Προσφατες Αναρτησεις

Ν. Καρκάνη: Οι δοσίλογοι της κατοχής - Δίκες - Παρωδία (Ντοκουμέντα, αποκαλύψεις, μαρτυρίες) Μέρος 19ο

O μάρτυρας Eμμ. Πρωιμάκης, δικηγόρος, καταθέτει ότι συνελήφθη στον Πειραιά το Φλεβάρη του '44 με διαταγή του Λάμπου. Τα όργανα της Ειδικής είχαν εντολή να τον εκτελέσουν επί τόπου, αλλά τον έσωσε ο λαός πού κινητοποιήθηκε. 

Ο ενωματάρχης Γιαννάκος του επανέλαβε στο κρατητήριο ότι θα τον σκοτώσει. Μία μέρα παραδόθηκε σε δυο νεαρούς που τον έβγαλαν στο Πασαλιμάνι και του είπαν να φύγει, είναι ελεύθερος. Ο Πρωιμάκης αντιλήφθηκε το σκοπό τους και αρνήθηκε να φύγει, γιατί θα τον σκότωναν.
Τoν ξαναπήγαν στη φυλακή, απ’ όπου βγήκε πληρώνοντας 50 λίρες στην Ειδική. Ο Λάμπου εφάρμοζε συστηματικά τη μέθοδο των λύτρων και ο μάρτυρας καταθέτει ότι ο υπασπιστής του Λάμπου Παπαοικονόμου του είπε κάποτε ότι αντί των 680 που φέρονται επίσημα στα βιβλία της Ειδικής ότι κρατούνται βρέθηκαν στα κρατητήρια 1.500.
Οι παραπανίσιοι ήταν κείνοι που πιάνονταν αποκλειστικά για λύτρα. Αυτό όμως δεν ήταν λόγος να μην εκτελούνται...

Η μάρτυς Μέλπω Αξιώτη αφηγείται τη δραματική Ιστορία της Μάρως Μάστρακα, το γένος Μιτζοτάκη, μιας εξαιρετικής γυναίκας 45 ετών, με μεγάλη μόρφωση, που ήταν καθηγήτρια της γαλλικής και υπάλληλος του Τεχνικού ’Επιμελητηρίου. Την πρόδωσε ένας συνάδελφός της, ο Σιθάλης, και την έπιασε η Ειδική στις 15 Ιανουαρίου του '44. Χωρίς κανένα στοιχείο την κράτησαν 10 μέρες στην οδό Ελπίδος και την πέρασαν στην Επιτροπή Ασφαλείας.

Η απόφαση ήταν αθωωτική. Ο Λάμπου όμως της ζήτησε να υπογράψει δήλωση ότι «αποκηρύσσει κάθε ενέργεια στρεφόμενη κατά των Γερμανών και ότι θα εργασθεί για τη νίκη της Γερμανίας». Η Μάστρακα αρνήθηκε λέγοντας άτι αυτό θα σήμαινε αποκήρυξη της ιδιότητάς της σαν Έλληνίδας και ο Λάμπου τότε της δήλωσε: «Δε θα φύγεις από δω ζωντανή».
Την παρέδωσε πραγματικά στα Ές · Ές και εκτελέσθηκε στις 10 Μαΐου με άλλες 10 Ελληνίδες.
Ο συνταγματάρχης Σγουρός, θείος της Μάστρακα, ο Πρύτανις του Πολυτεχνείου Κιτσίκης και ο γιατρός των ανακτόρων Αναγνωστόπουλος είχαν ενδιαφερθεί.
 Ο Γερμανός πρεσβευτής παρουσίασε έγγραφο των Ές - Ές, όπου τόνιζαν ότι ο Λάμπου πρότεινε να εκτελεσθεί γιατί είναι γυναίκα φοβερά έξυπνη και φοβερά μορφωμένη.

Εξετάζεται η Σοφία Βασιλοπούλου, που καταθέτει ότι ο Κουρεμπανάς σκότωσε μπρος στα μάτια της τον αδελφό της Άρη Άριστείδου. Στις 10 Δεκέμβρη του ’43 ο αδελφός της με δυο φίλους του πήγαιναν στο σπίτι. Έξω από την πόρτα τους σταμάτησαν οι δήμιοι της Ειδικής και ο Κουρεμπανάς αμέσως πυροβόλησε και σκότωσε τον Αριστείδου. Τους άλλους δυο τούς συνέλαβαν.

Ο μάρτυρας Μαν. Πολυκράτης καταθέτει ότι στις 9 Μάη του '44 οι εκτελεστές της Ειδικής έπιασαν στην οδό Θεμιστοκλέους το Βενιζέλο Παρασκευά που μαζί με το μάρτυρα είχαν πάγκους και πουλούσαν ψωμί. Στις 14 του ίδιου μήνα ο Παρασκευάς βρέθηκε σκοτωμένος στην οδό Αγ. Μελετίου.

Ληστές οι δήμιοι της Ειδικής

Εξετάζεται η μάρτυς Ελένη Χονδροπούλου, που καταθέτει ότι στις 24 Δεκέμβρη του ’43 ο ανεψιός του Λάμπου, Γρηγ. Λάμπου, μαζί με άλλους της Ειδικής έπιασαν τον άνδρα της Νικ. Χονδρόπουλο την ώρα που έφευγε με αυτοκίνητο για τη Λαμία μεταφέροντας εμπορεύματα. Τα εμπορεύματα τα λήστεψαν.
Τον πήγαν στην οδό Ελπίδος όπου τον βασάνισαν απάνθρωπα. Η ίδια ειδοποιήθηκε στη Λαμία και κατέβηκε να ενεργήσει. Στην ’Ασφάλεια που πήγε να δει τον άνδρα της, την παρουσίασαν στο Λάμπου και αυτός διέταξε να την κλείσουν κι αυτή μέσα. Μέσα στα μπουντρούμια είδε μια ή δυο φορές τον άνδρα της που ήταν φρικτά παραμορφωμένος.
Την ίδια τη μετέφεραν στου Χατζηκώστα. Τον άνδρα της τον παράδωσαν στους Γερμανούς και εκτελέσθηκε στις 12 Μάρτη μαζί με τον Τσουκαλά και τον Νταγόπουλο.

Η υπεράσπιση διαμαρτύρεται γιατί η μάρτυς αποκαλεί τον Λάμπου δήμιο και θίγεται το... φιλότιμο του!

Εξετάζεται ύστερα ο μάρτυς Νικ. ’Αλεξίου, δικηγόρος, που λέει ότι ειδοποιήθηκε από το συνταγματάρχη Σγουρό να καταβάλει προσπάθεια για να σωθεί η Μάστρακα. Στις 23 Απρίλη είδε το Ριζόπουλο, αρχηγό μιας εθνικοσοσιαλιστικής οργάνωσης που συνεργαζόταν με την Ειδική. Αυτός τηλεφώνησε του Ντερτιλή και πήρε την απάντηση ότι ο Λάμπου δεν αφήνει να γλιτώσει όποιος πέφτει στα χέρια του. Ο ίδιος Ριζόπουλος είπε στον Αλεξίου ότι οι Γερμανοί μόνο το Λάμπου ακούνε.

Επίτρ. Τί ήταν ο Ριζόπουλος;

Μάρτ. Παρασημοφορημένος από το Χίτλερ.

Πουλίδης (π.αγ.). Η παράδοση της Μάστρακα έγινε από τον ίδιο το Λάμπου στους Γερμανούς;

Μάρτ. Μάλιστα, το ξέρω. Της ζήτησε να υπογράψει δήλωση ότι θα βοηθήσει τους Γερμανούς κι αυτή αρνήθηκε. Τότε ο Λάμπου τγς είπε: «Θα χάσεις το κεφάλι σου».

Πουλίδης. Οι πράξεις της Ειδικής είναι εσκεμμένα και ενσυνείδητα προδοτικές;

Μάρτ. Σε καμιά ιστορία δεν συνάντησα τέτοια πώρωση και τόσο έγκλημα.

Κουλουμβ. (υπεράσπ.). Εάν η Μάστρακα έκανε τη δήλωση θα νικούσαν μήπως οι Γερμανοί;

Μάρτ. Όχι, αλλά θα πρόδιδε η Μάστρακα την Ελληνική της συνείδηση.

Κουλουμβ. Είναι ή όχι γεγονός ότι ολόκληρος η Ελλάς ευγνωμονεί τα Τάγματα Ασφαλείας, την Ειδική Ασφάλεια και τους Γερμανούς για τα μπλόκα;

Μάρτ. Την Ασφάλεια και τους Γερμανούς τους ευγνωμονείτε μόνο σεις!...

Ο Κουλουμβάκης λέει διάφορες ασχήμιες και ο πρόεδρος του αφαιρεί τπ λόγο.

Ο μάρτυρας Γ. Ρέπας, δικηγόρος, καταθέτει ότι μέσα στο «Κρυστάλ» τον Ιούνη τού ’44 σκότωσαν το παιδί του ύστερα από φριχτά βασανιστήρια. Ο γιος του, φοιτητής μέλος της ΕΠΟΝ, μαζί με άλλους πήγαν στο εργοστάσιο της Εριουργίας να συστήσουν στους εργάτες ομόνοια ύστερα από την πραγματοποίηση της Εθνικής Ενότητας.
Όταν έβγαιναν υπέστησαν επίθεση από την ομάδα του Παρθενίου και σκοτώθηκαν οι φοιτητές Σταθακόπουλος και ένας άλλος. Ένας τρίτος τραυματίσθηκε. Όλοι οι άλλοι οδηγήθηκαν στο «Κρυστάλ». Το Σταθακόπουλο τον σκότωσε ο Σισμάνογλου (που είναι τώρα εθνοφύλακας).

Ο Παρθενίου διέταξε να βασανίσουν το φοιτητή Ρέπα μέχρι θανάτου. Του έβγαλαν τα νύχια, του τρύπησαν τ’ αυτιά. Επί δυο ώρες τον έδερναν με βούρδουλα από καουτσούκ, ώσπου το λάστιχο έλιωσε. Συνέχισαν με βούρδουλα συρματένιο. Πολτοποιημένο τον πήγαν στο θάλαμο όπου κρατούνταν οι άλλοι. Σε λίγα λεπτά ξεψύχησε.

Επίτροπος. Ποιος έκανε τα βασανιστήρια;

Μάρτ. Εγώ το φόνο τον έμαθα στις 28 ’Ιουνίου. Πήγα στον Παρθενίου κι αυτός μου δήλωσε ιταμότατα ότι τον σκότωσε ο ίδιος γιατί τάχα ο γιος μου... κλώτσησε το βασανιστή Καθρέπτη!
Μη πιστεύοντας ότι το παιδί μου είχε εκτελεσθεί πήγα στις 29 ’Ιουνίου στο Λάμπου με το συνταγματάρχη Γιαννουκάκο. Ο Λάμπου, παρόλο που το παιδί μου είχε πριν 5 μέρες δολοφονηθεί και το ήξερε, μου είπε πως το κατηγορούν σαν μέλος της ...ΟΠΛΑ.

Παρουσιάσθηκε ξαφνικά στο δικαστήριο ο δήμιος της Είδικής Σ. Δεστούνης, που μέχρι τώρα δικαζόταν ερήμην. Φέρει τη στολή του λοχία του «Εθνικού στρατού» στον όποιο υπηρετεί.
Πριν καθίσει στο εδώλιο, είχε μακριά ιδαίτερη συνεργασία με τον αρχιβασανιστή Παρθενίου και το συνήγορό του σε ξεχωριστό διαμέρισμα τής αίθουσας.

Ο Δεστούνης είχε κάνει και πριν λίγες μέρες την εμφάνισή του στην αίθουσα. Η πολιτική αγωγή τότε ζήτησε αμέσως από τον Επίτροπο Τσαμπάση τη σύλληψή του. Ο Τσαμπάσης αδιαφόρησε και ο Δεστούνης βλέποντας ότι υπήρχαν μάρτυρες που γνώριζαν τα όργια του και θα κατάθεταν εναντίον του, έφυγε.
Οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής διαμαρτυρήθηκαν έντονα στο δικαστήριο για την ολιγωρία αυτή του Επιτρόπου, αλλά δεν τους δόθηκε απάντηση...

Εξετάζεται ο μάρτυς Ν. Κιτσίκης, πρύτανις τού Πολυτεχνείου που εξιστορεί τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της σύλληψης και της εκτέλεσης μιας υπέροχης Ελληνίδας της Μαρίας Μάστρακα.

Σ’ ερώτηση του προέδρου ο Κιτσίκης, καταθέτει ότι σαν πρύτανις του Πολυτεχνείου επί κατοχής είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει τη στενότατη και συνειδητή συνεργασία της Ειδικής με τα Ές - Ές.
Υπήρχε μια άμιλλα είπε μεταξύ των ανθρώπων της Ειδικής, ποιος θα φανεί πιο ευχάριστος στους Γερμανούς "δια της επιδείξεως μεγαλύτερος σκληρότητας και απανθρωπιάς προς τους Ελληνες".

Σ’ ερώτηση της Πολιτικής Αγωγής ο μάρτυς λέει ότι ο Λάμπου μπορούσε να σώσει τη Μάστρακα, γιατί δεν είχε κανένα στοιχείο εναντίον της και ότι ο εισαγγελέας Μικρουλέας αγανάκτησε για το έγκλημα. Η Ασφάλεια τονίζει ο μάρτυς θεωρούσε επικίνδυνο κάθε άνθρωπο που τολμούσε να αμυνθεί κατά των Γερμανών και τον εξόντωνε.

Ο μάρτυς Δημ. Γληνός ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Μεταφορών καταθέτει με λυγμούς πως οι δήμιοι της Ειδικής συνέλαβαν στις 2 Φεβρουάριου του ’44 το μονάκριβο παιδί του, το πήγαν παραμορφωμένο από τα βασανιστήρια στην Ασφάλεια και αργότερα το εκτέλεσαν. Πήγε με ένα διευθυντή του υπουργείου Συγκοινωνίας στο Βλαχόπουλο σύνδεσμο των Γερμανών και υποδιευθυντή της Ειδικής, αλλ’ αυτός τους κορόιδευε ασύστολα.

Πολ. αγ. Είχε δύναμη ο Βλαχόπουλος στην Ειδική;

Μάρτ. Όλοι στέκονταν προσοχή μπροστά του. Στην πόρτα του γραφείου του υπήρχε η επιγραφή: «Υποδιευθυντής».

Πολ. αγ. Είχε ασύρματο στο δωμάτιό του o γιος σας;

Μάρτ. Είχε ασύρματο που λειτουργούσε και προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στο συμμαχικό αγώνα.

Κουλουμβάκης. Μήπως ο ασύρματος μετέδωσε τη διαταγή να γίνει το ...κίνημα στη Μέση Ανατολή;

(Γέλια στό άκροατήριο).

Το μπλόκο της Καλογρέζας

Ο μάρτυς Γεράσ. Κουκουνάρης ανθρακωρύχος εξιστορεί τα δραματικά γεγονότα του τρομερού μπλόκου της Καλογρέζας που έγινε στις 16 του Μάρτη του 1944.
Αφορμή καταθέτει, ήταν διάβημα των εργατών του ανθρακωρυχείου στους εργοδότες για βελτίωση των όρων της ζωής τους. Ο Λάμπου με όλη την Ασφάλεια και τα τάγματα κύκλωσε τη συνοικία και αφού ενεργήθηκε έρευνα σ’ όλα τα σπίτια συγκέντρωσε όλους τους κατοίκους στην πλατεία.
Ζήτησε 60 ονόματα με κατάλογο. Επειδή οι κάτοικοι δεν μαρτυρούσαν ποιοι είναι αυτοί οι 60, έβγαλε 22 από το σωρό και τους εκτέλεσε μπροστά στον κόσμο.
Εναν ακόμη τον 23ο διέταξε και τον εκτέλεσαν επειδή τού φάνηκε ότι γελούσε.
Αλλους 150 τους πήραν για τη Γερμανία και απ’ αυτούς ελάχιστοι γλίτωσαν.

Πολ. αγωγή. Ποιοι ήταν οι εργοδότες που σας κατέδωσαν;

Μάρτ. Ο Νομικός, ο Μάρκου κλπ.

Αρχίζει ύστερα η θλιβερή παρέλαση των μαυροφορεμένων μανάδων και αδερφάδων της Καλογρέζας που ο αρχιδήμιος Λάμπου σκότωσε στο φοβερό εκείνο μπλόκο τα παιδιά, τους αδελφούς, τους άνδρες τους.

Η Μαρία Αλαμόδη καταθέτει, ότι το Νοέμβρη του ’43 η Ειδική έπιασε το γαμπρό της Πασχαλίδη που εκτελέσθηκε το 1944.

Η Μαρία Ματζαβίνου καταθέτει ότι στο μπλόκο της Καλογρέζας εκτέλεσαν τον αδελφό της Δ. Αργυρόπουλο που ήταν ο μόνος προστάτης της.
Τονίζει ότι στις παρακλήσεις και τις ικεσίες των χαροκαμένων μανάδων ο Λάμπου απαντούσε απάνθρωπα: «Η Παναγιά διατάζει κι ο Χριστός εκτελεί!». 

Η Σαπφώ Σοφιανοπούλου καταθέτει ότι στο μπλόκο εκτελέσθηκε ο γιος της 16 ετών μαθητής.
H Χριστίνα Παρασκευά καταθέτει ότι εκτέλεσαν τους δυο αδελφούς της Γιώργη και Παντελή Παρασκευά.
Ο Παντελής πήγε να παρακαλέσει για τον αδελφό του και ο Λάμπου διέταξε και τον εκτέλεσαν κι αυτόν.

Η Ανδρομάχη Παπαδημητρίου αφηγείται πώς σκότωσαν το εικοσάχρονο παιδί της.«Επεσα, λέει, στα πόδια του Λάμπου και του ζήτησα να σκοτώσει εμένα αντί για το παιδί μου. Αυτός διέταξε να με διώξουν γιατί θα μ’ εκτελέσει και μένα». 

Η Αντιγόνη Γεωργίου καταθέτει ότι στο μπλόκο εκτέλεσαν τον αδελφό της 19 ετών και η Βασιλική Μινοπούλου τον άντρα της, μπακάλη, 65 χρόνων. 

Ο Ελευθ. Αυγουστίδης και Σπ. Πασάλογλου που γύρισαν από τα γερμανικά κάτεργα, αφηγούνται συγκλονιστικές λεπτομέρειες του μπλόκου.
Ο Λάμπου, λένε, μετά την εκτέλεση των 23 κατένειμε τους υπόλοιπους 150 για να μας στείλει στο Χαϊδάρι. Ο Γερμανός που μας παρέλαβε άφησε πολλούς. Τους άλλους μας έστειλε στο Μπρούνβαϊκ απ’ όπου μόνο μεις οι δυο γυρίσαμε.

Πολ. αγωγή. Ηταν πιο θηριώδεις από τους Γερμανούς oι «Έλληνες» της Ειδικής;

Μάρτ. Εκατό φορές πιο άγριοι.

Ο έμπορος Στυλ. Λεβέντης καταθέτει ότι στις 17 Ιουλίου του ’44 στην κεντρική αγορά της οδού Αθήνας οι Παρθενίου, Μόρφης, Καστανής, Βαβόπουλος, Καραγιάννης ή Καθρέπτης, συνέλαβαν τον αδελφό του έμπορο 55 ετών. Τον πήγαν στην οδό Παπαρρηγοπούλου 7 (έδρα των Ές - Ές), όπου του έκαναν έρευνα και του βρήκαν 3 λίρες.
Ακολούθησε το μαρτύριο. Του έσπασαν το ένα χέρι και αμέσως τον μετέφεραν  στο «Κρυστάλ», όπου αφού τον πολτοποίησαν, τον πέταξαν από το παράθυρο του τρίτου ορόφου.
Το πτώμα του το είχαν γδύσει, παίρνοντας τα ρούχα του. Μετά τρεις μέρες έπιασαν και το συνεταίρο του Στ. Τέμπο, άλλ’ αυτός πλήρωσε 3 λίρες και βγήκε.

Καλείται ο μάρτυς Δημητρακαρέας, που καταθέτει ότι στις 3 Ιουλίου τού ’44 τρεις δήμιοι της ομάδας Παρθενίου τον συνέλαβαν στην οδό Ρόμβης, ύστερα από πολλούς πυροβολισμούς που του έριξαν. Μαζί του συνέλαβαν και το δικηγόρο Φαρμακίδη.
Τους οδήγησαν στα Ές-Ές της οδού Μέρλιν καίω ύστερα στο «Κρυστάλ». Ο ένας από τους τρεις δημίους δοκίμασε κατ’ επανάληψη να τον εκτελέσει βάζοντας το περίστροφο στο κεφάλι του.
Στο θάλαμο που τους πήγαν είδαν τρία από τα κτήνη της Ειδικής που μόλις είχαν ασελγήσει σε ένα κρατούμενο παιδί 16 χρόνων να διηγούνται με κτηνώδη πώρωση το... κατόρθωμά τους.

Εκεί ακούγονταν οι δραματικές φωνές και τα ουρλιαχτά των βασανιζομένων ανθρώπων.
Τους παρουσίασαν στον Παρθενίου κι αυτός διέταξε να τους πάνε στο Μόρφη, που ήταν διοικητής στα κρατητήρια.
Αυτός τους έστειλε σ’ ένα θάλαμο. Εκεί το θέαμα ήταν ανατριχιαστικό. Ενας κρατούμενος βρισκόταν σε πολτώδη κατάσταση και 40 άλλοι οικτρά παραμορφωμένοι από τα βασανιστήρια. Στις 9 τη νύχτα ήρθε ο Μόρφης. Ολοι έπρεπε να σηκωθούν και να σταθούν προσοχή. Εναν που δεν τον κοιτούσε στα μάτια, τον έβαλε κάτω και με τακουνιές και με το βούρδουλα τον σκότωσε μπροστά μας.
Αφού ξέκαμε αυτόν, άρπαξε άλλον, επειδή κείνος τον κοίταζε και τον υπέβαλε στον ίδιο φρικτό θάνατο. Την ίδια τύχη είχαν και άλλοι κείνο το βράδυ.
Αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού στάθμευε μόνιμα έξω από τα κρατητήρια και κουβαλούσε μέρα νύχτα τα πτώματα.
Μετά τα εγκλήματά του αυτά ο Μόρφης έβγαινε στο προαύλιο όπου μαζί με έναν καλόγερο και δυο γυναίκες έβαζαν ένα γραμμόφωνο και χόρευαν μαζί «τσιφτετέλι».

Το επόμενο πρωί, λέει ο μάρτυς, ένας μοίραρχος Κωτσόπουλος, που ανήκε σε συμμαχική υπηρεσία πήγε στο κρατητήριο και τους έβγαλε χωρίς να το ξέρει ο Λάμπου. Την ίδια δε μέρα έφυγαν για το Κάιρο.

Ο μάρτυς αναφέρει την περίπτωση του φοιτητή Μπερδέση, που τον εκτέλεσε η Ειδική.
Η Ειδική, λέει, ήταν εστία εγκλήματος που την αποτελούσαν υπάνθρωποι. Δούλευε «προς χρηματισμόν και κορεσμόν θηριωδών ένστικτων» και συνειδητά εξυπηρετούσε τους Γερμανούς»..

Επίτροπος. Ωστε οι τρεις που σας έπιασαν νομίζετε ότι ήταν του Παρθενίου:

Μάρτ. Δεν το νομίζω. Είμαι βεβαιότατος.

Επίτρ. Ακούγατε τις φωνές τον βασανιζόμενων;

Μάρτ. Σας είπα ότι αυτό που λέει ο λαός «σηκώνονται οι τρίχες της κεφαλής». Το αισθάνθηκα ο ίδιος.

Επίτρ. Τα ήξερε ο Παρθενίου;

Μάρτ. Ασφαλώς. Ηταν το πιο αιμοβόρο κτήνος.

Μιράσγεζης (πολ. αγωγ.). Κείνοι που έβαλαν εκεί το Μόρφη τον ήξεραν. Επομένως ευθύνονται;

Μάρτ. Οχι μόνο αναμφισβήτητα τον γνώριζαν αλλά και τον έβαλαν ακριβώς επίτηδες «λόγω της γνώσεως του υπανθρωπισμοΰ του». Η Ειδική ήταν καρκίνωμα με εξουσία που απέρρεε απευθείας από τον κατακτητή.

Μιράσγεζης. Ο Λάμπου μπορεί να ισχυρισθεί ότι η Ειδική σας φυγάδευσε;

Μάρτ. Αδύνατο. Γιατί αντίθετα ο Λάμπου όταν το πληροφορήθηκε, είχε εκμανεί.
Ουδέποτε το αίσθημα αντιστάσεως του λαού δέχθηκε παρόμοια πλήγματα. Ούτε από τους Γερμανούς.
Η Ειδική εργαζόταν κατ’ έμπνευση των Γερμανών και εξυπηρετούσε συνειδητά τον κατακτητή.

Οικονόμου (πολ. αγ.). Το δράμα του ελληνικού λαού υπήρξε μεγαλύτερο λόγω της δράσεως της Ειδικής;

Μάρτ. Αναμφισβήτητα. Και αυτό είναι γνώμη και των ξένων. Ξένοι δημοσιογράφοι τόνιζαν ότι είναι γενικότερη η ζημία της Ελλάδας «εκ του γεγονότος ότι ανέχεται ακόμη στους κόλπους της τέτοια εγκληματικά υποκείμενα».

Πουλίδης (πολ. αγ.). Η Ειδική ήταν κρατική εξουσία η συμμορία;

Μάρτ. Πιστεύω ότι ήταν το δεύτερο. Ολοι οι ξένοι και οι Ελληνες στο Κάιρο ανεξάρτητα από φρονήματα, τη θεωρούσαν ως τον υπ’ αριθ. 1 εχθρό του Ελληνικού λαού που διέθεταν οι Γερμανοί.

Κουλουμβάκης. Σας συμπαθώ κ. μάρτυς και σάς κέρασα και καφέ. Γιατί όποιον συχαίνομαι του το λέω και του σπάζω και τα μούτρα (γέλια στο ακροατήριο).
Για πείτε μου είναι κίνημα αντιστάσεως αυτό που έκαμε τις εκτελέσεις στο Μελιγαλά;

Μάρτ. Γνωρίζω ότι το κίνημα αντίστασης είναι τίτλος τιμής για την Ελλάδα 

Λάμπου (σηκώνεται και λέει θρασύτατα). Κύριε μάρτυς, εάν δεν υπήρχε η Ειδική Ασφάλεια θά υπήρχε Ελλάς και Παρθένων; (!!)·

Μάρτ. Θα υπήρχαν ασφαλώς. Σεις κάνατε τα πάντα για να τα ρξαφανίσετε.

Η μάρτυς της πολιτικής αγωγής Αλεξάνδρα Μάλιαρη, κατάθεσε ότι όργανα της Ειδικής έπιασαν στις 24/9/43 τον άνδρα της, που ήταν τμηματάρχης του Δήμου Αθηναίων. Από την Ειδική τον παράδωσαν στις φυλακές Χατζηκώστα.

Στις 10 του Οκτώβρη τον εκτέλεσε ο ίδιος ο Χατζηκώστας.

Πρόεδρος. Γιατί συνέλαβαν τον σύζυγό σας;

Μάρτ. Διότι ενδιαφερόταν για τα ζητήματα των υπαλλήλων.

Οικονόμου (πολ. αγ.). Γνωρίζετε αν στο μνημόσυνο του συζύγου σας πήραν μέρος όλοι οι υπάλληλοι ανεξαρτήτως φρονημάτων;

Μάρτ. Στο μνημόσυνο του συζύγου μου πήραν μέρος όλοι οι υπάλληλοι του Δήμου ανεξαρτήτως φρονημάτων.

Οικονόμου. Τιμωρήθηκε ο Χατζηκώστας για το έγκλημά του;

Μάρτ. Όχι.

Μετά καλείται ο μάρτυρας Αριστοτέλης Κουτσουμάρης, που καταθέτει τα ακόλουθα:

«Από τον Ερυθρόν Σταυρόν, όπου είχα καταταγεί εθελοντικώς, μου ανετέθη η διεύθυνσις της τροφοδοσίας των φυλακισμένων. Όταν συνελήφθησαν οι ανάπηροι, οδηγήθησαν αγεληδόν, γυμνοί, από τα κρεβάτια τους στις φυλακές τού Χατζηκώστα. Δεν τους επέτρεψαν ούτε τα ξύλινα πόδια τους να φορέσουν, ούτε τα ρούχα τους να πάρουν μαζί τους. 

Τους είχαν πιάσει η Ειδική Ασφάλεια, και τα Τάγματα Ασφαλείας, σε συνεργασία μετά των Γερμανών. Πάντως την πρωτοβουλία την είχαν η Ειδική Ασφάλεια και τα Τάγματα. 
Η κατάσταση των 2.000 συλληφθέντων αναπήρων ήτο τόσον άθλια, ώστε ο Ελβετός διευθυντής του Ερυθρού Σταυρού προέβη εις εντονοτάτην διαμαρτυρίαν εις τον Ράλλην

Στη διαμαρτυρία του αυτή ο Ελβετός ζωγράφιζε με τα μελανότερα χρώματα την κατάστασιν των αναπήρων. Πολλοί ανάπηροι, κ. Πρόεδρε, εκρατούντο με πυορροούσες πληγές χωρίς καμιά περίθαλψη. 
Μετά ενάμισι μήνα είδα, έναν ανάπηρο με κομμένα πόδια να σέρνεται για να πάει στο αποχωρητήριο. Μάταια έκανα διαβήματα να δοθούν στους αναπήρους τα ξύλινα πόδια τους και τα ρούχα τους. 

Στου Χατζηκώστα κρατούσαν και ένα βρέφος καθώς και άλλα παιδιά του προσωπικού των νοσοκομείων. Φροντίσαμε ώστε το βρέφος να εισαχθεί στο Βρεφοκομείο και τα παιδιά να βρουν περίθαλψιν εις διάφορα φιλάνθρωπο σπίτια. Οκτώ μέρες μετά την σύλληψιν των αναπήρων πήγα στου Χατζηκώστα. Απέξω περίμεναν 20 φορτηγά της Ειδικής για να πάρουν τους αναπήρους για το Χαϊδάρι.

Ο ταγματάρχης Ξυπολυτάς, που ήταν επικεφαλής, μου λέει:

- Οι Γερμανοί μας ζήτησαν 1.000 αναπήρους για το Χαϊδάρι.

Του είπα:

- Πώς θα τους στείλετε; Δεν ξέρετε ποια τύχη τους περιμένει:

Μου άπάντησε:

- Τί να κάνουμε:

Του είπα τότε εγώ:

- Αυτό έπρεπε να το σκεφθείτε πριν τους πιάσετε!

Σε σχετική ερώτηση του προέδρου, ο μάρτυρας λέει ότι οι ανάπηροι πιάστηκαν με πρωτοβουλία της Ειδικής, η όποια εσκεμμένα εμφάνισε τους αναπήρους σαν ταραχοποιούς.

- Οι Γερμανοί, κύριε πρόεδρε, είχαν συμφέρον να σπείρουν τη διχόνοια, ανάμεσα στον Ελληνικό λαό. Προ της δημιουργίας των Ταγμάτων Ασφαλείας οι Γερμανοί και οι ’Ιταλοί κυκλοφορούσαν με δέος ένοπλοι. Όταν άρχισαν τα μπλόκα, οι Γερμανοί έστελναν μικρά τμήματα εις ενίσχυσιν των Ταγμάτων ’Ασφαλείας και γύριζαν άοπλοι στα κέντρα διασκεδάσεως.

Οσο για τους αναπήρους, πρέπει να σας διηγηθώ το εξής περιστατικό:
Ενώ βρισκόμουνα με τον Ξυπόλυτα και τον αντισυνταγματάρχη Τσαντήλα στην είσοδο του Χατζηκώστα, έρχεται μια αδελφή και μας λέει: «Είμαι αδελφή από τις Σέρρες. Στο μεγάλο πόλεμο υπηρετούσα ως νοσοκόμα στο μέτωπο. Οι Βούλγαροι έκαψαν το σπίτι μου, πήραν όμηρο τον άνδρα μου και τον σκότωσαν. Το παιδί μου σκοτώθηκε. Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο πήγα πάλι νοσοκόμα στο μέτωπο. Οι Βούλγαροι ξεναρήμαξαν το σπίτι μου. Το παιδί μου ήλθε ζωντανό από τον πόλεμο. Τώρα μου το πήραν μαζί με τους άλλους αναπήρους. Ρώτησα το όνομα του παιδιού της και με φρίκη είδα πως το όνομά του ήταν στον κατάλογο που προοριζόταν για το Χαϊδάρι. Κατόρθωσα και το έσβησα από τον κατάλογο. Ύστερα από επιμονή μου, την ημέρα εκείνη πήραν 300 ανάπηρους αντί για 1.000. Την Πρωτομαγιά μεταξύ των 200 εκτελεσθέντων ήταν και πολλοί ανάπηροι.

Δεν είναι μόνον αυτό. Στα κρατητήρια της Ειδικής ’Ασφαλείας, στην οδό Γ' Σεπτεμβρίου, στην οδό Ελπίδος στο «Κρυστάλ» και στου Χατζηκώστα γινόντουσαν ανήκουστα βασανιστήρια. Ολος ο διχασμός έχει τη βάση του στη δράση των Σωμάτων 'Ασφαλείας.
Είχα συνεννοηθεί με την «Υπηρεσία Σημάνσεως» και έπαιρνα φωτογραφίες των θυμάτων της Ειδικής για να τις καταθέσω μια μέρα στη δικαιοσύνη. Μερικές απ’ αυτές τις έστελνα στη Μ. 'Ανατολή.

Ο μάρτυρας καταθέτει τις φωτογραφίες των πτωμάτων των εξής εκτελεσθέντων και διαβάζει σημειώσεις της «Υπηρεσίας Σημάνσεως» για το κάθε πτώμα: Παν. Βαφειάδης, μεταλλουργός, πέθανε στις 27.4.44 στα κρατητήρια της Ειδικής από βασανιστήρια. Επ. Κουτολάτος Ετών 33. Συνελήφθη υπό οργάνων της Ειδικής. Μετ' ολίγας ημέρας το πτώμα του ερρίφθη εις την γωνία Αλκιβιάδου και Φιλιππίδου. Φέρει κακώσεις εις όλον το σώμα. Τα νύχια των χεριών έχουν εκριζωθεί. Εις τα δύο δάκτυλα βρίσκονται μπηγμένα σιδηρά ελάσματα. Ο θάνατος προήλθεν εκ των βασάνων. Πτώμα άγνώστου Ετών 25. Βασανίσθηκε εις τα κρατητήρια της Ειδικής Ασφαλείας. Το πτώμα του ευρέθη εις την οδόν Ελπίδος εις τας 4.9.44. Γ. Κότσιρας Ετών 31, καθηγητής μαθηματικών. Ευρέθη το πτώμα του έξω από τα γραφεία της Ειδικής εις τας 22.7.44. Φέρει τραύμα πυροβόλου, κακώσεις βαρείας μορφής εις όλο το σώμα, καθώς και καταφανή ίχνη από συρματένιο βούρδουλα. Την νύκτα τής 27.7.44 ερρίφθη από την ταράτσα της Ειδικής.

Στο σημείο αυτό η υπεράσπιση με επικεφαλής τον Κουλουμβάκη, μπροστά στις συντριπτικές αυτές καταθέσεις φωνάζει και δημιουργείται επεισόδιο.

Στο μεταξύ παρουσιάστηκε ο Εύάγγ. Χανιώτης που δικαζόταν ερήμην.

Μετά τη διακοπή ο Κουτσουμάρης καταθέτει στο δικαστήριο και τις εξής φωτογραφίες πτωμάτων με σημειώματα της «Υπηρεσίας Σημάνσεως»: Ηλέκτρα ’Αποστόλου. Το πτώμα ευρέθη εις την οδόν Ελπίδος στις 26.7.44. Φέρει κακώσεις βαρείας μορφής εις όλον το σώμα καθώς και εγκαύματα συνεπεία των όποιων επηκολούθησεν ο θάνατος.
Γ. Αντωνόπουλος, σπουδαστής Πολυτεχνείου κρατούμενος της Ειδικής ’Ασφάλειας. Απεβίωσε εις τας 2.6.44 εις τα κρατητήρια συνεπεία κακώσεων.
Αναστ. Χριστοδούλου, ετών 16. Συνελήφθη υπό οργάνων της Ειδικής Ασφαλείας. Το πτώμα του ευρέθη στις 28.7.44 επί της οδού Νεοπτολέμου. Φέρει πολλαπλάς κακώσεις εις όλον το σώμα. Συνεπεία των κακώσεων επήλθε ο θάνατος.
Εμμ. Λεβέντης, ετών 35. Πέθανε εντός της Ειδικής συνεπεία ξυλοδαρμού. Το πτώμα του ερρίφθη από το ξενοδοχείον «Κρυστάλ» από ύψος 20 μέτρων.
Δημ. Μωραΐτης έτών 23, υπάλληλος της Τραπέζης της 'Ελλάδος. Εκρατείτο εις την Ειδική Ασφάλειαν. Μεταφέρθηκε εις το Δημοτικόν Νοσοκομείον εν αναισθησία με πολλαπλός βαρείας κακώσεις και τραύματα δια μαχαιριδίου. Συνεπεία αυτών απεβίωσε εις τας 18.7.44.
Α. Σάββας, σπουδαστής της Ανωτάτης Εμπορικής. Υπεβλήθη εις ανήκουστα βασανιστήρια εις την Ειδική. Μεταφέρθηκε εις του Χατζηκώστα. Εις τας 22.7.44 ώρα 7.30 μ.μ. εκλήθη υπό του χωροφύλακος Γ. Βασιλειάδου, κατοίκου Νέας Ιωνίας, εις τα γραφεία των φυλακών και εξετελέσθη υπ’ αυτού διότι τον υποπτευόταν δια συμμετοχή εις απόπειρα κατά του αδελφού του. Ο διευθυντής των φυλακών Χατζηκώστας συνεχάρη τον χωροφύλακα με τις εξής λέξεις: "Μπράβο, έτσι πρέπει να εκδικούμεθα το αίμα των αδελφών μας". Το πτώμα του μεταφέρθηκε εις το Νεκροτομείον στις 22.7.44 με σημείωμα ότι φονεύθηκε διότι δήθεν αποπειράθηκε να δραπετεύσει.

Οικονόμου (πολ. αγ.). Ξέρετε αν η Ειδική Ασφάλεια και τα όργανά της με κάθε τρόπο δυσχέραιναν το έργο των νοσοκόμων;

Μάρτ. Ο Χατζηκώστας με κάθε τρόπο ήθελε να απομακρύνει τη σύζυγό σας που υπηρετούσε ως νοσοκόμος αδελφή.

Μιράσγεζης (πολ. αγ.) Οι ξένοι τι ιδέα είχαν για την Ειδική Ασφάλεια;

Μάρτ. Αν δεν τα έβλεπαν με τα μάτια τους θα ήτο αδύνατον να τα πιστέψουν.

Κανελλόπουλος {πολ. αγ.). Με το πρόσχημα της διώξεως των κομμουνιστών, τα όργανα της Ειδικής συνελάμβαναν πρόσωπα χωρίς καμιά διάκριση;

Μάρτ. Βεβαίως.

Κανελλόπουλος. Πώς χαρακτηρίζετε την πράξη της;

Μάρτ. Προδοτική.

Ο μάρτυς καταθέτει ύστερα ότι τα εγκλήματα άρχισαν μόνο όταν ιδρύθηκαν τα Τάγματα και αναπτύχθηκε η Ειδική. Η Ειδική εξετέλη και βασάνιζε «ως κράτος συνεργαζόμενο με τους Γερμανούς» και αυτό είναι τό στίγμα. Οι κατηγορούμενοι πήγαν εθελοντικά στην Ειδική και εξετέλουν φρικτά βασανιστήρια με πλήρη ψυχραιμία. Δεν αναγνωρίζω καμιά σύγχυση και κανένα ελαφρυντικό.

Υπεράσπιση. Ξέρετε ότι η ίδρυση των Ταγμάτων έγινε για την ασφάλεια του κράτους;

Μάρτ. Τα Τάγματα τα ίδρυσαν για τη δική τους ασφάλεια ο Ράλλης και ο Τσιρονίκος, που ήταν πουλημένοι στους Γερμανούς.

Υπεράσπιση. Ξέρετε αν γίνονταν συλλήψεις χωρίς να το θέλει η Ειδική, διότι διάτασσαν οι Γερμανοί;

Μάρτ. Τις περισσότερες συλλήψεις και εκτελέσεις τις έκανε μόνη η Ειδική, πριν αρχίσει η δράση του ΕΑΜ.

Η πολιτική αγωγή υποβάλλει στο δικαστήριο δυο αιτήσεις: 1) Να προσαχθούν από την εγκληματολογική υπηρεσία όλες οι φωτογραφίες και τα άλλα στοιχεία που δείχνουν τα φριχτά βασανιστήρια που έκαναν οι δήμιοι της Ειδικής. 2) Εφ’ όσον αυτά βεβαιωθούν να δοθούν στη δημοσιότητα με κινηματογραφική προβολή μέσα στην αίθουσα, όπως έγινε με τους δημίους του Μπέλσεν.
Ο επίτροπος απέκρουσε και τις δυο αιτήσεις. Το δικαστήριο δέχθηκε την πρώτη αίτηση και απέρριψε τη δεύτερη.

Ο μάρτυς υπεράσπισης Μ. Γιαννουκάκος αντιστράτηγος, που ήταν ο ίδιος διευθυντής του υπουργείου Εσωτερικών επί Ταβουλάρη και συνεπώς δοσίλογος, προσπαθεί να δικαιολογήσει το Λάμπου και το Μητρόπουλο.

Πολ. αγ. Εκαμαν το καθήκον τους οι κατηγορούμενοι, αφού συνεργάσθηκαν με τους Γερμανούς;

Μάρτ. Δεν απαντώ.

Ο Κουλουμβάκης σηκώνεται θρασύτατος, και βρίζει τους συνηγόρους της πολιτικής αγωγής. Λέει ότι η... «πατρίς θα τους ξεπατώσει και αυτούς» και ασχημονεί ενώ οι χωροφύλακες χειροκροτούν.

Ο πρόεδρος αντί να σταματήσει τις ασχημίες διακόπτει τη συνεδρίαση.

Παρελαύνουν ύστερα άλλοι ψευδομάρτυρες της υπεράσπισης. Ο αστυνόμος Διακουμής, Στρατηγός, Σταυλόπουλος, Κυβέλλος.

Ο τελευταίος διευθυντής του «Κρυστάλ», μέλος της X προσπαθεί να υπερασπισθεί τους Μητρόπουλο, και Παρθενίου. Δεν κρύβει όμως ότι γίνονταν φρικτά βασανιστήρια στο ξενοδοχείο. 'Ομολογεί τα φρικτά μαρτύρια της Ηλέκτρας και το βασανιστικό θάνατο του έμπορου I. Λεβέντη που τον πέταξαν απ’ το παράθυρο.

Είναι αξιοσημείωτο ότι μόλις τελείωσαν τις καταθέσεις τους οι μάρτυρες κατηγορίας άρχισαν να παρουσιάζονται... «αυθορμήτως» ένας - ένας οι κατηγορούμενοι που δικάζονταν ως τώρα ερήμην.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Ν. Καρκάνη: Οι δοσίλογοι της κατοχής - Δίκες - Παρωδία (Ντοκουμέντα, αποκαλύψεις, μαρτυρίες) Μέρος 18ο

 Μάρτυρες εκθείαζαν τους βασανιστές

Ο μάρτυς Ποθητός Ποδότας. συνταγματάρχης, διοικητής της Σχολής Χωροφυλακής κατά την κατοχή, καταθέτει πώς στις 22 Απρίλη τού 1944 δυο λεωφορεία μετέφεραν στη Σχολή 17 Έλληνες πατριώτες, που τους συνόδευαν δήμιοι της Ειδικής με επικεφαλής τον ταγματάρχη Μιχαλέα και τον ανθυπασπιστή Σκαπαρδόνη.

Τα αυτοκίνητα συνόδευαν μοτοσικλέτες και μια νεκροφόρα. Η ώρα ήταν 5 το απόγευμα. παραμονή Λαμπρής. Και κει μπρος στα μάτια χιλιάδων λαού που συγκεντρώθηκε στην οδό Μεσογείων και στις ταράτσες των γύρω σπιτιών έγινε η εκτέλεση και των 17 πατριωτών σε ομάδες.
Περιγράφει τη δραματική εντύπωση που προκάλεσε η ομαδική αυτή σφαγή στον κόσμο άλλα και στους χωροφύλακες και αξιωματικούς της Σχολής.
Ο παπάς που λειτουργούσε κείνη την ώρα διέκοψε τον εσπερινό και έφυγε έντρομος.

Ο ίδιος όμως μάρτυς περιορίζει τη φρίκη του, στο γεγονός ότι η εκτέλεση έγινε στον περίβολο της Σχολής που έτσι βεβηλώθηκε, ενώ ο ίδιος είχε προτείνει οι εκτελέσεις να γίνονται άλλου και στο ότι την εκτέλεση έκαναν χωροφύλακες πράγμα που απαγορεύει ο ...οργανισμός τού Σώματος!

Στο σημείο αυτό ο μάρτυς αφηγείται τη δραματική ιστορία της διάσωσης ενός από τους 17 εκτελεσθέντες του Διον. Άναγνωστοπούλου.

Πρόεδρος. Ποιος κατήρτισε τον κατάλογο των 17 εκτελεσθέντων:

Μάρτυς. Ο Λάμπου.

Πρόεδρ. Υπήρχε θανατική καταδικαστική απόφασις;

Μάρτ. Όχι. Η εκτέλεση έγινε κατά το πρότυπο των Γερμανών. Στις προηγούμενες εκτελέσεις της Καλογρέζας έδωσε τουλάχιστον Γερμανός τη... χαριστική βολή!!

Πρ. Υπήρχε κανένας νόμος ελληνικός που να μιλεί για αντίποινα;

Μάρτ. Όχι. Αυτός ήταν νόμος γερμανικός και όχι ελληνικός.

Ο μάρτυς προσθέτει ότι έκαμε γ' αυτό αναφορά διαμαρτυρίας -υπό την πίεση των αξιωματικών της Σχολής— η αναφορά όμως παραδόθηκε στους Γερμανούς και η Ειδική Ασφάλεια άρχισε να τον κυνηγά. Έγινε μπλόκο στο σπίτι του και η γυναίκα του έπαθε κρίση και αιμόπτυση. Ο ίδιος είχε κρυφτεί. Ο Ντάκος και ο Μπάκος πήγαν στο Σιμάνα και του εξήγησαν ότι εγώ δεν είχα τίποτα με τους Γερμανούς και τότε αυτοί έπαυσαν να με καταδιώκουν...

Πρ. Αναμίχθηκε όμως η Ειδική Άσφάλεια;

Μάρτ. Ναι. Κατάρτισε φάκελο διώξεώς μου. με χαρακτήρισε εαμίτη και ανέθεσε στο Μαντά να με εκτελέσει, αφού του υποσχέθηκε προαγωγή.

Στο σημείο αυτό προσάγεται ο κατηγορούμενος Μιχαλέας. Συνήγορός του είναι ο Κουλουμβάκης. που παραιτήθηκε από μάρτυρας της υπεράσπισης.

Υπεράσπιση: Εις τον αγώνα των υπέρ της πατρίδος μπορούσαν οι κατηγορούμενοι να προβαίνουν εις υπερβολάς:

Μάρτ. Κρεμούσαν ανθρώπους.

Κατάθεση ενός «παραλίγο νεκρού»

Καλείται ο μάρτυρας Διον. Άναγνωστόπουλος που καταθέτει τα ακόλουθα: «Στις 10 Απριλίου 1944 είχα πάει σ' ένα τσαγκάρη να φτιάξω τα παπούτσια μου. Ο τσαγκάρης είχε πιαστεί από τα Τάγματα Ασφαλείας σαν κομμουνιστής.
Οι τσολιάδες που παρακολουθούσαν το μαγαζί με πιάσαν και μένα και με πήγαν στην αποθήκη Μαργαρίτη όπου στεγαζόταν. Με έδειραν άγρια και με έκλεισαν χωρίς ανάκριση επί 11 μέρες σ' ένα αποχωρητήριο. Επικεφαλής του αποσπάσματος που με συνέλαβε ήταν ο ανθυπολοχαγός Γ. Μπαράτσας και διοικητής του τάγματος ο τότε ταγματάρχης και νυν λοχαγός εν ενεργεία Κ. Ιωαννίδης.

Μέσα στο τάγμα υπηρετούσαν Γερμανοί και άνδρες της Ειδικής Ασφαλείας. Στις 22 του Απρίλη παραμονή του Άγ. Γεωργίου, στις 12 η ώρα με έβγαλαν από το κρατητήριο και μαζί με άλλους πέντε μας φόρτωσαν σ' ένα φορτηγό στο όποιο ήταν καμιά σαρανταριά χωροφύλακες και ξεκινήσαμε.

Μπροστά πήγαινε μια κούρσα με πολυβόλα και πίσω μια άλλη με έναν Ελληνα με πολιτικά, που άκουσα ένα χωροφύλακα να τον λέει κ. ταγματάρχα κι έναν άλλον κ. Μιχαλέα.
Φθάσαμε στη Σχολή Χωροφυλακής. Εκεί είδαμε μια νεκροφόρα του Δήμου που περίμενε. Εκεί περίμεναν και άλλοι 11 κρατούμενοι από του Χατζηκώστα. Κατέβηκε η μισή φρουρά και παρατάχθηκε.
Μας κατέβασαν κάτω και μας πήραν ό,τι είχαμε και δεν είχαμε.

Πήρανε έξι από μας, τους πήγαν στο Γυμναστήριο της Σχολής και τους εκτέλεσαν.

Στη δεύτερη εξάδα κ. Πρόεδρε ήμουνα κι εγώ. Ενας χωροφύλακας αρνήθηκε να πάρει μέρος στο απόσπασμα. Αφού τον έδειραν τον συνέλαβαν.
Βαδίζαμε καμιά 500ριά μέτρα μας βάλανε σ’ ένα χαράκωμα και παρατάχθηκε το απόσπασμα.

- Λάβετε θέσιν! Επί σκοπόν! Πυρ! διέταξε ο Μιχαλέας.

Έπεσα κάτω. Με βρήκε μια σφαίρα στο κάτω χείλος και βγήκε από το δεξί μάγουλο, αφού μου κατάστρεψε τα δόντια. Πλημμύρισα στο αίμα. Εκλεισα τα μάτια μου! Κράτησα την αναπνοή μου. Έπρεπε να είμαι νεκρός! Άκουσα ένα χωροφύλακα να λέει σ' ένα Γερμανό, δείχνοντας έναν που ήταν νεκρός δίπλα μου: Καμαράντ! Γκράν κομμουνίστ! Ταυτόχρονα με το περίστροφό του έδωσε τη χαριστική βολή. Ο ίδιος πυροβόλησε και προς το κεφάλι μου. Η σφαίρα με πήρε ξυστά και χώθηκε στο χώμα.
Μας βγάλανε τα παπούτσια, μας φόρτωσαν στη νεκροφόρα, μας πήγαν στο Γ’ Νεκροταφείο και μας άφησαν στο νεκροθάλαμο για να μας θάψουν το πρωί. Μόλις νύχτωσε, έσπασα το συρματόπλεγμα του παραθύρου και μέσα από τα χωράφια πήρα το δρόμο για την Αθήνα. Βρήκα άσυλο σ' ένα φτωχόσπιτο και την επομένη με πήγαν οι δικοί μου στην Κηφισιά.

Κουλουμβάκης. Γνωρίζεις το Μιχαλέα:

Μάρτ. Αυτός είναι. Είναι ο τελευταίος ζωντανός που είδα.

Σε συνέχεια η υπεράσπιση προσπαθεί να αμφισβητήσει τα λεγάμενα από το μάρτυρα.

Μάρτ. Κύριε συνήγορε, έχω και τον υπ' άριθμ. 16 τάφο στο νεκροταφείο!

Ο μάρτυρας Χαρ. Κυβέλος ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου «Κρυστάλ», αρχίζει ετσι την κατάθεσή του:

«Θα ήθελα να παρακαλέσω το σεβαστό δικαστήριο να μου πει κατά πόσο θα είμαι ασφαλής έπειτα απ' αυτά που θά καταθέσω, γιατί ο κατηγορούμενος Καστανής που δικάζεται ερήμην μου τηλεφώνησε το Σάββατο το βράδυ και μου είπε ότι θα λογαριαστούμε αν τολμήσω να εμφανισθώ στο δικαστήριο».

(Ή δήλωση προκαλεί κατάπληξη).

Πρόεδρος (νευριασμένος). Να πάτε στον εισαγγελέα!

Ο μάρτυρας συνεχίζει: «Το Μάρτη του 1944 η Ειδική επέδραμε στο ξενοδοχείο όπου έμενα με την οικογένειά μου. Η ομάδα Παρθενίου αποτελούμενη από 120 - 150 άνδρες εγκαταστάθηκε στο β’ πάτωμα και η ομάδα Παναγιωτοπούλου που είχε δύναμη 100 ανδρών στο πρώτο.

Βλέπαμε να σέρνουν συνεχώς κρατουμένους. Ακούγαμε τις σπαρακτικές κραυγές τους την ώρα των βασανιστηρίων. Είδαμε πατέρες και μανάδες να φωνάζουν απ' έξω: «Αφήστε μας να μιλήσουμε για τελευταία φορά τα παιδιά μας».

Μια μέρα ανέβηκα για κάποια δουλειά στο δεύτερο πάτωμα και είδα σ' ένα δωμάτιο δυο γυμνούς νέους εντελώς παραμορφωμένους. Στο αποχωρητήριο αντίκρισα τρία πτώματα γυμνά. Είδα τραυματίες να τους μεταφέρουν οι χωροφύλακες αναίσθητους από το ξύλο.

Μία μέρα έφεραν 20 εργάτες και εργάτριες της Εριουργίας. Μεταξύ τους ήταν και ένας αδελφός με την αδελφή του. Τους έβαλαν σε δυο χωριστά δωμάτια με τις πόρτες ανοιχτές και άρχισαν να δέρνουν τον αδελφό με συρματόσχοινο και του χάραζαν το σώμα του και τα πόδια.
Ο Καθρέπτης έλεγε στο κορίτσι: «Ακούς αυτόν που φωνάζει; Είναι ο αδελφός σου. Τα ίδια θα σου κάνουμε αν δέ μαρτυρήσεις!».
Όταν είδε τον αδελφό της να τον μεταφέρουν μισοπεθαμένο η κοπέλα τρελάθηκε!

Εναν έμπορο τον έδερναν κάποτε από το πρωί ίσαμε το βράδυ κι ύστερα τον έριξαν από το παράθυρο. Το ίδιο έκαναν και μ’ έναν καθηγητή. 

Μία μέρα ο Σισμάνογλου ζήτησε τον Παρθενίου στο τηλέφωνο. Άκουσα τον τελευταίο να του λέει: «Μπράβο καλά τους έκανες. Πάρε ό,τι έχουν, φόρτωσέ τους σ' ένα καροτσάκι και πήγαινέ τους στο νεκροτομείο». 
Το βράδυ έμαθα ότι είχε σκοτώσει δυο στα Πατήσια. 

Ο συγγενής μου Σ. Κυβέλος ταγματάρχης εν ενέργεια, που κρατιόταν στου Χατζηκώστα, μου είπε ότι ο Μητρόπουλος τον έδειρε κι ύστερα έβαλε τους χωροφύλακες να τον φτύσουν.

Στις 16 Σεπτεμβρίου, την ημέρα που σκοτώθηκε ο Παναγιωτόπουλος, ο Δεστούνης. ο Βλαχόπουλος και ο Χανιώτης πήραν τρεις μισοπεθαμένους από τα βασανιστήρια νέους και τους εκτέλεσαν στην πλατεία Κυριακού. Ο Μόροης ήταν ο φοβερότερος σαδιστής».

Οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής στη δίκη κατά του Λάμπου και λοιπών κατηγορουμένων της Ειδικής Ασφάλειας έδωσαν την παρακάτω ανακοίνωση:

«Η πολιτική αγωγή εις την δικαζομένην υπόθεσιν των υπευθύνων της Ειδικής Ασφαλείας επί κατοχής, επανειλημμένως δεν ηδυνήθη να ευρεθεί σύμφωνος με τας αντιλήψεις του δικαστηρίου, ως προς την διεξαγομένην διαδικασίαν. Συγκεκριμένως φρονεί ότι έργον της ήτο:

Να αποκαλυφθεί εις όλην την έκτασιν η δράσις των κατηγορουμένων και όλα τα εγκλήματα που διέπραξαν, διότι τούτο θα συνετέλει εις το να ολοκληρωθεί διαμόρφωσις δικαστικής γνώμης δια την υπό κρίσιν υπόθεσιν και έναν έκαστον των κατηγορουμένων σύμφωνα και προς όσα η επιστήμη του δικαίου διδάσκει, η λογική αποδέχεται και η εθνική ανάγκη αξιεί.

Εις τούτο το δικαστήριον κατέχεται υπό αντιθέτων αντιλήψεων και πολλάκις απηγόρευσεν ερωτήσεις προς μάρτυρας οι οποίοι κατά την αντίληψιν της πολιτικής αγωγής. είχαν άμεσον σχέσιν με το ερευνώμενον θέμα.
Έξ άλλου κατά την κατά το τελευταίον επεισόδιον εκδηλωθείσαν τοιαύτην διαφοράν γνώμης μεταξύ του κ. προέδρου και συνηγόρου το δικαστήριον επέβαλε ποινήν προστίμου (ασυνήθη και βαρείαν) εις τούτον δια λεχθέντα υπό του συνηγόρου μετά διακοπήν της συνεδριάσεως και ενώ το δικαστήριον είχεν αποσυρθή των εδρών του. κατά παράβασιν των δικονομικών κανόνων.

Όπως επίσης δεν ημπορεί η πολιτική αγωγή να μην εκφράσει ζωηρόν διαμαρτυρίαν διότι ουδέποτε επεβλήθησαν κυρώσεις κατά των κατηγορουμένων όταν ούτοι κατ' επανάληψιν ύβρισαν και ηπείλησαν σκαιώς τους συνηγόρους της πολιτικής αγωγής. αντί να αρκείται ο πρόεδρος εις το να διακόπτει την συνεδρίασιν εις τας περιστάσεις αυτάς.

Η πολιτική αγωγή ζωηρώς επεδίωξε να επιτελέσει το έργον της εις μία δίκην εθνικού ενδιαφέροντος. Πιστεύει ότι δεν δύναται υπό τας συνθήκας που εξετέθησαν να το συνεχίσει. Και εύχεται και ελπίζει όπως το δικαστήριο και η κατηγορία και άνευ της συμβολής της περατώσουν το έργον της αποκαλύψεως της αληθείας εις την ιστορικού ενδιαφέροντος δίκην αυτήν σύμφωνα με τας αρχάς της Δικαιοσύνης και την επιταγήν της εθνικής συνειδήσεως.

Οί συνήγοροι

Γ. Οικονόμου. Γ. Κουράτος. Δ. Μιράσγεζης. Σ. Κανελλόπουλος. Ν. Τζαβέλλας. Κ. Καβάγιας. Ν. Νεαμονιτάκης. Μ. Γκινάλας, Π. Κανάρης, Μ. Τσαντίλας, Κ. Τσιριμώκος, Γ. Κολοβός, Γ. Πουλίδης, Γ. Ροβ'ιθης, I. Μπατσολάκης, Ν. Παπαπολίτης, Π. Έρμήλιος».


H «δίκη» των δημίων της Ειδικής συνεχίστηκε χωρίς την παρουσία πολιτικής αγωγής. Οι κατηγορούμενοι έχοντας την υποστήριξη του δικαστηρίου και των μαρτύρων «κατηγορίας» που οι περισσότεροι μεταβάλλονταν σε μάρτυρες υπεράσπισης, ένιωθαν τους εαυτούς τους απόλυτα εν «άσφαλεία».
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο μάρτυς «κατηγορίας» συνταγματάρχης Χατζηκώστας διευθυντής των φυλακών Χατζηκώστα επί κατοχής, που όπως λέγεται σκότωσε ο ίδιος δυο κρατούμενους, έπλεξε το εγκώμιο του Λάμπου, του Παρθενίου και του Μόρφη που τους παρουσίασε ιδεώδεις «πατριώτες», αληθινούς... αγγέλους.

Καλείται μετά η μάρτυς Βασιλική Μαντζακοπούλου, που καταθέτει πως στις 30 ’Ιουλίου του 1944 ο Παρθενίου με 7 συμμορίτες του πήγαν στο σπίτι της στα Πατήσια και παρουσιαζόμενοι σαν αντάρτες του Ζέρβα απήγαγαν τον άνδρα της Αντώνη Μαντζακόπουλο και τον εκτέλεσαν αμέσως με ριπή αυτομάτου σε μικρή απόσταση από το σπίτι.

Επίτρ. Θυμάστε ότι ήταν ο Παρθενίου;

Μάρτ. Ο ίδιος, νάτος! Είναι όπως ήταν και τότε. Τον ρώτησα γιατί παίρνει τον άντρα μου και απείλησε να με σκοτώσει και μένα.

Η μάρτυς ξεσπά σε λυγμούς και κατάρες κατά των δολοφόνων.

Ο φοιτητής Αθ. Λημναίος καταθέτει ότι στις 10 Δεκέμβρη του ’43 ενώ πήγαινε στο σπίτι του με το φίλο του Αρη ’Αριστείδη και έναν άλλον, ο Κουρεμπανάς μαζί με άλλους τους σταμάτησαν και τους διέταξαν: «Ψηλά τα χέρια!».
Ο Κουρεμπανάς πυροβόλησε αμέσως και τραυμάτισε στην κοιλιά τον Άρη που σε δυό μέρες πέθανε. Οι δυο άλλοι πιάστηκαν και οδηγήθηκαν στην οδό Ελπίδος. Εξι μήνες τους κράτησαν χωρίς ανάκριση.
Ο Λημναϊος ύστερα από αίτηση του πέρασε από το Στρατοδικείο, όπου αθωώθηκε. Αντί όμως ν’ απολυθεί τον ΄στειλαν στου Χατζηκώστα και ύστερα στο Χαϊδάρι και από κει στο Δομοκό για καταναγκαστικά έργα.

Δικαστής. Είπες στο Στρατοδικείο ότι ο Κουρεμπανάς σκότωσε το φίλο σου;

Μάρτ. Το είπα.

Ο Κουρεμπανάς σηκώνεται και λέει ότι ο μάρτυς ήταν αντάρτης.

Μάρτ. Ήμουν ρε παλιοτόμαρο!

Ο Κουλουμβάκης σηκώνεται βρίζει τους ελασίτες και προκαλεί επεισόδιο.

Πρόεδρ. Δεν σας έδωσα τό λόγο.

Κουλουμβ. Ναι, άλλα τον παίρνω μόνος μου και έχω τη διάθεση να δώσω στο μάρτυρα μια κλωτσιά!!

Οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής κατάθεσαν στον πρόεδρο του δικαστηρίου την ακόλουθη δήλωση:

«Προς το Ειδικόν Δικαστήριον Δοσιλόγων Δήλωσις

Οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής, με την συνείδησιν ότι εφάνησαν άξιοι και της εμπιστοσύνης των πελατών των και της αποστολής των ως δικηγόρων και 'Ελλήνων πολιτών μετά τας δηλώσεις του υπουργού της Δικαιοσύνης και την παρέμβασιν του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, απεφάσισαν να επανέλθουν εις την δίκην. Τούτο πράττουν λόγω της τεράστιας εθνικής σημασίας της εκδικαζομένης υποθέσεως χάριν της πατρίδος και της Δικαιοσύνης. Ελπίζουν δε ότι η πράξις των αυτή σύμφωνος προς παραδόσεις του δικηγορικού σώματος θα εκτιμηθεί δεόντως από όλους τους παράγοντας της δίκης, ώστε αύτη να διεξαχθεί μετά της επιβαλλομένης κατανοήσεως».

Εξετάζονται σε συνέχεια οι μάρτυρες υπεράσπισης. Πρώτος εξετάζεται ο Γ. Χρυσοβιτσάνος νωματάρχης και Αντωνακέας νομάρχης επί κατοχής, μάρτυρες υπεράσπισης του Κουρεμπανού. Λένε ότι και οι δυο ήταν πράκτορες της μυστικής υπηρεσίας και χρησιμοποίησαν μια φορά τον Κουρεμπανά για μεταφορά πυρομαχικών.
Πέφτουν όμως σ’ αντίφαση και αυτοαποκαλύπτονται. Γιατί ενώ ο Χρυσοβιτσάνος είπε ότι τα πυρομαχικά τα μετέφερε ο Κουρεμπανάς, ο Αντωνακέας λέει ότι τα πυρομαχικά τα μετέφερε ο γιος του και όχι ο Κουρεμπανάς... Η μυστική υπηρεσία όπου ανήκε ο Αντωνακέας ήταν - όπως αποκάλυψε ο ίδιος - τα ...δυο Ε.

Ο αντιστράτηγος Παπαϊωάννου μάρτυς υπεράσπισης του Φλώρου, λέει ότι ήταν πρόεδρος του ΕΔΕΣ Βόλου και χρησιμοποιούσε το Φλώρο στο να του υποδεικνύει ποιοι ήταν κομμουνιστές για να μην τους στέλνει στο Ζέρβα. Ο ίδιος καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος Παπασακελλαρίου αυτοαποκαλύπτεται, λέγοντας ότι το Δεκέμβρη πολέμησε κατά του ΕΛΑΣ από το ξενοδοχείο «Ερμής», όπου είναι γνωστό ότι είχαν κλεισθεί oι εασαδίτες.

Ο μάρτυς Πελοπίδας Μακρής υπερασπίζει το Φλώρο. Λέει ότι ήταν στο Επιτελείο του Ζέρβα και το ’44 κατέβηκε στην Αθήνα και κατατάχθηκε στην Ειδική, Ελπίδος 5, όπου γνώρισε το Φλώρο, με τον οποίο κοιμόταν μαζί.

Πρ. Σε ποια ομάδα ανήκε ο Φλώρος;

Μάρτ. Στου Μιχαλέα...

Ο διαβόητος δήμιος Σκαμπαρδώνης επίλεκτο μέλος της X, που ήταν μαζί με το Μιχαλέα επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος που τουφέκισε τους 17 στη Σχολή Χωροφυλακής, βρίσκεται στην Αθήνα. Ηρθε από τη Σκόπελο, όπου υπηρετούσε σαν διοικητής της χωροφυλακής με το βαθμό του ανθυπομοιράρχου, που πήρε επί κατοχής για την «πατριωτική» του δράση.
Δεν παρουσιάσθηκε στη δίκη, όπου δικάζεται... ερήμην ούτε όμως και το Αρχηγείο Χωροφυλακής μπορεί να τον... βρει!

Σταν πρόεδρο του δικαστηρίου κατατέθηκε έγγραφη κατάθεση της κυρίας Δημητράτου, γυναίκας του παλιού αγωνιστή Παναγή Δημητράτου που εκτελέσθηκε με τους 17 στη Σχολή Χωροφυλακής. Εκθέτει πως όργανα του Λάμπου συνέλαβαν τον άνδρα της, επειδή βρήκαν ένα βιβλίο του γραμμένο στη ...δημοτική γλώσσα, πως καταδικάσθηκε σε εκτόπιση 35 μηνών, που την έκανε στου Χατζηκώστα, και πως μετά την έκτιση τής ποινής του αντί ν’ απολυθεί, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα με υπόδειξη του Λάμπου.

Ο μάρτυρας Ν. Γρυπάρης μηχανικός κατάθεσε ότι στο μπλόκο της Καλογρέζας η εκτέλεση έγινε χωρίς καμιά διαδικασία!

Ο μάρτυρας Ε. Φραγκάκης κατάθεσε ότι πιάστηκε από την ομάδα Παρθενίου στη γέφυρα του «Μετς». «Με πήγαν στην οδό Ελπίδος. Με ρώτησαν τι ξέρω και ποιούς γνώριζα. Τους είπα πώς δεν ξέρω τίποτα. Τότε με πήγαν σ' ένα δωμάτιο που βασάνιζαν έναν, ανοίγοντας τη σάρκα του με μαχαίρι, και βάζοντας αλάτι στις ανοιχτές του πληγές.
- Βλέπεις; μου είπαν. Τα ίδια θα σου κάνουμε αν δεν μιλήσεις.

»Εγώ όμως δεν μίλησα. Τότε, ο ανακριτής φώναξε τον Καστανή και του ανάθεσε να με «ανακρίνει». Ο Καστάνης αφού με έγδυσε με ξάπλωσε στο πάτωμα και με μια σιδερένια βέργα άρχισε να με χτυπάει στις πατούσες.
Ύστερα με έβαλε να τρέχω. Με ξανάδειρε σε σημείο που να κάνω αιμόπτυση. Κοιτάτε κ. πρόεδρε, τα σημάδια που άφησαν οι μαχαιριές του Καστάνη (ο μάρτυρας σηκώνει το παντελόνι του και δείχνει τις βαθιές ουλές που άφησαν οι μαχαιριές του Καστάνη στο πίσω μέρος των μηρών του). Από τα βασανιστήρια λιποθύμησα. Μου έριξαν ένα κουβά νερό για να συνέλθω και να με ξαναβασανίσουν. Συνήλθα. Την επομένη το πρωί με πήγαν στο παράρτημα Ασφαλείας. Ευτυχώς που με γλίτωσε ένας γνωστός μου ταγματάρχης.»

Ο μάρτυρας υπεράσπισης Γ. Σιγανός, εξύμνησε τη δράση του Λάμπου!! Υπέρ του Λάμπου κατάθεσε και ο φίλος του Τσιρονίκου και του Ταβουλάρη Κίμων Ζωγράφος, φαρμακέμπορος.

Ο μάρτυρας υπεράσπισης του Λάμπου Κυρ. Ιατρού είπε: «Υπηρετούσα υπό τας διαταγάς του Βρεττάκου. Μετά το θάνατο του "αρχηγού" ήλθα στην ’Αθήνα και γνώρισα το Λάμπου. Υστερα πήγα στους Γερμανούς και συνδέθηκα με το ναυαρχείο. Οι Γερμανοί μου εξόπλισαν ένα καΐκι και αργότερα άλλα δύο. Οι Γερμανοί μου είχαν εμπιστοσύνη γιατί ήμουνα άνθρωπος του Βρεττάκου. Ο Λάμπου μια μέρα μου είπε: «Αυτές τις μέρες θα φύγει ο Παπανδρέου για την Αίγυπτο. Να έχεις το νου σου να τον βοηθήσεις». Με το Λάμπου κάναμε κοινό αγώνα...

Η τραγωδία της Ηλέκτρας

Οι κατηγορούμενοι βρίσκονται στην αίθουσα μισή ώρα πριν. Η φρούρησή τους είναι καθαρώς τυπική. Ουσιαστικά είναι ελεύθεροι. Κυκλοφορούν στην αίθουσα χαριεντίζονται με τη φρουρά που είναι απόλυτα δική τους, πίνουν ούζα, καφέδες, καπνίζουν, γελούν!...

Καλείται πρώτος ο μάρτυς κατηγορίας Λευτέρης Αποστόλου, αδελφός της μαρτυρικής ηρωίδας Ηλέκτρας και επίτροπος της ανήλικης κόρης της. Καταθέτει ότι ο ίδιος συνελήφθη από την Ειδική Ασφάλεια το 1941, αφού πριν είχε συλληφθεί και ο γαμπρός του.

Στις 25 Ιούλη του ’44 συνελήφθη η αδελφή του Ηλέκτρα στην οδό Αριστοτέλους από την ομάδα Παρθενίου και οδηγήθηκε στο «Κρυστάλ», όπου εκτελέστηκε ύστερα από φρικτά βασανιστήρια. Την έγδυσαν, την έδεσαν από τις μασχάλες και την κρέμασαν σ’ ένα καρφί. Με τσιγάρο αναμμένο την έκαψαν στα ευπαθή σημεία του σώματος. Την περιέλουσαν με οινόπνευμα και της έβαλαν φωτιά. Μισοπεθαμένη την έβαλαν πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Την εκβίαζαν να μαρτυρήσει τι ξέρει για το κίνημα της Αντίστασης, αλλά η μόνη απάντηση που έδινε η Ηλέκτρα ήταν: «Είμαι Ελληνίδα και μόνο Ελληνίδα!». «Η αδελφή μου, δεν έκανε τίποτα άλλο απ’ ό,τι έκαναν όλοι οι αληθινοί Ελληνες, ανεξάρτητα από φρονήματα. Πάλευε για την Ελευθερία της πατρίδας», προσθέτει ο μάρτυρας.

Πρ. Προσωπικά οι κατηγορούμενοι βασάνισαν την αδελφή σας;

Μάρτ. Εκείνο που ξέρω είναι ότι όλοι οι κατηγορούμενοι ευθύνονται για τα όργια που έγιναν. Η Ειδική Ασφάλεια παρέδωσε 266 κρατουμένους της Ακροναυπλίας στους Γερμανούς κι απ’ αυτούς εκτελέσθηκαν οι περισσότεροι. 
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι κατακτητές δεν θα διέπρατταν ούτε το 1/10 των εγκλημάτων τους, αν δεν είχαν τυφλό και συνειδητό όργανό τους την Ειδική. Κι αν οι Γερμανοί ηγέτες δικάζονται σήμερα σαν Εγκληματίες πολέμου, περισσότερο πρέπει να δικασθούν οι Ελληνες συνεργάτες τους.

Οικονόμου (πολ. άγ.). Οι κατηγορούμενοι εφάρμοσαν πιστά το σύνθημα του Χίτλερ να διασπάσουν το λαό μας;

Μάρτ. Με το πρόσχημα ότι καταδιώκουν τους κομμουνιστές, εκτελούσαν κάθε τίμιο πατριώτη. Θυμάμαι τη δολοφονία του δικηγόρου Γιαννακόπουλου γιατί έγραψε ένα πατριωτικό άρθρο.

Μιράσγεζης (πολ. άγ.). Γιά τή δολοφονία της άδελφής σας ευθύνονται οι προϊστάμενοι της Ειδικής;

Μάρτ. Ασφαλώς γιατί έργο τους ήταν η καταδίωξη κάθε πατριώτη. Συνελάμβαναν αγωνιστές ανεξαρτήτως φρονημάτων, διέσπασαν το έθνος και με τις υπηρεσίες που πρόσφεραν στους Γερμανούς αδυνάτισαν τον αγώνα της Αντίστασης.

Ερμήλιος (πολ.αγ.) Έκαναν οι κατηγορούμενοι μπλόκα;

Μάρτ. Πενήντα χιλιάδες Έλληνες στάλθηκαν στη Γερμανία ως όμηροι.

Μπουρίκος (υπεράσπ.). Τί ήταν ο Γιαννακόπουλος;

Μάρτ. Ηταν στον ΕΔΕΕ και αναφέρθηκε μάλιστα σαν παράδειγμα στην πρώτη δίκη των πολιτικών δοσιλόγων.

Μπουρ. Μήπως σκοτώνονταν μή Εαμίτες κατά την κατοχή;

Μάρτ. Υπήρξαν εκτελέσεις προδοτών και αυτό το θεωρώ καθήκον του αγωνιζόμενου έθνους.

Χατζηκώστας (υπερ.) Μήπως η Κυβέρνηση του Κάιρου καταπολέμησε το ΕΑΜ;

Μάρτ. Υπήρξαν ορισμένες διαφορές που διευθετήθηκαν και έγινε η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ειδική έπρεπε να εκτελεί και να παραδίδει στους Γερμανούς Ελληνες και ύστερα μάλιστα από την Εθνική Ενότητα.

Ο Κουλουμβάκης σηκώνεται θρασύτατης και λέει στο δικαστήριο ότι δεν πρέπει να επιτρέπει να αναφέρονται τα ονόματα ΕΑΜ και ΕΛΑΣ. Αρχίζει να βρίζει το μάρτυρα και τους συνηγόρους της πολιτικής αγωγής.

Ο πρόεδρος δεν επιτρέπει στο μάρτυρα ν’ απαντήσει.

 ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Το έθνος ως κόμμα, το κόμμα ως έθνος

Ελληνοαυστραλοί μακεδονομάχοι στο συλλαλητήριο της Αθήνας (4/2/2018). Η κληρονομιά του Μακεδονικού Αγώνα έχει σημαδέψει την ιστορία τούτου του τόπου, αν και πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι συνήθως νομίζεται  

 - "Εφημερίδα των Συντακτών"
«Κατά το πλείστον καλλιεργώμεν κόμμα Ελληνικόν και όχι εθνικήν Ελληνικήν ιδέα.
Η ιδέα θα σχηματισθή αφού συμπηχθή το κόμμα»
Κέντρο Μακεδονικού Αγώνα Θεσσαλονίκης (29/8/1905)
Γιατί το Μακεδονικό προσφέρεται τόσο ως εφαλτήριο για πολιτική κινητοποίηση της εγχώριας εθνικοφροσύνης, πολύ περισσότερο από τα υπόλοιπα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής που είθισται ν’ αποκαλούμε «εθνικά»;
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στο προφανές, στην ευκολία δηλαδή και το ακίνδυνο της επίδειξης εθνικής μαγκιάς απέναντι σ’ έναν καταφανώς πιο αδύναμο γείτονα· επίδειξης που στις μέρες μας λειτουργεί ως μηχανισμός εκτόνωσης σοβαρότερων και βαθιά τραυματικών συλλογικών ταπεινώσεων.
Οι ρίζες των περιοδικών εθνικιστικών εξάρσεων γύρω από το Μακεδονικό βρίσκονται στην ίδια την Ιστορία. Οχι φυσικά την αρχαία, που συμβολική μόνο σημασία έχει σχετικά με το όλο αντικείμενο, αλλά του τελευταίου ενάμιση αιώνα.
Σε αντίθεση με άλλα «εθνικά θέματα» διπλωματικού καθαρά χαρακτήρα, το Μακεδονικό υπήρξε εξαρχής ένα ζήτημα εσωτερικής κυρίως πολιτικής, από την εποχή ακόμη που η Μακεδονία αποτελούσε τμήμα του οθωμανικού κράτους. Ζήτημα δηλαδή μαζών και πολιτικής κινητοποίησής τους, με επίδικο αντικείμενο είτε την κατάκτηση είτε τη διατήρηση της πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας − τόσο της κεντρικής όσο και ποικίλων μικροεξουσιών στο επίπεδο του χωριού ή ακόμη και της συνοικίας.
Στο σημερινό μας αφιέρωμα θα δούμε από κοντά αυτή τη λειτουργία, τους μηχανισμούς της και τις στρατηγικές που επενδύθηκαν σ’ αυτήν, τόσο πριν όσο και μετά την κατάτμηση της Μακεδονίας το 1912-1913.
Μολονότι η χώρα μας δεν έχει φυσικά το μονοπώλιο του εθνικισμού στην περιοχή, για λόγους χώρου και επικαιρότητας θα περιοριστούμε εδώ κυρίως στη σχετική ελληνική εμπειρία.

Η οθωμανική κληρονομιά

Οπως είπαμε ήδη, το Μακεδονικό είχε τα χαρακτηριστικά εσωτερικής πολιτικής σύγκρουσης από την εποχή ακόμη που αντικείμενό του αποτελούσε το μέλλον της περιοχής, ως τμήματος ακόμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Στην ευρύτερη αυτή περιοχή, στο γύρισμα του εικοστού αιώνα ζουν κάπου 2.500.000 άνθρωποι: σχεδόν 1.500.000 χριστιανοί, πάνω από 900.000 μουσουλμάνοι και 80.000 Εβραίοι, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους –οι τελευταίοι– στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Η μεγάλη πλειονότητα πάλι των χριστιανών είναι σλαβόφωνη (πάνω από 900.000).
Οι ελληνόφωνοι δεν ξεπερνούν τις 360.000 και κατοικούν ως επί το πλείστον στις νοτιότερες περιοχές, ενώ υπάρχουν επίσης 80.000-100.000 βλαχόφωνοι, λιγότεροι από 10.000 αλβανόφωνοι, 5.000 τουρκόφωνοι και μερικές δεκάδες χιλιάδες Τσιγγάνοι.
Το Μακεδονικό σε αυτή τη φάση δεν αφορά τον ελληνόφωνο πληθυσμό, που δεν διεκδικείται από κανέναν άλλο εθνικισμό πλην του ελληνικού· διακύβευμά του, μέχρι το 1912, αποτελεί κυρίως ο προσεταιρισμός των σλαβόφωνων Μακεδόνων, που αποτελούν και την πλειονότητα του χριστιανικού πληθυσμού της ενδοχώρας, από τα κράτη και τους εθνικισμούς που διεκδικούν την περιοχή στο σύνολό της ή εν μέρει (δηλαδή την Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τη Σερβία).
Δευτερευόντως, αφορά επίσης τους Βλάχους, που διεκδικούνται από Ελλάδα και Ρουμανία ως μειοψηφική μεν, αλλά κοινωνικά ισχυρή και γεωστρατηγικά κρίσιμη πληθυσμιακή ομάδα· η αντίστοιχη αντιπαλότητα ελληνικού και αλβανικού εθνικισμού στους κόλπους των αλβανόφωνων κοινοτήτων εμφανίστηκε απεναντίας πολύ αργά, στο β΄ μόλις μισό της δεκαετίας του 1900.
Τουρκόφωνοι χριστιανοί και Τσιγγάνοι θεωρούνταν, τέλος, υπερβολικά περιθωριακοί, αριθμητικά ή κοινωνικά, για ν’ αναγορευθούν σε αντικείμενο παρόμοιας αναμέτρησης.
Στην πράξη, η παραπάνω διεκδίκηση και η ανταπόκριση των ντόπιων πληθυσμών σε αυτήν πήραν τη μορφή πολιτικών παρατάξεων, που στο καθημερινό λεξιλόγιο της εποχής αποκαλούνταν συνήθως «κόμματα»: «ελληνικό», «βουλγαρικό», «σερβικό», «ρουμανικό», «αλβανικό» και, από ένα σημείο και μετά, «μακεδονικό».
Η ορολογία αυτή χρησιμοποιείται όχι μόνο από Βαλκάνιους και Ευρωπαίους παρατηρητές αλλά και από τα ίδια τα δρώντα υποκείμενα και τα καθοδηγητικά επιτελεία τους, τόσο στον υπηρεσιακό όσο και στον δημόσιο λόγο.
Ο Γερμανός Καραβαγγέλης μάς πληροφορεί, έτσι, στα απομνημονεύματά του ότι λειτούργησε «με το ελληνικό κόμμα» στο Νεστόριο και στα χωριά των Κορεστίων· έκθεση του Βούλγαρου Εξάρχου Ιωσήφ ασχολείται με «το βουλγαρικό κόμμα» στο Εμπόριο των Καϊλαρίων, ενώ ο Βοδενών Αγαθάγγελος ενημερώνει εν έτει 1870 το Πατριαρχείο ότι «τέσσαρες των βουλγαριστών εξυλοκόπησαν οι του άλλου κόμματος».
«Την σήμερον, “ορθοδοξία” και “σχίσμα” είναι δυο πολιτικά κόμματα» υπενθυμίζει το 1906 στην Αθήνα ο Ελληνας πρόξενος Σερρών, ο δε προκάτοχός του σκιαγραφούσε το 1904 κάποιον δολοφονημένο προεστό με τα παρακάτω λόγια: «πολίτης ήσυχος και αβλαβής, εις ουδένα κόμμα ανήκων ορισμένως, δηλούμενος οτέ μεν ως σχισματικός, οτέ δε ως ορθόδοξος, κατά τας περιστάσεις και τας ανάγκας του».
Παρόμοιες διατυπώσεις διανθίζουν την υπηρεσιακή χαρτογράφηση της «πολιτικής καταστάσεως» των Καστανοχωρίων που φυλάσσεται στο αρχείο του μακεδονομάχου Τσόντου Βάρδα (φ. 4, έγγρ. 19): σε κάποια χωριά «υπάρχη κόμα Βουλγαρικόν αλλά δεν τολμά επησήμος να παρουσιασθή», αλλού «είρχησεν να παρουσιάζητε κόμα ελληνικόν», ενώ σε μια τρίτη περίπτωση ο παραλήπτης προειδοποιείται πως, «εάν αποκοπούν χρήματα εμμίσθων, θα παρ[ουσιασθή] Κόμ[μα] Βουλγαρ[ικόν]».
Σερβικές διπλωματικές εκθέσεις κάνουν, πάλι, λόγο για «βουλγαρικό», «ελληνικό», «καθολικό» και «σερβικό» ή «ημέτερο» κόμμα στη Βόρεια Μακεδονία, χρησιμοποιώντας τόσο τη λατινότροπη εκφορά του όρου (партиjа) όσο και την καθαρά σερβική (странка).
Η γενικευμένη χρήση αυτής της ορολογίας απ’ όλες τις πλευρές παράγει επίσης γλωσσικά υβρίδια: σλαβόφωνοι πατριαρχικοί στο Ζίρνοβο (σημ. Κάτω Νευροκόπι) μιλούν το 1892 για «μπουγκάρσκο κόμμα» και «γκ’ρσκο κόμμα», ο δε Ελληνας πρόξενος Σερρών σημειώνει το 1905 το αίτημα κάποιων χωρικών ν’ απογραφούν «εις την βουλγαρικήν παρτίδα» (παράφραση του «бугарска партия»).
Η ταξιδιωτική οδηγία των μακεδονομάχων προς τους Μακεδόνες, για υποχρεωτικό εφοδιασμό τους με «πιστοποιητικά εθνικών φρονημάτων» (10/3/1905)Η ταξιδιωτική οδηγία των μακεδονομάχων προς τους Μακεδόνες, για υποχρεωτικό εφοδιασμό τους με «πιστοποιητικά εθνικών φρονημάτων» (10/3/1905) | ΓΑΚ/ΑΡΧΕΙΟ Γ. ΤΣΟΝΤΟΥ - ΒΑΡΔΑ
Η χρήση του οθωμανικού όρου taraf φαίνεται πως ήταν επίσης αρκετά διαδεδομένη στον καθημερινό λόγο των αντιπάλων: ο Βάρδας απειλεί έτσι το 1907 κάποιο χωρικό από το Μπούφι (σημ. Ακρίτας Φλώρινας) «ότι θα πάθη αυτός και οι άλλοι, έχοντες κτήματα εκεί, αν δεν ενεργήσωσι ταχέως να φανή κόμμα (Ταράφι) Ελληνικόν εις το χωρίον των».
Τη σαφέστερη περιγραφή του φαινομένου συναντάμε στις γραπτές οδηγίες του Κέντρου Θεσσαλονίκης προς τον μακεδονομάχο λοχαγό Μπουκουβάλα (29/8/1905):
«Δεν γνωρίζω εις ποίας σχέσεις ευρίσκεσαι μετά των χωρικών του διαμερίσματός σου, είναι ανάγκη όμως να τας καλλιεργήσεις. Να μη λησμονώμεν ότι κατά το πλείστον καλλιεργώμεν κόμμα Ελληνικόν και όχι εθνικήν Ελληνικήν ιδέα, η ιδέα θα σχηματισθή αφού συμπηχθή το κόμμα. Επομένως πρέπει να φερώμεθα προς αυτούς, ως προς εκλογείς εν παραμοναίς εκλογών» (Π. Μαυρίκος, «Ο τελευταίος πολεμιστής», Αθήνα 1993, σ. 115).

Ο σταυρός, η ιδεολογία, οι λίρες

Οπως κάθε κόμμα, έτσι και οι εθνικές παρατάξεις της οθωμανικής Μακεδονίας ενσωματώνουν ποικίλου βαθμού διαθεσιμότητες. Ο σκληρός πυρήνας των αφοσιωμένων υποστηρικτών τους (και δυνάμει εθνομαρτύρων) πλαισιώνεται από ομόκεντρους κύκλους χαλαρότερης ένταξης, η εξωτερική δε περίμετρός τους απαρτίζεται από κυμαινόμενους οπαδούς (ή, κατά την αφοριστική διατύπωση Ελληνα διπλωμάτη της εποχής, «φαύλους εκπλειστηριαστάς της συνειδήσεώς των»).
Οπως σε κάθε κομματική διαμάχη, έτσι κι εδώ έχουμε συχνές μεταπηδήσεις από τη μια παράταξη στην άλλη, ως αποτέλεσμα της αλλαγής πεποιθήσεων, ορθολογικής επιλογής ή απλής συναλλαγής.
Η θεοκρατική οργάνωση του οθωμανικού κράτους προσδίδει σ’ αυτά τα κόμματα θρησκευτική τυπικά υπόσταση.
Για την εγχώρια έννομη τάξη δεν συνιστούν παρά εθνικές εκκλησιαστικές οντότητες (millet) μ’ επικεφαλής ιερωμένους «εθνάρχες» (milletbaşı)τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης και τον προκαθήμενο της Βουλγαρικής Εξαρχίας σε κεντρικό επίπεδο, τους επιχώριους μητροπολίτες ή τους προέδρους των εξαρχικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων σε τοπικό.
Στην πράξη, ωστόσο, βασικό μηχανισμό τόσο ιδεολογικής όσο και φυσικής αναπαραγωγής τους συνιστούν τα αντίστοιχα εθνικά σχολικά δίκτυα −και, φυσικά, το χρήμα που δαπανάται από τα εθνικά κέντρα για τη συντήρηση των σχολείων, τη μισθοδοσία μητροπολιτών και πρακτόρων αλλά και για τον προσεταιρισμό των τοπικών εκείνων στελεχών που είναι σε θέση να επηρεάζουν (ή να επιβάλλουν) τον εθνικό προσανατολισμό των κοινοτήτων τους.
Οι μορφές πολιτικής κινητοποίησης αυτών των εθνικών κομμάτων κυμαίνονται από την απλή διακήρυξη της οικείας ταυτότητας (απογραφές, τοπικά «δημοψηφίσματα», προσυπογραφή εκκλήσεων κ.ο.κ.) μέχρι πραγματικές μάχες σώμα με σώμα, ακόμη και με ανθρώπινα θύματα, για την κατοχή εκκλησιών, σχολείων, μοναστηριών ή νεκροταφείων. Χώρων με ισχυρή συμβολή και υλική σημασία, δηλαδή, ο έλεγχος των οποίων προεξοφλεί τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ των αντίπαλων παρατάξεων σε τοπικό επίπεδο.
Οπως κάθε κόμμα, έτσι κι αυτές οι παρατάξεις επιστρατεύουν επίσης τη δική της καθεμιά ιδεολογία, ένα μίγμα από αναλύσεις και επαγγελίες βάσει του οποίου συγκροτείται πολιτικά η μαζική τους βάσηαναλύσεις που «ερμηνεύουν» την ταυτότητα του επίμαχου πληθυσμού (ιστορία, θρησκεία, γλώσσα) και επαγγελίες για το παρόν και το μέλλον του, κοντινό ή απώτερο.
◼ Το ελληνικό κόμμα είναι σαφώς συντηρητικότερο, απόρροια της κοινωνικής σύνθεσης αλλά και της γενεαλογικής του σχέσης με τα ηγετικά στρώματα του Πατριαρχείου, που διαχειρίζονταν παραδοσιακά τις τύχες των ορθοδόξων της Αυτοκρατορίας.
Τόσο στις οθωμανικές επαρχίες όσο και στο ίδιο το ελληνικό κράτος, το Μακεδονικό θα λειτουργήσει έτσι ως λυδία λίθος του ελληνικού συντηρητισμού σε κάθε επίπεδο: από το γλωσσικό ζήτημα (η απόρριψη της δημοτικής «νομιμοποιείται» δημόσια με την ανάγκη διαχωρισμού επίσημης γλώσσας και προφορικών ιδιωμάτων, για να μη χαθεί η Μακεδονία) ή το αγροτικό πρόβλημα (το αίτημα να δοθεί η γη στους καλλιεργητές καταγγέλλεται ως αναφανδόν «προδοτικό», επίσης λόγω Μακεδονίας, όπου οι περισσότεροι κολίγοι είναι σλαβόφωνοι), μέχρι τα πρώτα βήματα της εγχώριας αντισοσιαλιστικής προπαγάνδας (που ήδη από το 1878 εξισώνει ρητά τις δυο απειλές, σλαβική και πληβειακή).
 Το βουλγαρικό κόμμα διαπερνάται απεναντίας από οξύτερες αντιθέσεις, καθώς ξεκίνησε ως κίνημα αντιπολίτευσης στο Φανάρι και τους μητροπολίτες του, συμπυκνώνοντας καθ’ οδόν ποικίλες (και συχνά αντιφατικές) εκδοχές κοινωνικής δυσφορίας.
Μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870), η θεσμική οικοδόμηση του millet-i Bulgar θα πραγματωθεί ωστόσο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Πατριαρχείου, με αποτέλεσμα έντονες εσωτερικές τριβές και φυγόκεντρες τάσεις − απόρροια των οποίων θα είναι στην πορεία και ο πρώιμος μακεδονισμός, η ανάδειξη δηλαδή των σλαβόφωνων Μακεδόνων σε εθνότητα διακριτή από Ελληνες, Σέρβους και Βουλγάρους.
 Πολύ πιο αδύναμο θεσμικά, καθώς δεν διαθέτει αυτόνομη δική του εκκλησιαστική δομή, αλλά υπάγεται στο «Οικουμενικό» Πατριαρχείο, το σερβικό κόμμα προσπαθεί, τέλος, να εκμεταλλευθεί αυτές τις εσωτερικές αντιφάσεις. Εξ ου και η ιδεολογία που προβάλλει είναι πολύ λιγότερο συνεκτική από αυτήν των αντιπάλων του: αλλού κηρύσσεται αμιγής σερβικός εθνικισμός, αλλού κάποιες εκδοχές μακεδονισμού και αλλού ένας «ορθόδοξος» απλά σλαβισμός, σε αντιδιαστολή προς τη «σχισματική» Εξαρχία.

Από την επανάσταση στον εμφύλιο

Αμύνταιο, καλοκαίρι του 1947. Κατασκευή πολυβολείων της χωροφυλακής για την αντιμετώπιση του εσωτερικού εχθρούΑμύνταιο, καλοκαίρι του 1947. Κατασκευή πολυβολείων της χωροφυλακής για την αντιμετώπιση του εσωτερικού εχθρού | 
Στα τέλη του 19ου αι., το σύστημα των εθνικών κομμάτων μπαίνει σε βαθιά κρίση, ωθώντας τις δυναμικότερες συνιστώσες του στην αναζήτηση επαναστατικής διεξόδου. Κρίση που οφειλόταν στη σωρευτική συνδρομή τριών συμπληρωματικών παραγόντων:
 Το μπλοκάρισμα των σχολικών δικτύων, με τον υπερπληθωρισμό αποφοίτων των δευτεροβάθμιων ιδίως ιδρυμάτων, οι οποίοι δεν είχαν καμιά διάθεση να επιστρέψουν στα χωράφια αλλά ήταν πρακτικά αδύνατο ν’ αποκατασταθούν επαγγελματικά ως εκπαιδευτικοί, όπως οι ίδιοι και ο κοινωνικός περίγυρός τους προσδοκούσαν.
 Τη ζωντανή αντίφαση ανάμεσα στο απελευθερωτικό περιεχόμενο των εκατέρωθεν αλυτρωτικών επαγγελιών, με το οποίο αυτή η γενιά είχε βαθιά εμποτιστεί, και την οδυνηρή πραγματικότητα της εξάρτησής της από τους άκρως αυταρχικούς «εθναρχικούς» μηχανισμούς των εκκλησιαστικών ιεραρχιών.
 Τη συνειδητοποίηση πως η κλιμάκωση του ανταγωνισμού των αντίζηλων εθνικών κομμάτων, με θεσμικό επιδιαιτητή τις οθωμανικές αρχές, ακύρωνε στην πραγματικότητα κάθε προοπτική απαλλαγής από τον τουρκικό ζυγό.
Η απόπειρα επαναστατικής υπέρβασης αυτού του αδιεξόδου θα καταλήξει, στο γύρισμα του αιώνα, στην Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) των κομιτατζήδων. Ένα κίνημα στελεχωμένο από σλαβόφωνους κυρίως «δασκαλάκους» (даскалчета), που συχνά είχαν περάσει από περισσότερα του ενός εθνικά εκπαιδευτικά δίκτυα, ριζοσπαστικοποιήθηκαν ιδεολογικά από την επαφή τους με σοσιαλιστικά, αναρχικά και «λαϊκιστικά» ρεύματα της Ευρώπης και της Ρωσίας, και στρατολόγησαν μαζικά αγρότες της ενδοχώρας επαγγελλόμενοι τη διανομή των τσιφλικιών.
Παρά τις επαφές της ηγεσίας της ΕΜΕΟ με τη Βιέννη και το Βελιγράδι και τη διατήρηση ιδιαίτερων διαύλων με το βαθύ βουλγαρικό κράτος, το εθνικό περιεχόμενο αυτής της κινητοποίησης συμπυκνώθηκε τελικά σε μια εκδοχή πολιτικού μακεδονισμού (με σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες» και όραμα τη μετατροπή της περιοχής σε «Ελβετία των Βαλκανίων») που αντανακλούσε σε μεγάλο βαθμό αυτή την προϊούσα απογοήτευση από τα αντιμαχόμενα εθνικά κέντρα.
Αντιλαμβανόμενα το έδαφος να φεύγει κάτω απ’ τα πόδια τους, τα ηγετικά επιτελεία των τελευταίων θ’ αντιδράσουν ποικιλότροπα σ’ αυτή την εθνική και κοινωνική απειλή. Βουλγαρία και Σερβία προτίμησαν τη διείσδυση στις τάξεις της ΕΜΕΟ, με σκοπό τον προσεταιρισμό του στελεχικού δυναμικού της.
Η Ελλάδα συμμάχησε απεναντίας απροκάλυπτα με τους μηχανισμούς καταστολής του οθωμανικού κράτους, επιλογή που όχι μόνο την αποξένωσε από το δυναμικότερο και πιο φιλελεύθερο τμήμα των μέχρι τότε οπαδών της, αλλά είχε και μακροπρόθεσμες συνέπειες για τα χαρακτηριστικά του «ελληνικού κόμματος» (και εθνικισμού) στην περιοχή.
Η ανασυγκρότηση των εθνικών κομμάτων, μετά την αποτυχία της Εξέγερσης του Ιλιντεν το καλοκαίρι του 1903, θα περάσει αρχικά από τους διαύλους της ανθρωπιστικής βοήθειας (μέσω των οικείων μητροπόλεων) και της υπόθαλψης των φυγάδων στα εθνικά μετόπισθεν, για να εξελιχθεί κατόπιν σ’ «έναν απαίσιο εμφύλιο πόλεμο, διεξαγόμενο με τα πλέον βάρβαρα μέσα»· η διατύπωση ανήκει στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου.
Ως όργανο αυτού του εμφυλίου στρατολογούνται απ’ όλες τις πλευρές πρώην κομιτατζήδες, ενισχυμένοι -στην ελληνική ιδίως περίπτωση- από εισαγόμενες ανταρτοομάδες («συμμορίες αγαθουργών κακούργων» τις αποκαλεί προκαταβολικά ο Ιων Δραγούμης).
Η τρομοκρατία καθίσταται έτσι το ύστατο –και συχνά μοναδικό– επιχείρημα εγχάραξης της επιθυμητής εθνικής συνείδησης.
«Ο ισχυρότερος παράγων ο ρυθμίζων σήμερον τον βίον, τας σχέσεις, τας σκέψεις και την εν γένει συμπεριφοράν του Μακεδόνος χωρικού είναι ο φόβος» διαπιστώνει έτσι στον υπηρεσιακό απολογισμό του για το 1906 ο πρόξενος Μοναστηρίου Νικόλαος Ξυδάκης, για να καταλήξει στα κατάλληλα συμπεράσματα: αν «διά τον χωρικόν όστις εκ τρόμου μόνο προσποιείται τον βουλγαρίζοντα» αρκεί η διασφάλιση σταθερής προστασίας του από τις εχθρικές ανταρτοομάδες, εξηγεί, «διά τον χωρικόν τον εν συνειδήσει βουλγαρίζοντα, ο μόνος τρόπος διά να μεταβάλη φρόνημα είναι να φοβηθή μεν κατ’ αρχάς διπλασίως την ελληνικήν επίδρασιν [sic], ακολούθως δε να συναισθανθή την αναμφισβήτητον ταύτης υπεροχήν και ούτως εν συνειδήσει πλέον προσδώση εαυτώ τον χαρακτήρα του Ελληνος» (ΙΑΥΕ 1906/81, αρ. 944).
Για την τεχνική πλευρά αυτής της μεθοδολογίας, αποστομωτικές είναι οι «Οδηγίαι συμμοριών» του Ελληνομακεδονικού Κομιτάτου προς τα ελληνικά σώματα (1905) που φυλάσσονται στο Αρχείο Βάρδα (φ. 2, έγγρ. 49)«Αν οι χωρικοί δεν πείθωνται εις τους λόγους μεμονωμένων απεσταλμένων της συμμορίας, έρχεται απόσπασμα της συμμορίας ή ολόκληρος η συμμορία εις το χωρίον, όπως πείση αυτούς διά των λόγων· αν οι χωρικοί και πάλιν δεν πείθωνται, οι ιθύνοντες πρώτον απειλούνται κρυφίως, έπειτα δέρονται και τέλος φονεύονται κρυφίως υπ’ αγνώστων· οι φονείς πρέπει να εκλέγωνται κατά το δυνατόν Τούρκοι».
Στην πράξη, βέβαια, αυτό το τελευταίο εν μέρει μόνο εφαρμόστηκε. Τα δημόσια, ομαδικά φονικά αποδείχθηκαν άλλωστε συχνά αποτελεσματικότερα, ως τρομοκρατική πρακτική, απ’ ό,τι οι εξαφανίσεις μεμονωμένων «αγκαθιών». Μετά την τυφλή σφαγή 17 χωρικών στο Κλάδοραπ (σημ. Κλαδοράχη) της Φλώρινας από τα σώματα Καραβίτη και Δικώνυμου Μακρή, αφηγείται χαρακτηριστικά στην Πηνελόπη Δέλτα ο δεύτερος, «τα γύρω χωριά, η περιφέρεια ολόκληρη η τρομοκρατημένη από το [Βούλγαρο βοεβόδα] Ναούμ, έπαψε πια να φοβάται το Ναούμ, γιατί φοβόταν περισσότερο εμάς» («Απομνημονεύματα», Θεσ/νίκη 1959, σ. 13).

Μια σκοτεινή κληρονομιά

Η εμπειρία αυτή αποδείχθηκε καταλυτική, όχι μόνο για την έκβαση της τότε εθνικής διαπάλης, αλλά και ως υποθήκη για τα μελλοντικά χαρακτηριστικά του ελληνικού εθνικισμού στην περιοχή, την πολιτική αφομοίωσης των μειονοτήτων που υιοθετήθηκε μετά το 1913 αλλά και τις μεθόδους πολιτικού ελέγχου των «απρόβλεπτων» προσφυγικών μαζών που εγκαταστάθηκαν εκεί μετά το 1922.
Στο επίπεδο του πολιτικού και υπηρεσιακού προσωπικού, οι συνέχειες είναι σαφώς κοινωνικά επικαθορισμένες.
Στελέχη του Μακεδονικού Αγώνα εξελίσσονται σε τοπικούς παράγοντες, νομάρχες και βουλευτές (μετασχηματίζοντας παλιούς καθοδηγητικούς δεσμούς και παραδόσεις επιβολής σε σχέσεις εκλογικής πατρωνείας), ενώ τα πιο επίφοβα εκτελεστικά όργανα συνεχίζουν τη σταδιοδρομία τους ως αποσπασματάρχες και παρακρατικοί.
Η περίπτωση του μοναστηριώτη τρομοκράτη Στέφου Γρηγορίου, που σε όλο τον Μεσοπόλεμο διασφαλίζει με τον βούρδουλα (και το αζημίωτο) τη νομιμοφροσύνη των σλαβόφωνων χωρικών της Φλώρινας, για να εκτελεστεί τελικά από τον ΕΛΑΣ το 1943, είναι από κάθε άποψη χαρακτηριστική.
Ακόμη και έμμισθοι χαφιέδες του σουλτάνου Χαμίτ αξιοποιούνται από τη νέα διοίκηση, σύμφωνα πάντα με τα προσόντα τους.
Η πρώτη εκτόπιση για πολιτικούς λόγους στο ελληνικό κράτος (των σοσιαλιστών Αβραάμ Μπεναρόγια και Σαμουήλ Γιονά), την επαύριο της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας του 1914, στηρίχτηκε π.χ. στην κατάθεση ενός επαγγελματία «μυστικού αστυνομικού» της Θεσσαλονίκης, κληρονομημένου από το οθωμανικό καθεστώς, που πιστοποίησε την κοινωνική επικινδυνότητά τους από τα χρόνια των Νεοτούρκων (βλ. «Ιός», 29/4/2001).
Το σημαντικότερο είναι ωστόσο η συνέχεια των μεθόδων, που από τη Μακεδονία μεταφυτεύονται σταδιακά σε όλη την επικράτεια ως επιτυχημένο υπόδειγμα εθνικού φρονηματισμού − τόσο του εσωτερικού εχθρού όσο και των (πραγματικών ή δυνάμει) «συνοδοιπόρων» του, που στο αρχικό υπόδειγμα ταξινομούνταν σαν άτομα «ρευστής συνειδήσεως»:
 Εντατική εθνική διαπαιδαγώγηση μέσω κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών, που υποβάλλουν στον πληθυσμό την πεποίθηση ότι μοναδική εγγύηση για τη διασφάλιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του δεν είναι η ιδιότητα του Ελληνα πολίτη αλλά η κραυγαλέα επίδειξη του ορθού εθνικού φρονήματος. Ως προϋπόθεση όχι μόνο αυτοπροστασίας αλλά και ικανοποίησης των όποιων ατομικών φιλοδοξιών κι ανταγωνισμών, η εθνικοφροσύνη παράγει έτσι όχι μόνο συμμόρφωση ή υποταγή αλλά και μαζική κινητοποίηση, έστω κι αν το μακρύ χέρι του βαθέος κράτους είναι συνήθως εύκολα διαγνώσιμο.
 Το «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων», ο πυλώνας δηλαδή στον οποίο στηρίχθηκε μεταξύ 1938 και 1974 η καταναγκαστική απόσπαση της νομιμοφροσύνης του πληθυσμού, πρωτοεφαρμόστηκε στη Μακεδονία πριν από το 1912 ως «Πιστοποιητικόν εθνικών φρονημάτων», το οποίο όφειλαν να προμηθευτούν από τις ελληνορθόδοξες μητροπόλεις ή τα τοπικά επιτελεία των μακεδονομάχων όσοι Μακεδόνες (ως επί το πλείστον εποχικοί μετανάστες) σχεδίαζαν να ταξιδέψουν για δουλειές στην Ελλάδα. «Πάς όστις δεν φέρη τοιούτον πιστοποιητικόν», διαβάζουμε σε σχετική εγκύκλιο του Βάρδα, «συλλαμβανόμενος εν Ελλάδι ή καθ’ οδόν παρά ιδικού μας σώματος, το οποίον περιφέρεται επίτηδες, θα φονεύηται ως ύποπτος Βούλγαρος».
Μετά την ενσωμάτωση της νότιας Μακεδονίας στο ελληνικό βασίλειο, αντίστοιχα πιστοποιητικά εκδίδονταν από τους (διορισμένους) τοπικούς άρχοντες και αργότερα από τις υπηρεσίες ασφαλείας, ως άτυπα προαπαιτούμενα για την ευμενή αντιμετώπιση των κατόχων τους από τη δημόσια διοίκηση.
 Αναπόσπαστη πτυχή αυτής της διαδικασίας αποτέλεσε η διαχρονική άνθηση των φασιστικών («εθνικιστικών») οργανώσεων στη Μακεδονία −από την «Εθνικήν Ενωσιν Ελλάς» (ΕΕΕ) του Μεσοπολέμου μέχρι την «Καρφίτσα», τους «Εθνικόφρονες Ελασίτες» και λοιπούς παρακρατικούς των πρώτων μετεμφυλιακών δεκαετιών. Και στις δυο περιόδους, η μαζικότητα και η δυναμική του φαινομένου ήταν εδώ απείρως μεγαλύτερες απ’ ό,τι στη νοτιότερη Ελλάδα.
Εξηγούνται, δε, όχι μόνο από την αυξημένη κρατική ανασφάλεια στην περιοχή και τη συνακόλουθη μόνιμη επιβολή «στρατοκρατικού καθεστώτος» (όπως παραδεχόταν μεταπολεμικά ο καθ’ ύλην αρμόδιος, τέως γενικός διοικητής Φίλιππος Δραγούμης), αλλά και από την προϊστορία που περιγράψαμε· προϊστορία που καθιστά περισσότερο δεκτική προς αυτές τις πρακτικές μια αξιόλογη μερίδα του βορειοελλαδικού πληθυσμού. Εξ ου και η βορειοελλαδική Δεξιά, σε αντίθεση με τους ομοϊδεάτες της των νησιών, ουδέποτε υπήρξε φιλελεύθερη, αλλά φλέρταρε πάντοτε ανοιχτά με διάφορες εκδοχές φασισμού.
Το Μακεδονικό και η επίκληση της πολιτικής συνέχειας με τους μακεδονομάχους επιστρατεύεται έτσι συχνά ως νομιμοποιητικό επιχείρημα, για εγχειρήματα που αλλιώς θα επέσυραν πάνδημη κατακραυγή.
Ο εμπρησμός της εβραϊκής φτωχογειτονιάς του Κάμπελ από την ΕΕΕ στη συμπρωτεύουσα (29/6/1931) πραγματοποιήθηκε λ.χ. με πρόσχημα την «εθνική αγανάκτηση» για τον υποτιθέμενο «φιλοβουλγαρισμό» του εβραϊκού σωματείου Μακαμπί· επικουρικό ρόλο στο πογκρόμ διαδραμάτισε άλλωστε και ο (στενά διαπλεκόμενος με τη φασιστική οργάνωση) σύλλογος των τέως μακεδονομάχων «Παύλος Μελάς».
Παλιοί μακεδονομάχοι όπως ο Ανδρέας Παναγιωτόπουλος θα ολοκληρώσουν πάλι την «αντισυμμοριακή» καριέρα τους ως ταγματασφαλίτες στο πλευρό της Βέρμαχτ.
Τη μετατόπιση της στοχοθεσίας των νέων εθνικών αγώνων διευκόλυνε, άλλωστε, η διαρκής διεύρυνση του εσωτερικού εχθρού. Ως Στρατιωτικός Διοικητής Χανίων, ο μακεδονομάχος Παύλος Γύπαρης, δεν διστάζει έτσι να κηρύξει την άνοιξη του 1947 τον εμφύλιο στην Κρήτη σαν εξόρμηση κατά των «προαιωνίων εχθρών Κουκουέδων Βουλγάρων» του νησιού («Κήρυξ», 20/3/1947).
Η ύστατη δε ανδραγαθία του καραμανλικού παρακράτους θα σημειωθεί τον Φεβρουάριο του 1964 στη Φλώρινα, ως αναβίωση –και εδώ– του Μακεδονικού Αγώνα, με την παρεμπόδιση διά ροπάλου από τους ντόπιους εθνικόφρονες της προεκλογικής ομιλίας του «σλαβόδουλου αυτονομιστή» Μανόλη Γλέζου.
Σε καιρούς κανονικότητας, οι μηχανισμοί αυτής της υποκίνησης ή πατρωνείας μεταφέρονται πάντως από την απροκάλυπτα πολιτική σφαίρα στην πολιτιστική, με τη «σύστασιν συλλόγων μορφής μεν εκπολιτιστικής κατ’ ουσίαν όμως προπαγανδιστικών», οι οποίοι «υπό την άμεσον επίβλεψιν και ποδηγέτησιν της Διοικήσεως θα ηδύναντο να συνεπικουρούν οιανδήποτε αυτής εθνικήν ενέργειαν».
Τη συνταγή εισηγήθηκε ήδη από το 1925 ο Νικόλαος Ηγουμενίδης, κομβικό στέλεχος της διαχείρισης του Μακεδονικού τόσο πριν όσο και μετά την απελευθέρωση· βρήκε δε πλούσια εφαρμογή από τη δεκαετία του 1960 ίσαμε τις μέρες μας.
 Ρωσικές σημαίες στο συλλαλητήριο της Αθήνας, αυστραλέζικες στο Πισοδέρι. Η ταύτιση με ξένα έθνη δεν βιώνεται ως αντίφαση από την ελληνομακεδονική εθνικοφροσύνη, αρκεί να υπάρχουν οι σωστές ιστορικές αναφορές και να διασφαλίζεται η καταστολή του εσωτερικού εχθρού. Ακόμη κι αν το μεταγλωττισμένο «Αέρααα!» κάνει να γελάσει κάθε ανιστόρητος δίγλωσσος.

Ολα τριγύρω αλλάζουνε...

Η Μεταπολίτευση του 1974 επέφερε το σταδιακό ξήλωμα των μηχανισμών πολιτικού ελέγχου που είχαν στηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες, αν και σε μικρότερο βαθμό και με διαφορετικούς ρυθμούς στη Μακεδονία απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα. Ολοκληρώθηκε κυρίως η ενσωμάτωση των αριστερών προσφύγων στον εθνικό κορμό, ενώ οι σλαβόφωνοι ντόπιοι παρέμειναν αντικείμενο επιτήρησης των μηχανισμών ασφαλείας.
Το 1982 αναγνωρίστηκαν μάλιστα έμμεσα ως μειονότητα, και μάλιστα με μια διαδικασία αποκλεισμού: τη νομοθετική εξαίρεση των «μη Ελλήνων το γένος» πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου από τον ελεύθερο επαναπατρισμό.
Διάκριση που, εκτός από τη ριζοσπαστικοποίηση ενός μικρού τμήματός τους, επιβεβαίωσε ουσιαστικά την πεποίθηση πως η επίδειξη εθνικοφροσύνης είναι γι’ αυτούς μια άτυπη μεν, αλλά αναγκαία προϋπόθεση της μεταχείρισής τους ως πολιτών πρώτης κατηγορίας.
Οι πρακτικές του παρελθόντος διατηρήθηκαν επίσης αυτούσιες στον χώρο της μακεδονικής διασποράς. Οπως διαπιστώνουμε από τα έγγραφα που παραθέτει στο βιβλίο του ο στρατηγός Γρυλλάκης, το φόβητρο της απαγόρευσης εισόδου στο ελληνικό κράτος χρησιμοποιούνταν ακόμη και τη δεκαετία του 1990 για τον εκβιασμό ομογενών, προκειμένου αυτοί να επιδεικνύουν εθνικό ζήλο ή να χαφιεδίζουν τον περίγυρό τους («Αποκαλύπτω», Αθήνα 2001, σσ. 222-8).
Αθήνα 4/2/2018 
Η εθνική υστερία και τα συλλαλητήρια της δεκαετίας του 1990 πρόσφεραν, τέλος, το έδαφος για την αναγέννηση της εθνικοφροσύνης και την αναβίωση της φασιστικής ακροδεξιάς, ως «δύναμης κρούσης» κατά του εσωτερικού εχθρού.
Καθόλου τυχαία, η πρώτη δημόσια βιαιοπραγία της Χρυσής Αυγής σημειώθηκε στο περιθώριο του μεγάλου συλλαλητηρίου της 10/12/1992.
Η ίδια οργάνωση πρωτοστάτησε στην πυρπόληση των γραφείων του μειονοτικού κόμματος «Ουράνιο Τόξο» στη Φλώρινα (14/9/1995)· με συνοδοιπόρους όπως το «Ελληνικό Μέτωπο» του Βορίδη, πραγματοποίησε δε αλλεπάλληλες εκφοβιστικές επιδρομές σε ντόπια χωριά της περιοχής το 1998-1999 και το 2008.
Τι είδους κληρονομιά θα μας αφήσει άραγε ο τρέχων «Μακεδονικός Αγώνας» του 2018;
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger