Προσφατες Αναρτησεις

Η εκτέλεση από τους ναζί του διοικητή των Διεθνών Ταξιαρχιών Αν. Δεληγιάννη

Η εκτέλεση από τους ναζί του διοικητή των Διεθνών Ταξιαρχιών Αν. Δεληγιάννη όταν αρνήθηκε να απαρνηθεί την ελληνικότητά του.

Η πρόταση του Γερμανού αξιωματικού, ιδιαίτερα δελεαστική: «Υπογράφεις εδώ ένα χαρτί ότι γίνεσαι Βούλγαρος υπήκοος και σε λίγη ώρα είσαι ελεύθερος. Διαφορετικά σε περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα».

Ο κρατούμενος προς τον οποίο γινόταν η πρόταση δεν δίστασε ούτε στιγμή να δώσει την καθοριστική για τη ζωή του απάντηση: «Εγώ δεν απαρνούμαι την πατρίδα μου Ελλάδα και την ιδεολογία μου. Κάντε ό,τι θέλετε».

Τα χαράματα της επόμενης μέρας, 2 Ιουλίου 1943, ο συνδικαλιστής καπνεργάτης, γραμματέας της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Ελλάδος, ο μαχητής ταγματάρχης στις Διεθνείς Ταξιαρχίες στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, το στέλεχος του ΚΚΕ, Αναγνώστης Δεληγιάννης, σε ηλικία 48 ετών εκτελείται από τους ναζί μαζί με ακόμη 49 συγκρατούμενούς του στον χώρο της πλινθοποιίας Παπαγεωργίου, που υπήρχε στα Σφαγεία της Θεσσαλονίκης.

Ο κρατούμενος εκείνη την εποχή στο στρατόπεδο «Παύλος Μελάς» της Θεσσαλονίκης, Λεωνίδας Γιασημακόπουλος, περιέγραψε σε αδρές γραμμές την προετοιμασία των εκτελέσεων που έγιναν εκείνο το πρωί:

«Είμαι κακοδιάθετος, εξύπνησα από τας 4.30 π.μ. με ένα όνειρον δυσάρεστον και γεμάτο στενοχωρίαν. Στις 5 π.μ. τραγικώτατον γεγονός έλαβε χώραν. Ηλθον τρία αυτοκίνητα με Γερμανούς, φέροντα σήματα της υπηρεσίας των (πέταλα) και παρέλαβαν από το στρατόπεδον 32 κατηγορουμένους επί κομμουνισμώ, προς εκτέλεσιν. [...]

Ολος ο θάλαμος ευρίσκεται μέσα σε βαθύ πένθος. Τα πράγματα των μελλοθανάτων καταγραφέντα παρελήφθησαν υπό της διευθύνσεως. Πληροφορούμεθα ότι ο ολικός αριθμός συνεπληρώθη εις 50 διότι πήραν 12 από τας γερμανικάς φυλακάς “510” και 6 από το Επταπύργιον. Η εκτέλεσις αυτή έγινε εις αντίποινα διά τον φόνον του Γερμανού φρουράρχου Ναούσης, όστις φέρεται συμβάς χθες. Φρικτωτέρα στιγμή δεν μπορεί να υπάρξη. Επί ώραν έτρεμα σύγκορμος. Οι λυγμοί δεν με αφήνουν».

Ποιος ήταν

Ο Αναγνώστης Δεληγιάννης γεννήθηκε το 1895 στο Γάνο της Ανατολικής Θράκης και το 1920 ήρθε με την οικογένειά του πρόσφυγας στην Καβάλα. Στην Καβάλα δούλεψε ως καπνεργάτης, όπου ήρθε σε επαφή με την κομμουνιστική ιδεολογία και έγινε μέλος του ΚΚΕ. Διακρίθηκε στον καπνεργατικό συνδικαλισμό και έφτασε μέχρι τη θέση του γραμματέα της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Ελλάδος.

Το 1933 ήταν υποψήφιος του ΚΚΕ στον νομό Σερρών. Στην εκλογική εκείνη αναμέτρηση που είχε γίνει με πλειοψηφικό σύστημα, το ΚΚΕ αν και είχε λάβει ποσοστό 4,64% δεν εξέλεξε κανέναν βουλευτή, καθώς τις συνολικά 248 έδρες του Κοινοβουλίου τις είχαν μοιραστεί το Λαϊκό Κόμμα του Παναγή Τσαλδάρη και το Κόμμα Φιλελευθέρων του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Για όλη του την αγωνιστική δράση διώχθηκε, φυλακίστηκε και εξορίστηκε πολλές φορές. Τελευταία του εκτόπιση ήταν το 1934 στον Αη Στράτη.

Από τον Αη Στράτη στις Διεθνείς Ταξιαρχίες

Το 1935 ο Αν. Δεληγιάννης δραπέτευσε από τον Αη Στράτη και κατέφυγε στη Σοβιετική Ενωση. Αργότερα μεταβαίνει μαζί με άλλους Ελληνες (Σακαρέλος, Βαβούδης κ.ά.) στην Ισπανία, όπου πολέμησε στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο ως υποδιοικητής στον «Ελληνικό λόχο» του τάγματος «Δημητρώφ» των Διεθνών Ταξιαρχιών. Διακρίθηκε στα πεδία των μαχών και του απονεμήθηκαν μετάλλια και διακρίσεις. Το ψευδώνυμό του στην Ισπανία ήταν «Γιάννης Σιγανός».

Στο κάλεσμα της ισπανικής Δημοκρατίας που κινδύνευε με κατάλυση από τους φασίστες του Φράνκο, είχαν ξεκινήσει δημοκράτες απ’ όλες τις γωνιές της Γης. Από τα καράβια που δούλευαν ως ναυτεργάτες, από τις χώρες που έμεναν ως μετανάστες, από τη φασιστοκρατούμενη τότε Ελλάδα, από την Κύπρο και από τα Δωδεκάνησα. Πέρασαν από ωκεανούς, διάβηκαν βουνά και ξέφυγαν από χαφιέδικους κλοιούς, έσκαψαν λαγούμια και δραπέτευσαν από φυλακές, όπως οι «Οχτώ της Αίγινας» με επικεφαλής τον Δημήτρη Σακαρέλο, τον θρυλικό κομισάριο του λόχου των Ελλήνων εθελοντών στον Ισπανικό Δημοκρατικό Στρατό.

Η πρώτη ομάδα Ελλήνων εθελοντών έφτασε στην Ισπανία στις αρχές Οκτωβρίου 1936, από τη Γαλλία, και πήγε όπως και οι άλλοι διεθνιστές στην πόλη Αλμπαθέτε, που ήταν το κέντρο υποδοχής, κατάταξης και εκπαίδευσης όλων των εθελοντών των διεθνών ταξιαρχιών. Η πρώτη αυτή ελληνική ομάδα ενσωματώθηκε με άλλους αγωνιστές των βαλκανικών χωρών, κυρίως Γιουγκοσλάβους, και απάρτισαν τον «Βαλκανικό λόχο». Στον λόχο εκείνο υπεύθυνος για τους Ελληνες ήταν ο Παναγιώτης Αϊβατζής με το ψευδώνυμο Μάριος. Ο λόχος αυτός εντάχθηκε στο τάγμα «Ντομπρόφσκι» (όνομα του μεγάλου Πολωνού μαχητή της Παρισινής Κομούνας), που μαζί με δύο άλλα τάγματα αποτέλεσε την 11η Διεθνή Ταξιαρχία. Μια άλλη ομάδα Ελλήνων εντάχθηκε στον «Βαλκανικό λόχο» του τάγματος «Τέλμαν», που υπαγόταν στη 12η Διεθνή Ταξιαρχία.

Στη συνέχεια δημιουργήθηκε ο Ελληνικός Λόχος με 125 άνδρες και διοικητή τον Γιάννη Μαργαρίτη (Μπέλκος). Οι πρώτες μάχες που πήρε μέρος ήταν στις 24 Αυγούστου στο μέτωπο της Αραγόνας όπου σκοτώθηκε και ο πρώτος διοικητής του, ο Μπέλκος. Ο Ελληνικός Λόχος πολέμησε σε όλα τα μέτωπα, πήρε μέρος σε πολλές μάχες, πέτυχε νίκες θαυμάσιες. Οι άντρες του, οπλίτες και αξιωματικοί, έδειξαν θάρρος, παλικαριά και σπάνιες ικανότητες. Πολλοί έπεσαν στα πεδία των μαχών. Μετά την αναδιοργάνωση της Διεθνούς Μεραρχίας, ο Ελληνικός Λόχος εντάχθηκε στη δύναμη της ταξιαρχίας «Αβραάμ Λίνκολν» και από τότε μετονομάστηκε σε λόχο "Ρήγα Φεραίο".

Ο Αναγνώστης Δεληγιάννης διακρίθηκε ιδιαίτερα στις μάχες του Μπελσίτ, όπου και ανέλαβε τη διοίκηση του Ελληνικού Λόχου. Η επίθεση είχε αρχίσει στις 24 Αυγούστου 1937 με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη του Μπελσίτ, μιας μικρής αλλά καλά οχυρωμένης πόλης πάνω στον δρόμο που οδηγεί από τη Μαδρίτη στη Σαραγόσα. Ο διοικητής του λόχου Παντελιάς (Γιάννης Μαργαρίτης) αρπάζει το πολυβόλο και συνεχίζει να χτυπά τους εχθρούς που πλησιάζουν. Γρήγορα όμως τραυματίζεται θανάσιμα και σε λίγο πάνω στο πολυβόλο του ξεψυχά. Ο πολιτικός επίτροπος Στεφόπουλος (Δημήτρης Πέρρος) βλέπει τον σκοτωμένο συναγωνιστή του, ορμάει, αρπάζει το πολυβόλο και συνεχίζει να θερίζει τον εχθρό, που σε λίγο φτάνει στο χαράκωμα και τον αποτελειώνει με τις ξιφολόγχες του.

Μετά τον θάνατο των δύο αξιωματικών, τη διοίκηση του λόχου ανέλαβε ο υποδιοικητής Αναγνώστης Δεληγιάννης (Γιάννης Σιγανός), που μαζί με τους υπόλοιπους άντρες που γλίτωσαν συνέχισε τη μάχη της ημέρας εκείνης όπως και την επόμενη. Στις φονικές εκείνες μάχες του Μπελσίτ, ανάμεσα στους άλλους σκοτώθηκε και ο διοικητής της πυροβολαρχίας του τάγματος Μήτσος Κατσικιώτης και τραυματίστηκε ο Ευάνθης Νικολαΐδης. Αλλοι αξιωματικοί που σκοτώθηκαν ήταν ο Γιάννης Ζιάγκος από την Αμερική, ο Χρήστος Μουγιάννης από την Ικαρία και ο Ελληνοκύπριος Χριστόδουλος Χριστοδούλου.

Ξανά στον Αη Στράτη και τραγικό τέλος

Με τη λήξη του ισπανικού εμφυλίου στις αρχές του 1939 ο Αναγνώστης Δεληγιάννης περνά στη Γαλλία, συλλαμβάνεται από τις γαλλικές αρχές και απελαύνεται στην Ελλάδα, όπου το καθεστώς της 4ης Αυγούστου τον εξορίζει και πάλι στον Αη Στράτη.

Το 1943 κατά τη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής, μεταφέρεται από τον Αη Στράτη στις φυλακές «Παύλου Μελά» στη Θεσσαλονίκη. Εκεί οι γερμανοβουλγαρικές αρχές τού προτείνουν να λάβει τη βουλγαρική υπηκοότητα αφού η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί ως προσφυγική στην Καβάλα που ανήκε στη βουλγαρική ζώνη κατοχής. Ο Δεληγιάννης αρνείται κατηγορηματικά αυτή την πρόταση και οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Την ίδια μέρα, εκτελείται μαζί με τον Δεληγιάννη και τους συνολικά 50 ομήρους και ο ηρωικός αρχιμανδρίτης Κοζάνης Ιωακείμ Λιούλιας, επειδή στα φλογερά κηρύγματά του στις εκκλησίες της Δυτικής Μακεδονίας προέτρεπε τους πιστούς να μη σκύψουν το κεφάλι αλλά να αγωνιστούν κατά των κατακτητών.

Πηγή: Σπύρος Κουζινόπουλος - "ΕφΣυν"

{[['']]}

Με τα μάτια της Ασφάλειας - 6 Γενάρη του 1919. Η πρώτη συγκέντρωση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (μετέπειτα ΚΚΕ)

Τα ιδρυτικά μέλη του ΣΕΚΕ ποζάρουν στον φακό (Νοέμβριος 1918). Η πρώτη δημόσια εκδήλωση, στις 6/1/1919, πιθανότατα δεν απαθανατίστηκε φωτογραφικά

«Η μυστική αστυνομία με επικεφαλής τον μοίραρχον κ. Μερεντίτην παρηκολούθει την εορτήν»

Εφ. «Εμπρός», 7/1/1919

Το απόγευμα της Κυριακής 6 Ιανουαρίου 1919, το νεοσύστατο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος (ΣΕΚΕ) –μετέπειτα ΚΚΕ– πραγματοποίησε την πρώτη δημόσια συγκέντρωσή του με διακηρυγμένο σκοπό να έρθει σε επαφή με το ευρύτερο κοινό. Ως χώρος της εκδήλωσης επιλέχθηκε το κεντρικότατο θέατρο «Διονύσια» στην πλατεία Συντάγματος.

Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Αβραάμ Μπεναρόγια, ηγετικού στελέχους του κόμματος από τη Θεσσαλονίκη, η εκδήλωση στο «Διονύσια» εντασσόταν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης καμπάνιας σε όλη την Ελλάδα για «την πρώτην επίσημον εμφάνισιν» του ΣΕΚΕ στον δημόσιο χώρο και σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία, καθώς «μέγα πλήθος εργατικού και διανοουμένου κόσμου συνέρρευσε ίνα ακούση διά πρώτην φοράν το νέον πολιτικόν Ευαγγέλιον της εργατικής τάξεως».

Δεν ήταν δε παρά μόνο μία ένδειξη της απήχησης του νεοσύστατου ΣΕΚΕ και των σοσιαλιστικών ιδεών στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, τη σημαδεμένη από τη διαφαινόμενη επιβίωση και επέκταση της ρωσικής επανάστασης: «Πανταχόθεν εξεδηλούτο ενθουσιασμός. Το μέλλον του νέου Κόμματος επρομηνύετο λαμπρόν. Αι εργατικαί μάζαι εστράφησαν προς αυτό και παρηκολούθησαν την εξέλιξίν του» («Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου», Αθήνα 1975, σ.124).

Τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ των ημερών, αδιακρίτως πολιτικού προσανατολισμού των εφημερίδων που τα φιλοξένησαν, επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα − όσον αφορά, τουλάχιστον, την επιτυχία της συγκεκριμένης εκδήλωσης.

Για πάνω από 2.000 συγκεντρωμένους κάνουν λόγο οι «Καιροί» και το «Εμπρός», για «χιλιάδας εργατικού κόσμου» η κυβερνητική «Πατρίς», «υπερπλήρες» είδε το θέατρο και η άκρως αντιβενιζελική «Πολιτεία» του μετέπειτα μεταξικού υφυπουργού προπαγάνδας Θεολόγου Νικολούδη.

Εξίσου ομόθυμα ήταν τα φύλλα της 7ης Ιανουαρίου όσον αφορά τον ενθουσιασμό του ακροατηρίου, η συμπεριφορά του οποίου κινούνταν μεταξύ ευμενούς ενδιαφέροντος και πανηγυρικών εκδηλώσεων ολόψυχης στράτευσης.

Τιμώντας με τον τρόπο μας αυτή την ξεχασμένη επέτειο, φέρνουμε σήμερα στη δημοσιότητα ένα ιστορικό ντοκουμέντο από την αντίπερα όχθη: την καταγραφή της παρθενικής εκείνης εκδήλωσης του εγχώριου κομμουνιστικού κινήματος από τις υπηρεσίες ασφαλείας του ελληνικού κράτους.

Σε αναλυτική έκθεσή του που συντάχθηκε αυθημερόν και αντίγραφό της εντοπίστηκε στους φακέλους του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού, στα Γενικά Αρχεία του Kράτους (φ. 253), ο επικεφαλής της «μυστικής αστυνομίας», μοίραρχος Νικόλαος Μερεντίτης, περιγράφει λεπτομερώς τις αγορεύσεις καθενός από τους επτά ομιλητές, καθώς και τη δική του κατασταλτική παρέμβαση κατά την έξοδο.

Μία (όχι και τόσο) μυστική αστυνομία

Η ίδια η έννοια της «μυστικής αστυνομίας» σηκώνει, βέβαια, πολλή συζήτηση. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για την επίσημη υπηρεσία κρατικής ασφάλειας της εποχής, όπως διαπιστώνουμε από το γεγονός ότι τόσο η παρουσία του μοιράρχου Μερεντίτη στη συγκέντρωση του ΣΕΚΕ όσο και η ακριβής ιδιότητά του μνημονεύονται ρητά (ως αυτονόητο, μάλιστα, γεγονός) στις εφημερίδες της επομένης. Το ίδιο και η ενέργειά του, να προχωρήσει στη σύλληψη ενός επώνυμου μέλους του ακροατηρίου κατά την αποχώρησή του από την αίθουσα, επειδή «ηκούσθη εκφραζόμενος ανευλαβώς κατά του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως»...

Με τον κοφτό υπηρεσιακό χαρακτήρα τους, και την αναπόφευκτα κακοχωνεμένη εμπέδωση του περιεχομένου των ομιλιών από τον χωροφύλακα καταγραφέα, οι εκθέσεις του Μερεντίτη αποτυπώνουν αρκετά ευκρινώς το αντιφατικό μείγμα στρατηγικής αισιοδοξίας και τακτικής αμηχανίας που χαρακτήριζε το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα στα πρώτα του βήματα, πριν από τη «μπολσεβικοποίησή» του από τους καθοδηγητικούς μηχανισμούς της Τρίτης Διεθνούς.

Από τη μια, η πρόσφατη επικράτηση της επανάστασης στη Ρωσία, την Ουγγαρία και τη Γερμανία, παρά την πολύ διαφορετική τροπή που πήρε τελικά σε καθεμιά απ’ αυτές τις χώρες (στρατιωτική συντριβή στην Ουγγαρία, ραγδαία συντηρητικοποίηση στη Γερμανία), έμοιαζε προς το παρόν μ’ ένα νικηφόρο ντόμινο, προορισμένο να σαρώσει τα παλιά καθεστώτα της γηραιάς ηπείρου.

Από την άλλη, τα στελέχη του νεοσύστατου ΣΕΚΕ είχαν πλήρη συνείδηση της δικής τους οργανωτικής και πολιτικής αδυναμίας να διαδραματίσουν έναν ισάξια ιστορικό ρόλο στο ορατό μέλλον.

Η αισιοδοξία της βούλησης και οι ενθουσιώδεις αναφορές στην κοσμοϊστορική διεθνή συγκυρία συνδυάζονται έτσι στις ομιλίες τους μ’ έναν λόγο επί της ουσίας μετριοπαθή, ακόμη και καθησυχαστικό προς τα συντηρητικότερα τμήματα του (παρόντος εκεί αλλά και του εθνικού) ακροατηρίου. Ορισμένες στιγμές δίνουν μάλιστα την εντύπωση πως η εκ μέρους τους επίκληση του διεθνούς υποδείγματος (και ο συνακόλουθος τονισμός της ανάγκης η Ελλάδα να μη μείνει πίσω από τις εξελίξεις) απλώς ακολουθεί ένα μοτίβο έτσι κι αλλιώς καθιερωμένο προ πολλού στη νεοελληνική πρόσληψη του κόσμου...

Δεν πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε πως η όλη παράσταση δίνεται μπροστά στα τεφτέρια της «μυστικής αστυνομίας», σε συνθήκες κάθε άλλο παρά ευνοϊκές για την πραγματικά ελεύθερη διακίνηση των ιδεών: ισχύει ακόμη στρατιωτικός νόμος, για τις δημόσιες συναθροίσεις απαιτείται άδεια του φρουραρχείου και οι εφημερίδες υποβάλλονται σε προληπτική λογοκρισία.

Οπως γνωρίζουμε από τη μαρτυρία του Μπεναρόγια (ό.π., σ. 101-109), και επιβεβαιώνουν τα σχετικά τεκμήρια του πρωθυπουργικού αρχείου, η άτυπη χαλάρωση των θεσμικών αυτών περιορισμών για τους σοσιαλιστές μόλις είχε συμφωνηθεί ανάμεσα στη μελλοντική ηγεσία του ΣΕΚΕ και τον Βενιζέλο· ο τελευταίος επιθυμούσε, γαρ, για διπλωματικούς λόγους την ύπαρξη (και) ελληνικής συνιστώσας του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος, καθώς αυτό το τελευταίο εξελισσόταν πλέον σε υπολογίσιμο διεθνή παράγοντα.

Κάθε «στραβοτιμονιά» εκ μέρους των Ελλήνων σοσιαλιστών, σε σχέση με τις προσδοκίες της εθνικής ηγεσίας, μπορούσε ωστόσο να οδηγήσει σε άμεσα κατασταλτικά μέτρα.

Ενα ερώτημα, κρίσιμο πάντα όσον αφορά παρόμοια υπηρεσιακά τεκμήρια, αφορά τον βαθμό πιστότητας της καταγραφής: σε ποιο βαθμό τα γραφόμενα του μοιράρχου με τη διαμετρικά αντίθετη κοσμοθεωρία, πνευματική συγκρότηση και πρόσληψη της πραγματικότητας, αποτυπώνουν με κάποια ακρίβεια όσα όντως ειπώθηκαν στην επίμαχη εκδήλωση;

Ελλείψει των πρωτότυπων κειμένων, η μόνη δυνατή σύγκριση μπορεί να γίνει με τα ρεπορτάζ των εφημερίδων της επομένης. Και εδώ, ωστόσο, οι περισσότερες περιγραφές προέρχονται από το άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος, καθώς το θέμα απασχόλησε κυρίως τον αντιπολιτευόμενο αντιβενιζελικό Τύπο.

Ο κυβερνητικός, αντίθετα –με μόνη εξαίρεση ένα αρκετά λακωνικό ρεπορτάζ στην «Πατρίδα»– απέφυγε κάθε σχετική αναφορά.

Ωραίο φύλο και συλλήψεις

Για λόγους προφανείς, το ενδιαφέρον των περισσότερων εφημερίδων δεν επικεντρώθηκε τόσο στο περιεχόμενο των ομιλιών όσο στις πικάντικες λεπτομέρειες και την εν γένει ατμόσφαιρα αυτής της πρωτόγνωρης τελετής.

«Το θέατρον, η αίθουσα και η σκηνή του οποίου είχον καταλλήλως διαρρυθμισθή χάριν της εορτής, από ενωρίς ήτο υπερπλήρες κόσμου πάσης τάξεως και αποχρώσεως, ιδίως εργατικού», μας πληροφορεί π.χ. η «Νέα Ελλάς». «Εννοείται ότι δεν έλλειψε και το ωραίον φύλον, το οποίον αντεπροσωπεύετο δι’ ευαρίθμων, αλλά λίαν ενθουσιωδών μάλιστα, αντιπροσώπων. Εις την θύραν του θεάτρου δύο νεάνιδες εκάρφωναν επί του στήθους των εισερχομένων φιόγκους από ταινίας ερυθράς, σύμβολον του εργατικού αγώνος και του σοσιαλισμού».

Η «Πολιτεία», πάλι, διευκρινίζει πως, όχι μόνο «εις την είσοδον του θεάτρου ανεπετάσθη σημαία ερυθρά», αλλά και «η σκηνή του θεάτρου εφωτίζετο δι’ ερυθρών λαμπτήρων».

Η εκδήλωση άνοιξε, φυσικά, με τη Διεθνή και στη διάρκειά της διαβάστηκε το ποίημα βιομηχανικού εργάτη που «παραπονείται διά την κακήν κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκεται» («Εμπρός»)· σύμφωνα με τους «Καιρούς» η ανάγνωσή του προκάλεσε «συγκίνησιν», η δε «Πολιτεία» μάς πληροφορεί πως «κατέληγεν ούτω: “Μονάχα όσοι εργάζονται – πρέπει στη γη να ζούνε”». Ακολούθησε η χορωδία, με «το άσμα: “Εφθασε η μεγάλη ημέρα – Ζήτω, ζήτω η εργατιά”».

Τόσο η παρουσία γυναικών όσο και η κυρίως εργατική σύνθεση του κοινού τονίζονται παντού, ενώ δεν λείπουν και αναλυτικότερες επισημάνσεις: μεταξύ των προσερχομένων, διαβάζουμε, «ήσαν και αρκετοί στρατιώται, αξιωματικοί ως και εκπρόσωποι του ωραίου φύλου καί τινες κληρικοί».


Σύμφωνα με το «Εμπρός», «διενεμήθησαν επίσης καρτ–ποστάλ με την εικόνα του Λήμπκνεχτ ως και διάφορα φυλλάδια» – ο ηγέτης των Γερμανών Σπαρτακιστών είχε δολοφονηθεί μαζί με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ πριν από λίγες μόλις μέρες, είδηση που είχε γίνει δεκτή με ενθουσιώδη –κι ενίοτε ειρωνικά– σχόλια από κυβερνητικές εφημερίδων όπως το «Εθνος» και η «Εστία».

Η μεταξική «Πολιτεία» είναι η μόνη που διέσωσε κάποιες ενεργητικότερες παρεμβάσεις του ακροατηρίου, εστιάζοντας φυσικά στις αντικυβερνητικές αιχμές. Ενώ αγόρευε ο δημοσιογράφος Καραμούζης, διαβάζουμε, «κάποιος εκ του ακροατηρίου διακόπτων ηρώτησεν: Είναι και ο Ρέπουλης και ο Μιχαλακόπουλος διανοούμενοι; Και μία άλλη φωνή απήντησεν: “Οχι, όχι”».

Οταν, πάλι, ο ηλεκτροτεχνίτης Κόκκινος τόνισε «ότι πλησιάζουν αι ημέραι των εκλογών, ότε οι αστοί θα προσπαθήσουν να καταπνίξουν τους εργάτας», από το κοινό ακούστηκε μια φωνή: «Ημείς θα τους διορθώσωμε. Νάρθουν μόνον».

Την τιμητική της είχε, φυσικά, η σύλληψη κατά την έξοδο του διευθυντή των «Βραδυνών Νέων» Πύρρου Γιαννόπουλου, παλιού σοσιαλιστή και βασιλόφρονος πλέον αντιβενιζελικού, που τις επόμενες δεκαετίες θα εξελισσόταν σε μια ακόμη δευτεροκλασάτη φυσιογνωμία του εγχώριου αντικομμουνισμού.

Ο Πύρρος Γιαννόπουλος-Ηπειρώτης σε χαρακτηριστική πόζα (1913)

Η «Πολιτεία» υποστηρίζει ότι συνελήφθησαν επίσης «τρεις σοσιαλισταί», οι οποίοι όμως κατόπιν «αφέθησαν ελεύθεροι».

Η κυβερνητική «Εστία» διευκρινίζει από την πλευρά της ότι μαζί με τον Γιαννόπουλο συνελήφθη «και ο γνωστός εκ της επιστρατευτικής του δράσεως Βαλσαμάκης, διότι παρώτρυνε τους συγκεντρωθέντας πολίτας εναντίον του... κεφαλαιοκράτου κ. Βενιζέλου!». Πρόκειται για τον δικηγόρο Επαμεινώνδα Βαλσαμάκη, πάλαι ποτέ υποψήφιο βουλευτή των Φιλελευθέρων (1915) κι εν συνεχεία ένθερμο βασιλόφρονα, η σύλληψη και δίωξη του οποίου επιβεβαιώνεται από έγγραφο της Αστυνομικής Διευθύνσεως Αθηνών προς το πρωθυπουργικό γραφείο (Εν Αθήναις 7/1/1919, αρ. 54, εμπιστευτικόν).

Από την έρευνα στις εφημερίδες της εποχής στάθηκε, πάντως, αδύνατο να εντοπίσουμε τη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης.

Από τα ψιλά στην «αποθέωση»

Σε σύγκριση με τα ρεπορτάζ του αστικού Τύπου, ενδιαφέρον παρουσιάζει, τέλος, η διαχείριση της παρθενικής εμφάνισης του ΣΕΚΕ από τον «Ριζοσπάστη» του Γιάννη Πετσόπουλου – που δεν αποτελούσε ακόμη όργανο του κόμματος αλλά «εφημερίδα δημοκρατικών αρχών», από τη διεύθυνση της οποίας μόλις είχε απομακρυνθεί (23/9/1918) ο σοσιαλεθνικιστής Νίκος Γιαννιός· ως «σοσιαλιστική εφημερίς» θα αυτοπροσδιοριστεί, πάλι, στην προμετωπίδα του μόνο ύστερα από κάμποσους μήνες (15/9/1919).

Αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, η προαναγγελία της εκδήλωσης στο φύλλο της προηγουμένης δεν έγινε πανηγυρικά αλλά μ’ ένα μικροσκοπικό μονόστηλο, καταχωνιασμένο στη μέση της δεύτερης σελίδας:

«Η εορτή του Σοσιαλεργατικού Κόμματος.

Σήμερον 4 μ.μ. θα γίνη μεγάλη πανηγυρική εορτή της εμφανίσεως του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος εις το θέατρον “Διονύσια”. Εις την εορτήν προσεκλήθησαν αντιπροσωπείαι όλων των εργατικών οργανώσεων. Της εορτής θα προεδρεύση ο πρόεδρος των ηλεκτροτεχνιτών Πειραιώς κ. Παπανικολάου, επ’ ευκαιρία της προσχωρήσεως ολοκλήρου του σωματείου τούτου εις τον σοσιαλισμόν. Κατά το πρόγραμμα, πολλοί ομιληταί θα αναπτύξουν τον σκοπόν και τας βάσεις της σοσιαλιστικής ιδεολογίας και ο όμιλος της νεολαίας θα ψάλη τον διεθνή ύμνον. Η είσοδος είνε ελευθέρα εις πάντα πολίτην».

Η επιτυχία της συγκέντρωσης τροποποίησε προφανώς τα δεδομένα και την επομένη ο «Ριζοσπάστης» φιλοξενεί την είδηση μονόστηλη μεν, στην πρώτη όμως σελίδα – αν και σε έκταση όχι μεγαλύτερη από εκείνη που της αφιέρωσαν τα αστικά φύλλα. Η πιο χτυπητή διαφορά εντοπίζεται πάντως στον τίτλο του ρεπορτάζ, που κάνει λόγο για «αποθέωσιν».

Το πλήρες κείμενο:

«Με μεγάλην επιτυχίαν εωρτάσθη χθες εις τα “Διονύσια” η πανηγυρική εμφάνισις του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος. Το θέατρον είχε καταλλήλως διακοσμηθή με εικόνας του Μαρξ, του Ζωρές και του Λήμπκνεχτ και εις την είσοδον είχεν αναρτηθή και εκυμάτιζε μία μεγαλοπρεπής και κατακόκκινη σημαία. Από ενωρίς ήρχισεν αθρόα η προσέλευσις του κόσμου. Οι εργάται, οι άνθρωποι του λαού, προσήρχοντο κατά κύματα προς την πλατείαν του Συντάγματος πολύ προ της ωρισμένης ώρας. Εις την είσοδον δεσποινίδες της σοσιαλιστικής οργανώσεως διεκόσμουν τα στήθη των παρισταμένων με μικρά κομψά κόκκινα σήματα.

Εις τας 3½ μ.μ. ολόκληρος η πλατεία και τα θεωρεία των “Διονυσίων” έβριθον πυκνοτάτου ακροατηρίου.

Την 4ην ακριβώς ήρχισεν η εορτή. Υπό τα παταγώδη χειροκροτήματα του παρισταμένου πλήθους και τας ατελευτήτους ζητωκραυγάς και επευφημίας, ο όμιλος νεολαίας του Σοσιαλιστικού Τμήματος Αθηνών ετραγούδησε τον Διεθνή Σοσιαλιστικόν Υμνον.

Με την άρσιν της αυλαίας το πολυπληθέστατον ακροατήριον ευρέθη ενώπιον μιας θαυμασίας σκηνοθεσίας. Την προεδρικήν έδραν της εορτης κατείχεν ο κ. Παπανικολάου, πρόεδρος των ηλεκτροτεχνιτών, τιμής ένεκεν προς το σωματείον του, το οποίον ολόκληρον προσεχώρησεν επισήμως εις τον σοσιαλισμόν.

Το βήμα καταλαμβάνει πρώτος ο γεν. γραμματεύς της Κεντρικής Επιτροπής κ. Ν. Δημητράτος και εξηγεί δι’ ωραίων λόγων τον σκοπόν του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος, του εκπροσωπούντος την πολιτικήν οργάνωσιν του εργατικού στοιχείου, εκ παραλλήλου προς την επαγγελματικήν του τοιαύτην.

Ακολούθως ο λόγος δίδεται εις τον δημοσιογράφον κ. Κ. Καραμούζην, όστις από μέρους της επιστημονικής Σχολής προς μελέτην και διάδοσιν των αρχών του Σοσιαλισμού, ομιλεί περί της θέσεως των διανοουμένων εις το εξανθρωπιστικόν κίνημα και δίδει εξηγήσεις τινάς εξ αφορμής των τελευταίως σχηματισθεισών καταδιώξεων, χειροκροτούμενος.

Ομιλούν κατόπιν οι εργάται κ. Κόκκινος, σύμβουλος του σωματείου ηλεκτροτεχνιτών, Θωμάς των τροχιοδρομικών και Αλεξίου του Συνδικάτου “Πρόοδος” Λεβαδείας, όλοι με πολλήν σαφήνειαν αναπτύξαντες το πρόγραμμα του Σοσιαλισμού.

Η εμφάνισις του κ. Μπαναρόγια προυκάλεσεν αληθινήν φρενίτιδα ενθουσιασμού. Ο κ. Μπαναρόγιας ωμίλησε διά μακρών με θαυμαστήν επιτυχίαν περί της αποστολής της εργατικής τάξεως και του πολιτικού της κόμματος, προς αποφυγήν της εκμεταλλεύσεως του λαού υπό της αστικής πολιτικής.

Εις ένα διάλειμμα η νεολαία τραγουδά το “Ζήτω, ζήτω η εργατιά” και μετά λαμβάνει τον λόγον ο βουλευτής κ. Σίδερις, χαιρετίζων εν μέσω ακαταπαύστων χειροκροτημάτων και επευφημιών την ίδρυσιν του Κόμματος και τονίζων την μεγάλην εκπολιτιστικήν σημασίαν του.

Την εορτήν κλείνει ο πρόεδρος κ. Παπανικολάου με κατάλληλον λόγον και ο κόσμος αναχωρεί κατενθουσιασμένος από την επιτυχίαν της ωραίας εορτής».

Δύο μικρά μονόστηλα, ακριβώς κάτω από το ρεπορτάζ της εκδήλωσης, αποδεικνύονται διαφωτιστικότερα για το κλίμα των ημερών.

Το πρώτο τιτλοφορείται «Καταγγελία “κεκαλυμμένη”» και αφορά την προαναγγελία ακόμη μιας δίωξης: «Ο κ. διευθυντής της αστυνομίας διά μηνύσεώς του καταγγέλλει τον βουλευτήν κ. Σίδεριν διά το δημοσιευθέν εις τον χθεσινόν “Ριζοσπάστην” άρθρον του, “ως ενθαρρύνων κεκκαλυμένως (;) την αναρχίαν και τον μπολσεβικισμόν”. Η μήνυσις διεβιβάσθη προς την αναπληρωματικήν διοίκησιν του α' σώματος στρατού».

Το δεύτερο, με τίτλο «Παθήματα... μαθήματα» είναι ένα εύγλωττο σχόλιο σχετικά με τα παραλειπόμενα του επίσημου αγιασμού των υδάτων, την προηγουμένη, στη Δεξαμενή:

«Χθες το Εργατικόν Κέντρον προσεκλήθη υπό του δημάρχου να λάβη μέρος εις την εορτήν της καταδύσεως του Σταυρού. Αλλ’ όταν μετέβησαν εις την εκκλησίαν ημποδίσθησαν να εισέλθουν. Κατόπιν τούτου απεχώρησαν εκ της εορτής και απεφάσισαν να ειδοποιήσουν τον κ. Δήμαρχον να μη λάβη την τιμήν να τους καλέση πλέον. Το πάθημα ας γίνη μάθημα και ας διδαχθούν μία για πάντα, ότι τα εργατικά σωματεία δεν έχουν θέσιν μέσα εις λιτανείας και εις παπαδικάς εορτάς».

Η έκθεση της «μυστικής αστυνομίας»

Φυλακισμένα ηγετικά στελέχη του ΣΕΚΕ το 1921-1922. Πρώτος από αριστερά ο γενικός γραμματέας Ν. Δημητράτος.

Αθήνησι 6 Ιανουαρίου 1919

Αριθ. 80

Η Διοίκησις της Μυστικής Αστυνομίας

προς

την Αστυνομικήν Διεύθυνσιν Αθηνών

Ενταύθα

Περί των αγορεύσεων εν τη σημερινή εμφανίσει του Σοσιαλιστικού κόμματος εν τω θεάτρω «Διονύσια»

Λαμβάνω την τιμήν ν’ αναφέρω ότι κατά την σημερινήν συνεδρίασιν εν τω θεάτρω Διονύσια καθ’ ην ενεφανίσθη επισήμως το Σοσιαλιστικόν κόμμα ωμίλησαν οι κάτωθι ρήτορες ειπόντες περίπου τα εξής:

    1) Ο Γραμματεύς του Πανελλαδικού Σοσιαλιστικού κόμματος Ν. Δημητράτος είπε ότι ο Σοσιαλισμός επιδιώκει την μόρφωσιν του εργάτου, την συνένωσιν αυτού εις κόμμα προς επιτυχίαν της βελτιώσεως της θέσεως του εργάτου και απονομήν δικαιοσύνης και ελευθερίας. Επεκαλέσθη την βοήθειαν των διανοουμένων οίτινες είναι εις θέσιν λόγω της μορφώσεώς των να δώσωσι την πρέπουσαν κατεύθυνσιν εις τον εν Ελλάδι Σοσιαλισμόν.

    2) Ο δημοσιογράφος Κωνστ. Καραμoύζης είπεν ότι αντιπροσωπεύει τους Σοσιαλιστάς διανοουμένους και έρχεται να εξηγήση ότι ο Σοσιαλισμός δεν αντιπροσωπεύει τι φοβερόν, δεν επιδιώκει ανατροπήν του πολιτεύματος και των Νόμων, δεν επιδιώκει αναρχίαν, αλλά την κατά τους καθεστώτας νόμους και εντός των ορίων αυτών οργάνωσιν των εργατικών τάξεων, ηθικήν μόρφωσιν αυτών, διανοητικήν ανάπτυξιν, συνένωσιν και εμφάνισιν εις κόμμα προς διεκδίκησιν των δικαιωμάτων του εργάτου από του κεφαλαίου.

    3) Ο αντιπρόσωπος των ηλεκτροτεχνητών Κόκκινος, όστις ετόνισεν ότι πρέπει ν’ αφεθή η ιδέα της επιδιώξεως της ευημερίας του εργάτου διά του επαγγελματικού πολέμου, διότι ο επαγγελματικός πόλεμος εις ουδέν ωφελεί, εφ’ όσον εξακολουθεί η διοίκησις του Κράτους υπό Αστυκών Κυβερνήσεων, αίτινες υπεραμυνόμεναι των Αστυκών τάξεων εξαπατώσι τους εργάτας διά διαφόρων μέσων ως έπραξεν η ήδη Κυβέρνησις αυξήσασα του ηλεκτρικού ρεύματος την τιμήν ίνα αυξήση τα ημερομίσθια των ηλεκτροτεχνητών και επιδιωχθή η προαγωγή και η ευημερία του εργάτου διά μόνου του πολιτικού πολέμου. Πρέπει, είπεν, το παιδίον άμ’ ως γεννάται να μη καταδικάζηται ένεκεν της πενίας ήτις το μαστίζει εις την πνευματικήν σκοτίαν, ένεκεν της βιοπάλης εις ην άμα τη γενέσει του τρέπεται κατ’ αντίθεσιν προς τα τέκνα του πλουσίου, όπερ κλέπτον ούτω τον χρόνον της βιοπάλης του πτωχού μορφούται και προάγεται.

    4) Ο Πρόεδρος του Συνδικάτου Λεβαδείας «Πρόοδος» Αλεξίου είπεν ότι ουδεμία διαφορά και διάκρισις πρέπει να γίνη μεταξύ εργάτου και σοσιαλιστού, διότι ο Σοσιαλισμός ουδέν άλλο επιδιώκει ή την βελτίωσιν της θέσεως του εργάτου και δεν εκζητεί παρά των αστυκών τάξεων να λάβη το όλον, όπερ άλλως τε δικαιούται ως επί τοσούτον χρόνον στερούμενος, αλλά ζητεί ελευθερίαν και δικαιοσύνην, ζητεί να λάβη το μέρος εκείνο, όπερ τω ανήκε και το οποίον έκλεψε και κλέπτει το κεφάλαιον. Προς επιτυχίαν όμως τούτου απαιτείται όπως το εργατικόν κόμμα ακολουθήση την Σοσιαλιστικήν κατεύθυνσιν άνευ ουδεμιάς διακρίσεως μεταξύ εργάτου και σοσιαλιστού.

    5) Μετ’ αυτούς έλαβε τον λόγον ο γνωστός Μπεναρόγιας, όστις είπεν ότι κατ’ αυτάς παρατηρείται ανησυχία εις τας Αστικάς τάξεις κατιδούσας την αφύπνισιν των εργατών προς επιδίωξιν της διεκδικήσεως των δικαιωμάτων των και προς ματαίωσιν των εργατικών τούτων ενεργειών επιρρίπτουσι την μομφήν, ότι τα εργατικά Σωματεία πολιτεύονται. Οφείλω είπεν να δηλώσω ως σοσιαλιστής ότι αποκηρύσσω πάντα εργάτην όστις πολιτεύεται, διότι τούτο δεν συνάδει προς τον διά του Σοσιαλισμού επιδιωκόμενον σκοπόν, καθ’ όσον ο Σοσιαλισμός επιδιώκει την σύμπηξιν ιδίου πολιτικού κόμματος εχθρού πάντων των άλλων κομμάτων, εχθρού ουχί προσώπων διοικησάντων, διοικούντων ή μελλόντων να διοικήσωσι το Κράτος, αλλ’ εχθρού του κρατούντος συστήματος των Αστικών Κυβερνήσεων.

    6) Τέλος ωμίλησεν ο βουλευτής Θεσσαλονίκης Σίδερις, όστις προσφωνήσας την πρώτην εμφάνισιν επισήμως του Σοσιαλιστικού κόμματος ήδη αναγεννωμένου εξέφρασε την λύπην του διά την Ελλάδα υστερήσασαν και των απολιτίστων έτι Κρατών εις την Σοσιαλιστικήν ιδεολογίαν και ενώ εις την Ρωσίαν, Ουγγαρίαν και Γερμανίαν αι Σοσιαλιστικαί ιδέαι επεβλήθησαν, εις την Ιταλίαν λόγω της εξελίξεως πρόκειται να επιβληθώσι, η Ελλάς το πρώτον ήδη σήμερον εμφανίζει την επίσημον ύπαρξιν Σοσιαλιστικού κόμματος, και πώς εμφανίζει τούτο: με καταδιώξεις και αυστηράς εποπτείας και παρακολουθήσεις. Και ας φέρουν την ευθύνην, είπεν, απέναντι της ιστορίας της ανά την Ελλάδα εξελίξεως ταύτης του Σοσιαλισμού αι αστυκαί τάξεις, αίτινες παρημπόδισαν άχρι τούδε την έμφυτον γένεσιν και πρόοδον αυτού. Ο πόλεμος όθεν κατά του Σοσιαλισμού δεν έρχεται εκ των κάτω, διότι οι κάτω πλανώνται, αλλ’ έρχεται εκ των άνω, οίτινες ελησμόνησαν ότι η ευημερία των Κρατών ήρτηται εκ της ευημερίας των διαφόρων κοινωνικών τάξεων έχοντες εστραμμένην την προσοχήν εις την προστασίαν μιας κοινωνικής τάξεως.

    7) Ο Πρόεδρος των ηλεκτροτεχνητών Παπανικολάου ητήσατο την χρηματικήν αρωγήν των σοσιαλιστών επικειμένης αποστολής αντιπροσώπων του εν Λωζάνη Σοσιαλιστικού Συνεδρίου και ούτω διελύθη η συνεδρίασις.

Κατά την έξοδον ο δημοσιογράφος Πύρος Γιαννόπουλος ηκούσθη λέγων προς τον συνάδελφόν του Κωνστ. Καραμούζην, ον και συνεχάρη ομιλήσαντα, ότι το κεφαλαιοκρατικόν κόμμα αντιπροσωπεύει ο Βενιζέλος, όστις πρέπει να κτυπηθή. Επειδή εκ της ενεργηθείσης προανακρίσεως απεδείχθησαν ταύτα λεχθέντα παρ’ αυτού προέβην εις την σύλληψίν του και αποστολήν υμίν μετά της προανακρίσεως.

Ο Μοίραρχος

Διοικητής της Μυστικής Αστυνομίας

Ν. Μερεντίτης

Η ταυτότητα των ομιλητών

Φυλακισμένα ηγετικά στελέχη του ΣΕΚΕ το 1921-1922. Πρώτος αριστερά ο Αριστοτέλης Σίδερις και δίπλα του ο Γ. Παπανικολάου

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ (1894-1944). Δικηγόρος, πρώτος γραμματέας της Κ.Ε. του ΣΕΚΕ (1918-1920) και γενικός γραμματέας του κόμματος (1920-1922), στέλεχος αρχικά της αριστερής και κατόπιν της μετριοπαθούς τάσης. Τον Ιούλιο του 1923 διαγράφηκε, με απόφαση της Κ.Ε., σαν διαλυτικό στοιχείο που «προσπαθεί να κλονίση την πειθαρχίαν» των μελών προς τη νέα καθοδήγηση. Συνιδρυτής το 1924 της Εργατικής Σοσιαλιστικής Ενώσεως (ΕΣΕ), τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη δικηγορία στη Θεσσαλονίκη και το 1930 μετείχε στις ζυμώσεις για την ανασυγκρότηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Φέρεται να συνέπλευσε με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου όταν ο αδερφός του, Αριστείδης Δημητράτος, διορίστηκε υπουργός Εργασίας.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΟΥΖΗΣ (1891-1966). Δημοσιογράφος, γνωστότερος με το επαγγελματικό του ψευδώνυμο Κώστας Αθάνατος. Ξεκίνησε την πολιτική του δραστηριότητα ως στέλεχος του «Σοσιαλιστικού Ομίλου της Ελληνικής Νεολαίας» (1911)· ιδρυτικό μέλος του ΣΕΚΕ, το εγκατέλειψε αρκετά γρήγορα για ασφαλέστερες επιλογές. Το 1920 εργάστηκε στο Γραφείο Τύπου του ΥΠΕΞ και το 1922, ως ηγετικό στέλεχος του Συγκροτήματος Λαμπράκη, διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στο κίνημα Πλαστήρα-Γονατά. Το 1930 εξέδωσε την εφημερίδα «Ελεύθερος Ανθρωπος», μεσοπολεμικό ισοδύναμο του σημερινού «Πρώτου Θέματος». Αντιπρόσωπος μεταπολεμικά της ΕΣΗΕΑ στη Γενεύη, πέθανε στο Παρίσι.

ΑΒΡΑΑΜ ΜΠΕΝΑΡΟΓΙΑ (1887-1979). Ιδρυτικό στέλεχος της Φεντερασιόν (1908) και εν συνεχεία του ΣΕΚΕ. Διαγράφηκε στις αρχές του 1924 σαν «υπονομευτής της υπάρξεως» του ΣΕΚΕ «ως επαναστατικού κόμματος» και λίγο αργότερα προσχώρησε στην ΕΣΕ. Επιζήσας των χιτλερικών στρατοπέδων εξόντωσης, εντάχθηκε μεταπολεμικά στο ΣΚΕ-ΕΛΔ των Σβώλου - Τσιριμώκου και το 1953 κατέφυγε στο Ισραήλ, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΣΙΔΕΡΙΣ (1889-1976). Βουλευτής Θεσσαλονίκης (1915-1920) εκλεγμένος στο πλαίσιο της σύμπραξης σοσιαλιστών - αντιβενιζελικών κατά της συμμετοχής της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδρυτικό μέλος του ΣΕΚΕ. Στέλεχος της συντηρητικής τάσης του κόμματος, διαγράφηκε το 1923, πρωτοστάτησε στη δημιουργία της ΕΣΕ και, μετά τη διάλυσή της, συνεργάστηκε με την κεντροαριστερή «Δημοκρατική Ενωση» του Αλέξανδρου Παπαναστασίου (υποψήφιος βουλευτής το 1926, υφυπουργός Οικονομικών το 1932). Μεταξύ 1927 και 1960 δίδαξε ως καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Δικαίου στη Γεωπονική Σχολή και την ΑΣΟΕΕ.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ. Πρόεδρος του σωματείου ηλεκτροτεχνιτών και εργατών φωταερίου του Πειραιά, ταμίας του 11μελούς πρώτου προεδρείου της ΓΣΕΕ που εξελέγη στο ιδρυτικό συνέδριο του 1918.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Μηχανικός από τη Μ. Ασία, γεννημένος το 1882, μέλος της διοίκησης του ίδιου σωματείου και της πρώτης Κ.Ε. του ΣΕΚΕ.

Από τα ρεπορτάζ της επομένης (εφ. «Καιροί», «Εμπρός», «Πολιτεία», «Πατρίς» και «Ριζοσπάστης») πληροφορούμαστε ότι, εκτός από τους παραπάνω, στην εκδήλωση μίλησαν επίσης οι συνδικαλιστές Θωμάς (των τροχιοδρομικών) και Λαγουδάκης (των ελαιοχρωματιστών), τους οποίους η έκθεση του μοιράρχου Μερεντίτη απαξιοί να μνημονεύσει.

Ο νοικοκύρης και ο Αισχύλος

Ο Σπύρος Μελάς σε μεγαλύτερη ηλικία

Κάποια στερεότυπα έχουν πολύ μεγαλύτερο χρονικό βάθος απ’ ό,τι εκ πρώτης όψεως νομίζουμε. Το διαπιστώνουμε, για πολλοστή φορά, από το χρονογράφημα που ακολουθεί – το μόνο που προσπάθησε να απαντήσει άμεσα στην παρθενική δημόσια εμφάνιση του ΣΕΚΕ, τσιγκλώντας το ένστικτο αυτοσυντήρησης και την προγονολατρία των νοικοκυραίων.

Με τίτλο «Αι ιδέαι των» δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδα στο «Εμπρός» της 8/1/1919 και υπογράφεται από τον «Φορτούνιο», κατά κόσμον Σπύρο Μελά (1883-1966).

Μικρή αλλά όχι ασήμαντη λεπτομέρεια: λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Σπύρος Μελάς είχε κι αυτός περάσει από τις τάξεις του εγχώριου σοσιαλιστικού κινήματος. Το 1911 μετείχε στις συνεδριάσεις του Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών, απ’ όπου αποχώρησε την επόμενη χρονιά ως συνιδρυτής της βραχύβιας «Σοσιαλιστικής Συνδικαλιστικής Οργανώσεως», για να καταλήξει, πολύ αργότερα, υμνητής όχι μόνο του Μεταξά αλλά και της γερμανικής κατοχής, χάρη στην οποία η Ελλάδα θα έπαυε –επιτέλους!– «να είναι διαρκώς μια χώρα “σούι γκένερις”» («Η Καθημερινή», 7/5/1941).

Εξίσου οικεία (και φαιδρά) με αυτήν την τελευταία αποστροφή ακούγονται τα χοντροκομμένα επιχειρήματα που ο πρώην σοσιαλιστής χρονογράφος επιστράτευσε το 1919, καταγγέλλοντας πιθανότατα ένα σκιάχτρο του παλιού εαυτού του:

«Εις την πρώτην επίσημον εμφάνισιν του σοσιαλιστικού κόμματος της Ελλάδος», γράφει, «ηκούσθη και μία φωνή, καλούσα τους “σκεπτομένους” να φωτισθούν και να γίνουν σημαιοφόροι του κινήματος των εργατικών τάξεων. Ταύτα ελέχθησαν εξ ονόματος της “σχολής των διανοουμένων σοσιαλιστών”. Είνε, φαίνεται, η σχολή των Ευελπίδων της κοινωνικής επαναστάσεως. Οι φοιτώντες εξέρχονται ανθυπολοχαγοί των εργατικών δικαιωμάτων, διμοιρίται σοφισμάτων, βαθμούχοι δικανικής ευγλωττίας και μίσους απεριορίστου κατά παντός ανθρώπου ο οποίος, κοπιάσας, ιδρώσας, τσακισθείς, εξησφάλισε, περί το τέρμα του βίου του, το μέλλον των παιδιών του. Πας τοιούτος, ως γνωστόν, ονομάζεται “αστός”, όπερ σημαίνει νοικοκύρης. Αλλ’ αυτό το απλούν δηλωτικόν της κοινωνικής καταστάσεως των ανθρώπων, εις τα χείλη των σοσιαλιστών είναι χλεύη, περιφρόνησις, ύβρις, στιγματισμός. Εάν είπετε εις ένα εκ των ηρώων τούτων της κοινωνικής επαναστάσεως “είσαι αστός” πιθανόν να σας φονεύση αμέσως. Μυριάκις προτιμώτερον δι’ αυτόν να τον αποκαλέσετε παραχαράκτην, Σκαρτσώραν, διαρρήκτην, παπατζήν, πορτοφολάν, παρά νοικοκύρην άνθρωπον!

− Νοικοκύρης εγώ; Τολμάτε να λέτε για μένα αυτό το πράγμα; Τώρα θα ιδήτε! Μπαμ!...

Κατ’ αυτούς ο κόσμος διαιρείται εις τους νοικοκυραίους και εις τους άλλους. Οι νοικοκυραίοι είνε οι απαίσιοι, το άχθος της Γης, οι ωμοί τύραννοι της ανθρωπότητος. Ολοι οι άλλοι είνε άγγελοι. Και την ωραίαν αυτήν διαίρεσιν την επεκτείνουν εις όλας τας εκδηλώσεις της ανθρωπίνης ζωής και εις την ποίησιν και εις την μουσικήν και εις την ζωγραφικήν και εις την γλυπτικήν. Ο Αισχύλος δεν αξίζει πέντε παράδες διά τους ανθρώπους τούτους. Είνε νοικοκύρης! Είνε αστός! Εις Ελληνικόν περιοδικόν, τουλάχιστον, όπερ εμυήθη εσχάτως εις τα μυστήρια του Μπολσεβικισμού, εδιαβάσαμε με πολλήν ιλαρότητα και τούτο συν τοις άλλοις, ότι δεν εσθανόμεθα πλέον τους “Πέρσας” του, αυτό το λαμπρόν δραματικόν ποίημα της κοσμοϊστορικής νίκης. Δεν είνε σοσιαλιστικόν! Είνε το άνθος ενός εθνικού αγώνος. Και, κατά τους κυρίους, οι εθνικοί αγώνες θα είνε του λοιπού κουραφέξαλα. Καθ’ ην στιγμήν ο Αμερικανικός ιμπεριαλισμός διεκδικεί τον κόσμον από τον Αγγλογαλλικόν τοιούτον και τα διπλωματικά ξιφίδια διασταυρώνονται μετά πολλής θερμότητος εις τα παρασκήνια, εν Αθήναις οι άγγελοι του σοσιαλισμού, αθωότατα βρέφη, ευρίσκουν ότι το τελευταίον εμπόδιόν των διά την πρόοδον είνε ακριβώς η εθνική των κληρονομιά


Πηγή: Τάσος Κωστόπουλος - ΕφΣυν
{[['']]}

Φρανθίσκο Σαμπατέ Γιοπάρτ: Μια από τις διασημότερες μορφές του ελευθεριακού αντάρτικου κινήματος


Μια από τις διασημότερες μορφές του ελευθεριακού αντάρτικου κινήματος ήταν ο Φρανθίσκο Σαμπατέ Γιοπάρτ «Ελ Κίκο» (Sabate Llopart, Francisco, “El Quico”, 1915-1960). 

Ο Σαμπατέ γεννήθηκε στη Χοσπιτάλετ της Βαρκελώνης στις 30 Μαρτίου 1915. Έγινε μέλος της CNT το 1931. 

Το 1932 δημιούργησε την ομάδα δράσης Los Novatos (Οι Πρωτάρηδες), που συνεργάστηκε με την FAI. H ομάδα συμμετείχε στην εξέγερση της 8ης Δεκέμβρη 1933 και πραγματοποίησε την πρώτη της απαλλοτρίωση (ληστεία) το 1935 για να χρηματοδοτήσει μια ομάδα στήριξης φυλακισμένων συντρόφων. 

Τον Αύγουστο του 1936, ο Σαμπατέ και ο αδερφός του Χοσέ (1910-1949) κατατάχθηκαν στην ταξιαρχία «Νεαροί Αετοί» της CNT-FAI, που οργανώθηκε από τον Χουάν Γκαρθία Ολιβέρ και πολέμησε στο μέτωπο της Αραγωνίας. Στο τέλος του εμφυλίου, ο Σαμπατέ ήταν μέλος της 26ης μεραρχίας (πρώην ταξιαρχία Ντουρρούτι) που πέρασε τα σύνορα προς τη Γαλλία. Μετά την απελευθέρωσή του από στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Βερνέ συμμετείχε ενεργά στη γαλλική αντίσταση κατά των ναζί. 

Από το 1945 και για τα επόμενα 15 χρόνια συνέχισε την ένοπλη πάλη στην Ισπανία και ειδικότερα στην Καταλωνία, στο πλαίσιο του αντάρτικου κινήματος κατά του Φράνκο. Στις 20 Αυγούστου 1945 πέτυχε την απελευθέρωση δύο φυλακισμένων συντρόφων. 

Στη συνέχεια, η ομάδα του άρχισε να πραγματοποιεί επιθέσεις κατά του φρανκικού καθεστώτος και των υποστηρικτών του, καθώς επίσης ληστείες τραπεζών και επιχειρήσεων για τη χρηματοδότηση του κινήματος. Το 1948, ο Χοσέ Σαμπατέ απελευθερώθηκε με εγγύηση από τις φυλακές Αλικάντε όπου κρατούνταν και πέρασε στην ένοπλη δράση στο πλευρό του αδερφού του. 

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ελ Κίκο έγινε ο υπ’ αριθμόν ένα δημόσιος κίνδυνος – ένας μόνιμος εφιάλτης για τις φασιστικές αρχές της Καταλωνίας. 

Στις 2 Μάρτη 1949 πραγματοποιεί μαζί με τον αδερφό του Χοσέ και τον Ουενθεσλάο Ορίβε απόπειρα δολοφονίας του αστυνομικού επιθεωρητή Εδουάρδο Κιντέλα στη Βαρκελώνη. Η ενέργεια αποτυγχάνει, και αντί του επιθεωρητή σκοτώνονται δύο άλλοι γνωστοί φασίστες.

Πολλοί από τους συντρόφους του σκοτώθηκαν ή συνελήφθησαν εκείνη την περίοδο· στις 9 Μάη του 1946 σκοτώνεται από την αστυνομία το πρώτο μέλος της ομάδας, ο Χαϊμέ Παρές «Ελ Αβισίνιο» (Jaime Pares ‘El Abisinio’). 

Στις 17 Οκτώβρη 1949, ο Χοσέ Σαμπατέ έπεσε σε ενέδρα καθώς πήγαινε σε ένα ραντεβού στην οδό Τραφάλγκαρ – είχε προδοθεί. Στην προσπάθειά του να ξεφύγει σκότωσε έναν αστυνομικό, αλλά τραυματίστηκε βαριά και αιχμαλωτίστηκε. Πέθανε λίγο αργότερα, κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο.

Ο Φρανθίσκο και ο Χοσέ Σαμπατέ δεν επιθυμούσαν την εμπλοκή του μικρότερου αδερφού τους Μανουέλ (1927-1950) στο αντιστασιακό κίνημα, μολονότι ο ίδιος ο Μανόλο είχε περάσει στο γαλλικό έδαφος το 1946 για να ενωθεί με τα αδέρφια του. 

Το Σεπτέμβρη του 1949, ενώ ο Φρανθίσκο βρισκόταν σε μια γαλλική φυλακή και ο Χοσέ συμμετείχε σε μια ομάδα δράσης στην Ισπανία, ο Μανουέλ εντάχθηκε στην αντάρτικη ομάδα του Ραμόν Βίλα Καπντεβίλα. Λίγο καιρό αργότερα, η ομάδα έπεσε σε ενέδρα και αναγκάστηκε να διασπαστεί. Ο Μανόλο πιάστηκε αιχμάλωτος. Δικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες από στρατιωτικό δικαστήριο, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 24 Φλεβάρη 1950. Η εκτέλεσή του ήταν μια πράξη εκδίκησης των φασιστικών αρχών για τη δράση των δύο αδερφών του.

Ο ίδιος ο Φρανθίσκο Σαμπατέ κατόρθωσε πολλές φορές να ξεφύγει από αντίστοιχα μπλόκα της αστυνομίας. Στις 30 Δεκέμβρη 1959 πέρασε για τελευταία φορά τα γαλλοϊσπανικά σύνορα και στις 5 Γενάρη 1960 σκοτώθηκε στο Σαντ Θελόνι της Καταλωνίας από μονάδες της χωροφυλακής και της Σοματέν (Somaten – παραστρατιωτικό σώμα που δρούσε σε συνεργασία με τη χωροφυλακή για την κατάπνιξη της αντίστασης), μετά από περιπετειώδη καταδίωξη. Οι τέσσερις σύντροφοί του που τον συνόδευαν στο ταξίδι σκοτώθηκαν επίσης σε εκείνη την επιχείρηση: ο Αντόνιο Μιράκλε Χιτάρτ, 29 ετών· ο Ροχέλιο Μαδριγκάλ Τόριες, 27 ετών· ο Φρανθίσκο Κονέζα Αλκάραθ, 39 ετών· και ο Μαρτίν Ρουίθ Μοντόγια, 20 ετών. Ο Σαμπατέ κατόρθωσε και πάλι να ξεφύγει και να φτάσει σχεδόν μέχρι τη Βαρκελώνη, αλλά πέθανε λίγες ώρες αργότερα από τις πληγές του. Την επομένη του θανάτου του, οι ισπανικές εφημερίδες έγραψαν:

«Το τέλος ενός bandolero. Ήταν 08. 26΄. Στη διασταύρωση των οδών Ματόρ και Σαν Τεθλά στο Σαντ Θελόνι, κρατώντας σφιχτά το πολυβόλο Τόμπσον που είχε στην κατοχή του, κειτόταν νεκρός ο θλιβερά διάσημος Φρανθίσκο Σαμπατέ Γιοπάρτ».

Οι απαλλοτριώσεις που πραγματοποιούσε η ομάδα του Σαμπατέ συνοδεύονταν από σημειώματα που άφηναν οι «επισκέπτες» αφού τελείωναν τη «δουλειά» – όπως αυτό που ακολουθεί, το οποίο άφησαν φεύγοντας από το σπίτι ενός πλούσιου καταστηματάρχη, του Μανουέλ Γκαρίγκα, και το οποίο αναδεικνύει το στέρεο πολιτικό υπόβαθρο αλλά και την προσωπική ακεραιότητα των ανταρτών:

«Δεν είμαστε ληστές, είμαστε ελευθεριακοί μαχητές της αντίστασης. Αυτά που πήραμε θα βοηθήσουν σε ένα μικρό βαθμό να τραφούν τα ορφανά παιδιά των αντιφασιστών που εκτελέστηκαν από εσένα και τους ομοίους σου, τα οποία λιμοκτονούν. Είμαστε άνθρωποι που δεν ικετέψαμε ποτέ ούτε πρόκειται να ικετέψουμε για εκείνα που μας ανήκουν. Θα παλεύουμε για την ελευθερία της ισπανικής εργατικής τάξης όσο έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε. Όσο για σένα, Γκαρίγκα, σου χαρίσαμε τη ζωή μολονότι είσαι ένας κλέφτης και δολοφόνος, γιατί εμείς ως ελευθεριακοί εκτιμούμε την αξία της ανθρώπινης ζωής, κάτι που εσύ ποτέ δεν κατάλαβες ούτε είναι πιθανό να καταλάβεις».

Ο Φαθέριας, ο Καπντεβίλα και ο Σαμπατέ ήταν οι αντάρτες εκείνοι που ανέπτυξαν την πιο έντονη αντιστασιακή δράση στην Καταλωνία μετά το 1952. Την περίοδο 1945 46, οι ομάδες τους δρούσαν υπό το όνομα Ελευθεριακό Κίνημα Ισπανίας (Movimiento Libertario Español – ΜLΕ) που συνένωνε τις οργανώσεις CNT, FAI, FIJL στη Γαλλία, και κατά καιρούς μοίραζαν προκηρύξεις με την υπογραφή της FIJL.

Στη συνέχεια (1947-48) υιοθετήθηκε το όνομα Ελευθεριακό Κίνημα Αντίστασης (Mouvement Libertaire de Résistance – MLR). Ενώ στην αρχή η αντάρτικη δράση ήταν σχετικά ενιαία (καθώς οι ομάδες που σχηματίστηκαν στην Καταλωνία και την Αραγωνία ήταν ενταγμένες στη CNT), στη συνέχεια αποκτά περισσότερο αυτόνομο χαρακτήρα, καθώς όλες σχεδόν οι πολιτικές οργανώσεις εγκαταλείπουν την ένοπλη πάλη. Το 1955, μετά την άρνηση της CNT να δημιουργήσει ένοπλες ομάδες στο εσωτερικό της Ισπανίας (με το επιχείρημα ότι η πάλη ενάντια στο Φράνκο έπρεπε να γίνει με μέσα που θα επέτρεπαν την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή του πληθυσμού), ο Σαμπατέ ιδρύει με μερικούς συντρόφους τις «Αναρχοσυνδικαλιστικές Ομάδες» (Grupos anarcosindicalistas), των οποίων το όργανο ήταν «Η Μάχη» (El Combate). Στις 29 Απριλίου μοιράζουν στην πόλη της Βαρκελώνης χιλιάδες προκηρύξεις με αφορμή την Πρωτομαγιά. Στις 29 Σεπτεμβρίου, καθώς ο Φράνκο βρίσκεται στη Βαρκελώνη, ο Σαμπατέ μοιράζει εκ νέου προκηρύξεις με το εξής κείμενο:

«Αντιφασιστικέ λαέ. Ήδη εδώ και μερικά χρόνια υπομένεις το Φράνκο και τους πληρωμένους δολοφόνους του. Δεν είναι αρκετό να επικρίνεις αυτό το διεφθαρμένο καθεστώς της αθλιότητας και του τρόμου. Τα λόγια είναι λόγια. Χρειάζεται δράση. Κάτω η τυραννία! Ζήτω η ενότητα του ισπανικού λαού!

Ελευθεριακό Κίνημα Ισπανίας»

Το Μάρτη του 1956, ο Σαμπατέ σχηματίζει μια καινούρια ομάδα μαζί με τον Φαθέριας. Πραγματοποιούν ληστείες και εκτελούν έναν αξιωματικό της αστυνομίας. Στη συνέχεια, ο Σαμπατέ επιστρέφει στη Γαλλία μέχρι το 1959. Εκείνο το διάστημα σκοτώνεται ο Φαθέριας. 

Το Γενάρη του 1960 σκοτώνεται ο Ελ Κίκο, ενώ το 1963 πέφτει νεκρός και ο Καπντεβίλα. Οι εξόριστες οργανώσεις επικρίθηκαν από τους αντάρτες για την απροθυμία τους να στηρίξουν το ένοπλο κίνημα και για την απουσία τους από το πεδίο της πάλης στο εσωτερικό της Ισπανίας. Στις 8 Δεκέμβρη του 1957, οι «Αναρχοσυνδικαλιστικές Ομάδες» έστειλαν την εξής επιστολή στην εξόριστη CNT FAI: «Συνεχίζουμε και θα συνεχίσουμε την πάλη μας σε σχέση με την Ισπανία, στην Ισπανία, και θεωρούμε ότι η αδράνεια είναι ο θάνατος του επαναστατικού πνεύματος. Μαζί με την αλληλεγγύη προς τους φυλακισμένους αδερφούς μας, θα κάνουμε τη φωνή του αναρχισμού να ακουστεί σε κάθε γωνιά της Ισπανίας».

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από τη μπροσούρα "Η Ένοπλη Αντίσταση στη Δικτατορία του Φράνκο" που εκδόθηκε το Δεκέμβρη του 2008 από το Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι. Τα βιογραφικά στοιχεία έχουν αντληθεί από τη μπροσούρα του ισπανού αναρχικού και ιστορικού, Antonio Tellez, The anarchist resistance to Franco, Kate Sharpley Library: 1994.

Πηγή: landandfreedom.gr

{[['']]}

Γεώργιος Ιβάνωφ: Ενας από τους μεγαλύτερους σαμποτέρ των Συμμάχων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 4/1/1943


Σαν σήμερα πριν από 80 χρόνια (4/1/1943) οι Γερμανοί κατακτητές εκτελούσαν τον Γέρζι (Γεώργιο) Ιβανόφ και τους Έλληνες συνεργάτες του. Οι Ναζί είχαν επικηρύξει με 2 εκατομμύρια δραχμές, έναν από τους σπουδαιότερους (αν όχι τον σπουδαιότερο) σαμποτέρ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Πολωνός υπεραθλητής του Ηρακλή, που μεγάλωσε και αγάπησε την Ελλάδα, έπεφτε νεκρός, αφού πρώτα προσπάθησε για μια ακόμη φορά να ξεφύγει. Μια ριπή τον τραυμάτισε στο πόδι, οι δήμιοι του, τον έδεσαν σε ένα στύλο και τον εκτέλεσαν. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, πρόλαβε να φωνάξει ένα ζήτω για τις δυο πατρίδες του. Την Ελλάδα και την Πολωνία.

Μαζί με τον Ιβανόφ, οι κατακτητές εκτελούσαν και τους Έλληνες συνεργάτες του. Είχαν συλληφθεί στο σπίτι του Ιωάννη Κοντόπουλου, μετά από προδοσία κι αφού οι ναζί αναζητούσαν λυσσασμένα τους υπεύθυνους για το σαμποτάζ στο εργοστάσιο Μαλτσινιώτη, που στοίχισε δεκάδες ή και εκατοντάδες ακόμα, χαλασμένα αεροπλάνα κι ενώ η Λουτβάφε προσπαθούσε να υποστηρίξει την στρατιά του Ρόμελ στην Βόρειο Αφρική.

Ένα κορυφαίο σαμποτάζ στα χρονικά της ελληνικής αντίστασης (αλλά και ολόκληρου του ΒΠΠ), για πολλούς ανώτερο -σε τελικό αποτέλεσμα- από την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, η οποία βέβαια είχε μεγαλύτερο συμβολικό χαρακτήρα και έγινε από ένοπλες αντιστασιακές ομάδες (ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ) σε συνεργασία με Βρετανούς σαμποτέρ.

Στην περίπτωση της ΠΥΡΚΑΛ (αυτό ήταν το εργοστάσιο Μαλτσινιώτη) το σαμποτάζ που οργάνωσε ο Ιβανόφ και ανέλαβαν να το κάνουν πράξη οι ΕΑΜίτες εργάτες (εκτελέστηκαν ένα μήνα αργότερα στην Καισαριανή) έγινε μέσα στην πόλη, κάτω από την μύτη των ναζί, που δεν καταλάβαιναν πως οι κινητήρες των αεροπλάνων Junkers Ju 87 και Stuka, παρουσίαζαν ανεπανόρθωτες βλάβες, λίγο μετά την απογείωση τους.

Μια συναρπαστική ιστορία, που αγγίζει τα όρια του μύθου, θα μπορούσε να είναι ένα ωραίο σενάριο μιας κινηματογραφικής ταινίας, είναι όμως ολότελα αληθινή και σχεδόν λησμονημένη, όπως ολόκληρο το έπος της ελληνικής αντίστασης στην γερμανική κατοχή.

Ο ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ ΥΠΕΡΑΘΛΗΤΗΣ

Όταν εκτελέστηκε ο Γεώργιος Ιβανόφ, η Ιβανώφ όπως τον μάθαμε στην Ελλάδα (με την ορθογραφία της εποχής), ήταν 32 ετών. Κι είχε προλάβει να ζήσει δέκα ζωές. Γεννημένος στη Βαρσοβία από τον κόμη Βλαδίμηρο Ιβανόφ, αξιωματικού του τσαρικού στρατού και της Λεονάρντα Σαϊνόβιτς. Αργότερα η μητέρα του γνώρισε τον Ιωάννη Λαμπριανίδη, τον οποίο (μαζί με τον γιο της) ακολούθησε στην Θεσσαλονίκη το 1926.

Ο ευρυμαθής νεαρός γράφτηκε στο γαλλικό Λύκειο της πόλης, έμαθε ελληνικά και γαλλικά (ενώ ήδη μιλούσε πολωνικά και ρωσικά) και διακρίθηκε αμέσως για την έφεση του στα σπορ. Ως αθλητής του Ηρακλή διέπρεψε στην κολύμβηση και στο πόλο, ένα άθλημα που υπηρέτησε και σαν φοιτητής στο Βέλγιο. Στο πανεπιστήμιο του Louvain σπούδασε γεωπόνος-μηχανικός, κολυμπούσε σαν τορπίλη, ενώ έπαιζε πόλο σε ομάδα της Βαρσοβίας, φτάνοντας να πάρει τη θέση του φουνταριστού στην Εθνική Πολωνίας.

Μετά το Βέλγιο, βρέθηκε στο Παρίσι όπου συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο Ινστιτούτο Αποικιακής Γεωπονίας και εν τέλει επέστρεψε στην Ελλάδα. Βλέποντας τους Ναζί να καταλαμβάνουν και τις δυο πατρίδες του, φούντωσε μέσα του η φλόγα της ελευθερίας. Όταν μάλιστα φιλοξενεί στο σπίτι του μέλη πολωνικών αντιστασιακών οργανώσεων, μπαίνει στο μυαλό του η ιδέα να βρεθεί μαζί τους στη Μέση Ανατολή. Η οικογένεια του αντιδρά, αλλά ο ριψοκίνδυνος και ατρόμητος Ιβανόφ, φεύγει μια μέρα, πρώτα για την Αθήνα και στη συνέχεια για την Παλαιστίνη, όπου παρουσιάζεται στον πολωνικό στρατό.

Η αθλητική του υποδομή, ωστόσο, σε συνδυασμό με τις γλώσσες που μιλούσε τον είχαν μετατρέψει σε ιδανικό πρότυπο για μυστικό πράκτορα. Την εκπαίδευση του αναλαμβάνει η βρετανική SOE (Special Operations Executive) και στις 13 Οκτωβρίου 1941 το αγγλικό υποβρύχιο Thunderbolt τον αποβιβάζει στην ακτή ανάμεσα σε Άγιο Ανδρέα και Νέα Μάκρη. Η αποστολή του είναι να οργανώσει αντιστασιακές ομάδες και να κάνει όσα σαμποτάζ μπορεί. Αποδεικνύεται λαβράκι, αφού πρώτα λίγο έλειψε όλα να καταστραφούν. Ένας παιδικός του φίλος τον προδίδει στους Γερμανούς, που τον συλλαμβάνουν. Ο Ιβανόφ, δραπετεύει, επικηρύσσεται με 500.000 δραχμές, καταφέρνει όμως να βρει ανθρώπους εμπιστοσύνης και να ξεκινήσει την έδρα του.

Έρχεται σε επαφή με τον Ιωάννη Κοντόπουλο και τον Βασίλη Μαλιόπουλο. Αμφότεροι αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού, που είχαν ιδρύσει την Οργάνωση Αντίσταση Γένους κι οι οποίοι του παρέχουν στέγη και πληροφορίες. Ο Ιβανόφ πιάνει δουλειά στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά με το όνομα Κυριάκος Παρίσσης και αρχίζει τις παράτολμες ενέργειες του.

Στις 14 Μαρτίου 1942, ημέρα που υπογράφηκε το "κατοχικό δάνειο" (η κλοπή δηλαδή 200 και πλέον εκατομμυρίων μάρκων, που υποχρεώθηκε να πληρώσει η Ελλάδα στους κατακτητές, δανεικά και αγύριστα, φυσικά) ο Ιναβόφ ανατινάζει το υποβρύχιο U-133, έξω από την Σαλαμίνα.

Τον Μάιο, κάνει δολιοφοθορά στο ισπανικό ατμόπλοιο San Isidore, που έκανε λαθρεμπόριο για λογαριασμό των Γερμανών. Το πλοίο βυθίζεται στο λιμάνι του Πειραιά. Τρεις μήνες μετά, τοποθετεί μια μαγνητική νάρκη σε άλλο υποβρύχιο (U-372) το οποίο βυθίζεται στη συνέχεια από τους συμμάχους. Η είδηση ότι την Αθήνα προγραμμάτιζε να επισκεφθεί ο Μπενίτο Μουσολίνι, τον κινητοποιεί να ετοιμάσει τη δολοφονία του Ντούτσε. Το πλήρως επεξεργασμένο σχέδιο δεν μπαίνει ποτέ σε εφαρμογή, αφού ο Ιταλός δικτάτορας δεν έρχεται ποτέ στην Ελλάδα.

Ήδη, όμως, έχει ξεκινήσει μια άλλη δολιοφθορά, που έμελλε να είναι ένα από τα μεγαλύτερα σαμποτάζ που έγιναν στην κατακτημένη Ευρώπη.

ΕΚΕΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΥΜΗΤΤΟ...

Το εργοστάσιο Μαλτσινιώτη, η ΠΥΡΚΑΛ δηλαδή, είναι ένας εμβληματικός χώρος για τον Υμηττό. Εκεί εργάστηκε η πλειοψηφία των κατοίκων της περιοχής, πριν και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Τρεις από τις τέσσερις αδερφές της μητέρας μου πέρασαν την πύλη, που στέκει ακόμη, μισογκρεμισμένη λίγο πριν την πλήρη απαλλοτρίωση του χώρου για την μεταγκατάσταση εννά Υπουργείων, όπως ορίζεται από το νέο "σχέδιο αναβάθμισης" (λέμε τώρα) της περιοχής.

Οι αδερφοί Μαλτσινιώτη πουλούσαν όπλα και φυσίγγια στο Μοναστηράκι το 1887, ένα χρόνο αργότερα μετακόμισαν στο Ψυχικό και το 1890 αγόρασαν την γνωστή σε όσους μένουν στον δήμο Υμηττού-Δάφνης, έκταση.

Ο ανταγωνισμός με το "Ελληνικό Πυριτιδοποιείον ΑΕ" ήταν πολύ έντονος. Ένας πόλεμος δηλαδή για τις παραγγελίες υλικού από το κράτος, που σταμάτησε μόνο όταν έγινε η συγχώνευση και ο μετασχηματισμός τους σε Εταιρεία Ελληνικού Πυριτοδοποιείου και Καλυκοποιείου. Στην αρχή χρησιμοποιούνταν τα αρχικά ΕΕΠΚ και ΕΠΚ, μετά καθιερώθηκε το ΠΥΡΚΑΛ.

Ακόμη, όμως, κι όταν η εταιρεία πέρασε στα χέρια του Πρόδρομου Μποδοσάκη-Αθανασιάδη, οι Υμηττιώτες αναφέρονταν πάντα στο εργοστάσιο Μαλτσινιώτη. Το εργοστάσιο και ολόκληρο το υλικό του παραδόθηκε αύτανδρο στους ναζί (ανυπολόγιστης αξίας το συνολικό κόστος) όταν η σβάστικα ανέβηκε στην Ακρόπολη. Ο Μποδοσάκης είχε προλάβει να αποχωρήσει από την κατεχόμενη Ελλάδα, με τους Γερμανούς να δίνουν προτεραιότητα στην επισκευή των κινητήρων των αεροπλάνων, που χρησιμοποιούσαν στις επιχειρήσεις τους στην Β.Αφρική.

Οι κατακτημένοι Έλληνες δεν θα σκύψουν εύκολα το κεφάλι. Οι αντιστασιακές οργανώσεις ξεπηδούν γρήγορα, με κορυφαία βέβαια το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Το ΕΑΜ οργανώνει ένα πρωτοφανές δίκτυο και από ένα σημείο και μετά βρίσκεται παντού. Το εργοστάσιο Μαλτσινιώτη δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Ο Γιώργος Κολλημένος από τον Βύρωνα και ο Αυρύλιος Βαρκάδος πρωτοστατούν για την δημιουργία του ΕΑΜικου πυρήνα.

Με αυτόν θα έρθει σε επαφή η ομάδα του Γιώργου Ιβανόφ, ώστε να ολοκληρωθεί το σαμποτάζ μέσα στο εργοστάσιο. Λέγεται, χωρίς να έχει εξακριβωθεί αν πρόκειται για αλήθεια ή μύθο, ότι ο Ελληνοπολωνός σαμποτέρ, σύχναζε σε ένα καφενεδάκι, έξω από την κεντρική πύλη, ρακένδυτος και φορώντας πλε γυαλιά, υποδυόμενος έναν Αρμένιο άστεγο. Με αυτή την μεταμφίεση, υποτίθεται ότι οργάνωσε το σχέδιο της δολιοφθοράς.

ΤΙ ΕΡΙΧΝΑΝ ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΤΗΡΕΣ

Οι ΕΑΜιτες εργάτες μαζί με τους συνοδοιπόρους τους ξεκινούν το σαμποτάζ, που για αρκετό καιρό είναι ένα άλυτο μυστήριο για τους Γερμανούς. Με ένα σχεδόν μαγικό τρόπο, ενώ φαινομενικά οι κινητήρες των αεροπλάνων περνούσαν τον ποιοτικό έλεγχο, άρα ήταν έτοιμοι να συναρμολογηθούν στα Γιούνγκερ και τα Στούκας, στην ουσία είχαν προγραμματιστεί να καταστραφούν με την απογείωση του αεροσκάφους!

Η Λεονάρδα Λαμπριανίδου ανιψιά του Γιώργου Ιβανόφ είχε διηγηθεί πριν από τρία χρόνια στα "Νέα" ότι οι σαμποτέρ έριχναν στον κινητήρα ρινίσματα σιδήρου, ο οποίος δεν μπορούσε να εντοπιστεί στον έλεγχο πριν παραδοθούν οι κινητήρες προς χρήση.

Ο παλαίμαχος κομμουνιστής Νίκος Καραθάνος στο βιβλίο "ιστορία της αντίστασης 1940-45" διηγήθηκε την δική του εκδοχή: "Στου Μαλτσινιώτη οι σύντροφοί μας είχαν σκεφτεί να βάλουν σε πράξη μια μέθοδο σαμποτάζ: να καταστρέφουν τον κινητήρα, όταν το αεροπλάνο πετάξει για δοκιμή μ’ αυτόν τον κινητήρα και κάνει ελιγμό ή στροφή. Όλα τα αεροπλάνα κάνουν δοκιμή στροφής, ανάστροφης που λένε. Ρίχνανε λοιπόν μέσα στον κινητήρα μετά τον ποιοτικό έλεγχο και λίγο πριν την συναρμολόγηση παξιμάδια (μεταλλικό εξάρτημα που βιδώνει γύρω από μια βίδα).

 Τα παξιμάδια αυτά επειδή είναι βαριά, όταν λειτουργεί το αεροπλάνο σε ευθεία πλεύση βρίσκονται στο κάτω μέρος, στο κόρτερ, όταν όμως αναποδογυριζόταν το αεροπλάνο γύριζαν προς τα πάνω, τα άρπαζε ο στροφαλοφόρος, ο άξονας κι έτσι ο κινητήρας έσπαζε. Με αυτόν τον τρόπο έκαναν πολλά σαμποτάζ, κατέστρεψαν 65 κινητήρες με αποτέλεσμα να πέσουν πολλά εχθρικά αεροπλάνα και να χαθούν δεκάδες Γερμανοί αεροπόροι, αλλά τελικά τους ανακαλύψανε, τυχαία. Ένα αεροπλάνο δεν καταστράφηκε και οι Γερμανοί βρήκαν μέσα στον κινητήρα τα παξιμάδια που είχαν ρίξει οι δικοί μας"

Η Ιωάννα Τσάτσου, στο εμβληματικό της βιβλίο-ημερολόγιο "φύλλα κατοχής", φιλοξενεί την αφήγηση της μητέρας του Ηλία Αλεβιζάκη, ενός εκ των πρωταγωνιστών του σαμποτάζ: "Αυτές τις μέρες μια μουντή ανησυχία βασίλευε στο επιταγμένο εργοστάσιο του Μαλτσινιώτη. Οι Γερμανοί ήταν ανάστατοι. Οι κινητήρες αεροπλάνων που κατασκεύαζε το εργοστάσιο δε λειτουργούσαν κανονικά. Ο Ηλίας Αλεβιζάκης μαζί με τον Βασίλη Ιωαννίδη και τον Βαρκάδο, και οι τρεις εργάτες, πήγαιναν το πρωί στη δουλειά τους με το στόμα γεμάτο μεταλλικά θρύμματα. Αυτά τα θρύμματα τα φυσούσαν μέσα στις μηχανές των αεροπλάνων. Τα αεροπλάνα έπεφταν ή δεν ξεκινούσαν. Οι κινητήρες καταστρέφονταν.

Οι γερμανοί έψαχναν με πείσμα να βρουν την αιτία του κακού. Είχαν λύσει πάνω από τριάντα κινητήρες για να βεβαιωθούν πως σε όλους εύρισκαν τα ίδια τριμμένα ελάσματα. Ο Αλεβιζάκης γνώριζε πως θα τον έπιαναν και μπορούσε να φύγει. Λάτρευε όμως τη μάνα του. Την αγαπούσε και τη λυπότανε. Την έβλεπε κάθε μέρα να παλεύει μόνη της ,από τα ξημερώματα, για τα πέντε ανήλικα αδέρφια του. Έτρεμε μη της συμβεί κακό. Λίγες μέρες έκανε τον άρρωστο. Μα όταν πήγαν να τον πιάσουν παραδόθηκε"

Η έκταση του σαμποτάζ ήταν πολύ μεγάλη. Δεν έχει εξακριβωθεί ο αριθμός των αεροσκαφών που κατέπεσαν, γίνεται λόγος ακόμη και για 400 χαλασμένα αεροπλάνα, είναι όμως αλήθεια ότι οι Γερμανοί θορυβήθηκαν και ανακάλυψαν το τι είχε συμβεί από ένα τυχαίο γεγονός.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Στο μεταξύ οι κατοχικές αρχές έχουν ανεβάσει την επικήρυξη του Ιβανόφ σε 2 εκατομμύρια δραχμές. Δυο αδέρφια που είχαν προσφέρει καταφύγιο στον Ελληνοπολωνό, τον καταδίδουν στην Γκεστάπο.

Ο συγγραφέας και ιστορικός Απόστολος Κοκόλιας γράφει: "Καθυστερημένα οι Γερμανοί, στις 8 Σεπτεμβρίου 1942, ανακάλυψαν τη δολιοφθορά και εντόπισαν τους δράστες. Συνέλαβαν στο σπίτι του Ιωάννη Κοντόπουλου τους Γ.Ιβανόφ, Αυρ.Βαρκάδο, Βασ.Ιωαννίδη, Ηλία Αλεβιζάκη, Μπουλαντέρη, Βασ.Μαλλιόπουλο, το γιατρό Δημ.Γιαννάτο και τον Καζάκο, τους πέρασαν από στρατοδικείο και τους εκτέλεσαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Τους Ιβανόφ (ενώ προσπαθούσε πάλι να αποδράσει) στις 4/1/43 και τους υπόλοιπους στις 6/2/43. Αργότερα εκτέλεσαν και τη σύζυγο του Γιαννάτου, Μαριάννα.

Όσους απ' αυτούς εργάζονταν στου Μαλτσινιώτη τους πέρασαν πρώτα από στρατοδικείο που στήθηκε μέσα στη μεγάλη αίθουσα του μηχανουργείου του εργοστασίου και το παρακολούθησαν υποχρεωτικά για παραδειγματισμό όλοι οι εργάτες, ακόμα και από άλλα παρόμοια εργοστάσια"

ΑΝΙΚΗΤΟΣ, ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Ο Ιβανόφ αντιμετώπισε με περισσό θάρρος την καταδίκη του σε θάνατο από τους Γερμανούς. Ακόμη κι όταν οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα, εκεί όπου σχεδόν όλοι αποδέχονται το τέλος, αυτός προσπάθησε να αποδράσει! Ζήτησε από τον ιερέα που συνόδευε τους μελλοθάνατους να του δέσει τα κορδόνια, που οι Γερμανοί τα ήθελαν σε όλους λυμένα ώστε να μην μπορούν να τρέξουν.

Όταν ο παπάς τα έδεσε και καθώς με ένα ταχυδακτυλουργικό τρόπο έβγαλε τις χειροπέδες (κόλπο που είχε μάθει στην εκπαίδευσή του από την SOE) επιτέθηκε στους φρουρούς και άρχισε να τρέχει προς τον μαντρότοιχο του Σκοπευτηρίου. Ένας από τους στρατιώτες κατάφερε να τον τραυματίσει στο πόδι. Η παρέμβαση του ιερέα προς τον επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος και η υπενθύμιση "δεν εκτελούνται ποτέ τραυματίες" έπεσε στο κενό. "Αυτός πρέπει να πεθάνει" είπε ο Γερμανός και ο Ιβανόφ εκτελέστηκε δεμένος σε ένα στύλο. Μόνο έτσι μπορούσαν να τον νικήσουν οι ναζί.

Τον Γιώργο Ιβανόφ έχουν τιμήσει τόσο η Ελλάδα όσο και η Πολωνία (αλλά και η Αγγλία) με ειδικές εκδηλώσεις. Ο Ηρακλής ονόμασε το κλειστό γυμναστήριο του συλλόγου σε Ιβανόφειο, ενώ διοργάνωσε αρκετές φορές τα Ιβανόφεια, αθλητικούς αγώνες στη Θεσσαλονίκη. Τον περασμένο Ιούνιο, με αφορμή τα 200 χρόνια από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, τα πολωνικά ταχυδρομεία κυκλοφόρησαν ένα συλλεκτικό γραμματόσημο προς τιμήν του ήρωα της αντίστασης.

Παρά την σιωπή της επίσημης Πολιτείας για πολλά χρόνια, η μνήμη των τριών αγωνιστών του εργοστασίου, παραμένει ζωντανή.

Η Ιωάννα Τσάτσου στα "Φυλλα Κατοχής" περιγράφει το δραματικό τέλος και την σκληρή πραγματικότητα της κατοχής: "Έγινε η δίκη των τριών παλλικαριών στις πέντε του Φλεβάρη, μπροστά σ’ όλο το προσωπικό του εργοστασίου για παραδειγματισμό. Η απόφαση θεωρήθηκε τελεσίδικη την ίδια μέρα. Χτες το πρωί τους τουφέκισαν. Πολλοί είναι εκείνοι που μένουν χωρίς προστάτη με όλες αυτές τις εκτελέσεις. Με τη χτεσινή, μένει έρημη η μάνα του Αλεβιζάκη, με πέντε ανήλικα. Του Ιωαννίδη η γυναίκα, το παιδί, η μάνα, η αδερφή κι ένας αδερφός με κρυοπαγήματα. Του Βαρκάδου, η άρρωστη μητέρα".

Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί. Και ταυτόχρονα υπερβατικοί ήρωες. Σαν τα άλλα παιδιά του Υμηττού, τους τρεις ΕΠΟΝιτες (Δημήτρης Αυγέρης, Κωσταντίνος Φολτόπουλος και Θάνος Κιοκμενίδης) που ένα χρόνο αργότερα έγραφαν την δική τους ιστορία.. Η εφτάωρη μάχη για να μην πέσει η αποθήκη πυρομαχικών του ΕΛΑΣ στα χέρια των 200 Γερμανών και ταγματασφαλιτών που πολιορκούσαν το μικρό σπίτι, το κάστρο του Υμηττού...

***

Πηγές: Εφημερίδα "Τα Νέα": Γεώργιος Ιβανώφ: ο ήρωας σαμποτέρ της Αντίστασης /Bluearena.gr: Γ.Ιβανώφ: Κορυφαίος σαμποτέρ, ήρωας δύο λαών/ Vironasipolimas.blogspot.com: 'Ηρωες στη σκιά του Γοργοπόταμου/ Εφημερίδα Επικοινωνώ: Απόστολος Κοκόλιας: Το σαμποτάζ των αεροπλάνων/ Ιωάννα Τσάτσου: Φύλλα κατοχής μέσω news247

{[['']]}

Το διχαστικό βασιλικό διάγγελμα που άναψε «φωτιές»


Το πρωτοχρονιάτικο διάγγελμα του 1966 τού τότε βασιλιά Κωνσταντίνου έβαλε «φωτιά» στο ήδη ταραγμένο πολιτικό σκηνικό. Το Παλάτι με «εμφυλιοπολεμική γλώσσα» χαρακτήρισε τον κομμουνισμό ως «μίασμα» και διαχώρισε τους Ελληνες «σε εθνικά κόμματα» και «οργανωμένους εσωτερικούς εχθρούς».

Ενα πρωτοχρονιάτικο διάγγελμα του τότε βασιλιά Κωνσταντίνου έβαλε, τις πρώτες μέρες του 1966, «φωτιά» στο ήδη ταραγμένο πολιτικό σκηνικό.

Το διάγγελμα του νεαρού βασιλιά «με γλώσσα αστυνομική και επιχειρηματολογία που χρησιμοποιούνταν στις χειρότερες στιγμής του εμφυλίου πολέμου», όπως σημείωνε, σε ανακοίνωσή της, η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ), προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις.

Ο κόσμος όχι μόνο απείχε, αντίθετα με τις συνήθειες της εποχής και τις βασιλικές προσδοκίες, από την καθιερωμένη δοξολογία στη Μητρόπολη, αλλά μετέτρεψε σε δημοκρατική διαδήλωση τον εορτασμό των Θεοφανίων στον Πειραιά.

Επίσης την αντίθεσή τους εξέφρασαν, άλλα ηπιότερα και άλλα εντονότερα, τα κόμματα ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, όπως αποτυπώθηκε στο Τύπο.

Κάπως έτσι, το Παλάτι βρέθηκε απομονωμένο στον ολισθηρό δρόμο της πολιτικής ανωμαλίας, που είχε επιλέξει να ακολουθήσει ξεκινώντας με την ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης του Γεώργιου Παπανδρέου και κατάληξη τη στρατιωτική δικτατορία του 1967.

Η «πραξικοπηματική» ανατροπή της κυβέρνησης Παπανδρέου έγινε τον Ιούλιο του 1965, όταν άρχισαν βουλευτές να αποχωρούν (αποστατούν) από την Ενωση Κέντρου και να επιχειρούν να σχηματίσουν κυβέρνηση με τη στήριξη των βουλευτών της «προγόνου» της Ν.Δ., της ΕΡΕ, και του Κόμματος των Προοδευτικών, του μετέπειτα «πρωθυπουργού» της δικτατορίας, Σπ. Μαρκεζίνη.

Επειτα από δύο αποτυχημένες προσπάθειες σχηματίστηκε κυβέρνηση των αποστατών υπό τον Στεφ. Στεφανόπουλο, η οποία βρέθηκε, την Πρωτοχρονιά του 1966, να πρέπει να «απολογηθεί» για το «εμπρηστικό» βασιλικό διάγγελμα.

Σε αυτό, ο Κωνσταντίνος αντί για ευχές και ενωτικό λόγο επέλεξε, με διχαστικό λόγο, όπως είχαν επισημάνει εφημερίδες της εποχής:

1. Να αναλάβει, ουσιαστικά, την ευθύνη της αποστασίας, δηλαδή την ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης και την πολιτική ανωμαλία, αποδίδοντάς την στην εξασφάλιση της γαλήνης και της προόδου του ελληνικού λαού.«Εις δύσκολους στιγμάς εχρειάσθη να λάβω σοβαράς αποφάσεις», είπε, χαρακτηριστικά, ευχαριστώντας «όλους όσους με εβοήθησαν διά να ευρεθή η καλυτέρα διά το έθνος λύσις».

2. Να χωρίσει τους Ελληνες σε «εθνικά κόμματα» και σε «οργανωμένους εσωτερικούς εχθρούς του Εθνους».

3. Να επιχειρήσει να δώσει ιδεολογική υπόσταση στις ενέργειές του αναφέροντας ότι «ο κομμουνισμός αποτελεί μίασμα», το οποίο μπορεί να μολύνει «πάντα ερχόμενον εις επαφήν με αυτόν, άτομον ή ομάδα, πάντα καλόν Ελληνα, μη διαβλέποντα τον κίνδυνον».

Οπως προκύπτει από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων της εποχής η εντονότερη αντίδραση προήλθε από την ΕΔΑ.

Η Ενωση Κέντρου, αν και αρχικά άφησε να διαρρεύσει ένα οξύ σχόλιο σε βάρος του βασιλιά, ότι με το διάγγελμα «ανανεώνει την συνταγματικήν εκτροπήν και την πολιτικήν οξύτηταν», στη συνέχεια θέλοντας να αποφύγει την ταύτιση με την ΕΔΑ το χαρακτήρισε απλά ως «βαρύ λάθος».

Ομως, διακριτές αποστάσεις από το βασιλικό διάγγελμα πήραν και οι ηγέτες των δύο κομμάτων (Π. Κανελλόπουλος της ΕΡΕ και Σπ. Μαρκεζίνης), που στήριζαν την κυβέρνηση των αποστατών.

«Το διάγγελμα του βασιλέως είχε δυσμενή απήχηση [...] και εις τους κύκλους των κομμάτων της συμπολιτεύσεως και συγκεκριμένως εις την ΕΡΕ και τους Προοδευτικούς, διότι και ούτοι εκ των βασιλικών λόγων διαβλέπουν ότι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος θέλει [...] να έχη ενεργόν ανάμειξιν εις την πολιτικήν την οποίαν και να κατευθύνη, πράγμα το οποίον ημπορεί μεν σήμερον να ευνοή τας επιδιώξεις των κομμάτων της δεξιάς αλλά αύριον μπορεί να αποβή και εις βάρος των [...]», εξηγούσε η «κεντρώα» εφημερίδα «Μακεδονία».

Μάλιστα, παρά τις κυβερνητικές διαψεύσεις φαίνεται ότι Κανελλόπουλος και Μαρκεζίνης ζήτησαν εξηγήσεις από τον πρωθυπουργό, ο οποίος σύμφωνα με το πρωτόκολλο έπρεπε να γνωρίζει και να έχει εγκρίνει το διάγγελμα.

Ομως, όπως φάνηκε και παρά τις διαβεβαιώσεις του -εκλεκτού των Ανακτόρων- πρωθυπουργού ότι είχε γνώση του κειμένου, ο νεαρός βασιλιάς είχε κινηθεί αυτοβούλως αγνοώντας ακόμα και την κυβέρνησή «του».

Γι’ αυτό, η εφημερίδα που στήριζε τους αποστάτες, («Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα), σε πρωτοσέλιδο άρθρο έκανε κριτική στο διάγγελμα αναφέροντας ότι δεν ήταν «εις τον πρέποντα τόνο» και ότι «το κύριον βάρος εδόθη εις τα αρνητικά στοιχεία, που χωρίζουν το έθνος». Για προφανείς επικοινωνιακούς λόγους έκανε συμψηφισμό, απευθύνοντας τις ίδιες κατηγορίες και στο διάγγελμα του Γ. Παπανδρέου.

Η ΕΔΑ κλιμακώνοντας την αντίδρασή της προχώρησε στην κατάθεση επερώτησης στη Βουλή.

Σε σύντομη συζήτηση, που έγινε στις 18 Ιανουαρίου 1966, για το εάν πρέπει ή όχι να προταχθεί η επερώτηση, ο Ηλίας Ηλιού, ηγετική και ιστορική μορφή της Αριστεράς, ήταν καταπέλτης. Κατηγόρησε τον βασιλιά ότι με το διάγγελμα επιχείρησε «παραβίαση του πολιτεύματος» και απαντώντας σε φωνασκούντες βουλευτές της Δεξιάς για την επίθεση κατά της Αριστεράς είπε μια ιστορική αλήθεια:

«Δυστυχώς παντού και πάντοτε ο φασισμός ήρχισεν με επίθεσιν εις πρώτον μεν στάδιον εναντίον του κομμουνισμού και τελικώς εστράφη εναντίον πάσης ελευθερίας και πάσης πολιτικής δυνάμεως ελκούσης εκ του λαού την εξουσίαν και την εντολήν»

«Αλλωστε αμέσως εν συνεχεία αναγορεύεται από τον ίδιον κείμενον ως “μολυνόμενοι και καθιστάμενοι εξ αντικειμένου εχθροί του Εθνους: Πρώτον, πας ερχόμενος εις επαφήν, άτομον ή όμας. Δεύτερον, πας καλός Ελλην μη διαβλέπων τον κίνδυνον”. Και ποίος μένει τότε έξω από τους εχθρούς του Εθνους;», διερωτήθηκε ο Ηλιού.

Τελικά, παρότι με μεγάλη πλειοψηφία εγκρίθηκε να προηγηθεί η επερώτηση η κυβερνητική πλειοψηφία, με διάφορα τεχνάσματα, όπως διαπίστωνε η εφημερίδα «Αυγή», φαίνεται ότι δεν την έθεσε ποτέ προς συζήτηση, προφανώς για να αποφευχθεί μια συζήτηση επί της ουσίας του διαγγέλματος, που θα εξέθετε περισσότερο το Παλάτι.

Πηγή: Σταύρος Μαλαγκονιάρης - ΕφΣυν

{[['']]}

Η μαρτυρία του Λάζαρου Κυρίτση για τη σφαγή στη Μακρόνησο (VIDEO)


Ο Λάζαρος Κυρίτσης έζησε τη σφαγή της Μακρονήσου, στις 29 Φλεβάρη και 1η Μάρτη του 1948. Από αυτά τα ματωμένα χώματα της Μακρονήσου το 2020 μίλησε στην κάμερα του 902.gr.

Η μαρτυρία του συγκλονιστική για το πως σκότωσαν και πέταξαν στη θάλασσα εκατοντάδες κομμουνιστές κι αγωνιστές. 

«Ήταν το Νταχάου της Ελλάδας, η δύναμή μας ήταν το πιστεύω μας για να ωφεληθεί ο λαός», ήταν μερικά από τα λόγια του Λάζαρου Κυρίτση. 

Η μαρτυρία είναι μέρος μαρτυριών Μακρονησιωτών που μίλησαν στην κάμερα του 902 κατά την εκδήλωση της ΚΕ του ΚΚΕ στη Μακρόνησο για τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου προς τιμήν των χιλιάδων κομμουνιστών και αγωνιστών που μαρτύρησαν στο Κολαστήριο. 


Πηγή: 902
{[['']]}

Σχέσεις «στοργής» κυβερνήσεων-εφοπλιστών


Το πολύνεκρο ναυάγιο του πλοίου «Ηράκλειον» είχε γίνει στις 8 Δεκεμβρίου 1966. «Εν ονόματι της μεγάλης ναυτιλίας άφησαν τους εφοπλιστάς ασύδοτους», είχε πει τότε ο Ηλίας Ηλιού, αυτή η ιστορική προσωπικότητα της Αριστεράς. Συζητήσεις στη Βουλή αποκάλυψαν πολλές παθογένειες της μεταπολεμικής ακτοπλοΐας.

Οι σχέσεις «στοργής» των μεταπολεμικών κυβερνήσεων με εφοπλιστές, ιδιαίτερα της ακτοπλοΐας, ήρθαν στην «επιφάνεια» μετά τη μεγάλη ναυτική τραγωδία του επιβατηγού «Ηράκλειον».

Το πολύνεκρο ναυάγιο, που έγινε στις 8 Δεκεμβρίου 1966 κοντά στη βραχονησίδα Φαλκονέρα και στοίχισε τη ζωή -σύμφωνα με τις δικαστικές αποφάσεις- σε 241 ανθρώπους (οι διασωθέντες ήταν μόλις 47), σημειώθηκε σε μια ταραχώδη περίοδο της πολιτικής ζωής.

Στην εξουσία βρισκόταν, με τη στήριξη της ΕΡΕ (και του Παλατιού), η τρίτη κυβέρνηση των αποστατών υπό τον Στέφ. Στεφανόπουλο και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων κυριαρχούσαν οι δίκες για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη και τη σκευωρία του «Ασπίδα», που είχε στόχο τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Ωστόσο, το συγκλονιστικό ναυάγιο τα κάλυψε όλα και οι συζητήσεις στη Βουλή μπορεί να είχαν επίκεντρο την πλοιοκτήτρια του «Ηράκλειον», την εταιρεία των αδελφών Τυπάλδου, αλλά αποτύπωσαν πολλές παθογένειες της ναυτιλίας, ιδιαίτερα της ακτοπλοΐας, με το κράτος να εμφανίζεται ανεκτικό σε πολλές περιπτώσεις, αφήνοντας να λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτα υπερήλικα και υποσυντήρητα πλοία.

Ο Ηλίας Ηλιού, η ιστορική προσωπικότητα της Αριστεράς, στην ομιλία του (16.12.1966) ήταν καταιγιστικός:

«(…) εχρειάσθη να συγκλονισθή η χώρα από την τραγωδίαν της Φαλκονέρας διά να ημπορέση να ανασυρθή μόνον το άκρον ενός πυκνού πέπλου εντός του οποίου, με μεγάλας εκφράσεις περί εφοπλιστικού θαύματος από όλας τας μεταπελευθερωτικάς κυβερνήσεις καλύπτεται μια εγκληματική αμέλεια διά την ζωήν των ανθρώπων, και στυγνής εκμεταλλεύσεως από αδιστάκτους επαγγελματίας ασκούντας την ναυτιλιακήν επιχείρησιν καθ’ όλους τους κανόνας της πειρατείας. Εν ονόματι της μεγάλης ναυτιλίας άφησαν τους εφοπλιστάς ασύδοτους. Επέτυχον οι εφοπλισταί την μείωσιν των συνθέσεων των πληρωμάτων, δηλαδή την μείωσιν της ασφάλειας των ταξειδίων. Υπήρξε συρροήν σκανδαλωδών πράξεων, φοροαπαλλαγών, πιστοδοτήσεων κ.λπ. (…), ως διοικητικόν όργανον, το Λιμενικόν Σώμα, είναι βαθύτατα εμπεπηγμένον εις το εγκληματικόν όργιον εκ του οποίου προήλθε η τραγωδία της Φαλκονέρας», πρόσθεσε ο βουλευτής της ΕΔΑ.

Στις συζητήσεις στη Βουλή βρίσκουμε και δύο στοιχεία που συναντάμε και στις μέρες μας. Το ένα ήταν η εμφανής προσπάθεια των βουλευτών της… προγόνου της Ν.Δ., της ΕΡΕ, να «κλείσουν» τη συζήτηση περί ευθυνών με το πρόσχημα της προστασίας της εικόνας της ελληνικής ναυτιλίας και το άλλο η επίκληση από τον τότε υπουργό Ναυτιλίας Ισίδ. Μαυριδόγλου του… απορρήτου των ανακρίσεων για ν’ αποφύγει να παραθέσει στοιχεία, που θα φανέρωναν τη σκανδαλώδη δρομολόγηση του «Ηράκλειον».

Οπως είναι πλέον γνωστό, το πλοίο ταξίδευε μέσα σε κακοκαιρία, από τα Χανιά για τον Πειραιά, με 71 άτομα ως πλήρωμα και 212 επιβάτες.

Στο γκαράζ υπήρχαν 16 φορτηγά, ένα στρατιωτικό όχημα, ένα Ι.Χ. (κούρσα) και ένα φορτηγό-ψυγείο. Το τελευταίο φορτώθηκε αργοπορημένα, με το «έτσι θέλω» παρά τις αντιρρήσεις του λιμενικού βάρδιας, καθώς είχε περάσει η προγραμματισμένη ώρα απόπλου, και με τα χτυπήματά του στην μπουκαπόρτα την άνοιξε και προκλήθηκε το ναυάγιο.

Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατούσε στην ακτοπλοΐα είναι ότι το «Ηράκλειον», παρότι εκτελούσε δρομολόγια επί ενάμιση χρόνο, δεν είχε αναγνωριστεί ως επιβατηγό-οχηματαγωγό από το υπουργείο Ναυτιλίας!

Αυτό συνέβαινε επειδή δεν είχαν προσκομιστεί στην Επιθεώρηση Εμπορικών Πλοίων έξι αναγκαίες μελέτες (μελέτη πειράματος ευστάθειας, μελέτη ευστάθειας έναντι βλάβης κ.ά.).

Μάλιστα, επειδή υπήρχαν και άλλες ελλείψεις, που αφορούσαν το σύστημα έχμασης κ.λπ., το δεύτερο Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης, που είχε εκδοθεί στις 29 Ιουνίου 1966, αντί να ισχύει για έναν χρόνο, είχε περιορισμένη ισχύ μέχρι τη 30ή Νοεμβρίου 1966. Πρακτικά αυτό σήμαινε ότι την 1η Δεκεμβρίου το πλοίο θα έπρεπε να σταματήσει να ταξιδεύει. Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν έγινε…

Αντίθετα, την 1η Δεκεμβρίου η πλοιοκτήτρια εταιρεία ζήτησε παράταση ισχύος του λήξαντος πρωτοκόλλου, η οποία δίνεται μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου. Μία εβδομάδα αργότερα έγινε το ναυάγιο...

Οπως είχε καταγγείλει η ΕΔΑ, το πλοίο εκτός των άλλων είχε ελλιπή σύνθεση πληρώματος, αφού, όπως είχε πει ο Βασίλης Νεφελούδης, το 1962 επί κυβερνήσεως ΕΡΕ καταργήθηκαν οι κυρώσεις σε εφοπλιστές σε περίπτωση ελλιπούς σύνθεσης. Η εφαρμογή του χαριστικού μέτρου παρατάθηκε με απόφαση του Μαυριδόγλου.

Είναι γεγονός ότι το «Ηράκλειον», κατασκευασμένο το 1949 στη Γλασκόβη (ηλικίας 17 ετών), ήταν από τα πιο σύγχρονα πλοία της ακτοπλοΐας της εποχής. Ομως είχε ναυπηγηθεί για δεξαμενόπλοιο και μετά την αγορά από τους Τυπάλδους υπέστη εκτεταμένη μετασκευή για να διαμορφωθεί σε οχηματαγωγό, γεγονός που έκανε πιο επιτακτικό να πραγματοποιηθούν όλοι οι προβλεπόμενοι έλεγχοι ευστάθειας.

Οπως αποκαλύφθηκε στη Βουλή (11.2.1966) ύστερα από ερώτηση βουλευτών της Ενωσης Κέντρου, μεταξύ των οποίων οι Γιάννης Αλευράς, Εμμ. Ματζαπετάκης κ.ά., για το κόστος αγοράς και μετασκευής του πλοίου δόθηκαν δάνεια στην εταιρεία Τυπάλδου από την Εθνική Τράπεζα και την τότε αναπτυξιακή τράπεζα (ΕΤΒΑ) έπειτα από έγγραφες «συστάσεις» του υπουργείου Ναυτιλίας.

Ομως, εκτός από τις κρατικές τράπεζες διάφοροι εφοπλιστές, κυρίως ακτοπλόοι, λάμβαναν μεταπολεμικά και μεγάλα δάνεια από το ΝΑΤ. Ηταν τα περίφημα «θαλασσοδάνεια», από τα οποία πολλά ουδέποτε επιστράφηκαν, με αποτέλεσμα να «βουλιάξει», γρήγορα, το άλλοτε κραταιό Ταμείο.

Σύμφωνα με τον ισολογισμό της εταιρείας «Ατμοπλοΐα Αιγαίου Αδελφών Σ. Τυπάλδου Α.Ε.» του 1957, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελευθερία», τα «ενυπόθηκα δάνεια ΝΑΤ» ανέρχονταν σε 5.563.662,50 δραχμές!

Επίσης, οι «οφειλαί προς ΝΑΤ» ανέρχονταν σε 1.145.332 δραχμές, ενώ και στην Εθνική Τράπεζα οφείλονταν 1.182.975 δραχμές. Ποσά πολύ μεγάλα για την εποχή!

«Επί ΕΡΕ έλαβεν η Εταιρεία Τυπάλδου δάνειον δεκάδων χιλιάδων λιρών από το ΝΑΤ», είπε στη Βουλή ο βουλευτής Πειραιά της Ενωσης Κέντρου, Σταύρος Μπίρης.

Ο Ηλίας Ηλιού είχε αναφερθεί σε πλοίο άλλης εταιρείας (αδιευκρίνιστο ποιας), που επίσης είχε λάβει σκανδαλωδώς δάνειο από το ΝΑΤ, λέγοντας: «Για το πλοίο "Παλίρροια". Ητο 22 ετών και διεγράφη με διαταγή του υπουργείου από το νηολόγιον διά να επαναγραφή ως καινούργιο και έτσι να δικαιωθή να πάρη δάνειον από το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείον, διότι εις πλοία άνω των 12 ετών ηλικίας δεν εδίδετο δάνειον».

Από τη πρώτη συζήτηση στη Βουλή, το απόγευμα της μέρας του ναυαγίου, φάνηκε η απελπισμένη προσπάθεια της κυβέρνησης των αποστατών να αποσείσει κάθε ευθύνη και να «κουκουλωθεί» το θέμα.

Ο υπουργός Ναυτιλίας Μαυριδόγλου είπε, προκαλώντας αρνητικά σχόλια, ότι «(…) είναι από τα ναυάγια εκείνα τα οποία δεν ημπορεί κανείς ούτε να προβλέψη, ούτε να προλάβη».

Ο υπουργός απέδωσε το ατύχημα στο «κισμέτ», σχολίασε ο πρόεδρος της ΕΔΑ Γιάννης Πασαλίδης, για να προσθέσει: «Κισμέτ δεν υπάρχει, υπάρχουν ορθά μέτρα, υπάρχει προοπτική».

Σε επόμενη συζήτηση (16.12) οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ βουλευτών της ΕΡΕ και της Ενωσης Κέντρου για το ποιοι ευνόησαν περισσότερο τους Τυπάλδους ήταν αποκαλυπτικές.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν και άλλα πλοία, τα οποία, όπως καταγγέλθηκε, τους επιτρεπόταν να ταξιδεύουν με διαπιστωμένα προβλήματα!

Ο Μπίρης, που επί των ημερών του ως υπουργού Ναυτιλίας ξεκίνησε δρομολόγια το «Ηράκλειον», «χρέωσε» στην ΕΡΕ τη γιγάντωση της εταιρείας για να δεχτεί «πυρά» από τους βουλευτές της ΕΡΕ Λεωνίδα Μπουρνιά και Γ. Βογιατζή.

«(…) το 1964 εύρομεν την εταιρείαν Τυπάλδου πανίσχυρον. Την εύρομεν κυρίαρχον εις τας ακτοπλοϊκάς συγκοινωνίας», είπε ο Μπίρης, για να απαντήσει ο Μπουρνιάς:

«(…) οι αδελφοί Τυπάλδου μετέφερον διά των πλοίων των κατά χιλιάδας τους ψηφοφόρους της Ε.Κ. (…) Υπήρξε πολιτικός σας φίλος και σεις ανταποδίδοντας τας υπηρεσίας που προς το κόμμα σας είχε προσφέρει προέβητε εις παραχωρήσεις προς αυτόν».

Ο Μπίρης υποστήριξε ότι δόθηκε μόνο άδεια δοκιμαστικών δρομολογίων πριν από την πτώση της κυβέρνησης του Κέντρου λόγω της αποστασίας του Ιουλίου του 1965 αλλά, όπως παρατήρησε ο Βογιατζής, «είναι ακατανόητοι δοκιμαστικοί πλόες με έμφορτα σκάφη με δεκάδες φορτηγά αυτοκίνητα και χιλιάδες επιβάτες».

Ο Μπίρης καταλόγισε στην ΕΡΕ ότι έδωσε, κατά παράβαση του νόμου, άδεια δρομολόγησης δύο υπερήλικων πλοίων της εταιρείας, για να τον «καρφώσει» ο Βογιατζής ότι όχι μόνο δεν τα απέσυρε αλλά τους παρέτεινε την άδεια δρομολόγησης.

Ενα θέμα που απασχόλησε ιδιαίτερα ήταν η στάση των στελεχών του Λιμενικού απέναντι στην εταιρεία.

Οπως φάνηκε στις δίκες, λιμενικοί που θέλησαν να κάνουν τη δουλειά τους κινδύνευαν με μετάθεση, γεγονός που φανερώνει τις πολιτικές «πλάτες» της εταιρείας.

Πρωταγωνιστής σε κάποια περιστατικά σε βάρος λιμενικών, που αναφέρθηκαν στο δικαστήριο, ήταν ο ανιψιός των αδελφών Τυπάλδου, Παναγιώτης (Τάκης) Κόκκινος, που όπως λεγόταν «έλυνε κι έδενε» στην εταιρεία.

«Είχα ακούσει ότι ο Κόκκινος έδιωξε το λιμενικό όργανο που δεν άφηνε τον κόσμο να μπη και άλλοτε πήραν μαζί στο καράβι το λιμενικό όργανο», είπε στη δίκη ο 23χρονος -τότε- θαλαμηπόλος Ηλίας Κουκουνάκης [Πηγή: Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Πρακτικά της δίκης στο Εφετείο, σελ. 135].

Δημ. Μαυράκης, 23 ετών, επιβάτης: «Μια φορά στη γιορτή του κρασιού στην Κρήτη το καράβι επήρε κλίσιν 30 μοιρών με 2.500 επιβάτες. Ο λιμενάρχης έκρινε το καράβι ακατάλληλο και έκανε αναφορά. Απαγόρευσε τον απόπλου του καραβιού και οι πλοιοκτήται έκοψαν τα σχοινιά και έφυγαν. Κατόπιν άκουσα ότι ο λιμενάρχης μετετέθη (…) στη Σούδα» (Πηγή: ΓΑΚ, ό.π., σελ 152).

Να σημειωθεί ότι υπήρξε και δεύτερη κατάθεση με αναφορά στη μετάθεση του λιμενάρχη ενώ το είχε καταγγείλει στη Βουλή ο βουλευτής Μ. Ξυλούρης.

Τέλος, ίσως το πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο σημειώθηκε περίπου μία εβδομάδα μετά το ναυάγιο (13/12/1966), οπότε ο Π. Κόκκινος «σοβαρό επεισόδιο δημιούργησε (…) στο γραφείο του διευθυντού επιθεωρήσεως ΥΕΝ κ. Ανδριτσόπουλου.

Ο ανεψιός του Τυπάλδου εμφανίστηκε διαμαρτυρόμενος γιατί η Επιθεώρηση Εμπορικών Πλοίων απαγόρευσε τον απόπλου του οχηματαγωγού "Χανιά" που έχει τα ίδια ελαττώματα με το "Ηράκλειον". Απείλησε ακόμα και με χειροδικία τον κ. Ανδριτσόπουλο και απαίτησε να απαγορευθεί και ο απόπλους του "Φαιστός" άλλης εταιρίας (σ.σ. του Ευθυμιάδη). Ο κ. Κόκκινος χολώθηκε γιατί η απαίτησή του δεν έγινε δεκτή και έσπασε με τη γροθιά του το κρύσταλλο του γραφείου» (Πηγή: «Τα Νέα» 14/12/1966).

Πηγή: Σταύρος Μαλαγκονιάρης - "ΕφΣυν"

{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger