Αρχική » » ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ «ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ» - Τι σηματοδοτεί και ποιους ενοχλεί ο εξεγερτικός Νοέμβρης του 1973

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ «ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ» - Τι σηματοδοτεί και ποιους ενοχλεί ο εξεγερτικός Νοέμβρης του 1973

{[['']]}
Από πού εκπορεύεται και πού αποσκοπεί η σπίλωση όλων των αγωνιστών του, που τσουβαλιάζονται συλλήβδην ως βολεμένοι, εζωνημένοι, (ζε)πουλημένοι κ.λπ. και στήνονται στο απόσπασμα ως υπαίτιοι για τη μεταπολιτευτική κατάντια της χώρας.

Του Ζήση I. Καραβά - Αιρετικά

Τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια ήταν μόδα να δηλώνουν κάποιοι/ες ότι ανήκουν στη «γενιά του Πολυτεχνείου» κι ας μην είχαν περάσει ούτε απέξω εκείνες τις «πύρινες μέρες» του Νοέμβρη 1973.

Τα αρκετά τελευταία χρόνια (ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, αλλά πιο εμφατικά κατά τα χαλεπά χρόνια των μνημονίων) έγινε της μόδας να βάλλεται για όλα τα δεινά και τη ζοφερή κατάσταση -ου μην αλλά και την κατάντια της χώρας- η λεγάμενη «γενιά του Πολυτεχνείου»!
Η πολυεπίπεδη -και όχι μόνο οικονομική- χρεοκοπία, με την κατάπτωση αξιών και τις ποικίλες εκφάνσεις διαφθοράς σχεδόν σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής, βρήκε τον αποδιοπομπαίο τράγο της...
Εξού και ο χαρακτηρισμός της ως «χαμένης γενιάς», που έχει προφανώς το αρνητικό πρόσημο της γενικευμένης/μαζικής σπίλωσης...

«Εκείνα τα (τότε) παιδιά του Πολυτεχνείου είναι που μας απογοήτευσαν, που μας πρόδωσαν, που ευθύνονται για την τωρινή κατάντια της χώρας/πατρίδας» δαχτυλοδείχνει ή και κραυγάζει όχι μόνον ο εσμός των φασιστοειδών/ναζιστοειδών νοσταλγών της χούντας (με τα παρακλάδια του ως το ρετιρέ της «δεξιάς πολυκατοικίας»), αλλά και διάφοροι φωστήρες τού, τάχα μου, «μετώπου της λογικής (τους)», που ομνύουν στον «ορθό λόγο» και τον «διαφωτισμό» (ευρωπαϊκό και νεοελληνικό, τρομάρα τους).

Πώς όμως (προσδι)ορίζεται αυτή η περιλάλητη «γενιά του Πολυτεχνείου» και ποιοι (μπορεί να) μπαίνουν στο... τσουβάλι της;
Καταρχάς, το να μιλάμε για «γενιά του Πολυτεχνείου» (όπως βεβαίως και για κάθε άλλη) αποτελεί απλουστευτική ομογενοποίηση, καθώς δεν ήταν -και εξακολουθεί να μην είναι- ενιαία.
Τουτέστιν, πέραν μιας σχετικά κοινής ηλικιακής συνισταμένης δεν έχει άλλα κοινά κοινωνικά, ταξικά και πολιτικοϊδεολογικά χαρακτηριστικά που να την ενοποιούν. Η ηλικία και μόνο όμως (εν προκειμένω στο Πολυτεχνείο η κύρια μάζα ήταν Ι8άχρονοι μέχρι 23χρονοι φοιτητές συν μερικές εκατοντάδες από 25άχρονους «φοιτητοπατέρες» και 16άχρονους - 18άχρονους μαθητές) δεν μπορεί να αποτελεί συνεκτικό ιστό μιας ολόκληρης γενιάς ή και μικρότερης κατηγορίας/ομάδας ανθρώπων, σε βαθμό μάλιστα που να τους προσδίδει ενιαία πολιτική ταυτότητα.

Αλλωστε η νεολαία ως (ηλικιακή) κοινωνική κατηγορία δεν αποτελεί ενιαία ταξική οντότητα, σε όποιον βαθμό κι αν εκφράζεται το εξεγερτικό/ανατρεπτικό πνεύμα, που από τη φύση τους διαπνέει τους νέους ανθρώπους. Συνεπώς, ακόμη κι όταν -όπως συνέβη με τα γεγονότα της κατάληψης/εξέγερσης του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973- το νεολαιίστικο κίνημα (εν προκειμένω εν πολλοίς φοιτητικό) βρέθηκε στην πρωτοπορία του αντι-δικτατορικού αγώνα και τον σηματοδότησε αλλά και σηματοδοτήθηκε απ’ αυτόν, δεν απέκτησε ενιαία πολιτική ταυτότητα που να το ομογενοποιεί ως γενιά («ένδοξη και νικηφόρα» ή «χαμένη»).

Πόσο μάλλον που και τότε, δηλαδή κατά την περίοδο της αντιδικτατορικής πάλης και της κορύφωσής της τις μέρες του Πολυτεχνείου, οι νέοι και οι νέες που συμμετείχαν στην εξέγερση (εντός ή εκτός κατάληψης) δεν είχαν ως γενιά κοινή ιδεολογική αφετηρία και πολιτική στόχευση.
Ισα ίσα που στους κόλπους του κινήματος τους υπήρχε έντονη ιδεολογικοπολιτική διαπάλη και κομματικές συγκρούσεις όσον αφορά τους οργανωμένους στα τότε παράνομα σχήματα μετωπικών φοιτητικών παρατάξεων και οργανώσεων νεολαίας του πολύμορφου και ποικιλώνυμου αριστερού χώρου (βασικά ΚΚΕ ΚΝΕ/ΑντιΕΦΕΕ/Πανσπουδαστική, ΚΚΕ Εσ./Ρήγας Φεραίος και οι μαοϊκοί αριστεριστές με κυριότερες συνιστώσες ΕΚΚΕ/ΑΑΣΠΕ και ΟΜΛΕ/ΠΠΣΠ).

Πολύ περισσότεροι, βεβαίως, ήταν οι ανένταχτοι αριστεροί φοιτητές, σπουδαστές, μαθητές και ευρύτερα αντιφασίστες - αντιχουντικοί δημοκράτες νέοι της σπουδάζουσας και εργαζόμενης νεολαίας, που μπορεί να μην είχαν τα κουμάντα στη Συντονιστική και στις άλλες επιτροπές κατάληψης του Πολυτεχνείου, ωστόσο ήταν αυτοί που γιγάντωσαν την εν πολλοίς αυθόρμητη εξέγερση.

Διότι, πέραν πάσης αμφιβολίας, η εξέγερση ήταν αυθόρμητη, καθώς δεν σχεδιάστηκε ούτε οργανώθηκε και καθοδηγήθηκε από κάποια κομματικά ή άλλα κέντρα. Εξάλλου το ιστορικό φοιτητικό κίνημα της περιόδου σε μεγάλο βαθμό αυτοοργανώθηκε και λειτούργησε δημοκρατικά με ανακλητούς αντιπροσώπους από τις συνελεύσεις των σχολών, οι οποίοι όμως συγκροτούσαν κατά βάση συντονιστικά και όχι καθοδηγητικά όργανα. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Πολυτεχνείο ’73 δεν ήταν... ουρανοκατέβατο, αφού υπήρξε η κορύφωση αντιδικτατορικών διεργασιών και εκδηλώσεων/κινητοποιήσεων στα πανεπιστήμια, όπου και... προψήθηκε από το φοιτητικό κίνημα μέσα από καταλήψεις σχολών τους προηγούμενους μήνες (ιδιαίτερα εκείνες της Νομικής τον Φλεβάρη και τον Μάρτη 1973), συνελεύσεις στα αμφιθέατρα, συλλαλητήρια, συγκεντρώσεις «μες στις υπόγειες στοές» της παρανομίας, αλλά και στις μπουάτ, τις φοιτητικές ταβέρνες κ.λπ.

Η αλήθεια με τη γλώσσα των αριθμών

Παρεμπιπτόντως, υπάρχει από χρόνια ένας ακόμη (αντιδραστικός) αστικός μύθος, ότι τάχα το Πολυτεχνείο ήταν μια μικρή μειοψηφία! Ασφαλώς, όχι απλώς ανακριβές αλλά καθ’ όλα ψευδές. Και ιδού οι αριθμοί: περίπου 5.000 «ελεύθεροι πολιορκημένοι» επί 56 ώρες, άλλες 5-10.000 δημοκράτες γύρω από τα κάγκελα του ΕΜΠ και, σταδιακά, 100-150.000 πολίτες σε διαδηλώσεις στην Αθήνα δεν αποτελούν κάποια «μικρή μειοψηφία» στις συνθήκες της δικτατορίας.
Μάλιστα, κοινή είναι η διαπίστωση ότι αν δεν εκκενωνόταν (διά των τανκς και των όπλων) το Πολυτεχνείο και δεν κηρυσσόταν στρατιωτικός νόμος, σχεδόν σε όλη την πρωτεύουσα και σε άλλες μεγάλες πόλεις θα πλημμύριζαν οι δρόμοι και οι πλατείες από διαδηλωτές.

Μιας και μιλάμε για αριθμούς, να δούμε και τα νούμερα για τους νεκρούς και τους τραυματίες της αιματοβαμμένης εξέγερσης, που οι αρνητές του Πολυτεχνείου επιχειρούν να σβήσουν, περιορίζοντας καταρχάς τα δρώμενα αποκλειστικά στο προαύλιο του ΕΜΠ και δη κατά το γκρέμισμα της πύλης από το τανκς και την «εφ’ όπλου λόγχη» εισβολή των φαντάρων στον χώρο.

Ομως χρονικά η εξέγερση δεν περιορίζεται μόνο στη νύχτα της 16ης προς 17η Νοεμβρίου, αλλά διαδραματίστηκε όλο το διάστημα 14-19 Νοεμβρίου. Ετσι, λοιπόν, με βάση το πόρισμα Τσεβά αλλά, κυρίως, την επιστημονική τεκμηρίωση του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών στη μελέτη «Τεκμηριώνοντας τα γεγονότα του Νοεμβρίου 1973», έχουν καταγραφεί 24 πλήρως τεκμηριωμένες δολοφονίες, συν κατάλογος 16 περιπτώσεων που «προκύπτουν βασίμως» ως νεκροί. Επιπλέον 30 επώνυμες περιπτώσεις εμφανίζονται επίμονα ως νεκροί από το 1974 δίχως να έχουν τεκμηριωθεί. Εξάλλου, με βάση περιστατικά που καταγράφτηκαν σε νοσοκομεία, κλινικές, κ.ά. οι τραυματίες ανέρχονταν σε περίπου 2.000 (!).

Ακόμη, σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση αμέσως μετά τα γεγονότα, αναφέρθηκαν 2.060 συλλήψεις (!), εκ των οποίων οι 868 στο Πολυτεχνείο.
Μάλιστα, για να παρουσιαστεί η εξέγερση ως κομματικά/ κομμουνιστικά υποκινούμενη και άμαζη, αναφερόταν ότι 475 ήταν εργάτες - υπάλληλοι, μόλις 317 φοιτητές (49 του ΕΜΠ) και 74 μαθητές. Εξάλλου, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών για τα πυρομαχικά, «οι δυνάμεις της τάξεως» έριξαν συνολικά πάνω από 56.000 σφαίρες (!) - 30.000 οι στρατιωτικές δυνάμεις, 24.000 οι αστυνομικοί και 2.192 σφαίρες μόνον η φρουρά του υπουργείου Δημόσιας Τάξης!
Κατά τ’ άλλα, το παραμύθι της χούντας για το «αναίμακτο Πολυτεχνείο» συνεχίζεται μέχρι σήμερα από τους νοσταλγούς του «πουλιού και του μυστριού», αλλά και κάποιους «αντικειμενικούς» πλαστογράφους οι οποίοι επιδιώκουν να παραχαράξουν την Ιστορία, τις μνήμες και τα βιώματα που λειτουργούν ως αγωνιστικά σύμβολα του παρόντος και του μέλλοντος.

Οσο για τους διαβόητους «προβοκάτορες» (350,300 ή δεν ξέρω πόσους...), αν και κατά την έναρξη των γεγονότων υπήρξε μεγάλη σύγχυση, αμηχανία, επιφυλακτικότατα, καχυποψία ή και ανοιχτή έκφραση φόβου για την πιθανή αιματηρή τροπή των εξελίξεων, ακόμη και σε οργανωμένες αντιδικτατορικές δυνάμεις (κι όχι μόνο σε επίπεδο φοιτητικών παρατάξεων και πυρήνων) η κατάληψη του Πολυτεχνείου ούτε έργο προβοκατόρων ήταν ούτε σχέδιο σκοτεινών μηχανισμών. Αλλο αυτό βέβαια κι άλλο το γεγονός ότι ασφαλώς και έδρασαν ασφαλίτες, ΚΥΠατζήδες και λοιποί πράκτορες και προβοκάτορες εντός και εκτός Πολυτεχνείου.

«Εκαναν το Πολυτεχνείο καριέρα»...

Ας επανέλθουμε όμως στα περί «γενιάς του Πολυτεχνείου» και δη των αναλύσεων/θεωριών για τη «χαμένη γενιά» που αναρριχήθηκε στα (πολιτικά) πράγματα τη δεκαετία του 1980 και «έδρεψε (προς ίδιον όφελος) τους καρπούς των αγώνων της» - λες και όλοι έγιναν κυβερνητικοί και κρατικοί αξιωματούχοι. Διότι όσοι μιλούν και γράφουν για την εν λόγω γενιά αναφέρονται ευθέως (ή συνειρμικά) σε 10-20 σεσημασμένα γνωστά πρόσωπα που όντως, απ’ ό,τι έδειξε η μετέπειτα πολιτική διαδρομή τους εξαργύρωσαν ποικιλοτρόπως τη συμμετοχή τους στον αντιδικτατορικό αγώνα ή κατά το κοινώς λεγόμενο «έκαναν το Πολυτεχνείο καριέρα»...

Ωστόσο, αυτές οι περιπτώσεις δεν μπορούν να χαράκτηρίσουν/στιγματίσουν μια ολόκληρη γενιά (ηλικιακή, επαναλαμβάνω), «κρεμώντας» δικαίους και αδίκους με την ενοχοποιητική θηλιά που δένεται στο λαϊκό συλλογικό υποσυνείδητο για εκείνους που εγκαλούνται ότι χρεοκόπησαν/πτώχευσαν τη χώρα.
Μια τέτοια παραδοχή, αν μη τι άλλο, αποτελεί προσβολή και ύβρη που θίγει βάναυσα χιλιάδες αγωνιστές εκείνης της περιόδου, οι οποίοι ουδόλως εξαργύρωσαν μεταπολιτευτικά την αντιχουντική τους δράση. Οπως βεβαίως και το αντίθετο: ότι δηλαδή η έντιμη και αξιοπρεπής στάση αρχών μεγάλης μερίδας ανιδιοτελών αγωνιστών (διάσημων και άσημων) δεν μπορεί να αποτελέσει κολυμβήθρα του Σιλωάμ για κάθε εξωνημένο πολιτικάντη (μεγάλου, μεσαίου ή και μικρότερου βεληνεκούς) που είχε να επιδείξει αντιστασιακή δράση την περίοδο της χούντας ή που «ήταν κι αυτός/ή εκεί» στο Πολυτεχνείο.

Αλλά και στατιστικά και προσωπικά να το δει κανείς: από τους περίπου 700-800 (άντε... βαριά 1.000) φοιτητές που πρωτοστάτησαν συνδικαλιστικά/πολιτικά στη συγκρότηση/οργάνωση του αντιδικτατορικού κινήματος της περιόδου Γενάρης 1972 - Νοέμβρης 1973, με κορύφωση την κατάληψη/εξέγερση του Πολυτεχνείου, λίγες δεκάδες (20-30, άντε 50 άτομα) ανέλαβαν πολιτικά, κυβερνητικά ή κρατικά αξιώματα στη μεταπολίτευση.
Και απ’ αυτούς/ές, όμως, δεν εκτέθηκαν όλοι/ες με τις πράξεις τους. Ενδεικτικά τα παραδείγματα: αλήθεια, ποιον/ποιους ή τι πρόδωσαν, (ξε)πούλησαν, έκλεψαν ο.κ. οι αγωνιστές του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος Νάντια Βαλαβάνη και Παναγιώτης Λαφαζάνης (αμφότεροι στελέχη στις γραμμές της ΑντιΕΦΕΕ/ ΚΝΕ τότε) που διετέλεσαν υπουργοί στην πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ; Ωσαύτως, οι τότε αγωνιστές φοιτητές της ΑΣΟΕΕ/στελέχη του Ρήγα Φεραίου Στέλιος Παππάς (μέλος της Συντονιστικής Κατάληψης του Πολυτεχνείου και νυν πρόεδρος ΟΑΣΘ), Μάκης Μπαλαούρος (νυν βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ) και Ανδρέας Νεφελοϋδης (νυν γενικός γραμματέας υπουργείου Εργασίας).

Ή, ακόμη, πώς μπορεί να αποδοθεί ψόγος ότι π.χ. βγήκε πλούσιος ή έφυγε κραγμένος από την πολιτική ο πλειστάκις υπουργοποιηθείς επί ΠΑΣΟΚ Στέφανος Τζουμάκας (πρωτοστάτησε στην κατάληψη της Νομικής αλλά και στο Πολυτεχνείο), όταν η μετακυβερνητική πορεία του συνηγορεί για το αντίθετο;

Ποιος και πώς μπορεί να προσάψει στον Νίκο Ρεβελάκη (ανεξάρτητος αριστερός) ότι «έκανε καριέρα το Πολυτεχνείο»; Μια ηρωική μορφή (όχι μόνο της εξέγερσης, αλλά γενικά του ΕΜΠ) που ανέλαβε πρόεδρος του φοιτητικού Συλλόγου Τοπογράφων όταν οι προηγούμενοι δύο (Γιάννης Αλαβάνος και Γεράσιμος Ποταμιάνος) στρατεύτηκαν βίαια. Συνελήφθη πολλές φορές και βασανίστηκε με πρωτοφανή σκληρότητα, κλείστηκε σε ψυχιατρείο, αλλά δεν λύγισε.
Δεν δέχτηκε να φύγει στο εξωτερικό με υποτροφία της χούντας, αλλά έβριζε και ειρωνευόταν τους βασανιστές του, τους χαφιέδες και τους ασφαλίτες. Δεν πήρε πτυχίο ποτέ, δεν εξαργύρωσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο τους αγώνες του. Απλός δημόσιος υπάλληλος.

Παρομοίως, η νυν εξαίρετη και βραβευμένη συγγραφέας Ιωάννα Καρυστιάνη (στέλεχος ΑντιΕΦΕΕ τότε), μια εμβληματική μορφή-πρωταγωνίστρια στις καταλήψεις Νομικής και Πολυτεχνείου, η οποία δεν έχτισε καμιά καριέρα ούτε περιουσία εκμεταλλευόμενη τις αγωνιστικές περγαμηνές και τα βασανιστήρια που υπέστη στη δικτατορία.

Μα και τι σχέση μπορεί να έχει με λογής λαμογιοειδείς, τσαρλατάνους και σαλτιμπάγκους που (μας) προέκυψαν και από εκείνη τη «γενιά» η περίπτωση του Γιώργου Παυλάκη; Τουτέστιν του φοιτητή Ιατρικής ο οποίος ήταν επικεφαλής του ιατρείου που στήθηκε στην κατάληψη του Πολυτεχνείου. Ενός αγωνιστή (ανένταχτος αριστερός, προσκείμενος στην ΑντιΕΦΕΕ τότε) που στα κατοπινά
χρόνια είχε διεθνώς αναγνωρισμένη επιστημονική ανέλιξη, όντας πλέον διαπρεπής γιατρός -ερευνητής στις ΗΠΑ και διευθυντής του τομέα Ανθρωπίνων Ρετροϊών στο Εθνικό Ινστιτούτο κατά του Καρκίνου, τιμώντας την Ελλάδα και το όνομά του, αλλά και -στο πρόσωπό του- τη γενιά των σεμνών αγωνιστών του «Εδώ Πολυτεχνείο».

Αλλά για να παινέψω και το σπίτι μου, τουτέστιν τη Φιλοσοφική Αθήνας, μια πλειάδα αγωνιστριών και αγωνιστών που πήραν μέρος στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα δεν εξαργύρωσαν κανένα Πολυτεχνείο ή την εν γένει αντιχουντική δράση/στάση τους.
Ενδεικτικά τα ονόματα: από την ΑντιΕΦΕΕ/ΚΝΕ η αείμνηστη Αγγελική Ξύδη (Επιτροπές Κατάληψης Νομικής, Α Συντονιστική Κατάληψης Πολυτεχνείου και πρώτη μεταδικτατορική πρόεδρος του φοιτητικού συλλόγου Φιλοσοφικής «Ο Πλάτων»), η Αριάδνη Αλαβάνου (Συντονιστική Κατάληψης Πολυτεχνείου), η Βέρα Δαμόφλη (Επιτροπές Κατάληψης Νομικής), ο θρυλικός Ρωμΰλος [«εισαγγελέας»] Αυδής, ο Τάκης Κατσιμάρδος, ο Γιάννης Αντωνίου, ο Κυριάκος Κορολής, η Χριστίνα Μαλανδράκη κ.ά. Από τον ΡΦ οι Σελήνη Σαββινίδου, Αντώνης Νικολόπουλος, Αλκμήνη Ψιλοπούλου, Κλειώ Κόντου, κ.ά. Οι ανεξάρτητοι αριστεροί Λίκα Κωστή (Συντονιστική Κατάληψης Πολυτεχνείου), Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, Δημήτρης Νταβέας κ.λπ.

Και σε κάποιο σύνολο, όπως καταγράφεται στο βιβλίο του Δημήτρη Φϋσσα «Η “γενιά του Πολυτεχνείου’’ 1973-1981/Ενα βιογραφικό λεξικό, 1.500 πρόσωπα» (έκδοση 1993). Πλην περίπου 100-150 που είναι ευρύτερα γνωστά ονόματα, τα υπόλοιπα τα ξέρουν μόνον οι συγγενείς και φίλοι τους...
Εκτοτε, μπορεί να τράβηξαν καθένας/μία τον δρόμο του, αποτελεί όμως τουλάχιστον πολιτική ανοησία να «βαφτίζονται» συλλήβδην συμβιβασμένοι και ενσωματωμένοι/βολεμένοι στο σύστημα και να εγκαλούνται για τη μεταπολιτευτική κατρακύλα και τη μνημονιακή εξαθλίωση της χώρας. Ή, όπως το ξεφούρνισε εκείνος ο πολιτικός ογκόλιθος Θόδωρος Πάγκαλος, «όλοι μαζί τα φάγαμε»! Ε, όχι, ΔΕΝ τα φάγαμε όλοι μαζί!

«Boskos» Vs Γιώργος Κηρϋκου

Ας τεθεί όμως κι αλλιώς το επίδικο: γιατί να δίνει το αρνητικό/μελανό στίγμα σε μια ολόκληρη γενιά εκείνη η μειονότητα των θλιβερών ατόμων που, φευ, μήδισαν ή εκπορνεύτηκαν ή «μαζί τα φάγανε»;
Εν ολίγοις όλοι κείνοι -όσοι είναι τέλος πάντων- οι λεγόμενοι «επώνυμοι» (γιατί όλοι έχουμε επώνυμο) που εξαργύρωσαν, τις όποιες αντιστασιακές τους περγαμηνές με αναρρίχηση/βόλεμα σε θώκους εξουσίας πολιτικά ή και οικονομικά προσοδοφόρους;
Και γιατί όχι το δικό της φωτεινό στίγμα μια πληθώρα αγνών και ανιδιοτελών αγωνιστών που δοκιμάστηκαν και διώχτηκαν σκληρά από το χουντικό καθεστώς με φυλακίσεις, βασανιστήρια, εκτοπίσεις/ εξορίες, βίαιη στράτευση κ.λπ., οι οποίοι/ες όχι μόνο δεν το εξαργύρωσαν στη μεταπολίτευση αλλά τους στοίχισε επαγγελματικά, ενώ σε κάποιους/ες άφησε και κουσούρια υγείας;

Να παραθέσω κι εδώ μια ονομαστική... αντιδιαστολή: προφανώς (και ορθώς) στιγματίζει τη «γενιά του Πολυτεχνείου» το (μετέπειτα) αποκρουστικό πρόσωπο του Γιάννη Σμπώκου, ο οποίος όντας φοιτητής στους πολιτικούς μηχανικούς του ΕΜΠ στρατεύτηκε βίαια και φυλακίστηκε επί δικτατορίας αλλά στη μεταπολίτευση μπήκε φυλακή όντας διαχειριστής (και αποδέκτης) των μιζών του πολυμήχανου Ακη Τσοχατζόπουλου, ο οποίος είχε διορίσει τον πασοκάρα «Bosko των Ανωγείων» γενικό διευθυντή εξοπλισμών του υπουργείου Εθνικής Αμυνας.

Στον αντίποδα, πόσοι γνωρίζουν την (μετέπειτα) ιστορία αλτρουισμού και αυτοθυσίας του τότε 18άχρονου «σημαιοφόρου του Πολυτεχνείου» Γιώργου Κηρύκου, του αφανούς ήρωα που τη ματωμένη νύχτα της 17ης Νοεμβρίου 1973 ανέμιζε μια ελληνική σημαία σκαρφαλωμένος στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου μέχρι και την εισβολή του τανκς;

Ενα από τα πέντε παιδιά φτωχής οικογένειας από την Ικαρία, ο Γιώργος (είχε έρθει στην Αθήνα δουλεύοντας κυρίως σε οικοδομές) επέζησε από το μάγκωμα της ερπύστριας αλλά συνελήφθη, φυλακίστηκε και βασανίστηκε.
Δεν διατυμπάνισε τα πάθη και τον ηρωισμό του, σιώπησε, μπάρκαρε, γύρισε, ξενιτεύτηκε στην Αμερική όπου έμεινε μια δεκαετία και το 1987 επέστρεψε στην Ικαρία παραδίδοντας μαθήματα κιθάρας (με ελάχιστη αμοιβή και το παρατσούκλι «Αλμπάνο»),
Ωσπου το καλοκαίρι του 1993 στη φονική πυρκαγιά που ξέσπασε στο νησί ο Κηρύκου, σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος (όπως ήταν από τα παλιά), πρόταξε πάλι τα στήθη του στη φωτιά και κάη-κε/θυσιάστηκε στην προσπάθειά του να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στους ώμους του!

Γιατί όμως να σηματοδοτεί και να αμαυρώνει ΟΛΟΚΛΗΡΗ εκείνη τη γενιά ο (κάθε) Σμπώκος ατομικά; Μήπως για τα πεπραγμένα του καθενός υπάρχει ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ευθύνη; Κι αν έτσι το αντιλαμβάνονται κάποιοι, τότε γιατί δεν συμβαίνει το ίδιο με την άλλη, τη φωτεινή όψη του νομίσματος όπως αποτυπώνεται στην ηρωική μορφή του Κηρύκου; 

Ακόμη κι αν για κάθε Κηρύκου υπάρχουν ασφαλώς (πολύ) περισσότεροι Σμπώκοι, όλες οι αμαρτίες και τα ανομήματα των δεύτερων δεν μπορεί να φορτώνονται συλλήβδην στη λεγάμενη «γενιά του Πολυτεχνείου».
Εκτός κι αν το θέμα είναι -που είναι δηλαδή- να της προσάψουν ό,τι σάπιο, σκάρτο και στραβό υπάρχει στην κοινωνία μας, με στόχο βεβαίως όχι μεμονωμένα πρόσωπα (όσο κι αν υπάρχουν κάποια ηθικά και πολιτικά επίορκα), αλλά το ίδιο το γεγονός της κατάληψης/εξέγερσης του Πολυτεχνείου κι ό,τι αυτό μπορεί να συμβολίζει για τις επόμενες γενιές ως προς τον διαχρονικό αγώνα για τη Δημοκρατία με «ψωμί - παιδεία -ελευθερία», «λαϊκή κυριαρχία» και «εθνική ανεξαρτησία».

«Σημαδεμένη και προδομένη...»

Εν κατακλείδι, για την περιλάλητη «γενιά του Πολυτεχνείου», περισσότερο ισχύει ότι πολλά από εκείνα τα καλύτερα παιδιά-αγωνιστές «κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι» παρά η στάμπα των εξωνημένων, ξεφωνημένων κι όποιες άλλες βαριές αιτιάσεις/ύβρεις αποδίδονται συλλήβδην σε όλους/ες, καθιστώντας τη γενιά αποδιοπομπαίο τράγο για την τραγική κατάσταση της χώρας. Μάλιστα αυτή η ατεκμηρίωτη απαξίωση και κατά μέτωπον επίθεση εναντίον της εν λόγω γενιάς εκφράζεται κι από λογής (αυτοπροσδιοριζόμενες) προοδευτικές γραφίδες/με αρθρογραφία, περισπούδαστες αναλύσεις ή και λογοτεχνήματα, υποκρύπτοντας ενίοτε και μια κομπλεξική απόπειρα δικής τους απενοχοποίησης ως μεγάλων απάντων στα γεγονότα, όσων φυσικά ηλικιακά μπορούσαν να είναι στις αντιδικτατορικές επάλξεις τότε αλλά δεν το έπραξαν...

«Σημαδεμένη και προδομένη έμεινε πάντα η δική μας η γενιά» που λέει και ο στίχος του Νίκου Γκάτσου σ’ εκείνο το εξαίρετο άσμα (1972) του Λουκιανού Κηλαηδόνη.
«Σημαδεμένη και προδομένη» και από κάποιους εξ ημών, που με κατοπινά έργα και ημέρες δώσαμε δικαιώματα σ’ όλους εκείνους που χρόνια τώρα έχουν βαλθεί να συκοφαντούν συλλήβδην την εν λόγω γενιά με στόχο τη λήθη και απαξίωση του «Εδώ Πολυτεχνείο» ως συμβόλου αντίστασης και αγώνα για τη δημοκρατία με «ψωμί - παιδεία - ελευθερία».

Αλλωστε υπάρχουν και διεμβολιστές από τα μέσα. Οπως ο εκ των «οπλαρχηγών του Πολυτεχνείου» Χρύσανθος Λαζαρίδης (τότε μέλος της Συντονιστικής Κατάληψης, ως στέλεχος του Ρήγα Φεραίου από το Οικονομικό Νομικής), ο οποίος στις 17/11/2012 -τουτέστιν όντας πλέον πρωτοπαλίκαρο του Αντώνη Σαμαρά και βουλευτής Επικράτειας της ΝΔ- σε άρθρο του στην ιστοσελίδα Antinews έγραψε μεταξύ άλλων... βαθυστόχαστων για «Είλωτες και Σπαρτιάτες»:
«Η γιορτή του Πολυτεχνείου, λοιπόν, δεν έχει καμία ιστορική αντιστοίχηση με τα πραγματικά γεγονότα. Υπήρξε καθαρά καθεστωτικό σύμβολο και για ένα λόγο ακόμη: Σηματοδοτεί μια περίοδο, όπου οι "ηττημένοι” του Εμφύλιου, κερδίζουν την ηγεμονία μέσα στη χώρα. Δεν άσκησαν ποτέ τη διακυβέρνηση, αλλά επέβαλαν τη δική τους λογική στο καθεστώς και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του: τα Πανεπιστήμια, τα σχολεία, τη διανόηση, τον Τύπο, τα ΜΜΕ. Είμαστε μια μοναδική περίπτωση που την πρόσφατη ιστορία την έγραψαν τελικά οι ηττημένοι, όχι οι νικητές. Και την έγραψαν εξ ίσου στρεβλά... Το Πολυτεχνείο λοιπόν, όχι ως γεγονός αλλά ως επέτειος, μύθος, σύμβολο, υπήρξε μια ‘‘κολυμβήθρα του Σιλωάμ”, για να δώσει στην Αριστερά, μετά από 27 χρόνια παρανομίας, μια “ηθική νίκη”».

Για να λάβει όμως πληρωμένη την απάντηση από τον πάλαι ποτέ σύντροφό του Δημήτρη Ψαρρά (επίσης «ΡΦ» και μέλος της Συντονιστικής από τους αρχιτέκτονες του ΕΜΠ), ο οποίος μέσα από την «ΕφΣυν» (26/11/2012) υπενθύμισε στον Χρ. Λαζαρίδη πως «άλλα έγραφε(ς) τότε που τα γεγονότα ήταν νωπά και η χάλκευση πιο δύσκολη» και συγκεκριμένα ότι: «Η Αριστερά επανασυνδέθηκε με τον λαό στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Οσο για τη Δεξιά, όχι μόνο ήταν απούσα, αλλά και πολέμησε το Πολυτεχνείο μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, σε βαθμό που η πρώτη ηγεσία της ΟΝΝΕΔ αποκαθηλώθηκε επειδή διανοήθη-κε να μετάσχει στον εορτασμό της πρώτης επετείου»!

Και κατέληγε ο Δ. Ψαρράς: «Ενοχλεί, λοιπόν, τον στενό συνεργάτη του Αντώνη Σαμαρά η ανάμνηση του Πολυτεχνείου. Τον ενοχλεί γιατί είναι μέρος της δικής του ιστορίας, την οποία δεν μπορεί να διαγράψει. Αλλά μ’αυτή την προσωπική πολιτική διαδρομή δεν μπορεί να σταθεί σε ένα κόμμα σαν τη σημερινή Νέα Δημοκρατία, παρά μόνο αν προσφερθεί ως ειδήμων περί τα “επαναστατικά” και πρόθυμος στο ξαναγράψιμο της ιστορίας, σύμψωνα με τις προδιαγραφές της σημερινής πολιτικής του ένταξης [...] Το στενόχωρο είναι ότι όλη αυτή η κινητοποίηση στελεχών της ΝΔ να συσκοτίσουν την ιστορία του Πολυτεχνείου συμβαίνει κάτω από την πίεση της Χρυσής Αυγής που επιτέθηκε στον “μύθο” της εξέγερσης, ακολουθώντας τον δρόμο που είχαν ανοίξει πριν από χρόνια ο Καρατζαφέρης και τα τότε στελέχη του (Γεωργιάδης, Βορίδης)».

Φυσικά, είναι ανάξια σχολιασμού τα χολερικά σχόλια για τον «εξεγερτικό Νοέμβρη 1973» από τους φαιοχίτωνες αρνητές του Πολυτεχνείου και δη τους χρυσαυγίτες φιρερίσκους και τους λοιπούς συμμορίτες της ακροδεξιάς και νοσταλγούς της χούντας, που αναμασούν το παραμύθι τους περί «κατασκευασμένου μύθου του (αναίμακτου) Πολυτεχνείου» από την Αριστερά, η οποία τάχα τον δημιούργησε για να τον καπηλεύεται, έχοντας καθιερώσει (ανελλιπώς από το 1974 και εντεύθεν) τις σχετικές ετήσιες επετειακές εκδηλώσεις για τον «εξεγερτικό/αντιστασιακό Νοέμβρη του 1973»!

«Μαμή αλλά και παιδί η Αριστερά»

Μιας και ο λόγος περί της «επάρατης Αριστεράς», που τάχα «κατασκεύασε τον μύθο του Πολυτεχνείου για να τον καπηλεύεται η ίδια», προσυπογράφω την ακόλουθη θέση από άρθρο στην «Αυγή» του ιστορικού στελέχους της Αριστεράς και αγωνιστή δημοσιογράφου Θανάση Καρτερού με τίτλο «Το Πολυτεχνείο δεν είναι του μεσαίου χώρου» (17/11/2009):

«[...] Οι νέοι εξεγέρθηκαν τότε για την ελευθερία! Καλώς, αλλά ποιοι νέοι και για ποια ελευθερία; Η αλήθεια είναι ότι το Πολυτεχνείο πρέπει να πιστωθεί στα αριστερά παιδιά της εποχής, στις αριστερές οργανώσεις στα πανεπιστήμια, αλλά και στις αριστερές αντιστασιακές ομάδες έξω από αυτά. Οτι οι αριστερές φοιτητικές παρατάξεις (των νεαρών προγόνων του ΠΑ-ΣΟΚ συμπεριλαμβανομένων) παρείχαν την απαραίτητη οργανωμένη δικτύωση, τα στελέχη, αλλά και την έμπνευση σε χιλιάδες φοιτητές, για να πυροδοτηθεί η εξέγερση. Την οποία παρά την πολυχρωμία τους διαχειρίστηκαν με αξιοθαύμαστη συλλογικότητα και ενότητα, με αποκορύφωμα τη Συντονιστική Επιτροπή.

Το Πολυτεχνείο λοιπόν δεν ανήκει στον μεσαίο χώρο, στη σιωπηρή πλειοψηφία, στους θιασώτες του εφικτού. Οσο κι αν άνθρωποι από κάθε τάξη και ιδεολογία στήριξαν με διάφορους τρόπους την εξέγερση, όσο κι αν η φοβισμένη πλειοψηφία πήρε θέση με τα παιδιά και όχι με τη χούντα, ήταν τα παιδιά που τόλμησαν την έφοδο στον ουρανό, για “ψωμί - παιδεία - ελευθερία”. Παιδιά εμπνευσμένα, ή και οργανωμένα, στις κάθε είδους παράνομες αριστερές οργανώσεις της εποχής. Μαμή αλλά και παιδί του Πολυτεχνείου είναι συνεπώς η σημερινή Αριστερά [...]».

Και πράγματι, όσον αφορά το οργανωμένο κομμάτι των δυνάμεων που έδιναν τον τόνο από το «στρατηγείο» του «Εδώ Πολυτεχνείο», η παραπάνω θέση για τον ρόλο της Αριστερός τεκμηριώνεται και από τη σύνθεση της Συντονιστικής Επιτροπής Κατάληψης, η οποία συγκροτήθηκε τη νύχτα της Πέμπτης 15 Νοέμβρη με την εκλογή 32 μελών που εκπροσωπούσαν σχολές/ τμήματα και όχι παρατάξεις/κόμματα. Υπήρχε φυσικά και ο παραταξιακός συσχετισμός, με τον Ρήγα Φεραίο/ ΚΚΕ Εσ. να έχει οκτώ μέλη και την ΑντιΕΦΕΕ/ΚΝΕ επτά μέλη, ενώ εννιά ήταν ανένταχτοι αριστεροί, επτά αριστεριστές (ποικιλώνυμοι) και ένας ΠΑΚ.

Ωστόσο, μπορεί αδιαμφισβήτητα οι πρωτοπορίες να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο -ενίοτε καταλυτικό-, αλλά δεν είναι πάντα αυτές που σφραγίζουν την τελική εξέλιξη των πραγμάτων. Εν προκειμένω, λοιπόν, πρέπει να ειπωθεί ότι η Αριστερά με τους κοινωνικούς/πολιτικούς αγώνες και τις θυσίες των αγωνιστών της όλη την προηγούμενη ταραγμένη περίοδο είχε μεν βάλει τον σπόρο, δεν είχε όμως καν προβλέψει αυτό το ξέσπασμα, πόσο μάλλον να το είχε σχεδιάσει/προετοιμάσει.

Ετσι, εν πολλοίς ξεπεράστηκε από το αυθόρμητο και αναγκάστηκε να το ακολουθήσει. Η υπόλοιπη κοινωνία, κακά τα ψέματα, βρέθηκε αντιμέτωπη με την ενοχική απάθεια και παραίτησή της όταν πλέον ο κύκλος του αίματος είχε αρχίσει να σχηματίζεται εντός και εκτός Πολυτεχνείου. Οπως και να ’χε, πάντως, ιδιαίτερα έξω από το Πολυτεχνείο οι δεκάδες χιλιάδες κόσμου -στην πλειονότητά τους νέοι και νέες- που ήταν εκεί κατά το τριήμερο της εξέγερσης, εκ των πραγμάτων (με εξαίρεση τη φωνή του ραδιοσταθμού και τα συνθήματα των μεγαφώνων) δεν συντονίζονταν από καμία Συντονιστική ούτε από τους οργανωμένους της ποικιλώνυμης Αριστερός (ΑντιΕΦΕΕ/ΚΝΕ, ΡΦ και διάφορα αριστερίστικα γκρουπ). Αλλωστε και οι περισσότεροι αριστεροί -και δη από τους δρώντες εκτός Πολυτεχνείου- ήταν ανένταχτοι.

«Υβ - Υβ», «γιεγιέδες» και «καμικάζι»

Ενα άλλο κομμάτι στο παζλ της λεγάμενης «γενιάς του Πολυτεχνείου» έχει αναδείξει ο πάντα ρηξικέλευθος Μϊμης Ανδρουλάκης (στέλεχος ΑντιΕΦΕΕ/ΚΝΕ, μέλος της Συντονιστικής Κατάληψης από τους τοπογράφους του ΕΜΠ), εντοπίζοντας και μια άλλη κατηγορία νέων της εποχής που έδρασαν τις μέρες της εξέγερσης του Νοέμβρη 73.

 Να τι έγραφε σχετικά στην εφημερίδα της ΚΝΕ «Ο Οδηγητής» (10/11/1983), σε άρθρο του για τα δέκα χρόνια από την επέτειο του Πολυτεχνείου: «Η άλλη όψη της γενιάς μας ήταν η μαζική αλλοτρίωση της εποχής. Ο τρόπος που παρέλυε τη θέληση. Ηταν τότε που “αναστέναζε” η Ελλάδα στα γήπεδα. Ηταν η ψυχολογία του “τίποτα δεν γίνεται”, “δεν θέλω μπλεξίματα”, “κοίτα τη δουλειά σου”... Η γενιά μας ήταν δύο γενιές. Η δική μας της αντιδικτατορικής αντίστασης, αρχικά ολιγάριθμη. Και η άλλη του “Υβ” (σ.σ.: Υβ Τριαντάφυλλος, Ελληνογάλλος ποδοσφαιριστής που έπαιξε στον Ολυμπιακό 1971-74), των “γιεγιέδων”, των καμικάζι ή αυτών που “κοίταζαν τη δουλειά τους”. Οι δυο γενιές έγιναν μία μόνο με το Πολυτεχνείο. Το 1971 στην πρώτη διαδήλωση ο κόσμος μας κοιτούσε αμήχανος, ή και κλειδαμπάρωνε την πόρτα, όταν μας κυνηγούσε η αστυνομία. Το 1973 άνοιγαν όλες οι πόρτες. Το 1970 ένα μεγάλο μέρος της γενιάς μας μας έβλεπε σαν “εξωγήινους” όσους “ανακατευόμασταν”. Το 1973 οι “καμικάζι”, οι “αδιάφοροι”, τρέχοντας με δαιμονιαία ταχύτητα, έσπαζαν το μπλόκο της αστυνομίας και έφερναν φάρμακα στο αποκλεισμένο Πολυτεχνείο. Και φυσικά, δεν έκαναν την “πλάκα” τους. Το ένοιωθαν».

Στο ίδιο άρθρο του ο Μ.Α. (όντας τότε μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ) εστίαζε και στις ιδεολογικοπολιτικές ψευδαισθήσεις της εν λόγω αντιστασιακής γενιάς, υπογραμμίζοντας ότι σημαδεύτηκε όχι μόνο από το «έπος του Βιετνάμ», αλλά και από το άδοξο τέλος της «κινέζικης “μορφωτικής” επανάστασης», την «τσεχοσλοβάκικη κρίση» και κυρίως τον «σεισμό του Γαλλικού Μάη του '68», σημειώνοντας χαρακτηριστικά:

«Πόσες ελπίδες και πόσες πελώριες αυταπάτες δεν έφερε ο Μάης εκείνος; Και τι δεν τραβήξαμε για να διαλύσουμε τις ψευδαισθήσεις εκείνων που φαντάζονταν ότι η Νομική και το Πολυτεχνείο δεν ήταν παρά ο καθυστερημένος ερχομός του ελληνικού “Μάη”. Οι φοιτητές της Σορβόννης το Μάη του '68 έγραφαν στους τοίχους “Ζητούμε το αδύνατο”, “Η φαντασία στην εξουσία”... Εμείς δεν ζητούσαμε το αδύνατο. Γράφαμε στους τοίχους “Κάτω η χούντα”, Έξω οι Αμερικάνοι”, “Ψωμί - παιδεία - ελευθερία”».

Παρεμπιπτόντως, ήταν αυτός ο ίδιος Μίμης Ανδρουλάκης που, όντας σπεσιαλίστας ατακαδόρος, σε κάποια (στρογγυλή) επετειακή μάζωξη 50-100 πρωτοκλασάτων στελεχών του ιστορικού φοιτητικού κινήματος και της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, έριξε προς την ομήγυρη την ατάκα «Αυτό είναι το κόμμα μας!».
Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, αλλά νομίζω πως πρέπει να ήταν κάποια χρονιά μέσα στη δεύτερη διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ (1985-89), όταν ήδη από το 1981 είχε αρχίσει να παίζει το βιολί πως «η γενιά του Πολυτεχνείου ενσωματώθηκε στο σύστημα»...
Οπότε κι αν συνέβη πάντως, από την πλευρά μου ο υπογράφων αισθάνομαι την ανάγκη να εξομολογηθώ ότι αν το 1980, ενδεχομένως και με ενθουσιώδη διάθεση, μπορεί να εντασσόμουν στο εν λόγω κατά φαντασίαν «κόμμα», στα κατοπινά χρόνια και δη σήμερα δεν θα πέρναγα ούτε απέξω...

ΥΓ. L Ενδιαφέρον έχει και το γιατί επιλέχτηκε από τους φοιτητές η κατάληψη του Πολυτεχνείου (κι όχι κάποιας άλλης σχολής, π.χ. πάλι Νομική/Φιλοσοφική ή ΑΣΟΕΕ, ή ΦΜΣ) εκείνον τον εξεγερτικό Νοέμβρη του 1973. Πέραν του προφανούς, ότι δηλαδή το ΕΜΠ βόλευε χωροταξικά (κέντρο Αθήνας, πάνω στην οδό Πατησίων, μεγάλος προαύλιος χώρος με σχετικά υψηλή καγκελόφραξη), υπάρχει και μια άλλη λησμονημένη παράμετρος που σχεδόν ποτέ δεν αναφέρεται αν δεν με απατά η μνήμη μου, λοιπόν, την περίοδο εκείνη το Πολυτεχνείο ήδη τελούσε υπό φοιτητική κατάληψη!

Συγκεκριμένα, οι φοιτητές των τμημάτων Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανολόγων - Ηλεκτρολόγων (πιθανόν και Τοπογράφων) του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου είχαν προχωρήσει σε κατάληψη των σχολών τους διαμαρτυρόμενοι για υποβάθμιση των πτυχίων τους αν γινόταν κάποιου είδους εξίσωση με εκείνα του λεγάμενου «Μικρού Πολυτεχνείου», όπως διεκδικούσαν οι σπουδαστές και οι καθηγητές του εν λόγω εκπαιδευτικού ιδρύματος, που ήταν Ανώτερη (κι όχι Ανώτατη) Σχολή στεγαζόμενη στο νεοκλασικό κτίριο επί των οδών Πατησίων και Αγίου Μελετίου.

Ειδικότερα, από το «Μικρό Πολυτεχνείο» αποφοιτούσαν τότε οι λεγόμενοι υπομηχανικοί με τρεις ειδικότητες (πολιτικοί μηχανικοί, ηλεκτρολόγοι, μηχανολόγοι), που όμως δεν είχαν δικαίωμα υπογραφής/ ανάληψης έργου αντίστοιχου με των πτυχιούχων ΕΜΠ, καθώς ανάλογες ειδικότητες είχε και το Μετσόβιο. Ετσι, σπουδαστές και καθηγητές του «Μικρού» είχαν ξεκινήσει αγώνα με συνεχείς διαδηλώσεις για την αναβάθμισή του, στην οποία όμως αντιδρούσαν οι «θιγόμενοι» του Μετσόβιου. Τελικά, κάποια στιγμή ιδρύθηκαν τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ) και το «Μικρό Πολυτεχνείο» έκλεισε τον κύκλο του...

ΥΓ. 2: Από τα παραλειπόμενα των πρώτων μεταπολιτευτικών επετειακών εκδηλώσεων για την εξέγερση του Πολυτεχνείου υπάρχουν και κάποια εντελώς ξεχασμένα, σχετικά με τα συνθήματα που ακούγονταν κατά τη διάρκεια της πορείας προς την αμερικανική πρεσβεία. Σ’ εκείνες, λοιπόν, τις ανεπανάληπτα μεγαλειώδεις σε όγκο και παλμό πρώτες πορείες (1974-75-76), το ΚΚΕδικο στρατόπεδο με τα πράγματι εντυπωσιακά σε μαζικότητα και οργάνωση/πειθαρχία μπλοκ του είχε να αντιμετωπίσει και μια συνθηματολογία που ουδόλως εξέφραζε την τότε ηγεσία του κόμματος.

* «Λαέ, ντροπή σου, για την εκλογή σου» και «Το Πολυτεχνείο ήταν η αρχή, θα 'ρθει κι η σειρά του Καραμανλή», που φώναζαν οι αριστεριστές (αλλά και πολύς ανοργάνωτος κόσμος από το μέγα πλήθος) στην πρώτη πορεία για την εξέγερση του Νοέμβρη 73 μετά τις βουλευτικές εκλογές του 1974 και τη νίκη του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

* «ΕΑΜ - ΕΛΑΣ - Πολυτεχνείο» και «Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Νοέμβρης», που τα φώναζαν όχι μόνο οι αριστεριστές και το «ανώνυμο» πλήθος των διαδηλωτών, αλλά και «επιρροές» του ΚΚΕ, καθώς τα έβρισκαν αρκούντως «λογικά και επαναστατικά».
Ελα, όμως, που για την τότε κομματική ηγεσία (γραμματέας Χαρίλαος Φλωράκης) θεωρούνταν εκτός γραμμής! Γιατί; Πέραν του επικοινωνιακά προφανούς, ότι δηλαδή δεν ήθελαν να ταυτίζονται με τους αντικειμενικά -όπως έλεγαν- «χαφιεδοπροβοκάτορες» μαοϊκούς και άλλους αριστεριστές (τροτσκιστές κ.λπ.) που καπηλεύονταν, οι ¨βέβηλοι" όχι μόνο το Πολυτεχνείο αλλά και το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, υπήρχε και ουσιαστική εναντίωση πολιτικοϊδεολογικής φύσεως.
Συγκεκριμένα, στο ΚΚΕ θεωρούσαν τότε ότι η τετραήμερη εξέγερση του Νοέμβρη 73 δεν μπορεί να έχει αναλογίες με την παλλαϊκού χαρακτήρα τετράχρονη εποποιία της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, που και νικηφόρα κατάληξη είχε αλλά και (κυρίως αυτό) τον αναμφισβήτητο ηγετικό και πρωταγωνιστικό ρόλο τον διαδραμάτισε το τιμημένο ΚΚΕ (σε αντίθεση με το Πολυτεχνείο, όπου τη σφραγίδα του έβαλε εν πολλοίς το αυθόρμητο στοιχείο).

Πάντως σε μεταγενέστερα χρόνια και καθώς συνεχιζόταν αμείωτη η προσπάθεια της «άρχουσας τάξης» ή αλλιώς της αντίδρασης (ακροδεξιάς μορφής κι όχι μόνο) να μειώσει και να σπιλώσει τις μνήμες και τους συμβολισμούς/μηνύματα του «Εδώ Πολυτεχνείο», επήλθε αλλαγή πλεύσης: ΚΚΕ/ΚΝΕ πλέον όχι μόνο βροντοφωνάζουν «ΕΑΜ - ΕΛΑΣ - Πολυτεχνείο» και «Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Νοέμβρης», αλλά προσάρμοσαν αναλόγως και τις σχετικές κομματικές επεξεργασίες/ θέσεις μιλώντας για το νήμα που συνδέει τους αγώνες της γενιάς της Εθνικής Αντίστασης μ’ εκείνους της γενιάς του «1-1-4» και του 15% για την παιδεία και της γενιάς του Πολυτεχνείου.

«Εμπρός», λοιπόν, «στο δρόμο που χάραξε ο Νοέμβρης» και σε πείσμα όλων αυτών που στήνουν στο απόσπασμα συλλήβδην τους αγωνιστές της γενιάς του «Εδώ Πολυτεχνείο»!

ΣΗΜ.: Τα στοιχεία για τους διάφορους αριθμούς της εξέγερσης έχουν αντληθεί εν πολλοίς από ένα εξαίρετο και τεκμηριωμένο κείμενο με τίτλο «13 απαντήσεις στους αρνητές του Πολυτεχνείου» («Εθνος», 17/11/2013) του αγωνιστή συμφοιτητή μου στη Φιλοσοφική και συνοδοιπόρου δημοσιογράφου/αρχισυντάκτη στον «Ριζοσπάστη» Τάκη Κατσιμάρδου, ο οποίος συμμετείχε ενεργά στο αντιδικτατορικό κίνημα, συνελήφθη και βασανίστηκε επί χούντας ως μέλος της ΚΝΕ/ΑντιΕΦΕΕ και αποφυλακίστηκε με τη μεταπολίτευση τον Ιούλιο του 1974.

Ο δημοσιογράφος Ζ. I. Καραβάς πήρε μέρος στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα και συμμετείχε στην κατάληψη/εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ως πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής Αθήνας και πολιτικά ανένταχτος στην Αριστερά, ενώ μεταπολιτευτικά εντάχθηκε σε ΚΝΕ/ΚΚΕ απ’ όπου αποχώρησε τον Μάρτη του 1991, παραμένοντας έκτοτε ανένταχτος αριστερός

Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger