Oπως γράφτηκε και στο προηγούμενο δημοσίευμα τούτης της στήλης, ορισμένες από τις πιο ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη μεταπολεμική ιστορία της χώρας μας ανιχνεύονται κάποιες φορές σχεδόν τυχαία, στους αγρίως λογοκριμένους φακέλους των αμερικανικών διπλωματικών αρχείων. Μια τέτοια πληροφορία, που απ’ όσο γνωρίζω έχει διαφύγει μέχρι σήμερα την προσοχή των ιστορικών, ημέτερων και ξένων, φέρνουμε σήμερα στη δημοσιότητα: την εισήγηση του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, το φθινόπωρο του 1960, προς την αμερικανική πρεσβεία και τον αρχηγό της CIA, για εγκαθίδρυση δικτατορίας, προκειμένου να ξεπεράσει τις «δυσκολίες» του στο εσωτερικό μέτωπο (και, όπως προκύπτει από τα συμφραζόμενα, ν’ αποφύγει μια πιθανολογούμενη εκλογική ήττα).
Την πληροφορία αυτή αντλούμε από μια εμπιστευτική επιστολή του Τζορτζ Λιούις Τζόουνς, βοηθού υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ για την Εγγύς Ανατολή και τη Νότια Ασία, προς τον εδώ Αμερικανό πρέσβη Ελις Μπριγκς, με ημερομηνία 18 Νοεμβρίου 1960 και τον χαρακτηρισμό «επίσημη-άτυπη»· τον τελευταίο φέρουν συνήθως τα πιο ενδιαφέροντα έγγραφα της τότε διπλωματικής αλληλογραφίας, το περιεχόμενο των οποίων -καθότι «άτυπο»- αποδεικνύεται συνήθως ειλικρινέστερο και διαφωτιστικότερο από τα «τυπικά» ομόλογά τους. Η επιστολή Τζόουνς συντάχθηκε ως απάντηση σε μια λίγο προγενέστερη αντίστοιχη του πρέσβη προς τον ίδιο (3/11/1960), το περιεχόμενο της οποίας δεν έχει εντοπιστεί προς το παρόν σε κάποιο αρχείο και κατά πάσα πιθανότητα παραμένει απόρρητο. Το έγγραφο που δημοσιεύουμε εδώ φυλάσσεται στο αρχείο του Γραφείου Ελληνικών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στα κρατικά αρχεία των ΗΠΑ στο Κόλετζ Παρκ του Μέριλαντ (RG 59, Records of the Greek Affairs Desk 1960-1963, Box 4, file 16-H United States 1960).
Το ντοκουμέντο
Στην απάντησή του προς τον πρέσβη, ο βοηθός υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ συμφωνεί με την αντίθεσή του στην επιβολή δικτατορίας στην Ελλάδα, την οποία, όπως προκύπτει από τα γραφόμενά του, εισηγήθηκε ο Καραμανλής στον ίδιο και στον αρχηγό της CIA, Αλεν Ντάλες, κατά τη διάρκεια πρόσφατης συνομιλίας τους. Η πρόταση καταγράφηκε σε μνημόνιο της επίμαχης συνομιλίας που συνέταξε ο σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα, Λάφλιν Κάμπελ, αντίγραφο του οποίου επισυναπτόταν στην πρεσβευτική επιστολή.
Το πλήρες περιεχόμενο του εγγράφου δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία για τις σκέψεις του ημέτερου εθνάρχη, στη δεδομένη τουλάχιστον συγκυρία:
«Επίσημο – Ατυπο
Εμπιστευτικό
Προς τον αξιότιμο Ελλις Ο. Μπριγκς, Αμερικανό πρέσβη, Αθήνα
Αγαπητέ Ελλις
Σ’ ευχαριστώ για την επιστολή σου της 3ης Νοεμβρίου 1960, που περιλαμβάνει το μνημόνιο του Λάφλιν Κάμπελ για τη συνομιλία ανάμεσα στον πρωθυπουργό Καραμανλή, τον Αλεν Ντάλες κι εσένα. Τα περιεχόμενα του μνημονίου ήταν τόσο ενδιαφέροντα όσο και διαφωτιστικά. Συμφωνούμε ότι κάθε βήμα προς μια δικτατορική λύση ως φάρμακο για τις δυσκολίες του πρωθυπουργού Καραμανλή στο εσωτερικό της χώρας είναι μια ανησυχητική προοπτική. Ελπίζουμε πως απλά συλλογιζόταν με βάση τις τρέχουσες απογοητεύσεις του κι ότι δεν σκέφτεται να κινηθεί σοβαρά προς αυτή την κατεύθυνση.
Τα σχόλιά σου σχετικά με την καταπολέμηση της δραστηριότητας των ανατρεπτικών [subversion] είναι πολύ ενδιαφέροντα. Είναι αλήθεια πως ο κίνδυνος για την Ελλάδα από τη δραστηριότητα των ανατρεπτικών είναι ενδεχομένως μεγαλύτερος από τις προοπτικές μιας στρατιωτικής επίθεσης. Το ερώτημα είναι πώς να διατηρηθεί ισορροπία από κάθε άποψη: στρατιωτική, οικονομική κι αντιανατρεπτική. Οπως ξέρεις, καθένα απ’ αυτά τα στοιχεία έχει πολλές όψεις. Αυτό που καθίσταται όλο και πιο ξεκάθαρο είναι ωστόσο πως τα κονδύλιά μας γι’ αυτές τις δραστηριότητες δεν πρόκειται ν’ αυξηθούν και στην πραγματικότητα φαίνεται πως θα μειωθούν. Ως εκ τούτου, εναπόκειται στους Ελληνες και τους συμμάχους μας να βοηθήσουν.
Δικός σου, πάντα
Τζ. Λιούις Τζόουνς
NEA:GTI:RRSchott:mgr
11-18-60».
Δύσκολες μέρες
Η αναζήτηση στις αθηναϊκές εφημερίδες των ημερών και στην επίσημη έκδοση ενός μέρους των αρχείων του εθνάρχη από το ιδιωτικό του Ιδρυμα οποιασδήποτε πληροφορίας γύρω από τη συνάντηση του Καραμανλή με τον Αλεν Ντάλες ή, έστω, με τον Αμερικανό πρέσβη αποδείχθηκε άκαρπη. Στα τέλη Οκτωβρίου 1960 ο Καραμανλής βρισκόταν πάντως στη Βόρεια Ελλάδα, όπου παρακολούθησε την παρέλαση της 28ης στη Θεσσαλονίκη έχοντας στο πλευρό του τον αρχηγό της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, στρατηγό Νόρσταντ, και κάποιους μη κατονομαζόμενους ξένους διπλωμάτες. Στις αρχές Νοεμβρίου είχε πια επιστρέψει στην Αθήνα, όπου καταγράφονται συναντήσεις του με υπουργούς και εκπροσώπους κοινωνικών φορέων, όχι όμως και με τον αρχηγό ή τον σταθμάρχη της CIA. Μπορούμε, ως εκ τούτου, να υποθέσουμε εύλογα πως η σχετική συνάντηση πραγματοποιήθηκε μακριά πολύ από τα φώτα της δημοσιότητας.
Απείρως διαφωτιστικότερη αποδεικνύεται η ειδησεογραφία των ημερών για τις «δυσκολίες» που ώθησαν τον εθνάρχη στην ιδέα να μιμηθεί τον Ιωάννη Μεταξά. Στα τέλη Οκτωβρίου – αρχές Νοεμβρίου του 1960 ο Καραμανλής βρισκόταν αντιμέτωπος με δύο πολιτικά αγκάθια. Το πρώτο ήταν το περίφημο σκάνδαλο Μέρτεν, που τροφοδοτούσε κάθε άλλο παρά κολακευτικές συζητήσεις και εικασίες γύρω από τη στάση του ίδιου του εθνάρχη και του πανίσχυρου Φλωρινιώτη υπουργού Εσωτερικών Τάκου Μακρή επί Κατοχής – θυμίζοντας, επιπλέον, πως ο υπουργός Εθνικής Αμύνης του Καραμανλή, Γεώργιος Θεμελής, είχε επίσης διακριθεί για τη λαμπρή διακήρυξή του το 1943 ως κατοχικός νομάρχης Πέλλας, σύμφωνα με την οποία «πας όστις λαμβάνει τα όπλα κατά των Γερμανών δεν είναι Ελλην». Το δεύτερο αγκάθι ήταν η δημιουργία από τον μέχρι πρότινος αρχηγό της ελληνοκυπριακής ΕΟΚΑ (και της κατοχικής «Χ»), Γεώργιο Γρίβα, ενός πολιτικού κόμματος με την ονομασία Κίνησις Εθνικής Αναγεννήσεως, το οποίο συνδύαζε μια καταφανώς ακροδεξιά επαγγελία ηθικοκοινωνικής κάθαρσης με την υποστήριξη της συντηρητικότερης μερίδας του πολυδιασπασμένου Κέντρου. Με την ΕΔΑ ήδη αξιωματική αντιπολίτευση από τον Μάιο του 1958, τα περιθώρια ηγεμονίας του εθνάρχη έδειχναν προς στιγμήν να στενεύουν απελπιστικά. Τελικά, όμως, το μεν σκάνδαλο Μέρτεν αποδείχθηκε πως είχε συγκεκριμένα όρια, ο δε Γρίβας απέφυγε ακόμη και να κατέβει στις εκλογές.
Συνεργάτες με παρελθόν και μέλλον
Για το κοινωνικό υπόβαθρο αυτών των «δυσκολιών», σαφώς καθοριστικότερο για τις μεσοπρόθεσμες τουλάχιστον εξελίξεις, εξαιρετικά εύγλωττες είναι μια σειρά από εκθέσεις της αμερικανικής πρεσβείας κατά τους προηγούμενους μήνες, με αντικείμενο τις πιθανές επιπτώσεις της δυσφορίας που προκαλούσε σε μεγάλα λαϊκά στρώματα το οικονομικό «θαύμα» της ΕΡΕ – με κερδισμένους είτε συγκεκριμένους επιχειρηματικούς κύκλους και στρώματα είτε τη στενή κομματική της πελατεία.
Η εμπλοκή της πρεσβείας και των παραφυάδων της στην «καταπολέμηση της δραστηριότητας των ανατρεπτικών» (δηλαδή της Αριστεράς), που αναφέρεται στην επιστολή, είχε πάλι διάφορες όψεις: από τη δυσώνυμη παραστρατιωτική «Κόκκινη Προβιά» και την επιχειρησιακή αναβάθμιση των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας με δακρυγόνα και λοιπά γκάτζετ μέχρι τη δρομολόγηση του ηλεκτρονικού φακελώματος των εγχώριων αριστερών σε κομπιούτερ της ΙΒΜ. Ζήτημα που αξίζει να μας απασχολήσει εκτενώς σε κάποιο μεταγενέστερο αφιέρωμα.
Σε αντίθεση με τη μεταπολιτευτική εικόνα και αγιοποίησή του, ο ίδιος ο εθνάρχης δεν είχε πάντως εν έτει 1960 κανενός είδους διαχωρισμό από το φασίζον καθεστώς της μεταξικής 4ης Αυγούστου. Μια σειρά στελέχη του τελευταίου στελέχωναν, απεναντίας, τον κομματικό μηχανισμό και τις κυβερνήσεις του Καραμανλή. Ο διαβόητος υπουργός Ασφαλείας του δικτάτορα Μεταξά, Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ήταν διακεκριμένος βουλευτής της ΕΡΕ (και, κάπου κάπου, καλούνταν να δώσει τα φώτα του στον εκσυγχρονισμό των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας από το FBI και τη CIA). Υφυπουργός Δημοσίας Ασφαλείας και πολιτικός προϊστάμενος των ίδιων υπηρεσιών το 1960 ήταν ο Ευάγγελος Καλαντζής, γενικός διοικητής Θράκης επί Μεταξά, που από τον Καραμανλή είχε πάρει την εντολή για αστυνομικά μέτρα με σκοπό «τη διατήρησιν και έντασιν του αισθήματος της φοβίας μεταξύ των Κομμουνιστών» (για τη σχετική εγκύκλιο, βλ. «Ο σχεδιασμός της “φοβίας”», «Εφ.Συν.», 31/10/2015). Υπουργός Εργασίας του Καραμανλή ήταν ο Αριστείδης Δημητράκος, που κατείχε το ίδιο πόστο επί Μεταξά, κ.ο.κ.
Τελικά, βέβαια, ο Καραμανλής δεν επέβαλε κανονική δικτατορία. Τη λύση στα αδιέξοδά του την έδωσε το όργιο βίας και νοθείας των εκλογών του 1961, υπό την καθοδήγηση μιας «δευτεροβαθμίου αφανούς επιτροπής» που συγκρότησε ο ίδιος, με γραμματείς τον αντισυνταγματάρχη της ΚΥΠ (και μελλοντικό δικτάτορα) Γεώργιο Παπαδόπουλο και τον συνταγματάρχη Ευστάθιο Λατσούδη, κατοπινό υπουργό Αμυνας του Ιωαννίδη. Πυροδοτώντας ως αντίδραση τον ανένδοτο αντιφασιστικό αγώνα της επόμενης διετίας, την υποχώρηση των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ Κέντρου και Αριστεράς και τη γέννηση του δημοκρατικού κινήματος του «1-1-4» που σημάδεψε καθοριστικά (και θετικά) την πορεία της χώρας, όχι μόνο στη δεκαετία του ’60 αλλά μέχρι τα μέσα εκείνης του 1980, τουλάχιστον.
Το φλερτ του εθνάρχη με την ιδέα της δικτατορίας θ’ αποσιωπήσει έτσι πλήρως και ο παραλήπτης της, πρέσβης Μπριγκς, στα πιπεράτα απομνημονεύματα που συνέταξε το 1975 και κυκλοφόρησαν το 1998 με τίτλο «Περήφανος Υπηρέτης» («Proud Servant. The Memories of a Career Ambassador», εκδ. Kent University Press). Το φθινόπωρο του 1960, υποστηρίζει μάλιστα, «τίποτα το σημαντικό δεν συνέβη στην Αθήνα» (σ. 387-388)· η δε κυβέρνηση του Καραμανλή, διαβεβαιώνει τον αναγνώστη, «ήταν η καλύτερη που απόλαυσε η χώρα μετά την ανεξαρτησία της από την Τουρκία το 1830, αν όχι μετά τον Περικλή» (σ. 365).


Δημοσίευση σχολίου