Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενγκελς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενγκελς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ Τεράστια η συμβολή του στην επιστημονική κοσμοθεωρία της εργατικής τάξης

Στις 5 Αυγούστου του 1895, στις 10.30 το βράδυ, έπαψε να χτυπά η καρδιά του Φρίντριχ Ενγκελς. Του ανθρώπου που από κοινού με τον Καρλ Μαρξ συνδιαμόρφωσαν και θεμελίωσαν την επιστημονική κοσμοθεωρία της εργατικής τάξης, αποδεικνύοντας το αναπόφευκτο, νομοτελειακό πέρασμα της κοινωνίας από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Τόσο ο Μαρξ, όσο και ο Ενγκελς, έπαιρναν άμεσα μέρος στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και στην καθοδήγηση των ταξικών αγώνων, ιδιαίτερα μέσα από τις γραμμές της Α' Διεθνούς, στο Γενικό Συμβούλιο της οποίας είχαν εκλεγεί μέλη του. Μετά το θάνατο του Μαρξ ο Ενγκελς συνέχισε να παίρνει άμεσα ο ίδιος μέρος, αλλά και να παρακολουθεί την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, δηλαδή συνέχισε την πραχτική δράση. Και οι δυο θεμελιωτές του επιστημονικού κομμουνισμού συνδύαζαν θαυμάσια τη θεωρία με την πράξη.

Ο Φρ. Ενγκελς άφησε την τελευταία του πνοή στο Λονδίνο, σε ηλικία 75 ετών.
Ο Βίλχελμ Λίμπκνεχτ, ένας από τους τότε ηγέτες του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που είχε γνωριστεί και συνεργαστεί με τον Μαρξ και τον Ενγκελς,γράφει:
«Στις 6 Αυγούστου 1895, γυρίζοντας από τη μεγάλη γιορτή των συντεχνιών στη Βρέμη, βρήκα στο αναλόγιό μου στο γραφείο της σύνταξης το θλιβερό τηλεγράφημα... "Ο Στρατηγός πέθανε χτες τη νύχτα 10.30, καμιά προθανάτια αγωνία, χωρίς αισθήσεις από το μεσημέρι. Παρακαλούμε ενημερώστε το Στρατιώτη και τον Ζίνγκερ". Ο "Στρατιώτης" ήμουν εγώ. Από την άνοιξη ξέραμε, δηλαδή το ξέραμε τρεις άνθρωποι στη Γερμανία, ότι ο Στρατηγός υπόφερε από ένα είδος καρκίνου του λάρυγγα, που δεν έπαιρνε γιατρειά. Παρόλο που το θάνατό του τον περιμέναμε, το πλήγμα ωστόσο ήταν σκληρό, φοβερό. Είχε πέσει σαν δέντρο που το κόβουν, ο γιγάντιος ήρωας του πνεύματος που είχε θεμελιώσει μαζί με τον Μαρξ τον επιστημονικό σοσιαλισμό και είχε διδάξει την τακτική του σοσιαλισμού... ο φίλος, ο σύμβουλος, ο οδηγός, ο μαχητής ήταν νεκρός» («Στρατηγός, Αναμνήσεις για τον Ενγκελς», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).

Ο Ενγκελς γεννήθηκε στη Βάδη της Ρηνανίας, της τότε Πρωσίας, στις 28 Νοέμβρη του 1820. Ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης υφαντουργίας. Το γεγονός αυτό οδήγησε την κόρη του Μαρξ, Ελεονόρα Μαρξ - Εβελινγκ, να παρατηρήσει πολύ εύστοχα ότι «ποτέ δε γεννήθηκε σε τέτοιου είδους οικογένεια γιος που να ξεστρατίσει τόσο» («Στρατηγός, Αναμνήσεις για τον Ενγκελς», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).

Ο Ενγκελς φοίτησε στο Κολέγιο της Βάδης και έπειτα στο Λύκειο της Ελμπερφελντ, αλλά δεν αποφοίτησε. Αφησε την τελευταία τάξη, αν και ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, αφού ο πατέρας του είχε διαφορετική γνώμη. Τον ήθελε να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις της οικογένειας. Η οικογένειά του ήταν οικογένεια αστών επιχειρηματιών, δηλαδή ο πατέρας του ήταν καπιταλιστής με επιχειρήσεις στη Γερμανία, αλλά και στο Μάντσεστερ της Αγγλίας. Εγκατέλειψε λοιπόν τις σπουδές για να δουλέψει για ένα χρόνο περίπου στο γραφείο του πατέρα του και στη συνέχεια στη Βρέμη, από τα 1838 έως τα 1841 σ' ένα μεγάλο εμπορικό οίκο. Στη Βρέμη συνδέεται με έναν όμιλο ριζοσπαστών διανοουμένων, τη «Νέα Γερμανία», και άρχισε να μελετά τη γερμανική Φιλοσοφία και ιδιαίτερα τα έργα του Χέγκελ.

Την άνοιξη του 1841, ο Ενγκελς έφυγε από τη Βρέμη για το Βερολίνο, όπου υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και στον ελεύθερο χρόνο του παρακολουθούσε μαθήματα στο πανεπιστήμιο της πόλης, με αποτέλεσμα να προσχωρήσει στο ρεύμα των Νεοχεγκελιανών, το ρεύμα, δηλαδή, των οπαδών του Χέγκελ, που προσπαθούσαν από τη φιλοσοφία του Χέγκελ να αντιμετωπίσουν κριτικά τη θεωρία του, κυρίως στο θέμα της αντίληψης του κόσμου κόντρα στο απόλυτο ον, το θεό. Από το Μάρτη έως το Δεκέμβρη του 1842, υπήρξε συνεργάτης της «Εφημερίδας του Ρήνου», διευθυντής της οποίας, τον Οκτώβρη του ίδιου έτους, έγινε ο Μαρξ. Ενα μήνα μετά, στα τέλη του Νοέμβρη, οι δύο άνδρες συναντήθηκαν στα γραφεία της εφημερίδας στην Κολωνία, αλλά εκείνη η συνάντηση δεν έμελλε να είναι αυτή που σημάδεψε τη ζωή τους.

Το Μάρτη του 1842, ο Ενγκελς δημοσίευσε την μπροσούρα «Ο Σέλιγκ και η αποκάλυψη», όπου υποβάλλει σε μια ολόπλευρη κριτική τις αντιδραστικές, μυστικιστικές αντιλήψεις του ιδεαλιστή φιλοσόφου Σέλιγκ. Μετά τη στρατιωτική του θητεία, ο Ενγκελς πήγε στην Αγγλία, στο Μάντσεστερ. Εκεί έρχεται σε επαφή με το εργατικό κίνημα της εποχής και τις σοσιαλιστικές ιδέες, όπως εκφράζονταν από το κίνημα των Χαρτιστών και τον ουτοπικό σοσιαλισμό του Ρόμπερτ Οουεν. Στην Αγγλία, λόγω των αντικειμενικών συνθηκών (βιομηχανική επανάσταση, πλήρης ανάπτυξη του καπιταλισμού), μελετά την κατάσταση της εργατικής τάξης της Αγγλίας.
Το 1844, ο Ενγκελς δημοσίευσε, στα «Γαλλογερμανικά Χρονικά», που διηύθυνε ο Μαρξ και έβγαιναν στο Παρίσι, μια «Κριτική μελέτη πάνω στην Πολιτική Οικονομία». Ο Μαρξ χαρακτήρισε αυτό το άρθρο σαν αριστοτεχνική σκιαγράφηση μιας νέας Πολιτικής Οικονομίας.

Στα τέλη Αυγούστου του 1844, ο Ενγκελς έφυγε από το Μάντσεστερ και γύρισε στη Γερμανία, περνώντας από το Παρίσι, όπου και συνάντησε τον Μαρξ. Από δω, άρχισε η μεγάλη φιλία τους και η κοινή τους πορεία με τον Μαρξ. Στο Παρίσι, ο Μαρξ και ο Ενγκελς έγραψαν μαζί το έργο «Η Αγία Οικογένεια», που καταφερόταν ενάντια στους Νεοχεγκελιανούς και που βάζει τα θεμέλια της επαναστατικής υλιστικής αντίληψης για την ιστορία και την προοπτική του σοσιαλισμού.

Το 1845, ο Ενγκελς γυρίζει στη Γερμανία και δημοσιεύει το σπουδαίο έργο του «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», αποτέλεσμα των εκεί ερευνών και μελετών του.
Την άνοιξη του 1845, ο Ενγκελς εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες, όπου κατοικούσε τότε ο Μαρξ, μετά την απέλασή του από τη Γαλλία. Εγραψαν μαζί τη «Γερμανική Ιδεολογία», ασκώντας κριτική στη φιλοσοφία του Φόιερμπαχ, στις απόψεις των νεοχεγκελιανών και τον «Αληθινό Σοσιαλισμό», αντιδραστικό ιδεολογικό ρεύμα στη Γερμανία, σύμφωνα με το οποίο δε χρειαζόταν η ανάπτυξη της ταξικής πάλης της εργατικής τάξης, υποχρεώνοντάς την έτσι στο συμβιβασμό.
Από το 1845 έως το 1847, ο Ενγκελς έζησε ανάμεσα στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι, συνεχίζοντας τις επιστημονικές του μελέτες και την πρακτική του δράση μέσα στους εργάτες.

Οπως και ο Μαρξ, έτσι και ο Ενγκελς ήρθε σ' επαφή με την οργάνωση «Ενωση Δικαίων». Με τον Μαρξ συνεργάζονται δραστήρια για την προετοιμασία του Β' Συνεδρίου της οργάνωσης, με αποτέλεσμα να μετατραπεί σε καθαρά πολιτικό κόμμα, στα 1847, την Ενωση Κομμουνιστών. Η σημαντικότερη συμβολή τους ήταν η επεξεργασία του πρώτου στην ιστορία Προγράμματος προλεταριακού κόμματος, που έμεινε στην ιστορία ως «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». Ο Ενγκελς έγραψε τις «Βάσεις του Κομμουνισμού», που ήταν ένα προσχέδιο του Προγράμματος της Ενωσης Κομμουνιστών.

Οταν ξέσπασε στη Γαλλία η επανάσταση του 1848, ο Ενγκελς ακολουθεί στο Παρίσι τον Μαρξ, που τον είχαν εξορίσει από τις Βρυξέλλες. Στις αρχές του Απρίλη του 1848, άρχισε η επανάσταση στη Γερμανία. Ο Ενγκελς μαζί με τον Μαρξ φεύγουν από το Παρίσι για την Κολωνία, όπου αναλαμβάνουν τη διεύθυνση της «Νέας εφημερίδας του Ρήνου», και αρχίζουν μια σπουδαία επαναστατική δράση. Εκεί εκδίδεται ένταλμα συλλήψεως εναντίον των συντακτών της «Νέας εφημερίδας του Ρήνου» και ο Ενγκελς φεύγει για τις Βρυξέλλες όπου τον συλλαμβάνουν, τον ρίχνουν στη φυλακή και αργότερα τον εξορίζουν. Τον Οκτώβρη φτάνει στο Παρίσι και από κει καταφεύγει στην Ελβετία και μόνο το Γενάρη του 1849 επιστρέφει στην Κολωνία. Υστερα από λίγο, αυτός και ο Μαρξ, παραπέμπονται στη Δικαιοσύνη με την κατηγορία της «προσβολής κατά του καθεστώτος». Κατά τη δίκη οι κατηγορούμενοι γίνονται κατήγοροι και το δικαστήριο αναγκάζεται να τους απαλλάξει. Ο Ενγκελς παίρνει μέρος στην ένοπλη λαϊκή εξέγερση και, όταν αυτή καταστέλλεται, περνάει στο ελβετικό έδαφος με τις τελευταίες επαναστατικές μονάδες και από εκεί πηγαίνει στο Λονδίνο.

Ο Ενγκελς γενικεύει την πείρα της επαναστατικής περιόδου του 1848 - 1849 στη Γερμανία σε δύο έργα του, «Ο πόλεμος των χωρικών στη Γερμανία», που δημοσιεύτηκε το 1850, και «Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Γερμανία» (1851 - 1852), που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Μαρξ. Σ' αυτό το έργο του, ο Ενγκελς στρέφει την προσοχή του στη μελέτη των ζητημάτων της ένοπλης εξέγερσης. Ο Λένιν θεωρούσε τον Ενγκελς σαν ένα μεγάλο εμπειρογνώμονα στα στρατιωτικά ζητήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι του έδωσαν το προσωνύμιο «Στρατηγός».

Με την ίδρυση της Α' Διεθνούς, ο Ενγκελς και ο Μαρξ συμμετέχουν ενεργά, αγωνίζονται ενάντια στους προυντονιστές, στους μπακουνιστές (αναρχικοί). Το φθινόπωρο του 1870, ο Ενγκελς εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου εκλέγεται μέλος του Γενικού Συμβουλίου της Α' Διεθνούς. Μετά τη διάλυση της Α' Διεθνούς, ο Μαρξ και ο Ενγκελς εξακολουθούν να παρακολουθούν και να συμμετέχουν δραστήρια στο εργατικό κίνημα, με πρωταρχικό ζήτημα την πάλη ενάντια στα οπορτουνιστικά ρεύματα μέσα στο εργατικό κίνημα, όπου διεξάγεται οξύτατη διαπάλη.

Αυτήν ακριβώς την εποχή, ο Ενγκελς έγραψε τα άρθρα ενάντια στον Ντύρινγκ, που αργότερα, δηλαδή το 1877 - 1878, συγκεντρώθηκαν και δημοσιεύτηκαν σε βιβλίο με τον τίτλο «Αντι-Ντύρινγκ». Είναι μια συντομογραφία του μαρξισμού με τα τρία συστατικά του μέρη, Φιλοσοφία, Πολιτική Οικονομία, Επιστημονικός Κομμουνισμός. Ταυτόχρονα, ο Ενγκελς ασχολείται με τη μελέτη των Φυσικών Επιστημών και των Μαθηματικών. Τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας βρίσκονται συμπυκνωμένα στο περίφημο έργο του «Διαλεκτική της Φύσης».
Μετά το θάνατο του Μαρξ, ο Ενγκελς αναλαμβάνει να εκδώσει το δεύτερο και τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου». Ο δεύτερος τόμος κυκλοφόρησε το 1885 και ο τρίτος το 1894. Την ίδια περίοδο, έγραψε την «Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους». Το 1888 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας». Βεβαίως δεν είναι δυνατό να αναφερθούν εδώ όλα τα έργα του, ενδεικτικά αναφέρονται ορισμένα.

Στην επέτειο των 118 χρόνων από το θάνατο του Ενγκελς δημοσιεύουμε δύο εκλαϊκευτικά άρθρα του για τον 1ο τόμο του «Κεφαλαίου», του Κ. Μαρξ, που γράφτηκαν την 1η και 13η Μάρτη 1868 (Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», τ. 1ος, σελ. 548-557, εκδόσεις «Γνώσεις»). Αρθρα που βοηθάνε στην κατανόηση του καπιταλισμού, των νομοτελειών του, την πηγή της εκμετάλλευσης, που δεν είναι φανερή, αλλά και την βασική ταξική αντίθεση στην καπιταλιστική κοινωνία.

Δημοσιεύουμε επίσης άρθρο του Ενγκελς με τίτλο «Δίκαιος μισθός για δίκαιη εργάσιμη ημέρα», αρκετά επίκαιρο σε σχέση με τις αντεργατικές αναδιαρθρώσεις στον εργάσιμο χρόνο, αλλά και την τάση να δημιουργούν συνθήκες για αγορά ολοένα και φτηνότερης εργατικής δύναμης οι καπιταλιστές.

Το άρθρο αυτό γράφτηκε την Πρωτομαγιά και στις 2 Μάη του 1881. Δέκα περίπου χρόνια, δηλαδή, μετά την Παρισινή Κομμούνα και 5 χρόνια πριν τα γεγονότα του Σικάγου. Είναι το πρώτο από μια σειρά άρθρα που γράφτηκαν από τον Ενγκελς για την εφημερίδα «The Labour Standart», με την οποία συνεργάστηκε από το Μάη μέχρι τον Αύγουστο του 1881. Τα άρθρα δημοσιεύονταν χωρίς υπογραφή σχεδόν κάθε βδομάδα, στη θέση του κύριου άρθρου της εφημερίδας. Ο Ενγκελς αναγκάστηκε να διακόψει τη συνεργασία του με την εφημερίδα, εξαιτίας της γενικής οπορτουνιστικής γραμμής της.
Πηγή σχετικά με τη σύντομη βιογραφία του Φρίντριχ Ενγκελς: «Φιλοσοφικό λεξικό», Ρόζενταλ - Γιούντιν, εκδόσεις «Αναγνωστίδης»
«Το Κεφάλαιο» του Μαρξ

Από τον καιρό που υπάρχουν στον κόσμο κεφαλαιοκράτες και εργάτες δεν εκδόθηκε ακόμα κανένα άλλο βιβλίο που να έχει τόση σπουδαιότητα για τους εργάτες, όση έχει το βιβλίο που έχουμε μπροστά μας. Η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ο άξονας που γύρω του περιστρέφεται ολόκληρο το σημερινό μας κοινωνικό σύστημα, για πρώτη φορά αναπτύσσεται εδώ επιστημονικά κι αυτό με μια βαθύτητα και οξύνοια που μόνο ένας Γερμανός μπορούσε να το κάνει. Οσο πολύτιμα κι αν είναι και παραμένουν τα συγγράμματα ενός Οουεν, ενός Σεν - Σιμόν ή ενός Φουριέ - επιφυλάχτηκε σ' έναν Γερμανό να αναρριχηθεί ως την κορυφή απ' όπου μπορεί κανείς να δει καθαρά και επισκοπικά ολόκληρο το πεδίο των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων, ακριβώς όπως ένας παρατηρητής που στέκεται στην ψηλότερη κορφή βλέπει τα χαμηλότερα ορεινά τοπία.

Η ως τα τώρα πολιτική οικονομία μάς διδάσκει ότι η εργασία είναι η πηγή όλου του πλούτου και το μέτρο όλων των αξιών, έτσι που δυο αντικείμενα που η παραγωγή τους στοίχισε τον ίδιο χρόνο εργασίας έχουν επίσης την ίδια αξία και μια και κατά μέσον όρο ανταλλάσσονται μεταξύ τους ίσες αξίες, θα πρέπει τα δυο αυτά αντικείμενα να μπορούν να ανταλλαχτούν το ένα με το άλλο. Ταυτόχρονα όμως, η πολιτική οικονομία διδάσκει ότι υπάρχει ένα είδος συσσωρευμένης εργασίας που την ονομάζει κεφάλαιο, ότι αυτό το κεφάλαιο χάρη στις βοηθητικές πηγές που ενυπάρχουν σ' αυτό, ανεβάζει την παραγωγικότητα της ζωντανής εργασίας εκατό και χίλιες φορές, και σ' αντάλλαγμα παίρνει μια ορισμένη αποζημίωση, που ονομάζεται όφελος ή κέρδος.

 Οπως όλοι ξέρουμε, στην πραγματικότητα τα πράγματα γίνονται έτσι που τα κέρδη της συσσωρευμένης, νεκρής εργασίας αυξάνουν ολοένα σε μάζα, τα κεφάλαια των κεφαλαιοκρατών γίνονται όλο και πιο κολοσσιαία, ενώ ο μισθός της ζωντανής εργασίας λιγοστεύει ολοένα, και η μάζα των εργατών που ζουν αποκλειστικά από το μισθό της εργασίας γίνεται όλο και πιο πολυάριθμη και πιο φτωχή. Πώς μπορεί να λυθεί αυτή η αντίφαση; Πώς μπορεί να μένει στον κεφαλαιοκράτη ένα κέρδος, αν ο εργάτης αποζημιώνεται με ολόκληρη την αξία της εργασίας που προσθέτει στο προϊόν του; Μα αφού ανταλλάσσονται μόνο ίσες αξίες θα πει ότι έτσι πρέπει να γίνεται. Από την άλλη μεριά, πώς μπορούν να ανταλλάσσονται ίσες αξίες, πώς μπορεί ο εργάτης να παίρνει ολόκληρη την αξία του προϊόντος του, αν όπως παραδέχονται πολλοί οικονομολόγοι, το προϊόν αυτό μοιράζεται ανάμεσα σ' αυτόν και στον κεφαλαιοκράτη; Η παλιά πολιτική οικονομία στέκεται αμήχανη μπρος σ' αυτή την αντίφαση και γράφει ή τραυλίζει συγχυσμένες φράσεις που δε λένε τίποτα. Ακόμα και οι ως τα τώρα σοσιαλιστές κριτικοί της πολιτικής οικονομίας δεν ήταν σε θέση να κάνουν τίποτα περισσότερο παρά να τονίσουν αυτή την αντίφαση. Κανένας δεν την έλυσε, ώσπου επιτέλους ο Μαρξ παρακολούθησε την πορεία γέννησης αυτού του κέρδους ως τον τόπο της γέννησής του κι έτσι φώτισε όλο το ζήτημα.

Στην ανάλυση του κεφαλαίου, ο Μαρξ ξεκινά από τα απλό, πασίγνωστο γεγονός ότι οι κεφαλαιοκράτες αξιοποιούν το κεφάλαιό τους με την ανταλλαγή: Αγοράζουν με το χρήμα τους εμπόρευμα κι υστέρα το πουλάνε για περισσότερο χρήμα απ' όσο τους στοίχισε. Λόγου χάρη, ένας κεφαλαιούχος αγοράζει μπαμπάκι για 1.000 τάλιρα και το ξαναπουλά για 1.100, κι έτσι «κερδίζει» 100 τάλιρα. Αυτό το πλεόνασμα από 100 τάλιρα, πάνω από το αρχικό κεφάλαιο, ο Μαρξ το ονομάζει υπεραξία. Από πού γεννιέται αυτή η υπεραξία; Σύμφωνα με όσα παραδέχονται οι οικονομολόγοι ανταλλάσσονται μόνον ίσες αξίες και στην περιοχή της αφηρημένης θεωρίας αυτό είναι σωστό. Ετσι η αγορά μπαμπακιού και η μεταπούλησή του δεν μπορούν να προσφέρουν περισσότερη υπεραξία, από την υπεραξία που προσφέρει η ανταλλαγή ενός ασημένιου τάλιρου με τριάντα ασημένια γρόσια και η αντίστροφη ανταλλαγή των κερμάτων με το ασημένιο τάλιρο: από μια τέτοια ανταλλαγή κανένας δε γίνεται ούτε πιο πλούσιος, ούτε πιο φτωχός. Μα η υπεραξία δεν μπορεί να προέρχεται ούτε από την περίπτωση που οι πουλητές πουλούν εμπορεύματα πάνω από την αξία τους, ή που οι αγοραστές τα αγοράζουν κάτω από την αξία τους, γιατί ο καθένας τους με τη σειρά του γίνεται πότε αγοραστής και πότε πουλητής και έτσι τα πράγματα εξισώνονται πάλι.

Το ίδιο δεν μπορεί να προέλθει από το γεγονός ότι αγοραστές και πουλητές ξεγελούν ο ένας τον άλλο, γιατί αυτό δε θα δημιουργούσε καμιά νέα αξία ή υπεραξία, αλλά απλούστατα θα μοίραζε το υπάρχον κεφάλαιο διαφορετικά ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες. Παρά το γεγονός ότι ο κεφαλαιοκράτης αγοράζει τα εμπορεύματα στην άξια τους και τα πουλά στην αξία τους, βγάζει απ' αυτά περισσότερη αξία απ' όση έβαλε μέσα σ' αυτά. Πώς συμβαίνει αυτό;
Ο κεφαλαιοκράτης, μέσα στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες, βρίσκει στην αγορά των εμπορευμάτων ένα εμπόρευμα που έχει την ιδιόμορφη ιδιότητα ότι η κατανάλωσή του αποτελεί πηγή νέας αξίας, δημιουργία νέας αξίας, κι αυτό το εμπόρευμα είναι η εργατική δύναμη.

Τι είναι η αξία της εργατικής δύναμης; Η αξία κάθε εμπορεύματος μετριέται με την εργασία που απαιτείται για την παραγωγή του. Η εργατική δύναμη υπάρχει με τη μορφή του ζωντανού εργάτη που χρειάζεται ένα καθορισμένο ποσό μέσων συντήρησης για την ύπαρξή του καθώς και για τη συντήρηση της οικογένειάς του, που εξασφαλίζει τη διαιώνιση της εργατικής δύναμης κι ύστερα από το θάνατό του. Ο αναγκαίος εργάσιμος χρόνος για την παραγωγή αυτών των μέσων συντήρησης αντιπροσωπεύει λοιπόν την αξία της εργατικής δύναμης. Ο κεφαλαιοκράτης πληρώνει την αξία αυτή κάθε βδομάδα και αγοράζει έτσι τη χρήση εργασίας του εργάτη για μια βδομάδα. Ως το σημείο αυτό, οι κύριοι οικονομολόγοι θα είναι περίπου σύμφωνοι μαζί μας στο ζήτημα της αξίας της εργατικής δύναμης.

Ο κεφαλαιοκράτης βάζει τώρα τον εργάτη του να δουλέψει. Σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ο εργάτης θα έχει παραδώσει τόση εργασία, όση αντιπροσωπευόταν στο βδομαδιάτικο μισθό του. Αν υποθέσουμε ότι ο βδομαδιάτικος μισθός ενός εργάτη αντιπροσωπεύει τρεις μέρες εργασίας, τότε αν ο εργάτης αρχίσει να δουλεύει τη Δευτέρα, θα έχει ως την Τετάρτη το βράδυ αναπληρώσει στον κεφαλαιοκράτη ολόκληρη την αξία του πληρωμένου μισθού. Μήπως σταματά τότε να δουλεύει; Καθόλου. Ο κεφαλαιοκράτης έχει αγοράσει την εργασία του για μια βδομάδα κι ο εργάτης πρέπει ακόμα να δουλέψει και τις τρεις τελευταίες μέρες της βδομάδας. Αυτή η υπερεργασία του εργάτη, πάνω από τον αναγκαίο για την αναπλήρωση του μισθού του χρόνο, είναι η πηγή της υπεραξίας, του κέρδους, της ολοένα αναπτυσσόμενης αύξησης του κεφαλαίου.

Ας μην πει κανείς πως είναι μια αυθαίρετη υπόθεση ότι ο εργάτης βγάζει με τη δουλειά του σε τρεις μέρες το μισθό που πήρε, και ότι δουλεύει τις υπόλοιπες τρεις μέρες για τον κεφαλαιοκράτη. Αν χρειάζεται ακριβώς τρεις μέρες για να αναπληρώσει το μισθό του, ή δυο ή τέσσερις, αυτό μας είναι εδώ ολότελα αδιάφορο και αλλάζει σύμφωνα με τις περιστάσεις. Το βασικό είναι ότι ο κεφαλαιοκράτης, πλάι στη δουλειά που πληρώνει, αποκομίζει εργασία που δεν την πληρώνει, κι αυτό δεν είναι αυθαίρετη υπόθεση, γιατί τη μέρα που ο κεφαλαιοκράτης θα έβγαζε μόνιμα από τον εργάτη μόνο τόση εργασία όση του πληρώνει σε μισθό, τη μέρα αυτή θα έκλεινε την επιχείρησή του, αφού θα χανόταν ίσα ίσα ολόκληρο το κέρδος του.

Εδώ έχουμε τη λύση όλων εκείνων των αντιφάσεων. Η προέλευση της υπεραξίας (που το κέρδος του κεφαλαιοκράτη αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της) είναι τώρα ολότελα ξεκάθαρη και φυσική. Η αξία της εργατικής δύναμης πληρώνεται, μα η αξία αυτή είναι πολύ μικρότερη από την αξία που κατορθώνει να βγάζει ο κεφαλαιοκράτης από την εργατική δύναμη, και η διαφορά, η απλήρωτη εργασία, αποτελεί ίσα ίσα το μερίδιο του κεφαλαιοκράτη ή, για να εκφραστούμε πιο σωστά, της τάξης των κεφαλαιοκρατών. Γιατί ακόμα και το κέρδος που στο παραπάνω παράδειγμά μας έβγαλε ο βαμβακέμπορος από το βαμβάκι του, πρέπει, αν οι τιμές του βαμβακιού δεν υψώθηκαν, να αποτελείται από απλήρωτη εργασία. Ο έμπορος θα πρέπει να έχει πουλήσει το βαμβάκι του σ' έναν εργοστασιάρχη βαμβακερών, που μπορεί να βγάλει από το προϊόν του, εκτός από 'κείνα τα 100 τάλιρα που πλήρωσε στο βαμβακέμπορο, και ένα ακόμα κέρδος για τον ίδιο τον εαυτό του και έτσι μοιράζεται μ' αυτόν την απλήρωτη εργασία που τσέπωσε. Αυτή η απλήρωτη εργασία είναι γενικά που συντηρεί όλα τα μη εργαζόμενα μέλη της κοινωνίας. Απ' αυτήν πληρώνονται οι κρατικοί και δημοτικοί φόροι, στο βαθμό που θίγουν την κεφαλαιοκρατική τάξη, καθώς και η γαιοπρόσοδος των γαιοχτημόνων κλπ. Πάνω σ' αυτή στηρίζεται ολόκληρο το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς.

Χώρια απ' αυτό, θα ήταν παράλογο να υποθέσει κανείς ότι η απλήρωτη εργασία προέκυψε μόνο μέσα στις σημερινές σχέσεις, όπου η παραγωγή γίνεται από τη μια από κεφαλαιοκράτες και από την άλλη από μισθωτούς εργάτες. Αντίθετα. Η καταπιεζόμενη τάξη σ' όλες τις εποχές ήταν αναγκασμένη να προσφέρει απλήρωτη εργασία. Σ' όλη τη μακρόχρονη περίοδο που η δουλεία ήταν η επικρατούσα μορφή της οργάνωσης της εργασίας, οι δούλοι ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν πολύ περισσότερο απ' ό,τι τους ανταποδιδόταν με τη μορφή μέσων συντήρησης. Το ίδιο συνέβαινε κάτω από την κυριαρχία της δουλοπαροικίας κι ως την κατάργηση της αγροτικής αγγαρείας. Εδώ μάλιστα εκδηλώνεται χειροπιαστά η διαφορά ανάμεσα στο χρόνο που ο αγρότης δουλεύει για την ίδια του τη συντήρηση στη ζωή και στην υπερεργασία για τον τσιφλικά, ακριβώς γιατί η τελευταία εργασία εκτελείται χωριστά από την πρώτη. Σήμερα άλλαξε η μορφή, μα η ουσία παρέμεινε, κι όσον καιρό ένα μέρος της κοινωνίας κατέχει το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής, ο εργάτης, είτε είναι ελεύθερος είτε όχι, πρέπει να προσθέτει στον αναγκαίο για την αυτοσυντήρησή του εργάσιμο χρόνο, έναν παραπανίσιο χρόνο εργασίας για να παράγει τα μέσα συντήρησης των ιδιοχτητών των μέσων παραγωγής» (Μαρξ σελ. 202)1·
II

Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε ότι κάθε εργάτης που απασχολεί ένας κεφαλαιοκράτης εκτελεί διπλή εργασία: Στη διάρκεια ενός μέρους του χρόνου της εργασίας του αναπληρώνει το μισθό που του πλήρωσε ο κεφαλαιοκράτης, κι αυτό το μέρος της εργασίας ο Μαρξ το ονομάζει αναγκαία εργασία. Υστερα όμως απ' αυτό, ο εργάτης είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει δουλεύοντας, και στο χρονικό αυτό διάστημα παράγει για τον κεφαλαιοκράτη την υπεραξία, που ένα σημαντικό μέρος της αποτελεί το κέρδος. Το μέρος αυτό της εργασίας ονομάζεται υπερεργασία.

Ας υποθέσουμε ότι ο εργάτης δουλεύει τρεις μέρες τη βδομάδα για την αναπλήρωση του μισθού του και τρεις μέρες για την παραγωγή υπεραξίας για τον κεφαλαιοκράτη. Αν το εκφράσουμε με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει ότι όταν εργάζεται δώδεκα ώρες τη μέρα, εργάζεται έξι ώρες τη μέρα για το μισθό του κι έξι ώρες για την παραγωγή υπεραξίας. Από τη βδομάδα δεν μπορεί κανείς να βγάλει παρά έξι ή το πολύ εφτά εργάσιμες μέρες λογαριάζοντας και την Κυριακή. Από κάθε ξεχωριστή μέρα όμως μπορεί κανείς να βγάλει έξι, οχτώ, δέκα, δώδεκα, δεκαπέντε ή και περισσότερες ώρες εργασίας. Ο εργάτης πούλησε στον κεφαλαιοκράτη μια εργάσιμη μέρα για ένα μεροκάματο. Τι είναι όμως μια εργάσιμη μέρα; Οχτώ ή δεκαοχτώ ώρες;

Ο κεφαλαιοκράτης έχει συμφέρον να κάνει την εργάσιμη μέρα όσο μπορεί μεγαλύτερη. Οσο πιο μεγάλη είναι η διάρκειά της, τόσο περισσότερη υπεραξία παράγει. Ο εργάτης νιώθει σωστά ότι κάθε ώρα εργασίας που δουλεύει πάνω από την αναπλήρωση του μισθού της εργασίας του, του αφαιρείται άδικα. Δοκιμάζει στην ίδια του την πλάτη τι θα πει να δουλεύεις ένα υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο κεφαλαιοκράτης αγωνίζεται για το κέρδος του, ο εργάτης για την υγεία του, για κάνα - δυο ώρες ανάπαυση τη μέρα, για να μπορεί έξω από τη δουλειά, τον ύπνο και το φαγητό, να δράσει και σαν άνθρωπος. Ετσι ας σημειωθεί εν παρόδω ότι δεν εξαρτιέται καθόλου από την καλή θέληση των ξεχωριστών κεφαλαιοκρατών αν επιθυμούν να ανακατευτούν ή όχι σε τούτο τον αγώνα, αφού ο συναγωνισμός εξαναγκάζει ακόμα και τους πιο φιλάνθρωπους απ' αυτούς να κάνουν το ίδιο που κάνουν και οι συνάδελφοί τους και να καθιερώνουν κατά κανόνα έναν εργάσιμο χρόνο, το ίδιο παρατεταμένο όσο και οι άλλοι.

Η πάλη για τον καθορισμό της εργάσιμης μέρας κρατά από την πρώτη ιστορική εμφάνιση των ελεύθερων εργατών ως τα σήμερα. Στους διάφορους κλάδους επικρατούν διαφορετικές πατροπαράδοτες εργάσιμες μέρες. Στην πραγματικότητα όμως σπάνια τηρούνται. Μονάχα εκεί που ο νόμος καθορίζει την εργάσιμη μέρα και που εποπτεύει την τήρησή της, μονάχα εκεί μπορεί κανείς να πει πραγματικά ότι υπάρχει μια κανονική εργάσιμη μέρα. Κι ως τώρα αυτό συμβαίνει σχεδόν μόνο στις εργοστασιακές περιοχές της Αγγλίας. Εδώ, για όλες τις γυναίκες και τα παιδιά από 13 ως 18 χρονών έχει καθοριστεί η δεκάωρη εργάσιμη μέρα (10,5 ώρες τις πέντε μέρες της βδομάδας και 7,5 ώρες το Σάββατο). Και επειδή οι άντρες δεν μπορούν να δουλέψουν χωρίς τους παραπάνω, υποτάσσονται και αυτοί στη δεκάωρη εργάσιμη μέρα. Το νόμο αυτό τον κατάχτησαν οι Αγγλοι εργοστασιακοί εργάτες ύστερα από πολύχρονη εγκαρτέρηση, με τον πιο επίμονο και πεισματικό αγώνα ενάντια στους εργοστασιάρχες, με την ελευθεροτυπία, με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι, καθώς και με την επιδέξια χρησιμοποίηση των διαιρέσεων μέσα στην ίδια την κυρίαρχη τάξη.

Ο νόμος αυτός έγινε το παλλάδιο των Αγγλων εργατών, επεκτάθηκε σιγά σιγά σ' όλους τους μεγάλους βιομηχανικούς κλάδους και πέρσι2σε όλους σχεδόν τους κλάδους, τουλάχιστον σε όλους εκείνους που απασχολούν γυναίκες και παιδιά. Το έργο αυτό περιέχει εξαιρετικά λεπτομερειακό υλικό για την ιστορία αυτής της νομοθετικής ρύθμισης της εργάσιμης μέρας στην Αγγλία. Το ερχόμενο βορειογερμανικό Ράιχσταγκ θα έχει επίσης να συζητήσει ένα βιομηχανικό κανονισμό και μαζί μ' αυτό τη ρύθμιση της εργασίας στα εργοστάσια. Ελπίζουμε ότι κανένας από τους βουλευτές που εκλέξανε οι Γερμανοί εργάτες δε θα πάει στη συζήτηση αυτού του νόμου, χωρίς προηγούμενα να έχει ολότελα γνωρίσει το βιβλίο του Μαρξ. Στο ζήτημα αυτό πολλά μπορούν να επιτευχθούν. Οι διαιρέσεις ανάμεσα στις άρχουσες τάξεις είναι πιο ευνοϊκές για τους εργάτες απ' ό,τι ήταν κάποτε στην Αγγλία, γιατί το γενικό εκλογικό δικαίωμα αναγκάζει τις κυρίαρχες τάξεις να επιδιώκουν την εύνοια των εργατών. Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες, τέσσερις ή πέντε αντιπρόσωποι του προλεταριάτου αποτελούν μια δύναμη, αν ξέρουν πώς να χρησιμοποιήσουν τη θέση τους, αν πριν απ' όλα ξέρουν για το τι πρόκειται, πράγμα που οι αστοί δεν το ξέρουν. Και γι' αυτό το σκοπό, το βιβλίο του Μαρξ, τους δίνει έτοιμο στο χέρι όλο το υλικό.

Αφήνουμε κατά μέρος μια σειρά άλλες πολύ όμορφες έρευνες που έχουν περισσότερο θεωρητικό ενδιαφέρον και περνάμε στο τελευταίο κεφάλαιο που πραγματεύεται τη συσσώρευση ή συγκέντρωση του κεφαλαίου. Εδώ αποδείχνεται πρώτα ότι η κεφαλαιοκρατική μέθοδος παραγωγής, δηλαδή η παραγωγή που γίνεται, από τη μια, από τους κεφαλαιοκράτες κι από την άλλη από τους μισθωτούς εργάτες, όχι μόνο αναπαράγει συνεχώς το κεφάλαιο για τον κεφαλαιοκράτη, αλλά ταυτόχρονα αναπαράγει συνεχώς και τη φτώχεια των εργατών. Ετσι εξασφαλίζεται από τη μια να υπάρχουν πάντα οι κεφαλαιοκράτες, που είναι οι ιδιοχτήτες όλων των μέσων συντήρησης, όλων των πρώτων υλών και όλων των εργαλείων δουλειάς, κι απ' την άλλη, να υπάρχει πάντα η μεγάλη μάζα των εργατών που είναι υποχρεωμένοι να πουλάνε την εργατική τους δύναμη σ' αυτούς τους κεφαλαιοκράτες για ένα ποσό από μέσα συντήρησης, που, στην καλύτερη περίπτωση, φτάνουν ίσα ίσα για να τους διατηρούν σε κατάσταση που να είναι ικανοί για δουλειά και για ν' αναθρέψουν μια νέα γενιά από ικανούς για δουλειά προλετάριους.

Το κεφάλαιο όμως δεν αναπαράγεται μονάχα: Ολοένα πληθαίνει και μεγαλώνει - και μαζί μ' αυτό πληθαίνει και μεγαλώνει η εξουσία του πάνω στην τάξη των εργατών που δεν έχουν καμιά ιδιοχτησία. Κι όπως το ίδιο αναπαράγεται σε ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα, έτσι ο σύγχρονος κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής αναπαράγει επίσης σε ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα, σε ολοένα μεγαλύτερο αριθμό την τάξη των εργατών που δεν έχουν καμιά ιδιοχτησία.

«...Η συσσώρευση του κεφαλαίου αναπαράγει την κεφαλαιοκρατική σχέση σε πλατύτερη κλίμακα: περισσότερους κεφαλαιοκράτες ή μεγαλύτερους κεφαλαιοκράτες στον ένα πόλο, περισσότερους μισθωτούς εργάτες στον άλλο... Συσσώρευση του κεφαλαίου σημαίνει λοιπόν αύξηση του προλεταριάτου» (σελ. 600)3.Επειδή όμως, με την πρόοδο των μηχανών, με τη βελτιωμένη γεωργία κλπ. χρειάζονται όλο και λιγότεροι εργάτες για να παράγουν το ίδιο ποσό προϊόντα, επειδή αυτή η τελειοποίηση, δηλαδή αυτή η μετατροπή των εργατών σε υπεράριθμους, αυξάνει ταχύτερα από ό,τι το ίδιο το αυξανόμενο κεφάλαιο, τι θα γίνει μ' αυτόν τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό των εργατών;

Σχηματίζουν ένα βιομηχανικό εφεδρικό στρατό που, σ' εποχές που οι δουλειές πάνε άσχημα ή μέτρια, πληρώνεται κάτω από την αξία της εργασίας του και απασχολείται όχι ταχτικά ή περιέρχεται στη φροντίδα της δημόσιας πρόνοιας για τους φτωχούς, που είναι όμως απαραίτητη στην κεφαλαιοκρατική τάξη σε καιρούς που σημειώνεται ιδιαίτερη ζωηρότητα στις δουλειές όπως αυτό φαίνεται σήμερα ολοκάθαρα στην Αγγλία. Σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, χρησιμεύει για να σπάει τη δύναμη αντίστασης των εργατών που απασχολούνται ταχτικά και για να κρατά χαμηλά τους μισθούς τους.

 «Οσο μεγαλύτερος είναι ο κοινωνικός πλούτος... τόσο μεγαλύτερος είναι κι ο σχετικός υπερπληθυσμός, ή ο βιομηχανικός εφεδρικός στρατός. Και όσο μεγαλύτερος είναι αυτός ο εφεδρικός στρατός σε σχέση με τον ενεργό (τον κανονικά απασχολούμενο) εργατικό στρατό, τόσο μαζικότερος είναι ο σταθεροποιημένος (μόνιμος) υπερπληθυσμός, ή τα εργατικά εκείνα στρώματα που η αθλιότητά τους βρίσκεται σε αντίστροφη αναλογία με το μόχθο της δουλειάς τους. Οσο πιο πλατιά είναι, τέλος, τα στρώματα των ολότελα εξαθλιωμένων ανθρώπων της εργατικής τάξης και του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού, τόσο μεγαλύτερος είναι ο επίσημος παουπερισμός*. Αυτός είναι ο απόλυτος γενικός νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης» (σελ. 631)4.

Αυτοί είναι μερικοί από τους κυριότερους νόμους του σύγχρονου κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού συστήματος, που αποδείχτηκαν αυστηρά επιστημονικά και οι επίσημοι οικονομολόγοι αποφεύγουν βέβαια να κάνουν έστω και μια απόπειρα να τους αντικρούσουν. Μα μήπως μ' αυτό τα είπαμε όλα; Καθόλου. Με την ίδια οξύτητα που ο Μαρξ τονίζει τις κακές πλευρές της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, με την ίδια σαφήνεια αποδείχνει ότι η κοινωνική αυτή μορφή ήταν αναγκαία για να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας ως το επίπεδο που θα κάνει δυνατή μια ίση για όλα τα μέλη της κοινωνίας ανάπτυξη, μια ανάπτυξη αντάξια για τον άνθρωπο. Ολες οι προηγούμενες κοινωνικές μορφές ήταν πολύ φτωχές για ένα τέτοιο πράγμα. Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή είναι η πρώτη που δημιουργεί τον πλούτο και τις παραγωγικές δυνάμεις που χρειάζονται γι' αυτό, μα ταυτόχρονα δημιουργεί, επίσης, στο πρόσωπο των πολυάριθμων καταπιεζόμενων εργατών, την κοινωνική εκείνη τάξη που ολοένα και περισσότερο υποχρεώνεται από τα πράγματα να πάρει στα χέρια της τη διαχείριση αυτού του πλούτου κι αυτών των παραγωγικών δυνάμεων, προς το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας - κι όχι όπως γίνεται ως σήμερα, προς το συμφέρον μιας μονοπωλιακής τάξης.

Γράφτηκε από τον Φρ. Ενγκελς την 1η και τη 13η του Μάρτη 1868. Δημοσιεύτηκε στην «Ντεμοκράτισες Βόχενμπλατ» στις 21 και 28 του Μάρτη 1868. Ανυπόγραφο.
Σημειώσεις:
1. Η παραπομπή αναφέρεται στην πρώτη έκδοση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου». Αμβούργο 1867
2. Δηλαδή το 1867
3. Αναφέρεται στην πρώτη έκδοση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου», Αμβούργο 1867
4. Αναφέρεται στην πρώτη έκδοση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου, Αμβούργο 1867
*Μόνιμη κατάσταση τέλειας ανέχειας στην οποία βρίσκεται ένα τμήμα του πληθυσμού στις κεφαλαιοκρατικές χώρες.

Δίκαιος μισθός για δίκαιη εργάσιμη ημέρα

Αυτό ήταν το σύνθημα του αγγλικού εργατικού κινήματος στη διάρκεια των τελευταίων πενήντα χρόνων. Αυτό το σύνθημα προσέφερε καλή υπηρεσία την περίοδο της ανόδου των τρεντ-γιούνιον, ύστερα από την κατάργηση το 1824 των αισχρών νόμων για τις ενώσεις1, προσέφερε ακόμα καλύτερη υπηρεσία την περίοδο του δοξασμένου Χαρτιστικού Κινήματος, όταν οι Αγγλοι εργάτες πορεύονταν επικεφαλής της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης. Αλλά τα χρόνια αλλάζουν και πολλά απ' αυτά που ήταν καλά και αναγκαία πριν 50 ακόμα και 30 χρόνια, τώρα πάλιωσαν και θα είναι εξ ολοκλήρου άτοπα.

Μήπως αυτό σχετίζεται και με το συγκεκριμένο παλιό, καθιερωμένο σύνθημα; Δίκαιος μισθός για δίκαιη εργάσιμη ημέρα;
Αλλά τι σημαίνει δίκαιος μισθός και τι σημαίνει δίκαιη εργάσιμη ημέρα; Πώς αυτά προσδιορίζονται μέσα από τους όρους στους οποίους ζει και αναπτύσσεται η σημερινή κοινωνία; Για ν' απαντήσουμε σ' αυτό το ερώτημα, πρέπει ν' απευθυνθούμε όχι στην επιστήμη της ηθικής ή του δικαίου, ούτε στα αισθήματα περί ανθρωπισμού, δικαιοσύνης, ακόμα και της ευσπλαχνίας.

Γιατί αυτό που είναι δίκαιο, από την άποψη της ηθικής ή ακόμα και του δικαίου, μπορεί ν' αποδειχτεί μακριά από τη δικαιοσύνη σε κοινωνικό επίπεδο. Η κοινωνική δικαιοσύνη ή η αδικία ορίζονται μόνο από μία επιστήμη, από την επιστήμη που έχει σχέση με τα οικονομικά δεδομένα της παραγωγής και της ανταλλαγής - από την επιστήμη της πολιτικής οικονομίας.

Τι, αλήθεια, ονομάζει η πολιτική οικονομία δίκαιο μισθό και δίκαιη εργατική ημέρα; Απλά, το μέγεθος του μισθού, τη διάρκεια και ένταση της εργατικής μέρας, οι οποίες καθορίζονται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργοδοτών και των εργατών στην ελεύθερη αγορά. Και τι αντιπροσωπεύουν αυτοί οι δύο, με βάση αυτόν τον ορισμό;

Δίκαιος μισθός, σε φυσιολογικές συνθήκες, είναι το ποσό που απαιτείται για να εξασφαλίσει στον εργάτη τα μέσα διαβίωσής του, τα αναγκαία, που σε αντιστοιχία με το επίπεδο ζωής στη δική του θέση και στη συγκεκριμένη χώρα στηρίζει την ικανότητά του για εργασία και τη διαιώνιση του είδους του. Τα πραγματικά μεγέθη του μισθού, σε συνθήκες διακύμανσης της παραγωγής, μπορεί να είναι άλλοτε υψηλότερα άλλοτε χαμηλότερα αυτού του ποσού. Αλλά αυτό το μέγεθος σε φυσιολογικές συνθήκες πρέπει να είναι ο μέσος όρος, η συνισταμένη όλων των διακυμάνσεων.
Δίκαιη εργάσιμη ημέρα είναι εκείνη η διάρκεια της εργάσιμης μέρας και εκείνη η ένταση της πραγματοποιούμενης εργασίας, στα πλαίσια των οποίων, στη διάρκεια της μέρας, ξοδεύεται εξ ολοκλήρου η εργατική δύναμη του εργάτη. Αλλά ξοδεύεται έτσι ώστε να μην προκαλέσει ζημιά στην ικανότητά του να πραγματοποιήσει την ίδια ποσότητα εργασίας και αύριο και τις επόμενες ημέρες.

Η αγοραπωλησία συνίσταται στα παρακάτω: Ο εργάτης παραχωρεί στον καπιταλιστή όλη την ημερήσια εργατική του δύναμη, δηλαδή την ποσότητα που μπορεί να δώσει ώστε να επιτρέπει την αδιάκοπη επανάληψη της αγοραπωλησίας. Σε αντάλλαγμα, αυτός παίρνει ακριβώς τόσα και όχι περισσότερα από τα αναγκαία για τη ζωή αντικείμενα, όσα απαιτούνται, ώστε αυτή η αγοραπωλησία κάθε ημέρα να επαναλαμβάνεται. Ο εργάτης δίνει τόσο πολλά και ο καπιταλιστής δίνει τόσο λίγα, όσα μόνο επιτρέπει η φύση αυτής της αγοραπωλησίας. Αυτή είναι μια άκρως ιδιόμορφη δικαιοσύνη.

Αλλά ας επιχειρήσουμε να μπούμε στο θέμα λίγο βαθύτερα. Σύμφωνα με την πολιτική οικονομία, ο μισθός και η εργάσιμη ημέρα καθορίζονται από μια τέτοια δικαιοσύνη, η οποία προφανώς απαιτεί από την αρχή και οι δύο πλευρές να είναι στις ίδιες συνθήκες. Ομως αυτό ακριβώς είναι που δε συμβαίνει στην πραγματικότητα. Αν ο καπιταλιστής δε συμφωνήσει με τον εργάτη, αυτός είναι σε θέση να περιμένει και να ζει με το δικό του κεφάλαιο. Για τον εργάτη αυτό είναι αδύνατο. Εκτός από το μισθό του, αυτός δε διαθέτει τίποτα άλλο για να ζήσει και γι' αυτό είναι υποχρεωμένος να δέχεται τη δουλειά, όταν, όπου και με τους όρους που μπορεί να την αποκτήσει. Ο εργάτης από την αρχή πέφτει σε δυσμενείς συνθήκες αγώνα. Η πείνα τον θέτει σε τρομερά ασύμφορη κατάσταση. Και μεταξύ άλλων, σύμφωνα με την πολιτική οικονομία της τάξης των καπιταλιστών, σ' αυτό ακριβώς και περικλείεται η κορυφή της δικαιοσύνης.

Αλλά αυτό ακόμα είναι πραγματικά τίποτα. Η διάδοση της δύναμης των μηχανών στους νέους κλάδους παραγωγής, και επίσης η διάδοση και ο εκσυγχρονισμός των μηχανών στις παραγωγές που ήδη εφαρμόζονται, αποστερούν την εργασία από όλο και περισσότερο αριθμό εργατών. Και αυτό γίνεται πολύ γρηγορότερα απ' ό,τι αυτοί οι εκτοπισμένοι εργάτες μπορούν ν' απορροφηθούν και να βρουν εργασία στις φάμπρικες της χώρας. Αυτοί οι εκτοπισμένοι εργάτες αποτελούν μια πραγματική βιομηχανική εφεδρική στρατιά, την οποία χρησιμοποιεί το κεφάλαιο. Αν τα πράγματα στη βιομηχανία είναι άσχημα, τότε μπορεί να πεθάνουν από την πείνα, θα καταφύγουν στην ελεημοσύνη, στην κλεψιά κλπ. Αν τα πράγματα στη βιομηχανία είναι καλά, είναι πάντα διαθέσιμοι για τη διεύρυνση της παραγωγής. Και μέχρι τότε, που και ο τελευταίος από τους άντρες, τις γυναίκες ή τα παιδιά, που αποτελούν αυτή την εφεδρική στρατιά, δε βρει εργασία - πράγμα που συμβαίνει μόνο σε περιόδους δαιμονισμένης υπερπαραγωγής - μέχρι τότε ο ανταγωνισμός αυτής της εφεδρικής στρατιάς θα μειώνει το μισθό και μονάχα η ύπαρξή της θα ενισχύει τη δύναμη του κεφαλαίου στον πόλεμο ενάντια στην εργασία. Στην αντιπαράθεση με το κεφάλαιο, η εργασία όχι μόνο είναι σε άνιση θέση, αλλά είναι αναγκασμένη να διαβιώνει με τις, περασμένες στα πόδια, σιδερένιες αλυσίδες. Ομως σύμφωνα με την πολιτική οικονομία των καπιταλιστών αυτό είναι δίκαιο.

Αλλά ας ξεκαθαρίσουμε, από ποιο ταμείο πληρώνει ο καπιταλιστής αυτόν τον τόσο δίκαιο μισθό. Εννοείται από το κεφάλαιο. Ομως το κεφάλαιο δεν παράγει αξία. Η εργασία όπως και η γη αποτελούν τη μοναδική πηγή πλούτου. Το ίδιο το κεφάλαιο δεν είναι τίποτα άλλο από συσσωρευμένο προϊόν της εργασίας. Με αυτό τον τρόπο, η πληρωμή της εργασίας καταβάλλεται από την ίδια την εργασία και ο εργάτης πληρώνεται από το προϊόν του που ο ίδιος παράγει. Σύμφωνα με αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε συνήθη δικαιοσύνη, ο μισθός του εργάτη πρέπει να αντιστοιχεί στο προϊόν της εργασίας του. Αλλά σύμφωνα με την πολιτική οικονομία αυτό δε θα ήταν δίκαιο. Αντίθετα, το προϊόν της εργασίας του εργάτη παραδίνεται στον καπιταλιστή και ο εργάτης παίρνει απ' αυτό τίποτα περισσότερο από αυτό που είναι απολύτως αναγκαίο για τη ζωή. Με αυτό τον τρόπο, αποτέλεσμα αυτού του ιδιόμορφου «δίκαιου» ανταγωνισμού, είναι γεγονός ότι το προϊόν της εργασίας αυτών που εργάζονται αναπόφευκτα συσσωρεύεται στα χέρια εκείνων που δεν εργάζονται και μετατρέπεται στα χέρια τους σε ισχυρότατο όπλο υποδούλωσης αυτών των ίδιων ανθρώπων οι οποίοι και το παρήγαγαν.

Δίκαιος μισθός για δίκαιη εργάσιμη ημέρα! Πολλά θα μπορούσε να πει κάποιος και για τη δίκαιη εργάσιμη ημέρα, δικαιοσύνη που είναι ίδια και απαράλλαχτη με τη δικαιοσύνη για το μισθό. Αλλά αυτό είμαστε αναγκασμένοι να το αφήσουμε για κάποια άλλη φορά. Από τα παραπάνω, γίνεται απολύτως ξεκάθαρο ότι το παλιό σύνθημα έφαγε τα ψωμιά του και είναι αμφίβολο αν μας κάνει για σήμερα. Η δικαιοσύνη της πολιτικής οικονομίας, όσο η τελευταία εκφράζει πιστά τους νόμους με τους οποίους διοικείται η σημερινή κοινωνία, είναι η δικαιοσύνη που τάσσεται εξ ολοκλήρου με τη μια πλευρά. Με την πλευρά του κεφαλαίου. Ας θάψουμε λοιπόν για πάντα το παλιό σύνθημα και ας το αντικαταστήσουμε με το εξής:

Τα μέσα εργασίας - πρώτες ύλες, φάμπρικες, μηχανές - στην ιδιοκτησία των ίδιων των εργατών.
Σημειώσεις:
1. Εννοείται η κατάργηση από το Κοινοβούλιο των νόμων ενάντια στις ενώσεις, που απαγόρευαν την ίδρυση και δράση οποιασδήποτε εργατικής οργάνωσης.

Πηγή: "Ριζοσπάστης"
{[['']]}

Για την θεωρία της βίας

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ - Αποσπάσματα από το έργο του «ΑντιΝτίρινγκ»

Η ιστορία αυτής της πορείας, είναι η ιστορία της εξέλιξης της αστικής τάξης. Αν τα «πολιτικά γεγονότα ήταν τα αποφασιστικά κίνητρα των οικονομικών καταστάσεων», τότε η σύγχρονη αστική τάξη δε θα ήταν το δημιούργημα, δε θα ξεπεταγόταν μέσα από τους αγώνες της ενάντια στη φεουδαρχία, αλλά θα ήταν το γνήσιο παιδί που βγήκε με τη θέλησή της από τους κόλπους της φεουδαρχίας.

Κι όμως καθένας ξέρει ότι έγινε ακριβώς το αντίθετο: Τάξη καταπιεζόμενη αρχικά, φόρου υποτελής στους κυρίαρχους ευγενείς της φεουδαρχίας, που στρατολογούνταν μέσα από τους κάθε είδους υποτελείς και δουλοπάροικους, η αστική τάξη, παλεύοντας αδιάκοπα με τους ευγενείς, κατακτούσε το ένα οχυρό μετά το άλλο, και, τέλος, στις πιο εξελιγμένες χώρες άρπαξε την εξουσία από τα χέρια των ευγενών.

Στη Γαλλία, ανατρέποντας τους ευγενείς με επανάσταση, στην Αγγλία αστικοποιώντας σιγά σιγά και ενσωματώνοντάς τους στις γραμμές της, σαν διακοσμητική βιτρίνα. Και πώς επιτεύχτηκε αυτό; Απλώς και μόνο με την αλλαγή των «οικονομικών συνθηκών» που την ακολούθησε μια αργή ή γρήγορη, ειρηνική ή βίαιη αλλαγή των πολιτικών θεσμών. Η πάλη της αστικής τάξης εναντίον των ευγενών και της φεουδαρχίας, είναι η πάλη της πόλης εναντίον της υπαίθρου, η πάλη της βιομηχανίας εναντίον της φυσικής οικονομίας, και τα αποφασιστικά όπλα των αστών στον αγώνα αυτόν, ήταν η οικονομική τους δύναμη, που αυξανόταν αδιάκοπα στο μέτρο που αναπτυσσόταν η βιομηχανία, που στην αρχή ήταν χειροτεχνική κι αργότερα εξελίχθηκε στη μανουφακτούρα και η εξάπλωση του εμπορίου.

Στη διάρκεια όλης αυτής της πάλης, η πολιτική εξουσία βρισκόταν στα χέρια των ευγενών, με εξαίρεση μόνο μια βραχεία περίοδο, όταν δηλαδή η βασιλική εξουσία χρησιμοποίησε για τη σταθεροποίηση της θέσης της, την αστική τάξη εναντίον των ευγενών, εξουδετερώνοντας έτσι τη μια τάξη με την άλλη. Οταν όμως η πολιτικά ακόμα ανίσχυρη αστική τάξη άρχισε να γίνεται επικίνδυνη, χάρη στην αυξανόμενη οικονομική της δύναμη, η βασιλεία συμμάχησε πάλι με τους ευγενείς και προκάλεσε έτσι την επανάσταση της αστικής τάξης, πρώτα στην Αγγλία, και ύστερα στη Γαλλία.

Οι «πολιτικές συνθήκες» στη Γαλλία είχαν μείνει αμετάβλητες, ενώ οι «οικονομικές συνθήκες» είχαν αναπτυχθεί υπερβολικά σε σχέση με τις πολιτικές συνθήκες. Όλα τα πολιτικά δικαιώματα τα είχαν οι ευγενείς, ενώ οι αστοί διαδραμάτιζαν τον κυριότερο κοινωνικό ρόλο στην επικράτεια και οι ευγενείς είχαν αποξενωθεί απ' όλες τις κοινωνικές λειτουργίες και αρκούνταν να εισπράττουν, υπό μορφή προσόδων, το αντίτιμο των χαμένων αυτών λειτουργιών. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό: Η αστική τάξη και όλες της οι παραγωγικές ικανότητες, ήταν περιορισμένες, αιχμάλωτες μέσα στα στενά πλαίσια των φεουδαρχικών πολιτικών θεσμών του Μεσαίωνα.

Τα όρια των θεσμών αυτών τα είχε κατά πολύ ξεπεράσει όχι μόνο η μανουφακτούρα, αλλά και η χειροτεχνία ακόμα. Τα χίλια δυο προνόμια των συντεχνιών, οι τοπικοί και οι επαρχιακοί τελωνειακοί φραγμοί, είχαν καταντήσει αληθινοί δυνάστες και αλυσίδες για την παραγωγή. Η επανάσταση της αστικής τάξης έβαλε τέρμα σ' όλ' αυτά. Οχι όμως προσαρμόζοντας, σύμφωνα με τις απόψεις του κ. Ντίρινγκ, την οικονομική πραγματικότητα στις πολιτικές συνθήκες αυτό δηλαδή που επιδίωκαν μάταια και για αρκετά χρόνια οι ευγενείς και η βασιλεία αλλά, αντίστροφα, παραμερίζοντας τις παλιές, τις σάπιες πολιτικές συνθήκες και δημιουργώντας νέες, κατάλληλες για τη σταθεροποίηση και παραπέρα ανάπτυξη της καινούριας «οικονομικής πραγματικότητας». Μέσα σ' αυτή την, ευνοϊκή γι' αυτήν, πολιτική και νομική ατμόσφαιρα, η αστική τάξη αναπτύχθηκε γρήγορα και λαμπρά, και τόσο λαμπρά μάλιστα, που, αυτή τη στιγμή, δεν απέχει πολύ από το σημείο, που το 1789, βρισκόταν η τάξη των ευγενών. Γίνεται όλο και περισσότερο, όχι μόνο κοινωνικά περιττή, αλλά και εμπόδιο στην κοινωνική ανάπτυξη, και όλο και περισσότερο απομακρύνεται από την παραγωγική δραστηριότητα και μεταβάλλεται όλο και περισσότερο, όπως στον καιρό τους οι ευγενείς, σε μια τάξη παρασιτική...

Ο στρατός έχει γίνει ο κύριος σκοπός, αυτοσκοπός του κράτους. Οι λαοί δεν έχουν πια κανένα άλλο λόγο ύπαρξης, έξω από το να εφοδιάζουν και να ταΐζουν τους στρατιώτες. Ο μιλιταρισμός αυτός φέρνει μέσα του και το σπέρμα της ίδιας του της καταστροφής. Ο ανταγωνισμός αναγκάζει τα διάφορα κράτη από τη μια μεριά να διαθέτουν κάθε χρόνο όλο και περισσότερα χρήματα για το στρατό, το στόλο, τα πυροβόλα κλπ., δηλαδή να επιταχύνουν όλο και περισσότερο την οικονομική τους κατάρρευση και από την άλλη, να καταπιάνονται όλο και πιο σοβαρά με τη γενική υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και έτσι στο τέλος να εξοικειώνουν ολόκληρο το λαό στο χειρισμό των όπλων, κάνοντάς τον έτσι ικανό στη δεδομένη στιγμή, να επιβάλει τη δική του θέληση, πάνω στη μεγαλόσχημη στρατιωτική διοίκηση. Και η στιγμή αυτή θα έρθει μόλις οι τεράστιες λαϊκές μάζες οι εργάτες της υπαίθρου και της πόλης και οι αγρότες αποχτήσουν την απαραίτητη θέληση.

Στο σημείο αυτό ο στρατός των δυναστών θα μετατραπεί σε λαϊκό στρατό. Η στρατιωτική μηχανή αρνείται υπηρεσία και ο μιλιταρισμός εξαφανίζεται, σύμφωνα με τη διαλεχτική της ίδιας του της ανάπτυξης.
{[['']]}

Ο Ένγκελς για τα οδοφράγματα

Ο Ένγκελς για τα οδοφράγματα (190 χρόνια από τη γέννησή του. 28/11/1820)

Του Β. Τα αποσπάσματα είναι από τον πρόλογο του Ένγκελς στην επανέκδοση του βιβλίου του Μαρξ «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850» Ο πρόλογος γράφτηκε τον Μάρτη του 1895. 45 χρόνια από το τέλος των ταξικών αγώνων στη Γαλλία, που διαπραγματεύεται το βιβλίο του Μαρξ και 24 χρόνια μετά την Κομμούνα του Παρισιού. Λίγο πριν το επαναστατικό κίνημα μπει στη μεγάλη περιπέτεια του 20ου αιώνα. Έχει σημασία για το σήμερα. Για τις συζητήσεις που γίνονται για τις διαδηλώσεις και τα χαρακτηριστικά τους. Είχε μεγάλη σημασία και για τότε. Θα την αναφέρουμε μετά τα αποσπάσματα.

Φ. Ένγκελς: «Το έργο αυτό, που ξαναεκδίδεται (δυστυχώς οι μεταφράσεις πολλών έργων, όχι μόνο του Ένγκελς, δεν είναι οι καλύτερες δυνατές) τώρα, ήταν η πρώτη προσπάθεια του Μαρξ να εξηγήσει ένα κομάτι της σύγχρονης ιστορίας με τον υλιστικό τρόπο αντίληψης, ξεκινώντας απ’ τη δοσμένη οικονομική κατάσταση…

…Έτσι, ακόμα και στην κλασική εποχή των οδομαχιών, το οδόφραγμα είχε περισσότερο ηθική παρά υλική επίδραση. Ήταν ένα μέσο για να κλονίζει τη σταθερότητα του στρατού. Αν κρατούσε ώσπου να πετύχει το σκοπό του, η νίκη ήταν κερδισμένη. Αν όχι, τότε είχαμε ήττα. Αυτό είναι το κύριο σημείο που πρέπει να έχει κανείς υπόψη του ακόμα και όταν εξετάζει τις πιθανότητες επιτυχίας σε ενδεχόμενες μελλοντικές οδομαχίες.

Από το 1849 κιόλας οι πιθανότητες αυτές ήταν αρκετά ισχνές. Η αστική τάξη είχε παντού περάσει με το μέρος των κυβερνήσεων. Οι εκπρόσωποι του «πολιτισμού και της ιδιοκτησίας» χαιρετίζανε και κερνούσανε τους στρατιώτες που ξεκινούσαν για την καταστολή των εξεγέρσεων. Το οδόφραγμα είχε χάσει τη γοητεία του. Ο φαντάρος δεν έβλεπε πια πίσω από το οδόφραγμα το «λαό», αλλά στασιαστές, ταραχοποιούς, οπαδούς της λεηλασίας και της μοιρασιάς, το απόβρασμα της κοινωνίας…

…Από τη μεριά των εξεγερμένων, αντίθετα, έγιναν χειρότεροι οι όροι. Δύσκολα θα ξαναπαρουσιαστεί μια εξέγερση που θάχει τη συμπάθεια όλων των λαϊκών στρωμάτων. Στον ταξικό αγώνα δε θα συσπειρωθούν ποτέ όλα τα μεσαία στρώματα τόσο αποκλειστικά από το προλεταριάτο που να εξαφανιστεί σχεδόν το συνταγμένο γύρω από την αστική τάξη κόμμα της αντίδρασης. Ο «λαός» θα παρουσιάζεται παντού διχασμένος….

…Μήπως αυτό σημαίνει ότι στο μέλλον ο αγώνας στους δρόμους δεν πρόκειται να παίξει κανένα ρόλο; Καθόλου. Αυτό σημαίνει μονάχα ότι από το 1848 και δω οι όροι έγιναν ακόμα πιο δυσμενείς για τους πολίτες μαχητές και ακόμα πιο ευνοϊκοί για το στρατό. Στο μέλλον, ένας αγώνας στους δρόμους μπορεί λοιπόν να νικήσει μονάχα αν η δυσμενής αυτή κατάσταση αντισταθμιστεί από άλλους παράγοντες…
…Καταλαβαίνει λοιπόν ο αναγνώστης γιατί οι κυρίαρχες εξουσίες θέλουν οπωσδήποτε να μας σπρώξουν εκεί όπου λαλεί το τουφέκι κα χτυπά το σπαθί. Γιατί σήμερα μας κατηγορούν για δειλία επειδή δεν κατεβαίνουμε αμέσως στους δρόμους, όπου είμαστε από πριν βέβαιοι ότι θα νικηθούμε; Γιατί μας ικετεύουν τόσο θερμά να δεχτούμε επιτέλους να παίξουμε μια φορά το ρόλο του κρέατος για τα κανόνια;

Οι κύριοι αυτοί σπαταλούν ολωσδιόλου ανώφελα τις παρακλήσεις και τις προκλήσεις τους. Τόσο βλάκες δεν είμαστε. Θα μπορούσαν οι ίδιοι να απαιτήσουν απ’ τον εχθρό τους στον προσεχή πόλεμο να παραταχτεί απέναντί τους σε σχηματισμούς όπως στον καιρό του γερο-Φριτς ή σε φάλαγγες κατά ολόκληρες μεραρχίες, όπως έγινε στο Βαγκράμ και στο Βατερλώ, και μάλιστα κρατώντας στο χέρι τουφέκια, που παίρναν φωτιά με τσακμακόπετρα. Αν άλλαξαν οι όροι για τους πολέμους ανάμεσα στα έθνη, άλλαξαν όχι λιγότερο και για τον ταξικό αγώνα. Πέρασε ο καιρός των αιφνιδιασμών, των επαναστάσεων που γίνονταν από μικρές συνειδητές μειοψηφίες επικεφαλής όχι συνειδητοποιημένων μαζών. Εκεί όπου πρόκειται για μια ολοκληρωτική μετατροπή της κοινωνικής οργάνωσης εκεί πρέπει να πάρουν μέρος οι ίδιες οι μάζες, πρέπει οι ίδιες νάχουν κιόλας καταλάβει γιατί πρόκειται, γιατί δίνουν το αίμα τους και τη ζωή τους. Αυτό μας δίδαξε η ιστορία των τελευταίων πενήντα χρόνων…»

Ο πρόλογος αυτός του Ένγκελς γνώρισε μια «μικρή» λογοκρισία από τον Βίλχελμ Λήμπνεχτ όταν τον δημοσίευσε στο «Φόρβερτς». Ο Ένγκελς έγραφε στον Λαφάργκ, καταγγέλλοντας του το γεγονός, ότι ο Λήμπνεχτ επέλεξε από τον πρόλογο όλα «όσα μπορούσαν να τον εξυπηρετήσουν για να στηρίξει την με κάθε θυσία ειρηνική τακτική, που απόρριπτε τη χρησιμοποίηση βίας…».

Αμέσως έγραψε στον Κάουτσκι τα εξής: «…Με κατάπληξη βλέπω σήμερα στο «Φόρβερτς» ένα απόσπασμα από την εισαγωγή μου που τυπώθηκε χωρίς να ξέρω τίποτα από πριν, και που έχει κουτσουρευτεί με τέτοιον τρόπο, που εμφανίζομαι σαν ένας ειρηνόφιλος λάτρης της με κάθε θυσία νομιμότητας. Γι’ αυτό ακόμα πιο πολύ θα ήθελα να δημοσιευτεί ολόκληρη η εισαγωγή τώρα στη «Νόϊε Τσάιτ»(θεωρητική επιθεώρηση του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος), για να σβήσει έτσι η ελεεινή αυτή εντύπωση».

Αυτός ήταν ο Φρίντριχ Ένγκελς.
{[['']]}

Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Από την μελέτη του Φρ. Ενγκελς «Η καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους»

  Το πώς εξελίχθηκε το κράτος, εν μέρει με τη μεταβολή των οργάνων του καθεστώτος των γενών, εν μέρει με τον παραγκωνισμό τους από νέα όργανα που βγήκαν στη μέση, και τέλος με την ολοκληρωτική αντικατάστασή τους από πραγματικού "ένοπλου λαού", που μόνος του υπεράσπιζε τον εαυτό του σταγένη, στις φατρίες και στις φυλές του, την πήρε μια ένοπλη "δημόσια εξουσία" που ήταν υποταγμένη στα κρατικά αυτά όργανα και που, επομένως, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ενάντια στο λαό - όλα αυτά μπορούμε - στην πρώτη τους τουλάχιστο φάση, να τα παρακολουθήσουμε καλύτερα από οπουδήποτε αλλού στην αρχαία Αθήνα. Τις αλλαγές στη μορφή τις περιέγραψε βασικά ο Μόργκαν, εγώ πρέπει να συμπληρώσω στο μεγαλύτερό του μέρος το οικονομικό περιεχόμενο που γεννά αυτές τις αλλαγές.

Στους ηρωικούς χρόνους οι τέσσερις φυλές των Αθηναίων κατοικούσαν ακόμη σε χωριστά εδάφη στην Αττική. Ακόμη και οι δώδεκα φατρίες που τις αποτελούσαν, φαίνεται να είχαν κι αυτές ξεχωριστές έδρες στις δώδεκα πόλεις του Κέκροπα. Το καθεστώς ήταν το ίδιο το καθεστώς των ηρωικών χρόνων: λαϊκή συνέλευση, λαϊκό συμβούλιο, βασιλιάς. Την εποχή που αρχίζει η γραφτή ιστορία, η γη ήταν ήδη μοιρασμένη και είχε περάσει σε ατομική ιδιοκτησία, όπως ταιριάζει στην αρκετά κιόλας αναπτυγμένη εμπορευματική παραγωγή στα τέλη του ανώτερου σταδίου της βαρβαρότητας και στην αντίστοιχή της ανταλλαγή εμπορευμάτων. Πλάι στα σιτηρά παρήγαν κρασί και λάδι.

Το θαλάσσιο εμπόριο στο Αιγαίο Πέλαγος το αποσπούσαν όλο και περισσότερο από τους Φοίνικες και το μεγαλύτερό του μέρος έπεφτε σε αττικά χέρια. Με την αγορά και την πούληση της κτηματικής ιδιοκτησίας, με τον προοδευτικό καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στη γεωργία και τη χειροτεχνία, στο εμπόριο και τη ναυτιλία, ανακατεύτηκαν αναγκαστικά και πολύ γρήγορα τα μέλη των γενών, των φρατιών και των φυλών. Στην περιφέρεια της φρατρίας και της φυλής εγκαταστάθηκαν κάτοικοι, που αν και ήταν από τον ίδιο λαό, ωστόσο δεν ανήκαν σ΄ αυτές τις οργανώσεις, ήταν δηλ. ξένοι στον τόπο της κατοικίας τους. Γιατί σε ειρηνικές εποχές κάθε φρατρία και κάθε φυλή διαχειριζόταν μονάχη της τις υποθέσεις της, χωρίς να συμβουλεύεται το λαϊκό συμβούλιο ή τον βασιλιά στην Αθήνα. Οποιος όμως κατοικούσε στην περιοχή της φρατρίας ή της φυλής χωρίς ν΄ ανήκει σ΄ εκείνες, δε μπορούσε, φυσικά, να παίρνει μέρος σ΄ αυτή τη διοίκηση.

Ετσι, η κανονισμένη λειτουργία των οργάνων του καθεστώτος των γενών διαταράχτηκε τόσο, που από τους ηρωικούς ήδη χρόνους χρειάσθηκε διόρθωμα. Εισήγαγαν το πολίτευμα που αποδίδεται στον Θησέα. Η αλλαγή που έγινε ήταν πριν απ΄ όλα ότι ιδρύθηκε κεντρική διοίκηση στην Αθήνα, δηλ. μερικές από τις υποθέσεις που ως τότε τις διαχειριζόταν ανεξάρτητα οι φυλές κηρύχτηκαν κοινές υποθέσεις και ανατέθηκαν στο κοινό συμβούλιο που έδρευε στην Αθήνα. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο οι Αθηναίοι έκαναν ένα βήμα πιό μπροστά απ΄ ότι είχε κάνει οποιοσδήποτε ιθαγενής λαός στην Αμερική: αντί της απλής ομοσπονδίας φυλών, που κατοικούσαν η μια πλάι στην άλλη, οι φυλές συγχωνεύτηκαν σ΄ ένα και μόνο λαό. Ετσι γεννήθηκε ένα αθηναϊκό γενικό λαϊκό δίκαιο, που βρισκόταν πάνω από το εθιμικό δίκαιο των φυλών και των γενών.

Ο Αθηναίος πολίτης απόκτησε ορισμένα δικαιώματα και νέα νομική προστασία, ακόμη και σε έδαφος που ανήκε σε άλλη φυλή. Ετσι όμως είχε γίνει το πρώτο βήμα για να υποσκαφτεί το καθεστώς των γενών, γιατί ήταν το πρώτο βήμα για την κατοπινή εισδοχή πολιτών, που δεν ανήκαν σε καμιά από τις φυλές της Αττικής και που βρίσκονταν και έμεναν ολότελα έξω από το αθηναϊκό σύστημα γενών. Ενας δεύτερος θεσμός, που αποδίδεται στον Θησέα, ήταν ο χωρισμός όλου του λαού, χωρίς να παίρνεται υπόψη το γένος, η φατρία ή η φυλή, σε τρεις τάξεις: στους ευπατρίδες ή ευγενείς, στους γεώμορους ή γεωργούς και στους δημιουργούς ή χειροτέχνες, και η παραχώρηση στους ευγενείς του αποκλειστικού δικαιώματος να κατέχουν δημόσια αξιώματα.

Είναι αλήθεια ότι, αν εξαιρέσουμε την κατοχή των αξιωμάτων από τους ευγενείς, η διαίρεση αυτή έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, γιατί δε δημιουργούσε καμιά άλλη νομική διάκριση ανάμεσα στις τάξεις. Ομως είναι σπουδαία γιατί μας παρουσιάζει τα νέα κοινωνικά στοιχεία που είχαν αναπτυχθεί σιωπηρά. Δείχνει ότι η από συνήθεια κατοχή των αξιωμάτων στα γένη από ορισμένες οικογένειες είχε ουσιαστικά εξελιχθεί σε μή αμφισβητούμενο δικαίωμα αυτών των οικογενειών στα αξιώματα, ότι αυτές οι οικογένειες, που έτσι ή αλλιώς ήταν ισχυρές με τα πλούτη τους, άρχιζαν να συνενώνονται, έξω από τα γένη τους, σε μια ξεχωριστή προνομιούχα τάξη, και ότι το κράτος, που μόλις γεννιόταν, καθαγίαζε αυτόν τον σφετερισμό.

 Δείχνει ακόμα ότι ο καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στους αγρότες και τους χειροτέχνες είχε ήδη τόσο δυναμώσει, που διεκδικούσε τα πρωτεία σε κοινωνική σημασία απέναντι στην παλιά διάρθρωση κατά γένη και φυλές. Κηρύσσει, τέλος, την ασυμβίβαστη αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνία των γενών και στο κράτος. Η πρώτη προσπάθεια για το σχηματισμό κράτους είναι να διασπάσει τα γένη, χωρίζοντας τα μέλη του κάθε γένους σε προνομιούχους και μή προνομιούχους και τούτους τούς μή προνομιούχους πάλι σε δυό επαγγελματικές τάξεις, φέρνοντας έτσι αντιμέτωπη τη μια στην άλλη.

Τη μετέπειτα πολιτική ιστορία της Αθήνας ως τον Σόλωνα τη γνωρίζομε μόνο ατελώς. Το αξίωμα του βασιλιά έχανε τη σημασία του. Επικεφαλής του κράτους μπήκαν άρχοντες εκλεγμένοι από τους ευγενείς. Η κυριαρχία των ευγενών μεγάλωνε όλο και περισσότερο ώσπου κατά το 600 π.Χ. έγινε αφόρητη. Κύριο μέσο για την καταπίεση της λαϊκής ελευθερίας ήταν το χρήμα και η τοκογλυφία. Η κύρια έδρα των ευγενών ήταν μέσα και γύρω από την Αθήνα όπου το θαλάσσιο εμπόριο μαζί με την πειρατεία, που την ασκούσαν ακόμη όταν τους δινόταν ευκαιρία, τους πλούτιζε και συγκέντρωνε το χρηματικό πλούτο στα χέρια τους.

Από κει η χρηματική οικονομία που αναπτυσσόταν διείσδυε σαν διαβρωτικό οξύ στον πατροπαράδοτο τρόπο ύπαρξης των αγροτικών κοινοτήτων που βασίζονταν στη φυσική οικονομία. Το καθεστώς των γενών είναι απολύτως ασυμβίβαστο με τη χρηματική οικονομία. Η καταστροφή των μικροχωρικών της Αττικής συνέπεσε με το χαλάρωμα των παλιών δεσμών του γένους που τους περιέβαλλε προστατευτικά. Το ομόλογο και η κτηματική υποθήκη (γιατί και την υποθήκη την είχαν ήδη εφεύρει οι Αθηναίοι) δε λογάριαζαν ούτε γένη ούτε φατρίες. Αλλά το παλιό καθεστώς των γενών δεν ήξερε ούτε το χρήμα, ούτε την προκαταβολή, ούτε το χρηματικό χρέος.

Γι΄ αυτό, η χρηματική κυριαρχία των ευγενών, που επεκτεινόταν όλο και περισσότερο, διαμόρφωσε και ένα καινούργιο εθιμικό δίκαιο που εξασφάλιζε τον πιστωτή από τον οφειλέτη, που καθιέρωνε την εκμετάλλευση του φτωχού χωρικού από τον κάτοχο του χρήματος. Ολοι οι αγροί της Αττικής ήταν γιομάτοι με στύλους, όπου σημειωνόταν ότι το κτήμα είναι υποθηκευμένο στον τάδε ή στον τάδε, καθώς και το χρηματικό ποσό της υποθήκης. Τα χωράφια που δε σημαδεύονταν με στύλους είχαν κιόλας στο μεγαλύτερό τους μέρος πουληθεί, γιατί είχε λήξει η προθεσμία της υποθήκης ή γιατί δεν είχαν πληρωθεί οι τόκοι και είχαν γίνει ιδιοκτησία του ευπατρίδη τοκογλύφου.

Ο χωρικός έπρεπε νάναι ευχαριστημένος αν του επιτρεπόταν να μένει σαν ενοικιαστής στο χωράφι και να ζεί από το έ ν α έ κ τ ο του εισοδήματος της δουλειάς του, πληρώνοντας για νοίκι τα π έ ν τ ε έ κ τ α στο καινούργιο αφεντικό. Κάτι παραπάνω. Αν το προϊόν της πούλησης του κτήματος δεν έφτανε να καλύψει το χρέος ή αν αυτό το χρέος είχε γίνει χωρίς την εγγύηση υποθήκης, ο οφειλέτης έπρεπε να πουλήσει τα παιδιά του στο εξωτερικό σαν δούλους για να πληρωθεί ο πιστωτής. ΠΟύλημα παιδιών από τον πατέρα, αυτός ήταν ο πρώτος καρπός του πατρικού δικαίου και της μονογαμίας. Κι αν η βδέλα δεν είχε ακόμα ικανοποιηθεί πέρα για πέρα, μπορούσε να πουλήσει τον ίδιο τον οφειλέτη σαν δούλο. Αυτή ήταν η ευχάριστη χαραυγή του πολιτισμού για το λαό της Αθήνας.

Παλιότερα, τότε που οι συνθήκες της ζωής του λαού αντιστοιχούσαν ακόμη στο καθεστώς των γενών, ήταν αδύνατη μια τέτοια ανατροπή. Εδώ όμως η ανατροπή αυτή είχε γίνει χωρίς να ξέρει κανείς πώς. Ας γυρίσουμε μια στιγμή πίσω στους Ιροκέζους μας. Σ΄ αυτούς ήταν ακατανόητη μια κατάσταση σαν και τούτη που είχε τώρα επιβληθεί στους Αθηναίους χωρίς να φταίνε, σα να λέμε, και σίγουρα παρά τη θέλησή τους. Σ΄ αυτούς ο τρόπος παραγωγής, που, χρόνο με χρόνο, έμενε ο ίδιος, δεν μπορούσε ποτέ να δημιουργήσει τέτοιες συγκρούσεις που θάλεγε κανείς ότι επιβάλλονται από τα έξω, δεν μπορούσε να δημιουργήσει την αντίθεση του πλούσιου και του φτωχού, των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων.

 Οι Ιροκέζοι πολύ απείχαν ακόμη από την κυριαρχία πάνω στη φύση, μα μέσα στα πλαίσια των φυσικών συνόρων που τους έβαζε η φύση κυριαρχούσαν πάνω στην ίδια τους την παραγωγή. Εκτός από τις κακές σοδιές στα περιβολάκια τους, εκτός από την εξάντληση του αποθέματος σε ψάρια των λιμνών και των ποταμιών τους, από την εξάντληση των αγριμιών στα δάση τους, ήξεραν πάντα τί θα απόδιδε ο δικός τους τρόπος εξασφάλισης των μέσων για τη συντήρησή τους. Εκείνο που έπρεπε να βγαίνει ήταν τα μέσα για τη συντήρησή τους, άλλοτε φτωχότερα κι άλλοτε πλουσιότερα.

Ποτέ όμως δε μπορούσαν να προκύψουν απρόβλεπτες κοινωνικές ανατροπές, σπάσιμο των δεσμών που συγκροτούσαν τα γένη, διάσπαση των μελών στα γένη και στις φυλές σε αντίθετες, αντιμαχόμενες τάξεις. Η παραγωγή κινιόταν μέσα στα πιό στενά πλαίσια, μα οι παραγωγοί εξουσίαζαν το προϊόν τους. Αυτή ήταν η τεράστια υπεροχή της παραγωγής στην εποχή της βαρβαρότητας, που χάθηκε με το πέρασμα στον πολιτισμό, και θα είναι καθήκον των επόμενων γενεών να την ανακτήσουν πάνω στη βάση της αποκτημένης σήμερα τεράστιας κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση και της ελεύθερης ένωσης των ανθρώπων που τώρα πιά είναι δυνατή.

Διαφορετικά ήταν τα πράγματα στους Ελληνες. Η ατομική ιδιοκτησία που εμφανίστηκε στα κοπάδια και στα αντικείμενα πολυτελείας οδήγησε στην ανταλλαγή ανάμεσα στα άτομα, στη μετατροπή των προϊόντων σε ε μ π ο ρ ε ύ μ α τ α. Και εδώ βρίσκεται το σπέρμα όλης της κατοπινής ανατροπής. Μόλις οι παραγωγοί δεν ξόδευαν πια άμεσα οι ίδιοι το δικό τους προϊόν, μα το έδιναν στην ανταλλαγή, χάνανε την κυριαρχία πάνω του. Δεν ξέρανε πια τι γινόταν και δημιουργήθηκε η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί κάποτε το προϊόν ενάντια στον παραγωγό, για την εκμετάλλευση και την καταπίεσή του. Γι΄ αυτό καμιά κοινωνία δεν μπορεί να διατηρήσει για πολύ την κυριαρχία πάνω στην ίδια της την παραγωγή και τον έλεγχο πάνω στα κοινωνικά αποτελέσματα της διαδικασίας της παραγωγής της, όσο δεν καταργεί την ανταλλαγή ανάμεσα στα ξεχωριστά άτομα.

Οι Αθηναίοι όμως έμελλαν με την ίδια τους την πείρα να μάθουν πόσο γρήγορα το προϊόν, ύστερα από την εμφάνιση της ανταλλαγής ανάμεσα στα άτομα και τη μετατροπή των προϊόντων σε εμπορεύματα, επιβάλλει την κυριαρχία του πάνω στον παραγωγό. Μαζί με την παραγωγή εμπορευμάτων παρουσιάστηκε και η καλλιέργεια της γης από τα ξεχωριστά άτομα και για δικό τους λογαριασμό και σύντομα κατόπιν ακολούθησε και η ατομική ιδιοκτησία στη γή. Ηρθε τότε και το χρήμα, το γενικό εμπόρευμα, που μ΄ αυτό ανταλλάζονταν όλα τ΄ άλλα.

Οταν όμως οι άνθρωποι εφεύρισκαν το χρήμα δεν φαντάζονταν ότι δημιουργούσαν κατ΄ αυτό τον τρόπο μια νέα κοινωνική δύναμη, τη μοναδική δύναμη που είχε καθολική σημασία και πού μπροστά της έμελλε να υποκλίνεται ολόκληρη η κοινωνία. Και την κυριαρχία αυτής της νέας δύναμης, που ξεπήδησε ξαφνικά, χωρίς να το ξέρουν και χωρίς να το θέλουν οι ίδιοι οι δημιουργοί της, την ένιωσαν οι Αθηναίοι σ΄ όλη την ωμότητα της νεότητάς της.

Τι έπρεπε να γίνει; Το παλιό καθεστώς των γενών δεν αποδείχτηκε μόνο ανίσχυρο μπρος στη νικηφόρα πορεία του χρήματος, στάθηκε και απόλυτα ανίκανο να βρει μέσα στα πλαίσιά του χώρο για πράγματα σαν το χρήμα, τους πιστωτές και χρεώστες, τη βίαιη είσπραξη χρεών. Ωστόσο υπήρχε πια η νέα κοινωνική δύναμη, και οι ευσεβείς πόθοι, η νοσταλγία για επιστροφή στον παλιό καλόν καιρό δεν μπορούσαν να βγάλουν από τη μέση το χρήμα και την τοκογλυφία. Κι ακόμη ανοίχτηκαν μια σειρά άλλα, δευτερεύοντα ρήγματα στο καθεστώς των γενών.

Το ανακάτωμα των μελών του γένους και των φατριών σ΄ όλη την περιοχή της Αττικής, ιδίως στην Αθήνα, μεγάλωνε από γενιά σε γενιά, παρά το γεγονός ότι ο Αθηναίος πολίτης, ενώ μπορούσε να πουλά κτήματα έξω από το γένος του, δεν είχε ακόμη το δικαίωμα να πουλήσει το σπίτι του. Με την πρόοδο της βιοτεχνίας και των επικοινωνιών είχε αναπτυχθεί πληρέστερα ο καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στους διάφορους κλάδους παραγωγής: γεωργία και χειροτεχνία - και μέσα στη χειροτεχνία, ανάμεσα στις αναρίθμητες υποδιαιρέσεις της: εμπόριο, ναυτιλία κλπ.

Τώρα ο πληθυσμός, ανάλογα με την απασχόλησή του, χωριζόταν σε αρκετά σταθερές ομάδες, που η καθεμιά τους είχε μια σειρά νέα κοινά συμφέροντα τα οποία δεν είχαν θέση στο γένος ή στη φρατρία και πού για τη φροντίδα τους χρειάζονταν νέα αξιώματα. Ο αριθμός των δούλων είχε αυξηθεί σημαντικά και θα πρέπει από τότε κιόλας να είχε ξεπεράσει πολύ τον αριθμό των ελεύθερων Αθηναίων. Το καθεστώς των γενών αρχικά δε γνώριζε τη δουλεία, επομένως δε γνώριζε και τα μέσα να χαλιναγωγεί αυτή τη μάζα των ανελεύθερων.Και τέλος, το εμπόριο είχε φέρει στην Αθήνα ένα σωρό ξένους που εγκατασταίνονταν εκεί, γιατί εκεί ήταν πιο εύκολο να κερδίζουν χρήματα, και σύμφωνα πάλι με το παλιό σύστημα οι ξένοι αυτοί δεν είχαν ούτε πολιτικά δικαιώματα, ούτε νομική προστασία και, παρά την πατροπαράδοτη ανοχή, έμεναν ένα ενοχλητικό ξένο στοιχείο μέσα στο λαό.

Κοντολογής, το σύστημα των γενών πλησίαζε στο τέλος του. Η κοινωνία αναπτυσσόταν καθημερινά και ξεπερνούσε τα πλαίσιά του. Δεν μπορούσε μήτε να εμποδίσει μήτε να εξαλείψει και τα χειρότερα ακόμη κακά που είχαν γεννηθεί μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου. Στο μεταξύ, όμως, είχε αναπτυχθεί σιωπηρά το κράτος. Οι νέες ομάδες που δημιουργήθηκαν με τον καταμερισμό της εργασίας, πρώτα ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο και ύστερα ανάμεσα στους διάφορους κλάδους εργασίας μέσα στην ίδια την πόλη, δημιούργησαν νέα όργανα για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Δημιουργήθηκαν κάθε λογής αξιώματα.

Και το νεαρό κράτος χρειάστηκε πριν απ΄ όλα μιά δική του ένοπλη δύναμη, που στους θαλασσοπόρους Αθηναίους μπορούσε στην αρχή νάναι μονάχα ναυτική δύναμη για διάφορους μικρούς πολέμους και για την προστασία των εμπορικών καραβιών. Κάποτε, άγνωστο πότε, πριν απο τον Σόλωνα, δημιουργήθηκαν οι ναυκραρίες, μικρές εδαφικές περιοχές, δώδεκα σε κάθε φυλή. Κάθε ναυκραρία όφειλε να διαθέτει ένα πολεμικό καράβι, να το αρματώνει και να το επανδρώνει, και χώρια απ΄ αυτό να διαθέτει και δυο ιππείς. Ο θεσμός αυτός χτύπησε από δυό μεριές το καθεστώς των γενών. Πρώτα, γιατί, δημιουργούσε μιά δημόσια εξουσία (Offentliche Gewalt), που ήδη δεν ήταν πιά ταυτόσημη με το σύνολο του ένοπλου λαού. Και, δεύτερο, γιατί, για πρώτη φορά, διαιρούσε το λαό, προς δημόσιους σκοπούς, όχι κατά συγγενικές ομάδες μα κατά τοπική συνοίκηση.

Τι σημασία είχε αυτό θα φανεί παρακάτω.  Μια και το καθεστώς των γενών δεν μπορούσε να βοηθήσει τον εκμεταλλευόμενο λαό, δεν έμενε στο λαό άλλο παρά να υπολογίζει μόνο στο κράτος που γεννιόταν. Kι αυτό τον βοήθησε με τη νομοθεσία του Σόλωνα, η οποία ταυτόχρονα δυνάμωνε με τη σειρά της το κράτος σε βάρος του παλιού καθεστώτος. Ο Σόλων - ο τρόπος που το 594 π.Χ. έγινε η μεταρρύθμισή του δε μας ενδιαφέρει εδώ - εγκαινίασε τη σειρά των λεγόμενων πολιτικών επαναστάσεων και την εγκαινίασε με μια επέμβαση στην ιδιοκτησία. Ολες οι επαναστάσεις που έγιναν από τότε είναι επαναστάσεις για την υπεράσπιση ενός είδους ιδιοκτησίας ενάντια σ΄ ένα άλλο είδος ιδιοκτησίας. Δεν μπορούν να υπερασπίσουν το ένα σύστημα χωρίς να παραβιάσουν το άλλο.

Στη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση θυσίασαν τη φεουδαρχική ιδιοκτησία για να σώσουν την αστική. Στην επανάσταση του Σόλωνα η ιδιοκτησία των πιστωτών θυσιάστηκε προς όφελος της ιδιοκτησίας των οφειλετών. Ακυρώθηκαν απλούστατα τα χρέη. Τις λεπτομέρειες δεν τις ξέρουμε ακριβώς, μα ο Σόλων στα ποιήματά του παινεύεται ότι απομάκρυνε από τις χρεωμένες γαίες τους στύλους υποθήκης και ότι έφερε ξανά στον τόπο τους όσους είχαν δραπετεύσει ή είχαν πουληθεί στο εξωτερικό για χρέη. Αυτό μπόρεσε να γίνει μόνο με μια ανοιχτή παραβίαση της ιδιοκτησίας. Και, πραγματικά, από την πρώτη ως την τελευταία, όλες οι πολιτικές λεγόμενες επαναστάσεις έγιναν για την προστασία ενός ε ί δ ο υ ς ιδιοκτησίας που πραγματοποιήθηκε με την κατάσχεση που λέγεται και κλοπή της ιδιοκτησίας - ά λ λ ο υ είδους.

 Κι αυτό είναι τόσο αληθινό, που επί 2.500 χρόνια η ατομική ιδιοκτησία μπόρεσε να διατηρηθεί μόνο με την παραβίαση της ιδιοκτησίας. Τώρα όμως έπρεπε να βρεθεί τρόπος για να εμποδιστεί το ξανασκλάβωμα των ελεύθερων Αθηναίων. Αυτό έγινε πρώτα με γενικά μέτρα, λ.χ. με την απαγόρευση χρεωστικών συμβολαίων όπου το πρόσωπο του οφειλέτη έμπαινε ενέχυρο. Επίσης καθορίστηκε ένα ανώτατο όριο στην έκταση της γης που μπορεί να κατέχει κάθε ξεχωριστό άτομο, για να μπουν έτσι, μερικοί τουλάχιστο, φραγμοί στη βουλιμία των ευγενών για τη γη των χωρικών.

Υστερα όμως επακολούθησαν αλλαγές στο πολίτευμα, από τις οποίες για μας οι σπουδαιότερες είναι οι ακόλουθες: Αύξησαν τα μέλη του συμβουλίου σε 400, εκατό από κάθε φυλή. Εδώ λοιπόν έμενε ακόμη βάση η φυλή. Αυτή ήταν ωστόσο και η μόνη πλευρά του παλιού καθεστώτος που μπήκε στο νέο κρατικό σώμα. Γιατί κατά τ΄ άλλα ο Σόλων χώρισε τους πολίτες σε 4 τάξεις, σύμφωνα με τη γή που είχαν και σύμφωνα με το εισόδημά τους - 500, 300 και 150 μέδιμνοι σιτηρά (1 μέδιμνος = περίπου 41 λίτρες) ήταν τα ελάχιστα εισοδήματα για τις τρεις πρώτες τάξεις.

Οποιος είχε λιγότερη κτηματική ιδιοκτησία ή δεν είχε διόλου, ανήκε στην τέταρτη τάξη. Ολα τα αξιώματα δικαιούνταν να τα κατέχουν μόνον οι τρεις ανώτερες τάξεις, και τα ανώτατα αξιώματα μόνο η πρώτη τάξη. Η τέταρτη τάξη είχε μόνο το δικαίωμα να μιλά και να ψηφίζει στη λαϊκή συνέλευση. Εδώ όμως εκλέγονταν και εδώ λογοδοτούσαν όλοι οι αξιωματούχοι, εδώ φτιάχνονταν όλοι οι νόμοι και εδώ η τέταρτη τάξη αποτελούσε την πλειοψηφία.

Τα αριστοκρατικά προνόμια ανανεώθηκαν εν μέρει με τη μορφή προνομίων του πλούτου, μα ο λαός διατηρούσε την αποφασιστική εξουσία. Οι τέσσερις τάξεις αποτελούσαν επίσης τη βάση για μια νέα οργάνωση του στρατού. Οι δυο πρώτες τάξεις παρείχαν το ιππικό, η τρίτη υπηρετούσε σαν βαρύ πεζικό, η τέταρτη σαν ελαφρά οπλισμένο, ευκίνητο πεζικό, ή υπηρετούσε στο στόλο, όπου πιθανόν να πληρωνόταν κιόλας. Εδώ λοιπόν εισάγεται ένα εντελώς καινούργιο στοιχείο στο καθεστώς: η ατομική ιδιοκτησία. Τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των πολιτών διαβαθμίζονται ανάλογα με την έκταση της κτηματικής τους περιουσίας, και στο βαθμό που κερδίζουν σε επιρροή οι ιδιοκτήτριες τάξεις, στον ίδιο βαθμό παραγκωνίζονται οι παλιές αιματοσυγγενικές ενώσεις.

Το καθεστώς των γενών είχε υποστεί μια νέα ήττα. Η διαβάθμιση των πολιτικών δικαιωμάτων ανάλογα με την περιουσία δεν ήταν ωστόσο από τους θεσμούς εκείνους, χωρίς τους οποίους δε μπορεί να υπάρχει το κράτος. Οσο μεγάλο ρόλο κι αν έπαιξε η διαβάθμιση αυτή στην ιστορία των πολιτευμάτων των κρατών, πολλά κράτη, και μάλιστα τα πιο εξελιγμένα, δεν τη χρειάστηκαν. Και στην Αθήνα ακόμη έπαιξε μόνο παροδικό ρόλο. Από τον καιρό του Αριστείδη όλα τα αξιώματα ήταν προσιτά στον κάθε πολίτη. Στα αμέσως κατοπινά 80 χρόνια η αθηναϊκή κοινωνία πήρε σιγά - σιγά την κατεύθυνση προς την οποία εξελίχθηκε μετέπειτα, στους επόμενους αιώνες.

Είχε μπεί φραγμός στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία της γης της προσολωνικής εποχής, επίσης είχε μπεί φραγμός και στην απεριόριστη συγκέντρωση της κτηματικής ιδιοκτησίας. Κύριος κλάδος βιοπορισμού γίνονται το εμπόριο και η χειροτεχνία, μαζί και η καλλιτεχνική χειροτεχνία. (Kunsthandwerk), που εξασκούνται όλο και σε μεγαλύτερη κλίμακα με την εργασία των δούλων. Οι άνθρωποι φωτίζονταν. Οι Αθηναίοι, αντί να εκμεταλλεύονται με τον παλιό ωμό τρόπο τους συμπολίτες τους, εκμεταλλεύονταν κυρίως τους δούλους και την εξωαθηναϊκή πελατεία.

Μεγάλωναν διαρκώς η κινητή ιδιοκτησία, ο χρηματικός πλούτος και ο πλούτος σε δούλους και καράβια, μα δεν ήταν τώρα πια απλό μέσο για ν΄ αποκτούν κτηματική περιουσία όπως ήταν στη παλιά, περιορισμένη εποχή, είχε γίνει αυτοσκοπός. Ετσι, από τη μια μεριά δημιουργήθηκε για την παλιά εξουσία της αριστοκρατίας ένας νικηφόρος ανταγωνιστής, η τάξη των πλούσιων που ασχολούνταν με τη βιοτεχνία και το εμπόριο, από την άλλη μεριά όμως αφαιρέθηκε και το τελευταίο έδαφος από τα υπολείμματα του παλιού καθεστώτος των γενών.

Τα γένη, οι φατρίες και οι φυλές, που τα μέλη τους είχαν τώρα σκορπίσει σ΄ όλη την Αττική και κατοικούσαν ανακατωμένα, έγιναν έτσι ολότελα ακατάλληλα σαν πολιτικά σώματα. Ενα σωρό Αθηναίοι πολίτες δεν ανήκαν σε κανένα γένος, ήταν μέτοικοι που, ενώ είχαν αποκτήσει τα δικαιώματα του πολίτη, δεν είχαν γίνει δεκτοί σε καμιά από τις παλιές αιματοσυγγενικές ενώσεις. Δίπλα τους βρίσκονταν ακόμη οι ξένοι επήλυδες που έβρισκαν μόνο άσυλο και που ο αριθμός τους ολοένα αύξαινε. Στο μεταξύ προχωρούσαν οι κομματικοί αγώνες.

Η αριστοκρατία γύρευε να ανακτήσει τα πρωτερινά της προνόμια και πέτυχε για μια στιγμή να επικρατήσει ξανά, ώσπου η επανάσταση του Κλεισθένη (509 π.Χ.) την ανάτρεψε οριστικά. Μαζί της όμως κατάργησε και το τελευταίο υπόλειμμα του καθεστώτος των γενών. Ο Κλεισθένης στη νέα του νομοθεσία αγνόησε τις τέσσερις παλιές φυλές που στηρίζονταν στα γένη και στις φατρίες. Στη θέση τους μπήκε μια ολότελα νέα οργάνωση που βασιζόταν αποκλειστικά στη διαίρεση των πολιτών σύμφωνα με τον τόπο κατοικίας, διαίρεση που είχε δοκιμαστεί κιόλας στις ναυκραρίες. Αποφασιστικός παράγοντας δεν ήταν πια η αιματοσυγγένεια, αλλά ο τόπος κατοικίας.

Τώρα δε διαιρούσαν το λαό, μα το έδαφος, οι κάτοικοι πολιτικά γίνονταν απλό εξάρτημα του εδάφους. Ολόκληρη η Αττική χωρίστηκε σε εκατό αυτοδιοικούμενες κοινοτικές περιοχές που λέγονταν δήμοι. Οι πολίτες που κατοικούσαν σε κάθε δήμο (οι δημότες) εκλέγανε τον προϊστάμενό τους (το δήμαρχο) και τον ταμία τους, καθώς και 30 δικαστές με δικαστική δικαιοδοσία για μικρότερες διαφορές. Οι δήμοι απόκτησαν επίσης και από ένα δικό τους ναό κι από έναν προστάτη θεό ή ήρωα, που τους ιερείς του τούς εκλέγανε. Ανώτατη εξουσία στο δήμο ήταν η συνέλευση των δημοτών.

Είναι, όπως σωστά παρατηρεί ο Μόργκαν, το πρωτότυπο της αυτοδιοικούμενης αμερικανικής κοινοτικής πόλης. Το δημιουργούμενο κράτος στην Αθήνα άρχισε με την ίδια μονάδα, στην οποία καταλήγει το σύγχρονο κράτος στην ανώτατη διαμόρφωσή του Δέκα απ΄ αυτές τις μονάδες, τους δήμους, αποτελούσαν μια φυλή πού, όμως, για να διακρίνεται από την παλιά φυλή των γενών ονομάζεται τώρα τοπική φυλή. Η τοπική φυλή δεν ήταν μόνο αυτοδιοικούμενο πολιτικό σώμα, ήταν και στρατιωτικό σώμα. Εξέλεγε το φύλαρχο ή τον προεστό της φυλής που διοικούσε το ιππικό, έναν ταξίαρχο που διοικούσε το πεζικό, και το στρατηγό που διοικούσε όλους τους άντρες που στρατολογούνταν στην περιοχή της φυλής.

Διέθετε επίσης πέντε πολεμικά καράβια με τους άντρες τους και τους διοικητές τους, και έπαιρνε για προστάτη άγιο έναν Αττικό ήρωα, του οποίου έφερε και το όνομα. Τέλος έβγαζε 50 βουλευτές για την αθηναϊκή βουλή. Το επιστέγασμα ήταν το αθηναϊκό κράτος, που το διοικούσε η βουλή, από τους πεντακόσιους εκλεγμένους των δέκα φυλών, και σε τελευταία ανάλυση, η συνέλευση του λαού, όπου είχε δικαίωμα να μπαίνει και να ψηφίζει κάθε Αθηναίος πολίτης.

Παράλληλα οι άρχοντες και άλλοι αξιωματούχοι φρόντιζαν για τους διάφορους τομείς της διοίκησης και για τη δικαιοσύνη. Ανώτατος λειτουργός της εκτελεστικής εξουσίας δεν υπήρχε στην Αθήνα. Μ΄ αυτό το νέο σύστημα και με την εισδοχή πολύ μεγάλου αριθμού κατοίκων με όχι πλήρη δικαιώματα - εν μέρει επήλυδες και εν μέρει απελεύθεροι δούλοι - αποκλείστηκαν τα όργανα του καθεστώτος των γενών από τις δημόσιες υποθέσεις. Κατάντησαν ιδιωτικές ενώσεις και θρησκευτικές εταιρίες.

Ομως η ηθική επίδραση, ο πατροπαράδοτος τρόπος αντίληψης και σκέψης του παλιού καιρού των γενών επέζησαν ακόμη για πολύ και χάθηκαν μονάχα σιγά - σιγά. Αυτό φάνηκε σ΄ έναν άλλον κρατικό θεσμό. Είδαμε ότι το ουσιαστικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του κράτους είναι η ξεχωριστή από τη μάζα του λαού δημόσια εξουσία. Η Αθήνα είχε τότε μόνο λαϊκό στρατό και ένα στόλο που τον επάνδρωνε και τον αρμάτωνε άμεσα ο λαός.

Ο στρατός και ο στόλος την υπεράσπιζαν από τους εξωτερικούς εχθρούς και χαλιναγωγούσαν τους δούλους, που τότε ήδη αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Απέναντι στους πολίτες, τη δημόσια εξουσία αρχικά την αποτελούσε μόνο η αστυνομία, που είναι τόσο παλιά όσο και το κράτος, γι΄ αυτό και οι αφελείς Γάλλοι του XVIII αιώνα δεν μιλούσαν για πολιτισμένους λαούς μα για λαούς αστυνομευόμενους (nations policees). Οι Αθηναίοι ίδρυσαν λοιπόν, μαζί με το κράτος τους, και αστυνομία, μια σωστή χωροφυλακή από πεζούς και έφιππους τοξότες κυνηγούς της υπαίθρου (Landjager), όπως τους λένε στη Νότια Γερμανία και στην Ελβετία.

Η χωροφυλακή αυτή όμως σχηματίστηκε από δ ο ύ λ ο υ ς. Τόσο εξευτελιστική φαινόταν στον ελεύθερο Αθηναίο αυτή η υπηρεσία του χωροφύλακα, που προτιμούσε να τον πιάνει ο οπλισμένος δούλος παρά να ασχολείται ο ίδιος με τέτοιες ατιμωτικές πράξεις. Εδώ εκφράζεται ακόμη η παλιά νοοτροπία των γενών. Το κράτος δεν μπορούσε να υπάρχει χωρίς την αστυνομία, μα ήταν πολύ νέο και δεν είχε ακόμη αρκετό ηθικό κύρος για να κάνει σεβαστό ένα επάγγελμα που αναγκαστικά φαινόταν ατιμωτικό στα πρώην μέλη του γένους. Πόσο πολύ το συμπληρωμένο πια στα κύρια χαρακτηριστικά του γνωρίσματα κράτος ταίριαζε στην καινούργια κοινωνική κατάσταση των Αθηναίων, φαίνεται από τη γρήγορη άνθιση του πλούτου, του εμπορίου και της βιοτεχνίας.

 Η ταξική αντίθεση, που πάνω της στηρίζονταν οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί, δεν ήταν πια η αντίθεση ανάμεσα στην αριστοκρατία και στον κοινό λαό, μα η αντίθεση ανάμεσα στους δούλους και στους ελεύθερους, στους κατοίκους με περιορισμένα δικαιώματα και στους πολίτες. Τον καιρό της ανώτατης άνθισης όλοι οι ελεύθεροι πολίτες της Αθήνας, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, ήταν περίπου 90.000 άτομα, δίπλα σ΄ αυτούς υπήρχαν 365.000 δούλοι και των δύο φύλων και 45.000 κάτοικοι με περιορισμένα δικαιώματα - ξένοι και απελεύθεροι. Σε κάθε ενήλικο άρρενα πολίτη αναλογούσαν λοιπόν τουλάχιστο 18 δούλοι και πάνω από 2 κάτοικοι με περιορισμένα δικαιώματα. Ο μεγάλος αριθμός των δούλων εξηγείται από το ότι πολλοί απ΄ αυτούς εργάζονται μαζί σε χειροτεχνίες, σε μεγάλους χώρους, και κάτω από την επίβλεψη επιστατών.

 Με την ανάπτυξη όμως του εμπορίου και της βιοτεχνίας έχουμε συσσώρευση και συγκέντρωση των αγαθών σε λίγα χέρια, εξαθλίωση της μάζας των ελεύθερων πολιτών, που τους έμενε μόνο η εκλογή: ή να συναγωνιστούν την εργασία των δούλων με τη χειρωνακτική εργασία, που τη θεωρούσαν και υβριστική και βάναυση και πού δεν υποσχόταν και πολλά, ή να εξαθλιωθούν. Μέσα στις τοτινές συνθήκες ακολούθησαν αναγκαστικά το δεύτερο δρόμο, και επειδή αποτελούσαν τον όγκο του πληθυσμού κατάστρεψαν έτσι όλο το αθηναϊκό κράτος.

Δεν κατάστρεψε η δημοκρατία την Αθήνα, όπως υποστηρίζουν οι Ευρωπαίοι τσανακογλύφτες και αυλόδουλοι δάσκαλοι, μα η δουλεία, που πρόγραφε την εργασία του ελεύθερου πολίτη. Η δημιουργία του κράτους στους Αθηναίους είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς σχηματίζονται γενικά τα κράτη, γιατί από τη μια μεριά γίνεται εντελώς αμιγής, χωρίς ανάμιξη εξωτερικής ή εσωτερικής βίας - ο σφετερισμός της εξουσίας από τον Πεισίστρατο δεν άφησε κανένα ίχνος της σύντομης ύπαρξής του - και από την άλλη μεριά γιατί δείχνει ένα κράτος με πολύ ψηλή μορφή εξέλιξης, τη δημοκρατική πολιτεία (Demokratische Republik), που ξεπηδά άμεσα από την κοινωνία των γενών και, τέλος, γιατί γνωρίζουμε αρκετά όλες τις ουσιαστικές λεπτομέρειές του.
{[['']]}

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

 (Από τον πρόλογο του βιβλίου του ΦΡ. ΕΝΓΚΕΛΣ)

….Η ιστορία της οικογένειας χρονολογείται από το 1861, από τότε που εκδόθηκε το "Μητρικό δίκαιο" ("Mutterrecht") του Μπάχοφεν. Σ΄ αυτό ο συγγραφέας διατυπώνει τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

 1) Οτι οι άνθρωποι στην αρχή ζούσαν σε σεξουαλικές σχέσεις χωρίς περιορισμούς, τις οποίες χαρακτηρίζει εσφαλμένα ως εταιρισμό.

2) Οτι οι τέτοιες σχέσεις αποκλείουν κάθε σίγουρη πατρότητα, ότι επομένως και η παραγωγή μπορούσε να λογαριάζεται μονάχα από τη γυναικεία γραμμή - σύμφωνα με το μητρικό δίκαιο - και ότι αρχικά αυτό συνέβαινε σε όλους τους λαούς της αρχαιότητας.

 3) Οτι για το λόγο αυτό εκτιμούσαν και σέβονταν τόσο πολύ τις γυναίκες, που, σαν μητέρες, ήταν οι μοναδικά σίγουροι γνωστοί γονείς της νεότερης γενιάς, ώστε, κατά την αντίληψη του Μπάχοφεν, έφτασαν στην απόλυτη κυριαρχία των γυναικών (γυναικοκρατία).

4) Οτι το πέρασμα στη μονογαμία, όπου η γυναίκα ανήκε αποκλειστικά σ΄ έναν άντρα, περιέκλεινε την παράβαση μιας παμπάλαιας θρησκευτικής εντολής (δηλ. πραγματικά την παράβαση του από παράδοση δικαιώματος των υπόλοιπων αντρών πάνω στην ίδια γυναίκα), μια παράβαση που έπρεπε να εξιλεωθεί ή να εξαγοραστεί η ανοχή της με μιά χρονικά περιορισμένη έκδοση της γυναίκας.

Τις αποδείξεις γι΄ αυτές τις θέσεις τις βρίσκει ο Μπάχοφεν σε πολυάριθμα χωρία της αρχαίας κλασικής φιλολογίας που τα μάζεψε μ΄ εξαιρετική επιμέλεια. Κατά τη γνώμη του η εξέλιξη από τον "εταιρισμό" προς τη μονογαμία και από το μητρικό στο πατρικό δίκαιο γίνεται, ειδικά στους Ελληνες, σαν συνέπεια μιας παραπέρα εξέλιξης των θρησκευτικών παραστάσεων, μιας εισδοχής νέων θεοτήτων, που αντιπροσωπεύουν το νέο τρόπο αντίληψης, στο παλιό πατροπαράδοτο πάνθεο, που εκπροσωπούσε τις παλιές αντιλήψεις, έτσι που οι πρώτες όλο και περισσότερο απωθούν το δεύτερο στο βάθος της σκηνής.

 Κατά τον Μπάχοφεν λοιπόν δεν είναι η εξέλιξη των πραγματικών όρων ζωής των ανθρώπων, μα η θρησκευτική ανταύγεια αυτών των όρων ζωής στα κεφάλια των ίδιων των ανθρώπων που προκάλεσε τις ιστορικές αλλαγές στην αμοιβαία κοινωνική θέση του άντρα και της γυναίκας. Σύμφωνα μ΄ αυτά ο Μπάχοφεν παρουσιάζει την "Ορέστεια" του Αισχύλου ως τη δραματική περιγραφή του αγώνα ανάμεσα στο μητρικό δίκαιο που έδυε και στο πατρικό δίκαιο, που στην ηρωική εποχή ανάτελλε και νικούσε.

Η Κλυταιμνήστρα για χάρη του εραστή της Αίγισθου σκότωσε τον άντρα της, τον Αγαμέμνονα, που γύρισε από τον Τρωικό πόλεμο. Ο Ορέστης όμως, που ήταν γιος της Κλυταιμνήστρας και του Αγαμέμνονα, εκδικείται το φόνο του πατέρα, σκοτώνοντας τη μητέρα του. Γι΄ αυτό τον καταδιώκουν οι Εριννύες, οι δαιμονικές προστάτριες του μητρικού δικαίου, οι οποίες θεωρούν τη μητροκτονία σαν το πιο βαρύ, το πιο ανεξιλέωτο έγκλημα. Μα ο Απόλλωνας που με το χρησμό του έσπρωξε τον Ορέστη να κάνει την πράξη αυτή, και η Αθηνά που την καλούνε να δικάσει - οι δυο θεοί που εκπροσωπούν εδώ το καινούργιο καθεστώς του πατρικού δικαίου - τον προστατεύουν. Η Αθηνά ακούει και τα δυο μέρη.

Ολη η διαμάχη συνοψίζεται σύντομα στη συζήτηση που γίνεται τώρα ανάμεσα στον Ορέστη και τις Εριννύες. Ο Ορέστης επικαλείται το ότι η Κλυταιμνήστρα έκανε διπλό έγκλημα: γιατί σκοτώνοντας τον άντρα της σκότωσε μαζί και τον πατέρα του. Γιατί λοιπόν οι Εριννύες καταδιώκουν αυτόν κι όχι εκείνη, που είναι πολύ πιό φταίχτρα; Η απάντηση είναι χτυπητή:

"Ούκ ήν όμαιμος φωτός όν κατέκτανεν" (σσ "Δεν ήταν από αίμα συγγενής της ο άντρας που σκότωσε". Ο 605ος στίχος των "Ευμενίδων" του Αισχύλου που αποτελούν την τελευταία τραγωδία της τριλογίας του "Ορέστεια")

Ο φόνος ενός ανθρώπου που δε συγγενεύει με αίμα, κι αν ακόμα είναι ο άντρας της φόνισσας, εξιλεώνεται, δεν ενδιαφέρει τις Εριννύες. Αυτών  δουλειά είναι μονάχα να καταδιώκουν το φόνο ανάμεσα στους ομόαιμους και, κατά το μητρικό δίκαιο, το πιο βαρύ και το πιο ανεξιλέωτο είναι η μητροκτονία. Τώρα εμφανίζεται ο Απόλλωνας σαν συνήγορος του Ορέστη.

Η Αθηνά βάζει του αρεοπαγίτες - τους Αθηναίους δικαστές - να ψηφίσουν. Οι ψήφοι είναι ίσοι για την αθώωση και την καταδίκη. Τότε η Αθηνά, σαν προϊστάμενη, δίνει την ψήφο της στον Ορέστη και τον αθωώνει. Το πατρικό δίκαιο νίκησε το μητρικό δίκαιο. Οι "θεοί της νέας γενιάς", όπως τους χαρακτηρίζουν οι ίδιες οι Εριννύες, νικούν τις Εριννύες, που πείθονται στο τέλος να αναλάβουν ένα νέο αξίωμα στην υπηρεσία του νέου καθεστώτος.

Αυτή η νέα, μα απόλυτα σωστή ερμηνεία της "Ορέστειας" είναι ένα από τα ωραιότερα και καλύτερα μέρη όλου του βιβλίου, αποδείχνει όμως ταυτόχρονα ότι ο Μπάχοφεν πιστεύει τουλάχιστον στις Εριννύες, στον Απόλλωνα και στην Αθηνά όσο και ο Αισχύλος στην εποχή του. Πιστεύει ακριβώς ότι στους ηρωϊκούς χρόνους της Ελλάδας έκαμαν το θαύμα να ανατρέψουν το μητρικό δίκαιο με το πατρικό δίκαιο.

 Είναι φανερό ότι μια τέτοια αντίληψη, που θεωρεί τη θρησκεία αποφασιστικό μοχλό της παγκόσμιας ιστορίας, θα πρέπει στο τέλος να καταλήγει σε καθαρό μυστικισμό. Είναι λοιπόν άχαρη, και όχι πάντα αποδοτική, δουλειά να διαβάζει κανείς το χοντρό σε σχήμα 4ο τόμο του Μπάχοφεν.

Ολα αυτά όμως δε στενεύουν την αξία του, τη φράση για μιαν άγνωστη πρωτόγονη κατάσταση ακανόνιστων σεξουαλικών σχέσεων, με την απόδειξη ότι η αρχαία κλασική φιλολογία μας δείχνει ένα σωρό ίχνη σύμφωνα με τα οποία πριν από τη μονογαμία υπήρχε πραγματικά στους Ελληνες και τους Ασιάτες μια κατάσταση όπου, όχι μονάχα ένας άντρας είχε σεξουαλικές σχέσεις με περισσότερες γυναίκες, μα και μια γυναίκα είχε τέτιες σχέσεις με περισσότερους άντρες, χωρίς αυτό να προσκρούει στα έθιμα. Οτι αυτό το έθιμο δεν εξαφανίστηκε χωρίς ν΄ αφήσει πίσω του ίχνη, με τη μορφή μιας περιορισμένης έκδοσης, με την οποία οι γυναίκες έπρεπε να εξαγοράζουν το δικαίωμα της μονογαμίας. Οτι γι΄ αυτό αρχικά η καταγωγή μπορούσε να λογαριάζεται μονάχα σε γυναικεία γραμμή, από μητέρα σε μητέρα. Οτι αυτή η μοναδική ισχύ της γυναικείας γραμμής διατηρήθηκε ακόμα για πολύ και στην εποχή της μονογαμίας με την εξασφαλισμένη ή πάντως την αναγνωρισμένη πατρότητα και ότι αυτή η αρχική θέση των μητέρων, σαν των μοναδικών σίγουρων γονιών των παιδιών τους, εξασφάλιζε σ΄ αυτές και στις γυναίκες γενικά, μιαν ανώτερη κοινωνική θέση που δεν την ξαναπόχτησαν ποτέ από τότε. Αυτούς τους κανόνες ο Μπάχοβεν βέβαια δεν τους διατύπωσε με τόση σαφήνεια - σ΄ αυτό τον εμπόδιζε η μυστικιστική του αντίληψη - μα τους έχει αποδείξει κι αυτό, το 1861, σήμαινε σωστή επανάσταση.

Ο χοντρός τόμος του Μπάχοβεν ήταν γραμμένος στα γερμανικά, δηλ. στη γλώσσα του έθνους που τότε ενδιαφερόταν λιγότερο απ΄ όλα για την προϊστορία της σημερινής οικογένειας. Γι΄ αυτό έμεινε άγνωστος. Ο άμεσος διάδοχός του στον ίδιο τομέα εμφανίστηκε το 1865, χωρίς ποτέ νάχει ακούσει τίποτα για τον Μπάχοφεν. Ο διάδοχος αυτός ήταν ο Τζ. Φ. Μάκ Λένναν, το άκρο αντίθετο του προκατόχου του. Αντί του μεγαλοφυή μυστικιστή έχουμε εδώ τον αποξεραμένο νομικό. Αντί της πληθωρικής ποιητικής φαντασίας, τους ευλογοφανείς συνδυασμούς του δικηγόρου που αγορεύει.

Ο Μάκ Λένναν βρίσκει σε πολλούς λαούς, άγριους, βάρβαρους, ακόμη και πολιτισμένους, των αρχαίων και των νεότερων χρόνων, μιά μορφή γάμου, όπου ο γαμπρός, μονάχος ή με τους φίλους του, πρέπει φαινομενικά ν΄ αρπάξει με τη βία τη νύφη από τους συγγενείς της. Το έθιμο αυτό θα πρέπει να είναι υπόλειμμα ενός προηγούμενου εθίμου, όπου οι άντρες μίας φυλής άρπαζαν πραγματικά τις γυναίκες τους με τη βία απ΄ έξω, από άλλες φυλές. Πως εμφανίστηκε όμως αυτός ο "γάμος αρπαγής";

Οσον καιρό οι άντρες έβρισκαν αρκετές γυναίκες μέσα στη δική τους τη φυλή, δεν υπήρχε απολύτως καμιά αφορμή γι΄ αυτό τον τρόπο του γάμου. Βρίσκουμε όμως τώρα, επίσης συχνά, ότι σε μή αναπτυγμένους λαούς υπάρχουν ορισμένες ομάδες (που ακόμα γύρω στα 1865 τις συνταύτιζαν συχνά με τις ίδιες τις φυλές), όπου απαγορεύεται ο γάμος μέσα σ΄ αυτές, έτσι που οι άντρες είναι υποχρεωμένοι να παίρνουν τις γυναίκες τους και οι γυναίκες τους άντρες τους έξω από την ομάδα, ενώ σε άλλες υπάρχει το έθιμο οι άντρες μιας ορισμένες ομάδες να είναι υποχρεωμένοι να παίρνουν τις γυναίκες τους μονάχα μέσα από τη δική τους ομάδα.

 Ο Μακ Λένναν ονομάζει τις πρώτες εξώγαμες, τις δεύτερες ενδόγαμες και δημιουργεί αμέσως - αμέσως μιαν άκαμπτη αντίθεση ανάμεσα σε εξώγαμες και ενδόγαμες "φυλές". Και μ΄ όλο που η έρευνά του της εξωγαμίας του φέρνει μπροστά στη μύτη του το γεγονός ότι αυτή η αντίθεση σε πολλές, αν όχι στις περισσότερες ή ακόμα και σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μονάχα στη φαντασία του, ωστόσο την κάνει βάση ολόκληρης της θεωρίας του. Οι εξώγαμες φυλές λοιπόν, κατά τη γνώμη του, μπορούν να παίρνουν τις γυναίκες τους μονάχα από άλλες φυλές και επειδή στην αγριότητα οι φυλές βρίσκονταν σε διαρκή πόλεμο μεταξύ τους, αυτό μπορούσε να γίνεται μόνο με την αρπαγή.

Και ο Μάκ Λένναν ρωτά έπειτα: Από που προέρχεται αυτό το έθιμο της εξωγαμίας; Η αντίληψη της αιματοσυγγένειας και της αιμομιξίας δε μπορούσε νάχει καμιά σχέση μ΄ αυτήν, αυτά ήταν πράγματα που αναπτύχθηκαν μόνο πολύ αργότερα. Ισως όμως αυτό να χρωστιέται στο πολυδιαδομένο στους άγριους έθιμο να σκοτώνουν τα κορίτσια αμέσως μόλις γεννιούταν. Ετσι δημιουργείται ένα περίσσευμα από άντρες, σε κάθε ξεχωριστή φυλή, που αναγκαία άμεση συνέπειά του είναι πολλοί άντρες να κατέχουν από κοινού μιά γυναίκα: πολυανδρία.

Συνέπεια αυτού πάλι ήταν ότι ξέραν ποιά ήταν η μητέρα ενός παιδιού, όχι όμως ποιός ο πατέρας, γι΄ αυτό: η συγγένεια λογαριάζεται μονάχα από τη γυναικεία γραμμή κι αποκλείεται η ανδρική. Ετσι έχομε το μητρικό δίκαιο. Και μιά δεύτερη συνέπεια της έλλειψης γυναικών μέσα στη φυλή - μιά έλλειψη που την μετρίαζε, μα δεν την εξαφάνιζε η πολυανδρία - ήταν ακριβώς η συστηματική βίαιαη απαγωγή γυναικών από ξένες φυλές. "Επειδή η εξωγαμία και η πολυανδρία πηγάζουν από την ίδια αιτία - την έλλειψη ισαριθμίας μεταξύ των δύο φύλων - πρέπει να θεωρούμε ό τ ι ό λ ε ς ο ι ε ξ ώ γ α μ ε ς φ υ λ ΄ε ς α ρ χ ι κ ά ή τ α ν π ο λ υ α ν δ ρ ι κ έ ς... Και γι΄ αυτό πρέπει να το θεωρούμε αμαμφισβήτητο ότι ανάμεσα στις εξώγαμες φυλές το πρώτο σύστημα συγγένειας ήταν εκείνο που γνωρίζει δεσμούς αίματος μονάχα από τη μητρική πλευρά". (Mac Lennan, "Studies in Ancient History", 1886, Primitive Marriage, p. 124). (Νεότερη έκδοση. Σημ. μετ.).

Η υπηρεσία που πρόσφερε ο Μάκ Λένναν είναι ότι επέστησε την προσοχή στη γενική διάδοση και τη μεγάλη σημασία αυτού που ονομάζει εξωγαμία. Καθόλου δεν α ν α κ ά λ υ ψ ε την ύπαρξη των εξώγαμων ομάδων και επίσης καθόλου δεν τις κατάλαβε. Εκτός από προηγούμενες μεμονωμένες σημειώσεις παρατηρητών - που αποτελούν ακριβώς τις πηγές του Μάκ Λένναν - ο Λάθαμ "Descriptive Ethnology" (1859) είχε περιγράψει σωστά και με ακρίβεια το θεσμό αυτό στους Ινδούς Μαγγάρ και είπε ότι είναι γενικά διαδομένος και τον βρίσκουμε σε όλες τις ηπείρους. Το σημείο αυτό από το έργο του Λάθαμ το αναφέρει και ο ίδιος ο Μάκ Λένναν.

Και ο δικός μας ο Μόργκαν, από το 1847, στα γράμματά του για τους Ιροκέζους (στην "Αμέρικαν Ρήβιου") και το 1851 στη "League of thw Iroquois" τον αποδείχνει και τον περιγράφει σωστά, ενώ, όπως θα δούμε, το δικηγορικό μυαλό του Μάκ Λένναν δημιούργησε εδώ μια πολύ μεγαλύτερη σύγχυση από ότι η μυστικιστική φαντασία του Μπάχοφεν στον τομέα του μητρικού δικαίου. Μια ακόμα υπηρεσία που πρόσφερε ο Μάκ Λένναν είναι ότι αναγνώρισε ως αρχέγονη τη γενεαλογική σειρά σύμφωνα με το μητρικό δίκαιο, αν και, όπως το αναγνωρίζει αργότερα και ο ίδιος, τον πρόλαβε εδώ ο Μπάχοφεν.

Μα και εδώ δε βλέπει καθαρά, μιλά διαρκώς για "συγγένεια μονάχα σε γυναικεία γραμμή" (Kinshp through females only) και χρησιμοποιεί αδιάκοπα αυτή τη σωστή για μια προηγούμενη βαθμίδα έκφραση και σε κατοπινές βαθμίδες ανάπτυξης, όπου, παρά το γεγονός ότι η καταγωγή και η κληρονομιά λογαριάζονται ακόμα αποκλειστικά σύμφωνα με τη γυναικεία γραμμή, αναγνωρίζεται όμως και εκφράζεται η συγγένεια και από την αντρική πλευρά. Η στενοκεφαλιά του νομικού τον κάνει να δημιουργεί μια σταθερή νομική έκφραση, την οποία εξακολουθεί να εφαρμόζει αμετάτρεπτη σε καταστάσεις που στο μεταξύ την κατέστησαν ανεφάρμοστη.

Παρ΄ όλη της την αληθοφάνεια φαίνεται, ωστόσο, ότι η θεωρία του δεν του φάνηκε ούτε του ίδιου του Μάκ Λένναν αρκετά γερά θεμελιωμένη. Τουλάχιστο του κάνει εντύπωση ότι είναι "αξιοπαρατήρητο πώς η μορφή της (φαινομενικής) αρπαγής γυναικών είναι πιο χαρακτηριστική και εκφράζεται πιο καλά, ακριβώς στους λαούς εκείνους όπου επικρατεί η α ν δ ρ ι κ ή συγγένεια. (Θέλει να πει: καταγωγή σε ανδρική γραμμή) (σελ. 140).

Και επίσης: "Είναι περίεργο το γεγονός ότι, απ΄ όσα ξέρουμε, η παιδοκτονία δεν ασκείται συστηματικά πουθενά εκεί όπου υπάρχουν πλάι-πλάι η εξωγαμία και η αρχαιότατη μορφή συγγένειας" (σελ. 146).

Και τα δυο αυτά γεγονότα έρχονται σε άμεση σύγκρουση με τον τρόπο της εξήγησής του και δεν έχει να αντιπαραθέσει σ΄ αυτά παρά μονάχα νέες, πιο μπερδεμένες υποθέσεις. Παρ΄ όλα αυτά στην Αγγλία η θεωρία του επιδοκιμάστηκε πολύ και βρήκε μεγάλη απήχηση: Ο Μάκ Λένναν περνούσε εδώ γενικά για ιδρυτής της ιστορίας της οικογένειας και για πρώτη αυθεντία στο πεδίο αυτό. Η άποψή του για την αντίθεση μεταξύ των εξώγαμων και των ενδόγαμων "φυλών", όσο κι αν διαπιστώθηκαν μερικές εξαιρέσεις και τροποποιήσεις, έμεινε ωστόσο η αναγνωρισμένη βάση της κυρίαρχης αντίληψης και αποτέλεσε την παρωπίδα, που έκανε αδύνατη κάθε ελεύθερη εποπτεία του ερευνώμενου πεδίου και επομένως έκανε επίσης αδύνατη κάθε αποφασιστική πρόοδο.

Στην υπερεκτίμηση του Μάκ Λένναν που γίνεται στην Αγγλία και η οποία, κατά το αγγλικό πρότυπο, συνηθίζεται και αλλού, έχομε καθήκον ν΄ αντιπαραθέσουμε το γεγονός ότι με την καθαρά παρεξηγημένη αντίθεσή του ανάμεσα στις εξώγαμες και τις ενδόγαμες "φυλές" έβλαψε περισσότερο παρά ωφέλησε με τις έρευνές του.

Ωστόσο έρχονταν στο φως όλο και περισσότερα γεγονότα που δεν χωρούσαν πιά στο κομψό του πλαίσιο. Ο Μάκ Λένναν γνώριζε μονάχα τρείς μορφές γάμου: πολυγαμία, πολυανδρία και μονογαμία. Μια όμως και στράφηκε η προσοχή σ΄ αυτό το σημείο, βρίσκονταν όλο και περισσότερες αποδείξεις για το ότι σε ανεξέλιχτους λαούς υπήρχαν μορφές γάμου, όπου μια σειρά άντρες κατείχαν από κοινού μια σειρά γυναίκες. Κι ο Λ ώ μ π ο κ (The Origin of Civilization, 1870) παραδέχτηκε τούτο τον ομαδικό γάμο (Communal marriage) σαν ιστορικό γεγονός.

Αμέσως μετά, το 1871, εμφανίστηκε ο Μ ό ρ γ κ α ν με νέα και από πολλές απόψεις αποφασιστικά στοιχεία. Είχε πειστεί ότι το ιδιόμορφο σύστημα συγγένειας που ισχύει στους Ιροκέζους είναι κοινό σε όλους τους αυτόχθονες κατοίκους των Ηνωμένων Πολιτειών, δηλ. απλώνεται σ΄ ολόκληρη ήπειρο, αν και αντιφάσκει άμεσα με τους βαθμούς συγγένειας όπως προκύπτουν πραγματικά από το σύστημα γάμου που ισχύει εκεί.

Παρακίνησε λοιπόν την αμερικανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση να μαζέψει πληροφορίες, με βάση ερωτηματολόγια και πίνακες που διατύπωσε ο ίδιος, για τα συστήματα συγγένειας των άλλων λαών και βρήκε από τις απαντήσεις:

 1) ότι το αμερικανο-ινδιάνικο σύστημα συγγένειας ισχύει σε πολλές φυλές και στην Ασία και με κάπως παραλλαγμένη μορφή στην Αφρική και στην Αυστραλία,

2) ότι εξηγείται πληρέστερα από μια μορφή ομαδικού γάμου, που εξαφανίζεται πια, στη Χαβάη και σ΄ άλλα αυστραλιανά νησιά,

3) ότι όμως στα ίδια νησιά, πλάι σ΄ αυτή τη μορφή γάμου, ισχύει ένα σύστημα συγγένειας που μπορεί να εξηγηθεί μόνο με μια ακόμα πιο πρωτόγονη, εξαφανισμένη πια σήμερα, μορφή ομαδικού γάμου.

Τις πληροφορίες που μάζεψε μαζί με τα συμπεράσματά του τα δημοσίευσε στο βιβλίο του (Systems of Consanguinity and Affinity" (1871) και οδήγησε έτσι τη συζήτηση σ΄ ένα άπειρα πιο ευρύ πεδίο. Ξεκινώντας από τα συστήματα συγγένειας ξαναοικοδομούσε τις αντίστοιχες σ΄ αυτά μορφές οικογένειας ανοίγοντας έτσι έναν καινούργιο δρόμο έρευνας και μια ανασκόπηση που έφτανε ακόμα πιό πίσω στην προϊστορία της ανθρωπότητας. Με την επικράτηση αυτής της μεθόδου διαλυόταν σαν καπνός το χαριτωμένο κατασκεύασμα του Μάκ Λένναν.

Ο Μάκ Λένναν υπεράσπισε τη θεωρία του στη νέα έκδοση του primitive Marriage ("Studies in Ancient History", 1876). Ενώ ο ίδιος σκαρώνει αποκλειστικά από υποθέσεις μια εξαιρετικά τεχνητή ιστορία της οικογένειας, ζητά από τον Λώμποκ και τον Μόργκαν όχι μόνον αποδείξεις για τον κάθε τους ισχυρισμό, μα αποδείξεις με την ακαταμάχητη εκείνη ακρίβεια που μονάχα σ΄ ένα σκωτικό δικαστήριο γίνονται δεκτές. Κι αυτό το κάνει ο ίδιος άνθρωπος που, από τη στενή σχέση ανάμεσα στον αδελφό της μητέρας και το γιο της αδελφής στους Γερμανούς (Tacitus, "Germania" c. 20), από την πληροφορία του Καίσαρα ότι οι Βρεταννοί ανά δέκα ή δώδεκα έχουν κοινές τις γυναίκες τους και από όλες τις άλλες πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων για κοινοκτημοσύνη των γυναικών στους Βαρβάρους, βγάζει αδίστακτα το συμπέρασμα ότι σ΄ όλους αυτούς τους λαούς κυριαρχούσε η πολυανδρία! Θαρρεί κανείς ότι ακούει έναν εισαγγελέα, που, για να τακτοποιήσει την περίπτωση που χειρίζεται, επιτρέπει στον εαυτό του κάθε ελευθερία, απαιτεί όμως την πιο τυπική, νομικά ισχυρή απόδειξη για την κάθε λέξη του συνηγόρου.

Ισχυρίζεται ότι ο ομαδικός γάμος είναι καθαρή φαντασία, και έτσι πέφτει πολύ πίσω από τον Μπάχοφεν. Τα συστήματα συγγένειας του Μόργκαν είναι τάχα απλοί κανόνες κοινωνικής ευγένειας, κι αυτό αποδείχνεται από το γεγονός ότι οι Ινδιάνοι προσφωνούν και τον ξένο, το λευκό, αδελφό ή πατέρα.

 Είναι σα να θέλαμε να υποστηρίξουμε ότι οι χαρακτηρισμοί πατέρας, μητέρα, αδελφός ή αδελφή είναι απλές προσφωνήσεις χωρίς νόημα, επειδή τους καθολικούς παπάδες και τις ηγουμένισσες τους προσφωνούν επίσης πατέρα και μητέρα, και οι καλόγεροι και οι καλόγριες, ακόμα και οι μασώνοι καθώς και οι Αγγλοι - μέλη ενός επαγγελματικού σωματείου, προσφωνούνται μεταξύ τους σε επίσημες συνεδριάσεις με τις λέξεις αδελφέ και αδελφή.

Κοντολογής, η υπεράσπιση του Μάκ Λένναν ήταν αξιοθρήνητα αδύνατη. Εμενε ωστόσο ακόμα ένα σημείο που δεν το είχε πιάσει. Η αντίθεση ανάμεσα στις εξώγαμες και τις ενδόγαμες "φυλές", που πάνω της στηρίζεται όλο του το σύστημα, δεν ήταν μονάχα ακλόνητη, μα την αναγνώριζαν κιόλας σαν άξονα όλης της ιστορίας της οικογένειας. Παραδέχονταν ότι η προσπάθεια του Μάκ Λένναν να εξηγήσει αυτή την αντίθεση είναι ανεπαρκής και αντιφάσκει με τα γεγονότα που ο ίδιος απαρίθμησε.

Μα η αντίθεση η ίδια, το γεγονός ότι υπάρχουν δυό αλληλοαποκλειόμενα είδη από αυτοτελείς και ανεξάρτητες φυλές, όπου το ένα είδος έπαιρνε τις γυναίκες του μέσα στη φυλή, ενώ αυτό απαγορευόταν απόλυτα στο άλλο είδος - αυτά ίσχυαν σαν αδιαφιλονίκητο ευαγγέλιο. Δεν έχουμε παρά να συγκρίνουμε λ.χ. το "Origines de la famille" του Ζιρώ Τελόν (1874) και ακόμα το "Origin of Civilization" του Λώμποκ (4η έκδοση 1882).

Στο σημείο αυτό αρχίζει το κύριο έργο του Μόργκαν: "Ancient Society" (1877), το έργο το οποίο αποτελεί τη βάση τούτης της εργασίας. εκείνο που το 1871 ο Μόργκαν το διαισθανόταν απλώς θολά, αναπτύσσεται τώρα με πλήρη συνείδηση. Η ενδογαμία και η εξωγαμία δεν αποτελούν καμιά αντίθεση. Εξώγαμες "φυλές" δεν βρέθηκαν ως τώρα πουθενά.

Ομως τον καιρό που επικρατούσε ακόμα ο ομαδικός γάμος - και κατά πάσα πιθανότητα κάποτε επικρατούσε παντού - η φυλή διακλαδωνόταν σε μια σειρά ομάδες, τα γένη, με συγγένεια αίματος από τη μεριά της μητέρας. Μέσα στις ομάδες αυτές απαγορευόταν αυστηρά ο γάμος έτσι ώστε οι άντρες ενός γένους μπορούσαν βέβαια να παίρνουν τις γυναίκες τους μέσα από τη φυλή, και κατά κανόνα τις παίρνανε απ΄ αυτήν, μα έπρεπε να τις παίρνουν έξω από το γένος τους. Ετσι, ενώ το γένος ήταν αυστηρά εξώγαμο, η φυλή, που περιλάβαινε το σύνολο των γενών, ήταν άλλο τόσο αυστηρά ενδόγαμη. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο γκρεμιζόταν οριστικά και το τελευταίο υπόλειμμα του κατασκευάσματος του Μάκ Λένναν. Ο Μόργκαν όμως δεν αρκέστηκε σ΄ αυτό.

Το γένος των Ινδιάνων της Αμερικής του χρησίμεψε ακόμα για να κάμει τη δεύτερη αποφασιστική πρόοδο στο πεδίο που ερευνούσε. Στο γένος αυτό, που ήταν οργανωμένο σύμφωνα με το μητρικό δίκαιο, ανακάλυψε την αρχική μορφή απ΄ όπου αργότερα αναπτύχθηκε το γένος που ήταν οργανωμένο σύμφωνα με το πατρικό δίκαιο, το γένος όπως το βρίσκουμε στους αρχαίους πολιτισμένους λαούς. Το ελληνικό και ρωμαϊκό γένος, που έμενε αίνιγμα για όλους τους ως τότε ιστοριογράφους, είχε εξηγηθεί με το ινδιάνικο και έτσι είχε βρεθεί μια καινούργια βάση για όλη την πρωτόγονη ιστορία.

Αυτή η ανακάλυψη του αρχικού μητριαρχικού γένους σαν πρωβαθμίδας του πατριαρχικού γένους των πολιτισμένων λαών έχει για την προϊστορία την ίδια σημασία που έχει η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου για τη βιολογία και η θεωρία της υπεραξίας του Μάρξ για την πολιτική οικονομία. Εδωσε τη δυνατότητα στον Μόργκαν, για πρώτη φορά, να γράψει μια ιστορία της οικογένειας, όπου έχουν διατυπωθεί στις γενικές τους γραμμές, κι όσο το επιτρέπουν τα γνωστά σήμερα στοιχεία, τουλάχιστο οι κλασικές της βαθμίδες ανάπτυξης.

 Είναι φανερό για όλους ότι μ΄ αυτό αρχίζει μια νέα εποχή στη μελέτη της προϊστορίας. Το μητριαρχικό γένος έγινε ο άξονας που γύρω του στρέφεται όλη αυτή η επιστήμη. Από τον καιρό που ανακαλύφθηκε, ξέρουμε προς ποια κατεύθυνση και για ποιο αντικείμενο πρέπει να ερευνούμε και πώς να ταξινομούμε τα αποτελέσματα της έρευνας. Και επομένως γίνονται τώρα στον τομέα αυτόν πολύ πιο γρήγορες πρόοδες απ΄ ότι γινόταν πριν εκδοθεί το βιβλίο του Μόργκαν.

Οι ανακαλύψεις του Μόργκαν έχουν τώρα αναγνωριστεί γενικά, ή μάλλον τις έχουν ιδιοποιηθεί οι ερευνητές της προϊστορίας, ακόμα και στην Αγγλία. Ομως σχεδόν σε κανένα δε βρίσκουμε την ανοιχτή ομολογία ότι στον Μόργκαν χρωστούμε τούτη την επανάσταση των αντιλήψεων. Στην Αγγλία αποσιώπησαν όσο ήταν δυνατό το βιβλίο του και τον ίδιο τον ξεφορτώθηκαν με συγκαταβατικούς επαίνους για τις π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ε ς του εργασίες. Ενώ ξεσκαλίζουν με επιμέλεια τις λεπτομέρειες της περιγραφής του, αποσιωπούν επίμονα τις πραγματικά μεγάλες ανακαλύψεις του. Η πρώτη έκδοση του "Ancient Society" έχει εξαντληθεί.

Στην Αμερική δεν υπάρχει για τέτοια πράγματα συμφέρουσα κατανάλωση. Στην Αγγλία φαίνεται πώς το πνίξανε συστηματικά το βιβλίο και η μοναδική έκδοση αυτού του έργου, που άφησε εποχή, η έκδοση που κυκλοφορεί ακόμα στα βιβλιοπωλεία, είναι η γερμανική μετάφραση. Γιατί αυτή η επιφύλαξη, στην οποία είναι δύσκολο να μη δούμε μια συνωμοσία σιωπής, ιδιαίτερα απέναντι στα τόσα χωρία που αναφέρονται απλώς για λόγους ευγένειας και στις άλλες εκδηλώσεις συναδελφικότητας, από τους αναγνωρισμένους μας ερευνητές της προϊστορίας;

 Μήπως γιατί ο Μόργκαν είναι αμερικανός και είναι πολύ σκληρό για τους Εγγλέζους ερευνητές της προϊστορίας το γεγονός ότι, παρά την εξαιρετικά αξιέπαινη επιμέλειά τους στη συλλογή του υλικού, είναι υποχρεωμένοι να καταφεύγουν σε δυό μεγαλοφυείς ξένους, στον Μπάχοφεν και στον Μόργκαν, για τις απόψεις που ισχύουν γενικά στην τακτοποίηση και ταξινόμηση αυτού του υλικού, με δυό λόγια για τις ιδέες τους; Τον Γερμανό θα μπορούσαν ακόμα να τον ανεχτούν, μα τον Αμερικανό; Απέναντι στον Αμερικανό ο κάθε Εγγλέζος γίνεται πατριώτης - είδα τέτοια τερπνά παραδείγματα στις Ενωμένες Πολιτείες.

Και σα να μην έφταναν αυτά προστέθηκε και το ότι ο Μάκ Λένναν ήταν, σα να λέμε, ο επίσημα αναγνωρισμένος ιδρυτής και αρχηγός της αγγλικής προϊστορικής σχολής. Ανάμεσα στους ερευνητές της προϊστορίας θεωρούνταν τρόπος καλής συμπεριφοράς να μιλάνε με το μεγαλύτερο σεβασμό για το τεχνητό ιστορικό του κατασκεύασμα, που από την παιδοκτονία οδηγεί στη μητριαρχική οικογένεια, μέσω της πολυανδρίας και του ληστρικού γάμου. Σε θεωρούσαν ανόσιο αιρετικό αν είχες και την παραμικρή αμφιβολία για το ότι υπάρχουν "φυλές" εξώγαμες και ενδόγαμες, που αλληλοαποκλείονται απόλυτα.

Επομένως ο Μόργκαν έκανε ένα είδος ιεροσυλία διαλύοντας σαν καπνό όλα αυτά τα καθιερωμένα δόγματα. Και μάλιστα τα διάλυσε με επιχειρήματα που αρκούσε η διατύπωσή τους για να γίνουν αμέσως ολοφάνερα τα πράγματα. Ετσι που οι θαυμαστές του Μάκ Λένναν, οι οποίοι ως τώρα τρίκλιζαν απελπισμένα μεταξύ εξωγαμίας και ενδογαμίας, αναγκάστηκαν να χτυπήσουν το κεφάλι τους και να φωνάξουν: Πώς μπορούσαμε νάμαστε τόσο κουτοί και να μην το βρούμε αυτό μόνοι μας από καιρό!

Κι αν δεν φτάνανε αυτά τα εγκλήματα για ν΄ απαγορεύσουν στην επίσημη σχολή κάθε άλλη μεταχείρισή του εκτός από ένα χλιαρό παραμέρισμά του, ο Μόργκαν έκανε να ξεχειλίσει το ποτήρι, όχι μόνο γιατί υπέβαλε σε κριτική τον πολιτισμό, την κοινωνία της εμπορευματικής παραγωγής, τη βασική μορφή της σημερινής μας κοινωνίας, μ΄ έναν τρόπο που θυμίζει τον Φουριέ, μα και γιατί μιλά ακόμη για μελλοντικό μετασχηματισμό αυτής της κοινωνίας με λόγια που θα μπορούσε να τάχει πει ο Κάρλ Μάρξ. Του άξιζε λοιπόν που ο Μάκ Λένναν τον κατηγορεί αγανακτισμένος ότι "η ιστορική μέθοδος του είναι απόλυτα αντιπαθητική" και πού ο καθηγητής κύριος Ζιρώ Τελόν, στη Γενεύη, το επιβεβαιώνει αυτό ακόμα και το 1884. Αν και ήταν ο ίδιος ο κύριος Ζιρώ Τελόν που το 1874 ("Origines de la famille") στριφογύριζε ακόμη αμήχανος μέσα στο λαβύρινθο της εξωγαμίας του Μάκ Λένναν, απ΄ όπου μόνο ο Μόργκαν τον απελευθέρωσε!

Για τις υπόλοιπες πρόοδες που χρωστά η προϊστορία στον Μόργκαν δε χρειάζεται να επεκταθώ εδώ. Στην εργασία μου βρίσκεται ότι χρειάζεται γι΄ αυτές. Τα δεκατέσσερα χρόνια που πέρασαν από την έκδοση του κύριου έργου του Μόργκαν πλούτισαν πολύ τα στοιχεία μας για την ιστορία της πρωτόγονης κοινωνίας της ανθρωπότητας. Στους ανθρωπολόγους, στους ταξιδιώτες και τους επαγγελματίες ερευνητές της προϊστορίας προστέθηκαν οι μελετητές της συγκριτικής νομολογίας που έφεραν άλλοι νέα στοιχεία και άλλοι νέες απόψεις.

Ετσι κλονίστηκαν ή και αχρηστεύθηκαν μερικές από τις υποθέσεις του Μόργκαν. Ομως πουθενά το νεοσυλλεγμένο υλικό δε μπόρεσε ν΄ αντικαταστήσει με νέες τις μεγάλες του κύριες ιδέες. Η τάξη που έβαλε ο Μόργκαν στην προϊστορία ισχύει, στις κύριές της γραμμές, ακόμα και σήμερα. Μάλιστα μπορεί να πει κανείς, την αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο στον ίδιο βαθμό που κρατούν μυστικό το γεγονός ότι αυτός είναι ο αρχικός δημιουργός αυτής της μεγάλης προόδου…..

Λονδίνο: 16 του Ιούνη 1891
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger