Προσφατες Αναρτησεις

638 απόπειρες εναντίον του πιο «δολοφονημένου» ηγέτη

 «Μαρξιστής; Κανείς δεν αποκτά αυτές τις πεποιθήσεις μέσα σε μια μέρα. Ως γιος γαιοκτήμονα που είχε μορφωθεί σε ιησουιτικό σχολείο δεν είχα τίποτε περισσότερο από επαναστατικό χαρακτήρα και την ευθύτητα, την αυστηρότητα που μου είχαν εμφυσήσει εκεί».

Επιμέλεια Βασιλική Λάζου, διδάκτορας Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου, Hot History, "Documento"

Οι αταίριαστοι (;) έρωτες του κομαντάντε

Οταν το κρουαζιερόπλοιο «Berlin» έπιασε στο λιμάνι της Αβάνας, άντρες με στολή μπήκαν για έλεγχο. Ενας ήταν ψηλότερος από τους άλλους. Τον ρώτησα ποιος είναι. Γέλασε και μου απάντησε: «Εγώ είμαι η Κούβα. 0 κομαντάντε Φιντέλ Κάστρο». 

Ηταν η πρώτη φορά που η Μαρίτα Λόρεντζ, η κόρη του καπετάνιου, έβλεπε τον Κουβανό ηγέτη. Σε λιγότερο από έναν χρόνο μετά έγινε ερωμένη του. Στρατολογήθηκε από τη CIA για να τον σκοτώσει με χάπια που περιείχαν δηλητήριο. Αυτός την έπιασε στα πράσα και της έδωσε το όπλο του για να του ρίξει. Εκείνη το πέταξε μακριά και έπεσε για άλλη μια φορά στην αγκαλιά του.

***

Στην 9η επέτειο της κουβανικής επανάστασης, τον Ιανουάριο του 1968, ο Φιντέλ Κάστρο έδωσε συνέντευξη στον Αμερικανό συγγραφέα -δημοσιογράφο Λι Λόκγουντ. Επρόκειτο για αποκαλυπτική συνέντευξη, τη μεγαλύτερη που είχε δώσει έως τότε ο Κουβανός ηγέτης σε αμερικανικό Μέσο. Εκτενή αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Playboy».

«Μια συνέντευξη με τον Κάστρο» γράφει ο Λόκγουντ «είναι εξαιρετική εμπειρία. Σπάνια πρόκειται για συζήτηση. Είναι περισσότερο μονόλογος με σποραδικές ερωτήσεις από τον δημοσιογράφο.
Οταν ο Κάστρο απαντά σε μια ερώτηση ξεκινά συνήθως με έναν ουδέτερο τόνο στη φωνή, με τα μάτια του καρφωμένα στο τραπέζι ενώ τα χέρια του απασχολούνται διαρκώς με έναν αναπτήρα, ένα στιλό ή οτιδήποτε άλλο.
Καθώς η κουβέντα ζεσταίνεται, ο Κάστρο αρχίζει να στριφογυρίζει στην καρέκλα του. Ο ρυθμός της συζήτησης σταδιακά γίνεται γρηγορότερος και παράλληλα έρχεται πιο κοντά λίγο λίγο τραβώντας μαζί και την καρέκλα του και τελικά φτάνει να κάθεται δίπλα μου [...]».

Σχετικά με την ειλικρίνεια των απαντήσεων του Κουβανού ηγέτη ο Λόκγουντ σημειώνει: «Φυσικά δεν μπορείς να περιμένεις ένας άνθρωπος στη θέση του Κάστρο να απαντά σε κάθε ερώτηση που προορίζεται για δημοσίευση τόσο ανοιχτά σαν να συζητά με έναν φίλο του. Ωστόσο έχοντας περάσει αρκετό διάστημα στην Κούβα πιστεύω ότι οι απαντήσεις του γενικά ήταν ειλικρινείς - όσο και αν οι απόψεις του είναι ιδεολογικά επιζήμιες».

«Δεν ήμουν ακόμη μαρξιστής, δεν θεωρούσα τον εαυτό μου κομμουνιστή»

Η συνέντευξη περιλαμβάνει ερωταπαντήσεις για την πολιτική του Κάστρο, την εφαρμογή της στην Κούβα και τη σχέση της χώρας του με τις ΗΠΑ. Ο δημοσιογράφος προχωρά ωστόσο και σε πιο προσωπικές ερωτήσεις που αφορούν την κομμουνιστική ιδεολογία του Κουβανού ηγέτη.

«Μόνο μέσω μιας διαδικασίας μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι φτάνει σε κάποια πολιτικά συμπεράσματα. Κανείς δεν αποκτά αυτές τις πεποιθήσεις μέσα σε μια ημέρα, συχνά ούτε μέσα σε έναν χρόνο». Φιντέλ Κάστρο, συνέντευξη στο «Playboy» (Ιανουάριος 1968)

 Playboy: Εσείς προσωπικά ήσασταν κομμουνιστής όταν πήρατε την εξουσία το 1959;

Κάστρο: Πιθανόν να εμφανιζόμουν λιγότερο ριζοσπαστικός από ό,τι ήμουν εκείνο τον καιρό. Είναι επίσης πιθανό να ήμουν περισσότερο ριζοσπαστικός από ό,τι νόμιζα κι εγώ ο ίδιος. Μόνο μέσω μιας διαδικασίας μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι φτάνει σε κάποια πολιτικά συμπεράσματα. Κανείς δεν αποκτά αυτές τις πεποιθήσεις μέσα σε μια μέρα, συχνά ούτε μέσα σε έναν χρόνο. 
Πολύ πριν γίνω μαρξιστής, οι πρώτοι μου προβληματισμοί οικονομικής και κοινωνικής φύσεως εμφανίστηκαν όταν ήμουν φοιτητής στο πανεπιστήμιο και σπούδαζα πολιτική οικονομία και ειδικά τα οικονομικά του καπιταλισμού και τα προβλήματα που τέθηκαν με την υπερπαραγωγή
και την πάλη μεταξύ των εργατών και των μηχανών [...].

Στην ερώτηση αν έγινε κομμουνιστής ως αποτέλεσμα του πραξικοπήματος του Μπατίστα ο Κάστρο απάντησε: «Οχι, αλλά ήδη είχα μερικές πολύ συγκεκριμένες πολιτικές ιδέες σχετικά με την ανάγκη για δομικές αλλαγές. Πριν από το πραξικόπημα σκεφτόμουν να χρησιμοποιήσω νομικά μέσα, να χρησιμοποιήσω το κοινοβούλιο ως σημείο αφετηρίας από το οποίο θα μπορούσα να εδραιώσω μια επαναστατική πλατφόρμα και να κινητοποιήσω τα πλήθη - όχι ως μέσο για να φέρω απευθείας αυτές τις αλλαγές. Τώρα είμαι πεπεισμένος ότι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με επαναστατικό τρόπο. 

Εχω πλέον αρκετή αίσθηση της πραγματικότητας για να το ξέρω αυτό. Παρ’ όλα αυτά ήμουν αφελής κατά κάποιο τρόπο. Δεν ήμουν ακόμη μαρξιστής και δεν θεωρούσα τον εαυτό μου κομμουνιστή. Παρόλο που είχα διαβάσει θεωρητικά για το φαινόμενο του ιμπεριαλισμού, δεν τον κατανοούσα πολύ καλά. Δεν κατανοούσα βαθιά τη σχέση που υπήρχε ανάμεσα στο φαινόμενο του ιμπεριαλισμού και την κατάσταση στην Κούβα. 
Πιθανόν τότε να ήμουν πολύ επηρεασμένος από τις συνήθειες και τις ιδέες της μικροαστικής εκπαίδευσης την οποία είχα λάβει. Ως γιος γαιοκτήμονα που είχε μορφωθεί σε ιησουιτικό σχολείο δεν είχα τίποτε περισσότερο από επαναστατικό χαρακτήρα και την ευθύτητα, την αυστηρότητα που μου είχαν εμφυσήσει στο ιησουιτικό σχολείο. Οταν αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο δεν είχα ακόμη πολύ καλή πολιτική εκπαίδευση. Εστω και έτσι, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι έκανα εξαιρετική πρόοδο καθώς ήμουν πολιτικά αδαής όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο [...] 

CIA: Ομαλογουμένως, χωρίς τον βαθμό της λαϊκής υποστήριξης στον Κάστρο...

Η ύπαρξη μιας κομμουνιστικής χώρας μόλις 94 μιλιά από τις αμερικανικές ακτές την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, στο αποκορύφωμα της αντιπαράθεσης Ανατολής - Δύσης, αποτελούσε καρφί στα μάτια των Αμερικανών. Συνολικά 638 δολοφονικές απόπειρες, κάποιες συμβατικές και κάποιες ευφάνταστες, οργανώθηκαν ενάντια στον ηγέτη της κουβανικής επανάστασης Φιντέλ Κάστρο.

Προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν 638 φορές. Η Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών (η γνωστή CIA) δεν φείστηκε ουδενός τρόπου και μέσου· ακόμη και της μεσολάβησης της μαφίας. Απέτυχε. Ο Φιντέλ Κάστρο επιβίωσε οκτώ Αμερικανών προέδρων και πέθανε πλήρης ημερών. 

Αμερικανικά έγγραφα που αποχαρακτηρίστηκαν μόλις το 2017 αποκαλύπτουν την εμπλοκή της Αμερικανικής Υπηρεσίας πληροφοριών (CIA) αλλά και της μαφίας. Τα υπέρ και τα κατά της δολοφονίας του Κάστρο αναλύθηκαν σε σύσκεψη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας στις 5 Μαΐου 1961 σχετικά με την «Πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Κούβας»:

Για Κάστρο. Μια πολιτική αδυναμία του καθεστώτος βρίσκεται στον ίδιο τον Κάστρο. Δεν είναι ξεκάθαρο αν το καθεστώς θα συνέχιζε να λειτουργεί για πολύ χωρίς αυτόν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η γραφειοκρατία λειτουργεί σχετικά ελεύθερα και πιθανόν παίρνει πολλές αποφάσεις χωρίς να συμβουλεύεται τον Κάστρο. 
Ωστόσο είναι εξίσου σίγουρο ότι η προσωπικότητα του Κάστρο και ο αντίκτυπός της στον κουβανικό λαό είναι σημαντικός παράγοντας για τη διατήρηση της λαϊκής υποστήριξης στο καθεστώς. Αν ο Κάστρο απομακρυνόταν από τη σκηνή, το καθεστώς μπορεί να κατέρρεε εξαιτίας της έλλειψης αυτού του κεντρικού σημείου. Από την άλλη μεριά, η γραφειοκρατία μπορεί να είναι τόσο ισχυρά εδραιωμένη ώστε να μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα - αν και ομολογουμένως χωρίς τον βαθμό της λαϊκής υποστήριξης που απολαμβάνει τώρα. Επιπλέον, με το να χρησιμοποιήσει τον Κάστρο ως μάρτυρα είναι πιθανό να δημιουργηθεί τουλάχιστον προσωρινή υποστήριξη για τον διάδοχό του.

Μια άλλη πιθανή συνέπεια του θανάτου του Κάστρο αφορά τη στάση του PSP (Partido Socialista Popular), του Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Το κόμμα θα ήθελε να αναλάβει mo ανοιχτό και κυρίαρχο ρόλο στην κουβανική κυβέρνηση. Ο θάνατος του Κάστρο μπορεί να ανάγκαζε ή να ενθάρρυνε το κόμμα να κάνει μια κίνηση για την κατάληψη της εξουσίας. Αν συνέβαινε αυτό, πιθανόν να είχε δυσμενή επίδραση στην κοινή γνώμη της Λατινικής Αμερικής, αν και κυρίως στο κυβερνητικό επίπεδο 

Αλλο έγγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας από το 1962 έκανε αναφορά στην επιχείρηση «Μαγκούστα», μια μυστική απόπειρα ανατροπής του κομμουνισμού στην Κούβα.
Στα πρακτικά μιας μυστικής συνάντησης σχετικά με την επιχείρηση στις 14 Σεπτεμβρίου 1962 «ο στρατηγός Κάρτερ είπε ότι η CIA θα εξέταζε τις πιθανότητες να διενεργήσει δολιοφθορά σε ανταλλακτικά αεροπλάνων τα οποία προγραμματιζόταν να αποσταλούν από τον Καναδά στην Κούβα».

Στο πλαίσιο της ίδιας επιχείρησης το 1960 η CIA σκεφτόταν να σκηνοθετήσει τρομοκρατικά επεισόδια στο Μαϊάμι και να κατηγορήσει γι’ αυτά Κουβανούς φίλα προσκείμενους στον Κάστρο: «Μπορούμε να οργανώσουμε μια τρομοκρατική εκστρατεία στην περιοχή του Μαϊάμι, σε άλλες πόλεις της Φλόριντα, ακόμη και στην Ουάσινγκτον. Μπορούμε να βυθίσουμε ένα πλοίο γεμάτο Κουβανούς με κατεύθυνση τη Φλόριντα (πραγματικά ή εικονικά). Μπορούμε να σχεδιάσουμε απόπειρες εναντίον Κουβανών προσφύγων στις ΗΠΑ οι οποίες θα λάβουν ευρεία δημοσιότητα. Η έκρηξη μερικών πλαστικών βομβών σε προσεκτικά επιλεγμένα σημεία, η σύλληψη ενός Κουβανού πράκτορα και η δημοσιοποίηση επιλεγμένων εγγράφων που θα τεκμηριώνουν την κουβανική εμπλοκή θα ήταν χρήσιμες ως προς την προβολή της εικόνας μιας ανεύθυνης κυβέρνησης».

Στην ίδια συλλογή φακέλων που φυλάσσονται στην προεδρική βιβλιοθήκη Τζ. Φορντ στην Ουάσινγκτον περιλαμβάνονται έγγραφα με λεπτομερειες για την εμπλοκή της CIA σε σχέδια για τη δολοφονία ξένων ηγετών -ανάμεσά τους και του Κάστρο- τα οποία καταστρώθηκαν το πρώτο διάστημα της προεδρίας του Κένεντι.

Σε αναφορά του ο γενικός εισαγγελέας Ρόμπερτ Κένεντι, αδερφός του προέδρου, είπε στο FBI ότι σύμφωνα με πληροφορίες του η CIA είχε προσλάβει κάποιον «να πλησιάσει τον Sam Giancana [αρχηγός μαφίας στο Σικάγο] προτείνοντάς του αμοιβή 150.000 δολάρια για να προσλάβει έναν εκτελεστή να πάει στην Κούβα και να σκοτώσει τον Κάστρο». Ο γενικός εισαγγελέας επισήμανε ότι «η CIA δεν θα πρέπει να χρησιμοποιήσει ξανά ανθρώπους της μαφίας χωρίς πρώτα να συμβουλευτεί το υπουργείο Δικαιοσύνης γιατί θα είναι δύσκολο να ασκήσουμε δίωξη σε τέτοιους ανθρώπους στο μέλλον».
Η αναφορά συμπλήρωνε ότι σε μεταγενέστερη φάση η CIA ενδιαφέρθηκε να δηλητηριάσει τον Κάστρο με χάπια.

Οι δολοφονικές απόπειρες ενάντια στον Κάστρο συνεχίστηκαν και τα επόμενα έτη. Τα πρωτεία κατείχε η προεδρία Ρ. Ρέιγκαν (1981-1989), κατά τη διάρκεια της οποίας πραγματοποιήθηκαν 197 απόπειρες, ενώ και επί της πρόσφατης προεδρίας Μπιλ Κλίντον έγιναν 21 απόπειρες.
Ολες αποτυχημένες. Ο Φιντέλ Κάστρο επιβίωσε οκτώ Αμερικανών προέδρων από το 1959 και μετά και πέθανε το 2016 από φυσικά αίτια σε ηλικία 90 ετών.


Ο Φίντελ και οι μεγαλύτερες πένες
Αίφνης η Αβάνα του 1959 έγινε η νέα Μέκκα των αριστερών διανοουμένων. Σαν τη Μόσχα του ’20, τράβηξε πρωτοπόρους λογοτέχνες και καλλιτέχνες. Ο μυθικός Χιλιανός Πάμπλο Νερούδα έφτασε από τους πρώτους μήνες για να αφιερώσει την ωδή του («Φιντέλ, Φιντέλ, οι λαοί σ’ ευγνωμονούν»). Ο Χούλιο Κορτάσαρ και ο Μάριο Μπενεντέτι. Και πάνω απ’ όλους ο αιώνιος φίλος Κολομβιανός Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες που «υποβίβασε» (ή μήπως αναβάθμισε;) τη γραφομηχανή του θέτοντάς τη στην υπηρεσία :του Κουβανικού πρακτορείου ειδήσεων Prensa Latina.
Ο Γάλλος Ζαν-Πολ Σαρτρ . Αρχικά ακόμη και ο Περουβιανός Μάριο Βάργκας Λιόσα, που μεταστράφηκε εναντίον της Κουβανικής| επανάστασης. Και ο πιο εντυπωσιακός, κάποιος που είχε ζήσει τον Ισπανικό Εμφύλιο από την πλευρά της Δημοκρατίας: ο μεγάλος Αμερικανός Ερνεστ Χέμινγουεϊ


Η Κούβα και οι άνθρωποι από τη Δύση
Ο Μπαρτ Γκλιν, Αμερικανός ατμοσφαιρικός φωτογράφος, εταίρος του Magnum, βρέθηκε στην Αβάνα την Πρωτοχρονιά του '59. Οταν άκουσε τους πυροβολισμούς εγκατέλειψε το πάρτι στο οποίο ήταν προσκεκλημένος και βγήκε στους δρόμους. Ευτύχησε να απαθανατίσει την είσοδο του Κάστρο. Οι «μπαρμπούδος» επιφύλαξαν θερμή υποδοχή στον γκρίνγκο και αυτός ανταπέδωσε ενθουσιασμένος υψώνοντας ένα πολυβόλο.

Βρισκόμαστε πια στο 1965. Η επανάσταση διανύει τις πιο ενθουσιώδεις φάσεις της. Δυο έφηβοι «χίπστερ» αλά κουμπάνα καμαρώνουν με το απόκτημά τους, το τελευταίο άλμπουμ των Beatles, στο Βεντάντο της Αβάνας.

ΤΕΛΟΣ

{[['']]}

Δυτικό Σινεμά: Η Κούβα του σελιλόιντ

Ο Φιντέλ στο ντοκιμαντέρ του Ολιβερ Στόουν "Commandante" (2003) μαζί με τον δημιουργό της ταινίας.

Πώς είδαν Αμερικανοί και Βρετανοί σκηνοθέτες τη χώρα της Καραβαϊκής πριν και μετά την επανάσταση.

Του Παναγιώτη Φρούντζου, δημοσιογράφου - Hot History :Documento"

Οι Αμερικανοί πάντα αγαπούσαν την Κούβα. Την πειθήνια χώρα της Καραϊβικής που κέντριζε το ενδιαφέρον τους για εξωτικές περιπέτειες. Περιπέτειες επιχειρηματικές, περιπέτειες ερωτικές, περιπέτειες τυχοδιωκτικές. Η Κούβα ξυπνούσε στο φαντασιακό του μέσου Αμερικανού πολύχρωμες μνήμες από τα εκτυφλωτικά μιούζικαλ της Κάρμεν Μιράντα· ας πούμε ότι η Κούβα ήταν το πιο εύγευστο φρούτο στα ευφάνταστα φρουτένια καπέλα της Μιράντα (μικρή έως ελάχιστη σημασία είχε το γεγονός πως η σταρ του Χόλιγουντ καταγόταν από τη Βραζιλία - ούτως ή άλλως στην περιορισμένη γεωγραφική αντίληψη του μέσου Αμερικανού Βραζιλία και Κούβα είναι όμορες χώρες).

0 Μάρλον Μπράντο και η Τζιν Σίμονς στο «Μάγκες και κούκλες» (1955)

Στην Αβάνα ο κυνικός τζογαδόρος Σκάι Μάστερσον (Μάρλον Μπράντο) θα «τυλίξει» τη σεμνότυφη στα όρια της ερωτικής απάθειας Σάρα Μπράουν (Τζιν Σίμονς) στο «Μάγκες και κούκλες» (Guys and dolls, 1955) του Τζόζεφ Μάνκιεβιτς.
Και αυτό γιατί η Αβάνα είναι μαυλιστική σαν μια νότα καταδικασμένη να «πατηθεί» στα βήματα μιας υγρής ρούμπας.

Ο «Κατάσκοπος στην Αβάνα» (Αλεκ Γκίνες, Μορίν Ο'Χάρα) γυρίστηκε δύο μήνες μετά την πτώση του Μπατίστα και λέγεται πως ο Κάστρο παρακολούθησε το γύρισμα κάποιων σκηνών

Μια άλλη εκδοχή της κουβανικής πρωτεύουσας εμφανίζεται στον «Κατάσκοπο στην Αβάνα» (Our man in Havana, 1959) του Κάρολ Ριντ. Εδώ η πόλη κυριαρχείται από ανυπόφορη σαρκική ακολασία και απόλυτη πολιτική διαφθορά· διαφθορά που καθηλώνει τον εργαζόμενο λαό σε μια ζωή γεμάτη στερήσεις. Το βρετανικό συνεργείο ξεκίνησε τα γυρίσματα της ταινίας στην Αβάνα μόλις δύο μήνες μετά την πτώση της δικτατορίας του Μπατίστα.
Μάλιστα ο Φιντέλ Κάστρο παρακολούθησε τις σκηνές που γύρισαν στην πλατεία του Καθεδρικού Ναού στις 13 Μαΐου 1959.

Η ιδεαλιστική βάση της αριστερόστροφης «σέκτας» του Χόλιγουντ τις περισσότερες φορές είναι αποπνικτικά πληκτική (ποιος αλήθεια μπορεί να λησμονήσει τους ανυπόφορους μελοδραματισμούς των «Κόκκινων» του Γουόρεν Μπίτι;).

 Ενας τζογαδόρος, ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, κι ένας έρωτας (με τη Λένα Ολιν) που παλεύει με τον επαναστατικό αναβρασμό κυριαρχούν και στο «Αβάνα» (1990) του Σίντνεϊ Πόλακ

Υπάρχουν κάποιες στιγμές βέβαια που η πλήξη και ο άστοχος ακαδημαϊσμός υποχωρούν και η αλήθεια παρουσιάζεται αν όχι με διαλεκτικό έστω με νατουραλιστικό τρόπο, όπως στην περίπτωση της «Αβάνας» (Havana, 1990) του Σίντνεϊ Πόλακ.
Και πάλι προεπαναστατική Κούβα, και πάλι πρωταγωνιστής ένας τζογαδόρος (ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στον ρόλο του Τζακ Γουέιλ), και πάλι ένας έρωτας να παλεύει με τον επαναστατικό αναβρασμό στη χώρα για το ποιος θα έρθει στο πρώτο πλάνο της ταινίας.
Ακόμη κι έτσι όμως η Αβάνα του Μπατίστα δανείζεται χρώματα από την πλούσια παλέτα της πολιτικής και κοινωνικής διαφθοράς αλλά και, από την άλλη, της προσμονής της κοινωνικής αλλαγής.

Φ.Φ. Κόπολα και Ολιβερ Στόουν 

Το 1974 ήταν δύσκολη χρονιά για καλές ειδήσεις: η Ολλανδία της αναρχούμενης πειθαρχίας χάνει τον τελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου από τη νερόβραστη Δυτική Γερμανία, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επιστρέφει στην Ελλάδα ενδεδυμένος την προβιά του σωτήρα, ο λαϊκός παράγοντας στην Πορτογαλία άφησε τους στρατιωτικούς να ανατρέψουν τη δικτατορία του Σαλαζάρ.

Η μόνη καλή είδηση ήρθε από τη δυτική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Φ.Φ. Κόπολα παρέδιδε το δεύτερο μέρος γκανγκστερικής σάγκας του της οποίας μεγάλο μέρος της εκτυλίσσεται στην Αβάνα.
Ο μύθος πάει κάπως έτσι: οι γνωστότεροι μαφιόζοι των ΗΠΑ νιώθουν πίεση από την παρέμβαση του κράτους στις υποθέσεις τους και αποφασίζουν να μεταβάλουν την Αβάνα στο επόμενο Λας Βέγκας. Ο αφρός του αμερικανικού παρασιτικού κεφαλαίου με τη συνδρομή των εταιρειών-βιτρίνα της CIA βρίσκουν τον ιδανικό συμπαίκτη στο πρόσωπο του δικτάτορα Μπατίστα την ίδια ώρα που στα περίχωρα της πρωτεύουσας ακούγονται οι πυροβολισμοί των ανταρτών.

Παραμονή της Πρωτοχρονιάς 1959 ο στρατηγός Φουλχένσιο Μπατίστα εύχεται ευτυχισμένο
το νέο έτος στη μάζωξη παρακμιακών αριστοκρατών και καπιταλιστών που ρεβεγιονάρουν στο προεδρικό μέγαρο και εγκαταλείπει τη χώρα με προορισμό τη Δομινικανή Δημοκρατία. Οι αρουραίοι φεύγουν πρώτοι από το πλοίο που βυθίζεται.
Η Κούβα του Κόπολα έχει εμπορευματοποιήσει τις ανθρώπινες σχέσεις και τα πάντα αξιολογούνται με μέτρο το δολάριο. Η ζωή έχει μηδαμινή αξία αν δεν συνεισφέρει στην αύξηση του μαφιόζικου τζίρου. Η μόνη ελπίδα και πάλι προέρχεται από τους guerillas που θυσιάζουν τη ζωή τους για τη σοσιαλιστική ουτοπία, πάει να πει για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Στον «Νονό II» (1974)του Κόπολα οι μαφιόζοι γίνονται μάρτυρες της κατάρρευσης του καθεστώτος Μπατίστα. Λι Στράζμπεργκ και Αλ Πατσίνο

Αυτή την αξιοπρέπεια που φαίνεται ότι δεν πολυαπασχολούσε τον Φιντέλ Κάστρο στο ντοκιμαντέρ «Comandante» του Ολιβερ Στόουν (2003). Τρεις μέρες κράτησε η συνέντευξη που πήρε ο Αμερικανός σκηνοθέτης στο φάντασμα του παλιού guerilla και δεν δυσκολεύτηκε να πέσει θύμα της επαναστατικής γοητείας του.

Κανένας αντίλογος στον μονόλογο του Φιντέλ: «Τι είναι ένας δικτάτορας; Και είναι απαραίτητα κακός; Είμαι δικτάτορας του εαυτού μου και δούλος του λαού μου» (ας δώσουμε λίγο περισσότερη προσοχή στην κτητική αντωνυμία που συνοδεύει τη λέξη λαός). Στην ερώτηση δε του Στόουν αν υπάρχουν ακόμη πόρνες στην Κούβα ο κομαντάτε απαντά με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Ναι, αλλά τώρα είναι μορφωμένες».
Η εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου σώματος μπορεί να συνεχίζεται αλλά με διαφορετικούς όρους πλέον. Το αντεστραμμένο είδωλο του καπιταλισμού θυμίζει σε απελπιστικό βαθμό το πρόσωπο του «υπαρκτού».

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Η ΚΟΥΒΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1990 - Στο σταυροδρόμι παρόντος και μέλλοντος

Τη δεκαετία του 70 η Κούβα αναπτυσσόταν κατά 10% ετησίως. Το προσδόκιμο ζωής από τα 41 έτη το 1958 είχε ανεβεί στα 74,2 έτη το 1985. Σήμερα βρίσκεται στα 80 έτη. Μέχρι την ανατροπή στην ΕΣΣΔ η ψαλίδα στην κατανομή εισοδήματος δεν ξεπερνούσε το 1:4. Σήμερα μπορεί να φτάνει ακόμη και το 1:40

Του Δημήτρη Καλτσώνη Αν. καθηγητή Θεωρίας Κράτους και Δικαίου Παντείου Πανεπιστημίου, Hot History, Documento

Η Κούβα στη διάρκεια της 6Οχρονης πρόσφατης ιστορίας της γνώρισε ανεπανάληπτες στιγμές, μεγάλες επαναστατικές εξάρσεις αλλά βρέθηκε αντιμέτωπη και με σοβαρά προβλήματα, προερχόμενα από την αμερικανική περικύκλωση και το εμπάργκο.
Ιδίως μετά το '90, λόγω της κατάρρευσης του «υπαρκτού» σοσιαλισμού αναγκάστηκε να επαναπροσανατολίσει την οικονομία της μέσα από ένα ανοιχτό «στοίχημα», το οποίο επιχειρεί να διατηρήσει τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα της και ταυτόχρονα να μη χάσει έδαφος στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

ΗΠΑ: Θεσμοθετημένο δικαίωμα επέμβασης 

Η προεπαναστατική Κούβα ήταν μια χώρα σημαδεμένη από όλα τα χαρακτηριστικά των χωρών του τρίτου κόσμου: υπανάπτυξη, βαθιά φτώχεια, κοινωνική ανισότητα, εκμετάλλευση και καταπίεση του πληθυσμού. Η οικονομία και η πολιτική της χώρας ελέγχονταν πλήρως από τις ΗΠΑ. Οι σημαντικότερες επιχειρήσεις και οι μεγαλύτερες εκτάσεις ανήκαν σε συμφέροντα των ΗΠΑ.

Η Κούβα ήταν χώρα υποανάπτυκτη, ελεγχόμενη πλήρως από τις ΗΠΑ με βαθειά φτώχεια και έντονη κοινωνική ανισότητα. Μια "κυρία" ποζάρει μαζί με τους εργάτες γης του αγροκτήματός της.

 Χαρακτηριστική είναι η υιοθέτηση από τη Συντακτική Συνέλευση της Κούβας το 1900 της περίφημης τροπολογίας Πλατ. Η τροπολογία αυτή, η οποία αποτέλεσε παράρτημα του συντάγματος, όριζε πως «η κυβέρνηση της Κούβας δέχεται να μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να ασκούν το δικαίωμα της επέμβασης για να εξασφαλίζουν μ’ αυτή την ανεξαρτησία και κυβέρνηση ικανή να προστατεύει τη ζωή, την περιουσία και την ελευθερία των ατόμων». Οι ΗΠΑ αξιοποιούσαν την Κούβα κυρίως ως παραγωγό ζάχαρης αλλά και ως ένα τεράστιο καζίνο και πορνείο.

Εξαθλιωμένοι εργάτες γης σε φυτεία της προεπαναστατικής Κούβας

Ο λαός ήταν βυθισμένος στην ανέχεια. Η πλειονότητά του ήταν αγρότες εξαθλιωμένοι που απασχολούνταν ως εποχιακοί εργάτες γης στις εκτάσεις που κατείχε η United Fruit Company και στη βιομηχανία ζάχαρης καθώς και φτωχοί μικροϊδιοκτήτες αγρότες που με δυσκολία κατόρθωναν να επιβιώνουν. Περισσότερη από τη μισή καλλιεργήσιμη γη ανήκε στην ιδιοκτησία βορειοαμερικανικών επιχειρήσεων.

Υπήρχαν επίσης οι εργατοϋπάλληλοι, οι φτωχοί μικρέμποροι των πόλεων καθώς και επιστήμονες, ελεύθεροι μικροεπαγγελματίες αλλά και ένα στρώμα μεσαίων αγροτών που επίσης ζούσαν στη φτώχεια και ήταν αντικείμενο σκληρής εκμετάλλευσης. Η πρόσβαση στο σύστημα υγείας ήταν κάτι άγνωστο, ειδικά για τις αγροτικές περιοχές, ενώ ο αναλφαβητισμός κάλπαζε.

Στην αντίπερα όχθη υπήρχε η εγχώρια ολιγαρχία. Απαρτιζόταν από το μεγάλο κεφάλαιο που είχε κυρίως εμπορο-μεσιτικό ρόλο σε σχέση με τις πολυεθνικές των ΗΠΑ ή κερδοσκοπούσε στις υπηρεσίες, σε παρασιτικές δραστηριότητες και στο κύκλωμα της μαφίας (καζίνο, πορνεία κ.λπ.).

Οι Αμερικανοί χρησιμοποιούσαν την Κούβα και ως ένα τεράστιο πορνείο. Χαρακτηριστικό το δημοσίευμα αμερικανικού ανδρικού περιοδικού: "Η θαυμαστή αγορά σάρκας της Αβάνας. Μόνο λίγες ώρες από το Μαϊάμι. όλα αφορολόγητα. Τα περισσότερα κορίτσια έγιναν πόρνες γιατί είναι η μόνη δουλειά"


Δεύτερος πυλώνας της ήταν οι μεγάλοι γαιοκτήμονές. Ολοι αυτοί στηρίζονταν σε ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Μετά το 1952 ο πολιτικός εκφραστής και στυλοβάτης του εγχώριου και ξένου μεγάλου κεφαλαίου ήταν η δικτατορία του Μπατίστα, μια χούφτα γκάνγκστερ με στολή.

Η αλυσιδωτή επανάσταση

Οι εκρηκτικές κοινωνικές ανισότητες, η βαθιά φτώχεια και η σκληρή καταπίεση του δικτατορικού καθεστώτος οδήγησαν σε πολιτικές διεργασίες. Η κουβανέζικη επανάσταση υπήρξε μέρος των επαναστάσεων του 20ού αιώνα μετά την αντιφασιστική νίκη των λαών το 1945. Ασκησε με τη σειρά της βαθιά επίδραση στις πολιτικές εξελίξεις στη Λατινική Αμερική, την Αφρική αλλά και παραπέρα.

Κουβανοί εργάτες της Unidet Fruit Company δουλεύουν υπό την επίβλεψη επιστατών. η "Φρουτέρα" έκανε κουμάντο στην Κούβα όπως και σε όλη την λατινική Αμερική.

 Ο Φιντέλ Κάστρο ήταν ένας νεαρός δικηγόρος που είχε διακριθεί ήδη στον αγώνα ενάντια στην τυραννία. Αρχικά είχε σχέσεις με τη νεολαία του κεντροαριστερού Ορθόδοξου Κόμματος. Ανήκε στην αριστερή, ριζοσπαστική πτέρυγά του.
Διέρρηξε τις σχέσεις του με τη συμβιβασμένη ηγεσία του Ορθόδοξου Κόμματος και με μια μαγιά 1.000 ως 1.500 περίπου αγωνιστών ξεκίνησαν τον αγώνα ενάντια στη δικτατορία.

Στις 26 Ιουλίου 1953 ο Φιντέλ Κάστρο, επικεφαλής μιας ολιγάριθμης ομάδας επαναστατών, επιχείρησε ανεπιτυχώς να καταλάβει το στρατόπεδο της Μονκάδα. Αυτή ήταν η πρώτη πράξη της ένοπλης αντιδικτατορικής επανάστασης στην Κούβα που έληξε με τη θριαμβευτική είσοδο των ανταρτών στην Αβάνα την 1η Ιανουάριου 1959.

Πικνίκ Αμερικανών στελεχών της United Fruit Company στο μαγευτικό Κάγιο Σαέτια το 1951

Διαχωριζόμενος από το παρελθόν του Ορθόδοξου Κόμματος και καλώντας σε μαχητική ενότητα, ο Φιντέλ Κάστρο έγραφε: «Το Κίνημα 26ης Ιούλη απευθύνει μια θερμή πρόσκληση για να πυκνώσει τις γραμμές του και είναι έτοιμο να δεχτεί με ανοιχτές αγκάλες όλους τους ειλικρινείς επαναστάτες της Κούβας, χωρίς καμιά επιφύλαξη, απ' όποιο κόμμα κι αν προέρχονται, και χωρίς να λογαριάζει τις τυχόν διχόνοιες που εκδηλώθηκαν κατά το παρελθόν».

Στο Κίνημα της 26ης Ιούλη συμμετείχαν αγωνιστές διαφορετικών ιδεολογικοπολιτικών προελεύσεων και πεποιθήσεων. Δεν είχαν όλοι το ίδιο εύρος και βάθος στις επιδιώξεις τους. Συμμετείχαν πρώην μέλη της κομμουνιστικής νεολαίας, όπως ο Ραούλ Κάστρο, προσχώρησαν ανένταχτοι κομματικά κομμουνιστές όπως ο Φιντέλ Κάστρο και ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, υπήρχαν και απλοί οπαδοί της πτώσης της δικτατορίας και της αγροτικής μεταρρύθμισης.

Ο Φιντέλ Κάστρο και το Κίνημα 26ης Ιούλη ακολούθησαν τρεις αρχές: πρώτον, η δικτατορία μπορούσε να πέσει μόνο με τον ένοπλο αγώνα. Δεύτερον, ο ένοπλος αγώνας μπορούσε να είναι επιτυχής μόνο αν στηριζόταν σε ένα πλατύ μαζικό κίνημα και ένα πλατύ δίχτυ στήριξης σε πόλεις και χωριά. Τρίτον, η νίκη θα ερχόταν αν επιτυγχανόταν η ενότητα όλων των επαναστατικών, αντιδικτατορικών, δημοκρατικών δυνάμεων.

Στυλοβάτης του εγχώριου και ξένου κεφαλαίου ήταν ο δικτάτορας Μπατίστα, ένας γκάνγκστερ με στολή. Ποζάρει καμαρωτός μπροστά στο πτώμα ενός εκτελεσμένου αντάρτη τον Απρίλιο του 1956

Οι στόχοι της επανάστασης είχαν διατυπωθεί ήδη στην απολογία του Κάστρο στο δικαστήριο μετά την επίθεση στη Μονκάδα και αποτέλεσαν το πρόγραμμα του Κινήματος 26ης Ιούλη. Η επανάσταση είχε στόχο την ανατροπή της δικτατορίας και την εγκαθίδρυση μιας γνήσιας δημοκρατίας, την απαλλαγή από τη επικυριαρχία των ΗΠΑ, την ριζική αγροτική μεταρρύθμιση με τη διανομή της μεγάλης γαιοκτησίας, την αναδιανομή του πλούτου σε όφελος των αδύναμων τάξεων και σε βάρος της εγχώριας ολιγαρχίας με την εθνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων.

Βαθμιαία το Κίνημα 26ης Ιούλη ριζοσπαστικοποιήθηκε κάτω από το βάρος της πραγματικότητας και των αναγκών. Συνεργάστηκε στενά με άλλες επαναστατικές δυνάμεις. Ενοποιήθηκαν μετά την επανάσταση σε μια ενιαία οργάνωση, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κούβας. Η αντιδικτατορική, αντιιμπεριαλιστική επανάσταση μετατράπηκε μετά το 1962 σε σοσιαλιστική με την εθνικοποίηση όλων των βασικών μέσων παραγωγής.

Ο Φίντελ Κάστρο, γόνος καλής οικογένειας, ξεκίνησε νέος τον αγώνα ενάντια στην δικτατορία. Εδώ ετοιμάζει να σουτάρει στην τελευταία τάξη του λυκείου

Διανομή της γης, εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων 

Με τη νίκη της επανάστασης ξεκίνησαν η διανομή γαιών στους αγρότες και η εθνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων, πρώτα απ' όλα εκείνων που ανήκαν στις ΗΠΑ και στους συνεργάτες της δικτατορίας.

Παρά τις κατά καιρούς αναπόφευκτες αστοχίες και τα λάθη στην οικονομική πολιτική, το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων ανέβαινε σταθερά. Ειδικά τη δεκαετία του 1970 και 1980, όταν είχε σχετικά σταθεροποιηθεί η κατάσταση, η οικονομία της Κούβας αναπτυσσόταν κατά 10% κάθε χρόνο.
Αυτό είχε αντίκρισμα στην καθημερινή ζωή των πολιτών. Ο ρυθμός αύξησης της κατανάλωσης των εργαζομένων αυξανόταν κατά 2,8% ετησίως. Οι κοινωνικές δαπάνες κατ’ άτομο αυξάνονταν 7,1% ετησίως. Ο μέσος εργαζόμενος στην Κούβα είχε αναμφισβήτητα καλύτερο επίπεδο ζωής από τον μέσο εργαζόμενο στην Καραϊβική αλλά και σε όλη τη Λατινική Αμερική.

Ιδιαίτερα υψηλό ήταν και παραμένει το επίπεδο της δημόσιας υγείας και της δημόσιας παιδείας, το οποίο μπορεί να συγκριθεί με αυτό των πλέον αναπτυγμένων χωρών. Το προσδόκιμο ζωής που ήταν τα 41 έτη το 1958 είχε ανεβεί το 1985 ήδη στα 74,2 έτη. Σήμερα το προσδόκιμο ζωής σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ βρίσκεται στα 79 έτη για τους άντρες και τα 81 για τις γυναίκες. Αυτό φυσικά μόνο τυχαίο δεν είναι. Η Κούβα διαθέτει την υψηλότερη αναλογία γιατρών προς τον πληθυσμό σε όλο τον κόσμο. Διαθέτει επίσης πολύ υψηλής ποιότητας φαρμακευτική βιομηχανία.

Το 1958 υπήρχαν 2.000.000 αναλφάβητοι και ημιαναφάλβητοι, εν΄600.000 παιδιά δεν πήγαιναν σχολείο. Σήμερα η Κούβα διαθέτει ένα από τα καλύτερα εκπαιδευτικά και υγειονομικά συστήματα και έχει διπλασιάσει το προσδόκιμο ζωής.

Ηδη τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την επανάσταση εξαλείφθηκε ταχύτατα ο αναλφαβητισμός. Το 1958 υπήρχαν 1.000.000 αναλφάβητοι (23,6% του πληθυσμού άνω των δέκα ετών), 1.000.000 ημιαναλφάβητοι, 600.000 παιδιά που δεν πήγαιναν σχολείο και 10.000 άνεργοι δάσκαλοι. Στις μέρες μας η Κούβα διαθέτει την υψηλότερη αναλογία εκπαιδευτικών προς τον πληθυσμό σε όλο τον κόσμο.

Επίσκεψη ξένων φοιτητών στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας

ΗΠΑ: Λυσσώδης και πολυμέτωπη αντίδραση

Η αντίδραση των ΗΠΑ υπήρξε και παραμένει λυσσώδης με στόχο την ανατροπή του επαναστατικού καθεστώτος και τη μη εξάπλωση του παραδείγματος της Κούβας σε άλλες χώρες της περιοχής.
Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν: Α. Στρατιωτικά, μέσω της οργάνωσης ένοπλων αντιδράσεων στην επαναστατική κυβέρνηση. Κορυφαίες τέτοιες ενέργειες ήταν η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων το 1961 αλλά και ο ναυτικός αποκλεισμός το 1962 ο οποίος έφερε όλη την ανθρωπότητα στο χείλος της πυρηνικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο μεγάλες δυνάμεις της εποχής.

Σε αυτές πρέπει να περιληφθούν και οι εκατοντάδες απόπειρες δολοφονίας του ιστορικού ηγέτη της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, άλλες τρομοκρατικές ενέργειες όπως δολοφονίες δεκάδων στελεχών του επαναστατικού κόμματος, δολοφονίες διπλωματών, η ανατίναξη του βελγικού πλοίου στο λιμάνι της Αβάνας με σχεδόν 100 νεκρούς, βομβιστικές επιθέσεις σε ξενοδοχεία της Κούβας, σε δυιλιστήρια, χρηματοδότηση και εξοπλισμός ένοπλων ομάδων, πυρπόληση φυτειών, βιολογικός πόλεμος με θύματα τον πληθυσμό και την αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή κ.ά. Οι νεκροί των παραπάνω ενεργειών είναι 3.478 και οι ανάπηροι 2.099.

Β. Οικονομικά, με τη μέθοδο του οικονομικού (εμπορικού και χρηματοπιστωτικού) αποκλεισμού. Ο μακρόχρονος οικονομικός αποκλεισμός έχει στοιχίσει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κουβανικής κυβέρνησης (που φαίνεται να τις αποδέχεται και η αμερικανική πλευρά), τουλάχιστον 1,1 τρισ. δολάρια στην οικονομία της χώρας.
Πρόκειται για τον πλέον μακροχρόνιο οικονομικό αποκλεισμό στη σύγχρονη ιστορία. Ποτέ καμιά χώρα δεν υπέστη τέτοιο καθολικό αποκλεισμό. Μέχρι το 1959 το 73% των εξαγωγών της Κούβας προοριζόταν για τις ΗΠΑ από όπου προερχόταν και το 70% των εισαγωγών. Τα μηχανήματα, τα εξαρτήματα, οι πρώτες ύλες, βασικά τρόφιμα προέρχονταν από τις ΗΠΑ. Με την απότομη και βίαιη διακοπή των οικονομικών σχέσεων που προκάλεσαν οι ΗΠΑ, η Κούβα κατάφερε να εξισορροπήσει κάπως την κατάσταση μόνο χάρη στην ταχύτατη ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων με τη Σοβιετική Ενωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Το 1962 το 82% των οικονομικών της συναλλαγών διεξαγόταν με αυτές τις χώρες.

Η είσοδος των ανταρτών στην Αβάνα την 1η Ιανουαρίου 1959 ήταν θριαμβευτική. Αριστερά πάνω στο τζιπ ο Καμίλο Σιενφουέγος

Μετά το 1990 και την καπιταλιστική παλινόρθωση στην αν. Ευρώπη οι ΗΠΑ έλαβαν περαιτέρω μέτρα αύξησης της οικονομικής πίεσης. Με τον τρόπο αυτό φιλοδοξούσαν να στραγγαλίσουν οικονομικά τη χώρα και να ανατρέψουν το καθεστώς ή πάντως να εξασθενήσουν την αίγλη του. Για παράδειγμα:

α. Με τον νόμο Τοριτσέλι του 1992 εντάθηκε ο αποκλεισμός. Στο εξής κάθε πλοίο που θα έδενε σε κουβανικό λιμάνι απαγορευόταν να εισέλθει στις ΗΠΑ για τους επόμενους έξι μήνες. Αυτό σήμαινε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ιδιαίτερα αυξημένα ναύλα για τα εμπορεύματα που εισάγονται ή εξάγονται από την Κούβα.

β. Το 1996 προστέθηκε ο νόμος Χέλμς - Μπάρτον βάσει του οποίου επιβάλλονται κυρώσεις σε όποιες επιχειρήσεις οποιοσδήποτε χώρας εγκατασταθούν στην Κούβα αξιοποιώντας τις εγκαταστάσεις των εθνικοποιημένων από το 1959 επιχειρήσεων των ΗΠΑ. Σκοπός της ρύθμισης ήταν η αποθάρρυνση των ξένων επενδύσεων στην Κούβα.

γ. Βάσει άλλης ρύθμισης οι αυτοκινητοβιομηχανίες της Ιαπωνίας ή της Νότιας Κορέας πρέπει να μπορούν να υποδεικνύουν ότι δεν έχουν χρησιμοποιήσει κουβανικό νικέλιο προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να πουλήσουν τα οχήματά τους στις ΗΠΑ. Παράλληλα, ισχύουν πάντοτε διάφοροι διοικητικοί και οικονομικοί περιορισμοί για τα ταξίδια πολιτών των ΗΠΑ προς την Κούβα.

Είναι προφανές ότι όλες οι παραπάνω πρακτικές συνιστούν παραβιάσεις του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του διεθνούς δικαίου, ωμές παραβιάσεις της εθνικής κυριαρχίας της Κούβας. Ενα μέρος του εδάφους της Κούβας βρίσκεται ακόμη υπό τη στρατιωτική κατοχή των ΗΠΑ: το Γκουαντάναμο όπου βρίσκεται το περιβόητο κολαστήριο.

Η Βίλμα Εσπιν μετέπειτα σύζυγος του Ραούλ Κάστρο, με περιβραχιόνιο της 26ης Ιουλίου. ο Φίντελ Κάστρο έθεσε ως αρχή του Κινήματος τον ένοπλο αγώνα, ο οποίος μπορούσε να είναι επιτυχής μόνο αν στηριζόταν σε ένα πλατύ μαζικό κίνημα.

Οι δυσκολίες μετά το 1990

Αν και πραγματοποιήθηκαν σοβαρά βήματα για την υπέρβαση της υπανάπτυξης, η Κούβα δεν πρόλαβε να οικοδομήσει μια στέρεη βιομηχανική και τεχνολογική βάση μέχρι το 1990.
Η κληρονομιά της τριτοκοσμικής υπανάπτυξης τη βάραινε και δεν ήταν δυνατό να εξαλειφθεί σε μερικές δεκαετίες. Η συνεχής οικονομική και στρατιωτική πίεση των ΗΠΑ εμπόδιζε εξάλλου συστηματικά μια τέτοια εξέλιξη. Η συνεργασία με τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες βοηθούσε αλλά είχε και κάποια όρια. Εξάλλου, αναπόφευκτα ήταν και τα λάθη. Κατά τη δεκαετία του 1960 ο επαναστατικός ενθουσιασμός δημιούργησε συχνά την πεποίθηση ότι θα ήταν δυνατή μια γρήγορη μετάβαση στον στόχο και μια γρήγορη υπέρβαση των εμπορευματικών σχέσεων γενικά. Το λάθος διορθώθηκε τη δεκαετία του 1970.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η κουβανέζικη ηγεσία ξεκίνησε μια μεγάλη δημόσια συζήτηση με σκοπό τη βελτίωση των μεθόδων παρέμβασης στην οικονομία και την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας. Ο Φιντέλ Κάστρο κήρυξε την ανάγκη στροφής στη μελέτη της οικονομικής σκέψης του Ερνέστο Γκεβάρα προκειμένου να αντληθούν από εκεί συμπεράσματα.

Η προσπάθεια έμεινε ημιτελής. Τα σχέδια αυτά αναγκαστικά εγκαταλείφθηκαν καθώς η κατάσταση άλλαξε δραματικά το 1991, όταν η χώρα έχασε τους βασικούς εμπορικούς της εταίρους εξαιτίας των ανατροπών στην πρώην Σοβιετική Ενωση και στα άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη. Τότε βρέθηκε πλήρως απομονωμένη, χωρίς να μπορεί να πουλήσει ή να αγοράσει τα στοιχειώδη στην παγκόσμια αγορά. Ο αποκλεισμός των ΗΠΑ, ο οποίος είχε επιβληθεί με την επικράτηση της επανάστασης και ήταν ήδη δυσβάσταχτος, απέκτησε καταθλιπτική επίδραση. Το ΑΕΠ της Κούβας έπεσε κατά 35%. Το βιοτικό επίπεδο του λαού σημείωσε δραματική πτώση. Διαφυλάχτηκαν ωστόσο οι σημαντικότερες κατακτήσεις σε υγεία και παιδεία.

Για να επιβιώσει η Κούβα προσανατολίστηκε στην ελεγχόμενη συνεργασία με το ξένο κεφάλαιο, ιδίως στον τομέα του τουρισμού. Αναγκαστικά η προσπάθεια σταδιακής εκβιομηχάνισης, η οποία είχε ξεκινήσει το 1959 και ανακόπηκε βίαια το 1991, πέρασε μάλλον σε δεύτερη μοίρα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τα πράγματα άρχισαν να βελτιώνονται αργά και επίπονα αλλά σταθερά.
Τα δομικά όμως προβλήματα δεν έπαψαν να υπάρχουν εφόσον και ο διεθνής περίγυρος παρέμεινε εχθρικός.

Η διανομή γαιών στους αγρότες ήταν από τις πρώτες της επαναστατικής κυβέρνησης. Ο Κάστρο υπογράφει την πράξη της αγροτικής μεταρρύθμισης.

Σήμερα, υπό την επίδραση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, έχει πληγεί ο τουρισμός, η βασική δηλαδή πηγή εισοδήματος της Κούβας. Ο αριθμός των τουριστών μειώθηκε λόγω της πτώσης των εισοδημάτων των εργαζομένων στις καπιταλιστικές χώρες. Οι τιμές των ειδών εισαγωγής αυξήθηκαν δραματικά. Μόνο για το 2011 η αύξηση των διεθνών τιμών προκάλεσε επιπλέον επιβάρυνση 800 εκατομμυρίων δολαρίων στις εισαγωγές της Κούβας.

Παράλληλα, η τιμή του βασικού εξαγώγιμου αγαθού της, του περιζήτητου άλλοτε νικελίου, έχει υποχωρήσει στο 1/3 της τιμής του 2008. Η αγροτική παραγωγή παραμένει προβληματική λόγω της παρατεταμένης ξηρασίας. Οι καταστροφές από τους τυφώνες που σάρωσαν τα τελευταία χρόνια το νησί δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί. Οι ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ ήταν 1% το 2014,4,4% το 2015, 1,6% το 2017, ενώ αναμένεται να είναι 2% το 2018.

Οι νέες οικονομικές κατευθύνσεις 

Η οικονομική κρίση, λοιπόν, μαζί με μια σειρά συγκυριακούς παράγοντες και χρόνιες αδυναμίες του οικονομικού συστήματος της Κούβας οδήγησαν την ηγεσία της χώρας στην απόφαση να εισηγηθεί μια σειρά από αλλαγές. Σε συνθήκες πλήρους καπιταλιστικής απομόνωσης η χώρα ήταν αναγκασμένη να προβεί σε ελεγχόμενο, περιορισμένο άνοιγμα στις εμπορευματικές σχέσεις προκειμένου να επιβιώσει και να επιτύχει τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού. Για τον ίδιο λόγο διατηρεί τη δημόσια ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής και τον κρατικό σχεδίασμά στην οικονομία.

Ενας από τους βασικούς οικονομικούς στόχους της τρέχουσας οικονομικής πολιτικής είναι η άνοδος της αγροτικής παραγωγής και η αύξηση της παραγωγικότητας του δημόσιου τομέα. Για τον σκοπό αυτό δίνονται κίνητρα μετακίνησης σε αγροτικές παραγωγικές δραστηριότητες, ώστε να αυξηθεί η εγχώρια παραγωγή. Παραχωρούνται (για ατομική ή συνεταιριστική εκμετάλλευση) εκτάσεις που μέχρι πρόσφατα έμεναν ακαλλιέργητες. Στόχοι είναι η υποκατάσταση των εισαγωγών τροφίμων και η διατροφική επάρκεια της Κούβας.

Παράλληλα, στον τομέα των υπηρεσιών (εστιατόρια, ταξί κ.λπ.) έχει επιτραπεί η ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα ή και η συνένωση των ατομικών παραγωγών σε συνεταιρισμούς. Το τελευταίο δεν είναι εντελώς νέο για την κουβανέζικη κοινωνία.
Με τα νέα μέτρα καταβάλλεται προσπάθεια να υπάρξει ένας εξορθολογισμός αφού τέτοιες δραστηριότητες υπήρχαν είτε νόμιμα είτε παράνομα. Με τη νομιμοποίηση τέτοιων επιχειρήσεων επιχειρήθηκε να ελεγχθεί οικονομικά, άρα και κοινωνικά, το τμήμα αυτό του πληθυσμού που είχε συσσωρεύσει παράνομα εισοδήματα.

500.000 εργαζόμενοι μεταφέρθηκαν από τον υπερπλήρη δημόσιο τομέα της οικονομίας στις νέες αυτές δραστηριότητες. Σήμερα το 13% του εργατικού δυναμικού ανήκει πλέον στην κατηγορία των αυτοαπασχολουμένων με χωρίς προσωπικό. Στο πλαίσιο της προσπάθειας ανόδου της παραγωγικότητας των κρατικών επιχειρήσεων τους παραχωρήθηκε επίσης μεγαλύτερη αυτονομία στις οικονομικές αποφάσεις. Η αυτοτέλεια αυτή δεν έχει οδηγήσει στην πλήρη αυτονόμησή τους και την κατάργηση του κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού.

Προκλήσεις στην κόψη του ξυραφιού 

Οι νέες οικονομικές κατευθύνσεις ενέχουν δίχως άλλο κινδύνους για την κουβανέζικη επανάσταση και την ανεξαρτησία της Κούβας. Μέχρι το 1990 η χώρα διακρινόταν για τη μικρή ψαλίδα στην κατανομή του εισοδήματος οποία δεν ξεπερνούσε το 1:4. Σήμερα η κατάσταση έχει διαφοροποιηθεί. Τμήματα του πληθυσμού που ασχολούνται με τον τουρισμό και το μικρεμπόριο διαθέτουν εισοδήματα πολλαπλάσια του μέσου εργαζομένου. Η αναλογί μπορεί να φτάνει ακόμη και το 1:40.

Η κοινωνική διαφοροποίηση θα προκαλέσει εντάσι και πιέσεις για αναπροσανατολισμό συνολικά της kc βανικής οικονομίας και κοινωνίας. Τα στρώματα π συγκεντρώνουν τα υψηλότερα εισοδήματα είναι πι( νό να πιέσουν για μια ευρύτερη αλλαγή προς τον κα ταλισμό. Ωστόσο η πλειονότητα της κουβανικής κοπ νιας (εργάτες και υπάλληλοι, αγρότες, η πλειονόττ των μικροεπιχειρηματιών) δεν φαίνεται διατεθειμέ να απολέσει τα κοινωνικά πλεονεκτήματα της επσ στάσης, μαζί και το αίσθημα εθνικής αξιοπρέπειας r έχουν κατακτήσει.

Η ανατροπή του επαναστατικού καθεστώτος μπορεί να προκύψει μόνο αν η διαφθορά κυριαρχήσει στα ηγετικά κλιμάκια του κράτους και του ΚΚ Κούβας. Μό΄νο αν υπάρξει μια τέτοια άτυπη συμμαχία των υψηλότερων εισοδημάτων με την κομματική και κρατική ηγεσία, αυτή μπορεί να οδηγήσει στην παλινόρθωση του καπιταλισμού. Οπως έχει δείξει η εμπειρία της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, της Κίνας και των πρώην σοσιαλιστικών κρατών στην ανατολική Ευρώπη, η καπιταλιστική παλινόρθωση δρομολογήθηκε εκεί με πρωτοβουλία της ηγετικής γραφειοκρατίας και όχι ως ανάγκη της ίδιας της κοινωνίας και της οικονομίας.

Η ηγεσία του ΚΚ Κούβας δεν φαίνεται να προσανατολίζεται σε έναν τέτοιο δρόμο. Το σχέδιο συντάγματος το οποίο βρίσκεται σε δημόσια συζήτηση εδώ και μερικούς μήνες και του οποίου η ψήφιση θα ολοκληρωθεί με δημοψήφισμα τον Φεβρουάριο δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Δεν υιοθετεί το μοντέλο της «σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς», όπως είχε κάνει η Κίνα με την αναθεώρηση του δικού της συντάγματος το 1993. Η υιοθέτηση αυτού του μοντέλου στην Κίνα οδήγησε στην ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων.

Παράλληλα η Κούβα προσπαθεί πάντοτε να δημιουργήσει ρήγματα στον οικονομικό αποκλεισμό. Οικοδομεί όσο το επιτρέπει ο διεθνής συσχετισμός οικονομικές σχέσεις με άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Σημαντικό μέρος αυτού του σχεδίου είναι η ALBA (Μπολιβα-ριανή Εναλλακτική για την Αμερική), όπου συμμετέχουν
η Βενεζουέλα και η Νικαράγουα. Οικοδομεί ισορροπημένες σχέσεις με την Κίνα και τη Ρωσία σε ισότιμη βάση.

Επιχειρεί να σταθεροποιεί την οικονομία της, κρατώντας τον έλεγχο των βασικών πυλώνων, βελτιώνοντας το βιοτικό επίπεδο του λαού, διαρρηγνύοντας τον αποκλεισμό και κερδίζοντας χρόνο: μέχρι να προκύψουν προοδευτικές ή και επαναστατικές κυβερνήσεις που θα της δώσουν τη δυνατότητα να αναπτυχθεί πιο ελεύθερα και δυναμικά. Κρίσιμο ζήτημα είναι η λαϊκή συμμετοχή στις μεγάλες αποφάσεις οικονομικού και πολιτικού χαρακτήρα.

Το κουβανικό πολιτικό και συνταγματικό σύστημα στηρίζεται στις λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές και στους εργασιακούς χώρους. Κατά κανόνα, ειδικά στις δύσκολες περιστάσεις, η συμμετοχή στη δημόσια συζήτηση έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Συνέβαλε στην αποδοχή των όποιων αποφάσεων της κυβέρνησης και την υπέρβαση των δυσκολιών. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1990.

Αν το σύστημα των λαϊκών συνελεύσεων διατηρήσει τη ζωτικότητά του, τότε η λήψη των όποιων αποφάσεων θα έχει τη σύμφωνη γνώμη του λαού. Επιπλέον, θα είναι δυνατός, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, ο έλεγχος της κοινωνίας στην κρατική ηγεσία ώστε να αποτραπούν φαινόμενα διαφθοράς Διαφορετικά, αν δεν γίνουν κατορθωτά τα παραπάνω και η Κούβα ακολουθήσει τον δρόμο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, ένα βαθύ χάσμα κοινωνικής ανισότητας θα εμφανιστεί με τη συσσώρευση πλούτου στα χέρια λίγων και τη βαθιά φτωχοποίηση της πλειονότητας με την κατάργηση των σημαντικών εργασιακών και κοινωνικών κατακτήσεων της επανάστασης.

Η αύξηση των αυτοαπασχολουμένων στο 13% του εργατκού δυναμικού δημιούργησε μια κοινωνική ομάδα πλουσίων και μεγένθυνε την ψαλίδα μεταξύ εισοδημάτων από το 1:4 στο 1:20 ή και στο 1:40. Σαλόνι αισθητικής και κομμωτήριο στην Αβάνα.

Κυρίως όμως η Κούβα θα μετατραπεί και πάλι σε χώρα υποτελή στις ΗΠΑ, μαστιζόμενη από τη φτώχεια, την υπανάπτυξη και την εγκληματικότητα όπως οι γειτονικές χώρες Αϊτή, Δομινικανή Δημοκρατία και Πουέρτο Ρίκο.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Επανάσταση σε μία μικρή νησιωτική χώρα της Καραϊβικής

 ΝΙΚΗΦΟΡΑ, ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ


Το καρυδότσουφλο «Γκράνμα» των 82 τρελών του Φιντέλ περιπλανιέται επί εφτά ημέρες στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Κολλάει και εντοπίζεται από την αεροπορία του Μπατίστα στις 2 Δεκεμβρίου του 1956. Θα απομείνουν μόνο 24 άτομα με εφτά τουφέκια. Την Πρωτοχρονιά του 1959 οι «μπαρμπούδος» μπαίνουν θριαμβευτικά στην Αβάνα

Του Κρύωνα Ηλιόπουλου - Μεταφραστή, συγγραφέα βιολόγου, Hot History, Documento

Οι Κουβανοί επαναστάτες, οι «μπαρμπούδος» με επικεφαλής τον Καμίλο Σιενφουέγος, μπαίνουν στην Αβάνα θριαμβευτές και έφιπποι τον Ιανουάριο του 1959. Από τα πέτρινα χρόνια της ήττας στο Μονκάδα, της εξορίας οτο Μεξικό και του αντάρτικου στη Σιέρα Μαέστρο έχουν περάσει μόλις πέντε χρόνια, πέντε μήνες και πέντε μέρες (φωτογραφία Osvaldo Salas)

«Καμιά άλλη επανάσταση δεν θα μπορούσε να είχε σχεδιαστεί καλύτερα στο να έχει τέτοια μεγάλη απήχηση στην Αριστερά του δυτικού ημισφαιρίου στα τέλη της δεκαετίας του παγκόσμιου συντηρητισμού.
Η επανάσταση της Κούβας είχε τα πάντα: ρομαντισμό, ηρωισμό στα βουνά, ηγέτες πρώην φοιτητές με την ανιδιοτελή γενναιοδωρία της νιότης τους, ενθουσιώδη λαό σ’ έναν τροπικό παράδεισο που ζούσε στον ρυθμό της ρούμπας.
Κι ακόμη μπορούσαν να ζητωκραυγάζουν γι' αυτήν όλοι οι αριστεροί επαναστάτες».

Ερικ Χομπσμπάουμ,

«Η εποχή των άκρων»

Πέντε χρόνια, πέντε μήνες και πέντε μέρες μετά την αποτυχημένη έφοδο στα στρατόπεδα Μονκάδα και Μπαγιάμο στις 26 Ιουλίου 1953, οι Κουβανοί επαναστάτες έμπαιναν . στην Αβάνα θριαμβευτές.

Συνολικά οι ένοπλοι αντάρτες ήταν 3.000 άτομα. Τα περισσότερα όπλα που διέθεταν τα είχαν κατασχέσει από τον εχθρό σε μάχες. Η πορεία τους ήταν καταιγιστική. Δύο χρόνια πριν από τη νίκη τους, στις 2 Δεκεμβρίου του 1956, μόλις 80 άτομα είχαν αποβιβαστεί στην Κούβα.
Ξεκίνησαν τον πόλεμο με εφτά τουφέκια. Κι ενώ τον Αύγουστο του 1958 έμοιαζαν μια ασήμαντη απειλή στα δασωμένα βουνά της Κούβας, τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς οι κατάκοποι και πεινασμένοι γενειοφόροι αντάρτες, οι περίφημοι «μπαρμπούδος» (οι μουσάτοι), καταλάμβαναν τη μια πόλη μετά την άλλη, ώσπου στις δύο μετά τα μεσάνυχτα της 1ης Ιανουάριου του 1959 ο δικτάτορας Μπατίστα απογειώνεται από την Αβάνα και κηρύσσεται γενική απεργία στη χώρα.

Είναι μια συντριπτική και κεραυνοβόλα νίκη που αφήνει άναυδη όλη την αμερικανική ήπειρο και μεγάλο μέρος του πλανήτη. Τα αποτελέσματά της δεν θ' αργήσουν να φανούν όχι μόνο στο μικρό νησί της Καραϊβικής αλλά σε όλη την ήπειρο. Η επιρροή της θα φτάσει πολύ μακριά τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο.


Στρατόπεδο Μονκάδα. Η πρώτη έφοδος 

Την 26η Ιουλίου 1953 είχε κάνει την πρώτη της επαναστατική ενέργεια η πολιτική οργάνωση που αργότερα ονομάστηκε Κίνημα 26ης Ιουλίου.
Ο αρχικός πυρήνας της ομάδας ήταν νέοι δημοκρατικοί που ανήκαν ή συμπαθούσαν το κόμμα του Εδουάρδο Τσιμπάς, κατά του οποίου είχε κάνει το πραξικόπημα ο Μπατίστα.
Εναν χρόνο νωρίτερα στην Αβάνα δύο αδέρφια, ο Αμπέλ και η Αϊδέ Σανταμαρία, ο Φιντέλ Κάστρο και η Μέλβα Ερνάντες σχέδιασαν την ένοπλη ανατροπή της δικτατορίας.
Συμπαθούσαν πολιτικά το Ορθόδοξο Κόμμα με ηγέτη τον Εδουάρδο Τσιμπάς και δεν είχαν σχέση με το PSP, όπως ονομαζόταν το κομμουνιστικό κόμμα της Κούβας, το κόμμα του θρυλικού κομμουνιστή Μέγια, το οποίο τους θεωρούσε μικροαστούς τυχοδιώκτες.
Την έφοδο στα στρατόπεδα, κρατικά κτίρια και νοσοκομείο την πραγματοποίησαν τελικά 129 άντρες και δύο γυναίκες.

Εκείνη την 26η Ιουλίου του 1953 επικεφαλής των τριών ομάδων ανταρτών ήταν ο Αμπέλ Σανταμαρία, ο Ραούλ Κάστρο και ο Φιντέλ Κάστρο. Οι δύο πρώτες πέτυχαν νίκη, όμως η τρίτη και μεγαλύτερη ηττήθηκε στο στρατόπεδο Μονκάδα. Οι αντάρτες φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν. Ο Αμπέλ Σανταμαρία πέθανε από τα φρικτά βασανιστήρια. Οι βασανιστές έδειξαν το βγαλμένο μάτι του στην αδερφή του Αϊδέ για να την κάνουν να μιλήσει. Το ίδιο έκαναν και με τη δεύτερη γυναίκα της ομάδας, τη Μέλβα Ερνάντες, σκοτώνοντας τον φίλο της.

Οικογένεια Σανταμαρία. Τα παιδιά της "καλής κοινωνίας" που μπήκαν στις επαναστατικές οργανώσεις. Ο Αμπέλ (1ος από αριστερά) και η Αϊδέ (προτελευταία) πήραν μέρος σττην επίθεση κατά του στρατοπέδου Μονδάδα. Οι βασανιστές του Αμπέλ Σανταμαρία προτού τον σκοτώσουν του έβγαλαν το μάτι και το επέδειξαν στην αδελφή του Αϊδέ.

Παρά τη βία της δικτατορίας η αντίσταση εναντίον της δυνάμωνε και ο δικτάτορας Μπατίστα υποχρεώθηκε να παραχωρήσει γενική αμνηστία για τους πολιτικούς κρατούμενους. Οι φυλακισμένοι βγαίνουν από τη φυλακή και ο Φιντέλ Κάστρο φεύγει στο Μεξικό για να προετοιμάσει τη νέα απόπειρα ανατροπής της δικτατορίας. Οι Κουβανοί επαναστάτες θα ονομάσουν την οργάνωσή τους Κίνημα 26ης Ιουλίου.

Μετά την παροχή γενικής αμνηστίας οι πολιτικοί κρατούμενοι αποφυλακίζονται. Ο Φίντελ Κάστρο φεύγει για το Μεξικό προκειμένου να ετοιμάσει τη νέα απόπειρα ανατροπής της δικτατορίας.

Το Μεξικό και η «Γιαγιά»

Ο Φιντέλ Κάστρο, που ήταν ο φυσικός και αναγνωρισμένος ηγέτης της επαναστατικής ομάδας, δεν ήταν κομμουνιστής ούτε προσδιοριζόταν ως μαρξιστής παρότι είχε καλή γνώση της μαρξιστικής θεωρίας.
Απ’ όλη την ομάδα, μόνο ο μικρότερος αδερφός του Φιντέλ, Ραούλ Κάστρο, ήταν κομμουνιστής και υπήρξε μέλος της νεολαίας του κομμουνιστικού κόμματος της Κούβας που τότε λεγόταν PSP (Partido Socialista Popular, Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα), το οποίο είχε μικρή επιρροή και δεν είχε στόχο την ένοπλη εξέγερση και την άμεση κατάκτηση της εξουσίας.
Ο Ραούλ Κάστρο στο Μεξικό, ενώ περιμένει την απελευθέρωση του αδερφού του Φιντέλ, συνδέεται με κομμουνιστές επαναστάτες από διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων είναι και ο Αργεντινός Ερνέστο Γκεβάρα.

Οταν ο Φιντέλ φτάνει στο Μεξικό, αρχίζει η συστηματική προετοιμασία για τη νέα απόπειρα ανατροπής της δικτατορίας στην Κούβα. Στην ομάδα των Κουβανών εντάσσεται και ο Γκεβάρα, ο οποίος αφοσιώνεται με πάθος στον αγώνα τους.
Ο Φιντέλ τον εκτιμά από την πρώτη στιγμή και γίνονται στενοί φίλοι.

Ο Γκεβάρα έχει περισσότερα κοινά στις πολιτικές απόψεις με τον Ραούλ λόγω μαρξιστικών καταβολών, όμως γοητεύεται από τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του Φιντέλ, παρά τις πολιτικές διαφορές τους. Πολλές φορές θα διαπιστώσει πως ο Φιντέλ Κάστρο μπορεί να κερδίζει τη συμπάθεια όλων με τον χαρακτήρα, του, πως καταφέρνει να ηγείται πάνω από διαφορές αλλά και πως βάζει σε προτεραιότητα την ανθρώπινη ζωή ακόμη και με συνέπειες για τον στόχο του αγώνα.

Ο Φιντέλ στηρίζεται πολύ στη φιλία και στις ανθρώπινες σχέσεις, δείχνοντας πίστη στις θεμελιώδεις αξίες του ανθρωπισμού. Δύο χρόνια μετά τη γνωριμία τους, ως «Τσε» πλέον, λέει στον Αργεντινό δημοσιογράφο Ρικάρδο Μασέτΐ: «Ο Φιντέλ με εντυπωσίασε γιατί ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. Αντιμετώπιζε τις πιο απίθανες καταστάσεις και πάντοτε έβρισκε λύσεις. Ηταν απολύτως βέβαιος ότι θα πετύχαινε τον στόχο του να μπει στην Κούβα, ότι θα πάλευε ώσπου να νικήσει και ότι τελικά θα νικούσε. Συμμερίστηκα την αισιοδοξία του».

Ο 30χρονος δικηγόρος Φιντέλ σαγήνευε με τη ρητορική του, την τόλμη του, τις βεβαιότητες του και την αισιοδοξία του, αλλά επίσης ήταν διάσημος για τη συνέπεια των λόγων του με τις πράξεις του. Προτού ακόμη εξασφαλίσει όλα τα μέσα για το ταξίδι στην Κούβα, η ομάδα των επαναστατών εκπαιδεύεται. Στην αρχή φροντίζουν για τη φυσική τους εκγύμναση και την αναθέτουν σ’ έναν Μεξικανό παλαιστή, τον Αρσάσιο Βανέγας. Οι μεγάλες πεζοπορίες είναι η βασική μέθοδος, όμως γρήγορα ο Φιντέλ πείθει τον Ισπανό Μπάγιο να αναλάβει τη στρατιωτική εκπαίδευση της ομάδας και για τον σκοπό αυτό νοικιάζουν ένα αγρόκτημα.
Ο Αλμπέρτο Μπάγιο είναι πρώην συνταγματάρχης του στρατού της Ισπανικής Δημοκρατίας στον Ισπανικό Εμφύλιο και παρότι θεωρεί «σκέτη τρέλα» την ιδέα του Φιντέλ για εισβολή, δέχεται να εκπαιδεύσει στα όπλα τους τρελούς ονειροπόλους.
Ο Αντόνιο δελ Κάντε, ή αλλιώς «Κουάτε» (κολλητός, φιλαράκι στην αργκό), ιδιοκτήτης ενός μικρού οπλοπωλείου στο κέντρο της Πόλης του Μεξικού, αρχίζει να προμηθεύει με όπλα τους Κουβανούς. Παρότι ο Φιντέλ του προσφέρει 10% κέρδος, ο Κουάτε δίνει τα όπλα σε τιμή κόστους.

Οι εξόριστοι Κουβανοί φροντίζουν για τη φυσική τους κατάσταση και αναθέτουν την εκγύμνασή τους σε έναν Μεξικανό΄παλαιστή. (Ο Ραούλ (στη μέση) και ο Τσε (δεξιά) στην παραλία της Βερακρούς.

Ενώ συνεχώς έρχονται νέοι εθελοντές στην ομάδα -αρκετοί μάλιστα δεν είναι Κουβανοί, αλλά πολιτικοί εξόριστοι από άλλες χώρες-, οι μεξικανικές αρχές τους ανακαλύπτουν. τους συλλαμβάνουν και κατάσχουν μεγάλο μέρος του οπλισμού. Με τη μεσολάβηση του πρώην προέδρου Λάσαρο Κάρδενας αφήνονται ελεύθεροι.

Τώρα ο Φιντέλ αποφασίζει ότι πρέπει να ενεργήσουν το συντομότερο. Οταν μαθαίνει ότι ο Κουάτε είναι κατά το ήμισυ ιδιοκτήτης ενός γιοτ αποφασίζει ότι αυτό είναι το σκάφος με το οποίο θα γίνει το ταξίδι στην Κούβα, παρόλο που είναι μικρό και σε κακή κατάσταση. Το πλοιάριο το λένε «Γκράνμα», δηλαδή «Γιαγιά», όπως το έχει βαφτίσει ο Αμερικανός ιδιοκτήτης του που ακόμη έχει το μισό στην ιδιοκτησία του.
Παρά τις αντίθετες απόψεις αρκετών συνεργατών του, ο Φιντέλ βρίσκει χρήματα για την αγορά και την επισκευή του σκάφους και το σχέδιό του περνάει στην τελευταία φάση.

Ολοι διαφωνούν με το «τρελό σχέδιο» Σημείο-κλειδί στην επιχείρηση είναι η οργάνωση της δράσης στο εσωτερικό της Κούβας και την υποστήριξη της απόβασης της ένοπλης ομάδας την αναλαμβάνουν ο Φρανκ Παις και η Σέλια Σάντσες.
Ο Φρανκ είναι δάσκαλος και ηγέτης του αντιστασιακού κινήματος στην ανατολική Κούβα. Γνωρίζει τον Φιντέλ στο Μεξικό και παρότι διαφωνεί με την ιδέα της απόβασης, συμφωνεί να προετοιμάσει μια λαϊκή εξέγερση στο Σαντιάγο ώστε να συμπέσουν οι δύο ενέργειες.

Η Σέλια Σάντσες, κόρη γιατρού που ήταν ηγετικό στέλεχος του Ορθόδοξου Κόμματος (του Εδουάρδο Τσιμπάς), επίσης θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην προετοιμασία της απόβασης των ανταρτών από την πόλη Μανσανίγιο. Με τη βοήθεια της Σέλια οι αντάρτες θα βρουν τα πρώτα στηρίγματα για την ένοπλη δράση στη Σιέρα Μαέστρα. Αργότερα θα πολεμήσει και η ίδια μαζί με τον επαναστατικό στρατό.

Η Σέλια Σάντσες, κόρη γιατρού, επίσης θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην προετοιμασία της απόβασης και θα ακολουθήσει τον Κάστρο στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα.

Σε επίπεδο πολιτικών ηγεσιών ο Φιντέλ έρχεται σε επαφή με τους άλλους ηγέτες της αντιπολίτευσης, με την οργάνωση Επαναστατικό Διευθυντήριο και με το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Κανένας δεν συμφωνεί με το «τρελό σχέδιο» του Φιντέλ, όμως προκύπτουν κάποιες στοιχειώδεις συμμαχίες για κοινή δράση που αργότερα θα προχωρήσουν.

Τελικά, τα μεσάνυχτα της 24ης προς 25η Νοεμβρίου η «Γιαγιά» αποπλέει από το Μεξικό με προορισμό την Κούβα. Επιβιβάζονται 82 άντρες μαζί με νερό και οπλισμό, ενώ η χωρητικότητα του σκάφους είναι το πολύ για 25 άτομα.
Επιπλέον, φεύγουν με άθλιες καιρικές συνθήκες και το καρυδότσουφλο των 82 τρελών περιπλανιέται επί εφτά ημέρες στη φουρτουνιασμένη Καραϊβική, αντί για τρεις που είχαν προβλέψει.
Οι μηχανές παθαίνουν βλάβη, χάνουν τη ρότα τους, τρόφιμα δεν υπάρχουν και οι περισσότεροι είναι σχεδόν λιπόθυμοι από τη ναυτία και την αφυδάτωση.

Από την άλλη, ο δικτάτορας Μπατίστα έχει ειδοποιηθεί. «Τους περιμένουν, ειδοποιημένοι από προδότες, πάνω από τριάντα πέντε χιλιάδες ένοπλοι, αστυνομικοί και στρατιώτες, εξοπλισμένοι με τανκς, δέκα πολεμικά πλοία, δεκαπέντε ακτοπλοϊκά και εβδομήντα οχτώ αεροπλάνα...» λέει στη βιογραφία του Τσε ο Μεξικανός συγγραφέας Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο II («Τσε», Εκδ. Κέδρος, μτφρ. Βασιλική Κνήτου).
Επιπλέον δεν καταφέρνουν να φτάσουν στο προβλεπόμενο σημείο αποβίβασης και τελικά το «Γκράνμα» κολλάει στη λάσπη σε απόσταση περίπου δύο μιλιών από την ακτή.
Καθώς προσπαθούν να φτάσουν σε στέρεο έδαφος τους εντοπίζει η αεροπορία του Μπατίστα.

Από τους 82 θα απομείνουν μόνο 24 άτομα, οπλισμένα με εφτά τουφέκια. Είναι αρχές Δεκεμβρίου του 1956 και αρχίζει ο ανταρτοπόλεμος στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα.

Από την επιβίωση στην επιχείρηση «Αστραπή» 

Ενώ ο Μπατίστα και τα μέσα ενημέρωσης τους θεωρούν νεκρούς, όσοι επέζησαν από τις ενέδρες και τις προδοσίες συγκεντρώνονται μετά την απόβαση στους πρόποδες της οροσειράς, όπου υπάρχει το δίκτυο υποστήριξης από χωρικούς που έχει οργανώσει η Σέλια Σάντσες.
Μετά τη στρατολόγηση νέων μαχητών και τη στοιχειώδη αναδιοργάνωση ο Φιντέλ επιλέγει το στρατόπεδο Λα Πλάτα για να πάρουν το βάφτισμα του πυρός και να αποκαλυφθεί η ύπαρξη των ανταρτών.
Η πρώτη μάχη διεξάγεται στις 16 Ιανουάριου με επικεφαλής τον Φιντέλ και είναι νικηφόρα. Το πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα είναι σφαίρες και όπλα: η πιο βασική ανάγκη των μαχητών.

Ο Τσε στο ημερολόγιό του περιγράφει με γλαφυρότητα την πρώτη μάχη: «Ο Καμίλο Σιενφουέγος, οχυρωμένος πίσω από ένα δέντρο, έριχνε στον λοχία που προσπαθούσε να ξεφύγει και ξόδεψε τα λιγοστά φυσίγγια που είχε». «Οι στρατιώτες μόλις που προσπαθούσαν να αμυνθούν ενώ τραυματίζονταν από τις σφαίρες μας. Ο Καμίλο Σιενφουέγος μπήκε πρώτος στο παράπηγμα, απ’ όπου ακούγονταν στρατιώτες να φωνάζουν ότι παραδίνονται». Επειτα περιγράφει τα λάφυρα:«[...] οχτώ Σπρίνγκφιλντ, ένα οπλοπολυβόλο Τόμσον και μερικές χιλιάδες φυσίγγια. Εμείς είχαμε ξοδέψει καμιά πεντακοσαριά [...]. Εκείνοι είχαν δύο νεκρούς, εμείς ούτε μια γρατσουνιά» (ό.π. σ. 145).

Από τον Γενάρη του 1957 έως και τον Δεκέμβρη του 1958 οι επιτυχίες των «μουσάτων» και «ξυπόλυτων» στρατηγών και στρατιωτών είναι συνεχείς. Κερδίζουν την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη των χωρικών που θα αποτελέσουν ουσιαστικό στήριγμα στον ανταρτοπόλεμο. Ενώ συνεχώς πολεμούν δημιουργούν δομές μιας διαφορετικής και δημοκρατικής διακυβέρνησης.
Σε περιοχές που καταλαμβάνουν μοιράζουν τις μεγάλες ιδιοκτησίες γης στους άκληρους χωρικούς που ζουν σαν σκλάβοι, φτιάχνουν τις πρώτες υποδομές παιδείας και υγείας, ενώ το Ράδιο Ρεμπέλδε αρχίζει να μεταδίδει από τα βουνά.


Ενώ ο στρατός των ανταρτών μαζικοποιείται αναδεικνύεται το στρατηγικό ταλέντο του Αργεντινού και ο Τσε Γκε-βάρα προάγεται σε κομαντάντε, δηλαδή αναλαμβάνει τη διοίκηση ενός ολόκληρου σώματος ανταρτών.

Η πιο σπουδαία ενέργειά του, που θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη νίκη, είναι να διασχίσει την Κούβα, να κόψει το νησί στα δύο και να ανοίξει νέο μέτωπο στα βουνά του Εσκαμπράι.
Η φάλαγγα του Τσε, με 148 μαχητές στην αρχή, κάτω από τρομακτική πίεση του στρατού του Μπατίστα και της αεροπορίας του, καταφέρνει να φτάσει στο Εσκαμπράι τον Οκτώβριο του 1958. Στο σημείο ετούτο ο Γκεβάρα διακρίνεται και στη διαχείριση των σχέσεων με τις άλλες επαναστατικές οργανώσεις, το Διευθυντήριο και το PSP, που είχαν επιρροή και δράση εκεί. Και σ’ όλη τη διάρκεια του επαναστατικού πολέμου δεν έλειψαν ποτέ οι πολιτικές διαφωνίες ανάμεσα στο «βουνό» και στην «πόλη», όπως συνήθως έλεγαν για τις διαφορές των ανταρτών με τις αντιστασιακές οργανώσεις των πολιτών.

Από τα βουνά του Εσκαμπράι ο Τσε θα εξαπολύσει την παράτολμη επιχείρηση «Αστραπή» που θα καταλήξει στη μεγάλη μάχη στην πόλη Σάντα Κλάρα στις 30 Δεκεμβρίου, ενώ οι άλλες μονάδες ανταρτών καταλαμβάνουν το Σαντιάγο. Ο Φιντέλ Κάστρο λέει για τον Ερνέστο Γκεβάρα: «Ο Τσε ήταν μαέστρος του πολέμου, ήταν αρτίστας στον ανταρτοπόλεμο [...] το απέδειξε στην κεραυνοβόλα επιχείρηση στη Λα Βίγιας, το απέδειξε, προπαντός στην τολμηρή επίθεση στην πόλη Σάντα Κλάρα, όπου με 300 μαχητές κατέλαβε μια πόλη την οποία υπεράσπιζαν τανκς, πυροβολικό και χιλιάδες στρατιώτες του πεζικού».

«Η κυβέρνηση δεν είναι κομμουνιστική»

Είναι γνωστές από το σινεμά οι εικόνες από την πρωτοχρονιάτικη Αβάνα, η οποία είναι ολόκληρη ένα κέντρο διασκέδασης της κουβανικής ελίτ των λίγων πάμπλουτων οικογενειών αλλά και των Βορειοαμερικανών τουριστών που γεμίζουν τα καζίνα και τα καμπαρέ, ενώ καταφτάνουν οι φάλαγγες των γενειοφόρων ανταρτών που καταλαμβάνουν την πόλη.

Ο τροβαδούρος της κουβανικής επανάστασης Κάρλος Πουέμπλα θα περιγράφει στο τραγούδι πως τώρα «ήρθε ο κομαντάντε και τέλειωσε το γλέντι» για όλους αυτούς. Η λαϊκή οργή ξεχειλίζει, απαιτεί εκδίκηση, πλήθη ορμούν μέσα στα σύμβολα της καταρρέουσας εξουσίας και πετούν στον δρόμο τις ρουλέτες και τις πράσινες τσόχες από τα καζίνα.

Για το λαό της Κούβας οι πρώτες μέρες μετά την νίκη της επανάστασης ήταν ένα πανηγύρι. Ενώ έχει κηρυχθεί γενική απεργία ο κόσμος ξεχύνεται στους δρόμους. Σχηματίζεται η πρώτη κυβέρνηση, στην οποία συμμετέχουν όλες οι μαχόμενες αντιδικτατορικές δυνάμεις, όχι μόνο το Κίνημα της 26ης Ιουλίου.
Ο Φιντέλ απαντάει ρητά και θα επαναλάβει αργότερα ότι «η επαναστατική κυβέρνηση δεν είναι κομμουνιστική». Αλλωστε ο ίδιος δεν δηλώνει κομμουνιστής. Ωστόσο ούτε οι φιλελεύθεροι δημοκρατικοί ούτε οι αντάρτες έχουν την απαραίτητη οργάνωση πολιτών ώστε να δημιουργηθούν παντού οι απαραίτητες δομές. Στην προσπάθεια οργάνωσης των πολιτών θα συνεισφέρει ουσιαστικά η υπάρχουσα οργάνωση του PSP, του κομμουνιστικού κόμματος της Κούβας.

Τα πρώτα μέτρα της επανάστασης ανακουφίζουν τις πιο εξαθλιωμένες κοινωνικές ομάδες και προπαντός τους αγρότες. Αλλωστε η κουβανική επανάσταση είναι κυρίως αγροτική επανάσταση, οι εργάτες της υπαίθρου, οι χωρικοί είναι η ψυχή της.

Από τις πρώτες ενέργειες ήταν η παραδειγματική τιμωρία των βασικών ενόχων για τα εγκλήματα της δικτατορίας του Μπατίστα. Οι δολοφόνοι και οι βασανιστές αναρίθμητων αγωνιστών της δημοκρατίας αναγκάστηκαν να δώσουν λόγο για τις πράξεις τους. Ο λαός ζητούσε δικαιοσύνη. Αρκετοί κατάφεραν να φύγουν από την Κούβα, εγκαταλείποντας άρον άρον την περιουσία τους. Ο στρατός του Μπατίστα διαλύθηκε και η δημόσια διοίκηση καθαρίστηκε από τους συνεργάτες της δικτατορίας. Οι εργάτες που είχαν απολυθεί την περίοδο της δικτατορίας επαναπροσλήφθηκαν και στις 6 Μαρτίου ψηφίστηκε ο νόμος που μείωνε κατά 50% το ενοίκιο στις κατοικίες.

Στις 21 Απριλίου κηρύσσεται η ελεύθερη χρήση όλων των παραλιών του νησιού, όπου υπήρχαν κοινωνικές διακρίσεις. Μειώθηκε η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, χιλιάδες δάσκαλοι διορίστηκαν στην ύπαιθρο και από την πρώτη στιγμή άρχισαν να φτιάχνονται νέα νοσοκομεία.

Αλλά το πιο σημαντικό μέτρο της νέας εξουσίας ήταν η πρώτη αγροτική μεταρρύθμιση, που ψηφίστηκε τον Μάιο. Οι μεγάλες φυτείες ζαχαροκάλαμου που ανήκαν σε ελάχιστες οικογένειες μετρημένες στα δάχτυλα και σε αμερικανικές εταιρείες μοιράστηκαν στους αγρότες.

Η ζημιά στα συμφέροντα των ΗΠΑ γίνεται αφορμή για να κηρύξουν οι Αμερικανοί πόλεμο στην κουβανική επανάσταση. Ομως η συντριπτική πλειονότητα των Κουβανών στηρίζει ενεργητικά την επανάσταση όπως και τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη της Φιντέλ Κάστρο.

Λέει ο Ερικ Χομπσμπάουμ στην «Εποχή των άκρων»: «Οι περισσότεροι κάτοικοι της Κούβας είχαν την αίσθηση ότι η νίκη του Φιντέλ σήμαινε απελευθέρωση και μια απέραντη υπόσχεση, ενσαρκωμένη στο πρόσωπο του νεαρού διοικητή των ανταρτών. Πιθανότατα κανένας ηγέτης στον Σύντομο Εικοστό Αιώνα -εποχή γεμάτη από χαρισματικές προσωπικότητες των μπαλκονιών και των μικροφώνων-που έγινε είδωλο των μαζών δεν είχε λιγότερους σκεπτικιστές ή εχθρικούς ακροατές απ’ αυτό τον εύσωμο, γενειοφόρο, ασυνεπή στα ραντεβού του και με τσαλακωμένη στρατιωτική στολή εργασίας άντρα, ο οποίος κάποτε εκφωνούσε λόγους ώρες ατελείωτες, συμμεριζόμενος τις μάλλον μη σημαντικές σκέψεις του με τεράστια πλήθη, τα οποία αναμφίβολα τον άκουγαν με κατάνυξη» (Εκδόσεις Θεμέλιο, μτψρ Βασίλης Καπετανγιάννης, σ. 5S9).

Οι ΗΠΑ έκαναν τον Κάστρο κομμουνιστή

Ουσιαστικά η επανάσταση στην Κούβα ήταν εθνικοαπελευθερωτική, με στοιχειώδη δημοκρατικά αιτήματα που δεν συνιστούσαν ανατροπή του καπιταλισμού. Το «Μανιφέστο της Σιέρα Μαέστρα» που είχε συντάξει ο Κάστρο μαζί με τους Φελίπε Πάσος και Ραούλ Τσιμπάς (εκπροσώπους διαφορετικών πλευρών της αντιδικτατορικής αντίστασης) περιλάμβανε μόνο την πτώση της δικτατορίας, ελεύθερες εκλογές και αγροτική μεταρρύθμιση ως το πιο ριζοσπαστικό μέτρο.

Ομως τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο δεν ήταν δυνατό να διατηρήσει μόνο αυτά τα χαρακτηριστικά. Η συγκυρία έσπρωχνε βίαια τον Φιντέλ προς την κατεύθυνση του κομμουνισμού, καθώς ο μακαρθισμός στις ΗΠΑ εξαπέλυε το αντικομμουνιστικό μένος του εναντίον των πάντων και από την άλλη ο μαρξισμός ήταν η μοναδική ιδεολογία που τότε ενέπνεε την πλειονότητα όσων πολεμούσαν για κοινωνική δικαιοσύνη.
Ο Ψυχρός Πόλεμος ανέλαβε να επιταχύνει τις εξελίξεις, καθώς η Κούβα έγινε μήλον της έριδος στην παγκόσμια πολιτική σκακιέρα.

Οπως έχει γράψει επανειλημμένα ο Τσε Γκεβάρα: «Η επανάσταση οφείλει να είναι αγροτική». Στην Κούβα το 1,5% των ιδιοκτητών της γης κατέχει το 40%μ τα δυο τρίτα του  πληθυσμού ήταν εργαζόμενοι στην αγροτική οικονομία, σε φυτείες, σε εργοστάσια ζάχαρης ή υπενοικιαστές γης.

Οι «μπαρμπούδος» καλούν τους αγρότες να καταλάβουν τα αγροκτήματα και να οργανωθούν σε ομοσπονδίες. Οταν ο πρώτος πρωθυπουργός της επανάστασης, Ουρούτια, ζητά από τον στρατό και την αστυνομία να υπερασπίσουν τους γαιοκτήμονες, οι επαναστάτες ηγέτες του στρατού, ο Ραούλ Κάστρο και ο Καμίλο Σιενφουέγος, δηλώνουν κατηγορηματικά ότι ο επαναστατικός στρατός θα είναι με το μέρος των εργατών της γης και εναντίον των λίγων γαιοκτημόνων.
Είναι η πρώτη κρίση της κυβέρνησης. Ο Τσε αναλαμβάνει τότε το πρώτο του κυβερνητικό πόστο, ως επικεφαλής του Ιδρύματος Αγροτικής Μεταρρύθμισης.

Στη διάρκεια σχεδόν ενός αιώνα οι ΗΠΑ ήταν η αποκλειστική αγορά για τη ζάχαρη που παραγόταν στην Κούβα, ήδη από την εποχή που το νησί ήταν ισπανική αποικία.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποφάσισε να πνίξει την οικονομία της επαναστατικής Κούβας και ως πρώτο μέτρο έπαψε να προμηθεύεται ζάχαρη, ενώ αργότερα εμπόδισε τις εξαγωγές ανταλλακτικών, πρώτων υλών και πετρελαίου, μπλοκάροντας έτσι σχεδόν τα πάντα στην οικονομία της Κούβας, από τα εργοστάσια έως τις εισαγωγές φαρμάκων.
Και σ’ αυτό τον οικονομικό πόλεμο οι ΗΠΑ παρασύρουν όλους τους συμμάχους τους.
Ο Φιντέλ Κάστρο λέει: «Η κυνική στάση της Οργάνωσης Αμερικανικών Κρατών απέναντι στην Κούβα δεν ήταν παρά η εκδήλωση αηδιαστικών συμφερόντων και σάπιου εγωισμού» (Φιντέλ Κάστρο, «Εισήγηση στο Πρώτο Συνέδριο του ΚΚ Κούβας», Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1976).

Στην αγκαλιά της Σοβιετικής Ενωσης

Ομως οι ΗΠΑ δεν περιορίζονται στον οικονομικό πόλεμο.
Το 1961 Κουβανοί εξόριστοι με την υποστήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης και της CIA οργανώνουν στρατιωτική απόβαση στην Κούβα, στον Κόλπο των Χοίρων. Με τον Φιντέλ και τον Τσε στην πρώτη γραμμή του πυρός, οι επαναστάτες νικούν για άλλη μια φορά.

Η επανάσταση στην Κούβα επιβιώνει, μόλις εβδομήντα χιλιόμετρα από τις ακτές των ΗΠΑ, και η συσπείρωση του κόσμου γύρω από την ηγεσία του μεγαλώνει. Ταυτόχρονα όμως μεγαλώνει αναγκαστικά η εξάρτηση της Κούβας από τη Σοβιετική Ενωση, η οποία τώρα αναλαμβάνει να αγοράζει τη ζάχαρη και να προμηθεύει τα απαραίτητα.
Μέσα στον φαύλο κύκλο του Ψυχρού Πολέμου η Κούβα θα βρίσκεται στο επίκεντρο αλλεπάλληλων κρίσεων, όπως η λεγάμενη «κρίση των πυραύλων», όταν η κουβανική κυβέρνηση ζητά από τους Σοβιετικούς να τοποθετήσουν πυραύλους στο νησί.

Δεν ήταν μόνο οι εξωτερικές πιέσεις που δημιουργούσαν εμπόδια στην οικονομία των πρώτων χρόνων της επανάστασης· ήταν επίσης και οι διαφορετικές απόψεις για τη μέθοδο που θα εφαρμοζόταν.
Στο ζήτημα αυτό εκδηλώθηκε και η πρώτη διάσταση απόψεων ανάμεσα στους ηγέτες της επανάστασης, καθώς η μία τάση συμμεριζόταν το σοβιετικό πρότυπο για την οικονομική διαχείριση. Με την άποψη αυτή τελικά τάχθηκε και ο Φιντέλ, σε βάρος των μεθόδων που προτιμούσε ο Τσε, είτε ως υπουργός Βιομηχανίας είτε ως διευθυντής της Κεντρικής Τράπεζας, οι οποίες όμως δεν απέδειξαν ποτέ τη μακροχρόνια βιωσιμότητά τους.

Για το θέμα αυτό είναι χαρακτηριστική η αυτοκριτική του Κάστρο στο Πρώτο Συνέδριο του ΚΚ Κούβας το 1975.

«Στον τομέα της διεύθυνσης της οικονομίας μας χαρακτήριζαν αναμφισβήτητα ιδεαλιστικά λάθη και καμιά φορά δεν λαβαίναμε υπόψη την ύπαρξη αντικειμενικών οικονομικών νόμων, στους οποίους πρέπει να συμμορφωνόμαστε [...]. Οι μέθοδες διακυβέρνησης της οικονομίας δεν ήταν οι πιο κατάλληλες. Τα διοικητικά μας στελέχη δεν έχουν, κατά κανόνα, το απαιτούμενο οικονομικό πνεύμα, δεν τα χαρακτηρίζει αρκετά η φροντίδα της μείωσης του κόστους και γενικά της παραγωγικής αποτελεσματικότητας. [...] Ερμηνεύοντας τον μαρξισμό με ιδεαλιστικό τρόπο και απομακρυνόμενοι από την πράξη που είχε αποδειχθεί σωστή από την πείρα άλλων σοσιαλιστικών χωρών προσπαθήσαμε να εφαρμόσουμε τη δική μας μέθοδο.

Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μια μορφή διεύθυνσης διαφορετική από το σύστημα λογιστικής αυτοτέλειας των επιχειρήσεων που εφαρμόζεται γενικά στις σοσιαλιστικές χώρες, [...]. Σε μερικούς από εμάς οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις φαίνονταν πάρα πολύ καπιταλιστικές και δεν καταλαβαίναμε την ανάγκη να υπάρχουν τέτοιες σχέσεις ανάμεσα σε κρατικές επιχειρήσεις. Ετσι ο κρατικός προϋπολογισμός καταργήθηκε, αντικαταστάθηκε με τη χορήγηση χρηματικών πόρων για την πληρωμή μισθοδοσίας και την αντιμετώπιση των πιστωτικών σχέσεων [...].

Ηδη από το τέλος του 1965 είχε καταργηθεί το υπουργείο Οικονομικών και είχε αναδιοργανωθεί η Εθνική Τράπεζα [...]. Η πολιτική των δωρεάν παροχών που εφαρμόστηκε σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνει στο υψηλότερο σημείο της το 1968-69. Ενθαρρύνονται τα εθελοντικά ωράρια εργασίας και η παραίτηση από την αμοιβή για υπερωριακή εργασία. Το ’67 καταργούνται οι τόκοι των πιστώσεων και όλοι οι φόροι που πλήρωναν οι αγρότες. [...] Η παραγνώριση της αρχής να αμείβεται ο εργαζόμενος ανάλογα με τη δουλειά που προσφέρει είχε σαν αποτέλεσμα την απότομη αύξηση της κυκλοφορίας νομίσματος, ενώ ταυτόχρονα στένευε η προσφορά αγαθών και υπηρεσιών» (Φιντέλ Κάστρο, «Εισήγηση στο Πρώτο Συνέδριο του ΚΚ Κούβας», Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1976).

Αποτίμηση. Η μοναδικότητα μιας προσφοράς Για να εκτιμήσουμε αν η κουβανική επανάσταση πέτυχε ή όχι τον σκοπό της θα χρειαστεί να δώσουμε έναν σαφή ορισμό για το ποιος ήταν ή ποιος θα έπρεπε να είναι ο σκοπός της. Και σ’ αυτό οι απόψεις είναι πολλές και διαφορετικές. Για να κάνουμε έναν απολογισμό αν τελικά η κουβανική επανάσταση βελτίωσε τη ζωή των καταπιεσμένων τάξεων στην Κούβα, πρέπει να ορίσουμε τι θεωρούμε βελτίωση και ποιο μέτρο σύγκρισης θέτουμε, καθώς επίσης και τι λογής «οικονομικούς νόμους» λαμβάνουμε υπόψη, σύμφωνα με τα παραπάνω λόγια του Φιντέλ.

Αν συγκρίνουμε με την εποχή της δικτατορίας του Μπατίστα, σίγουρα η ζωή των κοινωνικά αδικημένων στην Κούβα βελτιώθηκε σημαντικά μετά την επανάσταση. Επίσης, το ίδιο ισχύει αν συγκρίνουμε τη μετεπαναστατική Κούβα με άλλες χώρες αντίστοιχων μεγεθών στη Λατινική Αμερική την ίδια ιστορική περίοδο, όσο κι αν τελικά οι δείκτες αναλφαβητισμού, δημόσιας υγείας ή παιδείας δεν επαρκούν για να αποτιμηθεί μια κοινωνική επανάσταση τέτοιας εμβέλειας.

Το σημαντικότερο όμως επίτευγμα της κουβανικής επανάστασης τη δεκαετία του ’60 ήταν ότι ανανέωσε τις μαρξιστικές επαναστατικές ιδέες σε όλη τη Λατινική Αμερική και πρόσφερε «καύσιμα» σε δεκάδες άλλα σχέδια ανατροπής του καπιταλισμού, στα οποία τώρα χωρούσαν ακόμη και οι πιο επικριτικές τάσεις για τον έως τότε «υπαρκτό» σοσιαλισμό, χωρούσαν ακόμη και αντίπαλοι του σοβιετικού μοντέλου.

Η Κούβα θα αποτελούσε ένα νέο, διαφορετικό πρότυπο. Λέει ο Αγγλος ιστορικός Χομπσμπάουμ: «Καμιά άλλη επανάσταση δεν θα μπορούσε να είχε σχεδιαστεί καλύτερα ώστε να έχει τέτοια μεγάλη απήχηση στην Αριστερά του δυτικού ημισφαιρίου και στις αναπτυγμένες χώρες στα τέλη της δεκαετίας του παγκόσμιου συντηρητισμού ή να δώσει στην ένοπλη αντάρτικη στρατηγική καλύτερη δημοσιότητα. Η επανάσταση της Κούβας είχε τα πάντα: ρομαντισμό, ηρωισμό στα βουνά, ηγέτες πρώην φοιτητές με την ανιδιοτελή γενναιοδωρία της νιότης τους -οι μεγαλύτεροι σε ηλικία μόλις είχαν περάσει τα τριάντα-, ενθουσιώδη λαό σ' έναν τροπικό παράδεισο που ζούσε στον σφυγμό του ρυθμού της ρούμπας. Κι ακόμη μπορούσαν να ζητωκραυγάζουν γι' αυτήν όλοι οι αριστεροί επαναστάτες».

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

H ιστορία της Κούβας από την αποικιοκρατία μέχρι τη δικτατορία

Του Γιάννη Μπαζού - Συγγραφέα, Hot History

Ο Κολόμβος και ο χαμένος παράδεισος. Το 1513 αρχίζει η εισαγωγή σκλάβων από την Αφρική. Οι Αμερικανοί διώχνουν τους Ισπανούς, μετατρέπουν τη χώρα σε προτεκτοράτο τους και χρίζονται πρώτοι κυβερνήτες. Ο λοχαγός Μπατίστα επιβάλλεται με πραξικόπημα το 1934 και με εκλογές το 1940. Στις παραμονές της επανάστασης είναι ένα απέραντο πορνείο, στρατηγείο της μαφίας και με αμερικανοποιημένη οικονομία.

H ιστορία της Κούβας -για μας τους δυτικούς- αρχίζει από τη ν αποφράδα μέρα της 24ης Οκτωβρίου του 1492, όταν ο στόλος του Χριστόφορου Κολόμβου, στο ταξίδι του για την ανακάλυψη ενός δρόμου για την Ασία, εντόπισε και διεκδίκησε το νησί για την Ισπανία, δίνοντάς του το όνομα «Χουάνα» προς τιμήν του πρίγκιπα Δον Χουάν, γιου της βασίλισσας Ισαβέλλας.

Μέχρι τότε η ζωή στο Κουμπανακάν, όπως ήταν το αρχικό όνομα του νησιού, περνούσε ανέμελα και οι τρεις φυλές που το κατοικούσαν, οι Γουαναχατάμπι που είχαν αναπτύξει έναν πολιτισμό οστράκων (shell culture) ανάλογο των Ινδιάνων των υφάλων της Φλόριντα, οι γεωργοί Ταίνο που καλλιεργούσαν γιούκα, αραποσίτι, φιστίκια, πιπεριές, φρούτα και καπνό και οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες Σιμπονέι, ζούσαν αρμονικά στον μικρό τους παράδεισο.

Ο βασιλιάς Φερδινάνδος το 1508 όρισε τον Ντιέγκο Κολόμβο, γιο του Χριστόφορου, «κυβερνήτη των Ινδιών», διοικητή της Εσπανιόλα, του Πουέρτο Ρίκο, της Κούβας και της Τζαμάικας και «αντιβασιλέα - ναύαρχο» (ως κληρονόμος των τίτλων του πατέρα του είχε δικαίωμα στο 10% των βασιλικών κερδών) κι αυτός διέταξε τον Ντιέγκο Βελάσκεθ να αποικίσει την Κούβα.

Το 1511 ο Βελάσκεθ αποβιβάστηκε στην Κούβα κι έναν χρόνο αργότερα, στις 2 Φεβρουάριου του 1512, ο αρχηγός των ιθαγενών Χατουέι αλυσοδέθηκε σε έναν στύλο για να αποκαλύψει πού είναι ο χρυσός. Κάηκε ζωντανός, αρνούμενος να δεχτεί έναν σταυρό που του πρότειναν για να σώσει την ψυχή του.

Η «ευρωπαϊκή» ιστορία της Κούβας άρχισε στις 24 Οκτωβρίου του 1492 όταν ο Χριστόφορος Κολόμβος την ανακάλυψε για λογαριασμό της Ισπανίας. Τερμάτισε έτσι την ανέμελη ζωή των ιθαγενών φυλών Γουαναχατάμπι, Ταΐνο και Σιμπονέι.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε πολύς χρυσός στην Κούβα, μόνο λίγα ψήγματα στα ρυάκια. Υπήρχαν όμως σημαντική γεωργία που μπορούσε να αναπτυχθεί περαιτέρω και σκλάβοι για εμπόριο.

Επειδή όμως οι Ισπανοί εξόντωναν το «ιθαγενές εργατικό δυναμικό» με γοργούς ρυθμούς αποφάσισαν το 1513 να φέρουν σκλάβους από την Αφρική. Ετσι η πρώτη βασιλική άδεια για «εμπόριο νέγρων» εκδόθηκε το 1513, την ίδια χρονιά που ο Πόν-θε ντε Λεόν ανακάλυπτε τη Φλόριντα.

Το δουλεμπόριο θα κρατούσε έως το 1886. Πρωτεύουσα του νησιού στην αρχή ήταν το Σαντιάγκο ντε Κούμπα, αλλά το 1558 ο κυβερνήτης Ντιέγκο ντε Μαθαριέγος μετέφερε την κατοικία του στην Αβάνα η οποία τελικά έγινε πρωτεύουσα το 1607.

0 Ντιέγκο Βελάσκεθ αποίκισε την Κούβα το 1511. Εναν χρόνο αργότερα αλυσόδεσε σε έναν στύλο τον Χατουέι, αρχηγό των ιθαγενών, για να του αποκαλύψει πού βρίσκεται ο χρυσός και τελικά τον έκαψε ζωντανό. 

Η Κούβα είχε την ατυχία να έχει στρατηγική θέση ως προς την Καραϊβική και την Αμερική, γι’ αυτό στις 13 Αυγούστου του 1762 οι Αγγλοι κατέλαβαν το νησί και λεηλάτησαν την Αβάνα.
Η βρετανική κατοχή κράτησε έναν χρόνο, έως τις 6 Ιουλίου του 1763, όταν οι Αγγλοι επέστρεψαν την Κούβα στους Ισπανούς με αντάλλαγμα τη Φλόριντα.
Γκρίζα ζώνη θεωρήθηκαν τα μικρά κοραλλιογενή νησιά (τα λεγάμενα Κις) στα ανοιχτά της Φλόριντα, τα οποία οι Αγγλοι θεωρούσαν ότι ανήκαν στη Φλόριντα, ενώ οι Ισπανοί θεωρούσαν ότι ανήκαν στην Κούβα. Οταν τελικά η Φλόριντα πέρασε στους Αγγλους, πολλοί Ισπανοί μετοίκησαν στην Κούβα, ενώ λίγο αργότερα ήρθαν και Γάλλοι από την Αϊτή, όταν ξέσπασε εκεί η επανάσταση των μαύρων σκλάβων. Ετσι ο πληθυσμός του νησιού αυξήθηκε και προστέθηκε και μια κοινότητα κρεολών.

Ο αξιωματικός Ναρσίσο Λόπες μετά το 1849 επέστρεψε στην Κούβα και έκανε τρεις απόπειρες να ξεσηκώσει τους συμπατριώτες του. Συνελήφθη από τους Ισπανούς και εκτελέστηκε το 1851

Cuba libre και δεκαετής πόλεμος (1868-1378)

Το 1849 ο αξιωματικός Ναρσίσο Αόπες διέφυγε από την Κούβα και πέρασε στη Φλόριντα όπου προσπάθησε να ξεσηκώσει τους εκεί Κουβανούς ενάντια στους Ισπανούς. Ο Λόπες και οι άντρες του έκαναν δύο απόπειρες που απέτυχαν λόγω της αμερικανικής απροθυμίας, ενώ την τρίτη φορά με 600 συντρόφους του αποβιβάστηκαν στην τοποθεσία Καρντένας στην Κούβα, αλλά δεν βρήκαν την αναμενόμενη υποστήριξη από τους ντόπιους και τελικά επέστρεψαν άπρακτοι.
Ο Λόπες έκανε νέα απόπειρα τον Αύγουστο του 1851 και αποβιβάστηκε με 400 άντρες στην τοποθεσία Πινάρ ντελ Ρίο.
Ηττήθηκε από τους Ισπανούς, συνελήφθη και εκτελέστηκε. Ο Λόπες ενσάρκωσε το όραμα της «Cuba libre» που αποτελεί διαχρονικά οργανικό κομμάτι της «αμερικανοτραφούς» κουβανικής κουλτούρας.


Τον Οκτώβριο του 1868 ο μεγαλοκτηματίας Κάρλος Μανουέλ ντε Σέσπεντες κήρυξε την ανεξαρτησία της Κούβας και απελευθέρωσε όλους τους σκλάβους της φυτείας του ενάντια στη θέληση του κυβερνήτη Φρανθίσκο ντε Δερσούντι, ο οποίος είχε καταστείλει κάθε ελευθερία, διαιωνίζοντας ένα καθαρά δουλοκτητικό καθεστώς.
Η κίνηση αυτή έγινε αφορμή για να ξεσπάσει ένας δεκαετής πόλεμος (Ten Years War, 1868-1878) που κατέληξε στην κατάργηση της δουλείας το 1886. Με την κατάργηση της δουλείας αυξήθηκαν τα ποσοστά των μικρών καλλιεργητών, ενώ η παραγωγή ζάχαρης περιορίστηκε στις εταιρείες και στους λίγους πολύ ισχυρούς κτηματίες. Παράλληλα άρχισαν να ρέουν κεφάλαια από τις ΗΠΑ, κεφάλαια που επενδύθηκαν κυρίως στην παραγωγή ζάχαρης, καπνού και στην εξόρυξη μετάλλων. Το 1895 οι επενδύσεις από τις ΗΠΑ έφταναν τα 50.000.000 δολάρια. Ετσι η Κούβα μπορεί να ήταν πολιτικά δεμένη στο άρμα της Ισπανίας, αλλά οικονομικά ήταν εξαρτημένη από τις ΗΠΑ.

Ο Χοσέ Μαρτί (στη μέση) με άλλα ιδρυτικά μέλη του Επαναστατικού κόμματος

Χοσέ Μαρτί. Η επανάσταση του 1895 

Ο εμφύλιος στην Κούβα τελείωσε το 1878 αλλά όχι και οι συγκρούσεις και διαμάχες. Χρειάστηκαν οι προσπάθειες ενός ανθρώπου, του Χοσέ Χουλιάν Μαρτί, για να γίνει η επανάσταση του 1895.
Ο Μαρτί αναζήτησε στρατιωτικούς ηγέτες, βρήκε χρηματοδότηση και οργάνωσε την αποστολή.

Στις 24 Φεβρουάριου 1895 ξέσπασε επανάσταση στην Κούβα. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ουίλιαμ ΜακΚίνλεϊ προσφέρθηκε να παράσχει αμερικανική μεσολάβηση, αλλά η Ισπανία αρνήθηκε.
Ο Μαρτί σκοτώθηκε στις 19 Μαΐου του 1895, μόλις αποβιβάστηκε στο Ντος Ρίος, αλλά οι σύντροφοί του συνέχισαν τον αγώνα ενάντια στους Ισπανούς. Ο αγώνας των Κουβανών πυροδότησε το φαντασιακό των φιλελεύθερων Αμερικανών που πίεζαν για παροχή βοήθειας στους εξεγερμένους. Ταυτόχρονα, όμως, η ιδέα της αμερικανικής επέκτασης στην Κούβα ωρίμαζε μέρα με την ημέρα στους πολιτικούς κύκλους των ΗΠΑ.

Ο ισπανοαμερικανικός πόλεμος (1898)

Τον Ιανουάριο του 1898 ξέσπασαν ταραχές στην Αβάνα μεταξύ των καθεστωτικών και των οπαδών της ανεξαρτησίας. Το αμερικανικό πολεμικό πλοίο «Μέιν», το οποίο είχε σταλεί για να προστατεύσει και να φυγαδεύσει εν ανάγκη τους Αμερικανούς πολίτες, ανατινάχθηκε και βυθίστηκε στις 15/2/1898 στο λιμάνι της Αβάνας. Τότε η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ απαίτησε πόλεμο με την Ισπανία. Η αιτία της βύθισης του «Μέιν» δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

Στις 25 Απριλίου του 1898 οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο στην Ισπανία και οι συγκρούσεις μεταφέρθηκαν στις Φιλιππίνες όπου το αμερικανικό ναυτικό κατέστρεψε τον στόλο της Ισπανίας στον κόλπο της Μανίλας την 1η Μαΐου του 1898.

Εναν μήνα αργότερα, στις 10/6/1898, οι Αμερικανοί πεζοναύτες αποβιβάστηκαν στην Κούβα και προωθήθηκαν στο Σαντιάγκο ντε Κούμπα προκειμένου να αναγκάσουν τον ισπανικό στόλο της Καραϊβικής υπό τον ναύαρχο Πασκουάλ Θερβέρα να βγει στα ανοιχτά.
Οταν ο ισπανικός στόλος βγήκε από το λιμάνι στις 3 Ιουλίου του 1898 δέχτηκε συντριπτικό χτύπημα από τα κανόνια του αμερικανικού στόλου υπό τον ναύαρχο Ουίλιαμ Σάμπσον και βυθίστηκε.

Το οχυρό του Σαντιάγκο παραδόθηκε στις 17 Ιουλίου του 1898, βάζοντας τέλος στον σύντομο αυτόν πόλεμο. Το ίδιο έγινε και στο Πουέρτο Ρίκο. Ετσι στις 12 Αυγούστου του 1898 υπογράφηκε ανακωχή ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ισπανία. Ο πόλεμος κράτησε λίγους μήνες και τελικά η Κούβα έγινε προτεκτοράτο των ΗΠΑ με τη συνθήκη που υπογράφηκε στο Παρίσι στις 10 Δεκεμβρίου του 1898. Ταυτόχρονα οι ΗΠΑ αποκτούσαν το Πουέρτο Ρίκο και τη νήσο Γκου-άμ, ενώ και οι Φιλιππίνες πέρασαν στην κατοχή των ΗΠΑ έναντι 20.000.000 δολαρίων. Η κυριαρχία της Ισπανίας στο νησί -και στην Καραϊβική- τερματίστηκε επίσημα την 1η Ιανουάριου του 1899.

Η στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ τερματίστηκε στις 20 Μαΐου του 1902. Στις 5 Μαΐου του 1902 συνήλθε το πρώτο Κογκρέσο της Κούβας. Ο Τομάς Εστράντα Πάλμα (πολίτης των ΗΠΑ) έγινε ο πρώτος πρόεδρος της νέας αυτής δημοκρατίας νικώντας στις προεδρικές εκλογές της 31ης Δεκεμβρίου του 1901 χωρίς αντίπαλο.
Ο έτερος διεκδικητής Μπαρτολομέ Μασό παραιτήθηκε λόγω της καταφανούς αμερικανικής υποστήριξης που είχε ο αντίπαλός του. Τελικά ο Πάλμα έγινε πρόεδρος το 1902 και ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της Κούβας. Ομως παραχωρήθηκε το Γκουαντάναμο στις ΗΠΑ, κατά το γράμμα της Τροπολογίας Πλατ, η οποία προέβλεπε διαρκή επέμβαση των ΗΠΑ στην πολιτική ζωή της Κούβας. Ο πρόεδρος Πάλμα κυβέρνησε μετρημένα για τέσσερα χρόνια, αλλά επιχείρησε να γαντζωθεί στην εξουσία.

Κυβερνήτης ο Αμερικανός υπουργός Ταφτ 

Τον Σεπτέμβριο του 1905 τα πολιτικά πάθη οξύνθηκαν στην Κούβα και ο πρόεδρος Πάλμα νόθευσε τις εκλογές για μην αναδειχθεί νικητής ο πολιτικός του αντίπαλος φιλελεύθερος Χοσέ Μιγκέλ Γκόμες.

Τον Αύγουστο του 1906 οι φιλελεύθεροι επαναστάτησαν. Οταν ο πρόεδρος Πάλμα ζήτησε στρατιωτική παρέμβαση των ΗΠΑ, ο πρόεδρος Ρούζβελτ έστειλε τον υπουργό Πολέμου Ουλιαμ Ταφτ και τον υπουργό Εσωτερικών Ρόμπερτ Μπέικ να έρθουν σε επαφή με τις αντιμαχόμενες πλευρές. Ο πρόεδρος Πάλμα βλέποντας ότι δεν είχε την αμέριστη στήριξη των ΗΠΑ παραιτήθηκε στις 28 Σεπτέμβριο 1906.
Την επόμενη μέρα ο υπουργός Ταφτ όρισε με μεταβατική κυβέρνηση και έχρισε τον εαυτό του προσωρινό κυβερνήτη της Κούβας.

Ο πρόεδρος Ρούζβελτ στις 23 Οκτωβρίου 1906 εξέδωσε την εκτελεστική οδηγία 518 νομιμοποιώντας τον Ταφτ ενώ είχε ήδη διαταχθεί η απόβαση μιας μονάδας πεζοναυτών που θα προστάτευε τους Αμερικανούς του νησιού, θα επέβλεπε την παράδοση των εξεγερμένων μέχρι την άφιξη του ενδεδειγμένου στρατιωτικού σώματος από την Αμερική.
 Οι εξεγερμένοι είδαν θετικά την εμπλοκή των Α και παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση.

Οι πρώτοι Αμερικανοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στις 6 Οκτωβρίου του 1906. Η στρατιωτική δύναμη αυτή ονομαζόταν Στρατός Κουβανικής Επέμβασης, αλλά ο Ουίλιαμ Ταφτ στις 15 Οκτωβρίου την ονόμασε Ειρηνευτικό Στρατό Κούβας.

Οι Αμερικανοί ανέπτυξαν και μια Στρατιωτική Μονάδα Πληροφοριών (Military Intelligence Division) η οποία συνέλεξε τα ονόματα και τα στοιχεία όσων συμμετείχαν στην εξέγερση του 1906, έκανε ακριβή χαρτογράφηση του νησιού και σημείωσε με φωτογραφική ακρίβεια κάθε στρατηγικό σημείο, τις σιδηροδρομικές διαβάσεις τις παροχές νερού για μελλοντικές χρήσεις.

Τα περισσότερα στρατεύματα ήταν στην περιοχή της Σάντα Κλάρα, αλλά στρατιωτικά έργα έγιναν σε πολλές περιοχές και στο Γκουαντάναμο. Οι Αμερικανοί οργάνωσαν επίσης την Αγροτική Πολιτοφυλακή της Κούβας (κάτι σαν τις δικές μας Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου - MAY) αλλά οι Κουβανοί προτίμησαν να οργανώσουν τον εθνικό στρατό τους.

Στις 13 Οκτωβρίου 1906 τη θέση του προσωρινού κυβερνήτη της Κούβας πήρε ο Αμερικανός διπλωμάτης Τσαρλς Εντουαρντ Μαγκούν, ο οποίος θεώρησε ότι το κλίμα ήταν καλό για να διενεργηθούν εκλογές.
Οι περιφερειακές εκλογές έγιναν στις 25 Μαΐου του 1908 και οι προεδρικές στις 14 Νοεμβρίου, υπό τη στενή επιτήρηση των ΗΠΑ. Τελικά νικητής αναδείχτηκε ο φιλελεύθερος Χοσέ Μιγκέλ Γκόμες, ο οποίος ανέλαβε κυβερνητικά καθήκοντα στις 28 Ιανουαρίου του 1909. Κατόπιν τούτου τα αμερικανικά στρατεύματα άρχισαν να αποσύρονται σταδιακά από τις 6 Φεβρουάριου του 1909.

Την εποχή αυτή οι Κουβανοί πατριώτες Αγκουστίν Μαρτίν Βελός και Φρανσίσκο Ροσάλες ιδρύουν το Κομμουνιστικό Κόμμα Κούβας στην περιοχή του Μανσανίλιο.

Φυλετικός και Πόλεμος της Τσαμπελόνα 

Το 1912 ο νέος πρόεδρος Γκόμες προσπάθησε να εντάξει τους μαύρους στο πολιτικό γίγνεσθαι της Κούβας, αλλά η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο όταν το Κόμμα Ανεξάρτητων Εγχρωμων προσπάθησε να αυτονομήσει την πολιτεία Οριέντε και να ιδρύσει ξεχωριστή μαύρη δημοκρατία.
Το κίνημα κατεστάλη από τον στρατηγό Μοντεαγούντο με τη βοήθεια των Αμερικανών πεζοναυτών που έσπευσαν να προστατεύσουν τις αμερικανικών συμφερόντων φυτείες ζαχαροκάλαμου και ακολούθησαν άγριες φυλετικές εκκαθαρίσεις.
Ο διάδοχος του Γκόμες στην προεδρία ήταν ο Μάριο Γκαρσία Μενοκάλ του Συντηρητικού Κόμματος και πρώην διαχειριστής της Αμερικανο-κουβανικής Εταιρείας Ζάχαρης.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του Μενοκάλ το εμπόριο του ζαχαροκάλαμου έφτασε σε πολύ υψηλά επίπεδα, φέρνοντας μεγάλα οικονομικά ανταλλάγματα. Η επανεκλογή του Μενοκάλ το 1916 προκάλεσε την εξέγερση των φιλελεύθερων του Γκόμες. Η εξέγερση αυτή ονομάστηκε Πόλεμος της Τσαμπελόνα. Οι Αμερικανοί έστειλαν ξανά πεζοναύτες, η εξέγερση κατεστάλη και ο Γκόμες συνελήφθη.

Το 1920 πρόεδρος εκλέχθηκε ο Αλφρέντο Σάγιας, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην εξέγερση του 1916.0 Σάγιας ανέλαβε το 1921 και σύναψε δάνειο με τις ΗΠΑ το 1922, έπειτα από ένα κατρακύλισμα των τιμών της ζάχαρης που έφερε την οικονομία της Κούβας σε οριακά επίπεδα.
Ο Αλφρέντο Σάγιας κυβέρνησε μέχρι το 1925, όταν εκλέχθηκε ο Χεράρδο Μασάδο. Αυτός ανέλαβε να υλοποιήσει μεγάλα έργα όπως τον κεντρικό αυτοκινητόδρομο, το κτίριο του Καπιτώλιου, την επέκταση του Πανεπιστημίου της Αβάνας κ.λπ. Η πρώτη τετραετία συνοδεύτηκε από αύξηση της παραγωγής ζάχαρης και σχετική ευμάρεια, αφού οι ΗΠΑ ήταν μεγάλη και έτοιμη αγορά για το προϊόν.

Στο τέλος όμως της θητείας του ο Μασάδο θέλησε να αναθεωρήσει το σύνταγμα του 1901, ώστε να παραμείνει στην εξουσία. Ετσι το 1928 έμεινε πραξικοπηματικά στην εξουσία με την ανοχή των ΗΠΑ, οι οποίες δεν έκαναν χρήση της Τροπολογίας Πλατ που τους έδινε το δικαίωμα να επεμβαίνουν στην πολιτική ζωή της Κούβας.

Η δεύτερη όμως τετραετία του Μασάδο συνοδεύτηκε από λιτότητα καθώς οι τιμές της ζάχαρης άρχισαν να πέφτουν από το 1925, φτάνοντας στο κραχ του 1929.
Ο Μασάδο αποκάλυψε το πραγματικό του πρόσωπο όταν το 1930 έκλεισε το Πανεπιστήμιο της Αβάνας λόγω της κριτικής που δεχόταν από το φοιτητικό Πανεπιστημιακό Διευθυντήριο, το οποίο είχε δημιουργηθεί το 1927.
Εξελίχθηκε σε στυγνό δικτάτορα, συλλαμβάνοντας και δολοφονώντας κάθε πολιτικό αντίπαλο, ακόμη και νεαρούς φοιτητές. Ετσι ξεπήδησε η μυστική οργάνωση ABC, η οποία προχώρησε σε τεροριστικές επιχειρήσεις κατά αστυνομικών κυρίως στόχων.

Μπατίστα Ενας λοχαγός μουλάτος 

Τον Σεπτέμβριο του 1933 έγινε πραξικόπημα από μερικούς λοχαγούς και κληρωτούς του κουβανικού στρατού, οι οποίοι στην πορεία συνασπίστηκαν με το Φοιτητικό Διευθυντήριο. Πρόεδρος έγινε ο Κάρλος Μανουέλ ντε Σέσπεντες, ο οποίος ηγήθηκε μιας κυβέρνησης πέντε ατόμων που ονομάστηκε Πενταρχία 1933. Υπό το βάρος όμως των κοινωνικών προβλημάτων η Πενταρχία παρέδωσε την εξουσία στον καθηγητή πανεπιστημίου Ραμόν Γκράου Σαν Μαρτίν.

Ετσι, τον Ιανουάριο του 1933 δημιουργήθηκε η προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση, ένας χαλαρός συνασπισμός αντίφρονούντων γύρω από τον λαοφιλή καθηγητή πανεπιστημίου Ραμόν Γκράου Σαν Μαρτίν.

Η προσωρινή κυβέρνηση εγγυήθηκε την αυτονομία του Πανεπιστημίου της Αβάνας, έδωσε δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, καθιέρωσε την οκτάωρη εργασία, ψήφισε νόμο που όριζε ότι στον αγροτικό, τον εμπορικό και το βιομηχανικό τομέα το 50% του εργατικού δυναμικού έπρεπε να είναι Κουβανοί και όρισε στόχο την αγροτική μεταρρύθμιση, υποσχόμενη νομιμοποίηση των τίτλων της μικρής ιδιοκτησίας.
Η προσωρινή κυβέρνηση άντεξε έως τον Ιανουάριο του 1934, όταν ανατράπηκε από έναν δεξιόστροφο συνασπισμό που έκανε πραξικόπημα στο οποίο ηγήθηκε ο μουλάτος λοχαγός Φουλχένσιο Μπατίστα, υποστηριζόμενος από τους Αμερικανούς.

Το 1940 στην Κούβα κηρύχθηκαν εκλογές, στις οποίες επικράτησε ο Μπατίστα υποστηριζόμενος από έναν ευρύ δημοκρατικό συνασπισμό που περιλάμβανε και τους κομμουνιστές του Χούλιο Αντόνιο Μέγια.
Αυτό έγινε επειδή ο Μπατίστα είχε στηρίξει τα εργατικά σωματεία και κάποιες εργατικές διεκδικήσεις. Ετσι, ο Φουλχένσιο Μπατίστα στηριζόμενος σε μια λαϊκίστικη πλατφόρμα έγινε ο πρώτος μη λευκός πρόεδρος -και ο μόνος έως τώρα- της Κούβας και πρωθυπουργός ο Κάρλος Σαλαντρίγας Σόγιας.

Ο Μπατίστα βάσει του νέου συντάγματος του 1940 δεν μπορούσε να κατέβει ξανά για υποψήφιος και διάλεξε διάδοχό του τον Κάρλος Σόγιας. Ομως στις εκλογές του 1944 αυτός ηττήθηκε από τον Ραμόν Γκράου Σαν Μαρτίν, τον καθηγητή πανεπιστημίου που είχε γίνει για λίγο πρόεδρος στην προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση του 1933.

Ο Γκράου Σαν Μαρτίν συνέχισε τη φιλεργατική πολιτική και καθώς η διακυβέρνησή του συνέπεσε με το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου η Κούβα είδε μια οικονομική άνθηση με το άνοιγμα των αγορών.
Ταυτόχρονα όμως αυξήθηκε πολύ η διαφθορά και η χώρα λόγω της γειτονίας της με τις ΗΠΑ γινόταν βάση του οργανωμένου εγκλήματος με εκτεταμένο ξέπλυμα χρήματος, ναρκωτικά και πορνεία, πράγμα που επιβεβαιώθηκε το 1946 με τη σύνοδο της Αβάνας, κατά την οποία οι ηγέτες της μαφίας και της Κόζα Νόστρα συναντήθηκαν στο ξενοδοχείο Νασιονάλ και πήραν αποφάσεις για το μέλλον του οργανωμένου εγκλήματος.

Η προεδρία του Γκράου Σαν Μαρτίν έδωσε τη θέση της στην προεδρία του Κάρλος Πρίο Σοκαράς. Η νέα κυβέρνηση δεν μπόρεσε να καταπολεμήσει τη διαφθορά ούτε να μετριάσει τα πολιτικά πάθη.
Ο εναγκαλισμός με τις ΗΠΑ και το οργανωμένο έγκλημα ευτέλιζε την πολιτική ζωή της Κούβας, η οποία κάθε 13 μήνες άλλαζε πρωθυπουργό.

Ο Φουλχένσιο Μπατίστα, ενώ είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ, εκλέχθηκε γερουσιαστής εν απουσία του το 1948.
Επιστρέφοντας στην Κούβα το 1952 πήρε την άδεια να κατέβει στις εκλογές, ιδρύοντας το Κόμμα Ενωμένης Δράσης. Ομως όλα τα προγνωστικά έδειχναν ότι δεν επρόκειτο να νικήσει.
Στις 10 Μαρτίου του 1952, τρεις μήνες πριν από τις εκλογές, ο Μπατίστα με την υποστήριξη των ΗΠΑ και του στρατού κατέλαβε την εξουσία. Η δικτατορία του Μπατίστα αμερικανοποίησε πλήρως τη ζωή στην Κούβα, η οποία έγινε ένα απέραντο πορνείο.

Ο Μπατίστα ανακάλεσε το σύνταγμα του 1940, κατάργησε όλες τις πολιτικές ελευθερίες, όλα τα εργατικά κεκτημένα και το δικαίωμα στην απεργία, ευθυγραμμίστηκε με τους μεγαλοκτηματίες και δημιούργησε προνομιακές σχέσεις με την αμερικανική μαφία.
Οταν ξέσπασαν ταραχές στο πανεπιστήμιο επέβαλε πλήρη λογοκρισία και απάντησε με συλλήψεις, βασανιστήρια και δημόσιες εκτελέσεις. Ο αριθμός των θυμάτων της δικτατορίας έφτασε τις 20.000. Το ξεπούλημα της χώρας δεν είχε προηγούμενο.

«Στις αρχές του 1959 οι εταιρείες των ΗΠΑ κατείχαν το 40% των φυτειών ζαχαροκάλαμου, σχεδόν όλα τα ράντσα βοοειδών, το 90% των ορυχείων και των μεταλλείων, το 80% των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, όλη τη βιομηχανία πετροχημικών και τα 2/3 των εισαγωγών της Κούβας». Οι Κουβανοί δεν είχαν πλέον τόπο για να σταθούν.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger