Προσφατες Αναρτησεις

Μια αφήγηση στο Μονόπυλο του Γράμμου

 Πηγή: 902.gr

 Σε μια από τις αποστολές για εργασίες ανάδειξης της Ιστορίας του ΚΚΕ και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας βρεθήκαμε και στο Μονόπυλο, στην περιοχή που χιλιάδες μαχητές του ΔΣΕ πέρασαν «κάτω από τα μάτια» του αστικού στρατού για να ολοκληρώσουν τον θρυλικό ελιγμό τους στο Βίτσι τον Αύγουστο του 1948. Εκεί δόθηκε η αφορμή για μια επιτόπια περιήγηση για τη μάχη του Γράμμου, μάχη που διήρκησε πάνω από 70 ημέρες και είναι το τρανότερο παράδειγμα της ανωτερότητας ενός λαϊκού επαναστατικού στρατού όπως ήταν ο ΔΣΕ.

Η σημασία της μάχης του Γράμμου

Η μάχη του Γράμμου (ξεκίνησε τον Ιούνιο του 1948) είναι η μεγαλύτερη μάχη του ΔΣΕ. Μπορεί να λέμε «η μάχη του Γράμμου», αλλά ουσιαστικά μιλάμε για πολλές, μικρές και μεγαλύτερες μάχες, ακόμα και πολυήμερες. Ολη αυτή η φωτιά των μαχών ονομάστηκε «Το θαύμα του Γράμμου». Ετσι γράφτηκε τότε στις εφημερίδες και στο περιοδικό του ΔΣΕ. Ενα θαύμα που συνεχίστηκε στο Βίτσι και στην ανακατάληψη του Γράμμου.

Η μάχη του καλοκαιριού του 1948 είναι από μόνη της ένα καθοριστικό ιστορικό γεγονός, που ταυτόχρονα δημιούργησε και σημαντικά, κρίσιμα πολιτικά γεγονότα. Σε μια φάση που η αστική τάξη είχε εξαντλήσει τα προπαγανδιστικά της μέσα για να πείσει τον λαό και τους στρατιώτες του εθνικού στρατού ότι η τελευταία μάχη του ΔΣΕ θα δοθεί στον Γράμμο, ο ΔΣΕ περνά στο Βίτσι. Εχουμε δηλαδή ανατροπή της αστικής προπαγάνδας, με ό,τι αυτό σήμανε σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο. Μέσα στη φωτιά της μάχης στην Πέτρα Μούκα του Γράμμου συνέρχεται η 4η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Οταν ολοκληρώθηκε ο ελιγμός του ΔΣΕ (20-21 Αυγούστου 1948) το ηθικό των στρατιωτών του αστικού στρατού ήταν στο ναδίρ, ενώ την ίδια στιγμή ο ΔΣΕ με ανεβασμένο ηθικό είχε πάρει θέσεις για νέες μάχες στο Βίτσι. Λίγες ημέρες μετά, 10-12 Σεπτεμβρίου, ο ΔΣΕ καταφέρνει τη μεγάλη νίκη στο Μάλι Μάδι, ανατρέποντας ξανά τα σχέδια του αντιπάλου και περνώντας στην αντεπίθεση.

Στον Γράμμο δόθηκε μια μάχη στρατηγικών. Από τη μία πλευρά η στρατηγική του αστικού στρατού που ήταν ότι «τελειώνουμε με τον ΔΣΕ», γι' αυτό και ονόμασαν την επιχείρηση «Κορωνίς», εννοώντας ότι θα είναι κορωνίδα της μάχης ενάντια στον ΔΣΕ. Και από την άλλη πλευρά η στρατηγική του Δημοκρατικού Στρατού, που από την αρχή είχε βάλει στόχο να αντιμετωπίσει τον δραματικά αρνητικό συσχετισμό στον Γράμμο (1/10 σε προσωπικό και 1/50 σε εξοπλισμό) με μάχες που φθείρουν τον αστικό στρατό στο μέγιστο σημείο, όσο ταυτόχρονα ο ΔΣΕ θα αναπτύσσεται στην υπόλοιπη Ελλάδα. Αυτές οι στρατηγικές αντανακλούσαν - η καθεμία από την πλευρά της - τους τελικούς στόχους των τάξεων που συγκρούονταν. Αντανακλούσαν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του φτωχόκοσμου από τη μία, της αστικής τάξης και των παράσιτων από την άλλη. Τα συμφέροντα αυτά δεν μπορούν να έρθουν σε ισορροπία, ο αντικειμενικός στόχος που έβαζε η κάθε πλευρά ήταν να συντριβεί ο αντίπαλος για να θεμελιώσει την εξουσία της τάξης που πρεσβεύει. Αυτό κρίθηκε συνολικά στον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα και με τον πιο σκληρό τρόπο στον Γράμμο και στο Βίτσι.

Πώς έδωσε ο ΔΣΕ τη μεγαλύτερη μάχη του εμφυλίου;


Για να αντιληφθούμε πώς έδωσε ο Δημοκρατικός Στρατός τη «μεγαλύτερη μάχη του εμφυλίου», πρέπει να δούμε την πορεία του, την εξέλιξη του ΔΣΕ έως τη μάχη του Γράμμου, αλλά και την εξέλιξή του μέσα στην ίδια τη μάχη του Γράμμου και του Βίτσι. Ο ΔΣΕ, όπως και όλοι οι στρατοί, ωριμάζει μέσα στον πόλεμο, μέσα στη μάχη. Και αυτό για τον ΔΣΕ σημαίνει όχι μόνο μια βελτίωση της επιχειρησιακής του ικανότητας, αλλά μια συνολική ανάπτυξη των λαϊκο-επαναστατικών χαρακτηριστικών του. Ουσιαστικά ο ΔΣΕ από τη γέννησή του το 1946, κάτω από την καθοδήγηση του ΚΚΕ, πολιτικών και στρατιωτικών στελεχών, έβαλε στο επίκεντρο το πώς θα αφομοιωθεί - σε πρώτη φάση - η όλη θετική πείρα του ΕΛΑΣ και της κρίσιμης ταξικής σύγκρουσης του Δεκέμβρη του 1944. Εδώ να σημειώσουμε ότι η πείρα του ΕΛΑΣ ήταν καθοριστική. Αντικειμενικά σε αυτήν στηρίχτηκαν οι πρώτες ομάδες του ΔΣΕ, τα συγκροτήματα κ.λπ. Ομως αυτή η πείρα στην πορεία έγινε προσπάθεια με δημιουργικό τρόπο να αφομοιωθεί και να προσαρμοστεί στη βάση και των στρατηγικών επιδιώξεων του ΔΣΕ, που αντικειμενικά δεν ήταν οι ίδιοι με του ΕΛΑΣ.

Στην πορεία συγκρότησης του ΔΣΕ σε λαϊκο-επαναστατικό στρατό παίρνονταν μέτρα για να δυναμώνει η συνειδητή πειθαρχία, η μαχητική εφαρμογή των διαταγών που συνδυαζόταν με τη δημοκρατία των συνελεύσεων, δυνάμωνε η πίστη στον σκοπό, το ανέβασμα του ηθικού με ιδεολογική και πολιτική δουλειά. Αυτά τα στοιχεία, στην πορεία, απελευθέρωναν νέες δυνάμεις και δυνατότητες των μαχητών και μαχητριών, των αξιωματικών σε όλα τα επίπεδα. Με την πείρα της αντιμετώπισης του σχεδίου Τέρμινους (1947), της Χαραυγής (1948), των μικρών και μεγαλύτερων μαχών στην Πελοπόννησο, στη Μουργκάνα, τα χτυπήματα σε μεγάλες πόλεις, με όλη αυτήν την πείρα έφτασε ο ΔΣΕ το καλοκαίρι του '48 στον Γράμμο. Είναι αλήθεια ότι ο ίδιος ο ελιγμός από τον Γράμμο στο Βίτσι είναι δείγμα αυτής της πείρας, της ωριμότητας και του ηθικού του ΔΣΕ.

Η απόφαση που είχε ήδη παρθεί, ο ΔΣΕ να γίνει τακτικός πια στρατός, εφαρμόστηκε το 1948 και ιδιαίτερα στον Γράμμο σε μεγάλο βαθμό και με δημιουργικό - επαναστατικό τρόπο. Οχι με την έννοια ότι ακολουθούσε όσα γράφονταν στα εγχειρίδια ενός τακτικού αστικού στρατού, αλλά με την έννοια ότι είναι στρατός που δεν απαντά απλά στις επιθέσεις του αντιπάλου, δεν κάνει γενικά πόλεμο φθοράς, αλλά ενσωματώνει την αντάρτικη πείρα σε μια στρατηγική και σχέδιο για τη συντριβή του αντιπάλου και τη νίκη, αντιμετωπίζει επιθετικά τον αντίπαλο σε μάχες από παράταξη. Σε αυτή τη βάση οργανώθηκε στον Γράμμο και στο Βίτσι το σχέδιο αντιμετώπισης της υπεροπλίας του αστικού στρατού. Σε αυτή τη μάχη δημιουργήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις να ξεδιπλωθεί όλη η συσσωρευμένη πείρα και οι αρετές ενός λαϊκού - επαναστατικού τακτικού στρατού: Η πρωτοβουλία, η αντοχή, το μαχητικό πνεύμα, η αποφασιστικότητα απέναντι σε κάθε συσχετισμό, όσο αρνητικός κι αν είναι, όλα αυτά παράλληλα με τον άρτιο επιχειρησιακό σχεδιασμό.

Η αντίσταση που πρόβαλαν οι μαχητές και οι μαχήτριες του ΔΣΕ στη μάχη του Γράμμου ήταν για τον αστικό στρατό αναπάντεχη. Πολλές μάλιστα από τις θέσεις που καταλάμβανε, ανακαταλαμβάνονταν από τον ΔΣΕ ακόμα και αυθημερόν. Ο ηρωισμός τους υποχρέωσε την αστική ηγεσία σε επανειλημμένες αναθεωρήσεις του σχεδίου της, καθώς και να ρίξει στη μάχη όλες τις εφεδρείες που διέθετε και που είχε μεταφέρει απ' όλες τις γωνιές της Ελλάδας. Ο Γράμμος κρατήθηκε έως τις 21 Αυγούστου 1948 σε μάχες σώμα με σώμα. Από τις πιο σκληρές ήταν οι μάχες της Αμμούδας - Αλεβίτσας, της Κολοκύθας, της Κοτύλης, στο Ταμπούρι, στον Προφήτη Ηλία της Φούρκας και άλλες. Επί 40 συνεχείς μέρες προσπαθούσαν οι κυβερνητικές δυνάμεις να καταλάβουν το ύψωμα Κλέφτης, που τελικά έπεσε στις 2 Αυγούστου 1948.

Ποια στοιχεία ξεχωρίζουν στη μάχη του Γράμμου;


Ο ΔΣΕ δυνάμωνε και ωρίμαζε κάθε μέρα στον Γράμμο. Δοκίμαζε νέες τακτικές, εξέταζε με μάχιμο τρόπο την πείρα από τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, προσαρμοζόταν στις συνθήκες. Η πείρα της μάχης του Γράμμου ήταν καθοριστική για τη συνέχεια στο Βίτσι σε όλους τους τομείς. Στη μάχη του Γράμμου έχουμε από τον ΔΣΕ βήματα στις κοινές επιχειρήσεις Πεζικού και Πυροβολικού, έχουμε αποτελεσματική αντιμετώπιση και εξουδετέρωση των τανκς που κάνουν πρώτη φορά τέτοια μαζική εμφάνιση στο πεδίο της μάχης, γράφτηκαν νέες σελίδες ηρωισμού στην κατάρριψη αεροπλάνων, έχουμε σε αρκετές μάχες (όπως στον Κλέφτη) μια πολύ αποτελεσματική χρήση των διαβιβάσεων για την επικοινωνία μεταξύ των διοικήσεων.

Γράφτηκαν νέες σελίδες στον τομέα της ενεργητικής άμυνας (συνεχής κίνηση, απόκρυψη και παραπλάνηση, χτύπημα στα πλάγια και στα μετόπισθεν, σαμποτάζ κ.ά.) που καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας της είναι η ηθικοπολιτική υπεροχή.

Ηταν τακτική που αξιοποιούσε ο ΔΣΕ όχι απλά για να αμύνεται, γι' αυτό άλλωστε καταγράφηκε σε αρθρογραφία στις εκδόσεις του ΔΣΕ και ως «επιθετική άμυνα». Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συσσώρευση πείρας σε σχέση με τις οχυρώσεις που ήταν πια αναγκαίες για τέτοιου επιπέδου επιχειρήσεις, με τον ΔΣΕ να έχει πια μεγαλώσει, να έχει συγκροτηθεί σε μεγάλες μονάδες, να υπερασπίζει ελεύθερες περιοχές. Παρότι στην προετοιμασία της μάχης του Γράμμου καθυστέρησε η δημιουργία οχυρών θέσεων, στην πορεία, μέσα στη φωτιά της μάχης, πάρθηκαν ειδικά μέτρα και «αετοί του Γράμμου έστησαν τις φωλιές τους», όπως λέει και ένα δημοσίευμα της εποχής.

Συνολικά μέσα σε 4 μήνες σκάφτηκαν 150 χιλιόμετρα χαρακωμάτων, χτίστηκαν 7.500 πολυβολεία για να αντέξουν δεκάδες χιλιάδες βόμβες, τόνους σίδερο όσους δεν είχε αντιμετωπίσει ξανά ποτέ ο ΔΣΕ. Οι οχυρώσεις στήθηκαν σε βάθος, όχι μόνο στις κορυφές, και αυτό είχε σοβαρή επίδραση στις απώλειες του αντιπάλου. Με πρωτόβουλο μαχητικό πνεύμα βρέθηκαν τρόποι για τον ανεφοδιασμό της πρώτης γραμμής σε μάχες που κράτησαν πάνω από έναν μήνα, δοκιμάστηκαν νέοι τρόποι ναρκοπολέμου, που στην πορεία της μάχης μέρα τη μέρα βελτιώνονταν.

Μιλάμε για έναν στρατό που μπορούσε να δίνει μάχες από παράταξη και την ίδια στιγμή να μπορεί να σκέφτεται «αντιστρατιωτικά» όπως γράφτηκε τότε, να βρίσκει λύσεις που δεν θα πέρναγαν από το μυαλό ενός αξιωματικού του αστικού στρατού. Ετσι ο ΔΣΕ μπόρεσε να καταρρίψει δεκάδες αεροπλάνα στη μάχη του Γράμμου συγκεντρώνοντας πυρά από απλά πολυβόλα. Ετσι μπόρεσε να αχρηστεύσει τανκς, είτε με ελαφρά πυροβόλα, είτε με έναν σκοπευτή μαχητή που κρυβόταν μέχρι που το τανκ έφτανε στα 20 μέτρα και με ευθεία βολή εξουδετέρωνε τον οδηγό, είτε ακόμα να αχρηστεύει τανκς με βόμβες μολότωφ, που η φωτιά τους έκαιγε τα ηλεκτρικά καλώδια του τεθωρακισμένου και το ακινητοποιούσε.

Για όλα αυτά, από τα πολυβολεία μέχρι και τα αεροπλάνα, αναπτυσσόταν η πολεμική άμιλλα και οι μαχητές και οι λόχοι με τα καλύτερα αποτελέσματα έπαιρναν ηθικές αμοιβές και παράσημα.

Δίπλα στις αναβαθμισμένες επιχειρησιακές ικανότητες αναβαθμίστηκε και η διαφωτιστική δουλειά, βασικό χαρακτηριστικό ενός επαναστατικού στρατού. Αυτά έτσι κι αλλιώς ήταν αξεχώριστα, ήταν «ένα» στην καθημερινότητα του ΔΣΕ: Οι μάχες εξαρτιόνταν από την ηθικοπολιτική προετοιμασία τους και ταυτόχρονα η διαφώτιση σε μεγάλο βαθμό στηριζόταν στα αποτελέσματα των μαχών, στις υποδειγματικές πράξεις, στις ηθικές αμοιβές για τις πολεμικές επιδόσεις. Στη μάχη του Γράμμου προσαρμόστηκε η διαφωτιστική δουλειά με τρόπο επαναστατικό, κομμουνιστικό, στις συνθήκες του 70ήμερου αγώνα, στις μάχες που δεν σταματούσαν για ολόκληρα 24ωρα. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες θα έλεγε κανείς ότι δεν μπορεί να γίνει η συνέλευση, η ιδεολογική δουλειά, η διαφώτιση. Βρέθηκαν όμως για όλα τρόποι. Ο Πολιτικός Επίτροπος βρισκόταν από χαράκωμα σε χαράκωμα να διαβάζει το «δελτίο ειδήσεων», να λέει στους μαχητές τα νέα από όλο το μέτωπο, από την υπόλοιπη Ελλάδα, τις πράξεις ηρωισμού, τις ανακοινώσεις του Γενικού Αρχηγείου, του ΚΚΕ. Ετσι ανέβαινε το ηθικό και η αντοχή.

Πηγαίνοντας στο οχυρό του Κάμενικ, βλέπει κανείς πως είχαν σκαφτεί διαβάσεις, διάδρομοι ουσιαστικά, για να ενώνονται μεταξύ τους οι οχυρές θέσεις. Καταλαβαίνεις ότι από εκεί μέσα, πέρα από τον ανεφοδιασμό που ήταν απαραίτητος, περνούσαν και τα άλλα απαραίτητα, περνούσε ο σύντροφός Πολιτικός Επίτροπος που τους διάβαζε το χαιρετιστήριο του Γενικού Αρχηγείου για τις μάχες του Γράμμου, τα χαιρετιστήρια των μαχητών από την Πελοπόννησο και τη Θράκη που έστελναν τη δύναμή τους στα λιοντάρια του Γράμμου. Αλλά και οι δημοκρατικές συνελεύσεις γίνονταν. Αλλες φορές σε μικρά τμήματα, δυο - δυο, τρεις - τρεις, άλλες φορές «στα πεταχτά» όπως έλεγαν τότε, όπου οι μαχητές έλεγαν με γρήγορο τρόπο τη γνώμη τους και επέστρεφαν στη μάχη, άλλες φορές θυσιάζοντας τον 2ωρο-3ωρο ύπνο τους ανάμεσα στις μάχες, για να συζητήσουν. Είναι γλαφυρή η περιγραφή μιας συνέλευσης μιας διμοιρίας στην Μπολιάνα. Οι μαχητές είχαν μέρες να κοιμηθούν και παρ' όλα αυτά ξύπνησαν μέσα στη νύχτα γιατί έπρεπε να γίνει συνέλευση πριν ξαναμπούν στο πολυβολείο. Η συνέλευση έληξε με τραγούδια και συνθήματα τόσο δυνατά που έδωσαν τη «χαριστική βολή» στο ηθικό του 528 Τάγματος του αστικού στρατού που βρισκόταν απέναντι. Μετά από τα τραγούδια εκείνης της νύχτας στρατιώτες του 528 στασίασαν, αρνήθηκαν να επιτεθούν και τους αντικατέστησαν.

Αυτό είναι που λέγανε τότε «συναδέλφωση». Αυτό είναι ένα στοιχείο που μπαίνει με μεγαλύτερη ένταση όλο το 1948, δηλαδή να γίνει προπαγάνδα μέσα στον αστικό στρατό έτσι ώστε να στασιάζουν οι φαντάροι, να παρατούν τα πόστα τους, να αρνούνται να εκτελούν διαταγές, να σαμποτάρουν τις επιθέσεις στον ΔΣΕ και με κύριο στόχο να αυτομολούν και να περνάνε στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού, αυτό ήταν η λεγόμενη συναδέλφωση. Αυτό, ιδιαίτερα στις μάχες του Γράμμου και του Βίτσι, έμπαινε ως καθοριστικός παράγοντας για τη νίκη, και πράγματι - παρότι δεν κυριάρχησε - τα παραδείγματα είναι πολλά. Ακόμα και μέσα στο 1948 υπήρχε μεγάλο έδαφος για να γίνεται αυτή η δουλειά. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα άρθρο που αναλύει τη σύνθεση 138 αιχμαλώτων που έπιασε ο ΔΣΕ μετά από μια μάχη, προέκυψε ότι οι 108 πριν τον εμφύλιο ήταν είτε στην ΕΠΟΝ, είτε στο ΕΑΜ, είτε στο ΚΚΕ.

Σε τέτοια και αντίστοιχα τμήματα του αστικού στρατού αναπτύχθηκε, ιδιαίτερα στον Γράμμο και στο Βίτσι, μια δουλειά με εκατοντάδες χιλιάδες τρικάκια που έφταναν στους χώρους που στρατοπέδευαν και τους καλούσαν να περάσουν στον ΔΣΕ. Με το «δελτίο ειδήσεων» να φτάνει με διάφορους ευφάνταστους τρόπους στους στρατώνες και να το διαβάζουν μέχρι και οι αξιωματικοί. Με τα γράμματα όσων είχαν αυτομολήσει, που καλούσαν να τους ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι. Με τα συνθήματα φτιαγμένα από ασβέστη και πέτρες που έφταναν μέχρι και 300 μέτρα πλάτος, με τα φωτεινά βραδινά συνθήματα που φτιάχνονταν με κεριά μέσα σε κομμένα τσιγκάκια από κονσέρβες. Με τηλεβόες σε κάθε μάχη, σε κάθε ανάπαυλα. Ειδικά στις μέρες του Γράμμου ο τηλεβόας δεν σταματούσε, υπήρχε άμιλλα μεταξύ των τμημάτων για τους τηλεβόες και για το πόσους φαντάρους θα καταφέρουν να φέρουν στον ΔΣΕ. Αναπτύχθηκαν όλο και πιο επιδραστικοί τρόποι παρέμβασης στους αντίπαλους φαντάρους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η 107 Ταξιαρχία λειτουργούσε κάθε βράδυ 6 ταυτόχρονους τηλεβόες που έλεγαν τα ίδια: Στην αρχή τα νέα από το «Δελτίο Ειδήσεων» έπειτα έλεγαν συγκεκριμένα για προβλήματα των φαντάρων, αξιοποιώντας πληροφορίες που είχαν μάθει για συμπεριφορές του Διοικητή τους, για τις συνθήκες που ζουν κ.λπ. Στη συνέχεια διάβαζαν μηνύματα στρατιωτών που είχαν αυτομολήσει στον ΔΣΕ και έπειτα οι γυναίκες, οι μαχήτριες έλεγαν τραγούδια με βασικό τον Υμνο του ΔΣΕ και το τραγούδι της συναδέλφωσης που γράφτηκε από την Ταξιαρχία τους.

Οι μαχήτριες του Γράμμου


 

Η αλήθεια είναι ότι το καλοκαίρι του 1948 οι γυναίκες έχουν γίνει πραγματικά κομμάτι του ΔΣΕ σε όλα τα Τμήματα. Σε κάποια από αυτά ήταν πάνω από το 20%, ακόμα και πάνω από το 30%. Στην πρώτη γραμμή αλλά και στις άλλες υπηρεσίες. Ενα άρθρο της εποχής γράφει για τις γυναίκες διοικήτριες, για τις γυναίκες Πολιτικές Επιτρόπους που διοικούν τμήματα γεμάτα άντρες και όλοι τις σέβονται και υπακούν. Αυτή είναι μια ισοτιμία, μια πολεμική - μπορούμε να πούμε - απελευθέρωση της γυναίκας που γίνεται μέσα στο χαράκωμα, μέσα στο πολυβολείο όπου δίπλα - δίπλα άντρας και γυναίκα παλεύουν για το κοινό τους ιδανικό. Γράφει λοιπόν το άρθρο ότι για τις γυναίκες που δίσταζαν μέχρι χτες να περάσουν μπροστά από το καφενείο του χωριού τους και κανείς δεν ζητούσε τη γνώμη τους, αυτές σήμερα ορμάνε μπροστά με το πολυβόλο, διαφωτίζουν χιλιάδες με τον τηλεβόα, αιχμαλωτίζουν άνδρες. Αυτές κυβερνάνε σήμερα το χωριό τους και γίνονται ηγέτες του λαού. Γράφει για την 16χρονη που αιχμαλώτισε μόνη της 5 φαντάρους, για τις μαχήτριες που κράτησαν έως το τέλος την κορυφή 2520 απέναντι σε ένα Τάγμα. Αυτό έγινε στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, που γέμισε με μαχήτριες και αξιωματικούς νοσηλεύτριες, τραυματιοφορείς, ανιχνεύτριες αλλά και με σαμποτέρισσες, ελεύθερες σκοπευτίνες, παντζερίστριες, έτσι τις γράφουν τα ντοκουμέντα της εποχής.

Η μάχη στον Γράμμο ήταν σχολείο για τον ΔΣΕ

«Η δική μας στρατιωτική ακαδημία είναι ο πόλεμος», έγραφαν τότε. Και βέβαια ήταν εφιάλτης για το αστικό στρατόπεδο, συνολικά για την αστική τάξη και τους συμμάχους της, τους Αγγλους, τους Αμερικάνους. Χωρίς αυτούς δεν υπήρχε κανένα περιθώριο νίκης του αστικού στρατού απέναντι στον ΔΣΕ. Στη μάχη του Γράμμου από τη μία πλευρά ο στρατός παρουσίασε τα νέα του όπλα: Τα τανκς, τα αμερικάνικα αεροπλάνα helldivers που έριχναν ναπάλμ και άλλα υπερόπλα της εποχής, και από την άλλη πλευρά οι εφημερίδες του ΔΣΕ είχαν τίτλους: Αμιλλα, το νέο όπλο του στρατού μας. Ας συγκρίνουμε τα υπερόπλα των δύο στρατών, των δύο κόσμων.

Ηταν σχολείο και για τους ίδιους τους μαχητές. Ολη η ζωή των μαχητών, ο ίδιος ο οργανισμός τους προσαρμοζόταν σε πολυήμερες ασταμάτητες μάχες. Τα προηγούμενα όρια της ανθρώπινης αντοχής και εξάντλησης έσπαγαν όταν δίνονταν συνεχόμενες μάχες 25 ημερών, 35 ημερών, 42 ημερών, όταν η αναμέτρηση γινόταν βήμα - βήμα, για κάθε μέτρο γης, όταν αεροπλάνα μυδραλιοβολούσαν, βομβάρδιζαν, έριχναν βαρέλια με βενζίνη που έκαιγαν τα πάντα. Και όταν μέσα σ' αυτήν την κόλαση θα νόμιζε κανείς ότι πια δεν υπήρχε ψυχή ζωντανή, έβλεπες να ξεπροβάλλουν σκονισμένοι, μαυρισμένοι από τα χαρακώματα οι μαχητές και οι μαχήτριες. Γι' αυτές τις μάχες ο Νίκος Ζαχαριάδης γράφει άρθρο στο περιοδικό του Δημοκρατικού Στρατού και λέει ότι το «θαύμα του Γράμμου» το βλέπουν βασιλιάδες και πρωθυπουργοί, Αγγλοι στρατηγοί και διάφοροι αστοί στρατηλάτες και τρίβουν τα μάτια τους. Και συνεχίζει «το θαύμα αυτό έχει ένα όνομα: Μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας».

 

{[['']]}

Εσπίν Βίλμα Κάστρο: «Φτιάξαμε μια κοινωνία ισότητας των φύλων»

 Πηγή: Εύα Νικολαϊδου - ΕφΣυν

Με αφορμή μεταξύ άλλων την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Φιντέλ Κάστρο αναδημοσιεύουμε, εμπλουτισμένη με ανέκδοτο υλικό, μια συνέντευξη του 1979, από την Κουβανή επαναστάτρια, φεμινίστρια και γυναίκα του Ραούλ Κάστρο.

 

Την Εσπίν Βίλμα τη συνάντησα για πρώτη φορά το 1979, στην Παγκόσμια Συνάντηση Γυναικών, στην Κοπεγχάγη, σ’ ένα διεθνές συνέδριο όπου απ’ όλες τις χώρες του κόσμου σημαντικές γυναίκες μίλησαν για τη θέση της γυναίκας. Τότε, μου έδωσε την πρώτη συνέντευξη. Ομως, στη δεύτερη συνάντησή μας, στο γραφείο της στην Κούβα, όπου είχα πάει ταξίδι κι έμεινα είκοσι πέντε μέρες, μιλήσαμε πιο άνετα.

Σ’ έναν τοίχο του γραφείου της, κορνιζαρισμένος ο εθνικός ύμνος της Κούβας. «Μη φοβάσαι τον ένδοξο θάνατο, γιατί το να πεθαίνεις για την πατρίδα σου σημαίνει να ζεις. Το να ζεις με αλυσίδες είναι ζωή βουτηγμένη στην ντροπή και την ατιμία. Ακούστε το κάλεσμα της σάλπιγγας! Στ’ άρματα, παλικάρια!».


 

Μ’ ένα χαμόγελο που θύμιζε τη γλύκα του ζαχαροκάλαμου και με εγκαρδιότητα, απάντησε στις ερωτήσεις μου:

«Μακάρι όλες οι γυναίκες του κόσμου να φτάσουν κάποτε στον ίδιο βαθμό ανάπτυξης και ισότητας που έχουν οι γυναίκες της πατρίδας μου». Αυτή τη φράση επαναλάμβανε η Εσπίν Βίλμα Κάστρο, μιλώντας για την αξιοζήλευτη θέση των Κουβανέζων, στη χώρα των 9.000.000 κατοίκων που από τις 16 Φεβρουαρίου 1959 κυβερνούσε ο κουνιάδος της, Φιντέλ Κάστρο.

Παλιά αγωνίστρια και τότε ήδη μητέρα τεσσάρων παιδιών και πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γυναικών Κούβας.

-Τι πιστεύετε ότι δημιουργεί το χάσμα ανάμεσα στα δύο φύλα;

Αυτό που ακούσαμε και στην παγκόσμια συνδιάσκεψη γυναικών είναι ότι οι προκαταλήψεις δημιουργούν χάσμα και διαχωρισμούς. Δηλαδή, στεγανά που υιοθετούνται ώστε να τονίσουν την κατωτερότητα της γυναίκας. Η έννοια «άνδρας» σημαίνει κάτι ισχυρό, ικανό, σπουδαίο. Η έννοια «γυναίκα» ταυτίζεται με την υπακοή, την υποταγή, την αδυναμία. Δεν είναι ταπεινωτικοί για τον γυναικείο κόσμο αυτοί οι χαρακτηρισμοί; Να επικρατεί ότι η κατωτερότητα πηγάζει από τη γυναικεία φύση; Στην Κούβα έχουμε σαν σύνθημα: «Η γυναίκα μπορεί να καταφέρει τα πάντα». Το εφαρμόζουμε στην κοινωνία, στην οικογένεια, στη δουλειά. Δεν ωφελεί να υπάρχει εχθρότητα ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα.

Από την Επανάσταση κι ύστερα, η ζωή των γυναικών έχει αλλάξει τελείως. Πολλές αλλαγές έγιναν άλλωστε σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνικής ζωής. Εμείς οι γυναίκες εργαστήκαμε σκληρά για να βοηθήσουμε την ανάπτυξη της οικονομίας και της παιδείας. Οι Κουβανέζες είναι μέρος του λαού και εργάστηκαν όπως όλοι για την πρόοδο της Κούβας. Αλλωστε, από την αρχή της Επανάστασης ο Φιντέλ πίστεψε πως η γυναικεία παρουσία είναι απαραίτητη για την οργάνωση και την ανοικοδόμηση της χώρας. Πίστευε πάντα ότι η γυναικεία απελευθέρωση συνδέεται με τα ιδανικά του εργαζόμενου λαού. Εδωσε λοιπόν ιδιαίτερη προσοχή στη θέση των εργαζόμενων γυναικών και κυρίως της αγρότισσας. Βλέπει τις εργαζόμενες ως κινητήρια δύναμη για την πρόοδο. Ετσι, απ’ την αρχή της επανάστασης συγκροτήθηκαν διάφορες γυναικείες οργανώσεις που δούλεψαν στην επαρχία, στα βουνά, στις πόλεις – παντού. Οργανώσαμε και την Ομοσπονδία Γυναικών στην οποία ανήκουν όλες οι γυναικείες οργανώσεις.

-Πώς είναι οργανωμένη η παιδεία στην Κούβα και ποια είναι η σχέση γυναίκας – εκπαίδευσης;

Εχουμε φτάσει σ’ ένα πολύ υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Το σύστημά μας είναι ελεύθερο και προσφέρεται δωρεάν στον καθένα. Λειτουργούν σχολεία για όλες τις βαθμίδες, για όλες τις ηλικίες και σε κάθε περιοχή της Κούβας. Στην πατρίδα μου ο κάθε άνθρωπος σπουδάζει κάτι. Δεν έχουμε αναλφάβητους. Οσο για τα γυναικεία σωματεία, συνεργάστηκαν απ’ την αρχή της Επανάστασης με τις δασκάλες των σχολείων και δημιούργησαν μια μορφωτική εκστρατεία ειδική για τις γυναίκες. Ετσι όλες οι γυναίκες ενημερώθηκαν και μπόρεσαν να διαλέξουν τους τομείς στους οποίους ήθελαν να εκπαιδευτούν.

-Πιστεύετε ότι το πολιτικό και εκπαιδευτικό σύστημα μιας χώρας επηρεάζει τη θέση της γυναίκας στο κοινωνικό σύνολο;

Πιστεύω πως είναι οι δύο κύριοι παράγοντες και οι πιο καθοριστικοί για τη θέση της γυναίκας. Από τα παιδικά του χρόνια ακόμα, ο άνθρωπος πρέπει να ξεκαθαρίσει τον ρόλο του και το νόημα της ζωής του και να μάθει να βλέπει τον άλλο σαν μια ανθρώπινη ύπαρξη ίση με τις άλλες. Οι δάσκαλοι πρέπει να είναι ειδικά εκπαιδευμένοι για να μπορούν να μάθουν στα παιδιά ότι πρέπει να μεγαλώνουν χωρίς διακρίσεις κι ότι είναι ικανοί –είτε άντρες, είτε γυναίκες– να παλέψουν στη ζωή.

«Οι δάσκαλοι πρέπει να είναι ειδικά εκπαιδευμένοι για να μπορούν να μάθουν στα παιδιά ότι πρέπει να μεγαλώνουν χωρίς διακρίσεις κι ότι είναι ικανοί –είτε άντρες, είτε γυναίκες– να παλέψουν στη ζωή»

Η μόρφωση και η εκπαίδευση που δίνει μια χώρα παίζουν αποφασιστικό ρόλο για τη θέση της γυναίκας. Το άλλο σημαντικό είναι η πολιτική. Από το πολιτικό σύστημα προέρχονται οι ανισότητες και οι διακρίσεις. Οταν μια χώρα βλέπει τη γυναίκα ως παραγωγική δύναμη και βοηθάει ώστε να διαμορφώσει αυτή μια ολόπλευρη προσωπικότητα, τότε η χώρα αυτή έχει πετύχει την ισότητα.

-Ποιος είναι ο ρόλος της γυναίκας στην οικογένεια;

Φτιάξαμε μια κοινωνία ισότητας των φύλων. Αντρες και γυναίκες έχουν τις ίδιες ευθύνες. Λειτουργεί σήμερα στην Κούβα ένα κυβερνητικό γραφείο που ασχολείται αποκλειστικά με τα οικογενειακά θέματα. Δημιουργήθηκε πριν από πολλά χρόνια για να υποστηρίξει τα δικαιώματα και των δύο συζύγων και φροντίζει να εκτελούν τις υποχρεώσεις τους. Εκτός από αυτό, προστατεύει τα δικαιώματα του παιδιού και βοηθάει τους γονείς να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους προς τα παιδιά τους και να κάνουν ό,τι είναι δυνατό για τη μόρφωση και την ανάπτυξή τους.

Η πολιτική μας αυτή σχετικά με την οικογένεια θεωρήθηκε πολύ ενδιαφέρουσα και μελετήθηκε για εφαρμογή και σε άλλες χώρες.

-Ποια είναι η θέση της Κουβανέζας στην πολιτική ζωή;

Εχουμε πάρα πολλές γυναίκες στα υπουργεία, στη διοίκηση, στη δημόσια ζωή. Εκτός από το υπουργείο Οικογένειας, έχουμε άλλο, ειδικό υπουργείο για το παιδί. Και σ’ αυτό εργάζονται πολλές γυναίκες που φροντίζουν για τον προσανατολισμό, την ανάπτυξη και την εξέλιξη των μικρών Κουβανέζων.

-Τι χρειάζονται οι γυναικείες οργανώσεις στην Κούβα αφού υπάρχει ισοτιμία;

Αγωνιζόμαστε στις γυναικείες οργανώσεις για την κοινωνική πρόοδο και για τη διατήρηση του συστήματος. Οι γυναίκες δουλεύουν για την οργάνωση διάφορων εκδηλώσεων και, γενικά, αναπτύσσουν μια δράση που δεν βοηθάει μόνο τις ίδιες αλλά ολόκληρο το σύστημα, την Επανάσταση.

-Ως ηγέτιδα του επαναστατικού κινήματος της επαρχίας Οριέντε, πώς θα κρίνατε το γυναικείο απελευθερωτικό κίνημα;

Το γυναικείο απελευθερωτικό κίνημα τράφηκε από δύο πηγές. Την οικονομική φτώχεια των γυναικών, όπως είναι οι γυναίκες της Αφρικής, και τον πνευματικό και συναισθηματικό τους εξευτελισμό. Γυναίκες που στερούνται τα κοινωνικά και οικονομικά πλεονεκτήματα θα επαναστατήσουν πιο γρήγορα. Ιδίως αυτές που βλέπουν τον εαυτό τους απομονωμένο και καταπιεσμένο μέσα στο ιμπεριαλιστικό καθεστώς. Εμείς πετύχαμε καλύτερη και πιο δίκαιη θέση της γυναίκας γιατί άλλαξε η κοινωνικοοικονομική κατάσταση του παρελθόντος. Η φεμινιστική συνείδηση μπορεί να αναπτυχθεί μόνο από μια σοσιαλιστική ιδεολογία. Οπως η γυναίκα αποτελεί μέρος του επαναστατικού αγώνα για την απελευθέρωση της κοινωνίας, έτσι είναι απαραίτητο να αγωνιστεί για να ξεφύγει από τα δεσμά της καταπίεσης που τη θέλουν απομονωμένη και περιφρονημένη.

-Ποια είναι τα κοινά χαρακτηριστικά του συζύγου σας, Ραούλ, με τον αδελφό του τον Φιντέλ;

Και ο Ραούλ αφιέρωσε τη ζωή του στην Επανάσταση. Και τα δύο αδέλφια ήταν υποταγμένα σε έναν μεγάλο σκοπό: την ευημερία του λαού. Αναγνώρισαν τα σοσιαλιστικά ιδανικά και πάλευαν γι’ αυτά. Τα χαρακτηριστικά τους ήταν: τακτική, ενιαία θέληση, σιδερένια πειθαρχία. Πίστευαν ότι οι καταπιεσμένοι λαοί διαπαιδαγωγούνται από το κεφάλαιο, την αστική τάξη δηλαδή, και αυτό πρέπει να αλλάξει, να μετατραπεί σε υπεράσπιση των δικαιωμάτων και αποκατάσταση των δημοκρατικών σχέσεων ανάμεσα στους λαούς.


Η συνέντευξη είχε δημοσιευτεί αρχικά στο «Κυριακάτικο Βήμα», επί διεύθυνσης Γιώργου Ρωμαίου, 7 Σεπτεμβρίου του 1980, αλλά η εκδοχή που δημοσιεύουμε σήμερα περιλαμβάνει και αδημοσίευτο υλικό.


ΠΟΙA ΕΙΝΑΙ

Η Βίλμα Λουσίλα Εσπίν Γκουλιός Κάστρο (7 Απριλίου 1930 – 18 Ιουνίου 2007) ήταν Κουβανή επαναστάτρια και φεμινίστρια. Σπούδασε χημικός μηχανικός και ήταν από τις πρώτες γυναίκες στην Κούβα που ασχολήθηκαν με αυτό το αντικείμενο. Βοήθησε στον εφοδιασμό και στην οργάνωση του Κινήματος της 26ης Ιουλίου ως αντιστασιακή κατάσκοπος και είχε ενεργό ρόλο σε πολλούς τομείς της κουβανικής κυβέρνησης από το τέλος της Επανάστασης έως τον θάνατό της. Διετέλεσε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κουβανικού Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1965 έως το 1989. Ως ανυποχώρητη φεμινίστρια, η Εσπίν βοήθησε στην ίδρυση της Ομοσπονδίας Γυναικών Κούβας και προώθησε τα ίσα δικαιώματα για τις Κουβανές σε όλους τους τομείς της ζωής.


{[['']]}

Βιβλία στην πυρά τον Αύγουστο του 1936

Πριν από ακριβώς 90 χρόνια το μεταξικό καθεστώς έκαιγε μαζικά έργα του Πλάτωνα, του Δαρβίνου και του Παπαδιαμάντη.

Τον Αύγουστο του 1936 ο Ισπανικός Εμφύλιος ή Ισπανοϊσπανικός πόλεμος, όπως λεγόταν τότε, βρισκόταν στα πρωτοσέλιδα των ελληνικών εφημερίδων μαζί με ανταποκρίσεις από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, με φωτογραφίες του Χίτλερ να εναλλάσσονται με εκείνες των Γερμανών αθλητών και του Σπύρου Λούη με φουστανέλα μέσα στο στάδιο.

Στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (η πρώτη σε κυκλοφορία εκείνη την εποχή) πρωτοστατούσαν πηχυαίοι τίτλοι όπως «Πώς είδα από κοντά τον Χίτλερ στο αχανές στάδιον του Βερολίνου», ειδήσεις για την πανεργατική απεργία της 5ης Αυγούστου, άρθρα που εξέφραζαν την ανακούφισή τους για την αναχαίτιση της κομμουνιστικής απειλής από το μεταξικό καθεστώς, ενώ υπήρχαν καθημερινά δημοσιεύσεις με τα συγχαρητήρια στην ηγεσία του καθεστώτος εκ μέρους διαφόρων συλλόγων και ομοσπονδιών.

Το σύνολο συμπλήρωναν οι διαφημίσεις για την καταπολέμηση της κήλης, της φυματίωσης και των αφροδίσιων νοσημάτων, άλλες διαφημίσεις για το πρόγραμμα στα θέατρα και στη Μάντρα του Αττίκ αλλά και επιφυλλίδες με ρομάντζα για άτυχους έρωτες με πιο θυελλώδη εκείνον ανάμεσα στον Ιταλό εθνικιστή συγγραφέα, δραματουργό και δημοσιογράφο Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο (1863-1938) και την Ιταλίδα ηθοποιό Ελεωνόρα Ντούζε (1858-1924).

Στα ψιλά των εφημερίδων

Μεταξύ όλων αυτών, στις 10 Αυγούστου περνούσε στα ψιλά η είδηση για το κάψιμο των βιβλίων της 8ης Αυγούστου στον Πειραιά. «Προχθές την νύκτα εις την πλατείαν Κοραή εν Πειραιεί εκάησαν υπό του Εθνικού Παμφοιτητικού Συλλόγου της γείτονος και αντιπροσωπείας της ενώσεων φυματικών ναυτεργατών η “Ομόνοια” 50.000 κομμουνιστικά βιβλία, φυλλάδια και παντοειδή έντυπα» γράφει η «Ακρόπολις».

Η έκταση της είδησης είναι μικρότερη απ’ όσο οι διαφημίσεις των ημερών για περμανάντ με «φαρδειές σκάλες και χονδρές μπούκλες» – παρεμπιπτόντως  η περμανάντ ήταν η νέα μόδα της εποχής. Χιλιάδες αντίτυπα εκατοντάδων τίτλων που προέρχονταν από βιβλιοπωλεία και σπίτια αντιφρονούντων κάηκαν στην Αθήνα και στον Πειραιά από εθνικόφρονες φοιτητές, οι οποίοι «έψαλλον τον Εθνικόν Ύμνον και άλλα πατριωτικά άσματα» σύμφωνα με τις ελάχιστες αναφορές στον Τύπο.

«Εκάησαν 50 χιλιάδες βιβλία!» ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος στο «Έθνος» της 10ης Αυγούστου όπου η είδηση για το κάψιμο των βιβλίων τα οποία χαρακτηρίζονταν «επαναστατικής φιλολογίας και προπαγάνδας» έπιανε μόλις τέσσερις αράδες. Στη «Βραδυνή» κάπου ανάμεσα σε άρθρα για το τη σύντομη ιστορία του φασιστικού κινήματος, πόσο οι Γερμανοί αγαπούν το πράσινο και το πώς το γερμανικό κράτος μορφώνει τα κορίτσια του –«Πώς αι Γερμανίδες γίνονται ιδεώδεις μητέρες και νοικοκυραί», «Αι φύρεριν που στέλνονται ως απόστολοι του Γερμανισμού»– διαβάζουμε στα ψιλά «Χθες τη νύκτα εις την πλατείαν Κοραή του Πειραιώς εκάησαν 50.000 βιβλία, φυλλάδια και διάφορα έντυπα κομμουνιστικού περιεχομένου παρουσία αντιπροσώπων του Εθνικού Παμφοιτητικού Συνδέσμου. Τίτλος της είδησης: «Καίονται τα κομμουνιστικά βιβλία».

Το κάψιμο των βιβλίων δεν ήταν κάτι καινούργιο. Ήδη, τον Μάιο του 1933, το ναζιστικό καθεστώς είχε ρίξει στην πυρά βιβλία που θεωρούσε εχθρικά ως προς τον τρόπο σκέψης με τον οποίο ήθελε να δομήσει τον νέο κόσμο και οι παραφυάδες του θεωρούσαν αυτονόητο ότι θα ακολουθήσουν το παράδειγμα. Το μεταξικό καθεστώς δεν έχασε χρόνο, πήρε πρωτοβουλία μόλις τέσσερις μέρες αφότου επιβλήθηκε.

Υπέρ του μεταξικού καθεστώτος

Όχι μόνο πανελλαδικής εμβέλειας αλλά και τοπικές εφημερίδες εκφράζουν τη συμπάθειά τους στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. «Η νέα κατάστασις, η οποία επιβλήθη εν Ελλάδα από της παρελθούσης Τετάρτης, ήτο από πολλού δια τους εξετάζοντας μετά προσοχής και βαθυκρισίας τα πράγματα, προσδοκωμένη και αναπόφευκτος. Και είνε απολύτως βέβαιον ότι ο λαός υπεδέχθη την κατάστασιν ταύτην με αίσθημα ανακουφίσεως, διότι η κομματική πολυαρχία υποθάλπουσα την χειροτέραν δημοκοπίαν απεκαρδίωνε την κοινήν γνώμην. Ήτο καιρός να δοθή εν τέρμα εις τας παντός είδους μηχανορραφίας, αι οποίαι υπέθαλπον την αναρχίαν και ήπλωνον το πνεύμα της αποσυνθέσεως εις την κοινωνίαν», αναφέρεται σε άρθρο στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Αιγαίον» της Σάμου την ίδια στιγμή που στην πίσω σελίδα περνούν στα ψιλά και μετά βδελυγμίας οι συλλήψεις κομμουνιστών στο νησί οι οποίοι στάλθηκαν με πλοίο στον Πειραιά.

«Τεράστια πυρά θα εξαγνίση την πόλιν»

Λίγες μέρες μετά την καύση βιβλίων της 8ης Αυγούστου εμφανίστηκαν στον Τύπο δημοσιεύματα με τα οποία καλούνταν στις 16 Αυγούστου οι πολίτες σε δεύτερο γύρο τελετουργικού καψίματος σε κεντρικά σημεία όπως ο Ναός του Ολυμπίου Διός και στα Προπύλαια της Αθήνας, το Πασαλιμάνι του Πειραιά, ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης. Τα καλέσματα ζητούσαν από τους συμμετέχοντες να προσκομίσουν προς καύση ακόμη και σχολικά βιβλία.

Ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο η φιλομεταξική εφημερίδα «Το φως» που εκδιδόταν στη Θεσσαλονίκη είχε στην πρώτη σελίδα είδηση με τίτλο «Τεράστια πυρά θα εξαγνίση αύριον την πόλιν από το μίασμα των ερυθρών εντύπων» ενώ το άρθρο κάνει λόγο για κατασχεμένα από την αστυνομία κομμουνιστικά βιβλία και έντυπα τα οποία επρόκειτο να καούν στην πλατεία του Λευκού Πύργου. «Τα βιβλία που είχαν γεμίσει με απελπισίαν τις καρδιές της νεολαίας μας, τα βιβλία της καταστροφής και του ολέθρου, της επαναστάσεως και της ανυπακοής, πρόκειται να καούν επισήμως. Εις την πλατείαν του Λευκού Πύργου […] Η καταστροφή αυτή θέλει λάβει πανηγυρικόν χαρακτήρα ίσως δε παραστούν και αντιπροσωπείαι στρατιωτικών μονάδων ξηράς, αέρος, θαλάσσης και χωροφυλακής» αναφέρεται στο άρθρο.

Στις 17 Αυγούστου κεντρική φωτογραφία του πρωτοσέλιδου της εφημερίδας «Μακεδονία» αποτυπώνει το κάψιμο των βιβλίων στον Λευκό Πύργο που έγινε μια μέρα πριν. Το σχετικό δημοσίευμα αναφέρει μεταξύ άλλων ότι συγκεντρώθηκαν στο σημείο στελέχη και μέλη των σωμάτων ασφαλείας, ενώ εκ μέρους των συνεργαζόμενων νεολαιών ΕΠΕ, ΦΦΕΕΕ και Εθνικής Νεολαίας ΕΕΕ ένας φοιτητής μίλησε εναντίον του κομμουνισμού και στη συνέχεια κατά του εβραϊσμού, «τονίσας ότι ο Μαρξ ήτο Εβραίος». Τα κατασχεθέντα βιβλία ραντίστηκαν με βενζίνη από τμήμα της πυροσβεστικής υπηρεσίας. Το άρθρο κλείνει με τις πληροφορίες περί καύσης δέκα χιλιάδων βιβλίων, ενώ ενημερώνει ότι η τελετή ολοκληρώθηκε με την Εθνική Παμφοιτητική Νεολαία να ψάλλει τον Εθνικό Ύμνο.

Την ίδια μέρα στην «Απογευματινή», δημοσίευμα με τίτλο «Το κάψιμο των εντύπων» αναφέρει: «Απελυμάνθη χθες δια των φλογών και του καπνού η ατμόσφαιρα της πόλεώς μας και δια της αποτεφρώσεως των περισυλλεγέντων υπό της Αστυνομίας κομμουνιστικών εντύπων. Αμφιβάλλομεν όμως αν εκάησαν όσα έπρεπε να καούν. Υπάρχουν και ξενόγλωσσα όχι μόνο περιοδικά αλλά και φιλολογικά βιβλία καθαρώς κομμουνιστικά. Η έρευνα εις το βιβλιοπωλείον Μόλχο θα πρέπει να γίνη λεπτομερέστερα και ιδίως εις τα γαλλικά μυθιστορήματα».

Τα «επικίνδυνα» βιβλία

Ποια ήταν όμως τα «κομμουνιστικά» βιβλία που έγιναν στάχτη; Μεταξύ των εκατοντάδων τίτλων που κάηκαν συμπεριλαμβάνονταν η «Πολιτεία» του Πλάτωνα, ο «Επιτάφιος» του Θουκυδίδη, έργα του Μαρξ, του Τολστόι, του Ντοστογιέφσκι, η «Καταγωγή των ειδών» του Δαρβίνου, που από την εποχή της δημοσίευσής της δημιουργούσε αναστάτωση στη συντήρηση, ενώ δεν γλίτωσε ούτε ο Παπαδιαμάντης, ο οποίος κατά τραγική ειρωνεία εργαζόταν λίγες δεκαετίες πριν στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Στην πυρά κατέληξαν επίσης τα «Ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου

Ξεφυλλίζοντας τις εφημερίδες του 1936 δεν μπορεί να μην αναλογιστεί κανείς τις ευθύνες του Τύπου της εποχής, όπως και του διεθνούς Τύπου σε ό,τι αφορά την περίπτωση του Χίτλερ – το κλίμα έχει αποδοθεί εξαιρετικά στο βιβλίο «Βερολίνο, 1933. Η στάση του διεθνούς Τύπου μπροστά στον Χίτλερ» (εκδ. Πόλις, µτφρ. Γιώργος Καράµπελας) του Ντανιέλ Σνεντερμάν.

 

Πηγή: Εμυ Ντούρου - Documento

{[['']]}

Ατιμώρητα εγκλήματα πολέμου

 Ο κατάλογος των εγκλημάτων γράφτηκε από τους νικητές. Και δεν συμπεριέλαβε τα δικά τους.

 Τον Μάρτιο του 1945, τη νύχτα που κάηκε το Τόκιο, σκοτώθηκαν περίπου εκατό χιλιάδες άνθρωποι σε λίγες ώρες. Ήταν και παραμένει ο πιο πολύνεκρος αεροπορικός βομβαρδισμός της ιστορίας. Ο άνθρωπος που τον σχεδίασε, ο στρατηγός Κέρτις ΛεΜέι (1906–1990), το διατύπωσε αργότερα με μια ειλικρίνεια που κανένα δικαστήριο δεν του ζήτησε: αν είχαν χάσει τον πόλεμο, θα είχαν δικαστεί όλοι ως εγκληματίες πολέμου.

 Δεν έχασαν όμως. Και επειδή δεν έχασαν, η πράξη αυτή δεν προστέθηκε ποτέ σε μεταπολεμικό κατηγορητήριο.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου διέπραξαν εγκλήματα. Είναι ποιος ορίζει τι είναι έγκλημα πολέμου. Ποιος έγραψε τον κατάλογο, με ποια διαδικασία, με ποια τεκμήρια, και τι έμεινε απ’ έξω.

 Γιατί ο κατάλογος υπάρχει. Το άρθρο 6 της Χάρτας του Λονδίνου απαριθμεί [1]: δολοφονία και εκτόπιση αμάχων υπό κατοχή, κακομεταχείριση αιχμαλώτων, θανάτωση ομήρων, λεηλασία, άσκοπη καταστροφή πόλεων. Είναι, σχεδόν σημείο προς σημείο, ο κατάλογος του τι είχε κάνει η Βέρμαχτ. Και πριν από αυτόν, στην εισαγωγική φράση του ίδιου άρθρου, ορίζεται ποιοι μπορούν να δικαστούν: όσοι ενήργησαν προς το συμφέρον των χωρών του ευρωπαϊκού Άξονα.

Το ζήτημα δεν είναι αν οι νικητές ήταν το ίδιο με τους ηττημένους. Είναι γιατί ο κατάλογος των αδικημάτων του 1945 συνέπεσε τόσο ακριβώς με τον κατάλογο όσων είχαν κάνει μόνο οι ηττημένοι.

 

Το έγκλημα του νικητή είναι και ηθικό;

Στις 14 Φεβρουαρίου 1942 το βρετανικό Υπουργείο Αεροπορίας εξέδωσε οδηγία προς τη Διοίκηση Βομβαρδιστικών [2]. Πρωταρχικός στόχος οριζόταν το ηθικό του άμαχου πληθυσμού, και ειδικότερα των βιομηχανικών εργατών. Ως σημεία σκόπευσης ορίζονταν οι οικιστικές περιοχές, ρητά όχι τα ναυπηγεία ή τα εργοστάσια αεροσκαφών, που βρίσκονταν λίγο έξω από αυτές.

Τον επόμενο μήνα, στις 30 Μαρτίου 1942, ο επιστημονικός σύμβουλος του Τσώρτσιλ, λόρδος Τσέργουελ (1886–1957), υπέβαλε υπόμνημα στο οποίο υπολόγιζε πόσοι Γερμανοί θα έμεναν άστεγοι αν κατέρρεαν οι κατοικίες τους. Η καταστροφή στέγης παρουσιαζόταν ως μετρήσιμος στρατηγικός στόχος. Το υπόμνημα έγινε δεκτό από το Πολεμικό Υπουργικό Συμβούλιο.

Τον Ιούλιο του 1943 το Αμβούργο βομβαρδίστηκε επί μία εβδομάδα. Οι νεκροί υπολογίζονται σε περίπου 37.000. Στη Δρέσδη τον Φεβρουάριο του 1945, η Επιτροπή Ιστορικών που συνέστησε ο ίδιος ο δήμος κατέληξε το 2010 σε αριθμό έως 25.000 νεκρών [3].

Στην άλλη άκρη του κόσμου η ίδια τακτική εφαρμόστηκε συστηματικότερα. Τη νύχτα της 9ης προς 10η Μαρτίου 1945, 334 αμερικανικά βομβαρδιστικά μεγάλης εμβέλειας απογειώθηκαν από τις Μαριάνες Νήσους με προορισμό το Τόκιο. Περίπου 280 έφτασαν πάνω από την πόλη και έριξαν 1.665 τόνους εμπρηστικών βομβών. Κάηκαν 41 τετραγωνικά χιλιόμετρα και 267.171 κτίρια. Ένα εκατομμύριο άνθρωποι έμειναν άστεγοι. Οι νεκροί υπολογίζονται μεταξύ 90.000 και άνω των 100.000 σε μία νύχτα, περισσότεροι από το Ναγκασάκι, περισσότεροι από τη Δρέσδη [4]. Ακολούθησαν άλλες εξήντα έξι ιαπωνικές πόλεις.

Καμία από αυτές τις επιχειρήσεις δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο ποινικής διαδικασίας.

Για τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι υπάρχει μία μόνο δικαστική κρίση στον κόσμο, και είναι αστική. Στις 7 Δεκεμβρίου 1963 το Πρωτοδικείο του Τόκιο, δικάζοντας αγωγή επιζώντων που είχε κατατεθεί οκτώ χρόνια νωρίτερα, έκρινε ότι ο αδιάκριτος βομβαρδισμός μη υπερασπιζόμενης πόλης παραβίαζε το εθιμικό διεθνές δίκαιο, και άρα ότι οι δύο βομβαρδισμοί υπήρξαν παράνομη πράξη. Οι ενάγοντες δεν πήραν τίποτα: το δικαστήριο έκρινε ότι το άτομο δεν έχει αξίωση αποζημίωσης στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου και ότι στο εσωτερικό επίπεδο εμπόδιζε η κρατική ασυλία [5].

Οι νεκροί της απελευθέρωσης

Μεταξύ 1940 και 1945 οι συμμαχικές αεροπορίες βομβάρδισαν 1.570 γαλλικές πόλεις και κωμοπόλεις. Οι Γάλλοι άμαχοι νεκροί υπολογίζονται από 57.000 έως 68.778, σχεδόν όσοι Βρετανοί σκοτώθηκαν από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς του Λονδίνου [6].

Στη Χάβρη, μεταξύ 5 και 11 Σεπτεμβρίου 1944, έπεσαν περίπου 12.000 τόνοι βομβών και σκοτώθηκαν πάνω από 5.000 άνθρωποι. Ο επικεφαλής της βρετανικής Διοίκησης Βομβαρδιστικών, Άρθουρ Χάρις (1892–1984), παραδέχθηκε τον επόμενο μήνα ότι σκοτώθηκαν πολλοί Γάλλοι πολίτες και προκλήθηκαν μεγάλες καταστροφές χωρίς αυτό να βοηθήσει ουσιαστικά την κατάληψη του λιμανιού.

Στο Ρουαγιάν, τον Απρίλιο του 1945, χρησιμοποιήθηκε ναπάλμ — στη μοναδική επιχειρησιακή του χρήση από την 8η Αμερικανική Αεροπορική Δύναμη στην Ευρώπη. Η πόλη ισοπεδώθηκε, με περίπου 1.700 Γάλλους νεκρούς.

Ο βρετανός ιστορικός Άντριου Νάπ, που έχει μελετήσει συστηματικά αυτή τη βομβαρδιστική πολιτική, το διατυπώνει ρητά. Με τα σημερινά κριτήρια ορισμένες από τις επιδρομές αυτές θα ενέπιπταν στην κατηγορία των εγκλημάτων πολέμου.

Οι άνθρωποι που δεν ήταν αιχμάλωτοι

Στις 10 Μαρτίου 1945 ο στρατηγός Ντουάιτ Αϊζενχάουερ (1890–1969), ανώτατος διοικητής των Συμμαχικών Εκστρατευτικών Δυνάμεων στην Ευρώπη και μετέπειτα πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ζήτησε από το Συμμαχικό Επιτελείο έγκριση για έναν νέο χαρακτηρισμό. Οι Γερμανοί στρατιώτες που θα παραδίδονταν μετά τη λήξη των εχθροπραξιών δεν θα κηρύσσονταν αιχμάλωτοι πολέμου. Θα ονομάζονταν αφοπλισμένες εχθρικές δυνάμεις, οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν τον όρο παραδοθέν εχθρικό προσωπικό. Το αίτημα εγκρίθηκε, με ρητή αιτιολογία την έλλειψη τροφίμων [7].

Δεν ήταν θέμα ονομασίας αλλά χαρακτηρισμού. Ο αιχμάλωτος πολέμου προστατευόταν από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1929: τροφή ισοδύναμη με του στρατεύματος που τον κρατά, ιατρική περίθαλψη, επιθεώρηση από τον Ερυθρό Σταυρό, απαγόρευση επικίνδυνης εργασίας. Ο άνθρωπος που δεν ήταν αιχμάλωτος πολέμου δεν είχε τίποτα από αυτά.

Δεν παραβιάστηκε το δίκαιο. Κανείς δεν παραβίασε τον νόμο. Έφτιαξαν μια κατηγορία ανθρώπων που ο νόμος δεν τους έπιανε.

Στη Νορβηγία η συνέπεια ήταν άμεση και μετρήσιμη. Παραδομένοι Γερμανοί στρατιώτες χρησιμοποιήθηκαν για την εκκαθάριση ναρκοπεδίων. Οι γερμανικές διαμαρτυρίες ότι αυτό παραβίαζε το άρθρο 32 της Σύμβασης της Γενεύης, που απαγορεύει την ανάθεση επικίνδυνης εργασίας σε αιχμαλώτους, απορρίφθηκαν με το επιχείρημα ότι οι συγκεκριμένοι άνδρες δεν ήταν αιχμάλωτοι. Στις 21 Ιουνίου 1945 καταγράφηκαν 199 νεκροί και 163 τραυματίες, στις 29 Αυγούστου 275 νεκροί και 392 τραυματίες.

Ότι υπήρχε κενό το παραδέχτηκε τελικά και το ίδιο το δίκαιο. Όταν το 1949 συντάχθηκε η νέα Σύμβαση της Γενεύης για τους αιχμαλώτους, η διατύπωση άλλαξε σκόπιμα ώστε να καλύπτει και όσους περιέρχονται στην εξουσία του αντιπάλου έπειτα από παράδοση ή μαζική συνθηκολόγηση, όχι μόνο όσους αιχμαλωτίζονται σε μάχη. Το κενό έκλεισε τέσσερα χρόνια αργότερα. Κανείς δεν δικάστηκε γι’ αυτό που είχε γίνει στο μεταξύ.

Οι χρήσιμοι

Δεν έμειναν ατιμώρητοι μόνο οι νικητές. Υπήρξαν άνθρωποι της ηττημένης πλευράς που δεν κατηγορήθηκαν ποτέ, παρότι υπήρχαν αποδείξεις και τα δικαστήρια δούλευαν. Ήταν όμως χρήσιμοι.

Η Μονάδα 731 του ιαπωνικού στρατού λειτούργησε στη Μαντζουρία από το 1936, με έδρα το Πινγκφάνγκ κοντά στο Χαρμπίν, υπό τον αντιστράτηγο και ιατρό Σίρο Ισίι (1892–1959). Εκεί γινόταν η ιαπωνική έρευνα για τον βιολογικό πόλεμο. Τα πειράματα γίνονταν σε ανθρώπους: κρατούμενοι μολύνονταν σκόπιμα με πανώλη, χολέρα, άνθρακα και τύφο και υποβάλλονταν σε ζωοτομή χωρίς αναισθησία. Οι νεκροί δεν καταγράφηκαν ποτέ πλήρως. Ήταν Κινέζοι, Κορεάτες, Μογγόλοι, Σοβιετικοί αιχμάλωτοι και ένας άγνωστος αριθμός Δυτικών.

Ο Ισίι και οι συνεργάτες του δεν κατηγορήθηκαν ποτέ.

Η αλληλογραφία που το εξηγεί είναι αποχαρακτηρισμένη [8]. Στις 6 Μαΐου 1947 ο στρατηγός Ντάγκλας ΜακΆρθουρ (1880–1964), ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων κατοχής στην Ιαπωνία, ζήτησε με άκρως απόρρητο τηλεγράφημα από την Ουάσιγκτον να προχωρήσει σε συμφωνία ασυλίας. Στις 15 Ιουλίου 1947 υπόμνημα της αρμόδιας διυπηρεσιακής επιτροπής συνιστούσε συγκάλυψη, προειδοποιώντας ότι το θέμα μπορούσε να διαρρεύσει αν το έθετε ο σοβιετικός εισαγγελέας στο Τόκιο, και αναφέροντας ότι Αμερικανοί αιχμάλωτοι είχαν χρησιμοποιηθεί στα πειράματα και είχαν πεθάνει. Τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο οι εκθέσεις της επιτροπής κατέληγαν ότι η αξία των δεδομένων για την εθνική ασφάλεια υπερέβαινε κατά πολύ την αξία μιας δίωξης.

Τον Δεκέμβριο του 1947 η έκθεση του Έντουιν Χιλ, από το ερευνητικό κέντρο βιολογικού πολέμου του Φορτ Ντέτρικ το έλεγε πιο ωμά από όλους. Τα δεδομένα αυτά δεν θα μπορούσαν να αποκτηθούν σε αμερικανικά εργαστήρια, εξαιτίας των ενδοιασμών που συνδέονται με τον πειραματισμό σε ανθρώπους.

Την ίδια περίοδο, στη Νυρεμβέργη, διεξαγόταν η Δίκη των Ιατρών για πειράματα σε κρατουμένους. Εκεί παρήχθη ο Κώδικας της Νυρεμβέργης, το θεμέλιο της σύγχρονης ιατρικής δεοντολογίας και της αρχής της συναίνεσης κατόπιν ενημέρωσης.

Το ίδιο έγινε και στη Γερμανία. Ο Άρθουρ Ρούντολφ (1906–1996) ήταν διευθυντής παραγωγής των πυραύλων V-2 στο υπόγειο εργοστάσιο Μίτελβερκ, όπου εργάζονταν κρατούμενοι του στρατοπέδου Μίτελμπαου-Ντόρα. Παραδέχθηκε στους Αμερικανούς ανακριτές ότι είχε παραστεί σε τουλάχιστον έναν απαγχονισμό κρατουμένων. Μεταφέρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στο πλαίσιο του προγράμματος στρατολόγησης Γερμανών επιστημόνων και έγινε διευθυντής του προγράμματος του πυραύλου Σατούρν 5, που πήγε ανθρώπους στη Σελήνη. Το 1979 ιδρύθηκε στο αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης ειδική υπηρεσία για τη διερεύνηση ναζιστικών εγκλημάτων, και οι ανακρίσεις του ξεκίνησαν το 1982. Στις 28 Νοεμβρίου 1983 υπέγραψε συμφωνία: θα εγκατέλειπε τη χώρα και θα αποποιούνταν την υπηκοότητα, και σε αντάλλαγμα δεν θα διωκόταν. Έφυγε τον Μάρτιο του 1984 [9]. Το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης ενημέρωσε τις γερμανικές αρχές ότι τα στοιχεία επαρκούσαν για συνέργεια στη δίωξη καταναγκαστικών εργατών. Η γερμανική εισαγγελία διερεύνησε και δεν άσκησε δίωξη.

Τριάντα πέντε γυναίκες

Ο ιαπωνικός στρατός λειτούργησε σε όλη τη διάρκεια του πολέμου σύστημα σεξουαλικής δουλείας. Οι γυναίκες που εξαναγκάστηκαν σε αυτό ήταν κυρίως Κορεάτισσες, και επίσης Κινέζες, Ταϊβανέζες, Φιλιππινέζες, Ινδονήσιες και ένας μικρός αριθμός Ολλανδέζων από τα στρατόπεδα εγκλεισμού πολιτών της Ιάβας. Ήταν δεκάδες χιλιάδες.

Το Διεθνές Στρατοδικείο του Τόκιο δεν άσκησε καμία δίωξη για το σύστημα αυτό.

Έγινε μία μόνο δίκη, από ολλανδικό προσωρινό στρατοδικείο στη Μπατάβια. Στις 14 Φεβρουαρίου 1948, στην υπόθεση του Σεμαράνγκ, δεκατρείς κατηγορούμενοι δικάστηκαν για τον εξαναγκασμό τριάντα πέντε Ολλανδέζων σε πορνεία. Ο ταγματάρχης Οκάντα καταδικάστηκε σε θάνατο, έντεκα σε ποινές φυλάκισης από δύο ως είκοσι έτη. Το δικαστήριο αναγνώρισε ρητά την εξαναγκαστική πορνεία ως έγκλημα πολέμου [10].

Οι Ινδονήσιες γυναίκες, από το ίδιο νησί και συχνά από τα ίδια στρατόπεδα, δεν αναφέρθηκαν στη δικογραφία.

Το κριτήριο

Ο ΛεΜέι δεν διώχθηκε επειδή δεν υπήρχε συνθήκη για τον αεροπορικό πόλεμο, και επειδή είχε κερδίσει.

Ο Ισίι δεν γλίτωσε επειδή δεν υπήρχαν αποδείξεις. Γλίτωσε επειδή οι αποδείξεις είχαν αξία. Ο Ρούντολφ δεν διέφυγε επειδή δεν βρέθηκαν στοιχεία εναντίον του. Διέφυγε επειδή είχε στείλει ανθρώπους στη Σελήνη.

Και οι τριάντα πέντε Ολλανδέζες δεν δικαιώθηκαν επειδή το έγκλημα ήταν χειρότερο από αυτό που υπέστησαν οι υπόλοιπες. Δικαιώθηκαν επειδή είχαν κράτος να τις ζητήσει.

Δεν κρίθηκε ποτέ η πράξη. Κρίθηκε ποιος την έκανε, και σε ποιον.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Charter of the International Military Tribunal, άρθρο 6, παράρτημα στη Συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Αυγούστου 1945. Lillian Goldman Law Library, Yale Law School: https://avalon.law.yale.edu/imt/imtconst.asp

2. General Directive No. 5, Air Ministry, 14.2.1942: https://en.wikipedia.org/wiki/Area_bombing_directive

3. Επιτροπή Ιστορικών της Δρέσδης, Τελική Έκθεση, 2010: https://www.dresden.de/media/pdf/infoblaetter/Historikerkommission_Dresden1945_Abschlussbericht_V1_14a.pdf

4. https://www.britannica.com/event/Bombing-of-Tokyo

5. Shimoda κ.ά. κατά Ιαπωνικού Δημοσίου, Πρωτοδικείο Τόκιο, 7.12.1963. Βάση δεδομένων ΔΕΣ: https://ihl-databases.icrc.org/en/national-practice/shimoda-case-compensation-claim-against-japan-brought-residents-hiroshmina

6. https://www.bbc.com/news/world-europe-27703724

7. https://en.wikipedia.org/wiki/Disarmed_Enemy_Forces

8. Αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, Εθνικά Αρχεία ΗΠΑ. Συγκεντρωτικά: https://sgp.fas.org/news/1999/11/feinstein.html και https://issforum.org/reviews/PDF/AR1201.pdf

9. https://www.upi.com/Archives/1984/10/17/Space-scientist-renounces-US-citizenship/3073466833600/

10. Nicola Henry, «Memory of an Injustice: The “Comfort Women” and the Legacy of the Tokyo Trial», Asian Studies Review 37:3 (2013): https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/10357823.2013.771770

Πηγή:  

{[['']]}

O Ρασπούτιν της Ελλάδας: Πίσω απ’ τα ράσα κρυβόταν ένας αδίστακτος κατάσκοπος – Ο σκοτεινός ρόλος του στον Εμφύλιο

Κάποιοι τον αποκάλεσαν Ρασπούτιν της Ελλάδας· καθόλου υπερβολή. Ο ρόλος του ψευτοπαπά Δημήτριου, του- κατά κόσμον- Ντέιβιντ Μπάλφουρ, στον Ελληνικό Εμφύλιο ήταν καθοριστικός και ελεεινός.



O Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, ο Σκωτσέζος συγγραφέας, που έζησε εκεί κάπου στο δειλινό του 19ου αιώνα έγινε διάσημος για τα μυθιστορήματά του, που μέχρι και στις μέρες μας έχουν φανατικούς αναγνώστες. Θυμάται κάποιος, κάποια από εκείνα; Αν όχι, σας τα υπενθυμίζουμε: Το Νησί των Θησαυρών, Δόκτωρ Τζέκιλ και μίστερ Χάιντ, Μαύρο Βέλος και άλλα πολλά.

Ο Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον έχει γράψει και ένα μυθιστόρημα, που δεν είναι από τα δημοφιλή του, αλλά θα μας απασχολήσει το… όνομα του πρωταγωνιστή του· τίτλος του: Οι Περιπέτειες του Ντέιβιντ Μπάλφουρ… Και ασφαλώς δεν θα καταπιαστούμε με τον βίο και την πολιτεία του 16χρονου έφηβου Ντείβιντ Μπάλφουρ, που πέφτει θύμα απαγωγής από το μοχθηρό θείο του και ρίχνεται στο αμπάρι ενός καραβιού για να πουληθεί σκλάβος στην Αμερική και που είναι ο φανταστικός ήρως του Στίβενσον. Όχι…

Εμείς θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τον Ντέιβιντ Μπάλφουρ, που γεννήθηκε την αυγή του 20ου αιώνα, καταγράφηκε στο Ληξιαρχείο της Ιστορίας (και) ως «Πατήρ Δημήτριος», ήταν καλόγερος που έφτασε μέχρι Αρχιμανδρίτης και κάτω από τα ράσα έκρυβε έναν αδίστακτο κατάσκοπο της «Ιντέλιτζενς Σέρβις», που δραστηριοποιήθηκε στην Ελλάδα πριν από τον πόλεμο, αλλά και στα σκοτεινά χρόνια του Εμφυλίου. Δόκτορ Τζέκιλ και μίστερ Χάιντ λοιπόν…

Ο «Ριζοσπάστης» τον αποκάλυψε

Τις ομιχλώδεις δραστηριότητες του πατέρα Δημητρίου, αποκάλυψε η εφημερίδα «Ριζοσπάστης» με πρωτοσέλιδο τίτλο: «Δαυίδ Μπαλφούρ ή ο Πάτερ Δημήτριος». Το ρεπορτάζ της εφημερίδας-όργανο του ΚΚΕ υπέγραφε ο διευθυντής του «Ριζοσπάστη» εκείνη την εποχή, Κωνσταντίνος Καραγιώργης. Ποιος ήταν λοιπόν ο ρασοφόρος κατάσκοπος; Ο Ντέιβιντ Μπάλφουρ που έγινε πατήρ Δημήτριος;
Ο Μπάλφουρ υπήρξε εξέχων στέλεχος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, πράκτορας της «Ιντέλιτζενς Σέρβις», που έδρασε στην Ελλάδα, υπό την κάλυψη της μορφής και ιδιότητας του ορθοδόξου ιερέα, που ιερουργούσε στο παρεκκλήσι του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός».

Ο David Balfour είχε γεννηθεί στις 20 Ιανουαρίου του 1903 από ευκατάστατη οικογένεια στη Βρετανία· σπούδασε στα πανεπιστήμια της Πράγας, του Σάλτσμπουργκ, της Ρώμης και (αργότερα) των Αθηνών· μιλούσε και έγραφε άπταιστα γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ελληνικά και ρωσικά και καταλάβαινε, αλλά και μπορούσε να συνεννοηθεί στα ισπανικά, ολλανδικά, εβραϊκά, τουρκικά, ρουμανικά, σερβικά και βουλγαρικά! Ο χαρισματικός μυστικός πράκτωρ, με άλλα λόγια!

Στα τέλη της 10ετίας του 1920, ο Μπάλφουρ έγινε δόκιμος μοναχός στο τάγμα των Βενεδικτίνων. Ο Μπάλφουρ, αν και μεγάλωσε ως Καθολικός, γοητεύτηκε αργότερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία και ταξίδεψε στο ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα στο Άγιο Όρος το 1932· τότε εγκατέλειψε τον Καθολικισμό και μεταπήδησε στην Ορθοδοξία· έλαβε το όνομα Δημήτριος και ζήτησε να εγγραφεί στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, κάτι που έγινε το 1936 με τη βοήθεια του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου και άλλων κληρικών.

Όταν «κατέβηκε» στην Αθήνα, ο Μπάλφουρ, υπηρέτησε στο μοναχικό τάγμα του τέως Καρυστίας, Παντελεήμονα, «…είναι αυτός που είχε πει το περιβόητο: καλύτερα σαράντα χρόνια με τους Γερμανούς, παρά μια ώρα με το ΕΑΜ», έγραφε ο Καραγιώργης στον «Ριζοσπάστη». Ο Παντελεήμων χειροτόνησε Αρχιμανδρίτη τον Βρετανό και πλέον τον προσφωνούσαν πάτερ Δημήτριο.
Ο Ρασπούτιν της Αθήνας

Ο πατήρ Δημήτριος έγινε γρήγορα δημοφιλής ανάμεσα στους αστούς-θρησκόληπτους και θρησκευόμενους της Αθήνας. Τα ταπεινά και πολλές φορές κουρελιασμένα άμφια, η ήρεμη-γλυκιά φωνή του, και η πραότητά του, αλλά και η εξεζητημένη γενειάδα του τον έκαναν τον πιο διάσημο ιερέα στην πρωτεύουσα. Κάτι σαν τον Ρασπούτιν; Γιατί όχι. Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην Αθήνα ο πατήρ Δημήτριος, ήταν περιζήτητος στα σπίτια των πλουσίων της πόλης.

Ρασπούτιν, ακριβώς: συχνά προσκεκλημένος σε συναθροίσεις της υψηλής κοινωνίας, ο πατέρας Δημήτριος έγινε εξομολογητής σε πολλούς επιφανείς Αθηναίους, ήταν τακτικός επισκέπτης στα σπίτια ανώτατων αξιωματικών (ακόμα και ο Παπάγος τον συμπαθούσε…) και πολιτικών και- το κυριότερο- εκτελούσε εκκλησιαστικά καθήκοντα στα ανάκτορα του Τατοΐου για τους βασιλιάδες της Ελλάδας· η πρόσβασή του στο Παλάτι τον έκανε κοινωνό πολύτιμων πληροφοριών! Οι σχέσεις του ρασοφόρου με τον βασιλιά Γεώργιο B', τον διάδοχό Παύλο και τη Φρειδερίκη, ήταν πολύ στενές· ήταν εξομολόγος μελών της βασιλικής οικογενείας, όπως η ρωσικής καταγωγής γυναίκα του πρίγκιπα Νικολάου- γιου του βασιλιά Γεωργίου Α’- Ελένη Βλαδιμίροβνα, μητέρα επίσης της γυναίκας του αντιβασιλέα της Γιουγκοσλαβίας Πέτρου.
Ο βρετανός «ιερέας», δίδασκε στο Βρετανικό Ινστιτούτο Αθηνών και επίσης παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικών σε γόνους μεγάλων οικογενειών του Κολωνακίου· ανέπτυξε, μάλιστα, και σχέσεις με την αδελφότητα θεολόγων «H Ζωή» και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο.

Το αρχηγείο του όμως, όπου απεκδυόταν τα ράσα και έπιανε τον ασύρματο, το είχε στήσει στην οδό Πλουτάρχου 2, στο Κολωνάκι. «Το κτήριο- όπως έγραφε ο Καραγιώργης- ανήκε στην αγγλική πρεσβεία και στους τηλεφωνικούς καταλόγους εμφανιζόταν ως έδρα της Γραμματείας του Πολιτικού Τμήματος του σερ Νόρτον». Ο «Ρασπούτιν» των Αθηνών Ουσιαστικά ήταν το «μάτι» και το «αυτί» των Βρετανών στα σαλόνια της πρωτεύουσας, σε μια από τις κρισιμότερες εποχές της ελληνική ιστορίας.

Λέγεται ότι ο ρασοφόρος κατάσκοπος είχε σχέσεις με τον Αλέξανδρο Κορυζή, που διαδέχθηκε στον πρωθυπουργικό θώκο τον Ιωάννη Μεταξά και που αυτοκτόνησε (υπό μυστηριώδεις συνθήκες) λίγο πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Ο δικαστής Νικόλαος Σοϊλεντάκης στο βιβλίο του «Η αφελής Ελλάς», γράφει ότι ο Μπάλφουρ έπαιξε σημαντικό ρόλο ακόμα και στην αυτοκτονία του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή στις 18 Απριλίου 1941, δώδεκα ημέρες μετά την έναρξη της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα! Δεν έχει ξεκαθαριστεί ποτέ κάτι τέτοιο, όμως... Τα ίχνη του πατέρα Δημητρίου χάνονται ξαφνικά το 1941.
Αλλού ο παπάς κι αλλού τα ράσα του...

Στις 18 του Απριλίου του ‘41, την παραμονή της εισόδου του γερμανικού στρατού στην Αθήνα, κάποιοι είδαν έκπληκτοι έναν μεσήλικα άνδρα με κοντοκουρεμένα μαλλιά, φρέσκο καλοξυρισμένο πρόσωπο, φορώντας ακριβό τουίντ σακάκι, χακί σορτ και στρατιωτικές μπότες, να φεύγει βιαστικά από το παρεκκλήσι του «Ευαγγελισμού». Κάποιοι τον αναγνώρισαν και προσπάθησαν να κλείσουν το στόμα τους, που είχε μείνει ορθάνοιχτο από την έκπληξη· ήταν αυτός, ο πάτερ Δημήτριος που έτρεχε να προλάβει το προσωπικό της βρετανικής πρεσβείας που μπάρκαρε σε πλοίο με προορισμό την Αίγυπτο. Η αποστολή του βρετανού πράκτορα στην Ελλάδα, είχε τελειώσει; Ασφαλώς και όχι.

Ο Μπάλφουρ, όπως έγραψε στα Απομνημονεύματά του, μόλις τότε είχε ενταχθεί στη βρετανική υπηρεσία πληροφοριών, έπειτα από κρίση πίστεως... Κρίση πίστεως και για τα γραφθέντα από τον Μπάλφουρ και σε εμάς… Με τον βαθμό του Ταγματάρχη, ως Μπάλφουρ πλέον και όχι ως Δημήτριος, υπηρέτησε απροκάλυπτα τη βρετανική υπηρεσία πληροφοριών στο Κάιρο, όπου είχαν καταφύγει ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ η Κυβέρνηση της Ελλάδας και μονάδες του ελληνικού στρατού. Οι σχέσεις του Μπάλφουρ με την ελληνική βασιλική οικογένεια και τους πρώην πρωθυπουργούς Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Γεώργιο Παπανδρέου, στο Κάιρο, ήταν στενές.

Τρία χρόνια αργότερα και σαφώς μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, ο Μπάλφουρ επέστρεψε στην Αθήνα, πλέον ως κορυφαίος διπλωμάτης της Βρετανίας και διαμεσολαβητής ανάμεσα στην βρετανική και ελληνική κυβέρνηση. Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Μπαλφούρ ενήργησε σχετικά για τον ορισμό του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού, στη θέση του Αντιβασιλέα, τότε.
Πίσω από κάθε κίνηση των Βρετανών στν Ελλάδα

Ο Μπάλφουρ υπήρξε από τους βασικούς εμπνευστές της Διάσκεψης του Λιβάνου, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα Δεκεμβριανά: «Ήταν η γλώσσα και το μυαλό του Σκόμπι», γράφει ο ιστορικός και συγγραφέας Σαράντος Καργάκος· υπόγειος ο ρόλος του και στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Ο Ντέιβιντ Μπάλφουρ, εμφανιζόταν με στρατιωτική αμφίεση ή πολιτικά- ποτέ πια ράσα- να συνοδεύει τον Τσώρτσιλ στην Αθήνα, ή τον στρατάρχη Μοντγκόμερι, και άλλους Βρετανούς αξιωματούχους με την ιδιότητα του διερμηνέα. Το 1945, Μπάλφουρ λέγεται ότι- δρομολόγησε την πτώση της κυβέρνησης Πλαστήρα και την ανάθεση στο Ναύαρχο Βούλγαρη.
Ήταν Ιανουάριος του 1947 και μόλις είχε σχηματιστεί Κυβέρνηση Συνασπισμού, υπό τον άλλοτε διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, Δημήτρη Μάξιμο, όταν ο «Ριζοσπάστης» αποκάλυπτε: «Κυβέρνηση Μπαλφούρ»!

Οι φίλοι του Βρετανού, τον παρότρυναν να απαντήσει και να καθαρίσει το όνομά του, αλλά ο Μπάλφουρ θεώρησε ανάρμοστο για έναν αξιωματικό της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών να εμπλακεί σε δημόσια αντιπαράθεση και μάλιστα με τους «παράνομους κομουνιστές». Πολλοί, τότε- και όχι άδικα- αφουγκράστηκαν τη σιωπή του Μπάλφουρ ως παραδοχή ενοχής. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να τον «ανεχτεί» πλέον και ο Μπάλφουρ συνέχισε την καριέρα του ως διπλωματικός υπάλληλος της βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, στο Ισραήλ, στο Προξενείο της Σμύρνης, στην Γενεύη· αργότερα, εργάστηκε στη βιβλιοθήκη του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.
«Καημένη Ελλάδα»...

Έγραψε ο (νομπελίστα ποιητής και διπλωμάτης) Γιώργος Σεφέρης στο Ημερολόγιό του, κατά την περίοδο που ήταν υπεύθυνος Τύπου του υπουργείου Εξωτερικών της ελληνικής κυβέρνησης στο Κάιρο: «Τα στρατεύματά μας λαμβάνουν τις διαταγές τους από τον Στρατηγό Paget και εμείς από τον Mister Balfour, πρώην Αγιορείτη καλόγερο, πρώην μακρογενάτο Ορθόδοξο παπά, πρώην μικροχιτλερομούστακο ταγματάρχη της «εξυπνάδας» (intelligence). Και δεν μας εμπιστεύεται ούτε για την μετάφραση. Καημένη Ελλάδα»….

Η εφημερίδα «Καθημερινή» τον Μάιο του 1991 είχε δημοσιεύσει εκτενές αφιέρωμα για τη δράση του Ντέιβιντ Μπάλφουρ στην Ελλάδα με αφορμή τον προ διετίας θάνατό του. Ο μητροπολίτης Πισιδίας Μεθόδιος Φούγιας, είχε γράψει τότε: «Ο Ντέιβιντ Μπάλφουρ ήταν ένας τζέντλεμαν. Είχε αριστοκρατική καταγωγή και ήταν τόσο κατάσκοπος των Άγγλων όσο είναι πατριώτης ένας Έλληνας κληρικός (sic)… Είχε μετανιώσει πικρά γιατί εξέπεσε του ιερατικού υπουργήματος. Η γυναίκα του, μου είπε, τον απειλούσε πως θα αυτοκτονούσε εάν την εγκατέλειπε για να μείνει Μοναχός. Έτσι παρέμεινε μετέωρος μέχρι το θάνατό του…».

Στο βιβλίο του «Η αφελής Ελλάς. Ο ρασοφόρος Άγγλος κατάσκοπος Νταίηβιντ Μπάλφουρ» (εκδόσεις Αρμός), ο Νικόλαος Σοϊλεντάκης σε 192 σελίδες προσπαθεί να ρίξει φως στον αμαρτωλό βίο του βρετανού πράκτορα-Αγιορίτη μοναχού-Αρχιμανδρίτη. Γράφει: «Ο Νταίηβιντ Μπαλφούρ ή πατήρ Δημήτριος ήταν μια πολύπλαγκτη διχασμένη προσωπικότητα… Κυνηγούσε να βρει ένα Θεό. Το Άγιο Όρος υπήρξε γι’ αυτόν όχι θεολογίας αλλά κατασκοπείας… Υπάρχει δικός του δάκτυλος στην αυτοκτονία του πρωθυπουργού Κοριζή, όπως και στα Δεκεμβριανά. Αυτός μάλλον οργάνωσε στη Σμύρνη τα Σεπτεμβριανά το 1955, όταν οι Τούρκοι “βασιβουζούκοι” ξεφτίλισαν τους Έλληνες αξιωματικούς και τις οικογένειές τους».


Πλάι στον Τόλκιν...


Ένα βράδυ, ο Μπάλφουρ πετάχτηκε κάθιδρος στον ύπνο του. «Ξαναβρήκα την πίστη μου» φώναξε με μάτια θολά από τον τρόμο. Λίγες μέρες μετά- 19 Οκτωβρίου 1989- θα άφηνε την τελευταία ανάσα του σε ηλικία 86 ετών. Να είχε βρει την πίστη του πράγματι ή πέρασε η ζωή του μπρος από τα μάτια του, θυμήθηκε και σκιάχτηκε;

Και ο ήρωας του Στίβενσον, ο συνονόματος Ντείβιντ Μπάλφουρ, σίγουρα όσα έζησε ήταν μια ημέρα από τη ζωή του παπά-κατάσκοπου...
Στο Κοιμητήριο όπου αναπαύεται ο Τζον Τόλκιν, ο πνευματικός πατέρας του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, είναι ενταφιασμένος και ο Ντέιβιντ Μπάλφουρ. Η φαντασία του Τόλκιν πισωπατεί τα βράδια για να περάσει η πραγματικότητα του Μπάλφουρ… Καημένη Ελλάδα! 

Πηγή: Εθνος


{[['']]}

Αποσπάσματα από το βιβλίο “Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία τού δικαίου: Ε.Λ.Α.-17Ν η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης” του Αντώνη Χαριστού

 
Αποσπάσματα από το βιβλίο “Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία τού δικαίου: Ε.Λ.Α.-17Ν η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης” του Αντώνη Χαριστού


Κάθε μορφή εξουσίας στις αστικές κοινωνίες, οικονομική, πολιτική, στρατιωτική, δικαστική, αστυνομική, εκπαιδευτική, ιδεολογική, Μ.Μ.Ε., έχει άμεση ή έμμεση αναφορά εξάρτησης από τα διεθνοποιημένα κέντρα αποφάσεων των πολυεθνικών εταιρειών. 

Το «Σύνταγμα» στην πράξη περιθωριοποιείται ως ένα απλό χαρτί με διατυπώσεις που δεν αντιστοιχούν στην ταυτότητα και το περιεχόμενο της κοινωνικής οργάνωσης και της λειτουργίας τού πολιτικού συστήματος. Επί της ουσίας, το κοινοβούλιο καταλήγει να υπηρετεί δύο βασικές υποχρεώσεις: α. να προετοιμάζει τις διαδικασίες των επόμενων εκλογών, και β. να πληροφορεί τους πολίτες για την εκάστοτε ψήφιση νόμων και τις αποφάσεις επί αυτών. 

Με άλλα λόγια, το κοινοβούλιο έχει μετατραπεί σε χώρο επικύρωσης αποφάσεων που έχουν ληφθεί στα κέντρα τής ιμπεριαλιστικής-καπιταλιστικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, στο κοινωνικό σύνολο διασπείρεται η πρακτική τής κρατικής τρομοκρατίας, η βία αποτελεί συνώνυμο της κοινωνικής ζωής και κάθε συλλογική δραστηριότητα ελέγχεται και περιορίζεται. 

Το αστικό καθεστώς επιβάλλει και επικροτεί τον χαφιεδισμό τόσο στον δημόσιο χώρο, όσο και στην ιδιωτική ζωή. Πλέον, η πολιτική τού χαφιεδισμού υψώνεται στο επίπεδο της ηθικής αξίας και της υποχρέωσης του νόμιμου πολίτη, βασίζεται στην καλλιέργεια του αισθήματος φόβου, ενώ επαινεί με βραβεία και χρηματικές απολαβές τούς πειθήνιους και όλους όσοι υπηρετούν το σύστημα από οποιοδήποτε πόστο.
 
Όλα αυτά προετοιμάστηκαν και μπήκαν σε εφαρμογή, σύμφωνα με τα πρότυπα και τις εμπειρίες που επεξεργάζεται, αποφασίζει και εφαρμόζει το μεγάλο αφεντικό, η Ε.Ο.Κ., που είναι η διακρατική οργάνωση εξουσίας των πολυεθνικών εταιρειών στη δυτικοευρωπαϊκή έκταση. Εξυπηρετούν, εξάλλου, ακριβώς, τη βεβιασμένη και εξαναγκαστική προσαρμογή τού ελληνικού χώρου και τής ιδιαίτερης ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας, μέσα στο γενικό πλαίσιο και πρόγραμμα εξουσίας και κυριαρχίας των πολυεθνικών εταιρειών, όπως αυτό εφαρμόζεται σε όλες τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες. 

Σκοπός αυτών των ενεργειών και των σχεδίων (που διατυπώθηκαν ανοιχτά με αφορμή τις διατάξεις τού Ιούλη τού 1979 και περιορίζουν τη χρήση ενέργειας και κίνησης στους προλετάριους), είναι να συνηθίσουμε και ψυχολογικά να δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα και παθητικά, το κοινωνικό μοντέλο, που θέλει τον κόσμο να είναι μάζα νομοταγής και άβουλη, έτοιμη να υπακούει αμέσως στις προσταγές τού κρατικού μηχανισμού των αφεντικών, έτοιμη να υιοθετεί παθητικά και μοιρολατρικά κάθε τι που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των αφεντικών και των οργάνων τους, που να δουλεύει πολύ και παραγωγικά στους τόπους εξαναγκαστικής εργασίας, για να μπορεί να επιβιώνει και για να μπορούν να ιδιοποιούνται και να συσσωρεύουν ανενόχλητοι τον κοινωνικό πλούτο οι εκμεταλλευτές και καταπιεστές. 

Παράλληλα, μέσα σε μια τέτοια κατάσταση, θα διευκολύνεται το κυνηγητό και η εξόντωση όσων αντιστέκονται, όσων δε μετατρέπονται σε πολίτες φιλήσυχους και υπάκουους, υποδουλωμένους στα συμφέροντα του καθεστώτος, όσων αγωνίζονται ενάντια σ’ αυτό το καθεστώς, με κάθε τροπο». Αυτού του είδους η παθητικοποίηση και η αδρανοποίηση των εργατών, και ταυτόχρονα η άβουλη κατανάλωση των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνονται στο συλλογικό σώμα, επιτυγχάνεται μέσα από την ενεργοποίηση των μηχανισμών τού κράτους. Η εδραίωση της ιδεολογικής τρομοκρατίας επιτυγχάνεται μεθοδικά και επενδύεται αφενός στις δυνάμεις καταστολής (βλ. παραστρατιωτική οργάνωση της αστυνομίας – ΜΑΤ), αφετέρου στην κατασκευή τού δημόσιου λόγου, μέσω των εργαλείων οργανωμένης διοχέτευσης πληροφοριών από τα Μ.Μ.Ε. 

Βασικά συστατικά στοιχεία τής εργαλειοποίησης του δημόσιου λόγου είναι η διαστρέβλωση της αλήθειας των γεγονότων και των εξελίξεων, η συνειδητή απόκρυψη στοιχείων και η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος για την αναζήτηση και την ανάδειξη των αιτιών. Η παθητικότητα παρουσιάζεται ως ενδεδειγμένη «νομιμόφρονος» στάση, ενώ υιοθετείται η λιτότητα στην καθημερινή ζωή των προλετάριων, λιτότητα η οποία συνοδεύεται από την εσωτερίκευση και τον υποβιβασμό των κοινωνικών εξελίξεων, καθώς και των συλλογικών διεκδικήσεων, μετακυλίοντας την ευθύνη για την επίλυση των καθημερινών ζητημάτων όχι στους ίδιους, αλλά στους κομματικούς αντιπροσώπους. Έτσι, η ανοχή και η αδιαφορία μετατρέπονται σε προέκταση της κρατικής καταστολής, τρομοκρατίας και ελέγχου.

(…) η ένοπλη εργατική πρωτοπορία δεν παρεμβαίνει στον δημόσιο χώρο απλώς με συμβολικές ενέργειες, ξεκομμένες από την καθημερινότητα της κοινωνικής ζωής των εργατών. Αντίθετα, οι ενέργειες αυτές αποτελούν τη συγκεκριμενοποίηση της θέλησης να υπονομευτούν τόσο υλικοτεχνικά, όσο και πολιτικά, οι φορείς τής καθημερινής εκμετάλλευσης των εργατών, τής αλλοτρίωσης, της μιζέριας και της αποξένωσης. Συγκεκριμενοποίηση η οποία λειτουργεί ως παράδειγμα κατεύθυνσης της δράσης τού επαναστατικού και λαϊκού κινήματος, γνωρίζοντας ότι η κοινωνική αλλαγή δεν πρόκειται να επέλθει δίχως την πρόκληση των κοινωνικών συγκρούσεων και του ταξικού πολέμου σε όλες τις πτυχές τής καθημερινότητας. Κάθε ενέργεια που στρέφεται εναντίον καθεστωτικών στόχων έχει τη δική της σημασία και αξία, ωστόσο, είναι η μονιμότητα και η όξυνση του επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα τους που επιτρέπει την οργανική συνέχεια και σύνδεση της ένοπλης πρωτοπορίας με το εργατικό κίνημα και την εμβάθυνση αυτής της σύνδεσης στους κοινωνικούς αγώνες, με κατεύθυνση την ανατροπή τού καταπιεστικού καθεστώτος.

Επί της ουσίας, το αστικό πολιτικό σύστημα λειτούργησε αναδομώντας τις υπάρχουσες θεσμικές γέφυρες που συνέδεαν το παρελθόν με το παρόν, δίχως τα κόμματα της Αριστεράς, που συσπείρωναν τη συντριπτική πλειοψηφία τού εργαζόμενου λαού, να οργανώσουν τη διεκδικητική πάλη, υπό την απειλή και τον φόβο παρέμβασης των στρατιωτικών αρμάτων. Αντίθετα, τα ίδια αυτά κόμματα εκμεταλλεύτηκαν τις «νόμιμες» μορφές πάλης, για να καταστείλουν τις αυθόρμητες και εν πολλοίς μη ελεγχόμενες αντιδράσεις των εργατών, διαχέοντας τη στάση συμβιβασμού και ηττοπάθειας σε πλατιά κοινωνικά στρώματα. 

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως στον εορτασμό τής Πρωτομαγιάς, τον δεύτερο χρόνο τής μεταπολίτευσης, κι ενώ η πλατεία «Κοτζιά» είχε οριστεί ως σημείο εορτασμού, με απόφαση Κωνσταντίνου Καραμανλή μετατέθηκε για το «Πεδίον τού Άρεως», γεγονός το οποίο, άνευ αντίλογου, έγινε δεκτό από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αντίστοιχα, η πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία ανήμερα της 17ης Νοέμβρη, συμβολίζοντας τον αντι-αμερικανικό και αντι-ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα τής εξέγερσης, απαγορεύτηκε από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή, υπό τον φόβο επεισοδίων. Στην πολιτική αυτή τα κόμματα της αντιπολίτευσης συμμορφώθηκαν έτι μία φορά, ασκώντας πιέσεις στις νεολαίες τους για την πειθάρχηση στις κομματικές υποδείξεις. 

Εξίσου δεικτικό τής κατάστασης είναι το γεγονός ότι την 21η Απρίλη τού 1975 χιλιάδες λαού επιχείρησε να εισβάλει στο άντρο τού αμερικανισμού στη χώρα, την πρεσβεία, με τα κόμματα της Αριστεράς όχι μόνο να αποστρέφονται και να αρνούνται την εν λόγω ενέργεια και εξέλιξη, αλλά να καταγγέλλουν τους συμμετέχοντες ως «προβοκάτορες». Αντίστοιχα, στην απεργία ενάντια στον νόμο 330, κι ενώ χιλιάδες εργατών έχουν κατακλύσει τους δρόμους τής πρωτεύουσας, τα κόμματα της Αριστεράς εγκαλούν τους απεργούς και τους διαδηλωτές και τους καταγγέλλουν ως «προβοκάτορες».

.... Επί της ουσίας, ο Θάνος Αξαρλιάν ήταν το «τέλειο» θύμα τού αστικού κράτους, ένα θύμα το οποίο άφησαν επίτηδες να πεθάνει στο πεζοδρόμιο, προκειμένου να πληγεί η ηθική υπεροχή τής ένοπλης πρωτοπορίας των εργατών, προσδίδοντας περιεχόμενο στην έννοια «τρομοκρατία», αυτή τη φορά, φορτώνοντας τις ευθύνες τού μονοπωλίου της (που τόσο επιδεικτικά υιοθετεί από τη φύση του το αστικό καθεστώς) στις επαναστατικές οργανώσεις, ξεπλένοντας με αυτόν τον τρόπο τα δικά του εγκλήματα, που τόσο νόμιμα και θεσμικά κατοχυρωμένα επέτρεπε, και εξακολουθεί να επιτρέπει, να συμβαίνουν σε καθημερινή βάση εναντίον των εργατών. Η απουσία τού επίσημου ιατρικού ανακοινωθέντος συγκάλυπτε τη δολοφονία, από την ολιγωρία και την ανευθυνότητα του αστικού κράτους, τού Θάνου Αξαρλιάν. (…) Ο μονόλογος του Τύπου υπήρξε το κατάλληλο πεδίο αναφοράς, προκειμένου να αποφευχθεί η αποκάλυψη της αλήθειας και η δημιουργία ενός εσκεμμένα αρνητικού κλίματος εναντίον των ένοπλων επαναστατικών οργανώσεων.

... Η δράση τού κρατικού μονοπωλίου τής βίας είναι η μήτρα των συνεκτικών δεσμών διασφάλισης της αυτο-αναπαραγωγής τού συστήματος. Κάθε έκφανση αυτού περιλαμβάνει πτυχές βίας, τόσο ενταγμένες σε λεκτικά σχήματα, σύμβολα και κανονισμούς, όσο και στην υλικοτεχνική υποδομή τής καταστολής. Το αστικό δίκαιο συμπυκνώνει τη διαφύλαξη των σχέσεων εξάρτησης και επιρροής όχι προς τους εκμεταλλευόμενους, αλλά προς τον ίδιο του τον εαυτό. Με άλλα λόγια ο αστικός νόμος ενσωματώνει την ανάγκη τής αστικής εξουσίας να αυτο-νομιμοποιηθεί σε κάθε περίσταση, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η εξουσία της είναι αυθαίρετη και στηρίζεται στην ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση των εργατών. 

Το κρατικό μονοπώλιο της βίας επενεργεί ως πρότερη μορφή προειδοποίησης πριν ένα μέλος τής κοινωνίας αντιληφθεί τη θέση του, τον ταξικό προσδιορισμό του, σε αυτήν. Ο νόμος προσδίδει στο άτομο το εύρος διάστασης που οι κατασκευασμένοι κοινωνικοί ρόλοι υπηρετούν, και τους οποίους θα κληθεί το ίδιο να επανδρώσει. Έτσι, το αστικό και ποινικό δίκαιο οριοθετούν εκ των προτέρων τούς αναγνωρισμένους χώρους δημόσιας και ιδιωτικής προβολής τής ατομικής υπόστασης, καθετοποιώντας απαγορεύσεις και περιορισμούς, ώστε το συμπύκνωμα αυτών να εκληφθεί από τους εκμεταλλευόμενους ως πεδίο ελευθερίας. 

Οι εκμεταλλευόμενες μάζες διαπαιδαγωγούνται στην αναγνώριση του ατομικού και συλλογικού τους ευνουχισμού ως εκείνη τη μορφή ελευθερίας την οποία ο νόμος εγγυάται, και την οποία οφείλουν να υπηρετούν. Φυσικά, οι μορφές τού κρατικού μονοπωλίου τής βίας αναπροσαρμόζονται ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και το εύρος τού καταμερισμού τής εργασίας. 

Κάθε πτυχή τού δημόσιου και ιδιωτικού βίου εμβολίζεται από τη βία τού αστικού καθεστώτος σε πολλαπλές εκφάνσεις, καθώς ο έλεγχος και η εξουσία διακλαδώνονται σε γραφειοκρατικές δομές και κανονιστικά πρότυπα ενσωμάτωσης, με τη διοικητική λειτουργία και την ιδεολογική ορθολογικοποίηση να προεκτείνονται έως την επίτευξη του πειθαρχημένου πολίτη, δηλαδή εκείνου τού εκμεταλλευόμενου που ταυτόχρονα καταναλώνει την «ελευθερία» την οποία τεχνητά τού προσφέρει το αστικό σύστημα και αυτο-ελέγχεται και αυτο-αξιολογείται κάθε στιγμή, εσωτερικεύοντας περιορισμούς, κανόνες και αρνήσεις. Η διάκριση δημόσιου και ιδιωτικού χώρου-συμφέροντος είναι εσωτερική διάκριση του αστικού κώδικα, καθώς διαρθρώνει τις αστικές εξουσίες σε σύνολα και υποσύνολα των ταξικών σχέσεων, ιεραρχημένων στην παραγνώριση των συνθηκών εκμετάλλευσης.

(…) Η επαναστατική αντι-βία είναι το πρόπλασμα μίας νέας κοινωνικής πραγματικότητας, που θα μετρήσει τις αποστάσεις της από τη δημιουργία τού νέου ανθρώπου, ξεπλυμένου από τις αλλοτριωτικές συμπεριφορές, στάσεις και αντιλήψεις τού καπιταλισμού. Η πολιτική, οικονομική και κοινωνική ήττα τού θύτη (βλ. αστοί), είναι η αφετηρία για τη διαμόρφωση των συνθηκών ύπαρξης μιας νέας συλλογικής ζωής. 

Η ηθική τής ατομικής επιτυχίας μέσω της επιδίωξης του κέρδους, η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και η αγορά ως το προνομιακό πεδίο αναφοράς των επενδυτικών ελίτ και των επιχειρηματικών ομίλων, αποτελούν τις δομικές σχέσεις εκφοράς τού δημόσιου λόγου, όπως αυτός κατασκευάζεται στις ιεραρχίες τής παραγωγικής δραστηριότητας, σχέσεις οι οποίες απορρίπτονται στην εναλλακτική τής κοινωνικής συμβίωσης, όπως απορρίπτεται και η γραφειοκρατική διαχείριση του δημόσιου χώρου από την κομματική ελίτ, που αυτοπροσδιορίζεται αυθαίρετα ως «επαναστατική», τη στιγμή που έκδηλα μετατρέπεται σε ανάχωμα τής επαναστατικής εξέλιξης από τα κάτω, από τη βάση των εργατών. 

Η αυταρχική εξουσία τού αστικού κράτους, ο ατομικισμός και η εγωπάθεια τού καταναλωτικού μοντέλου εισέρχονται στο στόχαστρο έμπρακτης κριτικής, συνδυάζοντας τη φιλολογία αυτής με δυναμικές ενέργειες που κατευθύνουν τον συμβολισμό στα ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας. Και από τη στιγμή κατά την οποία ο δημόσιος λόγος κατασκευάζεται από τους μηχανισμούς που λειτουργούν ως δίαυλοι μονόπλευρης ενημέρωσης και πληροφόρησης, η ένοπλη εργατική πρωτοπορία είναι υποχρεωμένη να κωδικοποιήσει έναν νέο λόγο, συνδυάζοντας την αμεσότητα του στόχου με την υλικοτεχνική του υποδομή και την παράλληλη κατανόηση από τις μάζες των καταπιεσμένων. (…) 

Η βία τής εξουσίας είναι η βία ενταγμένη στο σκέλος των σκοπών που υπηρετεί, καθώς στην πρακτική εφαρμογή της καταστρατηγείται η διάκριση ανάμεσα στη νομοθετική και τη νομοπροστατευτική διάσταση βίας και αντι-βίας. Η κατασταλτική βία των δυνάμεων στρατού και αστυνομίας εμφορείται και από τις δύο διαστάσεις, ενώ η ένοπλη εργατική πρωτοπορία καθοδηγείται από την επαναστατική αντι-βία τής προάσπισης καταπατημένων δικαιωμάτων των καταπιεσμένων, τής προστασίας από τη δράση των μονάδων καταστολής, τής συμβολικής απάντησης στους θεσμούς εκμετάλλευσης, τής ρήξης με το σύνολο των ορίων τής αστικής νομιμότητας. Η βία είναι το μέσο για την επιβολή τού περιεχομένου τού νόμου, τη στιγμή που ο τελευταίος δομείται στη βία των συμφερόντων που εκπροσωπεί. 

Η επαναστατική αντι-βία λοιπόν αντιστρατεύεται στο σύνολο του σώματος των μηχανισμών που παράγουν τη βία των αστικών συμφερόντων, και μαζί τους τις δομές που υπηρετούν την παραγωγή και αναπαραγωγή τού καθεστώτος τής εξαθλίωσης. Η ένοπλη εργατική αντι-βία συνοδεύεται από τη στρατηγική ένταση της πολιτικής βίας ως εξελικτικό στάδιο της συλλογικής αμφισβήτησης. Ο πολιτικός χαρακτήρας τής «ένοπλης προπαγάνδας», που διαχέεται σε κάθε ενέργεια συμβολικής αντιστοιχίας, και ουσιαστικού, στιγμιαίου, ρήγματος (στιγμιαίου γιατί κάθε ενέργεια της ένοπλης πρωτοπορίας δε σημαίνει ότι γίνεται αμέσως αντιληπτή από τους εκμεταλλευόμενους ως σημείο δικής τους παρέμβασης, ως τρωτό σημείο αναφοράς, ώστε το οργανωμένο εργατικό και λαϊκό κίνημα να συσπειρώσει τις δυνάμεις του με τέτοιον τρόπο ώστε το σημείο αυτό να μετασχηματιστεί σε τομή πρώιμης ρήξης, καθώς μεσολαβούν μια σειρά από παράγοντες τού αστικού κράτους που σπεύδουν να το καλύψουν, διαστρεβλώνοντας το πολιτικό περιεχόμενο της ενέργειας, διαποτίζοντάς τη με ιδεολογική πλαστογράφηση, αντιστρέφοντας τους όρους παρουσίας της στον δημόσιο χώρο), διακρίνεται από την κοινωνική βία, καθώς η τελευταία δε διαθέτει κανονιστικά και στρατηγικά χαρακτηριστικά. 

Δεν ενσωματώνει γνωρίσματα ούτε μέσου, ούτε σκοπού, αλλά εδράζεται στην ταξική φύση των σχέσεων εξουσίας και ιεραρχημένης, καθετοποιημένης, κυριαρχίας. Για τον λόγο αυτόν και η κοινωνική βία είναι αυθόρμητη, σε αντιδιαστολή με την οργανωμένη, συντεταγμένη και στρατηγικά διαβαθμισμένη, ένοπλη αντι-βία τής εργατικής πρωτοπορίας. Η κοινωνική βία υιοθετεί διάφορες μορφές, που άλλες οριοθετούνται στα δεδομένα τής νομιμότητας και άλλες τα υπερβαίνουν, με την κατασταλτική δράση των δομών εξουσίας να είναι η συνηθισμένη πρακτική. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική αντι-βία τής ένοπλης εργατικής πρωτοπορίας δεν είναι η βία αυτή καθαυτή, αλλά το συμβολικό περιεχόμενο αμφισβήτησης των δομών και των υποδομών τού συστήματος και των σχέσεων εξουσίας, στις ρωγμές των οποίων οι ένοπλες ενέργειες διαμορφώνουν ένα σχηματοποιημένο πλαίσιο οργανωμένης αμφισβήτησης, τέτοιας που να μην επιτρέπει το σύστημα να οριοθετήσει εκ νέου τη νομιμότητά του, αλλά να το αναγκάσει να την παρακάμψει, γνωστοποιώντας τον πραγματικό, φασιστικό, αυταρχικό και καταπιεστικό, χαρακτήρα του, πετώντας τη μάσκα τού φιλελευθερισμού και τής συνταγματικής δημοκρατίας. 

Επί της ουσίας, η αντι-βία των ένοπλων οργανώσεων της εργατικής πρωτοπορίας είναι η εργαλειακή αναφορά τής προοπτικής κατάργησης κάθε μορφής βίας, σε ένα στρατηγικό σχήμα με στόχο την κατάργηση των αιτιών που την προκαλούν. Έτσι, η βία δεν είναι αυτοσκοπός για την εργατική πρωτοπορία, αλλά το μέσο για την πολιτική –έμπρακτα– αμφισβήτηση των υλικοτεχνικών προϋποθέσεων αναπαραγωγής μίας μόνιμης κατάστασης ανορθολογικής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, μεταβάλλοντας τους συσχετισμούς των πολιτικών σκοπών. 
{[['']]}

Η γεωγραφία της εξορίας - Από τον αττικό οστρακισμό μέχρι το τελευταίο πλοίο της Γυάρου, ένας κύκλος 2.500 χρόνων

 

 

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 1974. 6:15 το απόγευμα. Το οχηματαγωγό «Σκίρων» δένει στο λιμάνι του Πόρτο Ράφτη. Από τη ράμπα κατεβαίνουν 44 άνθρωποι. Είναι οι τελευταίοι Έλληνες πολιτικοί κρατούμενοι που εξορίστηκαν στη Γυάρο. 

 Λίγες ώρες πριν, στις 4:20 το πρωί της προηγούμενης ημέρας, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε ορκιστεί πρωθυπουργός. Το ίδιο απόγευμα η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας είχε ανακοινώσει την κατάργηση του στρατοπέδου της Γυάρου. Στις 26 Ιουλίου θα εκδοθεί το Προεδρικό Διάταγμα 519/1974 με τη γενική αμνηστία, και λίγο αργότερα το νομοθετικό διάταγμα 59/1974 θα καταργήσει τον αναγκαστικό νόμο 509/1947 που ποινικοποιούσε επί δεκαετίες τη σκέψη. 45 χρόνια μετά την ψήφιση του «Ιδιωνύμου» από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, η ποινικοποίηση του πολιτικού φρονήματος τερματίζεται.

Με το πλοίο αυτό κλείνει ένας κύκλος 2.500 ετών. Από τότε που ο Κλεισθένης θέσπισε τον οστρακισμό στην Αθήνα του 508 π.Χ. μέχρι εκείνο το απόγευμα στο Πόρτο Ράφτη, η πολιτική εξουσία στον ελλαδικό χώρο απομάκρυνε συστηματικά τους αντιπάλους της σε συγκεκριμένους τόπους. Άλλαξαν οι μορφές, άλλαξε δραματικά η σκληρότητα, άλλαξε και η ορολογία. Η γεωγραφία όμως παρέμεινε σχεδόν η ίδια.

 

Όστρακα και νησιά

Η ιστορία ξεκινά με τον Κλεισθένη. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., μαζί με τη νέα διαίρεση των φυλών, εισήγαγε έναν θεσμό μοναδικό στην αρχαιότητα: τον οστρακισμό. Κάθε χρόνο η εκκλησία του δήμου αποφάσιζε αν θα γίνει οστρακοφορία· αν συγκεντρώνονταν έξι χιλιάδες ψήφοι σε όστρακα, ο πολίτης με το περισσότερα όστρακα έπρεπε να εγκαταλείψει την Αττική για δέκα χρόνια — χωρίς να χάσει ούτε την ιδιότητα του πολίτη ούτε την περιουσία του. Δεν ήταν τιμωρία, ήταν πολιτικό φίλτρο κατά της τυραννίας.

Από αυτόν τον θεσμό πέρασαν οι πιο σημαντικές μορφές της κλασικής Αθήνας. Ο Αριστείδης ο Δίκαιος, ο Θεμιστοκλής, ο Κίμων, ο Θουκυδίδης ο Μελήσιος. Πολλοί ανακλήθηκαν πρόωρα με νέο ψήφισμα, όπως ο Αριστείδης μπροστά στην απειλή του Ξέρξη.

 

 Μερικούς αιώνες αργότερα, οι Ρωμαίοι μετέτρεψαν την εξορία σε ποινή με δύο μορφές: τη relegatio (εξορία), που σήμαινε προσωρινή απομάκρυνση χωρίς απώλεια πολιτείας, και τη deportatio (απέλάση / εκτοπισμός), που συνεπαγόταν κατάσχεση περιουσίας και διά βίου περιορισμό. Τα νησιά στα οποία έστελναν τους ανεπιθύμητους είναι ακριβώς αυτά που θα ξαναεμφανιστούν στους χάρτες του 20ου αιώνα: Γυάρος, Σέριφος, Δονούσα, Αμοργός, Λέσβος. Όταν τον πρώτο αιώνα μ.Χ. προτάθηκε στη ρωμαϊκή Σύγκλητο η εξορία του ανθυπάτου της Ασίας Σιλανού στη Γυάρο, ο αυτοκράτορας Τιβέριος αρνήθηκε. Η Γυάρος, έγραψε ο Τάκιτος στα Χρονικά του, ήταν «τραχιά και χωρίς ανθρώπινο πολιτισμό», ακατάλληλη ακόμη και για εξόριστο. 19 αιώνες αργότερα, η ίδια Γυάρος θα φιλοξενήσει δεκάδες χιλιάδες Έλληνες πολιτικούς κρατούμενους.

Από εκεί και πέρα, μεγάλη σιωπή. Στο Βυζάντιο η εξορία συνεχίζεται κυρίως μέσα από τον εγκλεισμό σε μοναστήρια. Η οθωμανική περίοδος αξιοποιεί κάστρα και φρούρια. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος του 19ου αιώνα έχει φυλακές —το Παλαμήδι, τον Ιτζεντίν, αργότερα τη Συγγρού και την Αβέρωφ— αλλά όχι θεσμοθετημένο σύστημα πολιτικής εξορίας. Αυτό θα έρθει το 1929.

Ο νόμος που ποινικοποίησε τη σκέψη

Στις 25 Ιουλίου 1929, η Βουλή ψηφίζει τον νόμο 4229/1929, «Περί των μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος». Πρόκειται για κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου. Το νομοθέτημα έμεινε γνωστό ως «Ιδιώνυμο», επειδή δημιουργούσε ένα ιδιαίτερο, αυτοτελές αδίκημα. Το πρώτο άρθρο τιμωρούσε με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και εκτοπισμό από έναν μήνα έως δύο χρόνια όποιον «επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος».

Ήταν η πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία που ποινικοποιήθηκε όχι η πράξη, αλλά η σκέψη. Από εκείνη τη στιγμή ως το 1936 ακολούθησαν περίπου 16.500 συλλήψεις και 3.031 καταδίκες με εκτόπιση. Η Ανάφη, η Φολέγανδρος, η Αμοργός, η Σκύρος, η Γαύδος γέμισαν ξανά εξόριστους — σχεδόν 18 αιώνες μετά τα ρωμαϊκά νησιά.

Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς επέβαλε τη δικτατορία του στις 4 Αυγούστου 1936, βρήκε έτοιμο τον μηχανισμό. Με τους αναγκαστικούς νόμους 117 και 375 του 1936 συστηματοποίησε τη «δήλωση μετανοίας» — το πιο εφευρετικό εργαλείο της ελληνικής καταστολής, που θα ξαναχρησιμοποιηθεί στον Εμφύλιο και τη Χούντα. Όποιος ήθελε να αφεθεί ελεύθερος έπρεπε να υπογράψει κείμενο όπου αποκήρυσσε τον κομμουνισμό και κατονόμαζε συντρόφους.

Στις 16 Φεβρουαρίου 1937, το παλιό βενετικό φρούριο Ιτς Καλέ στο Ναύπλιο, η Ακροναυπλία, μετατράπηκε σε στρατόπεδο κράτησης κομμουνιστών. Όταν, τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί μπήκαν στην Πελοπόννησο, το μεταξικό καθεστώς τους παρέδωσε επίσημα, με πρωτόκολλο, γύρω στους 600 κρατούμενους της Ακροναυπλίας. 399 από αυτούς εκτελέστηκαν από τους ναζί και τους Ιταλούς.

Δεν χρειάζεται να σταθούμε στα γερμανικά στρατόπεδα της Κατοχής — Χαϊδάρι, Παύλου Μελά, Λάρισα. Δεν τα έστησε το ελληνικό κράτος. Όταν όμως η Κατοχή τελείωσε και ξέσπασε ο Εμφύλιος, το ελληνικό κράτος αξιοποίησε ξανά —και με αφάνταστα μεγαλύτερη κλίμακα— τον μηχανισμό που είχε στήσει ο Βενιζέλος και είχε συστηματοποιήσει ο Μεταξάς.

Μακρόνησος

Τον Ιούνιο του 1946, η Δ′ Αναθεωρητική Βουλή ψήφισε το Γ′ Ψήφισμα, εργαλείο μαζικών εκτοπίσεων. Ακολούθησε στις 27 Δεκεμβρίου 1947 ο αναγκαστικός νόμος 509, «αντικομμουνιστικός» κατά τον επίσημο χαρακτηρισμό, που θα έμενε σε ισχύ 27 ολόκληρα χρόνια. Τέσσερις μέρες αργότερα, στις 31 Δεκεμβρίου 1947, ο α.ν. 511 ίδρυσε το «Στρατόπεδον Πειθαρχημένης Διαβιώσεως Εκτοπισμένων». Η ονομασία ήταν ευφημισμός. Ο τόπος που περιγραφόταν με αυτή την έκφραση ήταν ένα γυμνό, άνυδρο νησί 10 τετραγωνικών χιλιομέτρων ανοιχτά του Λαυρίου: η Μακρόνησος.

Λειτούργησε ανεπίσημα ήδη από το 1947, πήρε επίσημη μορφή τον Οκτώβριο του 1949 με τον Οργανισμό Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου υπό το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Είχε τρία Ειδικά Τάγματα Οπλιτών για στρατιώτες ύποπτους για αριστερά φρονήματα, τις Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών υπό τον συνταγματάρχη Θωμά Σούλη, και από τον Νοέμβριο του 1948 το Δ′ Τάγμα Πολιτικών Εξορίστων, που το καλοκαίρι του 1949 έφτασε να κρατά ταυτόχρονα 10.000 ανθρώπους. Επίσημα στοιχεία που έδωσαν στη Βουλή τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1950 οι υπουργοί Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Γεώργιος Παπανδρέου ομολογούσαν 40.000 κρατούμενους για την περίοδο 1947–1950. Οι εκτιμήσεις των ίδιων των κρατουμένων ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό όσων πέρασαν από εκεί ως το 1957 πάνω από 100.000.

Από τη Μακρόνησο πέρασαν ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Μάνος Κατράκης, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Θέμος Κορνάρος. Το δόγμα της «αναμόρφωσης» —«Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια»— επιβαλλόταν μέσω βασανιστηρίων και επανειλημμένων δηλώσεων μετανοίας. Η προπαγάνδα του καθεστώτος αποκαλούσε το νησί «νέο Παρθενώνα». Παράλληλα λειτουργούσαν άλλα νησιά: ο Άη Στράτης από το 1947 ως το 1962 με περίπου δέκα χιλιάδες εξορίστους στην τελευταία του φάση, το Τρίκερι Μαγνησίας ως γυναικείο στρατόπεδο όπου πέρασαν 5.000 γυναίκες, η Ικαρία, η Ανάφη ξανά, η Φολέγανδρος.

Όταν τελείωσε αυτή η περίοδος, η Μακρόνησος δεν έγινε αμέσως μνήμη. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να χαρακτηριστεί ιστορικός τόπος, με το ΦΕΚ 436/Β του 1989, και αρχαιολογικός χώρος με ομόφωνη γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου στις 2 Ιουλίου 2019. Σήμερα λειτουργεί το Ψηφιακό Μουσείο Μακρονήσου, αλλά τα ίδια τα κτίρια στέκουν ερειπωμένα.

Η Γυάρος επιστρέφει

Όταν τα τανκ εμφανίστηκαν στους δρόμους της Αθήνας τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967, οι λίστες ήταν έτοιμες. Σε λίγες ώρες, χιλιάδες πολίτες είχαν συλληφθεί στα σπίτια τους. Στις 28 Απριλίου 1967, σε μία και μόνο νύχτα, 6.118 άνθρωποι εκτοπίστηκαν στη Γυάρο. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, πάνω από 7.500 δημοκρατικοί πολίτες θα περάσουν από το νησί, ανάμεσά τους 300 γυναίκες· πολλές άφησαν πίσω μικρά παιδιά.

Η κατάσταση στη Γυάρο αποκαλύφθηκε στη Δυτική Ευρώπη τον Ιούλιο του 1967, όταν ο Γερμανός φωτορεπόρτερ Fred Ihrt πέταξε και κατέγραψε σε φωτογραφίες τις συνθήκες κράτησης. Οι λήψεις δημοσιεύτηκαν στο γερμανικό περιοδικό Stern, στο τεύχος 32 του 1967, με τίτλο «Το νησί των εξόριστων», και αναπαρήχθησαν λίγο αργότερα στο Spiegel και στο γαλλικό Paris Match. Ήταν το πρώτο μεγάλο διεθνές πλήγμα στη δικτατορία.

Από τον Ιούνιο του 1967, η Χούντα άρχισε να μεταφέρει «αμετανόητους» κρατούμενους στη Λέρο. Πρώτα στο Παρθένι, στα παλιά ιταλικά κτίρια. Τον Οκτώβριο, περίπου 1.200 μεταφέρθηκαν από τη Γυάρο στο Λακκί, στα Λέπιδα — στις πρώην Βασιλικές Τεχνικές Σχολές, στα κτίρια που οι Ιταλοί είχαν χτίσει ως ναυτικές κασέρμες (στρατόπεδα) και που πριν λίγα χρόνια στέγαζαν τις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης και την «Αποικία Ψυχοπαθών». Συνολικά από τη Λέρο πέρασαν περίπου 4.000 πολιτικοί κρατούμενοι. Στο Παρθένι, ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε τα 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας. Οι κρατούμενοι ζωγράφοι Αντώνης Καραγιάννης, Τάκης Τζανετέας και Κυριάκος Τσακίρης αγιογράφησαν το εκκλησάκι της Αγίας Ματρώνας-Κιουράς, χρησιμοποιώντας ως μοντέλα συγκρατούμενους και χωροφύλακες — ένα έργο τέχνης που σώζεται μέχρι σήμερα ως το πιο σιωπηλό μνημείο των ετών της δικτατορίας.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1970, οι τελευταίοι εξόριστοι αποχώρησαν από τη Λέρο. Οι «αμετανόητοι» μεταφέρθηκαν σε φυλακές της ηπειρωτικής χώρας: στον Κορυδαλλό, στην Αίγινα, στο Επταπύργιο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα λειτουργούσαν τα ανακριτικά κολαστήρια — το ΕΑΤ-ΕΣΑ στη Βασιλίσσης Σοφίας, η Γενική Ασφάλεια στην Μπουμπουλίνας 18, το στρατόπεδο Διονύσου. Ο Μίκης Θεοδωράκης κρατήθηκε στις φυλακές Ωρωπού, ο Αλέκος Παναγούλης στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου.

Την Κυριακή 21 Αυγούστου 1973, στο πλαίσιο της φιλελευθεροποίησης Μαρκεζίνη, ο Παπαδόπουλος έδωσε γενική αμνηστία. Ο Παναγούλης βγήκε από το Μπογιάτι. Η Γυάρος έκλεισε.

Έμελλε να ανοίξει ξανά για τελευταία φορά.

Στις 17 Νοεμβρίου 1973, τα τανκ γκρέμισαν την πύλη του Πολυτεχνείου. Λίγες μέρες αργότερα, ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο. Το νέο καθεστώς ξεκίνησε αμέσως νέο κύμα συλλήψεων. Στις αρχές του 1974, πιθανότατα τον Ιανουάριο, 44 πολιτικοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν ξανά στη Γυάρο. Ανάμεσά τους ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, μετέπειτα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ· ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης· ο Στάθης Παναγούλης, αδελφός του Αλέκου· ο δημοσιογράφος Τάκης Μπενάς· ο Σπύρος Χαλβατζής· ο Μπάμπης Δρακόπουλος του ΚΚΕ εσωτερικού· ο Νίκος Κιάος.

Έμειναν εκεί διακόσιες ημέρες. Μέχρι τη Γυάρο, η εξορία στην Ελλάδα μετριόταν σε χιλιάδες, μερικές φορές σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Αυτοί οι 44 ήταν οι τελευταίοι.

Επιστροφή

Όταν στις 24 Ιουλίου 1974 ο Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός, η νέα κυβέρνηση το ίδιο απόγευμα ανακοίνωσε την κατάργηση του στρατοπέδου της Γυάρου. Λίγο αργότερα, το νομοθετικό διάταγμα 59/1974 επέτρεψε τη λειτουργία πολιτικών κομμάτων, ανάμεσά τους και του ΚΚΕ, και κατάργησε τον αναγκαστικό νόμο 509/1947 — εξέλιξη και κορύφωση του Ιδιωνύμου που είχε ψηφίσει ο Βενιζέλος σαράντα πέντε χρόνια νωρίτερα.

Από τον Κλεισθένη στον Ιωαννίδη, ο μηχανισμός παρέμεινε στη βάση του ο ίδιος: η εξουσία απομακρύνει όσους δεν χωρούν στο πολιτικό της σχέδιο. Άλλαξε όμως δραματικά η κλίμακα. Ο Θεμιστοκλής έχασε δέκα χρόνια από τη ζωή του και πέθανε στην Περσία. Οι 100.000 της Μακρονήσου έχασαν χρόνια, υγεία, και πολλοί τη ζωή τους. Οι 44 της Γυάρου ήταν ο τελευταίος κρίκος.

Η ίδια η Γυάρος, που ο Τιβέριος θεωρούσε «τραχιά και άθλια» για να φιλοξενήσει έναν Ρωμαίο πατρίκιο, στο τέλος του 20ού αιώνα είχε φιλοξενήσει σχεδόν 20.000 πολιτικούς κρατούμενους. Είχε γίνει σύμβολο. Σήμερα είναι προστατευόμενη περιοχή βιοποικιλότητας και φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αποικία μεσογειακής φώκιας στη χώρα.

Η γεωγραφία της εξορίας στην Ελλάδα έχει πια κλείσει.

Πηγή: Ελένη Νικολαϊδου -  news247


{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger