ.ά., των εξεχουσών μορφών που πρωτοστατούν στους «αγώνες των ιδεών» μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Η αντίληψη και η πρακτική είναι διαχρονικές. Για να μην ξεχνιόμαστε, με την ευκαιρία στον πυρήνα της εθνικοφροσύνης βρίσκεται και η βασιλοφροσύνη (επιβίωση της παλιάς διαίρεσης βασιλικοί - φιλελεύθεροι). Τα ίδια περίπου θα επαναλάβει μια δεκαετία αργότερα ο βασιλιάς Κωνσταντίνος: «Επιθυμώ να γνωρίζετε πάντες ότι βλέπω εις όλους τους Ελληνας, τα εθνικά κόμματα με την αυτήν αγάπην [...] Αλλά ας μην λησμονώμεν ότι ο κίνδυνος εξακολουθεί (…) ο κομμουνισμός αποτελεί μίασμα γεννηθέν έξω της Ελλάδος, εμπνεόμενος και κινούμενος έξωθεν. [...] Μολύνει και καθιστά ανύποπτον εχθρόν της πατρίδος πάντα ερχόμενον εις επαφή με αυτόν, άτομο ή ομάδα πάντα καλόν Ελληνα, μη διαβλέποντας τον κίνδυνον». (Πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του 1966)

Ο βασιλιάς δεν έλεγε κάτι νέο, ότι δηλαδή «λυδία λίθο για τη συμμετοχή των πολιτικών δυνάμεων στον αγώνα για τη διεκδίκηση της πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα της περιόδου 1946- 67 αποτελούσε η στάση τους απέναντι στον κομμουνισμό. Το ίδιο κριτήριο καθόριζε τη σχέση των πολιτών με τον κρατικό μηχανισμό. Την ενδεδειγμένη ιδεολογική τοποθέτηση απέδιδε ο όρος εθνικοφροσύνη».   (Ι. Στεφανίδης: Η δημοκρατία δυσχερής: Η ανάπτυξη των μηχανισμών του "αντικομμουνιστικού αγώνος» 1958-1961).

Η σκυτάλη στα χέρια αυτών που ετοίμαζαν τη χούντα

Τη σκυτάλη από τους παλιότερους «θεωρητικούς» έχουν πάρει από την προηγούμενη δεκαετία οι Σάβ. Κωνσταντόπουλος, Βύρ. Σταματόπουλος, Γ. Γεωργαλάς, πασίγνωστοι αργότερα για τη συμβολή τους στη χούντα του 1967. Αλλά και άλλοι πολλοί επώνυμοι με σχετικές επιδόσεις, όπως ο Σπ. Μελάς, ο Στρ. Μυριβήλης, ο Α. Καραντώνης, ο Δ. Τσάκωνας (μετά χουντικός υπουργός) κ.λπ., οι οποίοι σε πολλαπλά επίπεδα και από διάφορα παραπολιτικά ή άλλα μετερίζια δίνουν εθνικόφρονες «αγώνες». Διαφωτίζοντας, εκλαϊκεύοντας και τελικά κινητοποιώντας στην καταστολή των «εσωτερικών εχθρών».

Οπως επισημαίνεται από ιστορικούς της περιόδου, η κυριότερη πρωτότυπη συμβολή των Ελλήνων θεωρητικών του αντικομμουνισμού είναι η ανάδειξη της εγγενούς αντίθεσης μεταξύ ελληνισμού και κομμουνισμού. Η «ασυμφιλίωτη αντίθεση ελληνισμού και της ελληνικής φυλής» από τη μια, «κομμουνισμού και σλαβισμού» από την άλλη.

Ο φιλόσοφος και πολιτικός Κων. Τσάτσος (ο κατοπινός πρόεδρος της μεταπολίτευσης) θα δώσει και μια άλλη νότα. Αναπτύσσει ένα είδος πολιτισμικού και όχι βιολογικού ρατσισμού, με βάση τον οποίο αποδεικνύει την ιστορική αποστολή του ελληνισμού και την ανωτερότητά του έναντι των Σλάβων. Χαρακτηρίζει τον κομμουνισμό «ασιατικό πάθος» και μυστικισμό της Ανατολής και ταυτίζει το ελληνικό με το κλασικό, αναδεικνύοντας τη διαχρονική υπεροχή του ελληνικού πνεύματος.

Τα ίδια με άλλα λόγια επαναλαμβάνει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δέκα χρόνια μετά τη νίκη στον «συμμοριτοπόλεμο». Η μάχη κατά του κομμουνισμού είναι «ζήτημα φυλετικής και εθνικής υπάρξεως... Συνέχισις όλων εκείνων των αγώνων τους οποίους διεξήγαγε το έθνος διά να διαφύλαξη ελευθέραν την γην εις την οποίαν ερρίζωσε και την οποίαν ελάμπρυνε διά του πολιτισμού...».

Ενας «ιστός αράχνης» περιβάλλει τη δημόσια σφαίρα. Οχι κομμουνιστικός, όπως είναι ο τίτλος του γνωστού τότε ραδιοφωνικού «σίριαλ» όπου περιγράφεται το «τίμημα της απροσεξίας (σ.σ.: μέχρι θανάτου!) όποιου άμοιρου πιαστεί στους αόρατους (σ. σ.: αριστερούς) ιστούς της αράχνης». Ο ιστός της εθνικοφροσύνης που απλώνεται παντού...

Οι Κέρβεροι και ο... 4ος γύρος

Το τέλος του «πολεμικού αντικομμουνισμού» δεν έρχεται με τη λήξη του Εμφυλίου. «Ο πόλεμος δεν ετελείωσε» διακηρύσσει το ΓΕΣ, «συνεχίζεται υπό νέα μορφή... Είναι ο τέταρτος γύρος!». 

Μια δεκαετία αργότερα (1961) προειδοποιούσε ότι δεν απειλείται μόνο το κοινωνικό καθεστώς, το οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Υπάρχει διαρκής «απειλή, καθαρώς κατά της εθνικής και φυλετικής μας υποστάσεως, αφού σκοπός είναι η παράδοση της Β. Ελλάδας στους Βουλγάρους, η αλλοίωση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων και ο ολοκληρωτικός αφανισμός της φυλής μας».

Ενας από τους πρώτους Κέρβερους της εθνικοφροσύνης ήταν η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών και Ερευνών (πρόδρομος της ΚΥΠ), παράλληλα και σε συνεργασία με αντίστοιχες στρατιωτικές υπηρεσίες. Καθώς προχωρά η δεκαετία του 1950 διαμορφώνεται το τετράπτυχο στρατός - σώματα ασφαλείας - μυστικές υπηρεσίες - υπουργείο Προεδρίας που συντόνιζε τις αντι- κομμουνιστικές - εθνικές δράσεις. Σε συνεργασία κυρίως με τα παρακλάδια της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών (USIS - USIA) στη χώρα μας.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950 κυριαρχούν οι χαρακτηρισμοί του «πολεμικού αντικομμουνισμού» (ΕΑΜοβούλγαροι, συμμορίτες κ.λπ.), ενώ αρχίζει και η πολύ διαδεδομένη αργότερα «σοβιετολογία». Η τελευταία με σήμα κατατεθέν το 1952-53 το περιοδικό «Πίσω από το παραπέτασμα» του φιλοχιτλερικού δημοσιογράφου Γρ. Γραμματικόπουλου (διευθυντής από τον Αύγουστο του 1942 μέχρι τον Μάρτιο του 1943 της ναζιστικής εφημερίδας «Νέοι Καιροί» που εξέδιδε ο Πέτρος Ωρολογάς στη Θεσσαλονίκη) θα δημιουργήσει τη ζήτηση για το επάγγελμα του μισθοφόρου αντικομμουνιστή - σοβιετολόγου. Εκεί όπου θα διαπρέψουν και ορισμένοι πρώην κομμουνιστές όπως ο Ελ. Σταυρίδης, συγγραφέας ενός από τα αντικομμουνιστικά «ευαγγέλια» («Τα παρασκήνια του ΚΚΕ»), ο εργατοπατέρας Αρ. Δημητράτος (διορισμένος πρόεδρος της ΓΣΕΕ από τον Μεταξά) κ.ά.

Εκ των υστέρων ο Κων. Καραμανλής υποστηρίζει: «Είχα την πρόθεση να τα άρω (σ.σ.: τα έκτακτα μέτρα) εν καιρώ, εάν το λαϊκόν μέτωπον το 1956 και η επικίνδυνος διόγκωσις των δυνάμεων της ΕΔΑ, κατά το 1958, δεν καθίστων ψυχολογικούς άκαιρον την άσκησαν παρόμοιας πολιτικής» (από το αρχείο Καραμανλή). Ακολούθησε, όμως, τον κατήφορο του αυταρχισμού.

Αντί για «άρση» ο Σάβ. Κωνσταντόπουλος αποκάλυπτε στα χρόνια της χούντας: «Ενθυμούμαι ότι ολίγας ημέρας μετά τις εκλογές του 1958 ο Κων. Καραμανλής μας εκάλεσε μερικούς φίλους εις την Κηφισσιάν, όπου έμενε κατά το θέρος. Είμεθα περίπου δέκα πρόσωπα δημόσιοι λειτουργοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι... Η συζήτησις εκείνη έγινε αφορμή να συγκροτήση αφανή επιτροπή εις την οποίαν συμμετείχαν διακεκριμένοι διανοούμενοι διά την παρακολούθησην, την θεωρητικήν και πολιτικήν του κομμουνιστικού προβλήματος». Σε αυτή συμμετείχε και Γ. Παπαδόπουλος - εκεί, υποτίθεται, τον γνώρισε ο Κωνσταντόπουλος.

Τρεις επιτροπές υπουργών, δημοσιογράφων, στρατηγών

Από τις μελέτες των λιγοστών σχετικών αρχειακών πηγών της καραμανλικής περιόδου (1955-63) προκύπτει ότι την όλη «εθνική» επιχείρηση συντόνιζε μια τριάδα αφανών επιτροπών:

• Ειδική Επιτροπή Υπουργών για «την μελέτην των μεθόδων και των πάσης φύσεως μέτρων διά την αποτελεσματικήν αντιμετώπισιν της κομμουνιστικής δραστηριότητος, της κομμουνιστικής προπαγάνδας και των εκ τούτων προκαλουμένων κινδύνων». Αρχικά μέλη της ήταν οι υπουργοί Εξωτερικών Ευάγγ. Αβέρωφ, Προεδρίας Κων. Τσάτσος και Εργασίας Αρ. Δημητράτος, ο υφυπουργός Εσωτερικών και Δημ. Τάξης Ευάγγ. Καλαντζής ο οποίος είχε επίσης διατελέσει υπουργός του δικτάτορα Μεταξά, ο διευθυντής της ΚΥΠ Αλ. Νάτσινας και ο δημοσιογράφος Σάββας Κωνσταντόπουλος.

Οκταμελής Ειδική Συμβουλευτική Επιτροπή για να υποστηρίζει την προηγούμενη «εις τον σχεδιασμόν, την κατεύθυνσιν, τον συντονισμόν και τον έλεγχον απασών των ενεργειών εθνικής προπαγάνδας». Συνεδρίαζε καθημερινά και την αποτελούσαν ο διευθυντής της ΚΥΠ, οι δημοσιογράφοι Σ. Κωνσταντόπουλος, Νικ. Βέρρος και Δημ. Πουλάκος, ο διευθυντής προγράμματος του ΕΙΡ καθηγητής Αγγελος Προκοπίου, ο πρόεδρος της Ενώσεως Θεατρικών Συγγραφέων Γ. Ασημακόπουλος, ένας δικηγόρος (Αρης Σεραφετινίδης) και ένας στρατιωτικός (Κων. Μητρέλης).

Δευτεροβάθμια Συντονιστική Επιτροπή με πρόεδρο τον Α/ΓΈΕΘΑ Αθανάσιο Φροντιστή και μέλη τους αρχηγούς ΓΈΣ, αστυνομίας και χωροφυλακής, τον διευθυντή της ΚΥΠ και τον επικεφαλής της Υπηρεσίας Πληροφοριών του υπ. Προεδρίας. Αρμοδιότητά της «να θέτη τας γενικάς γραμμάς συντονισμού των υπηρεσιών εις τον τομέα των Πληροφοριών και της Διαφωτίσεως», να εποπτεύει τη δράση τους και να εισηγείται σχετικά στην Επιτροπή Υπουργών.

«Στο τεχνικό πεδίο, η διεξαγωγή του έργου ανατέθηκε σε τρία όργανα. Δύο απ’ αυτά, η Υπηρεσία Ειδικών Μελετών της ΚΥΠ (ΥΕΜ) και η Ελληνική Επιμορφωτική Εταιρεία, υπήρχαν από το 1957. Το τρίτο, η Διεύθυνσις Πληροφοριών του Υπουργείου Προεδρίας, ανέλαβε στις αρχές του 1959 τον συντονισμό της “διαφωτίσεως" με πολιτικό προϊστάμενο τον υφυπουργό Τρύφωνα Τριανταφυλλάκο (υπουργό Δημοσίων Εργων της χούντας αργότερα) και το 1960 αναβαθμίστηκε σε αυτοτελή Υπηρεσία Πληροφοριών (ΥΠ) με επικεφαλής τον απόστρατο στρατηγό Νικόλαο Γωγούση.

Κομβικό ρόλο στα παραπάνω διαδραμάτισε ένας αξιωματικός με σκοτεινό ακροδεξιό παρελθόν και “λαμπρό” νεοφασιστικό μέλλον: ο αντισυνταγματάρχης Γ. Παπαδόπουλος, στέλεχος της ΥΕΜ και το 1961 γραμματέας της Δευτεροβαθμίου».

Εδώ μια παρένθεση για την ποιότητα των... εθνικοφυλάκων. Ο Τριανταφυλλάκος, σύμφωνα με τον ομόφρονά του τότε Κων. Τσάτσο, «έκανε τον Καραμανλή να ελπίζει ότι θα μπορούσε να ελέγχει τις εφημερίδες καλύτερα από μένα. Υποστήριζε άλλωστε την υπουργοποίησή του και η πρώτη εξαδέλφη του Ελένη Βλάχου (συν η Αμαλία, γυναίκα του Καραμανλή). Χωρίς να είναι κουτός, ήταν ανισόρροπος και έξαλλος και φυσικά ανίκανος να συντάξει ένα κείμενο...». (Τα στοιχεία αντλούνται από την μελέτη του καθηγητή Γ. Στεφανίδη)

Ελεγχόμενη ενημέρωση, προπαγάνδα, χρηματισμός

Την ευρύτερη περίοδο αναδιοργανώνονται οι σχετικές «υπηρεσίες», οι θεωρητικοί του αντικομμουνισμού και της εθνικοφροσύνης δείχνουν τα δόντια τους, οι συνωμότες στον στρατό σχεδιάζουν για πραξικόπημα, φουντώνουν οι παρακρατικές οργανώσεις, ενώ πρόθυμοι «πατριώτες» συγκέντρωναν «πληροφορίες» για μη εθνικόφρονες με... αντισταθμιστικά οφέλη. 

Εντάθηκαν η βίαιη καταστολή, οι παρακολουθήσεις, η συλλογή πληροφοριών, οι ψυχολογικές πιέσεις σε συνδυασμό με την ελεγχόμενη ενημέρωση και την προπαγάνδα. Κάθε είδους έντυπο (εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία), κρατική ραδιοφωνική εκπομπή, κινηματογραφική και θεατρική παραγωγή επιχειρήθηκε να πιαστούν στον «εθνικό ιστό της αράχνης». Εθελοντικά ή με ανταλλάγματα. Ακόμη και ο φιλοκυβερνητικός Τύπος «συνδύαζε πάσαν προσφοράν του με υπερβολικός αξιώσεις ανταλλαγμάτων ως δάνεια, οικονομικοί παροχαί κ.λπ.».

Ενα από τα πιο σημαντικά μέτρα ήταν, βεβαίως, και ο απευθείας χρηματισμός Μέσων και δημοσιογράφων. Για το 1959 π.χ. προβλεπόταν μηνιαία καταβολή από 80.000 ή 15.000 ή 5.000 δραχμές σε δημοσιογράφους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα «μυστικά κονδύλια» για τα Μέσα το 1957 ήταν 27 εκατ. ενώ το 1958 εκτοξεύτηκαν στα 77 εκατ. (για σύγκριση, τα κονδύλια για την παιδεία μειώθηκαν την ευρύτερη περίοδο από 88 σε 68 εκατ.).

Δεκάδες δημοσιογράφοι επιδοτούνταν με μηνιαίο μισθό (1200δρχ), Ελληνες και ξένοι, μεταξύ των οποίων και ο ανταποκριτής του BBC, με 23.000 δρχ.! Οπως καταγράφεται σε απόρρητο σημείωμα του υπουργείου Προεδρίας, «απαιτείται παρέκκλισις από τας κειμένας Συνταγματικάς διατάξεις με αιτιολογικόν το εθνικόν θέμα... Τι το λογικώτερον, λοιπόν, από την κατεύθυνσιν του Τύπου;». 

Η «εθνική διαφώτισις» οργιάζει στο απολύτως χειραγωγούμενο κρατικό ραδιόφωνο, καθοδηγούμενη από την τριάδα Αγγ. Προκοπίου, Ν. Βέρρου, Γ. Ασημακόπουλου. Παρά το χρήμα που ρέει και τις νυχθημερόν προπαγανδιστικές εκπομπές «διά τους εργάτας, αγρότας, ναυτιλλομένους και την νεολαίαν» και τις εθνικοθρησκευτικές εκπομπές, το «λαϊκό» μέσο δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του αυταρχικού συστήματος.

Παραλλήλως υπάρχει και πλημμυρίδα κάθε είδους εκδόσεων, βιβλίων, φυλλαδίων με τιράζ που έφτανε τις 10.000. Παρ’ όλα αυτά, «εις τον αγώνα κατά του κομμουνισμού εχάσαμεν την μάχην του βιβλίου» διαπιστώνουν οι υπηρεσίες πληροφοριών. Γενικότερα στις παρόμοιες μάχες οι ακροδεξιές ήττες ήταν καταφανείς στο μεγαλύτερο μέρος των γραμμάτων και τεχνών. Η υπεροχή των «μη εθνικόφρονων» εκδόσεων προκύπτει και αριθμητικά. Το1960 οι υπηρεσίες καταρτίζουν κατάλογο 80 «εκδοτικών οίκων ασχολουμένων με την έκδοσιν βιβλίων κομμουνιστικού ή φιλοκομμουνιστικού περιεχομένου» και 177 «κομμουνιστικών ή φιλοκομμουνιστικών» τίτλων.

«Υπηρεσία παρακολουθήσεως διά το ποιόν των εκδόσεων»

Από το1959 προβλέπεται να «συσταθή ειδική υπηρεσία παρακολουθήσεως και μελέτης των εις την κατανάλωσιν διατιθέμενων εκδόσεων, ήτις διά περιοδικών ανακοινώσεων διά του Τύπου να ενημερώνη υπευθύνως το κοινόν όσον αφορά το ποιόν εκάστης εκδόσεως (τι είναι κομμουνιστικόν, τι είναι ύποπτον, τι ακίνδυνον, τι χρήσιμον, τι επιβλαβές)». Την παρακολούθηση πρέπει να συμπληρώνει η «αυστηρά κριτική των εκδόσεων και των συγγραφέων εκείνων, οίτινες αναπτύσσουν άμεσα ή έμμεσα υπονομευτικήν δράσιν», με «εκδηλώσεις αποδοκιμασίας κ.λ.π.» από «τους ηγουμένους των πνευματικών ιδρυμάτων της χώρας, άλλως, να λαμβάνωνται μέτρα εναντίον των». 

Ταυτόχρονα «επιβάλλεται η ενθάρρυνσις, ηθική και υλική, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας» που κινείται στη σωστή κατεύθυνση και η διαφήμιση «εκάστης εκδόσεως εθνικού περιεχομένου δι’ όλων των μέσων».

Ιδού μερικοί ενδεικτικοί τίτλοι: «Η μάχη της ευημερίας», «Ο 4ος γύρος», «Οι δουλάνθρωποι Αυτοί που πληρώνονται για να προδίδουν την Ελλάδα», «Εθνική ασφάλεια και οικονομική ανάπτυξις». Το κάδρο συμπληρώνουν διάφορα περιοδικά, ενώ δεσπόζουσα θέση κατέχει η «Σοβιετολογία» του Γεωργαλά, που κυκλοφορούσε σε 5.000 αντίτυπα για «να ενημερώνη κρατικά στελέχη, πρόσωπα κατέχοντα επικαίρους θέσεις, αλλά και την σπουδάζουσαν εις τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα νεολαίαν επί των πραγματικών επιδιώξεων του κομμουνισμού, ώστε τα εν λόγω πρόσωπα να αποκτήσουν γνώσεις διευκολυνούσας την κατά το δυνατόν αποτελεσματικωτέραν συμβολήν των εις τον κατά του ερυθρού ολοκληρωτισμού αγώνα».

Εκτός από τα ΜΜΕ και τις εκδόσεις, στο στόχαστρο βρέθηκαν και τα δημόσια θεάματα Για το θέατρο προβλέπεται προληπτικός έλεγχος των έργων «παρά της διοικήσεως της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων». Ετσι, γενικώς, «πλην ελάχιστων εξαιρέσεων είναι εθνικόφρονες».

Συνοικία το λογοκριμένο όνειρο

Οι λογοκριτικές επιδόσεις ήταν πιο έντονες στον κινηματογράφο. Θεωρούνταν «άκρως επιζήμιον, εάν οι κομμουνισταί κατώρθωναν να επηρεάζουν την ελληνικήν κοινωνίαν και διά κινηματογραφικών ταινιών εγχωρίου παραγωγής, δοθέντος ότι ο κινηματογράφος ασκεί μεγίστην ψυχολογικήν επίδρασιν επί του λαού».

Κλασικό δείγμα ακρωτηριασμού ταινίας αποτελεί η «Συνοικία το όνειρο» του Αλέκου Αλεξανδράκη, με αριστερούς συντελεστές τους Θεοδωράκη. Λειβαδίτη, Κατράκη κ.ά. Οσο για τις ξένες εισαγόμενες ταινίες, υπήρχαν έλεγχος και αριθμητικός περιορισμός για την αντιμετώπιση τυχόν «αντεθνικής» προβολής τους.

Η απόπειρα για προπαγανδιστική παραγωγή με θέματα από τη νεότερη ιστορία (συμμοριτοπόλεμος, παιδομάζωμα κ.ά) απέδωσε πάμφτωχα αποτελέσματα. Δεν βρέθηκαν πρόθυμοι παραγωγοί για να μετράνε τη χασούρα από τις σχετικές ταινίες. Η αρνητική πείρα θα αξιοποιηθεί αργότερα επί χούντας, πάλι με πενιχρά αποτελέσματα.

Η εθνικοφροσύνη ως ιδεολογία και πρακτική εδραίωσε την εξουσία της Δεξιάς τα μετεμφυλιακά χρόνια. Δεν είχε, όμως, τα αναμενόμενα αποτελέσματα στις κάλπες. Η κοινωνική αντίσταση εκφράστηκε στις εκλογές του 1956, όταν συνεργάστηκαν τα περισσότερα κόμματα εκτός ΕΡΕ και ο Καραμανλής μιλούσε για την «υποταγή μιας εθνικόφρονος αντιπολιτεύσεως εις τα κελεύσματα του κομμουνισμού!». Τότε που συνολικά η αντιπολίτευση πλειοψήφησε.

Δυο χρόνια αργότερα και μόλις μία δεκαετία μετά τον Εμφύλιο η εκλογική απήχηση της Αριστερός θύμιζε... λίγο ΕΑΜ. Παίρνοντας μεν συνολικά περίπου 25% των ψήφων, αν δε εξαιρεθούν οι στρατιωτικά επιτηρούμενες περιοχές (3-5%), πολύ μεγαλύτερο ποσοστό στα αστικά κέντρα.

Καραμανλής σε πανικό, υποχείριο σκοτεινών κύκλων

Το 1961 χρειάστηκαν «η βία και η νοθεία» για να διατηρηθεί στην κυβέρνηση η ΕΡΕ, ενώ δύο χρόνια αργότερα ο Καραμανλής αυτοεξορίστηκε. Οσο για το 1967, είναι γνωστά τα γεγονότα με την προετοιμασία και επιβολή της δικτατορίας.

«Ο αρχηγός της ΕΡΕ, έχοντας πανικοβληθεί από τα αποτελέσματα των εκλογών, γινόταν ως ένα βαθμό υποχείριο των μυστικών υπηρεσιών, ελληνικών και ξένων... Ο Καραμανλής δεν ήθελε ασφαλώς να καταλυθεί το κοινοβουλευτικό πολίτευμα Αναλάμβανε όμως την ευθύνη για την παραπέρα φαλκίδευσή του... Οι μέθοδοι αυτές -παρακρατικές οργανώσεις, αόρατες επιτροπές, τρομοκρατία υπεύθυνων και ανεύθυνων οργάνων- βραχυπρόθεσμα θα ωφελήσουν. Μακροπρόθεσμα, όμως, θα πλήξουν και τον ίδιο και θα οδηγήσουν στην κατάλυση της δημοκρατίας». (Σπ. Λιναρδάτος: Από τον εμφύλιο στη χούντα).

Με πολιτικούς όρους, ο συντηρητισμός ήταν κεντρική έννοια της εθνικοφροσύνης, ασύμβατη με την κοινοβουλευτική δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Σε τελευταία ανάλυση η πρακτική του ήταν και αντεθνική με τον διχασμό σε «εθνικόφρονες» και «μιάσματα».

Πηγή: Του Τάκη Κατσιμάρδου, δημοσιογράφου -History

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

{[['']]}

Οι δήθεν πατριώτες και η κορόνα στοκεφάλι τους

Επιτήδειοι φανατικοί και υστερόβουλοι κατάφεραν να κρύψουν κάτω από τον κίβδηλο τίτλο του εθνικόφρονα τις πιο αντεθνικές πράξεις. Είναι αυτοί που διαίρεσαν τους Ελληνες σε δύο κατηγορίες: πρόβατα και ερίφια. Ανέδειξαν μια υπαρκτή κοινωνική/πολιτική αντίθεση σε μια φαντασιακή εθνική διχοτόμηση. Η συνεργασία των δωσιλόγων με τους κατακτητές την κατοχική περίοδο «δικαιώθηκε», εν είδει εθνικής προσφοράς στην πάλη εναντίον των «ΕΑΜοβουλγαρων».

Η «εθνικοφροσύνη» έλκει την καταγωγή της από την περίοδο του ελληνικού αλυτρωτισμού όταν σημαντικοί ελληνικοί πληθυσμοί βρίσκονταν εκτός συνόρων του μικρού βασιλείου. Η εθνική ολοκλήρωση και η Μικρασιατική Καταστροφή έδωσαν τέλος στη Μεγάλη Ιδέα. Ταυτόχρονα κατέστη σαν αναγκαία για την ιθύνουσα τάξη, προκειμένου να εδραιώσει την κυριαρχία της. την αναζήτηση ενός νέου εχθρού εσωτερικού αυτήν τη φορά.

Ο κάλπικος πατριωτισμός από τον μεσοπόλεμο και μετά διαπλέκεται όλο και βαθύτερα με τον θρόνο. Κινήματα πραξικοπήματα νόθα δημοψηφίσματα Αν η εθνικοφροσύνη είχε πρόσωπο, θα φορούσε στέμμα Από το πρόσωπο του Γεωργίου Β' που έχρισε δικτάτορα τον Μεταξύ το 1936 μέχρι αυτό της Φρειδερίκης και του Παύλου,« οποίοι αφού έβγαλαν τον πόλεμο απομονωμένοι στη Νότια Αφρική -λόγω υποψιών των συμμάχων για φίλογερμανισμό επέστρεψαν στην Ελλάδα για να ηγηθούν της «εθνικόφρονος παρατάξεως» στον εμφύλιο πόλεμο.

Μακρονήσια λοιπόν για αναμόρφωση των «ξενοκίνητων συμμοριτών» και παιδουπόλεις για την εθνική - ηθική διαπαιδαγώγηση των τρυφερών ψυχών ήταν οι φάροι του εθνικόφρονος πολιτισμού που προκάλεσαν διεθνή αποτροπιασμό.

Τα μετεμφυλιακά χρόνια αποτέλεσαν πεδίο απόλυτης κυριαρχίας της «εθνικοφροσύνης». όπου κάθε αντίθετη φωνή και κοινωνική διαμαρτυρία καταπνίγονταν μέσα σε ένα αυταρχικό σύνταγμα και σε μια καχεκτική δημοκρατία του χωροφύλακα της εξορίας και των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων.

Αποκορύφωση αποτέλεσε η ανατροπή της κεντρώας κυβέρνησης το 1965. την οποία χαρακτήρισαν- εθνικώς ύποπτη για να ανοίξουν τον δρόμο στους σούπερ εθνικόφρονες της χούντας. Με μια δικτατορία που εκκολάφθηκε στη φιλόξενη αγκαλιά της ΕΡΕ με τη συνδρομή «ιδεολόγων» του αντικομμουνισμού όπως ο Σάββας Κωνσταντόπουλος, ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, ο Γεωργαλάς κ.ά. που το 1967 πούλησαν τους εργοδότες τους.

Στη διαδρομή της διαχρονικής εθνικοφροσύνης καταγράφονται τουλάχιστον τρεις πολίτικοι άντρες της «υγιούς παρατάξεως» οι οποίοι υπηρέτησαν ως υπουργοί κατά σειράν τον Ιωάννη Μεταξά. τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Γεώργιο Παπαδόπουλο Χωρίς να υπολογίσουμε τους δεκάδες βουλευτές που υπηρέτησαν τη λεγάμενη «εθνικοφροσύνη» σε όλες της τις εκφάνσεις επί δεκαετίες.

Γα την ποιότητα της πατριδοκαπηλίας τους είναι ενδεικτική -και φρέσκια στη μνήμη- η περίπτωση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αφού καταγγέλθηκε σαν «προδοτική» και έγινε αντικείμενο προεκλογικής εκμετάλλευσης, στη συνέχεια αναγνωρίστηκε πλήρως ως συμφέρουσα για την Ελλάδα, ;oταν οι «νόμιμοι ιδιοκτήτες της χώρας» επανήλθαν στην εξουσία,

Πηγή: Του Αρτεμη Ψαρομήλιγκου - Hot Doc History

Συνέχεια εδώ

{[['']]}

Η εκτέλεση από τους ναζί του διοικητή των Διεθνών Ταξιαρχιών Αν. Δεληγιάννη

Η εκτέλεση από τους ναζί του διοικητή των Διεθνών Ταξιαρχιών Αν. Δεληγιάννη όταν αρνήθηκε να απαρνηθεί την ελληνικότητά του.

Η πρόταση του Γερμανού αξιωματικού, ιδιαίτερα δελεαστική: «Υπογράφεις εδώ ένα χαρτί ότι γίνεσαι Βούλγαρος υπήκοος και σε λίγη ώρα είσαι ελεύθερος. Διαφορετικά σε περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα».

Ο κρατούμενος προς τον οποίο γινόταν η πρόταση δεν δίστασε ούτε στιγμή να δώσει την καθοριστική για τη ζωή του απάντηση: «Εγώ δεν απαρνούμαι την πατρίδα μου Ελλάδα και την ιδεολογία μου. Κάντε ό,τι θέλετε».

Τα χαράματα της επόμενης μέρας, 2 Ιουλίου 1943, ο συνδικαλιστής καπνεργάτης, γραμματέας της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Ελλάδος, ο μαχητής ταγματάρχης στις Διεθνείς Ταξιαρχίες στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, το στέλεχος του ΚΚΕ, Αναγνώστης Δεληγιάννης, σε ηλικία 48 ετών εκτελείται από τους ναζί μαζί με ακόμη 49 συγκρατούμενούς του στον χώρο της πλινθοποιίας Παπαγεωργίου, που υπήρχε στα Σφαγεία της Θεσσαλονίκης.

Ο κρατούμενος εκείνη την εποχή στο στρατόπεδο «Παύλος Μελάς» της Θεσσαλονίκης, Λεωνίδας Γιασημακόπουλος, περιέγραψε σε αδρές γραμμές την προετοιμασία των εκτελέσεων που έγιναν εκείνο το πρωί:

«Είμαι κακοδιάθετος, εξύπνησα από τας 4.30 π.μ. με ένα όνειρον δυσάρεστον και γεμάτο στενοχωρίαν. Στις 5 π.μ. τραγικώτατον γεγονός έλαβε χώραν. Ηλθον τρία αυτοκίνητα με Γερμανούς, φέροντα σήματα της υπηρεσίας των (πέταλα) και παρέλαβαν από το στρατόπεδον 32 κατηγορουμένους επί κομμουνισμώ, προς εκτέλεσιν. [...]

Ολος ο θάλαμος ευρίσκεται μέσα σε βαθύ πένθος. Τα πράγματα των μελλοθανάτων καταγραφέντα παρελήφθησαν υπό της διευθύνσεως. Πληροφορούμεθα ότι ο ολικός αριθμός συνεπληρώθη εις 50 διότι πήραν 12 από τας γερμανικάς φυλακάς “510” και 6 από το Επταπύργιον. Η εκτέλεσις αυτή έγινε εις αντίποινα διά τον φόνον του Γερμανού φρουράρχου Ναούσης, όστις φέρεται συμβάς χθες. Φρικτωτέρα στιγμή δεν μπορεί να υπάρξη. Επί ώραν έτρεμα σύγκορμος. Οι λυγμοί δεν με αφήνουν».

Ποιος ήταν

Ο Αναγνώστης Δεληγιάννης γεννήθηκε το 1895 στο Γάνο της Ανατολικής Θράκης και το 1920 ήρθε με την οικογένειά του πρόσφυγας στην Καβάλα. Στην Καβάλα δούλεψε ως καπνεργάτης, όπου ήρθε σε επαφή με την κομμουνιστική ιδεολογία και έγινε μέλος του ΚΚΕ. Διακρίθηκε στον καπνεργατικό συνδικαλισμό και έφτασε μέχρι τη θέση του γραμματέα της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Ελλάδος.

Το 1933 ήταν υποψήφιος του ΚΚΕ στον νομό Σερρών. Στην εκλογική εκείνη αναμέτρηση που είχε γίνει με πλειοψηφικό σύστημα, το ΚΚΕ αν και είχε λάβει ποσοστό 4,64% δεν εξέλεξε κανέναν βουλευτή, καθώς τις συνολικά 248 έδρες του Κοινοβουλίου τις είχαν μοιραστεί το Λαϊκό Κόμμα του Παναγή Τσαλδάρη και το Κόμμα Φιλελευθέρων του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Για όλη του την αγωνιστική δράση διώχθηκε, φυλακίστηκε και εξορίστηκε πολλές φορές. Τελευταία του εκτόπιση ήταν το 1934 στον Αη Στράτη.

Από τον Αη Στράτη στις Διεθνείς Ταξιαρχίες

Το 1935 ο Αν. Δεληγιάννης δραπέτευσε από τον Αη Στράτη και κατέφυγε στη Σοβιετική Ενωση. Αργότερα μεταβαίνει μαζί με άλλους Ελληνες (Σακαρέλος, Βαβούδης κ.ά.) στην Ισπανία, όπου πολέμησε στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο ως υποδιοικητής στον «Ελληνικό λόχο» του τάγματος «Δημητρώφ» των Διεθνών Ταξιαρχιών. Διακρίθηκε στα πεδία των μαχών και του απονεμήθηκαν μετάλλια και διακρίσεις. Το ψευδώνυμό του στην Ισπανία ήταν «Γιάννης Σιγανός».

Στο κάλεσμα της ισπανικής Δημοκρατίας που κινδύνευε με κατάλυση από τους φασίστες του Φράνκο, είχαν ξεκινήσει δημοκράτες απ’ όλες τις γωνιές της Γης. Από τα καράβια που δούλευαν ως ναυτεργάτες, από τις χώρες που έμεναν ως μετανάστες, από τη φασιστοκρατούμενη τότε Ελλάδα, από την Κύπρο και από τα Δωδεκάνησα. Πέρασαν από ωκεανούς, διάβηκαν βουνά και ξέφυγαν από χαφιέδικους κλοιούς, έσκαψαν λαγούμια και δραπέτευσαν από φυλακές, όπως οι «Οχτώ της Αίγινας» με επικεφαλής τον Δημήτρη Σακαρέλο, τον θρυλικό κομισάριο του λόχου των Ελλήνων εθελοντών στον Ισπανικό Δημοκρατικό Στρατό.

Η πρώτη ομάδα Ελλήνων εθελοντών έφτασε στην Ισπανία στις αρχές Οκτωβρίου 1936, από τη Γαλλία, και πήγε όπως και οι άλλοι διεθνιστές στην πόλη Αλμπαθέτε, που ήταν το κέντρο υποδοχής, κατάταξης και εκπαίδευσης όλων των εθελοντών των διεθνών ταξιαρχιών. Η πρώτη αυτή ελληνική ομάδα ενσωματώθηκε με άλλους αγωνιστές των βαλκανικών χωρών, κυρίως Γιουγκοσλάβους, και απάρτισαν τον «Βαλκανικό λόχο». Στον λόχο εκείνο υπεύθυνος για τους Ελληνες ήταν ο Παναγιώτης Αϊβατζής με το ψευδώνυμο Μάριος. Ο λόχος αυτός εντάχθηκε στο τάγμα «Ντομπρόφσκι» (όνομα του μεγάλου Πολωνού μαχητή της Παρισινής Κομούνας), που μαζί με δύο άλλα τάγματα αποτέλεσε την 11η Διεθνή Ταξιαρχία. Μια άλλη ομάδα Ελλήνων εντάχθηκε στον «Βαλκανικό λόχο» του τάγματος «Τέλμαν», που υπαγόταν στη 12η Διεθνή Ταξιαρχία.

Στη συνέχεια δημιουργήθηκε ο Ελληνικός Λόχος με 125 άνδρες και διοικητή τον Γιάννη Μαργαρίτη (Μπέλκος). Οι πρώτες μάχες που πήρε μέρος ήταν στις 24 Αυγούστου στο μέτωπο της Αραγόνας όπου σκοτώθηκε και ο πρώτος διοικητής του, ο Μπέλκος. Ο Ελληνικός Λόχος πολέμησε σε όλα τα μέτωπα, πήρε μέρος σε πολλές μάχες, πέτυχε νίκες θαυμάσιες. Οι άντρες του, οπλίτες και αξιωματικοί, έδειξαν θάρρος, παλικαριά και σπάνιες ικανότητες. Πολλοί έπεσαν στα πεδία των μαχών. Μετά την αναδιοργάνωση της Διεθνούς Μεραρχίας, ο Ελληνικός Λόχος εντάχθηκε στη δύναμη της ταξιαρχίας «Αβραάμ Λίνκολν» και από τότε μετονομάστηκε σε λόχο "Ρήγα Φεραίο".

Ο Αναγνώστης Δεληγιάννης διακρίθηκε ιδιαίτερα στις μάχες του Μπελσίτ, όπου και ανέλαβε τη διοίκηση του Ελληνικού Λόχου. Η επίθεση είχε αρχίσει στις 24 Αυγούστου 1937 με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη του Μπελσίτ, μιας μικρής αλλά καλά οχυρωμένης πόλης πάνω στον δρόμο που οδηγεί από τη Μαδρίτη στη Σαραγόσα. Ο διοικητής του λόχου Παντελιάς (Γιάννης Μαργαρίτης) αρπάζει το πολυβόλο και συνεχίζει να χτυπά τους εχθρούς που πλησιάζουν. Γρήγορα όμως τραυματίζεται θανάσιμα και σε λίγο πάνω στο πολυβόλο του ξεψυχά. Ο πολιτικός επίτροπος Στεφόπουλος (Δημήτρης Πέρρος) βλέπει τον σκοτωμένο συναγωνιστή του, ορμάει, αρπάζει το πολυβόλο και συνεχίζει να θερίζει τον εχθρό, που σε λίγο φτάνει στο χαράκωμα και τον αποτελειώνει με τις ξιφολόγχες του.

Μετά τον θάνατο των δύο αξιωματικών, τη διοίκηση του λόχου ανέλαβε ο υποδιοικητής Αναγνώστης Δεληγιάννης (Γιάννης Σιγανός), που μαζί με τους υπόλοιπους άντρες που γλίτωσαν συνέχισε τη μάχη της ημέρας εκείνης όπως και την επόμενη. Στις φονικές εκείνες μάχες του Μπελσίτ, ανάμεσα στους άλλους σκοτώθηκε και ο διοικητής της πυροβολαρχίας του τάγματος Μήτσος Κατσικιώτης και τραυματίστηκε ο Ευάνθης Νικολαΐδης. Αλλοι αξιωματικοί που σκοτώθηκαν ήταν ο Γιάννης Ζιάγκος από την Αμερική, ο Χρήστος Μουγιάννης από την Ικαρία και ο Ελληνοκύπριος Χριστόδουλος Χριστοδούλου.

Ξανά στον Αη Στράτη και τραγικό τέλος

Με τη λήξη του ισπανικού εμφυλίου στις αρχές του 1939 ο Αναγνώστης Δεληγιάννης περνά στη Γαλλία, συλλαμβάνεται από τις γαλλικές αρχές και απελαύνεται στην Ελλάδα, όπου το καθεστώς της 4ης Αυγούστου τον εξορίζει και πάλι στον Αη Στράτη.

Το 1943 κατά τη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής, μεταφέρεται από τον Αη Στράτη στις φυλακές «Παύλου Μελά» στη Θεσσαλονίκη. Εκεί οι γερμανοβουλγαρικές αρχές τού προτείνουν να λάβει τη βουλγαρική υπηκοότητα αφού η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί ως προσφυγική στην Καβάλα που ανήκε στη βουλγαρική ζώνη κατοχής. Ο Δεληγιάννης αρνείται κατηγορηματικά αυτή την πρόταση και οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Την ίδια μέρα, εκτελείται μαζί με τον Δεληγιάννη και τους συνολικά 50 ομήρους και ο ηρωικός αρχιμανδρίτης Κοζάνης Ιωακείμ Λιούλιας, επειδή στα φλογερά κηρύγματά του στις εκκλησίες της Δυτικής Μακεδονίας προέτρεπε τους πιστούς να μη σκύψουν το κεφάλι αλλά να αγωνιστούν κατά των κατακτητών.

Πηγή: Σπύρος Κουζινόπουλος - "ΕφΣυν"

{[['']]}

Με τα μάτια της Ασφάλειας - 6 Γενάρη του 1919. Η πρώτη συγκέντρωση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (μετέπειτα ΚΚΕ)

Τα ιδρυτικά μέλη του ΣΕΚΕ ποζάρουν στον φακό (Νοέμβριος 1918). Η πρώτη δημόσια εκδήλωση, στις 6/1/1919, πιθανότατα δεν απαθανατίστηκε φωτογραφικά

«Η μυστική αστυνομία με επικεφαλής τον μοίραρχον κ. Μερεντίτην παρηκολούθει την εορτήν»

Εφ. «Εμπρός», 7/1/1919

Το απόγευμα της Κυριακής 6 Ιανουαρίου 1919, το νεοσύστατο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος (ΣΕΚΕ) –μετέπειτα ΚΚΕ– πραγματοποίησε την πρώτη δημόσια συγκέντρωσή του με διακηρυγμένο σκοπό να έρθει σε επαφή με το ευρύτερο κοινό. Ως χώρος της εκδήλωσης επιλέχθηκε το κεντρικότατο θέατρο «Διονύσια» στην πλατεία Συντάγματος.

Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Αβραάμ Μπεναρόγια, ηγετικού στελέχους του κόμματος από τη Θεσσαλονίκη, η εκδήλωση στο «Διονύσια» εντασσόταν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης καμπάνιας σε όλη την Ελλάδα για «την πρώτην επίσημον εμφάνισιν» του ΣΕΚΕ στον δημόσιο χώρο και σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία, καθώς «μέγα πλήθος εργατικού και διανοουμένου κόσμου συνέρρευσε ίνα ακούση διά πρώτην φοράν το νέον πολιτικόν Ευαγγέλιον της εργατικής τάξεως».

Δεν ήταν δε παρά μόνο μία ένδειξη της απήχησης του νεοσύστατου ΣΕΚΕ και των σοσιαλιστικών ιδεών στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, τη σημαδεμένη από τη διαφαινόμενη επιβίωση και επέκταση της ρωσικής επανάστασης: «Πανταχόθεν εξεδηλούτο ενθουσιασμός. Το μέλλον του νέου Κόμματος επρομηνύετο λαμπρόν. Αι εργατικαί μάζαι εστράφησαν προς αυτό και παρηκολούθησαν την εξέλιξίν του» («Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου», Αθήνα 1975, σ.124).

Τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ των ημερών, αδιακρίτως πολιτικού προσανατολισμού των εφημερίδων που τα φιλοξένησαν, επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα − όσον αφορά, τουλάχιστον, την επιτυχία της συγκεκριμένης εκδήλωσης.

Για πάνω από 2.000 συγκεντρωμένους κάνουν λόγο οι «Καιροί» και το «Εμπρός», για «χιλιάδας εργατικού κόσμου» η κυβερνητική «Πατρίς», «υπερπλήρες» είδε το θέατρο και η άκρως αντιβενιζελική «Πολιτεία» του μετέπειτα μεταξικού υφυπουργού προπαγάνδας Θεολόγου Νικολούδη.

Εξίσου ομόθυμα ήταν τα φύλλα της 7ης Ιανουαρίου όσον αφορά τον ενθουσιασμό του ακροατηρίου, η συμπεριφορά του οποίου κινούνταν μεταξύ ευμενούς ενδιαφέροντος και πανηγυρικών εκδηλώσεων ολόψυχης στράτευσης.

Τιμώντας με τον τρόπο μας αυτή την ξεχασμένη επέτειο, φέρνουμε σήμερα στη δημοσιότητα ένα ιστορικό ντοκουμέντο από την αντίπερα όχθη: την καταγραφή της παρθενικής εκείνης εκδήλωσης του εγχώριου κομμουνιστικού κινήματος από τις υπηρεσίες ασφαλείας του ελληνικού κράτους.

Σε αναλυτική έκθεσή του που συντάχθηκε αυθημερόν και αντίγραφό της εντοπίστηκε στους φακέλους του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού, στα Γενικά Αρχεία του Kράτους (φ. 253), ο επικεφαλής της «μυστικής αστυνομίας», μοίραρχος Νικόλαος Μερεντίτης, περιγράφει λεπτομερώς τις αγορεύσεις καθενός από τους επτά ομιλητές, καθώς και τη δική του κατασταλτική παρέμβαση κατά την έξοδο.

Μία (όχι και τόσο) μυστική αστυνομία

Η ίδια η έννοια της «μυστικής αστυνομίας» σηκώνει, βέβαια, πολλή συζήτηση. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για την επίσημη υπηρεσία κρατικής ασφάλειας της εποχής, όπως διαπιστώνουμε από το γεγονός ότι τόσο η παρουσία του μοιράρχου Μερεντίτη στη συγκέντρωση του ΣΕΚΕ όσο και η ακριβής ιδιότητά του μνημονεύονται ρητά (ως αυτονόητο, μάλιστα, γεγονός) στις εφημερίδες της επομένης. Το ίδιο και η ενέργειά του, να προχωρήσει στη σύλληψη ενός επώνυμου μέλους του ακροατηρίου κατά την αποχώρησή του από την αίθουσα, επειδή «ηκούσθη εκφραζόμενος ανευλαβώς κατά του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως»...

Με τον κοφτό υπηρεσιακό χαρακτήρα τους, και την αναπόφευκτα κακοχωνεμένη εμπέδωση του περιεχομένου των ομιλιών από τον χωροφύλακα καταγραφέα, οι εκθέσεις του Μερεντίτη αποτυπώνουν αρκετά ευκρινώς το αντιφατικό μείγμα στρατηγικής αισιοδοξίας και τακτικής αμηχανίας που χαρακτήριζε το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα στα πρώτα του βήματα, πριν από τη «μπολσεβικοποίησή» του από τους καθοδηγητικούς μηχανισμούς της Τρίτης Διεθνούς.

Από τη μια, η πρόσφατη επικράτηση της επανάστασης στη Ρωσία, την Ουγγαρία και τη Γερμανία, παρά την πολύ διαφορετική τροπή που πήρε τελικά σε καθεμιά απ’ αυτές τις χώρες (στρατιωτική συντριβή στην Ουγγαρία, ραγδαία συντηρητικοποίηση στη Γερμανία), έμοιαζε προς το παρόν μ’ ένα νικηφόρο ντόμινο, προορισμένο να σαρώσει τα παλιά καθεστώτα της γηραιάς ηπείρου.

Από την άλλη, τα στελέχη του νεοσύστατου ΣΕΚΕ είχαν πλήρη συνείδηση της δικής τους οργανωτικής και πολιτικής αδυναμίας να διαδραματίσουν έναν ισάξια ιστορικό ρόλο στο ορατό μέλλον.

Η αισιοδοξία της βούλησης και οι ενθουσιώδεις αναφορές στην κοσμοϊστορική διεθνή συγκυρία συνδυάζονται έτσι στις ομιλίες τους μ’ έναν λόγο επί της ουσίας μετριοπαθή, ακόμη και καθησυχαστικό προς τα συντηρητικότερα τμήματα του (παρόντος εκεί αλλά και του εθνικού) ακροατηρίου. Ορισμένες στιγμές δίνουν μάλιστα την εντύπωση πως η εκ μέρους τους επίκληση του διεθνούς υποδείγματος (και ο συνακόλουθος τονισμός της ανάγκης η Ελλάδα να μη μείνει πίσω από τις εξελίξεις) απλώς ακολουθεί ένα μοτίβο έτσι κι αλλιώς καθιερωμένο προ πολλού στη νεοελληνική πρόσληψη του κόσμου...

Δεν πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε πως η όλη παράσταση δίνεται μπροστά στα τεφτέρια της «μυστικής αστυνομίας», σε συνθήκες κάθε άλλο παρά ευνοϊκές για την πραγματικά ελεύθερη διακίνηση των ιδεών: ισχύει ακόμη στρατιωτικός νόμος, για τις δημόσιες συναθροίσεις απαιτείται άδεια του φρουραρχείου και οι εφημερίδες υποβάλλονται σε προληπτική λογοκρισία.

Οπως γνωρίζουμε από τη μαρτυρία του Μπεναρόγια (ό.π., σ. 101-109), και επιβεβαιώνουν τα σχετικά τεκμήρια του πρωθυπουργικού αρχείου, η άτυπη χαλάρωση των θεσμικών αυτών περιορισμών για τους σοσιαλιστές μόλις είχε συμφωνηθεί ανάμεσα στη μελλοντική ηγεσία του ΣΕΚΕ και τον Βενιζέλο· ο τελευταίος επιθυμούσε, γαρ, για διπλωματικούς λόγους την ύπαρξη (και) ελληνικής συνιστώσας του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος, καθώς αυτό το τελευταίο εξελισσόταν πλέον σε υπολογίσιμο διεθνή παράγοντα.

Κάθε «στραβοτιμονιά» εκ μέρους των Ελλήνων σοσιαλιστών, σε σχέση με τις προσδοκίες της εθνικής ηγεσίας, μπορούσε ωστόσο να οδηγήσει σε άμεσα κατασταλτικά μέτρα.

Ενα ερώτημα, κρίσιμο πάντα όσον αφορά παρόμοια υπηρεσιακά τεκμήρια, αφορά τον βαθμό πιστότητας της καταγραφής: σε ποιο βαθμό τα γραφόμενα του μοιράρχου με τη διαμετρικά αντίθετη κοσμοθεωρία, πνευματική συγκρότηση και πρόσληψη της πραγματικότητας, αποτυπώνουν με κάποια ακρίβεια όσα όντως ειπώθηκαν στην επίμαχη εκδήλωση;

Ελλείψει των πρωτότυπων κειμένων, η μόνη δυνατή σύγκριση μπορεί να γίνει με τα ρεπορτάζ των εφημερίδων της επομένης. Και εδώ, ωστόσο, οι περισσότερες περιγραφές προέρχονται από το άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος, καθώς το θέμα απασχόλησε κυρίως τον αντιπολιτευόμενο αντιβενιζελικό Τύπο.

Ο κυβερνητικός, αντίθετα –με μόνη εξαίρεση ένα αρκετά λακωνικό ρεπορτάζ στην «Πατρίδα»– απέφυγε κάθε σχετική αναφορά.

Ωραίο φύλο και συλλήψεις

Για λόγους προφανείς, το ενδιαφέρον των περισσότερων εφημερίδων δεν επικεντρώθηκε τόσο στο περιεχόμενο των ομιλιών όσο στις πικάντικες λεπτομέρειες και την εν γένει ατμόσφαιρα αυτής της πρωτόγνωρης τελετής.

«Το θέατρον, η αίθουσα και η σκηνή του οποίου είχον καταλλήλως διαρρυθμισθή χάριν της εορτής, από ενωρίς ήτο υπερπλήρες κόσμου πάσης τάξεως και αποχρώσεως, ιδίως εργατικού», μας πληροφορεί π.χ. η «Νέα Ελλάς». «Εννοείται ότι δεν έλλειψε και το ωραίον φύλον, το οποίον αντεπροσωπεύετο δι’ ευαρίθμων, αλλά λίαν ενθουσιωδών μάλιστα, αντιπροσώπων. Εις την θύραν του θεάτρου δύο νεάνιδες εκάρφωναν επί του στήθους των εισερχομένων φιόγκους από ταινίας ερυθράς, σύμβολον του εργατικού αγώνος και του σοσιαλισμού».

Η «Πολιτεία», πάλι, διευκρινίζει πως, όχι μόνο «εις την είσοδον του θεάτρου ανεπετάσθη σημαία ερυθρά», αλλά και «η σκηνή του θεάτρου εφωτίζετο δι’ ερυθρών λαμπτήρων».

Η εκδήλωση άνοιξε, φυσικά, με τη Διεθνή και στη διάρκειά της διαβάστηκε το ποίημα βιομηχανικού εργάτη που «παραπονείται διά την κακήν κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκεται» («Εμπρός»)· σύμφωνα με τους «Καιρούς» η ανάγνωσή του προκάλεσε «συγκίνησιν», η δε «Πολιτεία» μάς πληροφορεί πως «κατέληγεν ούτω: “Μονάχα όσοι εργάζονται – πρέπει στη γη να ζούνε”». Ακολούθησε η χορωδία, με «το άσμα: “Εφθασε η μεγάλη ημέρα – Ζήτω, ζήτω η εργατιά”».

Τόσο η παρουσία γυναικών όσο και η κυρίως εργατική σύνθεση του κοινού τονίζονται παντού, ενώ δεν λείπουν και αναλυτικότερες επισημάνσεις: μεταξύ των προσερχομένων, διαβάζουμε, «ήσαν και αρκετοί στρατιώται, αξιωματικοί ως και εκπρόσωποι του ωραίου φύλου καί τινες κληρικοί».


Σύμφωνα με το «Εμπρός», «διενεμήθησαν επίσης καρτ–ποστάλ με την εικόνα του Λήμπκνεχτ ως και διάφορα φυλλάδια» – ο ηγέτης των Γερμανών Σπαρτακιστών είχε δολοφονηθεί μαζί με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ πριν από λίγες μόλις μέρες, είδηση που είχε γίνει δεκτή με ενθουσιώδη –κι ενίοτε ειρωνικά– σχόλια από κυβερνητικές εφημερίδων όπως το «Εθνος» και η «Εστία».

Η μεταξική «Πολιτεία» είναι η μόνη που διέσωσε κάποιες ενεργητικότερες παρεμβάσεις του ακροατηρίου, εστιάζοντας φυσικά στις αντικυβερνητικές αιχμές. Ενώ αγόρευε ο δημοσιογράφος Καραμούζης, διαβάζουμε, «κάποιος εκ του ακροατηρίου διακόπτων ηρώτησεν: Είναι και ο Ρέπουλης και ο Μιχαλακόπουλος διανοούμενοι; Και μία άλλη φωνή απήντησεν: “Οχι, όχι”».

Οταν, πάλι, ο ηλεκτροτεχνίτης Κόκκινος τόνισε «ότι πλησιάζουν αι ημέραι των εκλογών, ότε οι αστοί θα προσπαθήσουν να καταπνίξουν τους εργάτας», από το κοινό ακούστηκε μια φωνή: «Ημείς θα τους διορθώσωμε. Νάρθουν μόνον».

Την τιμητική της είχε, φυσικά, η σύλληψη κατά την έξοδο του διευθυντή των «Βραδυνών Νέων» Πύρρου Γιαννόπουλου, παλιού σοσιαλιστή και βασιλόφρονος πλέον αντιβενιζελικού, που τις επόμενες δεκαετίες θα εξελισσόταν σε μια ακόμη δευτεροκλασάτη φυσιογνωμία του εγχώριου αντικομμουνισμού.

Ο Πύρρος Γιαννόπουλος-Ηπειρώτης σε χαρακτηριστική πόζα (1913)

Η «Πολιτεία» υποστηρίζει ότι συνελήφθησαν επίσης «τρεις σοσιαλισταί», οι οποίοι όμως κατόπιν «αφέθησαν ελεύθεροι».

Η κυβερνητική «Εστία» διευκρινίζει από την πλευρά της ότι μαζί με τον Γιαννόπουλο συνελήφθη «και ο γνωστός εκ της επιστρατευτικής του δράσεως Βαλσαμάκης, διότι παρώτρυνε τους συγκεντρωθέντας πολίτας εναντίον του... κεφαλαιοκράτου κ. Βενιζέλου!». Πρόκειται για τον δικηγόρο Επαμεινώνδα Βαλσαμάκη, πάλαι ποτέ υποψήφιο βουλευτή των Φιλελευθέρων (1915) κι εν συνεχεία ένθερμο βασιλόφρονα, η σύλληψη και δίωξη του οποίου επιβεβαιώνεται από έγγραφο της Αστυνομικής Διευθύνσεως Αθηνών προς το πρωθυπουργικό γραφείο (Εν Αθήναις 7/1/1919, αρ. 54, εμπιστευτικόν).

Από την έρευνα στις εφημερίδες της εποχής στάθηκε, πάντως, αδύνατο να εντοπίσουμε τη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης.

Από τα ψιλά στην «αποθέωση»

Σε σύγκριση με τα ρεπορτάζ του αστικού Τύπου, ενδιαφέρον παρουσιάζει, τέλος, η διαχείριση της παρθενικής εμφάνισης του ΣΕΚΕ από τον «Ριζοσπάστη» του Γιάννη Πετσόπουλου – που δεν αποτελούσε ακόμη όργανο του κόμματος αλλά «εφημερίδα δημοκρατικών αρχών», από τη διεύθυνση της οποίας μόλις είχε απομακρυνθεί (23/9/1918) ο σοσιαλεθνικιστής Νίκος Γιαννιός· ως «σοσιαλιστική εφημερίς» θα αυτοπροσδιοριστεί, πάλι, στην προμετωπίδα του μόνο ύστερα από κάμποσους μήνες (15/9/1919).

Αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, η προαναγγελία της εκδήλωσης στο φύλλο της προηγουμένης δεν έγινε πανηγυρικά αλλά μ’ ένα μικροσκοπικό μονόστηλο, καταχωνιασμένο στη μέση της δεύτερης σελίδας:

«Η εορτή του Σοσιαλεργατικού Κόμματος.

Σήμερον 4 μ.μ. θα γίνη μεγάλη πανηγυρική εορτή της εμφανίσεως του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος εις το θέατρον “Διονύσια”. Εις την εορτήν προσεκλήθησαν αντιπροσωπείαι όλων των εργατικών οργανώσεων. Της εορτής θα προεδρεύση ο πρόεδρος των ηλεκτροτεχνιτών Πειραιώς κ. Παπανικολάου, επ’ ευκαιρία της προσχωρήσεως ολοκλήρου του σωματείου τούτου εις τον σοσιαλισμόν. Κατά το πρόγραμμα, πολλοί ομιληταί θα αναπτύξουν τον σκοπόν και τας βάσεις της σοσιαλιστικής ιδεολογίας και ο όμιλος της νεολαίας θα ψάλη τον διεθνή ύμνον. Η είσοδος είνε ελευθέρα εις πάντα πολίτην».

Η επιτυχία της συγκέντρωσης τροποποίησε προφανώς τα δεδομένα και την επομένη ο «Ριζοσπάστης» φιλοξενεί την είδηση μονόστηλη μεν, στην πρώτη όμως σελίδα – αν και σε έκταση όχι μεγαλύτερη από εκείνη που της αφιέρωσαν τα αστικά φύλλα. Η πιο χτυπητή διαφορά εντοπίζεται πάντως στον τίτλο του ρεπορτάζ, που κάνει λόγο για «αποθέωσιν».

Το πλήρες κείμενο:

«Με μεγάλην επιτυχίαν εωρτάσθη χθες εις τα “Διονύσια” η πανηγυρική εμφάνισις του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος. Το θέατρον είχε καταλλήλως διακοσμηθή με εικόνας του Μαρξ, του Ζωρές και του Λήμπκνεχτ και εις την είσοδον είχεν αναρτηθή και εκυμάτιζε μία μεγαλοπρεπής και κατακόκκινη σημαία. Από ενωρίς ήρχισεν αθρόα η προσέλευσις του κόσμου. Οι εργάται, οι άνθρωποι του λαού, προσήρχοντο κατά κύματα προς την πλατείαν του Συντάγματος πολύ προ της ωρισμένης ώρας. Εις την είσοδον δεσποινίδες της σοσιαλιστικής οργανώσεως διεκόσμουν τα στήθη των παρισταμένων με μικρά κομψά κόκκινα σήματα.

Εις τας 3½ μ.μ. ολόκληρος η πλατεία και τα θεωρεία των “Διονυσίων” έβριθον πυκνοτάτου ακροατηρίου.

Την 4ην ακριβώς ήρχισεν η εορτή. Υπό τα παταγώδη χειροκροτήματα του παρισταμένου πλήθους και τας ατελευτήτους ζητωκραυγάς και επευφημίας, ο όμιλος νεολαίας του Σοσιαλιστικού Τμήματος Αθηνών ετραγούδησε τον Διεθνή Σοσιαλιστικόν Υμνον.

Με την άρσιν της αυλαίας το πολυπληθέστατον ακροατήριον ευρέθη ενώπιον μιας θαυμασίας σκηνοθεσίας. Την προεδρικήν έδραν της εορτης κατείχεν ο κ. Παπανικολάου, πρόεδρος των ηλεκτροτεχνιτών, τιμής ένεκεν προς το σωματείον του, το οποίον ολόκληρον προσεχώρησεν επισήμως εις τον σοσιαλισμόν.

Το βήμα καταλαμβάνει πρώτος ο γεν. γραμματεύς της Κεντρικής Επιτροπής κ. Ν. Δημητράτος και εξηγεί δι’ ωραίων λόγων τον σκοπόν του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος, του εκπροσωπούντος την πολιτικήν οργάνωσιν του εργατικού στοιχείου, εκ παραλλήλου προς την επαγγελματικήν του τοιαύτην.

Ακολούθως ο λόγος δίδεται εις τον δημοσιογράφον κ. Κ. Καραμούζην, όστις από μέρους της επιστημονικής Σχολής προς μελέτην και διάδοσιν των αρχών του Σοσιαλισμού, ομιλεί περί της θέσεως των διανοουμένων εις το εξανθρωπιστικόν κίνημα και δίδει εξηγήσεις τινάς εξ αφορμής των τελευταίως σχηματισθεισών καταδιώξεων, χειροκροτούμενος.

Ομιλούν κατόπιν οι εργάται κ. Κόκκινος, σύμβουλος του σωματείου ηλεκτροτεχνιτών, Θωμάς των τροχιοδρομικών και Αλεξίου του Συνδικάτου “Πρόοδος” Λεβαδείας, όλοι με πολλήν σαφήνειαν αναπτύξαντες το πρόγραμμα του Σοσιαλισμού.

Η εμφάνισις του κ. Μπαναρόγια προυκάλεσεν αληθινήν φρενίτιδα ενθουσιασμού. Ο κ. Μπαναρόγιας ωμίλησε διά μακρών με θαυμαστήν επιτυχίαν περί της αποστολής της εργατικής τάξεως και του πολιτικού της κόμματος, προς αποφυγήν της εκμεταλλεύσεως του λαού υπό της αστικής πολιτικής.

Εις ένα διάλειμμα η νεολαία τραγουδά το “Ζήτω, ζήτω η εργατιά” και μετά λαμβάνει τον λόγον ο βουλευτής κ. Σίδερις, χαιρετίζων εν μέσω ακαταπαύστων χειροκροτημάτων και επευφημιών την ίδρυσιν του Κόμματος και τονίζων την μεγάλην εκπολιτιστικήν σημασίαν του.

Την εορτήν κλείνει ο πρόεδρος κ. Παπανικολάου με κατάλληλον λόγον και ο κόσμος αναχωρεί κατενθουσιασμένος από την επιτυχίαν της ωραίας εορτής».

Δύο μικρά μονόστηλα, ακριβώς κάτω από το ρεπορτάζ της εκδήλωσης, αποδεικνύονται διαφωτιστικότερα για το κλίμα των ημερών.

Το πρώτο τιτλοφορείται «Καταγγελία “κεκαλυμμένη”» και αφορά την προαναγγελία ακόμη μιας δίωξης: «Ο κ. διευθυντής της αστυνομίας διά μηνύσεώς του καταγγέλλει τον βουλευτήν κ. Σίδεριν διά το δημοσιευθέν εις τον χθεσινόν “Ριζοσπάστην” άρθρον του, “ως ενθαρρύνων κεκκαλυμένως (;) την αναρχίαν και τον μπολσεβικισμόν”. Η μήνυσις διεβιβάσθη προς την αναπληρωματικήν διοίκησιν του α' σώματος στρατού».

Το δεύτερο, με τίτλο «Παθήματα... μαθήματα» είναι ένα εύγλωττο σχόλιο σχετικά με τα παραλειπόμενα του επίσημου αγιασμού των υδάτων, την προηγουμένη, στη Δεξαμενή:

«Χθες το Εργατικόν Κέντρον προσεκλήθη υπό του δημάρχου να λάβη μέρος εις την εορτήν της καταδύσεως του Σταυρού. Αλλ’ όταν μετέβησαν εις την εκκλησίαν ημποδίσθησαν να εισέλθουν. Κατόπιν τούτου απεχώρησαν εκ της εορτής και απεφάσισαν να ειδοποιήσουν τον κ. Δήμαρχον να μη λάβη την τιμήν να τους καλέση πλέον. Το πάθημα ας γίνη μάθημα και ας διδαχθούν μία για πάντα, ότι τα εργατικά σωματεία δεν έχουν θέσιν μέσα εις λιτανείας και εις παπαδικάς εορτάς».

Η έκθεση της «μυστικής αστυνομίας»

Φυλακισμένα ηγετικά στελέχη του ΣΕΚΕ το 1921-1922. Πρώτος από αριστερά ο γενικός γραμματέας Ν. Δημητράτος.

Αθήνησι 6 Ιανουαρίου 1919

Αριθ. 80

Η Διοίκησις της Μυστικής Αστυνομίας

προς

την Αστυνομικήν Διεύθυνσιν Αθηνών

Ενταύθα

Περί των αγορεύσεων εν τη σημερινή εμφανίσει του Σοσιαλιστικού κόμματος εν τω θεάτρω «Διονύσια»

Λαμβάνω την τιμήν ν’ αναφέρω ότι κατά την σημερινήν συνεδρίασιν εν τω θεάτρω Διονύσια καθ’ ην ενεφανίσθη επισήμως το Σοσιαλιστικόν κόμμα ωμίλησαν οι κάτωθι ρήτορες ειπόντες περίπου τα εξής:

    1) Ο Γραμματεύς του Πανελλαδικού Σοσιαλιστικού κόμματος Ν. Δημητράτος είπε ότι ο Σοσιαλισμός επιδιώκει την μόρφωσιν του εργάτου, την συνένωσιν αυτού εις κόμμα προς επιτυχίαν της βελτιώσεως της θέσεως του εργάτου και απονομήν δικαιοσύνης και ελευθερίας. Επεκαλέσθη την βοήθειαν των διανοουμένων οίτινες είναι εις θέσιν λόγω της μορφώσεώς των να δώσωσι την πρέπουσαν κατεύθυνσιν εις τον εν Ελλάδι Σοσιαλισμόν.

    2) Ο δημοσιογράφος Κωνστ. Καραμoύζης είπεν ότι αντιπροσωπεύει τους Σοσιαλιστάς διανοουμένους και έρχεται να εξηγήση ότι ο Σοσιαλισμός δεν αντιπροσωπεύει τι φοβερόν, δεν επιδιώκει ανατροπήν του πολιτεύματος και των Νόμων, δεν επιδιώκει αναρχίαν, αλλά την κατά τους καθεστώτας νόμους και εντός των ορίων αυτών οργάνωσιν των εργατικών τάξεων, ηθικήν μόρφωσιν αυτών, διανοητικήν ανάπτυξιν, συνένωσιν και εμφάνισιν εις κόμμα προς διεκδίκησιν των δικαιωμάτων του εργάτου από του κεφαλαίου.

    3) Ο αντιπρόσωπος των ηλεκτροτεχνητών Κόκκινος, όστις ετόνισεν ότι πρέπει ν’ αφεθή η ιδέα της επιδιώξεως της ευημερίας του εργάτου διά του επαγγελματικού πολέμου, διότι ο επαγγελματικός πόλεμος εις ουδέν ωφελεί, εφ’ όσον εξακολουθεί η διοίκησις του Κράτους υπό Αστυκών Κυβερνήσεων, αίτινες υπεραμυνόμεναι των Αστυκών τάξεων εξαπατώσι τους εργάτας διά διαφόρων μέσων ως έπραξεν η ήδη Κυβέρνησις αυξήσασα του ηλεκτρικού ρεύματος την τιμήν ίνα αυξήση τα ημερομίσθια των ηλεκτροτεχνητών και επιδιωχθή η προαγωγή και η ευημερία του εργάτου διά μόνου του πολιτικού πολέμου. Πρέπει, είπεν, το παιδίον άμ’ ως γεννάται να μη καταδικάζηται ένεκεν της πενίας ήτις το μαστίζει εις την πνευματικήν σκοτίαν, ένεκεν της βιοπάλης εις ην άμα τη γενέσει του τρέπεται κατ’ αντίθεσιν προς τα τέκνα του πλουσίου, όπερ κλέπτον ούτω τον χρόνον της βιοπάλης του πτωχού μορφούται και προάγεται.

    4) Ο Πρόεδρος του Συνδικάτου Λεβαδείας «Πρόοδος» Αλεξίου είπεν ότι ουδεμία διαφορά και διάκρισις πρέπει να γίνη μεταξύ εργάτου και σοσιαλιστού, διότι ο Σοσιαλισμός ουδέν άλλο επιδιώκει ή την βελτίωσιν της θέσεως του εργάτου και δεν εκζητεί παρά των αστυκών τάξεων να λάβη το όλον, όπερ άλλως τε δικαιούται ως επί τοσούτον χρόνον στερούμενος, αλλά ζητεί ελευθερίαν και δικαιοσύνην, ζητεί να λάβη το μέρος εκείνο, όπερ τω ανήκε και το οποίον έκλεψε και κλέπτει το κεφάλαιον. Προς επιτυχίαν όμως τούτου απαιτείται όπως το εργατικόν κόμμα ακολουθήση την Σοσιαλιστικήν κατεύθυνσιν άνευ ουδεμιάς διακρίσεως μεταξύ εργάτου και σοσιαλιστού.

    5) Μετ’ αυτούς έλαβε τον λόγον ο γνωστός Μπεναρόγιας, όστις είπεν ότι κατ’ αυτάς παρατηρείται ανησυχία εις τας Αστικάς τάξεις κατιδούσας την αφύπνισιν των εργατών προς επιδίωξιν της διεκδικήσεως των δικαιωμάτων των και προς ματαίωσιν των εργατικών τούτων ενεργειών επιρρίπτουσι την μομφήν, ότι τα εργατικά Σωματεία πολιτεύονται. Οφείλω είπεν να δηλώσω ως σοσιαλιστής ότι αποκηρύσσω πάντα εργάτην όστις πολιτεύεται, διότι τούτο δεν συνάδει προς τον διά του Σοσιαλισμού επιδιωκόμενον σκοπόν, καθ’ όσον ο Σοσιαλισμός επιδιώκει την σύμπηξιν ιδίου πολιτικού κόμματος εχθρού πάντων των άλλων κομμάτων, εχθρού ουχί προσώπων διοικησάντων, διοικούντων ή μελλόντων να διοικήσωσι το Κράτος, αλλ’ εχθρού του κρατούντος συστήματος των Αστικών Κυβερνήσεων.

    6) Τέλος ωμίλησεν ο βουλευτής Θεσσαλονίκης Σίδερις, όστις προσφωνήσας την πρώτην εμφάνισιν επισήμως του Σοσιαλιστικού κόμματος ήδη αναγεννωμένου εξέφρασε την λύπην του διά την Ελλάδα υστερήσασαν και των απολιτίστων έτι Κρατών εις την Σοσιαλιστικήν ιδεολογίαν και ενώ εις την Ρωσίαν, Ουγγαρίαν και Γερμανίαν αι Σοσιαλιστικαί ιδέαι επεβλήθησαν, εις την Ιταλίαν λόγω της εξελίξεως πρόκειται να επιβληθώσι, η Ελλάς το πρώτον ήδη σήμερον εμφανίζει την επίσημον ύπαρξιν Σοσιαλιστικού κόμματος, και πώς εμφανίζει τούτο: με καταδιώξεις και αυστηράς εποπτείας και παρακολουθήσεις. Και ας φέρουν την ευθύνην, είπεν, απέναντι της ιστορίας της ανά την Ελλάδα εξελίξεως ταύτης του Σοσιαλισμού αι αστυκαί τάξεις, αίτινες παρημπόδισαν άχρι τούδε την έμφυτον γένεσιν και πρόοδον αυτού. Ο πόλεμος όθεν κατά του Σοσιαλισμού δεν έρχεται εκ των κάτω, διότι οι κάτω πλανώνται, αλλ’ έρχεται εκ των άνω, οίτινες ελησμόνησαν ότι η ευημερία των Κρατών ήρτηται εκ της ευημερίας των διαφόρων κοινωνικών τάξεων έχοντες εστραμμένην την προσοχήν εις την προστασίαν μιας κοινωνικής τάξεως.

    7) Ο Πρόεδρος των ηλεκτροτεχνητών Παπανικολάου ητήσατο την χρηματικήν αρωγήν των σοσιαλιστών επικειμένης αποστολής αντιπροσώπων του εν Λωζάνη Σοσιαλιστικού Συνεδρίου και ούτω διελύθη η συνεδρίασις.

Κατά την έξοδον ο δημοσιογράφος Πύρος Γιαννόπουλος ηκούσθη λέγων προς τον συνάδελφόν του Κωνστ. Καραμούζην, ον και συνεχάρη ομιλήσαντα, ότι το κεφαλαιοκρατικόν κόμμα αντιπροσωπεύει ο Βενιζέλος, όστις πρέπει να κτυπηθή. Επειδή εκ της ενεργηθείσης προανακρίσεως απεδείχθησαν ταύτα λεχθέντα παρ’ αυτού προέβην εις την σύλληψίν του και αποστολήν υμίν μετά της προανακρίσεως.

Ο Μοίραρχος

Διοικητής της Μυστικής Αστυνομίας

Ν. Μερεντίτης

Η ταυτότητα των ομιλητών

Φυλακισμένα ηγετικά στελέχη του ΣΕΚΕ το 1921-1922. Πρώτος αριστερά ο Αριστοτέλης Σίδερις και δίπλα του ο Γ. Παπανικολάου

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ (1894-1944). Δικηγόρος, πρώτος γραμματέας της Κ.Ε. του ΣΕΚΕ (1918-1920) και γενικός γραμματέας του κόμματος (1920-1922), στέλεχος αρχικά της αριστερής και κατόπιν της μετριοπαθούς τάσης. Τον Ιούλιο του 1923 διαγράφηκε, με απόφαση της Κ.Ε., σαν διαλυτικό στοιχείο που «προσπαθεί να κλονίση την πειθαρχίαν» των μελών προς τη νέα καθοδήγηση. Συνιδρυτής το 1924 της Εργατικής Σοσιαλιστικής Ενώσεως (ΕΣΕ), τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη δικηγορία στη Θεσσαλονίκη και το 1930 μετείχε στις ζυμώσεις για την ανασυγκρότηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Φέρεται να συνέπλευσε με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου όταν ο αδερφός του, Αριστείδης Δημητράτος, διορίστηκε υπουργός Εργασίας.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΟΥΖΗΣ (1891-1966). Δημοσιογράφος, γνωστότερος με το επαγγελματικό του ψευδώνυμο Κώστας Αθάνατος. Ξεκίνησε την πολιτική του δραστηριότητα ως στέλεχος του «Σοσιαλιστικού Ομίλου της Ελληνικής Νεολαίας» (1911)· ιδρυτικό μέλος του ΣΕΚΕ, το εγκατέλειψε αρκετά γρήγορα για ασφαλέστερες επιλογές. Το 1920 εργάστηκε στο Γραφείο Τύπου του ΥΠΕΞ και το 1922, ως ηγετικό στέλεχος του Συγκροτήματος Λαμπράκη, διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στο κίνημα Πλαστήρα-Γονατά. Το 1930 εξέδωσε την εφημερίδα «Ελεύθερος Ανθρωπος», μεσοπολεμικό ισοδύναμο του σημερινού «Πρώτου Θέματος». Αντιπρόσωπος μεταπολεμικά της ΕΣΗΕΑ στη Γενεύη, πέθανε στο Παρίσι.

ΑΒΡΑΑΜ ΜΠΕΝΑΡΟΓΙΑ (1887-1979). Ιδρυτικό στέλεχος της Φεντερασιόν (1908) και εν συνεχεία του ΣΕΚΕ. Διαγράφηκε στις αρχές του 1924 σαν «υπονομευτής της υπάρξεως» του ΣΕΚΕ «ως επαναστατικού κόμματος» και λίγο αργότερα προσχώρησε στην ΕΣΕ. Επιζήσας των χιτλερικών στρατοπέδων εξόντωσης, εντάχθηκε μεταπολεμικά στο ΣΚΕ-ΕΛΔ των Σβώλου - Τσιριμώκου και το 1953 κατέφυγε στο Ισραήλ, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΣΙΔΕΡΙΣ (1889-1976). Βουλευτής Θεσσαλονίκης (1915-1920) εκλεγμένος στο πλαίσιο της σύμπραξης σοσιαλιστών - αντιβενιζελικών κατά της συμμετοχής της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδρυτικό μέλος του ΣΕΚΕ. Στέλεχος της συντηρητικής τάσης του κόμματος, διαγράφηκε το 1923, πρωτοστάτησε στη δημιουργία της ΕΣΕ και, μετά τη διάλυσή της, συνεργάστηκε με την κεντροαριστερή «Δημοκρατική Ενωση» του Αλέξανδρου Παπαναστασίου (υποψήφιος βουλευτής το 1926, υφυπουργός Οικονομικών το 1932). Μεταξύ 1927 και 1960 δίδαξε ως καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Δικαίου στη Γεωπονική Σχολή και την ΑΣΟΕΕ.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Πρόεδρος του σωματείου ηλεκτροτεχνιτών και εργατών φωταερίου του Πειραιά, ταμίας του 11μελούς πρώτου προεδρείου της ΓΣΕΕ που εξελέγη στο ιδρυτικό συνέδριο του 1918.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Μηχανικός από τη Μ. Ασία, γεννημένος το 1882, μέλος της διοίκησης του ίδιου σωματείου και της πρώτης Κ.Ε. του ΣΕΚΕ.

Από τα ρεπορτάζ της επομένης (εφ. «Καιροί», «Εμπρός», «Πολιτεία», «Πατρίς» και «Ριζοσπάστης») πληροφορούμαστε ότι, εκτός από τους παραπάνω, στην εκδήλωση μίλησαν επίσης οι συνδικαλιστές Θωμάς (των τροχιοδρομικών) και Λαγουδάκης (των ελαιοχρωματιστών), τους οποίους η έκθεση του μοιράρχου Μερεντίτη απαξιοί να μνημονεύσει.

Ο νοικοκύρης και ο Αισχύλος

Ο Σπύρος Μελάς σε μεγαλύτερη ηλικία

Κάποια στερεότυπα έχουν πολύ μεγαλύτερο χρονικό βάθος απ’ ό,τι εκ πρώτης όψεως νομίζουμε. Το διαπιστώνουμε, για πολλοστή φορά, από το χρονογράφημα που ακολουθεί – το μόνο που προσπάθησε να απαντήσει άμεσα στην παρθενική δημόσια εμφάνιση του ΣΕΚΕ, τσιγκλώντας το ένστικτο αυτοσυντήρησης και την προγονολατρία των νοικοκυραίων.

Με τίτλο «Αι ιδέαι των» δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδα στο «Εμπρός» της 8/1/1919 και υπογράφεται από τον «Φορτούνιο», κατά κόσμον Σπύρο Μελά (1883-1966).

Μικρή αλλά όχι ασήμαντη λεπτομέρεια: λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Σπύρος Μελάς είχε κι αυτός περάσει από τις τάξεις του εγχώριου σοσιαλιστικού κινήματος. Το 1911 μετείχε στις συνεδριάσεις του Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών, απ’ όπου αποχώρησε την επόμενη χρονιά ως συνιδρυτής της βραχύβιας «Σοσιαλιστικής Συνδικαλιστικής Οργανώσεως», για να καταλήξει, πολύ αργότερα, υμνητής όχι μόνο του Μεταξά αλλά και της γερμανικής κατοχής, χάρη στην οποία η Ελλάδα θα έπαυε –επιτέλους!– «να είναι διαρκώς μια χώρα “σούι γκένερις”» («Η Καθημερινή», 7/5/1941).

Εξίσου οικεία (και φαιδρά) με αυτήν την τελευταία αποστροφή ακούγονται τα χοντροκομμένα επιχειρήματα που ο πρώην σοσιαλιστής χρονογράφος επιστράτευσε το 1919, καταγγέλλοντας πιθανότατα ένα σκιάχτρο του παλιού εαυτού του:

«Εις την πρώτην επίσημον εμφάνισιν του σοσιαλιστικού κόμματος της Ελλάδος», γράφει, «ηκούσθη και μία φωνή, καλούσα τους “σκεπτομένους” να φωτισθούν και να γίνουν σημαιοφόροι του κινήματος των εργατικών τάξεων. Ταύτα ελέχθησαν εξ ονόματος της “σχολής των διανοουμένων σοσιαλιστών”. Είνε, φαίνεται, η σχολή των Ευελπίδων της κοινωνικής επαναστάσεως. Οι φοιτώντες εξέρχονται ανθυπολοχαγοί των εργατικών δικαιωμάτων, διμοιρίται σοφισμάτων, βαθμούχοι δικανικής ευγλωττίας και μίσους απεριορίστου κατά παντός ανθρώπου ο οποίος, κοπιάσας, ιδρώσας, τσακισθείς, εξησφάλισε, περί το τέρμα του βίου του, το μέλλον των παιδιών του. Πας τοιούτος, ως γνωστόν, ονομάζεται “αστός”, όπερ σημαίνει νοικοκύρης. Αλλ’ αυτό το απλούν δηλωτικόν της κοινωνικής καταστάσεως των ανθρώπων, εις τα χείλη των σοσιαλιστών είναι χλεύη, περιφρόνησις, ύβρις, στιγματισμός. Εάν είπετε εις ένα εκ των ηρώων τούτων της κοινωνικής επαναστάσεως “είσαι αστός” πιθανόν να σας φονεύση αμέσως. Μυριάκις προτιμώτερον δι’ αυτόν να τον αποκαλέσετε παραχαράκτην, Σκαρτσώραν, διαρρήκτην, παπατζήν, πορτοφολάν, παρά νοικοκύρην άνθρωπον!

− Νοικοκύρης εγώ; Τολμάτε να λέτε για μένα αυτό το πράγμα; Τώρα θα ιδήτε! Μπαμ!...

Κατ’ αυτούς ο κόσμος διαιρείται εις τους νοικοκυραίους και εις τους άλλους. Οι νοικοκυραίοι είνε οι απαίσιοι, το άχθος της Γης, οι ωμοί τύραννοι της ανθρωπότητος. Ολοι οι άλλοι είνε άγγελοι. Και την ωραίαν αυτήν διαίρεσιν την επεκτείνουν εις όλας τας εκδηλώσεις της ανθρωπίνης ζωής και εις την ποίησιν και εις την μουσικήν και εις την ζωγραφικήν και εις την γλυπτικήν. Ο Αισχύλος δεν αξίζει πέντε παράδες διά τους ανθρώπους τούτους. Είνε νοικοκύρης! Είνε αστός! Εις Ελληνικόν περιοδικόν, τουλάχιστον, όπερ εμυήθη εσχάτως εις τα μυστήρια του Μπολσεβικισμού, εδιαβάσαμε με πολλήν ιλαρότητα και τούτο συν τοις άλλοις, ότι δεν εσθανόμεθα πλέον τους “Πέρσας” του, αυτό το λαμπρόν δραματικόν ποίημα της κοσμοϊστορικής νίκης. Δεν είνε σοσιαλιστικόν! Είνε το άνθος ενός εθνικού αγώνος. Και, κατά τους κυρίους, οι εθνικοί αγώνες θα είνε του λοιπού κουραφέξαλα. Καθ’ ην στιγμήν ο Αμερικανικός ιμπεριαλισμός διεκδικεί τον κόσμον από τον Αγγλογαλλικόν τοιούτον και τα διπλωματικά ξιφίδια διασταυρώνονται μετά πολλής θερμότητος εις τα παρασκήνια, εν Αθήναις οι άγγελοι του σοσιαλισμού, αθωότατα βρέφη, ευρίσκουν ότι το τελευταίον εμπόδιόν των διά την πρόοδον είνε ακριβώς η εθνική των κληρονομιά


Πηγή: Τάσος Κωστόπουλος - ΕφΣυν
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger