Προσφατες Αναρτησεις

Τελευταίος χαιρετισμός του Τάσου Κατιντσάρου στον σύντροφο του Λάκη Χριστοδουλόπουλο

Να. λοιπόν, σύντροφε Λάκη, που η Κομμουνιστική Οργάνωση «ΜΑΧΗΤΗΣ» πρέπει να μιλήσει, και δε θα μιλήσεις εσύ.
Να, που πρέπει να μας δώσεις κουράγιο, και δεν θα μπορέσεις να το κάνεις.
Να, που πρέπει να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, και δεν υπάρχεις εσύ να μας καθοδηγήσεις.
Να, που πρέπει να συνεχίσουμε τη δράση μας, χωρίς εσένα, το Γραμματέα μας, τον εμψυχωτή και πρωταγωνιστή μας.

Σύντροφε Λάκη, πώς ν’ αντέξουμε τέτοιο παραλογισμό, τόσο νέοι ακόμα, τόσο αισιόδοξοι, τόσο ρομαντικοί, με πρώτο εσένα ανάμεσά μας, και να χρειάζεται να επιστρατεύσουμε ρεαλισμό, για να μπορέσουμε να παραδεχτούμε ότι έφυγες και πρέπει να σ’ αποχαιρετήσουμε.

Και με ποια λόγια να μπορέσω ν’ ανταποκριθώ στο καθήκον να μιλήσω για σένα, σύντροφε Λάκη;
Γεγονότα απ’ τη ζωή σου και πράξεις αποσπασματικές μου ’ρχονται στο νου, και κάνουν τούτη τη νεκρολογία παραλήρημα και μόνο.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, να γεννιέσαι και να μεγαλώνεις στα στενοσόκακα της Καισαριανής, μέσα στη λαίλαπα του εμφύλιου και την τρομοκρατία του αστυνομικού κράτους.

Σε βλέπω, στις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις του ’65, να ουρλιάζεις με όλη την ορμή των 19 σου χρόνων τα συνθήματα της γενιάς σου και να μπολιάζεσαι με τις ιδέες της Αριστεράς.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, μεσούσης της δικτατορίας, ν’ απορρίπτεις τη συμβιβαστική και ηττοπαθή τακτική και στρατηγική του ρεφορμισμού και να ιδρύεις το «ΜΑΧΗΤΗ» μαζί μ’ άλλους συντρόφους, για να μπουν σε τροχιά ιδέες και θέσεις πρωτόγνωρες στην ελληνική Αριστερά και κοινωνία.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, να μας καθοδηγείς στην εξέγερση του Νοέμβρη του ’73 και να αγωνίζεσαι για να τσακιστεί η δικτατορία.

Σε βλέπω, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, ν’ αντιλαμβάνεσαι απ’ τους πρώτους τη σημασία της συγκρότησης του εργατικού κινήματος σε αυτόνομη και ταξική βάση και μέσα στις μεγάλες απεργίες της περιόδου να αγωνίζεσαι για την εδραίωση του εργοστασιακού συνδικαλισμού.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, σ’ όλα τα κορυφαία γεγονότα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, στις συγκρούσεις και τα οδοφράγματα της 23 Ιουλίου του ’75, την Πρωτομαγιά του ’76, στις 25 Μάη του ’76, να αγωνίζεσαι για μια ενιαία απάντηση της Επαναστατικής Αριστερός στην Καραμανλική τρομοκρατία.

Σε βλέπω σ’ όλα τα βάρβαρα χτυπήματα της αστυνομίας, ακόμα και στη δολοφονία του σ. Σιδέρη, να μας εμψυχώνεις, να μας διδάσκεις, να οργανώνεις, αγωνιστικές απαντήσεις του κινήματος.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, ν' αναλύεις από πολύ πριν τη φύση και το χαρακτήρα της λεγόμενης Αλλαγής και να μάχεσαι απ’ τους πρώτους κόντρα στο ρεύμα ενάντια στις αυταπάτες.

Σε βλέπω να πρωτοστατείς σ’ όλες τις προσπάθειες ανασύνθεσης της Επαναστατικής Αριστεράς και να συλλαμβάνεις οργανωτικές φόρμουλες, σχήματα, συγκροτήσεις, και να επιχειρηματολογείς με αδάμαστη θέληση και κουράγιο ενάντια στην απογοήτευση, την αποστράτευση, την αδράνεια.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, στις συνδικαλιστικές μάχες του χώρου σου, των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, ν’ αγωνίζεσαι ακατάπαυστα, να εδραιώνεσαι, και σιγά σιγά ν' αναγνωρίζεσαι ως ηγετική φυσιογνωμία και εκεί, σ’ ένα από τα πιο ζωντανά και μάχιμα κύτταρα του συνδικαλιστικού μας κινήματος.

Σε βλέπω, στο Πολυτεχνείο του ’80, μπροστάρη της διαδήλωσης ενάντια στην απαγόρευση, τη μέρα που οι κρανοφόροι δολοφόνησαν τον Κουμή και την Κανελλοπούλου, στη διαδήλωση ενάντια στην επίσκεψη του Λεπέν, στην κατάληψη του Πολυτεχνείου του ’85 όταν δολοφονήθηκε ο Μιχάλης Καλτέζας, παντού να παίρνεις το ρίσκο της αντιπαράθεσης και της σύγκρουσης, έχοντας ξεκαθαρίσει απόλυτα μέσα σου το δίκιο και τη σημασία αυτών των αγώνων για τη συγκρότηση της Επαναστατικής Αριστεράς.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, να μιλάς σε συνελεύσεις, σε αμφιθέατρα, σε εργατικά συνέδρια, σε συγκεντρώσεις συνεχείς, για την οικονομική κρίση, την επίθεση της κυβέρνησης ενάντια στο εργατικό κίνημα, τα ξεπουλήματα των ρεφορμιστών, την αναγκαιότητα συσπείρωσης των αυτόνομων και ταξικών δυνάμεων του εργατικού κινήματος.

Σε βλέπω, στα γραφεία της οργάνωσης, στους δρόμους, σε συγκεντρώσεις και πορείες, σε καταλήψεις και διαδηλώσεις, σε παρέες με φίλους, συναδέλφους και συντρόφους, να μιλάς, να φωνάζεις συνθήματα, να εξηγείς, να τραγουδάς, και πάντα να χαμογελάς.

Και πού δε σε βλέπω, σύντροφε Λάκη... Μήπως όταν άρχισες να καταβάλλεσαι απ' την αρρώστια, σταμάτησες; Όχι. Εσύ μας έδινες κουράγιο μετά την πρώτη σου εγχείρηση πέρσι τον Ιούλιο.
Εσύ, σύντροφε Λάκη, προτίμησες να πας στην εξεγερμένη Παλαιστίνη, για να δεις από κοντά και να μας μεταφέρεις, με τον πιο ξεκάθαρο και γλαφυρό τρόπο, τον αγώνα του ηρωικού αυτού λαού.
Εσύ, εξουθενωμένος σωματικά απ’ την αρρώστια και ανήμπορος ουσιαστικά να μετακινηθείς, πρωτοστάτησες για την τελευταία αναλαμπή του συνδικαλιστικού κινήματος, την απεργία των καθηγητών μέσα στις εξετάσεις, πρώτος αρθρογράφησες για το Μάη των καθηγητών, μίλαγες σε συνελεύσεις και συμβούλια για τη σημασία της απεργίας.

Σε βλέπω, σύντροφε Λάκη, στο κρεβάτι του νοσοκομείου, στις τελευταίες σου μέρες, να μας χαμογελάς, να μας λες ότι αισθάνεσαι καλά, να χαίρεσαι με την παρουσία μας και να μη σταματάς, ακόμα και στα παραμιλητά σου, να μιλάς πολιτικά, ν’ αγωνιάς, όχι για σένα, αλλά για τους συντρόφους σου και το κίνημα.

Και σε βλέπω τώρα, σύντροφε Λάκη, στο νεκρικό σου φέρετρο, να μας αποχαιρετάς με το ίδιο γαλήνιο χαμόγελο. Και βλέπω συνάμα όλους αυτούς που εσύ αγάπησες τόσο πολύ, τους συντρόφους σου, τους συναδέλφους, τους φίλους σου, τους συγγενείς σου, να θέλουν να σε χαιρετήσουν κι αυτοί, με ένα παράπονο αλλά και με μια ελπίδα καρφωμένη στο μυαλό και την καρδιά τους.

Ναι, σύντροφε Λάκη, κλαίμε για σένα που φεύγεις τόσο νέος, τόσο γεμάτος ζωή και οράματα, μ' ένα έργο τόσο σημαντικό πίσω σου, που θα μπορούσες να το διπλασιάσεις και να το τριπλασιάσεις αν ζούσες κι άλλο.

Ελπίζουμε, όμως, σύντροφε Λάκη. .. Η ίδια η ζωή που έζησες εσύ, οι ιδέες και τα οράματά σου, μας ανοίγουν ένα παράθυρο ελπίδας στις μίζερες τούτες μέρες.

Αντλούμε κομμάτια ελπίδας απ’ τον έρωτα που είχες εσύ για την κοινωνική απελευθέρωση και τον κομμουνισμό. Απ’ τον τρόπο που κατάφερνες πάντα να διεκδικείς τα οράματά σου, να κοιτάζεις στο μέλλον χωρίς ούτε μια στιγμή να εγκαταλείπεις την αξιοποίηση και την απόλαυση του παρόντος, χωρίς ούτε για μια στιγμή με το άλλοθι των «επερχόμενων εξελίξεων» να ξεχνάς το «εδώ και τώρα»....

Αντλούμε ελπίδα θυμούμενοι πως κάθε πρωτοβουλία ήταν για σένα κάτι το καινούργιο, κάθε νίκη - έστω και μικρή - σε ενθουσίαζε σαν να ήταν η πρώτη φορά.

Χωρίς αυταπάτες, αλλά επειδή ήξερες και ήθελες να ζεις, επειδή, ανήκες στην «παράξενη» εκείνη κατηγορία ανθρώπων που στις γελοίες μέρες μας συνεχίζουν να θέλουν να νικήσουν.

Κρίμα, ρε ξανθούλη πολύτιμε σύντροφε, που είμαστε υλιστές και δεν ελπίζουμε ότι θα σε ξαναδούμε και θα σ’ έχουμε μαζί μας.

Όμως, σύντροφε Λάκη, μας άφησες ανεξίτηλα σημάδια. Γιατί δεν έβαλες μόνο τη σφραγίδα σου στην αντιδικτατορική και μεταπολιτευτική Επαναστατική Αριστερά, σ' όλα τα γεγονότα που αυτή πρωτοστάτησε, στις νέες ιδέες και πρακτικές που μπόλιασαν το κίνημα.
Την έβαλες σ’ όλους μας και στον καθένα από μας ξεχωριστά. Τόσο, που αν κα δε θα σε ξαναδούμε ποτέ, θα σ’ αισθανόμαστε πάντα δίπλα μας, Θ' ακούμε το γέλιο σου στις παρέες μας, θα σε νιώθουμε κοντά μας στις νέες συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις.

Τάσος Κατιντσάρος
{[['']]}

Οταν ο ΕΣΑτζής χτυπά την πόρτα

Της Βασιλικής Λάζου - Documento

Ηταν 2.15 το πρωί όταν τα πρώτα άρματα μάχης Μ47 ξεπρόβαλαν μουγκρίζοντας στη συμβολή των λεωφόρων Κηφισίας και Αλεξάνδρας.
Με αφετηρία το Κέντρο Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων στο Γουδί προχωρούσαν αργά προς τη Βασιλίσσης Σοφίας περνώντας μπροστά από την αμερικανική πρεσβεία. Προορισμός τους ο Ραδιοφωνικός Σταθμός στο Ζάππειο, τα Ανάκτορα και η Βουλή των Ελλήνων.

Επικεφαλής της φάλαγγας ήταν ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός. διοικητής δύναμης 2.500 αντρών και 250 αξιωματικών. Ηταν η πρώτη και η κυριότερη από τις 26 συνολικά αποστολές που εκτέλεσε η μονάδα αυτή εκείνο το μοιραίο βράδυ σύμφωνα με το σχέδιο «Προμηθεύς».

Η 21η Απριλίου 1967 υπήρξε όχι μόνο τομή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία αλλά και ένα σοκ για όλο τον δημοκρατικό λαό. Ηταν αποτέλεσμα των αντιφάσεων των μετεμφυλιακών δομών εξουσίας που είχαν οδηγήσει στην αυτονόμηση του στρατού ως κέντρο εξουσίας.
Εμφορούμενος από ακραίες αντικομμουνιστικές - αυταρχικές αντιλήψεις και περιενδυμένος με την όποια αίγλη του νικητή στην εμφύλια αναμέτρηση. ο στρατός ήταν η αιχμή του δόρατος του κράτους.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα αυτός ο θεσμός είχε ταλαντευτεί μεταξύ της προώθησης του αστικού εκσυγχρονισμού και της επιβολής αυταρχικών πρακτικών εξουσίας. Μετά τον Εμφύλιο διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις καθώς αποτελούσε μαζί με το παλάτι και το κοινοβούλιο έναν από τους πόλους εξουσίας στη χώρα

Καταλύτης των εξελίξεων που θα οδηγήσουν στην κατάληψη της εξουσίας από τον στρατό ήταν οι μεγάλες πολιτικές κινητοποιήσεις των ετών 1958-1967. Τα πρωτοφανή εκλογικά ποσοστά της ΕΔΑ του 1958, η πολιτική σύγκλιση της Αριστεράς και του κέντρου στη λαϊκή βάση, η έναρξη του «ανένδοτου», η εξάπλωση της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη και οι φωνές για νομιμοποίηση του ΚΚΕ σκιαγραφούν την εικόνα της προαπριλιανής περιόδου.

Κύριο αίτημα ήταν ο εκδημοκρατισμός του κράτους, η άρση των έκτακτων μέτρων και των αποκλεισμών, ο περιορισμός των κοινωνικών ανισοτήτων, η διεύρυνση των πολιτικών ελευθεριών και η ομαλοποίηση της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Η σαρωτική νίκη των δυνάμεων του κέντρου και η αντοχή της ΕΔΑ στις εκλογές του 1964 σηματοδότησε την καθοριστική παρουσία του λαϊκού παράγοντα, γεγονός που εκλήφθηκε ως απειλή για το μετεμφυλιακό πολιτικό και οικονομικό πλέγμα εξουσίας.

Σε αυτό το πλαίσιο η στρατιωτική επέμβαση και ανοιχτή στρατιωτική καταστολή στόχευαν στην ανάσχεση των μεταρρυθμίσεων και τον περιορισμό του λαϊκού παράγοντα.

ΧΟΝΔΡΟΕΙΔΗ ΨΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΗΓΑΓΑΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ

Για την επιβολή της δικτατορίας από ομάδα 15 επίορκων συνταγματαρχών και ενός ταξιάρχου κατασκευάστηκε από το κράτος και το παρακράτος μια εικονική πραγματικότητα που βασιζόταν στην κινδυνολογία και στον φόβο.
Πυρήνας της ήταν ότι η «Ελλάς κινδυνεύει». Σύμφωνα με το αφήγημα των πραξικοπηματιών «η επέμβαση του στρατού ήταν επιβεβλημένη καθώς η χώρα όδευε προς τον κομμουνισμό. Οι πολιτικοί αδυνατούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και με τον βασιλιά ενώ στην ελληνική κοινωνία επικρατούσε αναρχία, η οποία θα οδηγούσε σε καταστροφή αν δεν επενέβαινε ο στρατός, η μόνη πολιτικά ουδέτερη δύναμη ικανή να αποτρέψει την καταστροφή». 

Σύμφωνα με τις ελεγχόμενες από τη χούντα εφημερίδες και τις δηλώσεις των πρωταιτίων τις πρώτες ημέρες μετά το πραξικόπημα, βρισκόταν σε εξέλιξη μία συνωμοσία κατά της Ελλάδας η οποία θα κορυφωνόταν στις 23 Απριλίου 1967. Με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη και δράστες «30.000 Λαμπράκηδες και 2.000 πεπειραμένους σαμποτέρ η ανταρσία θα εξαπλωνόταν σ' όλη τη χώρα. Καθώς οι δυνάμεις ασφαλείας δεν μπορούσαν μόνες τους να αντιμετωπίσουν τον εσωτερικό εχθρό ζήτησαν τη συνδρομή του στρατού, ο οποίος συνέλαβε προληπτικά τους εμπειροπόλεμους σαμποτέρ του Λαϊκού Μετώπου της Ενωσης Κέντρου - κομμουνιστών καθώς και ελάχιστους άλλους πολιτικούς που κινδύνευαν να τους σκοτώσουν οι συνωμότες».

Στα γραφεία μάλιστα της ΕΔΑ «μετά την ανάληψιν της κυβερνήσεως από τον Εθνικόν Στρατόν, ανευρέθησαν πλείστα ως ανεφέρθη στοιχεία, επιβεβαιούντα την προετοιμασίαν της κομμουνιστικής εξεγέρσεως...». Ετσι η Ελλάδα σώθηκε χωρίς να αιματοκυλιστεί ο τόπος. «Ο στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας διά να προλάβη τον εμφύλιον σπαραγμόν, να αποκαταστήση την τάξιν και να επαναφέρη την ενότητα του Εθνους-..» (Π. Πετρίδης, «Εξουσία και παραεξουσία στην Ελλάδα 1957-1967», εκδόσεις Προσκήνιο, 2000).

Πρωταρχικός στόχος του νέου καθεστώτος ήταν η ανάπλαση της κοινωνίας ώστε να αποβληθεί η αναρχική αντίληψη ενώ για την Αριστερά θα δημιουργούνταν τέτοιες συνθήκες που θα έκαναν τον κομμουνισμό ακίνδυνο, όπως στις μεγάλες χώρες της δυτικής Ευρώπης.
Τέτοια χονδροειδή ψέματα θα ήταν απλά γελοία, αν δεν παρήγαγαν πολιτικό αποτέλεσμα. Η ελευθερία. η δημοκρατία, ο κοινοβουλευτισμός και πλείστα όσα δικαιώματα των πολιτικών μπήκαν στον γύψο.

Η ΕΣΑ ΧΤΥΠΑ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ

Την ίδια στιγμή που τα τεθωρακισμένα των κινηματιών περικύκλωναν νευραλγικές τοποθεσίες στο κέντρο της Αθήνας εξελισσόταν μια παράλληλη επιχείρηση. Υπό τη διεύθυνση του διοικητή της ΕΑΤ-ΕΣΑ συνταγματάρχη Ιωάννη Λαδά πολυάριθμα μικρά αποσπάσματα της ΕΣΑ και διάφορων στρατιωτικών σχήματισμών εξόρμησαν σύμφωνα με λεπτομερώς κατηρτισμένο σχέδιο για να συλλάβουν πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες με καίριες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό.

Πρώτος στόχος ήταν ο πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Στις 2.45 συνελήφθη ο αρχηγός της Ενωσης Κέντρου Γεώργιος Παπανδρέου -για πέμπτη φορά στην πολιτική του σταδιοδρομία- και ο γιος του Ανδρέας με περιπετειώδη τρόπο.
Ολόκληρη η πολιτική ηγεσία συνελήφθη με καταπληκτική ευκολία.

Ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Μανώλης Γλέζος ήταν από τα πρώτα στελέχη της Αριστεράς που συνελήφθησαν. Ακολούθησαν χιλιάδες αριστεροί και αρκετά στελέχη του κέντρου στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τις επαρχιακές πόλεις.

Ο δημοσιογράφος Γιάννης Κάτρης περιέγραψε τη διαδικασία: «...Η ηλικία, το φύλο, η θρησκεία ή η κατάσταση υγείας δεν έπαιζαν κανέναν ανασταλτικό ρόλο. Γέροι 70 και 75 χρονών στοιβάχτηκαν με νέους και κορίτσια 16 και 17 χρονών μέσα σε στρατιωτικά καμιόνια σαν σαρδέλες κονσερβαρισμένες... Ο επικεφαλής αξιωματικός χτυπούσε την πόρτα και, αν δεν άνοιγε αμέσως, την έσπαζαν με τσεκούρια. Συνήθως η οικογένεια ξυπνούσε έντρομη. Τα παιδιά τσίριζαν καθώς έρχονταν αντιμέτωπα με την αγριάδα των νυχτερινών επισκεπτών και τις ξιφολόγχες τους. Τους έδιναν προθεσμία δύο λεπτών για να ντυθούν. Πολλοί σύρθηκαν με τις πιτζάμες και τα εσώρουχα... Οταν υπήρχε εντολή να συλληφθούν και οι δύο γονείς, η μητέρα έπαιρνε μαζί το πιο μωρό...» (Γιάννης Κάτρης, «Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα»).

Από τη 1.00 μέχρι τις 5.00 αλλά και τις επόμενες ημέρες σε ολόκληρη την Ελλάδα συνελήφθησαν από στρατιωτικές δυνάμεις στα σπίτια τους 8.270 άτομα. Καμιόνια μετέφεραν τους συλληφθέντες στον Ιππόδρομο και σε ποδοσφαιρικά γήπεδα. Οι συλληφθέντες στον νομό Θεσσαλονίκης και στην Κεντρική Μακεδονία κρατήθηκαν για πέντε ημέρες στα αστυνομικά τμήματα.
Οταν κάποιος διέφευγε τη σύλληψη, οι ασφαλίτες έπιαναν τη γυναίκα, τα παιδιά ή τους γονείς του για να τον εξαναγκάσουν να παραδοθεί. Αρκετοί ήταν αυτοί που ξυλοκοπήθηκαν άγρια και έπεσαν θύματα βάρβαρης κακοποίησης.

Στις 6.30 το πρωί της 21ης Απριλίου ο ραδιοφωνικός σταθμός των ενόπλων δυνάμεων ανακοίνωσε την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον στρατό «λόγω της εκρύθμου καταστάσεως». Στη συνέχεια διαβάστηκε διάταγμα του βασιλιά Κωνσταντίνου με το οποίο ανέστειλε θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος (5,6,8,10,11,12,14,18, 20,95 και 97) «λόγω εκδήλου απειλής κατά της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας της χώρας εξ εσωτερικών κινδύνων», θέτοντας τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας με βάση τον νόμο ΔΞΘ του 1912.

Αυτό σήμαινε ότι ανεστάλησαν οι διατάξεις εκείνες που προέβλεπαν ανάμεσα σε άλλα ότι κανένας δεν συλλαμβάνεται χωρίς δικαστικό ένταλμα, το δικαίωμα της ελεύθερης συγκέντρωσης προσώπων, το δικαίωμα της ίδρυσης και συμμετοχής σε σωματεία, το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, το απαραβίαστο της αλληλογραφίας.
Οι πολίτες εφεξής όφειλαν να τελούν μέχρι νεωτέρας σε καθεστώς πειθαρχημένης διαβίωσης καθώς απαγορεύτηκε «η κυκλοφορία εις τας οδούς της πόλεως πάσης φύσεως οχημάτων και πεζών, η ανάληψις καταθέσεων εκ των τραπεζών και των ταμιευτηρίων, η αγορά χρυσών λιρών και γενικώς ξένου συναλλάγματος» και διακόπηκαν τα μαθήματα των σχολείων». 

Το μόνο που επιτράπηκε ήταν η επιβολή θανατικής ποινής σε πολιτικά εγκλήματα, που σήμαινε ότι μπορούσαν να συσταθούν και να λειτουργήσουν χωρίς ειδικό νόμο έκτακτα στρατοδικεία. Ακολούθησε προληπτική λογοκρισία, απαγόρευση κυκλοφορίας αριστερών έντυπων και εφημερίδων, διάλυση συνδικαλιστικών οργανώσεων, αποστράτευση αξιωματικών του στρατού ξηράς, της ηγεσίας του πολεμικού ναυτικού και τα 9/10 των ανώτερων αξιωματικών της αεροπορίας και απολύσεις στην Δημόσια Διοίκηση.

Ο βασιλιάς οδηγήθηκε στο Πεντάγωνο όπου παρά την αντίθετη εισήγηση του κρατούμενου πρωθυπουργού Κανελλόπουλου αποδέχθηκε την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί και όρκισε 5μελή «Κυβέρνηση» με «Πρωθυπουργό» τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κων. Κάλλια και «αντιπρόεδρο» και «υπουργό Εθνικής Αμύνης» τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου στρατηγό Γρηγόριο Σπαντιδάκη. Αλλα μέλη της ομάδας των πραξικοπηματιών τοποθετήθηκαν ως «γενικοί γραμματείς» στα υπουργεία.

Οκτώ μήνες αργότερα το αντιπραξικόπημα με το οποίο ο βασιλιάς προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο απέτυχε παταγωδώς και ο Κωνσταντίνος διέφυγε στη Ρώμη.

Η χούντα έδειξε εξαρχής τον βάναυσο χαρακτήρα της. Την πρώτη κιόλας μέρα του πραξικοπήματος στον Ιππόδρομο της Αθήνας πυροβολήθηκε εν ψυχρώ το στέλεχος της ΕΔΑ, Μακρονησιώτης αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Παναγιώτης Ελής.

Είχαν προηγηθεί οι δολοφονίες της 24χρονης Μαρία Καλαβρού επί της οδού Πατησίων και του 15άχρονου Βασίλη Πεσλή που βρισκόταν ανάμεσα στο συγκεντρωμένο πλήθος στην πλατεία Αμερικής.
Υστερα από ολιγοήμερη φυλάκιση οι κρατούμενοι δημοκράτες επιβιβάστηκαν σε αρματαγωγά και οδηγήθηκαν στο κλειστό από το1960 στρατόπεδο-φυλακή της Γυάρου. Οι πρώτοι 6.118 κρατούμενοι μεταφέρθηκαν εκεί στις 28 Απριλίου. Τελικά ο αριθμός τους έφτασε τις 7.500. Από αυτούς περίπου 1.000 έμεναν στο κτίριο των φυλακών και οι υπόλοιποι σε σκηνές.

Λίγες ημέρες ύστερα από την επιβολή της η χούντα είχε κατορθώσει ένα πολύ δυνατό πλήγμα στους αντιπάλους της, πιάνοντάς τους κυριολεκτικά στον ύπνο. Παρόλο που το πραξικόπημα συζητιόταν ως πιθανότητα δεν είχαν ληφθεί ουσιαστικά οργανωτικά μέτρα για την αντιμετώπισή του. Κύριο άρθρο της «Αυγής» την ημέρα του πραξικοπήματος τιτλοφορούνταν «Γιατί δεν πρόκειται να γίνει δικτατορία», ενδεχόμενα ως απάντηση στο επιχείρημα ότι ο λαός δεν έπρεπε να διαμαρτύρεται κατά της «καχεκτικής», υπονομευμένης δημοκρατίας για να μην καταλυθεί από μια ανοιχτή χούντα.

Η πολιτική και οργανωτική ήττα των δυνάμεων της Αριστεράς στον Εμφύλιο είχε αποδιαρθρώσει οργανωτικά τις πολιτικές δυνάμεις της. Δεκάδες χιλιάδες πολιτικά στελέχη είχαν εκτελεστεί, φυλακιστεί και εξοριστεί ή βρεθεί στην πολιτική προσφυγιά. Η νέα γενιά που ήρθε στο προσκήνιο στις αρχές της δεκαετίας 1960 υπέστη σκληρή καταστολή από το δικτατορικό καθεστώς.

Ωστόσο παρά τις συλλήψεις και τις ανηλεείς διώξεις ιδρύθηκαν οι πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις από στελέχη της Αριστεράς και του κέντρου που είχαν διαφύγει τη σύλληψη ενώ ακολούθησαν και αντιδικτατορικές οργανώσεις συντηρητικών αξιωματικών.
Η Δημοκρατική Αμυνα, το Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο και από τον Δεκέμβριο η Πανελλήνια Αντιδικτατορική Οργάνωση Ρήγας Φεραίος έδειξαν ότι υπήρχε εξαρχής η μαγιά της αντίστασης στη χούντα.

Στα μαύρα χρόνια της επταετίας και μέχρι τη μεγαλειώδη εξέγερση του Πολυτεχνείου τουλάχιστον 46 οργανώσεις έδρασαν ενάντια στη χούντα.
{[['']]}

Νίκος Μπελογιάννης: Μια ζωή στον αγώνα

Πριν από 68 χρόνια ο Νίκος Μπελογιάννης δολοφονήθηκε από το μετεμφυλιακό κράτος (30 Μαρτίου 1952). Σε μια σειρά άρθρων που θα ακολουθήσουν ξεδιπλώνεται η ζωή και η δράση του αγωνιστή του ΚΚΕ που υπερασπίστηκε ανυποχώρητα την πατρίδα και την ειρήνη.

Συλλήψεις, εξορία, φυλακίσεις και μεταγωγές, τρεις δίκες σε στρατοδικείο και τελικά εκτέλεση διά τουφεκισμού. Η διαδρομή του Νίκου Μπελογιάννη ήταν εξαρχής σε πλήρη αντιπαράθεση με το κράτος και τους μηχανισμούς του. Οπως εξάλλου και η διαδρομή όσων ενστερνίστηκαν και υπηρέτησαν την κομμουνιστική ιδεολογία, αλλά και εκείνων που βρέθηκαν σε έναν ευρύτερο κύκλο και συστρατεύτηκαν με το ΕΑΜικό όραμα για μια μεταπολεμική Ελλάδα ριζικά διαφορετική. «Εχθροί του κρατούντος κοινωνικού και οικονομικού συστήματος» και εντέλει «εχθροί του κράτους», αντιμετώπισαν το σκληρό πρόσωπο της κρατικής καταστολής, με διώξεις και στέρηση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων τους αλλά και του υπέρτατου δικαιώματος: της ίδιας της ζωής. Ας πιάσουμε όμως το νήμα από την αρχή.

«Γεννήθηκα στην Αμαλιάδα (Πελοποννήσου) στα τέλη του 1915. Ο πατέρας μου ήταν αγρότης από τα ορεινά χωριά της περιοχής μας που κατέβηκε στην πόλη και έγινε επαγγελματίας. Επίσης και η μητέρα μου είναι αγρότισσα, αγράμματη αλλά πολύ καλή γυναίκα. Είχα δύο ακόμη μικρότερες αδερφές, από τις οποίες η μία δεν άντεξε στα κυνηγητά και τις κακουχίες που πέρασαν στην πρώτη κατοχή, αρρώστησε και πέθανε. Ολοι οι δικοί μου είναι δοσμένοι στον αγώνα και έχουν υποστεί κάθε είδους καταστροφή. […] Μαθητής ακόμα από το γυμνάσιο μαζί με μια άλλη παρέα συμμαθητών μου αρχίσαμε να συζητάμε για τον Σοσιαλισμό, κάναμε αγώνα με τους καθηγητές για την επιβολή της δημοτικής και οργανώσαμε (1931) δύο απεργίες. […] Το 1934 έγινα μέλος του Κόμματος σε ηλικία 19 χρονών». Ετσι ξεκινά το αυτοβιογραφικό του κείμενο ο Νίκος Μπελογιάννης, κείμενο που συνέταξε το 1947, λίγο μετά την άφιξή του στην έδρα του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ.

Σε νεαρή ηλικία (στη μέση) με φίλους του στη θάλασσα

Η οικογένεια του πατέρα του κατάγεται από τα Τσίπιανα Ηλείας. Από εκεί λοιπόν ο Γιώργος Μπελογιάννης, ο πατέρας του Νίκου, κατέβηκε στην Αμαλιάδα, ο οποίος το 1916 πήγε στη Βοστώνη. Φτωχός αγρότης ο ίδιος, πηγαίνει μετανάστης στην Αμερική όπου συναντά και άλλους συντοπίτες του. Κάποια στιγμή επενδύει μερικές οικονομίες του στην αγορά ενός οικοπέδου στο κέντρο της πόλης, με σκοπό την εμπορική του εκμετάλλευση. Ετσι, στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ξεκινά η ανέγερση του ξενοδοχείου Ολύμπια του Γιώργου Μπελογιάννη στην Αμαλιάδα, κτίριο στο οποίο σήμερα στεγάζεται το Μουσείο Νίκου Μπελογιάννη.

Στο σχολείο ο Νίκος Μπελογιάννης παρουσιάζει έντονη λογοτεχνική και θεατρική δραστηριότητα. Με τη συμμαθήτριά του Βικτωρία Φραγκογιαννοπούλου γράφουν και ανεβάζουν θεατρικές παραστάσεις, ενώ ξεκινά τη συνεργασία του με το φιλολογικό περιοδικό της πόλης «Χαραυγή». Ο άνθρωπος που έπαιξε κομβικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία του Νίκου Μπελογιάννη είναι ο φιλόλογος-γυμνασιάρχης Ανδρέας Παπαθεοδώρου, ο οποίος τον μυεί στον κόσμο των αριστερών ιδεών. Μαζί με τους συμμαθητές του Ανδρέα Ραγκαβίλα, Αποστόλη Παπαζογανόπουλο και Γιάννη Ντάβο οργάνωσαν την πρώτη μαθητική απεργία. Τα αιτήματά τους πρωτοποριακά για την εποχή: «δωρεάν παιδεία», «καθηγητές για όλα τα μαθήματα» και «φωτεινές αίθουσες διδασκαλίας».

Στον φάκελό του στη Διεύθυνση Εθνικής Ασφαλείας έχουν καταχωρηθεί πληροφορίες για τρεις περιόδους της ζωής του, που φέρουν τον τίτλο «Κομμουνιστική δράσις», και η πρώτη αφορά την εποχή της Αμαλιάδας και της Νομικής Σχολής: «Προ της 28 Οκτωβρίου 1940. Κατηχήθη εις τον κομμουνισμόν από μαθητής γυμνασίου υπό του Γυμνασιάρχου Παπαθεοδώρου Ανδρέου, και ως μαθητής γυμνασίου και εν συνεχεία ως φοιτητής Νομικής ανέπτυξεν σοβαράν κομ/στικήν δράσιν εν Αμαλιάδι και Αθήνας. Συνελήφθη και εξετοπίσθη κατ’ επανάληψιν διά την δράσιν του ταύτην».

Πρώτος στα γράμματα και στον αγώνα

Το 1934, σε ηλικία 19 ετών, εντάχθηκε στο παράνομο ΚΚΕ και ως γραμματέας της τοπικής οργάνωσης Αμαλιάδας μπήκε στο στόχαστρο του καθεστώτος λόγω της δραστήριας παρουσίας του. Ο ίδιος γράφει στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα: «Με πήρανε κατευθείαν στο Κόμμα γιατί οργάνωση της ΟΚΝΕ δεν υπήρχε τότε στην Αμαλιάδα. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου πήγα να δώσω εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Γράφτηκα στα Νομικά και ξαναγύρισα στην πατρίδα μου με σκοπό να πηγαίνω στην Αθήνα μόνο για εξετάσεις. Το 1935 τοποθετήθηκα Γραμματέας στην ΚΟ –υπαχτίδα τότε– της πατρίδας μου. Τον Σεπτέμβρη ανέβηκα στην Αθήνα για εξετάσεις. Γνωρίστηκα με τους συντρόφους της Πανεπιστημιακής Αχτίδας της ΟΚΝΕ (Δρακόπουλο, Βέττα κ.λπ.) και χρησιμοποιήθηκα, χωρίς να έχει έρθει ακόμα η σύνδεσή μου, σε διάφορες δουλειές (ομιλητής στις παράνομες φοιτητικές συγκεντρώσεις της Κονδυλικής κοσμογονίας, επίσης στις διαπραγματεύσεις με τις άλλες οργανώσεις της νεολαίας κ.λπ.). Τα Χριστούγεννα του ’35 ξαναπήγα Γραμματέας της Οργάνωσης της πατρίδας μου».

Αριστερά στη φωτογραφία με συμμαθητές του

Επιστρέφοντας το 1935 στη γενέθλια πόλη, μέλος πια του Κομμουνιστικού Κόμματος, έλαβε ενεργά μέρος στους κοινωνικούς αγώνες γύρω από τη μακροχρόνια σταφιδική κρίση που μάστιζε από τα τέλη του 19ου αιώνα την Πελοπόννησο. Αφορμή ήταν τα υπερβολικά χρέη των Ελλήνων γεωργών και η καταστροφή της παραγωγής από περονόσπορο και χαλαζόπτωση. Οι σταφιδοπαραγωγοί ζητούσαν τη χορήγηση δανείων, την κατάργηση των κρατικών φόρων και την παροχή μέσων βελτίωσης της σταφιδοπαραγωγής. Το διάστημα 1935-36 οι κινητοποιήσεις τους κορυφώθηκαν. Οπως τονίζει σε στήλη του ο «Ριζοσπάστης» (20-8-1935), δύο χαρακτηριστικά διακρίνουν τους αγώνες που εξελίσσονται εκείνη την περίοδο: «Το πρώτο είναι ότι φέτος οι σταφιδοπαραγωγοί δεν παλεύουν διασπασμένα [...] το δεύτερο γνώρισμα είναι ότι πιο ξεκάθαρα από κάθε άλλη φορά φέτος οι σταφιδοπαραγωγοί ξέρουν πώς να διεκδικήσουν αυτό που θέλουν».

Μαχητικά συλλαλητήρια πραγματοποιήθηκαν στις πόλεις της Ηλείας, της Μεσσηνίας και της Αχαΐας, με τον Μπελογιάννη βασικό οργανωτή στην περιοχή του. Οι κινητοποιήσεις μάλιστα πήραν τη μορφή λαϊκής εξέγερσης καταλύοντας τις τοπικές αρχές εξουσίας. Εξαιτίας της σφοδρότητας των συγκρούσεων ο στρατηγός Κονδύλης κήρυξε στη Μεσσηνία στρατιωτικό νόμο, αποστέλλοντας στρατεύματα για την καταστολή του κινήματος. Η λήξη των κινητοποιήσεων έφερε την εξάπλωση ενός κύματος διωγμών εναντίον των συνδικαλιστών και των αγροτών που συμμετείχαν σε αυτές.

Με το που ολοκληρώνει τις σπουδές του στο εξατάξιο γυμνάσιο, ο Νίκος Μπελογιάννης ιδρύει έναν «προστατευτικό» σύλλογο με έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά και από εκείνη την εποχή ξεκινά το κυνηγητό από το κράτος, ένα κράτος που φυσικά δεν περίμενε τη μεταξική δικτατορία, την Κατοχή και το εμφυλιακό καθεστώς έκτακτης ανάγκης για να κηρύξει την έναρξη του κυνηγιού μαγισσών. Το 1934 γίνεται δεκτός στη Νομική Σχολή της Αθήνας – από την οποία διαγράφτηκε εξαιτίας της δράσης του το 1937.

«Διότι δεν συνεμμορφώθην προς τας υποδείξεις»

«Τον Μάρτη του ’36 πιάστηκα και εκτοπίστηκα έναν χρόνο στην Ιο και τον Μάη δικάστηκα ερήμην 2 χρόνια για κάτι απεργίες που είχαν γίνει στην Αμαλιάδα. Εν τω μεταξύ η σύγκλητος με απόφασή της με απέβαλε από το Πανεπιστήμιο. […] Η δευτεροβάθμια επιτροπή Ασφαλείας εμείωσε την ποινή εκτοπισμού σε 4 μήνες […] γύρισα από την εξορία στα τέλη του Ιούλη του 1936. Από τότε έζησα καταδιωκόμενος ή στη φυλακή. […]

Τον Οκτώβρη του 1936 που η κλάση μου κλήθηκε στον στρατό, πήρα εντολή να παρουσιαστώ, γιατί η νέα εκτόπιση που είχαν αποφασίσει θα αναστελλόταν εφόσον ήμουνα φαντάρος και η δικαστική απόφαση για να εκτελεστεί, έπρεπε πρώτα να εκδικαστεί η ανακοπή. Από την προηγούμενη χρονιά το περιοδεύον συμβούλιο μην ξέροντας ποιος είμαι με είχε τοποθετήσει στη σχολή εφέδρων αξιωματικών του Μηχανικού. Μόλις όμως παρουσιάστηκα με έδιωξαν αμέσως, γιατί εν τω μεταξύ είχαν πάει από την ασφάλεια τα χαρτιά μου. Με έστειλαν απλό φαντάρο στο σύνταγμα της Πάτρας. Εκεί η Κ.Ο. με τοποθέτησε Γραμματέα της Στρατ. Οργάνωσης. Το Δεκέμβρη του ’36 που πιάστηκε το Πελ/κό Γραφείο της Κ.Ε. και η καθοδήγηση της Πάτρας (Στρίγγος, Σινάκος, Βατουσιανός κ.λπ.), ο σύνδεσμος της έξω οργάνωσης με το Σύνταγμα, στον οποίο ο υπεύθυνος για τη στρατιωτική δουλειά είχε πει το όνομά μου –καθώς και του βοηθού μου Γιάννη Ντάβου–, πιάστηκε και μας μαρτύρησε. Μας έπιασαν και τους δύο, μας βασάνισαν, αλλά δεν απέσπασαν τίποτα και η Στρατιωτική οργάνωση έμεινε άθιχτη. […] Μας δίκασαν 3 μήνες φυλακή και 6 εξορία».

Ο Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του, ένας λοχίας, ένας δεκανέας και ο επίσης στρατιώτης Γιάννης Ντάβος, παραπέμπονται στις 10 Φεβρουαρίου 1937 στο Στρατοδικείο Πατρών για παράβαση του νόμου 117/1936 «Περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών». Στη βελτιωμένη εκδοχή του «μεταξικού ιδιώνυμου» ο δράστης δεν χρειαζόταν πια να προσπαθεί να ανατρέψει βιαίως εκείνο που η δικτατορία όριζε σαν κοινωνικό καθεστώς. Αρκεί να προσπαθούσε να το ανατρέψει έστω και ειρηνικά ή να προσπαθεί να διαδώσει ιδέες «έχουσες ως έκδηλον σκοπόν» τη «διά βιαίων μέσων» ανατροπή του κρατούντος κοινωνικού συστήματος με οποιοδήποτε μέσο.

Η αποδιδόμενη κατηγορία ότι «στρατιωτικοί όντες, ήτοι ο μεν πρώτος λοχίας, ο δε δεύτερος δεκανεύς και οι δύο τελευταίοι στρατιώται του 12ου Σ. Πεζικού, εν Πάτραις οι μεν δύο πρώτοι κατά διάφορα χρονικά διαστήματα από Αυγούστου μέχρι τέλους Νοεμβρίου 1936, οι δε δύο τελευταίοι [ανάμεσά τους και ο Ν. Μπελογιάννης] από τέλους Οκτωβρίου μέχρι τέλος Νοεμβρίου 1936 επεδίωκον την διάδοσιν, ανάπτυξιν και εφαρμογήν θεωριών, ιδεών και κοινωνικών και οικονομικών συστημάτων, τεινόντων εις την ανατροπήν του κρατούντος εν τη Χώρα κοινωνικού καθεστώτος, διανέμοντες εις τους στρατιώτας προκηρύξεις κομμουνιστικού περιεχομένου». Ετσι «μεταφραζόταν» ποινικά το γράψιμο συνθημάτων στους τοίχους και το μοίρασμα προκηρύξεων.

Ηδη από την πρώτη αυτή δίκη ο Μπελογιάννης έδειξε την αφοσίωση και το ήθος το οποίο τον χαρακτήριζε σε όλη τη μετέπειτα αγωνιστική πορεία του. Σε αντίθεση με τους συγκατηγορούμενούς τους που αποκήρυξαν την κομμουνιστική τους ιδεολογία και αθωώθηκαν, ο Μπελογιάννης καθώς και ο Ντάβος ομολόγησαν ότι ήταν κομμουνιστές και καταδικάστηκαν. Ο μεν Μπελογιάννης με ψήφους τρεις έναντι δύο σε φυλάκιση τριών μηνών και εξάμηνη εκτόπιση στη Φολέγανδρο, ο δε συγκατηγορούμενός του Ντάβος κηρύχτηκε ένοχος παμψηφεί και καταδικάστηκε σε ενάμισι έτος φυλάκιση και εξορία.

«Μόλις τελείωσε η φυλακή μου, επειδή την εξορία την έκανες μετά το τέλος της θητείας, με έστειλαν στον πειθαρχικό λόχο της Κεφαλονιάς, που είχε τότε φτιάξει ο Μεταξάς. Τον Ιούλη του ’37 κατάφερα και έφυγα. Ηρθα στην Πάτρα και δούλεψα στην οργάνωση της Π.Ε. Τον Οκτώβρη ήμουνα βοηθός του Γραμματέα της οργάνωσης και όταν οι νομοί Ηλείας - Ολυμπίας και Ζακύνθου έγιναν ξεχωριστή Περιφερειακή Οργάνωση στάλθηκα εκεί Γραμματέας».

Ο Μπελογιάννης με εντολή από το κόμμα πηγαίνει στην Πάτρα με σκοπό τη συγκρότηση μυστικών κομμουνιστικών τριάδων, για μικρό χρονικό διάστημα βρίσκεται στο Αίγιο για το δυνάμωμα των πυρήνων και επιστρέφει στην αχαϊκή πρωτεύουσα επιφορτισμένος με την οργάνωση και την κλιμάκωση αντιδικτατορικών ενεργειών. Από το 1937 αρθρογραφεί στην πολυγραφημένη εφημερίδα «Λαϊκή Γνώμη».

«Το Πάσχα του ’38 προδόθηκα στον Πύργο από τον φοροεισπράκτορα και πιάστηκα στο δρόμο. Πήγα να φύγω, με πυροβόλησαν, έπεσα και με έπιασαν. Επίσης ύστερα από λίγες μέρες έφυγα από το κρατητήριο, αλλά με κυνήγησαν πολύ και επειδή από το πολύ ξύλο δεν μπορούσα να τρέξω, με έπιασαν».

Ο Νίκος Μπελογιάννης μεταφέρεται στις φυλακές της Αίγινας, όπου παραμένει μέχρι την άνοιξη του 1942 και μετά οδηγείται στην Ακροναυπλία. Τα όργανα της ελληνικής φασιστικής κυβέρνησης τον παραδίδουν μαζί με τους άλλους Ακροναυπλιώτες στους Ιταλούς φασίστες, οι οποίοι τον Δεκέμβριο του 1942 τον μετάγουν στις φυλακές Κατούνας, στη συνέχεια της Βόνιτσας και μετά της Κέρκυρας. Στα τέλη Αυγούστου του 1943 οδηγείται –με άλλους επτά άρρωστους συντρόφους του– στις φυλακές του νοσοκομείου Σωτηρία, απ’ όπου απελευθερώνεται με τη συνθηκολόγηση των Ιταλών τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Πλέον ο Νίκος Μπελογιάννης μπορεί να ριχτεί στον απελευθερωτικό αγώνα του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ με όλη τη δύναμη της ψυχής του. 

Διαβάστε επίσης

Νίκος Μπελογιάννης: Στον αγώνα για τη λευτεριά

Από την επιστροφή στην Ελλάδα μέχρι τη θανατική καταδίκη

Γιατί τους εκτέλεσαν Κυριακή

Ο αφανής ήρωας

Κι εγώ χάραξα με το νύχι μου στον ασβεστωμένο τοίχο: «Είσαι καλά; Σ’ αγαπώ»

Πηγή: Παναγιώτης Φρούτζος - Documento
{[['']]}

Οι ήρωες της Επανάστασης ξεχασμένοι και υπό διωγμό


Αφιέρωμα στην Επανάσταση του 1821 ● Δίκες, φυλακίσεις και φτώχεια ήταν το ευχαριστώ της ελεύθερης Ελλάδας για τους πρωτεργάτες της απελευθέρωσης ● Βαυαροί και Οθωνας εχθροί των αγωνιστών.

Οι πιο μαύρες σελίδες της ιστορίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους άρχισαν να γράφονται αμέσως μετά την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό.

Αγωνιστές της Επανάστασης, κάποιοι σακατεμένοι από τις μάχες, χήρες και ορφανά γύριζαν στους δρόμους ρακένδυτοι ζητιανεύοντας ένα κομμάτι ψωμί. Αντίθετα, εκλεκτοί του Παλατιού και όσοι είχαν προσβάσεις στο φαύλο πολιτικό σύστημα της εποχής απολάμβαναν παχυλούς μισθούς και συντάξεις.

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, που έμεινε στην ιστορία ως Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, ο στρατηγός Δημήτριος Μακρής, ο Φιλικός Παναγιώτης Σέκερης και ο νομομαθής Κρητικός Μανουήλ Βερνάρδος είναι μερικοί από τους αγωνιστές που θυσίασαν τα πάντα για την ελευθερία και πέθαναν πάμφτωχοι, ενώ υπάρχει και ένα πλήθος λιγότερο γνωστών πολεμιστών που ξεχάστηκαν στη δυστυχία τους.

Ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης περιγράφει, γλαφυρά, στ’ Απομνημονεύματά του αυτή την αθλιότητα σημειώνοντας (Βιβλίο Γ’, Κεφ. 4) μεταξύ άλλων:

«(…) οι αγωνισταί και χήρες των σκοτωμένων κι᾿ αρφανά παιδιά τους, κ’ εκείνοι οπού θυσιάσαν το δικόν τους στα δεινά της πατρίδος ας γκεζερούν (= περιπλανώνται άσκοπα) εις τους δρόμους ξυπόλυτοι και ταλαιπωρημένοι κι ας λένε "ψωμάκι". Οι ακαθαρσίες της Κωσταντινόπολης και της Ευρώπης καρότζες, μπάλους, πολυτέλειες, λούσια (= λούσα) πλήθος. Αυτείνοι αφεντάδες μας κ’ εμείς είλωτές τους».

Ο Μακρυγιάννης ήταν από τους λίγους που είχαν αρχίσει να παίρνουν τον μισθό του βαθμού τους. Γι’ αυτόν ήταν 360 δραχμές, ένας πολύ καλός μισθός για την εποχή, αλλά όπως γράφει (Βιβλίο Γ’, Κεφ. 2):

«Είδα αυτό, και πέθαιναν και οι άνθρωποι εις τα παλιοκλήσια, οπλαρχηγοί κι’ άλλοι, κι’ από την πείνα κι’ από το κρύον, τότε στοχάστηκα: Οι αγωνισταί να πεθαίνουν της πείνας, κ’ εμείς να πλερωνώμαστε ολίγοι άνθρωποι; Εμείς οι ολίγοι φέραμεν την λευτεριά; Να κόψωμεν κ’ εμείς τον μιστόν μας, είτε να πάρουν και οι αδελφοί μας συναγωνισταί!».

Αυτή η πρόταση του Μακρυγιάννη και οι διαμαρτυρίες του στην Αντιβασιλεία προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια των Βαυαρών, ενώ και ο αρχηγός του Γαλλικού Κόμματος και στέλεχος των πρώτων κυβερνήσεων Ιωάννης Κωλέττης τον κατηγόρησε ότι προετοίμαζε αντιμοναρχική επανάσταση…

Δυστυχώς, η θλιβερή αυτή κατάσταση συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, με αποτέλεσμα πολλοί αγωνιστές να προσδοκούν, μάταια, τη δικαίωσή τους με την απονομή ενός στρατιωτικού βαθμού βάσει της προσφοράς τους στο νεοσύστατο στράτευμα είτε με τη χορήγηση κάποιας αξιοπρεπούς σύνταξης.

«Σε κάποιους δόθηκαν καταχρηστικώς βαθμοί, σε άλλους δεν εδόθησαν οι ανάλογοι», είχε πει, στις 11 Ιουλίου 1849, σε συνεδρίαση της Γερουσίας (σ.σ. νομοθετικό σώμα που λειτούργησε παράλληλα με τη Βουλή) ένας γερουσιαστής, που δεν σώζεται το όνομά του, κατά τη συζήτηση νομοσχεδίου για την προικοδότηση με τη χορήγηση εθνικών γαιών σε ορφανές θυγατέρες στρατιωτικών.

Καθώς η προίκα ήταν βασικό ζήτημα για τον γάμο κάθε κοπέλας έγινε μεγάλη συζήτηση, αφού οι γερουσιαστές ζήτησαν τη χορήγηση ανάλογων αμοιβών για όλους τους αγωνιστές.

Ομως, ο υπουργός Οικονομικών και μετέπειτα πρωθυπουργός Δημήτριος Βούλγαρης, γνωστός με το προσωνύμιο «Τζουμπές» λόγω της μακριάς μπέρτας του, δεν δέχτηκε το αίτημα των γερουσιαστών επαναλαμβάνοντας μια υπόσχεση που είχε δοθεί από πολλούς υπουργούς, ότι για τους άλλους το θέμα θα λυθεί με το νομοσχέδιο για τη χορήγηση συντάξεων…

Μάταια, ένας γερουσιαστής τού θύμισε ότι η Εθνική Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 με το ψήφισμα 5 ζητούσε να οριστεί επιτροπή που θα εξέταζε ποιοι είχαν δικαίωμα απαίτησης αποζημιώσεων, αναφέροντας ακόμα πως «στην Ελλάδα, την εποχή του Αγώνα, δεν υπήρξε ιδιαιτέρα τάξη στρατιωτικών αλλ' άπαντες επολέμησαν κατά δύναμιν, και συνεισέφεραν έκαστος διαφοροτρόπως εις τον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα.

Μετά την άφιξη του Καποδίστρια έμεινε ένα στρατιωτικό σώμα και υπόλοιποι επανήλθαν στις οικιακές υποθέσεις τους ή στο πολιτικό στάδιο.  «Επειτα ελθούσα η Αντιβασιλεία θεώρησε αναγκαίο για την ασφάλεια του κράτους την ύπαρξη τακτικού στρατού, διώρισε δε και επιτροπή διά να εξετάση τας εκδουλεύσεις εκάστου των αγωνιστών και ανταμείψη αυτούς αναλόγως των εκδουλεύσεών των διά τους ανήκοντος βαθμού. Εγιναν πολλά παράπονα από διάφορους αγωνιστές».

Τα επόμενα χρόνια, οι ξεχασμένοι και αδικημένοι αγωνιστές, οι χήρες και τα ορφανά τους άρχισαν να στέλνουν αιτήματα προς τα υπουργεία, στις οποίες εξέθεταν τους αγώνες τους και ζητούσαν συνήθως οικονομική βοήθεια.

Τα αιτήματα, μετά την αναγκαστική παραχώρηση Συντάγματος από τον Οθωνα, άρχισαν να κατευθύνονται στη Βουλή και τη Γερουσία. Δυστυχώς, όμως, το αποτέλεσμα δεν άλλαξε. Παρότι τα δύο νομοθετικά Σώματα εμφανίζονταν να συνηγορούν στα αιτήματα, τα υπουργεία δεν έκαναν τίποτα…

Σε κάποιες περιπτώσεις, που προκαλούνταν συζήτηση στη Βουλή ή στη Γερουσία, συνήθως με αφορμή την εισαγωγή νομοσχεδίου για τη συνταξιοδότηση χηρών και ορφανών κάποιου πολιτικού, οι υπουργοί υπόσχονταν ότι σύντομα θα κατατεθεί νομοσχέδιο που θα ρυθμίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης όλων.

Μια τέτοια συζήτηση έγινε στις 28 Ιανουαρίου 1849 στη Γερουσία, όταν εισήχθη νομοσχέδιο «περί χορηγήσεως μηνιαίας συντάξεως εις την χήραν και τα ορφανά του Κωνσταντίνου Θ. Κολοκοτρώνη».

Το νομοσχέδιο προέβλεπε ότι θα χορηγούνταν μηνιαία σύνταξη 400 δραχμών, που αντιστοιχούσε στον μισθό του διευθυντή της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς, στη χήρα και στα τέσσερα ορφανά του τρίτου από τα τέσσερα παιδιά του γενναίου οπλαρχηγού, ο οποίος ήταν βουλευτής Γόρτυνος και υπουργός επί του Βασιλικού Οίκου και των Εξωτερικών Σχέσεων.

Τελικά, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε, αλλά ένας από τους γερουσιαστές παίρνοντας τον λόγο κάλεσε την κυβέρνηση για λόγους ίσης μεταχείρισης να παρουσιάσει, χωρίς άλλη αναβολή, νομοσχέδιο που θα κανονίζει τα προσόντα των συνταξιούχων. Με πρόταση άλλου γερουσιαστή εκδόθηκε και σύσταση προς τα υπουργεία, ενώ οι παριστάμενοι υπουργοί για μία ακόμα φορά διαβεβαίωναν ότι θα υλοποιηθεί η απόφαση της Γερουσίας.

Ομως, περίπου δύο χρόνια αργότερα αποδείχτηκε και πάλι ότι οι κυβερνήσεις της εποχής, ίσως για να συντηρήσουν ένα φαύλο σύστημα επιλεκτικών συνταξιοδοτήσεων, δεν προχωρούσαν στην καθιέρωση αντικειμενικών κριτηρίων συνταξιοδότησης.

Αφορμή έδωσε η προώθηση νομοσχεδίου «περί συντάξεως στην οικογένεια του δολοφονηθέντος υπουργού Ν. Κορφιωτάκη», το οποίο κατατέθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1850 στη Βουλή προβλέποντας σύνταξη 300 δραχμών τον μήνα για τη χήρα και τα τέσσερα ορφανά του Κορφιωτάκη (για την πολιτική δολοφονία Κορφιωτάκη βλ. «Εφ.Συν.»/«Νησίδες», φ. 19-20.10.2019).

Το ποσό θεωρήθηκε υπερβολικό καθώς, όπως αναφέρθηκε, την ίδια στιγμή η οικογένεια του Υδραίου ναυάρχου Αναστάσιου Τσαμαδού, ενός από τους επικεφαλής των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων στη Πτώση της Σφακτηρίας, έπαιρνε σύνταξη 80 δραχμές, του Οδυσσέα Ανδρούτσου 48 δραχμές και του στρατηγού Ανδρέα Γριβογιώργη, που έπεσε κατά την έξοδο του Μεσολογγίου, μόλις 8 δραχμές!

Για να σχηματίσει ο αναγνώστης μια πληρέστερη εικόνα της αξίας των χρημάτων και των οικογενειακών αναγκών της εποχής, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι πολλές χήρες είχαν τη φροντίδα, εκτός των παιδιών τους, των ορφανών στενών συγγενών τους και σίγουρα των ηλικιωμένων γονέων. Για παράδειγμα, η Στάνα, χήρα του Γεωργάκη Ολύμπιου, εκτός από τα τρία παιδιά της, δύο αγόρια και ένα κορίτσι, φρόντιζε τρία ανίψια και την ηλικιωμένη μητέρα της με τη σύνταξη των 140 δραχμών που της είχε χορηγηθεί. Γι’ αυτό, η εφημερίδα «Συνένωσις» με αφορμή τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1845 έγραφε στο φύλλο εκείνης της ημέρας:

«Ο Γεώργιος Ολύμπιος ήτον πλούσιος αλλ’ ό,τι είχε μετά της ζωής του το έδωκεν εις το έθνος, εκτός άλλων ποσοτήτων, 65.000 δραχμών έδωκε εις μόνον τον Υψηλάντην. (…) Η οικογένεια του Γεωργίου Ολυμπίου εις Αθήνας ψωμοζητεί σήμερον, εκατόν τεσσαράκοντα δραχμών έχει σύνταξιν, οι δε υιοί της ανθυπολοχαγοί της τιμής δεν λαμβάνουσιν ουδένα μισθόν, με τοιαύτη μικράν σύνταξιν πώς δύναται να ζήση οικογένεια εκ δύο νεανιών, εκ μιας θυγατρός, εκ τριών ανεψιών και εκ μιας μητρός; (…) Οι υιοί του Γεωργίου Ολυμπίου δεν δύνανται να εξέλθωσιν της οικίας των επειδή οι αγκώνες των είναι τετρυπημένοι, η γυνή του Γεωργίου Ολυμπίου δεν έχει φόρεμα να εξέλθη και να παρακαλέση τους υπουργούς. Η ασθένεια προς τοις άλλοις δυστυχήμασι επέπεσε εις αυτόν τον οίκον (…) αυτή δε ετοιμάζεται γυμνή και εκτραχηλισμένη να φύγη από την Ελλάδα».


Γι’ αυτό, κάποιες χήρες με τις αιτήσεις τους εκλιπαρούσαν για αύξηση των πενιχρών συντάξεών τους, όπως η Αργυρή, χήρα του οπλαρχηγού από τη Μάνη Γεώργιου Καπετανάκη, από τους πρώτους που μπήκαν, στις 22 Μαρτίου 1821, στην Καλαμάτα, η οποία έπαιρνε σύνταξη 20 δραχμών και έπρεπε να προικίσει την κόρη της…

Το ίδιο ζητούσαν και αγωνιστές όπως ο Γεώργιος Αγγέλου, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα, πέρα από το ότι είχε πολλά τραύματα από τις μάχες, έπρεπε να προικίσει δύο κορίτσια και η σύνταξή του ήταν μόλις 12 δραχμές!

Βέβαια, σε ακόμα χειρότερη κατάσταση βρίσκονταν οι οικογένειες των αγωνιστών που δεν έπαιρναν καθόλου σύνταξη, όπως του Νικηταρά του Τουρκοφάγου, που είχε πεθάνει, πάμφτωχος και άρρωστος, 15 μήνες νωρίτερα, του Λυκούργου Λογοθέτη (πραγματικό όνομα Γεώργιος Παπλωματάς), πολιτικού και στρατιωτικού ηγέτη της σαμιακής επανάστασης του 1821, του Τριαντάφυλλου Ι. Τζουρά, σημαντικού αγωνιστή που πολέμησε σε πολλές μάχες (άλωση Τριπολιτσάς, Δερβενάκια, εκστρατεία Ολύμπου, πολιορκία Ακρόπολης κ.α.) ως επικεφαλής στρατιωτικού σώματος «μισθωμένου εξ ιδίων», και άλλων.

Η επιτροπή της Βουλής στην έκθεσή της για τη συνταξιοδότηση της χήρας Κορφιωτάκη υπογράμμιζε ότι ανάλογης προστασίας είχαν ανάγκη «πολλαί χήραι και ορφανά ανδρών υπέρ πατρίδος πεσόντων (...) ούσαι ενδεείς και άποροι», τελικά έκανε θετική εισήγηση και η Ολομέλεια ενέκρινε, κατά πλειοψηφία, το σχετικό νομοσχέδιο.

Ομως, λίγες ημέρες αργότερα η Γερουσία, ύστερα από θυελλώδη συνεδρίαση, απέρριψε τη συνταξιοδότηση της χήρας του υπουργού!

Καταλυτικό ρόλο είχε παίξει η αγόρευση του λόγιου γερουσιαστή Γεώργιου Ψύλλα, που άσκησε αυστηρή κριτική προς την κυβέρνηση του Αντώνιου Κριεζή (Δεκέμβριος 1849-Μάιος 1854), ο οποίος πριν γίνει πρωθυπουργός ήταν μεγάλος αυλάρχης της Βασιλικής Αυλής…

Ο Ψύλλας είχε ζητήσει, μεταξύ άλλων, να σταματήσει η χορήγηση σύνταξης «ειδικώς εις πρόσωπα ατομικών συμπαθειών» και να κατατεθεί νομοσχέδιο που θα προβλέπει γενικούς όρους χορήγησης συντάξεων.

Τη στάση του επικρότησε και ο Μακρυγιάννης, ο οποίος στα Απομνημονεύματά του (Βιβλίο Δ', Κεφ. 4) έγραψε, μεταξύ άλλων:

«Εις την Γερουσίαν το γκρέμισαν [το νομοσχέδιο] οι αξιοσέβαστοι Γερουσιασταί. (…) Ολα τα ταξίματα των υπουργών κι᾿ άλλα παρόμοια τα καταφρόνεσαν και τα καταφρονούν. Κι᾿ ο Γεώργιος Ψύλλας είναι πάντοτες το αγαθό τέκνο της πατρίδας, όπου μιλεί φρονίμως και πατριωτικώς εις το δίκιον και λέγει την γνώμη του ελεύτερα».

Τραγική ειρωνεία μοιάζει ότι ενώ πολλοί αγωνιστές του 1821 πέθαναν πάμφτωχοι και βλέποντας τις οικογένειές τους να δυστυχούν, ήρθε, μετά τον θάνατό τους, το κράτος να δώσει κάποιες συντάξεις-ψίχουλα στις χήρες τους. Κάτι τέτοιο έγινε με τη χήρα του Νικηταρά, Αγγελίνα, στην οποία απονεμήθηκε τελικά μόλις το 1854 μηνιαία σύνταξη 111 δραχμών και στη χήρα του Τζουρά, το 1853, 60 δραχμών…

Αντίθετα, είναι άγνωστο τι απέγινε με τη χήρα του Παναγιώτη Σέκερη (1783-1847), εύπορου εμπόρου και ηγετικού στελέχους της Φιλικής Εταιρείας, που διέθεσε όλη την περιουσία του για τις ανάγκες του Αγώνα.

Ο Σέκερης με την οικογένειά του επέστρεψαν, το 1830, από την Οδησσό στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο. Ομως, σεμνός καθώς ήταν δεν πήρε αξιώματα ούτε κάποια αξιόλογη δημόσια θέση. Μόνο κάποια στιγμή ξεκίνησε προσπάθειες για να αποζημιωθεί, κάπως, για την υλική και ηθική προσφορά του στον Αγώνα.

Με μια αναφορά του στη Βουλή, με ημερομηνία 1η Απριλίου 1845, ζητούσε μόνο να του δοθεί μια μικρή ιδιοκτησία «δι’ ης να ασφαλίση την ύπαρξίν του εις τα έσχατα του βίου του και να αποκταστήση τα αδύνατα μέλη της οικογενείας του».

Η Βουλή είδε, όπως πάντα, θετικά το αίτημα και το διαβίβασε στο υπουργείο Οικονομικών, απ’ όπου δεν έγινε τίποτα. Ο Σέκερης πέθανε πάμφτωχος στις 29 Ιανουαρίου 1847 και δύο χρόνια αργότερα, στις 10 Φεβρουαρίου 1849, η χήρα του ζητούσε, με δική της αναφορά, τη χορήγηση μηνιαίας σύνταξης…

Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με άλλους αγωνιστές, όπως ο Γεώργιος Κουφαργυράκος ή Κουφαργυράκης, από την Τρίπολη, που ζητούσε «μηνιαίαν σύνταξιν προς περίθαλψιν της πολυαρίθμου οικογενείας του». Κατέθεσε τουλάχιστον τρεις αναφορές στη Βουλή (18.8.1848, 29.1.1849 και 16.10.1849), που όλες αντιμετωπίστηκαν… θετικά, χωρίς να πάρει, τελικά, σύνταξη…

Δύο αναφορές είχε καταθέσει και ο Γεώργιος ή Κοσμάς Αρκαδοπολίτης, που είχε πολεμήσει δίπλα στους Νικηταρά, Καραϊσκάκη, Οδυσσέα Ανδρούτσο και Μακρυγιάννη, και από μία οι πυρπολητές Ανάργυρος Ζαρέμας, Αντώνης Μυτιληναίος κ.ά.

Ανάμεσα στις χήρες που ζητούσαν οικονομική στήριξη ήταν οι χήρες του Υδραίου καραβοκύρη Νικόλαου Θεοδ. Γκίκα, που διέθεσε τα χρήματά του και τα πλοία του στον Αγώνα, του Σπετσιώτη καπετάν Ανάργυρου Λεμπέση, που πήρε μέρος σε πολλές ναυμαχίες με τη θρυλική «ναβέτα» του, το τρικάταρτο ιστιοφόρο του, του Μυκονιάτη Γεώργιου Δαμασκηνού, που διέθεσε όλη την περιουσία του στον Αγώνα, του Υδραίου πυρπολητή Ιωάννη-Γκίκα Θεοδοσίου και άλλων.

 Οι ξεχασμένοι αγωνιστές

Μανουήλ Βερνάρδος: Δεν του έδωσαν ούτε σύνταξη


Ο Μανουήλ Βερνάρδος (1777-1852) ήταν τυπογράφος, νομομαθής και μέλος της Φιλικής Εταιρείας από το Ρέθυμνο.

Ο Κρητικός αγωνιστής ήταν απ’ αυτούς που διέθεσαν όλη την περιουσία τους στον Αγώνα και έφτασε να κηδεύσει την κόρη του με συνεισφορές φιλάνθρωπων, ζητώντας, απεγνωσμένα, μια οικονομική στήριξη από το κράτος του Οθωνα.

Οπως γνωρίζουμε ο Βερνάρδος διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα από τον επίσκοπο Λάμπης Μεθόδιο, που ήταν θείος του. Αργότερα εγκατέλειψε την Κρήτη και έφτασε στο Ιάσιο, όπου ίδρυσε το 1812 τυπογραφείο. Αυτό λειτούργησε μέχρι το 1821 και πραγματοποίησε τουλάχιστον 21 εκδόσεις ελληνικών βιβλίων, μεταξύ των οποίων και το βιβλίο «Ασματα και πονήματα διαφόρων» με στιχουργήματα του Ρήγα Φεραίου και δικά του καθώς και φιλελληνικά κείμενα.

Το 1818 μυήθηκε, από τον ιατρό Ρίζο Καρεάδη, στη Φιλική Εταιρεία και εργάστηκε για την προετοιμασία του απελευθερωτικού αγώνα μαζί με άλλους Φιλικούς.

Μετά την έναρξη της επανάστασης στη Μολδοβλαχία αγωνίστηκε υπό τις διαταγές του Υψηλάντη, αλλά μετά την αποτυχία της διέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Βενετία.

Τον Σεπτέμβριο του 1824 πήγε στο Ναύπλιο και ανέλαβε τη Γραμματεία του υπουργείου Δικαίου (1824-1825). Ελαβε μέρος στην Γ' και στην Δ' Εθνοσυνέλευση ως πληρεξούσιος των Κρητών και κατά την περίοδο του Καποδίστρια διορίστηκε πρόεδρος του Πρωτόκλητου Δικαστηρίου Κυκλάδων.

Κατά την περίοδο του Οθωνα υπηρέτησε επίσης ως δικαστικός στην Αθήνα και στη Λαμία. Ωστόσο, αργότερα παύθηκε από τη δικαστική θέση και στερούμενος τον μισθό του περιήλθε σε δεινή οικονομική κατάσταση.

Σε αναφορά που έστειλε στις 28 Ιουνίου 1846 στη Βουλή, ο Μανουήλ Βερνάρδος ανέφερε ότι αφού στερήθηκε τα μοναδικά έσοδά του με την παύση του από τη θέση του δικαστικού, περιήλθε σε «έσχατη πενία», η οποία «τον ηνάγκασε να πωλήση παν ό,τι είχε να διαθρέψη την οικογένειάν του και ότι εκ της ενδείας αποθανούσα η θυγατήρ του Φαίδρα ενταφιάσθη με συνεισφοράς φιλανθρώπων τινων».

Το μόνο που ζητούσε ήταν η χορήγηση μιας σύνταξης. Ομως, παρότι επανήλθε με άλλες δύο αιτήσεις, στις 5 Οκτωβρίου 1849 και στις 13 Μαρτίου 1851, δεν προκύπτει να έλαβε ποτέ σύνταξη…

Δημήτριος Μακρής: Στην αφάνεια γιατί δεν ήξερε να «τσακάει» τη μέση του

Ο Δημήτριος Μακρής (1772-1841) ήταν αγωνιστής της Επανάστασης του 1821. Ηταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένας από τους ισχυρότερους οπλαρχηγούς του αγώνα στη Δυτική Στερεά Ελλάδα.

Αρχικά ήταν κλέφτης στο σώμα του καπετάνιου Γιώργου Σφαλτού και ανέλαβε μετά τον θάνατό του την αρχηγία του σώματος. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία λίγο πριν από την Ελληνική Επανάσταση και έδωσε το έναυσμα στη Δυτική Ελλάδα στις 5 Μαΐου 1821. Πρωταγωνίστησε στην πολιορκία του Μεσολογγίου, όπου στην ηρωική έξοδο οδήγησε την αριστερή πτέρυγα της φρουράς.

Οπως έγραψε σε αφιέρωμα το «Δελτίον της Εστίας» (αριθμ. τ. 377/18.3.1844), το ξίφος που κρατούσε εκείνη τηνμέρα ανήκε στον παλαιό αρματολό καπετάν Τσούτσο, που είχε πεθάνει το 1732. Για το δε τουφέκι του, που είχε το όνομα «Λιάρος», είχε γραφτεί το εξής ποίημα:

«Τούρκικα έστρωνες κουφάρια
εις τον πύρινόν σου δρόμον
εις τους χρόνους της σκλαβιάς μας
το τουφέκι σου ο Λιάρος
έσπειρε παντού τον τρόμον».

Σε άρθρο της εφημερίδας «Αθηνά», στις 14 Ιουνίου του 1858, διαβάζουμε σχετικά ότι «ο Μακρής παρά των συνεπαρχιωτών του ηγαπάτο θρησκευτικώς, διό και κατέστη τοσούτον ισχυρός, ώστε κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως και όταν ακόμη ο Μαυροκορδάτος διηύθυνε τα της Δυτικής Ελλάδος, ουδεμία προκήρυξις και γενική διαταγή εδημοσιεύετο ή ετοιχοκολλείτο άνευ της συγκαταθέσεως αυτού και της αδείας του επισήμως εκφραζομένης διά του κήρυκος "κατά διαταγήν του καπετάν Μακρή"».

Η συνέχεια περιλαμβάνει τη δράση του Μακρή στην Πελοπόννησο, μέχρι που ξαναγύρισε στη Ρούμελη, υπό τον Καραϊσκάκη πλέον, και τη συμμετοχή του στην απελευθέρωση περιοχών ανατολικότερα της Αιτωλίας, στην οποία επέστρεψε μετά τη Μάχη της Αράχοβας και τη σήκωσε πάλι στα όπλα.

Με την ανάληψη της αρχιστρατηγίας των ελληνικών δυνάμεων από τον Τσωρτς ορίστηκε «αρχηγός των όπλων» της Δυτικής Ρούμελης. Τον βαθμό αυτό διατήρησε μέχρι την ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας, οπότε και επέστρεψε οριστικά στο Μεσολόγγι.

Ποτέ δεν δέχτηκε άλλο τίτλο απ’ αυτόν του καπετάνιου του Μεσολογγίου και όταν ο νεαρός βασιλιάς Οθωνας τον κάλεσε στα ανάκτορα για να τον διορίσει υπασπιστή του, αυτός αρνήθηκε λέγοντας περήφανα: «Μεγαλειότατε, δεν ξέρω εγώ να τσακάω τη μέση μου».

Και επέστρεψε στο Μεσολόγγι, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Για την Ιστορία, να πούμε ότι η χήρα του Δημητρίου Μακρή, Ευπραξία, ζήτησε και αυτή το 1849 με αναφορά της μια σύνταξη για τις ανάγκες της. Ομως, δεν προκύπτει να πήρε τίποτα, εκτός από καλές προθέσεις…

Νικηταράς: Ο Οθωνας τον φυλάκισε σε ένα υγρό, υπόγειο κελί

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (Νέδουσα Μεσσηνίας 1782-Πειραιάς 25 Σεπτεμβρίου 1849) ήταν μια ηγετική μορφή της Επανάστασης του 1821, που παρότι η μεγάλη προσφορά του στον Αγώνα αναγνωρίστηκε απ’ όλουςκ διώχθηκε, μετά την απελευθέρωση, ανηλεώς από τους Βαυαρούς.

Η εφημερίδα «Αιών» στο αφιέρωμά της για τον θάνατο του Νικηταρά (φ. 28.9.1849) ανέφερε ότι ο γενναίος οπλαρχηγός «ηγάπα μέχρι σεβασμού και Κολοκοτρώνην και Υψηλάντην και Κυβερνήτην (ενν. τον Καποδίστρια) και πάντα μη ξενίζοντα· διά τούτο κατεδιώχθη μετ’ άλλων πολλών επί των έξωθεν υποκινηθέντων εμφυλίων πολέμων του 1824 (…) διά τούτο προεγράφη μετ’ άλλων πολλών τω 1833, ως πολέμιος δήθεν του θρόνου».

Ετσι, το 1839 ο Νικηταράς, που ανήκε στο Ρωσικό Κόμμα, συνελήφθη με την άδικη κατηγορία της συμμετοχής σε μια συνωμοσία εναντίον του Οθωνα και φυλακίστηκε στη Πύλο, ενώ λίγο πριν από τη δίκη του μεταφέρθηκε στην Αθήνα.

Στη διάρκεια της κράτησής του «εν τω στρατώνι των Αθηνών ξένοι βάρβαροι επειράθησαν τον διά καπνού πνιγηρόν θάνατό του», ανέφερε η εφημερίδα «Αιών».

Η δίκη του έγινε στις 11 Ιουλίου 1840 και καθώς δεν υπήρχαν στοιχεία αθωώθηκε. Ομως η αθωωτική απόφαση προκάλεσε την οργή της κυβέρνησης, η οποία με την προσυπογραφή του Οθωνα τον φυλάκισε στην Αίγινα. Από τότε άρχισε το μαρτύριό του. Οι Βαυαροί τον έβγαζαν στον δρόμο, τον χτυπούσαν με μπαστούνια και τον περιγελούσαν μπρος στα μάτια των Ελλήνων που έρχονταν να δουν τον ήρωά τους.

Ανάμεσα στους θεατές ήταν και η μία κόρη του η οποία δεν άντεξε να βλέπει τον πατέρα της σε αυτή την κατάσταση και τρελάθηκε, ενώ αυτός αρρώστησε με ζάχαρο το οποίο του κατέστρεψε την όραση.

Τελικά, στις 18 Σεπτεμβρίου 1841, με παρέμβαση του στρατηγού Μακρυγιάννη, αμνηστεύτηκε και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός.

Εκτός, όμως, από τις φυλακίσεις και τα βασανιστήρια, η Βαυαρική Αντιβασιλεία είχε αφαιρέσει, βίαια, μεταξύ του 1836 και του 1837, ένα μεγάλο μέρος από ένα αγρόκτημα που είχε ο Νικηταράς στη θέση Σερεμέτι, μεταξύ του Αργους και του Ναυπλίου και προσδοκούσε να ζήσει απ’ αυτό την οικογένειά του.

Οπως περιγράφει ο ίδιος σε μια αναφορά που κατέθεσε στις 28 Απριλίου 1846 στη Βουλή και στη Γερουσία, αναγκάστηκε την περίοδο των φυλακίσεών του να δανειστεί με υψηλό τόκο, με αποτέλεσμα να βρίσκεται καταχρεωμένος και να αναγκάζεται να πληρώνει μεγάλα πρόστιμα

Η αναφορά του Νικηταρά είχε θετική αποδοχή από τα νομοθετικά όργανα, αλλά τα υπουργεία στα οποία διαβιβάστηκε φαίνεται ότι την άφησαν παραπεταμένη σε κάποια συρτάρια…

Σε αυτό το διάστημα του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστράτηγου, αλλά το μόνο που του δόθηκε ήταν μια άδεια επαιτείας κάθε Παρασκευή στον ναό της Ευαγγελίστριας, προφανώς στην Αθήνα (στον Πειραιά δεν υπήρχε ακόμα αυτός ο ναός).

Αργότερα του χορηγήθηκε μια πενιχρή σύνταξη και έζησε με αυτή μέχρι τον θάνατό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 1849. Ετάφη, όπως ήταν η επιθυμία του, δίπλα στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του, η εφημερίδα «Αιών» έγραφε το εξής σχόλιο:

«Αποβιώσαντος του Κ. Μαυρομιχάλου προέτεινεν ευθύς ο τότε επί των Εσωτερικών Υπουργός Κωλέττης την ολόκληρον μεταβίβασιν του εκ Δρ. 500 μισθού του Μακαρίτου ως σύνταξιν εις την Σύζυγόν του. Αποβιώσαντος του Κ. Θ. Κολοκοτρώνου, προέτεινεν ευθύς ο τότε επί των Εσωτερικών Υπουργός Κ. Λόντος την εκ Δρ. 400 σύνταξιν εις τα τέκνα και την Χήραν του Μακαρίτου. Αλλ’ αποβιώσαντος εσχάτως του στρατηγού Νικηταρά, δεν ευρέθη ως φαίνεται, εις το παρόν Υπουργείον (= κυβέρνηση) φίλος του κανείς Υπουργός, διά να κάμη ό,τι και προς την οικογένειαν τούτου απητείτο».​​​

Με τα χρόνια «ξεχάστηκαν» η άδικη συμπεριφορά που επιφυλάχθηκε στον γενναίο στρατηγό και πολύ περισσότερο ο χώρος της κράτησής του στις φυλακές της Αίγινας, μέχρι που ανακαλύφθηκε από έναν άλλο πολιτικό κρατούμενο, μιας άλλης εποχής, τον πολιτικό μηχανικό Γιώργο Μπελαβίλα.

Το περιστατικό διηγήθηκε ο αείμνηστος Γιώργος Μπελαβίλας, πατέρας του καθηγητή του ΕΜΠ και δημοτικού συμβούλου Πειραιά Νίκου Μπελαβίλα, στον δημοσιογράφο Νίκο Πηγαδά.

Η διήγηση υπάρχει στο βιβλίο του Νίκου Πηγαδά «Αίγινα… κάθε κελί σελίδα ιστορίας» (εκδόσεις «Το Ποντίκι», σελ. 17-18) και έχει ως εξής:

«Είμαστε κρατούμενοι στην τέταρτη αχτίνα, την "αχτίνα απομόνωσης", όπως την έλεγαν. Εκεί έτυχε να διαβάσω ένα βιβλίο για τη ζωή και τη δράση του Νικηταρά. Σ' αυτό γινόταν λόγος και για τις φυλακές της Αίγινας, όπου κρατήθηκε ο Τουρκοφάγος. Το βιβλίο ανέφερε συγκεκριμένα για ένα υπόγειο σκοτεινό μπουντρούμι όπου έζησε ο ήρωας και από το οποίο βγήκε τυφλός. Από τον προσανατολισμό του κελιού που περιέγραφε το βιβλίο συμπέρανα ότι το υπόγειο αυτό έπρεπε να βρίσκεται στον χώρο της τέταρτης αχτίνας.

»Το 1955 βούλωσε η αποχέτευση του θαλάμου, όπου ήμασταν περίπου 20 κρατούμενοι. Ζητήσαμε από τη διεύθυνση των φυλακών (διευθυντής ήταν ο περιβόητος Τουρνάς) να μας επιτρέψει να την αποφράξουμε. Εγώ ως μηχανικός επέβλεπα στην εκτέλεση των εργασιών. Σκάβοντας στο δάπεδο του προαυλίου τρία μέτρα από την πόρτα του θαλάμου διαπίστωσα ότι: »Ο σωλήνας της αποχέτευσης κατέληγε σ’ έναν υπόγειο χώρο, που λειτουργούσε σαν βόθρος. Τα τοιχώματά του όμως ήταν επιχρισμένα με ασβεστοκονίαμα, δηλαδή με υλικό υδροχαρές, που αποκλείεται να είχε χρησιμοποιηθεί σε βόθρο που συγκεντρώνονται υγρά. Αντίθετα χρησιμοποιείται σε χώρους διαμονής ανθρώπων.

»Με το πρόσχημα ότι ζητούσα χώρο για να περάσω την αποχέτευση, ζήτησα να μας επιτρέψουν να σκάψουμε τη γύρω περιοχή αυτού του υπόγειου χώρου. Τότε ανακάλυψα πως ο χώρος αυτός ήταν ένα υπόγειο εγκαταλελειμμένο κελί. Ενας πραγματικός κτιστός τάφος, που χρησιμοποιούνταν σαν βόθρος τα κατοπινά χρόνια. Ηταν το υπόγειο κελί όπου ο Οθωνας είχε φυλακίσει τον γενναίο και περήφανο Νικηταρά, που σ’ αυτό τυφλώθηκε». ​​​​​​

Πηγή: Σταύρος Μαλαγκονιάρης - "ΕφΣυν"
{[['']]}

Ένας ρατσιστικός λόγος για τις Γυναίκες της Προσφυγιάς

 "Γυναίκες της Αθήνας" - "Γυναίκες της Ανατολής"


Η εγκατάσταση των προσφύγων στον ελλαδικό χώρο πυροδότησε τα ξενοφοβικά σύνδρομα των γηγενών για τους «πρόσφιγγες», τους «τουρκόσπορους», τους «γιαουρτοβαφτισμένους», «σκατοογλούδες», για τις «σμυρνιές» και «παστρικές».

Δεν ήταν μόνο τα οικονομικά και τα πολιτικά αίτια αλλά και το πολιτιστικό χάσμα που χώριζε τις δύο πλευρές και εμπόδιζε τη μεταξύ τους επικοινωνία. Για τους γηγενείς, ήταν ο διαφορετικός τρόπος ζωής και οι συνήθειες των προσφύγων, τα ήθη και έθιμά τους, η χρήση της τουρκικής γλώσσας και τα «κακόηχα» επίθετά τους, τα περίεργα ντυσίματά τους, η «εξωτική» κουζίνα τους, η ανατολίτικη μουσική, τα τραγούδια και οι χοροί τους, η έντονη κοινωνικότητά τους, η θορυβώδης διασκέδαση, η ροπή στα γλέντια και την «καλοπέραση»…

Η γυναίκα πρόσφυγας θεωρήθηκε απειλή για την ηθική τάξη της κοινωνίας. Η στερεότυπη εικόνα εμφάνιζε την προσφυγοπούλα ως κοπέλα με χαλαρές ηθικές αρχές, που επιστράτευε την ανατολίτικη θηλυκότητά της για να συνάψει σχέσεις με γηγενείς νέους, να τους παρασύρει και να τους «τυλίξει», ώστε να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή, έξω από την αθλιότητα των προσφυγικών συνοικισμών.
Το έγραψε αργότερα κι ο Μυτιληνιός συγγραφέας Ασημάκης Πανσέληνος: «Όταν στα 1922 η κουτάλα της Ιστορίας ξανάδειασε, σ’ ολάκερη την Ελλάδα, όλους πια τους Μικρασιάτες (και τις Σμυρνιές), διάτορη ακούστηκε η φωνή “μας παίρνουν τους άντρες μας”, σα να είταν η χώρα καντίνα που είχε υποχρέωση να φουρνίρει άντρες, μονάχα στις ντόπιες γυναίκες».

Δεν ήταν αβάσιμοι οι φόβοι των γηγενών: Οι πρόσφυγες, σαν συνήλθαν κάπως από τον εφιάλτη, προσπάθησαν να συμφιλιωθούν με την τραγική μοίρα τους και να υπερβούν τα αδιέξοδά τους.

Η ζωή αρχίζει να ανθίζει στους προσφυγικούς οικισμούς και διεκδικεί πάλι το μερίδιό της στη χαρά, στον έρωτα, στο τραγούδι και στο γλέντι, μέσα από τους γνώριμους κώδικες επικοινωνίας που θύμιζαν τις χαμένες πατρίδες.

«Οι άνθρωποι αυτοί, -θυμάται αργότερα ο Μάρκος Βαμβακάρης-, ήτανε μαθημένοι να δουλεύουνε και να γλεντάνε. Όλοι οι πρόσφυγες μηδενός εξαιρουμένου. Μπορεί να δούλευε όλη τη βδομάδα σα σκύλος, αλλά το Σαββατοκύριακο πήγαινε να γλεντήσει. Να βγει, να πάει, να δείξει, να κάνει…». 
Έφεραν επίσης ένα νέο τρόπο γλεντιού: Οι γηγενείς διασκέδαζαν με ευρωπαϊκά και δημοτικά, «ενώ αυτοί εδώ όταν ήρθαν, αρχίσανε τσιφτετέλια, συρτά, πολλά, πολλά πράγματα. Μανέδες, τζιβαέρια, αϊβαλιώτικα, πολλά».

Αναπτύσσεται έτσι στις προσφυγικές γειτονιές ένας τρόπος ζωής και διασκέδασης πρωτόγνωρος και ελκυστικός για τους νέους που ζητούσαν να αποδράσουν από τη στεγνή καθημερινότητά τους.
Η Αρμένισσα Αντζέλ Κουρτιάν επισκέπτεται τον προσφυγικό συνοικισμό της Κοκκινιάς και μας δίνει μια περιγραφή που σφύζει από ζωή:
«Όταν φτάσαμε, μείναμε έκπληκτοι. Μας έκανε μεγάλη εντύπωση. Δεν έμοιαζε ούτε στην Αθήνα ούτε στον Πειραιά. Λες και ήταν πανηγύρι. Πολύς κόσμος κυκλοφορούσε χαρούμενος. Ταβέρνες, καφενεία γεμάτα κόσμο. Ορχήστρες ανατολίτικες. Κορίτσια τραγουδούσαν στη σειρά καθισμένες με τους οργανοπαίκτες. Τα πεζοδρόμια μέχρι και το δρόμο γεμάτα τραπεζάκια. Τα ούζα, τα τας κεμπάπ, τα τζατζίκια, οι παστουρμάδες και τα σαγανάκια μοσκοβολούσαν.

Σωστό νυφοπάζαρο. Ήταν διάχυτη παντού η ατμόσφαιρα της Σμύρνης. […] Κοιτάζω γύρω μου. Πραγματικά, πολύ όμορφα κορίτσια κάνουν βόλτες. Παρέες - παρέες, πιασμένες αγκαζέ ή χέρι - χέρι. Πειράζουν και πειράζονται, γελαστές και καμωματούδες. […] Από κάθε σπίτι ακούγονται χαρούμενες φωνές και γέλια. Άντρες και γυναίκες κάθονται στις πόρτες τρώγοντας πασατέμπο, φωνογράφοι τραγουδούν διάφορα μικρασιάτικα τραγούδια…».  

Όλο αυτό το «εξωτικό» σκηνικό λειτουργεί σαν μαγνήτης: «Όλοι οι νέοι της Αθήνας και του Πειραιά έρχονται για να διασκεδάσουν. Έχουν ξετρελαθεί με τα κορίτσια, τις προσφυγοπούλες. Τις βρίσκουν πιο όμορφες και πιο εξελιγμένες. Στην αρχή ήρθαν για διασκέδαση και να βρουν καμιά καμωματού. Όμως γρήγορα τους τυλίγει κάποια και παντρεύονται. Οι ντόπιοι έχουν κατατρομάξει για τα παιδιά τους. Τα χάνουν από το δικό τους περιβάλλον. Κάθε γονιός φοβάται μην τυχόν πάρει ο γιος του καμία προσφυγοπούλα χωρίς προίκα».

Οι ανάγκες της επιβίωσης και ο «αποδεκατισμός» του ανδρικού πληθυσμού (στους μεγάλους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αθήνας στις ηλικίες άνω των 16 ετών το 62% ήταν γυναίκες και μόνο το 38% ήταν άνδρες) ανάγκασαν τις γυναίκες να βγουν μαζικά στο χώρο της εργασίας (στα εργοστάσια, στα εργαστήρια, στα σπίτια, στους δρόμους) και να επιβάλουν την παρουσία τους στις κοινωνικές δραστηριότητες.
Αυτή η πρωτοφανής δημόσια έκθεση της γυναίκας θεωρήθηκε επίσης απειλή για την κρατούσα ηθική τάξη.

Τα στερεότυπα δεν περιορίζονται στις φτωχές κοπελίτσες των προσφυγικών συνοικισμών. Δημοσιεύματα της εποχής εμφανίζουν και τις εύπορες γυναίκες προσφυγικής καταγωγής να προκαλούν με την παρουσία τους, τον «ηδονισμό», την «ανηθικότητα», τη «χυδαιότητά» τους.

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές καταγραφές αυτής της ρατσιστικής οπτικής είναι το προκλητικό άρθρο «Οι γυναίκες της Αθήνας» του Κώστα Ουράνη (εφημ. «Ελεύθερος Λόγος», 10 Ιουλίου 1923). Ο γνωστός ποιητής αντιπαραβάλλει τις «Ατθίδες» με τις γυναίκες της Ανατολής που κατέκλυσαν και μόλεψαν την πρωτεύουσα:

Στην αρχή κάνει λόγο για τον τύπο της νεαρής Αθηναίας «ο οποίος είχε την ευγένεια, λιγυρότητα και γραμμές αναγλύφων του Κεραμεικού ή μικρών αγαλμάτων της Τανάγρας. Ήταν ο ίδιος τύπος της δέσποινας που είχε διατηρηθεί και κατά τους αιώνες της δουλείας ακόμη μέσα σε λίγα αρχοντικά ελληνικά σπίτια και που έδωσε μερικά εξαίσια άνθη στην αυλή του Όθωνος. […] 
Είχαν στην εμφάνισή τους κάτι το πολύ αρμονικό και αρχοντικό. Θύμιζαν τις αρχαίες παρθένες που σμίλεψε ο Φειδίας ν’ ανεβαίνουν με άνθη και καρπούς στον Παρθενώνα κατά την πομπή των Παναθηναίων».

Οι γυναίκες αυτές, συνεχίζει, είναι είδος προς εξαφάνιση, αφού η πόλη της Αθήνας κατακλύζεται πλέον από τις «άλλες»:

«Οι άλλες έχουν τον καθαρό τύπο της Ανατολής από την οποία προέρχονται. Είναι γυναίκες που αρέσκονται πολύ να προκαλούν. Έχουν λευκή και απαλή επιδερμίδα, είναι όλες με υποβλητικές καμπυλότητες, με πρόσωπα στρογγυλά και μάτια στρογγυλά επίσης και κατάμαυρα, βυθισμένα σε ίσκιους, γεμάτα ηδονισμό. […] Είναι οι τύποι των ωραίων γυναικών - για τα κοινά τα γούστα.

Οι γυναίκες αυτές ή είναι ανούσια αισθηματικές ή τρομερά φιλήδονες, […] έχουν κάτι το κοινό και το χυδαίο. […] 
Δεν έχουν απάνω τους καμιά αρχοντιά, καμιά ένστικτη λεπτότητα. Δεν είναι «κυρίες». Είναι θηλυκά
Το κλίμα της Ανατολής τις έκανε μαλθακές, σαρκώδεις και φιλήδονες. Από δε την Ευρώπη έχουν πάρει την ελευθερία των ηθών – και ίσως τίποτα άλλο. […] 
Δεν έχουν την ένστικτη αποστροφή των ευγενικών γυναικών προς το χυδαίο και το ταπεινό […] αγαπούν την κουρκουσαριά, τις φράσεις με τις διπλές έννοιες, τ’ αλατισμένα αστεία.

Ντύνονται με κίτρινα, με μαβιά, με ρόδινα χρώματα. Πολλές, υπό το πρόσχημα της ζέστης, έχουν καταργήσει τα μεσοφόρια, όταν δε περπατούν μέσα στον ήλιο οι γραμμές του σώματός των διαγράφονται καθαρά μέσα από τα φουστάνια. Με γυμνούς λαιμούς, με γυμνά μπράτσα, έχοντας κάτι το άφθονο όπως οι γυναίκες του Ρούμπενς, με μεγάλα μαύρα ματόκλαδα, κάτω από τα οποία γλαρώνει ο ηδονισμός, προκαλούν την προσοχή που ανοίγει το στόμα και ξυπνούν αιφνίδιους πόθους. […]

Αυτές είναι οι γυναίκες που φαίνονται παντού στη σημερινή Αθήνα […] αυτή που δίνει τον τόνο, που εμφανίζεται ως τύπος, είναι η γυναίκα της Ανατολής. Ο άλλος, ο τύπος της νέας Αθηναίας, ο οποίος είχε αρχίσει να διαπλάσσεται από το κλίμα της Αττικής, χάθηκε μέσα σ’ αυτή την πλημμύρα των γυναικών της Ιωνίας και του Βοσπόρου

Κάπου - κάπου βλέπει κανείς μερικές νεαρές γυναίκες ντυμένες με διακριτική κομψότητα, με βλέμμα που κοιτάζει από ψηλά, με βάδισμα αργό και περήφανο, ωραίες σιλουέτες που κινούν το θαυμασμό: είναι αυτές, οι Αθηναίες. Αλλά εκτοπισμένες. Οι γυναίκες της Ανατολής κατέχουν σήμερα το πεζοδρόμιο και επιβάλλονται στο γούστο των κοινών με τα ζωηρά τους χρώματα, το αφρώδες δέρμα τους, τις προκλητικές καμπύλες, τα ηδυπαθή μάτια και το κάτι εκείνο το πολύ μελωμένο που αποστάζουν και που φέρνει ένα πλατάγισμα γλώσσης σ’ εκείνους που τις κοιτάζουν – όπως φέρνει το γλύκισμα που ορέγεται κανείς να φάει ή που μόλις το έφαγε...»!

Ο Ουράνης δεν αποτελούσε εξαίρεση· επένδυσε απλώς με συγγραφική μαεστρία την αντιπροσφυγική αντίληψη μιας σεβαστής μερίδας της γηγενούς κοινωνίας, αντίληψη που εξέφρασε στα 1928, με ακόμη πιο προκλητικό τρόπο, ο εκδότης της «Καθημερινής» Γεώργιος Βλάχος, στο γνωστό αντιπροσφυγικό άρθρο του: «Το σύμβολον της Παλαιάς Ελλάδος εκπορθείται και βεβηλώνεται από την “προσφυγικήν αγέλην”.
Η Αθήνα δεν είναι πια η πόλη μόνο των “καθαρών” Ελλήνων, αλλά και πόλη των προσφύγων».

Σίγουρα θα υπήρξαν πολλές οργισμένες αντιδράσεις, κυρίως από την πλευρά των προσφύγων.
Τέσσερις μέρες μετά, στις 14 Ιουλίου 1923, η εφημερίδα φιλοξένησε απάντηση του αναγνώστη Κ.Αθ., που από την επιστολή του φαίνεται πως ήταν γηγενής Αθηναίος, άνθρωπος με μόρφωση και ευαισθησία και πήρε μέρος ως στρατιώτης στη μικρασιατική εκστρατεία. Τις εντυπώσεις του Ουράνη για τις γυναίκες της Ανατολής τις θεωρεί αποτέλεσμα της δυτικολαγνείας, της προκατάληψης και της άγνοιάς του για εκείνο το κομμάτι του ελληνισμού.

Νωπές είναι οι δικές του μνήμες από την Ελλάδα της Ανατολής: «Διπλός καημός να θυμάται κανείς τώρα εκείνην την αντικρινή, την πεθαμένη πια, Ελλάδα της Ανατολής», μιαν Ελλάδα «ζωντανεμένη, ολόστητη, ορθόστητη, λάγνα, γλυκιά, με φλογισμένη την ψυχή από τον πόθο της χαράς, με λιγωμένα μάτια από τη λαχτάρα του λυτρωμού, με ανοιχτή αγκαλιά…». 
Η θύμησή του τρέχει και στην Ελληνίδα της Ανατολής, που «επρόβαλε στο παραθύρι, έκοψε τα λουλούδια από τη γλάστρα της να μας ράνει, έστρωσε τα στολίδια της στο δρόμο να περάσουμε, άφησε τα δάκρυά της να κυλίσουνε πονετικά και άπλωσε τα μπράτσα της τα γραμμένα να μας χαϊδέψει τα κουρασμένα κεφάλια… Εμείς τις είδαμε τις γυναίκες της Ανατολής, εκείνες τις αλησμόνητες ημέρες της σβησμένης μας χαράς.

Έτσι θα τις εγνώριζε ο Ουράνης τις γυναίκες της Ανατολής, αν δεν εταξίδευε διαρκώς προς δυσμάς. […] Και όταν, ξένος, αντίκρισε τις γυναίκες της Ανατολής πλαισιωμένες στο αττικόν περιβάλλον, τις έκρινε με την ψυχρή, την εύκολη, την άδικη παρατήρηση του ξένου, του περαστικού, με την απροσεξία του ανθρώπου που δεν αγαπά εκείνο που δεν το γνωρίζει, απλούστατα διότι δεν το εγνώρισε. 
Όλα τα μάτια δεν βλέπουν πάντα τα ίδια πράγματα. Χρειάζεται η προοπτική του χρόνου και των γεγονότων. Τις γυναίκες της Ανατολής εμείς, καθώς τις συναντούμε τώρα στο δρόμο μας, τις βλέπουμε στο βάθος μιας σκηνής γεμάτης από καπνούς μαύρους και αίματα ζεστά, χυμένα, με λυμένα τα μαλλιά να μοιρολογούν και να οδύρονται κι ανάμεσα στους λυγμούς τους να ψιθυρίζουν χορικά της πιο φρικτής τραγωδίας.

Είναι οι γυναίκες που επόνεσαν πολύ. Κι όσο για την ταγιά τους, για τη σιλουέτα τους, για τη γραμμή τους, κοιτάζουμε λιγάκι πιο βαθιά, μεσ’ στην ψυχή, και το ’χουμε κρυφό καμάρι πως θα γενούν μανάδες μια φορά και πως το αίμα τους θα είναι και δικό μας αίμα […]».

Πηγή: Του Κυριάκου Λυκουρίνου, από το άρθρο του "Για την Ημέρα της Γυναίκας - Γυναίκες της Ανατολής", στην εφημ. "Μνήμη" του Συλλόγου Μικρασιατών Ν. Καβάλας, φ. 9, Μάιος 2012, σελ. 16-17.                                                                            
{[['']]}

Η έννομη Λευκή Τρομοκρατία


Τρία τέταρτα του αιώνα μετά την υπογραφή της στις 12 Φεβρουαρίου 1945, η Συνθήκη της Βάρκιζας έχει γίνει πια καθολικά αντιληπτή ως αυτό που πράγματι υπήρξε: ένας ενδιάμεσος σταθμός στην προσχεδιασμένη διαδικασία της συντριβής του ΕΑΜικού κινήματος που δρομολογήθηκε με την Καζέρτα κι ολοκληρώθηκε στον Γράμμο. 

Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή την εξέλιξη αποτέλεσε, ως γνωστόν, η Λευκή Τρομοκρατία που εξαπολύθηκε κατά του κόσμου της Αριστεράς αμέσως μετά την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ, καθιστώντας μαρτυρική ή αδύνατη την ειρηνική διαβίωσή του κι εξωθώντας τον σκληρό πυρήνα του να ξαναπάρει τα όπλα.

Για προφανείς λόγους, η μελέτη της Λευκής Τρομοκρατίας εστιάζεται συνήθως στην παρακρατική και επαρχιακή διάστασή της: εκεί η βία υπήρξε απείρως φονικότερη και θεαματική, από ένοπλες παραστρατιωτικές συμμορίες που συνεργάζονταν στενά με τον στρατό (ή είχαν απευθείας εξοπλιστεί και καθοδηγούνταν απ’ αυτόν).
Αμεσα υπεύθυνη για την έξοδο των πρώτων ανταρτοομάδων του μετέπειτα ΔΣΕ στο βουνό, η ορατή αυτή βία προκάλεσε ευθύς εξαρχής δημόσιες συζητήσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τους απολογητές του καθεστώτος, τοτινούς και μεταγενέστερους (με πιο πρόσφατο παράδειγμα το δίδυμο των πολιτικών επιστημόνων Στάθη Καλύβα και Νίκου Μαραντζίδη), ήταν ένα φαινόμενο λίγο-πολύ αναπόφευκτο, απόρροια της εκδικητικής διάθεσης όσων είχαν υποφέρει το προηγούμενο διάστημα από την ΕΑΜική «ερυθρά τρομοκρατία».

Μετά το άνοιγμα των αρχείων του στρατού και των ανακτόρων γνωρίζουμε βέβαια, με αδιάσειστα πλέον τεκμήρια, πως αυτή η δικαιολογία ήταν και παραμένει καθαρά προσχηματική: η ασφυκτική πίεση πάνω στον ΕΑΜικό κόσμο, ώστε να επιλέξει ανάμεσα σε μια εξευτελιστική υποταγή και το αυτοκτονικό δεύτερο αντάρτικο, υπήρξε συνειδητό σχέδιο του σκληρού πυρήνα της εγχώριας Δεξιάς, ήδη πριν από τα Δεκεμβριανά, κι εφαρμόστηκε συντονισμένα μετά τη Βάρκιζα.

Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνουν τα ντοκουμέντα που παρουσιάζουμε σήμερα, σχετικά με μια άλλη πτυχή της Λευκής Τρομοκρατίας: την έννομη καταστολή των ΕΑΜιτών της πρωτεύουσας, όπως αποτυπώνεται στο αρχείο της Υποδιευθύνσεως Γενικής Ασφαλείας Πειραιώς που φυλάσσεται στο ΕΛΙΑ.

Σε αντίθεση με τα αρχεία του στρατού και των ανακτόρων, εδώ δεν έχουμε ρητές ομολογίες της επιθετικής σύμπραξης κρατικών μηχανισμών και παρακράτους· τα σώματα ασφαλείας διαθέτουν γαρ μακρά πείρα για το τι επιτρέπεται να αποτυπωθεί σε υπηρεσιακά έγγραφα. Αυτό που σκιαγραφείται ευκρινέστατα είναι ωστόσο η επιβολή ασφυκτικών περιορισμών στη δημόσια παρουσία και δράση της νόμιμης Αριστεράς μετά τη Βάρκιζα, σε κραυγαλέα αντίθεση με τις ρητές προβλέψεις της τελευταίας· η απροκάλυπτη στοχοθεσία της Ασφάλειας για πολιτική εξόντωση των «εαμοκομμουνιστών», η συνοδοιπορία της με τις αντικομμουνιστικές «εθνικές οργανώσεις» και η εργαλειοποίηση της εθνικόφρονος «κοινής γνώμης», προκειμένου να εξαλειφθούν ακόμη και τα ελάχιστα περιθώρια νόμιμης δραστηριότητας του εσωτερικού εχθρού.

Η ομολογημένη σχέση, τέλος, της μεταδεκεμβριανής πτωματολογίας και καταστολής με τους πραγματικούς φόβους που γεννούσε η ταξική πόλωση (και η συνακόλουθη όξυνση της ταξικής πάλης) στη βάση της κοινωνίας −πραγματικότητα που αναγνωρίζεται ρητά ως το υλικό υπόβαθρο στο οποίο στηριζόταν η ανασυγκρότηση της στρατιωτικά ηττημένης Αριστεράς.

Εφαλτήριο και προϋπόθεση αυτής της τρομοκρατικής εξόρμησης αποτέλεσε η εκκαθάριση της ίδιας της Αστυνομίας από το δικό της «εσωτερικό εχθρό»: τους εκατοντάδες υπαλλήλους της που εντάχθηκαν επί Κατοχής στο ΕΑΜ και συμπορεύτηκαν με τη δεκεμβριανή εξέγερση ή απέφυγαν να εμπλακούν στην καταστολή της.
Σύμφωνα με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, όσοι αστυνομικοί «εγκατέλειψαν τας θέσεις των» στη διάρκεια των Δεκεμβριανών τέθηκαν αυτόματα σε διαθεσιμότητα, «της οριστικής αυτών θέσεως καθορισθησομένης παρά των Συμβουλίων, περί ων θα αποφασίση η μέλλουσα να προέλθη εκ των εκλογών Κυβέρνησις»· στην πραγματικότητα, απολύθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες πολύ πριν από οποιεσδήποτε εκλογές.

Οπως μας πληροφορούν δε τα γλαφυρά απομνημονεύματα ενός απ’ αυτούς, την απόταξη ακολούθησε συχνά η προφυλάκισή τους, με τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες και διαδικασίες που έπληξαν και τους υπόλοιπους αγωνιστές (Βασίλης Δάρας, «Γ83. Βίος και βιώματα ενός απλού ανθρώπου», Αθήνα 1995, σ.163-207).

Η Βάρκιζα και οι ελευθερίες

Εκτός από τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από «στασιαστές» και δωσιλόγους και τη δίωξη όσων είχαν (ή φέρονταν να είχαν) διαπράξει στη διάρκεια των Δεκεμβριανών «κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία διά την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος», η Συμφωνία της Βάρκιζας πρόβλεπε επίσης -στο πρώτο μάλιστα άρθρο της- την επαναφορά των δημοκρατικών θεσμών που είχε υπονομεύσει το μεσοπολεμικό ιδιώνυμο και διακόψει βίαια η μεταξική δικτατορία:

«Η Κυβέρνησις θα εξασφαλίση, σύμφωνα προς το Σύνταγμα και τας απανταχού καθιερωμένας δημοκρατικάς αρχάς, την ελευθέραν εκδήλωσιν των πολιτικών και κοινωνικών φρονημάτων των πολιτών, καταργούσα πάντα τυχόν προηγούμενον ανελεύθερον νόμον. Θα εξασφαλίση επίσης την απρόσκοπτον λειτουργίαν των ατομικών ελευθεριών, ως του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι και της διά του Τύπου εκφράσεως των στοχασμών. Ειδικώτερον η Κυβέρνησις θ’ αποκαταστήση πλήρως τας συνδικαλιστικάς ελευθερίας».

Εκτός από την ελπίδα πως τα δημοκρατικά στοιχεία του πολιτικού κόσμου που είχαν πληγεί από τη μεταξική κρατική τρομοκρατία επιθυμούσαν κι αυτά ομαλές πολιτικές εξελίξεις, τον συμβιβασμό της κομμουνιστικής ηγεσίας επικαθόρισε κυρίως η ανησυχία της για την επιβίωση των οργανωτικών δικτύων του κόμματος στα αστικά κέντρα· δικτύων που είχαν ανασυσταθεί εκ του μηδενός μετά τη λαίλαπα της 4ης Αυγούστου. Το πιστοποιούν οι εξηγήσεις της στην 11η Ολομέλεια της Κ.Ε. (5-10/4/45), το πρώτο κομματικό σώμα μετά την Κατοχή (ουσιαστικά, από το 1936) στο οποίο συζητήθηκαν αναλυτικά οι επιλογές των προηγούμενων χρόνων.

Μετά τη στρατιωτική ήττα του Δεκέμβρη, ξεκαθάρισε ο Σιάντος, «το δίλημμα ήταν ή να κλείσουμε συμφωνία ή να συνεχίσουμε τον ανταρτοπόλεμο. Τις βάσεις των πόλεων θα τις είχαν οι Αγγλοι. Εμείς θα απωθούμεθα στα βουνά με περιοχές κατεστραμμένες από τον καταχτητή. Ετσι οι Αγγλοι θα μπορούσαν να εξοντώσουν το κίνημα στις πόλεις, να μας απομονώσουν από τους συνεργάτες μας και το λαό, να μας φέρουν σε αντίθεση με ολόκληρο τον ελληνικό λαό. Ο χαρακτήρας του πολέμου, παρά τις επεμβάσεις και τις προσβολές που έγιναν από μέρους των Αγγλων, θα ήτανε χαρακτήρας πολέμου εναντίον των συμμάχων. Η βάση του αγώνα θα στένευε και οπωσδήποτε θα αφαιρούνταν ο χαρακτήρας που είχε πριν φύγουν οι Γερμανοί και Ιταλοί. Θα καταντούσαμε μια αίρεση που θα μπορούσαν ακόμη και να μας επικηρύξουν. Επρεπε να διαλέξουν λοιπόν από τα δύο κακά το μικρότερο».

Σε αντίθεση με τη συνέχιση του αντάρτικου, η Βάρκιζα -υποστήριξε- πρόσφερε «ένα μίνιμουμ ελευθεριών για δράση» κι «ένα ηθικό νομικό έρεισμα για την αντιφασιστική πάλη» («Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα», τ. 5ος, Αθήνα 1981, σ.425).

Ακόμη κατηγορηματικότερος ήταν ο οργανωτικός γραμματέας (και ουσιαστικός ηγέτης) του κόμματος, Γιάννης Ιωαννίδης: «Η πολιτική ζημιά στην περίπτωση που δε θα υπογράφαμε τη συμφωνία της Βάρκιζας και θα συνεχίζαμε τον ανταρτοπόλεμο στα βουνά θα ήταν μεγάλη, ασύγκριτα πιο μεγάλη από τη σημερινή. Οι εχθροί μας θα μας ξερίζωναν από τις πόλεις. Δε θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε καμιά μαζική δράση. Στην περίπτωση αυτή θα είχαμε πολιτική ήττα 100 τα 100» («Αναμνήσεις», Αθήνα 1979, σ.488).

Οποιες κι αν ήταν οι προθέσεις των κεντρώων πολιτικών που υπέγραψαν τη Βάρκιζα για λογαριασμό του επίσημου κράτους, η ευθύνη της πρακτικής εφαρμογής της ανήκε εκ των πραγμάτων στον σκληρό πυρήνα του κρατικού μηχανισμού: στρατός, σώματα ασφαλείας, δικαστικό σώμα. Η σύνθεση αυτών των τελευταίων παρέμενε λίγο-πολύ η ίδια από τα χρόνια του Μεταξά, με επιπρόσθετη εκκαθάριση όσων υπαλλήλων τους είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί πολιτικά στη διάρκεια της Κατοχής.
Για ευνόητους δε λόγους, τα περισσότερα στελέχη τους δεν είχαν την παραμικρή πρόθεση να επιτρέψουν τη νόμιμη παρουσία των «εαμοκομμουνιστών» στη δημόσια ζωή.

Ο ανθέλλην λαός


Η περίπτωση του διοικητή της Υποδιευθύνσεως Γενικής Ασφαλείας Πειραιώς, Ιωάννη Μάσβουλα, την υπογραφή του οποίου φέρουν τα περισσότερα ντοκουμέντα που παρουσιάζουμε, είναι χαρακτηριστική.
Γεννημένος το 1900 σ’ ένα χωριό της Λακωνίας, έβγαλε τη Νομική Αθηνών και το 1925 κατατάχθηκε στη νεοσύστατη Αστυνομία Πόλεων.

Οπως μας πληροφορεί η επίσημη νεκρολογία του στο περιοδικό της υπηρεσίας, τις επόμενες δεκαετίες «ανήλθεν όλας σχεδόν τας βαθμίδας της ιεραρχίας», ανεξαρτήτως καθεστώτος, και το 1958 «απεχώρησε του Σώματος καταληφθείς υπό του ορίου ηλικίας» («Αστυνομικά Χρονικά», 15/2/66, σ.190).
Την επαύριο της Βάρκιζας, εξηγεί ο ίδιος σε έκθεσή του (28/11/46), ανέλαβε την Ασφάλεια του Πειραιά με βασική αποστολή «την παρακολούθησιν και δίωξιν των αντεθνικώς δρώντων κομμουνιστών» που «ανεσυγκρότησαν τας ποικιλωνύμους εαμοκομμουνιστικάς οργανώσεις των Κ.Κ.Ε.-ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ-Αλληλεγγύη κ.λπ.».

Η απροκάλυπτη εχθρότητα του αρχιασφαλίτη προς το ΚΚΕ δεν ήταν απόρροια της πρόσφατης αιματηρής εμπειρίας· είχε δομικό, στρατηγικότερο χαρακτήρα.
«Κατά την γνώμην μας», ξεκαθαρίζει σε εισηγητικό σημείωμά του (16/7/45), «η οργάνωσις αύτη η εξυπηρετούσα προθύμως ξένα συμφέροντα δύναται να θεωρηθή ξένη προς το Ελληνικόν σύνολον, τα δε μέλη αυτής συνειδητώς ή ασυνειδήτως δρώντα ως όργανα ξένων σκοπών και επιδιώξεων».

Ακόμη σαφέστερος γίνεται στο «Δελτίον Πληροφοριών» της 29/8/45: «Εχομεν την γνώμην ότι δέον να ληφθώσιν ριζικά μέτρα εναντίον του Κομμουνιστικού Κόμματος διότι πρόκειται περί κόμματος υποσκάπτοντος τα θεμέλια του Κράτους και εργαζομένου διά την βιαίαν ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος και την εξόντωσιν παντός αντιφρονούντος».

Προς υποστήριξη αυτής της θέσης αναπαράγει κάθε λογής βολικές φήμες και τερατολογίες, καταφανώς ασύμβατα με τη λοιπή υπηρεσιακή πληροφόρηση.
Στις 24/7/45 καταχωρεί λ.χ. σε Δελτίο Πληροφοριών ότι «λέγεται» πως υπήρξε συμφωνία Ζαχαριάδη - βόρειων γειτόνων «διά την αυτονόμησιν Μακεδονίας-Αιγαίου», την οποία «το ΚΚΕ ανέλαβε την υποχρέωσιν να υποστηρίξη δι’ επαναστατικών εκδηλώσεων», συγκεντρώνοντας σε Αθήνα και Πειραιά «περί τας 14.000 ελασίτας ους έχει εξοπλίση διά πολεμικού υλικού μεταφερθέντος εκ Κρήτης και εκφορτωθέντος εις Ραφήναν και Αγιον Γεώργιον».

Πρόκειται, φυσικά, για σενάρια του αέρα. Αυτό που συνέβαινε στην πραγματικότητα ήταν μια αυθόρμητη εσωτερική προσφυγιά, η μαζική καταφυγή στη σχετική ανωνυμία και ασφάλεια της πρωτεύουσας χιλιάδων αγωνιστών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που ήταν πια αδύνατο να επιβιώσουν στην επαρχία.

Ο διοικητής της ΥΓΑΠ το γνώριζε πολύ καλά, όπως πιστοποιεί μεταγενέστερο σημείωμά του προς τον αρχηγό της Αστυνομίας (16/1/47): «Μετά την καταστολήν του εθνοκτόνου κινήματος του Δεκεμβρίου 1944», εξηγεί, «διηρέσαμεν τους κομμουνιστάς εις τέσσαρας κατηγορίας. 
Α) Εγκληματίαι (αυτουργοί) συλληφθέντες και εγκλεισθέντες εις τας Φυλακάς. 
Β) Ηθικοί αυτουργοί συλληφθέντες και αποφυλακισθέντες [στα τέλη του 1945] δυνάμει του Νόμου “περί αποσυμφορήσεως”. 
Γ) Οι πιστεύσαντες εις το δίκαιον του κομμουνιστικού αγώνος και οικειοθελώς ενταχθέντες εις τας εαμοκομμουνιστικάς οργανώσεις άνευ εγκληματικής δράσεως, και 
Δ) οι ενταχθέντες εις τας αντεθνικάς οργανώσεις ακουσίως προς διασφάλισιν της ζωής των. Εκ της πρώτης κατηγορίας οι μη συλληφθέντες κατέφυγον εις την Σερβίαν και εις Αθήνας και Πειραιά ίνα αποφύγωσι την σύλληψιν ή εξόντωσιν υπό των Αστυνομικών Αρχών και των εθνικιστικών οργανώσεων. Οι της Βας κατηγορίας κατέφυγον σχεδόν άπαντες εκ των επαρχιών εις τα μεγάλα αστικά κέντρα διά την αυτήν ως άνω αιτίαν. Εκ της Γης κατηγορίας κατέφυγον εις Αθήνας και Πειραιά εκείνοι οίτινες ηρνήθησαν να δηλώσωσι συμμετοχήν εις τας εθνικάς οργανώσεις. Οι της Δης κατηγορίας παρέμεινον εις τας εστίας των και αποτελούσι σήμερον τας εθνικιστικάς οργανώσεις».

Είναι προφανές ότι τα «κίνητρα» κι ο χαρακτήρας της συμμετοχής κάθε πολίτη στο ΕΑΜικό κίνημα αποτιμάτο υπηρεσιακά βάσει των επιλογών του μετά τη Βάρκιζα: όσοι μεταπήδησαν στο αντίπαλο στρατόπεδο βαφτίστηκαν «ακουσίως ενταχθέντες» στο ΕΑΜ (ή έστω «οικειοθελώς» αλλά «άνευ εγκληματικής δράσεως»), οι δε αμετανόητοι αναγορεύτηκαν αυτόματα σε «εγκληματίες».

Από τις διαθέσιμες πηγές για τις εξελίξεις της εποχής στις τοπικές μικροκοινωνίες γνωρίζουμε, βέβαια, πως οι πολιτικές διαδρομές των ανθρώπων υπήρξαν στην πραγματικότητα πολύ λιγότερο ευθύγραμμες. Ο ίδιος ο συντάκτης των παραπάνω γραμμών παραδέχεται, άλλωστε, πως οι «μη εγκληματίσαντες» ΕΑΜίτες της ενδοχώρας είχαν μόνο δύο επιλογές: εγκατάλειψη των εστιών τους ή «συμμετοχή εις τας εθνικάς οργανώσεις».

Για τον αστυνόμο Μάσβουλα, αυτό που προείχε άλλωστε ήταν η αποκοπή της κοινωνικής γείωσης του εσωτερικού εχθρού.
Αναφερόμενος στις 29/8/45 σε κάποιες απροσδιόριστες δηλώσεις κομμουνιστών πως «είναι εις θέσιν να επιβάλουν την ιδικήν των νέαν τάξιν εντός 24 ωρών», προεξοφλεί ότι «πάντα ταύτα δεν είναι δηλώσεις προς εκφοβισμόν. Η εργασία έχει αρχίσει και αι απειλαί θα πραγματοποιηθώσιν. [...] Αι επαναστατικαί ενέργειαι του Κομμουνιστικού Κόμματος θα εκδηλωθώσιν εάν επιτευχθή η εκλογή Κομμουνιστικών Διοικήσεων εις τα Εργατικά Κέντρα Αθηνών-Πειραιώς-Θεσσαλονίκης. Εις την περίπτωσιν ταύτην και η Διοίκησις του ανωτάτου συνδικαλιστικού οργανισμού της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών Ελλάδος θα περιέλθη εις τας χείρας των κομμουνιστών, διότι ως γνωστόν αύτη εκλέγεται παρά των διοικήσεων των Εργατικών Κέντρων». 
Εξέλιξη που θεωρεί σχεδόν αναπόφευκτη, «διότι δυστυχώς δεν ευρέθησαν ικανά συντηρητικά εργατικά στελέχη δυνάμενα, με την ενίσχυσιν του Κράτους, να διαπαιδαγωγήσωσιν και διαφωτίσωσιν την εργατοϋπαλληλικήν τάξιν».

Ηδη από τις 19/5/45 ο προϊστάμενος της ΥΓΑΠ είχε σκιαγραφήσει με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο τις κοινωνικές ρίζες της απειλής: «Η πόλη του Πειραιώς κατ’ εξοχήν βιομηχανική έχει περί τους 60.000 εργατοϋπαλλήλους. Το μεγαλείτερον όμως ποσοστόν παραμένει άνεργον διότι αι διάφοραι επιχειρήσεις, και ιδία αι της σιδηροβιομηχανίας, παραμένουν κλεισταί, των επιχειρηματιών ισχυριζομένων ότι δεν έχωσιν πρώτας ύλας διά να εργασθώσιν ή ότι δεν έχωσιν χρήματα να επισκευάσωσιν τα καταστραφέντα εργοστάσιά των.
Η ανεργία είναι το προσφορώτερον έδαφος εκμεταλλεύσεως υπό των κομμουνιστών οίτινες δραστηρίως εργάζονται διά να καταλάβωσιν τα Διοικήσεις των εργατοϋπαλληλικών οργανώσεων, τονίζοντες ότι μόνον το Κομμουνιστικόν κόμμα ενδιαφέρεται και πρωτοστατεί εις τας διεκδικήσεις των εργατοϋπαλληλικών ζητημάτων. Διά της προπαγάνδας των ταύτης επέτυχον οι κομμουνισταί να καταλάβουν τας Διοικήσεις όλων σχεδόν των δυναμικών Σωματείων. Εις τούτο συντελεί η μη λήψις μέτρων βελτιώσεως της οικονομικής καταστάσεως των εργαζομένων, τα ημερομίσθια των οποίων είναι γεγονός ότι δεν επαρκούν ούτε διά τας στοιχειώδους ανάγκας ενός εργάτου. [...] Οι συντηρητικοί εργατοϋπαλληλικοί ηγέται ουδεμίαν δύνανται να ασκήσωσι επιρροήν επί των εργατών, διότι ουδέν αίτημα επιτυγχάνουν να επιλύσουν».

Αφορμή για τις παραπάνω διαπιστώσεις παρείχε ο μαζικός εορτασμός της Πρωτομαγιάς στο Παναθηναϊκό Στάδιο (10/5/45), η πρώτη δηλαδή μαζική επανεμφάνιση του ΕΑΜικού κόσμου μετά τη στρατιωτική ήττα του ΕΛΑΣ.

«Από της καταστολής του στασιαστικού κινήματος μέχρι σήμερον δεν έχουν παρέλθη τρεις μήνες», εξηγεί ο Μάσβουλας. «Αστυνομία και Εθνοφυλακή εργάζονται δραστηρίως διά την ανακάλυψιν των εγκληματιών και αναγνώρισιν κομμουνιστών. Εθνικαί οργανώσεις καταδιώκουσιν τους κομμουνιστάς. Φήμαι εκυκλοφόρησαν ότι θα κτυπηθούν οι κομμουνισταί κατά την μετάβασίν των εις το Στάδιον. Παρ’ όλα αυτά συνεκεντρώθησαν περί τας 20.000 εντός του Σταδίου [και] κατεχειροκρότησαν τον κομμουνιστήν Θέον [...]. Η συγκέντρωσις τόσων εργατών πρωτοβουλία των κομμουνιστών, τα εγκλήματα των οποίων είναι νωπά, αποτελεί επιτυχίαν και εγκυμονεί κινδύνους διά το μέλλον της χώρας μας».

Η βιτρίνα και τα μετόπισθεν


Για τα περιθώρια νόμιμης δράσης της Αριστεράς εκείνες τις μέρες, ακόμη και στο αστικό συγκρότημα της πρωτεύουσας που αποτελούσε τη βιτρίνα της Βάρκιζας, η αλληλογραφία της Ασφάλειας αποδεικνύεται εξαιρετικά αποκαλυπτική.

Ακόμη και η διακριτική εγκατάσταση -τέσσερις ολόκληρους μήνες μετά τη Βάρκιζα- ενός γραφείου διακίνησης του ΕΑΜικού Τύπου στο κέντρο του Πειραιά θεωρείται απαράδεκτη από τους μηχανισμούς καταστολής, καθώς λειτουργεί εκ των πραγμάτων ως πόλος συσπείρωσης των πιο θαρραλέων πολιτών κι εφαλτήριο ανάκτησης κάποιων ελευθεριών, έστω και απείρως λιγότερων από εκείνες που «εγγυόταν» η επίσημη συμφωνία.

Στις 25/6/45 η υπηρεσία ασφαλείας του Βασιλικού Ναυτικού ενημερώνει την ΥΓΑΠ «ότι κατά πληροφορίας μας μη εξακριβωθείσας, εις την οδόν Σωτήρος & Κουντουριώτου (άνωθι Ταμείου ενσήμων) λαμβάνει χώραν συγκέντρωσις υπόπτων από 17.00 - 22.00 καθ’ εκάστην και εκδίδεται και εφημερίς». Ακολουθεί αίτημα επιβεβαίωσης, με σκοπό τον «έλεγχον [του] πληροφοριοδότου μας».

Μία μέρα μετά, ο Μάσβουλας εκδίδει σχετικό «Δελτίον Πληροφοριών», γνωστοποιώντας στους παραλήπτες ότι «το Κ.Κ.Ε. έχει εγκαταστήσει ενταύθα και επί της οδού Σωτήρος 29 γραφεία», που «οι κομμουνισταί τα παρουσιάζουν ως γραφεία τύπου».

Διευκρινίζει πως η Ασφάλεια ανέλαβε ήδη «την φρούρησίν» τους «προς πρόληψιν επιθέσεως εναντίον των», οι προθέσεις του είναι όμως διαυγέστατες: «Διεπιστώσαμεν ότι τα ανωτέρω γραφεία είναι τόπος συγκεντρώσεως και λήψεως οδηγιών των κομμουνιστών. Κατά το 4ωρον 14-18 της χθες 25-6-45 επεσκέφθησαν τα γραφεία ταύτα πλέον των 200 ατόμων. Κατά τας πληροφορίας μας εκ των γραφείων τούτων παραλαμβάνονται αι διανεμόμεναι επαναστατικαί προκηρύξεις».

Ακολουθεί ακατάσχετη κινδυνολογία, με το ενδεχόμενο ακροδεξιάς βίας να διατυπώνεται σχεδόν σαν ευχή: «Οι εθνικόφρονες πολίται διαμαρτύρονται διά την ύπαρξιν γραφείων κόμματος εγκληματικού εις το κέντρον της πόλεως. [...] Δεν αποκλείεται επίθεσις εναντίον των ανωτέρω κομμουνιστικών γραφείων άτινα δέον να θεωρηθώσιν ως κέντρα διαφωτίσεως και διαβιβάσεως εντολών του Κ.Κ.Ε. προς τα μέλη του άνευ ουδενός κινδύνου και υπό την προστασίαν του επισήμου Κράτους. Δεν αποκλείεται μετ’ ου πολύ η ίδρυσις τοιούτων γραφείων εις τας διαφόρους συνοικίας οπότε πλέον θα έχωμεν φρουραρχεία του ΕΛΑΣ υπό τον τίτλον “γραφεία κομμουνιστικού τύπου” δηλαδή πλήρη οργάνωσιν του Κ.Κ.Ε. εντός των πόλεων».

Ακόμη σαφέστερος είναι ο ίδιος στο δελτίο της επομένης: «Κατά την τριήμερον παρακολούθησιν των επί της οδού Σωτήρος 29 γραφείων του Κ.Κ.Ε. παρετηρήθη εξαιρετική κίνησις επισκεπτών, κατά το πλείστον νέων. Κατά τους πέριξ των γραφείων καταστηματάρχας, ο αριθμός των επισκεπτών ανέρχεται εις 100-150 άτομα την ημέραν, μεταξύ των οποίων και πολλαί γυναίκες. Εθεάθησαν εισερχόμενοι και μαθηταί. Κατά τας πληροφορίας μας το Κομμουνιστικόν τούτο Κέντρον χρησιμοποιείται ουχί απλώς ως γραφείον τύπου αλλά ως ορμητήριον διά την διανομήν επαναστατικών εντύπων τα οποία λόγω του περιεχομένου των προκαλούν ερεθισμόν, εχθροπάθειαν και καταφρόνησιν μεταξύ των πολιτών και αστυνομικών, πολλούς των οποίων αποκαλούν εγκληματίας. Εις το Κέντρον τούτο ενεργείται προσηλυτισμός και δίδονται οδηγίαι εις τας συνοικιακάς οργανώσεις περί του τρόπου δράσεώς των. [...] Δικαίως αγανακτεί το κοινόν διά την ύπαρξιν τοιούτου κέντρου εις το κέντρον της πόλεως. [...] Προβλέπομεν επίθεσιν εναντίον του Κομμουνιστικού τούτου κέντρου την οποίαν η Αστυνομία δεν θα δυνηθή να εμποδίση. Κατά την γνώμην ημών επιβάλλεται διά λόγους δημοσίας τάξεως το άμεσον κλείσιμον του κέντρου τούτου».

Μια τόσο χοντροκομμένη παραβίαση της Βάρκιζας στο κέντρο του λεκανοπεδίου ήταν όμως προς το παρόν αδύνατη. Μεταγενέστερα δελτία μάς πληροφορούν έτσι πως όχι μόνο «το επί της οδού Σωτήρος 29 κομμουνιστικόν κέντρον εξακολουθούν να επισκέπτωνται εκατοντάδες προσώπων καθ’ εκάστην ίνα λάβωσιν οδηγίας και έντυπα» (18/7), αλλά κι ότι «θα ιδρυθώσιν, ως πληροφορούμεθα, γραφεία της Εθνικής Αλληλεγγύης και ΕΠΟΝ εις τας συνοικίας. Ηδη τοιαύτα γραφεία λειτουργούν οδός Μ. Στοάς 39 της αλληλεγγύης και Καραΐσκου-Βενιζέλου της ΕΠΟΝ» (2/8).

Αυτά, όσον αφορά τη βιτρίνα της νομιμότητας. Για τις πραγματικές συνθήκες στις συνοικίες, εξαιρετικά εύγλωττο είναι ένα τυπικό «Δελτίον Πληροφοριών» της Ασφάλειας της Νίκαιας (21/7/45) που διασώζεται στον ίδιο φάκελο, με τις ενέργειες της υπηρεσίας κατά την προηγούμενη βδομάδα.

Η παραμικρή πολιτική δραστηριότητα της Αριστεράς καταστελλόταν πάραυτα από τη συντονισμένη δράση ασφαλιτών και δικαστικής εξουσίας:

«Εις την περιφέρειαν Γ΄ Καραβά ενηργήθη έρανος παρ’ αγνώστου γυναικός εις χρήμα διά κουπονίων των 50 δραχμών και εις είδη τροφίμων. Ενεργούμεν διά την ανακάλυψιν και σύλληψίν της.

Εις την περιφέρειαν των Κιλικιανών και εις την οικίαν γνωστού εις ημάς εγένετο συγκέντρωσις εκ μέρους κομμουνιστών της Εταιρείας Υδάτων. Τούτους συνελάβομεν και απεστείλαμεν εις Εισαγγελίαν Πλημ/κών Πειραιώς καταδικασθέντας του μεν αρχηγού εις 8μηνον φυλάκισιν των δε λοιπών εις 4μηνον.

Εις την περιφέρειαν Παλ. Κοκκινιάς ενηργήθη έρανος εκ μέρους Υποδηματεργατών Κομμουνιστών διά κουπονίων των 200 δραχμών και διανομή κομμουνιστικών προκηρύξεων κομμουνιστικού περιεχομένου. Τούτους συνελάβομεν και απεστείλαμεν εις την Εισαγγελίαν Πλημ/κών Πειραιώς καταδικασθέντας εις 4μηνον φυλάκισιν».

Χαρτογράφηση και χαφιέδες


Η ασφυκτική καταστολή του εσωτερικού εχθρού προϋπέθετε την ενδελεχή χαρτογράφησή του μέσω της υπηρεσιακής διείσδυσης.
Το έργο της Ασφάλειας, εξηγεί ο Μάσβουλας στους προϊσταμένους του (31/3/45), «θα επιτευχθή διά της εισχωρήσεως εθνικοφρόνων προσώπων εις τας αντεθνικάς οργανώσεις καθοδηγουμένων υπό της Αστυνομίας», «διά της εξακριβώσεως των δυναμικών εαμοκομμουνιστικών στελεχών και της συγκεντρώσεως τοιούτων στοιχείων ώστε να είναι δυνατή η εξουδετέρωσις τούτων αμέσως», αλλά και «της εξακριβώσεως των κατοικιών και στοιχείων ταυτότητος απάντων των οπωσδήποτε δρασάντων προ και κατά το επαναστατικόν κίνημα, ασχέτως αν δεν εσυνελήφθησαν διότι δεν εβαρύνοντο δι’ εγκληματικών πράξεων».
Το τελευταίο μπορούσε να γίνει εύκολα, «και άνευ διαμαρτυριών του Ριζοσπάστου, επ’ ευκαιρία της εκδόσεως ταυτοτήτων».

Καθοριστικό κριτήριο της χαρτογράφησης συνιστούσε φυσικά η δράση των φακελωμένων στη διάρκεια της Κατοχής και της Απελευθέρωσης: «Επί 3½ έτη τα εαμοκομμουνιστικά στοιχεία έδρων ελευθέρως και εκ του εμφανούς, οι δε υπάλληλοι των Αστυνομικών Τμημάτων γνωρίζουν ταύτα και δέον να καταρτίσωσιν πλήρες αρχείον». Για πρακτικούς λόγους έπρεπε δε «αι ούτω καταρτισθησόμεναι ονομαστικαί καταστάσεις να χωρισθώσιν εις τετράγωνα ή συνοικίας ώστε να είναι δυνατή η εξουδετέρωσις τούτων αμέσως».

Μια ειδική πτυχή αφορούσε την αξιοποίηση εθνικοφρόνων σε καθήκοντα πρωτοβάθμιας επιτήρησης:

«Τα Αστυνομικά Τμήματα να έλθωσιν εις επαφήν μεθ’ απάντων των εργοστασιαρχών της περιφερείας των και να υποχρεώσωσιν τούτους να προσλάβωσιν δύο ή τρεις εργάτας εγνωσμένων εθνικών φρονημάτων οίτινες καταλλήλως καθοδηγούμενοι θα είναι εις θέσιν πολυτίμους υπηρεσίας να προσφέρωσιν».

«Κατά την περίοδον της Κατοχής αι Κομμουνιστικαί οργανώσεις των Συνοικισμών είχον δημιουργήση δίκτυον τοιούτον ώστε ουδείς ξένος ηδύνατο να εισέλθη εις τον Συνοικισμόν χωρίς να υποστή έλεγχον. Τοιούτον δίκτυον δύναται να δημιουργήση και η Αστυνομία χρησιμοποιούσα τας Εθνικάς οργανώσεις της περιφερείας της».

Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που ο διοικητής της Ασφάλειας κάλυπτε πλήρως αυτούς τους εξωϋπηρεσιακούς συνεργάτες του. «Παρανόμους ενεργείας εθνικών οργανώσεων δεν έχει υπ’ όψιν η υπηρεσία ημών», ισχυρίζεται στις 19/5/45, αποδίδοντας μάλιστα την «αυτοσυγκράτησή» τους σε συμβουλές της τελευταίας.

Η εξεύρεση χαφιέδων δεν ήταν πάντως εύκολη υπόθεση. Επιβεβλημένη θεωρούνταν, φυσικά, «η χορήγησις εξόδων κινήσεως εις τας ομάδας ασφαλείας, διά να δυνηθώσιν να δημιουργήσωσιν δίκτυα πληροφοριών» (19/5/45).
Τα τελευταία έπρεπε όμως να ξαναχτιστούν απ’ την αρχή, μετά τη διάλυσή τους από τις ενδιάμεσες εξελίξεις: στη διάρκεια της Κατοχής, υπενθυμίζει εισηγητικό σημείωμα του «γραφείου διώξεως αναρχικών» (16/7/45), «οι οργανωμένοι κομμουνισταί κατώρθωσαν διά της συνωμοτικής δράσεώς των να παραπλανήσουν τον Ελληνικόν Λαόν και να παρουσιάσουν εαυτούς ως απελευθερωτικόν μέτωπον αντιστάσεως [...]. Εκ τούτου, οι φίλοι του γραφείου συν τω χρόνω εξηφανίσθησαν παρασυρθέντες υπό την δίνην των γεγονότων, οι δε χρησιμοποιούμενοι ως πράκτορες υπό της υπηρεσίας, γενόμενοι αντιληπτοί υπό της οργανώσεως εδολοφονήθησαν». Εξ ου και η ανάγκη να «προσληφθή έκτακτον προσωπικόν, εξ εμπίστων τη υπηρεσία, προς παρακολούθησιν συνδικαλιστικών οργανώσεων, συλλόγων, σωματείων, σχολείων, εργοστασίων, Κρατικών και ιδιωτικών επιχειρήσεων». Τα πάντα με λεφτά, αφού «το πολύ κοινόν, ο νομιμόφρων τουτέστιν κόσμος, ουδόλως συνδράμει την υπηρεσίαν εκ δυσπιστίας ή φόβου».

Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε μέχρι τη γενίκευση του Εμφυλίου. Ακόμη και στις 28/11/46, ο Μάσβουλας ομολογεί ότι «το δίκτυον πληροφοριών της υπηρεσίας» του «είναι εις εμβρυώδη κατάστασιν, ελλείψει επαρκούς εμψύχου υλικού και άλλων μέσων. Οι εθνικόφρονες πολίται συνεχόμενοι υπό φόβου αποφεύγουσι να παράσχωσιν οιανδήποτε χρήσιμον πληροφορίαν, οι δε πλούσιοι αστοί και οι διευθυνταί μεγάλων επιχειρήσεων ουδόλως συνέτρεξαν μέχρι σήμερον το τραχύ αλλά υπέρ ποτε άλλοτε εθνικόν καθήκον της Αστυνομίας».

Στο μεσοδιάστημα ολοκληρώθηκε, πάντως, «η ανασύστασις του καταστραφέντος αρχείου κομμουνιστών, συνεχιζομένης μετά του αυτού ρυθμού της πλουτίσεώς του».

Για τις σκοτεινότερες πτυχές αυτού του εμπλουτισμού, μια φευγαλέα εικόνα παρέχει η αναφορά του ανθυπαστυνόμου Γεωργίου Δριμυλή (22/8/45) για τη μεταφορά κάποιου «Πράκτορος Χ» στη Βόρεια Ελλάδα, σε αναζήτηση αποθηκευμένων όπλων του ΕΛΑΣ και «καταδιωκομένων εγκληματιών κρυπτομένων εν Θεσ/νίκη».
Το όνομα του χαφιέ δεν αποκαλύπτεται, πληροφορούμαστε όμως ότι «λόγω της σημαινούσης θέσως ην κατείχεν εις τον ΕΛΑΣ γνωρίζει καλώς» (και μπορεί να καταδώσει) τους συντρόφους του που είχαν καταφύγει στη συμπρωτεύουσα «εκ διαφόρων περιοχών Θράκης και Μακεδονίας»...

Ασφυξία και αυτοάμυνα

Παρά τη διαρκή κινδυνολογία περί επικείμενης αιματοχυσίας, μέχρι την άνοιξη του 1946 οι πληροφορίες για τα κομμουνιστικά αντίμετρα κινούνται στο πλαίσιο μιας καθαρά αμυντικής τακτικής.
Στις 10/10/1945 δελτίο της ΥΓΑΠ μεταδίδει λ.χ. την πληροφορία πως «οι διανέμοντες κομμουνιστικάς προκηρύξεις συνοδεύονται εις μικράν απόστασιν υπό οπλοφόρων ομοϊδεατών των (ομάδες αμύνης)». Η συγκρότηση «ομάδων αυτοαμύνης» έχει διαταχθεί από τον Ζαχαριάδη, «αποτελούνται ως επί το πλείστον από μέλη της ΕΠΟΝ» και «εις περίπτωσιν συλλήψεως κομμουνιστού θα ενεργείται επίθεσις δι’ όπλων προς απελευθέρωσίν του».
Ο πληροφοριοδότης της Ασφάλειας εκτιμά, τέλος, ότι «συντόμως θα δοθή εντολή εις τους κομμουνιστάς να αφοπλίζουν τα μέλη της οργανώσεως Χ και τους Αστυνομικούς».

Σε σημείωμα για τις οδηγίες του «2ου Γραφείου του ΚΚΕ» προς τις «διακομματικές [;] Επιτροπές Πόλης Πειραιά» (6/11/45), διαβάζουμε πάλι πως οι «ομάδες αυτοάμυνας» είχαν εντολή να προστατεύουν τους ΕΑΜίτες «χτυπώντας ομαδικά με ξύλα, με πέτρες και οτιδήποτε άλλο αν παραστή ανάγκη σε επικείμενη επίθεση των μοναρχικών».

Εξίσου εύγλωττη και η προτεινόμενη μέθοδος «διαφώτισης του λαού»: «Κάνετε προκηρύξεις λιγόλογες με τα συνθήματά μας και μοιράστε τις με προφυλάξεις βέβαια π.χ. μέσα στο σιδηρόδρομο στο τραμ αφήνατέ τις να πέσουν χωρίς να σας ιδούν. Στο τέλος δε γράφετε “Οποιος τη διαβάσει να την δώση σε άλλον”».

Ο κύκλος έκλεισε με το νόθο δημοψήφισμα της 1/9/46, που επανέφερε τον βασιλιά. Τρεις μέρες πριν από την ψηφοφορία, ο Μάσβουλας πληροφορείται πως «οι κομμουνισταί έλαβον εντολήν να μεταβώσιν εις τα εκλογικά τμήματα καθ’ ομάδας και την αυτήν ώραν. Η καθ’ ομάδας μετάβασις των κομμουνιστών σκοπόν έχει την αντιμετώπισιν ενδεχομένης επιθέσεως εκ μέρους των εθνικοφρόνων».

Την επομένη, ο προϊστάμενός του αστυνομικός διευθυντής Πειραιά Δ. Βρανόπουλος θα διατάξει «απάσας τας Αστυνομικάς Υποδιευθύνσεις» να εμποδίσουν ακόμη κι αυτό το μίνιμουμ αυτοπροστασίας: «Παρακαλείσθε όπως απαγορεύσητε κατά την ημέραν του Δημοψηφίσματος τας προσυγκεντρώσεις και την καθ’ ομάδας μετάβασιν των κομμουνιστών εις τα εκλογικά Τμήματα. Η μετάβασις τούτων εις τα εκλογικά Τμήματα να γίνη μεμονωμένως, να απαγορεύσητε δε την παραμονήν αυτών μετά την ψηφοφορίαν των έξωθι των εκλογικών Τμημάτων».
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger