Προσφατες Αναρτησεις

Αυτοί που κοιμήθηκαν μάγουλο με μάγουλο με τον θάνατο


Οι βασανιστές δεν ήταν επαγγελματίες στρατιωτικοί αλλά απλοί στρατιώτες θητείας Ο εκβαρβαρισμός από αυτό το στρατόπεδο Θα εξαπλωνόταν σε όλη την κοινωνία 

«Ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι Οι ναύτες παίρνανε στο καΐκι τους σκοτωμένους φαντάρους, τους χώνανε σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό. Τους μέτραγα έναν έναν και ήταν 350»

«...με τ’ όνομα του νεκρού συντρόφου σαν ένα πιρούνι καρφωμένο στη γλώσσα σου πώς να τραγουδήσεις;»

Αν υπάρχει κάποιος που θα μπορούσε να πάρει τον τίτλο του αγαπημένου ποιητή του facebook, αυτός είναι ο Τάσος Λειβαδίτης. Οι στίχοι του, ερωτικοί ή προσλαμβανόμενοι ως τέτοιοι, αναρτώνται συνεχώς, συνοδεύοντας φωτογραφίες και τραγούδια και παραπέμπουν σε τρυφερά συναισθήματα, όμορφες στιγμές, εξιδανικευμένους έρωτες και απέλπιδα συναισθηματικά εγχειρήματα. Οσοι και όσες συστήνονται με τον Λειβαδίτη με αυτό τον τρόπο δεν θα αναγνώριζαν ως δείγμα του λόγου του ποιητή, ως δικούς του στίχους, τα παραπάνω σκληρά λόγια. Που αναπαριστούν μια αλήθεια παραπάνω από επώδυνη. Μια αλήθεια φριχτή, αβάσταχτη. Την εικόνα της άδικης απώλειας. Των βασανιστηρίων, των εκτελέσεων. Της Μακρονήσου.

Ο Τάσος Λειβαδίτης δεν ήταν ο μόνος σπουδαίος διανοούμενος που βρέθηκε στα ξερονήσια. Οι μετεμφυλιακές κυβερνήσεις της Δεξιάς και αργότερα οι δεξιογέννητοι χουντικοί, όπως όλοι οι αυταρχικοί εξουσιαστές σε όλο τον κόσμο, μισούσαν τα πολικά στοιχεία που η προοδευτική τέχνη μπορεί να αναδεικνύει και να διαιωνίζει· την ελευθερία, τον αγώνα, την αμφισβήτηση. Την πίστη σε έναν καλύτερο κόσμο για τους πολλούς. Πάνω από όλα το ανυπότακτο πνεύμα. Κι όσοι έχουν επισκεφτεί στα χρόνια μας τη Μακρόνησο, γνωρίζοντας πια τι έχει συμβεί εκεί, την ώρα που το καράβι φτάνει στο λιμάνι, η μπουκαπόρτα πέφτει και προβάλλει μπροστά το ξερό άγριο νησί, είναι σχεδόν αδύνατο να μη σκεφτούν τον εαυτό τους, για μια στιγμή έστω, στη θέση των ανθρώπων που έβλεπαν παλιότερα τα βράχια γνωρίζοντας ότι φτάνουν στην κόλαση. Και να μη νιώθουν ίσως μια ντροπή στη σκέψη πως οι ίδιοι δεν θα άντεχαν.

Οι κομμουνιστές δεν ήταν οι πρώτοι «απόβλητοι» που δέχτηκε στα ξερά του χώματα αυτό το μικρό νησί απέναντι από το Λαύριο. Οπως και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, εκεί στήθηκε ένα λοιμοκαθαρτήριο. Μια εγκατάσταση στην οποία μεταφέρθηκαν οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Επισήμως, για να εξεταστούν και να αντιμετωπιστούν ενδεχόμενες ασθένειες. Στην πραγματικότητα, για να μην αναμειχθούν με τον γηγενή πληθυσμό μέχρι το κράτος να αποφασίσει τι θα κάνει με αυτό τον νέο ανεπιθύμητο παράγοντα

Ετσι, την περίοδο 1922-23 δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, πρώτα από τον Πόντο και έπειτα από τη Μικρά Ασία, στοιβάχτηκαν στη Μακρόνησο, σε πολύ κακές υγειονομικές συνθήκες. Με αποτέλεσμα χιλιάδες από τους ανθρώπους που είχαν γλιτώσει από τον τουρκικό εθνικισμό και τον εγκληματικό τυχοδιωκτισμό της βασιλικής κυβέρνησης της Ελλάδας να μη γλιτώσουν από τις συνθήκες της Μακρονήσου. Αντίστοιχη λειτουργία είχαν και τα λοιμοκαθαρτήρια της Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη, όπου κλείστηκαν και ταλαιπωρήθηκαν πάνω από 300.000 πρόσφυγες από τον Πόντο, με άθλιους όρους διατροφής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, πολλοί μέχρι θανάτου. Στη Μακρόνησο πριν από τους πρόσφυγες είχαν κλειστεί στη διάρκεια του A' Βαλκανικού Πολέμου και 10.000 Τούρκοι αιχμάλωτοι, προερχόμενοι κυρίως από τα Ιωάννινα, που μετά στο τέλος του μεταφέρθηκαν στην Τουρκία.

«Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων διά να υποστούν αποτοξίνωσιν»

Τον Απρίλιο του 1947 το αφιλόξενο βραχώδες τοπίο του νησιού θα άρχιζε να υποδέχεται νέες στρατιές κρατουμένων. Αυτήν τη φορά είχε έρθει η ώρα των κομμουνιστών. Βρισκόμαστε στο άναμμα του Εμφυλίου. Πρωθυπουργός είναι ο 74 ετών Δημήτριος Μάξιμος, αντιβενιζελικός και στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος, μάρτυρας υπεράσπισης των δωσιλογικών κυβερνήσεων της Κατοχής, για τις οποίες υποστήριζε πως δέχτηκαν να διοικήσουν την κατεχόμενη από τους ναζί Ελλάδα για λόγους πατριωτισμού, ώστε να μην περιπέσει η χώρα σε διάλυση. 

Τον Φεβρουάριο μια εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) προς το υπουργείο Στρατιωτικών ανοίγει τον δρόμο για να χρησιμοποιηθεί η Μακρόνησος ως τόπος συγκέντρωσης κομμουνιστών στρατιωτών ή υπόπτων για συνοδοιπορία αγωνιστών του ΕΑΜ, ώστε να μείνει το στράτευμα μακριά από την επιρροή τους. Σε ένα αρχικό εισηγητικό σημείωμα αναφερόταν χαρακτηριστικά: «Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ορισμένα στρατόπεδα διά να υποστούν αποτοξίνωσιν. Ολες οι στρατιωτικές μονάδες δέον όπως εκκαθαρισθούν από αριστερίζοντες ή υπόπτους αριστερισμού». Με αυτήν τη γλώσσα υγειονομικού χαρακτήρα ξεκινούσε το μαρτύριο των αγωνιστών της δημοκρατίας.

Ηδη από το καλοκαίρι του 1946 ο στρατός με πληροφορίες που έπαιρνε από την αστυνομία είχε εντοπίσει όσους οπλίτες είχαν αριστερά φρονήματα ή είχαν συμμετάσχει στην Αντίσταση με το ΕΑΜ και τους συγκέντρωνε σε ξεχωριστά τάγματα. Το Α Τάγμα αυτών των «προς αποτοξίνωσιν» στρατιωτών οργανώθηκε αρχικά στην Παιανία και αργότερα μεταφέρθηκε στον Αγιο Νικόλαο Κρήτης και στη Γυάρο. Το Β Τάγμα συγκεντρώθηκε αρχικά στη Λάρισα κι έπειτα μεταφέρθηκε στο Ρέθυμνο, το Λιόπεσι και τέλος στο Πόρτο Ράφτη. Το Γ' Τάγμα συγκεντρώθηκε αρχικά στη Μικρά της Θεσσαλονίκης και μετά μεταφέρθηκε στα Διαβατά. Σε λίγο όλοι συγκεντρώθηκαν στη Μακρόνησο, η οποία πια άρχιζε να λειτουργεί ως επίσημο στρατόπεδο του ελληνικού στρατού. Οι πρώτοι που έφτασαν εκεί ήταν οι στρατιώτες του Β Τάγματος, στις 28 Μαΐου 1947. Σε δύο μήνες τους συνάντησαν εκεί και τα άλλα δύο τάγματα.

Νομική «διευθέτηση» εκ των υστέρων.

Οκτώβριος 1949

Η Μακρόνησος δεν ήταν ενιαίο στρατόπεδο. Ηταν ένα σύμπλεγμα στρατοπέδων και χώρων εγκλεισμού Σε πρώτη φάση περιλάμβανε τα τρία στρατόπεδα των Ταγμάτων Σκαπανέων, τα οποία την άνοιξη του 1949 μετονομάστηκαν σε Ειδικά Τάγματα Οπλιτών. A ΕΤΟ. Β ΕΤΟ και Γ ’ ΕΤΟ.2 Επίσης, τις Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ) από τον Αύγουστο του 1947, με υπόδικους και κατάδικους στρατιώτες, και το Γ' Κέντρο Παρουσιάσεως Αξιωματικών, από τον Σεπτέμβριο του 1947, όπου συγκεντρώθηκαν αριστεροί ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί. Οταν άρχισαν να στέλνονται στο νησί όχι μόνο αριστεροί στρατιώτες και αξιωματικοί αλλά και πολίτες πολιτικοί εξόριστοι ιδρύθηκε γι' αυτούς, τον Νοέμβριο του1948, το Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης στο βόρειο τμήμα του νησιού. Τέλος, τον Ιανουάριο του1950 δημιουργήθηκε το Ειδικό Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ) που λειτουργούσε στον χώρο του A' ETQ

 Για το επίσημο κράτος η Μακρόνησος απέκτησε ειδικό νομικό χαρακτήρα μόλις τον Οκτώβριο του1949, με το ψήφισμα ΟΓ «Περί μέτρων εθνικής αναμορφώσεως» και την ίδρυση του Οργανισμού Αναμορφωτήριων Μακρόνησου, ο οποίος υπαγόταν απευθείας στο ΓΕΣ και σκοπός του είχε οριστεί η «διά της διαφωτίσεως και διαπαιδαγωγήσεως αναμόρφωσις» των κρατουμένων. Επισήμως πια ο στρατός αποκτούσε δικαιώματα που δεν είχε πριν και γινόταν υπεύθυνος για την κράτηση όχι μόνο οπλιτών και αξιωματικών αλλά και πολιτών. Η θεσμική στρατοκρατία οικοδομούνταν.

Το καλοκαίρι του 1947 οι έγκλειστοι στρατιώτες και αξιωματικοί προσέγγιζαν τους 10.000. Τον Μάιο του 1948 κρατούνταν πια στη Μακρόνησο 15.814 στρατιώτες και αξιωματικοί καθώς και 728 πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι. Τον Αύγουστο του 1949 βρίσκονταν εκεί 7.500 στρατιώτες και 20.000 πολίτες -τριπλάσιοι σχεδόν-, ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους υπήρχαν εκεί 5.521 στρατιώτες και 11.247 πολιτικοί εξόριστοι. Συνολικά. σύμφωνα με το ΓΕΣ. μέχρι τον Οκτώβριο του 1949 είχαν «αναμορφωθεί» 25.000 οπλίτες και αξιωματικοί. Πολλοί από αυτούς στη συνέχεια στάλθηκαν σε μάχιμες μονάδες του στρατού για να πολεμήσουν εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Αυτή η αναμόρφωση ασφαλώς δεν επιτυγχανόταν με κανένα λεκτικό μέσο πειθούς. Η Μακρόνησος είναι συνώνυμο των πιο φριχτών βασανιστηρίων. Η εικόνα του μεγάλου σχολείου πατριωτισμού που έβγαινε προς τα έξω από τα προπαγανδιστικά μέσα του κράτους ουδεμία σχέση είχε με το κολαστήριο που αποτέλεσε στην πραγματικότητα το νησί.

Οταν η αγριότητα γίνεται συλλογική και απλώνεται στην κοινωνία

Υπάρχει ένα στοιχείο που εντυπωσιάζει και δείχνει πόσο εύκολα μπορεί η αγριότητα να γίνει συλλογική, να καταλάβει πρώτα ένα κλειστό σύστημα όπως της Μακρονήσου και μετά να απλωθεί μέσα σε μια κοινωνία. Οι βασανιστές των εξόριστων δεν ήταν επαγγελματίες του στρατού αλλά απλοί οπλίτες, στρατιώτες που υπηρετούσαν τη θητεία τους. Επιλεγμένοι, βέβαια, με κριτήριο και την προηγούμενη βίαιη και περιθωριακή πολιτεία τους. Υπήρχε όμως και μια άλλη, πιο σκληρή πτυχή. Κάποιοι από τους βασανιστές ήταν «ανανήψαντες» αριστεροί, πρώην κρατούμενοι, που αναγκάζονταν να βασανίσουν οι ίδιοι τους πρώην συντρόφους τους, είτε για να αποδείξουν πως πράγματι είχαν αλλάξει στρατόπεδο είτε για να κλείσει για πάντα ο δρόμος της επιστροφής τους στην Αριστερά είτε απλώς για την άρρωστη απόλαυση των αξιωματικών. Τα βασανιστήρια γίνονταν συχνά μπροστά στους άλλους κρατούμενους ώστε αυτοί να «σπάσουν» γρήγορα και να υπογράψουν τη διαβόητη δήλωση μετάνοιας.

Μόλις οι εξόριστοι αποβιβάζονταν στη Μακρόνησο ο διοικητής του τάγματος τους συγκέντρωνε και τους καλούσε να υπογράψουν επιτόπου, με συγκεκριμένη μικρή χρονική διορία, τη δήλωση. Οταν η διορία περνούσε στρατιώτες με ρόπαλα ορμούσαν πάνω τους και τους χτυπούσαν με αγριότητα Ετσι, οι περισσότεροι εξόριστοι δέχονταν να υπογράψουν. Ομως πολλοί αρνούνταν. Αυτοί μεταφέρονταν σε άλλα σημεία του στρατοπέδου, για να μαρτυρήσουν ξανά στα χέρια των βασανιστών τους. Τους έβαζαν να στήσουν πρόχειρες σκηνές, «τσαντίρια» όπως τα έλεγαν οι εξόριστοι. Η ίδια η καθημερινότητά τους εκεί ήταν ένα βασανιστήριο. Τους ανάγκαζαν να μετακινούνται διαρκώς μαζί με τα πράγματά τους. Πολλές φορές δεν τους επέτρεπαν να πάνε ούτε στα ουρητήρια. Εκτεθειμένοι συνεχώς στους ανέμους, στην παγωνιά τις νύχτες, την αφόρητη ζέστη άλλες μέρες, υπέφεραν σε ένα συνεχές εφιαλτικό μαρτύριο. Οι εξόριστοι αναγκάζονταν να μεταφέρουν μεγάλες πέτρες από τη μια πλευρά του νησιού στην άλλη, κάτω από τον ήλιο, μέχρι να λιποθυμήσουν. Αυτή η χωρίς νόημα εργασία αποσκοπούσε στην ταπείνωση των εξόριστων, την εμπέδωση της ιδέας πως δεν αποτελούσαν ανθρώπους με δικαιώματα αλλά αντικείμενα στα χέρια των βασανιστών τους και, ασφαλώς, στην ψυχολογική και διανοητική τους κατάρρευση.

Αυτή η βίαιη «αναμόρφωση» ξεκίνησε από το Γ' Τάγμα, υπό τη διοίκηση του διαβόητου λοχαγού Σκαλούμπακα. Οσοι μετά τις πρώτες απειλές και τα βασανιστήρια συνέχιζαν να μην υπογράφουν δηλώσεις μετάνοιας καλούνταν στο Γραφείον Ηθικής Αγωγής του τάγματος, όπου διεξάγονταν πολύωρες ανακρίσεις και νέοι ξυλοδαρμοί Οι βασανιστές χτυπούσαν με κάθε τρόπο και με κάθε αντικείμενο που μπορούσε να γίνει όργανο βασανιστηρίων: ξύλα λοστούς, συρματόσκοινα κλομπ. Με τη διαβόητη φάλαγγα, κατά την οποία ο κρατούμενος δενόταν σε ένα κρεβάτι και με ένα κλομπ του χτυπούσαν σταθερά και με δύναμη τα πέλματα, πόνος που -όπως λένε οι μαρτυρίες- κάνει τον βασανιζόμενο να νομίζει πως θα χάσει τη λογική του. Αλλά και με βασανιστήρια που φαίνονται πιο ήπια αλλά είναι εξαντλητικά, όπως το «αεροπλανάκι», δηλαδή το να στέκεται ο βασανιζόμενος στο ένα πόδι με τα χέρια σε έκταση, ή ο «πελαργός», το να στέκεται για ώρα στο ένα πόδι. Ολα αυτό συνεχίζονταν μέχρι να λιποθυμήσει ο βασανιζόμενος. Ή μέχρι να κουραστεί ο βασανιστής.

Τα μαρτύρια της ρέγνας, της γάτας και η «ευγνωμοσύνη» στον βασανιστή

Μαζί με αυτά υπήρχαν και άλλα βασανιστήρια που έρχονταν κυριολεκτικά από τα βάθη των αιώνων κι από βάρβαρες πρακτικές στρατών και ηγεμόνων. Τέτοιο ήταν το να πετιούνται οι βασανιζόμενοι στη θάλασσα με τα χέρια δεμένα και φορώντας τα ρούχα τους, ώστε να κινδυνεύουν διαρκώς να πνιγούν. Το να τους κρεμούν από στύλους με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα και τις άκρες των ποδιών ίσα να ακουμπούν στο έδαφος. Το να τους δίνουν για βραδινό ρέγγα χωρίς νερό ενώ ήταν καλοκαίρι, με αποτέλεσμα μια βασανιστική αφυδάτωση. Αλλά και το μαρτύριο της γάτας, όπου έβαζαν τους βασανιζόμενους σε ένα σακί, έριχναν μέσα μια γάτα, το έδεναν και το έριχναν στη θάλασσα, ώστε η γάτα σε κατάσταση αμόκ να ξεσκίζει με τα νύχια της τον βασανιζόμενο προσπαθώντας να σώσει τη ζωή της. Από όλα αυτά πολλοί εμφάνισαν βαριά ψυχικά νοσήματα και άλλοι επιχείρησαν να αυτοκτονήσουν. Οι συνθήκες αυτού του κολαστηρίου είχαν αποτέλεσμα έπειτα από έξι μήνες ελάχιστοι από τους 5.000 στρατιώτες του τάγματος να μην έχουν υπογράψει δήλωση μετάνοιας.

Αλλά και για όσους υπέγραφαν τελικά τις δηλώσεις τα πράγματα δεν ήταν εύκολα Πρώτα έπρεπε να αποδείξουν ότι είχαν πράγματι αλλάξει πεποιθήσεις. Επρεπε να κάνουν ομιλίες στους υπόλοιπους στρατιώτες για τα δεινά του κομμουνισμού και την αναμορφωτική επίδραση της Μακρονήσου, να παρενοχλούν και να διαπομπεύουν τους «αμετανόητους», αλλά και, όπως είπαμε, να τους βασανίζουν οι ίδιοι. Επειτα έστελναν επιστολές στο χωριό τους στις οποίες ανέφεραν πως είχαν παρασυρθεί από το «προδοτικό» ΚΚΕ, καταδίκαζαν τον κομμουνισμό ως αντεθνική ιδεολογία και δήλωναν ευγνώμονες για την εμπειρία της Μακρονήσου που τους οδήγησε στο να «ανανήψουν». Αυτές οι επιστολές διαβάζονταν μπροστά σε όλους τους συγχωριανούς τους από τον παπά ή τον δάσκαλο μετά τη λειτουργία της Κυριακής.

Το αποκορύφωμα της θαλάσσιας κόλασης ήταν όσα συνέβησαν την 1η Μαρτίου 1948. A' ΕΤΟ: Οι στρατιώτες εκεί άντεχαν ακόμη και δεν υπέγραφαν τη δήλωση στο καθεστώς παρά τα μαρτύρια. Μία μέρα πριν (29 Φεβρουάριου), κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσής τους στο θέατρο για την πραγματοποίηση της κυριακάτικης λειτουργίας, κάποιοι αλφαμίτες (Αστυνομία Μονάδος) άρχισαν να χτυπούν μπροστά τους δύο άλλους στρατιώτες. Πολλοί διαμαρτυρήθηκαν φωνάζοντας «Αίσχος» και εξεγέρθηκαν. 

Ξαφνικά κάποιοι από τους αλφαμίτες άρχισαν να πυροβολούν προς το πλήθος. Πέντε στρατιώτες έπεσαν νεκροί από αυτό το επεισόδιο, για το οποίο ο διοικητής του τάγματος Α. Βασιλόπουλος είπε πως δεν υπήρχε καμία εντολή και πως θα διεξάγονταν έρευνες. Ομως το επόμενο πρωί φάνηκε πως ίσως όλα αυτά να ήταν πρόβα και προβοκάτσια για να δημιουργηθεί η αφορμή της σφαγής.

Οι κρατούμενοι στρατιώτες είχαν τοποθετήσει από την προηγούμενη μέρα τους νεκρούς σε μια σκηνή και έκαναν συμβολική απεργία πείνας. Την ώρα του πρωινού θρησκευτικού κηρύγματος το A' ΕΤΟ βρέθηκε ξαφνικά περικυκλωμένο από τις ένοπλες φρουρές και των τριών ταγμάτων. Από τα μεγάφωνα ενός μικρού σκάφους ακούστηκε η φωνή του διοικητή:

«Προσοχή - προσοχή!

Στρατιώται του A' Τάγματος. Σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης.

Στρατιώται του Α’ Τάγματος, εκάματε μίαν απερισκεψίαν. Ολίγα καθάρματα κομμουνισταί σας παρέσυραν εις στάσιν κατά της πατρίδος. Οσοι από σας δεν συμφωνούν με τους δολοφόνους, οι οποίοι εδημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα, διαχωρίστε τας ευθύνας σας και συγκεντρωθείτε ας τον 7ον λόχον. Το κράτος δεν μπορεί να υποχωρήσει, το κράτος δεν θα υποχωρήσει».

Η σφαγή της 1ης Μαρτίου1948. Οπλισμένοι «γαζώνουν» άοπλους

Με αφορμή το επεισόδιο της προηγούμενης ημέρας προσπαθούσαν να τους αναγκάσουν να υπογράψουν υπό την απειλή ότι αλλιώς θα θεωρούνταν στασιαστές. 4.500 άοπλοι στρατιώτες, σχεδόν όλοι 20 έως 25 ετών, όλοι τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και οι πιο πολλοί στελέχη και μέλη του ΚΚΕ, στέκονται ακίνητοι 

Μία ώρα μετά δίνεται το τελεσίγραφο. Μέσα σε πέντε λεπτά έπρεπε να μεταβούν στον 7ο λόχο για να υπογράψουν. Αλλιώς ο στρατός θα επιτίθετο. Δεν κινούνται. Και η θηριωδία αρχίζει. Με ρόπαλα πέφτουν πρώτα πάνω τους οι πρώτοι από τους βασανιστές. Στις μάχες σώμα με σώμα οι αριστεροί στρατιώτες καταφέρνουν να τα πάρουν στα χέρια τους και να εκδιώξουν τους «συναδέλφους» βασανιστές τους. Σε λίγα λεπτά όλα αλλάζουν. Με εντολή των αξιωματικών τους οι αλφαμίτες αρχίζουν να πυροβολούν με τα αυτόματα πάνω στις σκηνές του 4ου και 5ου λόχου. Οι πρώτοι νεκροί. 

Σε λίγο άλλοι στρατιώτες πίσω από τα μυδραλιοβόλα τους χτυπάνε σχεδόν όλο τον χώρο της παραλίας, μέχρι και το λιμάνι. Μερικοί στρατιώτες πέφτουν στη θάλασσα για να σωθούν. Οι σφαίρες τούς βρίσκουν κι εκεί Για μια στιγμή σταματάνε τα όπλα Και τότε μια φωνή προτρέπει: «Συνάδελφοι, όλοι όρθιοι να ψάλουμε τον εθνικό μας ύμνο!». Οι στρατιώτες του A' ΕΤΟ. του «κόκκινου τάγματος», οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, σε θέση προσοχής, μαζί κι οι τραυματίες, ψάλλουν τον «Υμνο στην ελευθερία». Τα μυδραλιοβόλα συνεχίζουν. Επί ώρες όλος ο τόπος γαζώνεται Οπλισμένοι σφάζουν άοπλους. Στο τέλος πάλι οι αλφαμίτες ορμούν ουρλιάζοντας και ζητούν δηλώσεις μετάνοιας.

Οι νεκροί της σφαγής φορτώθηκαν σε ένα καΐκι. Ο καπετάνιος του, χρόνια μετά, δήλωνε:

«Εζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. L.J Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. [...] Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι αλφαμίτες Χούμης και Δήμητρας, Λαγός. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους. Λέω στον Σκαλούμπακα “Το καΐκι δεν σηκώνει τόσο πράμα είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι”. Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να ’κανα; Το πιστόλι σε παγώνει.. L.J Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. Οι νεκροί ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου».

Το βράδυ της 1ης του Μάρτη το υπουργείο Στρατιωτικών εκδίδει ανακοίνωση:

«Την 29 Φεβρουάριου άνδρες του Στρατοπέδου Μακρονήσου εις το οποίον υπηρετούν οι επικίνδυνοι κομμουνισταί κατά την διάρκειαν της θρησκευτικής τελετής επετέθησαν κατά της φρουράς του Στρατοπέδου προς αφοπλισμόν της. Η τελευταία αμυνόμενη έκαμε χρήσιν των όπλων και η τάξις απεκατεστάθη. Απώλειαι στασιαστών 17 νεκροί και 61 τραυματίες». Τα «Νέα» έγραψαν: «Οι κομμουνισταί προκάλεσαν ταραχάς εις την Μακρόνησον».

Ο ανθός του ελληνικού πολιτισμού και τα καΐκια των τρελών

Στη Μακρόνησο κρατήθηκαν και βασανίστηκαν άνθρωποι που τις επόμενες δεκαετίες θα σφράγιζαν για πάντα την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Κάποιοι και του παγκόσμιου. Στρατευμένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, πολλοί ήδη μέλη του ΚΚΕ. Καθηγητές πανεπιστημίου και άλλοι επιστήμονες όπως ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος και ο Γιάννης Ιμβριώτης, σκηνοθέτες και ηθοποιοί όπως ο Μάνος Κατράκης, ο Θανάσης Βέγγος, η Αλέκα Παΐζη και ο Νίκος Κούνδουρος, μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Φοίβος Ανωγειανάκης, εικαστικοί όπως ο Τάσος Ζωγράφος και ο Γιώργος Φαρσακίδης, λογοτέχνες όπως ο Γιάννης Ρΐτσος, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Νίκος Καρούζος, ο Θέμος Κορνάρος, άλλοι ήδη καταξιωμένοι, άλλοι στα πρώτα τους βήματα Μάλιστα ο Μάνος Κατράκης είχε καταφέρει να κρύψει ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου μέσα σε γυάλινα μπουκάλια που έθαψε στην άμμο. Κι όταν αργότερα άλλαξε τόπο εξορίας τα πήρε μαζί του. Είναι τα ποιήματα που αργότερα εκδόθηκαν με τον τίτλο «Πέτρινος χρόνος» και αποτέλεσαν το υλικό για την «Καντάτα για τη Μακρόνησο» του Θάνου Μικρούτσικου.

Ο Μίκης Θεοδωράκης αποτυπώνει στα λόγια του τη φρίκη για τη Μακρόνησο:

«Οταν μας πηγαίνανε στα βουνά επάνω για τα βασανιστήρια, στις χαράδρες κ.λπ. ήταν απόλυτη μοναξιά. Στη φυλακή μέσα ή στην ασφάλεια ξέρεις ότι πίσω από τους άλλους τοίχους είναι ορισμένοι σύντροφοί σου. Κάποιοι άνθρωποι θα σε ακούσουν. Η μαρτυρία παίζει μεγάλο ρόλο. Εκεί δεν είχες κανέναν. Δηλαδή να εξαφανιστείς, να πεθάνεις χωρίς να αφήσεις ίχνος πίσω σου είναι αβάσταχτο. Αισθανόσουνα εκεί ότι είσαι τίποτα. Ησουν μόνος σε μια ερημιά, σε ένα βράχο επάνω, στην ερημιά, ήταν σκηνές πολλές αλλά δεν τις έβλεπες και ήταν μακριά η μια με την άλλη. Ησουν τελείως μόνος. Και ξαφνικά καθώς κοιμόσουνα έβλεπες φλόγες, είχανε πετρέλαιο και βάζανε φωτιά στη σκηνή εκεί που κοιμόσουν. Και μετά έπεφτε άγριο ξύλο. Πες μου, πώς αντέχει αυτός ο άνθρωπος. Στα κλασικά βασανιστήρια στην Ασφάλεια είχες την αναμονή και μετά το ξύλο, όσο αντέξεις. Μετά είσαι εξαντλημένος. Και πονάς πολύ. Αλλά αυτό γίνεται μέσα σε δυο τρεις ώρες. Και πας στο κελί σου πάλι. Στη Μακρόνησο ήταν μήνες, δημιούργησε θύματα τα οποία υποφέρουν ακόμη. [...] Υπήρχαν καΐκια που πηγαίνανε από τη Μακρόνησο στο Λαύριο για να πάνε τους τρελαμένους στα νοσοκομεία».

Ο Εμφύλιος που συνεχίστηκε μέχρι το 1961. Ισοπεδώνοντας την αντιστασιακή ταυτότητα

Τον Αύγουστο ίου 1949 ο Εμφύλιος τελείωσε με την ήττα του ΔΣΕ. Εξόριστοι συνέχιζαν για καιρό να μεταφέρονται μαζικά στη Μακρόνησο παρότι ο (επίσημος) λόγος είχε πλέον λείψει. Και ασφαλώς συνέχισαν να μαρτυρούν. Λίγους μήνες μετά, στις 5 Μαρτίου 1950, έγιναν εκλογές. Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Νικόλαος Πλαστήρας. Ο κεντρώος για τα δεδομένα της εποχής εμβληματικός πρώην στρατιωτικός ξεκίνησε να αποδυναμώνει τη λειτουργία του στρατοπέδου. Το καλοκαίρι χιλιάδες πολιτικοί εξόριστοι μεταφέρθηκαν από τη Μακρόνησο σε δύο άλλα νησιά. Οι άντρες μεταφέρθηκαν στον Αη Στράτη και οι γυναίκες στο Τρίκερι. Ομως για επτά ακόμη χρόνια, ως το 1957, τα στρατόπεδα συνέχισαν να λειτουργούν, όπως και οι στρατιωτικές φυλακές ως τον Οκτώβριο του1960. Σε λίγο είχαν μείνει μόνο κάποιοι στρατιώτες, όχι ως κρατούμενοι αλλά ως φρουροί των εγκαταστάσεων. Τον Φεβρουάριο του 1961 εγκατέλειψαν κι αυτοί οι τελευταίοι 10-15 άντρες τη Μακρόνησο.

Εχει υπολογιστεί πως από τη Μακρόνησο πέρασαν συνολικά περί τους 27.000 στρατιώτες, 1.100 αξιωματικοί και 30.000πολίτες, όλοι κατηγορούμενοι για αριστερά φρονήματα. Η Μακρόνησος ήταν μια ανάγκη του αστικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Η Αντίσταση και το ΕΑΜ είχαν γίνει τα πιο μαζικά κινήματα στην ιστορία της χώρας. Είχαν αλλάξει τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων. Δεν τους έσωσαν μόνο από την πείνα, δεν τους έδωσαν όπλα για να διώξουν τον κατακτητή. Αλλαξαν εντελώς τον τρόπο που οι άνθρωποι έβλεπαν τη ζωή τους. Αντρες αγράμματοι γίνονταν ηγέτες στο χωριό τους, χωρικοί μάθαιναν να διαβάζουν κι έβλεπαν πρώτη φορά στη ζωή τους θέατρο, γυναίκες σταματούσαν να περιμένουν να διαλέξει ο πατέρας τους τον σύζυγό τους και γίνονταν αγωνίστριες και ισότιμες με τους άντρες. Το στρατόπεδο της Μακρονήσου δημιουργήθηκε για να τα ισοπεδώσει όλα αυτά Τη νέα ταυτότητα των ανθρώπων. Τις νέες ιδέες που μέσα από την πάλη τους είχαν κατακτήσει για τον εαυτό τους και για τον κόσμο. Οπως και όλο το αντικομμουνιστικό κράτος της Δεξιάς που χτίστηκε μετά τον Εμφύλιο. Για να καταστρέφει την ηθική εδραίωση του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ στο μεγάλο μέρος της ελληνικής νεολαίας. Για να μην του αφήσει περιθώριο για το μέλλον.

Οι σημαίνοντες του μετεμφυλιακού κράτους ασφαλώς είδαν αλλιώς την Μακρόνησο. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου και μετέπειτα πρόεδρος της Δημοκρατίας, σε ομιλία του που εκφώνησε στο νησί είπε πως «η Μακρόνησος είναι προπαντός ένα μεγάλο εκπαιδευτήριο και γυρεύει να στηριχθεί στον ορθόν λόγον... Μακάρι όλη η Ελλάδα να ήταν μια Μακρόνησος... Ολοι στη ζωή μας πρέπει να περνάμε ένα Μακρονήσι. [...] Ηρθα ως δάσκαλος. Θα ήθελα να βρισκόμουν στη θέση σας».

Παν. Κανελλόπουλος: «Πρότυπον άξιον μιμήσεως. Στο ξερονήσι αυτό εβλάστησε η Ελλάς»

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, πρώην πρωθυπουργός, είπε πως «το έργον της Μακρονήσου, αναγνωρίζομενον ήδη διεθνώς ως παράδειγμα και πρότυπον άξιον μιμήσεως εις όλας τας ελευθέρας χώρας του κόσμου, αποτελεί τίτλον τιμής δι’ όλους εκείνους οι οποίοι συνέβαλαν και συμβάλλουν εις την πραγματοποίησίν του. [...] Η ιστορία θα γράψει ότι η στροφή της παγκόσμιας υποστάσεως εδώ εις την Μακρόνησον άρχισε. Στο ξερονήσι αυτό εβλάστησε σήμερα η Ελλάς ωραιότερη όσο ποτέ».

Μετά τη χούντα για πολλές δεκαετίες ο Εμφύλιος είχε γίνει ταμπού για την ελληνική Δεξιά. Σήμερα οι εκπρόσωποι μιας ακραίας εκδοχής της, που αρέσκονται να μιλάνε στη Βουλή με λόγο στρατοδίκη και γυμνασιάρχη του ’50, προσπαθούν να οικειοποιηθούν με περηφάνια τη δράση του κράτους στον Εμφύλιο. Υποστηρίζουν πως όλα έγιναν για τη σωτηρία της Ελλάδας από μια «κομμουνιστική δικτατορία». 

Διαμαρτύρονται για την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» και για το ότι, όπως λένε, αντί να γράψουν την ιστορία του Εμφυλίου οι νικητές, την έγραψαν οι ηττημένοι Φωνάζουν για να ρίξουν στη λήθη τα βασανιστήρια των νικητών στους ηττημένους. Και την ταξική διάσταση του πολέμου. Που, ίσως πιο καλά από οπουδήποτε, αποτυπώνεται στο πρόσωπο ενός από τους δολοφονημένους της Μακρονήσου έπειτα από 33 ημέρες βασανιστηρίων, του Μήτσου Τατάκη, γενικού γραμματέα της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων, που είχε συμβολή ακόμη και στην οργάνωση της απόβασης των συμμάχων στη Νορμανδία Μετά τον πόλεμο η ΟΕΝΟ στοχοποιήθηκε από το εφοπλιστικό κεφάλαιο και πολεμήθηκε σκληρά, διότι εξαιτίας της «το ελληνικόν πλοίον απώλεσε το μοναδικόν του πλεονέκτημα, το χαμηλόν κόστος εκμεταλλεύσεως, που του επέτρεπε να συναγωνίζεται επιτυχώς τας ξένας ναυτιλίας». Τελικά αυτό που δεν συγχωρήθηκε στους ηττημένους είναι ότι αντέξανε. Οτι είχαν την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα Κι αυτό που γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στο «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί»:

«Περάσαμε πολύ καιρό στο Μακρονήσι, κοιμηθήκαμε μάγουλο με μάγουλο με το θάνατο,

πολλοί αφήσανε εκεί τα κόκαλά τους. Πολλοί αφήσανε τα πόδια τους τα χέρια τους.

Πολλοί τώρα περπατάνε με δεκανίκια, πολλοί δεν περπατάνε καθόλου,

πολλοί φωνάζουν τις νύχτες στον ύπνο τους

πολλοί δεν έχουν καθόλου μιλιά, πολλοί δεν μπορούν πια να δουν, πολλοί δεν μπορούνε πια να καταλάβουν τη φωνή της μάνας τους.

Ολο το φταίξιμό μας είναι που αγαπάμε, όπως και εσύ Ζολιό, τη Λευτεριά και την Ειρήνη».

Πηγή: Hot History

{[['']]}

Όταν τα πολυβόλα της ΟΚΝΕ ξέπλεναν την «ντροπή» της Ουκρανικής εκστρατείας (Γράφει ο Στέφανος Πράσσος*)


 «Η στάση της πατρίδας μας σε αυτή την κρίση, είναι προϊόν των δικών μας ιστορικών βιωμάτων, αλλά είναι προϊόν και των μεγάλων γεωπολιτικών μας επιλογών. Γιατί ήμασταν πάντα στη σωστή πλευρά της Ιστορίας και το ίδιο κάνουμε και τώρα….» Αυτές είναι οι δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη που έγιναν την 1η Μαρτίου στη Βουλή για να απαντήσει στις επικρίσεις όλης της αντιπολίτευσης για την αποστολή πολεμικής Βοήθειας στην Ουκρανία.

«Γιατί ήμασταν πάντα στη σωστή πλευρά της Ιστορίας» είπε ο Πρωθυπουργός και ο νους χιλιάδων ελλήνων, σε συνδυασμό και με την απόφαση για πολεμική βοήθεια στην Ουκρανία, πήγε αυτόματα στο Γενάρη του 1919 τότε που ο Βενιζέλος κατ` εντολή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ έστελνε τρεις μεραρχίες ελλήνων στρατιωτών στην Ουκρανία για να βοηθήσουν στην καταστολή της Οκτωβριανής Μπολσεβίκικης επανάστασης.

Ήμασταν στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας» τότε;  Για την αστική τάξη της Χώρας μας ΝΑΙ ήμασταν! Προσπαθούσε έτσι να αντιμετωπίσει τους φόβους της να μην «καψαλιστούν τα γένια της» από πιθανή επέκταση της «φωτιάς» που άναψε στην Ευρώπη η πρώτη επανάσταση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Επανάσταση που έγινε υπό την πολιτική καθοδήγηση και ηγεσία του ΛΕΝΙΝ και του Μπολσεβίκικου κόμματος. Το ίδιο και η αντιδραστική εκκλησία που στέλνει «επιφανείς εκπροσώπους» της στην Ουκρανία μαζί με το «Εκστρατευτικό Σώμα». Μεταξύ των «απεσταλμένων του Θεού» συγκαταλέγονταν τρεις επίσκοποι, τέσσερις αρχιμανδρίτες και 40 παπάδες!

Από την πλευρά όμως της εργατικής τάξης της Χώρας μας και του λαού μας ήμασταν ακριβώς στην αντίθετη από τη «σωστή πλευρά» όπως την ορίζει ο Μητσοτάκης. Καλούνταν οι στρατιώτες μας, παιδιά του λαού, πολλοί εκ των οποίων ήταν στρατευμένοι επί δέκα χρόνια και πολεμούσαν, να εκστρατεύσουν σε μια ξένη Χώρα για να πολεμήσουν ενάντια στην Μπολσεβίκικη επανάσταση, ενάντια  σε έναν εξεγερμένο λαό.

Γι αυτό  υπήρξαν και μεγάλες αντιδράσεις. Πολλοί αξιωματικοί αρνούνται να λάβουν μέρος στην εκστρατεία και ζητάνε εγγράφως εξαιρέσεις. Οι στρατιώτες είναι φανερά δυσαρεστημένοι: «Στη Ρωσία τι να κάνουμε; Γιατί πάμε στη Ρωσία; Για να αποκαταστήσουμε το τσαρικό καθεστώς; Για να αφήσουμε τα κόκαλά μας στη Ρωσία;» Όμως υπό τον φόβο της σκληρής τιμωρίας συμμετέχουν και εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους τραγουδώντας:

«Πού, μωρέ, πού;

πού σας πάει ο αρχηγός σας

στο μακρύ το δρόμο μπρος σας;


Τελικά στις 7 Γενάρη του 1919 Το Α` Σώμα στρατού αποτελούμενο από τρεις Μεραρχίες (23.351 Έλληνες στρατιώτες) αποβιβάζονται στην Οδησσό, υπό Γαλλική διοίκηση, στα πλαίσια της εκστρατείας των Η.Π.Α. και της Αντάντ ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Ιδιαίτερα μετά τις αιματηρές μάχες και τις τεράστιες απώλειες των Ελλήνων στη Χερσώνα και στο Μπερεζοφκα – Σέρμπκα, ο δυναμισμός της αγανάκτησης μέσα στις ελληνικές στρατιωτικές μονάδες άρχισε να ενεργοποιείται και να παίρνει ανοιχτό χαρακτήρα, οι δε στρατιώτες δεν εκτελούσαν διαταγές των διοικητών τους.  Oι Έλληνες στρατιώτες στην Ουκρανική εκστρατεία ηττήθηκαν από τους Μπολσεβίκους και τον εξεγερμένο λαό με βαριές απώλειες οι οποίες ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες. Εδώ ταιριάζει το «ευτυχώς ηττηθήκαμε»!  Υπήρχαν και 650 αγνοούμενοι εκ των οποίων περίπου οι 400 αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες υπολογίζεται ότι αυτομόλησαν στον Κόκκινο στρατό και πολέμησαν για τον προλεταριακό διεθνισμό και την επανάσταση!

Ο Ελληνικός στρατός επίσης, προς τιμήν του, αρνείται τις διαταγές που του δίνονται να επιτεθεί στου Γάλλους στρατιώτες και ναύτες οι οποίοι στασίασαν ομαδικά τον Απρίλη του 1919 και εγκατέλειψαν το Μέτωπο. Οι Στρατιώτες του ίδιου Τάγματος παρουσιάστηκαν ομαδικά στον διοικητή τους και ζήτησαν να εγκαταλείψουν το Μέτωπο και να επιστρέψουν στην Ελλάδα αποδοκιμάζοντας τον Γεώργιο Κονδύλη ο οποίος προσπάθησε να τους πείσει να γυρίσουν στο Μέτωπο. Οι ίδιοι στρατιώτες «έβαλαν γιούχα» στον Αρχιμανδρίτη Φλωρίνης ο οποίος τους συμβούλευε να γυρίσουν πίσω για να πολεμήσουν τους «άθεους Μπολσεβίκους». Οι φυλακές της Οδησού γέμισαν από έλληνες φαντάρους που αρνούνταν να πολεμήσουν.[1]

Επιστολή στρατιώτη του Ελληνικού εκστρατευτικού Σώματος που «αυτομόλησε» και υπηρέτησε στον Κόκκινο Στρατό

Δημοσιεύουμε ολόκληρη την επιστολή, ενός από τους επαναστάτες αξιωματικούς αυτής της εκστρατείας που το έσκασε από την Ελληνική αποστολή και πέρασε στον κόκκινο στρατό, όπου υπηρετούσε ακόμα όταν δημοσιεύτηκε αυτή η επιστολή, στις 28/10/1929 στο Ριζοσπάστη: «Έντεκα χρόνια τώρα είμαι αξιωματικός στον Κόκκινο στρατό, στον οποίον πέρασα κατά την άτιμη εκείνη Βενιζελική- Ουκρανική εκστρατεία, και αγωνίστηκα με όλες μου τις δυνάμεις ενάντια στους ληστές καπιταλιστές  και στα όργανά τους, τους λευκούς Βράγγελ [2] , Πετλιούρα [3]κλπ. Ήδη είμαι άρρωστος από νευρασθένεια και ταχυκαρδία. Η Κυβέρνηση των Σοβιέτ πήρε όλα τα μέτρα για την θεραπεία μου. Δεν με πειράζει καθόλου η αρρώστια μου. Κείνο που ποθώ είναι να βρεθώ στην πρώτη Γραμμή του κόκκινου στρατού. Και θα βρεθώ έστω κι αν δε μου μείνει παρά η τελευταία σταγόνα του αίματός μου για να πολεμήσουμε ενάντια σε οποιαδήποτε ληστρική επίθεση της μπουρζουαζίας. Κι αυτής της Ελληνικής του αρχιδήμιου Βενιζέλου, για να υπερασπίσουμε την πατρίδα όλου του Προλεταριάτου και να προετοιμάσουμε τη Διεθνή Προλεταριακή επανάσταση.»

Σοβιετική Ένωση 1/10/1929

Χρήστος Γιαννόπουλος

Κόκκινος αξιωματικός από το Χωριό Βουτσαρά Ηπείρου [4]

Ένα φρικιαστικό μαζικό έγκλημα της ελληνικής αστικής τάξης μέσω της στρατοκρατίας  στην ΟΥΚΡΑΝΙΚΗ πόλη Χεβρώνα»

«Όμως οι  Έλληνες αξιωματικοί πριν εγκαταλείψουν πανικόβλητοι και κουβαλώντας μαζί τους ανοικτά το πλιάτσικο στα κεφάλια (μαντολίνα, ραπτομηχανές, ρουχικά και γουναρικά, χρυσαφικά και ό, τι πιάσει η απόχη) έγραψαν την πιο βρώμικη σελίδα στην ιστορία της ελληνικής μπουρζουαζίας και του μιλιταρισμού της.

Πολύ πριν φανεί ο τακτικός κόκκινος στρατός στη Χερσώνα πλησίαζαν οι κόκκινοι αντάρτες (παρτιζάνοι του αταμάνου Γρηγόριεφ), ασύνταχτοι, με ελάχιστα πολεμοφόδια και πολεμική πείρα), ο τακτικός ελληνικός στρατός θεώρησε πιο σωστό να το βάλει στα πόδια. Η ειρωνεία; Είχαν από πριν το θράσος να βγάλουν μια ημερήσια διαταγή (σώζεται στο μουσείο της Χερσώνας), όπου έλεγαν ότι ο ελληνικός στρατός στη Χερσώνα θα γράψει νέες ένδοξες σελίδες στην ελληνική ιστορία, αντάξιες του αγώνα των Θερμοπυλών!!!»

Και πως έγραψαν τις «ένδοξες σελίδες» τους οι μιλιταριστές για να βρεθούν στη «σωστή πλευρά της ιστορίας» που λέει σήμερα ο Μητσοτάκης; Απλά πριν αποχωρήσουν από τη Χεβρώνα (9 Μάρτη 1919) μάζεψαν περίπου 2.000 πολίτες, ότι έβρισκαν, γυναίκες, γέρους και παιδιά  (μεταξύ αυτών υπήρχαν και πολλοί Έλληνες) και τους έκλεισαν σε μια μεγάλη αποθήκη, στο ιστορικό «ΑΜΠΑΡΙ». Αφού τους κλειδομαντάλωσαν  έστησαν και πολυβόλα γύρω-γύρω για να μη δραπετεύσουν και ταυτόχρονα ο Ελληνικός στρατός άρχισε να επιβιβάζεται στα καράβια.

Μόλις επιβιβάστηκαν και οι τελευταίοι, κατά τις 8.00 το βράδυ, οι Έλληνες αξιωματικοί σε μια απάνθρωπη θηριωδία, αντάξια των ΝΑΖΙ, έδωσαν εντολή να βομβαρδιστεί συντονισμένα από τα καράβια η αποθήκη!!!

«Από τον θρήνο και τον οδυρμό των μανταλωμένων βούιζε όλη η Χερσώνα»! Μόνο αφού κάηκε σχεδόν ολοσχερώς η ξύλινη αποθήκη, ανοίχτηκαν κάποια περάσματα και πολλοί έγκλειστοι μπόρεσαν να βγουν πατώντας πάνω σε καμένα πτώματα. Ο απολογισμός; 500 νεκροί εκ των οποίων μόνο οι 85 μπόρεσαν να αναγνωριστούν επειδή οι υπόλοιποι έγιναν κάρβουνο……

«Στο μουσείο της Χερσώνας υπάρχουν ανατριχιαστικές φωτογραφίες των καμένων και των πληγωμένων και απάνω – απάνω η ιστορική ημερήσια διαταγή των απογόνων των Θερμοπυλών». [5]

Τα πολυβόλα της ΟΚΝΕ «ξεπλένουν την Ελληνική ντροπή» από την εκστρατεία του Ελληνικού Στρατού στην Ουκρανία

Η εκστρατεία του Ελληνικού στρατού που έστειλε ο Βενιζέλος και η αστική τάξη στην Ουκρανία ενάντια στους μπολσεβίκους και στην επανάσταση αποτελούσε πάντα «αγκάθι» στην καρδιά των Ελλήνων κομμουνιστών και έψαχναν να βρουν τρόπους για «να ξεπλύνουν αυτή τη ντροπή».

Σ αυτά τα πλαίσια η ΟΚΝΕ  (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας) στην τετραήμερη συνεδρίαση της 2ης ολομέλειας της Κ.Ε που έγινε μεταξύ 23 και 27 Σεπτέμβρη του 1919 αποφάσισε εκτός των άλλων: Να ξεκινήσει έρανο για αγορά ενός πολυβόλου το οποίο θα το στείλει στον κόκκινο στρατό πρώτον για να «ξεπλύνει την ντροπή της ουκρανικής εκστρατείας» και δεύτερον να προειδοποιήσει την Ελληνική Μπουρζουαζία και την πολιτική της ηγεσία να βγάλουν από κάθε σκέψη τους συμμετοχή της Χώρας μας σε νέα εκστρατεία που ετοιμάζει ο Ιμπεριαλισμός εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Όλα τα μέλη της Κ.Ε κατέθεσαν από 100 δραχμές μαζεύοντας έτσι το πρώτο ποσό 1400 δραχμών και κάλεσαν τη νεολαία να συμμετέχει στην καμπάνια αυτή που θα ξεπλύνει το αίσχος της Ουκρανικής εκστρατείας.  [6]

Η Κ.Ε της ΟΚΝΕ αισθάνθηκε την ανάγκη να διευκρινίσει ότι: «Με την ευκαιρία του εράνου μας θα μιλήσουν άλλοι για φτώχεια της Σοβιετικής Ένωσης και άλλοι για κόκκινο Ιμπεριαλισμό. Το πολυβόλο μας προς τον  Κόκκινο Στρατό δεν έχει καθόλου χαρακτήρα ελεημοσύνης και οικονομικής βοήθειας προς τη Σ.Ε.  Η Σημερινή Σ.Ε με την επιτυχία της προ παντός του πεντάχρονου Σχεδίου δεν είναι πια η πεινασμένη,  επαναστατημένη Χώρα του Βόλγα του 1921. Έγινε πραγματικά «αγνώριστη» όπως αναγκάζονται να ομολογήσουν κι αυτοί οι θανάσιμοι εχθροί της. (…….)

Το πολυβόλο μας προς τον Κόκκινο Στρατό είναι η εκδήλωση της αλληλεγγύης μας  προς το κοσμοϊστορικό έργο της Σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης στο 1/6 της Γης. Είναι το σύμβολο της Πάλης μας ενάντια στην «ειρηνόφιλο» Δημοκοπία του Βενιζέλου και των πρακτόρων του που προπαρασκευάζουν τον πόλεμο. Είναι η ένδειξη της απόφασής μας να περιφρουρήσουμε, χύνοντας και την τελευταία σταλαγματιά του αίματός μας, τις καταχτήσεις του Κόκκινου Οχτώβρη  (….) Είναι η διαδήλωση της απόφασης να αγωνιστούμε για το γκρέμισμα του καθεστώτος της πείνας και του πολέμου και της εγκαθίδρυσης της ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ ΦΑΝΤΑΡΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΩΝ.» [7]

Η Ενέργεια αυτή της ΟΚΝΕ εξόργισε την αστική τάξη και τους πολιτικούς της εκπροσώπους και μέσα από τα ξεπουλημένα ΜΜΕ της εποχής κραυγάζουν: «Να ποιοι είναι οι Μπολσεβίκοι, οι απάτριδες, οι κακούργοι κ.α». Η αστυνομία και η Χωροφυλακή συλλαμβάνουν αράδα και παραπέμπουν στα δικαστήρια όσους νέους διακινούν τα δελτία του εράνου για την αγορά του Πολυβόλου. Οι δικαστές με συνοπτικές διαδικασίες στέλνουν εκατοντάδες νέους στις φυλακές και στις εξορίες. Ταυτόχρονα προσπαθούν να νουθετήσουν τους νέους εργάτες.

Παρακολουθούμε μια τέτοια δίκη που γίνεται στο πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με κατηγορούμενο τον νέο εργάτη Κοσμίδη [8]: Ο πρόεδρος του δικαστηρίου θέλοντας να «ψαρέψει σε θολά νερά» ρωτάει τον κατηγορούμενο «πως γίνεται, ενώ οι κομμουνιστές είναι εναντίον του πολέμου, να κάνουν έρανο για να δωρίσουν ένα πολυβόλο στον Κόκκινο Στρατό;» Και ο Κοσμίδης του απαντάει επιγραμματικά και αποστομωτικά: «Γιατί ο Κόκκινος Στρατός είναι ο γίγαντας φρουρός της προλεταριακής επανάστασης, της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, της Ειρήνης και κατά του πολέμου που ετοιμάζουν οι Ιμπεριαλιστές. Δεν είναι στρατός ιμπεριαλιστικός αλλά προλεταριακός. Σύγχρονα όμως και για να ξεπλύνουμε το αίσχος της Ουκρανίας…»

Ο πρόεδρος δεν απάντησε αλλά καταδίκασε τον νέο εργάτη Κοσμίδη σε οχτώ μήνες φυλακή και τέσσερις εξορία! [9]

Στο εφετείο που έγινε ένα μήνα αργότερα (2/12/1929) στην Κομοτηνή ακολούθησε περίπου  η ίδια διαδικασία: Ο Κοσμίδης καταγγέλλει ότι «από το μπλοκάκι με τα δελτία που βρέθηκε επάνω του δεν είχε κοπεί ούτε ένα κουπόνι κι όμως βρέθηκε να έχει κάποια κομμένα για να ενοχοποιηθεί…» Ο πρόεδρος ρωτάει τον κατηγορούμενο: «Ώστε αν σας στείλει η Πατρίδα στην Ουκρανία δεν θα σκοτώσετε;»   και ο κατηγορούμενος αγέρωχα απαντά: «Όχι, γιατί σαν εργάτης που είμαι το τουφέκι μου δεν θα το στρέψω ενάντια στο πρώτο εργατικό κράτος αλλά ενάντια στους ταξικούς μου εχθρούς.» Ο εισαγγελέας ζητάει την καταδίκη του νέου εργάτη Κοσμίδη «επί αλητεία….» Το ταξικό δικαστήριο επιβάλει στον κατηγορούμενο 1000 δραχμές πρόστιμο και 1700 δραχμές για τα έξοδα της δίκης. Ο σ. Κοσμίδης δεν έχει να τα πληρώσει και οδηγείται στις φυλακές! [10]

Όμως Ο έρανος της ΟΚΝΕ πήγε πάρα πολύ καλά και δεν αγοράστηκε μόνο ένα αλλά αρκετά πολυβόλα τα οποία στάλθηκαν στη φρουρά της Μόσχας του Κόκκινου στρατού. Εκεί με τα πολυβόλα της ΟΚΝΕ δημιουργήθηκε μια πολυβολαρχία που πήρε τιμητικά την ονομασία της ΟΚΝΕ [11]


Ο Στράτος Κοσμίδης συνεχίζοντας την ταξική του πορεία ως στέλεχος του ΚΚΕ και του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, πέρασε τη μισή του ζωή στις φυλακές και στις εξορίες της Ελληνικής αστικής τάξης ως ένας από τους «αλύγιστους της Ταξικής Πάλης». Την Πρωτομαγιά του 1944 στήθηκε παλικαρίσια μαζί με τους 200 συντρόφους του στο σκοπευτήριο της Καισαριανής πιστός μέχρι το τέλος στην Τάξη του, στο Κόμμα του και στο Λαό της πατρίδας μας. Αιωνία του η μνήμη!

Κοζάνη 11/3/2022

*Στέφανος Πράσσος- Περιφερειακός Σύμβουλος, εκπρόσωπος της «Αριστερής Συμπόρευσης για την Ανατροπή στη Δυτική Μακεδονία»

ΠΗΓΕΣ

  1. 7 Γεναρη 1919. Έλληνες στρατιώτες, ενάντια στη Σοβιετική Ένωση
  2. Βαρώνος Πιότρ Νικολάγιεβιτς Βράνγκελ (Ρωσικά: Барон Пётр Никола́евич Вра́нгель) Πιότρ Βράνγκελ – Βικιπαίδεια
  3. Symon Vasylyovych Petliura Symon Petliura – Wikipedia
  4. Ριζοσπάστης 28/10/1929
  5. Το παραπάνω κείμενο είναι ανταπόκριση του Δ. Λιάσκοβα, ανταποκριτή του Ριζοσπάστη στην ΕΣΣΔ και δημοσιεύτηκε στις 18/7/1935
  6. Ριζοσπάστης 7/10/1929
  7. Ριζοσπάστης 17/10/1929
  8. Πρόκειται, κατά πάσα πιθανότητα για τον Στράτο Κοσμίδη από την Καλαμαριά που εκτελέστηκε την Πρωτομαγιά του 44 με τους 200 στην Καισαριανή
  9. Ριζοσπάστης 8/11/1929
  10. Ριζοσπάστης 6/12/1929
  11. «ΟΚΝΕ 1922-1943 Λενινιστικό μαχητικό σχολειό των νέων», Χρήστου Ν. Τζιτζιλώνη, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή  – Οδηγητής σελίδα 144

Εικόνες

  1. Ο στρατός μας στην Ουκρανία Η Εφημερίδα των Συντακτών
  2. Ο Βενιζέλος επιθεωρεί τμήμα του εκστρατευτικού Σώματος TheCaller
  3. Ριζοσπάστης 18/7/1935
  4. Ριζοσπάστης 8/11/1929
  5. Προσωπικό αρχείο από το Μνημείο των 200 στην Καισαριανή
{[['']]}

Κατίνα Εμμανουηλίδου, η ξεχασμένη ιστορία του θηλυκού «Μπεζεντάκου»


Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς του 1933, η αρχειομαρξίστρια κομμουνίστρια καπνεργάτρια Κατίνα Εμμανουηλίδου δραπέτευσε από τις φυλακές Αβέρωφ, προκαλώντας νέα ανησυχία στο αστικό στρατόπεδο, καθώς τον Μάρτιο του 1932 είχε αποδράσει από τις φυλακές Συγγρού ο Μιχάλης Μπεζεντάκος. Η νέα απόδραση προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, καθώς έγινε από γυναίκα. Από μια γυναίκα ζυμωμένη στο επαναστατικό κίνημα, που αφιέρωσε τη ζωή της στην ταξική πάλη.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

1907 – γεννιέται η Κατίνα Εμμανουηλίδου στα Θείρα της Σμύρνης

1927 – συμμετοχή στο απεργιακό κίνημα στα καπνεργοστάσια του Πειραιά

1929 – εντάσσεται στην Κομμουνιστική Οργάνωση Μπολσεβίκων Λενινιστών Αρχειομαρξιστών (ΚΟΜΛΕΑ)

1930, Πρωτομαγιά – συλλαμβάνεται στην Αθήνα

1932, Πρωτομαγιά – νέα σύλληψη στη Θεσσαλονίκη, με μωρό παιδί.

1933, 1η Ιανουαρίου – δραπετεύει από τις φυλακές Αβέρωφ

1933, 3 Απρίλη – θάνατος, συμμετοχή εκατοντάδων εργατών στην κηδεία της

«Η απόδρασις αυτή είνε η θρασυτέρα, μυθιστορηματικωτέρα και σπουδαιοτέρα όλων διότι η αποδράσασα είνε μία γυναίκα», έγραψε η Καθημερινή

Η κάθε εποχή φτιάχνει τους δικούς της ήρωες και τις δικές της ηρωίδες. Οι άνθρωποι του μεσοπολέμου κάπως έχουν απωθηθεί από τη συλλογική μνήμη, κυρίως γιατί η μεσοπολεμική κομμουνιστική αριστερά ήταν ηττημένη και πολύ διαφορετική από την αριστερά των κατοπινών χρόνων. Η Κατίνα Εμμανουηλίδου είναι μία από τις ηρωίδες της εποχής της.

Ήταν μικρασιάτισσα, γεννημένη στα Θείρα της Σμύρνης το 1907. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου εργάστηκε ως καπνεργάτρια. Αμέσως αναδείχτηκε στις πρώτες απεργίες και κυρίως σε εκείνες του 1927. Στα 1929 προσχώρησε στην Κομμουνιστική Οργάνωση Μπολσεβίκων Λενινιστών Αρχειομαρξιστών (ΚΟΜΛΕΑ). Στα 1930, ορίστηκε να εκπροσωπήσει τους αρχειομαρξιστές στην πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση. Συνελήφθη, κακοποιήθηκε άγρια και καταδικάστηκε σε έναν μήνα φυλακή.

Εξαιτίας των διώξεων, στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, ανέπτυξε πλούσια δράση, πρωταγωνιστώντας στις κινητοποιήσεις του γυναικείου καπνεργατικού κινήματος, σε μία εποχή που το επάγγελμα της καπνεργασίας θηλυκοποιείται. Συμμετείχε στις αρχειομαρξιστικές επιτροπές που υπεράσπιζαν τους ισραηλίτες στα πογκρόμ του 1931. Συνελήφθη μαζί με άλλους κομμουνιστές αλλά αφέθηκε ελεύθερη ύστερα από βασανισμό. Συνελήφθη ξανά το 1931 και καταδικάστηκε σε τέσσερις μήνες φυλακή. Την Πρωτομαγιά του 1932 είχε ορισθεί ομιλήτρια στην παράνομη αρχειομαρξιστική συγκέντρωση, παρότι είχε μόλις γεννήσει. Η ίδια περιγράφει τα γεγονότα εκείνα που την έκαναν γνωστή στο εργατικό κίνημα: «πήρα το λόγο και σταματώντας το τραμ που πέρναγε εκείνη τη στιγμή άρχισα να μιλώ στους συγκεντρωμένους για το ιστορικό της Πρωτομαγιάς». Δεν απέφυγε για μια ακόμα φορά τη σύλληψη. Στο κρατητήριο ένα βασανιστήριο μεταξύ των πολλών αφορούσε το μωρό της, όταν μία συντρόφισσά της το έφερε για να το θηλάσει. Οι αστυνομικοί χτύπησαν την συνοδό με αποτέλεσμα αυτή να λιποθυμήσει και το παιδί να πέσει στα μάρμαρα. Τότε, σύμφωνα με την Εμμανουηλίδου, «πλήθος πολύ είχε συγκεντρωθεί έξω απ’ το τμήμα και από χριστιανικότητα φώναζαν να μου δώσουν το παιδί να το βυζάξω. Είχε να φάει 10 ώρες». Τελικά, τα κατάφερε, αλλά καταδικάστηκε σε 3 χρόνια φυλακή συν 2 χρόνια εξορία στη Γαύδο.

Μεταφέρθηκε στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ. Ωστόσο, ήταν καρκινοπαθής σε σημεία πολύ συνήθη στους καπνεργάτες εκείνη την εποχή. Αποφάσισε να παλέψει την αρρώστια και να αποδράσει. Η Πάλη των Τάξεων (η εφημερίδα των Αρχειομαρξιστών) έγραφε: «Ένα σιδεροπρίονο ήταν αρκετό… το σχέδιο της δραπέτευσης έγινε από την ίδια. Απ’ έξω η φρουρά μας θα την περίμενε. Έκοψε με το πριονάκι τα σίδερα του παράθυρου του κελιού της. Κατέβηκε στο εξωτερικό προαύλιο με ”σχοινί” που έφτιαξε με τα σεντόνια της. Έπειτα κατάφερε να σκαρφαλώσει στον εξωτερικό τοίχο, με άλλα σχοινιά». Ήταν η νύχτα της Πρωτοχρονιάς του 1933, Σάββατο προς Κυριακή.

Διεξήχθησαν συστηματικές ανακρίσεις στις φυλακές Αβέρωφ και οι δύο συγκρατούμενές της και μέλη του ΚΚΕ, Μπεφάνη και Στρατηγάκη, παρότι υπέστησαν βασανισμούς, «δεν θέλησαν να πουν τίποτε». Τις επόμενες ημέρες αρχειομαρξιστές συλλαμβάνονταν στον δρόμο χωρίς καμία αιτία με την ελπίδα ότι θα ανακαλύψουν τους συνενόχους της απόδρασης. Εν μέσω εορτών, ο αστικός κόσμος αντιμετώπιζε την απόδραση ως μία πρόκληση των κομμουνιστών, ενώ το κομμουνιστικό κίνημα πανηγύριζε για το χτύπημα. Η Καθημερινή, με τίτλο «Οι θηλυκοί συναγωνίζονται τους άρρενας», υπογραμμίζει ότι «η απόδρασις αυτή είνε η θρασυτέρα, μυθιστορηματικωτέρα και σπουδαιοτέρα όλων διότι η αποδράσασα είνε μία γυναίκα, μία αρχειομαρξίστρια». Η Αλλαγή μεταφέρει τα λόγια της κοινής γνώμης: «Μωρέ ο κομμουνισμός άλλαξε και τις γυναίκες. Φαίνεται να τις δίνει θάρρος και τις κάνει παλληκάρια». Η εφημερίδα Ακρόπολις τόνιζε ότι πρόκειται για μία ακόμη «επίδειξη ικανότητος των ελληνών κομμουνιστών», καθώς κατάφεραν να απελευθερώσουν μία «φημισμένη σύντροφό τους». Τα Αθηναϊκά Νέα αφιέρωσαν ένα σατιρικό ποίημα, συνδέοντας σαφώς την απόδρασή της με το κίνημα για τη γυναικεία χειραφέτηση: «…Και ο Αγώνας της γυναίκας καμαρώνει / Και το συμβούλιόν του ευθύς… / Εξέδωσε το κάτωθι ανακοινωθέν / “Άντρες! Δεινοί κατήγοροι της γυναικείας λίμας / Πούναι το μόνο μας προσόν, το μόνο μας καμάρι…». Στο ανδροκρατικό αστικό φαντασιακό, η γυναικεία λίμα στα χέρια μίας κομμουνίστριας μπορούσε να γίνει όπλο αγώνα ενάντια στην ανδρική και συνάμα καπιταλιστική χειραφέτηση. Τέλος, ο Ριζοσπάστης στάθηκε πολύ κατώτερος των περιστάσεων και σε πλήρη αναντιστοιχία με τα συναισθήματα αλληλεγγύης των μελών του ΚΚΕ αναφέρθηκε στο γεγονός μόνο με λίγες φράσεις. Ύστερα από την κατακραυγή αναγκάστηκε να απολογηθεί γι’ αυτήν τη στάση.

Λίγους μήνες αργότερα, στις 4 Απριλίου 1933, η Πάλη των Τάξεων έγραφε: «Η Κατίνα Εμμανουηλίδου πέθανε, εκατοντάδες εργάτες ορκίστηκαν πάνω στον τάφο της να εκδικηθούν τον δολοφόνο καπιταλισμό και να πυκνώσουν τις γραμμές της αριστερής αντιπολίτευσης». Όλο αυτό το διάστημα ζούσε στο Ιπποκράτειο σε καθεστώς παρανομίας. Λίγες μέρες πριν τον θάνατό της μεταφέρθηκε σε μια αρχειομαρξιστική οικογένεια για να πεθάνει μέσα σε συντροφικό περιβάλλον. Σύμφωνα με την αρχειομαρξιστική εφημερίδα, την άλλη μέρα του θανάτου «από το πρωί διαδόθηκε η είδηση από στόμα σε στόμα» και «εκατοντάδες εργάτες που την αγάπησαν κι είχαν ακόμα ζωηρή την εικόνα της δραπέτευσής της, γεμάτοι συγκίνηση, σε λίγες ώρες, χωρίς να κυκλοφορήσουν προκηρύξεις, χωρίς δημοσίευση, βρέθηκαν στις 5 μ.μ. στο Α΄ Νεκροταφείο». Ήταν τέτοια η αίσθηση της ήττας στους κρατικούς μηχανισμούς ώστε οι αστυνομικές αρχές και ως εκ τούτου ο αστικός τύπος έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν τον θάνατό της, υποστηρίζοντας πως είναι μπλόφα και στη θέση της τάφηκε μια άλλη αρχειομαρξίστρια η Μαριάνθη Θεοδωράτου. Ήταν φανερό. Η Κατίνα Εμμανουηλίδου με τον ηρωικό θάνατό της είχε νικήσει τον αστικό κόσμο. Δεν ήταν μόνο οι ζωντανοί κομμουνιστές αλλά και τα φαντάσματά τους που έκαναν τους αστούς του μεσοπολέμου να τρομάζουν.

Πηγή: Κώστας Παλούκης - "Πριν"

{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger