Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτομαγιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτομαγιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δημητριάδης Δημήτρης (Μήτος) από την Πτολεμαΐδα - Ένας από τους 200 ήρωες της Καισαριανής

Την Πρωτομαγιά του 1944, οι δυνάμεις κατοχής, σε αντίποινα για την εξόντωση ενός Γερμανού στρατηγού και του επιτελείου του, εκτέλεσαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής

200 αγωνιστές η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήταν κομμουνιστές και μέλη του ΚΚΕ.

Τους αγωνιστές αυτούς τους πήραν από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου όπου ήταν φυλακισμένοι από τους Γερμανούς Ναζί. Η εκτέλεση αυτή που καθόλου τυχαία δεν έγινε την Πρωτομαγιά, διεθνή γιορτή της Εργατικής Τάξης, ήταν η εκδίκηση του φασισμού – Ναζισμού, ντόπιου και ξένου ενάντια στους αγωνιστές του Εργατικού αλλά και του Κομμουνιστικού Κινήματος. Η πλειοψηφία των εκτελεσμένων ήταν αυτοί που με τους αγώνες τους στην περίοδο του μεσοπολέμου πρωταγωνίστησαν στην ανάπτυξη του εργατικού Κινήματος, του ΚΚΕ και κάποιων άλλων μικρότερων οργανώσεων με Κομμουνιστική αναφορά. Ήταν αυτοί που κρατούνταν στις φυλακές και στις εξορίες από το 1936 όπου το αιματοβαμμένο καθεστώς της 4ης Αυγούστου (δικτατορία Μεταξά) τους συνέλαβε και τους παρέδωσε, με πρωτόκολλο μάλιστα, στους κατακτητές το 1941. Αυτοί αποτέλεσαν τους όμηρους των αρχών κατοχής που εκτελούσαν ως αντίποινα κάθε φορά που γινόταν κάποιο χτύπημα του ΕΛΑΣ και του αντιστασιακού κινήματος γενικότερα. 

Ανάμεσα στους 200 εκτελεσθέντες είναι και πέντε (5) αγωνιστές, κομουνιστές, όλοι μέλη του ΚΚΕ, από το Νομό Κοζάνης. Ο 38χρονος οικοδόμος Νικόλαος Πλακοπίτης από την Κοζάνη, ο Γιάννης Στάθης (Γιαννάκος) από τα Σέρβια, ο Αιβατζίδης Γιώργος μάγειρας από τα Σέρβια, ο Βασίλης Παπαβασιλείου, δάσκαλος από το Βελβεντό και ο Δημήτρης (Μήτος) Δημητριάδης του Κων/νου αγρότης από την Πτολεμαΐδα. 

Αναφέρεται από κάποιες πηγές και ο Μιχάλης Βούγιας από τον Πεντάλοφο όμως το όνομά του δεν βρίσκεται στο μνημείο στην Καισαριανή ούτε στις κυριότερες ιστορικές πηγές. Σύμφωνα με νεώτερα στοιχεία ο Μιιχάλης Βούγιας εκτελέστηκε στις 10 Μάιου του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. [1] Αυτό φυσικά δεν τον κάνει λιγότερο αγωνιστή και ήρωα από τους άλλους αλλά την πρωτομαγιά του 1944 εκτελέστηκαν 200. Όταν συμπληρωθούν τα στοιχεία θα γράψουμε και τη δική του αγωνιστική πορεία που ξεκινάει ακόμα από τη δεκαετία του 1920.


 Η αγωνιστική πορεία του ηρωικού Κοζανίτη οικοδόμου Νικόλαος Πλακοπίτης καταγράφηκε σε τρία άρθρα που προέκυψαν από μια ερασιτεχνική έρευνα στις ιστορικές πηγές και στην προσωπική μαρτυρία του συντρόφου του και συντοπίτη μας Ζήση Τσαμπούρη όπως τα αποτύπωσε στο βιβλίο του «τα τετράδια της μνήμης – Το Εργατικό Κίνημα στην Κοζάνη (1930- 1943) από τις εκδόσεις «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» [2-3-4]

Δημήτρης (Μήτος) Δημητριάδης


 Τη φετινή Πρωτομαγιά την αφιερώνουμε στη μνήμη ενός από του 5 ήρωες της Κοζάνης, έναν από τους «αλύγιστους της ταξικής πάλης»[5] στον αγρότη, κομμουνιστή, μέλους του ΚΚΕ, Δημήτρη (Μήτο) Δημητριάδη που εκτελέστηκε με τους 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944. Ο Δημητριάδης ήταν παππούς του Μίμη Δημητριάδη πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ στο νομό Κοζάνης.

Ο Δημήτρης Δημητριάδης Γεννήθηκε γύρω στα 1910 στο Καρς του Καύκασου και ήρθε το 1923 ως πρόσφυγας στην Πτολεμαΐδα. Ασχολήθηκε με τη γεωργία, ήταν παντρεμένος με την Έλλη – Τσαχειρίδου- Δημητριάδου και είχε δυο παιδιά την Ραμόνα (Ανδρομάχη) που γεννήθηκε το 1935 και τον Κλεάνθη που γεννήθηκε το 1937.

Η πολιτική και συνδικαλιστική του δράση

Η συνδικαλιστική και πολιτική του δράση, σύμφωνα με τις πηγές, ξεκινάει το 1932 που βρίσκεται σε όξυνση η οικονομική κρίση του συστήματος που άρχισε το 1929. Στην Πτολεμαΐδα όπως και στις υπόλοιπες περιοχές το διάστημα αυτό η φτώχεια και η ανέχεια των αγροτών και των άλλων λαϊκών οικογενειών τσακίζει κόκαλα. Κατά τα μέσα Φλεβάρη οι αγρότες της Πτολεμαΐδας ξεσηκώνονται ζητώντας, οικονομικές ενισχύσεις, δωρεάν καλαμπόκι κ.α Η Χωροφυλακή της Πτολεμαΐδας συλλαμβάνει αυτούς που θεωρεί ηγέτες των αγροτών και  πρωταίτιους των κινητοποιήσεων. Οι συλληφθέντες είναι ο Δημήτρης Δημητριάδης, ο Αλέκος Θεοδωρίδης, ο Ν. Ιωαννίδης,  Ο Γ. Χονδροματίδης και ο Θ. Χαλκίδης.

Στην Υποδιεύθυνση Χωροφυλακή της Πτολεμαΐδας αφού τους μαύρισαν στο ξύλο μετά έδεσαν χειροπόδαρα τους Δημητριάδη, Θεοδωρίδη και Ιωαννίδη και τους πέταξαν στο μπουντρούμι (τους άλλους δυο τους απέλυσαν). Εκεί τους βασάνιζαν επί εφτά ώρες χτυπώντας τους με γροθιές και τους υποκόπανους των όπλων λέγοντάς τους: «Θα σας ψοφήσουμε σα σκυλιά, όπως ψόφησε ο Βασιλειάδης. *[6] Και μάλιστα έχουμε τον τρόπο να γλυτώσουμε». Όταν σταμάτησαν τα βασανιστήρια τους πέταξαν στο κρατητήριο και μετά τρεις μέρες τους έστειλαν σιδηροδέσμιους στον εισαγγελέα Κοζάνης να δικαστούν με βάση το ιδιώνυμο. Ο Εισαγγελέας αφού τους άκουσε τους απέλυσε και όρισε δίκη για τις 4 Απριλίου. [7]

Στις 4 Απρίλη έγινε το δικαστήριο και οι κατηγορούμενοι Δημήτρης Δημητριάδης,  Αλέκος Θεοδωρίδης και Ν. Ιωαννίδης καταδικάστηκαν, με βάση το ιδιώνυμο, σε 10 μήνες φυλακή ο καθένας και δέκα μήνες εξορία [8]

Δεν γνωρίζουμε αν οι ποινές που επέβαλε το δικαστήριο εκτίθηκαν τελικά επειδή τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου ο Δημήτρης Δημητριάδης συνελήφθη ξανά μαζί με άλλους πέντε πρωτοπόρους αγρότες κομμουνιστές. Ο λόγος ήταν ότι την 1η Αυγούστου, παγκόσμια ημέρα αντιπολεμικής δράσης τότε, αναρτήθηκαν στην Πτολεμαΐδα, όπως και στις άλλες πόλεις, αφίσες και κόκκινες σημαίες. Η χωροφυλακή τότε συνέλαβε 6 κομμουνιστές θεωρώντας ότι αυτοί είναι υπεύθυνοι για αυτές τις ενέργειες. Οι συλληφθέντες, οι οποίοι οδηγήθηκαν στις φυλακές της Κοζάνης ήταν οι: Γρ. Νικολαΐδης, Φίλιππας Παπαδόπουλος, Ν. Ιωαννίδης, Δημήτρης Δημητριάδης, Ηλ. Φαλεάδης και Θ. Χαλκίδης.

Στις φυλακές Κοζάνης ο Χαφιές και δολοφόνος Τσαρουχίδης άρπαξε το ξίφος ενός φρουρού φωνάζοντας «θα σας σκοτώσω όπως τον Βασιλειάδη» και μαζί με άλλους χαφιέδες επιτέθηκαν στους 6 αγωνιστές κρατώντας ξύλα και σίδερα όμως αυτοί κατάφεραν να τους τα πάρουν και να τους δώσουν ένα γερό «μάθημα»! Στο αυτόφωρο που τους πήγαν καταδικάστηκε ο Φ. Παπαδόπουλος σε 4 μήνες φυλακή και 500 δραχμές πρόστιμο για παράνομη οπλοφορία, με βάση κατάθεση χαφιέ ψευδομάρτυρα [9]

Αργότερα η Επιτροπή Ασφαλείας αποφάσισε να στείλει εξορία «εις νήσον τινά» τον Δημήτρη Δημητριάδη μαζί με τον Νίκο Πλακοπίτη το Γ. Κοκολιό, Χ. Μενίδη από τη Σιάτιστα και τον Γ. Γκουστουμάνη. Οι παραπάνω κομμουνιστές άσκησαν έφεση και αφέθηκαν ελεύθεροι με την υποχρέωση να δίνουν παρόν δυο φορές την ημέρα [10]

Οι «περιπέτειες» του Δημήτρη Δημητριάδη και των συντρόφων του θα συνεχιστούν και το 1933 όταν θα συλληφθεί ξανά με άλλους τρεις αγρότες κομμουνιστές επειδή έκαναν έναν χορό για ενίσχυση της Εργατικής Βοήθειας. Οι σύντροφοί τους μαζεύτηκαν και πήγαν στην Υποδιοίκηση χωροφυλακής Πτολεμαΐδας να διαμαρτυρηθούν για τις άδικες συλλήψεις αλλά αντί να βρουν το δίκιο τους συνελήφθησαν άλλοι οχτώ αγρότες και στάλθηκαν όλοι μαζί στις φυλακές της Κοζάνης. Στη δίκη καταδικάστηκαν οι Λ. Σαλονικίδης και Θ. Σιδηρόπουλος σε δυο χρόνια και τρεις μήνες φυλακή και από ένα χρόνο εξορίας στον καθένα. Στους Δ. Δημητριάδη και Γ. Χονδροματίδη 18 μήνες φυλακή και από ένα χρόνο εξορία. Στους Φ. Παπαδόπουλο, Μιχ. Χονδροματίδη, Γ.Μιχαηλίδη, Κ. Βουνοτρυπίδη, Γαβρ. Ιωαννίδη και Γ. Κοσμίδη δυο χρόνια φυλακή.

Στις 20 Ιουνίου οι 12 αγρότες Κομμουνιστές ειδοποιήθηκαν ότι θα μεταφερθούν στις φυλακές της Λάρισας όπου θα γίνει το εφετείο. Οι φυλακές της Κοζάνη αντιλαλούν από τον ύμνο της Διεθνούς που τραγουδάν οι φυλακισμένοι Κομμουνιστές δείχνοντας έτσι ότι δεν τους τρομάζουν οι απειλές της αστικής τάξης. Στο εφετείο που έγινε στη Λάρισα στις 20 Ιουλίου παρέμειναν οι ίδιες ποινές που προαναφέρθηκαν στους 10 αγωνιστές ενώ οι Τριανταφυλίδης και Καλαντερίδης δήλωσαν ότι δεν είναι Κομμουνιστές και αφέθηκαν ελεύθεροι. [11]

Στη δικτατορία του Μεταξά ξανά συλλαμβάνεται και η πρόταση του διοικητή Χωροφυλακής Κοζάνης είναι να εξορισθεί ως αμετανόητος Κομμουνιστής. Τελικά αυτό μάλλον δεν θα υλοποιηθεί αλλά θα συλληφθεί πάλι το 1938 για να σταλεί σιδηροδέσμιος εξορία στην Ανάφη. Η γυναίκα του Έλλη έχοντας τα δυο μωρά στην αγκαλιά της (Ο Κλεάνθης ήταν 10 μηνών και η Ανδρομάχη 2,5 χρονών) θα βγει μαζί με άλλους συγγενείς στην κεντρική Πλατεία της Πτολεμαΐδας για να τον αποχαιρετήσουν. Αυτή θα είναι και η τελευταία φορά που θα ανταμώσει η οικογένεια.

Η Εξορία στην Ανάφη


Στην Ανάφη ο Δημήτρης Δημητριάδης εντάχτηκε στην ΟΣΠΕ (Ομάδα Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων) και βοήθησε αποφασιστικά στην επιβίωση των συναγωνιστών του μέσα από υπεύθυνες θέσεις. Ανέλαβε την προμήθεια της ομάδας με αγροτικά προϊόντα από τους ντόπιους αγρότες και από τα «σέμπρικα» κτήματα που καλλιεργούσε η ίδια η ΟΣΠΕ. Επίσης ήταν ο εκδοροσφαγέας της ομάδας αφού η ΟΣΠΕ είχε και ένα κοπάδι με γιδοπρόβατα που τα βοσκούσαν δυο τσοπάνοι μέλη της Ομάδας και γνώστες του αντικειμένου. Εκτός των άλλων συμμετείχε στα μαθήματα αυτομόρφωσης που γινόταν οργανωμένα στην Εξορία  και στην έκδοση των εφημερίδων της ΟΣΠΕ. Μια από της εφημερίδες ήταν η «Γαζέτα» που την έγραφαν και τη διακινούσαν οι Πόντιοι και οι «Καραμανλήδες» εξόριστοι. Εκεί ο Τάσος Αποστολίδης, εξόριστος σκιτσογράφος που εκτελέστηκε και αυτός με τους 200, του αφιέρωσε ένα σκίτσο που φαίνεται να χορεύει συνοδεία ποντιακής λίρας.


 Δημητριάδης Δ: «Από τα νεκρά κορμιά μας θα βγουν χιλιάδες μαχητές»

Μεταφέρουμε εδώ αυτούσιο έναν διάλογο του Δημήτρη Δημητριάδη με την Ανουσώ που ήταν κόρη του Ρουσέτη Σιγάλα και η οικογένειά του συμπαθούσε και βοήθησε πολύ τους εξόριστους. Η συζήτηση γίνεται στο κτήμα «Χριστός» που ήταν του Σιγάλα και το παραχώρησε στην ΟΣΠΕ για να σφάζει κρυφά τα σφάγια της Ομάδας που ήταν αδήλωτα στους Ιταλούς κατακτητές. Εκεί ο «Μίτος» μάθαινε την τέχνη του και στην Ανουσιώ που τότε ήταν παιδούλα 14-15 χρονών.

Οπότε μια μέρα λέει η Ανουσιώ στον Δημήτρη Δημητριάδη:

-          Εδώ στην εξορία τόσα χρόνια θα σκουληκιάσετε καημένε Δημητρό….. Είναι μεγάλο κρίμα γιατί είστε όλοι σας καλοί άνθρωποι! Δεν θυμόσαστε, αλήθεια, τις οικογένειές σας, τα παιδιά σας; Πονάει η ψυχή μου σαν το σκέπτομαι.

-          Α… καλή μου κόρη, απαντά ο «Μίτος», συγκινημένος, από αυτά τα σκουλήκια των δικών μας κορμιών θα βγούνε χιλιάδες μαχητές που θα πνίξουν τα κακό θεριό πάνω στη Γη, το άδικο και τον φασισμό….

Η μικρή Ανουσιώ ακούει και σκέπτεται πάντα τα λόγια των συντρόφων και ολοένα μέσα της γεννιέται το φως… [12]

ΑΝΟΥΣΙΩ ΣΙΓΑΛΑ ΧΑΛΑΡΗ


 Όταν έφυγαν και οι τελευταίοι εξόριστοι ο Γερό Σιγάλας, φοβούμενος πιθανή τυμβωρυχία,  πήγε στο νεκροταφείο και μάζεψε τα κόκαλα των νεκρών εξόριστων αγωνιστών σε ένα δισάκι και τα έδωσε στην 16χρονη τότε Ανουσιώ για να τα κρύψει. Οι πρώην εξόριστοι αγωνιστές της Ανάφης της αφιέρωσαν ένα ποίημα:

«Πέρα στων νεκρών την Πόλη

στη μακρινή ανάφη

τα κόκαλα εμάζεψε η Ανουσιώ μονάχη.

Γέμισε το δισάκι της

σαν μάνα να τα κλάψει

περνάει λαγκάδια και βουνά

να πάει να τα φυλάξει.

Η Ανουσιώ Σιγάλα λίγο αργότερα παντρεύτηκε τον συντοπίτη της ΕΛΑΣίτη και κομμουνιστή Πέτρο Χάλαρη και απέκτησαν τέσσερα παιδιά μεταξύ αυτών και τον Αντώνη Χάλαρη ο οποίος υπήρξε ιδρυτής και πρόεδρος του κόμματος ΑΚΕΠ το οποίο κατέβαινε στις εκλογές επί σειρά ετών μέχρι τη δεκαετία του 1990. Το μετεμφυλιακό κράτος «αντάμειψε» με διώξεις και κυνηγητό την Ανουσιώ και την οικογένειά της μέχρι που την απέλυσε από τη θέση καθαρίστριας που είχε στο Α` Νεκροταφείο Αθηνών![13

Η τραγική και άνανδρη δολοφονία της Έλλης Τσαχειρίδου, Δημητριάδου

Στις 5 Αυγούστου του 1943, σε  χαράδρα του «Κουρί» Πτολεμαΐδας, εκτέλεσαν οι Έλληνες Ναζί συνεργάτες των κατακτητών της ομάδας του ταγματασφαλίτη Γιώργου Πούλου, έξι ΕΠΟΝιτες, έξι νεαρά στελέχη  του ΕΑΜ και μέλη του ΚΚΕ οι περισσότεροι.

Η ηγετική ομάδα του ΕΑΜ της Εορδαίας (Ιωαννίδη, Δημητριάδου, Παπαδόπουλος, Θεοδωρίδης, όλοι από τον νέο Συνοικισμό Πτολεμαΐδας) μετά την δουλειά στα χωράφια συνεδρίαζε στην χαράδρα στο Κουρί. Εκεί είχε συνάντηση με τους δύο αγωνιστές από την Γαλάτεια. Η ένοπλη ομάδα του συνεργάτη των Γερμανών κατακτητών  Γ. Πούλου (6-7 άτομα) τους εντόπισε έπειτα από παρακολούθηση των 2 από την Γαλάτεια... Συνέλαβε τους άοπλους αγωνιστές οι οποίοι συζητούσαν απλώς και αφού τους βασάνισαν τους σκότωσαν επί τόπου... Δεν υπήρχε συμπλοκή,  σύγκρουση ή κάποια αντιπαράθεση... Τους εκτέλεσαν εν ψυχρό και χωρίς καμία αιτία, πέρα από το γεγονός ότι ήταν μέλη του ΕΑΜ. Μία μαζική δολοφονία αόπλων ανθρώπων από ενόπλους «Έλληνες» Ναζί. Ένα ειδεχθές έγκλημα. Χωρίς να τιμωρηθούν ποτέ, χωρίς καμία λογοδοσία στην δικαιοσύνη.

Στη μια και μοναδική γυναίκα της ομάδας, την Έλλη Δημητριάδου Τσαχειρίδου σύζυγο του Δ.Δημητριάδη και μητέρα δυο παιδιών έβγαλαν και τα πιο βρώμικα ένστικτα τους αφού πριν τη σκοτώσουν τη βίασαν επανειλημμένα. Για αρκετές μέρες δεν επέτρεπαν στους συγγενείς να πλησιάσουν στον χώρο της σφαγής και να παραλάβουν τις σωρούς και να τους θάψουν.

Οι δολοφονημένοι ήταν οι:

Έλλη Δημητριάδου (ετών 23),

Δημήτρης Θεοδωρίδης (ετών 29),

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης (ετών 30),

Κων/νος Καραμπίνης (ετών 28),

Δημήτριος Παπαδόπουλος (ετών 25),

Ευστράτιος Ταζούδης (ετών 31) [14]


 Δημήτρης Δημητριάδης εκτελέστηκε την Πρωτομαγιά του 1944 στο σκοπευτήριο της Καισαριανής με 200 αγωνιστές η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήταν κομμουνιστές, μέλη του ΚΚΕ οι περισσότεροι. Στήθηκε παλικαρίσια στον τοίχο της Καισαριανής τραγουδώντας τον ύμνο της Διεθνούς και τον Εθνικό ύμνο ελπίζοντας πως «από το άψυχο κορμί του θα βγουν χιλιάδες μαχητές που θα χτυπήσουν το άδικο και τον φασισμό».

Κοζάνη 30/4/2022

Στέφανος Πράσσος

*Ο Κομμουνιστής Γεώργιος Βασιλειάδης από την Πτολεμαΐδα εκτελέστηκε «εν ψυχρώ» με πιστόλι την 28η Οκτωβρίου του 1931 ώρα 7η πρωινή από τον χαφιέ της ασφάλειας Τσαρουχίδη. Αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι αφού ο χαφιές άδειασε πάνω στο θύμα το πιστόλι του έφερε και την καραμπίνα για να τον αποτελειώσει. Ο λόγος είναι ότι το θύμα πήγε στο σπίτι του χαφιέ για να του ζητήσει τα δικαιώματα βοσκής των βουβαλιών του. Νωρίτερα ο Βασιλειάδης έστειλε τον γιό του να τα ζητήσει αλλά ο χαφιές Τσαρουχίδης τον πλάκωσε στο ξύλο και τον έδιωξε. Πολλοί αγρότες μαζεύτηκαν έξω από το σπίτι του δολοφόνου, γνωρίζοντας το ποιόν του, και απειλούσαν να τον λιντσάρουν. Η χωροφυλακή Πτολεμαΐδας δεν είχε δυνάμεις για να σώσει τον χαφιέ της και έφερε ενισχύσεις από την Κοζάνη.   [15]

Υ.Γ Ευχαριστώ πολύ τον Μίμη Δημητριάδη για τα βιογραφικά στοιχεία και τις φωτογραφίες που μου παραχώρησε από το προσωπικό του Αρχείο.

[1] Ριζοσπάστης 10/5/1946

[2]   Oι 200 της Καισαριανής, ο Πλακοπίτης και τα αγριοπερίστερα.

[3] Ο Νίκος Πλακοπίτης, το "ανθρωποπάζαρο" και μια επεισοδιακή απεργία οικοδόμων ατην Κοζάνη.

[4] Χειμώνας του 1934- Ηρωική διαδήλωση ανέργων στην Κοζάνη

[5] «Οι αλύγιστοι της Ταξικής Πάλης». Λεύκωμα της ΚΝΕ από τη «Σύγχρονη Εποχή»

[6] (σ.Ριζοσπάστη: «πρόκειται για τον σύντροφο των Καΐλαρίων που προ μηνών δολοφόνησε στο δρόμο ο χαφιές Τσαρουχίδης») Ριζοσπάστης 4/3/1932

[7] Ριζοσπάστης 4/3/1932

[8] Ριζοσπάστης 11/4/1932

[9] Ριζοσπάστης 13/8/1932

[10] Ριζοσπάστης 23/11/1932

[11] Ριζοσπάστης 2/7/1933

[12] Από το βιβλίο του Γρεβενιώτη Κομμουνιστή Κώστα Μπίρκα «Με την ψυχή στα δόντια- ΚΑΤΟΧΗ- ΑΝΑΦΗ» εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ 1966

[13] Κώστας Μπίρκας «Με την ψυχή στα δόντια- ΚΑΤΟΧΗ- ΑΝΑΦΗ» εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ 1966

[14] https://kokinokamini.blogspot.com/2020/08/6.html

 [15] [Ριζοσπάστης 4/12/1931] 

Εικόνες

[1] Ο Δ. Δημητριάδης φαντάρος. Από το προσωπικό αρχείο του Μίμη Δημητριάδη

[2] Ο Μιχάλης Βούγιας από: Ριζοσπάστης 10/5/1946

[3] Ο Δ. Δημητριάδης στην Ανάφη: Κώστας Μπίρκας «Με την ψυχή στα δόντια- ΚΑΤΟΧΗ- ΑΝΑΦΗ» εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ 1966

[4] Ο Δ. Δημητριάδης στην Ανάφη: Κώστας Μπίρκας «Με την ψυχή στα δόντια- ΚΑΤΟΧΗ- ΑΝΑΦΗ» εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ 1966

[5] Σκίτσο του Τάσου Αποστολίδη από την εφημερίδα των εξορίστων «Γαζέτα»

[6] Η Ανουσιώ και ο πατέρας της Ρουσέτης Σιγάλας: Κώστας Μπίρκας «Με την ψυχή στα δόντια- ΚΑΤΟΧΗ- ΑΝΑΦΗ» εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ 1966

[7] Η Έλλη Δημητριάδου: Από το προσωπικό αρχείο του Μίμη Δημητριάδη

[8] Ριζοσπάστης 27/4/1975

Πηγή: Στέφανος Πράσσος - https://kozani.tv/

{[['']]}

H πρωτομαγιάτικη «ζέστη του κουλού»

Αθήνα 3/5/1948. Κηδεία του υπουργού Δικαιοσύνης, Χρήστου Λαδά

«Τρομοκρατημένοι οι μοναρχοφασίστες στην Αθήνα»
(Δελτίο Ειδήσεων του ΔΣΕ, 3/5/1948)
Hταν το εντυπωσιακότερο χτύπημα που κατάφερε ο ΔΣΕ στην ηγετική δομή των αντιπάλων του, σε όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου.
Το πρωί της Πρωτομαγιάς του 1948, που συνέπιπτε με το Μεγάλο Σάββατο, ο υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Σοφούλη, Χρήστος Λαδάς, μόλις είχε βγει από το σπίτι του στην πλατεία Καρύτση, στο κέντρο της Αθήνας· άναψε ένα κερί στην παρακείμενη εκκλησία του Αγ. Γεωργίου και στις 8.55 π.μ. ανέβηκε στο υπηρεσιακό του αυτοκίνητο, όταν ένας νέος ντυμένος με στολή σμηνίτη πλησίασε το όχημα κι έριξε μέσα μια χειροβομβίδα.
Θανάσιμα τραυματισμένος, ο υπουργός μεταφέρθηκε στον Ερυθρό Σταυρό, όπου και ξεψύχησε στις 10.30 μ.μ.
Την έκρηξη ακολούθησε ανθρωποκυνηγητό στους γύρω δρόμους. Ο δράστης επιχείρησε να διαφύγει ρίχνοντας ακόμη δύο χειροβομβίδες στους αστυφύλακες που τον καταδίωκαν, σκοτώνοντας έναν και τραυματίζοντας άλλους δύο, προτού πέσει χτυπημένος από τις αστυνομικές σφαίρες.
Με διαμπερή τραύματα στον θώρακα και τον μηρό, αλλά και θραύσματα μιας από τις δικές του χειροβομβίδες στην κοιλιά, μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Σταθμό Α' Βοηθειών κι εν συνεχεία στο «Ιπποκράτειο».
Λεγόταν Ευστράτιος Μουτσογιάννης κι ήταν 22 χρόνων, άνεργος εργάτης από τις Τζιτζιφιές.
Σύμφωνα με τον φάκελό του είχε ενταχθεί στην ΕΠΟΝ το 1943 και στη διάρκεια της Κατοχής υπηρέτησε στον αθηναϊκό ΕΛΑΣ.
Τον Σεπτέμβριο του 1944 μετατάχθηκε στην Εθνική Πολιτοφυλακή, ως μέλος της οποίας πολέμησε στα Δεκεμβριανά. Μετά τη Βάρκιζα έγινε δόκιμο μέλος του ΚΚΕ.
Τον Ιούλιο του 1947 είχε εκτοπιστεί στην Ικαρία, απ’ όπου επανήλθε τον Οκτώβριο με τα «μέτρα ειρηνεύσεως».
Τον Ιανουάριο του 1948 επανασυνδέθηκε μ’ ένα κλιμάκιο της «στενής αυτοάμυνας», από το οποίο και πήρε λίγο αργότερα την εντολή για τον φόνο του Λαδά.
Με προσθήκη κάποιων γαργαλιστικών λεπτομερειών, το βιογραφικό αυτό επιβεβαιώνεται από τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1972.
Γενάρης του 1948 στην πλατεία Συντάγματος, όπως τον διέσωσε ο φακός του Ντίτρι Κέσελ. Ο Εμφύλιος που ματώνει την επαρχία φαντάζει πολύ μακρινός. | 
Το θύμα της ενέδρας αποτελούσε τυπική περίπτωση φιλελεύθερου νομικού που, ελέω Εμφυλίου, είχε αναλάβει τη διεκπεραίωση της έννομης καταστολής του εσωτερικού εχθρού με μεθόδους κάθε άλλο παρά φιλελεύθερες.
Υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Σοφούλη από τον Σεπτέμβριο του 1947, ο Χρήστος Λαδάς υπήρξε ο αρχιτέκτονας του βασικού νομοθετικού πλέγματος των έκτακτων μέτρων του Εμφυλίου που διαδέχτηκαν και συμπλήρωσαν το Γ' Ψήφισμα του 1946.
Δεν αποτελούσε ως εκ τούτου παράπλευρη απώλεια αλλά απόλυτα θεμιτό στόχο, από τη στιγμή μάλιστα που ανάλογη τύχη επιφύλασσε το επίσημο κράτος στα αιχμάλωτα στελέχη της αντίπαλης πλευράς.
Εξ ου και ο φόνος του «προδότη υπουργού Δικαιοσύνης» χαιρετίστηκε μ’ ενθουσιασμό από το Δελτίο Ειδήσεων του ΔΣΕ.
Οπως συμβαίνει συνήθως με τα εντυπωσιακά χτυπήματα που δεν αντιστοιχούν στο πραγματικό επίπεδο μιας ένοπλης αντιπαράθεσης, ο φόνος του Λαδά πολύ γρήγορα μετατράπηκε ωστόσο σε μπούμερανγκ για την πλευρά που τον διέπραξε.
Αυθημερόν κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος στο λεκανοπέδιο, με απαγόρευση των δημόσιων συναθροίσεων, της νυκτερινής κυκλοφορίας και της δημοσίευσης κάθε είδησης που μπορούσε «να επιδράση δυσμενώς εις το πνεύμα του Λαού».
Δυο μέρες αργότερα, ο στρατιωτικός διοικητής απαγόρευσε επίσης «την διανυκτέρευσιν παντός ατόμου εκτός της κατοικίας του», προβλέποντας σε περίπτωση «εξαιρετικής ανάγκης» τη χορήγηση ειδικής άδειας του οικείου αστυνομικού τμήματος.
Ταυτόχρονα διατάχθηκαν μαζικές εκτελέσεις φυλακισμένων κομμουνιστών, καταδικασμένων σε θάνατο για τη δράση τους επί Κατοχής ή στα Δεκεμβριανά.
Μέσα σε μια μέρα (4/5/1948) ανακοινώθηκε έτσι ο τουφεκισμός 24 θανατοποινιτών στην Αθήνα κι άλλων 130 στην επαρχία· προς επίρρωση της θεωρίας των δύο άκρων, μεταξύ των πρώτων συγκαταλεγόταν δειγματοληπτικά κι ένας πρώην ταγματασφαλίτης, καταδικασμένος για ανθρωποκτονία επί Κατοχής.
Μέχρι τις 12 Μαΐου είχαν ανακοινωθεί ακόμη 104 εκτελέσεις σε διάφορα σημεία της χώρας.

Η ανάκριση

Αριστερά, ο Χρήστος Λαδάς σε επίσημη φωτογραφία. Δεξιά, ο εκτελεστής του χτυπημένος στο οδόστρωμα. | 
Τη σύλληψη του εκτελεστή ακολούθησε η ανάκρισή του, με μεθόδους μάλλον γνώριμες σε «αντιτρομοκρατικές» υποθέσεις τέτοιας εμβέλειας.
Αρχικά οι γιατροί του «Ιπποκράτειου» ζήτησαν από ανακριτή και εισαγγελέα ν’ αναβάλουν για λόγους υγείας «την λήψιν της καταθέσεώς» του· σχεδόν αμέσως, και για λόγους που δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε, διαπίστωσαν ωστόσο «δραστικήν βελτίωσιν» της κατάστασής του, κι έτσι η πρώτη κατάθεσή του δόθηκε το ίδιο βράδυ.
Καθοριστικότερο για την έκβαση της ανάκρισης υπήρξε, όμως, ένα άλλο τέχνασμαο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Διώξεως Κομμουνισμού, αστυνόμος Ιωάννης Κροντήρης, φόρεσε ιατρική στολή κι εγκαταστάθηκε, «ως δήθεν ιατρός, εις το προσκέφαλον του Μουτσογιάννη, διά να φροντίζη διά την ασφάλειάν του και να κατορθώση κατόπιν να κατακτήση τόσον την εμπιστοσύνην του, ώστε να εκμαιεύση παρ’ αυτού τα ονόματα των συνεργατών του» («Εθνος», 19/5/1948).
Η ιδέα, που οι εφημερίδες απέδωσαν στον αστυνομικό διευθυντή Αγγελο Εβερτ, αποδείχθηκε αρκετά αποτελεσματική.
Πάνω, το υπουργικό αυτοκίνητο μετά τη ρίψη της χειροβομβίδας. Μεταξύ των συγκεντρωμένων στο σημείο του φόνου, ο δημοσιογραφικός φακός ξεχώρισε τους αστυνομικούς διευθυντές Εβερτ και Τσαούση (κάτω) | 
Αδιευκρίνιστης αποτελεσματικότητας υπήρξε μια άλλη παγίδαμια «αρκετά ελκυστική» νοσοκόμα τού έφερε μολύβι και χαρτί, προσφερόμενη να μεταφέρει κρυφά κάποιο μήνυμα στους δικούς του· «δεν μπόρεσε να με ξεγελάσει περισσότερο των δυο ημερών, γιατί κατάλαβα το ρόλο της», υποστηρίζει ο πολυτραυματίας στα απομνημονεύματά του (σ. 325), παραδέχεται όμως ότι το τεχνητό ενδιαφέρον της «ψυχολογικά έπαιξε κάποιο ρόλο» στην τελική συνθηκολόγησή του.
Από τα διαθέσιμα υλικά δεν πιστοποιείται χρήση ναρκοανάλυσης («ορού της αλήθειας») κατά την ανάκριση του Μουτσογιάννη, παρ' όλο που η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε την ίδια χρονιά σε βάρος ορισμένων τουλάχιστον στελεχών της ΚΟΑ ή/και της «αυτοάμυνας».
Στην πρώτη του κατάθεση, ο τραυματίας απέφυγε να ομολογήσει το παραμικρό, «δώσας ονοματεπώνυμα αποθανόντων κομμουνιστών ή μικρά ονόματα και ψευδή χαρακτηριστικά».
Τα πράγματα άλλαξαν ύστερα από ένα 24ωρο, όταν αποφάσισε να συνεργαστεί πλήρως με τις Αρχές, κατονομάζοντας τον συνεργό που τον εγκατέλειψε την ώρα της απόπειρας και τον (ήδη συλληφθέντα) γνωστό του που στις αρχές της χρονιάς τον είχε συνδέσει με τον παράνομο μηχανισμό της «στενής αυτοάμυνας».
Περιέγραψε δε με κάθε λεπτομέρεια τον καθοδηγητή με το ψευδώνυμο «Λεωνίδας», από τον οποίο είχαν πάρει εντολή για τη συγκεκριμένη ενέργεια, και κάποιο γνωστό του από την πρόσφατη εξορία τους στην Ικαρία, του οποίου γνώριζε μόνο το μικρό όνομα και ο οποίος (όπως είχε τυχαία αντιληφθεί κι εν συνεχεία επιβεβαιώσει από τον συνεργό του) καθοδηγούσε τον καθοδηγητή.
Με βάση αυτές τις αποκαλύψεις και όσα κατέθεσε στη δική του ανάκριση ο συνεργός, οι Αρχές ανακοίνωσαν στις 18 Μαΐου τη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Ως επικεφαλής του επίμαχου κλιμακίου της «στενής αυτοάμυνας» ταυτοποιήθηκε ο 26χρονος αυτοκινητιστής Βασίλης Ζάννος, «παλαιός κομμουνιστής» που πληρούσε τα στοιχεία της περιγραφής του Μουτσογιάννη και, κατά την αστυνομία, αναγνωρίστηκε απ’ αυτόν βάσει του φωτογραφικού αρχείου της σήμανσης.
Ο ίδιος ο Ζάννος αρνήθηκε μέχρι τέλους να ομολογήσει οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση αλλά, όπως προκύπτει από το αρχείο του ΚΚΕ που φυλάσσεται στα ΑΣΚΙ, ήταν όντως επικεφαλής της συγκεκριμένης ομάδας.
Ασύλληπτος παρέμεινε αντίθετα, επί σχεδόν έναν χρόνο, ο άμεσος εντολέας «Λεωνίδας»· στα μέσα Ιουνίου ανακοινώθηκε πως επρόκειτο για τον 25χρονο κομμουνιστή Δημήτριο Κωνσταντινέα από την Καλαμάτα, μαχητή επί Κατοχής της αθηναϊκής ΟΠΛΑ και κατόπιν του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας, που επικηρύχτηκε ως ληστής με 10.000.000 δρχ. για τη σύλληψη και 5.000.000 δρχ. για την αποτελεσματική κατάδοσή του.
Στις μεταγενέστερες αυτοβιογραφικές αφηγήσεις του, ο Μουτσογιάννης αποδίδει την απόφασή του να συνεργαστεί με την Ασφάλεια στη συνδρομή μιας σειράς παραγόντων: την απογοήτευση και «οργή» που ένιωθε για την εγκατάλειψή του από τους συντρόφους του την κρίσιμη στιγμή· την ψευδή είδηση που του μεταφέρθηκε, πως ο υπουργός ήταν ζωντανός (συνεπώς, ο ίδιος ήταν ένοχος όχι φόνου αλλά απλής απόπειρας)· τον φόβο του για τα βασανιστήρια στα οποία επρόκειτο να υποβληθεί μετά την ανάρρωσή του, αλλά και για την τύχη της μητέρας, της αδερφής και -κυρίως- του αδερφού του, που είχαν ήδη προσαχθεί και παρέμεναν υπό κράτηση στον χώρο του νοσοκομείου.
Προσθέτει, μάλιστα, πως ο αστυνομικός διευθυντής Ιωάννης Πανόπουλος κι ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως (και -προσωρινά- Δικαιοσύνης) Κωνσταντίνος Ρέντης τού υποσχέθηκαν «πως, αν απεκάλυπτε τους αρχηγούς που τον έβαλαν, θα απολύονταν οι δικοί του» (σ. 326).
Παρά την προφανή αποενοχοποιητική στόχευσή της, η τελευταία αυτή δικαιολογία φαίνεται να έχει κάποια βάση. Αν μη τι άλλο, ο αδερφός του Γεώργιος Μουτσογιάννης, ενώ αρχικά ανακοινώθηκε πως είχε συλληφθεί κι αργότερα κατονομάζεται ρητά στις επίσημες ανακοινώσεις μεταξύ «των κυρίως αναμεμιγμένων εις το τρομοκρατικόν έγκλημα», τελικά δεν κάθισε στο εδώλιο.

Μια πολύ Στενή Αυτοάμυνα

Από τα διαθέσιμα αρχεία του ΚΚΕ προκύπτει ότι η εντολή για τον φόνο του Λαδά (και άλλων πυλώνων του καθεστώτος, όπως ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης και -κυρίως- ο Αμερικανός στρατηγός Τζέιμς Βαν Φλιτ) υπήρξε κεντρική πολιτική επιλογή της κομματικής ηγεσίας και διαβιβάστηκε στο κλιμάκιο του Ζάννου από τους επικεφαλής της ΚΟΑ, Στέργιο Αναστασιάδη και Γιώργο Σπανό.
Τρεις μέρες μετά το χτύπημα, ο Μάρκος Βαφειάδης έστειλε μάλιστα στον Αναστασιάδη ένα ενθουσιώδες συνθηματικό ραδιοτηλεγράφημα με το οποίο ζητούσε κλιμάκωση των επιθέσεων στην πρωτεύουσα:
«Ζέστη κουλού ήρθε στην κατάλληλη στιγμή και είναι ό,τι χρειάζεται. Εννοείται ότι τέτοια καβάλλα πρέπει να συνεχιστεί έντονα για νάχουμε πλούσια πολιτική συγκομιδή. Θάταν λάθος αν όλα αυτά γίνονταν σποραδικά και τυχαία. Εκείνο που χρειάζεται σήμερα η παρέα [=το αντάρτικο] είνε να συνδυαστεί το δικό της έργο με μεγάλη ζέστη στην Απιδιά [=Αθήνα], Πεπονιά [=Πειραιά] και αλλού. Για Αλμύρα [=Θεσσαλονίκη] φροντίζουμε εμείς. Θάταν λάθος αν ύστερα από ένα πήδημα σταματούσαμε και αφίναμε την αραπιά να αναλάβει πρωτοβουλία. Χρειάζεται ακατάπαυστα πηδήματα, ζέστες, λάχανα κ.λπ. Το ζήτημα αυτό έχει σήμερα πρωταρχική σπουδαιότητα και ο πρώτος μασλατζής [= το κλιμάκιο του Π.Γ. στην Αθήνα] πρέπει να το καταλάβει αυτό καλά για να βοηθήσει την παρέα θετικά. Τα τέτοια πηδήματα ρίχνουν πολύ το ηθικό της αραπιάς και αυτό προωθεί σοβαρά όλη την καβάλλα της παρέας» (τ.κ. 148, φ: 7/35/59, Μάρκος προς Σμαρώ [=Στ. Αναστασιάδη], 4/5/1948, αρ. 58).
Η κρατική προπαγάνδα της εποχής και η μετέπειτα υπηρεσιακή ιστοριογραφία φιλοτέχνησαν για την Αυτοάμυνα ένα σχήμα πολυπλόκαμου και «σατανικά» οργανωμένου, πάνοπλου μηχανισμού.
Η εικόνα αυτή διαψεύδεται, ωστόσο, από την έκδηλη αναντιστοιχία ανάμεσα στη μαζικότητα των σχετικών συλλήψεων και την ένδεια του κατασχεθέντος οπλισμού.
Η προσεκτική εξέταση της αφήγησης του Μουτσογιάννη, κι ακόμη περισσότερο οι εκθέσεις των τότε καθοδηγητικών στελεχών του ΚΚΕ στην Αθήνα, σκιαγραφούν επίσης μια πολύ διαφορετική κατάσταση.
Ενα πρώτο εντυπωσιακό δεδομένο είναι ο ερασιτεχνισμός και οι άκρως περιορισμένες τεχνικές δυνατότητες του μηχανισμού που διεκπεραίωσε το χτύπημα.
Ο Μουτσογιάννης στάλθηκε να σκοτώσει τον υπουργό, στο αστυνομοκρατούμενο αθηναϊκό κέντρο, εφοδιασμένος μόνο με τρεις χειροβομβίδες, μία από τις οποίες αποδείχτηκε άχρηστη· του χορηγήθηκε επίσης ένα πιστόλι δίχως σφαίρες και, ύστερα από διαδοχικές οχλήσεις, μια δεκαριά σφαίρες ακατάλληλου διαμετρήματος. Η περιγραφή αυτή συνάδει με τη δραματική έλλειψη όπλων που μνημονεύεται σε εκθέσεις στελεχών της ΚΟΑ μετά την άφιξή τους στο αρχηγείο του ΔΣΕ, προδίδει όμως μιαν ασύγγνωστη έλλειψη σοβαρότητας.
Εξαιρετικά εύγλωττη υπήρξε, τέλος, η ισχνότητα και η απροθυμία εμπλοκής του μηχανισμού υποστήριξης: ο ένοπλος «παρτιζάνος» που είχε επιφορτιστεί με την κάλυψη του εκτελεστή εγκατέλειψε τον χώρο αμαχητί, όπως και οι λοιποί παρευρισκόμενοι σύντροφοί του.
Με δεδομένη τη μικρή χρονική απόσταση από την κατοχική δράση της ΟΠΛΑ, αλλά και τη μερική τουλάχιστον σύμπτωση των δύο μηχανισμών σε επίπεδο προσώπων, η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί για όλα αυτά είναι η δραστική αλλαγή του σκηνικού.
Στην Κατοχή οι μαχητές της ΟΠΛΑ και του αθηναϊκού ΕΛΑΣ κινούνταν μέσα στον πληθυσμό όπως το ψάρι στο νερό, κάτι που δεν συνέβαινε πια με τα μέλη της «στενής Αυτοάμυνας» και του ΔΣΕ των πόλεων.
Η εικόνα που σκιαγραφεί την επόμενη χρονιά σε έκθεσή του ένα από τα επιζήσαντα στελέχη της Αυτοάμυνας, είναι κάτι παραπάνω από αποκαλυπτική γι’ αυτή τη μεταβολή.
«Οι αποφάσεις της 3ης Ολομέλειας» του Σεπτεμβρίου 1947 για τη γενίκευση του ένοπλου αγώνα, διαβάζουμε, «μας βρήκαν τους αυτοαμυνίτες προπαρασκευασμένους από άποψη ηθικού αλλά απαράσκευους και αδύνατους οργανωτεχνικά. Ο οππορτουνισμός που είχαν διαπιστώσει οι αποφάσεις ήταν πάρα πολύς στην Αθήνα, έφερε πτώση του ηθικού του πολύ κόσμου και η Αθήνα μας είχε κλείσει τις πόρτες της. Θυμάμαι μια κρίση στην Αθήνα κατά το 44. Στην Αθήνα είχαμε μείνει πολύ λίγοι ελασίτες, λιγότεροι από τους αποφασισμένους αυτοαμυνίτες του 47. Στην Καισαριανή και στο Βύρωνα μαζί δεν είμαστε στο κλαρί παραπάνω από 40-50, όμως τα σπίτια που μας άνοιγαν ήσαν πάρα πολλά και τα βγάλαμε πέρα. Το τέλος του 47 τα σπίτια που μας άνοιγαν μετριόντουσαν στα δάκτυλα, κι αυτά μαρκαρισμένα τα περισσότερα από την ασφάλεια».
Την εικόνα αυτής της πολιτικής απομόνωσης ολοκληρώνει, στην ίδια έκθεση, η συνακόλουθη έλλειψη υλικών πόρων: «Δεν ήταν τώρα η εποχή του 43 που ο κόσμος πουλούσε τα σακάκια του για να προμηθευτεί όπλα από τους Ιταλούς, ήταν άλλη εποχή και η μάχη του οπλισμού έπρεπε να δοθεί με άλλες μέθοδες» (ΑΣΚΙ/ΚΚΕ, τ.κ. 407, φ: 22/1/42, Ευάγγελος Κορμούλης προς Κ.Ε., [>26.5.1949], σ. 2).
Οπως είναι γνωστό, η απροθυμία των κομμουνιστών της πρωτεύουσας να εμπλακούν ενεργά στο δεύτερο αντάρτικο οδήγησε τον Μάρτιο του 1948 στην επίσημη συλλογική καταδίκη τους από το Π.Γ. του βουνού σαν «προδοτών του αγώνα» που «δεν έχουν θέση στο ΚΚΕ».
Το κείμενο της καταδίκης διαβιβάστηκε στο αθηναϊκό κλιμάκιο του Π.Γ., με την εντολή «να μπει στις οργανώσεις του ΚΚΕ και να διαβαστεί απ’ όλα τα μέλη του κόμματος», μεταδόθηκε επανειλημμένα από τον ραδιοσταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα» και δημοσιοποιήθηκε με προκηρύξεις που σκορπούσαν οι αντάρτες του ΔΣΕ κατά την είσοδό τους σε επαρχιακές πόλεις.
Η αποτυχία του μέτρου αναγνωρίστηκε ωστόσο αρκετά γρήγορα από την 4η ολομέλεια της Κ.Ε. που συνήλθε στον Γράμμο στα τέλη Ιουλίου και τον Οκτώβριο ακολούθησε η πανηγυρική καθαίρεση της Επιτροπής Πόλης της ΚΟΑ από το Π.Γ., με το σκεπτικό ότι, παρά την αυξημένη -υποτίθεται- μαχητικότητα των μαζών, αυτή «δεν ανταποκρίθηκε στα καθήκοντα που της έβαλε το λαϊκοαπελευθερωτικό κίνημα».
Οπως διαπιστώνουμε από τα ραδιογραφήματα μεταξύ του αθηναϊκού κλιμακίου του Π.Γ. και της ηγεσίας του βουνού, αυτή η τελευταία απόφαση προτάθηκε από τον Μήτσο Παρτσαλίδη και το προσχέδιό της υποβλήθηκε στο Π.Γ. από τον Στέργιο Αναστασιάδη, που επέμεινε στη συνέχεια για την επικύρωση και δημοσιοποίησή της.
Η αντιπαραβολή του προσχεδίου με το τελικό κείμενο αποτυπώνει, ωστόσο, εξαιρετικά εύγλωττα το χάσμα που χώριζε τους συντάκτες τουςενώ στο πρώτο οι ευθύνες της Ε.Π. επικεντρώνονται κυρίως σε συγκεκριμένα τεχνικά και πολιτικά λάθη που απέκοψαν το κόμμα από τις εργαζόμενες μάζες, ως πολιτικός δε στόχος τίθεται «ο γρήγορος τερματισμός της ελληνοσφαγής που επέβαλαν οι ξένοι αντιμπεριαλιστές», το τελικό κείμενο επικεντρώνεται κυρίως στη μη εκπλήρωση της εντολής του ανοιξιάτικου «ανοιχτού γράμματος» για μαζικοποίηση της ένοπλης πάλης. Εξ ου και συνδέει την αλλαγή καθοδήγησης με μια στοχοθεσία ακόμη πιο εξωπραγματική: κλιμάκωση των διάσπαρτων απεργιακών αγώνων «ώς την ένοπλη αντίσταση», εκκαθάριση του κόμματος από «κάθε δειλό, λιπόψυχο στοιχείο» κι αποστολή χιλιάδων Αθηναίων στο βουνό «για τη δημιουργία δυο υποδειγματικών εργατικών ταξιαρχιών».
Σχεδόν αμέσως, το κλιμάκιο της Αθήνας κατέστησε σαφείς τις «αμφιβολίες» του για τη δυνατότητα υλοποίησης αυτών των καθηκόντων.
Η σταδιακή μετατροπή ενός μαζικού κινήματος σε πόλεμο απομονωμένων μηχανισμών μέσα στο 1947 επιβεβαιώνεται απ’ όλες τις διαθέσιμες εκθέσεις καθοδηγητικών στελεχών προς την ηγεσία του βουνού, αλλά και από τις μεταγενέστερες αναμνήσεις όσων στελεχών επέζησαν.
Οπως συμβαίνει κατά κανόνα με την υποκατάσταση της μαζικής δράσης από την ένοπλη προπαγάνδα, οι στεγανοποιημένοι μηχανισμοί που διεξήγαγαν αυτή την τελευταία αποδεκατίστηκαν από τον φαύλο κύκλο των αλλεπάλληλων «σπασιμάτων» και της συνακόλουθης χαφιεδοφοβίας που αποξένωσε μεγάλα κομμάτια της ΕΑΜικής και κομματικής βάσης, καθώς μια σειρά από μεσαία και ανώτερα στελέχη συνεργάστηκαν με την Ασφάλεια ή άλλαξαν ακόμη και στρατόπεδο μετά τη σύλληψή τους.
Διαφορετικής τάξης ζητήματα θέτει η μαρτυρία του Σταύρου Κασιμάτη, πρωτεργάτη της σύστασης του «δεύτερου κομματικού κέντρου» μετά το τελικό πλήγμα που δέχτηκαν τα καθοδηγητικά κλιμάκια της ΚΟΑ και της Αυτοάμυνας την άνοιξη του 1949, σχετικά με τη σταθερή απόρριψη των εισηγήσεων της ηγεσίας της αθηναϊκής ΕΠΟΝ για συγκρότηση αυτοτελών μαχητικών τμημάτων («Οι παράνομοι», Αθήνα 1997, σ. 89-95).
Απόρροια της απροθυμίας του τοπικού καθοδηγητικού επιτελείου για ουσιαστική κλιμάκωση, αλλά και της ταυτόχρονης δυσπιστίας του απέναντι σε κάθε αυτονόμηση της νέας γενιάς αγωνιστών, η άρνηση αυτή αδρανοποίησε για μεγάλο διάστημα το μοναδικό κατάλοιπο του ΕΑΜικού κινήματος που διατηρούσε αυξημένο βαθμό αγωνιστικότητας στις νέες συνθήκες.

Εμφύλια Δικαιοσύνη

«ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 19/6/1948 - «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» 19/6/1948
↳ Οι άρρενες κατηγορούμενοι της πρώτης δίκης. Στην πρώτη σειρά από δεξιά: Μουτσογιάννης, Καμπανίδης, Ζάννος, Μακρίδης. Στη δεύτερη: Πολατίδης, Σαρανταρίδης, Χατζηκίδης, Ψωμιάδης. Από το εκτελεστικό απόσπασμα γλίτωσαν μόνοι οι δύο πρώτοι (καθότι «μεταμεληθέντες», αν και φυσικοί αυτουργοί) και η μητέρα τού Καμπανίδη (κάτω δεξιά, στη δεύτερη φωτογραφία)
Η δίκη των συλληφθέντων για τον φόνο του Λαδά άρχισε στις 18 κι ολοκληρώθηκε στις 21 Ιουνίου 1948.
Στο εδώλιο κάθισαν συνολικά εννιά άτομα: ο Μουτσογιάννης και ο άμεσος συνεργός του Διονύσιος Καμπανίδης, η μητέρα του δεύτερου Μαρία Καμπανίδου κι ο 48χρονος κουμπάρος της, Εμμανουήλ Σαρανταρίδης (που κατηγορούνταν ότι προσπάθησαν να εξαφανίσουν το αχρησιμοποίητο περίστροφο του συναυτουργού), ο Ζάννος, δύο κομμουνιστές που είχαν συλληφθεί πριν από τον φόνο (Ορέστης Μακρίδης, Χαράλαμπος Ψωμιάδης) και δύο Πόντιοι «επαναπατρισθέντες» από την ΕΣΣΔ επί Μεταξά, ήδη εξόριστοι στην Ικαρία (Κων/νος Χατζηκίδης, Κων/νος Πολατίδης), κατηγορούμενοι για εμπλοκή στη διακίνηση του περιστρόφου που δεν χρησιμοποιήθηκε.
Πρόεδρος του στρατοδικείου ήταν ο αντισυνταγματάρχης Στυλιανός Ταβουλάρης και μέλη ο ταγματάρχης Αχιλλέας Τάγαρης (μετέπειτα διορισμένος πρόεδρος του Πανεπιστημίου Πατρών επί χούντας), ο επίλαρχος Θ. Δελλαγραμμάτικας και οι λοχαγοί Στέργιος Λαμπρόπουλος κι Αργύρης Λαγαριάς. Χρέη βασιλικού επιτρόπου εκτέλεσε ο ταγματάρχης Βαμβακάς.
Η διαδικασία του έκτακτου στρατοδικείου, όπως αποτυπώνεται στα δημοσιεύματα της εποχής, υπήρξε άκρως συνοπτικήτην κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας ακολούθησε η απολογία κάθε κατηγορουμένου, η ανάγνωση του ατομικού «δελτίου δράσεως» που είχε συνταχτεί με βάση τον φάκελό του και, τέλος, η υποβολή από το δικαστήριο ερωτήσεων που περισσότερη σχέση είχαν με τις πολιτικές πεποιθήσεις του κατηγορούμενου παρά με την όποια δραστηριότητά του.
Μάρτυρες υπεράσπισης προσήλθαν μόνο για λογαριασμό του Ζάννου και η (επίσης προφυλακισμένη) σύζυγος του Μακρίδη.
Τα περιθώρια ουσιαστικής συνηγορίας αποδείχθηκαν, έτσι κι αλλιώς, κάτι λιγότερο από πενιχρά: όταν λ.χ. η κουνιάδα του Ζάννου παραδέχτηκε στην κατάθεσή της μόνο τα «αριστερά φρονήματα» του κατηγορούμενου, αρνούμενη πως αυτός είναι «αναρχικός», το δικαστήριο διέταξε την κράτησή της «διά να δοθούν από την Ασφάλειαν στοιχεία περί αυτής»· αφέθηκε δε ελεύθερη μόνο όταν διαπιστώθηκε «ότι έχει σύζυγον υπηρετούντα» στον κυβερνητικό στρατό!
Η τελική απόφαση ήταν οκτώ καταδίκες σε θάνατο. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η Μαρία Καμπανίδου, που καταδικάστηκε σε εξαετή κάθειρξη επειδή απλώς παρέλαβε το πιστόλι του γιου της για να το εξαφανίσει. Εκτός από το ελαφρυντικό του μητρικού φίλτρου, η σχετικά «ήπια» αυτή αντιμετώπιση οφειλόταν πιθανότατα και στη στάση της στο δικαστήριο, δεδομένου ότι στην απολογία της καταδίκασε απερίφραστα τον Ζαχαριάδη σαν «έναν εκμεταλλευτή της δυστυχίας μας και απατεώνα που παρασέρνει τα παιδιά του κόσμου».
Λιγότερο επιεικές φάνηκε το στρατοδικείο απέναντι στους υπόλοιπους συνεργούς, ακόμη κι όσους βαρύνονταν με εξίσου δευτερεύουσες ενέργειες, από τη στιγμή που αυτοί αρνήθηκαν να καταδικάσουν το ΚΚΕ και τον ηγέτη του.
Μεταξύ των θανατοποινιτών συγκαταλεγόταν ο Ορέστης Μακρίδης, πρώην γραμματέας της 6ης αχτίδας της ΚΟΑ, ο οποίος είχε συλληφθεί πολύ πριν από τον φόνο του Λαδά, αλλά το κατηγορητήριο τον αναγόρευσε σε «γενικό αρχηγό της αυτοάμυνας Αθηνών».
Οπως πληροφορούμαστε από την ασύρματη επικοινωνία μεταξύ Βαφειάδη και Αναστασιάδη, η σύνδεσή του με την υπόθεση συνιστούσε «καθαρή σκευωρία».
Εξι από τους οκτώ θανατοποινίτες (Ζάννος, Μακρίδης, Ψωμιάδης, Σαρανταρίδης, Χατζηκίδης, Πολλατίδης) τουφεκίστηκαν στις 25 Ιουνίου στο Γουδί, «εις τον συνήθη τόπον των εκτελέσεων». Οι άμεσα εμπλεκόμενοι Μουτσογιάννης και Καμπανίδης αντίθετα επέζησαν.
Μπορεί η ποινή τους να ήταν «τρις» εις θάνατον, ενώ των τουφεκισμένων «άπαξ» ή «δις», όμως ο στρατιωτικός διοικητής Αθηνών διέταξε την αναστολή της εκτέλεσής της ώσπου ο βασιλιάς ν’ αποφανθεί για την αίτηση χάριτος που υπέβαλαν.
Η τελευταία ήταν βέβαια αδύνατο να γίνει δεκτή, παρέμεινε όμως ανεξέταστη στα συρτάρια των ανακτόρων ίσαμε το τέλος του πολέμου και τον τερματισμό των εκτελέσεων.
Σύμφωνα με τον ημιεπίσημο ιστορικό της Αστυνομίας Πόλεων, αστυνομικό διευθυντή Νικόλαο Αρχιμανδρίτη, οι Μουτσογιάννης και Καμπανίδης δεν εκτελέστηκαν «γιατί και οι δύο προέβησαν εις ομολογίας και κατά την διάρκειαν της δίκης εξέφρασαν την ειλικρινή μεταμέλειάν τους για το έγκλημα» («Αστυνομικά Χρονικά», 1.5.1954, σ. 1.100).
Οπως γνωστοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1952, η αναστολή της εκτέλεσής τους χορηγήθηκε ύστερα από προσωπικό διάβημα των Ρέντη και Πανόπουλου στον πρωθυπουργό Σοφούλη. Τον Ιούλιο του 1952 το Αναθεωρητικό Δικαστήριο θα μειώσει την ποινή τους σε 20 και 18 χρόνια αντίστοιχα.
Ως επιβράβευση της έμπρακτης «μεταμέλειάς» του, ο εκτελεστής του Λαδά περίμενε (κι επιδίωξε τα επόμενα χρόνια) την αποφυλάκισή του με όρους ή λόγω έκτισης των 2/3 της ποινής. Το γεγονός όμως πως είχε σκοτώσει κοτζάμ υπουργό -και δη της Δικαιοσύνης- απέτρεψε μια τέτοια εξέλιξη.
Αποφυλακίστηκε τελικά τον Ιούνιο του 1964, βάσει της γενικής αμνηστίας που παραχώρησε η Ενωση Κέντρου. Επί χούντας θα εκδώσει τα απομνημονεύματά του, όπου η αυτοβιογραφική αφήγηση διανθίζεται με αμπελοφιλοσοφίες ενός ιδιότυπου θρησκευτικού φονταμενταλισμού, αυτοπροβαλλόμενος σαν «ο πτωχός ανειδίκευτος εργάτης που η φυλακή τον έκανε όχι απλώς διανοούμενο, αλλά ένα της τάξεως των διανοητών».
Για διαφορετικούς λόγους επέζησε από τον Εμφύλιο και ο εντολέας της εκτέλεσης Λαδά, Δημήτριος Κωνσταντινέας. Τον Απρίλιο του 1949 εντοπίστηκε σε ειδική κρύπτη στο σπίτι των γονιών του, συνελήφθη και με την κατάθεσή του επιβεβαίωσε την ετυμηγορία του στρατοδικείου που καταδίκασε τους συντρόφους του.
Δύο μέρες μετά, η Ασφάλεια ανακοίνωσε τη σύλληψη (από τον Μάρτιο) του Στέργιου Αναστασιάδη και του κεντρικού πυρήνα των στελεχών της Στενής Αυτοάμυνας.
Κομβική για την εξάρθρωση του δικτύου αποδείχτηκε η μακροσκελής κατάθεση (300 σελίδες) του παλαίμαχου ΟΠΛΑτζή Γεωργίου Κοζάνη ή «Μπάρμπα», επικεφαλής του στρατόπεδου κρατουμένων της Εθνικής Πολιτοφυλακής στο Ασυλο Κοκκινιάς κατά τα Δεκεμβριανά και στελέχους εν συνεχεία του Μπούλκες.
Μολονότι για την αντικομμουνιστική προπαγάνδα αποτελούσε (κι εξακολούθησε ν’ αποτελεί για δεκαετίες) το πρότυπο «ειδεχθούς σφαγέα», το στρατοδικείο θα τον αθωώσει τον Αύγουστο του 1950 με το πρωτοφανές σκεπτικό της «πλήρους συγχύσεως».
Στην ίδια δίκη ο Κωνσταντινέας καταδικάστηκε δις σε θάνατο αλλά δεν εκτελέστηκε, χάρη στα μέτρα ειρηνεύσεως του Πλαστήρα· αποφυλακίστηκε τα επόμενα χρόνια και πέθανε το 1998.
Γεγονός είναι πως η μεγάλη αυτή δίκη (με 61 κατηγορουμένους) καθυστέρησε περίεργα επί περίπου ενάμιση χρόνο – σε αντίθεση με την ταχύτατη δίκη 26 συντρόφων τους, τη θανατική καταδίκη και την άμεση εκτέλεση του Στέργιου Αναστασιάδη τον Σεπτέμβριο του 1949.
Ο Μουτσογιάννης αποδίδει την καθυστέρηση στη συγγένεια του Κωνσταντινέα με κάποιον εισαγγελέα Εφετών (σ. 327), είναι όμως προφανές ότι το μέγεθος της υπόθεσης υπερέβαινε κατά πολύ τέτοιου είδους οικογενειακές προσβάσεις. Επιπλέον, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1949 ο «Λεωνίδας» είχε καταδικαστεί σε θάνατο για τον κατοχικό φόνο ενός υπαξιωματικού της «Χ».

Η κομματική μνήμη

Παρά τους αρχικούς πανηγυρισμούς για την εκτέλεση του «προδότη υπουργού», το ανορθόδοξο αυτό περιστατικό εξοβελίστηκε πολύ γρήγορα από την κομματική ιστοριογραφία.
Το διαπιστώνουμε από δύο εμβληματικές εκδόσεις που είδαν το φως στην πολιτική προσφυγιά το 1952, ως συμπύκνωση της επίσημης κομματικής μνήμης.
Αν η παράλειψη του φόνου του Λαδά από το «Χρονικό του Αγώνα» μπορεί να ερμηνευτεί ως σιωπηρή αποστασιοποίηση από τη συγκεκριμένη ενέργεια (ή και έμμεση αυτοκριτική γι’ αυτήν), σοκαριστική είναι η εξαφάνιση των πεσόντων από το επίσημο μαρτυρολόγιο του κινήματος: κανένα από τα ονόματα των έξι εκτελεσμένων της υπόθεσης Λαδά δεν φιγουράρει στις στήλες του, ανεξαρτήτως της στάσης που αυτοί κράτησαν στην ανάκριση και στο δικαστήριο.
Η διατεταγμένη λήθη συνεχίστηκε για δεκαετίες και τερματίστηκε μόλις το 1996, στο επετειακό αφιέρωμα του «Ριζοσπάστη» που σηματοδότησε την ανάδειξη του ΔΣΕ στην κατεξοχήν ιστορική αναφορά του σημερινού ΚΚΕ.
Μεταξύ 2009 και 2013, οι έξι εκτελεσμένοι θα βρουν, τέλος, τη θέση τους στο επίσημο κομματικό μαρτυρολόγιο. Κατά μόνας, όμως, και όχι ως ιδιαίτερο περιστατικό – σε αντίθεση με τον ταυτόχρονο τουφεκισμό 20 θανατοποινιτών «σαμποτέρ» του Πολεμικού Ναυτικού, στον οποίο επιφυλάσσεται εκτενής ειδική αναφορά.
{[['']]}

Μάης του 1936: Όταν η ανάγκη έγινε ιστορία

Εκρηξη των εργατικών αγώνων και κοινωνικών συγκρούσεων

Το Μάη του 1936 η ελληνική κοινωνία που έβραζε για 14 χρόνια οδηγείται σε έκρηξη. Εργατικοί αγώνες και συγκρούσεις περιγράφονται σχεδόν σε κάθε φύλλο των αριστερών εφημερίδων του μεσοπολέμου. Οι αρτεργάτες τη μία φορά, οι υποδηματεργάτες την άλλη φορά, οι ταχυδρομικοί, οι φωταεριεργάτες, οι λιμενεργάτες και φυσικά τις περισσότερες φορές οι καπνεργάτες, ο πιο ριζοσπαστικοποιημένος και σαν να λέμε ο ηγετικός κλάδος. Ο μεσοπόλεμος μπορεί να θεωρηθεί ως μια μακρά περίοδος ήπιου «πολιτικού εμφυλίου πολέμου». Ο αστικός λόγος βλέπει «επικίνδυνες τάξεις» εκτός αστικού πολιτισμού, εθνικού κορμού και ιδεολογίας. Αυτό προκύπτει κυρίως από τη θέαση της εργατικής τάξης και ιδιαίτερα των προσφύγων σαν μία ανοργάνωτη, ανεξέλεγκτη, εξαθλιωμένη μάζα, εν δυνάμει εκρηκτική. Το ίδιο ισχύει και για τις εθνικές μειονότητες, ιδιαίτερα τους Εβραίους στη Θεσσαλονίκη που είναι κυρίως προλεταριακά στρώματα.

Τα «λαϊκά στρώματα» «παραβιάζουν» νόμους και «κανόνες» είτε πρόκειται για οργανωμένες απεργιακές συγκεντρώσεις των κομμουνιστών είτε αυθόρμητα απεργιακά ξεσπάσματα είτε μια διάχυτη απειθαρχία σε κοινωνικό επίπεδο μπροστά στον αγώνα για την επιβίωση, όπως όταν εργάτες τρώνε και δεν πληρώνουν σε εστιατόριο, είτε για κανονιστικές αποκλίσεις σε ζητήματα ερωτικά ή έμφυλων ιεραρχήσεων.

 Εξάλλου η ενδημική παρουσία της ληστείας, η κρίση των αγροτοποιμενικών πληθυσμών, η κινητικότητα και εξαθλίωση των αγροτικών στρωμάτων, αλλά και η διαδεδομένη οπλοχρησία σε πόλη και ύπαιθρο ενέτασσαν συνολικά το λαϊκό πληθυσμό σε ένα βίαιο και εξεγερσιακό πλαίσιο, ακόμα και εάν τα εργατικά στρώματα παρέμεναν πολιτικά υπό την σκέπη της αστικής πολιτικής μέσω του πελατειακού συστήματος και των παραδοσιακών πατερναλιστικών ιδεωδών.

Οι μαζικές κινητοποιήσεις προκαλούν την πολιτική, κατασταλτική και ιδεολογική αντίδραση του κράτους η οποία ασκείται με ανοιχτή φυσική βία. Η βία αυτή στοχοποιεί τους πρωταγωνιστές των κινημάτων προκαλώντας ενστικτωδώς τάσεις αυτοπροστασίας εξωθώντας σε πράξεις αντι -βίας. Οι πράξεις αυτές διογκώνονται στη σημασία τους και αποκτούν από τους μηχανισμούς του κράτους έντονο ιδεολογικό και πολιτικό βάρος, προκαλώντας τρόμο στην κοινωνία και διευκολύνοντας την κρατική καταστολή.

Ακριβώς αυτήν η αστική οπτική για την απειθαρχία στα εργατικά στρώματα της Θεσσαλονίκης εκφραζόταν δημοσιογραφικά με τον όρο «βενιζελοκομμουνισμός». Δημιουργείται ένας ολόκληρος πολιτικός ιδεολογικός και ηθικός πολωτικός λόγος περί «λαϊκών και εργατικών τάξεων» από τη μεριά του κράτους με βάση την παραβατικότητα, αλλά και αντίστοιχα ένας παρόμοιος εχθρικός ταξικός λόγος από τη μεριά των εργατικών στρωμάτων που πολιτικοποιείται από τις κομμουνιστικές και σοσιαλιστικές οργανώσεις.

Μάης του 1936: Όταν η ανάγκη έγινε ιστορία

Ο Άγγελος Ελεφάντης θεωρεί ότι ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της μεσοπολεμικής περιόδου είναι η γένεση «μιας νέας προοδευτικής λαϊκότητας», που είναι οι άνθρωποι της Αριστερός.

Σε όλο το μεσοπόλεμο η εργατική τάξη παρέμενε διασπασμένη. Το «ρήγμα» αυτό φαίνεται ότι ξεκινάει με τη μεγάλη ήττα της απεργίας τον Αύγουστο του 1923, στο Πασαλιμάνι, όταν η χωροφυλακή της κυβέρνησης Μιχαλακοπούλου σκότωσε 12 εργάτες.

Το ΚΚΕ, έχοντας την κύρια πολιτική ευθύνη χάνει σταδιακά την ηγεμονία του, ενώ οι αρχειομαρξιστικές κομμουνιστικές, οι σοσιαλιστικές ρεφορμιστικές, όπως και οι συντηρητικές πατερναλιστικές παρατάξεις κερδίζουν μεγάλο χώρο. Ακολουθεί μια μεγάλη περίοδος οργανωτικής και πολιτικής πολυδιάσπασης της εργατικής τάξης.

Η ΓΣΕΕ διασπάται, ενώ σε πολλές περιπτώσεις, σε κάθε κλάδο ή επάγγελμα λειτουργούν πάνω από ένα σωματεία, μερικές φορές έως και τρία. Τα αστικά κόμματα καταφέρνουν με διαφορετικό τρόπο να ενσωματώνουν την εργατική δυσαρέσκεια σε κάθε εκλογική μάχη.

Στην πράξη, οι επιλογές των εργατικών στρωμάτων σε σχέση με το κεντρικό πολιτικό σκηνικό συνιστούν ένα πολύ σύνθετο ζήτημα και σε πολύ μεγάλο βαθμό καθορίζονταν από δημοκρατικά, κοινωνικά, οικονομικά, αλλά και εθνικοτοπικά κριτήρια. Καθοριστικός παράγοντας στην πολυδιάσπαση αυτή ήταν φυσικά η εμφάνιση και ο ρόλος του προσφυγικού πληθυσμού και η εχθρική τοποθέτηση των άλλων εθνικοτοπικών ομάδων απέναντι του. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ήταν η διαδικασία εκβιομηχανισμού και εκσυγχρονισμού του δευτερογενούς τομέα της παραγωγής. Στο φόντο μιας διαδικασίας εκμοντερνισμού, η αστική τάξη, η εργοδοσία και το κράτος, επιχειρούν να ανατρέφουν τις παραδοσιακές συντεχνιακές και έμφυλες δομές, διεκδικώντας μέσα από την εκμηχάνιση ή την απλοποίηση της παραγωγής τον έλεγχό τους από τους ειδικευμένους εργάτες.

Σημαντική εξέλιξη είναι από τη μία η εκβιομηχάνιση σε μια σειρά τομείς, αλλά και η θηλυκοποίηση πολλών επαγγελμάτων. Η μεγάλη παρουσία της γυναίκας στη βιομηχανική παραγωγή προκαλεί σημαντικές αναταράξεις σε όλη την κοινωνική δομή, ριζοσπαστικοποιώντας την εργατική τάξη, ενώ παράλληλα προκάλεσε συντηρητικές αναδράσεις τόσο από το κράτος, όσο και από τμήματα της εργατικής τάξης. Η θηλυκοποίηση του καπνεργατικού επαγγέλματος, δηλαδή στο βαρύ πυροβολικό της μεσοπολεμικής εργατικής τάξης, ανέδειξε την εργάτρια σε πρωταγωνιστή. Και αυτό φαίνεται στις συγκρούσεις στην Θεσσαλονίκη.

Το 1936 φαίνεται λοιπόν ότι «κλείνει» το μεγάλο ρήγμα στο εσωτερικό της ελληνικής εργατικής τάξης, καθώς ολοκληρώνεται μια μεγάλη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης και ενοποίησής της. Μια διαδικασία η οποία λάβαινε χώρα ατελώς σε κάθε σωματείο, σε κάθε γειτονιά, σε κάθε εργοστάσιο ή εργαστήριο σε όλο το μεσοπόλεμο. Παράλληλα, το ΚΚΕ επεκτείνεται σε πολλούς βιομηχανικούς κλάδους, όπως και στον προσφυγικό πληθυσμό, κυρίως στο βιομηχανικό προλεταριάτο, ενώ διατηρεί ή ενισχύει την επαφή του με άλλες εργατικές ή αγροτικές εθνικοτοπικές ομάδες. Έχοντας μάθει από τα λάθη του, είναι περισσότερο ευέλικτο στο θέμα του μοντέλου συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Με αυτόν τον τρόπο στηρίζει άλλοτε βιομηχανικού τύπου και άλλοτε παραδοσιακού τύπου δομές, αν και πλέον το βάθεμα του εκσυγχρονισμού και της εκβιομηχάνισης έχει επιλύσει αυτό το ζήτημα. Μια «νέα εργατική βάρδια» μετασχηματίζει τον ημιπρολεταριακό προσφυγικό κόσμο σε προλεταριακό, ο οποίος αποκτά μια νέα δυναμική. Μετασχηματίζει έτσι τον πεσιμισμό της προηγούμενης περιόδου, δηλαδή της δεκαετίας του 1920, σε μια θετική διάθεση. Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ έχει εγκαταλείπει τον υπεραριστερισμό και συνδέει πιο ομαλά τα οικονομικά με τα πολιτικά αιτήματα. Η αντίδραση του φιλελεύθερου λαϊκού περιβάλλοντος απέναντι στον κίνδυνο εγκαθίδρυσης μιας φασιστικής δικτατορίας έλαβε πολιτικό και αριστερό χρώμα. Παράλληλα, συνδέεται με την εξίσου αυθόρμητη αντίδραση των μειονοτήτων. Με αυτόν τον τρόπο, διεκδικεί ρόλο στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, εγκαταλείποντας την θέση του περιθωρίου και εμπνέει την εργατική τάξη για μεγαλύτερες και πιο αποφασιστικές ρήξεις, ενώ προκαλεί φόβο στο αστικό στρατόπεδο.

Το ελληνικό κράτος μετά το 1922 στην πραγματικότητα ήταν ένα νέο κράτος που είχε ενσωματώσει διαφορετικούς πληθυσμούς και εθνικές ή εθνικοτοπικές ταυτότητες και γλώσσες. Η ίδια η πολιτειακή ρευστότητα ενέτεινε τους κινδύνους ώστε το επόμενο «κίνημα» να μην είναι από τους συνήθεις βενιζελικούς ή αντιβενιζελικούς παράγοντες, αλλά από τον κομμουνιστικό παράγοντα.

Στα 1936, η προοπτική ρυθμιστικού ρόλου της Αριστερής θα επηρεάσει τις εξελίξεις και μετά το θάνατο του υπηρεσιακού πρωθυπουργού Κων. Δεμερτζή, ο βασιλιάς Γεώργιος στις 13 Απρίλη θα διορίσει πρωθυπουργό το βασιλόφρονα και γερμανόφιλο πρώην στρατιωτικό Ιωάννη Μεταξά, που το κόμμα του είχε πάρει 3,94% με 7 έδρες στις εκλογές του προηγούμενου Γενάρη. Ο Μεταξάς θα υποστηριχτεί από τα μεγάλα κόμματα, των Φιλελευθέρων και το Λαϊκό. Αμέσως μάλιστα η Βουλή θα διακόψει τις εργασίες της -δήθεν λόγω καλοκαιριού- και θα δώσει στον Μεταξά υπερεξουσίες.

Με το διορισμό του Μεταξά φαίνεται για πρώτη φορά πως η αστική τάξη κλείνει τα δικά της εσωτερικά της ρήγματα και ενοποιείται απέναντι στον εργατικό και κομμουνιστικό εχθρό. Πέρα από το ρόλο που έπαιξαν τα αστικά κόμματα στην προετοιμασία της μεταξικής δικτατορίας, εξίσου αξιοσημείωτος και αξιοπρόσεκτος είναι ο αντίστοιχος ρόλος κορυφαίων αστών ηγετών εκείνης της εποχής. Τη δικτατορία ως αναγκαιότητα προέβαλε και ο αστικός Τύπος με πρωταγωνιστές την Καθημερινή του Γ .Βλάχου και το Βήμα του Λαμπράκη.

Πηγή: Κώστας Παλούκης - "Πριν"
{[['']]}

80 χρόνια από τον Μάη του ‘36

Πηγή: «Πριν»

Στο μεσοπόλεμο ο καπνός ήταν το κύριο εξαγωγικό ελληνικό προϊόν και στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν δεκάδες μεγάλες επιχειρήσεις επεξεργασίας καπνού (αμερικανικές, γαλλικές, ισραηλίτικες, τουρκικές, ελληνικές κ.ά.) όπου εργάζονται χιλιάδες καπνεργάτες. Μερικές απ’ αυτές απασχολούν πάνω από 500 εργάτες.
Η δουλειά εποχιακή, τα μεροκάματα μικρά, οι συνθήκες άθλιες. Η πιο κρίσιμη εποχή για διεκδικήσεις ήταν η άνοιξη.
Ήταν η περίοδος των προσλήψεων και τα καπνά που βρίσκονταν σε ζύμωση, καταστρέφονταν, αν δεν συντηρούνταν.

Το 1914 ο αγώνας των καπνεργατών έχει την πρώτη μεγάλη νίκη. Ύστερα από απεργιακό αγώνα πολλών ημερών, υπογράφτηκε στις 9 Απριλίου η πρώτη συλλογική σύμβαση, που θεωρείται από πολλούς η πρώτη σύμβαση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα.

Μεγάλες απεργίες επίσης γίνονται το 1919, το 1922, με αιτήματα και ενάντια στη Μικρασιατική Εκστρατεία, το 1926 με δύο νεκρούς στο Αγρίνιο, το 1927 στη Θεσσαλονίκη με διεκδικήσεις για επιδόματα ανεργίας και κοινωνική ασφάλιση, το 1928-29 σε Βόλο, Αγρίνιο και Θάσο. Αιματηρές συγκρούσεις έγιναν το 1931 στον Πειραιά μπροστά στο εργοστάσιο του Παπαστράτου, ενώ το 1932 στην Καβάλα σκοτώθηκε ένας απεργός.

Το 1933-34 οι απεργίες απλώθηκαν σε όλες σχεδόν τις πόλεις, ενώ το 1935 οι καπνεργάτες του Αγρίνιου πετυχαίνουν αύξηση 30%.

Το 1934 η ελληνική οικονομία είχε μια αύξηση του συνόλου της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής της τάξης του 10%, ενώ οι εξαγωγές είχαν αύξηση κατά 14% περίπου.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ενωτικής ΓΣΕΕ, το 1932 έγιναν 200 απεργίες με συμμετοχή 80.000 εργατών. Το 1933 έγιναν 360 απεργίες με τη συμμετοχή 120.000 απεργών, ενώ το 1934 έγιναν 480 με συμμετοχή 180.000 εργατών.

Το χειμώνα του 1936 οι τιμές των τροφίμων έφτασαν  στα ύψη και η φτώχεια των εργαζομένων έγινε δυσβάστακτη. Το Φεβρουάριο ξεκινούν οι πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις. Απεργούν λιμενεργάτες, αυτοκινητιστές, τροχιοδρομικοί, εργάτες βενζίνης (Σελλ, Γκρεκοπετρόλ), καπνεργάτες σε Καβάλα και Δράμα, κλωστοϋφαντουργοί στου Καρέλα στο Ν. Φάληρο κ.α, οι οποίες χτυπιούνται από την αστυνομία. Στις 28 Μάρτη τρεις μεγάλες εταιρίες καπνού στη Θεσσαλονίκη απολύουν ξαφνικά 200 εργάτες.

Μεγάλη ώθηση στην αγωνιστικότητα φέρνει το 1ο Πανκαπνεργατικό Συνέδριο που ξεκινά στις 4 Απρίλη στη Θεσσαλονίκη. Οργανώνεται από την Καπνεργατική Ομοσπονδία Ελλάδας (ΚΟΕ), η οποία μετονομάζεται σε Πανελλαδική Καπνεργατική Ομοσπονδία (ΠΚΟ). Το συνέδριο διαρκεί τρεις μέρες  και τα κύρια θέματα είναι τα μεροκάματα, το ταμείο ασφάλισης (ΤΑΚ) και η ενότητα του κλάδου. Για το τελευταίο αποφασίστηκε να γίνει πρόταση στην ΕΟΚΣΕ για ενοποίηση.

Τον Μάιο του ’36 η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στα χέρια των εργατών. Η κεντρική απεργιακή επιτροπή οπλίζει με ρόπαλα τις φρουρές των εργοστασίων και των συνδικάτων. Εργατικές περίπολοι ελέγχουν το κέντρο  και τις γειτονιές. Ο στρατός και η αστυνομία απαντάει με αιματηρή καταστολή.

Του Βασίλη Τσιράκη

Το χρονικό του αγώνα

15 Απρίλη: Οι ΠΚΟ και ΕΟΚΣΕ συγκροτούν κοινή Εκτελεστική Επιτροπή.

Κυριακή 19 Απρίλη: Σε μεγάλη συγκέντρωση καπνεργατών στον κινηματογράφο «Ολύμπιον» αποφασίζεται απεργία σε περίπτωση που δεν υιοθετηθούν τα αιτήματα του συνεδρίου. Οι καπνεργάτες εκλέγουν επιτροπές αγώνα κατά εργοστάσιο κατά συνοικία, ξεκινούν οικονομική εξόρμηση.

Τετάρτη 29 Απρίλη: Ξεκινά η απεργία και 10.000 απεργοί κατευθύνονται στα γραφεία της ΠΚΟ και κατόπιν στον κινηματογράφο «Πάνθεον». Εκλέγεται κεντρική επιτροπή αγώνα που επισκέπτεται το γενικό διοικητή Μακεδονίας Πάλλη.

Πέμπτη 30 Απρίλη: Η απεργία γίνεται πανελλαδική. Οι απεργοί της Θεσσαλονίκης μαζεύονται στο «Πάνθεον» και αποφασίζουν εργατικές φρουρές στα καπνομάγαζα.

Παρασκευή 1 Μάη: Η Πρωτομαγιά γιορτάζεται με δύο συγκεντρώσεις στο Μπεχτσινάρ και στο Σέιχ Σου.

Σάββατο 2 και Κυριακή 3 Μάη: Η χωροφυλακή διώχνει τις απεργιακές φρουρές και τοποθετεί χωροφύλακες.

Δευτέρα 4 Μάη: Μεγάλη συγκέντρωση στα γραφεία της ΠΚΟ. Εγκρίνεται ψήφισμα και αποφασίζεται να σταλεί με τηλεγράφημα στην κυβέρνηση. Σύσσωμοι οι καπνεργάτες κατευθύνονται στο τηλεγραφείο όπου δέχονται επίθεση από έφιππους αστυνομικούς. Οι καπνεργάτες φτάνουν στο τηλεγραφείο σπάζοντας τρεις φορές τον κλοιό, ενώ χτυπήθηκε σοβαρά η καπνεργάτρια Σοφία Κωνσταντινίδου.

Τρίτη 5 Μάη: Ξεκινούν απεργία κλωστοϋφαντουργοί , χαρτεργάτες, τσαγκαράδες και λαστιχάδες. Οι περισσότεροι δήμοι και κοινότητες εγκρίνουν κονδύλια ενίσχυσης του αγώνα.

Τετάρτη 6 Μάη: Μέλη της φασιστικής ΕΕΕ, πυροβολούν και τραυματίζουν τον 20χρονο υποδεματεργάτη Κ. Σαμιώτη.

Πέμπτη 7 Μάη: Στη Θεσσαλονίκη, ο πρωθυπουργός I. Μεταξάς ερχόμενος από Βελιγράδι, δίνει εντολή για καταστολή.

Παρασκευή 8 Μάη: Χιλιάδες απεργοί έξω από την ΠΚΟ. Εγκρίνεται ψήφισμα και προτείνεται 15μελής επιτροπή για να το μεταφέρει στη Γενική Διοίκηση (σήμερα υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης). Οι συγκεντρωμένοι όμως απαιτούν να επιδοθεί από όλους και ξεκινούν πορεία. Η αστυνομία επιτίθεται, αλλά οι καπνεργάτες δεν υποχωρούν. Η Εγνατία από το Βαρδάρι μέχρι την Αριστοτέλους θυμίζει πεδίο μάχης.

Ύστερα από συγκέντρωση στο Μπεχτσινάρ 2.500 απεργοί υφαντουργοί (κυρίως γυναίκες) κατευθύνονται προς την πόλη. Χτυπιούνται από την αστυνομία, αλλά φτάνουν στη Γενική Διοίκηση. Οι στρατιώτες που περιφρουρούν το κτίριο παίρνουν εντολή να κτυπήσουν, αλλά απειθαρχούν πολλοί φαντάροι και αξιωματικοί.

Ο απολογισμός της ημέρας: 70 τραυματίες, 100 συλλήψεις. Το βράδυ τα 3 εργατικά κέντρα της πόλης (ΕΚΘ, Πανυπαλληλικό, Πανεργατικό) αποφασίζουν 24ωρη γενικής απεργίας.

Σάββατο 9 Μάη: Περίπολοι στρατού και αστυνομίας στους δρόμους της πόλης και των προσφυγικών συνοικιών. Συγκοινωνίες και εφημερίδες δεν υπάρχουν λόγω της απεργίας. Οι εργαζόμενοι κατεβαίνουν κατά ομάδες προς το κέντρο. Η πρώτη σύγκρουση γίνεται από τους αυτοκινητιστές που προσπαθούν να απελευθερώσουν ένα συνάδελφό τους. Εκεί πέφτει νεκρός ο οδηγός Τάσος Τούσης. Οι εργάτες τοποθετούν το νεκρό σε μια ξύλινη πόρτα και κατευθύνονται στη Γενική Διοίκηση. Η αστυνομία κλείνει το δρόμο και επιτίθεται. Το γεγονός θα εμπνεύσει στο συγκλονισμένο Γ Ρίτσο το ποίημά του «Επιτάφιος». Η σύγκρουση γενικεύεται με οδοφράγματα, ενώ οι χωροφύλακες κτυπούν στο ψαχνό. Παρά τις φήμες για νεκρούς και τραυματίες, οι διαδηλωτές πληθαίνουν και καταλαμβάνουν το κέντρο.

Απολογισμός 9 νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες. Το μεσημέρι ο διοικητής του Γ’ Σχήματος Στρατού δίνει εντολή στους χωροφύλακες να κλειστούν στα τμήματα, διατάζει το στρατό να αναλάβει τη διοίκηση της πόλης και απαγορεύει κάθε συγκέντρωση. Παρά την απαγόρευση χιλιάδες λαού διαδηλώνουν με κεντρικό σύνθημα «Κάτω οι δολοφόνοι - εκδίκηση». Στο ψήφισμα που εγκρίνεται απαιτείται άμεση παραίτηση της κυβέρνησης, σύλληψη του αστυνομικού διοικητή Ντάκου, αποδοχή όλων των αιτημάτων, απελευθέρωση των συλληφθέντων. Η Θεσσαλονίκη στα χέρια των εργατών. Η κεντρική απεργιακή επιτροπή οπλίζει με ρόπαλα τις φρουρές των εργοστασίων και των συνδικάτων. Εργατικές περίπολοι ελέγχουν το κέντρο και τις γειτονιές.

Κυριακή 10 Μάη: Η κηδεία των νεκρών γίνεται με 100.000 λαού. Ο ταγματάρχης Μαρινάκης καταθέτει στεφάνι και σηκώνεται στα χέρια από τους εργάτες. Μετά την κηδεία ο λαός ξεχύνεται στην πόλη. Στην πλατεία Ελευθερίας έγινε η μεγαλύτερη συγκέντρωση που έγινε ποτέ στην πόλη.

Δευτέρα 11 Μάη: Η κρατική βία ξαναγυρίζει. Πογκρόμ συλλήψεων. Καταλαμβάνονται μέχρι και τα γραφεία του ΕΚΘ. Έχουν φτάσει στην πόλη αντιτορπιλικά από Πειραιά και ένα σύνταγμα πεζικού από Λάρισα. Εκπρόσωποι των απεργών με βάρκες προσπαθούν να ενημερώσουν τους ναύτες. Η ΓΣΕΕ και η Ενωτική αποφασίζουν από κοινού 24ωρη πανελλαδική απεργία για την Τετάρτη 13 Μάη.

Τετάρτη 13 Μάη: Συγκρούσεις σε διάφορες πόλεις. Συλλήψεις, φυλακίσεις, βασανισμοί, και εκτοπίσεις εκατοντάδων συνδικαλιστών.

Πέμπτη 14 Μάη: Η ΕΕ της ΠΚΟ αποφασίζει λύση της απεργίας μετά από υπόσχεση για απελευθέρωση των συλληφθέντων, χορήγηση συντάξεων στις οικογένειες των νεκρών και ικανοποίηση μέρους των αιτημάτων.

Η δικτατορία του Μεταξά, ο πόλεμος, η κατοχή, ο εμφύλιος πόλεμος, ο «καχεκτικος» μετεμφυλιακός βίος και η δικτατορία των συνταγματαρχών που ακολούθησαν, εμπόδισαν την επιστημονική έρευνα γύρω από τις αιτίες και τις συνθήκες που οδήγησαν στα μεγάλα γεγονότα.

Γιάννης Γκλαρνετάζης.

Ο Μάης της εξέγερσης

Ζητήματα γύρω από τα γεγονότα

Καθώς συμπληρώνονται ογδόντα χρόνια από την αιματηρή εργατική εξέγερση στη Θεσσαλονίκη το Μάη του 1936, παρότι έχουν γραφεί πολλά για τα γεγονότα, υπάρχουν και αναπάντητα, αδιευκρίνιστα ζητήματα. Αυτό εν μέρει οφείλεται στο ότι ακολούθησαν η δικτατορία του Μεταξά, ο πόλεμος, η κατοχή, ο εμφύλιος πόλεμος, ο «καχεκτικός» μετεμφυλιακός κοινοβουλευτικός βίος και η δικτατορία των συνταγματαρχών. Για σαράντα, λοιπόν, χρόνια υπήρχαν συνθήκες που εμπόδιζαν τη δημοσιογραφική και την επιστημονική έρευνα

Ένα φαινομενικά απλό θέμα  είναι ο αριθμός των θυμάτων. Συνήθως αναφέρονται τα ονόματα 9  νεκρών: Τάσος Τάσος. Αναστασία Καρανικόλα, Ίντο Γιακόβ Σρεννόρ, Γιάννης Πανόπουλος, Δημήτρης Αγλαμίδης, Σαλβατώρ Ματαράσσο, Δημήτρης Λάιλάνης (ή Λαϊνάς), Σταύρος Διαμαντόπουλος, Μανώλης Ζαχαρίου. Ο X. Ζαφείρης («Μάης του ‘36», η μεγάλη λαϊκή εξέγερση της Θεσσαλονίκης) ανεβάζει τον αριθμό των νεκρών σε 11, ο Μαζάουερ (Θεσσαλονίκη πόλη των φαντασμάτων) στους 12, δημοσιεύματα της εποχής σε 13, ενώ ένα άρθρο του Ριζοσπάστη (10/5/1936) στους 30. Αν κι ο τελευταίος αριθμός μοιάζει υπερβολικός και προσεγγίζει αυτόν των 32 βαριά τραυματισμένων, μαζί με 250 ελαφρά, ένας αριθμός κοντά στο 15 μάλλον είναι πιo κοντά στην πραγματικότητα, καθώς αναφέρονται κι άλλοι νεκροί: Ευθύμιος Αδαμάντιου, Σταύρος και Ευθ. Διαμαντόπουλος, καθώς και Μάνος Ευθυμίου, Γιάννης Πιτάρης, Άννα Χαραλαμπίδου, μια 16άχρονη καπνεργάτρια.

Επίσης, σε ευχαριστήρια επιστολή προς την Εργατική Βοήθεια για τη συμπαράστασή της στις οικογένειες των θυμάτων υπογράφουν τουλάχιστον 16 άτομα, στα οποία περιλαμβάνεται κάποιος (Γούναρης) που δεν μπορούμε να τον συσχετίσουμε με κάποιο νεκρό ή βαριά τραυματισμένο. Τέλος, στους καταλόγους του Δημοτικού Νεκροταφείου Ευαγγελίστριας καταγράφονται επτά πτώματα χριστιανών (αρ. 475-482) που ταυτίζονται με νεκρούς του Μάη, ανάμεσά τους όμως υπάρχει και μια εγγραφή με ένα μόνο γράμμα, ένα κεφαλαίο «Γ».

Τις δολοφονίες διέπραξαν χωροφύλακες, αλλά δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς η δράση παρακρατικών. Στη Θεσσαλονίκη δρούσε η ΕΕΕ, οργανωμένη κατά αστυνομικό τμήμα, δηλώνοντας έτσι τη σχέση με το επίσημο κράτος. Αναφέρεται πως στις 6/5 «λίγο πριν το μεσημέρι [...] σημειώνεται τρομοκρατική επίθεση τραμπούκων εναντίον απεργών τσαγκαράδων στην πλατεία Βλάλη [...] Οι τρεις απεργοσπάστες αδελφοί Γιάννης, Θεόδωρος και Παναγιώτης Μακεμεντζής, μέλη της φασιστικής οργάνωσης ΕΕΕ, πυροβόλησαν από παράθυρο εναντίον απεργών» (Σπ. Κουζινό-πουλος (επιμ.), Ο ηρωικός Μάης της Θεσσαλονίκης του ’36). Παρόμοιες αναφορές έχουμε και για τις επόμενες ημέρες.

Στο επώνυμο των συγκεκριμένων δραστών υπάρχει λάθος, καθώς πρόκειται για τους αδελφούς Μελεμενλή που το 1932 είχαν κατηγορηθεί για το φόνο του συνδικαλιστή Χαρίτωνα Σταμπουλίδη, σε ένοπλη επίθεση στα γραφεία του σωματείου οικοδόμων, αλλά απαλλάχθηκαν καθώς ισχυρίστηκαν ότι την ώρα του εγκλήματος βρισκόταν στο 8ο αστυνομικό τμήμα παρέα με χωροφύλακες. Στην κατοχή αναβαθμίστηκαν σε αξιωματικούς του διαβόητου εγκληματία Γ. Πουλου.

Όσον αφορά την εβραϊκή παρουσία στην απεργία μεταξύ των νεκρών καταγράφονται δύο ή τρεις, στους βαριά τραυματισμένους αναφέρονται τουλάχιστον έξι, ενώ στην ευχαριστήρια επιστολή προς την Εργατική Βοήθεια, που αναφέρθηκε, υπάρχουν τέσσερα εβραϊκά ονόματα. Πέρα όμως από τους αριθμούς υπάρχει η ιδεολογική βαρύτητα και χρήση της συμμετοχής των Εβραίων εργατών στα γεγονότα.

Όπως σημειώνει ο Κ. Φουντανόπουλος (Εργασία και εργατικό κίνημα στη Θεσσαλονίκη, 1908-1936), «η παρουσία μιας μεγάλης και συμπαγούς μάζας Εβραίων κατοίκων» στην πόλη «έκανε την κρατική εξουσία να θεωρεί τη Θεσσαλονίκη επικίνδυνη πόλη» και «διαιώνιζε κατά ένα περίεργο τρόπο το εθνικό ζήτημα για όλη τη Μακεδονία». Η θεωρία της εβραιοσλαβοκομμουνιστικής συνομωσίας τέθηκε πάλι σε εφαρμογή.

Ο Κ. Παπαβααιλείου, τότε γραμματέας του σωματείου οικοδόμων, θυμόταν πως «το Σάββατο (9/5) το απόγευμα ήρθαν στο λιμάνι δυο καράβια πολεμικά. Τους ναύτες τους είχαν δώσει την πληροφορία [...] ότι ξεσηκώθηκαν οι κομμουνιστές με τους Εβραίους για να πάρουν την Καβάλα, Σέρρες, Δράμα και τα ρέστα».

Η Ρετζίνα Ρόζα που αναφέρεται μόνο στις εφημερίδες της εποχής, συνδέει το προηγούμενο ζήτημα με τη γυναικεία συμμετοχή. Μέλος της επιτροπής αγώνα στην κατάληψη του καπνεργοστασίου Κομμερσιάλ το Δεκέμβρη του 1934, μιλάει για την «κατάστασιν των καπνεργατριών, εργαζομένων υπό τας μάλλον δυσμενείς συνθήκας και με τα πλέον εξευτελιστικά ημερομίσθια», στο καπνεργατικό συνέδριο στις αρχές Απρίλη του 1936 κι είναι η μοναδική γυναίκα που εκλέγεται στην εκτελεστική επιτροπή της καινούργιας Πανελλαδικής Καπνεργατικής Ομοσπονδίας (ΠΚΟ).

Τις μέρες εκείνες «πιο μαχητικές όμως φάνηκαν οι εργάτριες, ο κατευνασμός των οποίων δεν ήταν εύκολη υπόθεση για την αστυνομία» (Γ .Γκλαρνέταζης, Στιγμές Σαλονίκης εαρινές). Ως αποτέλεσμα εκτός από την Α. Καρανικόλα έχουμε πληροφορίες για άλλες δύο σκοτωμένες και εννιά βαριά τραυματισμένες. Μια από τις λιγότερο μελετημένες είναι η διεθνής διάστασή. Γνωρίζουμε το διεθνές πλαίσιο (Κραχ 1929, άνοδος των Ναζί το 1933, εκλογικές νίκες των Λαϊκών Μετώπων σε Ισπανία και Γαλλία το 1936), αλλά όχι το διεθνή αντίκτυπο, εκτός από μερικές αναφορές διπλωματών και του διεθνούς Τύπου.

Το επόμενο ερώτημα μοιάζει ρητορικό. Ήταν πράγματι λαϊκή εξέγερση ή μια μαχητική απεργία. Υπάρχουν αναφορές σε οδοφράγματα που διαψεύδουν, όμως, μαρτυρίες ανθρώπων παρόντων στα γεγονότα (όπως ο Γιάννης Ταμτάκος σε επιστολή του στον Άγι Στίνα, αν και μιλά για επαναστατικό κλίμα). Η διαφορά ίσως είναι μόνο φιλολογική. Άλλωστε η άγρια καταστολή οποιοσδήποτε εργατικής κινητοποίησης, ήταν σταθερό χαρακτηριστικό στη μεσοπολεμική Θεσσαλονίκη. «Κάθε φορά που έχουμε εργατική αναταραχή σε αυτή την περιοχή, οι αρχές αντί να αναζητήσουν μια ριζική θεραπεία του κακού διαγιγνώσκουν αυτόματα κομμουνιστική υποκίνηση την οποία θεωρούν υποχρέωσή τους να εξοντώσουν», αναφέρει ο Βρετανός πρόξενος Έρνεσι Λόμαξ στις 27.5.1936. Έτσι, δεν ήταν ασυνήθιστο να υπάρχουν νεκροί σε εργατικές διαμαρτυρίες (ένας τον Φεβρουάριο του 1927 και οκτώ τον Φεβρουάριο του 1933).

ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Στάση πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων
■ ΔΙΧΟΓΝΩΜΙΑ

Υπάρχει φυσικά το ζήτημα της στάσης των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, με τα σωματεία στο επίκεντρο. Η συνδικαλιστική ενοποίηση στην ΠΚΟ με το καπνεργατικό συνέδριο του Απριλίου έπαιξε το ρόλο του εναύσματος. Τότε υπήρχαν διαφορετικά σωματεία κατά κλάδο, ενώ τα εργατικά κέντρα της πόλης ήταν τουλάχιστον τέσσερα και οι γενικές συνομοσπονδίες τρεις.

Κι ενώ η συνδικαλιστική ηγεσία είχε, κατά κάποιο τρόπο, τον έλεγχο της Θεσσαλονίκης για περίπου 36 ώρες, η ΕΕ της ΠΚΟ αμφιταλαντευόταν μεταξύ μιας κάπως διαλλακτικής και μιας πιο επαναστατικής στάσης που προωθούσε η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή και οι πρωτοβάθμιες επιτροπές.

Με τις διχογνωμίες αυτές σχετίζεται και η στάση της Αριστεράς. Οι μάζες που κατέκλυσαν τους δρόμους προέρχονταν προφανώς από όλες τις παρατάξεις, αλλά η πλειοψηφία των οργανωμένων εργατών από το ΚΚΕ. Κι ενώ οι κομμουνιστές είχαν αγωνιστικότητα, καθώς και ηρωισμό απέναντι στους χωροφύλακες, έπρεπε να ισορροπήσουν στη γραμμή των λαϊκών μετώπων. Μόνο που έλειπε ο βασικός εταίρος. Στο πλευρό των εργατών, έστω και λεκτικά, στάθηκαν οι μικρές σοσιαλιστικές οργανώσεις, το Αγροτικό Κόμμα, ακόμα κι ο Αλ. Παπαναστασίου (χοντρικά ο χώρος που θα συγκροτήσει μαζί με το ΚΚΕ το ΕΑΜ), αλλά όχι το Κόμμα Φιλελευθέρων. Από την άλλη, αρχειομαρξιστές και τροτσικιστές (που τη συμμετοχή τους αποσιωπούν οι προσκείμενες στο ΚΚΕ πηγές) μπορεί να είχαν υπερεπαναστατική διάθεση και να ασκούσαν έντονη κριτική στο ΚΚΕ, είχαν όμως μικρές και κατακερματισμένες δυνάμεις.

Στον αστικό κόσμο κυριάρχησε ο τρόμος μιας γενικευμένης εξέγερσης των φτωχών, πράγμα που διευκόλυνε τον Μεταξά να προχωρήσει στη δικτατορία τρεις μήνες αργότερα. Κι αν σήμερα αυτό φαίνεται λογικό για τους δεξιούς Λαϊκούς, αλλά ίσως απρόσμενο για τους Φιλελεύθερους, θυμίζουμε ότι το Ιδιώνυμο των αντικομουνιστικών διώξεων το καθιέρωσε ο Βενιζέλος, ενώ στη Θεσσαλονίκη η φασιστική ΕΕΕ είχε βενιζελογενή καταγωγή. Αλλωστε παρά το σύμφωνο Σκλάβαινα - Σοφούλη που έφερε τον τελευταίο στην προεδρία της Βουλής, ο Θ. Σοφούλης υποστήριξε την πρόωρη θερινή διακοπή των εργασιών του Κοινοβουλίου ήδη από τον Απρίλιο, επιτρέποντας έτσι στον Μεταξά να κυβερνά μέσω διαταγμάτων πριν καν γίνει δικτάτορας.

Για τις πληροφορίες και τις μαρτυρίες αξιοποιήθηκαν τα εξής βιβλία και άρθρα: Γ. Αναστασιάδης (επιμ.), Το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα της Θεσσαλονίκης: Η ιστορική φυσιογνωμία του, Γ. Γκλαρνέταζης, Στιγμές Σαλονίκης εαρινές, Κ. Ευθυμίου, «Εργατική Βοήθεια» και «Κοινωνική Αλληλεγγύη»: Δύο παραδείγματα ταξικής αλληλέγγυας δράσης στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Χρ. Ζαφείρης, "Μάης του ‘36”», η μεγάλη λαϊκή εξέγερση της Θεσσαλονίκης, Σπ. Κουζινόπουλος (επιμ.), Ο ηρωικός Μάης της Θεσσαλονίκης του ’36, Μ. Μαζάουερ, Θεσσαλονίκη πόλη των φαντασμάτων: Χριστιανοί, μουσουλμάνοι και Εβραίοι 1430-1950, Κ. Φουντανόπουλος, Εργασία και εργατικό κίνημα στη Θεσσαλονίκη (1908-1936): Ηθική οικονομία και συλλογική δράση στο Μεσοπόλεμο.
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger