Προσφατες Αναρτησεις

ΚΚΕ-ΕΔΑ: Ηταν επαναστατική η κατάσταση το 1961;

Οι «δύο ψυχές» που συνυπήρχαν στο αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα βγαίνουν στην επιφάνεια με αφορμή την κηδεία του Γρ. Λαμπράκη. Θα φτάσουν οδυνηρά στην απόλυτη σύγκρουση το 1968

Του Τάσου Τρϊκκα, Δημοσιογράφου, συγγραφέα - Hothistory

Η πρώτη επίθεση της αστυνομίας εναντίον φοιτητών στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά την αναγγελία του θανάτου του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη στο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. 
Οι δυνατότητες που διέθετε το λαϊκό κίνημα και η αντίδραση που θα έπρεπε να αντιπαρατάξει στη βία του κράτους και των μηχανισμών της Δεξιάς υπήρξε άλλο ένα σημείο που δίχασε την ΕΔΑ και την εξόριστη ηγεσία του 

 Η εξουσία περιφερόταν στους δρόμους και η ηγεσία της ΕΔΑ σφύριζε αδιάφορα.
Δριμύτερη καταδίκη για τη «νόμιμη» Αριστερά, που αγωνιζόταν στο εσωτερικό της χώρας εναντίον των αντιδραστικών δυνάμεων του κράτους και του παρακράτους των νικητών του Εμφυλίου, δεν ήταν δυνατό να ακουστεί από το τμήμα της ηγεσίας των κομμουνιστών που είχε εγκατασταθεί στο εξωτερικό μετά την ήττα στον Εμφύλιο.
Ομως διατυπώθηκε «στεντόρεια τη φωνή» από το κέντρο του «επίσημου» καθοδηγητικού οργάνου του ΚΚΕ, που μετά την ήττα είχε την έδρα του στην πρωτεύουσα μιας άλλης βαλκανικής χώρας.

Η απαγγελία της καταδίκης έγινε στο Βουκουρέστι από μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, που εξέφραζε τη στιγμή εκείνη τις αντιλήψεις του όλου οργάνου, στις 28 Μαΐου 1963. Είχε μόλις πραγματοποιηθεί η μεγαλειώδης διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας 700.000 λαού, που σχημάτισαν, όπως έγραφε η «Αυγή», μια νεκρική πομπή που συνόδευσε έως την τελευταία του κατοικία τον δολοφονημένο αγωνιστή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη.

Το μέγεθος της «ύβρεως» που εξαπέλυσε ένα τμήμα των Ελλήνων κομμουνιστών, που διαβιούσαν εξ ανάγκης σε συνθήκες υπερορίας, κατά των συντρόφων τους που μάχονταν κατά του κοινού αντιπάλου στο εσωτερικό της χώρας ήταν το προοίμιο του συνταρακτικού γεγονότος που θα ακολουθούσε πέντε χρόνια αργότερα, της διάσπασης του ΚΚΕ, που θα εκδηλωνόταν με το γνωστό τελετουργικό της 6ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος που συνήλθε στη Βουδαπέστη τον Φεβρουάριο του 1968.
Μια δεύτερη διάσπαση θα πραγματοποιούνταν έπειτα από 23 ολόκληρα χρόνια στο «ιστορικό» ΚΚΕ, που εξέφραζε τη συνέχεια του ήδη κερματισμένου κόμματος.

Η δολοφονία του Λαμπράκη αποτέλεσε τομή στην ιστορία της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Το σκότος που περιέβαλλε τις συνθήκες της προπαρασκευής και εκτέλεσης του στυγερού εγκλήματος προκάλεσε ακόμη και την έκρηξη οργής του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή: «Επιτέλους, ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο;».
Ρητορικό το ερώτημα. Γιατί εκείνος ήξερε. Δεν μπορούσε να μην ξέρει.


Η ΕΔΑ επιλέγει πάνδημη αλλά ειρηνική κηδεία 

Δυο γραμμές που αποκλίνουν διαμορφώνονται τη στιγμή εκείνη στο επίπεδο κορυφής του ελληνικού κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος.

Με πολιτική ευθύνη και σύνεση η ΕΔΑ καλεί τον λαό να προβάλει με την ειρηνική πάνδημη προσέλευσή του στην κηδεία του Λαμπράκη την ισχυρή αξίωση να φύγει αμέσως η κυβέρνηση του αίματος.

Η ΕΔΑ δεν έχει αυταπάτες για την κυβέρνηση Καραμανλή. Δεν διστάζει να απαιτήσει την άμεση απομάκρυνσή του, ενώ ούτε ο Παπανδρέου, που κατήγγειλε τον πρωθυπουργό ως «ηθικό αυτουργό της πολιτικής δολοφονίας του βουλευτή Γρηγορίου Λαμπράκη», ούτε ο Μαρκεζίνης, που επέκρινε επίσης σφοδρά την κυβέρνηση, ζητούν την παραίτησή της.

Η ΕΔΑ αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα των στιγμών. Είναι η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να κατευθύνει σωστά τη διάχυτη λαϊκή οργή αυτή την ώρα.

Εχει τη δυνατότητα είτε να συντελέσει ουσιαστικά στη μετατροπή της σε αλόγιστη δύναμη κοινωνικής διαμαρτυρίας και ανατροπής, διευκολύνοντας τα σχέδια των κέντρων της ανωμαλίας για μια ανοιχτή εκτροπή, είτε να προσπαθήσει να διασφαλίσει την αγωνιστική δυναμική που συσσωρεύεται παροχετεύοντάς τη στον δρόμο της σταθερής αναμέτρησης με τον αντίπαλο, μακριά από άκαιρες τυχοδιωκτικές περιπέτειες.

Η εξουσία έχει ήδη παρατάξει ισχυρές πάνοπλες δυνάμεις σ’ όλα τα καίρια σημεία της πρωτεύουσας (Αρδηττός, Ζάππειο), διαμορφώνοντάς τα σε οχυρά-ορμητήρια επίθεσης κατά των λαϊκών μαζών μόλις δοθεί σχετική εντολή.


Η κυβέρνηση κλονίζεται, ισχυροί κραδασμοί δονούν τα θεμέλια της εξουσίας, διατηρεί όμως την πρωτοβουλία των κινήσεων και έχει με το μέρος της τους κρίσιμους συσχετισμούς δύναμης στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας. Η ΕΔΑ διακατέχεται από υψηλό αίσθημα ευθύνης. Το κέντρο του Βουκουρεστίου, που έχει τη σφραγίδα της ορθοδοξίας και της κομματικής «ευταξίας», σκέπτεται και δρα διαφορετικά. Δεν έχει όμως την
ευχέρεια της άμεσης παρέμβασης στις εξελίξεις.

Η ηγεσία της ΕΔΑ υιοθέτησε υπεύθυνη και συνετή γραμμή απέναντι στο έγκλημα αποφεύγοντας να μετατρέψει την οργή σε δύναμη ανατροπής που θα διευκόλυνε τα σχέδια των κέντρων ανωμαλίας. (Η κοινοβουλευτική ομάδα του 1958 νε τους Ιω. Παρτσαλίδη και Ηλ. Ηλιού στην μέση).

Η ψευδαίσθηση του κενού εξουσίας 

Σε ανακοίνωσή του που μετέδωσε ο ραδιοσταθμός Φωνή της Αλήθειας αλλά που δεν τη δημοσίευσε ολόκληρη η «Αυγή» (προκαλώντας την αυστηρή επιτίμηση του «κέντρου») το ΠΓ του ΚΚΕ στέλνει το δικό του μήνυμα στον κόσμο της Αριστεράς.
Καλεί «την εργατική τάξη και όλο το λαό, αψηφώντας τις κυβερνητικές απαγορεύσεις, [να] δυναμώσει τις αγωνιστικές εκδηλώσεις και την ημέρα της κηδείας με απεργίες, συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις να εκδηλώσει τη διαμαρτυρία του».

Η ηγεσία του ΚΚΕ είχε αντίθετη  αντίληψη για την ελληνική πραγματικότητααλλα δεν διέθετε την ευχερεια της άμεσης παρέμβασης στις εξελίξεις Το Πολιτικό γραφείο στη Σόφια δυο χρόνια αργότερα. Από αριστερά, Απόστολος Γκρόζος, ο βούλγαρος ηγέτης Τόντορ Ζίβκοφ, Κώστα Κολιγιάννης, Πάνος Δημητρίου, Ζήσης Ζωγράφος, Παναγιώτης Μαυρομάτης, Λεωνίδας Στριγκος, Παναγιώτης Υφαντής, Μήτσος Παρταλίδης

Ο Γρηγόρης Φαράκος (στη μέση) θα γράψει αργότερα: "Η ηγεσία του ΚΚΕ ακολουθώντας τα δογματικά ιδεολογήματά της εκτιμούσε ότι είχε δημιουργηθεί κενό εξουσίας και "επαναστατική κατάσταση". Αριστερά ο Κ. Κολιγιάννης

Δεν πρόκειται για απλή διαφορά τόνου από τον πολιτικό λόγο της ΕΔΑ. Ο Γρηγόρης Φαράκος, εγκατεστημένος τότε στο Βουκουρέστι και εξέχον μέλος του ευρύτερου, πέραν του ΠΓ, κομματικού «ακτίφ», θα γράψει αργότερα: «Γύρω από τον χαρακτήρα που θα έπρεπε να πάρει η κηδεία εκδηλώθηκε τότε -και πήρε αργότερα μεγάλη οξύτητα- διάσταση εκτιμήσεων ανάμεσα στο ΚΚΕ και την ΕΔΑ. Η ηγεσία του ΚΚΕ ακολουθώντας τα δογματικά ιδεολογήματά της [...] εκτιμούσε ότι είχε δημιουργηθεί κενό εξουσίας, είχε δημιουργηθεί “επαναστατική κατάσταση”» (Γρ. Φαράκος, «Μαρτυρίες και στοχασμοί», Προσκήνιο 1993, σελ. 148).
Είναι γνωστό με πόση προσοχή ο Λένιν, που έδωσε τον ορισμό της «επαναστατικής κατάστασης», έννοιας καθοριστικής σημασίας στη μαρξιστική θεωρία και τη χάραξη της πολιτικής στρατηγικής, στοιχειοθετούσε το περιεχόμενό της.


«Κατελύθησαν αι Αρχαΐ» («Εθνικός Κήρυξ»)

Τις εκτιμήσεις για το «κενό εξουσίας» τα μέλη του ΠΓ (Π. Μαυρομμάτης και άλλοι) βάσισαν σε μεγάλο βαθμό σε δημοσιεύματα εφημερίδων της Αθήνας όπως ο «Εθνικός Κήρυξ», στο ρεπορτάζ των οποίων αναφερόταν ότι η ΕΔΑ κατεύθυνε την κίνησή του συγκεκριμένου πλήθους έχοντας ορίσει «εφόρους τάξεως» στην κηδεία, που περιφέρονταν μέσα στο πλήθος φορώντας περιβραχιόνια που υποδήλωναν τον ρόλο τους!
Το ρεπορτάζ προβάλλονταν με εντυπωσιακούς πρωτοσέλιδους τίτλους: «Κατελύθησαν αι Αρχαΐ»!

Γύρω από το Α'  Νεκροταφείο και στο κέντρο της Αθήνας είχαν αναπτυχθεί ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις και στρατιωτικά αποσπάσματα.

"Δια το φόβον ενός νεκρού". Περιφρούρηση γύρω από την νεκροφόρα με τον ¨Λαμπράκη.

Τα μέτρα του κράτους ήταν εμφανή από την πρώτη στιγμή. Κρανιοφόροι αστυνομικοί έζω από το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης

Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη, πυκνή σε ένταση, που εγκυμονούσε πιθανή έκρηξη με απρόβλεπτες εξελίξεις.
Ενδεχόμενη σύγκρουση του αγανακτισμένου άοπλου λαού με τις πάνοπλες αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονταν επί ποδός θα ήταν άκαιρη και άνιση και θα κατέληγε σε άσκοπη τρομακτική αιματοχυσία.
Ο συσχετισμός δύναμης ήταν συντριπτικά ευνοϊκός για την κυβερνούσα συντηρητική παράταξη, που θα επωφελούνταν αμέσως για να επιβάλει στη χώρα νέο κύκλο ανωμαλίας και αντιδημοκρατικής εκτροπής.

Η ανάπτυξη ισχυρών αστυνομικών και στρατιωτικών αποσπασμάτων στο κέντρο της Αθήνας και η διάταξή τους γύρω από το A' Νεκροταφείο όπου θα κατέληγε η πομπή αποκάλυπταν τις προθέσεις και τα σχέδια της συσπειρωμένης γύρω από την κυβέρνηση Δεξιάς.
Δεν χρειάζονταν τα δημοσιεύματα του ακροδεξιού Τύπου για να γίνουν αντιληπτές η κρισιμότητα της κατάστασης και η πελώρια απειλή από μια άκαιρη, αυτοσχέδια και εξαιρετικά άνιση από την πλευρά της Αριστεράς αντιπαράθεση που θα ισοδυναμούσε με αυτοπαγίδευση του ανερχόμενου μαζικού λαϊκού κινήματος σε μια αδιέξοδη κίνηση με προκαθορισμένη αρνητική έκβαση.

Η ΕΔΑ προτίμησε να θάψει με βουβό πόνο τον μεγάλο νεκρό της παρά να παρασυρθεί σε ια άνιση σύγκρουση. Δίπλα στο φέρετρο του Λαμπράκη οι ηθοποιοί Μάνος Κατράκης, Δάφνη Σκούρα και ο συνθέτης Μήτσος Λυγίζος.

Αλλά δεν επρόκειτο για απλή διαφορά εκτιμήσεων και αυτό είναι το ουσιώδες. Το διακύβευμα της διαφοράς ήταν η εξώθηση του δημοκρατικού κινήματος σε ακραίες συγκρουσιακές επιλογές χωρίς εμπεριστατωμένο υπολογισμό του συσχετισμού δυνάμεων ούτε εξαντλητική διερεύνηση των συνθηκών.

Ο συνδυασμός της στρατηγικής αντίληψης που επικρατούσε σε μεγάλο μέρος της ηγεσίας είχε ήδη γίνει πρόξενος ηττών και καταστροφών που θα μπορούσαν να αποφευχθούν. Οι αιτίες ανάγονται στο χρόνιο έλλειμμα γείωσης της κομματικής ηγεσίας στην ελληνική κοινωνία και πολιτική πραγματικότητα. Μια επαναλαμβανόμενη πολιτική του κινήματος με μηχανική εφαρμογή «οδηγιών» του «διεθνούς κέντρου» του κομμουνιστικού κινήματος, ασύμβατων ή απρόσφορων για τις συνθήκες της χώρας.
Αλλος ένας παράγοντας είναι και η συνεχής έκθεση της χώρας στην απειλή των ξένων επεμβάσεων και της εμπλοκής της σε διεθνής συγκρούσεις που ενισχύονταν από τη γεωστρατηγική σημασία της Ελλάδας.


Στόχευση των σχεδιαστών της δολοφονίας 

Για την ψυχραιμία, τη νηφαλιότητα και την πολιτική ευθύνη που επέδειξε την τόσο κρίσιμη αυτή στιγμή, η ΕΔΑ πιστώνεται με την αναγνώριση του θετικού ρόλου της στις πολιτικές εξελίξεις του τόπου.

Η δολοφονία του Λαμπράκη παραμένει ανεξιχνίαστη υπόθεση όχι όσον αφορά τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς και την ποινική της αξιολόγηση, αλλά για τον πυρήνα της σχεδιασμένης αυτής ενέργειας και την αδιαμφισβήτητη πολιτική στόχευσή της στη συγκεκριμένη στιγμή. Θα ήταν δυνατό να επιδιώχθηκε ως παγίδα της ηγεσίας της Αριστεράς προκειμένου να την εξωθήσει σε ενέργειες που θα μπορούσαν να επιτρέψουν στη Δεξιά να εμφανίσει ως δικαιολογημένο έναν νέο γύρο εμφύλιας σύγκρουσης που η ίδια θα εξαπέλυε.
Ταυτόχρονα, όπως συνέβη αργότερα με το ναρκοπέδιο του Γοργοπόταμου, θα απέβλεπε στη διάνοιξη αγεφύρωτου χάσματος ανάμεσα στην ΕΔΑ και την Ενωση Κέντρου.

Η ικανότητα της ΕΔΑ να αντιδράσει με σύνεση στο γεγονός της δολοφονίας του Λαμπράκη και των επακόλουθων εξελίξεων από τη μια πλευρά και η συγκρουσιακή ευκολία της αντιμετώπισής του από την εξόριστη «επίσημη» ηγεσία του ΚΚΕ από την άλλη αναδεικνύουν στη συγκεκριμένη συγκυρία τις «δύο ψυχές» του ελληνικού κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος.

Δεν πρόκειται για τις συνέπειες ενός πολιτικού δυϊσμού - ΚΚΕ και ΕΔΑ, δύο πολιτικοί - ιδεολογικοί σχηματισμοί που συγκρούονταν, κατά την αντίληψη πολλών ερευνητών και μεγάλου τμήματος της κοινής γνώμης. Οι δύο σχηματισμοί επικαλύπτονται.

Η ΕΔΑ δεν αποτέλεσε το σχεδιασμένο υποκατάστατο του εκτός νόμου ΚΚΕ, υποκατάστατο το οποίο «αυτονομήθηκε» κάποια στιγμή. Αντιπαρατέθηκαν όχι άτομα αλλά διαφορετικές πολιτικές, φορείς των οποίων υπήρξαν οι δύο σχηματισμοί, οι οποίες αντανακλούσαν τη διαφορετική σχέση της ηγεσίας αυτής - ιστορική, πολιτική, ιδεολογική αλλά και ταξική σε ορισμένο βαθμό σχέση με την ελληνική κοινωνία.

Οι «δύο ψυχές» δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν εσαεί στον ίδιο κομματικό ιστό-σώμα του ελληνικού κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος στην ιστορική του διαδρομή και στις εκάστοτε οργανωτικές εκφράσεις του.
Η διάσπαση ήταν αναπόφευκτη. Και πραγματοποιήθηκε δύο φορές -τον Φεβρουάριο του 1968 με τη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ και με την εσωτερική σύγκρουση τον Ιούνιο-Ιούλιο 1991 στην ΚΕ και στο 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ - του τμήματος που ενσάρκωνε την κομματική συνέχεια μετά την προηγούμενη διάσπαση και απόσχιση του τμήματος που αποτέλεσε το ΚΚΕ Εσωτερικού.

Η εικόνα που σκιαγραφείται εδώ απλουστεύει τη συνθετότητα της διάσπασης. Εξαιτίας του περιορισμένου χώρου δεν περιλαμβάνει τη συνάντηση του ελληνικού κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος με τις εξελίξεις που συνδέονται με τη γενικότερη πολιτική ζωή στην Ελλάδα (κυρίως την απριλιανή δικτατορία και το αντιστασιακό κίνημα) και με το φαινόμενο του ευρωκομμουνισμού, με το οποίο συνδέθηκε ιδιαίτερα η μία από τις δύο «ψυχές» του ελληνικού κομμουνισμού.
Η εγχώρια «ανανέωση της Αριστεράς» και η ελληνική εκδοχή του ευρωκομμουνισμού ασφαλώς υπερβαίνουν τις διαστάσεις της αντιπαράθεσης δύο εσωτερικών ρευμάτων στο πλαίσιο της εντόπιας κομμουνιστικής παράδοσης και εντάσσονται στις διεργασίες του μεταβαλλόμενου τοπίου του διεθνούς κομμουνισμού, όπου καθοριστική σημασία είχαν ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, η σινοσοβιετική διένεξη και το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ.

Αντίθετα από τη διάσπαση του 1968, που συζητήθηκε ευρύτατα και προσέλκυσε το ενδιαφέρον των ερευνητών, η διάσπαση του 1991 παραμένει πολύ λιγότερο γνωστή.

Η περιορισμένη σχετική βιβλιογραφία πλουτίστηκε προσφάτως από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Ζαγάρα «Η κατάρρευση του "υπαρκτού” και η διάσπαση του ΚΚΕ. Η κομβική στιγμή του 1991». Προϊόν μακράς συστηματικής έρευνας του συγγραφέα, γνώστη των ζητημάτων του κομμουνιστικού κινήματος, το νέο βιβλίο θα αποτελέσει πολύτιμο βοήθημα σε ένα σημαντικό ερευνητικό πεδίο που έχει έως τώρα παραμεληθεί.

Υ.Γ: Οι πολιτικές εκτιμήσεις εκφράζουν αποκλειστικά τον συγγραφέα του κειμένου
{[['']]}

Διότι δεν συνεμορφώθην

Απρίλιος 1967 - Ιούλιος 1974: Τα «πέτρινα χρόνια» της χούντας

Η επίσημη εκδοχή της ιστορίας θεωρεί την επτάχρονη τυραννία ως «θλιβερή παρένθεση που έκλεισε οριστικά και αμετάκλητα». Δεν είναι όμως αυτή η αλήθεια. Η δικτατορία δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία» ή απλώς «η ανταρσία μιας ομάδας επίορκων αξιωματικών». Αντίθετα, το καθεστώς των νικητών του εμφυλίου πολέμου (Παλάτι-Στρατός) ζέσταινε στον κόρφο του το «αυγό του φιδιού» και λειτούργησε, τελικά, ως εκκολαπτική μηχανή της Χούντας.

Μάλιστα το Σύνταγμα του 1952 προέβλεπε την επιβολή «καταστάσεως πολιορκίας», δηλ. δικτατορίας με κοινοβουλευτικό μανδύα(!). Έτσι, «μετά τα Ιουλιανά του 1965, ο διάχυτος φόβος των κυρίαρχων τάξεων τις έκανε αντικειμενικά πρόθυμες να αποδεχτούν την αντικατάσταση του κοινοβουλευτικού καθεστώτος από ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης», έγραψε ο Αριστόβουλος Μάνεσης.

Το «πράσινο φως» για το πραξικόπημα άναψε στην Ουάσιγκτον το Φλεβάρη του 1967, καθώς η χώρα μας αποτέλεσε πειραματικό εργαστήρι του «Ψυχρού Πολέμου» και προγεφύρωμα στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο των πετρελαίων της Μ. Ανατολής και την καταστολή των αντιιμπεριαλιστικών αραβικών κινημάτων. Οι ΗΠΑ δεν τηρούσαν απλώς «μια στάση ανοχής προς τους δικτάτορες», όπως, δυστυχώς, γράφει το βιβλίο Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου. Ή ότι «αιφνιδιάστηκαν», όπως εξακολουθούν να ισχυρίζονται ορισμένοι της σχολής του ιστορικού αναθεωρητισμού, όταν μόνο στο διάστημα από 19 Ιουνίου 1965 έως 23 Ιανουαρίου 1967 είχαν συνταχθεί από τη CIA τουλάχιστον 15 αναφορές για τη «δεξιά συνωμοτική ομάδα μέσα στο στρατό» - όπως την χαρακτήριζαν - με επώνυμες μάλιστα αναφορές στους πραξικοπηματίες και με την επισήμανση ότι «είχαν επαφή με τα ανάκτορα». Αντίθετα οι τότε κυβερνήσεις των ΗΠΑ συνέβαλαν με κάθε τρόπο στην επιβίωση του τυραννικού καθεστώτος.

Η Θεσσαλονίκη συνέβαλε σημαντικά στον αγώνα κατά της Χούντας. Με την επικράτηση του πραξικοπήματος άρχισαν να συγκροτούνται και να δρουν οι αντιστασιακές οργανώσεις ΠΑΜ, Ρήγας Φερραίος, Δημοκρατική Άμυνα, Σπουδαστική - Λαϊκή Πάλη, Κίνημα 29ης Μαΐου, Αντι-ΕΦΕΕ, ΚΚΕ-ΚΝΕ, OMΛΕ, ΕΚΚΕ-ΑΑΣΠΕ, ΠΑΚ αλλά και ανένταχτοι αγωνιστές.

Βαρύ το τίμημα: τρεις δολοφονημένοι: ο ΕΔΑίτης αγωνιστής Βασίλης Μπεκροδημήτρης (24-4-1967, στο Αστυνομικό Τμήμα Χαριλάου), το στέλεχος των Λαμπράκηδων Γιάννης Χαλκίδης (5-9-1967, γωνία Φιλελλήνων-Κωνσταντινουπόλεως) ο βουλευτής της ΕΔΑ Γιώργης Τσαρουχάς (9-5-1968, στην ΚΥΠ του Γ΄Σ.Σ., σήμερα Πολεμικό Μουσείο).
Εκατοντάδες οι «προληπτικώς εκτοπισμένοι» στα ξερονήσια, πάνω από 100 οι καταδικασμένοι σε βαριές ποινές, 12 σε ισόβια κάθειρξη.

Ας μην ξεχνάμε ότι η δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη στις 22 Μαΐου 1963 ήταν βασικός κρίκος μιας μακριάς αλυσίδας συνωμοσιών και εγκλημάτων με στρατηγικό στόχο την επιβολή δικτατορίας. Γιατί «το τρίκυκλο ήταν της χούντας», όπως έγραψαν χαρακτηριστικά ο Γιώργος Μπέρτσος, ο Γιάννης Βούλτεψης και ο Γιώργος Ρωμαίος, που συνέβαλαν αποφασιστικά στην διαλεύκανση του στυγερού αυτού πολιτικού εγκλήματος.

Η δικτατορία ποτέ δεν κατάφερε να αποκτήσει λαϊκή βάση, γιατί ήταν ένα βάρβαρο, καταπιεστικό καθεστώς, που δολοφόνησε, βασάνισε, έκλεισε στις φυλακές και τα ξερονήσια χιλιάδες δημοκρατικούς πολίτες.

Όταν άρχισε να στερεύει ο «Πακτωλός» των αμερικάνικων δολαρίων, εξαιτίας της διεθνούς οικονομικής κρίσης το 1971, η Χούντα, για να διατηρήσει την αρπάγη της στην εξουσία, αποπειράθηκε να μεταμφιεστεί, να «πολιτικοποιηθεί» με τη δοτή κυβέρνηση Μαρκεζίνη. Ήδη, όμως, είχε αρχίσει η ανοιχτή αμφισβήτησή της με την κατάληψη της Νομικής το Φλεβάρη-Μάρτη του 1973 και το Κίνημα του Ναυτικού, με την ανταρσία του αντιτορπιλικού «Βέλος» το Μάιο του 1973, που αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για το δικτατορικό καθεστώς, σηματοδοτώντας την αρχή του τέλους του.

Εκεί όπου είχαν «σκάψει» οι αντιδικτατορικές οργανώσεις βλάστησε ένα ανατρεπτικό νεολαιίστικο κίνημα που ενσωμάτωνε τις καλύτερες αγωνιστικές παραδόσεις του λαού μας και εμπνεόταν από το διεθνές κίνημα αμφισβήτησης των νέων. Ήταν η γενιά της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Πνίγοντας στο αίμα την εξέγερση, η Χούντα δεν απέφυγε το μοιραίο. Αντίθετα επιτάχυνε την πτώση της με την ανατροπή του προέδρου Μακάριου, που οδήγησε στην κατοχή και διχοτόμηση της Κύπρου.

Το κενό εξουσίας που προέκυψε με την πτώση της Χούντας, καλύφθηκε με έναν παρασκηνιακό συμβιβασμό των αμερικανο-ΝΑΤΟικών ηγετικών κύκλων και των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων της χώρας-γεγονός που δεν ικανοποιούσε τη λαϊκή απαίτηση για ριζικές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές. Ακόμα και η λεγόμενη «αποχουντοποίηση» άφησε στο απυρόβλητο πολλούς από τους υπηρέτες της Χούντας που εμφανίζονται σήμερα ως «τιμητές» ή «σωτήρες» στη δημόσια ζωή της χώρας. Έτσι, όχι μόνο δεν «έδωσαν τη Χούντα στο λαό», αλλά και μετέτρεψαν τα διαρκή εγκλήματά της σε «στιγμιαία» παραπτώματα και σε «εκπρόθεσμες» (!) 100 και πλέον εμπρόθεσμες μηνύσεις εναντίον βασανιστών. Γι’ αυτό και οι μεταδικτατορικές δημοκρατικές – κοινωνικές κατακτήσεις δεν αποτελούν παραχωρήσεις των κυβερνήσεων της «μεταπολίτευσης» αλλά είναι καρπός σκληρών κοινωνικών αγώνων.

Εκφράζουμε την ικανοποίησή μας, γιατί μετά από 15 χρόνια επίμονες προσπάθειες των συναγωνιστών / τριών μας και με την υποστήριξη του Δήμου Θεσσαλονίκης αλλά και την ανεκτίμητη συμβολή του Κέντρου Ιστορίας Θεσσαλονίκης, η αντιδικτατορική αντίσταση ξαναζωντάνεψε σ’ έναν από τους τόπους όπου έγραψε ιστορία, πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος: στο σημερινό Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, όπου λειτουργούσε το ανακριτικό κολαστήριο των δημίων της χουντικής ΚΥΠ. Εδώ μαρτύρησαν πολλοί και πολλές αγωνιστές και αγωνίστριες, πολίτες, στρατιώτες και στρατιωτικοί που «δεν συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις». Εδώ βασανίστηκε και δολοφονήθηκε ο βουλευτής της ΕΔΑ Γιώργης Τσαρουχάς, από τους πρωτεργάτες της αντιδικτατορικής Αντίστασης. Εδώ από τις 5 Μαΐου 2017, οπότε εγκαινιάστηκε από τον πρ. Πρόεδρο της Βουλής, Ν. Βούτση, λειτουργεί ο Χώρος Μνήμης της Αντιδικτατορικής Αντίστασης «Διότι δεν συνεμορφώθην».

Η άρνηση να αντιμετωπίσει κανείς με ειλικρίνεια τη σκοτεινή πλευρά της δικής του ιστορίας, στο όνομα της «εθνικής συνοχής» και της «επούλωσης των πληγών», επιτείνουν τον ιστορικό αναλφαβητισμό ιδιαίτερα της νέας γενιάς. Καθώς δίνει τη μάχη για το μέλλον, είναι υποχρεωμένη να «πατάει» στο έδαφος της ιστορικής αλήθειας και όχι σ’ αυτή που της σερβίρουν οι οπαδοί του ιστορικού αναθεωρητισμού και οι γκαιμπελίσκοι του ναζιστικού καρκινώματος της Χρυσής Αυγής - σάρκα από τη σάρκα της χούντας και των δωσιλόγων - καθώς και όλα τα ακροδεξιά μορφώματα που υποδαυλίζουν τον εθνικισμό, την ξενοφοβία, το ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία.

«Φτάνει πια ο κακός ο λύκος! Πρέπει να λέμε όλη την αλήθεια στα παιδιά», έλεγε ο αείμνηστος Μ. Αναγνωστάκης.

Αν «ο αγώνας της μνήμης εναντίον της λήθης δεν είναι παρά ο αγώνας της ελευθερίας εναντίον της τυραννίας», τότε οποιαδήποτε αναφορά στον Αντιδικτατορικό Αγώνα αποκτά νόημα στο βαθμό που αναδεικνύει την αντίσταση, την αγωνιστική-συνειδητή στάση ζωής, σε κινητήρια δύναμη της Ιστορίας.

Τρ. Μηταφίδης, μέλος ΣΦΕΑ 1967-1974 -left,gr
{[['']]}

Ιουλιανά 1965:Από τη στρεβλή δημοκρατία στη δικτατορία. Κοινωνική αντίσταση και εξέγερση

Η Αποστασία αποτέλεσε προείκασμα της στρατιωτικής δικτατορίας. Η ορμητική εισβολή κοινωνικών δυνάμεων ενός ευρέος φάσματος ξεπέρασε τους περιορισμούς του ιστορικού ορίζοντα, ακόμη και τις πολιτικές και κομματικές δυνάμεις που εκπροσωπούσαν τη μεγάλη αυτή κοινωνική πλειοψηφία.

Με τις ταξικές-κοινωνικές διεκδικήσεις του διατύπωσε με απόλυτη σαφήνεια τα ιστορικά αιτήματα για δημοκρατία και δικαιοσύνη, για ελευθερία και αξιοπρέπεια

Η δολοφονία του Γρ. Δαμπράκη τον Μάιο του 1963 αποτέλεσε την είσοδο σε μια νέα πολιτική περίοδο.

Η σύμφυση κράτους και παρακράτους, το σκληρό πρόσωπο του μετεμφυλιακού καθεστώτος, ο ρόλος του παλατιού και των παράκεντρων εξουσίας δεν μπορούσαν πλέον να αποκρυβούν.

Είχε επέλθει ιστορικά η πολιτική και κοινωνική τους απονομιμοποίηση.


Πηγή: Του Μενέλαου Γκίβελου, Αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστημίου Αθηνών - Hothistory

H κρίσιμη περίοδος που ξεκινά με την είσοδο στη δεκαετία του 1960 και καταλήγει στην επιβολή της δικτατορίας το 1967 αποτελεί μια «πύκνωση» της Ιστορίας, που όχι μόνο έκφρασε και συναίρεσε τη μετεμφυλιακή περίοδο αλλά και προκαθόρισε, σε σημαντικό βαθμό, τις εξελίξεις της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου.

Γ! αυτό και η αναφορά στην περίοδο της περίφημης Αποστασίας του 1965 δεν έχει τον χαρακτήρα μιας παρελθοντολογικού τύπου αναδρομής. Γιατί στην πραγματικότητα η περίοδος αυτή αποτελεί ένα αυτόνομο ιστορικό «παράδειγμα», το οποίο έθεσε θεμελιώδη ερωτήματα που αφορούσαν τον τύπο και τις δομές της μετεμφυλιακής δημοκρατίας, τον ιστορικό ρόλο της μαζικής κοινωνικής δράσης, τις ιδεολογικές και πολιτισμικές ορίζουσες της περιόδου.

Ολα αυτά τα χαρακτηριστικά δεν τα «χώνεψε» ο ιστορικός χρόνος, οι δεκαετίες που κύλησαν από τότε. Αντίθετα, το ιστορικό «παράδειγμα» της Αποστασίας του ’65 παραμένει εναργές και αποτελεί πεδίο σύγκρισης και αναστοχασμού για όλες τις κρίσιμες περιπέτειες της δημοκρατίας μέχρι τις ημέρες μας.

Κυρίαρχη προσωπικότητα του δεξιού -συντηρητικού πόλου μέσα στη δομή του πολιτικού συστήματος της δεκαετίας του '60 αναδείχθηκε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. - Προεκλογική ομιλία του στις Σέρρες το 1958

Η σύμφυση κράτους - παρακράτους 

Η δομή του πολιτικού συστήματος της δεκαετίας του 1960 διαμορφώθηκε μέσα από τρεις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις: του 1956, του 1958 και του 1961.
Η ανάδυση και συγκρότηση του δεξιού - συντηρητικού πόλου μέσα από τον σχηματισμό της ΕΡΕ με κυρίαρχη προσωπικότητα τον Κ. Καραμανλή, η πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση των «ηττημένων του Εμφυλίου» μέσα από το κόμμα της ΕΔΑ στις εκλογές του 1958 και η μορφοποίηση ενός ετερογενούς, κεντρώου κόμματος, της Ενωσης Κέντρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, αποκρυστάλλωσαν τους κομματικούς φορείς του πολιτικού συστήματος οι οποίοι θα κυριαρχούσαν κατά τη δεκαετία του 1960.
Ομως στην πραγματικότητα η δομή και η λειτουργία των μηχανισμών εξουσίας διαμόρφωναν το σχήμα μιας στρεβλής αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης αποτελούσαν μέρος του πλέγματος παρακρατικών μηχανισμών - Παρέλαση λόχου των ΤΕΑ στην πλατεία Μακρυχωρίου Λάρισας

Στην ουσία αυτή η στρεβλή κοινοβουλευτική δημοκρατία αποτελούσε το τυπικό προκάλυμμα ενός καθεστώτος έκτακτων εξουσιών, ενός κρότους ανάγκης το οποίο παρέμενε ενεργό στο... ημίφως και αναλάμβανε εμφανείς δράσεις όταν εκτιμούσε ότι κινδύνευε το καθεστώς.
Το 1961, η Αποστασία και τα Ιουλιανά του 1965 και η δικτατορία του 1967 αποτελούν χαρακτηριστικό παραδείγματα.

Το καθεστώς αυτό των έκτακτων εξουσιών είχε εγγυήτρια δύναμη τον στρατό και τα σώματα ασφαλείας που τελούσαν υπό τον έλεγχο του παλατιού. Ο πυρήνας αυτός περιβαλλόταν και συλλειτουργούσε αρμονικά με ένα σύνθετο πλέγμα παρακρατικών οργανώσεων και μηχανισμών που εκτείνονταν σχεδόν σε κάθε θεσμό, σε κάθε κρατικό φορέα, στα συνδικάτα, τα πανεπιστήμια, στην ύπαιθρο όπου μέσω των TEA (Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης, που συγκροτήθηκαν το 1948, μέσα στον Εμφύλιο) ασκούσαν ανοικτή τρομοκρατία.

Η σύμφυση κράτους και παρακράτους και η απόλυτα συντονισμένη δράση τους είχε σαφή ιδεολογική προμετωπίδα «την αποτροπή της αναμόλυνσης της Ελλάδος από του κομμουνιστοσυμμοριτισμού».

Το φακέλωμα των κομμουνιστών και των "συνοδοιπόρων" αποτελούσε ουσιαστικό στοιχείο της κρατικής πολιτικής. Σημείωμα για τη δράση του "αρχηγού της ΟΠΛΑ" Γρηγόρη Λαμπράκη. Η δολοφονία Λαμπράκη τελέστηκε από τους παρακρατικούς μηχανισμούς υπό την υψηλή εποπτεία και οργάνωση υψηλόβαθμων αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας.

Η φαιά προπαγάνδα, το φακέλωμα των κομμουνιστών και των «συνοδοιπόρων», η άσκηση βίας και εκφοβισμού αποτελούσαν τη «δράση ρουτίνας» των παρακρατικών μηχανισμών σε αγαστή συνεργασία με τα σώματα ασφαλείας και την ακροδεξιά οργάνωση ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών) η οποία δρούσε επισήμως εντός του στρατεύματος.
Αυτή η σύμφυτη δομή κράτους και παρακράτους πρωταγωνίστησε στις εκλογές του 1961, που η βία και η νοθεία αποτέλεσαν κύριο χαρακτηριστικό τους, αλλά και στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη η οποία τελέστηκε από τους παρακρατικούς μηχανισμούς υπό την υψηλή εποπτεία και οργάνωση υψηλόβαθμων αξιωματικών των σωμάτων ασφαλείας.

Η κοινωνική και πολιτισμική έκρηξη

Η είσοδος στη δεκαετία του 1960 συνοδεύτηκε από μια σειρά ιστορικών εξελίξεων που αφορούσαν όχι μόνο τον οικονομικό - παραγωγικό τομέα, αλλά και τις ευρύτερες διεργασίες που συντελούνταν στο εσωτερικό μιας κοινωνίας που έβγαινε από τον μετεμφυλιακό ζόφο και αναζητούσε νέες προοπτικές και νέες διεξόδους στο σύγχρονό της μεταπολεμικό περιβάλλον.

Δύο υπήρξαν τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της «έκρηξης» που καθόρισαν την ιδιοταυτότητα και την ιστορική ιδιαιτερότητα της δεκαετίας του '60 μέχρι την επιβολή της δικτατορίας: Το πρώτο αφορά τη δυναμική είσοδο της κοινωνίας στο προσκήνιο. Μιας κοινωνίας που επιδίωκε να θέσει τέλος στο μετεμφυλιακό καθεστώς και να πορευτεί σε μια κατεύθυνση προόδου και ανάπτυξης με την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών και τον σεβασμό της λαϊκής κυριαρχίας.

Μέσα από τους δημοκρατικούς αγώνες και τη σύγκρουση με τους καθεστωτικούς μηχανισμούς και τα παράκεντρα εξουσίας η μεγάλη αυτή κοινωνική πλειοψηφία πολιτικοποιήθηκε σε υψηλό επίπεδο και ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο που συχνά υπερέβαινε τους κομματικούς - δημοκρατικούς φορείς που την εκπροσωπούσαν.

Η δεκαετία του ’60 από τη σκοπιά αυτή ίσως αποτέλεσε μια ιστορικά ανεπανάληπτη κοινωνική και δημοκρατική άνοιξη, που παρέμεινε ζωντανό παράδειγμα αναφοράς τις επόμενες δεκαετίες.

Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό γνώρισμα της περιόδου αυτής είναι η πολιτισμική έκρηξη, η πολιτισμική άνοιξη που εξαπλώθηκε σ’ όλο σχεδόν το φάσμα των αντίστοιχων δραστηριοτήτων και καθοδηγήθηκε από μεγάλους δημιουργούς σ’ όλους σχεδόν τους τομείς της τέχνης και του πολιτισμού.

Η πολιτισμική αυτή άνοιξη όχι μόνο συνέβαλε στην ενίσχυση των μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών αλλά κυρίως νοηματοδότησε, έδωσε αξιακό και ανθρωπιστικό περιεχόμενο στις ιστορικές εξελίξεις που συντελούνταν.

Η προσφορά των μεγάλων μας συνθετών, των θεατράνθρωπων, των καλλιτεχνών, των συγγραφέων δεν καθόρισε μόνο την ιστορική κουλτούρα της εποχής αλλά παραμένει και σήμερα ζωογόνος πηγή σ’ ένα περιβάλλον πολύπλευρης κρίσης αξιών, αρχών, συμπεριφορών.

Η περίοδος της Αποστασίας του 1965 έθεσε θεμελειώδη ερωτήματα που αφορούσαν τον Τύπο και της δομές της μετεμφυλιακής δημοκρατίας - Συμπλοκή στη βουλή. Στη μέση πιθανότατα ο Θανάσης Κανελλόπουλος

Ανάπτυξη χωρίς παραγωγική βάση 

Η μαζική εισβολή των εργαζόμενων και ίων ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων στο προσκήνιο είχε ιδεολογικοπολιτική προμετωπίδα το δημοκρατικό αίτημα, όμως στη βάση του ετίθετο πιεστικά το πρόβλημα της οικονομικής-παραγωγικής ανάπτυξης της χώρας.

Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1950 διαγραφόταν ήδη με σαφήνεια η ανάδυση ενός ιδιότυπου κρατικού - καπιταλιστικού προτύπου, με έμφαση στον τομέα των δημόσιων επενδύσεων και των υποδομών, γεγονός που δημιούργησε ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ομως ούτε παραγωγικός σχεδιασμός υπήρξε ούτε βεβαίως τα ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα της μεγάλης πλειονότητας των εργαζομένων μπορούσαν να διαμορφώσουν ένα δυναμικό πεδίο κατανάλωσης.

Οσο για τις περίφημες ξένες επενδύσεις, στη βάση τους αφορούσαν σκανδαλώδεις συμβάσεις όπως αυτές που συνάφθηκαν με τις Esso Pappas και Pechiney-Νιάρχου και υπογράφηκαν από την κυβέρνηση Κων. Καραμανλή. Γενικότερα η είσοδος των ξένων επενδύσεων δεν συνοδεύτηκε από προστατευτικούς κανόνες της εγχώριας παραγωγής.

Ταυτόχρονα η καθήλωση αγροτικών προϊόντων και του ναυτιλιακού συναλλάγματος διεύρυνε το δημόσιο έλλειμμα. Εκείνη που ευνοήθηκε σημαντικά ήταν η εγχώρια «ιμιτασιόν» αστική τάξη, αφού ορισμένοι βιομήχανοι και επιχειρηματίες έλαβαν υψηλότατα δάνεια, τα οποία και δεν επέστρεψαν. Αυτά τα δανεικά κι αγύριστα αποκλήθηκαν εύστοχα «παγωμένες πιστώσεις» και έγιναν αντικείμενο ειτιθεωρησιογράφων και γελοιογράφων.

Σ’ αυτό το κρισιακό πεδίο δεν υπήρξε ποτέ κοινωνικό κράτος, παρά σε ατελείς και υποτυπώδεις μορφές, και φυσικά δεν συνάφθηκε ποτέ ένας έστω και ατελής τύπος «κοινωνικού συμβολαίου» όταν ο κεϊνσιανισμός και τα κοινωνικά συμβόλαια κυριαρχούσαν την περίοδο εκείνη σ’ ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Αποτέλεσμα της ασθενούς παραγωγικής δομής, της ανέχειας και της απουσίας θέσεων εργασίας υπήρξε η μαζικού χαρακτήρα μετανάστευση που προσέλαβε τραγικές διαστάσεις. Ενδεικτικά οι μετανάστες μόνο το 1965 ανήλθαν στον αριθμό των 117.000 ατόμων.

Από την αρχή της δεκαετίας του 1960 η ανάγκη στέγασης των στρωμάτων που έφταναν στην περιοχή της πρωτεύουσας και των μεγάλων πόλεων από την περιφέρεια όπως και η ανάδυση του μικροαστικού τύπου ιδιοκτήτη οδήγησαν στην οικοδομική έκρηξη. Εκτοτε η οικοδομή επί αρκετές δεκαετίες αποτελούσε την ατμομηχανή της ανάπτυξης.

Μια στρεβλή και προσχηματική ως έναν βαθμό δημοκρατία παρήγαγε και συμπορεύτηκε με έναν στρεβλό τύπο ανάπτυξης. Κι αυτό συνιστά ένα είδος ιστορικής νομοτέλειας, οι συνέπειες της οποίας διανύουν τον χρόνο και φτάνουν μέχρι τις ημέρες μας.

Η επικράτηση των δημοκρατικών συσχετισμών 

Η δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη τον Μάιο του 1963 αποτέλεσε όχι μόνο σε συμβολικό αλλά και σε ουσιαστικό - ιστορικό επίπεδο την είσοδο σε μια νέα πολιτική περίοδο.
Η σύμφυση κράτους και παρακράτους, το σκληρό πρόσωπο του μετεμφυλιακού καθεστώτος, ο ρόλος του παλατιού και των παράκεντρων εξουσίας δεν μπορούσαν πλέον να αποκρυβούν.
Είχε επέλθει ιστορικά η πολιτική και κοινωνική τους απονομιμοποίηση.

Η θριαμβευτική άνοδος της Ενώσεως Κέντρου (ΕΚ) τον Φεβρουάριο του 1964 στην εξουσία σηματοδότησε και τυπικά την έναρξη μιας νέας εποχής. Σ’ αυτές τις εξελίξεις είχε συμβάλει σημαντικά η ΕΔΑ που πριμοδότησε σε ορισμένες περιφέρειες υποψηφίους της ΕΚ ώστε να κυριαρχήσει ένας ευρύτερος δημοκρατικός - προοδευτικός πολιτικοκοινωνικός συσχετισμός.

Η «απόδραση» του Κων. Καραμανλή στο εξωτερικό μετά τη δολοφονία του Γρ. Ααμπράκη εξέφρασε στην ουσία την ιδεολογική και πολιτική κρίση του γνήσιου κομματικού εκπροσώπου του μετεμφυλιακού καθεστώτος, της ΕΡΕ.

Η επίσημη άνοδος και νομιμοποίηση της ΕΔΑ το 1958 με την ανάδειξή της σε αξιωματική αντιπολίτευση δεν αποτελεί συγκυριακό γεγονός. Ηδη το 1954 η Αριστερά στις δημοτικές εκλογές του Νοεμβρίου είχε κυριαρχήσει σε Αθήνα Πειραιά, Θεσσαλονίκη και σε αρκετές πόλεις άνω των 40.000 κατοίκων. Παρά λοιπόν τις διώξεις, τα φακελώματα, τον κοινωνικό και εργασιακό αποκλεισμό με τα περίφημα πιστοποιητικά φρονημάτων, η Αριστερά εισήλθε στη δεκαετία του ’60 έχοντας διασφαλίσει ισχυρή κοινωνική παρουσία και δυναμική πολιτικο-κομματική εκπροσώπηση.

Η ΕΚ δεν συγκροτούσε έναν ενιαίο πολιτικοϊδεολογικό και κομματικό θεσμό. Οι αντινομικές και ετερογενείς αντιλήψεις παρουσιάζονταν συχνά στο εσωτερικό της, ενώ τα διάφορα πολιτικά πρόσωπα που εκπροσωπούσαν επί μέρους σχήματα διατηρούσαν μεταξύ τους ασταθείς ισορροπίες που επιτυγχάνονταν από την προσωπικότητα του Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος και διατηρούσε άμεση σχέση με τη λαϊκή εκλογική βάση.

Πολύ σύντομα, ήδη από τα μέσα του 1964, ο αρχικός θρίαμβος της ΕΚ μετατράπηκε σε προβληματισμό, καθώς τόσο οι οικονομικές δυσχέρειες όσο και οι εσωτερικές αντιθέσεις οδηγούσαν στην αναποτελεσματικότητα και την καθήλωση. Ταυτόχρονα ο παρακρατικός μηχανισμός και τα δίκτυά του παρέμεναν σχεδόν απρόσβλητα. Το καθεστώς μπορούσε να προετοιμάζεται για την αντεπίθεση.

***

Σας εξελίξεις αυτές προστέθηκε η κρίσιμη παράμετρος του κυπριακού. Η καταδίκη των συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου, η αποστολή ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο, οι απειλές των Τούρκων για ανακήρυξη χωριστού κράτους και η εμφάνιση του περίφημου σχεδίου Ατσε-σον διαμόρφωσαν ένα νέο πεδίο έντασης μέσα στο 1964. Η απόρριψη από τον Γ. Παπανδρέου των συμβιβασμών με την Τουρκία, με την απειλή μάλιστα πολέμου εκ μέρους των Τούρκων, οδήγησε την όξυνση στο έπακρο... Η τύχη του Γ. Παπανδρέου ύστερα και από αυτό το γεγονός ήταν πλέον προκαθορισμένη.

Η υπονόμευση της κυβέρνησης και του τότε πρωθυπουργού ξεκίνησε επισήμως με την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και τη δήθεν εμπλοκή του Ανδρέα Παπανδρέου σε μια ανατρεπτική του καθεστώτος οργάνωση που δρούσε στον στρατό. Ο εγκάθετος του παλατιού υπουργός Αμυνας Πέτρος Γαρουφαλιάς έσπευσε να επισημοποιήσει την καταγγελία...

Η επιχειρηθείσα αντικατάσταση του Π. Γαρουφαλιά από τον Γ. Παπανδρέου και η άρνηση του παλατιού να δεχτεί την ανάληψη του υπουργείου Αμυνας από τον ίδιο τον πρωθυπουργό σηματοδότησαν την αφετηρία της επιχείρησης ανατροπής του Γ. Παπανδρέου. Οι επιστολές που ανταλλάχθηκαν μεταξύ του Γ. Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου και η παραίτηση του τότε πρωθυπουργού διαμόρφωσαν τη μη αντιστρεπτού χαρακτήρα ρήξη.

Αποστασία; Το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα 

Κινδύνευσε πράγματι το μετεμφυλιακό καθεστώς και οι μηχανισμοί του από τον Γ. Παπανδρέου και την κεντροαριστερά του Αν. Παπανδρέου; Στην πραγματικότητα ο μεγαλύτερος κίνδυνος γι’ αυτούς ήταν η εξεγερμένη συνείδηση των πολιτών, η πολιτικοποίηση της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, η άρνηση και η αντίστασή της απέναντι στις επιλογές του πλέγματος εξουσίας και παραεξουσίας.
Αναδύθηκε λοιπόν η κυρίαρχη αντίθεση μεταξύ λαού και καθεστώτος, με διαμεσολαβητική δομή την ΕΚ και τον Γ. Παπανδρέου. Με κάποιο τρόπο η ηγεσία της ΕΚ, η σχέση του Αν. Παπανδρέου με την ΕΔΑ νομιμοποιούσαν τις δράσεις και τις παρεμβάσεις του λαϊκού παράγοντα. Κι αυτή η πολιτική και κομματική διαμεσολάβηση έπρεπε να καταστραφεί.

Χωρίς πολιτική και κομματική εκπροσώπηση οι «μάζες» θα διαλύονταν, οι πολίτες θα πήγαιναν στα σπίτια τους.

***

Τι προέβλεπε αυτό το plan Α; Την ανατροπή του Γ. Παπανδρέου και του πυρήνα που τον περιέβαλλε μέσω της διασφάλισης μιας τυπικής - αριθμητικής πλειοψηφίας στη Βουλή στην οποία θα συμμετείχαν η ΕΡΕ και αποστάτες από την ΕΚ. Ομως η επιχείρηση αυτή, στην οποία πρωταγωνίστησε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης (ο αποκληθείς εύστοχα και αρχιερέας της Αποστασίας), αφού απέτυχε παταγωδώς δύο φορές, ευοδώθηκε την τρίτη...
Ομως η λαϊκή αντίσταση, η μαζική είσοδος μιας ιστορικής συμπόρευσης των εργαζομένων, της νεολαίας, των απλών πολιτών στις πολιτικές εξελίξεις ακύρωσε πολιτικά και απονομιμοποίησε πλήρως την επιχείρηση της Αποστασίας.

Η θριαμβευτική επάνοδος του Γ. Παπανδρέου και του «σκληρού πυρήνα» της ΕΚ στις εκλογές που προκηρύχθηκαν για τον Μάιο του 1967 ήταν περισσότερο από βέβαια. Το καθεστώς, παρά την πενιχρή αριθμητική του «νίκη», απώλεσε κάθε είδους νομιμοποίηση.


Το πραξικόπημα και οι μηχανισμοί του

Τα κοινοβουλευτικά τεχνάσματα απέτυχαν. Είχε πλέον φτάσει η ώρα των μηχανισμών καταστολής. Η κοινοβουλευτική δικτατορία έδινε τη θέση της στη στρατιωτική δικτατορία. Αλλωστε όλα ήταν έτοιμα από καιρό. Τελικός και απόλυτος εγγυητής των μηχανισμών και των εξουσιαστικών δομών του μετεμφυλιακού καθεστώτος ήταν ο στρατός. Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι η δικτατορία αποτελούσε εγγενή μηχανισμό προστασίας και αναπαραγωγής του συστήματος και όχι μια εξωτερικού χαρακτήρα παρέμβαση που συντελείται «κατά παρέκκλισιν».

Το κράτος ανάγκης, το κράτος των έκτακτων εξουσιών, η κοινοβουλευτική και στρατιωτική δικτατορία συνιστούσαν την πραγματική φύση του καθεστώτος, τις φυσιολογικές κατά περιόδους και κατά περίπτωσιν εκφράσεις του.

Το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός, ο επίσημος εκφραστής του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, τόλμησε να διατυπώσει την άποψη ότι ο στρατός υπαγόταν πολιτικά στη δημοκρατική αρχή θεωρήθηκε ευθεία αμφισβήτηση των δομών εξουσίας και των ιδεολογικών - αξιακών συντεταγμένων του μετεμφυλιακού καθεστώτος στο σύνολό του.

***

Από εδώ και πέρα το ζήτημα μεταφέρθηκε στο εσωτερικό των μετεμφυλιακών καθεστωτικών μηχανισμών και των αντίστοιχων κέντρων αποφάσεων. Το βασιλικό πραξικόπημα των στρατηγών αποτέλεσε την επίσημη εκδοχή, όμως η λύση αυτή κρίθηκε ανεπαρκής και αμφίβολης αποτελεσματικότητας. Γι’ αυτό και οι μυστικές υπηρεσίες με την καθοδήγηση της CIA προώθησαν και εφάρμοσαν το πραξικόπημα των συνταγματαρχών που οδήγησε στη στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967.

Αλλωστε το προείκασμα της στρατιωτικής δικτατορίας, συγκροτημένο ήδη τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια εντός του στρατεύματος με εθνική αποστολή την αποτροπή του
κομμουνιστικού κινδύνου, όχι μόνο διατήρησε όλα αυτά τα
χρόνια αλλά και ενίσχυσε τις δομές και τις εξουσίες του. Εν-
δεικτικά μπορεί να επισημανθεί ότι ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος με κυβέρνηση της ΕΚ το 1965 είχε οργανώσει τη δολιοφθορά σε στρατιωτικά οχήματα στον Εβρο ρίχνοντας ζάχαρη στους κινητήρες.
Την πράξη αυτή την απέδωσε κατά τα ειωθότα σε «κομμουνιστική δολιοφθορά και διείσδυση εις τας Ενόπλους Δυνάμεις»...

Παρά το γεγονός ότι αρκετοί αναλυτές και κάποιοι πολιτικοί προέβλεπαν ότι η χώρα δεν επρόκειτο να φτάσει ομαλά στις εκλογές του Μαΐου του 1967, εντούτοις δεν υπήρξε καμία προετοιμασία, τουλάχιστον από την πλευρά της ΕΚ και της ΕΔΑ.
Χαρακτηριστικό το γεγονός ότι την παραμονή του δικτατορικού πραξικοπήματος η «Αυγή» δημοσίευε ανάλυση εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους δεν επρόκειτο να γίνει δικτατορία...

Ετσι φτάσαμε στη «μεγάλη νύχτα» η οποία διήρκεσε επτά ολόκληρα χρόνια και που στην κατάρρευσή της οδήγησε τον ελληνισμό στην τραγωδία της Κύπρου.

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης πρωταγωνίστησε στην ανατροπή του Γ. Παπανδρέου. Δίπλα του ο Γεώργιος Αναστασιάδης εντολοδόχος πρωθυπουργός της Αποστασίας

Μια ανεπανάληπτη κοινωνική εξέγερση 

Οταν επιχειρούμε να αξιολογήσουμε τη σπουδαιότητα και το βάθος σημαντικών ιστορικών συμβάντων τα κατατάσσουμε σε δύο κατηγορίες: στα τυχαία και τα αναγκαία. Τα πρώτα εξαντλούν τη σπουδαιότητά τους σ’ έναν πεπερασμένο ιστορικό ορίζοντα και συνήθως ερμηνεύονται μέσα από την τυπική λογική σχέση αιτίου - αποτελέσματος.

Αντίθετα, τα αναγκαία ιστορικά γεγονότα είναι ιδιαίτερα σύνθετα καθώς συνδέονται με μετασχηματισμούς που ξεκινούν από την οικονομική και κοινωνική βάση και εκτείνονται στο πολιτισμικό - ιδεολογικό εποικοδόμημα. Κι αυτοί οι μετασχηματισμοί αφήνουν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στην Ιστορία. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με το διαφωτιστικό υπόδειγμα, οδηγούν τις κοινωνίες σε ευρύτερες θεσμικές - δημοκρατικές κατακτήσεις και καταγράφουν στην εξέλιξη των ιστορικών πολιτισμών ανώτερες αξίες, αρχές και προτάγματα που αποτελούν τις ανοδικές - εξελικτικές βαθμίδες των ανθρώπινων κοινωνιών.

Πράγματι, αυτή η τόσο σημαντική περίοδος που κορυφώθηκε με τα Ιουλιανά και έκλεισε τραγικά με τη δικτατορία της 21ης Απριλίου αποτελεί ιστορικά αναγκαίο γεγονός για τις εξελίξεις και τα συμβάντα που διαδραματίστηκαν τα τελευταία 70 χρόνια στην πατρίδα μας.
Η ορμητική εισβολή κοινωνικών δυνάμεων ενός ευρέος φάσματος ξεπέρασε τους περιορισμούς του ιστορικού ορίζοντα, ακόμη και τις πολιτικές και κομματικές δυνάμεις που εκπροσωπούσαν τη μεγάλη αυτή κοινωνική πλειοψηφία. Ταυτόχρονα, μαζί με τις ταξικές - κοινωνικές διεκδικήσεις διατυπώθηκαν με απόλυτη σαφήνεια τα ιστορικά αιτήματα για δημοκρατία και δικαιοσύνη, για ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Για τα πεπερασμένα όρια που έθετε η ιστορική εκείνη εποχή για τη χώρα μας η κοινωνική αυτή έκρηξη και εισβολή στο ιστορικό προσκήνιο αποτελεί αξιοπρόσεκτη κοινωνική εξέγερση και επανάσταση που ξεπέρασε αυτούς τους ιστορικούς περιορισμούς. Γι’ αυτό και η μοναδική και ανεπανάληπτη αυτή εποχή μας απασχολεί και μας προβληματίζει ακόμη και σήμερα. Υπενθυμίζοντάς μας ότι η Ιστορία δεν εξελίσσεται γραμμικά ούτε απλώς επαναλαμβάνεται είτε ως τραγωδία είτε ως φάρσα (σύμφωνα με τη μαρξιστική ρήση).

Αντίθετα, η Ιστορία διαγράφει έναν ανοδικό σπειροειδή κύκλο και κάθε της περίοδος είναι μοναδική και ανεπανάληπτη. Εμείς σήμερα έχουμε το προνόμιο να αναστοχαζόμαστε και να αξιολογούμε αυτή την ιστορική τροχιά, με την προσδοκία ότι μπορούμε να κατανοήσουμε τις μεγάλες της στιγμές και να αντλήσουμε κάποια χρήσιμα διδάγματα, χωρίς βεβαίως, όπως αποδεικνύεται, να τρέφουμε «μεγάλες προσδοκίες».
{[['']]}

21 Ιουλίου 1965: Η μαρτυρία ενός αυτόπτη στη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα


Ενα έγκλημα χωρίς τιμωρία. Ποιοι τον ήθελαν νεκρό. Δέκα αναπάντητα ερωτήματα.

Του Γιώργου Βοϊκλή, δημοσιογράφου-συγγραφέα, - Hothistory

Eχουν περάσει 54 χρόνια από τον θάνατο του 23χρονου τότε Σωτήρη Πετρούλα -φοιτητή της ΑΣΟΕΕ και στελέχους του φοιτητικού κινήματος και της Αριστεράς- στη διάρκεια της διαδήλωσης εναντίον των αποστατών, μία εβδομάδα μετά την εκδήλωση του βασιλικού πραξικοπήματος που ανέτρεψε τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου.
Από τότε μέχρι σήμερα ο θάνατός του χαρακτηρίζεται δολοφονία. Ωστόσο, κατά την επίσημη γνωμάτευση του ιατροδικαστή -του αλήστου μνήμης Καψάσκη- ο θάνατός του οφειλόταν σε χτύπημα στον κρόταφο από μεταλλικό κουτί δακρυγόνου και σε ασφυξία από την εισπνοή δακρυγόνου.
Με βάση αυτήν τη γνωμάτευση ο θάνατός του χαρακτηρίστηκε ατύχημα.

Και σε αυτή την περίπτωση, βέβαια, θα έπρεπε να ασκηθεί αυτεπάγγελτη δίωξη από τις δικαστικές αρχές εναντίον εκείνων που έδωσαν την εντολή και εκείνου που εκτόξευσε τα δακρυγόνα εναντίον των διαδηλωτών προκαλώντας τον θάνατο ενός από αυτούς, η οποία δεν ασκήθηκε ποτέ.
Πέρα από αυτό, όμως, υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Σωτήρης Πετρούλας ναι μεν χτυπήθηκε από κουτί δακρυγόνου στον κρόταφο τα πρώτα λεπτά της επίθεσης της αστυνομίας εναντίον των διαδηλωτών, αλλά ο θάνατός του δεν οφειλόταν σε αυτό.

Η προηγούμενη μέρα. Η προειδοποίηση 

Μετά τη διαδήλωση βρισκόμαστε, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ο Σωτήρης και μια μικρή παρέα συντρόφων του σε ένα υπόγειο ταβερνάκι στον Κολωνό. Ο Σωτήρης μας δείχνει κάποια καρούμπαλα στο κεφάλι και κάτι μώλωπες στην πλάτη και μας λέει ότι στη διάρκεια της διαδήλωσης τον εντοπίζουν οι μυστικοί με τα πολιτικά, τον απομονώνουν, τον περικυκλώνουν και τον χτυπούν αλύπητα με τα κλομπ που βγάζουν μέσα από τα σακάκια τους.

Μας είπε ακόμη πως το ίδιο βράδυ τον πλησίασε ένας απ’ τους γνωστούς ασφαλίτες του σπουδαστικού και του ψιθύρισε στο αυτί: «Σωτήρη, πρόσεχε, θα σε φάνε».
Αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας αυτής της εκμυστήρευσης του Σωτήρη ήταν και ο Νίκος Δούκας, συμφοιτητής του στην ΑΣΟΕΕ εκείνη την εποχή. Η προειδοποίηση του γνωστού ασφαλίτη του σπουδαστικού είναι η πρώτη ένδειξη της προσχεδιασμένης δολοφονίας.

Το βράδυ της δολοφονίας 

 Η διαδήλωση Είμαστε μαζί με τον Σωτήρη στις πρώτες γραμμές των διαδηλωτών. Μετά την επίθεση της αστυνομίας διασκορπιζόμαστε και χάνουμε επαφή. Στο «ραντεβού ασφαλείας» που έχουμε ορίσει κάθε βράδυ στις 11 δεν έρχεται ο Σωτήρης, ενώ κυκλοφορεί η φήμη ότι σκοτώθηκε ένας φοιτητής.

Πάμε στο σημείο της αρχικής σύγκρουσης, στη γωνία Σταδίου και Εδουάρδου Λω, και ρωτάμε τον περίπτερα στο περίπτερο που βρίσκεται μπροστά στον κινηματογράφο Εσπερος αν είδε κάτι.
Μας απαντάει πως λίγα λεπτά μετά την επίθεση της αστυνομίας ήρθε μια κλούβα, σήκωσαν από την άσφαλτο έναν νεαρό που ήταν τραυματισμένος, τον έβαλαν στην κλούβα και έφυγαν. Αυτό κατά τις 9.30.
Μας είπε επίσης ότι από το σημείο που είχε πέσει ο νεαρός μάζεψε ένα πράσινο πλαστικό ντοσιέ. Πράγματι, ο Σωτήρης κουβαλούσε πάντα μαζί του, στη μασχάλη του, ένα πράσινο πλαστικό ντοσιέ. Ρωτήσαμε τον περιπτερά πού βρίσκεται τώρα αυτό το ντοσιέ και μας είπε πως κατέβηκε και το πήρε ένας δημοσιογράφος της «Αυγής», που τα γραφεία της ήταν ένα τετράγωνο πιο πάνω.

Επίθεση αστυνομικών εναντίον της διαδήλωσης στην οποία μετείχε ο Σ. Πέτρουλας

Η μαρτυρία του περίπτερα για τη μεταφορά του τραυματισμένου νεαρού με την κλούβα, το γεγονός δηλαδή ότι όταν τον πήραν ήταν ζωντανός, είναι η δεύτερη ένδειξη ότι πρόκειται για προγραμματισμένη δολοφονία.
Μετά τη συζήτηση με τον περιπτερά πήγαμε στα γραφεία της «Αυγής» και μας έδωσαν το ντοσιέ. Ηταν το ντοσιέ του Σωτήρη, η επιβεβαίωση πως κάτι του είχε συμβεί, γιατί ποτέ δεν θα το εγκατέλειπε.


Την ίδια νύχτα - Η αναζήτηση

Εχει πάει ήδη μεσάνυχτα. Με το αυτοκίνητο της «Αυγής» και τον οδηγό του πάμε στον σταθμό πρώτων βοηθειών και ρωτάμε αν τους έχουν πάει κάποιον τραυματία. Μας απαντάνε ότι κατά τις 11 τους έφεραν κάποιον που ήταν ήδη νεκρός και τον έστειλαν στο νεκροτομείο.

Το πρώτο αναπάντητο ερώτημα είναι: Ποιοι αποτελούσαν το πλήρωμα της κλούβας στην οποία τον επιβίβασαν;

Το δεύτερο αναπάντητο ερώτημα είναι: Γιατί δεν τον μετέφεραν σε νοσοκομείο, όπως τους άλλους τραυματίες;

Και το τρίτο: Πού βρισκόταν ο τραυματισμένος Σωτήρης από τις 9.30 που τον πήρε η κλούβα από το σημείο που έπεσε μέχρι τις 11 που πέρασε από τον σταθμό πρώτων βοηθειών για να διαπιστωθεί ο θάνατός του; Δηλαδή για πάνω από μιάμιση ώρα.

Κι ακόμη: Ποιοι ήταν αυτοί με τις λευκές μπλούζες που τον παρέδωσαν νεκρό στον σταθμό πρώτων βοηθειών χωρίς να δώσουν τα στοιχεία τους;

Μεταφορά του φέρετρου από το Γ' Νεκροταφείο στο Νεκροτομείο.

Οπως είμαστε, με το αυτοκίνητο της «Αυγής», πάμε στο νεκροτομείο στην οδό Μασσαλίας. Η ώρα είναι περίπου 12.30 μετά τα μεσάνυχτα. Ρωτάμε για τον νεκρό φοιτητή και ένας φύλακας μας λέει πως έγινε η νεκροψία και η σορός του έχει μεταφερθεί στο Γ' Νεκροταφείο.

Το πέμπτο αναπάντητο ερώτημα είναι: Γιατί έγινε τόσο εσπευσμένα -μέσα σε μια ώρα- η νεκροψία;

Κι ακόμη: Γιατί δεν ενημερώθηκε η οικογένεια πριν από τη μεταφορά του νεκρού στο νεκροταφείο; Αυτό είναι το έκτο αναπάντητο ερώτημα, που συνδέεται με το επόμενο.

Ξενυχτώντας στο Γ' Νεκροταφείο 

Από τη Μασσαλίας φεύγουμε αμέσως με το ίδιο αυτοκίνητο για το Γ' Νεκροταφείο. Από την κλειδαρότρυπα του νεκροθαλάμου όπου είναι κλειδωμένος βλέπουμε τη σορό του Σωτήρη πάνω σ’ έναν πάγκο, σκεπασμένη μ’ ένα σεντόνι.
Τον γνωρίζουμε απ’ το σουλούπι του. Λίγο πιο πέρα δύο νεκροθάφτες ανοίγουν έναν τάφο μέσα στ’ άγρια μεσάνυχτα. Βρίσκουμε έναν παπά και τον ρωτάμε τι συμβαίνει. Μας λέει ότι έχει εντολή να θάψει τον νεκρό φοιτητή προτού ξημερώσει.

Στεκόμαστε φρουρά μπροστά στην πόρτα του νεκροθαλάμου, που δεν έχει άλλη είσοδο ούτε παράθυρα, αποφασισμένοι να μην αφήσουμε να τον βγάλουν από κει μέσα και κάποιοι φεύγουν να ειδοποιήσουν τους συντρόφους, την οικογένειά του και το κόμμα.

Προτού χαράξει έρχεται ένα ΡΕΟ στην είσοδο του νεκροταφείου από το οποίο κατεβαίνει μια μοίρα χωροφυλάκων με ένα πολυβόλο, που το στήνουν απέναντι μας, απέναντι από την είσοδο του νεκροθαλάμου, την οποία έχουμε φράξει με τα κορμιά μας.

Στο μεταξύ έχουν αρχίσει να έρχονται δεκάδες σύντροφοι και να παρατάσσονται μαζί μας. Ερχεται η οικογένεια του Σωτήρη, η μητέρα του, ο αδερφός του και η αδερφή του. Ερχεται αντιπροσωπεία βουλευτών της ΕΔΑ, ανάμεσά τους ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Μίκης Θεοδωράκης, κι αρχίζει να διαπραγματεύεται με τον επικεφαλής των χωροφυλάκων.

Ο Μίκης μας ενημερώνει πως μόνο ο υπουργός Δημόσιας Τάξης μπορεί να ανακαλέσει την εντολή που έχει για άμεση ταφή του νεκρού και ότι πήγε να τον συναντήσει ο Λεωνίδας.
Η αναμονή συνεχίζεται για πάνω από δύο ώρες. Εχει ξημερώσει για τα καλά πια όταν επιστρέφει ο Λεωνίδας με την έγγραφη αναίρεση από τον υπουργό της προηγούμενης απόφασης και την άδεια να δοθεί η σορός του νεκρού στην οικογένειά του.

Το φέρετρο στο σπίτι του Πέτρουλα. Στο βάθος ο πατέρας του.

Η έμμεση απόδειξη της δολοφονίας

Το έβδομο αναπάντητο ερώτημα λοιπόν είναι: Πού αποσκοπούσε η απόφαση της εσπευσμένης εν κρυπτώ ταφής του νεκρού, κατά παράβαση κάθε γραπτού και άγραφου νόμου;
Απλώς στο να αποφευχθεί «η αναταραχή μιας κηδείας με μαζική συμμετοχή του λαού», όπως ισχυρίστηκε ο υπουργός;

Η απάντηση βρίσκεται μάλλον στην επόμενη βάσιμη ένδειξη: όταν η σορός του Σωτήρη έφτασε στο σπίτι του, στην Κολοκυνθού, είδαμε τους μώλωπες από τα χτυπήματα των κλομπ που μας είχε δείξει το βράδυ της παραμονής της δολοφονίας του.
Είδαμε το χτύπημα από το κουτί του δακρυγόνου στον δεξιό του κρόταφο, που ήταν μόνο μια επιφανειακή αμυχή. Είδαμε όμως και κάτι που μας έκανε μεγάλη εντύπωση. Ο λαιμός και ο τράχηλός του είχαν χαραχτεί από το νυστέρι του νεκροτόμου χιλιοστό χιλιοστό, ώστε να μην υπάρχει καθόλου επιδερμίδα.
Για ποιον λόγο έγινε αυτό; Και τι σχέση είχε με τον πιθανό θάνατο από τον τραυματισμό ή την εισπνοή δακρυγόνου;

Αυτό είναι το όγδοο και ένα από τα πιο καίρια ερωτήματα που, αν και διατυπώθηκε επανειλημμένα, δεν απαντήθηκε ποτέ. Είναι προφανές ότι η αφαίρεση της επιδερμίδας στον λαιμό και τον τράχηλο είχε στόχο να εξαφανίσει τα ίχνη του στραγγαλισμού, που ήταν η πραγματική αιτία του θανάτου του.

Στον Τύπο εκείνων των ημερών δημοσιεύτηκε, βέβαια, η πληροφορία ότι με πρωτοβουλία της οικογένειας του Σωτήρη έγινε πριν από την ταφή του δεύτερη νεκροψία, που κατέληξε στην ίδια γνωμάτευση ως προς τα αίτια του θανάτου του. Δεν δόθηκε ωστόσο στη δημοσιότητα κανένα επίσημο τεκμήριο της γνωμάτευσης αυτής.

Γιατί δεν δόθηκε στη δημοσιότητα η δεύτερη νεκροψία είναι το ένατο ερώτημα. Γιατί δεν διερευνήθηκαν από τις ανακριτικές και τις δικαστικές αρχές οι ενδείξεις που προαναφέραμε και δεν έγινε καμιά ενέργεια από τις ίδιες να απαντηθούν αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα;

Τις πρώτες ημέρες μετά τη δολοφονία δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες η πληροφορία ότι η οικογένεια κατέθεσε μήνυση «κατά παντός υπευθύνου». Η πληροφορία αυτή όμως δεν είχε καμία συνέχεια.
Δεν έγινε καμιά ανάκριση και δεν εκδικάστηκε καμία μήνυση για τη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα.

Το «γιατί;» θα μπορούσε να είναι το δέκατο αναπάντητο ερώτημα για το μυστήριο της δολοφονίας του Σωτήρη Πέτρουλα. Και την απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορούσε να μας δώσει η οικογένειά του.

Ποιοι και γιατί τον δολοφόνησαν  

Το βάσιμο ερώτημα ποιοι και γιατί να δολοφονήσουν τον Σωτήρη Πέτρουλα μου το έχουν απευθύνει σχεδόν όλοι όσοι άκουσαν τους ισχυρισμούς μου για το θέμα Η  απάντησή μου έχει δύο σκέλη;

Το πρώτο προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα ποιοι  και γιατί θα μπορούσαν να σχεδιάσουν και να εκτελέσουν τη δολοφονία ενός διαδηλωτή σε εκείνη την πολιτική συγκυρία.

Σ’ αυτό μπορούμε να απαντήσουμε αν κάνουμε ένα χρονικό άλμα δέκα μηνών, τον Απρίλιο του 1967, όταν αποκαλύφθηκαν τα σχέδια για δύο πραξικοπήματα κατάλυσης της δημοκρατίας: το «βασιλικό» -«των στρατηγών»- και των συνταγματαρχών, που τους πρόλαβαν κάνοντας το επιτυχημένο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, δέκα ημέρες πριν από τις εκλογές τις οποίες ήταν προφανές ότι θα κέρδιζε ο Γεώργιος Παπανδρέου.


Τα δίκτυα των δύο ομάδων πραξικοπηματιών και προπαντός του δεύτερου υπήρχαν, βέβαια από πολύ νωρίς, όχι μόνο στον στρατό αλλά και στην ΚΥΠ (που ήταν και επίσημα υπό τον έλεγχο του Γ. Παπαδόπουλου), στα σώματα ασφαλείας και στον υπόλοιπο κρατικό μηχανισμό καθώς και στη Δικαιοσύνη. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι το ότι πρώτος πρωθυπουργός της δικτατορίας ήταν ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου.

Είναι φανερό λοιπόν ότι αυτά τα δίκτυα υπήρχαν και λειτουργούσαν προωθώντας τη δική τους πολιτική στη διάρκεια των γεγονότων του Ιουλίου του 1965. Και η πολιτική τους ήταν να οξύνουν τις καταστάσεις, να προκαλέσουν «εκτός ελέγχου» διαμαρτυρίες, ώστε να σαμποτάρουν την κοινοβουλευτική διαδικασία εξόδου από την πολιτική κρίση και να δικαιολογήσουν την επέμβαση του στρατού.

Μια κυνική ομολογία για τον καθοριστικό ρόλο των μυστικών υπηρεσιών στα γεγονότα του Ιουλίου 1965 περιλαμβάνεται στην έκθεση του αντισυνταγματάρχη Μάρσαλ, στρατιωτικού ακολούθου της πρεσβείας των ΗΠΑ, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εθνος» της 5/8/1965, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «τα πρόσωπα που πήραν μέρος στην επιχείρηση έλαβαν λεπτομερείς οδηγίες και έδρασαν κάτω από τον αυστηρό έλεγχο των πρακτόρων της ΚΥΠ των ΗΠΑ».
Τους ήταν χρήσιμος λοιπόν ο θάνατος ενός διαδηλωτή σε εκείνη την πολιτική συγκυρία.


Το συμπληρωματικό ερώτημα είναι: Γιατί ο διαδηλωτής αυτός να είναι ο Σωτήρης Πέτρουλας;

Η απάντηση είναι πως ο Σωτήρης δεν ήταν ένας τυχαίος διαδηλωτής αλλά στέλεχος του φοιτητικού κινήματος και της Αριστεράς στον χώρο της νεολαίας. Είχε πρωτοστατήσει στο κίνημα του 1-1-4 (επικεφαλής στην ομάδα που τοποθέτησε τη σημαία του 1-1-4 πάνω από την είσοδο του Πανεπιστημίου της Αθήνας).

Ηταν εκλεγμένος εκπρόσωπος των φοιτητών της σχολής του και υπεύθυνος των οργανώσεων της νεολαίας ΕΔΑ σε όλες τις πανεπιστημιακές σχολές εκτός του Πανεπιστημίου της Αθήνας.
Ηταν ηγετική προσωπικότητα στον χώρο της νεολαίας, που είχε απήχηση και πέρα από τον χώρο της Αριστεράς.
Γι' αυτό και είχε προγραφεί από τα δίκτυα της αντίδρασης, όπως μαρτυρεί και η προειδοποίηση από ασφαλίτη του σπουδαστικού που μας εκμυστηρεύτηκε την παραμονή της δολοφονίας του.
Δεν μπορούσε βέβαια να είναι σκόπιμος ο τραυματισμός του από το κουτί του δακρυγόνου. Ηταν όμως η ευκαιρία για να εκτελέσουν το σχέδιό τους όταν βρέθηκε ανυπεράσπιστος στα χέρια τους.

Ολα αυτά δεν έχουν, βέβαια, κανένα πρακτικό αντίκρισμα σήμερα, έπειτα από μισό αιώνα.
Εχουν ωστόσο τη σημασία τους για την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης.
{[['']]}

180 χρόνια κρατά η συζήτηση για το πανεπιστημιακό άσυλο


Το ζήτημα ετέθη για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1859 στα γεγονότα που έμειναν γνωστά ως «Σκιαδικά», όταν η είσοδος του στρατού στο πανεπιστήμιο καταγγέλθηκε στη Γερουσία ως καταπάτηση «του ασύλου των επιστημών» − παρθενική μνεία του επίμαχου (τότε άγραφου) θεσμού στη Νεοελληνική Ιστορία ο οποίος κατοχυρώθηκε νομοθετικά το 1982.

Μπορεί το πανεπιστημιακό άσυλο να κατοχυρώθηκε νομοθετικά μόλις το 1982, με τον νόμο-πλαίσιο του ΠΑΣΟΚ για τα ΑΕΙ που συμπύκνωσε θεσμικά τις κατακτήσεις και διεκδικήσεις του μεταπολιτευτικού φοιτητικού κινήματος, η ύπαρξη και η έκτασή του αποτελούσαν ωστόσο αντικείμενο δημόσιας συζήτησης ήδη από την πρώτη εμφάνιση της νεολαίας ως πολιτικοκοινωνικής κατηγορίας στη χώρα μας.

Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με την αντιδραστική παραφιλολογία περί εγγενούς «βίας και ανομίας» των πανεπιστημιακών χώρων: όπως έχει αναλυθεί λεπτομερώς στις στήλες τούτης της εφημερίδας («Ανομία ετών 180», «Εφ.Συν.», 29.9.2018), τα σποραδικά επεισόδια μεταξύ καθηγητών και φοιτητών ή μεταξύ των τελευταίων και της αστυνομίας έχουν ακριβώς την ίδια ηλικία με τα ελληνικά ΑΕΙ.

Η πρώτη φορά

Πρώτη φορά ζήτημα πανεπιστημιακού ασύλου ετέθη στις 11 Μαΐου 1859, κατά την παρθενική εμφάνιση του νεανικού κινήματος στη χώρα μας, στα γεγονότα που έμειναν γνωστά ως «Σκιαδικά» (βλ. αναλυτικά «Εφ.Συν.», 11.5.2019).

Εκατό περίπου μαθητές, καταδιωκόμενοι από την αστυνομία και ακολουθούμενοι από «όχλον πολύν, το πλείστον κατωτάτης τάξεως και πάσης ηλικίας», κατέφυγαν για προστασία στο μοναδικό τότε (κεντρικό σήμερα) κτίριο του Πανεπιστημίου, όπου «ολίγιστοι» φοιτητές «ηνώθησαν μετ’ αυτών, παρασυρθέντες υπό της εσφαλμένης ιδέας ότι οι προσελθόντες ηδύναντο να επικαλεσθώσιν το δικαίωμα της φιλοξενίας».

Η κυβέρνηση περικύκλωσε τον χώρο με αστυνομία και στρατό και, μετά την αποχώρηση των καταληψιών, εγκατέστησε εκεί στρατιωτική φρουρά.

Οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες που διαμαρτυρήθηκαν σε όλους τους τόνους για την ολιγόωρη παραβίαση του «ιερού καταγωγίου των Μουσών» από τα εξωφοιτητικά στοιχεία, ουδόλως ενοχλήθηκαν φυσικά από την επίσημη διακοπή των μαθημάτων για κάμποσες μέρες.

Η είσοδος του στρατού στο πανεπιστήμιο καταγγέλθηκε όμως στη Γερουσία ως καταπάτηση «του ασύλου των επιστημών» − παρθενική μνεία του επίμαχου (άγραφου) θεσμού στη Νεοελληνική Ιστορία και δη με το περιεχόμενο που απορρίπτουν σήμερα οι αρνητές του:

«Αυτά τα σκηνώματα της παιδείας ως και εκείνα της θρησκείας», εξήγησε ο γερουσιαστής Δημήτριος Χρηστίδης, «εθεωρήθησαν πανταχού ιερά άσυλα, και ποτέ η ένοπλος δύναμις δεν συγχωρείται να εισβάλη εις αυτά διά να πολεμήση μάλιστα παιδάρια» (Κώστας Λάππας, «Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα», Αθήνα 2004, σ. 509).

Διεκδίκηση και κατοχύρωση

Δεκέμβριος 2008. Μπορεί οι διαδικασίες άρσης του ασύλου να είχαν ήδη απλοποιηθεί, η κυβέρνηση Καραμανλή δεν μπορούσε όμως να σηκώσει το βάρος ενός νέου ’73

Τις επόμενες δώδεκα δεκαετίες, ο θεσμός του πανεπιστημιακού ασύλου αναγνωρίζεται τυπικά ακόμη και σε συνθήκες κάθε άλλο παρά φιλελεύθερες.

Οπως επισήμανε μεταπολιτευτικά ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος, «το μόνο που αμφισβητήθηκε και πριν από τη δικτατορία και ύστερα απ’ αυτήν είναι αν το προαύλιο του Πανεπιστημίου αποτελεί επέκταση του ασύλου ή όχι» («Νομικός Διάλογος», τχ.2, 10.1979).

Ακραίο παράδειγμα, όσα συνέβησαν επί χούντας, όταν αυτή βρέθηκε αντιμέτωπη με το μαζικό αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα.

Η εισβολή της αστυνομίας στο ΕΜΠ (14.2.1973) προκάλεσε παραίτηση της Συγκλήτου του ιδρύματος, ακριβώς λόγω καταπάτησης του ασύλου.

Για τον ίδιο λόγο, το ίδιο όργανο θα αρνηθεί στις 15.11.1973 να δώσει άδεια εκκένωσης του Πολυτεχνείου· μετά την επέμβαση των τανκς και την κήρυξη στρατιωτικού νόμου, η εκ μέρους του αναδρομική έγκριση των κατασταλτικών μέτρων θα στηριχθεί στο επιχείρημα πως «η μεγάλη πλειονότης των συγκεντρωθέντων εντός του Ιδρύματος απετελείτο από πρόσωπα διαφόρων κατηγοριών ξένων προς το Πολυτεχνείον», στα οποία αποδόθηκαν τόσο «η κατίσχυσις των πολιτικών συνθημάτων έναντι των σπουδαστικών» όσο και οι ζημιές που πρόβαλε η χουντική προπαγάνδα (βλ. «Εφ.Συν.» 17/11/2018).

Παρόμοιο σκεπτικό είχε προβάλει και η Σύγκλητος του ΕΚΠΑ, όταν έδωσε το πράσινο φως για βίαιη εκκένωση της κατειλημμένης Νομικής (20.3.1973): στόχο της άρσης του ασύλου, υποστήριξε, αποτέλεσε μια «ομάδα φοιτητών, ελαχίστη εν σχέσει προς τον όγκον του φοιτητικού κόσμου», η οποία «διά της στάσεώς της, παρά πάσαν έννοιαν δικαίου και ελευθερίας, προσπαθεί να εμποδίσει την άσκησιν του αναφαιρέτου δικαιώματος των φοιτητών, όπως μορφωθούν». Λες και ακούμε προεκλογικό σποτ του Κυριάκου Μητσοτάκη!

Στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, η ύπαρξη και η έκταση του ασύλου αμφισβητήθηκαν πάλι από τον σκληρό πυρήνα του κράτους των εθνικοφρόνων, που αντιστεκόταν πεισματικά στον εκδημοκρατισμό της δημόσιας ζωής.

Τον Μάιο του 1977, ο χουντικός εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ευστάθιος Μπλέτσας, γνωμοδότησε έτσι ότι πανεπιστημιακό άσυλο δεν υφίσταται και πως η αστυνομία έχει δικαίωμα και καθήκον να μπαίνει όποτε θέλει στα ΑΕΙ, να παρίσταται στις φοιτητικές συνελεύσεις «εάν αυταί παρεξέκλιναν του σκοπού τους και μετατράπηκαν σε πολιτικές συναθροίσεις», καθώς και «να ανακαλύπτει και να προσαγάγει σε δίκη τους φυσικούς ή ηθικούς αυτουργούς» των «εγκλημάτων» της αφισοκόλλησης, της ανάρτησης πανό και της αναγραφής συνθημάτων στους τοίχους.

Οι θυελλώδεις αντιδράσεις υποχρέωσαν την κυβέρνηση ν’ αναδιπλωθεί, όχι όμως και να εγκαταλείψει τις προσπάθειες περιστολής της αριστερόστροφης ενδοπανεπιστημιακής «ανομίας».

Για τα χαρακτηριστικά αυτής της τελευταίας, αρκετά εύγλωττο είναι ένα μικροεπεισόδιο της εποχής έξω από τη Φιλοσοφική του ΑΠΘ: «όταν ενωμοτάρχης επιχείρησε να συλλάβη φοιτητή που διένειμε έντυπο του Κ.Κ.Ε.», διαβάζουμε στο «Βήμα» (11.11.1977), «ο φοιτητής προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη συγκρατήθηκε από το κιγκλίδωμα της πόρτας της αυλής της σχολής, ενώ συμφοιτητές του απομάκρυναν τον ενωμοτάρχη διεκδικώντας το δικαίωμα του πανεπιστημιακού ασύλου».

Από τον «Ριζοσπάστη» της ίδιας μέρας πληροφορούμαστε ότι πέντε μέλη της ΚΝΕ είχαν καταδικαστεί από δικαστήρια της συμπρωτεύουσας για διανομή... προεκλογικού υλικού χωρίς ειδική αστυνομική άδεια!

Ο υπουργός Παιδείας Γ. Ράλλης είχε πάλι απαγορεύσει κάθε προεκλογική εκδήλωση (της Αριστεράς) σε πανεπιστημιακούς χώρους· από τον νεοδημοκρατικό Τύπο, σαν ύψιστο δείγμα αντιεκπαιδευτικής «ασέβειας» –για το οποίο έπρεπε «να δοθούν εξηγήσεις»– προβλήθηκε μια ομιλία της Μαρίας Δαμανάκη εντός του Πολυτεχνείου («Βραδυνή», 9/11/1977)...

Στο θεσμικό επίπεδο, η κυβέρνηση Καραμανλή απέρριψε το 1975 πρόταση της αντιπολίτευσης για ρητή αναγνώριση του ασύλου από το νέο Σύνταγμα.

Ο βραχύβιος Ν. 815/1978 (που δεν εφαρμόστηκε, χάρη στη φοιτητική εξέγερση του 1979) το αγνόησε, η δε Επιτροπή Πρυτάνεων που συστήθηκε το 1980 για την αναμόρφωση των ΑΕΙ το παρέκαμψε, ισχυριζόμενη πως αποτελούσε «πολιτικό» και όχι εκπαιδευτικό ζήτημα. Τελικά, το πανεπιστημιακό άσυλο καθιερώθηκε νομοθετικά μόλις το 1982, από την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Από τον Αντρέα στον Αδωνι

Η νομοθετική κατοχύρωση δεν απέτρεψε βέβαια ουκ ολίγες καταπατήσεις του ασύλου στην πράξη από αστυνομικά όργανα με διάφορες ευκαιρίες, όχι πάντα βίαιες.

Σύμφωνα με αναλυτικό πίνακα που δημοσιεύσαμε παλιότερα στον «Ιό», μεταξύ 1983 και 2006 σημειώθηκαν τουλάχιστον 13 εισβολές αστυνομικών ή στρατονόμων σε πανεπιστημιακούς χώρους, οι 9 δίχως άδεια των αρμόδιων πανεπιστημιακών οργάνων («Ελευθεροτυπία», 26.11.2006).

Πολύ περισσότερες υπήρξαν, φυσικά, οι περιπτώσεις στις οποίες τα μεν αρμόδια όργανα αρνήθηκαν ή απέφυγαν σχετική εξουσιοδότηση, η δε ΕΛ.ΑΣ. έκρινε προτιμότερο ν’ αφήσει τα πράγματα να εκτονωθούν.

Σε γενικές γραμμές, αυτό που καθόρισε τη στάση τόσο των μεν όσο και των δε ήταν ένας συνδυασμός τεχνικών και πολιτικών παραμέτρων. Σε ποιο βαθμό, δηλαδή, η εκάστοτε πολιτικοϊδεολογική συγκυρία επέτρεπε (ή και επέβαλλε) μια αστυνομική επέμβαση, λαμβάνοντας υπόψη το πιθανολογούμενο κάθε φορά κόστος σε ανθρώπινα θύματα ή/και ανεπιθύμητες σκηνές.

Στη γιορτή του Πολυτεχνείου το 1995, η άρση του ασύλου από τη Σύγκλητο του ΕΜΠ και η σύλληψη 483 αντιεξουσιαστών που βρέθηκαν εκεί τα ξημερώματα της επομένης δεν επιβλήθηκε μόνο από τις κραυγές των ιδιωτικών καναλιών, οι πολύωρες ζωντανές συνδέσεις των οποίων είχαν αναγάγει το κάψιμο μιας σημαίας σε μείζονα προβολή της δημόσιας τάξης.

Διευκολύνθηκε επίσης σημαντικά από την ταυτόχρονη αιματηρή εξέγερση των βαρυποινιτών του Κορυδαλλού, μέσω της οποίας η κοινή γνώμη είχε ήδη εθιστεί στην ιδέα μιας δυναμικής καταστολής, ακόμη και ενδεχόμενων θανάτων.

Παρόλο που τα κανάλια κράτησαν εξίσου αιμοβόρα στάση κατά την πολύμηνη εξέγερση της πανεπιστημιακής κοινότητας το 2006-2007 ενάντια στο «σχέδιο Γιαννάκου», η κυβέρνηση Καραμανλή απέφυγε να στείλει τα ΜΑΤ στις κατειλημμένες σχολές του αθηναϊκού κέντρου, ακόμη κι όταν αυτές μετατρέπονταν σε ορμητήρια συγκρούσεων.

Οπως εξηγούσαμε τότε με εκτενές φωτορεπορτάζ στην «Ελευθεροτυπία» (3.3.2007), η απροθυμία αυτή οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι, πίσω από την τηλεοπτική βιτρίνα της σύγκρουσης μερικών δεκάδων διαδηλωτών με τα ΜΑΤ, τα κατειλημμένα ΑΕΙ λειτουργούσαν επίσης τις ίδιες ώρες ως καταφύγιο (και χώρος συνεδρίασης) χιλιάδων άλλων νέων − το μακέλεμα και η ομαδική δίωξη των οποίων θα μετατρεπόταν ταχύτατα σε πολιτικό μπούμερανγκ για τους εντολείς τους.

Οι εξελίξεις των επόμενων χρόνων επιβεβαίωσαν πλήρως αυτή την εκτίμηση. Μπορεί ο Ν. 3549 της Μαριέτας Γιαννάκου που ψηφίστηκε στις 8.3.2007 εν μέσω οδομαχιών να κατάργησε τις πολύπλοκες διαδικασίες του 1982, μεταφέροντας την αρμοδιότητα άρσης του ασύλου στο ολιγομελές Πρυτανικό Συμβούλιο, και να οριοθέτησε τον θεσμό ώστε να καλύπτει μόνο εκπαιδευτικές λειτουργίες, τα Δεκεμβριανά του 2008 απέδειξαν όμως με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο τα πρακτικά όρια αυτής της θεσμικής τομής.

«Οι πανεπιστημιακές αρχές δεν κάλεσαν την αστυνομία, επειδή φοβούνταν πως η βία μπορούσε να κλιμακωθεί», ενημέρωσε κατόπιν εμπιστευτικά την αμερικανική πρεσβεία ο πρύτανης του ΕΚΠΑ Χρήστος Κίττας, διευκρινίζοντας πως, όταν ο ίδιος βολιδοσκόπησε τις φοιτητικές παρατάξεις γι’ αυτό το ενδεχόμενο, οι πάντες πλην της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ τον απείλησαν πως, «έτσι κι έκανε αυτό το βήμα, θα συνενώνονταν με τους αναρχικούς» (WikiLeaks, έκθεση αρ. 997 της 9/6/2009).

Ακολούθησε το 2011 ο Ν. 4009 της Αννας Διαμαντοπούλου, με την ευγενή στήριξη του Αδώνιδος Γεωργιάδη, βουλευτή τότε του ακροδεξιού ΛΑΟΣ.

Η υπερψήφισή του (και) από τη Ν.Δ. έγινε με όρο την πλήρη κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και αποτέλεσε την πρόβα τζενεράλε για τη μετέπειτα συγκυβέρνηση των τριών κομμάτων με πρωθυπουργό τον τραπεζίτη Παπαδήμο.

Στην πράξη, το νέο πλαίσιο εφαρμόστηκε κυρίως από την κυβέρνηση Σαμαρά, με τα ΜΑΤ να μπαινοβγαίνουν στα ΑΕΙ για ψύλλου πήδημα αλλά και μεμονωμένους νταήδες της ΕΛ.ΑΣ. να προκαλούν αυτόβουλα διάφορα επεισόδια με φοιτητές. Η σχετική ειδησεογραφία της τριετίας, όπως αποτυπώθηκε σε εφημερίδες και πόρταλ, είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττη.

Η τραγωδία ως φάρσα;

Το πανεπιστημιακό άσυλο επανήλθε σε ισχύ επί ΣΥΡΙΖΑ και υπουργίας του πανεπιστημιακού Κώστα Γαβρόγλου (Ν. 4485/2017).

Η σχετική διάταξη επαναφέρει την αρμοδιότητα του πρυτανικού συμβουλίου, διακηρύσσει πως ο θεσμός προστατεύει –πλην των ακαδημαϊκών λειτουργιών– «την κατοχύρωση των δημοκρατικών αξιών», επιτρέπει δε ρητά αυτεπάγγελτες επεμβάσεις της ΕΛ.ΑΣ. «σε περιπτώσεις κακουργημάτων και εγκλημάτων κατά της ζωής» − καμιά απολύτως σχέση, δηλαδή, με τη διάχυτη παραφιλολογία περί «ασυλίας εμπόρων ναρκωτικών» κ.λ.π.

Η πρόσφατη ανάδειξη του ασύλου σε επίκεντρο της προεκλογικής καμπάνιας του Κυριάκου Μητσοτάκη φαντάζει έτσι τουλάχιστον περίεργη: στην τετραετία που μεσολάβησε ούτε άξιο λόγου φοιτητικό κίνημα είχαμε, ούτε εντυπωσιακές συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών με ορμητήριο κάποιον πανεπιστημιακό χώρο.

Τα εθιμικά δε μικροεπεισόδια στα περίχωρα του ΕΜΠ, συστατικό στοιχείο του σύγχρονου τουριστικού φολκόρ των Εξαρχείων, δύσκολα θα μπορούσαν ν’ αξιωθούν παρόμοια υπερπροβολή.

Να υποθέσουμε πως η όλη φασαρία έγινε για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους; Μήπως, πάλι, την προκάλεσαν κάποια αθεράπευτα ψυχικά τραύματα της οικογένειας Μητσοτάκη από τη νικηφόρα πανεκπαιδευτική εξέγερση του 1990-1991;

Το πιθανότερο είναι, πάντως, να πρόκειται για άσκηση θεσμικής προπαρασκευής, με σκοπό τη μελλοντική καταστολή των αντιδράσεων που η κυβέρνηση αναμένει να πυροδοτήσουν τα μέτρα που μας ετοιμάζει.

Πηγή: Τάσος Κωστόπουλος - "Εφημερίδα των Συντακτών"
{[['']]}

Οταν η Αστυνομία δούλευε με μέντιουμ...

ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 13.8.195 Πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ για την εμπλοκή του μέντιουμ. Η εφημερίδα είναι από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Την περίοδο του Μεσοπολέμου υπάρχουν δημοσιεύματα για εμπλοκή σε έρευνες διαφόρων αστυνομικών υποθέσεων μέντιουμ, κατά κανόνα με προτροπή δημοσιογράφων και κατά σύμπτωση (;) πάντα διαπιστευμένων από τη συγκεκριμένη Εταιρία Ψυχικών Ερευνών.
Τα χρόνια των πιο άγριων και αιματηρών διώξεων κομμουνιστών και δημοκρατικών πολιτών, οι μετεμφυλιακές διωκτικές αρχές του κράτους της Δεξιάς εμπιστεύονταν την εξιχνίαση διαφόρων υποθέσεων σε… μέντιουμ!

Μάλιστα, μέσα από το επίσημο περιοδικό της Αστυνομίας, τα «Αστυνομικά Χρονικά», διαφημιζόταν όχι μόνο το αποτέλεσμα της απίστευτης «συνεργασίας» αλλά προωθούνταν, με ξεκάθαρο τρόπο, συγκεκριμένα μέντιουμ, όλα συνδεδεμένα με τη λεγόμενη «Εταιρία Ψυχικών Ερευνών», που είχε δημιουργήσει προ ετών ένας απόστρατος του Ναυτικού, ο Αγγελος Τανάγρας.

Ετσι, ανάμεσα σε μια πύρινη αντικομμουνιστική αρθρογραφία υπήρχαν άρθρα αξιωματικών της Αστυνομίας και αναφορές Σταθμών Χωροφυλακής για τη βοήθεια μέντιουμ στην εξιχνίαση διαφόρων υποθέσεων, αλλά και του Τανάγρα, που διαπραγματευόταν… καίρια θέματα, όπως «Χαρακτηριστικές περιπτώσεις τηλεπάθειας δύο σκύλων και ενός περιστεριού» (τ. 15.11.1955), «Μέντιουμ που προβλέπουν με τ’… αυτιά» (τ. 1.6.1956).

Είναι γεγονός ότι αυτή η περίεργη σχέση συνεργασίας διωκτικών αρχών με μέντιουμ δεν αποτελεί ελληνική πατέντα. Ανατρέχοντας στον διεθνή Τύπο υπάρχουν δημοσιεύματα που εμφανίζουν διάφορα μέντιουμ να διαφημίζουν τη συνεργασία τους με αστυνομικές αρχές. Ωστόσο, πουθενά δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση και διαρκώς επαναλαμβάνεται, σε τέτοιες περιπτώσεις, ότι «ελέγχονται όλες οι πληροφορίες που λαμβάνουμε απ’ οποιοδήποτε πρόσωπο».

Κάπως έτσι, παρουσιάστηκε στην περίοδο του Μεσοπολέμου και στην Ελλάδα η ανάμειξη κάποιων μέντιουμ, κατά σύμπτωση (;) πάντα μελών της «Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών», στην εξιχνίαση διαφόρων υποθέσεων. Ομως, τη δεκαετία του 1950 μέσω του επίσημου δεκαπενθήμερου περιοδικού του Αρχηγείου της Αστυνομίας Πόλεων αυτή η συνεργασία πήρε επίσημο χαρακτήρα!

Από το 7ο κιόλας τεύχος του περιοδικού «Αστυνομικά Χρονικά», που κυκλοφόρησε την 1η Σεπτεμβρίου 1953, υπήρχε άρθρο του Τανάγρα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Οι εκμεταλλευταί των ψυχικών φαινομένων».

Με αυτό το άρθρο γινόταν διαχωρισμός, από τον άμεσα ενδιαφερόμενο, των «διαφόρων ψευδομάγων - ψευδοθεραπευτών και ψευδομέντιουμ» από τους… αυθεντικούς της Εταιρίας του.

Από το συγκεκριμένο άρθρο πληροφορούμαστε ότι από ετών είχε στηθεί μια βιομηχανία εκμετάλλευσης του λαού καθώς διάφορα άτομα, όπως έμποροι, απόστρατοι αξιωματικοί ή συνταξιούχοι βιοτέχνες, είχαν συστήσει «όμοια σωματεία προ παντών πνευματιστικά […] προς χρηματικήν εκμετάλλευσιν».

Μάλιστα, αυτά τα σωματεία φρόντιζαν να εκδίδουν πιστοποιητικά σε μέντιουμ, με χτυπητούς τίτλους, για να προκαλούν την αναγκαία εντύπωση.

Ο Τανάγρας, που για να προσδώσει κύρος στο δικό του σωματείο το περιέβαλλε με επιστημονική οντότητα, κάνοντας αναφορά στην ψυχιατρική, κατέληγε κάνοντας την εξής πρόταση:

•Να συσταθεί μια επιτροπή «εξ ειδικών ψυχιάτρων […] της μόνης εν Ελλάδι επιστημονικής Εταιρίας Ψυχικής Ερεύνης», εννοώντας φυσικά τη δική του, μαζί με αστυνομικούς ή δικαστές «εχόντων ειδικάς εν προκειμένω γνώσεις [!]», οι οποίοι θα εξετάζουν τα διάφορα μέντιουμ και θα διαπιστώνουν πειραματικά «τα παραγόμενα παρ’ αυτών φαινόμενα».

Ευτυχώς, αυτοί που είχαν δώσει στον Τανάγρα «βήμα» σε αυτό το επίσημο περιοδικό φαίνεται ότι δεν μπόρεσαν να προωθήσουν και την πρότασή του ώστε ν’ αποκτήσει η Ελλάδα την παγκόσμια «πρωτιά» των εξετάσεων των μέντιουμ ή των «μάγων» από αστυνομικούς και δικαστές…

«Μυθιστορήματα»


Παράλληλα, με αυτή την πρόταση ο ίδιος άνοιγε και μια άλλη πόρτα, της συνεργασίας των «πραγματικών μέντιουμ» με την Αστυνομία, με την επισήμανση, όμως, προφανώς προς τους αναγνώστες αστυνομικούς, ότι «αι απαντήσεις των μέντιουμ δέον να μην λαμβάνωνται ως αποδεικτικά στοιχεία, αλλά μόνον ως ενδείξεις, ως νέα ίχνη προς εξακρίβωσιν».

Χωρίς να υπάρχει καμία αναφορά, φαίνεται ότι η δημοσίευση του άρθρου συνδεόταν με μια προηγηθείσα, ασυνήθιστη εμπλοκή ενός μέντιουμ της Εταιρίας του Τανάγρα στην εξιχνίαση ενός εγκλήματος που είχε συγκλονίσει, το καλοκαίρι του 1953, το πανελλήνιο.

Η υπόθεση αφορούσε τη δολοφονία ενός άνδρα μπροστά στα μάτια της φίλης του, σε ένα δασάκι στο Μικρό Καβούρι, όπου κατέφευγαν ζευγαράκια.

Το θέμα κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, ακόμα και τις μέρες που έγινε καταστροφικός σεισμός στα Επτάνησα, με εκατοντάδες νεκρούς σε Ζάκυνθο, Κεφαλληνία και Ιθάκη, παίρνοντας διαστάσεις «καλοκαιρινού αστυνομικού μυθιστορήματος».

Ωστόσο, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, οι αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές που ενεπλάκησαν, καθώς ο δράστης είχε απολυθεί πρόσφατα από τον στρατό και είχε κλέψει από εκεί το όπλο του εγκλήματος, είχαν αρχίσει να κρατάνε κάποια κρίσιμα στοιχεία μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας για να μην υπάρξουν προβλήματα στις έρευνες.

Σε αυτή, λοιπόν, την περίοδο «ανομβρίας εξελίξεων» για την πολύκροτη υπόθεση, ένας ευρηματικός αστυνομικός συντάκτης, ο Θεόδωρος Δράκος, μετέπειτα συγγραφέας αστυνομικών αναγνωσμάτων σε λαϊκά περιοδικά της εποχής, αποφάσισε να μεταχειριστεί ένα εύρημα για να κρατήσει ζωντανό το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Πραγματικά, στις 13 Αυγούστου 1953, η εφημερίδα «Ακρόπολις» κυκλοφορούσε με πρωτοσέλιδο δημοσίευμα που είχε τίτλο: «Το μέντιουμ Ελένη Κικίδου, χθες την 10ην νυκτερινήν εις το Μικρό Καβούρι, όπου εδολοφονήθη ο Δέγλερης, απεκάλυψε τον “Δράκο της Βουλιαγμένης”».

Ο υπότιτλος ήταν ακόμα πιο… ελκυστικός: «Πατώντας στα βήματα του δολοφόνου, βλέπει μπροστά της να ζωντανεύη το έγκλημα. Πώς περιγράφει τον δράστην».

Ακολουθούσε εκτενές, περιγραφικό ρεπορτάζ, στο οποίο το μέντιουμ εμφανίζεται μεταξύ άλλων να αναφέρεται σε ορισμένα βασικά στοιχεία για το όπλο του δράστη, τον ίδιο κ.λπ.

Πάντως, λίγες μέρες αργότερα, μετά τη σύλληψη του δράστη, θα προκύψει ότι κάποια τουλάχιστον απ’ αυτά τα στοιχεία οι Αρχές και οι δημοσιογράφοι τα γνώριζαν αλλά δεν είχαν δημοσιοποιηθεί…

Συγκεκριμένα, στις 3 Σεπτεμβρίου η εφημερίδα «Ελευθερία» ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι από πολύ νωρίς, μόλις 4 ημέρες μετά το έγκλημα, που είχε γίνει στις 5 Αυγούστου, είχε βρεθεί το στρατιωτικό περίστροφο του δράστη και δακτυλικά αποτυπώματά του σ’ αυτό.

«Οι αστυνομικοί συντάκται των εφημερίδων επληροφορήθησαν το γεγονός [της ανεύρεσης του όπλου], όμως παρεκλήθησαν να το αποσιωπήσουν καθώς και την ύπαρξιν αποτυπωμάτων μέχρις ότου ολοκληρωθούν αι έρευναι», έγραφε η «Ελευθερία».


Ωστόσο, η εμπλοκή του μέντιουμ στην υπόθεση φαίνεται ότι λειτούργησε ευεργετικά για τον Τανάγρα, που είχε την ευκαιρία να κάνει την πρώτη εμφάνισή του με άρθρο στο επίσημο περιοδικό της Αστυνομίας.

Και καθώς σε όλα αυτά είναι να μη γίνει η… αρχή, ο ίδιος δημοσιογράφος συνέχισε να εμπλέκει μέντιουμ σε διάφορες υποθέσεις.

Ετσι, σε άλλο πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ του Θ. Δράκου, στις 2 Σεπτεμβρίου 1953, διαβάζουμε για ένα άλλο «ισχυρότατον μέντιουμ εις τον Πειραιά», ονόματι Μαρία Μαρινάκη, η οποία «εδιδάχθη τον υπνωτισμόν από Ινδόν φακίρη» και φερόταν να αποκάλυψε τον δράστη μιας άλλης δολοφονίας, ενώ και στις 18 Αυγούστου 1957 ο ίδιος επανέλαβε την προηγούμενη «επιτυχία» του ζητώντας τη βοήθεια της Ελ. Κικίδου για την εξιχνίαση μιας άλλης περίεργης δολοφονίας ενός οικογενειάρχη.

Ωστόσο, αυτά, ίσως σήμερα να μην είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μάλιστα και την περίοδο του Μεσοπολέμου υπάρχουν δημοσιεύματα για εμπλοκή σε έρευνες διαφόρων αστυνομικών υποθέσεων μέντιουμ, κατά κανόνα με προτροπή δημοσιογράφων και κατά σύμπτωση (;) πάντα διαπιστευμένων από τη συγκεκριμένη Εταιρία Ψυχικών Ερευνών.

Ομως, στη δεκαετία του 1950, μέσω του επίσημου περιοδικού της Αστυνομίας, αυτή η… συνεργασία των διωκτικών αρχών του μετεμφυλιακού κράτους της Δεξιάς με τα μέντιουμ της Εταιρίας του Τανάγρα πήρε επίσημη μορφή.

Ετσι, λίγο καιρό μετά το πρώτο άρθρο του Τανάγρα, η Εταιρία του διοργανώνει, στις 30 Ιανουαρίου 1955, εκδήλωση με ομιλητή τον αστυνομικό διευθυντή α' Νικόλαο Αρχιμανδρίτη, ο οποίος στο μεταξύ τοποθετήθηκε υπεύθυνος έκδοσης των «Αστυνομικών Χρονικών».

Η επίσημη συνεργασία

Ο αξιωματικός, προφανώς σε συνεννόηση με ανωτέρους του, έκανε ομιλία με θέμα: «Ψυχικά φαινόμενα και εγκληματολογική Αστυνομία» και φρόντισε να ανοίξει διάπλατα την πόρτα της συνεργασίας της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής με τα μέντιουμ, λέγοντας στην ομιλία του μεταξύ άλλων:

«Κανένα λοιπόν κώλυμα δεν υπάρχει για την Αστυνομία, να χρησιμοποιήση κατά την έρευνα μιας εγκληματικής υποθέσεως τη μεταβίβαση της σκέψεως (τηλεπάθεια), τη διόραση, την ψυχομετρία ή και άλλα ψυχικά φαινόμενα. Φυσικά, τα στοιχεία που με την τηλεπάθεια, τη διόραση ή την ψυχομετρία θα επισημανθούν, πρέπει να υποστούν τον έλεγχο της διαπιστώσεως. […] Οπως ανέφερα λοιπόν η χρησιμοποίησις από έναν αστυνομικό ή ανακριτή των ψυχικών φαινομένων, δεν αντίκειται στο νόμο […] καίτοι τούτο δεν αναγράφεται ρητώς στη Δικονομία, όπως έχει γίνει για άλλες ανακριτικές ενέργειες, δηλαδή για την έρευνα, την γραφογνωμοσύνη κ.λπ.»

Βέβαια, δεν θα μάθουμε ποτέ εάν κάποιοι αστυνομικοί, που καθώς δεν είχαν καμία απτή απόδειξη εναντίον των κατηγορούμενων κομμουνιστών και δημοκρατικών πολιτών επικαλούνταν στα δικαστήρια το περίφημο «κατόπιν πληροφοριών», εννοούσαν τις πληροφορίες κάποιου… μέντιουμ.

Ωστόσο, στην ίδια ομιλία, που δημοσιεύτηκε στις 15 Μαρτίου 1955 στα «Αστυνομικά Χρονικά» (τεύχος 44), εν μέσω πλούσιας αρθρογραφίας και του ίδιου για τα «εγκλήματα των κομμουνιστών», αναφέρθηκαν ορισμένα περιστατικά συνεργασίας της Αστυνομίας με μέντιουμ, κυρίως στο εξωτερικό, τόσο παλαιά και αόριστα που ήταν αδύνατο να διασταυρωθούν. Πάντως για ένα τουλάχιστον, αυτό του λεγόμενου «Τζακ του Αντεροβγάλτη», τώρα πια ξέρουμε ότι δεν υπήρξε συνδρομή κανενός μέντιουμ…

Μετά από αυτήν την ομιλία ξεκίνησε και κράτησε μεγάλο διάστημα μια τακτική αρθρογραφία του Τανάγρα στο περιοδικό της Αστυνομίας. Μάλιστα, σε αρκετά από τα άρθρα παρουσιάζονταν, ως μη όφειλαν, με φωτογραφία, και διάφορα μέντιουμ εγκεκριμένα από την Εταιρία, με ανάλογα ελκυστικές λεζάντες.

Για παράδειγμα διαβάζουμε σε ορισμένες λεζάντες: «Η δις Ελένη Κικίδου, ένα από τα καλλίτερα μέντιουμ της Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών με φαινόμενα διοράσεως» ή «Ελένη Παυλάτου, ένα από τα καλλίτερα τηλεπαθητικά μέντιουμ της Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών» κ.ο.κ.

Ενδιάμεσα δημοσιεύονταν και επίσημες επιστολές διαφόρων τμημάτων που βεβαίωναν τη συνεργασία τους με κάποια απ’ αυτά τα μέντιουμ.

Ο «συντονισμός»


Σε ένα από αυτά, με ημερομηνία 10 Αυγούστου 1955, του Σταθμού Χωροφυλακής Κύμης για τη συνδρομή του «εν Κύμη παρεπιδημούντος μέντιουμ “Σοφία-Κασσάνδρα”» για την ανακάλυψη του δράστη μιας κλοπής στο χωριό Οξύλιθος.

Σύμφωνα με το έγγραφο της Χωροφυλακής, το μέντιουμ συνέπραξε ανιδιοτελώς και αυθόρμητα «μετά των οργάνων της Χωροφυλακής διά την ανακάλυψιν του δράστου» δίνοντας στοιχεία για τη σύλληψή του, με αποτέλεσμα ο διοικητής του σταθμού να εκφράζει την ελπίδα για «μια μελλοντική συνεργασία της Υμετέρας Εταιρίας μετά των οργάνων Ασφαλείας», η οποία «ήθελε συντελέση εις αγαθά διά την Κοινωνίαν αποτελέσματα».

Ο Τανάγρας σχολιάζοντας το έγγραφο… εξηγούσε ότι «η Κασσάνδρα έτυχε να είναι συντονισμένη με τον κλέπτην και παρέλαβε τας σκέψεις του, ως ένα ανοικτό Ραδιόφωνον. Σημειωτέον ότι: όσον ισχυρότερον είναι το Μέντιουμ, τόσον ευκολώτερον συντονίζεται και παραλαμβάνει τις σκέψεις»…

Για την ιστορία να πούμε ότι ο Αγγελος Τανάγρας (το πραγματικό όνομά του ήταν Αγγελος Ευαγγελίδης) πέθανε, πλήρης ημερών, το 1971 στην Αθήνα. Πολύ καιρό πριν πεθάνει είχε εκφράσει τη λύπη του ότι η ίδρυση της Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών υπήρξε πρόωρη για την Ελλάδα, «όπου το πλείστον ή αδιαφορεί ή εξακολουθεί να ενδιαφέρεται διά εντυπωσιακάς παρεξηγήσεις των ψυχικών φαινομένων και αυταπάτας, όπως δήθεν επικοινωνιών με πνεύματα νεκρών».

Πηγή: Σταύρος Μαλαγκονιάρης - "Εφημερίδα των Συντακτών"
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger