Προσφατες Αναρτησεις

Η έννομη Λευκή Τρομοκρατία


Τρία τέταρτα του αιώνα μετά την υπογραφή της στις 12 Φεβρουαρίου 1945, η Συνθήκη της Βάρκιζας έχει γίνει πια καθολικά αντιληπτή ως αυτό που πράγματι υπήρξε: ένας ενδιάμεσος σταθμός στην προσχεδιασμένη διαδικασία της συντριβής του ΕΑΜικού κινήματος που δρομολογήθηκε με την Καζέρτα κι ολοκληρώθηκε στον Γράμμο. 

Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή την εξέλιξη αποτέλεσε, ως γνωστόν, η Λευκή Τρομοκρατία που εξαπολύθηκε κατά του κόσμου της Αριστεράς αμέσως μετά την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ, καθιστώντας μαρτυρική ή αδύνατη την ειρηνική διαβίωσή του κι εξωθώντας τον σκληρό πυρήνα του να ξαναπάρει τα όπλα.

Για προφανείς λόγους, η μελέτη της Λευκής Τρομοκρατίας εστιάζεται συνήθως στην παρακρατική και επαρχιακή διάστασή της: εκεί η βία υπήρξε απείρως φονικότερη και θεαματική, από ένοπλες παραστρατιωτικές συμμορίες που συνεργάζονταν στενά με τον στρατό (ή είχαν απευθείας εξοπλιστεί και καθοδηγούνταν απ’ αυτόν).
Αμεσα υπεύθυνη για την έξοδο των πρώτων ανταρτοομάδων του μετέπειτα ΔΣΕ στο βουνό, η ορατή αυτή βία προκάλεσε ευθύς εξαρχής δημόσιες συζητήσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τους απολογητές του καθεστώτος, τοτινούς και μεταγενέστερους (με πιο πρόσφατο παράδειγμα το δίδυμο των πολιτικών επιστημόνων Στάθη Καλύβα και Νίκου Μαραντζίδη), ήταν ένα φαινόμενο λίγο-πολύ αναπόφευκτο, απόρροια της εκδικητικής διάθεσης όσων είχαν υποφέρει το προηγούμενο διάστημα από την ΕΑΜική «ερυθρά τρομοκρατία».

Μετά το άνοιγμα των αρχείων του στρατού και των ανακτόρων γνωρίζουμε βέβαια, με αδιάσειστα πλέον τεκμήρια, πως αυτή η δικαιολογία ήταν και παραμένει καθαρά προσχηματική: η ασφυκτική πίεση πάνω στον ΕΑΜικό κόσμο, ώστε να επιλέξει ανάμεσα σε μια εξευτελιστική υποταγή και το αυτοκτονικό δεύτερο αντάρτικο, υπήρξε συνειδητό σχέδιο του σκληρού πυρήνα της εγχώριας Δεξιάς, ήδη πριν από τα Δεκεμβριανά, κι εφαρμόστηκε συντονισμένα μετά τη Βάρκιζα.

Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνουν τα ντοκουμέντα που παρουσιάζουμε σήμερα, σχετικά με μια άλλη πτυχή της Λευκής Τρομοκρατίας: την έννομη καταστολή των ΕΑΜιτών της πρωτεύουσας, όπως αποτυπώνεται στο αρχείο της Υποδιευθύνσεως Γενικής Ασφαλείας Πειραιώς που φυλάσσεται στο ΕΛΙΑ.

Σε αντίθεση με τα αρχεία του στρατού και των ανακτόρων, εδώ δεν έχουμε ρητές ομολογίες της επιθετικής σύμπραξης κρατικών μηχανισμών και παρακράτους· τα σώματα ασφαλείας διαθέτουν γαρ μακρά πείρα για το τι επιτρέπεται να αποτυπωθεί σε υπηρεσιακά έγγραφα. Αυτό που σκιαγραφείται ευκρινέστατα είναι ωστόσο η επιβολή ασφυκτικών περιορισμών στη δημόσια παρουσία και δράση της νόμιμης Αριστεράς μετά τη Βάρκιζα, σε κραυγαλέα αντίθεση με τις ρητές προβλέψεις της τελευταίας· η απροκάλυπτη στοχοθεσία της Ασφάλειας για πολιτική εξόντωση των «εαμοκομμουνιστών», η συνοδοιπορία της με τις αντικομμουνιστικές «εθνικές οργανώσεις» και η εργαλειοποίηση της εθνικόφρονος «κοινής γνώμης», προκειμένου να εξαλειφθούν ακόμη και τα ελάχιστα περιθώρια νόμιμης δραστηριότητας του εσωτερικού εχθρού.

Η ομολογημένη σχέση, τέλος, της μεταδεκεμβριανής πτωματολογίας και καταστολής με τους πραγματικούς φόβους που γεννούσε η ταξική πόλωση (και η συνακόλουθη όξυνση της ταξικής πάλης) στη βάση της κοινωνίας −πραγματικότητα που αναγνωρίζεται ρητά ως το υλικό υπόβαθρο στο οποίο στηριζόταν η ανασυγκρότηση της στρατιωτικά ηττημένης Αριστεράς.

Εφαλτήριο και προϋπόθεση αυτής της τρομοκρατικής εξόρμησης αποτέλεσε η εκκαθάριση της ίδιας της Αστυνομίας από το δικό της «εσωτερικό εχθρό»: τους εκατοντάδες υπαλλήλους της που εντάχθηκαν επί Κατοχής στο ΕΑΜ και συμπορεύτηκαν με τη δεκεμβριανή εξέγερση ή απέφυγαν να εμπλακούν στην καταστολή της.
Σύμφωνα με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, όσοι αστυνομικοί «εγκατέλειψαν τας θέσεις των» στη διάρκεια των Δεκεμβριανών τέθηκαν αυτόματα σε διαθεσιμότητα, «της οριστικής αυτών θέσεως καθορισθησομένης παρά των Συμβουλίων, περί ων θα αποφασίση η μέλλουσα να προέλθη εκ των εκλογών Κυβέρνησις»· στην πραγματικότητα, απολύθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες πολύ πριν από οποιεσδήποτε εκλογές.

Οπως μας πληροφορούν δε τα γλαφυρά απομνημονεύματα ενός απ’ αυτούς, την απόταξη ακολούθησε συχνά η προφυλάκισή τους, με τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες και διαδικασίες που έπληξαν και τους υπόλοιπους αγωνιστές (Βασίλης Δάρας, «Γ83. Βίος και βιώματα ενός απλού ανθρώπου», Αθήνα 1995, σ.163-207).

Η Βάρκιζα και οι ελευθερίες

Εκτός από τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από «στασιαστές» και δωσιλόγους και τη δίωξη όσων είχαν (ή φέρονταν να είχαν) διαπράξει στη διάρκεια των Δεκεμβριανών «κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία διά την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος», η Συμφωνία της Βάρκιζας πρόβλεπε επίσης -στο πρώτο μάλιστα άρθρο της- την επαναφορά των δημοκρατικών θεσμών που είχε υπονομεύσει το μεσοπολεμικό ιδιώνυμο και διακόψει βίαια η μεταξική δικτατορία:

«Η Κυβέρνησις θα εξασφαλίση, σύμφωνα προς το Σύνταγμα και τας απανταχού καθιερωμένας δημοκρατικάς αρχάς, την ελευθέραν εκδήλωσιν των πολιτικών και κοινωνικών φρονημάτων των πολιτών, καταργούσα πάντα τυχόν προηγούμενον ανελεύθερον νόμον. Θα εξασφαλίση επίσης την απρόσκοπτον λειτουργίαν των ατομικών ελευθεριών, ως του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι και της διά του Τύπου εκφράσεως των στοχασμών. Ειδικώτερον η Κυβέρνησις θ’ αποκαταστήση πλήρως τας συνδικαλιστικάς ελευθερίας».

Εκτός από την ελπίδα πως τα δημοκρατικά στοιχεία του πολιτικού κόσμου που είχαν πληγεί από τη μεταξική κρατική τρομοκρατία επιθυμούσαν κι αυτά ομαλές πολιτικές εξελίξεις, τον συμβιβασμό της κομμουνιστικής ηγεσίας επικαθόρισε κυρίως η ανησυχία της για την επιβίωση των οργανωτικών δικτύων του κόμματος στα αστικά κέντρα· δικτύων που είχαν ανασυσταθεί εκ του μηδενός μετά τη λαίλαπα της 4ης Αυγούστου. Το πιστοποιούν οι εξηγήσεις της στην 11η Ολομέλεια της Κ.Ε. (5-10/4/45), το πρώτο κομματικό σώμα μετά την Κατοχή (ουσιαστικά, από το 1936) στο οποίο συζητήθηκαν αναλυτικά οι επιλογές των προηγούμενων χρόνων.

Μετά τη στρατιωτική ήττα του Δεκέμβρη, ξεκαθάρισε ο Σιάντος, «το δίλημμα ήταν ή να κλείσουμε συμφωνία ή να συνεχίσουμε τον ανταρτοπόλεμο. Τις βάσεις των πόλεων θα τις είχαν οι Αγγλοι. Εμείς θα απωθούμεθα στα βουνά με περιοχές κατεστραμμένες από τον καταχτητή. Ετσι οι Αγγλοι θα μπορούσαν να εξοντώσουν το κίνημα στις πόλεις, να μας απομονώσουν από τους συνεργάτες μας και το λαό, να μας φέρουν σε αντίθεση με ολόκληρο τον ελληνικό λαό. Ο χαρακτήρας του πολέμου, παρά τις επεμβάσεις και τις προσβολές που έγιναν από μέρους των Αγγλων, θα ήτανε χαρακτήρας πολέμου εναντίον των συμμάχων. Η βάση του αγώνα θα στένευε και οπωσδήποτε θα αφαιρούνταν ο χαρακτήρας που είχε πριν φύγουν οι Γερμανοί και Ιταλοί. Θα καταντούσαμε μια αίρεση που θα μπορούσαν ακόμη και να μας επικηρύξουν. Επρεπε να διαλέξουν λοιπόν από τα δύο κακά το μικρότερο».

Σε αντίθεση με τη συνέχιση του αντάρτικου, η Βάρκιζα -υποστήριξε- πρόσφερε «ένα μίνιμουμ ελευθεριών για δράση» κι «ένα ηθικό νομικό έρεισμα για την αντιφασιστική πάλη» («Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα», τ. 5ος, Αθήνα 1981, σ.425).

Ακόμη κατηγορηματικότερος ήταν ο οργανωτικός γραμματέας (και ουσιαστικός ηγέτης) του κόμματος, Γιάννης Ιωαννίδης: «Η πολιτική ζημιά στην περίπτωση που δε θα υπογράφαμε τη συμφωνία της Βάρκιζας και θα συνεχίζαμε τον ανταρτοπόλεμο στα βουνά θα ήταν μεγάλη, ασύγκριτα πιο μεγάλη από τη σημερινή. Οι εχθροί μας θα μας ξερίζωναν από τις πόλεις. Δε θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε καμιά μαζική δράση. Στην περίπτωση αυτή θα είχαμε πολιτική ήττα 100 τα 100» («Αναμνήσεις», Αθήνα 1979, σ.488).

Οποιες κι αν ήταν οι προθέσεις των κεντρώων πολιτικών που υπέγραψαν τη Βάρκιζα για λογαριασμό του επίσημου κράτους, η ευθύνη της πρακτικής εφαρμογής της ανήκε εκ των πραγμάτων στον σκληρό πυρήνα του κρατικού μηχανισμού: στρατός, σώματα ασφαλείας, δικαστικό σώμα. Η σύνθεση αυτών των τελευταίων παρέμενε λίγο-πολύ η ίδια από τα χρόνια του Μεταξά, με επιπρόσθετη εκκαθάριση όσων υπαλλήλων τους είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί πολιτικά στη διάρκεια της Κατοχής.
Για ευνόητους δε λόγους, τα περισσότερα στελέχη τους δεν είχαν την παραμικρή πρόθεση να επιτρέψουν τη νόμιμη παρουσία των «εαμοκομμουνιστών» στη δημόσια ζωή.

Ο ανθέλλην λαός


Η περίπτωση του διοικητή της Υποδιευθύνσεως Γενικής Ασφαλείας Πειραιώς, Ιωάννη Μάσβουλα, την υπογραφή του οποίου φέρουν τα περισσότερα ντοκουμέντα που παρουσιάζουμε, είναι χαρακτηριστική.
Γεννημένος το 1900 σ’ ένα χωριό της Λακωνίας, έβγαλε τη Νομική Αθηνών και το 1925 κατατάχθηκε στη νεοσύστατη Αστυνομία Πόλεων.

Οπως μας πληροφορεί η επίσημη νεκρολογία του στο περιοδικό της υπηρεσίας, τις επόμενες δεκαετίες «ανήλθεν όλας σχεδόν τας βαθμίδας της ιεραρχίας», ανεξαρτήτως καθεστώτος, και το 1958 «απεχώρησε του Σώματος καταληφθείς υπό του ορίου ηλικίας» («Αστυνομικά Χρονικά», 15/2/66, σ.190).
Την επαύριο της Βάρκιζας, εξηγεί ο ίδιος σε έκθεσή του (28/11/46), ανέλαβε την Ασφάλεια του Πειραιά με βασική αποστολή «την παρακολούθησιν και δίωξιν των αντεθνικώς δρώντων κομμουνιστών» που «ανεσυγκρότησαν τας ποικιλωνύμους εαμοκομμουνιστικάς οργανώσεις των Κ.Κ.Ε.-ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ-Αλληλεγγύη κ.λπ.».

Η απροκάλυπτη εχθρότητα του αρχιασφαλίτη προς το ΚΚΕ δεν ήταν απόρροια της πρόσφατης αιματηρής εμπειρίας· είχε δομικό, στρατηγικότερο χαρακτήρα.
«Κατά την γνώμην μας», ξεκαθαρίζει σε εισηγητικό σημείωμά του (16/7/45), «η οργάνωσις αύτη η εξυπηρετούσα προθύμως ξένα συμφέροντα δύναται να θεωρηθή ξένη προς το Ελληνικόν σύνολον, τα δε μέλη αυτής συνειδητώς ή ασυνειδήτως δρώντα ως όργανα ξένων σκοπών και επιδιώξεων».

Ακόμη σαφέστερος γίνεται στο «Δελτίον Πληροφοριών» της 29/8/45: «Εχομεν την γνώμην ότι δέον να ληφθώσιν ριζικά μέτρα εναντίον του Κομμουνιστικού Κόμματος διότι πρόκειται περί κόμματος υποσκάπτοντος τα θεμέλια του Κράτους και εργαζομένου διά την βιαίαν ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος και την εξόντωσιν παντός αντιφρονούντος».

Προς υποστήριξη αυτής της θέσης αναπαράγει κάθε λογής βολικές φήμες και τερατολογίες, καταφανώς ασύμβατα με τη λοιπή υπηρεσιακή πληροφόρηση.
Στις 24/7/45 καταχωρεί λ.χ. σε Δελτίο Πληροφοριών ότι «λέγεται» πως υπήρξε συμφωνία Ζαχαριάδη - βόρειων γειτόνων «διά την αυτονόμησιν Μακεδονίας-Αιγαίου», την οποία «το ΚΚΕ ανέλαβε την υποχρέωσιν να υποστηρίξη δι’ επαναστατικών εκδηλώσεων», συγκεντρώνοντας σε Αθήνα και Πειραιά «περί τας 14.000 ελασίτας ους έχει εξοπλίση διά πολεμικού υλικού μεταφερθέντος εκ Κρήτης και εκφορτωθέντος εις Ραφήναν και Αγιον Γεώργιον».

Πρόκειται, φυσικά, για σενάρια του αέρα. Αυτό που συνέβαινε στην πραγματικότητα ήταν μια αυθόρμητη εσωτερική προσφυγιά, η μαζική καταφυγή στη σχετική ανωνυμία και ασφάλεια της πρωτεύουσας χιλιάδων αγωνιστών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που ήταν πια αδύνατο να επιβιώσουν στην επαρχία.

Ο διοικητής της ΥΓΑΠ το γνώριζε πολύ καλά, όπως πιστοποιεί μεταγενέστερο σημείωμά του προς τον αρχηγό της Αστυνομίας (16/1/47): «Μετά την καταστολήν του εθνοκτόνου κινήματος του Δεκεμβρίου 1944», εξηγεί, «διηρέσαμεν τους κομμουνιστάς εις τέσσαρας κατηγορίας. 
Α) Εγκληματίαι (αυτουργοί) συλληφθέντες και εγκλεισθέντες εις τας Φυλακάς. 
Β) Ηθικοί αυτουργοί συλληφθέντες και αποφυλακισθέντες [στα τέλη του 1945] δυνάμει του Νόμου “περί αποσυμφορήσεως”. 
Γ) Οι πιστεύσαντες εις το δίκαιον του κομμουνιστικού αγώνος και οικειοθελώς ενταχθέντες εις τας εαμοκομμουνιστικάς οργανώσεις άνευ εγκληματικής δράσεως, και 
Δ) οι ενταχθέντες εις τας αντεθνικάς οργανώσεις ακουσίως προς διασφάλισιν της ζωής των. Εκ της πρώτης κατηγορίας οι μη συλληφθέντες κατέφυγον εις την Σερβίαν και εις Αθήνας και Πειραιά ίνα αποφύγωσι την σύλληψιν ή εξόντωσιν υπό των Αστυνομικών Αρχών και των εθνικιστικών οργανώσεων. Οι της Βας κατηγορίας κατέφυγον σχεδόν άπαντες εκ των επαρχιών εις τα μεγάλα αστικά κέντρα διά την αυτήν ως άνω αιτίαν. Εκ της Γης κατηγορίας κατέφυγον εις Αθήνας και Πειραιά εκείνοι οίτινες ηρνήθησαν να δηλώσωσι συμμετοχήν εις τας εθνικάς οργανώσεις. Οι της Δης κατηγορίας παρέμεινον εις τας εστίας των και αποτελούσι σήμερον τας εθνικιστικάς οργανώσεις».

Είναι προφανές ότι τα «κίνητρα» κι ο χαρακτήρας της συμμετοχής κάθε πολίτη στο ΕΑΜικό κίνημα αποτιμάτο υπηρεσιακά βάσει των επιλογών του μετά τη Βάρκιζα: όσοι μεταπήδησαν στο αντίπαλο στρατόπεδο βαφτίστηκαν «ακουσίως ενταχθέντες» στο ΕΑΜ (ή έστω «οικειοθελώς» αλλά «άνευ εγκληματικής δράσεως»), οι δε αμετανόητοι αναγορεύτηκαν αυτόματα σε «εγκληματίες».

Από τις διαθέσιμες πηγές για τις εξελίξεις της εποχής στις τοπικές μικροκοινωνίες γνωρίζουμε, βέβαια, πως οι πολιτικές διαδρομές των ανθρώπων υπήρξαν στην πραγματικότητα πολύ λιγότερο ευθύγραμμες. Ο ίδιος ο συντάκτης των παραπάνω γραμμών παραδέχεται, άλλωστε, πως οι «μη εγκληματίσαντες» ΕΑΜίτες της ενδοχώρας είχαν μόνο δύο επιλογές: εγκατάλειψη των εστιών τους ή «συμμετοχή εις τας εθνικάς οργανώσεις».

Για τον αστυνόμο Μάσβουλα, αυτό που προείχε άλλωστε ήταν η αποκοπή της κοινωνικής γείωσης του εσωτερικού εχθρού.
Αναφερόμενος στις 29/8/45 σε κάποιες απροσδιόριστες δηλώσεις κομμουνιστών πως «είναι εις θέσιν να επιβάλουν την ιδικήν των νέαν τάξιν εντός 24 ωρών», προεξοφλεί ότι «πάντα ταύτα δεν είναι δηλώσεις προς εκφοβισμόν. Η εργασία έχει αρχίσει και αι απειλαί θα πραγματοποιηθώσιν. [...] Αι επαναστατικαί ενέργειαι του Κομμουνιστικού Κόμματος θα εκδηλωθώσιν εάν επιτευχθή η εκλογή Κομμουνιστικών Διοικήσεων εις τα Εργατικά Κέντρα Αθηνών-Πειραιώς-Θεσσαλονίκης. Εις την περίπτωσιν ταύτην και η Διοίκησις του ανωτάτου συνδικαλιστικού οργανισμού της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών Ελλάδος θα περιέλθη εις τας χείρας των κομμουνιστών, διότι ως γνωστόν αύτη εκλέγεται παρά των διοικήσεων των Εργατικών Κέντρων». 
Εξέλιξη που θεωρεί σχεδόν αναπόφευκτη, «διότι δυστυχώς δεν ευρέθησαν ικανά συντηρητικά εργατικά στελέχη δυνάμενα, με την ενίσχυσιν του Κράτους, να διαπαιδαγωγήσωσιν και διαφωτίσωσιν την εργατοϋπαλληλικήν τάξιν».

Ηδη από τις 19/5/45 ο προϊστάμενος της ΥΓΑΠ είχε σκιαγραφήσει με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο τις κοινωνικές ρίζες της απειλής: «Η πόλη του Πειραιώς κατ’ εξοχήν βιομηχανική έχει περί τους 60.000 εργατοϋπαλλήλους. Το μεγαλείτερον όμως ποσοστόν παραμένει άνεργον διότι αι διάφοραι επιχειρήσεις, και ιδία αι της σιδηροβιομηχανίας, παραμένουν κλεισταί, των επιχειρηματιών ισχυριζομένων ότι δεν έχωσιν πρώτας ύλας διά να εργασθώσιν ή ότι δεν έχωσιν χρήματα να επισκευάσωσιν τα καταστραφέντα εργοστάσιά των.
Η ανεργία είναι το προσφορώτερον έδαφος εκμεταλλεύσεως υπό των κομμουνιστών οίτινες δραστηρίως εργάζονται διά να καταλάβωσιν τα Διοικήσεις των εργατοϋπαλληλικών οργανώσεων, τονίζοντες ότι μόνον το Κομμουνιστικόν κόμμα ενδιαφέρεται και πρωτοστατεί εις τας διεκδικήσεις των εργατοϋπαλληλικών ζητημάτων. Διά της προπαγάνδας των ταύτης επέτυχον οι κομμουνισταί να καταλάβουν τας Διοικήσεις όλων σχεδόν των δυναμικών Σωματείων. Εις τούτο συντελεί η μη λήψις μέτρων βελτιώσεως της οικονομικής καταστάσεως των εργαζομένων, τα ημερομίσθια των οποίων είναι γεγονός ότι δεν επαρκούν ούτε διά τας στοιχειώδους ανάγκας ενός εργάτου. [...] Οι συντηρητικοί εργατοϋπαλληλικοί ηγέται ουδεμίαν δύνανται να ασκήσωσι επιρροήν επί των εργατών, διότι ουδέν αίτημα επιτυγχάνουν να επιλύσουν».

Αφορμή για τις παραπάνω διαπιστώσεις παρείχε ο μαζικός εορτασμός της Πρωτομαγιάς στο Παναθηναϊκό Στάδιο (10/5/45), η πρώτη δηλαδή μαζική επανεμφάνιση του ΕΑΜικού κόσμου μετά τη στρατιωτική ήττα του ΕΛΑΣ.

«Από της καταστολής του στασιαστικού κινήματος μέχρι σήμερον δεν έχουν παρέλθη τρεις μήνες», εξηγεί ο Μάσβουλας. «Αστυνομία και Εθνοφυλακή εργάζονται δραστηρίως διά την ανακάλυψιν των εγκληματιών και αναγνώρισιν κομμουνιστών. Εθνικαί οργανώσεις καταδιώκουσιν τους κομμουνιστάς. Φήμαι εκυκλοφόρησαν ότι θα κτυπηθούν οι κομμουνισταί κατά την μετάβασίν των εις το Στάδιον. Παρ’ όλα αυτά συνεκεντρώθησαν περί τας 20.000 εντός του Σταδίου [και] κατεχειροκρότησαν τον κομμουνιστήν Θέον [...]. Η συγκέντρωσις τόσων εργατών πρωτοβουλία των κομμουνιστών, τα εγκλήματα των οποίων είναι νωπά, αποτελεί επιτυχίαν και εγκυμονεί κινδύνους διά το μέλλον της χώρας μας».

Η βιτρίνα και τα μετόπισθεν


Για τα περιθώρια νόμιμης δράσης της Αριστεράς εκείνες τις μέρες, ακόμη και στο αστικό συγκρότημα της πρωτεύουσας που αποτελούσε τη βιτρίνα της Βάρκιζας, η αλληλογραφία της Ασφάλειας αποδεικνύεται εξαιρετικά αποκαλυπτική.

Ακόμη και η διακριτική εγκατάσταση -τέσσερις ολόκληρους μήνες μετά τη Βάρκιζα- ενός γραφείου διακίνησης του ΕΑΜικού Τύπου στο κέντρο του Πειραιά θεωρείται απαράδεκτη από τους μηχανισμούς καταστολής, καθώς λειτουργεί εκ των πραγμάτων ως πόλος συσπείρωσης των πιο θαρραλέων πολιτών κι εφαλτήριο ανάκτησης κάποιων ελευθεριών, έστω και απείρως λιγότερων από εκείνες που «εγγυόταν» η επίσημη συμφωνία.

Στις 25/6/45 η υπηρεσία ασφαλείας του Βασιλικού Ναυτικού ενημερώνει την ΥΓΑΠ «ότι κατά πληροφορίας μας μη εξακριβωθείσας, εις την οδόν Σωτήρος & Κουντουριώτου (άνωθι Ταμείου ενσήμων) λαμβάνει χώραν συγκέντρωσις υπόπτων από 17.00 - 22.00 καθ’ εκάστην και εκδίδεται και εφημερίς». Ακολουθεί αίτημα επιβεβαίωσης, με σκοπό τον «έλεγχον [του] πληροφοριοδότου μας».

Μία μέρα μετά, ο Μάσβουλας εκδίδει σχετικό «Δελτίον Πληροφοριών», γνωστοποιώντας στους παραλήπτες ότι «το Κ.Κ.Ε. έχει εγκαταστήσει ενταύθα και επί της οδού Σωτήρος 29 γραφεία», που «οι κομμουνισταί τα παρουσιάζουν ως γραφεία τύπου».

Διευκρινίζει πως η Ασφάλεια ανέλαβε ήδη «την φρούρησίν» τους «προς πρόληψιν επιθέσεως εναντίον των», οι προθέσεις του είναι όμως διαυγέστατες: «Διεπιστώσαμεν ότι τα ανωτέρω γραφεία είναι τόπος συγκεντρώσεως και λήψεως οδηγιών των κομμουνιστών. Κατά το 4ωρον 14-18 της χθες 25-6-45 επεσκέφθησαν τα γραφεία ταύτα πλέον των 200 ατόμων. Κατά τας πληροφορίας μας εκ των γραφείων τούτων παραλαμβάνονται αι διανεμόμεναι επαναστατικαί προκηρύξεις».

Ακολουθεί ακατάσχετη κινδυνολογία, με το ενδεχόμενο ακροδεξιάς βίας να διατυπώνεται σχεδόν σαν ευχή: «Οι εθνικόφρονες πολίται διαμαρτύρονται διά την ύπαρξιν γραφείων κόμματος εγκληματικού εις το κέντρον της πόλεως. [...] Δεν αποκλείεται επίθεσις εναντίον των ανωτέρω κομμουνιστικών γραφείων άτινα δέον να θεωρηθώσιν ως κέντρα διαφωτίσεως και διαβιβάσεως εντολών του Κ.Κ.Ε. προς τα μέλη του άνευ ουδενός κινδύνου και υπό την προστασίαν του επισήμου Κράτους. Δεν αποκλείεται μετ’ ου πολύ η ίδρυσις τοιούτων γραφείων εις τας διαφόρους συνοικίας οπότε πλέον θα έχωμεν φρουραρχεία του ΕΛΑΣ υπό τον τίτλον “γραφεία κομμουνιστικού τύπου” δηλαδή πλήρη οργάνωσιν του Κ.Κ.Ε. εντός των πόλεων».

Ακόμη σαφέστερος είναι ο ίδιος στο δελτίο της επομένης: «Κατά την τριήμερον παρακολούθησιν των επί της οδού Σωτήρος 29 γραφείων του Κ.Κ.Ε. παρετηρήθη εξαιρετική κίνησις επισκεπτών, κατά το πλείστον νέων. Κατά τους πέριξ των γραφείων καταστηματάρχας, ο αριθμός των επισκεπτών ανέρχεται εις 100-150 άτομα την ημέραν, μεταξύ των οποίων και πολλαί γυναίκες. Εθεάθησαν εισερχόμενοι και μαθηταί. Κατά τας πληροφορίας μας το Κομμουνιστικόν τούτο Κέντρον χρησιμοποιείται ουχί απλώς ως γραφείον τύπου αλλά ως ορμητήριον διά την διανομήν επαναστατικών εντύπων τα οποία λόγω του περιεχομένου των προκαλούν ερεθισμόν, εχθροπάθειαν και καταφρόνησιν μεταξύ των πολιτών και αστυνομικών, πολλούς των οποίων αποκαλούν εγκληματίας. Εις το Κέντρον τούτο ενεργείται προσηλυτισμός και δίδονται οδηγίαι εις τας συνοικιακάς οργανώσεις περί του τρόπου δράσεώς των. [...] Δικαίως αγανακτεί το κοινόν διά την ύπαρξιν τοιούτου κέντρου εις το κέντρον της πόλεως. [...] Προβλέπομεν επίθεσιν εναντίον του Κομμουνιστικού τούτου κέντρου την οποίαν η Αστυνομία δεν θα δυνηθή να εμποδίση. Κατά την γνώμην ημών επιβάλλεται διά λόγους δημοσίας τάξεως το άμεσον κλείσιμον του κέντρου τούτου».

Μια τόσο χοντροκομμένη παραβίαση της Βάρκιζας στο κέντρο του λεκανοπεδίου ήταν όμως προς το παρόν αδύνατη. Μεταγενέστερα δελτία μάς πληροφορούν έτσι πως όχι μόνο «το επί της οδού Σωτήρος 29 κομμουνιστικόν κέντρον εξακολουθούν να επισκέπτωνται εκατοντάδες προσώπων καθ’ εκάστην ίνα λάβωσιν οδηγίας και έντυπα» (18/7), αλλά κι ότι «θα ιδρυθώσιν, ως πληροφορούμεθα, γραφεία της Εθνικής Αλληλεγγύης και ΕΠΟΝ εις τας συνοικίας. Ηδη τοιαύτα γραφεία λειτουργούν οδός Μ. Στοάς 39 της αλληλεγγύης και Καραΐσκου-Βενιζέλου της ΕΠΟΝ» (2/8).

Αυτά, όσον αφορά τη βιτρίνα της νομιμότητας. Για τις πραγματικές συνθήκες στις συνοικίες, εξαιρετικά εύγλωττο είναι ένα τυπικό «Δελτίον Πληροφοριών» της Ασφάλειας της Νίκαιας (21/7/45) που διασώζεται στον ίδιο φάκελο, με τις ενέργειες της υπηρεσίας κατά την προηγούμενη βδομάδα.

Η παραμικρή πολιτική δραστηριότητα της Αριστεράς καταστελλόταν πάραυτα από τη συντονισμένη δράση ασφαλιτών και δικαστικής εξουσίας:

«Εις την περιφέρειαν Γ΄ Καραβά ενηργήθη έρανος παρ’ αγνώστου γυναικός εις χρήμα διά κουπονίων των 50 δραχμών και εις είδη τροφίμων. Ενεργούμεν διά την ανακάλυψιν και σύλληψίν της.

Εις την περιφέρειαν των Κιλικιανών και εις την οικίαν γνωστού εις ημάς εγένετο συγκέντρωσις εκ μέρους κομμουνιστών της Εταιρείας Υδάτων. Τούτους συνελάβομεν και απεστείλαμεν εις Εισαγγελίαν Πλημ/κών Πειραιώς καταδικασθέντας του μεν αρχηγού εις 8μηνον φυλάκισιν των δε λοιπών εις 4μηνον.

Εις την περιφέρειαν Παλ. Κοκκινιάς ενηργήθη έρανος εκ μέρους Υποδηματεργατών Κομμουνιστών διά κουπονίων των 200 δραχμών και διανομή κομμουνιστικών προκηρύξεων κομμουνιστικού περιεχομένου. Τούτους συνελάβομεν και απεστείλαμεν εις την Εισαγγελίαν Πλημ/κών Πειραιώς καταδικασθέντας εις 4μηνον φυλάκισιν».

Χαρτογράφηση και χαφιέδες


Η ασφυκτική καταστολή του εσωτερικού εχθρού προϋπέθετε την ενδελεχή χαρτογράφησή του μέσω της υπηρεσιακής διείσδυσης.
Το έργο της Ασφάλειας, εξηγεί ο Μάσβουλας στους προϊσταμένους του (31/3/45), «θα επιτευχθή διά της εισχωρήσεως εθνικοφρόνων προσώπων εις τας αντεθνικάς οργανώσεις καθοδηγουμένων υπό της Αστυνομίας», «διά της εξακριβώσεως των δυναμικών εαμοκομμουνιστικών στελεχών και της συγκεντρώσεως τοιούτων στοιχείων ώστε να είναι δυνατή η εξουδετέρωσις τούτων αμέσως», αλλά και «της εξακριβώσεως των κατοικιών και στοιχείων ταυτότητος απάντων των οπωσδήποτε δρασάντων προ και κατά το επαναστατικόν κίνημα, ασχέτως αν δεν εσυνελήφθησαν διότι δεν εβαρύνοντο δι’ εγκληματικών πράξεων».
Το τελευταίο μπορούσε να γίνει εύκολα, «και άνευ διαμαρτυριών του Ριζοσπάστου, επ’ ευκαιρία της εκδόσεως ταυτοτήτων».

Καθοριστικό κριτήριο της χαρτογράφησης συνιστούσε φυσικά η δράση των φακελωμένων στη διάρκεια της Κατοχής και της Απελευθέρωσης: «Επί 3½ έτη τα εαμοκομμουνιστικά στοιχεία έδρων ελευθέρως και εκ του εμφανούς, οι δε υπάλληλοι των Αστυνομικών Τμημάτων γνωρίζουν ταύτα και δέον να καταρτίσωσιν πλήρες αρχείον». Για πρακτικούς λόγους έπρεπε δε «αι ούτω καταρτισθησόμεναι ονομαστικαί καταστάσεις να χωρισθώσιν εις τετράγωνα ή συνοικίας ώστε να είναι δυνατή η εξουδετέρωσις τούτων αμέσως».

Μια ειδική πτυχή αφορούσε την αξιοποίηση εθνικοφρόνων σε καθήκοντα πρωτοβάθμιας επιτήρησης:

«Τα Αστυνομικά Τμήματα να έλθωσιν εις επαφήν μεθ’ απάντων των εργοστασιαρχών της περιφερείας των και να υποχρεώσωσιν τούτους να προσλάβωσιν δύο ή τρεις εργάτας εγνωσμένων εθνικών φρονημάτων οίτινες καταλλήλως καθοδηγούμενοι θα είναι εις θέσιν πολυτίμους υπηρεσίας να προσφέρωσιν».

«Κατά την περίοδον της Κατοχής αι Κομμουνιστικαί οργανώσεις των Συνοικισμών είχον δημιουργήση δίκτυον τοιούτον ώστε ουδείς ξένος ηδύνατο να εισέλθη εις τον Συνοικισμόν χωρίς να υποστή έλεγχον. Τοιούτον δίκτυον δύναται να δημιουργήση και η Αστυνομία χρησιμοποιούσα τας Εθνικάς οργανώσεις της περιφερείας της».

Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που ο διοικητής της Ασφάλειας κάλυπτε πλήρως αυτούς τους εξωϋπηρεσιακούς συνεργάτες του. «Παρανόμους ενεργείας εθνικών οργανώσεων δεν έχει υπ’ όψιν η υπηρεσία ημών», ισχυρίζεται στις 19/5/45, αποδίδοντας μάλιστα την «αυτοσυγκράτησή» τους σε συμβουλές της τελευταίας.

Η εξεύρεση χαφιέδων δεν ήταν πάντως εύκολη υπόθεση. Επιβεβλημένη θεωρούνταν, φυσικά, «η χορήγησις εξόδων κινήσεως εις τας ομάδας ασφαλείας, διά να δυνηθώσιν να δημιουργήσωσιν δίκτυα πληροφοριών» (19/5/45).
Τα τελευταία έπρεπε όμως να ξαναχτιστούν απ’ την αρχή, μετά τη διάλυσή τους από τις ενδιάμεσες εξελίξεις: στη διάρκεια της Κατοχής, υπενθυμίζει εισηγητικό σημείωμα του «γραφείου διώξεως αναρχικών» (16/7/45), «οι οργανωμένοι κομμουνισταί κατώρθωσαν διά της συνωμοτικής δράσεώς των να παραπλανήσουν τον Ελληνικόν Λαόν και να παρουσιάσουν εαυτούς ως απελευθερωτικόν μέτωπον αντιστάσεως [...]. Εκ τούτου, οι φίλοι του γραφείου συν τω χρόνω εξηφανίσθησαν παρασυρθέντες υπό την δίνην των γεγονότων, οι δε χρησιμοποιούμενοι ως πράκτορες υπό της υπηρεσίας, γενόμενοι αντιληπτοί υπό της οργανώσεως εδολοφονήθησαν». Εξ ου και η ανάγκη να «προσληφθή έκτακτον προσωπικόν, εξ εμπίστων τη υπηρεσία, προς παρακολούθησιν συνδικαλιστικών οργανώσεων, συλλόγων, σωματείων, σχολείων, εργοστασίων, Κρατικών και ιδιωτικών επιχειρήσεων». Τα πάντα με λεφτά, αφού «το πολύ κοινόν, ο νομιμόφρων τουτέστιν κόσμος, ουδόλως συνδράμει την υπηρεσίαν εκ δυσπιστίας ή φόβου».

Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε μέχρι τη γενίκευση του Εμφυλίου. Ακόμη και στις 28/11/46, ο Μάσβουλας ομολογεί ότι «το δίκτυον πληροφοριών της υπηρεσίας» του «είναι εις εμβρυώδη κατάστασιν, ελλείψει επαρκούς εμψύχου υλικού και άλλων μέσων. Οι εθνικόφρονες πολίται συνεχόμενοι υπό φόβου αποφεύγουσι να παράσχωσιν οιανδήποτε χρήσιμον πληροφορίαν, οι δε πλούσιοι αστοί και οι διευθυνταί μεγάλων επιχειρήσεων ουδόλως συνέτρεξαν μέχρι σήμερον το τραχύ αλλά υπέρ ποτε άλλοτε εθνικόν καθήκον της Αστυνομίας».

Στο μεσοδιάστημα ολοκληρώθηκε, πάντως, «η ανασύστασις του καταστραφέντος αρχείου κομμουνιστών, συνεχιζομένης μετά του αυτού ρυθμού της πλουτίσεώς του».

Για τις σκοτεινότερες πτυχές αυτού του εμπλουτισμού, μια φευγαλέα εικόνα παρέχει η αναφορά του ανθυπαστυνόμου Γεωργίου Δριμυλή (22/8/45) για τη μεταφορά κάποιου «Πράκτορος Χ» στη Βόρεια Ελλάδα, σε αναζήτηση αποθηκευμένων όπλων του ΕΛΑΣ και «καταδιωκομένων εγκληματιών κρυπτομένων εν Θεσ/νίκη».
Το όνομα του χαφιέ δεν αποκαλύπτεται, πληροφορούμαστε όμως ότι «λόγω της σημαινούσης θέσως ην κατείχεν εις τον ΕΛΑΣ γνωρίζει καλώς» (και μπορεί να καταδώσει) τους συντρόφους του που είχαν καταφύγει στη συμπρωτεύουσα «εκ διαφόρων περιοχών Θράκης και Μακεδονίας»...

Ασφυξία και αυτοάμυνα

Παρά τη διαρκή κινδυνολογία περί επικείμενης αιματοχυσίας, μέχρι την άνοιξη του 1946 οι πληροφορίες για τα κομμουνιστικά αντίμετρα κινούνται στο πλαίσιο μιας καθαρά αμυντικής τακτικής.
Στις 10/10/1945 δελτίο της ΥΓΑΠ μεταδίδει λ.χ. την πληροφορία πως «οι διανέμοντες κομμουνιστικάς προκηρύξεις συνοδεύονται εις μικράν απόστασιν υπό οπλοφόρων ομοϊδεατών των (ομάδες αμύνης)». Η συγκρότηση «ομάδων αυτοαμύνης» έχει διαταχθεί από τον Ζαχαριάδη, «αποτελούνται ως επί το πλείστον από μέλη της ΕΠΟΝ» και «εις περίπτωσιν συλλήψεως κομμουνιστού θα ενεργείται επίθεσις δι’ όπλων προς απελευθέρωσίν του».
Ο πληροφοριοδότης της Ασφάλειας εκτιμά, τέλος, ότι «συντόμως θα δοθή εντολή εις τους κομμουνιστάς να αφοπλίζουν τα μέλη της οργανώσεως Χ και τους Αστυνομικούς».

Σε σημείωμα για τις οδηγίες του «2ου Γραφείου του ΚΚΕ» προς τις «διακομματικές [;] Επιτροπές Πόλης Πειραιά» (6/11/45), διαβάζουμε πάλι πως οι «ομάδες αυτοάμυνας» είχαν εντολή να προστατεύουν τους ΕΑΜίτες «χτυπώντας ομαδικά με ξύλα, με πέτρες και οτιδήποτε άλλο αν παραστή ανάγκη σε επικείμενη επίθεση των μοναρχικών».

Εξίσου εύγλωττη και η προτεινόμενη μέθοδος «διαφώτισης του λαού»: «Κάνετε προκηρύξεις λιγόλογες με τα συνθήματά μας και μοιράστε τις με προφυλάξεις βέβαια π.χ. μέσα στο σιδηρόδρομο στο τραμ αφήνατέ τις να πέσουν χωρίς να σας ιδούν. Στο τέλος δε γράφετε “Οποιος τη διαβάσει να την δώση σε άλλον”».

Ο κύκλος έκλεισε με το νόθο δημοψήφισμα της 1/9/46, που επανέφερε τον βασιλιά. Τρεις μέρες πριν από την ψηφοφορία, ο Μάσβουλας πληροφορείται πως «οι κομμουνισταί έλαβον εντολήν να μεταβώσιν εις τα εκλογικά τμήματα καθ’ ομάδας και την αυτήν ώραν. Η καθ’ ομάδας μετάβασις των κομμουνιστών σκοπόν έχει την αντιμετώπισιν ενδεχομένης επιθέσεως εκ μέρους των εθνικοφρόνων».

Την επομένη, ο προϊστάμενός του αστυνομικός διευθυντής Πειραιά Δ. Βρανόπουλος θα διατάξει «απάσας τας Αστυνομικάς Υποδιευθύνσεις» να εμποδίσουν ακόμη κι αυτό το μίνιμουμ αυτοπροστασίας: «Παρακαλείσθε όπως απαγορεύσητε κατά την ημέραν του Δημοψηφίσματος τας προσυγκεντρώσεις και την καθ’ ομάδας μετάβασιν των κομμουνιστών εις τα εκλογικά Τμήματα. Η μετάβασις τούτων εις τα εκλογικά Τμήματα να γίνη μεμονωμένως, να απαγορεύσητε δε την παραμονήν αυτών μετά την ψηφοφορίαν των έξωθι των εκλογικών Τμημάτων».
{[['']]}

Ντοκουμέντο: Η φυλάκιση της κομμουνίστριας Τσακμάκη και ο θάνατος του βρέφους της στην εξορία της Γαύδου από τις κακουχίες και την πείνα

Του Δημήτρη Δαμασκηνού, φιλόλογου-ιστορικού ερευνητή και συγγραφέα,- negreponte2004@yahoo.gr

Γυναίκες εξόριστες στη Γαύδο (1929-1936): Η άρρωστη συντρόφισσα Τσακμάκη στέλνεται στη Γαύδο – Προμελετημένο έγκλημα  

Δίπλα στα κάθε λογής μέτρα και μεθοδεύσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την ενσωμάτωση-καθυπόταξη του εργατικού-σοσιαλιστικού κινήματος στον Μεσοπόλεμο και παράλληλα με την εντατική χρήση των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους αναπτύχθηκε και η καταστολή, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι εργάτες άρχισαν να διεκδικούν καλύτερους όρους και συνθήκες εργασίας και οι σοσιαλιστικές ιδέες να έχουν απήχηση.

Από τις έμμεσες μορφές της καταστολής στα πρώτα χρόνια μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκαν σιωπή και η αδιαφορία, η πολιτική κάλυψη των κατασταλτικών μέτρων, τα περιοριστικά μέτρα ελευθεριών -λογοκρισία, επιστράτευση κι άλλα- η στεγανοποίηση τομέων της κοινωνικής δομής -δημόσια διοίκηση, στρατός και σώματα ασφαλείας-, τα νομοθετικά μέτρα, τέλος η επιβολή δικτατορίας [1], όπως ήταν αυτή του Ι. Μεταξά που επιβλήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1936.

Υπήρχαν, βέβαια, και οι άμεσες μορφές καταστολής που καταρχάς προσανατολίστηκαν στην υιοθέτηση της χρήσης παρακρατικών σχηματισμών. Εκτός από την άσκηση φυσικής βίας [2] (σωματικές βλάβες, ανθρωποκτονίες) [3], άλλες μορφές άμεσης καταστολής ήταν η τρομοκρατία (προκλητική επίβλεψη συνδικαλισμού, απεργιών και άλλων κινητοποιήσεων, ανακρίσεις, επιδρομές στους εργατικούς και κομματικούς χώρους, διασπορά ανησυχητικών φημών, τρομοκρατικές απολύσεις), η παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων [παρακολουθήσεις ακόμα και με την παρείσφρηση πληροφοριοδοτών στις εργατικές οργανώσεις, υποκλοπές, συλλογή προσωπικών στοιχείων (“φακέλωμα”), οι δικαστικές διώξεις].

Σκίτσο του “Ριζοσπάστη” (19/10/1928) που αναφέρεται στην κατασταλτική πολιτική της κυβέρνησης Βενιζέλου εναντίον του εργατικού κινήματος.

Το αποφασιστικό βήμα ωστόσο, για την ποινικοποίηση της ιδεολογίας και της δράσης του εργατικού κινήματος (συλλήψεις, φυλακίσεις, εκτοπίσεις), το έκανε η κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου, όταν στις 22 Δεκεμβρίου 1928 κατέθεσε στο ελληνικό κοινοβούλιο το Ν. 4229 “Περί μέτρων ασφάλειας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών”, το περιβόητο Ιδιώνυμο (δηλαδή ποινικό αδίκημα με “ίδιον χαρακτήρα”) [4]. Με το νόμο 4229 του 1929 καθιερώθηκε και η δικαστική εκτόπιση, εκτός από τη διοικητική εκτόπιση που είχε ήδη καθιερωθεί και συστηματοποιηθεί με τα νομοθετικά διατάγματα της 19 Απριλίου 1924 και της 5 Μαΐου 1926.

Το μέτρο της “προληπτικής” εκτόπισης ενεργοποιήθηκε και πάλι επί πρωθυπουργίας Βενιζέλου τον Αύγουστο του 1931 (Ν. 5174/1931). Με το μέτρο αυτό υπήρχε η εκτίμηση πως θα ήταν πιο αποτελεσματική η δίωξη του κομμουνισμού, καθώς μέχρι τότε για να διαταχθεί ο εκτοπισμός χρειαζόταν δικαστική καταδίκη με βάση το ιδιώνυμο [5]. Αμέσως εκτοπίστηκαν 15 κομμουνιστές, ενώ πολύ γρήγορα λειτούργησαν οι νέες επιτροπές και στις 10/8 αποφασίστηκε η διοικητική εκτόπιση 200 κομμουνιστών από της επιτροπή Αττικοβοιωτίας στα διάφορα νησιά [6].

 Α[νυπόγραφο] Άρθρο], Η κυβέρνησις απεφάσισε να λάβη πάλιν σύντονα μέτρα δια την αποτελεσματικήν αντιμετώπισιν του κομμουνισμού, εφημερίδα “Μακεδονία”, Δευτέρα 3 Αυγούστου 1931, σελ. 4.

Από κοινωνικής και πολιτικής απόψεως η καταστολή, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο, συστηματοποιήθηκε κι εντατικοποιήθηκε: “Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΒΕ [7], από τον Ιούλιο του 1929 μέχρι το Δεκέμβριο του 1932 δολοφονήθηκαν 18 άτομα (8 εργάτες, 8 αγρότες και 2 επαγγελματίες), κακοποιήθηκαν από την αστυνομία και την χωροφυλακή 1.335 εργάτες και αγρότες και βασανίστηκαν 107. Έγιναν 12.000 συλλήψεις αγωνιστών και εκδόθηκαν 2.203 καταδικαστικές αποφάσεις που επέβαλαν συνολικά 1.936 χρόνια φυλάκιση και 785 χρόνια εξορία [8] στα νησιά του Αιγαίου μα και στη Γαύδο που δίκαια στον Μεσοπόλεμο είχε τη φήμη πως ήταν το “νησί του θανάτου [9], αφού εκεί λειτούργησε, κυρίως από το 1929 [10] έως το 1941, η πιο σκληρή εκτόπιση [11], όταν οι εκτοπισμένοι άρχισαν να πληθαίνουν [12].

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί πως οι εκτοπιζόμενοι στη Γαύδο την περίοδο 1929-1936 δεν ήταν μόνο άνδρες αλλά και πολλές νέες και μορφωμένες γυναίκες [13] που γνώρισαν όλη την κτηνωδία της εξορίας, για να υπερασπίσουν τις ιδέες και την προσωπικότητά τους ως αγωνίστριες στον Μεσοπόλεμο. Καπνεργάτριες, δασκάλες, υφάντρες, φοιτήτριες, εργάτριες ή διανοούμενες, γυναίκες από όλη την Ελλάδα πλήρωσαν το αντίτιμο για τη συμμετοχή τους στα πολιτικά δρώμενα μέσω των διωγμών, της βίας και των απαγορεύσεων ως πολιτικές κρατούμενες πριν καν υπάρξουν πολίτες με εκλογικό δικαίωμα.

Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις που ακολουθούν: Στη διαδήλωση που έγινε στις 8 Νοεμβρίου 1931 στην Αθήνα με αφορμή την επέτειο από τα δεκατέσσερα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, η αστυνομία συνέλαβε 46 εργάτες οι οποίοι παραπεμφθήκαν σε δική. Ανάμεσα τους ήταν και τρεις γυναίκες, εργάτριες, η Ελένη Δημητρίου, η Δωροθέα Καστανέα και η Αλίκη Μιχαηλίδη. Το πλημμελειοδικείο Αθηνών τις καταδίκασε σε ενάμιση χρόνο φυλακή και δύο χρόνια εξορία στη Γαύδο [14].

Οι μαρτυρίες, ωστόσο, για την μεταγωγή γυναικών στη Γαύδο πριν το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, δεν είναι πολλές. Είναι επιβεβαιωμένο πως εξόριστη στο νησί βρέθηκε η αγωνίστρια Αφροδίτη Αλεξανδρίδου.

Στα τέλη Νοεμβρίου του 1934 μεταφέρθηκαν στο τμήμα Μεταγωγών Πειραιά τρεις άνδρες και μια γυναίκα προκείμενου να εκτοπιστούν στη Γαύδο. Μαζί με την Η Εύα Φράγκου, νοικοκυρά από τη Φλώρινα, έφτασε στη Γαύδο στα τέλη του Δεκέμβρη ύστερα από ένα μακρύ και ιδιαίτερα κοπιαστικό ταξίδι, μιας και την ταλαιπώρησε η μόνιμη αναπηρία που είχε στο πόδι. Ήταν η μόνη γυναίκα ανάμεσα σε τριάντα τρεις άντρες. Η κολλεκτίβα της είχε αναθέσει να πλένει τα ρούχα των αρρώστων. Ενδέχεται να έφυγε από τη Γαύδο το καλοκαίρι του 1935 [15].

Σε άλλες, ωστόσο, περιπτώσεις δικαστικών αποφάσεων για την εκτόπιση γυναικών στη Γαύδο η ποινή διαφοροποιούνταν σε φυλάκιση, όπως π.χ. συνέβη στην περίπτωση της Θεανώς ή Ρόδης Κάτου, καπνεργάτριας από την Καβάλα, η οποία συνελήφθη στις 16 ή 17 Μαρτίου 1932 με την κατηγορία ότι συνέταξε και εξέδωσε παράνομες προκηρύξεις επαναστατικού περιεχομένου με αφορμή την επέτειο της Παρισινής Κομμούνας.
Την επόμενη μέρα καταδικάστηκε από το αυτόφωρο σε έξι μήνες φυλάκιση και έξι μήνες εξορία στη Γαύδο, ποινή που το Πλημμελειοδικείο Καβάλας όρισε τελικά στους έξι μήνες φυλάκιση. Δεν έλειπαν, τέλος, και οι περιπτώσεις που οι καταδικασμένες με εκτόπιση στη Γαύδο μετάγονταν σε άλλο νησί, για να εκτίσουν την ποινή τους.

Στην εξορία οι μητέρες αγωνίστριες πήγαιναν με τα μωρά τους, ακόμα κι αν αυτά ήταν νεογέννητα. Υπάρχουν μαρτυρίες που τεκμηριώνουν αυτή την πραγματικότητα: ο εξόριστος π.χ. Βασίλης Γιαννόγκωνας, μένοντας τον Ιούνιο του 1933 λίγες μέρες στην υποδιοίκηση Χωροφυλακής στα Σφακιά πριν φτάσει στον τόπο της εκτόπισής του, πληροφορήθηκε “για κάποια γυναίκα που την έφεραν για την Γαύδο εξορία κομμουνίστρια από το Βόλο με το κοριτσάκι της που το είχε γεννήσει στις φυλακές Αβέρωφ. Ήτανε γυναίκα του τότε συνδικαλιστή, καπνεργάτη Τσακουμάκη. Το παιδάκι ήτανε κοριτσούλι και το πουλάκι μου δεν άντεξε από τις περιπέτειες, που ούτε γάλα είχε η μάνα του να το θηλάζει και το λίγο το δηλητηρίασε και πάει κι αυτό στην εξορία [16].”

Η χωροφυλακή οδηγεί στο τμήμα την Χρύσα Στεφάνου–Λαδοπούλου και την Καλλιόπη Σκοτιδάκη. Βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Κάτω οι σφαγιαστές. Κάτω η δολοφόνα κυβέρνηση Βενιζέλου, Ο Νέος Ριζοσπάστης, Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 1933, σελ. 1.

Αυτή η μαρτυρία είναι κατά βάση ακριβής. Πράγματι το 1932 ανάμεσα στους 32 εξόριστους της Γαύδου βρέθηκε και μία γυναίκα με των λίγων μηνών βρέφος της. Πρόκειται για την Αφροδίτη Αλεξανδρίδου, σύζυγο του καπνεργάτη συνδικαλιστή Τσακμάκη, καπνεργάτρια κι η ίδια από το Βόλο, η οποία συνελήφθη από την αστυνομία και πέρασε από δίκη γιατί την παραμονή Χριστουγέννων του 1931 οργάνωσε παράνομη εργατική συγκέντρωση μπροστά στη Δημαρχία Βόλου [17].
Καταδικάστηκε, στις 27 Δεκεμβρίου του ιδίου χρόνου σε δεκατρείς μήνες φυλακή και έξι μήνες εξορία [18], αν και βρισκόταν σε προχωρημένη κατάσταση εγκυμοσύνης με αποτέλεσμα να γεννήσει ένα κοριτσάκι στις φυλακές της Λάρισας όπου αρχικά φυλακίστηκε.
Τον Μάρτιο του 1932 μετήχθη στις φυλακές Αβέρωφ μαζί με το νεογέννητο μωρό της και μοιραζόταν το ίδιο κελί με την Καλλιόπη Σκοτιδάκη και άλλη μια κρατούμενη [19]. Αποκαλυπτική για τις άθλιες συνθήκες κράτησής τους στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ, με αποτέλεσμα το μωρό να κοντεύει να πεθάνει, είναι η ανταπόκριση των δύο κρατούμενων γυναικών, που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη την Παρασκευή 11 Μαρτίου 1932.

Στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ

Επειδή είχαμε το θάρρος να αγωνισθούμε για καλύτερη ζωή, η μπουρζουαζία μας έχει κλείσει στη φυλακή. Στο κελί που βρισκόμαστε είμαστε 3 γυναίκες και 1 μωρό. Κοιμώμαστε και οι 4 σε δυο μονά κρεβάτια ανάμεσα απ’ τα οποία μόλις μπορεί να κάνει κανείς 4 βήματα. Ούτε δυο ώρες την ημέρα δεν μας βγάνουν να περπατήσουμε. Το μωρό που είνε μαζύ μας κοντεύει να πεθάνει, γιατί απ’ το λιγοστό φαΐ που μας δίνουν στέρεψε το γάλα της μάννας του. Το πρωί μας δίνουν ένα φλυτζανάκι μαυροζούμι που το ονομάζουν τσάι και μια φετα ψωμί που την αφαιρούν απο τη μερίδα του μεσημεριού. Το μεσημεριάτιο φαΐ είνε νερόβραστα χόρτα είτε όσπρια Το βραδυνό 100 δράμια ψωμί και 5-6 εληές. Κρέας μια φορά τη βδομάδα και κείνο δεν τρώγεται.

Εμάς τις συνειδητές εργάτριες δεν μας αφήνουν να κουβεντιάζουμε με τις άλλες κατάδικες και όταν πάμε στο πλυσταριό  να πλύνουμε, βγάζουν τις άλλες έξω. Δεν παύουμε όμως να τις διαφωτίζουμε όπου τις βρίσκουμε και έχουν μεγάλη συμπάθεια σε μας.

Όσο όμως μας παιδεύουν μέσα στη φυλακή, τόσο νοιώθουμε πιο πολύ την ανάγκη να δουλέψουμε για το γκρέμισμα του σάπιου καταπιεστικού καθεστώτος και καλούμε όλες τις εργάτριες στον αγώνα αυτό.

Φυλακές Αβέρωφ, Μάρτης.

Με συντροφικούς χαιρετισμούς

Καλλιόπη Σκοτιδάκη,

Αφροδίτη Αλεξανδρίδου [20]   

Ανταπόκριση κρατουμένων, Στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ, Ριζοσπάστης, Παρασκευή 11 Μαρτίου 1932, σελ. 2.


Τον Οκτώβριο του 1932 αποφασίστηκε η εκτόπιση της στη Γαύδο. Η ίδια ήταν φυματική και εξαιτίας του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε έκανε αίτηση στην υγειονομική υπηρεσία της φυλακής να αλλάξει τον τόπο εξορίας, αλλά τελικά η αίτηση αυτή απορρίφτηκε [21].

 Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Τη στέλνουν για εξόντωση στη Γαύδο. Απ’ τη φυλακή στην εξορία, Ριζοσπάστης, Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 1932, σελ. 4. 


Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Η άρρωστη συντρόφισσα Τσακμάκη στέλνεται στη Γαύδο. Προμελετημένο έγκλημα, Ριζοσπάστης, Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 1932, σελ. 4. 

Η Αφροδίτη Αλεξανδρίδου που κρατάει αγκαλιά τη μικρή Κολεχτίβα. Δίπλα της ο Απ. Στούμπος σε φωτογραφία της εφημερίδας Ο Νέος Ριζοσπάστης, Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 1933, σελ. 6. 

 Κατά τη μεταγωγή της από τη φυλακή για την εξορία είχε 39,8 πυρετό [22]. 
 Οι συνθήκες στο νησί ήταν εξαιρετικά δύσκολές, με αποτέλεσμα σχεδόν όλοι οι εξόριστοι, πλην τριών, να προσβληθούν από ελονοσία. Το Φεβρουάριο του 1933 μητέρα και παιδί μεταφέρθηκαν άρρωστες στις φυλακές της Λάρισας οπού η μικρή Κολεχτίβα, έτσι ονόμασε το μωρό η Αλεξανδρίδου, πέθανε σε ηλικία 13 μηνών [23].

 Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Δικά μας πένθη, Ριζοσπάστης, Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 1933, σελ. 2. 

 Το θάνατο της μικρής Κολλεχτίβας μνημόνευσε ο Τάκης (Δημήτρης) Φίτσ(ι)ος [24] σ’ ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε στον Νέο Ριζοσπάστη [25]“: 5ο


 [Πέθανες κι εσύ εξαντλημένη από την πείνα, τις κακουχίες, τα κρύα του χειμώνα, την παγωνιά…] 

[…] Και σκέφτομαι κοντά σ’ όλους τους άλλους συντρόφους -κάπου διακόσιοι σχεδόν που στάλθηκαν στη Γαύδο σε διάστημα τριών ετών- σκέφτομαι, λέω, τη συντρόφισσα Αλεξανδρίδου. Πως μπόρεσε και πέρασε το δρόμο αυτό με το μωρό στην αγκαλιά; Πως δεν έπεσε, πως δεν έμεινε για πάντα εκεί; Το μωρό της, η Κολλεχτίβα -όπως της έδωσε τόνομα η Κολλεχτίβα των φυλακισμένων συντρόφων μας της Λάρισσας στις οποίες φυλακές γεννήθηκε όταν κρατούμενη βρίσκουνταν η συντρόφισσα αυτή- δε θα είταν πάνου από 10 μηνών όταν μας ήρθε κι’ αυτή εκεί κάτου. Το φτωχό παιδί…

Θυμάμαι πως έκλαιγε ζητώντας λίγο γάλα απ’ τη μάννα του που κι’ αυτή πάλι πεινούσε, υποσιτιζότανε φοβερά, όπως όλοι μας εκεί κάτου. Την αγαπούσαμε όλοι μας την Κολλεχτίβα μας, καθένας μας γινόμασταν μαζί της τρυφεροί, συμπονετικοί, παίζαμε μαζί της και τη χορεύαμε στα χέρια μας. Και πως πηδούσε, πως γελούσε το μικρό αυτό συντροφάκι. Την αγαπούσαμε κι’ ας φώναζε, ας χαλούσε τον κόσμο πότε με κλάμματα και πότε με δικές της κουβέντες -και μας διέκοβε την ησυχία του μαθήματος που κάναμε ή των συνεδριάσεων. Η μάννα της πάντα την κουβαλούσε μαζί της γιατί στεκότανε αδύνατο ν’ αποκοιμηθεί, να ησυχάσει. Πως να ησυχάσει το φτωχό πλάσμα αφού πεινούσε, πεινούσε τόσο…

 Μικρούλα μας συντρόφισσα. Πέθανες κι εσύ λίγες μέρες σαν γύρισες από την εξορία σου -γιατί εξορία είσουν κι εσύ, μαζί μας υπόφερες, μαζί μας δυστύχησες, φτωχό πλάσμα- πέθανες εξαντλημένη από την πείνα, τις κακουχίες, τα κρύα του χειμώνα, την παγωνιά.

 Φωτογραφία της μικρής Κολεχτίβας Τσακμάκη, κόρης της Αφροδίτης Αλεξανδρίδου στην εφημερίδα “Ο Νέος Ριζοσπάστης”, Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 1932, σελ. 3. …

Έτσι πέθαναν μόλις γύρισαν απ’ την εξορία κι’ οι σύντροφοι απ’ τη Μυτιλήνη, ο αρτεργάτης Λάμπρου, κι’ ο αγρότης Ψυρκάς, χτυπημένοι απ’ τον καταραμένο ελώδη πυρετό που άρπαξαν στην εξορία. Τρεις μέχρι σήμερα πεθαμένοι στη Γαύδο.

Τρεις επαναστάτες, τρεις κομμουνιστές έφυγαν για πάντα από κοντά μας. Τους άρπαξε η Γαύδος, το χιλιομισημένο νησί του θανάτου.

 Σύντροφοι! Ας δουλέψουμε ακούραστα όλοι για το δυνάμωμα της Εργατικής Βοήθειας, ας μπούμε επικεφαλής της μάζας που από μας περιμένει τους ξυπνημένους, τους κομμουνιστές, κι’ ας την καθοδηγήσουμε για αγώνα σκληρό, για αγώνα στα πεζοδρόμια ζητώντας την κατάργηση της Γαύδου, τη γενική αμνηστεία σε όλα τα θύματα της καπιταλιστικής βίας. Τρεις μέχρι σήμερα…

Ποιος μας δίνει εγγύηση πως σαν δε δουλέψουμε, σαν δεν ενισχύσουμε εκεί κάτου -ηθικά και υλικά- τα ταξικά μας αδέρφια δεν θα μας έρθει το μήνυμα, το θλιβερό μήνυμα κι’ άλλου θανάτου;

 Χανιά, 20 Ιανουαρίου 2019 

Σημειώσεις:

 [1] Βλ. Αλέξανδρος Δάγκας, Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, ελληνικό τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στο συλλογικό έργο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, τόμος Β2 (1922-1940, Ο Μεσοπόλεμος), επιστημονική επιμέλεια: Χρήστος Χατζηϊωσήφ, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003, σελ. 197. 

[2] Για παράδειγμα στη Θεσσαλονίκη, το 1921, αποτελούσε διοικητική οδηγία. Ο Καραγκούνης επέπληττε τους άνδρες του 5ου ΑΤ: “Αυτούς τους μπολσεβίκους να μην τους φέρνετε έτσι αλλά σακατεμένους εμπρός μου…”, “…να τους φέρνετε μισούς.” Τους πρότρεπε: “Αυτό το τμήμα πρέπει να είναι ο τάφος των εργατών…” και απειλούσε: “Όλοι οι εργάται θα πέσουν εμπρός μου πτώματα.” (Βλ. Αλέξανδρος Δάγκας, Το Κράτος κατά του κομμουνισμού: συλλογή πληροφοριών από τις υπηρεσίες ασφαλείας, 1927, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 17).

[3] Σύμφωνα με τον Αναστάση Γκίκα που έχει συγκροτήσει έναν ενδεικτικό πίνακα με απεργίες στις οποίες υπήρχαν νεκροί στον Μεσοπόλεμο, την περίοδο 1923-1936 υπήρξαν περίπου 86-94 νεκροί και εκατοντάδες τραυματίες. (Βλ. Αναστάσης Γκίκας, Ρήξη και ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού-κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918-1936), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010, σελ. 124).

[4] Ο ίδιος, άλλωστε, ο Βενιζέλος από το 1920 είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι χρειαζόταν ποινικοποίηση της δημόσιας διακήρυξης του μπολσεβικισμού. Η αφορμή για τη δήλωσή του είχε δοθεί στη Βουλή στις 3 Σεπτεμβρίου 1920 καθώς διεξαγόταν η συζήτηση για τις εκλογές. Τότε ο Ελ. Βενιζέλος είχε συγκρουστεί με το βουλευτή του ΣΕΚΕ Αλμπέρτο Κουριέλ για το αν είναι κατοχυρωμένο το δημοκρατικό δικαίωμα να κυκλοφορούν όλες οι ιδέες και όλες οι εφημερίδες στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Ο Βενιζέλος απέφυγε ν’ απαντήσει, αλλά κατέφυγε, μετά από πρόκληση του Κουριέλ για τη συμμετοχή της Ελλάδας -το 1919- κατά της σοβιετικής Ουκρανίας, σε αντισοσιαλιστικά επιχειρήματα και απείλησε ότι μόλις τελειώσουν οι πόλεμοι και μπορέσει το καθεστώς να ασχοληθεί με τα εσωτερικά ζητήματα, θα ετίθετο προς συζήτηση το ερώτημα εάν ήταν ή όχι κολάσιμη πράξη η διατύπωση της θεωρίας της δικτατορίας των ολίγων επί των πολλών. (Βλ. Γιάνης Κ. Κορδάτος, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, τόμος Ε’ (1900-1924), 20ός αιώνας, 1η έκδοση, γενική επιμέλεια έκδοσης Νίκος Δ. Κουχτσόγλου, τυπογραφεία Ν. Καραγεώργου, Αθήνα 1958, σελ. 520-524).

 [5] Α[νυπόγραφο] Άρθρο], Η κυβέρνησις απεφάσισε να λάβη πάλιν σύντονα μέτρα δια την αποτελεσματικήν αντιμετώπισιν του κομμουνισμού, Μακεδονία, Δευτέρα 3 Αυγούστου 1931, σελ. 4.
[6] Βλ. εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος, 10/8/1931.

[7] ΕΒΕ: Εργατική Βοήθεια Ελλάδας.

[8] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 23 Ιούλη 1929.

[9] Γκριτζώνας Κώστας, Ομάδες Συμβίωσης – Η συντροφική απάντηση στη βία και στον εγκλεισμό, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 34-35.

[10] Ήδη από τη δικτατορία του Πάγκαλου υπήρχαν στο νησί πολιτικοί εξόριστοι. Το 1928 μαρτυρείται στο νησί η ύπαρξη 35 εξόριστων και η κατάσταση επιδεινώνεται με την εφαρμογή του “ιδιώνυμου” το 1929.

 [11] “Σε κανένα άλλο νησί η απομόνωση από τον έξω κόσμο δεν ήταν τόσο ολοκληρωτική. Η έλλειψη τροφής και η απουσία μιας στοιχειώδους υγειονομικής υποδομής συνέθεταν το αποτύπωμα της κρατικής βαρβαρότητας που άφηνε τραχιά τα σημάδια της πάνω στα σώματα των εκτοπισμένων”. (Βλ. Δημήτρης Δαμασκηνός, Εξόριστοι στο “νησί του θανάτου”! Σώστε μας, Σώστε μας! Αγωνισθείτε για τη γενική αμνηστεία!, Χανιώτικα Νέα, Διαδρομές, Σάββατο 24 Μαΐου 2014). 

[12] Βλ. Κούνδουρου Ρ.Σ., Η ασφάλεια του Καθεστώτος, Πολιτικοί κρατούμενοι, εκτοπίσεις και τάξεις στην Ελλάδα 1924-74, Καστανιώτη, Αθήνα 1978, σελ. 74.

[13] Βλ. Σέρβος Δημήτρης (κείμενα – φωτογραφίες), Γαύδος, Το «νησί του διαβόλου» για τους εξόριστους κομμουνιστές! ο.π., σελ. 16. & Ξένου–Βενάρδου Αλίκη, ΓΑΥΔΟΣ: Εδώ έζησε η Καλυψώ! … αλλά και γυναίκες εξόριστες, Ριζοσπάστης, Κυριακή 5 Αυγούστου 2001, σελ. 18. Για τις κοινωνικές συγκρούσεις και τις πολιτικές διώξεις πριν και μετά το “Ιδιώνυμο”, βλ. την ιστορική μελέτη του Κωστής Μοσκώφ, Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης. Η διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα, 2η έκδοση, Καστανιώτη, Αθήνα 1985, σελ. 443.

[14] Βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Το ταξικό δικαστήριο κατεδίκασε τους συλληφθέντας στις προχθεσινές εκδηλώσεις σε εξήντα χρόνια συνολική φυλάκιση και εξορία, Ριζοσπάστης, Τρίτη 10 Νοεμβρίου 1931, σελ. 2. (Βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Μαίνεται η φασιστική τρομοκρατία στην Καβάλλα, Ριζοσπάστης, Σάββατο 21 Μαΐου 1931, σελ. 3).

[15] Βλ. Βασίλης Γ. Μπαρτζιώτας, Στις φυλακές και τις εξορίες (Σημειώσεις με αναμνήσεις ενός φυλακισμένου – εξόριστου), Καστανιώτης, Αθήνα 1978, σελ. 83–85, 91.

 [16] Βασίλης Γιαννόγκωνας, Γαύδος. Αναμνήσεις εξορίστου, Δίφρος, Αθήνα 1973., σελ. 17.

 [17] Βλ. Θεσσαλία (Βόλου), 12/03/1932, σελ. 3.

 [18] Βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Συντονίζεται η πάλη για την οργάνωση της πάλης των ανέργων. Βαριές καταδίκες των συλληφθέντων στην προχθεσινή συγκέντωση των ανέργων στο Βόλο, Ριζοσπάστης, Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 1931, σελ. 2.

 [19] Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ, Ριζοσπάστης, Παρασκευή 11 Μαρτίου 1932, σελ. 2.

[20] Ανταπόκριση κρατουμένων, Στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ, Ριζοσπάστης, Παρασκευή 11 Μαρτίου 1932, σελ. 2.

[21] Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Τη στέλνουν για εξόντωση στη Γαύδο. Απ’ τη φυλακή στην εξορία, Ριζοσπάστης, Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 1932, σελ. 4.

[22] Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Η άρρωστη συντρόφισσα Τσακμάκη στέλνεται στη Γαύδο. Προμελετημένο έγκλημα, Ριζοσπάστης, Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 1932, σελ. 4.

[23] Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Δικά μας πένθη, Ριζοσπάστης Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 1933, σελ. 2. 

[24] Ο Τάκης (Δημήτρης) Φίτσ(ι)ος (1898-1949) γεννήθηκε στην Υπάτη Φθιώτιδας. Από νωρίς συνδέθηκε με το εργατικό κίνημα. κι εντάχθηκε στο ΚΚΕ. Αναδείχτηκε (στα 1922-’23) αρχισυντάκτης στο περιοδικό “Νεολαία” της ΟΚΝΕ και το 1924 ανέλαβε τη διεύθυνση του “Ριζοσπάστη”. Γνώρισε απίθανες διώξεις σε κρατητήρια και φυλακές, ενώ εξορίστηκε δύο τουλάχιστον φορές στη Γαύδο.

[25] Ο Τάκης Φίτσιος απελευθερώθηκε το 1943 και πέρασε στη Ρούμελη, όπου τον υποδέχτηκε ο Άρης Βελουχιώτης. Ανέλαβε Γραμματέας του ΕΑΜ στη Στερεά και με την ίδρυση της κυβέρνησης του βουνού, το ’44, τοποθετήθηκε πρόεδρος της Διοίκησης. Μετά τη Βάρκιζα προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Ριζοσπάστη στην Αθήνα. Το 1947 στάλθηκε εξόριστος στην Ικαρία. Το 1948 μεταφέρθηκε στη Χαλκίδα. Καταδικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο σε θάνατο. Και μαζί με άλλους 4 συντρόφους και 4 αγωνίστριες, εκτελέστηκε στη Χαλκίδα στις 16 Απρίλη 1949. (βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], ΤΑΚΗΣ ΦΙΤΣΟΣ. Αγωνιστής, δημοσιογράφος, άνθρωπος του λαού…, Ριζοσπάστης, ένθετη έκδοση: “7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ”, Κυριακή 15 Ιούνη 2008, σελ. 11.

Πρώτη δημοσίευση "Αγώνας της Κρήτης"
{[['']]}

Έφυγαν απ΄τη Μακρόνησο ως αμετανόητοι. Δώδεκα μαρτυρίες για το «κολαστήριο» και μία του Σκαλούμπακα.

 29 νησιά του Αιγαίου χρησιμοποιήθηκαν ως τόποι εξορίας και «εθνοκαθαρτήρια», άλλα κατοικημένα και άλλα ακατοίκητα. Σε αυτά, χιλιάδες άφησαν τα κόκαλά τους, δολοφονημένοι από τις κρατικές δυνάμεις καταστολής και τα εκτελεστικά αποσπάσματα ή πέθαναν από την πείνα, τις στερήσεις, τις αρρώστιες, τις κακουχίες και τα βασανιστήρια.

Η Μακρόνησος, το πιο μαρτυρικό ξερονήσι, το κολαστήριο του πλήρους εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπου διέπρεψαν οι Σκαλούμπακες, Βασιλόπουλοι και Μπαϊρακτάρηδες, άρχισε να λειτουργεί ως τόπος εξορίας το 1947 και υπολογίζεται ότι «πέρασαν» πάνω από 27.000 στρατιώτες και 30.000 πολίτες που έχριζαν «εθνικής αναμορφώσεως». Άλλοι υπόγραψαν τη «δήλωση μετανοίας» και άλλοι όχι, παρ΄όλα τα απάνθρωπα βασανιστήρια.


Μη σας παραξενεύει, γιατί κατά την απογραφή του 1951, σε μερικά νησιά, η αύξηση του πληθυσμού πήρε εκρηκτικές διαστάσεις, όπως στη Γυάρο π.χ. που το 1929 είχε 2 και το 1951, 7.139 κατοίκους ή στη Μακρόνησο, που το 1940 είχε 36 και το 1951, 4.484 κατοίκους. Ο Άη Στράτης που δεν είναι ξερονήσι, το 1928 είχε 786 κατοίκους, το 1940 είχε 1.131 και στο τέλος του Εμφυλίου είχε δημιουργηθεί το αδιαχώρητο, με 3.849 κατοίκους. Βλέπετε, ο «εθνάρχης» Βενιζέλος, είχε φροντίσει με το ιδιώνυμο του 1928 να «κατοικηθούν» μερικά νησιά, που από την εποχή του Μεταξά και μετά, λειτούργησαν σαν «εθνικής αναμορφώσεως» και τόποι εξόντωσης, κυρίως,  κομμουνιστών αλλά και άλλων που δεν «συμμορφώνονταν με τας υποδείξεις» (τα στοιχεία αυτά τα πήρα από τον Ημεροδρόμο και είναι του φίλου δημοσιογράφου Θανάση Ηλιοδρομίτη).
Εδώ, λοιπόν, έχω καταγράψει δέκα μαρτυρίες, τις πιο σημαντικές που ξεχώρισα και ανάρτησα κατά καιρούς στο facebook.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΡΩΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
(Μαρτυρία Κώστα Γαβριηλίδη  Από το Σύλλογο Γιάννης Κορδάτος)

«Από την 1η Νοεμβρίου αρχίζει η παράδοση των υπολοίπων εφτά χιλιάδες στο ΒΕΤΟ… οι εφτά χιλιάδες, οι περισσότεροι γέροι, βαριά άρρωστοι, ανάπηροι και ακρωτηριασμένοι ήρωες της Αλβανικής εποποιίας και της Εθνικής Αντίστασης, φυματικοί, καρδιακοί, ελκοπαθείς κλπ μεταφέρθηκαν στο ΒΕΤΟ με δόσεις από 500-700 άτομα. Στη είσοδο του καταυλισμού γίνονταν δεκτοί με τον πιο καννιβαλικό τρόπο. Αξιωματικοί και αλφαμίτες με κράνη και εφ’ όπλου λόγχη, έπεφταν εναντίον εκείνων που δε δέχονταν να υποκύψουν στον εκβιασμό και να υπογράψουν τις περιβόητες δηλώσεις μετανοίας. Απερίγραπτα είναι τα όργια των βασανιστηρίων. Μεθυσμένοι οι αλφαμίτες από οινοπνευματώδη ποτα… μαστουρωμένοι από διάφορα ναρκωτικά, τα καθάρματα και τα’ αποβράσματα αυτά της κοινωνίας, ώρες και μέρες βασάνιζαν τους τίμιους και αγνούς πατριώτες που δεν έσκυψαν τον αυχένα στο φασίστα κατακτητή».


ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΕΣ 
(Μαρτυρία Βικτωρίας Θεοδώρου Από το βιβλίο της)

«Το τελευταίο διάστημα παραμονής των αλύγιστων γυναικών στο Τρίκερι και τη μεταφορά τους στο Μακρονήσι και την απομόνωση της ίδιας στο φριχτό στρατόπεδο Λάρισας, κατέγραψε συνταρακτικά η Ρόζα Ιμβριώτη. Μια μέρα του Γενάρη του 1950, έγινε αυτό που φοβούνταν οι εξόριστες. Στρατηγοί, συνταγματαρχέοι, αρχηγοί Χωροφυλακής και ο μητροπολίτης Μαγνησίας καταφθάνουν στο Τρίκερι. Συγκεντρώνουν τις γυναίκες και φωνάζουν τα ονόματα όσων προορίζονταν γθυ7ια το κολαστήριο, τη Μακρόνησο. Φωνάζουν και το όνομα: Ρόζα Ιμβριώτη.

Προχωρά η ηλικιωμένη γυναίκα. Ο στρατηγός έξαλλος φωνάζει: «Εσύ, ε; Δε θα ζήσεις πια. Εσύ λυμαίνεσαι με το λόγο σου την Ελλάδα χρόνια τώρα. Από σήμερα ύαινα, θα σφραγιστεί το στόμα σου. Ελεος δεν υπάρχει για σένα. Κατέστρεψες τη νεολαία. Αυτοί που σκοτώνονται στο βουνό είναι θύματά σου!». Η Ρόζα μεταφέρεται στο στρατόπεδο Λάρισας. Εκεί την αναλαμβάνουν βασανιστές, που θα τους ζήλευαν και οι ναζί. - «Παλιόγρια θα υπογράψεις δήλωση, ναι ή όχι;»- «Οχι». Την πετάνε σε μπουντρούμι, χωρίς νερό και τροφή επί τρεις μέρες. Ακούει να βασανίζονται συναγωνίστριές της.

Την τρίτη μέρα, με το πιστόλι στον κρόταφό της, ξαναρωτούν και εκείνη ξαναπαντά: «Οχι δεν υπογράφω». Σε ένα υπόγειο, χτυπούν όλο το κορμί της, με σιδερένιες βέργες και συρματόσκοινο. Εκείνη άφωνη και αλύγιστη. Ο αρχιβασανιστής, της λέει: «Δε ζητούμε υπογραφή. Μόνο να βγεις σαν παιδαγωγός ν' αποκηρύξεις το παιδομάζωμα». - «Δε μιλάω». Την κρεμούν με συρματόσκοινα επί δώδεκα ώρες. - «Δε μιλάω». Την ξαναβασανίζουν, ξανά και ξανά και ξανά. Δεν τη λύγισαν και έτσι την οδηγούν στο Μακρονήσι. Μακρόνησος - Τρίκερι - Αϊ-Στράτης».


ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΡΙΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
(Μαρτυρία Μιχάλη  Μπούρπουλα Από το Σύλλογο Γιάννης Κορδάτος)

«Στο έμπα της σκηνής, αντίκρισα πάνω σε ένα ράντζο ένα παλικάρι, φαντάζανε δυο ξυλοπόδαρα. Ήταν ο Γιάννης ο Βόλης, από την Λακωνία. Αλβανομάχος, που με το Εθνογερτήριο σάλπισμα του Ε.Α.Μ. έλαβε από τους πρώτους μέρος στην Εθνική Αντίσταση….

Άρχισαν να τραβούν και τους ανάπηρους. Μερικοί υπέκυψαν στην έντεχνη βία και συμβιβάστηκαν. Ακολούθησε μάχη καθώς σε τραβούσαν στα αντίσκηνα της Ιεράς Εξέτασης και οι στιγμές ήταν συγκλονιστικές, καθώς γλιστρούσαν τα δεκανίκια και τα ξυλοπόδαρα και βρισκόσουν να κολυμπάς μεσ’ στη λάσπη, και να σε ανακουφίζει η ανθρώπινη συμπαράσταση από τους συναδέλφους, καθώς έπεφταν πάνω στους κανίβαλους για να σε αποσπάσουν από τα χέρια τους…Ένας θρήνος είχε πέσει στο βράχο, και τα ουρλιαχτά των τραυματισμένων αγωνιστών έφταναν σπαρακτικά, από τις χαράδρες στα αντίσκηνα του 8ου λόχου… « αίμα να βλέπω, σκοτώστε τους βουλγάρους». Και άλλα παρόμοια σαν αυτά , κι ακόμα χειρότερα, συνθέτουν την ατμόσφαιρα, που περισφίγγει το νου και την καρδιά όλων μας…»

ΑΚΟΥΣΤΕ ένα τραγούδι του Νίκου Μάργαρη για τους εξόριστους, όπως ένοιωσε κι αυτός στο πετσί του τη ''στοργή'' της μαμά-Ελλάς ΕΔΩ


ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΕΤΑΡΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΕΣ 
(Μαρτυρία Ναταλίας Αποστολοπούλου. Από το Σύλλογο Γιάννης Κορδάτος)

«Δεκαπέντε χρονών έφτασε στο στρατόπεδο (στο Τρίκερι) η Βαγγελίτσα … πάνω στους παιδικούς ώμους της κουβάλαγε τη σκληρή εμπειρία της από τα βασανιστήρια της στην Ασφάλεια και τον αγιάτρευτο πόνο για τον εκτελεσμένο αγωνιστή αδερφό της.
Στο Μακρονήσι, την ημέρα του βασανισμού, ένας γεροδεμένος αλφαμίτης την άρπαξε από τις κοτσίδες και την ταρακούναγε:
-Μίλα θα κάνεις δήλωση; Θα αποκηρύξεις;
-Όχι, απάντησε η εξόριστη.
Εκείνος σήκωσε το βούρδουλα και την έδερνε αλύπητα.
-Μίλα θα αποκηρύξεις; ξαναρώτησε.
-Ποιόν ν’ αποκηρύξω, μωρέ, το αίμα του αδερφού μου; Δεν αποκηρύσσω τίποτα! Σκευοφύλακα με λένε…χτυπάτε, φασίστες. Χτυπάτε σκυλιά. Δεν αποκηρύσσω το αίμα του αδερφού μου… Την άλλη μέρα τη μεταφέρανε στο αναρρωτήριο μαζί με τις άλλες σακατεμένες. Την Τρίτη ημέρα από τους φριχτούς πόνους και την αϋπνία, η Βαγγελίτσα έχασε τα λογικά της κι έπεσε σε αφασία''.

Στις φωτογραφίες που έστελναν στις οικογένειές του, γελούσαν πάντα, για να μην ανησυχούν οι δικοί τους και για να μην κοπούν από την λογοκρισία».


ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΕΜΠΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ 
(ποιητική μαρτυρία του Μάνου Κατράκη από τη Μακρόνησο)

«Στ' ακροθαλάσσι του Αϊ - Στράτη/ κρυφά από του Θεού το μάτι/ Ζουν άνθρωποι και ωριμάζουν/ καινούριο κόσμο ετοιμάζουν».«Κείνο το βράδυ στη χαράδρα.../ Δεν το ξεχνάω φίλε/ Είχανε σπάσει δυο μπαμπού/ στα κόκαλά μου.../ Η ανανδρία θυμάμαι / τα 'βαλε με τη λεβεντιά / κείνο το βράδυ / Μα το νεράκι πού το βρήκες / σύντροφέ μου; / Τώρα που πέρασαν οι πόνοι / σε βλέπω αδύνατο κι ωχρό / να σεργιανάς / Κι είπα να σου 'δινα το χέρι/ για να ξοφλήσω τη δροσιά/ κείνης της νύχτας / Μα το νεράκι πώς το βρήκες / το νεράκι / σ' εκείνο τ' άνυδρο το ρέμα»

Αρνούμενος να υπογράψει «δήλωση μετανοίας» εξορίστηκε στην Ικαρία, στη Μακρόνησο και στον Αη – Στράτη, μέχρι το 1952.

Ψηλός και στητός, γίγαντας παραμυθιού, άντεχε κάτω απ’ τις βροχές και τις κακουχίες, τα βασανιστήρια, το σακί μαζί με τη γάτα μέσ’ στη θάλασσα, και τις προσβλητικές βρισιές του ομαδάρχη, που σκύλιαζε απ’ το κακό του μπροστά στην αφοσίωση και την πίστη στην ιδέα. Όλ’ αυτά για μιαν ιδέα! Σ' εκείνο το «σχολείο επανένταξης», όταν έβλεπε να δέρνουν κανέναν αδύναμο, τους έλεγε «ρε, δέρνετε το γεροντάκι, ελάτε να δείρετε εμένα». Τ΄ακούς ρε Σκαλούμπακα;;;;;

Στην εξορία ζούσε σε σκηνές που τις έπαιρνε κάθε τόσο ο δυνατός αέρας του νησιού. Κουβαλούσε άσκοπα πέτρες απ’ τη μια άκρη της πλαγιάς στην άλλη. Μετά έπρεπε να τις φέρει πάλι πίσω. Ώρες αυτή η δουλειά. Και τα μεγάφωνα είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο να τσιρίζουν το ίδιο τραγούδι: «Ως και γράμματα μου στείλανε ανώνυμα, από δω και πέρα κάτσε φρόνιμα».

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΚΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ

Πριν τη μαρτυρία του εξόριστου Λεωνίδα Μεντάκη, διαβάστε:

Το "ΜΕΝΟΥ ΕΞΟΡΙΑΣ» και την ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ του βιβλιοπωλείου "Free Thinking Zone», για κάποιο βιβλίο, κάποιου Δημήτρη Φύσσα. Η παρουσίαση έγινε στην Μακρόνησο και οι συμμετέχοντες είχαν την ''ευκαιρία», μεταξύ άλλων, να δοκιμάσουν ... γκουρμέ ''Μενού Εξόριστου», δηλαδή το φαγητό που υποτίθεται ότι έτρωγαν οι κρατούμενοι.

To Free Thinking Zone "ανακάλυψε» ότι οι εξόριστοι έτρωγαν δύο φορές την εβδομάδα κρέας, άλλες δύο ψάρι, το πρωί και το βράδυ μαρμελάδα και φρούτα, ενώ το μενού περιελάμβανε και διαφορετικές τροφές που εναλλάσσονταν στο μενού ανάλογα με τη μέρα.

Ο 90χρονος Λεωνίδας Μεντάκης από τον Κουρνά Αποκορώνου, ένας από τους επιζώντες του στρατοπέδου, έλεγε στα Χανιώτικα Νέα:
«Έβαζαν σε ένα καζάνι 3 – 4 φασόλες, ένα φυλλαράκι φρύο, το έβραζαν και μας έδιναν το ζουμί. Αυτό ήταν το κυρίως φαγητό μας. Είχαμε σοβαρό πρόβλημα με το πόσιμο νερό. Ένα παγουράκι είχε ο καθένας μας. Το νερό το έφερναν με υδροφόρα από το Λαύριο, αλλά τις περισσότερες φορές δεν πινόταν γι’ αυτό και περάσαμε πολλές δίψες, όταν δε είχε θαλασσοταραχή και έκανε ημέρες να έρθει το πλοίο τροφοδοσίας, δεν τρώγαμε και τίποτα. Ήταν και μέρες που το φαγητό ήταν αλμυρό, ενώ δεν μας έδιναν νερό. Δεν ξέρω αν το έκαναν επίτηδες, αλλά γινόταν. Όσο για τους αλφαμίτες, τους αξιωματικούς, αυτοί έτρωγαν πλουσιοπάροχα».
Για κάποιους η Μακρόνησος είναι θλίψη, συγκίνηση, περηφάνια. Για κάποιους άλλους είναι ένα νησί δίπλα στο Λαύριο.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΒΔΟΜΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
(ποιητική μαρτυρία του Γιάννη Ρίτσου από τα «Μακρονησιώτικα»)

«Ήρθαν οι αρρώστιες, οι διάροιες, ο τέτανος
κουβαλάμε τους αρρώστους με τα φορεία στ’ αποχωρητήρια
κουβαλάμε τους πεθαμένους πάνου στην τάβλα ως την ακρογιαλιά
από κει μόλις βραδυάζει τους φορτώνουν στα καΐκια για το Λαύριο
οι εξόριστοι βγάζουν τα σκουφιά τους, σφίγγουν τα δόντια και
κοιτάζουν πέρα τη θάλασσα
δε μιλάνε, κοιτάζουν μακριά, πίσω απ’ το Σούνιο
ώσπου βραδυάζει κι ο άνεμος βολοδέρνει σε μια κουβέρτα πεθαμένου
ετούτος ο ατέλειωτος άνεμος που αντιχτυπιέται στη μουγκαμάρα της πέτρας
που αναστατώνει τ’ αγκάθια και τα χαρτιά του αποχωρητηρίου
παίρνει από πίσω τα καράβια, γιομίζει τις τσέπες με σπασμένα τοπεία
χωρίζει το πετσί απ’ το κόκαλο – ο μεγάλος άνεμος
που λύνει τους κόμπους των άστρων και δένει τις καρδιές μας
Ένα κρεβάτι, δυο κρεβάτια – πόσα κρεβάτια μείναν άδεια
και τα κουταλοπήρουνα των σκοτωμένων μαζεμένα στη γωνιά
σα μια φούχτα αστέρια δίχως όνομα
και το βλογιοκομμένο φεγγάρι φωνάζοντας ολονυχτίς τον τρόμο
του στη θάλασσα
όπως ανοιγοκλείνει στο σκοτάδι ένα παλιό πορτόφυλλο
κι οι μπόγοι της νύχτας δίπλα στα μαγειρεία
κι η λύπη στριμωγμένη πλάι στο φόβο
έξω απ’ την καρδιά μας.
Ύστερα πέφτει ο άνεμος
κι ακούμε που κατρακυλάνε πέτρες απ’ το βουνό
ακούμε τ’ άρβυλα των πεθαμένων
και πάρα πέρα τ’ άρβυλα της λευτεριάς
καθώς ανηφορίζει από τον κάτου κόσμο».


ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΟΓΔΟΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
Παναγιώτης Ελής. Έπεσε μαχόμενος, αλύγιστος, χιλιοβασανισμένος, αγωνιστής της ελευθερίας. Ο «Βούλγαρος» που δεν υπόγραψε.

Από τους πρώτους νεκρούς της χούντας
(μαρτυρία παλιών συναδέλφων του στο «σύρμα»)

Ο Ελής οδηγήθηκε στο ΒΕΤΟ (Δεύτερο Ειδικό Τάγμα Οπλιτών), τάγμα με 38.000 περίπου έγκλειστους στρατιώτες, που ως χτες πολεμούσαν τους ξένους εισβολείς στο βουνό και στην πόλη και αντιμετώπισε πλάι τους με καρτερία, τους βασανιστές που φορούσαν τη στολή του Έλληνα στρατιώτη. Αυτοί οι «Ελληνες» συναγωνίστηκαν σε θηριωδία τα γερμανικά SS, μόλις δυο χρόνια μετά τη φυγή των μεραρχιών τους, από το ελληνικό έδαφος.

«Υπόγραψε Βούλγαρε!», ωρύονταν οι ροπαλοφόροι πάνω στα αιμόφυρτα, ποδοπατημένα και ετοιμοθάνατα κορμιά, τα κορμιά αυτά, που αντιστάθηκαν στους Γερμανούς και Ιταλούς.
Και ύστερα στο περιβόητο «Σύρμα», στην «Απομόνωση», πλάι στη χαράδρα, πίσω από τον πανύψηλο τοίχο, στο κάτεργο των κατέργων, στην κόλαση της κολάσεως, στο μαρτύριο των μαρτυρίων, όπου μεταφέρονταν όσοι δεν υπέκυπταν στον ανήκουστο παιδεμό και δεν υπέγραφαν «Δήλωση μετανοίας». Εκεί βασανίζεται ο Παναγιώτης Ελής, μαζί με τους λίγους συναγωνιστές του, νύχτα - μέρα, από πολυάριθμους αποκτηνωμένους αλφαμίτες...

Ο Ελής θα επιβιώσει από το νέο κύκλο βασανιστηρίων, σε 24ωρη βάση μήνες και χρόνια, χάρη στο ψυχικό σθένος του και τη σωματική του αντοχή. Μερικοί από τους συναγωνιστές του στο "Σύρμα», θα επιβιώσουν, με το μέτωπο ψηλά κι αυτοί, αλλά σακατεμένοι δια βίου.
Και ήρθε το καινούριο πραξικόπημα της προδοτικής και ξενόδουλης κλίκας, στρατιωτικής και πολιτικής, του 1967. Ο Ελής συλλαμβάνεται και εκτελείται από ανθυπίλαρχο! Είναι από τα πρώτα θύματα της δικτατορίας.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΤΗ~Έφυγαν από τις εξορίες ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
(μαρτυρία της ... Γενικής Ασφάλειας: «Αυτοκτόνησε»)

Μήτσος Παπαρήγας. Γενικός γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Τον συνέλαβαν, τον ανέκριναν αλλά αυτός τσιμουδιά. Τον βασάνισαν και τον πέταξαν από τον τελευταίο όροφο της Ασφάλειας (μία εκδοχή) ή, (δεύτερη εκδοχή), δολοφονήθηκε στα υπόγεια της ασφάλειας και στη συνέχεια, δημοσίως, ισχυρίστηκαν ότι ο «άθλιος κομμουνιστοσυμμορίτης» «αυτοκτόνησε» στο κελί του, χρησιμοποιώντας τη ζώνη της πιτζάμας του.

Οι διώξεις  εναντίον  του  αρχίζουν  από  το 1923,  όταν  ήταν Γραμματέας του Συνδέσμου Παλαιών Πολεμιστών του Βόλου. Δυο χρόνια φυλακή για προκήρυξη κατά του Πάγκαλου, έξη μήνες εξορία  στην  Αμοργό και δύο χιλιάδες δραχμές πρόστιμο.  Το 1930 δυόμισι  μήνες  φυλακή  στο Ιτζεδίν.  Μόλις  αποφυλακίζεται  ξαναπιάνεται  και καταδικάζεται  σε  τριάμισι  χρόνια  φυλακή  και  δυο  χρόνια εξορία.  Κατορθώνει  όμως  το 1931 να  δραπετεύσει  από  τις φυλακές  Συγγρού,  κρύβεται  για  ένα  διάστημα  στην Αθήνα κι ύστερα φεύγει στο εξωτερικό, όπου του δίνεται η ευκαιρία να εξοπλιστεί θεωρητικά. Επιστρέφει στην Ελλάδα και πάλι στην παράνομη δουλειά ως το 1936, όπου τον πιάνουν στην Πάτρα. Οχτώ χρόνια δέσμιος  της  μεταξικής δικτατορίας  και των  χιτλερικών καταχτητών. Απομόνωση της Κέρκυρας, Κίμωλος,  Ακροναυπλία,  Χαϊδάρι. Δραπετεύει  από  το Χαϊδάρι  το 1944, δουλεύει παράνομα στην Αθήνα.

Το 1946, οι εργάτες του Βόλου τον εξέλεξαν αντιπρόσωπό τους στο 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ και το Συνέδριο τον εξέλεξε Γενικό Γραμματέα της ΓΣΕΕ. Το 1947 η ασφάλεια, με υπόδειξη των αμερικανών, συνέλαβε την εκλεγμένη διοίκηση της ΓΣΕΕ, μαζί και τον Παπαρήγα, ο οποίος  στάλθηκε εξορία στην  Ικαρία.  Κατορθώνει  όμως  και πάλι  να  δραπετεύσει από  την  εξορία,  γυρίζει  στην  Αθήνα  και αρχίζει να δουλεύει μέσα στις σκληρές συνθήκες της παρανομίας της εποχής του εμφυλίου πολέμου. Εκεί τον πιάσανε για τελευταία φορά. Τον έσυραν στ΄ άντρα της βίας, τον βασάνισαν σκληρά και τελικά τον δολοφόνησαν, σκηνοθετώντας δήθεν «αυτοκτονία» του μέσα στο κελί της απομόνωσής του.
Πλήρες βιογραφικό ΕΔΩ


ΜΑΡΤΥΡΙΑ  ΔΕΚΑΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΕΣ

Ο τίτλος της ανάρτησης λειτούργησε, ίσως, αποτρεπτικά, από την εύλογη σκέψη, πως πρόκειται για τις γιαγιάδες ή μανάδες μας σε κάποιο ορεινό χωριό. Όχι, είναι εξόριστες και εξόριστοι δεν ήταν μόνο οι «κομμουνιστοσυμμορίτες» και οι «εαμοβούλγαροι» αλλά και ηλικιωμένες γυναίκες, «προληπτικώς εκτοπισμένες», όπως αυτές οι γυναίκες, στον Άη Στράτη. Πρόκειται για συγγενείς πολιτών, για τους οποίους υπήρχαν αποδείξεις ή ... υπόνοιες συμμετοχής στις δραστηριότητες του ΚΚΕ ή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Οι προληπτικές εκτοπίσεις είχαν στόχο να εμποδίσουν τον ανεφοδιασμό του Δημοκρατικού Στρατού και να αναγκάσουν τους μαχητές του να παραδοθούν και να υπογράψουν «δήλωση». Και όμως δεν υπόγραψαν, ενώ, έμαθαν ανάγνωση και γραφή παρακολουθώντας  τους κύκλους αυτομόρφωσης που λειτουργούσαν στις φυλακές και στα στρατόπεδα (στοιχεία από τη σελίδα του Ν.Σαραντάκου).

(Μαρτυρία της Κατερίνας Χαριάτη Σισμάνη)
«Στη Μακρόνησο, τρεις μέρες, μας άφηκαν ήσυχες με φοβέρα και περισυλλογή και την άλλη, στις 30 του Γενάρη 1950, μας ξύπνησαν από τις τέσσερες την νύχτα. Ήταν η μέρα της δοκιμασίας.
Χίλιες γυναίκες είχαμε φύγει από το Τρίκερι. Το πρωί οι οκτακόσιες, στάθηκαν στη γραμμή, χωρίς δήλωση. Παρ’ όλο τα βάναυσο ξύλο που δοκιμάσαμε, τα ουρλιαχτά και τις φοβέρες.
Τα καθημερινά καψόνια, αντικαταστήσανε τα μαρτύρια της ημέρας εκείνης, που μας άφησε κάμποσες πληγωμένες και κάποιες που τρελάθηκαν και φώναζαν όλη τη νύχτα.
Εγώ, την πλήρωσα μόνο με έξη βουρδουλιές και με ένα διηθητικό ίκτερο που βάσταξε τέσσερις μήνες. Ευτυχώς δεν πέθανα.

Όμως στη Μακρόνησο, δεν μας θέλανε τις γυναίκες, τους χαλάγαμε την πειθαρχία. Γίνανε και πολλά διαβήματα απ’ έξω. Ήρθε και επιτροπή του Ερυθρού, ήρθανε και εφημερίδες από την Γαλλία. Άλλο επεισόδιο, όταν μας κρύβανε και δείχνανε μόνο όσα θέλανε. Και τότε έγινε το ηρωικό ντου, που η Νίτσα προχώρησε, παρά τις απειλές και τους μίλησε Γαλλικά και κάνοντάς τους υπεύθυνους για τον κίνδυνο της ζωής της, τους πληροφόρησε για τις χαράδρες και την αληθινή κατάσταση.
Με αυτά και με αυτά, μας ξαναπήγανε τελικά σ’ έξη μήνες στο Τρίκερι».


ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΔΕΚΑΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
(Μαρτυρία Νίκου Μάργαρη)

ΟΙ ΑΝΗΛΙΚΟΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΗ ΣΦΑ

Από την Μακρόνησο πέρασε και η εφηβεία για αναμόρφωση.
Οι ανήλικοι κατάδικοι που βρίσκονταν κατεσπαρμένοι μέχρι την Άνοιξη του 1949 στην Κηφισιά και στα νησιά Τρίκερι και Γιούρα μεταφέρθηκαν σε μικρές αποστολές και συγκεντρώθηκαν στη ΣΦΑ.
Το νέο στρατόπεδο ανηλίκων που εγκαταστάθηκε στη ΣΦΑ περιλάβαινε ηλικίες από 14 μέχρι 17 ετών και οι κατηγορίες των κρατουμένων ήσαν δύο: ποινικοί κατάδικοι και πολιτικοί κρατούμενοι από ένα – δύο χρόνια έως ισόβια. Σύμφωνα με την εφημερίδα ΜΑΧΗ την Πρωτομαγιά του 1949, έφτασε η πρώτη αποστολή ανηλίκων από το Τρίκερι. Ήσαν περίπου 50. Τους οδήγησαν μπροστά στο διοικητήριο και τους μίλησαν κατά το γνωστό τρόπο για να ζητήσουν δηλώσεις [τις γνωστές δηλώσεις μετανοίας, «αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας το ΚΚΕ και τας παραφυάδας αυτού»].

Η απάντηση ήταν αρνητική και τότε όλοι οι γνωστοί βασανιστές, ρίχτηκαν στ’ ανήλικα παιδιά και τα σάπισαν στο ξύλο. Και επειδή δεν είδαν ύστερα από το άγριο ομαδικό ξυλοκόπημα καμιά υποχώρηση από μέρους των παιδιών τα ρίξανε στη θάλασσα, τα σακάτεψαν κυριολεκτικά και τα βασάνιζαν απάνθρωπα μέχρι αργά το βράδυ…

Ύστερα από λίγες μέρες έφτασε δεύτερη αποστολή από τις φυλακές ανηλίκων Κηφισιάς...από τις 26 Μαΐου έως τις 8 Ιουνίου 1949 μεταφέρθηκαν από τα Γιούρα 305 καταδικασμένοι ανήλικοι...από τα βασανιστήρια ο Χαρ. Αλεξανδρόπουλος έμεινε αναίσθητος ο Κώστας Κανάκης έχασε το μάτι του , ο Γιάννης Μυλωνάς έχασε την ακοή του ο Θαν. Τσουκνίδας αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει καταπίνοντας την ουρά του κουταλιού του. Στις 18 Αυγούστου 1949, 32 ανήλικοι κρατούμενοι κάτω από το αφόρητο καθεστώς βίας αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν, καταπίνοντας ουρές κουταλιών και άλλα μικροαντικείμενα… Το Δεκέμβριο του 1949 όλο το νησί συγκλονιζόταν από τα βογκητά και τους θρήνους των απομονωμένων στα σύρματα και στα τρελάδικα.


ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΔΩΔΕΚΑΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ

Ο Δημήτρης Τατάκης έφτασε στη Μακρόνησο  το  Νοέμβρη του 1948. Με το που πάτησε το πόδι του στη ΣΦΑ, δέχτηκε τον πρώτο συνήθη κύκλο βασανιστηρίων υποδοχής των νέων κρατουμένων. Ρίχτηκε στον κλωβό της απομόνωσης και μαζί με τους υπόλοιπους «αδήλωτους» συγκρατούμενούς του, πέρασε μια σειρά βασανιστηρίων, δίχως όμως να υποκύψει στη βία και στον εκβιασμό της δήλωσης.

Όταν οι ανακριτές – βασανιστές του αντιλήφθηκαν ότι επρόκειτο για «αμετανόητο» κομμουνιστή και ότι δεν επρόκειτο να λυγίσει, του επιφύλαξαν ένα ιδιαίτερο μαρτύριο, σχεδιασμένο να τον εξοντώσει, είτε ψυχικά είτε σωματικά: Την ορθοστασία μέχρι θανάτου! Επρόκειτο για ένα ιδιότυπο και ταυτόχρονα διεστραμμένο απάνθρωπο βασανιστήριο: Ο κρατούμενος ριχνόταν αρχικά στη θάλασσα φορτωμένος με όλα τα πράγματα ως το λαιμό. Κατόπιν, και αφού μουσκευόταν μέχρι το μεδούλι, στηνόταν όρθιος, ακίνητος και αμίλητος, με δύο φρουρούς να τον επιτηρούν μέρα-νύχτα, μην επιτρέποντάς του να καθίσει ούτε στιγμή ή να μιλήσει με κανέναν. Μόνο κατά τη διάρκεια του φαγητού του επιτρεπόταν να καθίσει, και αυτό μόλις 5 λεπτά, αυστηρά, με το ρολόι.

Το όλο μαρτύριο λάμβανε χώρα πάνω σε έναν βράχο, στην παραλιακή ακτή της ΣΦΑ, μπροστά στις σκηνές των χιλιάδων κρατουμένων της Μακρονήσου. Και αυτό, γιατί το «σπάσιμο» του αγωνιστή έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε κοινή θέα, «προς γνώσιν και συμμόρφωσιν» όλων. Κάθε ατομικό «σπάσιμο» στόχευε στο να αποτελέσει χτύπημα, να προκαλέσει ρήγμα στην αγωνιστική διάθεση και ηθικό του συνόλου.

Ο χρόνος περνούσε, αλλά ο Τατάκης δε λύγιζε. Οι κρατούμενοι αντλούσαν κουράγιο και οι βασανιστές της Μαλρονήσου έχαναν την υπομονή τους. Και οι μέρες έρχονταν και παρέρχονταν η μία μετά την άλλη, οι πόνοι γίνονταν αβάσταχτοι, οι παραισθήσεις μόνιμος σύντροφος. Η ψυχή πάλευε με το σώμα, τους πόνους και την κόπωση του μαρτυρίου. 30ή, 31η, 32η, 33η μέρα. Η επίσημη γνώμη των γιατρών της ΣΦΑ ήταν πως κανείς δεν μπορούσε να υπερβεί εκ φύσεως τις 12-15 μέρες ενός τέτοιου μαρτυρίου. Και όμως, ο Τατάκης έμεινε όρθιος 33 ολόκληρες μέρες και νύχτες. Δεν έσπασε. Δεν υπέγραψε. Ο νέος Προμηθέας, τελικά, δολοφονήθηκε.


Μια ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΠΑΝ.ΣΚΑΛΟΥΜΠΑΚΑΣ~Έφυγε από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΣ

Σκαλούμπακας: Ενορχηστρωτής των πιο φρικτών βασανιστηρίων της Μακρονήσου. Διέταζε πολλές φορές ατομικά βασανιστήρια για όσους προσωπικά ο ίδιος δεν συμπαθούσε. Επέβλεπε συχνά τα μαρτύρια λέγοντας "δεν βλέπω αίμα, δεν βλέπω αίμα". Για τις υπηρεσίες του έγινε στρατηγός. Μέχρι που έφυγε για την κόλαση, δήλωνε αμετανόητος.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ του Μίμη Βρονταμίτη, καπετάνιου του καϊκιού:

“Εζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. Ο στρατός μας με είχε επιταγμένο με το καΐκι μου «Αγιος Νικόλαος», επί μισθώ, οκτώ χιλιάδες δραχμές το μήνα. Κουβαλούσα από το Λαύριο πέρα στη Μακρόνησο φαντάρους, πολιτικούς υπόδικους, νερό σε βαρέλια και άλλα.
Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. Στο Γ' Τάγμα φόρτωνα τους νεκρούς φαντάρους, που τους εξέταζε ο γιατρός Μαλάμης, κι έγραφε στο πιστοποιητικό θανάτου, τη λέξη «νεκρός». Ητανε δίπλα στο γιατρό Μαλάμη κι άλλοι δύο γιατροί.

Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι Αλφαμίτες, Χούμης και Δήμητρας, Λαγός. Σ' ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους.
Λέω στον Σκαλούμπακα: «Το καΐκι δε σηκώνει τόσο πράμα, είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι». Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να 'κανα; Το πιστόλι σε παγώνει...
Ανοιγόμασταν τη νύχτα στον Κάβο Ντόρο. Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. 

Οι νεκροί όλοι - όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν - έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου”.

Πηγή: goodmusicandphotography.blogspot.com/
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger