']]}Τον Αύγουστο του 1936 ο Ισπανικός Εμφύλιος ή Ισπανοϊσπανικός πόλεμος, όπως λεγόταν τότε, βρισκόταν στα πρωτοσέλιδα των ελληνικών εφημερίδων μαζί με ανταποκρίσεις από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, με φωτογραφίες του Χίτλερ να εναλλάσσονται με εκείνες των Γερμανών αθλητών και του Σπύρου Λούη με φουστανέλα μέσα στο στάδιο.
Στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (η πρώτη σε κυκλοφορία εκείνη την εποχή) πρωτοστατούσαν πηχυαίοι τίτλοι όπως «Πώς είδα από κοντά τον Χίτλερ στο αχανές στάδιον του Βερολίνου», ειδήσεις για την πανεργατική απεργία της 5ης Αυγούστου, άρθρα που εξέφραζαν την ανακούφισή τους για την αναχαίτιση της κομμουνιστικής απειλής από το μεταξικό καθεστώς, ενώ υπήρχαν καθημερινά δημοσιεύσεις με τα συγχαρητήρια στην ηγεσία του καθεστώτος εκ μέρους διαφόρων συλλόγων και ομοσπονδιών.
Το σύνολο συμπλήρωναν οι διαφημίσεις για την καταπολέμηση της κήλης, της φυματίωσης και των αφροδίσιων νοσημάτων, άλλες διαφημίσεις για το πρόγραμμα στα θέατρα και στη Μάντρα του Αττίκ αλλά και επιφυλλίδες με ρομάντζα για άτυχους έρωτες με πιο θυελλώδη εκείνον ανάμεσα στον Ιταλό εθνικιστή συγγραφέα, δραματουργό και δημοσιογράφο Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο (1863-1938) και την Ιταλίδα ηθοποιό Ελεωνόρα Ντούζε (1858-1924).
Στα ψιλά των εφημερίδων
Μεταξύ όλων αυτών, στις 10 Αυγούστου περνούσε στα ψιλά η είδηση για το κάψιμο των βιβλίων της 8ης Αυγούστου στον Πειραιά. «Προχθές την νύκτα εις την πλατείαν Κοραή εν Πειραιεί εκάησαν υπό του Εθνικού Παμφοιτητικού Συλλόγου της γείτονος και αντιπροσωπείας της ενώσεων φυματικών ναυτεργατών η “Ομόνοια” 50.000 κομμουνιστικά βιβλία, φυλλάδια και παντοειδή έντυπα» γράφει η «Ακρόπολις».
Η έκταση της είδησης είναι μικρότερη απ’ όσο οι διαφημίσεις των ημερών για περμανάντ με «φαρδειές σκάλες και χονδρές μπούκλες» – παρεμπιπτόντως η περμανάντ ήταν η νέα μόδα της εποχής. Χιλιάδες αντίτυπα εκατοντάδων τίτλων που προέρχονταν από βιβλιοπωλεία και σπίτια αντιφρονούντων κάηκαν στην Αθήνα και στον Πειραιά από εθνικόφρονες φοιτητές, οι οποίοι «έψαλλον τον Εθνικόν Ύμνον και άλλα πατριωτικά άσματα» σύμφωνα με τις ελάχιστες αναφορές στον Τύπο.
«Εκάησαν 50 χιλιάδες βιβλία!» ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος στο «Έθνος» της 10ης Αυγούστου όπου η είδηση για το κάψιμο των βιβλίων τα οποία χαρακτηρίζονταν «επαναστατικής φιλολογίας και προπαγάνδας» έπιανε μόλις τέσσερις αράδες. Στη «Βραδυνή» κάπου ανάμεσα σε άρθρα για το τη σύντομη ιστορία του φασιστικού κινήματος, πόσο οι Γερμανοί αγαπούν το πράσινο και το πώς το γερμανικό κράτος μορφώνει τα κορίτσια του –«Πώς αι Γερμανίδες γίνονται ιδεώδεις μητέρες και νοικοκυραί», «Αι φύρεριν που στέλνονται ως απόστολοι του Γερμανισμού»– διαβάζουμε στα ψιλά «Χθες τη νύκτα εις την πλατείαν Κοραή του Πειραιώς εκάησαν 50.000 βιβλία, φυλλάδια και διάφορα έντυπα κομμουνιστικού περιεχομένου παρουσία αντιπροσώπων του Εθνικού Παμφοιτητικού Συνδέσμου. Τίτλος της είδησης: «Καίονται τα κομμουνιστικά βιβλία».
Το κάψιμο των βιβλίων δεν ήταν κάτι καινούργιο. Ήδη, τον Μάιο του 1933, το ναζιστικό καθεστώς είχε ρίξει στην πυρά βιβλία που θεωρούσε εχθρικά ως προς τον τρόπο σκέψης με τον οποίο ήθελε να δομήσει τον νέο κόσμο και οι παραφυάδες του θεωρούσαν αυτονόητο ότι θα ακολουθήσουν το παράδειγμα. Το μεταξικό καθεστώς δεν έχασε χρόνο, πήρε πρωτοβουλία μόλις τέσσερις μέρες αφότου επιβλήθηκε.
Υπέρ του μεταξικού καθεστώτος
Όχι μόνο πανελλαδικής εμβέλειας αλλά και τοπικές εφημερίδες εκφράζουν τη συμπάθειά τους στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. «Η νέα κατάστασις, η οποία επιβλήθη εν Ελλάδα από της παρελθούσης Τετάρτης, ήτο από πολλού δια τους εξετάζοντας μετά προσοχής και βαθυκρισίας τα πράγματα, προσδοκωμένη και αναπόφευκτος. Και είνε απολύτως βέβαιον ότι ο λαός υπεδέχθη την κατάστασιν ταύτην με αίσθημα ανακουφίσεως, διότι η κομματική πολυαρχία υποθάλπουσα την χειροτέραν δημοκοπίαν απεκαρδίωνε την κοινήν γνώμην. Ήτο καιρός να δοθή εν τέρμα εις τας παντός είδους μηχανορραφίας, αι οποίαι υπέθαλπον την αναρχίαν και ήπλωνον το πνεύμα της αποσυνθέσεως εις την κοινωνίαν», αναφέρεται σε άρθρο στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Αιγαίον» της Σάμου την ίδια στιγμή που στην πίσω σελίδα περνούν στα ψιλά και μετά βδελυγμίας οι συλλήψεις κομμουνιστών στο νησί οι οποίοι στάλθηκαν με πλοίο στον Πειραιά.
«Τεράστια πυρά θα εξαγνίση την πόλιν»
Λίγες μέρες μετά την καύση βιβλίων της 8ης Αυγούστου εμφανίστηκαν στον Τύπο δημοσιεύματα με τα οποία καλούνταν στις 16 Αυγούστου οι πολίτες σε δεύτερο γύρο τελετουργικού καψίματος σε κεντρικά σημεία όπως ο Ναός του Ολυμπίου Διός και στα Προπύλαια της Αθήνας, το Πασαλιμάνι του Πειραιά, ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης. Τα καλέσματα ζητούσαν από τους συμμετέχοντες να προσκομίσουν προς καύση ακόμη και σχολικά βιβλία.
Ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο η φιλομεταξική εφημερίδα «Το φως» που εκδιδόταν στη Θεσσαλονίκη είχε στην πρώτη σελίδα είδηση με τίτλο «Τεράστια πυρά θα εξαγνίση αύριον την πόλιν από το μίασμα των ερυθρών εντύπων» ενώ το άρθρο κάνει λόγο για κατασχεμένα από την αστυνομία κομμουνιστικά βιβλία και έντυπα τα οποία επρόκειτο να καούν στην πλατεία του Λευκού Πύργου. «Τα βιβλία που είχαν γεμίσει με απελπισίαν τις καρδιές της νεολαίας μας, τα βιβλία της καταστροφής και του ολέθρου, της επαναστάσεως και της ανυπακοής, πρόκειται να καούν επισήμως. Εις την πλατείαν του Λευκού Πύργου […] Η καταστροφή αυτή θέλει λάβει πανηγυρικόν χαρακτήρα ίσως δε παραστούν και αντιπροσωπείαι στρατιωτικών μονάδων ξηράς, αέρος, θαλάσσης και χωροφυλακής» αναφέρεται στο άρθρο.
Στις 17 Αυγούστου κεντρική φωτογραφία του πρωτοσέλιδου της εφημερίδας «Μακεδονία» αποτυπώνει το κάψιμο των βιβλίων στον Λευκό Πύργο που έγινε μια μέρα πριν. Το σχετικό δημοσίευμα αναφέρει μεταξύ άλλων ότι συγκεντρώθηκαν στο σημείο στελέχη και μέλη των σωμάτων ασφαλείας, ενώ εκ μέρους των συνεργαζόμενων νεολαιών ΕΠΕ, ΦΦΕΕΕ και Εθνικής Νεολαίας ΕΕΕ ένας φοιτητής μίλησε εναντίον του κομμουνισμού και στη συνέχεια κατά του εβραϊσμού, «τονίσας ότι ο Μαρξ ήτο Εβραίος». Τα κατασχεθέντα βιβλία ραντίστηκαν με βενζίνη από τμήμα της πυροσβεστικής υπηρεσίας. Το άρθρο κλείνει με τις πληροφορίες περί καύσης δέκα χιλιάδων βιβλίων, ενώ ενημερώνει ότι η τελετή ολοκληρώθηκε με την Εθνική Παμφοιτητική Νεολαία να ψάλλει τον Εθνικό Ύμνο.
Την ίδια μέρα στην «Απογευματινή», δημοσίευμα με τίτλο «Το κάψιμο των εντύπων» αναφέρει: «Απελυμάνθη χθες δια των φλογών και του καπνού η ατμόσφαιρα της πόλεώς μας και δια της αποτεφρώσεως των περισυλλεγέντων υπό της Αστυνομίας κομμουνιστικών εντύπων. Αμφιβάλλομεν όμως αν εκάησαν όσα έπρεπε να καούν. Υπάρχουν και ξενόγλωσσα όχι μόνο περιοδικά αλλά και φιλολογικά βιβλία καθαρώς κομμουνιστικά. Η έρευνα εις το βιβλιοπωλείον Μόλχο θα πρέπει να γίνη λεπτομερέστερα και ιδίως εις τα γαλλικά μυθιστορήματα».
Τα «επικίνδυνα» βιβλία
Ποια ήταν όμως τα «κομμουνιστικά» βιβλία που έγιναν στάχτη; Μεταξύ των εκατοντάδων τίτλων που κάηκαν συμπεριλαμβάνονταν η «Πολιτεία» του Πλάτωνα, ο «Επιτάφιος» του Θουκυδίδη, έργα του Μαρξ, του Τολστόι, του Ντοστογιέφσκι, η «Καταγωγή των ειδών» του Δαρβίνου, που από την εποχή της δημοσίευσής της δημιουργούσε αναστάτωση στη συντήρηση, ενώ δεν γλίτωσε ούτε ο Παπαδιαμάντης, ο οποίος κατά τραγική ειρωνεία εργαζόταν λίγες δεκαετίες πριν στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Στην πυρά κατέληξαν επίσης τα «Ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου
Ξεφυλλίζοντας τις εφημερίδες του 1936 δεν μπορεί να μην αναλογιστεί κανείς τις ευθύνες του Τύπου της εποχής, όπως και του διεθνούς Τύπου σε ό,τι αφορά την περίπτωση του Χίτλερ – το κλίμα έχει αποδοθεί εξαιρετικά στο βιβλίο «Βερολίνο, 1933. Η στάση του διεθνούς Τύπου μπροστά στον Χίτλερ» (εκδ. Πόλις, µτφρ. Γιώργος Καράµπελας) του Ντανιέλ Σνεντερμάν.

Δημοσίευση σχολίου