Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δημητριάδης Δημήτρης (Μήτος) από την Πτολεμαΐδα - Ένας από τους 200 ήρωες της Καισαριανής

Την Πρωτομαγιά του 1944, οι δυνάμεις κατοχής, σε αντίποινα για την εξόντωση ενός Γερμανού στρατηγού και του επιτελείου του, εκτέλεσαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής

200 αγωνιστές η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήταν κομμουνιστές και μέλη του ΚΚΕ.

Τους αγωνιστές αυτούς τους πήραν από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου όπου ήταν φυλακισμένοι από τους Γερμανούς Ναζί. Η εκτέλεση αυτή που καθόλου τυχαία δεν έγινε την Πρωτομαγιά, διεθνή γιορτή της Εργατικής Τάξης, ήταν η εκδίκηση του φασισμού – Ναζισμού, ντόπιου και ξένου ενάντια στους αγωνιστές του Εργατικού αλλά και του Κομμουνιστικού Κινήματος. Η πλειοψηφία των εκτελεσμένων ήταν αυτοί που με τους αγώνες τους στην περίοδο του μεσοπολέμου πρωταγωνίστησαν στην ανάπτυξη του εργατικού Κινήματος, του ΚΚΕ και κάποιων άλλων μικρότερων οργανώσεων με Κομμουνιστική αναφορά. Ήταν αυτοί που κρατούνταν στις φυλακές και στις εξορίες από το 1936 όπου το αιματοβαμμένο καθεστώς της 4ης Αυγούστου (δικτατορία Μεταξά) τους συνέλαβε και τους παρέδωσε, με πρωτόκολλο μάλιστα, στους κατακτητές το 1941. Αυτοί αποτέλεσαν τους όμηρους των αρχών κατοχής που εκτελούσαν ως αντίποινα κάθε φορά που γινόταν κάποιο χτύπημα του ΕΛΑΣ και του αντιστασιακού κινήματος γενικότερα. 

Ανάμεσα στους 200 εκτελεσθέντες είναι και πέντε (5) αγωνιστές, κομουνιστές, όλοι μέλη του ΚΚΕ, από το Νομό Κοζάνης. Ο 38χρονος οικοδόμος Νικόλαος Πλακοπίτης από την Κοζάνη, ο Γιάννης Στάθης (Γιαννάκος) από τα Σέρβια, ο Αιβατζίδης Γιώργος μάγειρας από τα Σέρβια, ο Βασίλης Παπαβασιλείου, δάσκαλος από το Βελβεντό και ο Δημήτρης (Μήτος) Δημητριάδης του Κων/νου αγρότης από την Πτολεμαΐδα. 

Αναφέρεται από κάποιες πηγές και ο Μιχάλης Βούγιας από τον Πεντάλοφο όμως το όνομά του δεν βρίσκεται στο μνημείο στην Καισαριανή ούτε στις κυριότερες ιστορικές πηγές. Σύμφωνα με νεώτερα στοιχεία ο Μιιχάλης Βούγιας εκτελέστηκε στις 10 Μάιου του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. [1] Αυτό φυσικά δεν τον κάνει λιγότερο αγωνιστή και ήρωα από τους άλλους αλλά την πρωτομαγιά του 1944 εκτελέστηκαν 200. Όταν συμπληρωθούν τα στοιχεία θα γράψουμε και τη δική του αγωνιστική πορεία που ξεκινάει ακόμα από τη δεκαετία του 1920.


 Η αγωνιστική πορεία του ηρωικού Κοζανίτη οικοδόμου Νικόλαος Πλακοπίτης καταγράφηκε σε τρία άρθρα που προέκυψαν από μια ερασιτεχνική έρευνα στις ιστορικές πηγές και στην προσωπική μαρτυρία του συντρόφου του και συντοπίτη μας Ζήση Τσαμπούρη όπως τα αποτύπωσε στο βιβλίο του «τα τετράδια της μνήμης – Το Εργατικό Κίνημα στην Κοζάνη (1930- 1943) από τις εκδόσεις «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» [2-3-4]

Δημήτρης (Μήτος) Δημητριάδης


 Τη φετινή Πρωτομαγιά την αφιερώνουμε στη μνήμη ενός από του 5 ήρωες της Κοζάνης, έναν από τους «αλύγιστους της ταξικής πάλης»[5] στον αγρότη, κομμουνιστή, μέλους του ΚΚΕ, Δημήτρη (Μήτο) Δημητριάδη που εκτελέστηκε με τους 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944. Ο Δημητριάδης ήταν παππούς του Μίμη Δημητριάδη πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ στο νομό Κοζάνης.

Ο Δημήτρης Δημητριάδης Γεννήθηκε γύρω στα 1910 στο Καρς του Καύκασου και ήρθε το 1923 ως πρόσφυγας στην Πτολεμαΐδα. Ασχολήθηκε με τη γεωργία, ήταν παντρεμένος με την Έλλη – Τσαχειρίδου- Δημητριάδου και είχε δυο παιδιά την Ραμόνα (Ανδρομάχη) που γεννήθηκε το 1935 και τον Κλεάνθη που γεννήθηκε το 1937.

Η πολιτική και συνδικαλιστική του δράση

Η συνδικαλιστική και πολιτική του δράση, σύμφωνα με τις πηγές, ξεκινάει το 1932 που βρίσκεται σε όξυνση η οικονομική κρίση του συστήματος που άρχισε το 1929. Στην Πτολεμαΐδα όπως και στις υπόλοιπες περιοχές το διάστημα αυτό η φτώχεια και η ανέχεια των αγροτών και των άλλων λαϊκών οικογενειών τσακίζει κόκαλα. Κατά τα μέσα Φλεβάρη οι αγρότες της Πτολεμαΐδας ξεσηκώνονται ζητώντας, οικονομικές ενισχύσεις, δωρεάν καλαμπόκι κ.α Η Χωροφυλακή της Πτολεμαΐδας συλλαμβάνει αυτούς που θεωρεί ηγέτες των αγροτών και  πρωταίτιους των κινητοποιήσεων. Οι συλληφθέντες είναι ο Δημήτρης Δημητριάδης, ο Αλέκος Θεοδωρίδης, ο Ν. Ιωαννίδης,  Ο Γ. Χονδροματίδης και ο Θ. Χαλκίδης.

Στην Υποδιεύθυνση Χωροφυλακή της Πτολεμαΐδας αφού τους μαύρισαν στο ξύλο μετά έδεσαν χειροπόδαρα τους Δημητριάδη, Θεοδωρίδη και Ιωαννίδη και τους πέταξαν στο μπουντρούμι (τους άλλους δυο τους απέλυσαν). Εκεί τους βασάνιζαν επί εφτά ώρες χτυπώντας τους με γροθιές και τους υποκόπανους των όπλων λέγοντάς τους: «Θα σας ψοφήσουμε σα σκυλιά, όπως ψόφησε ο Βασιλειάδης. *[6] Και μάλιστα έχουμε τον τρόπο να γλυτώσουμε». Όταν σταμάτησαν τα βασανιστήρια τους πέταξαν στο κρατητήριο και μετά τρεις μέρες τους έστειλαν σιδηροδέσμιους στον εισαγγελέα Κοζάνης να δικαστούν με βάση το ιδιώνυμο. Ο Εισαγγελέας αφού τους άκουσε τους απέλυσε και όρισε δίκη για τις 4 Απριλίου. [7]

Στις 4 Απρίλη έγινε το δικαστήριο και οι κατηγορούμενοι Δημήτρης Δημητριάδης,  Αλέκος Θεοδωρίδης και Ν. Ιωαννίδης καταδικάστηκαν, με βάση το ιδιώνυμο, σε 10 μήνες φυλακή ο καθένας και δέκα μήνες εξορία [8]

Δεν γνωρίζουμε αν οι ποινές που επέβαλε το δικαστήριο εκτίθηκαν τελικά επειδή τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου ο Δημήτρης Δημητριάδης συνελήφθη ξανά μαζί με άλλους πέντε πρωτοπόρους αγρότες κομμουνιστές. Ο λόγος ήταν ότι την 1η Αυγούστου, παγκόσμια ημέρα αντιπολεμικής δράσης τότε, αναρτήθηκαν στην Πτολεμαΐδα, όπως και στις άλλες πόλεις, αφίσες και κόκκινες σημαίες. Η χωροφυλακή τότε συνέλαβε 6 κομμουνιστές θεωρώντας ότι αυτοί είναι υπεύθυνοι για αυτές τις ενέργειες. Οι συλληφθέντες, οι οποίοι οδηγήθηκαν στις φυλακές της Κοζάνης ήταν οι: Γρ. Νικολαΐδης, Φίλιππας Παπαδόπουλος, Ν. Ιωαννίδης, Δημήτρης Δημητριάδης, Ηλ. Φαλεάδης και Θ. Χαλκίδης.

Στις φυλακές Κοζάνης ο Χαφιές και δολοφόνος Τσαρουχίδης άρπαξε το ξίφος ενός φρουρού φωνάζοντας «θα σας σκοτώσω όπως τον Βασιλειάδη» και μαζί με άλλους χαφιέδες επιτέθηκαν στους 6 αγωνιστές κρατώντας ξύλα και σίδερα όμως αυτοί κατάφεραν να τους τα πάρουν και να τους δώσουν ένα γερό «μάθημα»! Στο αυτόφωρο που τους πήγαν καταδικάστηκε ο Φ. Παπαδόπουλος σε 4 μήνες φυλακή και 500 δραχμές πρόστιμο για παράνομη οπλοφορία, με βάση κατάθεση χαφιέ ψευδομάρτυρα [9]

Αργότερα η Επιτροπή Ασφαλείας αποφάσισε να στείλει εξορία «εις νήσον τινά» τον Δημήτρη Δημητριάδη μαζί με τον Νίκο Πλακοπίτη το Γ. Κοκολιό, Χ. Μενίδη από τη Σιάτιστα και τον Γ. Γκουστουμάνη. Οι παραπάνω κομμουνιστές άσκησαν έφεση και αφέθηκαν ελεύθεροι με την υποχρέωση να δίνουν παρόν δυο φορές την ημέρα [10]

Οι «περιπέτειες» του Δημήτρη Δημητριάδη και των συντρόφων του θα συνεχιστούν και το 1933 όταν θα συλληφθεί ξανά με άλλους τρεις αγρότες κομμουνιστές επειδή έκαναν έναν χορό για ενίσχυση της Εργατικής Βοήθειας. Οι σύντροφοί τους μαζεύτηκαν και πήγαν στην Υποδιοίκηση χωροφυλακής Πτολεμαΐδας να διαμαρτυρηθούν για τις άδικες συλλήψεις αλλά αντί να βρουν το δίκιο τους συνελήφθησαν άλλοι οχτώ αγρότες και στάλθηκαν όλοι μαζί στις φυλακές της Κοζάνης. Στη δίκη καταδικάστηκαν οι Λ. Σαλονικίδης και Θ. Σιδηρόπουλος σε δυο χρόνια και τρεις μήνες φυλακή και από ένα χρόνο εξορίας στον καθένα. Στους Δ. Δημητριάδη και Γ. Χονδροματίδη 18 μήνες φυλακή και από ένα χρόνο εξορία. Στους Φ. Παπαδόπουλο, Μιχ. Χονδροματίδη, Γ.Μιχαηλίδη, Κ. Βουνοτρυπίδη, Γαβρ. Ιωαννίδη και Γ. Κοσμίδη δυο χρόνια φυλακή.

Στις 20 Ιουνίου οι 12 αγρότες Κομμουνιστές ειδοποιήθηκαν ότι θα μεταφερθούν στις φυλακές της Λάρισας όπου θα γίνει το εφετείο. Οι φυλακές της Κοζάνη αντιλαλούν από τον ύμνο της Διεθνούς που τραγουδάν οι φυλακισμένοι Κομμουνιστές δείχνοντας έτσι ότι δεν τους τρομάζουν οι απειλές της αστικής τάξης. Στο εφετείο που έγινε στη Λάρισα στις 20 Ιουλίου παρέμειναν οι ίδιες ποινές που προαναφέρθηκαν στους 10 αγωνιστές ενώ οι Τριανταφυλίδης και Καλαντερίδης δήλωσαν ότι δεν είναι Κομμουνιστές και αφέθηκαν ελεύθεροι. [11]

Στη δικτατορία του Μεταξά ξανά συλλαμβάνεται και η πρόταση του διοικητή Χωροφυλακής Κοζάνης είναι να εξορισθεί ως αμετανόητος Κομμουνιστής. Τελικά αυτό μάλλον δεν θα υλοποιηθεί αλλά θα συλληφθεί πάλι το 1938 για να σταλεί σιδηροδέσμιος εξορία στην Ανάφη. Η γυναίκα του Έλλη έχοντας τα δυο μωρά στην αγκαλιά της (Ο Κλεάνθης ήταν 10 μηνών και η Ανδρομάχη 2,5 χρονών) θα βγει μαζί με άλλους συγγενείς στην κεντρική Πλατεία της Πτολεμαΐδας για να τον αποχαιρετήσουν. Αυτή θα είναι και η τελευταία φορά που θα ανταμώσει η οικογένεια.

Η Εξορία στην Ανάφη


Στην Ανάφη ο Δημήτρης Δημητριάδης εντάχτηκε στην ΟΣΠΕ (Ομάδα Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων) και βοήθησε αποφασιστικά στην επιβίωση των συναγωνιστών του μέσα από υπεύθυνες θέσεις. Ανέλαβε την προμήθεια της ομάδας με αγροτικά προϊόντα από τους ντόπιους αγρότες και από τα «σέμπρικα» κτήματα που καλλιεργούσε η ίδια η ΟΣΠΕ. Επίσης ήταν ο εκδοροσφαγέας της ομάδας αφού η ΟΣΠΕ είχε και ένα κοπάδι με γιδοπρόβατα που τα βοσκούσαν δυο τσοπάνοι μέλη της Ομάδας και γνώστες του αντικειμένου. Εκτός των άλλων συμμετείχε στα μαθήματα αυτομόρφωσης που γινόταν οργανωμένα στην Εξορία  και στην έκδοση των εφημερίδων της ΟΣΠΕ. Μια από της εφημερίδες ήταν η «Γαζέτα» που την έγραφαν και τη διακινούσαν οι Πόντιοι και οι «Καραμανλήδες» εξόριστοι. Εκεί ο Τάσος Αποστολίδης, εξόριστος σκιτσογράφος που εκτελέστηκε και αυτός με τους 200, του αφιέρωσε ένα σκίτσο που φαίνεται να χορεύει συνοδεία ποντιακής λίρας.


 Δημητριάδης Δ: «Από τα νεκρά κορμιά μας θα βγουν χιλιάδες μαχητές»

Μεταφέρουμε εδώ αυτούσιο έναν διάλογο του Δημήτρη Δημητριάδη με την Ανουσώ που ήταν κόρη του Ρουσέτη Σιγάλα και η οικογένειά του συμπαθούσε και βοήθησε πολύ τους εξόριστους. Η συζήτηση γίνεται στο κτήμα «Χριστός» που ήταν του Σιγάλα και το παραχώρησε στην ΟΣΠΕ για να σφάζει κρυφά τα σφάγια της Ομάδας που ήταν αδήλωτα στους Ιταλούς κατακτητές. Εκεί ο «Μίτος» μάθαινε την τέχνη του και στην Ανουσιώ που τότε ήταν παιδούλα 14-15 χρονών.

Οπότε μια μέρα λέει η Ανουσιώ στον Δημήτρη Δημητριάδη:

-          Εδώ στην εξορία τόσα χρόνια θα σκουληκιάσετε καημένε Δημητρό….. Είναι μεγάλο κρίμα γιατί είστε όλοι σας καλοί άνθρωποι! Δεν θυμόσαστε, αλήθεια, τις οικογένειές σας, τα παιδιά σας; Πονάει η ψυχή μου σαν το σκέπτομαι.

-          Α… καλή μου κόρη, απαντά ο «Μίτος», συγκινημένος, από αυτά τα σκουλήκια των δικών μας κορμιών θα βγούνε χιλιάδες μαχητές που θα πνίξουν τα κακό θεριό πάνω στη Γη, το άδικο και τον φασισμό….

Η μικρή Ανουσιώ ακούει και σκέπτεται πάντα τα λόγια των συντρόφων και ολοένα μέσα της γεννιέται το φως… [12]

ΑΝΟΥΣΙΩ ΣΙΓΑΛΑ ΧΑΛΑΡΗ


 Όταν έφυγαν και οι τελευταίοι εξόριστοι ο Γερό Σιγάλας, φοβούμενος πιθανή τυμβωρυχία,  πήγε στο νεκροταφείο και μάζεψε τα κόκαλα των νεκρών εξόριστων αγωνιστών σε ένα δισάκι και τα έδωσε στην 16χρονη τότε Ανουσιώ για να τα κρύψει. Οι πρώην εξόριστοι αγωνιστές της Ανάφης της αφιέρωσαν ένα ποίημα:

«Πέρα στων νεκρών την Πόλη

στη μακρινή ανάφη

τα κόκαλα εμάζεψε η Ανουσιώ μονάχη.

Γέμισε το δισάκι της

σαν μάνα να τα κλάψει

περνάει λαγκάδια και βουνά

να πάει να τα φυλάξει.

Η Ανουσιώ Σιγάλα λίγο αργότερα παντρεύτηκε τον συντοπίτη της ΕΛΑΣίτη και κομμουνιστή Πέτρο Χάλαρη και απέκτησαν τέσσερα παιδιά μεταξύ αυτών και τον Αντώνη Χάλαρη ο οποίος υπήρξε ιδρυτής και πρόεδρος του κόμματος ΑΚΕΠ το οποίο κατέβαινε στις εκλογές επί σειρά ετών μέχρι τη δεκαετία του 1990. Το μετεμφυλιακό κράτος «αντάμειψε» με διώξεις και κυνηγητό την Ανουσιώ και την οικογένειά της μέχρι που την απέλυσε από τη θέση καθαρίστριας που είχε στο Α` Νεκροταφείο Αθηνών![13

Η τραγική και άνανδρη δολοφονία της Έλλης Τσαχειρίδου, Δημητριάδου

Στις 5 Αυγούστου του 1943, σε  χαράδρα του «Κουρί» Πτολεμαΐδας, εκτέλεσαν οι Έλληνες Ναζί συνεργάτες των κατακτητών της ομάδας του ταγματασφαλίτη Γιώργου Πούλου, έξι ΕΠΟΝιτες, έξι νεαρά στελέχη  του ΕΑΜ και μέλη του ΚΚΕ οι περισσότεροι.

Η ηγετική ομάδα του ΕΑΜ της Εορδαίας (Ιωαννίδη, Δημητριάδου, Παπαδόπουλος, Θεοδωρίδης, όλοι από τον νέο Συνοικισμό Πτολεμαΐδας) μετά την δουλειά στα χωράφια συνεδρίαζε στην χαράδρα στο Κουρί. Εκεί είχε συνάντηση με τους δύο αγωνιστές από την Γαλάτεια. Η ένοπλη ομάδα του συνεργάτη των Γερμανών κατακτητών  Γ. Πούλου (6-7 άτομα) τους εντόπισε έπειτα από παρακολούθηση των 2 από την Γαλάτεια... Συνέλαβε τους άοπλους αγωνιστές οι οποίοι συζητούσαν απλώς και αφού τους βασάνισαν τους σκότωσαν επί τόπου... Δεν υπήρχε συμπλοκή,  σύγκρουση ή κάποια αντιπαράθεση... Τους εκτέλεσαν εν ψυχρό και χωρίς καμία αιτία, πέρα από το γεγονός ότι ήταν μέλη του ΕΑΜ. Μία μαζική δολοφονία αόπλων ανθρώπων από ενόπλους «Έλληνες» Ναζί. Ένα ειδεχθές έγκλημα. Χωρίς να τιμωρηθούν ποτέ, χωρίς καμία λογοδοσία στην δικαιοσύνη.

Στη μια και μοναδική γυναίκα της ομάδας, την Έλλη Δημητριάδου Τσαχειρίδου σύζυγο του Δ.Δημητριάδη και μητέρα δυο παιδιών έβγαλαν και τα πιο βρώμικα ένστικτα τους αφού πριν τη σκοτώσουν τη βίασαν επανειλημμένα. Για αρκετές μέρες δεν επέτρεπαν στους συγγενείς να πλησιάσουν στον χώρο της σφαγής και να παραλάβουν τις σωρούς και να τους θάψουν.

Οι δολοφονημένοι ήταν οι:

Έλλη Δημητριάδου (ετών 23),

Δημήτρης Θεοδωρίδης (ετών 29),

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης (ετών 30),

Κων/νος Καραμπίνης (ετών 28),

Δημήτριος Παπαδόπουλος (ετών 25),

Ευστράτιος Ταζούδης (ετών 31) [14]


 Δημήτρης Δημητριάδης εκτελέστηκε την Πρωτομαγιά του 1944 στο σκοπευτήριο της Καισαριανής με 200 αγωνιστές η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήταν κομμουνιστές, μέλη του ΚΚΕ οι περισσότεροι. Στήθηκε παλικαρίσια στον τοίχο της Καισαριανής τραγουδώντας τον ύμνο της Διεθνούς και τον Εθνικό ύμνο ελπίζοντας πως «από το άψυχο κορμί του θα βγουν χιλιάδες μαχητές που θα χτυπήσουν το άδικο και τον φασισμό».

Κοζάνη 30/4/2022

Στέφανος Πράσσος

*Ο Κομμουνιστής Γεώργιος Βασιλειάδης από την Πτολεμαΐδα εκτελέστηκε «εν ψυχρώ» με πιστόλι την 28η Οκτωβρίου του 1931 ώρα 7η πρωινή από τον χαφιέ της ασφάλειας Τσαρουχίδη. Αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι αφού ο χαφιές άδειασε πάνω στο θύμα το πιστόλι του έφερε και την καραμπίνα για να τον αποτελειώσει. Ο λόγος είναι ότι το θύμα πήγε στο σπίτι του χαφιέ για να του ζητήσει τα δικαιώματα βοσκής των βουβαλιών του. Νωρίτερα ο Βασιλειάδης έστειλε τον γιό του να τα ζητήσει αλλά ο χαφιές Τσαρουχίδης τον πλάκωσε στο ξύλο και τον έδιωξε. Πολλοί αγρότες μαζεύτηκαν έξω από το σπίτι του δολοφόνου, γνωρίζοντας το ποιόν του, και απειλούσαν να τον λιντσάρουν. Η χωροφυλακή Πτολεμαΐδας δεν είχε δυνάμεις για να σώσει τον χαφιέ της και έφερε ενισχύσεις από την Κοζάνη.   [15]

Υ.Γ Ευχαριστώ πολύ τον Μίμη Δημητριάδη για τα βιογραφικά στοιχεία και τις φωτογραφίες που μου παραχώρησε από το προσωπικό του Αρχείο.

[1] Ριζοσπάστης 10/5/1946

[2]   Oι 200 της Καισαριανής, ο Πλακοπίτης και τα αγριοπερίστερα.

[3] Ο Νίκος Πλακοπίτης, το "ανθρωποπάζαρο" και μια επεισοδιακή απεργία οικοδόμων ατην Κοζάνη.

[4] Χειμώνας του 1934- Ηρωική διαδήλωση ανέργων στην Κοζάνη

[5] «Οι αλύγιστοι της Ταξικής Πάλης». Λεύκωμα της ΚΝΕ από τη «Σύγχρονη Εποχή»

[6] (σ.Ριζοσπάστη: «πρόκειται για τον σύντροφο των Καΐλαρίων που προ μηνών δολοφόνησε στο δρόμο ο χαφιές Τσαρουχίδης») Ριζοσπάστης 4/3/1932

[7] Ριζοσπάστης 4/3/1932

[8] Ριζοσπάστης 11/4/1932

[9] Ριζοσπάστης 13/8/1932

[10] Ριζοσπάστης 23/11/1932

[11] Ριζοσπάστης 2/7/1933

[12] Από το βιβλίο του Γρεβενιώτη Κομμουνιστή Κώστα Μπίρκα «Με την ψυχή στα δόντια- ΚΑΤΟΧΗ- ΑΝΑΦΗ» εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ 1966

[13] Κώστας Μπίρκας «Με την ψυχή στα δόντια- ΚΑΤΟΧΗ- ΑΝΑΦΗ» εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ 1966

[14] https://kokinokamini.blogspot.com/2020/08/6.html

 [15] [Ριζοσπάστης 4/12/1931] 

Εικόνες

[1] Ο Δ. Δημητριάδης φαντάρος. Από το προσωπικό αρχείο του Μίμη Δημητριάδη

[2] Ο Μιχάλης Βούγιας από: Ριζοσπάστης 10/5/1946

[3] Ο Δ. Δημητριάδης στην Ανάφη: Κώστας Μπίρκας «Με την ψυχή στα δόντια- ΚΑΤΟΧΗ- ΑΝΑΦΗ» εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ 1966

[4] Ο Δ. Δημητριάδης στην Ανάφη: Κώστας Μπίρκας «Με την ψυχή στα δόντια- ΚΑΤΟΧΗ- ΑΝΑΦΗ» εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ 1966

[5] Σκίτσο του Τάσου Αποστολίδη από την εφημερίδα των εξορίστων «Γαζέτα»

[6] Η Ανουσιώ και ο πατέρας της Ρουσέτης Σιγάλας: Κώστας Μπίρκας «Με την ψυχή στα δόντια- ΚΑΤΟΧΗ- ΑΝΑΦΗ» εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ 1966

[7] Η Έλλη Δημητριάδου: Από το προσωπικό αρχείο του Μίμη Δημητριάδη

[8] Ριζοσπάστης 27/4/1975

Πηγή: Στέφανος Πράσσος - https://kozani.tv/

{[['']]}

Βασιλική Σταυροπούλου: Η ηρωίδα ενός αντάρτικου τραγουδιού.


Εβδομήντα εννιά χρόνια έχουν περάσει από τον Αύγουστο του 1944, όταν οι Γερμανοί εκτέλεσαν μαζί με άλλους πατριώτες την Βασιλική Σταυροπούλου, τη "Μάνα του αντάρτη". Ηταν η γυναίκα που ενέπνευσε το ομώνυμο τραγούδι που έγινε γνωστό σ' όλη την Ελλάδα. Ομως λίγοι γνωρίζουν την ιστορία και το όνομα αυτής της γυναίκας του λαού, πως όπως χιλιάδες άλλες τα έδωσε όλα στον αγώνα, πεθαίνοντας με το όραμα της απελευθέρωσης να την πλησιάζει. Την ιστορία της αφηγείται ο Ευάγγελος Μαχαίρας, συνθέτης του εμβατηρίου, στο βιβλίο του "Πενήντα χρόνια μετά" (έκδοση "Σύγχρονη εποχή").

"Ενας αντιπροσωπευτικός τύπος της Ελληνίδας που πρωτοστάτησε στον απελευθερωτικό αγώνα ήταν η Βασιλική Σταυροπούλου, από το Βασαρά της Λακωνίας", γράφει ο Ε. Μαχαίρας. Πολλοί κάτοικοι του χωριού αυτού έχουν και θερινή κατοικία στα Βέροια που είναι πιο ορεινό και πιο δροσερό χωριό.

Ανάμεσα σ' αυτούς και η οικογένεια Σταυροπούλου. Είχε δύο παιδιά φοιτητές και τα δύο, ΕΠΟΝίτες που είχαν ριχτεί με ενθουσιασμό στον αγώνα και η κυρά - Βασιλική ήταν ο κινητήριος μοχλός όλων των γυναικείων οργανώσεων στα Βέροια. Δραστήρια γυναίκα, ακούραστη, πρόσχαρη, ευγενική, ήταν από πολύ πρωί σε κίνηση. Συγκέντρωνε τις γυναίκες για ζύμωμα, φούρνισμα, πλύσιμο και κάθε άλλη υπηρεσία που χρειάζονταν το αντάρτικο, μοίραζε υλικά για πλέξιμο, συγκέντρωνε τα έτοιμα πλεκτά, τα παράδινε στην ΕΤΑ (Επιμελητεία του Αντάρτη) συμμετείχε στην τοπική αυτοδιοίκηση, οργάνωνε γυναικείες ομάδες για διάφορες αποστολές και φυσικά σε όλες αυτές ήταν πρώτη, δεν έδινε μόνο κατευθύνσεις, αλλά εργαζόταν πρώτη και καλύτερη. Εδινε δηλαδή το παράδειγμα.

"Η γυναίκα αυτή έμοιαζε σε πολλά (δραστηριότητα, καλοσύνη, εξυπνάδα), με τη μητέρα μου και γι' αυτό το λόγο με συγκινούσε ιδιαίτερα. Αλλά ήταν και ο αντιπροσωπευτικός τύπος της ηρωίδας Ελληνίδας, της Σουλιώτισσας, της γυναίκας της Πίνδου. Τα παιδιά την είχαν ονομάσει "η μάνα του αντάρτη".

"Και ένα βράδυ ανάβλυσε στην καρδιά μου η επιθυμία να γράψω γι' αυτή ένα τραγούδι. Εγραψα, λοιπόν, τους παρακάτω στίχους με τον τίτλο:

Η μάνα του αντάρτη

Μέσα στην καταιγίδα του πολέμου,
στου φασισμού τη μαύρη σκοτεινιά,
πήρες ντουφέκι και θέλεις γιε μου
να πας αντάρτης, επάνω στα βουνά.

Σκλάβος δε θέλεις εσύ να ζήσεις,
σκλαβιάς δε στέργεις σίδερα βαριά.
Πήρες ντουφέκι, θες να πολεμήσεις
για της Ελλάδας μας τη λευτεριά.

Γεμίζουν γιε μου δάκρυα τα μάτια,
και σπαρταρά η δόλια μου η καρδιά,
τα σωθικά μου γίνονται κομμάτια
τώρα που φεύγεις με τ’ άλλα τα παιδιά.

Ομως, παιδί μου, χτυπάει η καμπάνα,
έφτασε η ώρα η σκληρή του χωρισμού,
Σήκω, κι εγώ σαν Ελληνίδα μάνα,
σε θέλω σταυραϊτό του λυτρωμού.

Με του ΕΛΑΣ τους ένδοξους αντάρτες
τη λευτεριά να φέρετε στη γη,
νέας ζωής, εμπρός επαναστάτες,
για να ροδίσει ολόφωτη αυγή.

"Οι στίχοι άρεσαν στους αντάρτες, συνεχίζει ο Ευάγγ. Μαχαίρας.

Ολοι έβλεπαν σ' αυτούς τη δική τους μάνα. Αλλά το πρόβλημα ήταν η μουσική. Δεν είχα ούτε τα στοιχειώδη προσόντα του συνθέτη. Αρχισα όμως να δοκιμάζω μουσικά μοτίβα που θα μπορούσαν να ταιριάσουν με τους στίχους. Και την άλλη μέρα είχα κάνει την εκλογή μου. Το βράδυ καθόμουν με τους αντάρτες της διμοιρίας πολυβόλων στο τζάκι ενός σπιτιού των Βεροίων, τους το τραγούδησα και τους άρεσε πολύ. Το έμαθαν αμέσως και την άλλη μέρα το πρωί ξεκινήσαμε για τις ασκήσεις μας με αυτό το εμβατήριο. Οι αντάρτες των άλλων διμοιριών αιφνιδιάστηκαν, αλλά το έμαθαν γρήγορα και κάθε πρωί το τραγουδήσαμε όλοι μαζί. Σε λίγες μέρες είχε διαδοθεί σ' όλα τα τμήματα του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου και μέσα σ' ένα μήνα σ' όλα τα τμήματα της Πελοποννήσου. Ως το τέλος του 1943 είχε περάσει τον Κορινθιακό και τραγουδιόταν στη Ρούμελη, καθώς επίσης και στη Ζάκυνθο, και στην Κεφαλλονιά. Σίγουρα τα τραγούδια του Καρβούνη και του Ρώτα ήταν καλύτερα. Αλλά "η μάνα του αντάρτη" είχε συναίσθημα και μίλαγε στην καρδιά των ανταρτών και γρήγορα έγινε πανελλήνιο εμβατήριο.

"Εμείς οι αντάρτες του Πάρνωνα που γνωρίζαμε την Βασιλική Σταυροπούλου, το συνδέσαμε και με την ηρωική αυτή Ελληνίδα. Και όταν ύστερα από πολλούς μήνες(τον Αύγουστο 1944) την έπιασαν οι Γερμανοί και την εκτέλεσαν μαζί με άλλους πατριώτες έξω από τη Σπάρτη, το τραγουδούσαμε και δακρύζαμε.... "

Ο Ευάγγελος Μαχαίρας, συνθέτης του εμβατηρίου, ήταν νέος δικηγόρος, νεαρός έφεδρος αξιωματικός της Αλβανίας, που τραυματίστηκε πολύ βαριά έξω από το Τεπελένι στις 18 Δεκεμβρίου 1940.

Ο νεαρός αυτός δικηγόρος ανέβηκε στο βουνό και συνδέθηκε με την Εθνική Αντίσταση στα Βέροια της Λακωνίας, αναδείχτηκε σε δημιουργό από το μηδέν και σε οργανωτή δύο σπουδαίων αντάρτικων σχηματισμών. Του Λόχου Πολυβόλων, με τον οποίο και ξανατραυματίστηκε βαριά στο πεδίο της τιμής τον Μάιο του 1944, και του Συγκροτήματος Μηχανημάτων του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Ο νεαρός αυτός καπετάνιος είναι ο μετέπειτα Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.



Από το βιβλίο "Πενήντα χρόνια μετά" (έκδοση "Σύγχρονη εποχή") του Ευάγγελου Μαχαίρα.
{[['']]}

Αλέξης Πάρνης (1924- 2023). Ένας ιδιαίτερος "ζαχαριαδικός"...


Στις 10 Μαρτίου έφυγε ο Αλέξης Πάρνης στα 99 του χρόνια. Ο Αλέξης Πάρνης (πραγματικό όνομα Σωτήριος Λεωνιδάκης), γεννήθηκε στις 24 Μαΐου 1924 και έφυγε στις 10 Μαρτίου 2023.

Σημαντικός διανοούμενος -ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος- αγωνιστής της Αριστεράς -μαχητής του ΕΛΑΣ στην Εθνική Αντίσταση και του ΔΣΕ στον εμφύλιο πόλεμο- κριτικός προς τον σταλινισμό και την απανθρωποποίηση που επέφερε στο σοβιετικό πείραμα. Αλλά και... ζαχαριαδικός την εποχή (1956) που ο πάλαι ποτέ πανίσχυρος γενικός γραμματέας του ΚΚΕ αποκαθηλώθηκε από τους διεθνείς συντρόφους του "παγκόσμιου κόμματος", που τόσο πιστά υπηρέτησε κατά την κομματική του αποστολή στο βαλκανικό Νότο.

Ο ίδιος αφηγείται για την επαύριο της καθαίρεσης και της διαγραφής του Ζαχαριάδη: «Πήγα την επομένη στην Κα Γκε Μπε. Μου έδειξαν στην “Αυγή” το γράμμα των κρατουμένων γυναικών στις φυλακές Αβέρωφ, όπου υπέγραφαν την καθαίρεση του Ν. Ζαχαριάδη -ανάμεσά τους και η υπογραφή της Ρούλας Κουκούλου. Και μου λέει ο στρατηγός: “Εδώ τον αποκηρύσσει η γυναίκα του, εσύ γιατί επιμένεις να τον στηρίζεις τόσο πεισματικά; Πήγαινε με το κόμμα σου κι άσε τα συναισθηματικά”. Του είπα τότε: “Είμαι Κρητικο-Μανιάτης, δεν προδίδω δικούς μου”. Αυτός, φυσικά, δεν κατάλαβε τα περί καταγωγής και επειδή νόμισε ότι αναφέρομαι σε κάποια θεωρία-παρέκκλιση της μαρξιστικής, καθώς ακούστηκε σαν “Κρητικομάνιακ”, μου λέει με τρομερό ενδιαφέρον: “Για πες μου, τι είναι αυτό;” Ο Ζαχαριάδης γελούσε όταν του διηγήθηκα το περιστατικό. «Είσαι ένας παλιόμαγκας Πειραιώτης”, μου είπε.»

Ο Στάλιν ως «διορθωτής»!

Στο συγκλονιστικό του μυθιστόρημα «Ο διορθωτής» (εκδ. 1978) ο Πάρνης αποδεικνύει ότι έχει καταλάβει την ιστορία (κάτι που ακόμα είναι ζητούμενο για πολλούς Νεοέλληνες).. Ο Μεγάλος Διορθωτής είναι το παρατσούκλι που δίνει στον Στάλιν, μιας και η εποχή τους σταλινισμού δίνει το ιστορικό πλαίσιο στο μυθιστόρημά του. Ο κεντρικός του ήρωας είναι ο Λαζάρ Λευτέροβιτς Σεϊταντίνωφ ή στην πραγματικότητα ο Λάζαρος Σεϊτανίδης του Ελευθερίου.

Ο Λάζαρος είχε έρθει στη Ρωσία όταν ήταν 12 χρονών. Ήταν ένα από τα παιδιά της Γενοκτονίας του Πόντου: "...Οι ρίζες του Λαζάρ Λευτέροβιτς κρατούσαν από τη μακρινή Τραπεζούντα Ήταν παιδί ακόμα όταν σκοτώσανε οι Τσέτες τους γονιούς του -ο πατέρας του ο παπα-Λευτέρης, υπηρετούσε το Θεό σ' ένα παραλιακό χωριό της Μαύρης Θάλασσας. Μαζί με άλλους δυο μπήκαν στη βάρκα και βγήκαν στη ρωσική ακτή του Καυκάσου. .... Τον βάλανε σ' ένα άσυλο για τα ορφανά, εκεί στο Σουχούμ." Ο Λάζαρος έγινε τυπογράφος και δούλεψε σ' ένα τυπογραφείο την εποχή που στον Καύκασο επικρατούσαν οι μενσεβίκοι. Έτσι θα συνεχίσει και ως τυπογράφος την εποχή της κυριαρχίας των μπολσεβίκων. Στα χρόνια που διαδραματίζεται η ιστορία (Οκτώβριος 1937), ο Λαζάρ Λευτέροβιτς εργάζεται ως τυπογράφος στο τυπογραφείο "Κόκκινος Γουτεμβέργιος". Περιγράφει την ιστορία των ελληνικών σοβιετικών κοινοτήτων του Καυκάσου το Μεσοπόλεμο, έως το δραματικό τους τέλος την περίοδο 1937-38.

Βλαζοντας ο Πάρνης τον ήρωά του να συνομιλεί με τον Ιβάν Αλεξάντροβιτς, ένα παλιό γέρο μπολσεβίκο -"αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής όταν έγινε η Οκτωβριανή εξέγερση στην Πετρούπολη"-που συμμετείχε στην καταστολή της εξέγερσης των ναυτών της Κροστάνδης, αγγίζει με τον πιο καυστικό τρόπο ολόκληρη τη σοβιετική ιστορία. Ο Ιβάν Αλεξάντροβιτς που συμμετείχε στην καταστολή της Κροστάνδης (Μάρτιος 1921), δηλαδή των πιο επαναστατικών στοιχείων του Οκτώβρη του 1917, όπως και όλοι οι πρωτεργάτες της καταστολής (Τρότσκι, Τουχατσέφσκι) θα είναι τελικά τα θύματα εκείνου του καθεστώτος που προστάτευσαν στην Κροστάνδη δολοφονώντας αυτούς που ήδη είχαν αντιληφθεί ότι η Επανάσταση είχε τελειώσει πλέον και βάδιζε το δρόμο προς την Κόλαση.

Μέσα από τη συνομιλία τους προβάλει και η ιστορική αντίληψη του ίδιου του Αλέξη Πάρνη για την εποχή που περιγράφει:

"-Θα ξέρετε βέβαια Λαζάρ Λευτέροβιτς, με ποιό τρόπο ο Τρομερός Τσάρος Ιβάν φέρθηκε στους δύο θαυμαστούς αρχιτέκτονες που χτίσανε το ναό του ''Βασίλιι Μπλαζένιι"...

-Ναι , βέβαια Ιβάν Αλεξάντροβιτς. Όταν τελειώσανε , τους αντάμοιψε με πλούτο και κτήματα. Όμως ταυτόχρονα τους τύφλωσε με πυρωμένο σίδερο. Έτσι δεν θα έφτιαχναν παρόμοιο θαύμα άλλου τσάρου.

-Ε λοιπόν... Το ίδιο μπορεί να γίνει με ολόκληρο λαό...

-Δηλαδή τι εννοείτε; έκανα αλαφιασμένος ο Λαζάρ Λευτέροβιτς

-Θαυμαστός αρχιτέκτονας είναι ο λαός.... Τον ανταμοίβεις λοιπόν για κάποιον άθλο του με βιομηχανικά συγκροτήματα, σχολεία, τεχνικές κατακτήσεις. Και ταυτόχρονα τον τυφλώνεις για να μην κάνεις άλλη επανάσταση..."

Θεέ μου! Τώρα πια ήταν φανερός ο υπαινιγμός ενάντια στον καιρό του Μεγάλου Διορθωτή. Που την πήγαινε λοιπόν την κουβέντα; Να τον κάψει πήγαινε; ...

-Μη φωνάζετε! Για το Θεό, πιο σιγά, Ιβάν Αλεξάντροβιτς! ψιθύριζε τρομαγμένος...

Ο άλλος, σα να κατάλαβε τον κίνδυνο. Χαμήλωσε τη φωνή. Το ψιθύρισμα όμως ανήσυχο και βιαστικό -κοιτούσε κάπου μακρυά, σαν καταδιωκόμενος που νοιώθει τον διώκτη να ζυγώνει με τ' άλογό του.

-Αν ζήσετε, θέλω να μεταφέρετε τα λόγια μου αυτά στους ανθρώπους. Κάποτε θα περάσουν οι φοβεροί καιροί.... Κοιτάχτε γύρω σας. Κοιτάχτε Λαζάρ Λευτέροβιτς... Σφάζονται, τυφλώνονται οι πρωτομάστορες του λαού.... Είτε τους παραπετάνε όπως κι εμένα -βλέπετε η αρώστεια με έκανε ακίνδυνο για το μεγάλο στραγγαλιστή... Κοιτάχτε με. Κοιτάχτε Λαζάρ Λευτέροβιτς. Ακόμα ζω και αναπνέω. Όμως δεν υπάρχω, από καιρό τώρα. Σε καμιά ιστορία, σε κανένα βιβλίο δεν θα βρείτε το όνομά μου. Το σβήσανε μαζί με τόσα άλλα. Κι όταν φτάνει η επέτειο της μεγάλης νίκης στην Κροστάνδη, παρουσιάζεται μονάχα το δικό του. Αυτός σχεδίασε τη μάχη, αυτός οδήγησε τα στρατεύματα στην έφοδο -όλα αυτός."

Δυό λόγια για τη ζωή του

Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 24 Μαΐου του 1924, με καταγωγή από την Κρήτη και την Μάνη. Οργανώθηκε από μικρός στην Εθνική Αντίσταση, έλαβε μέρος στην τελευταία μάχη κατά των Γερμανών στην Αθήνα και τραυματίστηκε στα Δεκεμβριανά. Έμαθε για το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο νοσοκομείο της Κορυτσάς όπου νοσηλευόταν και τον Μάιο του 1945 μεταφέρθηκε στο Ρουμπίκ της Αλβανίας. Εκεί έγραψε το πρώτο του μονόπρακτο με τίτλο «Τελευταία νύχτα», έργο που αναφέρεται στα Δεκεμβριανά. Από τον Νοέμβριο του 1948 εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής, υπολοχαγός για το φύλλο του ΔΣΕ, «Δελτίο ειδήσεων» και αργότερα για την εφημερίδα «Προς την νίκη». Την ίδια περίοδο δημοσιεύει τη συλλογή διηγημάτων «Είμαι μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού» που εκδόθηκε από στα τυπογραφία του ΔΣΕ στις Πρέσπες.

Με την κατάρρευση του μετώπου μεταφέρθηκε στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην τοπική εφημερίδα των Ελλήνων και το 1951 ξεκίνησε τις σπουδές του στο Λογοτεχνικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας «Μαξίμ Γκόρκυ». Κατά την περίοδο παραμονής του στην Μόσχα συνδέθηκε φιλικά με προσωπικότητες των γραμμάτων όπως ο Μπορίς Πάστερνακ και ο Ναζίμ Χικμέτ και ξεκίνησε την συγγραφή του επικού ποιήματος «Μπελογιάννης», το οποίο κέρδισε το πρώτο παγκόσμιο βραβείο ποίησης στο φεστιβάλ της Βαρσοβίας του 1955. Με πρόταση του Ν. Ζαχαριάδη, επιλέγεται το 1951 να σπουδάσει στο φημισμένο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο Μαξίμ Γκόρκι της Μόσχας. Ζει σε ντάτσα στο Περεντέλκινο,  τον παραθεριστικό οικισμό των Σοβιετικών συγγραφέων, όπου γνωρίζει και συνδέεται φιλικά με τον Ναζίμ Χικμέτ και με τον Μπορίς Παστερνάκ και αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματά του μεταφρασμένα στα ρωσικά.

Ο Ν. Σαραντάκος αναφέρει ένα επεισόδιο που διηγήθηκε ο ίδιος από την εποχή εκείνη: επειδή το πηγαινέλα από το Περεντέλκινο στο κέντρο της Μόσχας του έπαιρνε πολλές ώρες κάθε μέρα, ζήτησε και του παραχώρησαν στέγη στο Ινστιτούτο, ένα κρεβάτι σε μια πτέρυγα όπου στεγάζονταν φοιτητές βαριά τραυματίες και ανάπηροι του πολέμου. Έπιασε φιλίες μαζί τους, αλλά εκείνοι έπιναν από το πρωί ως το βράδυ, οπότε άρχισε πάλι να αναζητεί στέγη. Ο Ναζίμ Χικμέτ του είπε ότι μια γνωστή του είχε ένα άδειο δωμάτιο και μπορούσε να τον φιλοξενήσει και πράγματι μετακόμισε εκεί. Πολύ αργότερα, όταν ξαναπήγε στη Μόσχα το 1989, έμαθε πως το δωμάτιο το πλήρωνε ο Χικμέτ, που είχε εξορκίσει τη σπιτονοικοκυρά να μην αποκαλύψει το μυστικό.

Μετά την καθαίρεση του Ζαχαριάδη αρνήθηκε να τον αποκηρύξει. Έμεινε πιστός φίλος του και μάλιστα κρατούσε τον Σήφη, τον γιο του, όταν ο Ζαχαριάδης βρισκόταν εξορία στο δασαρχείο του Μποροβίτσι (πριν από το Σουργκούτ). Αυτά τα έχει διηγηθεί ο ίδιος στο βιβλίο του «Γεια χαρά Νίκος». Έτσι, ήρθε σε σύγκρουση με τη νέα ηγεσία του ΚΚΕ, με αποτέλεσμα να πέσει σε δυσμένεια και να σταματήσει να δημοσιεύει. Διαγράφτηκε από το ΚΚΕ και έχασε τη δουλειά του στο ελληνικό ραδιόφωνο της Μόσχας. Οι πολιτικοί πρόσφυγες-λογοτέχνες που ήταν πιστοί στη νέα ηγεσία του ΚΚΕ έστελναν επιστολές στα σοβιετικά περιοδικά να μη δημοσιεύουν έργα του «αδικαιολόγητα εγκωμιασμένου» Πάρνη.

Το 1960 το θεατρικό του έργο «Το νησί της Αφροδίτης» (με θέμα την Κύπρο) γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε 180 θέατρα της Σοβιετικής Ένωσης με πάνω από 22.000 παραστάσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή την παράσταση «ήταν καλλιτεχνική, αλλά και πολιτική επιτυχία υπό την έννοια ότι μια υπερδύναμη, η ΕΣΣΔ φώναζε πως η Κύπρος ήταν ελληνική. ...Στα έργα μου δεν αντιμετώπισα ποτέ τους ήρωες μονοσήμαντα, από την ιδεολογία τους, αλλά ως τραγικά πρόσωπα, κι αυτό έχει τεράστια διαφορά. Τον τραγικό άνθρωπο τον σέβομαι όπου κι αν ανήκει. Ενώ είχα πάρει το Παγκόσμιο βραβείο για τον “Μπελογιάννη”, κάνω το “Νησί της Αφροδίτης” για ποιον; Για την ΕΟΚΑ, για τον Γρίβα.»

Η επιτυχία αυτή του έδωσε την δυνατότητα να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1963 με ειδική άδεια της κυβέρνησης, και να ανεβάσει το έργο του στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με σκηνοθέτη τον Αλέξη Σολομό και πρωταγωνίστρια την Κυβέλη (σύζυγο του Γεωργίου Παπανδρέου).

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα η γραφή του προσανατολίστηκε προς το ψυχογραφικό μυθιστόρημα με στοιχεία από τον ρωσικό ρεαλισμό. Από τις εκδόσεις Εστία εκδόθηκαν τα έργα του το «Ο διορθωτής» (1978), «Λεωφόρος Πάστερνακ» (1979), «Μια Πράγα στον καθένα» (1979), «Ο μαφιόζος» (1980), και «Ο κινηματίας» (1990). Από τις εκδόσεις Καστανιώτη εκδόθηκε το 2009 το μυθιστόρημα «Η οδύσσεια των διδύμων».

Πηγή:  Βλάσης Αγτζίδης,  διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, συγγραφέας. μέσω tvxs

{[['']]}

Η εκτέλεση από τους ναζί του διοικητή των Διεθνών Ταξιαρχιών Αν. Δεληγιάννη

Η εκτέλεση από τους ναζί του διοικητή των Διεθνών Ταξιαρχιών Αν. Δεληγιάννη όταν αρνήθηκε να απαρνηθεί την ελληνικότητά του.

Η πρόταση του Γερμανού αξιωματικού, ιδιαίτερα δελεαστική: «Υπογράφεις εδώ ένα χαρτί ότι γίνεσαι Βούλγαρος υπήκοος και σε λίγη ώρα είσαι ελεύθερος. Διαφορετικά σε περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα».

Ο κρατούμενος προς τον οποίο γινόταν η πρόταση δεν δίστασε ούτε στιγμή να δώσει την καθοριστική για τη ζωή του απάντηση: «Εγώ δεν απαρνούμαι την πατρίδα μου Ελλάδα και την ιδεολογία μου. Κάντε ό,τι θέλετε».

Τα χαράματα της επόμενης μέρας, 2 Ιουλίου 1943, ο συνδικαλιστής καπνεργάτης, γραμματέας της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Ελλάδος, ο μαχητής ταγματάρχης στις Διεθνείς Ταξιαρχίες στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, το στέλεχος του ΚΚΕ, Αναγνώστης Δεληγιάννης, σε ηλικία 48 ετών εκτελείται από τους ναζί μαζί με ακόμη 49 συγκρατούμενούς του στον χώρο της πλινθοποιίας Παπαγεωργίου, που υπήρχε στα Σφαγεία της Θεσσαλονίκης.

Ο κρατούμενος εκείνη την εποχή στο στρατόπεδο «Παύλος Μελάς» της Θεσσαλονίκης, Λεωνίδας Γιασημακόπουλος, περιέγραψε σε αδρές γραμμές την προετοιμασία των εκτελέσεων που έγιναν εκείνο το πρωί:

«Είμαι κακοδιάθετος, εξύπνησα από τας 4.30 π.μ. με ένα όνειρον δυσάρεστον και γεμάτο στενοχωρίαν. Στις 5 π.μ. τραγικώτατον γεγονός έλαβε χώραν. Ηλθον τρία αυτοκίνητα με Γερμανούς, φέροντα σήματα της υπηρεσίας των (πέταλα) και παρέλαβαν από το στρατόπεδον 32 κατηγορουμένους επί κομμουνισμώ, προς εκτέλεσιν. [...]

Ολος ο θάλαμος ευρίσκεται μέσα σε βαθύ πένθος. Τα πράγματα των μελλοθανάτων καταγραφέντα παρελήφθησαν υπό της διευθύνσεως. Πληροφορούμεθα ότι ο ολικός αριθμός συνεπληρώθη εις 50 διότι πήραν 12 από τας γερμανικάς φυλακάς “510” και 6 από το Επταπύργιον. Η εκτέλεσις αυτή έγινε εις αντίποινα διά τον φόνον του Γερμανού φρουράρχου Ναούσης, όστις φέρεται συμβάς χθες. Φρικτωτέρα στιγμή δεν μπορεί να υπάρξη. Επί ώραν έτρεμα σύγκορμος. Οι λυγμοί δεν με αφήνουν».

Ποιος ήταν

Ο Αναγνώστης Δεληγιάννης γεννήθηκε το 1895 στο Γάνο της Ανατολικής Θράκης και το 1920 ήρθε με την οικογένειά του πρόσφυγας στην Καβάλα. Στην Καβάλα δούλεψε ως καπνεργάτης, όπου ήρθε σε επαφή με την κομμουνιστική ιδεολογία και έγινε μέλος του ΚΚΕ. Διακρίθηκε στον καπνεργατικό συνδικαλισμό και έφτασε μέχρι τη θέση του γραμματέα της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Ελλάδος.

Το 1933 ήταν υποψήφιος του ΚΚΕ στον νομό Σερρών. Στην εκλογική εκείνη αναμέτρηση που είχε γίνει με πλειοψηφικό σύστημα, το ΚΚΕ αν και είχε λάβει ποσοστό 4,64% δεν εξέλεξε κανέναν βουλευτή, καθώς τις συνολικά 248 έδρες του Κοινοβουλίου τις είχαν μοιραστεί το Λαϊκό Κόμμα του Παναγή Τσαλδάρη και το Κόμμα Φιλελευθέρων του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Για όλη του την αγωνιστική δράση διώχθηκε, φυλακίστηκε και εξορίστηκε πολλές φορές. Τελευταία του εκτόπιση ήταν το 1934 στον Αη Στράτη.

Από τον Αη Στράτη στις Διεθνείς Ταξιαρχίες

Το 1935 ο Αν. Δεληγιάννης δραπέτευσε από τον Αη Στράτη και κατέφυγε στη Σοβιετική Ενωση. Αργότερα μεταβαίνει μαζί με άλλους Ελληνες (Σακαρέλος, Βαβούδης κ.ά.) στην Ισπανία, όπου πολέμησε στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο ως υποδιοικητής στον «Ελληνικό λόχο» του τάγματος «Δημητρώφ» των Διεθνών Ταξιαρχιών. Διακρίθηκε στα πεδία των μαχών και του απονεμήθηκαν μετάλλια και διακρίσεις. Το ψευδώνυμό του στην Ισπανία ήταν «Γιάννης Σιγανός».

Στο κάλεσμα της ισπανικής Δημοκρατίας που κινδύνευε με κατάλυση από τους φασίστες του Φράνκο, είχαν ξεκινήσει δημοκράτες απ’ όλες τις γωνιές της Γης. Από τα καράβια που δούλευαν ως ναυτεργάτες, από τις χώρες που έμεναν ως μετανάστες, από τη φασιστοκρατούμενη τότε Ελλάδα, από την Κύπρο και από τα Δωδεκάνησα. Πέρασαν από ωκεανούς, διάβηκαν βουνά και ξέφυγαν από χαφιέδικους κλοιούς, έσκαψαν λαγούμια και δραπέτευσαν από φυλακές, όπως οι «Οχτώ της Αίγινας» με επικεφαλής τον Δημήτρη Σακαρέλο, τον θρυλικό κομισάριο του λόχου των Ελλήνων εθελοντών στον Ισπανικό Δημοκρατικό Στρατό.

Η πρώτη ομάδα Ελλήνων εθελοντών έφτασε στην Ισπανία στις αρχές Οκτωβρίου 1936, από τη Γαλλία, και πήγε όπως και οι άλλοι διεθνιστές στην πόλη Αλμπαθέτε, που ήταν το κέντρο υποδοχής, κατάταξης και εκπαίδευσης όλων των εθελοντών των διεθνών ταξιαρχιών. Η πρώτη αυτή ελληνική ομάδα ενσωματώθηκε με άλλους αγωνιστές των βαλκανικών χωρών, κυρίως Γιουγκοσλάβους, και απάρτισαν τον «Βαλκανικό λόχο». Στον λόχο εκείνο υπεύθυνος για τους Ελληνες ήταν ο Παναγιώτης Αϊβατζής με το ψευδώνυμο Μάριος. Ο λόχος αυτός εντάχθηκε στο τάγμα «Ντομπρόφσκι» (όνομα του μεγάλου Πολωνού μαχητή της Παρισινής Κομούνας), που μαζί με δύο άλλα τάγματα αποτέλεσε την 11η Διεθνή Ταξιαρχία. Μια άλλη ομάδα Ελλήνων εντάχθηκε στον «Βαλκανικό λόχο» του τάγματος «Τέλμαν», που υπαγόταν στη 12η Διεθνή Ταξιαρχία.

Στη συνέχεια δημιουργήθηκε ο Ελληνικός Λόχος με 125 άνδρες και διοικητή τον Γιάννη Μαργαρίτη (Μπέλκος). Οι πρώτες μάχες που πήρε μέρος ήταν στις 24 Αυγούστου στο μέτωπο της Αραγόνας όπου σκοτώθηκε και ο πρώτος διοικητής του, ο Μπέλκος. Ο Ελληνικός Λόχος πολέμησε σε όλα τα μέτωπα, πήρε μέρος σε πολλές μάχες, πέτυχε νίκες θαυμάσιες. Οι άντρες του, οπλίτες και αξιωματικοί, έδειξαν θάρρος, παλικαριά και σπάνιες ικανότητες. Πολλοί έπεσαν στα πεδία των μαχών. Μετά την αναδιοργάνωση της Διεθνούς Μεραρχίας, ο Ελληνικός Λόχος εντάχθηκε στη δύναμη της ταξιαρχίας «Αβραάμ Λίνκολν» και από τότε μετονομάστηκε σε λόχο "Ρήγα Φεραίο".

Ο Αναγνώστης Δεληγιάννης διακρίθηκε ιδιαίτερα στις μάχες του Μπελσίτ, όπου και ανέλαβε τη διοίκηση του Ελληνικού Λόχου. Η επίθεση είχε αρχίσει στις 24 Αυγούστου 1937 με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη του Μπελσίτ, μιας μικρής αλλά καλά οχυρωμένης πόλης πάνω στον δρόμο που οδηγεί από τη Μαδρίτη στη Σαραγόσα. Ο διοικητής του λόχου Παντελιάς (Γιάννης Μαργαρίτης) αρπάζει το πολυβόλο και συνεχίζει να χτυπά τους εχθρούς που πλησιάζουν. Γρήγορα όμως τραυματίζεται θανάσιμα και σε λίγο πάνω στο πολυβόλο του ξεψυχά. Ο πολιτικός επίτροπος Στεφόπουλος (Δημήτρης Πέρρος) βλέπει τον σκοτωμένο συναγωνιστή του, ορμάει, αρπάζει το πολυβόλο και συνεχίζει να θερίζει τον εχθρό, που σε λίγο φτάνει στο χαράκωμα και τον αποτελειώνει με τις ξιφολόγχες του.

Μετά τον θάνατο των δύο αξιωματικών, τη διοίκηση του λόχου ανέλαβε ο υποδιοικητής Αναγνώστης Δεληγιάννης (Γιάννης Σιγανός), που μαζί με τους υπόλοιπους άντρες που γλίτωσαν συνέχισε τη μάχη της ημέρας εκείνης όπως και την επόμενη. Στις φονικές εκείνες μάχες του Μπελσίτ, ανάμεσα στους άλλους σκοτώθηκε και ο διοικητής της πυροβολαρχίας του τάγματος Μήτσος Κατσικιώτης και τραυματίστηκε ο Ευάνθης Νικολαΐδης. Αλλοι αξιωματικοί που σκοτώθηκαν ήταν ο Γιάννης Ζιάγκος από την Αμερική, ο Χρήστος Μουγιάννης από την Ικαρία και ο Ελληνοκύπριος Χριστόδουλος Χριστοδούλου.

Ξανά στον Αη Στράτη και τραγικό τέλος

Με τη λήξη του ισπανικού εμφυλίου στις αρχές του 1939 ο Αναγνώστης Δεληγιάννης περνά στη Γαλλία, συλλαμβάνεται από τις γαλλικές αρχές και απελαύνεται στην Ελλάδα, όπου το καθεστώς της 4ης Αυγούστου τον εξορίζει και πάλι στον Αη Στράτη.

Το 1943 κατά τη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής, μεταφέρεται από τον Αη Στράτη στις φυλακές «Παύλου Μελά» στη Θεσσαλονίκη. Εκεί οι γερμανοβουλγαρικές αρχές τού προτείνουν να λάβει τη βουλγαρική υπηκοότητα αφού η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί ως προσφυγική στην Καβάλα που ανήκε στη βουλγαρική ζώνη κατοχής. Ο Δεληγιάννης αρνείται κατηγορηματικά αυτή την πρόταση και οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Την ίδια μέρα, εκτελείται μαζί με τον Δεληγιάννη και τους συνολικά 50 ομήρους και ο ηρωικός αρχιμανδρίτης Κοζάνης Ιωακείμ Λιούλιας, επειδή στα φλογερά κηρύγματά του στις εκκλησίες της Δυτικής Μακεδονίας προέτρεπε τους πιστούς να μη σκύψουν το κεφάλι αλλά να αγωνιστούν κατά των κατακτητών.

Πηγή: Σπύρος Κουζινόπουλος - "ΕφΣυν"

{[['']]}

Φρανθίσκο Σαμπατέ Γιοπάρτ: Μια από τις διασημότερες μορφές του ελευθεριακού αντάρτικου κινήματος


Μια από τις διασημότερες μορφές του ελευθεριακού αντάρτικου κινήματος ήταν ο Φρανθίσκο Σαμπατέ Γιοπάρτ «Ελ Κίκο» (Sabate Llopart, Francisco, “El Quico”, 1915-1960). 

Ο Σαμπατέ γεννήθηκε στη Χοσπιτάλετ της Βαρκελώνης στις 30 Μαρτίου 1915. Έγινε μέλος της CNT το 1931. 

Το 1932 δημιούργησε την ομάδα δράσης Los Novatos (Οι Πρωτάρηδες), που συνεργάστηκε με την FAI. H ομάδα συμμετείχε στην εξέγερση της 8ης Δεκέμβρη 1933 και πραγματοποίησε την πρώτη της απαλλοτρίωση (ληστεία) το 1935 για να χρηματοδοτήσει μια ομάδα στήριξης φυλακισμένων συντρόφων. 

Τον Αύγουστο του 1936, ο Σαμπατέ και ο αδερφός του Χοσέ (1910-1949) κατατάχθηκαν στην ταξιαρχία «Νεαροί Αετοί» της CNT-FAI, που οργανώθηκε από τον Χουάν Γκαρθία Ολιβέρ και πολέμησε στο μέτωπο της Αραγωνίας. Στο τέλος του εμφυλίου, ο Σαμπατέ ήταν μέλος της 26ης μεραρχίας (πρώην ταξιαρχία Ντουρρούτι) που πέρασε τα σύνορα προς τη Γαλλία. Μετά την απελευθέρωσή του από στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Βερνέ συμμετείχε ενεργά στη γαλλική αντίσταση κατά των ναζί. 

Από το 1945 και για τα επόμενα 15 χρόνια συνέχισε την ένοπλη πάλη στην Ισπανία και ειδικότερα στην Καταλωνία, στο πλαίσιο του αντάρτικου κινήματος κατά του Φράνκο. Στις 20 Αυγούστου 1945 πέτυχε την απελευθέρωση δύο φυλακισμένων συντρόφων. 

Στη συνέχεια, η ομάδα του άρχισε να πραγματοποιεί επιθέσεις κατά του φρανκικού καθεστώτος και των υποστηρικτών του, καθώς επίσης ληστείες τραπεζών και επιχειρήσεων για τη χρηματοδότηση του κινήματος. Το 1948, ο Χοσέ Σαμπατέ απελευθερώθηκε με εγγύηση από τις φυλακές Αλικάντε όπου κρατούνταν και πέρασε στην ένοπλη δράση στο πλευρό του αδερφού του. 

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ελ Κίκο έγινε ο υπ’ αριθμόν ένα δημόσιος κίνδυνος – ένας μόνιμος εφιάλτης για τις φασιστικές αρχές της Καταλωνίας. 

Στις 2 Μάρτη 1949 πραγματοποιεί μαζί με τον αδερφό του Χοσέ και τον Ουενθεσλάο Ορίβε απόπειρα δολοφονίας του αστυνομικού επιθεωρητή Εδουάρδο Κιντέλα στη Βαρκελώνη. Η ενέργεια αποτυγχάνει, και αντί του επιθεωρητή σκοτώνονται δύο άλλοι γνωστοί φασίστες.

Πολλοί από τους συντρόφους του σκοτώθηκαν ή συνελήφθησαν εκείνη την περίοδο· στις 9 Μάη του 1946 σκοτώνεται από την αστυνομία το πρώτο μέλος της ομάδας, ο Χαϊμέ Παρές «Ελ Αβισίνιο» (Jaime Pares ‘El Abisinio’). 

Στις 17 Οκτώβρη 1949, ο Χοσέ Σαμπατέ έπεσε σε ενέδρα καθώς πήγαινε σε ένα ραντεβού στην οδό Τραφάλγκαρ – είχε προδοθεί. Στην προσπάθειά του να ξεφύγει σκότωσε έναν αστυνομικό, αλλά τραυματίστηκε βαριά και αιχμαλωτίστηκε. Πέθανε λίγο αργότερα, κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο.

Ο Φρανθίσκο και ο Χοσέ Σαμπατέ δεν επιθυμούσαν την εμπλοκή του μικρότερου αδερφού τους Μανουέλ (1927-1950) στο αντιστασιακό κίνημα, μολονότι ο ίδιος ο Μανόλο είχε περάσει στο γαλλικό έδαφος το 1946 για να ενωθεί με τα αδέρφια του. 

Το Σεπτέμβρη του 1949, ενώ ο Φρανθίσκο βρισκόταν σε μια γαλλική φυλακή και ο Χοσέ συμμετείχε σε μια ομάδα δράσης στην Ισπανία, ο Μανουέλ εντάχθηκε στην αντάρτικη ομάδα του Ραμόν Βίλα Καπντεβίλα. Λίγο καιρό αργότερα, η ομάδα έπεσε σε ενέδρα και αναγκάστηκε να διασπαστεί. Ο Μανόλο πιάστηκε αιχμάλωτος. Δικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες από στρατιωτικό δικαστήριο, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 24 Φλεβάρη 1950. Η εκτέλεσή του ήταν μια πράξη εκδίκησης των φασιστικών αρχών για τη δράση των δύο αδερφών του.

Ο ίδιος ο Φρανθίσκο Σαμπατέ κατόρθωσε πολλές φορές να ξεφύγει από αντίστοιχα μπλόκα της αστυνομίας. Στις 30 Δεκέμβρη 1959 πέρασε για τελευταία φορά τα γαλλοϊσπανικά σύνορα και στις 5 Γενάρη 1960 σκοτώθηκε στο Σαντ Θελόνι της Καταλωνίας από μονάδες της χωροφυλακής και της Σοματέν (Somaten – παραστρατιωτικό σώμα που δρούσε σε συνεργασία με τη χωροφυλακή για την κατάπνιξη της αντίστασης), μετά από περιπετειώδη καταδίωξη. Οι τέσσερις σύντροφοί του που τον συνόδευαν στο ταξίδι σκοτώθηκαν επίσης σε εκείνη την επιχείρηση: ο Αντόνιο Μιράκλε Χιτάρτ, 29 ετών· ο Ροχέλιο Μαδριγκάλ Τόριες, 27 ετών· ο Φρανθίσκο Κονέζα Αλκάραθ, 39 ετών· και ο Μαρτίν Ρουίθ Μοντόγια, 20 ετών. Ο Σαμπατέ κατόρθωσε και πάλι να ξεφύγει και να φτάσει σχεδόν μέχρι τη Βαρκελώνη, αλλά πέθανε λίγες ώρες αργότερα από τις πληγές του. Την επομένη του θανάτου του, οι ισπανικές εφημερίδες έγραψαν:

«Το τέλος ενός bandolero. Ήταν 08. 26΄. Στη διασταύρωση των οδών Ματόρ και Σαν Τεθλά στο Σαντ Θελόνι, κρατώντας σφιχτά το πολυβόλο Τόμπσον που είχε στην κατοχή του, κειτόταν νεκρός ο θλιβερά διάσημος Φρανθίσκο Σαμπατέ Γιοπάρτ».

Οι απαλλοτριώσεις που πραγματοποιούσε η ομάδα του Σαμπατέ συνοδεύονταν από σημειώματα που άφηναν οι «επισκέπτες» αφού τελείωναν τη «δουλειά» – όπως αυτό που ακολουθεί, το οποίο άφησαν φεύγοντας από το σπίτι ενός πλούσιου καταστηματάρχη, του Μανουέλ Γκαρίγκα, και το οποίο αναδεικνύει το στέρεο πολιτικό υπόβαθρο αλλά και την προσωπική ακεραιότητα των ανταρτών:

«Δεν είμαστε ληστές, είμαστε ελευθεριακοί μαχητές της αντίστασης. Αυτά που πήραμε θα βοηθήσουν σε ένα μικρό βαθμό να τραφούν τα ορφανά παιδιά των αντιφασιστών που εκτελέστηκαν από εσένα και τους ομοίους σου, τα οποία λιμοκτονούν. Είμαστε άνθρωποι που δεν ικετέψαμε ποτέ ούτε πρόκειται να ικετέψουμε για εκείνα που μας ανήκουν. Θα παλεύουμε για την ελευθερία της ισπανικής εργατικής τάξης όσο έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε. Όσο για σένα, Γκαρίγκα, σου χαρίσαμε τη ζωή μολονότι είσαι ένας κλέφτης και δολοφόνος, γιατί εμείς ως ελευθεριακοί εκτιμούμε την αξία της ανθρώπινης ζωής, κάτι που εσύ ποτέ δεν κατάλαβες ούτε είναι πιθανό να καταλάβεις».

Ο Φαθέριας, ο Καπντεβίλα και ο Σαμπατέ ήταν οι αντάρτες εκείνοι που ανέπτυξαν την πιο έντονη αντιστασιακή δράση στην Καταλωνία μετά το 1952. Την περίοδο 1945 46, οι ομάδες τους δρούσαν υπό το όνομα Ελευθεριακό Κίνημα Ισπανίας (Movimiento Libertario Español – ΜLΕ) που συνένωνε τις οργανώσεις CNT, FAI, FIJL στη Γαλλία, και κατά καιρούς μοίραζαν προκηρύξεις με την υπογραφή της FIJL.

Στη συνέχεια (1947-48) υιοθετήθηκε το όνομα Ελευθεριακό Κίνημα Αντίστασης (Mouvement Libertaire de Résistance – MLR). Ενώ στην αρχή η αντάρτικη δράση ήταν σχετικά ενιαία (καθώς οι ομάδες που σχηματίστηκαν στην Καταλωνία και την Αραγωνία ήταν ενταγμένες στη CNT), στη συνέχεια αποκτά περισσότερο αυτόνομο χαρακτήρα, καθώς όλες σχεδόν οι πολιτικές οργανώσεις εγκαταλείπουν την ένοπλη πάλη. Το 1955, μετά την άρνηση της CNT να δημιουργήσει ένοπλες ομάδες στο εσωτερικό της Ισπανίας (με το επιχείρημα ότι η πάλη ενάντια στο Φράνκο έπρεπε να γίνει με μέσα που θα επέτρεπαν την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή του πληθυσμού), ο Σαμπατέ ιδρύει με μερικούς συντρόφους τις «Αναρχοσυνδικαλιστικές Ομάδες» (Grupos anarcosindicalistas), των οποίων το όργανο ήταν «Η Μάχη» (El Combate). Στις 29 Απριλίου μοιράζουν στην πόλη της Βαρκελώνης χιλιάδες προκηρύξεις με αφορμή την Πρωτομαγιά. Στις 29 Σεπτεμβρίου, καθώς ο Φράνκο βρίσκεται στη Βαρκελώνη, ο Σαμπατέ μοιράζει εκ νέου προκηρύξεις με το εξής κείμενο:

«Αντιφασιστικέ λαέ. Ήδη εδώ και μερικά χρόνια υπομένεις το Φράνκο και τους πληρωμένους δολοφόνους του. Δεν είναι αρκετό να επικρίνεις αυτό το διεφθαρμένο καθεστώς της αθλιότητας και του τρόμου. Τα λόγια είναι λόγια. Χρειάζεται δράση. Κάτω η τυραννία! Ζήτω η ενότητα του ισπανικού λαού!

Ελευθεριακό Κίνημα Ισπανίας»

Το Μάρτη του 1956, ο Σαμπατέ σχηματίζει μια καινούρια ομάδα μαζί με τον Φαθέριας. Πραγματοποιούν ληστείες και εκτελούν έναν αξιωματικό της αστυνομίας. Στη συνέχεια, ο Σαμπατέ επιστρέφει στη Γαλλία μέχρι το 1959. Εκείνο το διάστημα σκοτώνεται ο Φαθέριας. 

Το Γενάρη του 1960 σκοτώνεται ο Ελ Κίκο, ενώ το 1963 πέφτει νεκρός και ο Καπντεβίλα. Οι εξόριστες οργανώσεις επικρίθηκαν από τους αντάρτες για την απροθυμία τους να στηρίξουν το ένοπλο κίνημα και για την απουσία τους από το πεδίο της πάλης στο εσωτερικό της Ισπανίας. Στις 8 Δεκέμβρη του 1957, οι «Αναρχοσυνδικαλιστικές Ομάδες» έστειλαν την εξής επιστολή στην εξόριστη CNT FAI: «Συνεχίζουμε και θα συνεχίσουμε την πάλη μας σε σχέση με την Ισπανία, στην Ισπανία, και θεωρούμε ότι η αδράνεια είναι ο θάνατος του επαναστατικού πνεύματος. Μαζί με την αλληλεγγύη προς τους φυλακισμένους αδερφούς μας, θα κάνουμε τη φωνή του αναρχισμού να ακουστεί σε κάθε γωνιά της Ισπανίας».

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από τη μπροσούρα "Η Ένοπλη Αντίσταση στη Δικτατορία του Φράνκο" που εκδόθηκε το Δεκέμβρη του 2008 από το Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι. Τα βιογραφικά στοιχεία έχουν αντληθεί από τη μπροσούρα του ισπανού αναρχικού και ιστορικού, Antonio Tellez, The anarchist resistance to Franco, Kate Sharpley Library: 1994.

Πηγή: landandfreedom.gr

{[['']]}

Συνέντευξη της συναγωνίστριας Κατερίνας Ιατροπούλου στον Θ. Αντωνόπουλο το 2013


«Γεννήθηκα στην Τρίπολη. Ήμουν κόρη διευθυντού Τραπέζης, οι οποίοι τότε ήταν κάτι σαν προύχοντες, ειδικά στις μικρές πόλεις – κι αλλάξαμε αρκετές, οπότε έχανα διαρκώς τα σημεία αναφοράς μου. Σε κάποια, έτυχε να μένουμε στο ίδιο κτίριο και νόμιζα, πιτσιρίκα ούσα, πως η Τράπεζα ήταν δική μας, κανονικά.

Όσο μεγάλωνα, τώρα, τόσο πιο πολύ πνεύμα αντιλογίας γινόμουν. Στο σχολείο, στη γραμμή μάς έλεγαν «στρίψτε δεξιά», «στρίψτε αριστερά» κι εγώ πάντα μπερδευόμουν, έστριβα ανάποδα. Επιπλέον, δεν άντεχα με τίποτα το άδικο. Ένστικτο αυτοσυντήρησης μηδέν, ακόμα κι ένα γατί να έβλεπα ότι πάει να το πατήσει ένα αμάξι έμπαινα στη μέση, πόσο μάλλον άνθρωπο. Παρότι μικροκαμωμένη,ένιωθα πάντα πως, για κάποιον λόγο, έπρεπε πάση θυσία να προστατεύω τον αδύναμο και να αποκαθιστώ τη δικαιοσύνη. Οι δικοί μου με προόριζαν επίσης για την Τράπεζα ήδη από τα 17 μου κι εγώ έφριττα. Φοβούνταν επιπλέον ότι, αν ερχόμουν στην Αθήνα να σπουδάσω, θα έτρεχα συνέχεια σε πορείες.

• Στην Κρήτη και στα σχολεία των καλογραιών υπέφερα, αλλά ευτυχώς τα τελευταία γυμνασιακά χρόνια τα πέρασα στην περισσότερο προοδευτική και κοσμοπολίτικη Λέσβο. Γνωρίστηκα με έναν κύκλο καλλιτεχνών και διανοουμένων που σύχναζαν στην κινηματογραφική Λέσχη του Κούνδουρου και που με «υιοθέτησαν». Κοντά τους κιόλας πολιτικοποιήθηκα – οι γονείς μου τους χρέωναν την καταστροφή μου κι εγώ έκανα το παν να τους δικαιώσω!

Πέρασα στη Νομική δίνοντας εξετάσεις σχεδόν κρυφά, εγκαταστάθηκα στα Άνω Πατήσια αρχικά, έμαθα και τα Προπύλαια διαδηλώνοντας με τη Νεολαία Λαμπράκη. Μέχρι και σε μια «παράτυπη» –δίχως καν κομματική έγκριση– πορεία για το Βιετνάμ είχα κατέβει. Μ’ έβρισκες στην Tropicana, απέναντι από τη Νομική, στα πατάρια των γύρω καφέ όπου συνεδριάζαμε, στα γραφεία της ΕΔΑ στην Αριστείδου, στην κινηματογραφική Λέσχη Μητροπούλου –ήταν, βλέπεις, πεδία διαπαιδαγώγησης τότε αυτές οι Λέσχες–, αλλά και σε Εξάρχεια, Πλάκα, Θησείο, παντού όπου υπήρχε ζωή και κίνηση ανθρώπων και ιδεών.

Τα Εξάρχεια παίξανε σπουδαίο ρόλο μεταπολιτευτικά, έφτιαξαν συνειδήσεις. Ήταν επίσης –κι εν μέρει παραμένουν– καταφύγιο και άσυλο κάθε διαφορετικού. Αντικατέστησαν, επίσης, την Αριστερά σε μια σειρά ζητήματα που εκείνη σνόμπαρε (φυλακές, σεξουαλικότητα, πορνεία, αποποινικοποίηση ουσιών, ψυχασθένεια, άρνηση στράτευσης κ.λπ.).

• Ξημερώματα της 21ης Απριλίου ’67 κι ενώ είχαμε διαγώνισμα για τις ατομικές ελευθερίες στον Γάφο, αυτές ήδη είχαν καταλυθεί το προηγούμενο βράδυ. Τα τανκς στο δρόμο, συλλήψεις. Κατεβαίνουμε με κάτι συμφοιτητές στα Εξάρχεια να δούμε τι γίνεται, το κέντρο αποκλεισμένο, στην Καλλιδρομίου βλέπω να συλλαμβάνουν τον Κιάο.

Η καθοδήγηση μάς παραμύθιαζε πως αποκλειόταν να γίνει χούντα γιατί ο λαός θα πλημμύριζε, λέει, τους δρόμους και θα την απέτρεπε. Καμία σχέση. Κάποια μπουλούκια που έκαναν να συγκεντρωθούν στον ΟΤΕ και αλλού διαλύθηκαν άμεσα. Παράδοση άνευ όρων. Άκυρη εννοείται η εξέταση, ποια δικαιώματα και ποιες ελευθερίες.

• Λίγοι παλέψαμε τη χούντα. Εγώ εντάχθηκα στο Πατριωτικό Μέτωπο ως δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Ρήγα Φεραίου και κάποιων ακόμα υποτυπωδών αντιστασιακών πυρήνων. Συγκεντρώναμε πληροφορίες και έντυπα, έκανα τη διανομή. Η εν γένει εμφάνισή μου βοηθούσε να περνώ απαρατήρητη, ώσπου τον Ιούνιο του ’68, δίχως να πολυκαταλάβω πώς, βρίσκομαι δαρμένη στην απομόνωση της Μπουμπουλίνας.

Πλήρης οπτικοακουστική απομόνωση σε ένα στενό υπόγειο κελί για 25 μέρες. Παραδίπλα άλλοι λιανισμένοι σύντροφοι. Ύπνος στο νοτισμένο τσιμέντο, απανωτές ανακρίσεις στο Σπουδαστικό με πρωταγωνιστές τους Καραπαναγιώτη, Καλύβα, Κραββαρίτη. Τα χρειάστηκα, είναι η αλήθεια. Η καθωσπρέπει μητέρα μου στέλνει ένα τάπερ με ζελέ φρούτων για επιδόρπιο, δεν διανοείται καν πως μας κρατάνε νηστικούς. Απελευθερώθηκα χάρη στις οικογενειακές γνωριμίες, ωστόσο μέχρι τέλους επέμεναν να υπογράψω, να ταπεινωθώ.

• Επιστρέφοντας σπίτι, οι γονείς συμφωνούν με την εντολή του διοικητή Λάμπρου να με ελέγχουν ασφυκτικά, αναφέροντας κάθε μου κίνηση. Οι περισσότεροι φίλοι μου φυλακή ή φευγάτοι εξωτερικό. Θέλουν και να με προξενέψουν. Ασφυξία. Το σκάω εντέλει κι εγώ στο Λονδίνο. Είναι καλοκαίρι του ’69, ο κόσμος έξω αλλάζει ραγδαία, αναστάτωση παντού, είναι σαν να είχαμε επιτέλους κυριαρχήσει στον πλανήτη οι νέοι. Διαδηλώσεις για Βιετνάμ, Ιρλανδία, Ελλάδα, νέες ιδέες, κοινωνικά κινήματα…

Οι Έλληνες έχουν δημιουργήσει σχήματα εκτός παραδοσιακών κομμάτων. Κυριαρχεί η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, μια και ο γαλλικός Μάης είχε αναβιώσει την επαναστατική προοπτική. Γνώρισα από διανοούμενους μέχρι πολιτικούς πρόσφυγες. Έκανα διάφορες δουλειές, από σερβιτόρα μέχρι μεταφράστρια. Ταυτόχρονα, διεύρυνα τους πνευματικούς μου ορίζοντες σε τέχνη, λογοτεχνία, μουσική. Αλλάξαμε πολύ όλοι μας μέσα από αυτές τις εμπειρίες.

• Με τη Μεταπολίτευση επιστρέφω στην Αθήνα. Ενθουσιασμός, πανηγύρι, εκδοτικός οργασμός και μια απέραντη –δικαιολογημένη, ωστόσο– πολυλογία. Σε πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, καφέ, πλατείες, παρέες, παντού. Μόλις, βέβαια, καταλάγιασαν οι ζητωκραυγές, αναδύθηκαν τα πραγματικά ζητήματα της κοινωνίας. Ξεκινούν μεγάλες απεργίες, διαδηλώσεις, κινητοποιήσεις. Ξημεροβραδιαζόμαστε στα εργοστάσια, συμπαραστεκόμενοι στους εργαζόμενους.

Το ’76 αρχίζω τη δικηγορία, μετακομίζω στα Εξάρχεια κι ανοίγω γραφείο στη Ναυαρίνου. Αστυνομικές αγριότητες εναντίον των διαδηλωτών και των εξωκοινοβουλευτικών, κυρίως, πολιτικών ομάδων. Μαζικές δίκες και καταδίκες. Ψηφίζονται οι πρώτοι τρομονόμοι με θύματα τον Σκανδάλη (ομάδα γιατρού Τσιρώνη), τους Κυρίτσηδες, τον Σερίφη, διώκονται οι Άσιμος, Μπαλής, Κωνσταντινίδης, Πρωτοψάλτης, το ’77 δολοφονείται ο Κασίμης στην AEG, το ’80 οι Κουμής-Κανελλοπούλου στο Πολυτεχνείο. Οι υποθέσεις αυτές με έφεραν κοντά στον κόσμο και στα κινήματα των φυλακών, μια πορεία που με καθόρισε στο εξής. Σανταρόζα – Αρσάκειο – Ομόνοια -Αίγινα – Κορυδαλλός – Ευελπίδων – Αλεξάνδρας ήταν ο άξονας που κινούμουν επί 36 χρόνια.

• Με τον Ρολφ Πόλε γνωριστήκαμε το ’82. Είχε μόλις απελευθερωθεί κι επιστρέψει στην Ελλάδα για να δει τους ανθρώπους που αντιτάχθηκαν στην έκδοσή του το ’77. Πίστευε κιόλας ότι εδώ θα ζούσε πιο ανθρώπινα. Είχα επίσης συμμετάσχει ενεργά στο κίνημα συμπαράστασης, οπότε παρευρέθηκα στην υποδοχή του. Υπήρξε μια ψυχική συγγένεια που μας έφερε κοντά. Δικηγόρος επίσης, διέθετε απίστευτη διορατικότητα και τεράστια εμπειρία κινηματική, πράγματα που είχε πληρώσει ακριβά – η γερμανική καταστολή δεν αστειευόταν.

Μου φαινόταν αστείο, αλλά εκείνος πίστευε σοβαρά ότι κάποια στιγμή θα τον εκδικηθώ για την εκτέλεση της θείας μου από τους ναζί το ’43 στην Τρίπολη, ήταν πολύ ενοχική η γενιά του! Παντρευτήκαμε το ’84, προκαλώντας το διεθνές αστυνομικό ενδιαφέρον. Βέβαια και μου λείπει, σε όλους μας λείπει. Φοβόταν διαρκώς, ξέρεις, ότι αν καταλάβουν πως απέκτησε συναισθήματα για κάποιον άνθρωπο θα τον χτυπήσουν μέσω αυτού, όπως κι έγινε – ήταν η βασική αφορμή της σκευωρίας για όπλα και ναρκωτικά που στήθηκε το ’86 σε βάρος μου.

• Τα Εξάρχεια παίξανε σπουδαίο ρόλο μεταπολιτευτικά, έφτιαξαν συνειδήσεις. Ήταν επίσης –κι εν μέρει παραμένουν– καταφύγιο και άσυλο κάθε διαφορετικού. Αντικατέστησαν, επίσης, την Αριστερά σε μια σειρά ζητήματα που εκείνη σνόμπαρε (φυλακές, σεξουαλικότητα, πορνεία, αποποινικοποίηση ουσιών, ψυχασθένεια, άρνηση στράτευσης κ.λπ.).

Άσε που και ως γειτονιά είναι πολύ ιδιαίτερα, με γωνιές μοναδικές. Αλλάξανε, βέβαια, πια, όπως όλα, ίχνη όμως του παλιού χαρακτήρα τους συναντάς ακόμα Σάββατα στην Καλλιδρομίου στη λαϊκή, στη Μουριά, στον Ηριδανό, στην πλατεία και στα στέκια ολόγυρα. Θυμάμαι τη νύχτα της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου, οπότε έσμιξαν αι γενεαί των Εξαρχείων πάσαι. Τίποτα δεν χάνεται τελικά, η μνήμη παραμένει ζωντανή σε αυτή την πόλη και στα δύσκολα αφυπνίζεται. Όχι, δεν νιώθω τελικά πως υπήρξα κάποιο ιδιαίτερο άτομο. Απλώς αντιστάθηκα.»

Πηγή: alerta.gr

{[['']]}

Κατίνα Εμμανουηλίδου, η ξεχασμένη ιστορία του θηλυκού «Μπεζεντάκου»


Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς του 1933, η αρχειομαρξίστρια κομμουνίστρια καπνεργάτρια Κατίνα Εμμανουηλίδου δραπέτευσε από τις φυλακές Αβέρωφ, προκαλώντας νέα ανησυχία στο αστικό στρατόπεδο, καθώς τον Μάρτιο του 1932 είχε αποδράσει από τις φυλακές Συγγρού ο Μιχάλης Μπεζεντάκος. Η νέα απόδραση προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, καθώς έγινε από γυναίκα. Από μια γυναίκα ζυμωμένη στο επαναστατικό κίνημα, που αφιέρωσε τη ζωή της στην ταξική πάλη.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

1907 – γεννιέται η Κατίνα Εμμανουηλίδου στα Θείρα της Σμύρνης

1927 – συμμετοχή στο απεργιακό κίνημα στα καπνεργοστάσια του Πειραιά

1929 – εντάσσεται στην Κομμουνιστική Οργάνωση Μπολσεβίκων Λενινιστών Αρχειομαρξιστών (ΚΟΜΛΕΑ)

1930, Πρωτομαγιά – συλλαμβάνεται στην Αθήνα

1932, Πρωτομαγιά – νέα σύλληψη στη Θεσσαλονίκη, με μωρό παιδί.

1933, 1η Ιανουαρίου – δραπετεύει από τις φυλακές Αβέρωφ

1933, 3 Απρίλη – θάνατος, συμμετοχή εκατοντάδων εργατών στην κηδεία της

«Η απόδρασις αυτή είνε η θρασυτέρα, μυθιστορηματικωτέρα και σπουδαιοτέρα όλων διότι η αποδράσασα είνε μία γυναίκα», έγραψε η Καθημερινή

Η κάθε εποχή φτιάχνει τους δικούς της ήρωες και τις δικές της ηρωίδες. Οι άνθρωποι του μεσοπολέμου κάπως έχουν απωθηθεί από τη συλλογική μνήμη, κυρίως γιατί η μεσοπολεμική κομμουνιστική αριστερά ήταν ηττημένη και πολύ διαφορετική από την αριστερά των κατοπινών χρόνων. Η Κατίνα Εμμανουηλίδου είναι μία από τις ηρωίδες της εποχής της.

Ήταν μικρασιάτισσα, γεννημένη στα Θείρα της Σμύρνης το 1907. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου εργάστηκε ως καπνεργάτρια. Αμέσως αναδείχτηκε στις πρώτες απεργίες και κυρίως σε εκείνες του 1927. Στα 1929 προσχώρησε στην Κομμουνιστική Οργάνωση Μπολσεβίκων Λενινιστών Αρχειομαρξιστών (ΚΟΜΛΕΑ). Στα 1930, ορίστηκε να εκπροσωπήσει τους αρχειομαρξιστές στην πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση. Συνελήφθη, κακοποιήθηκε άγρια και καταδικάστηκε σε έναν μήνα φυλακή.

Εξαιτίας των διώξεων, στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, ανέπτυξε πλούσια δράση, πρωταγωνιστώντας στις κινητοποιήσεις του γυναικείου καπνεργατικού κινήματος, σε μία εποχή που το επάγγελμα της καπνεργασίας θηλυκοποιείται. Συμμετείχε στις αρχειομαρξιστικές επιτροπές που υπεράσπιζαν τους ισραηλίτες στα πογκρόμ του 1931. Συνελήφθη μαζί με άλλους κομμουνιστές αλλά αφέθηκε ελεύθερη ύστερα από βασανισμό. Συνελήφθη ξανά το 1931 και καταδικάστηκε σε τέσσερις μήνες φυλακή. Την Πρωτομαγιά του 1932 είχε ορισθεί ομιλήτρια στην παράνομη αρχειομαρξιστική συγκέντρωση, παρότι είχε μόλις γεννήσει. Η ίδια περιγράφει τα γεγονότα εκείνα που την έκαναν γνωστή στο εργατικό κίνημα: «πήρα το λόγο και σταματώντας το τραμ που πέρναγε εκείνη τη στιγμή άρχισα να μιλώ στους συγκεντρωμένους για το ιστορικό της Πρωτομαγιάς». Δεν απέφυγε για μια ακόμα φορά τη σύλληψη. Στο κρατητήριο ένα βασανιστήριο μεταξύ των πολλών αφορούσε το μωρό της, όταν μία συντρόφισσά της το έφερε για να το θηλάσει. Οι αστυνομικοί χτύπησαν την συνοδό με αποτέλεσμα αυτή να λιποθυμήσει και το παιδί να πέσει στα μάρμαρα. Τότε, σύμφωνα με την Εμμανουηλίδου, «πλήθος πολύ είχε συγκεντρωθεί έξω απ’ το τμήμα και από χριστιανικότητα φώναζαν να μου δώσουν το παιδί να το βυζάξω. Είχε να φάει 10 ώρες». Τελικά, τα κατάφερε, αλλά καταδικάστηκε σε 3 χρόνια φυλακή συν 2 χρόνια εξορία στη Γαύδο.

Μεταφέρθηκε στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ. Ωστόσο, ήταν καρκινοπαθής σε σημεία πολύ συνήθη στους καπνεργάτες εκείνη την εποχή. Αποφάσισε να παλέψει την αρρώστια και να αποδράσει. Η Πάλη των Τάξεων (η εφημερίδα των Αρχειομαρξιστών) έγραφε: «Ένα σιδεροπρίονο ήταν αρκετό… το σχέδιο της δραπέτευσης έγινε από την ίδια. Απ’ έξω η φρουρά μας θα την περίμενε. Έκοψε με το πριονάκι τα σίδερα του παράθυρου του κελιού της. Κατέβηκε στο εξωτερικό προαύλιο με ”σχοινί” που έφτιαξε με τα σεντόνια της. Έπειτα κατάφερε να σκαρφαλώσει στον εξωτερικό τοίχο, με άλλα σχοινιά». Ήταν η νύχτα της Πρωτοχρονιάς του 1933, Σάββατο προς Κυριακή.

Διεξήχθησαν συστηματικές ανακρίσεις στις φυλακές Αβέρωφ και οι δύο συγκρατούμενές της και μέλη του ΚΚΕ, Μπεφάνη και Στρατηγάκη, παρότι υπέστησαν βασανισμούς, «δεν θέλησαν να πουν τίποτε». Τις επόμενες ημέρες αρχειομαρξιστές συλλαμβάνονταν στον δρόμο χωρίς καμία αιτία με την ελπίδα ότι θα ανακαλύψουν τους συνενόχους της απόδρασης. Εν μέσω εορτών, ο αστικός κόσμος αντιμετώπιζε την απόδραση ως μία πρόκληση των κομμουνιστών, ενώ το κομμουνιστικό κίνημα πανηγύριζε για το χτύπημα. Η Καθημερινή, με τίτλο «Οι θηλυκοί συναγωνίζονται τους άρρενας», υπογραμμίζει ότι «η απόδρασις αυτή είνε η θρασυτέρα, μυθιστορηματικωτέρα και σπουδαιοτέρα όλων διότι η αποδράσασα είνε μία γυναίκα, μία αρχειομαρξίστρια». Η Αλλαγή μεταφέρει τα λόγια της κοινής γνώμης: «Μωρέ ο κομμουνισμός άλλαξε και τις γυναίκες. Φαίνεται να τις δίνει θάρρος και τις κάνει παλληκάρια». Η εφημερίδα Ακρόπολις τόνιζε ότι πρόκειται για μία ακόμη «επίδειξη ικανότητος των ελληνών κομμουνιστών», καθώς κατάφεραν να απελευθερώσουν μία «φημισμένη σύντροφό τους». Τα Αθηναϊκά Νέα αφιέρωσαν ένα σατιρικό ποίημα, συνδέοντας σαφώς την απόδρασή της με το κίνημα για τη γυναικεία χειραφέτηση: «…Και ο Αγώνας της γυναίκας καμαρώνει / Και το συμβούλιόν του ευθύς… / Εξέδωσε το κάτωθι ανακοινωθέν / “Άντρες! Δεινοί κατήγοροι της γυναικείας λίμας / Πούναι το μόνο μας προσόν, το μόνο μας καμάρι…». Στο ανδροκρατικό αστικό φαντασιακό, η γυναικεία λίμα στα χέρια μίας κομμουνίστριας μπορούσε να γίνει όπλο αγώνα ενάντια στην ανδρική και συνάμα καπιταλιστική χειραφέτηση. Τέλος, ο Ριζοσπάστης στάθηκε πολύ κατώτερος των περιστάσεων και σε πλήρη αναντιστοιχία με τα συναισθήματα αλληλεγγύης των μελών του ΚΚΕ αναφέρθηκε στο γεγονός μόνο με λίγες φράσεις. Ύστερα από την κατακραυγή αναγκάστηκε να απολογηθεί γι’ αυτήν τη στάση.

Λίγους μήνες αργότερα, στις 4 Απριλίου 1933, η Πάλη των Τάξεων έγραφε: «Η Κατίνα Εμμανουηλίδου πέθανε, εκατοντάδες εργάτες ορκίστηκαν πάνω στον τάφο της να εκδικηθούν τον δολοφόνο καπιταλισμό και να πυκνώσουν τις γραμμές της αριστερής αντιπολίτευσης». Όλο αυτό το διάστημα ζούσε στο Ιπποκράτειο σε καθεστώς παρανομίας. Λίγες μέρες πριν τον θάνατό της μεταφέρθηκε σε μια αρχειομαρξιστική οικογένεια για να πεθάνει μέσα σε συντροφικό περιβάλλον. Σύμφωνα με την αρχειομαρξιστική εφημερίδα, την άλλη μέρα του θανάτου «από το πρωί διαδόθηκε η είδηση από στόμα σε στόμα» και «εκατοντάδες εργάτες που την αγάπησαν κι είχαν ακόμα ζωηρή την εικόνα της δραπέτευσής της, γεμάτοι συγκίνηση, σε λίγες ώρες, χωρίς να κυκλοφορήσουν προκηρύξεις, χωρίς δημοσίευση, βρέθηκαν στις 5 μ.μ. στο Α΄ Νεκροταφείο». Ήταν τέτοια η αίσθηση της ήττας στους κρατικούς μηχανισμούς ώστε οι αστυνομικές αρχές και ως εκ τούτου ο αστικός τύπος έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν τον θάνατό της, υποστηρίζοντας πως είναι μπλόφα και στη θέση της τάφηκε μια άλλη αρχειομαρξίστρια η Μαριάνθη Θεοδωράτου. Ήταν φανερό. Η Κατίνα Εμμανουηλίδου με τον ηρωικό θάνατό της είχε νικήσει τον αστικό κόσμο. Δεν ήταν μόνο οι ζωντανοί κομμουνιστές αλλά και τα φαντάσματά τους που έκαναν τους αστούς του μεσοπολέμου να τρομάζουν.

Πηγή: Κώστας Παλούκης - "Πριν"

{[['']]}

Τζαβέλας: Το πιστό πρωτοπαλίκαρο του Αρη


..  Στο βουνό εμφανίστηκε ξαφνικά ένα αλλόκοτο πρόσωπο. Σαν τελώνιο που δραπέτευσε από κάποιο αρχαϊκό σεντούκι και πήρε δίπλα τα βουνά ψάχνοντας για τον Αρη.

Οι αντάρτες τον χαζεύουν αποσβολωµένοι. Με όψη δαιµονική, ασύχαστο µάτι, µακριά µαλλιά, αριά γένια, σκουρόχρωµο ντουλαµά, χοντρή σκούρα κάλτσα, µαύρα τσαρούχια µε φούντες κι έναν µαύρο καλογερίστικο σκούφο στο κεφάλι. Στο στήθος σταυρωτά φισεκλίκια και σειρές τα ασημικά, καδένες, συντζίρια και φυλαχτά για κάθε περίπτωση: από το κακό το µάτι έως το κακό το βόλι. 

Οταν επιτέλους συναντάει το είδωλό του, κάνει το  απρόσµενο: πέφτει γονατιστός στα πόδια του Αρη και τον προσκυνάει, όπως στην Τουρκοκρατία, µε το κεφάλι του να ακουμπάει στο χώµα: «Κράτα µε κοντά σου, αρχηγέ, και θα γίνω καλύτερος από σένα», του υπόσχεται. «Κι άµα µε πιάσεις σκάρτο, δε θα χαλάσεις σφαίρα, µε το µμαχαίρι σου να µε σφάξεις».

Είναι ο Φώτης Τζαβέλας (Γιάννης Αγγελέτος) από τα Τοπόλια (Ελαιώνα) της Αµφισσας που ανέβηκε στο Βουνό για αντάρτης. Οι πρώτοι ένοπλοι που συνάντησε ήσαν οι λήσταρχοι Αγοριδαίοι. Εµεινε για λίγο μαζί τους και τους εγκατέλειψε, ευτυχώς γι’ αυτόν έγκαιρα, προκειμένου να ανακαλύψει τον αρχηγό. Ο Τζαβέλας δεν θέλει να πάει πουθενά αλλού, σε κανέναν άλλον. Μόνο στον Αρη, και αυτόν ψάχνει τόσο καιρό. Οι πληροφορίες για το παρελθόν του δεν είναι οι καλύτερες. Μπορεί να επιτηδεύεται τον καλαθοπλέκτη, αλλά τις κουτσουκέλες του τις έχει κάνει: όχι καμία βαριά παρανομία, αλλά παπαδοπαίδι δεν είναι.

Ο αρχηγός κάτι διέκρινε πάνω του και τον κράτησε. Από εκείνη τη µέρα απόκτησε φύλακα άγγελο και δαίμονα µαζί. Πανέξυπνος, παµπόνηρος και εντελώς αδίστακτος. ∆εν σέβεται και δεν υπολογίζει κανέναν. Μόνο στον Αρη είναι ταγµένος, µε έναν πρωτόγονο λατρευτικό τρόπο, και δεν θα αργήσει για χάρη του να κάνει µια ολοκληρωτική μετάλλαξη: θα κόψει τα µαλλιά, θα συµµαζέψει τα γένια και θα τον µιµηθεί στο στρατιωτικό ντύσιμο. 

Πολύ σύντομα, θα έχει επιστασία των πάντων. Τίποτα δεν του ξεφεύγει. Τα βλέπει και τα ακούει όλα.

Για τον Τζαβέλα δεν υπάρχουν εμπόδια. Η διαταγή του αρχηγού εκτελείται πάντα, ό,τι και αν γίνει, όποια μέσα και αν χρειαστεί να µετέλθει. ∆ιαβολικός, ακούραστος, αποφασιστικός, αδίστακτος και απάνθρωπα σκληρός.

Το όνοµά του θα γίνει συνώνυμο της κόλασης για όσους έχουν κάτι να κρύψουν.

Ο Αρης του έχει κοντό λουρί. Και αν κάποτε το παρακάνει, αρκεί να ακούσει το θυμωμένο του αρχηγού «δεν θα γίνεις άνθρωπος ποτέ;» για να μαζευτεί αµέσως. Τους άλλους δεν τους υπολογίζει και θα συγκρουστεί µε αρκετούς.

Οσο ο Αρης ήταν μέσα στην Αθήνα, κι αυτός απέξω περίμενε την επιστροφή του, έκανε το θαύμα του. Στο χωριό Σπαΐδες της Βοιωτίας, κρέμασε τρεις κοπέλες που είχαν εκπέσει σε πόρνες των Ιταλών. 

Οταν ο Αρης επέστρεψε µε τον Τζήµα, ο ευπατρίδης πολιτικός το έμαθε κι εξοργίστηκε: τον κατσάδιασε άγρια. Μα ο αρχηγός τον υπερασπίστηκε: «Τι θέλατε να τις κάνει...Να τις προικίσει;».

Ο Τζαβέλας δεν είναι από τα παιδιά που δέχονται σιωπηλά τις επιπλήξεις. Ενθαρρυµένος και από τον αρχηγό, δεν εννοούσε να παραδεχτεί σαν λανθασµένη την ενέργειά του. Αντέταξε μάλιστα στις επικρίσεις του Τζήµα τη στάση του αδελφού της µιας κοπελιάς: έμεινε τόσο ικανοποιημένος για τη λύση που δόθηκε στο θέμα τιμής που τον τυραννούσε, ώστε κατετάγη αντάρτης. 

Ο Τζήµας αδύνατον να το χωνέψει: είναι πολύ νωρίς ακόμη γι’ αυτόν να κατανοήσει τους νόμους του Βουνού.

Ο Τζαβέλας

Τον Απρίλιο του 1943 στην Κολοκυθιά, ο Αρης συγκροτεί από δοκιµασµένους αντάρτες, που επέλεξε ο ίδιος, τον έφιππο ουλαµό των µαυροσκούφηδων. Ο Τζαβέλας αναλαμβάνει καπετάνιος και θα αποδειχθεί πολεµιστής απαράμιλλος. Θαρραλέος, πανούργος, πολυµήχανος, πολέμησε παντού και αξιοποίησε επιχειρησιακά στο έπακρο τους άντρες του ουλαµού. Ηταν ο καπετάνιος που χρειάζονταν.

Παρέµενε όµως πάντα η νέµεση του αρχηγού σε κάθε παρεκτροπή από τους σκοπούς και το ήθος του αγώνα. 

Οταν ο αρχηγός σήκωσε το δικό του µπαϊράκι για τη Συµφωνία της Βάρκιζας, ο Τζαβέλας δεν ξεκόλλησε από πλάι του. Και στα Πιτσιωτά παρέμεινε ο ίδιος φρουρός, έξω από το σπίτι όπου ο Αρης συνομιλούσε µε τον απεσταλμένο του Κόµµατος.

Μόνο διαφώνησε έντονα µαζί του όταν άκουσε πως θα φύγουν για τα σύνορα και θα τους δοθεί στο δρόµο ένα χαρτί σύνδεσης µε κόµµατα του εξωτερικού. Ο Τζαβέλας δεν έχει σαν τον Αρη ιδεολογικές και κοµµατικές δουλείες: η κρίση του δεν θολώνει, βλέπει πιο καθαρά και διακρίνει αμέσως την εξαπάτηση.

Ο λόγος για τον οποίο ο Αρης ζητάει κοµµατικό χαρτί σύνδεσης είναι για να περάσει µέσω Αλβανίας στη Γιουγκοσλαβία ή στη Σοβιετική Ενωση, όχι για να σώσει τη ζωή του, αυτό μπορούσε να το κάνει και χωρίς τα κοµµατικά διαπιστευτήρια. Θέλει να έχει την απαραίτητη κοµµατική εξουσιοδότηση για να απευθυνθεί στις πηγές επηρεασµού, μήπως µέσω αυτών κατορθώσει να µμεταστρέψει τη γραµµή της ελληνικής ηγεσίας.

Αυτά δεν γίνονται. Οι Σιάντος - Ιωαννίδης δεν έχουν σκοπό να συµβιβαστούν µε τον αντιρρησία, θα ήταν σαν να σκάβουν τον τάφο τους. Και, αφού δεν τολµούν να αντιπαρατεθούν ανοιχτά µαζί του, από τον φόβο των αντιδράσεων του κόσµου, αποφασίζουν να τον εξουδετερώσουν αλλιώς. Με δόλο και απάτη. Μετά από µέρες πορείας, θα συναντήσουν στη Θεσσαλία τον καπετάνιο Νικηταρά (τον δικηγόρο Κώστα Καφαντάρη, µέλος του ΚΚΕ), παλιό φίλο του αρχηγού, που επίσης χλευάζει τις κοµµατικές υποσχέσεις.

«∆εν το περίμενα να σε κοροϊδέψει ο Σιάντος», του λέει. «Εκεί που θα πας δεν θα σε περιμένει τίποτα. Σ’ έβγαλε από τη Ρούµελη, σε ξερίζωσε από τη δύναµή σου και θα σ’ αφήσει να περιμένεις. Θα µείνεις µόνος σου». Σαν κάτι να αγκύλωσε τον Αρη. Η πρόβλεψη του Νικηταρά τού ξανάφερε στον νου τις αντιρρήσεις του Τζαβέλα.

Στο χωριό Μηλιά έξω από τα Γιάννενα, ο Τζαβέλας µε τη στολή του Αρη µεταµφιέζεται: φοράει τα ρούχα ενός ντόπιου χωρικού και πάει να ζητήσει το διαβόητο χαρτί σύνδεσης από την κοµµατική οργάνωση της πόλης.

«Θα πας και θα ’ρθεις δίχως ανάσα», του λέει επιτακτικά ο Αρης που είχε αρχίσει να ανησυχεί σοβαρά πλέον για την αξιοπιστία της κοµµατικής ηγεσίας. «Αύριο θέλω να ’σαι πίσω µε το χαρτί στο χέρι». 

Ο Τζαβέλας θα επιστρέψει µε οχτώ ενόπλους που έρχονται να καταταγούν, αλλά όχι µε το χαρτί. «∆εν το έχουν», είπε του αρχηγού. Ο Αρης άρχισε να να κατεβάσει θεούς και δαίµονες. «Το χαρτί έπρεπε να το πάρεις όταν ήσουν ακόµα στη Ρούµελη», του µπήκε ο Τζαβέλας. Αφού ξεκίνησες να φύγεις µε άδεια χέρια, τώρα, θέλοντας και µη, όπως σου βαράνε, θα χορεύεις. 

Το ηλιοβασίλεµα της 15ης Ιουνίου 1945, έξω από τη Μεσούντα, στο φαράγγι του Φάγκου, το άστρο του Αρη εκρήγνυται µόνο του. Ο άνθρωπος που ξανάδωσε την περηφάνια σε έναν ολόκληρο λαό έκανε αυτό που ήξερε από την πρώτη µέρα που βγήκε στο βουνό ότι θα κάνει: Πυροβόλησε τον εαυτό του.

Ο Τζαβέλας πιστεύει σε έναν Θεό κι αυτός είναι νεκρός. Μα ούτε στον θάνατο θα τον εγκαταλείψει. Εσπασε το πιστόλι του, τον αγαπηµένο του «Ελβετό», όπως το έλεγε, έσκισε όσες φωτογραφίες και χαρτιά είχε πάνω του, τράβηξε την περόνη µιας χειροβοµβίδας και αγκάλιασε τον Αρη βάζοντάς την ανάµεσά τους. Η τελευταία τιµή που του έγινε, στον φανοστάτη της Πλατείας Τρικάλων, κρέµασαν το κεφάλι του πλάι στο κεφάλι του αρχηγού.

Πηγή: Το βιβλίο του Δ. Χαρτιτόπουλο "Ατακτοι"

{[['']]}

Σαν σήμερα η αθώωση της «Ζαν Ντ'Αρκ» - Την είχαν κάψει οι «ναι αλλά τι φορούσε» 25 χρόνια πριν

Σαν σήμερα, το 1456 η Γαλλίδα ηρωίδα Ζαν ντ' Αρκ αθωώνεται από την Καθολική Εκκλησία - 25 χρόνια μετά το ρίξιμο της στην πυρά ως αιρετική και μάγισσα.

Ο ρουχισμός μιας 19χρονης ήταν αρκετός για να χρησιμοποιηθεί εναντίον της και να την εξοντώσουν. Στο πρόσωπό της, στήθηκε ολόκληρη κοσμική διαμάχη με αφορμή έναν βιβλικό κανόνα ενδυμασίας - σαφώς καθοδηγούμενο και από πολιτικά συμφέροντα - και αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να θεωρηθεί μάγισσα και αιρετική. 

Βασική αιτία της θανατικής της καταδίκης ήταν η «επιθυμία της να ντύνεται με αντρικά ρούχα», μια «επιθυμία» που ταυτίστηκε με την υπέρβαση της γυναικείας ταυτότητας.

Η Ζαν Ντ’ Αρκ (Jeanne d'Arc), γνωστή και ως Ιωάννα της Λωραίνης, γεννήθηκε το 1412 στην επαρχία της βορειοανατολικής Γαλλίας, στα σύνορα της Καμπανίας και της Λωραίνης. Μια μικρή χωριατοπούλα από το Ντονρεμί, που μεγάλωνε στο αγρόκτημα της οικογένειάς της, χωρίς να μάθει γραφή ή ανάγνωση, και που συχνά γινόταν μάρτυρας επιδρομών στο χωριό της, το οποίο μια μέρα κάηκε ολοσχερώς. Κάπου στα 13 της είπε πως «έβλεπε οράματα και άκουγε θεϊκές φωνές που την καλούσαν να σώσει τη Γαλλία από την επερχόμενη διάλυση» και στα 17 της πραγματοποίησε το όραμα της και έσωσε τη Γαλλία από την αγγλική εισβολή. Ήταν στις αρχές του 15 αιώνα. 

Συγκεκριμένα, στα 16 της, κατάφερε να πείσει για την αλήθεια των οραμάτων της, όταν προέβλεψε την ατυχή έκβαση της μάχης του Ρουβρέ κοντά στην Ορλεάνη. Όταν τα νέα επιβεβαιώθηκαν, της είπαν τότε, να κόψει τα μαλλιά της κοντά, να πάρει τα όπλα, και να ντυθεί σαν άντρας για να μείνει προστατευμένη κατά διάρκεια της εκστρατείας. Το 1429, ήταν μόλις 17 ετών όταν κατόρθωσε να μιλήσει στον 26χρονο τότε Κάρολο Ζ΄ και να τον πάρει με το μέρος της. Στη μάχη της Ορλεάνης το Μάιο του 1429, πέτυχε μια θαυμαστή νίκη έναντι των Άγγλων εισβολέων, τους οποίους συνέχισε να καταδιώκει κατά μήκος της Λωραίνης και να συγκλονίζει για καιρό τον κόσμο με τη φήμη της. 

Οι προβλέψεις και οι νίκες μια νεαρής 19χρονης γυναίκας (και μάλιστα παρθένας), επέτρεψαν στους Γάλλους να αποδώσουν θρησκευτική διάσταση στον πόλεμο.  Αν ωστόσο οι Γάλλοι αποτύγχαναν στο να βεβαιώσουν πως επρόκειτο όντως για «όργανο του Θεού» και όχι μάγισσα, τότε οι Άγγλοι θα μπορούσαν να ισχυρισθούν ότι η διεκδίκιση του θρόνου απ'τον Κάρολο Ζ' ήταν ωθούμενη από τον διάβολο. Όταν το 1430 πιάστηκε αιχμάλωτη από Βουργουνδούς οι οποίοι στη συνέχεια δέχθηκαν να την παραδώσουν επί πληρωμής στους Άγγλους, οι Άγγλοι τότε μετέφεραν την Ιωάννα στη Ρουέν όπου και δικάστηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο με πολιτικά κίνητρα.

Πολύ σύντομα έγινε ξεκάθαρο πως η δίκη αποσκοπούσε στο να την εξευτελίσουν, εξουδετερώνοντας την αρχική φήμη που της είχε δώσει ελευθερίες άνευ προηγουμένου για την εποχή της, προσδίδοντας της την τότε, σοβαρή κατηγορία της αίρεσης. Η αίρεση όμως θεωρούταν αδίκημα, μόνο στις περιπτώσεις κάποιας θρησκευτικής παράβασης. Το δικαστήριο έστησε έτσι, ένα εντελώς παράλογο αφήγημα εις βάρους της, που βασίστηκε πάνω σε «μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων ότι η Ιωάννα ντύνονταν κατ΄εξακολούθηση με αντρικά ρούχα». 

Η δίκη μιας μάγισσας

«Η Ιωάννα διατηρούσε τα μαλλιά της κοντά και φορούσε αντρικά ρούχα «χωρίς να αφήνει τίποτα στο σώμα της που να αποκαλύπτει το γυναικείο της φύλο..εκτός από όσα της είχε δώσει η φύση για να ξεχωρίζει το γυναικείο φύλο», αναγράφεται σε ένα από τα τελευταία άρθρα της δίκης, για το κατηγορητήριο.

Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, αυτή ακριβώς η υπέρβαση της γυναικείας ταυτότητας ήταν εκείνο που ενόχλησε περισσότερο από κάθε άλλο τους κατηγόρους της, εκ των οποίων μάλιστα ένας είχε αποκαλέσει την Ιωάννα «πόρνη» και «κοινή».

Επιπλέον τραγικό στοιχείο στο αφήγημα του ρουχισμού της Ζαν ντ' Αρκ, δεν αποτελεί ωστόσο μόνο το πώς ντυνόταν και «προκαλούσε» αλλά η ξεδιάντροπη «παράβλεψη» του γιατί ντυνόταν με αντρικά ρούχα.

Υπάρχουν ιστορικές καταγραφές που υποστηρίζουν ότι, η ίδια δεν είχε δεχτεί να ντυθεί με γυναικεία ρούχα όταν της ζητήθηκε, πράγμα που είχε φέρει σε δύσκολη θέση τους δικαστές και απειλούσε να αποδομήσει το κατηγορητήριο. Πως ο λόγος που διάλεγε μέχρι τότε αντρικό ρουχισμό ήταν για να μπορεί να δένει τα υφάσματα με τέτοιο τρόπο - στη διάρκεια της παραμονής της στη φυλακή - ώστε να είναι πιο δύσκολο να βιαστεί, καθώς είχε ήδη δεχτεί επιθέσεις στο κελί της. Άλλες πηγές επίσης υποστηρίζουν πως, οι ίδιοι οι δεσμοφύλακες δεν της παρείχαν φορέματα, οπότε δεν ετίθετο καν ζήτημα επιλογής. 

«Επιθυμία» ή «αναγκαιότητα» φυσικά, ελάχιστη σημασία έχει, καθώς η Ιωάννα της Λωραίνης που κατάφερε πολλά σε πολύ λίγο χρόνο αποτελούσε «απειλή» για το αυστηρά πουριτανικό κοινωνικό σύστημα. Έπρεπε να είναι είτε παράφρων, είτε προδότρια του γενετικού της φύλου, είτε «κοινή», είτε μάγισσα και αιρετική. Βασικό πυλώνα της Ιεράς εξέτασης που στήθηκε εις βάρους της, αποτέλεσε τελικά ο ρουχισμός της.

Η Καθολική εκκλησία, η ιερά Εξέταση και η Φεουδαρχία, καταδικάσαν την Ιωάννα, το 1431 στην πυρά, με την κατηγορία της αίρεσης επειδή φορούσε κατ'εξακολούθηση αντρικά ρούχα. Μάλιστα, τέτοια ήταν η διαστροφή του δικαστηρίου, που ως υπέρτατη πράξη επιβολής εξουσίας προχώρησαν στο να της επιβάλλουν να πάει στην πυρά ντυμένη με φόρεμα. 

Το 1456 η υπόθεση επανεξετάστηκε και, 25 χρόνια μετά τη θανατική της καταδίκη, το δικαστήριο έκρινε την Ιωάννα αθώα.

Στο παρόν αφήγημα του ρουχισμού 

Δεν μπορεί εύκολα να παραβλεφθεί, το πώς μια τέτοια ιστορία, μπορεί ακόμη και σήμερα να συνδεθεί με το παρόν αθάνατο αφήγημα του «Ναι, αλλά τι φορούσε όταν βιάστηκε;». Ούτε και με το πώς χρησιμοποιείται, σε κάθε περίπτωση βιασμού και σεξουαλικής παρενόχλησης. Πολλές φορές δεν το πιστεύουν, ούτε οι ίδιοι που το λένε. Βασικό κίνητρο δεν αποτελεί το να «δικαιολογήσουν» ή να αποποινικοποιήσουν το δράστη, αλλά το να «τιμωρήσουν» τη γυναίκα που τόλμησε να σηκώσει κεφάλι και να δώσει πίσω χαστούκια στην πατριαρχία. 

Πηγή: Τζένη Τσιλιβάκου - Κουτί της Πανδώρας

{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger