Αρχική » » Έτσι γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στην Αθήνα, στον χρόνο 1944

Έτσι γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στην Αθήνα, στον χρόνο 1944

{[['']]}


 Η Μέλπω Αξιώτη καταγράφει τη μέρα των 200 ηρώων στην Καισαριανή. 

  «…10 η ώρα το πρωί, τους φέρανε και ως τις 12 το μεσημέρι βάσταξε κείνη η τελετή. 
Κατά εικοσάδες έβγαιναν και στήνονταν στον τοίχο. Αντίκρυ στον τοίχο, απάνω σε σιδερένια τρίποδα, στις γωνιές ήταν τα πολυβόλα. Και τα πυρά τους τα ’ριχναν διασταυρωμένα. Μέσα στο χώρο της εκτέλεσης ήταν δύο εργάτες του Δήμου κι ένας παπάς. 
Ο παπάς εξομολόγαγε, τι του εξομολογιόντανε οι μελλοθάνατοι. Χαιρετίσματα στη γυναίκα μου. Ζήτω ο Κόκκινος Στρατός. Εκδίκηση. Ζήτω η ελευθερία. Πεθαίνουμε για τη Λευτεριά και τη Δημοκρατία. 

Δεν άντεξε για μια στιγμή ο παπάς, κάνει να στρίψει αλλού το πρόσωπο. Τον πρόγκιξαν οι Γερμανοί με τα πιστόλια. Ο κόσμος γύρω στα λοφάκια και τις ταράτσες στέκεται βουβός. 

Ακούγεται καθαρή – καθαρή η ομοβροντία και η ριπή της κάθε ομάδας. Τότε ο κόσμος όλος μαζί άρχισε να κλαίει. Κλαίγαν και οι γέροι και παιδιά. Λέγαν «Κατάρα, ανάθεμα». 
Φτάνουν απάνω στη στιγμή οι τσολιάδες. Και τραγούδαγαν ενθουσιασμένοι: «Με το χαμόγελο στα χείλη πάν’ οι τσολιάδες μας μπροστά». Πάγαιναν οι τσολιάδες μας μπροστά χειροκροτώντας, συνεχίζοντας του Γερμανού το εξαίσιο έργο! 

Παραλαβαίνανε τα πτώματα, τα στοίβαζαν σα σφαγμένα αρνιά και φεύγανε με τ’ αυτοκίνητα. Αυτό ήταν το καθορισμένο καθήκον τους στις μέρες εχτελέσεων. 

Σ’ όλο αυτό το διάστημα οι καμπάνες του συνοικισμού χτυπούσαν νεκρικά. Μια γυναίκα αστυφύλακα, που κοίταζε από ψηλά, τρελάθηκε και την έχει ο άντρας της ακόμα κλεισμένη στο Αιγινήτειο. Ένας απ’ τους εχτελεσμένους ήρωες δεν είχε ξεψυχήσει, σηκώνεται μέσα απ’ το σωρό, κουβάρι, το αίμα στο χαντάκι του ’φτανε ως το γόνατο, και κάνει κάτι σκέρτσα με τα χέρια, κι αρχίζει να γελά, να ξεκαρδίζεται. Ο κοντινός του Γερμανός του αδειάζει το περίστροφο. Μα δεν εκατάλαβε τίποτα, είχε κι αυτός τρελαθεί. 

Ο κόσμος πήρε το ξοπίσω τα καμιόνια, που φεύγαν με τα νεκρά κορμιά. Οι άνδρες βγάζαν στο πέρασμά τους τα καπέλα, οι γυναίκες τρέχανε και κουβαλούσανε και ρίχνανε λουλούδια, κι όλοι ήταν βαρούσες σαν υπνωτισμένοι απάνω απ’ τις σταγόνες το αίμα τους, που ’τρεχε κι έπηζε, κι η γης δεν το ’πινε, και γινόταν αυλάκια. Απάνω στο αίμα σκύβοντας και κοιτάζοντάς το, σήκωναν ύστερα πολλοί τα μάτια και τα χέρια τους ψηλά στον ουρανό. 

Ήτανε η απόγνωση. Μέσα στο χώρο της εχτέλεσης οι εργάτες του Δήμου κουβάλησαν απ’ το δίπλα χωράφι με φτυάρια πολύ χώμα, για να ρουφήξει κι εκεί τα αίματα. Το τμήμα αυτό της ελληνικής γης, απ’ το πηχτό εκείνο υγρό, ήτανε τώρα πια, καθώς λέν’, κορεσμένο. Την ίδια μέρα όλοι οι γύρω συνοικισμοί κήρυξαν γενική απεργία. Τη νύχτα γενική κινητοποίηση του πληθυσμού. 

Φωνάξανε περισσότερο παρά ποτέ ηρωικά κι ασώπαστα χουνιά, κι όπου είχε στάξει το αίμα τους, και το ντουβάρι της εχτέλεσης από ψηλά, κρυφά – κρυφά, απ’ τους τοίχους, σκεπάστηκαν όλα παντού λουλούδια και ρίχτηκαν παντού στεφάνια. Αυτό ήταν των ζωντανών, προς τους νεκρούς αγωνιστές, το μνημόσυνο. 

Έτσι γίνηκε η εχτέλεση των 200 ηρώων. Έτσι γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στην Αθήνα, στο χρόνο 1944. Ήταν μια μέρα εξαίσια της άνοιξης, κι όμως η γη η αθηναϊκή δεν είχε ακόμα αρκετά στεγνώσει, για να μπορέσει να ρουφά. 

Το τόσο πολύ αίμα που χτήνη – άνθρωποι την πότισαν, η φύση πια δεν το δεχότανε, κι αναγκαζόταν το ξαναξερνούσε.
 

 * Μέλπω Αξιώτη, «Πρωτομαγιές 1886 – 1945», 1945, εκδόσεις Μαρή & Κοροντζή, 1945 - HotDoc. History

Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger