Αρχική » , » Νεκρή Μεραρχία" Τόμος Β' Μέρος 37

Νεκρή Μεραρχία" Τόμος Β' Μέρος 37

{[['']]}

Δημήτρης Γιαννακούρας (Πέρδικας) απ’ το χωριό Βάγγου Μεγαλόπολης. Αγωνιστής Εθνικής Αντίστασης. Πρωτοπόρος αντάρτης του ΕΛΑΣ στην Αρκαδία. Καπετάνιος διμοιρίας. Ταγματάρχης του ΔΣΕ, διοικητής του Ιου Τάγματος του Αρχηγείου Μαινάλου. Αυτοκτόνησε στις 16.8.1949 στο Μαίναλο.

Η τελευταία απόπειρα να πάρουμε επαφή με το μέραρχο — 5η Αυγούστου 1949

Όταν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου πήρε τον ατομικό επίδεσμο κι έφυγε για να συναντήσει στο Λύκαιο την αποστολή Γιαλαμά - Ετεοκλή, εμείς αποφασίσαμε να ξαναπάμε για μια φορά ακόμα στη νεκρή γιάφκα κάτω στον Ευρώτα, απέξω από το χωριό Κονιδίτσα στη λεύκα. Αν κι αυτή τη φορά δεν βρίσκαμε κάποιο σημείωμα, δεν θα ξαναπηγαίναμε. Αφίσαμε το Χαλάτση, τον μπάρμπα Παύλο τον Κούζουνα και τον Σπυρόπουλο Γιάννη στο Μαίναλο και ξεκινήσαμε εγώ, ο Πέρδικας, ο Κανατάς Κώστας και ο Θανάσης Κολοβός για το ταξίδι μας. Βαδίσαμε τη νύχτα και τα χαράματα λουφάξαμε στην Κομπόνα μέσα στον κουμαρόλογγο. Όλη τη μέρα, ακούγαμε πυροβολισμούς πότε - πότε. Δεν βλέπαμε όμως κίνηση. Πιστέψαμε τελικά ότι κάποιοι ψάρευαν στο ποτάμι και δεν τους βλέπαμε. Για να περάσουμε τη μέρα είχαμε καμιά εικοσαριά μήλα. Ήταν πια πέντε Αυγούστου νομίζω και τα μήλα ήταν ψωμομένα. Κατά το μεσημέρι αποφασίσαμε να φάμε τα μήλα. Είχαμε λουφάξει στο χείλος μιας νεροφαγής για να βλέπουμε γύρω μας.

Καθώς ο Θανάσης Κολοβός άπλωσε το χέρι του για να τραβήξει το σακίδιο, τόπιασε από την κάτω γωνιά, με αποτέλεσμα να αδειάσει τα μήλα που άρχισαν να κατρακυλούν στην νεροφαγή. Κακή μας τύχη. Βλέπαμε τα μήλα να κατρακυλούν και ήταν σαν να κατρακυλούν τα στομάχια μας. Έτσι όλη την μέρα καταδικαστήκαμε να βλέπουμε τα μήλα στον πάτο της νεροφαγής σε βάθος πενήντα μέτρων και να χορταίνουμε με το μάτι. Δεν μπορούσαμε να κινηθούμε ούτε και να κουβεντιάσουμε. Παρ’ όλα αυτά ο Θανάσης άκουσε όσα σούρνει η σκούπα.

Κάποτε άρχισε να μαζεύει η μέρα. Βασίλεψε ο ήλιος για καλά. Ο Πέρδικας είπε να ξεκινήσουμε γρήγορα και να πάμε στα ακρινά σπίτια της Μεγαλόπολης να πάρουμε ψωμί πριν προχωρήσει η νύχτα. Είχαμε πάει άλλη μια φορά και πήραμε ψωμί από το σπίτι του Νίκου Μπάρλα κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό. Όταν φύγαμε έβαλε τις φωνές και οι χωροφύλακες έριχναν όλη τη νύχτα στα κουτουρού. Κατεβήκαμε σιγά - σιγά μέσα από τον κουμαρόλογγο στο ποτάμι. Ηπιαμε νεράκι για να σβήσουμε την δίψα μας. Ρίξαμε και με τις χούφτες μας στο κεφάλι μας για να ξεζαλιστούμε και ξεκινήσαμε.

Βαδίζαμε σαν χαζοί μέσα στην κοίτη του ποταμού. Ήταν Αύγουστος και το νερό χωρούσε σ’ ένα αυλάκι. Στις στροφές σχηματίζονταν λιμνούλες που δεν ήταν βαθιές. Εμείς όμως τις παρακάμπταμε. Δεν είχε ακόμη σουρουπώσει. Βλέπαμε αρκετά καλά στα πεντακόσια μέτρα. Μπροστά πήγαινε ο Πέρδικας, κοντά ο Κολοβός Θανάσης, κοντά ο Κώστας Κανατάς και τελευταίος εγώ. Έτρεχα να τους προλάβω γιατί καθυστέρησα για να χτυπήσω ένα καρφί στην αρβύλα μου. Μόλις τους έφθασα, γιατί κι αυτοί με περίμεναν, ακούστηκε μια φωνή από μπροστά μας και ψηλά από το ύψωμα: «Ρε ποιοι είσαστε εσείς». Κοντοσταθήκαμε και η φωνή ξανακούστηκε. Τότε καταλάβαμε ότι την πατήσαμε.

Πρώτος ο Πέρδικας και μετά εμείς, σαν αγρίμια, πισωγυρίσαμε κι αρχίσαμε να τρέχουμε μ’ όλη την δύναμή μας. Οι όχθες του ποταμού ήταν τέσσερα πέντε μέτρα απότομες και μεις τρέχαμε προς τα πίσω για να βρούμε ένα μέρος κάπου να είναι ρηχό για να μπούμε στον κουμαρόλογγο. Εκεί θα γλυτώναμε. Αυτοί άρχισαν να μας πυροβολούν ομαδικά. Μας ντουφέκιζαν περίπου είκοσι ντουφέκια. Καθώς έτρεχα είδα τα κυάλια του Πέρδικα κάτω στα χαλίκια. Έσκυψα να τα πάρω κι έτσι έμεινα τελευταίος. Τα πήρα και ακολούθησα τους άλλους. Μπήκαμε στην πρώτη στροφή κι αυτοί δεν μας έβλεπαν. Καθώς τρέχαμε βγήκαμε πάλι στο ξέφωτο. Πέρασε ο Πέρδικας τη στροφή, κοντά ο Θανάσης, κοντά κι εγώ.

Ακριβώς πάνω στη στροφή, με χτύπησαν. Πήρα τραύμα διαμπερές στην αριστερή πατούσα. Καθώς σήκωσα το πόδι όπως έτρεχα, την άρπαξα στον αέρα. Όμως μπήκα στην στροφή στο απυρόβλητο. Μετά από μένα έρχονταν ο Κανατάς. Ακριβώς στην στροφή τον τραυμάτισαν κι αυτόν. Το βλήμα πέρασε κάτω από τον έξω αστράγαλο του δεξιού ποδιού και βγήκε στο μεγάλο δάκτυλο. Όμως κι αυτός πέρασε τη στροφή. Μόλις με είδε μου είπε ότι τραυματίστηκε στο πόδι. Το ίδιο έπαθα κι εγώ του απάντησα. Οι άλλοι δύο δηλαδή ο Πέρδικας και ο Κολοβός συνέχισαν, πέρασαν την τρίτη στροφή και τους χάσαμε από τα μάτια μας. Πίσω μας ακούγαμε φωνές και το ντουφεκίδι συνεχίζονταν. Δεν μπορούσαν όμως να μας φτάσουν γιατί ήταν κουμαρόλογγος ανάμεσά μας. Συνεχίσαμε κούτσα - κούτσα να τρέχουμε δηλαδή να κουτσοτρέχουμε.

Μόλις φθάσαμε το ξέφωτο ήταν αδύνατο να συνεχίσουμε. Το αμμοχάλικο χούχλαζε από τις σφαίρες. Πήγαινα μπροστά. Κατάλαβα ότι θα μας κάνουν κόσκινο. Γύρισα πίσω. Κοίταξα τις όχθες. Υψώνονταν σαν τάφος, κάθετες. Τότε δεν έμενε άλλη λύση. Μόνο προς τα μπρος. Λέω στον Κανατά: «πιάσε σύριζα στην όχθη και μπουσουλώντας θα ακολουθείς». Αυτοί ντουφέκιζαν τα ανοιχτά. Έτσι σιγά - σιγά προχωρήσαμε. Φθάσαμε στην στροφή. Εκεί χαλούσε ο κόσμος. Εμείς μπουσουλώντας και μετά με τα γόνατα, μπήκαμε στην λιμνούλα. Με το κεφάλι έξω από το νερό προχωρούσαμε με τα γόνατα. Αυτοί δεν μπορούσαν να μας δουν δηλαδή να δουν από εκεί που ήταν, το κεφάλι μας που ήταν έξω από το νερό. Έτσι πήραμε τη στροφή και πιάσαμε απυρόβλητο. Οι άλλοι είχαν χαθεί. Δεν μας περίμεναν.

Για καλή μας τύχη, η απέναντι όχθη σ’ ένα μέρος ήταν κομμένη από ένα χαντάκι. Αυτό ήταν ότι χρειάζονταν. Όσο μπορούσαμε βάλαμε τα δυνατά μας και κόβοντας κάθετα την κοίτη του ποταμού, χυμήξαμε να χωθούμε στο χαντάκι. Τα καταφέραμε να σκαρφαλώσουμε. Μόλις χωθήκαμε στο χαντάκι παραλίγο να μας τσακίσουν. Άναψε πίσω μας το αμοχάλικο. Ανηφορίσαμε λίγο και μπήκαμε για καλά μέσα στον πουρναρόλογγο, τώρα πια δηλαδή προς τη μεριά του Σιαλεσέικου Άγιου Λια. Τώρα είμασταν ασφαλισμένοι. Αυτοί συνέχιζαν να ντουφεκίζουν. Αλλά στα τυφλά. Άρχισε σιγά - σιγά να σουρουπώνει. Σταμάτησε το ντουφεκίδι.

Χτυπήσαμε με τα χέρια μας ρυθμικά παλαμάκια, δεν πήραμε απάντηση. Χτυπήσαμε και με δύο πέτρες τίποτα. Ο Πέρδικας και ο Κολοβός φαίνεται ότι πήραν το Βαγγικέϊκο και δεν μας άκουγαν. Είμασταν σε κακά χάλια. Τραυματισμένοι, νηστικοί, βρεγμένοι. Τσακισμένοι από την κούραση. Καθίσαμε λίγο. Σφίξαμε τα ρούχα μας για να τραβηχτεί το νερό και σφίγγοντας τα δόντια από τον πόνο, προσπαθούσαμε να βάλουμε το μυαλό μας σε μια τάξη. Τελικά καταλάβαμε την κατάστασή μας. Πρώτη μας δουλειά ήταν να δέσουμε τα τραύματα. Με τι όμως; Σκέφτηκα ότι στις εικόνες κρεμάνε κάτι άσπρες κουρτίνες και είπα στον Κανατά. Άντε πάμε γρήγορα στον Άγιο Λια. Εκεί ίσως βρούμε πανιά στις εικόνες. Πρέπει να δέσουμε τις πληγές για να σταματήσει το αίμα. Αλλιώς θα ξεματώσουμε και μέχρι το πρωί θα ψοφήσουμε.

Πήραμε τον ανήφορο σιγά - σιγά, αλλού σκοντάφτοντας κι αλλού γλιστρώντας και φθάσαμε στο εξωκκλήσι. Καθίσαμε λίγο για να ανιχνεύσουμε με τα αυτιά μας μήπως τόχουν πιάσει. Μετά μπήκαμε μέσα. Δεν βρήκαμε τίποτα. Ούτε πανί, ούτε σπίρτα και η σκεπή μισοχαλασμένη, κατά διαταγή του Πετζόπουλου, όπως είπαμε. Βγήκαμε έξω και ξαπλώσαμε ανάσκελα. Τότε θυμήθηκα ότι στο σακίδιό μου έχω ένα κομμάτι από αντίσκηνο απ’ αυτό που πάνω του στουμπίζαμε τα στάχυα. Είπα μέσα μου: «Σωθήκαμε!». Το έβγαλα και το έκαμα λουρίδες. Βγάλαμε τα παπούτσια, που ήταν γεμάτα αίμα και τυλίξαμε τα τραύματα δύο - τρεις βόλτες. Μετά είπα στον Κανατά: «Πρέπει να φορέσουμε πάλι τα παπούτσια, γιατί αν δεν τα φορέσουμε σε λίγο τα πόδια θα πρηστούν και μετά δεν θα χωρούν». Προσπαθήσαμε. Εγώ το φόρεσα, αυτός πονούσε και δεν μπόρεσε να το φορέσει. Δεν έκανε κουράγιο. Αυτό παραλίγο να μας στοιχίσει ακριβά.

Ξαπλωμένοι εκεί ανάμεσα γης και ουρανού, μείναμε κάμποση ώρα γιατί δεν είχαμε ούτε την σωματική ούτε την ψυχική δύναμη να κινηθούμε. Σκεφτόμουνα χωρίς να βρίσκω τέλος γιατί καμιά σκέψη δεν προλάβαινε να φτάσει στο τέλος. Κάθε τόσο έλεγα: Τουλάχιστον δεν μ’ έπαιρνε στο χέρι για να μπορώ να περπατώ. Μετά πάλι έλεγα: Τι τάθελα τα κιάλια και σταμάτησα να τα μαζέψω. Τάβαζα με τους άλλους δύο που έφυγαν. Ύστερα πάλι έλεγα: Μήπως τους σκότωσαν πιο πάνω από μας ή τους τραυμάτισαν και γι’ αυτό δεν μπορούν να κουνηθούν; Κι άλλες κι άλλες σκέψεις, μια πάνω στην άλλη. Τελικά το κρύο αεράκι που πάγωσε τα βρεγμένα μας ρούχα με ξύπνησε απ’ αυτόν τον λήθαργο. Έπρεπε κάτι να κάνουμε. Είμαστε ακόμη ζωντανοί. Έχουμε το μυαλό μας, τα μάτια μας, τα δυό μας χέρια και ενάμιση πόδι ο καθένας. Δεν θα παραδοθούμε ούτε στην απελπισία ούτε στον θάνατο.

Συζήτησα και με τον Κανατά. Καταλήξαμε στο βέβαιο συμπέρασμα ότι τους χτύπησαν κι αυτό γιατί συνέχισαν να τρέχουν μέσα στην κοίτη του ποταμού και δεν μας απάντησαν όταν φωνάξαμε και χτυπήσαμε πέτρες, όταν πια είχε νυχτώσει. Όπως αποδείχτηκε αργότερα, δεν είχαν πάθει τίποτα. Μας είδαν χτυπημένους, άκουσαν σίγουρα τις φωνές μας αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα και μας άφησαν να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας. Σηκωθήκαμε κούτσα - κούτσα μουσκεμένοι μέχρι το κόκκαλο. Για να ξεφύγουμε τραβήξαμε ανατολικά δηλαδή προς τις Βίγλες. Αυτό ήταν μια πονηριά. Αυτοί, την άλλη μέρα θα συνέχιζαν την εξερεύνηση αλλά κανονικά θα τραβούσαν προς την Κομπόνα, μέσα στον κουμαρόλογγο. Το πολύ να εξερευνούσαν και τις δύο πλαγιές από δω κι από κει στο ποτάμι. Δεν θα φανταζόντουσαν ότι εμείς λημεριάσαμε πέρα απέναντι, ανατολικά από τον Άγιο Λια περνώντας ακόμη και το ξεροχάντακο.

Αυτή η πονηριά θα έπιανε και έπιασε, αλλά για κακή μας τύχη είχε αφήσει ο Κανατάς σημάδια από αίμα καθώς πατούσε με το τραυματισμένο πόδι μια και δεν φόρεσε το παπούτσι του. Αυτά είδαν αυτοί και γύρισαν πίσω, ενώ οι πιο πολλοί τραβούσαν προς την Κομπόνα, δηλαδή ακολουθούσαν την πλαγιά του ποταμού. Εμείς τώρα κούτσα - κούτσα κατεβήκαμε την πλαγιά του Άη Λια, περάσαμε την ξερορεματιά, ανηφορίσαμε απέναντι από τον Άγιο Λια και σταματήσαμε στη μέση της πλαγιάς μέσα στα κοντοπούρναρα. Εκεί μείναμε. Είχαμε πια αποκάνει. Μας είχε λιγώσει και η αιμορραγία που δεν έλεγε να σταματήσει γιατί βαδίζαμε. Το δικό μου πόδι αιμορραγούσε αλλά έμενε μέσα στο παπούτσι και τις λουρίδες από το αντίσκηνο. Το καταλάβαινα γιατί η πατούσα μου κολυμπούσε μέσα στο παπούτσι. Του Κανατά όμως στράγγιζε μέσα από τις λουρίδες και πότιζε το χώμα.

Αποφασίσαμε να μείνουμε εκεί, ενώ έπρεπε να περάσουμε τον αμαξωτό δρόμο στις Βίγλες και να λημεριάσουμε πέρα προς την Μαρμαριά - Τσεμπερού. Δεν μπορούσαμε όμως. Τα πόδια μας από την πείνα και την αιμορραγία έτρεμαν. Ο Κανατάς αποκοιμήθηκε. Πριν κοιμηθεί του είπα να βάλει το πόδι του πάνω στην λούζα για να είναι πιο ψηλά. Έτσι δεν θα τον πονάει και δεν θα αιμορραγεί. Το ίδιο έκανα κι εγώ. Αποκοιμήθηκα κι εγώ. Είδα ένα εφιαλτικό όνειρο. Είδα ότι γίνονταν σεισμός κι έπεφταν πέτρες στο κεφάλι μου. Ξύπνησα. Έτρεμα σύγκορμος. Δεν μπορούσα να κρατήσω τα δόντια μου. Είχα σπασμούς από τον πυρετό. Φοβήθηκα. Πίστεψα ότι ήρθε η ώρα να πεθάνω. Ξύπνησα τον Κανατά. Τρόμαξε όπως τον σκούντησα. Του λέω: « Άκου Κώστα. Δεν είμαι καλά. Δεν την βγάζω. Εγώ θα πεθάνω. Εσύ κοίτα τι θα κάνεις».

Αυτός μου έδωσε θάρρος. Ακούμπησε το χέρι του στο μέτωπό μου. Έχεις πολύ πυρετό μου λέει. Θα σκάσεις από τον πυρετό. Πήρε την άκρη της μαντύας του, που ήταν βρεγμένη και μου την έβαλε στο κεφάλι. Εγώ συνέχισα να του λέω τα ίδια. Καλύτερα να πεθάνω έτσι παρά να μου κόψουν το κεφάλι οι χίτες ή να με σέρνουν ζωντανό δεμένον από τα πόδια στους'δρόμους μέχρι να ξεψυχήσω. Όταν πεθάνω κόψε μου το κεφάλι και παραχώσε το μακρυά να μην το βρουν και το καρφώσουν στο παλούκι και το σεργιανούν στη Μεγαλόπολη για να περηφανεύονται ότι αυτοί με σκότωσαν. Το ίδιο να κάνεις και για τα όπλα μου. Να τα παραχώσεις να τα φάει η σκουριά. Το κουφάρι μου θα το φάνε τα κοράκια. Αυτοί αν το βρουν δεν θα το κουβαλήσουν μαζί τους. Έλεγα αυτά κι αλάφρωνα.

Ο Κανατάς μ’ άκουγε και πότε - πότε μ’ έκοβε και μου έλεγε: «Μην χάνεις το κουράγιο σου. Εσύ δεν πεθαίνεις». Εγώ συνέχιζα τα δικά μου. Του λέω δεν έχω παράπονο από κανέναν. Ένα καημό έχω. Μου λέει, ποιόν. Του λέω: «Δύο φορές ρε Κώστα αντίκρισα την νίκη, την πρώτη κοντά στην Ομόνοια στην Αθήνα, την δεύτερη από τις κορυφές της Ζήρειας και τις δυό φορές δεν μπόρεσα να την αγγίξω. Αυτός είναι ο καημός μου». Αυτός μου απάντησε: «Την τρίτη δεν θα ξεφύγει. Θα την αγκαλιάσουμε. Κάνε κουράγιο». Το θέλω και γω και το πιστεύω αλλά δεν έχω πια κότσια. Εγώ τέλος πια. Καθώς έλεγα αυτά με πήρε ο ύπνος. Ένας ύπνος βαθύς σαν σε θάνατο.

Όταν ξύπνησα είχα αναστηθεί. Το κεφάλι μου ήταν σχεδόν δροσερό και το σώμα μου κάπως ανάλαφρο. Πριν από τέσσερις ώρες, ήταν βαρύ σαν μολύβι και κολλούσε στη γη. Τι ήταν αυτός ο παροξυσμός δεν ξέρω. Όλοι είχαμε έναν ελαφρύ πονοκέφαλο και κομμάρες, ήταν από την πείνα. Έτσι νομίζαμε. Όταν τρέχαμε χτυπούσαν δυνατά τα μελίγγια μας και κόβονταν τα πόδια μας. Αυτή την κατάσταση την είχαμε συνηθίσει πια και την θεωρούσαμε φυσιολογική. Τώρα θέλεις απ’ την κούραση και την υπερένταση, θέλεις από την απελπισία που μ’ έπιασε όταν με τραυμάτισαν στο πόδι, θέλεις από το φόβο που είδα πια το τέλος μου τόσο κοντά, ίσως κι όλα μαζί δημιούργησαν αυτόν τον παροξισμό. Το πρωί είχα επανέλθει στην μόνιμη κατάσταση. Ο πυρετός όμως ξανάρθε μετά δύο μέρες. Όχι όμως με παροξυσμό αλλά μόνιμος. Ανακάθισα γερτά και δίπλα μου είδα τον Κανατά. Νόμισα ότι είμαι τελείως καλά. Έκανα να κουνηθώ και το πόδι μου με πόνεσε. Μου θύμισε ότι είμαι τραυματισμένος. Είπα στον Κανατά: «Κοιμήσου τώρα. Θα φυλάξω εγώ, μέχρι να σηκωθεί ο ήλιος καλά. Είμαι καλά τώρα». Κι αυτός μου λέει: «Καλά θα κοιμηθώ, όταν πρόκειται να ξαναπεθάνεις ξύπναμαι» και κοιμήθηκε.

Τώρα πια ξεκούραστος άρχισα να βάζω τις σκέψεις μου σε σειρά. Πρώτα - πρώτα έπρεπε να περάσουμε τούτη την μέρα σε αφάνεια. Η ημέρα τούτη ήταν κρίσιμη. Η χθεσινή περιπέτεια δηλαδή, το λάθος να βγούμε νωρίς από την λούφα, σήμερα θα τέλειωνε ή θα χανόμασταν ή θα παίρναμε παράτα για κάμποσο καιρό. Το δεύτερο, αφού θα την γλυτώναμε σήμερα, ήταν τα τραύματα. Έπρεπε να τα περιποιηθούμε, να τα πλύνουμε, να καθαρίσουμε τα αίματα γιατί θα βρώμιζαν και να τα δέσουμε καλά. Τρίτον ήταν το φαγητό. Έπρεπε κάτι να φάμε.

Σκέφτηκα λοιπόν ότι πρέπει να ξαναγυρίσουμε στο ποτάμι μόλις νυχτώσει. Εκεί θα πλέναμε τα τραύματα και. τα παπούτσια με άφθονο νερό. Μετά θα ανεβαίναμε στα χωράφια. Εκεί υπήρχαν αχλάδια και μήλα. Θα τρώγαμε και θα κάναμε εφόδιο για τρεις μέρες. Μετά θα λημεριάζαμε στον κουμαρόλογγο και την άλλη νύχτα θα ξεκινούσαμε για το Μαίναλο. Εκεί μέσα από τον κουμαρόλογγο θα ερευνούσαμε με τα κιάλια κι ίσιος να ξεκαθαρίζαμε κάτι για την τύχη των άλλων. Αν έπεφτε κανένας χωρικός κοντά μας, θα τον κρατούσαμε μαζί μας μέχρι να νυχτώσει και έτσι θα μαθαίναμε νέα για τους άλλους αλλά και για μας, δηλαδή τι ήξεραν.

Άρχισε να χαράζει. Ωραίο πρωινό. Τα πουλιά χαλούσαν τον κόσμο. Ο ήλιος σιγά - σιγά ανέβαινε και μετατόπιζε τον ίσκιο της κορυφής από την απέναντι πλαγιά του Άη Λιά. Τα απόσκια όλο και χαμήλωναν. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο ηρεμούσα γιατί πίστευα ότι λιγοστεύουν οι πιθανότητες να κάνουν εξερεύνηση. Πήγε η ώρα εννιά. Είπα μέσα μου: « Άντε και δεν θα βγουν σήμερα. Φαίνεται ότι δεν μας είδαν τραυματισμένους ούτε μας, ούτε τους άλλους».

Δεν πέρασαν όμως δέκα λεπτά κι ακούστηκε η πρώτη ντουφεκιά. Μου έκοψε κάθε ελπίδα. Η ντουφεκιά σήμαινε αρχή της παγάνας. Τώρα η μόνη μας ελπίδα ήταν η πονηριά που κάναμε. Αν πιάσει θα την βγάλουμε καλά αν όχι, τότε χαθήκαμε, γιατί δεν μπορούμε να τρέξουμε και πίσω μας ήταν ο δημόσιος δρόμος Τρίπολης - Μεγαλόπολης και πολλά χωριά. Θα μας κυνηγούσαν όλη μέρα μέχρι να μας πάρουν τα κεφάλια. Ξύπνησε και ο Κανατάς. Καθαρίσαμε τα όπλα μας, δέσαμε σφιχτά τα τραύματά μας και περιμέναμε. Σε λίγο φάνηκαν στην απέναντι κορυφογραμμή. Ένας, δύο, τρεις, δέκα, είκοσι. Ντουφέκιζαν και φώναζαν. Αυτοί βγήκαν πιο μπροστά από το εκκλησάκι του Άγιου Λια. Τραβούσαν κατά πάνω προς τα Τζινέικα Καλύβια. Χαρήκαμε. Νομίσαμε ότι τελειώσαμε. Το κόλπο έπιασε. Ήρθε η καρδιά μας στην θέση της.

Κι ενώ όλα πήγαιναν καλά, κάποιος εμφανίστηκε ακριβώς στο εκκλησάκι. Μετά δυο - τρεις. Μπήκαν μέσα. Μετά έφεραν γύρω - γύρω και σε μια στιγμή πήραν την κατηφόρα ψάχνοντας. Παγώσαμε, κάτι θα είδαν είπαμε. Μόλις κατέβηκαν καμιά τριανταριά μέτρα, έβαλαν τις φωνές: Ε! γυρίστε πίσω. Εδώ πάνε τα αίματα. Ξανά, ξανά έλεγαν το ίδιο μέχρι που γύρισαν πίσω αυτοί που προχωρούσαν κατά πάνω. Ήρθαν στο εκκλησάκι κάτι είπαν και μετά άπλωσαν στην πλαγιά κι άρχισαν να ψάχνουν. Κάθε τόσο φώναζαν: να εδώ, να εδώ πάνε. Ήταν φανερό πια. Είχαμε αφήσει ίχνη από αίμα. Τώρα θα έφθαναν στην φωλιά μας.

Γύρισα στον Κανατά και τον βλαστήμησα. Αυτός κούνησε το κεφάλι. Το μυαλό μας αμέσως δούλεψε καθαρά. Του λέω: «Εδώ είμαστε χαμένοι. Το πολύ να σκοτώσουμε δύο - τρεις που θα πέσουν πάνω μας. Αν τους χτυπήσουμε τώρα μπορεί να σκοτώσουμε κάποιον γιατί είναι μακρυά αλλά θα μας κυκλώσουν. Πάλι είμαστε χαμένοι».

Ο Κανατάς δεν ήξερε το μέρος. Εγώ το ήξερα σπιθαμή με σπιθαμή. Του λέω: «Να μην το παίξουμε ακόμη το τέλος αλλά να τους αφήσουμε να κατεβούν στη ρεματιά. Όταν θ’ αρχίσουν να ανεβαίνουν ο ήλιος θα τους χτυπάει φάτσα στα μάτια και δεν θα μπορούν να βλέπουν ψηλά. Αυτοί θα ψάχνουν για τα αίματα. Τότε εμείς θα αρχίσουμε να ανεβαίνουμε σκυφτοί την πλαγιά μέσα στα κοντοπούρναρα και τις αφάνες. Το πολύ να μας δουν όταν θα βγούμε πάνω στην κορυφογραμμή, στο ζάρι. Ώσπου να μας ντουφεκίσουν, θα ροβολίσουμε την από κει πλαγιά. Εμείς θα έχουμε κατήφορο και αυτοί ανήφορο. Ώσπου να ανέβουν την πλαγιά, εμείς θα έχουμε πάρει δρόμο. Θα έχουμε κόψει τον αμαξωτό στις στροφές, εκεί που εκτέλεσαν οι Γερμανοί τους διακόσιους, θα πάρουμε την ρεματιά και θα πέσουμε στον κάμπο περνώντας απέξω από το χωριό Τσαπόγα και θα μπούμε στον ρουπακόλογγο ανάμεσα Τσαπόγα - Ρουσβάναγα - Ραψομάτι. Εκεί κάπου θα κρυφτούμε. Είναι ανεξερεύνητο το μέρος. Και θα δούμε τι θα κάνουμε.

Ο Κανατάς συμφώνησε. Μα και ποιος δεν θα συμφωνούσε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Έτσι κι έγινε. Ώσπου να κατέβουν την πλαγιά ψάχνοντας τα αίματα, γιατί όπως φαίνονταν, αλλού χάνονταν και αλλού φαίνονταν δεν ήταν συνεχή, έφαγαν μισή ώρα. Όταν κατέβηκαν στην ρεματιά, ξεκινήσαμε σκυφτοί - σκυφτοί και κούτσα - κούτσα. Ανεβαίναμε σχεδόν με τα τέσσερα. Στην αρχή τα πόδια πονούσαν αλλά σιγά - σιγά μούδιασαν και ήταν μόνο βαριά σαν κούτσουρα. Ο φόβος τα υποτάσσει όλα. Τα βουβαίνει και τα μαργώνει. Ευτυχώς που δεν μας έσπασαν κόκαλο. Έτσι ανεβαίναμε κι ανεβαίναμε κι όσο δεν μας πυροβολούσαν παίρναμε θάρρος. Αυτοί πραγματικά δεν μπορούσαν να μας δουν. Ο ήλιος τους στράβωνε όπως είχαμε υπολογίσει. Μετά έψαχναν για τα αίματα και ντουφεκούσαν μέσα στα κοντολούζια. Κάθε τόσο μας καλούσαν με φωνές, να βγούμε και να παραδοθούμε. Εμείς συνεχίζαμε.

Τέλος βγήκαμε πάνω στο ξέφωτο, το γυμνό στην κορυφογραμμή. Εκεί κάποιος μας είδε. Έπρεπε να περάσουμε έρποντας. Αλλά θα αργούσαμε. Έβαλε τις φωνές: «Νάτοι, νάτοι ψηλά στην κορυφή!». Αρχισαν τους πυροβολισμούς. Δεν μας χτύπησαν γιατί ο ήλιος έκανε καλά τη δουλειά του. Η κορυφή ήταν μια τούμπα όχι απότομη. Κούτσα - κούτσα πια και όρθιοι ροβολήσαμε την από κει πλαγιά. Τώρα δεν ακούγονταν τίποτα. Εμείς όρθιοι πήραμε την ρεματιά και τρέχαμε όσο μπορεί να τρέξει ένας κουτσός. Πηδούσαμε κάθε τόσο τις νεροφαγές της ρεματιάς και κατρακυλούσαμε σούρνοντας τον πισινό μας, όπου η νεροφαγή ήταν μεγάλη. Δεν μας έβλεπαν από πουθενά. Η πλαγιά και η νεροφαγή ήταν ντυμένη με κοντοπούρναρα. Ότι χρειάζονταν.

Φθάσαμε στη δημοσιά. Σταματήσαμε για λίγο μήπως περνάει κανένα αυτοκίνητο, χωθήκαμε κάτω από το γεφυράκι και συνεχίσαμε. Φθάσαμε στο δρομάκι που πάει από την Μεγαλόπολη στο χωριό Τσαπόγα ή Μαλωτά. Αυτοί τότε βγήκαν στην κορυφογραμμή και ντουφέκιζαν έτσι εδώ κι εκεί. Δεν μας έβλεπαν. Ούτε και μεις τους βλέπαμε. Τις ντουφεκιές ακούγαμε και καταλάβαμε. Είχαμε κερδίσει πολύ χρόνο. Τώρα ώσπου να κατέβουν την πλαγιά ψάχνοντας από κοντολούζι σε κοντολούζι, ήθελαν δύο ώρες περίπου. Εμείς την κατεβήκαμε τρέχοντας, αυτοί έπρεπε να την κατέβουν ψάχνοντας.

Όταν ο λαός σε φυλάει δεν μπορεί κανένας να σε βλάψει

Εκεί ακριβώς πάνω στο δρόμο στο χαντάκι, εμφανίστηκε ένας γέρος πάνω στον γάιδαρο του. Ήταν φαίνεται Τσαπογιώτης. Μόλις μας είδε, γιατί δεν προλάβαμε να κρυφτούμε, συνέχισε ατάραχος τον δρόμο του και περνώντας μπροστά μας έπιασε τα γένια του με το δεξί του χέρι και μετά το τίναξε προς τον κάμπο και την Μεγαλόπολη. Τίποτε άλλο. Συνέχισε τον δρόμο του σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Σκέφτηκε σωστά. Δεν σταμάτησε, δεν κουβέντιασε γιατί υπήρχε κίνδυνος να τον δουν από μακρυά. Εγώ κατάλαβα την χειρονομία του γέρου. Μας έλεγε ότι κινδυνεύουμε, τραβώντας τα γένια του και ότι έρχονται από τον κάμπο κι από την Μεγαλόπολη. Τόπα στον Κανατά. Τώρα πια ο κάμπος θα γεμίσει χιτομάυδες. Τι να κάνουμε; Για μια στιγμή είπα να ανεβούμε σε κανένα κυπαρίσσι μέσα στον κάμπο ή στις πλαγιές κάτω από το χωριό Τσαπόγα. Μετά όμως σκέφτηκα ότι στο κυπαρίσσι δεν μπορούμε να καθίσουμε όρθιοι πολύ ώρα, πατώντας στο ένα πόδι.

Η εξερεύνηση στην πλαγιά συνεχίζονταν και κάπου - κάπου ντουφέκιζαν. Σκέφτηκα λοιπόν να κάνουμε άλλο κόλπο, που κάνουν οι λαγοί όταν πρόκειται να μπουν στην φωλιά τους και μπερδεύουν τα αχνάρια τους στο χιόνι, γυρίζοντας γύρω -γύρω και πίσω - μπρος και μ’ ένα πήδημα χώνονται στην λούζα. Τραβήξαμε το δρομάκι που πάει από το χωριό προς τα αμπέλια κάτω προς το χωριό Ρουσβάναγα. Μόλις φθάσαμε σ’ ένα υψωματάκι που φαίνονταν ο κάμπος, πετάξαμε τα σακίδιά μας και γυρίσαμε πίσω γύρω στα διακόσια μέτρα. Δίπλα ακριβώς από το δρόμο, ήταν κάτι πυκνές βατουλιές δηλαδή βάτα, φτέρες, πλατάνια, κοντοπούρναρα και κούρμπενα. Εκεί λοιπόν παραμερίζοντας προσεχτικά τις φτέρες και τα κούρμπενα, χωθήκαμε στο βάθος ανασηκώνοντας ότι είχαμε τσακίσει για να μην φαίνεται ότι μπήκαμε μέσα. Ξαπλώσαμε και σκεπαστήκαμε καλά - καλά με ξερά πλατανόφυλλα και ξερές φτέρες.

Τώρα, μόνο αν πατούσε κάποιος πάνω μας θα καταλάβαινε ότι είμαστε μέσα. Ετοιμαστήκαμε πια και για το τέλος. Εδώ θα τα παίζαμε όλα. Κάτω από την άκρη της πατουλιάς ήταν το χαντάκι. Ετοιμάσαμε τις χειροβομβίδες μας και ο Κανατάς γέμισε το μακρύκανο. Εγώ γέμισα το πιστόλι μου. Συμφωνήσαμε να μην κουνηθούμε από την θέση μας ότι και να συμβεί. Ακόμη κι αν τραυματιζόμαστε από τις άσκοπες ντουφεκιές που θα έριχναν μέσα στην πατουλιά. Θα χτυπούσαμε πρώτα με τα όπλα αυτούς που θα έμπαιναν μέσα και μετά θα ανοίγαμε τις χειροβομβίδες κι ανάλογα ή θα κομματιαζόμασταν μ’ αυτές παίρνοντας μαζί μας κάμποσους απ’ αυτούς ή θα τινάζαμε τα μυαλά μας στον αέρα. Αν ήταν λίγοι και τους τσακίζαμε, θα πέφταμε στο χαντάκι και θα βγαίναμε διακόσια μέτρα πιο κάτω μέσα στον λόγγο.

Έτσι ξαπλωμένοι μετρούσαμε τα λεπτά και περιμέναμε να φθάσει η παγάνα. Η πατουλιά ήταν ανύποπτη. Δεν μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι ακριβώς εκεί δίπλα κολλητά στο δρόμο ήταν δυνατό να κρυφτούμε αφού είχαμε τόση ώρα μπροστά μας να χωθούμε στον κάμπο. Αυτό ήταν το ατού μας. Αφού πέρασαν είκοσι λεπτά περίπου και ξεκουραστήκαμε, μου λέει ο Κανατάς: «Κακώς κάναμε που κρυφτήκαμε εδώ κοντά στο δρόμο. Είχαμε καιρό να πέσουμε στον κάμπο. Πάμε να φύγουμε». Εγώ του έλεγα ότι δεν ήταν δυνατό να μπούμε στον κάμπο γιατί θα είναι γεμάτος κόσμο. Ο γέρος που τράβηξε τα γένια του κάτι ξέρει.

Δεν είχαμε αποσώσει την κουβέντα μας κι άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες σ’ όλα τα χωριά του κάμπου. 'Αρχισαν να χτυπούν σύναξη πρώτα στο χωριό Ρουσβάναγα, μετά στα χωριά Καμαρίτσα, Καρούμπαλη και πέρα ακόμη κι ύστερα στα χωριά Τσαπόγα και Ραψομάτι. Ταυτόχρονα άρχισαν και ντουφεκιές στο δρόμο Μεγαλόπολης - Ρουσβάναγα. Σημάδι ότι έβγαιναν από την Μεγαλόπολη για τον κάμπο κι άλλες δυνάμεις. Ο κάμπος έβραζε. Ξεσήκωναν τον κόσμο ακόμη και τα παιδιά. Τότε λέω στον Κανατά: «Ακούς για μας χτυπάνε. Μας ετοιμάζουν υποδοχή. Θα μας υποδεχτούν και θα μας στεφανώσουν γιατί πολεμήσαμε για την λευτεριά και την δημοκρατία και θα μας φορέσουν ένα κόκκινο στεφάνι στο λαιμό. Ετοιμάσου. Πρέπει να πάρουμε μαζί μας όσους μπορέσουμε. Δεν πρέπει να κλάψει μόνο η δίκιά μας μάνα σήμερα». Μετά βουβαθήκαμε και οι δυό.

Η εξερεύνηση αργούσε. Η παγάνα αργά - αργά κατέβαινε. Πέρασε μια ώρα περίπου και τότε φάνηκαν ψηλά στην πλαγιά. Άλλη μια ώρα για να φθάσουν στο δρομάκι. Αλλού ντουφέκιζαν στις πατουλιές κι άλλού έμπαιναν μέσα. Σε μια πατουλιά έβαλαν φωτιά. Κάποιος χωρικός που ήταν στην παγάνα φώναξε: « Όχι ρε παιδιά! μην βάζετε φωτιά θα κάψετε τα χτήματά μας». Σε μια στιγμή, από την άκρη του χτήματος πήδηξε στο δρόμο κάποιος αξιωματικός. Δεν βλέπαμε καλά τι ήταν. Αμέσως μπροστά εμφανίστηκε ένας μεγάλος σκύλος. Μπροστά ο σκύλος και κοντά ο αξιωματικός βάδιζαν στο δρόμο.

Πλησίασαν. Ήταν ένας υπομοίραρχος ηλικιωμένος. Ο σκύλος πέρασε τρέχοντος δίπλα μας. Δεν μπορούσε να μυριστεί γιατί ο δρόμος ήταν γεμάτος πατημασιές από ανθρώπους και ζωντανά. Ακόμη ήταν γεμάτος κοπριές και κάτουρα. Ίσως και να μην ήταν κυνηγόσκυλο και να ήταν από κείνα τα κοπρόσκυλα που τρώνε και κοιμούνται. Πάντως δεν μας κατάλαβε και προχώρησε. Έφθασε στα σακίδια που είχαμε πετάξει και σταμάτησε. Δεν βλέπαμε καλά. Ακολούθησε ο υπομοίραρχος. Έφθασε κι αυτός στα σακκίδια.

Αυτό ήταν. Την πάτησε! Έβγαλε τη σφυρίχτρα και σφύριξε τρεις φορές και φώναξε: « Όλοι κάτω, όλοι κάτω. Εδώ πάνε εδώ βρήκα τα σακίδιά τους». Ευτυχώς η αιμορραγία είχε τη νύχτα σταματήσει δηλαδή η πολλή αιμορραγία και όπως φαίνεται δεν αφήναμε ίχνη. Έτσι σιγά - σιγά μια - μια ομάδα έμπαινε στο δρόμο, περνούσε δίπλα μας και τραβούσε προς τον κάμπο. Άλλες στην άλλη πλαγιά, σταμάτησαν την έρευνα και τραβούσαν προς τον κάμπο. Εκεί άπλωναν ξανά. Πέρασαν μια - δυο -τρεις - τέσσερις ομάδες. Όλες ήταν μικτές, δύο χωροφύλακες και τρεις πολίτες. Στην πέμπτη ήταν ένας υπονοματάρχης ένας χωροφύλακας, ένας χωρικός και ο αγροφύλακας του χωριού Τσαπόγα.

Όταν έφθασαν στην προηγούμενη πατουλιά κοντά στο πεζόδρομο, ο αγροφύλακας επέμενε να μπούνε μέσα. Έγινε πολύ συζήτηση και τελικά μπήκε ο χωροφύλακας μέσα, ξαναβγήκε βλαστημώντας. Έφθασαν στην δική μας. Πάλι ο αγροφύλακας επέμενε να μπούνε μέσα κι έλεγε: «Καπετάνιε δεν είναι δυνατόν να πέσανε στον κάμπο, εδώ κάπου κρύφτηκαν» και ο υπονωματάρχης τούλεγε: «Αφού ο μοίραρχος είπε να πάμε κάτω γιατί βρήκε τα σακκίδιά τους». Αυτός επέμενε κι εγώ έλεγα μέσα μου: «μπες μέσα εσύ κέρατά, να πάμε μαζί». Τελικά με την επιμονή του, ο νωματάρχης λέει στο χωροφύλακα να μπει μέσα. Ο χωροφύλακας άρχισε να βλαστημάει και να βρίζει τον αγροφύλακα. Τελικά αγανακτισμένος μπήκε μέσα. Έκανε δύο βήματα, τον άρπαξαν τα βάτα και ξαναβγήκε αφού δεν είδε τίποτα γιατί είμασταν σκεπασμένοι με τα φύλλα. Βγήκε έξω γαμοσταυρίζοντας και τράβηξαν όλοι για κάτω.

Τέλος εμφανίστηκε και η τελευταία ομάδα. Αυτοί δεν έψαχναν. Είχαν κρεμάσει τα όπλα και κουβέντιαζαν του καλού καιρού. Όταν πλησίασαν ακούσαμε την συζήτησή τους. Έλεγε λοιπόν ο πρώτος: « Άκου ρε φίλε μου. Τραυματισμένοι και μας ξέφυγαν. Ούτε λύκοι να ήταν» και ο άλλος του απάντησε: « Όποιος πέσει επάνω τους θα γίνει παρασύνθημα» και ο τρίτος: «τραβάτε τον δρόμο σας. Κοιτάχτε να βρούμε κανένα μποστάνι να ξεδιψάσουμε και άσε τους άλλους να τρέχουν» και ο τέταρτος: «Οι μάγκες μας την κοπάνησαν και μεις τρέχουμε μέσα στον ήλιο». Έτσι κουβεντιάζοντας απομακρύνθηκαν και χάθηκαν προς τα κάτω. Μετά ησυχία και βουβαμάρα. Μόνο η πατουλιά κάπνιζε ακόμη.

Η μπόρα πέρασε. Τα δίχτυα της παγάνας τα τρυπήσαμε. Η πείρα και η ψυχραιμία μας βοήθησε. Ο γέρος μας βοήθησε. Ήταν ο μόνος που δεν ήθελε το κεφάλι μας. Ποιος ξέρει μπορεί να ήταν και δικός μας, μπορεί να ήταν χαροκαμένος, μπορεί όμως να ήταν κι ένας καλός άνθρωπος. Πάντως ήταν ο λαός που λίγο αν κουνήσει το δάχτυλό του, κάνει θαύματα. Δεν ξέρω ποιός ήταν, δεν τον γνώρισα αν και ήξερα πολλούς Τσαπογαίους γιατί πολλές φορές και στην κατοχή και μετά πέρασα κι έμεινα σε κείνο το χωριό.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger