Προσφατες Αναρτησεις

Η «Βάρκιζα» προϊόν ταξικής και ιμπεριαλιστικής βίας ή μίνιμουμ ελευθεριών για δράση;

 Η ηγεσία αιτιολογεί την υπογραφή της. Διαλέξαμε το μικρότερο κακό. Η διαφωνία του πρωτοκαπετάνιου Άρη.

«Στη μεγάλη πλατεία (των Τρικάλων) μια άδεια εξέδρα περιμένει την άφιξη της αντιπροσωπείας του ΕΛΑΣ. Μια βιασμένη αισιοδοξία εμψυχώνει τις συζητήσεις αλλά ένα βαρύ προαίσθημα τις σταματά. Όσο περνά η ώρα η ανησυχία διαπερνά το πλήθος. […] Ο Παρτσαλίδης ανεβαίνει στο βήμα. Αναγκαστήκαμε. Είναι σαν κεραυνός. Το πλήθος βουβαίνεται και μέσα σε τούτη τη πνιχτή σιωπή ο Παρτσαλίδης απαριθμεί τους όρους της Συμφωνίας της Βάρκιζας. Όταν τέλειωσαν, κάποιος αρχίζει να σιγοτραγουδά τον ύμνο του ΕΛΑΣ που γενικεύεται από εκατοντάδες στόματα που πνίγονται καθώς τραγουδάνε εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα… ύστερα πάλι σιωπή».(1)

 Στις 12 Φεβρουαρίου 1945 ύστερα από δεκαήμερες διαπραγματεύσεις υπογράφτηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας, μια συμφωνία που έμελε να στοιχειώσει την Αριστερά και να σημαδέψει την ιστορία του αριστερού ελληνικού κινήματος. Εκ μέρους του ΕΑΜ την υπέγραψαν ο Γιώργης Σιάντος, γενικός γραμματέας του ΚΚΕ και επικεφαλής της αντιπροσωπείας, ο Μήτσος Παρτσαλίδης, γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ και ο Ηλίας Τσιριμώκος, γενικός γραμματέας της ΕΛΔ.

 Γιατί υπογράψαμε…

Υπερασπιζόμενη την απόφασή της να υπογράψει τη Συμφωνία και να διατάξει τον ΕΛΑΣ να παραδώσει τα όπλα η ηγεσία του ΚΚΕ (Σιάντος, Ιωαννίδης) πρόβαλε ως κύριο επιχείρημα ότι η Βάρκιζα ήταν ένας συμβιβασμός που έδινε στον λαό τη δυνατότητα να παλέψει για τα συμφέροντά του με νόμιμο τρόπο ενώ συγχρόνως παρείχε το δικαίωμα στο ΕΑΜ να προωθήσει τους στόχους του ανοιχτά.(2)

 Σε συνέντευξή του στις 15 Φεβρουαρίου 1945 (στο πρώτο φύλλο του «Ριζοσπάστη» που εκδίδεται ξανά στην Αθήνα μετά τα Δεκεμβριανά) τρεις μέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ο Σιάντος δήλωνε ότι η Βάρκιζα αποτελούσε συνέχιση της πολιτικής της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης, της πολιτικής δηλαδή που ακολούθησε το ΚΚΕ στην Κατοχή. Το κομμουνιστικό κόμμα επέλεξε να μην πάρει την εξουσία κατά την αποχώρηση των Γερμανών ώστε να μην προκαλέσει την αντίδραση της Δεξιάς και τη δυσπιστία των συμμάχων και ιδιαίτερα των Άγγλων. Η ουσία της στρατηγικής του απέβλεπε στη διεξαγωγή εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και όχι στη βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Εφεξής το ΚΚΕ επεδίωκε την οριστική ενσωμάτωσή του στο πλαίσιο της συνταγματικής και πολιτικής νομιμότητας, όπως αυτή διαγράφονταν από τους όρους της συμφωνίας. Το Κόμμα προχωρούσε σε ένα νέο στάδιο πολιτικών αγώνων ενώ η συμφωνία έδινε το έρεισμα για αντιφασιστική πάλη και λαϊκοδημοκρατικές λύσεις. Η συμφωνία έπρεπε να εφαρμοστεί κατά γράμμα, να καταστεί υπόθεση των μαζών και να κατοχυρωθεί με νόμους.(3)

 Ο γραμματέας του ΚΚΕ υποστήριξε ότι το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είχαν κατορθώσει να πάρουν με το μέρος τους το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού κατά τη διάρκεια της Κατοχής, πράγμα που σήμαινε ότι η Αριστερά βρισκόταν σε τροχιά εξουσίας υπό τρεις προϋποθέσεις. Η πρώτη ήταν ότι θα διασφαλίζονταν νόμιμες και δημοκρατικές πολιτικές διαδικασίες οι οποίες θα εξασφάλιζαν ότι η εξουσία θα ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης έκφρασης του λαού. Η δεύτερη ήταν η εδραίωση της συνοχής της ΕΑΜικής συμμαχίας. Η τρίτη ήταν μια πολιτική η οποία θα απαντούσε στις ανάγκες των κοινωνικών μερίδων τις οποίες εκπροσωπούσε η Αριστερά. Κοινός άξονας όλων των προϋποθέσεων ήταν η διαμόρφωση ενός «κοινωνικού συμβολαίου» το οποίο θα επιβεβαίωνε το αντίστοιχο της Κατοχής, προσαρμοσμένο όμως στις απαιτήσεις των καιρών για να ανταποκρίνεται καλύτερα στις νέες συνθήκες μετά την απελευθέρωση.(4)

Οι θέσεις αυτές δέχθηκαν οξεία κριτική από ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, όπως ο Κώστας Καραγιώργης και ο Γιάννης Ζεύγος. Οι επικρίσεις επικεντρώνονταν κυρίως στο ζήτημα της αμνηστίας. Η μερική αμνήστευση των κατοχικών αδικημάτων και ο όρος περί φυσικής και ηθικής αυτουργίας παρέδιδε μεγάλο μέρος των στελεχών και μελών του ΚΚΕ στην μήνιν των δικαστικών διώξεων ενώ η αποστράτευση του ΕΛΑΣ καθιστούσε πιθανό ένα μοναρχικό πραξικόπημα. Τελικά, παρά τις επικρίσεις και τις εσωκομματικές διαφωνίες στην Κεντρική Επιτροπή, μετά τη στήριξη του Ιωαννίδη, η συμφωνία υπερψηφίστηκε. Εφεξής η τήρησή της αποτελούσε ζήτημα αυστηρής κομματικής πειθαρχίας ενώ κάθε κριτική ή απόρριψή της επέφερε βαρύτατες κομματικές κυρώσεις.(5)


Η διαφωνία του Άρη στη Βάρκιζα

Η κυριότερη διαφωνία για τη Βάρκιζα και το μεγαλύτερο πρόβλημα για την κομματική συνοχή προήλθε από τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ και κορυφαίο στέλεχος της Αντίστασης, Άρη Βελουχιώτη. Ο φυσικός αρχηγός του ΕΛΑΣ, παρόλο που υπέγραψε μαζί με τον Στέφανο Σαράφη τη διαταγή αποστράτευσης του αντάρτικου στρατού στις 16 Φεβρουαρίου 1945, διατύπωσε ανοιχτά τις αντιρρήσεις του στη συμφωνία της Βάρκιζας και κατήγγειλε την ηγεσία. Στη συνέχεια προχώρησε στη δημιουργία του Μετώπου Εθνικής Ανεξαρτησίας (ΜΕΑ), ενός νέου ΕΑΜ, με το οποίο καλούσε τους πρώην συναγωνιστές του και τα κομματικά μέλη σε νέο αγώνα εναντίον της αγγλικής, όπως θεωρούσε, κατοχής και υπέρ της πραγματικής ανεξαρτησίας της χώρας.

Στις προγραμματικές θέσεις του ΜΕΑ η Συμφωνία της Βάρκιζας χαρακτηριζόταν «προϊόν βίας ταξικής, ύστερα από έναν πόλεμο μιας ολόκληρης πάνοπλης αυτοκρατορίας, της Αγγλίας, εναντίον ενός ηρωικού αλλά μικρού και άοπλου λαού, του Ελληνικού».(6) Τα βασικά χαρακτηριστικά της ήταν η κατάργηση της εθνικής ανεξαρτησίας, καθώς επέκτεινε την αγγλική κατοχή σε όλη τη χώρα, η εγκαθίδρυση καθεστώτος βίας, καθώς ανέστειλε τα συνταγματικά άρθρα για τις ατομικές ελευθερίες, η επιλεκτική παραβίαση της συμφωνίας υπέρ της αντίδρασης και κατά του λαού, καθώς μπορούσε να ερμηνεύεται κατά βούληση και η δημιουργία σχέσεων κυριαρχίας της Αντίδρασης και υποταγής του λαού.


Ο Άρης υποστήριξε ότι η άρνηση της Συμφωνίας της Βάρκιζας δεν αποτελούσε διάσπαση του λαϊκού αγώνα ούτε πρόκληση για άσκηση τρομοκρατίας και παρανομιμοποίηση του λαϊκού κινήματος. Αντίθετα, πίστευε, η παραδοχή της επέτρεπε τη διάσπασή του καθώς προκαλούσε απογοήτευση στον λαό και επέτρεπε την υποδούλωσή του με τρομοκρατικά και οικονομικά μέτρα. Προέβλεπε δε –ορθά όπως αποδείχθηκε– ότι «η τρομοκρατία ασκείται και θα ασκείται από την άρχουσα ολιγαρχία όλο και σε μεγαλύτερη κλίμακα» και προέτρεπε την ηγεσία να μην έχει «καμιά ψευδαίσθηση και αυταπάτη νομιμότητας ύστερα μάλιστα από την ασύστολη παραβίαση και αυτής της συμφωνίας και τις συνεχιζόμενες συλλήψεις και βαρβαρότητες σε βάρος λαϊκών αγωνιστών».

Η συμπύκνωση ενός διαλόγου: Υπέρ ή κατά;

Σε όσους προέβαλαν αντιρρήσεις σχετικά με την αναγκαιότητα ανατροπής της συμφωνίας υποστηρίζοντας ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για την εκδήλωση της αντίθεσης προς τη συμφωνία και τους υπεύθυνους της σύναψής της ο Άρης απαντούσε στα επιχειρήματά τους ένα προς ένα:(7)


 

«Α. Κάνουμε συμμαχικό αγώνα και δεν μπορούμε να τα βάλουμε με έναν από τους συμμάχους, εφόσον συνεχίζεται ακόμα ο πόλεμος για τη συντριβή του Φασισμού.

– Ποτέ δεν πάψαμε και ούτε θα πάψουμε να κάνουμε συμμαχικό αγώνα. Η διεκδίκηση της ανεξαρτησίας μας δεν αποτελεί διάσπασή του, αλλά βαθύτερη εξυπηρέτησή του. Αντί η κατοχύρωση της ανεξαρτησίας μας να αναβληθεί για μετά το τέλος του πολέμου, αντί δηλαδή να παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες, μπορεί θαυμάσια από τώρα να κατοχυρωθεί, για να είναι και μεγαλύτερη η ελληνική συμβολή στο συμμαχικό αγώνα και για να μην υπάρχει και στο μέλλον περίπτωση αντίθεσής μας με οποιονδήποτε μεγάλο σύμμαχό μας.

Β. Η διεθνής φορά των πραγμάτων είναι προς τα αριστερά και, έχοντας υπομονή, δεν είναι δυνατό να χάσουμε τη δημοκρατία στην Ελλάδα.

– Δεν είναι δυνατό να στηριζόμαστε αποκλειστικά στη διεθνή φορά των πραγμάτων. Η διεθνής αυτή φορά είναι πάντα ανισομερής. Και για αυτό ενώ μπορεί σε μια σειρά χώρες να δημιουργηθούν λαϊκά καθεστώτα, στη χώρα μας, μπορεί, με τη ξενική βία, να επιβληθεί αντιλαϊκό καθεστώς. Μόνο με από τώρα αγώνα, μπορούμε να αποτρέψουμε την επιβολή ενός τέτοιου καθεστώτος.

Γ. Η αναπόφευκτη μετά τον πόλεμο κεφαλαιοκρατική κρίση θα κάνει αδύνατη οποιαδήποτε λύση οποιουδήποτε ζητήματος των μαζών. Και αυτό θα αριστεροποιεί και θα επαναστικοποιεί τις μάζες. Και θα είναι αναπόφευκτη, σε μια σειρά χώρες, η λύση των κοινωνικών προβλημάτων προς όφελος των μαζών.

– Το γεγονός ότι η μεταπολεμική κεφαλαιοκρατία δεν θα μπορέσει να λύσει τα ζητήματα των μαζών, σε σημαίνει αναγκαστικά και λαϊκές λύσεις. Αντίθετα η κεφαλαιοκρατία, ξένη και ντόπια, θα επιδιώξει να επιβάλει με τη βία αντιλαικά καθεστώτα, για να ξεπεράσει την κρίση της σε βάρος των μαζών. Από τον, από τώρα, αγώνα τον δικό μας, θα εξαρτηθεί η ματαίωση των κεφαλαιοκρατικών επιδιώξεων.

Δ. Η χώρα μας είναι ερειπωμένη, οι συγκοινωνίες της κατεστραμμένες, ο κόσμος κουρασμένος από τον πολύχρονο και πολυμέτωπο αγώνα και δε σηκώνει νέα επανάσταση.

– Η καταστροφή κι η ερείπωση της χώρας μας, το κούρασμα του κόσμου, δεν είναι λόγος για να δεχθούμε την υποδούλωσή της. Ο ελληνικός λαός, με τους πρόσφατους αγώνες του απέδειξε ότι δε διστάζει για οποιαδήποτε θυσία, αρκεί να πετύχει τη λευτεριά του. Και δέχεται, για τον σκοπόν αυτόν, να συνεχίσει τις θυσίες του, αρκεί να ξέρει ότι μια αποφασιστική, με δυναμικότητα ηγεσία, είναι ικανή να τον κάνει νοικοκύρη στον τόπο του.

Ε. Είναι κουτό μια που χάσαμε τόσες ευκαιρίες να κατοχυρώσουμε την ανεξαρτησία της χώρας μας και τη λαϊκή κυριαρχία, να κινηθούμε τώρα, που δεν παρουσιάζεται τέτοια ευκαιρία κι έχουμε παραδώσει τα όπλα.

– Αν χάθηκαν τόσες και τόσες ευκαιρίες για την εγκαθίδρυση λαϊκού καθεστώτος, δεν είναι δικό μας το σφάλμα, αλλά της ως τα τώρα ηγεσίας του κινήματος. Η παράδοση των όπλων δεν αποτελεί εμπόδιο. Όταν τα βάλαμε με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, όπλα δεν είχαμε. Και αποκτήσαμε. Και τώρα, αν μας χρειαστούν και όσα μας χρειαστούν, θα τα αποκτήσουμε. Για το δίκαιο και την πίστη, ποτέ δε χάνεται η ευκαιρία.

Στ. Μια συνέχιση του αγώνα είναι αντίθετη προς τους πόθους των μαζών και θα μας αποξενώσει από αυτές, μεταβάλλοντάς μας, σε καλούς ίσως ήρωες, αλλά πάντως ξένους, που δεν τους ακολούθησε η μάζα.

– Αν ο πόθος των μαζών ήταν η, με οποιαδήποτε θυσία, ειρήνευση τότε δύο δρόμοι θα έμπαιναν μπροστά μας: ή να τον ικανοποιήσουμε ή να αντιταχθούμε σε αυτόν. Γιατί ο ηγέτης ποτέ δεν πρέπει να είναι κοντόφθαλμος και να βλέπει μόνο τον τωρινό άμεσο πόθο της μάζας. Αλλά είναι σήμερα ο πόθος της μάζας όπως τον παρουσιάζουν σήμερα οι αντιρρησίες; Όχι, του απαντούν αποστομωτικά η εποποιία της Αθήνας, οι εκδηλώσεις και οι κινητοποιήσεις που γίνονται σε όλη την Ελλάδα μετά τη Συμφωνία. Όχι, του απαντάει το ολόθερμο αγκάλιασμα του δικού μας ξεκινήματος για τη συγκρότηση του ΜΕΑ, την ανασυγκρότηση του ΕΛΑΣ και τη συνέχιση του ένοπλου αγώνα. Κουράστηκαν και ζαλίστηκαν τα μυαλά των, και τώρα, ηγητόρων του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και όχι του λαού μας.

Ζ. Η συνέχιση του αγώνα ύστερα από μια ήττα, είναι λύση απελπισίας, που δεν υπάρχει λόγος να την ακολουθήσουμε, αφού με τη Συμφωνία της Βάρκιζας εξασφαλίζουμε ένα μίνιμουμ ελευθεριών, που θα μας επιτρέψουν να διατηρήσουμε και να αναπτύξουμε την επαφή μας με τη μάζα και να την κατακτήσουμε, να προετοιμαστούμε και να οργανωθούμε και με το δημοψήφισμα και τις εκλογές να πετύχουμε τη δημοκρατική ανάπλαση του τόπου μας.

– Η συνέχιση του αγώνα δεν εποτελεί λύση απελπισίας, αλλά λαϊκή προσταγή και επιτακτική ανάγκη. Ο λαός αναρωτιέται: Γιατί έφθασα ως εδώ και σταματώ; Γιατί έκανα όλο αυτόν αγώνα κι έδωσα όλες αυτές τις θυσίες, αν ήταν ο αγώνας μου αυτός να καταλήξει σε απλή αλλαγή του αφεντικού, και στη θέση του Γερμανού και του Ραλλικού, να έχω τώρα τον Άγγλο και τον μπουραντά χωροφύλακα; Ή θα έπρεπε από την αρχή να μην κάνω αυτόν τον αγώνα, αν οι άλλοι επρόκειτο να ρυθμίσουν την τύχη μου και να κανονίσουν το σπίτι μου, ή θα έπρεπε να τον συνεχίσω ώσπου οριστικά να αποτρέψω τον κίνδυνο αυτόν. Και ο Λαός, ο περίφημος αυτός ελληνικός Λαός, ο δήθεν, κατά μερικούς, κουρασμένος, απαντάει μόνος στα ερωτήματα που βάζει στον ευατό του:

–Καλά άρχισα, καλά έφθασα ως εδώ. Εγκληματικό μου λάθος που θα δείχνει ότι θα είμαι άξιος της τύχης μου, θα είναι, αν δεν εξακολουθήσω τον αγώνα, αψηφώντας κάθε κόπο και θυσία, ως την πλήρη εθνική ανεξαρτησία, ωσπου να γίνω πραγματικά νοικοκύρης στον τόπο μου.

Δεν έχουμε καμία όρεξη να αυταπατώμαστε ότι θα μας δώσουν ελευθερίες και ότι θα κάνουν ανόθευτα δημοψήφισμα και εκλογές, εφόσον έχουν την δύναμη στα χέρια τους, και δεν υπάρχει καμιά, αντίρροπη σε αυτούς, δύναμη. Λύση απελπισίας και ουτοπία θα ήταν, αν αρκούμασταν σε διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις άοπλων μαζών κατά ενόπλων αντιδραστικών, πράγμα που θα οδηγούσε τη μάζα σε απογοήτευση, με τη συνήθη σκέψη:

– αφού είχαμε τα όπλα και χάσαμε. Θα νικήσουμε τώρα μόνο με την άοπλη πάλη;

Η δεκεμβριανή ήττα οδήγησε στη συμφωνία

Και ενώ ο Άρης προετοίμαζε το ξεκίνημα του νέου ΕΑΜ στα βουνά της Ρούμελης, στην Αθήνα συγκλήθηκε στις 5-10 Απριλίου 1945 η 11η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, η πρώτη νόμιμη Ολομέλεια του κόμματος μετά τη δικτατορία του Μεταξά. Στην εισήγησή του ο Σιάντος επιχειρηματολόγησε ότι η συνέχιση του αγώνα θα προκαλούσε μεγαλύτερη ζημιά στο κόμμα. Το δίλημμα ήταν συμφωνία ή συνέχιση του ανταρτοπόλεμου με ταξικούς όμως όρους. Το αποτέλεσμα θα ήταν «η βάση του αγώνα θα στένευε και οπωσδήποτε θα αφαιρούνταν ο χαρακτήρας που είχε πριν φύγουν οι Γερμανοί και Ιταλοί. Θα καταντούσαμε μια αίρεση που θα μπορούσαν ακόμα και να μας επικηρύξουν». Η Συμφωνία της Βάρκιζας «είναι μια συμφωνία ανάγκης, δεν είναι όμως παράδοση άνευ όρων. Είναι ένα μίνιμουμ ελευθεριών για τη δράση. Δίνει ένα ηθικό νομικό έρεισμα για την αντιφασιστική πάλη. Δίνει ακόμα το πλεονέκτημα να γίνει απόφαση των μαζών, της κοινής γνώμης του εξωτερικού και των συμμάχων». Ο Σιάντος παρότρυνε τα στελέχη και τα μέλη του ΚΚΕ αφενός να παλέψουν για την εφαρμογή της συμφωνίας, την οποία έπρεπε να υποστηρίξουν, αφετέρου να ασκήσουν πιέσεις για την ψήφιση συγκεκριμένης νομοθεσίας που να κατοχυρώνει την εφαρμογή της .(8)


Σε αυτήν τη γραμμή κινήθηκε και η εισήγηση του άλλου ισχυρού άνδρα του κόμματος, του Γιάννη Ιωαννίδη, ο οποίος υποστήριξε ότι η Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν αποτέλεσμα της στρατιωτικής ήττας και ήταν επόμενο οι όροι της να είναι βαρείς. Θεωρούσε εντούτοις και αυτός ότι η υπογραφή Συμφωνίας, δηλαδή η πολιτική λύση του προβλήματος, ήταν απόλυτα σωστή καθώς παρείχε στο ΚΚΕ τη στοιχειώδη δυνατότητα να διατηρήσει τους δεσμούς του με τις μάζες ενώ εξασφάλιζε βασικές εγγυήσεις πολιτικής δράσης. Έδινε δηλαδή στο ΚΚΕ ένα ελάχιστο πλαίσιο δυνατοτήτων και προϋποθέσεων για να δουλέψει μαζικά και να αποκτήσει εκ νέου τον έλεγχο της πολιτικής κατάστασης. Η συνέχιση του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με τον Ιωαννίδη, θα ήταν καταστροφικό λάθος και θα συνεπάγονταν πολιτική ήττα και πολύ μεγαλύτερη ζημιά για το κόμμα καθώς το ΚΚΕ θα έχανε τα ερείσματά του στις πόλεις και δεν θα μπορούσε να αναπτύξει καμία μαζική πολιτική δράση .(9)

Η 11η Ολομέλεια διαπίστωσε την ορθότητα της πολιτικής γραμμής του κόμματος αναγνώρισε ωστόσο λάθη στην πρακτική εφαρμογή της. Υπογράμμισε ιδιαίτερα τα λάθη που έγιναν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης του Δεκεμβρίου 1944 τα οποία εμπόδισαν την κομματική καθοδήγηση να έχει μια σαφή προοπτική για την πορεία της σύγκρουσης και να συνάψει μια συμφωνία με ευνοϊκότερους όρους από ό,τι η Βάρκιζα. Δεν αμφισβητούνταν δηλαδή η Συμφωνία της Βάρκιζας αυτή καθ’ αυτή καθώς αναγνωριζόταν ότι έγινε ύστερα από τη στρατιωτική ήττα στην Αθήνα και ήταν κατά κάποιον τρόπο αναπόφευκτη. «Δόσαμε μια περίλαμπρη μάχη κατά της αντίδρασης και της Αγγλίας του Τσώρτσιλ και ηττηθήκαμε στρατιωτικά από υπεροχή υλικών μέσων. Αυτή η ήττα μας οδήγησε και στη Συμφωνία της Βάρκιζας». Η Συμφωνία της Βάρκιζας όπως και η Συμφωνία της Γιάλτας θεωρούνταν ότι αποτελούσαν σοβαρό πολιτικό έρεισμα στον αγώνα κατά του φασισμού και την ομαλή δημοκρατική εξέλιξη της χώρας.

Η αντίδραση στα μέλη του κόμματος –κυρίως μεσαία στελέχη– αντιμετωπίστηκε με μια δεύτερη απόφαση επί των οργανωτικών θεμάτων που αφορούσε την εκκαθάριση του κόμματος και την εφαρμογή της αρχής του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού». Σε αυτό το πλαίσιο καταδικάστηκε, χωρίς να ανακοινωθεί δημόσια, η στάση του Βελουχιώτη ο οποίος διαγράφηκε από μέλος του ΚΚΕ για απειθαρχία στη συμφωνία.(10)

Ζαχαριάδης: Το ΕΑΜ παρέμεινε στον σωστό δρόμο

Κατά τον ίδιο τρόπο, η 12η Ολομέλεια η οποία συγκλήθηκε με την παρουσία του Ζαχαριάδη στις 25-27 Ιουνίου 1945 δήλωνε ότι «το ΕΑΜ από την αρχή έως το τέλος της Κατοχής παρέμεινε στο σωστό δρόμο. Δεν έγιναν λάθη».(11) Διαψεύδοντας όσους περίμεναν μια κριτική της πολιτικής Σιάντου, ο Ζαχαριάδης δικαιολόγησε την κατοχική πολιτική του κόμματος διασκεδάζοντας την καχυποψία των Βρετανών και των αστών πολιτικών. Στο πλαίσιο της πολιτικής κυβερνητικών συμμαχιών που ακολουθούσαν και άλλα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης, χάραζε μια κάθε άλλο παρά «επαναστατική» στρατηγική. Σε υπόμνημά του στο Στάλιν για το ελληνικό πρόβλημα, δύο χρόνια αργότερα (Μάιος 1947) εξηγούσε ότι το ΚΚΕ υπέγραψε τη Βάρκιζα «γιατί αντιλήφθηκε σωστά την ακατάβλητη δημοκρατική διάθεση των μαζών». (12)

Στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ τον Οκτώβριο 1945, δεν έγινε καμία αναφορά στη Συμφωνία της Βάρκιζας ενώ η ίδια γραμμή διατηρήθηκε και στις πέντε ολομέλειες που συγκλήθηκαν τα τέσσερα επόμενα χρόνια μέχρι και τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου.

* Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #06 του HotDoc.History που κυκλοφόρησε στις 5 Φεβρουαρίου 2017. Διατηρούνται οι ιδιότητες των προσώπων όπως είχαν την εποχή της δημοσίευσης

Παραπομπές

  1. Σκηνοθετική παρουσίαση της ανακοίνωσης της Συμφωνίας της Βάρκιζας από τον D. Eudes, Οι Καπετάνιοι. Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος 1943-1949, (ελλ.εκδ) Αθήνα: Εξάντας, 1970, σ.298-300. Πρόκειται για ένα έργο ιστορικής μυθοπλασίας έντονα χρωματισμένο από το ιδεολογικό κλίμα της εποχής που γράφτηκε.
  2. «Έκθεση δράσης του Γ. Σιάντου στη συνεδρίαση της ΚΕ του ΕΑΜ, 14/2/45» στο Επίσημα Κείμενα, τ. 5, 1940-1945, σ. 353
  3. Στο ίδιο, σ.425
  4. Μ. Λυμπεράτος, Στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου. Κοινωνική πόλωση, αριστερά και αστικός κόσμος στη μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα: Βιβλιόραμα
  5. Ο Καραγιώργης που δεν συμφωνούσε και ήταν από τους ενάντιους στους όρους της Βάρκιζας στο τέλος υποβιβάστηκε από την ΚΕ και έγινε αναπληρωματικό μέλος. «Παρόλα αυτά δεν έκανε ανοιχτή τη διαφωνία του γιατί αυτή ήταν η κομματική πειθαρχία. Δεν επιτρεπόταν». Προφορική μαρτυρία Μαρίας Καραγιώργη
  6. Το κείμενο με τον τίτλο «Μέτωπο Εθνικής Ανεξαρτησίας. Προγραμματικές θέσεις» ανέδειξε ο Γρ. Φαράκος στο Άρης Βελουχιώτης, Το χαμένο αρχείο. Άγνωστα Κείμενα, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1998, σ. 340-354
  7. «Μέτωπο Εθνικής Ανεξαρτησίας (ΜΕΑ). Προγραμματικές Θέσεις», ό.π. Το κείμενο παρουσιάζεται διασκευασμένο στη μορφή ερωταπαντήσεων, σ. 344-345
  8. ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τ.5, ό.π., σ. 425
  9. Γ. Ιωαννίδης, Αναμνήσεις. Προβλήματα της πολιτικής του ΚΚΕ στην Εθνική Αντίσταση 1940-1945
  10. ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 250
  11. «Ριζοσπάστης», 3 Ιουλίου 1945
  12. Παρατίθεται στο Λυμπεράτος, ό.π., σ. 157

 Βασιλική Λάζου - Documento

{[['']]}

Αριστοτέλης και Μαρξ

Ένα πρόσφατο βιβλίο επιστρέφει στο ερώτημα εάν μπορούμε να βρούμε μια ηθική θεωρία στον Μαρξ

Στις περισσότερες κωδικοποιήσεις ενός μαρξιστικής έμπνευσης ιστορικού υλισμού δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο για μια ηθική θεωρία. Σε τελική ανάλυση, η βασική θέση ότι είναι εφικτή μια επιστήμη της ιστορίας, που τεκμηριώνει ότι ο επαναστατικός κοινωνικός μετασχηματισμός αποτελούσε μια αντικειμενική δυνατότητα, που πρόκυπτε από την ίδια τη θεωρητική προσέγγιση των εμμενών αντιφάσεών του, φαινόταν να υπερβαίνει κάθε προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ο κομμουνισμός ως ένα κανονιστικό πρόταγμα. Όφειλε να διατυπωθεί ως ένα πραγματικό ενδεχόμενο, ή ακόμη περισσότερο ως μια δυναμική που ήδη υπάρχει και καταγράφεται, και όχι απλώς ως ένα «πρέπει». Άλλωστε, δεν ήταν οι Μαρξ και Ένγκελς αυτοί που με κάθε τρόπο διαχώρισαν τη δική τους αντίληψη του κομμουνισμού από κάθε ηθικολογική εκδοχή σοσιαλισμού, επιμένοντας ότι την κοινωνική αλλαγή θα έφερνε η επαναστατική διεκδίκηση και δράση στη βάση πραγματικών υλικών συμφερόντων και όχι κάποιο φιλανθρωπικό αίσθημα ή μια γενική αίσθηση του ηθικά ορθού;

Ωστόσο, την ίδια στιγμή όλη η ιστορία των πολιτικών μορφών και των κοινωνικών κινημάτων που συνδέθηκαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με τη μαρξιστική θεωρία αποτυπώνουν ότι ουδέποτε απουσίασαν, από τους ανθρώπους που στρατεύτηκαν σε αυτά, τα ηθικά προτάγματα, οι αξίες, αλλά και – ιδίως στις στιγμές που συνδύασαν τη μέγιστη αδιαλλαξία με τη μέγιστη αυτοθυσία – και μια σαφής αναφορά σε αυτό που μόνο ως μια κομμουνιστική αρετή μπορούσε να περιγραφεί, για να μην αναφερθούμε σε όλες τις παραλλαγές ότι αυτό που επιδιώκεται είναι ένας «νέος άνθρωπος» αλλά και την υπόσχεση μιας «νέας ζωής», όσες φορές και εάν αυτή διαψεύστηκε στην πράξη.

Για τον Michael Lazarus, ερευνητή στο Πανεπιστήμιο Deakin, το θέμα δεν είναι η αναζήτηση των ηθικών επιτονισμών στη σοσιαλιστική και κομμουνιστική ρητορική. Ο Λάζαρους επιμένει ότι ο μαρξισμός δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς σε ένα προγραμματικό αίτημα για την κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, καθώς η κοινωνική θεωρία του Μαρξ έχει μια έντονη κανονιστική και ηθική πλευρά που δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε. Γιατί μπορεί όλο το πλέγμα της κοινωνικής ζωής υπό το κεφάλαιο να κυριαρχείται από την μορφή της αξίας, όμως η υπέρβαση του κεφαλαίου περιλαμβάνει με εμμενή τρόπο τους κοινωνικούς όρους για την υλοποίηση μιας πραγματικής ελευθερίας. Σε αυτή τη βάση ο Λάζαρους επιμένει ότι μια ορισμένη ιδέα της ηθικής ζωής κινητοποιεί τη σκέψη του Μαρξ εξαρχής.

 Έτσι το βιβλίο του Absolute Ethical Life. Aristotle, Hegel and Marx (Απόλυτη ηθική ζωή. Αριστοτέλης, Χέγκελ και Μαρξ) που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, ξεκινά καταρχάς με μια αναμέτρηση με το έργο της Χάνα Άρεντ και την αντίληψη της καλής ζωής ως ενεργής πολιτικής ζωής, αλλά και τον τρόπο που ο Άλασντναιρ Μακιντάιρ μετατοπίστηκε από τον μαρξισμό σε μια νεοαριστελική έμφαση στην αρετή. Σκοπός του Λάζαρους είναι να δείξει ότι εάν αναζητούμε μια σύλληψη της χειραφέτησης ως ηθικής ζωής δεν χρειάζεται να κάνουμε μια έξοδο από τον μαρξισμό, όπως επιλέγουν επί της ουσίας οι Άρεντ και Μακιντάιρ, αλλά να επιστρέψουμε στον τρόπο που στον Αριστοτέλη, τον Χέγκελ αλλά και τον Μαρξ η ηθική έχει να κάνει με ένα όραμα κοινωνικής ευδαιμονίας που δεν περιορίζεται στην ατομική επιλογή ή βούληση. Έτσι, συνδυάζει την κριτική του Χέγκελ στην καντιανή ηθική, με τον τρόπο που στον Αριστοτέλη βρίσκουμε μια αντίληψη του καλού που προκύπτει στην ανάπτυξη τόσο των πολιτικών όσο και των ηθικών διαστάσεων της ανθρώπινης δράσης.

 Αυτή την έμφαση στην καλή ζωή ως κατεξοχήν πολιτική και κοινωνική υπόθεση και όχι ως ατομική στάση και επιλογή, ο Λάζαρους τη συνδέει καταρχάς με την πολεμική του Μαρξ ενάντια στις «ροβινσονιάδες» της αστικής πολιτικής οικονομίας. Στον τρόπο που ο νεαρός Μαρξ προτείνει μια ορισμένη αντίληψη του ανθρώπινου είδους, εντοπίζει την εμμενή δυνατότητα να γίνουν πράξη οι ανθρώπινες δυνατότητες, πάνω από όλα μια εμμενής δυνατότητα ελευθερίας. Γι’ αυτό θεωρεί ότι το όραμα του Μαρξ για τον κομμουνισμό είναι ένα όραμα κοινωνικής ευδαιμονίας, ακριβώς επειδή τα ανθρώπινα όντα είναι πρωτίστως κοινωνικά και κοινοτικά. Σε αυτή την αντίληψη των δυνατοτήτων που μπορούν να γίνουν πράξη εντοπίζει και αναλογίες με τον τρόπο που στον Αριστοτέλη η ανάπτυξη μιας ουσίας ή μορφής είναι η ενεργοποίηση μιας δυνατότητας. Αυτό σημαίνει ότι για τον Λάζαρους η μαρξική έννοια της αλλοτρίωσης και της αλλοτριωμένης εργασίας προϋποθέτει αντίστοιχα μια ορισμένη έννοια της ανθρώπινης ζωής στην πλήρη άνθισή της.

Όμως, εάν στον νεαρό Μαρξ μπορούμε να δούμε το κανονιστικό φορτίο που έχουν έννοιες όπως η ουσία του ανθρώπου ως είδους ή η αλλοτρίωση, το ερώτημα σε σχέση με το έργο του ώριμου Μαρξ και κυρίως το «Κεφάλαιο» παραμένει, ιδίως από τη στιγμή που σε πρώτη ανάγνωση η προβληματική της αλλοτρίωσης εγκαταλείπεται. Μέσα από μια πολύ προσεκτική ανάγνωση του «Κεφαλαίου», που σε μεγάλο βαθμό εμπνέεται από όλη την πρόσφατη εκτεταμένη έρευνα και συζήτηση γύρω από την αξιακή μορφή, ο Λάζαρους επιμένει ότι στο «Κεφάλαιο» ο Μαρξ εμπλουτίζει την αρχική του σύλληψη για την ανθρώπινη ουσία. Αντιπαραθέτοντας την ειδικά καπιταλιστική εκδοχή εκμετάλλευσης και φετιχιστικής παραγνώρισης, με τον τρόπο που αναδύεται μια συνεργατική δυναμική μέσα στην παραγωγή, ο Μαρξ βλέπει το πώς μπορεί να μετασχηματιστεί η ανθρώπινη κοινωνικότητα και να απελευθερωθούν δυνατότητες και με αυτόν τον τρόπο διαβάζει τον τρόπο που ο Μαρξ αναφέρεται στην αντίληψη του Αριστοτέλη για τον άνθρωπο ως «ζώον πολιτικόν» ως μια αντίληψη του ανθρώπου ως κοινωνικού όντος. Σε αυτή τη βάση θεωρεί ότι μπορούμε στο «Κεφάλαιο» να βρούμε μια ισχυρή κανονιστική διάσταση στην αντίληψη ότι η χειραφέτηση της εργασίας σημαίνει μια απελευθερωμένη κοινωνικότητα ικανή να υλοποιήσει μια ηθική ζωή.

Για τον Lazarus, «εάν πρόκειται να έχει μέλλον η μαρξική κριτική θεωρία της κοινωνίας, θα πρέπει να τη σκεφτούμε ως ανανέωση του σχεδίου του να υποβληθεί ο σύγχρονος κόσμος σε μια κριτική ικανή να αμφισβητήσει εμμενώς το κεφάλαιο. Η απόλυτη ηθική ζωή βλέπει αυτή την πρόκληση να κατανοήσουμε τον κόσμο, ως μια από τις δυνατότητες της ανθρώπινης ορθολογικότητας, δράσης και ελευθερία που είναι παρούσες στην ανθρώπινη κοινωνικότητα. Η ζωντανή εργασία καθιστά δυνατό το ζωντανό καλό».  

 Πηγή: Παναγιώτης Σωτήρης - in.gr

{[['']]}

Μαζί με το τάγμα του Εμπερσμπέργκερ που πραγματοποίησε την επιχείρηση των Καλαβρύτων, βρίσκονταν και 300 γερμανοντυμένοι Έλληνες.

Μαζί με το τάγμα του Εμπερσμπέργκερ που πραγματοποίησε την επιχείρηση των Καλαβρύτων, βρίσκονταν και 300 γερμανοντυμένοι Έλληνες.

H μονάδα αυτή έκαψε και εκτέλεσε τον ανδρικό πληθυσμό στα Μελίσσια, Ρογούς, Κερπινή, Ζαχλωρού,Βραχνί, Σουβάρδο και Μέγα Σπήλαιο.
Οι Έλληνες που συμμετείχαν ήταν μέλη συγκεκριμένων ομάδων», αποκαλύπτει στα «NEA» ο 93χρονος Γιάννης Λαμπρόπουλος, επίσημος διερμηνέας – μεταφραστής των γερμανικών δυνάμεων κατοχής στην ευρύτερη περιοχή του Αιγίου.
 
«Επάταγες το αίμα που άχνιζε ακόμα και πήγαινε μέσα μέχρι το στραγάλι», Αργύρης Φερλελής (έφηβος, επέζησε από δυο χαριστικές βολές).
Η Επιχείρηση Καλάβρυτα εκτελέστηκε από τη 117η Μεραρχία Κυνηγών με επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ, σε αντίποινα για την σύλληψη και εκτέλεση Γερμανών στραστιωτών από τον ΕΛΑΣ.
 
Οι Γερμανοί έφθασαν στα Καλάβρυτα στις 9 Δεκεμβρίου 1943. Η πόλη μπήκε σε ασφυκτικό κλοιό. Καθησύχαζαν τους κατοίκους: στόχος τάχα ήταν μόνο η εξόντωση των ανταρτών.
Το πρωί της Δευτέρας, 13 Δεκεμβριου, κάλεσαν τον πληθυσμό να συγκεντρωθεί στην κεντρική πλατεία με τροφή μιας μέρας και μια κουβέρτα. Οι άντρες και τα αγόρια άνω από 13 ετών οδηγήθηκαν στη «Ράχη του Καπή», ύψωμα που δεσπόζει πάνω από την πόλη. Με ριπές πολυβόλων εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους. Μόνο 13 Καλαβρυτινοί σώθηκαν από το απόσπασμα, καλυμμένοι κάτω από τα πτώματα.
 
Το σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ. Επικεφαλής του αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.
Σύμφωνα με τις νεότερες ιστορικές έρευνες εκτελέστηκαν στην περιοχή 677 άμαχοι, από τους οποίους οι 499 στα Καλάβρυτα. Πυρπολήθηκαν περίπου 1.000 σπίτια σε πάνω από 50 χωριά.
Ηλικιωμένοι και γυναικόπαιδα κρατήθηκαν στο σχολείο. Η πόλη κάηκε ολοσχερώς.
 
Κανείς από τους υπευθύνους του εγκλήματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972. Μόνο ο κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι καταδικάσθηκε από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για τα ναζιστικά εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος."
 
{[['']]}

Άμαχοι στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – Μια μαζική καταστροφή

 


Δημογραφική αιμορραγία οικονομική κατάρρευση και... ισπανική γρίπη. 

 Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σηματοδότησε μια άνευ προηγουμένου καταστροφή στην ιστορία της Ευρώπης και του κόσμου. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές υπήρξαν τεράστιες και η γηραιά ήπειρος αναδύθηκε ερειπωμένη από τη σύγκρουση, ενώ οι στρατιώτες και οι πολίτες που επέζησαν στιγματίστηκαν ανεξίτηλα από την εμπειρία των ετών 1914-1918.

Μια τραυματισμένη ήπειρος

Ο Μεγάλος Πόλεμος είχε αποτέλεσμα μια μεγάλη «αιμορραγία» από την οποία η Ευρώπη θα χρειαζόταν δεκαετίες για να ανακάμψει. Η σύγκρουση άφησε σχεδόν 10 εκατομμύρια νεκρούς, κυρίως στρατιώτες, μεταξύ των οποίων 2 εκατομμύρια Γερμανούς και 1,4 εκατομμύριο Γάλλους.(1) Σχεδόν έξι εκατομμύρια στρατιώτες τραυματίστηκαν πολύ σοβαρά και ανάμεσά τους ήταν τα «σπασμένα πρόσωπα» (les gueules cassées) που υπέφεραν από τρομερούς ακρωτηριασμούς στο πρόσωπο, καθιστώντας την επιστροφή τους σε μια φυσιολογική ζωή σχεδόν αδύνατη. H συντριπτική πλειονότητα των απωλειών αφορούσε νέους άντρες (19 έως 40 ετών), με αποτέλεσμα ο πόλεμος να έχει βαθιές δημογραφικές συνέπειες. Η οικονομική καταστροφή της Ευρώπης θα οδηγήσει στην κατάρρευση των ούτως ή άλλως ελλιπών συστημάτων υγείας. Τραγικό αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας υπήρξε η αδυναμία των κρατών να αντιμετωπίσουν την πανδημία της ισπανικής γρίπης που έπληξε την ήπειρο από τον Μάρτιο του 1918 έως και το 1921 και κόστισε τη ζωή σε πάνω από δύο εκατομμύρια Ευρωπαίους.(2)

Απώλειες 3,4 εκατ. Γάλλων και Γερμανών στρατιωτών

Στα πεδία των μαχών ο Μεγάλος Πόλεμος υπήρξε ο πρώτος «ολοκληρωτικός» πόλεμος και ο πλέον αιματοβαμμένος έως τότε στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αν και τα περισσότερα θέατρα των μαχών βρίσκονταν επί ευρωπαϊκών εδαφών, στις συνολικές στρατιωτικές επιχειρήσεις μετείχαν συνολικά 70 κράτη σε ολόκληρη την υφήλιο και κλήθηκαν στα όπλα σχεδόν 70 εκατομμύρια άντρες από το 1914 έως το 1918. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, περίπου ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός (κάπου 800 εκατ. άνθρωποι) ενεπλάκη στον πόλεμο. Υπολογίζεται ότι έως το 1918 επιστρατεύτηκαν περισσότεροι από 8 εκατομμύρια άντρες στη Γαλλία (συμπεριλαμβανομένων των αποικιών), 13 εκατ. στη Γερμανία, 9 εκατ. στην Αυστροουγγαρία, 9 εκατ. στη Βρετανική Αυτοκρατορία (Μ. Βρετανία, Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Ν. Αφρική, Ινδία και λοιπές αποικίες), 18 εκατ. στη Ρωσία (έως το 1917), 6 εκατ. στην Ιταλία (μετά το 1915) και άλλα 4 εκατ. στις ΗΠΑ (μετά το 1917). Ακόμη και στην Ελλάδα, που έβγαινε από τους Βαλκανικούς Πολέμους και γνώριζε την τραγωδία του Εθνικού Διχασμού, κινητοποιήθηκαν το τελευταίο έτος του πολέμου περίπου 200-230.000 άντρες.

 Σύμφωνα με μια μέση παγκόσμια εκτίμηση, ο Μεγάλος Πόλεμος προκάλεσε σχεδόν 10 εκατομμύρια θανάτους, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 2 εκατομμυρίων Γερμανών, σχεδόν 1,8 εκατομμύριου Ρώσων, 890.000 Βρετανών, 650.000 Ιταλών και λίγο πάνω από 1,4 εκατομμυρίου Γάλλων. Η Γαλλία είχε 105 νεκρούς για κάθε 1.000 ενεργούς στρατιώτες έναντι 98 για τη Γερμανία και 51 για το Ηνωμένο Βασίλειο. Κάθε μέρα έβρισκαν τον θάνατο κατά μέσο όρο 6.000 άνθρωποι. Συνολικά, το 36% όσων πολέμησαν για τις δυνάμεις της Αντάντ δεν επέστρεψαν ποτέ στα σπίτια τους, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις απώλειες των κεντρικών αυτοκρατοριών άγγιξε το 22%. Σε αναλογία με τον συνολικό πληθυσμό της μεταξύ των συμμαχικών χωρών, η Γαλλία γνώρισε, μετά τη Σερβία, τον μεγαλύτερο αριθμό νεκρών.(3) Σε αυτούς τους αριθμούς θα πρέπει να προσθέσουμε τόσο τους τραυματίες των μετώπων όσο και εκείνους που καταγράφηκαν ως αγνοούμενοι. Χιλιάδες δε άλλοι αιχμαλωτίστηκαν(4) και επέστρεψαν στις πατρίδες τους μόνο έπειτα από αρκετά χρόνια, ταλαιπωρημένοι, αποκομμένοι από τις οικογένειές τους και ουσιαστικά χωρίς να καταφέρουν ποτέ να επανενταχτούν στις μεταπολεμικές κοινωνίες. Οι επιζήσαντες μετατράπηκαν έτσι σε πρωταγωνιστές ενός δράματος δίχως προηγούμενο: «μόλις συνήλθαν από τη μέθη του πολέμου βρέθηκαν αντιμέτωποι με το πρόβλημα της προηγούμενης ζωής τους και του μέλλοντός τους».(5) «Κατεστραμμένοι άντρες» και «τραυματισμένοι πατριάρχες» υπήρξαν τα πρώτα θύματα ενός πολέμου που όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο πρωτοπόρος ερευνητής της ανθρώπινης σεξουαλικότητας Μάγκνους Χίρσφελντ υπήρξε «η μεγαλύτερη σεξουαλική καταστροφή που υπέστη ποτέ ο πολιτισμένος άνθρωπος».(6)


Άμαχοι. Η διάχυση της βίας

Αν και ο πόλεμος δεν έπληξε όσο ο αντίστοιχος Β΄ Παγκόσμιος τους αμάχους, προκάλεσε σοβαρές αλλαγές στην καθημερινότητα των πολιτών στα μετόπισθεν και αποσάθρωσε τις κοινωνικές δομές σε βάθος χρόνου. Συνοπτικά, αναλύοντας τις επιπτώσεις στον άμαχο πληθυσμό θα μπορούσαμε να διακρίνουμε μια σειρά από σχετικές κατηγορίες θυμάτων:

Τα άμεσα θύματα των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των εισβολών, των βομβαρδισμών κ.λπ. Ειδικότερα, σε πολλές παραμεθόριες περιοχές που δέχονταν την εισβολή ή τον βομβαρδισμό δεν υλοποιήθηκαν συντεταγμένα μέτρα εκκένωσης από τους πολίτες, γεγονός που αποδείκνυε ότι για πολλούς ιθύνοντες ο πόλεμος επρόκειτο να κρατήσει ελάχιστα και σε κάθε περίπτωση δεν θα έπληττε παρά τον αντίπαλο. Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι, οι χώροι διαβίωσης και η περιουσία τους βρέθηκαν άμεσα εκτεθειμένα στις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Στις περιοχές της πρώτης γραμμής, κτίρια, εργοστάσια, αγροκτήματα, ορυχεία, γέφυρες, δρόμοι, σιδηρόδρομοι υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή. Ειδικά στο ανατολικό μέτωπο (Πολωνία), στη βαλκανική ενδοχώρα και σε διαμερίσματα των γερμανογαλλικών συνόρων (Αλσατία, Λωρραίνη, Καμπανία) ολόκληρα χωριά απλώς σβήστηκαν από τον χάρτη χωρίς μεταπολεμικά να είναι δυνατή η ανοικοδόμησή τους στην ίδια τοποθεσία. Το στίγμα που άφησε στις ατομικές και συλλογικές μνήμες η εμπειρία βομβαρδισμών των αμάχων υπήρξε πράγματι ιδιαίτερα ισχυρό.

Η μετάβαση στον πόλεμο θέσεων/ χαρακωμάτων έτεινε να περιορίσει τη διάχυση της βίας στους αμάχους. Ωστόσο, ο στόχος της βίας που συνδεόταν αυστηρά με στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν όχι μόνο να εμποδίσει τα αντίπαλα στρατεύματα, αλλά και να αποτρέψει την ταχεία επανέναρξη της ζωής των πολιτών.(7) Για παράδειγμα κατά τη γερμανική στρατηγική αποχώρηση του Φεβρουαρίου του 1917 οι δρόμοι στη γαλλική επαρχία έγιναν αδιάβατοι, τα πηγάδια δηλητηριάστηκαν, τα χωριά πυρπολήθηκαν συστηματικά, βιοτεχνικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις καταστράφηκαν, ενώ ακόμη και τα οπωροφόρα δέντρα δεν γλίτωσαν από τη συστηματική καταστροφή. Το 1918, λίγους μήνες πριν από τη λήξη του πολέμου, η πόλη Λανς καταστράφηκε συστηματικά: τα γερμανικά στρατεύματα ανατίναξαν σπίτια, αστικές υποδομές και εγκαταστάσεις εξόρυξης. Τα βαριά όπλα που βομβάρδισαν το Παρίσι από τις 23 Μαρτίου έως τις 9 Αυγούστου 1918 προκάλεσαν 256 θύματα και 625 τραυματίες, ενώ οι βομβαρδισμοί με Ζέπελιν από το 1914 και κατόπιν με αεροπλάνο προκάλεσαν 267 νεκρούς και 602 τραυματίες. Την άνοιξη του 1917 τα πρώτα βομβαρδιστικά του γερμανικού στρατού πραγματοποίησαν επιδρομές στις βιομηχανικές περιοχές του Λονδίνου.

Ποιοτική αλλαγή στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου

Οι συνολικές απώλειες, αν και υπήρξαν σχετικά περιορισμένες (1.414 νεκροί και 3.416 τραυματίες μεταξύ των αμάχων), μαρτυρούν ωστόσο μια αποφασιστική ποιοτική αλλαγή στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου, όπως:

* Τα θύματα εγκλημάτων πολέμων σχετιζομένων με λεηλασίες, εμπρησμούς κατοικιών και καταστημάτων, βιασμούς ή ακόμη και ομαδικές εκτελέσεις: οι άμαχοι γίνονται στόχος εσκεμμένης βίας από τα στρατεύματα εισβολής. Αυτή η βία συνδύαζε αφενός την εμπειρία της σωματικής ευπάθειας που αισθάνονται οι μαχητές και μια εικόνα που είχε καλλιεργήσει η προπαγάνδα για τη στάση των εχθρικών πληθυσμών και αφετέρου μια εμπειρία ισχύος που συνδέεται με την οπλοφορία και την ατιμωρησία, που προκλήθηκε από την κατάρρευση των συνηθισμένων κανόνων περιορισμού της ίδιας βίας. Ειδικά στο δυτικό μέτωπο τα γερμανικά στρατεύματα διείσδυσαν στα εχθρικά εδάφη με τη βεβαιότητα ότι θα αντιμετώπιζαν ένοπλη αντίσταση από τον βελγικό και τον γαλλικό πληθυσμό. Αποτέλεσμα αυτής της κατασκευασμένης από την προπαγάνδα αντίληψης υπήρξαν οι εκτεταμένες βιαιοπραγίες με βασικό χαρακτηριστικό τους ομαδικούς βιασμούς γυναικών που εκ των πραγμάτων ζούσαν πλέον μόνες τους, καθώς οι άντρες είχαν επιστρατευτεί. Η επίθεση των 13 γερμανικών συνταγμάτων που συμμετείχαν στην επίθεση στη Λιέγη έμεινε στην ιστορία του πολέμου ως μια από τις πλέον αιματοβαμμένες για τον άμαχο πληθυσμό. Στη μικρή βελγική πόλη Ντινάν οι μαζικές εκτελέσεις και η χρήση αμάχων ως ανθρώπινων ασπίδων οδήγησαν στον θάνατο 674 ανθρώπους που ισοδυναμούσε με το 10% του συνολικού πληθυσμού.(8) Συνολικά μόνο μεταξύ Αυγούστου και Οκτωβρίου 1914 εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς εισβολείς 6.500 Βέλγοι και Γάλλοι πολίτες.(9)

* Τους εκτοπισμένους «αλλοεθνείς» σε στρατόπεδα συγκέντρωσης που αποτέλεσαν μια ιδιότυπη κατηγορία φυλακισμένων. Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονταν οι πολίτες «εχθρικών» χωρών που τη στιγμή της κήρυξης του πολέμου βρέθηκαν να ζουν σε αντίπαλο κράτος. Όπως συνέβη και κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εκατοντάδες Γάλλοι της Γερμανίας –και το αντίστροφο– εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα και φυλακές και μόνο έπειτα από διεθνείς διαμεσολαβήσεις μπόρεσαν κάποιοι να μετακινηθούν στους τόπους καταγωγής τους. Δύσκολο ωστόσο είναι να διαπιστωθεί πόσοι από αυτούς τους πληθυσμούς επέζησαν των εκτοπισμών και ακόμη πιο δύσκολο να εξεταστεί η τύχη τους μεταπολεμικά, ειδικά όσον αφορά τις μεικτές οικογένειες που αναγκάστηκαν να χωριστούν.

* Τους ομήρους που συνελήφθησαν από τις δυνάμεις εισβολής για την επίτευξη μιας σειράς από στόχους (τη δι-ασφάλιση της τάξης, την επιβολή της υποχρεωτικής εργασίας ή ακόμη και την άσκηση διπλωματικής/διαπραγματευτικής πίεσης στον αντίπαλο). Τέτοιες περιπτώσεις υπήρξαν σε όλα τα μέτωπα ειδικότερα όμως το φαινόμενο ήταν συχνό στην ανατολική Ευρώπη αλλά και στο ιταλικό μέτωπο όπου οι μάχες δεν περιορίστηκαν μόνο στα χαρακώματα αλλά έπληξαν και ευρύτερες περιοχές. 

 

Εσωτερικοί αντιφρονούντες. Εκτοπισμοί, εκτελέσεις

* Τους «εσωτερικούς» αντιφρονούντες που είτε εκτοπίστηκαν ή εκτελέστηκαν εξαιτίας της αντίθεσής τους στον πόλεμο είτε υποχρεώθηκαν να παράσχουν υποχρεωτική εργασία. Μια πρώτη ομάδα αποτελούσαν οι ιδεολογικοί αντίπαλοι του πολέμου (σοσιαλιστές και κομμουνιστές, πασιφιστές αλλά και εκκλησιαστικοί παράγοντες) που φυλακίστηκαν κυρίως στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία.(10) Αρκετοί από αυτούς βρήκαν τον θάνατο λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης στους τόπους κράτησης, ενώ ξεχωριστή κατηγορία μελέτης θα μπορούσαν να αποτελέσουν οι χιλιάδες μπολσεβίκοι και λοιποί σοσιαλιστές που φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν από τις τσαρικές αρχές πριν από το ξέσπασμα της επανάστασης. Στην ίδια κατηγορία των «εσωτερικών εχθρών» θα μπορούσαν να ενταχτούν και όσοι πολίτες των εμπόλεμων περιοχών θεωρήθηκαν «εθνικά ύποπτοι» και εκτοπίστηκαν σε περιοχές μακριά από τα μέτωπα υπό τη δικαιολογία της «εθνικής ασφάλειας» αλλά στην ουσία εξοντώθηκαν φυσικά (βλ. π.χ. Τάγματα Εργασίας Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ή εκτοπισμοί Αρμενίων).

* Τους πρόσφυγες που εγκατέλειψαν τις εστίες τους ήδη από τους πρώτους μήνες του πολέμου είτε εξαιτίας πολεμικών επιχειρήσεων (π.χ. στα κατεχόμενα από τους Γερμανούς εδάφη στη Γαλλία και στο Βέλγιο) είτε εξαιτίας των νέων δεδομένων που δημιουργούσαν οι αλλαγές των συνόρων ή οι οικονομικές αναγκαιότητες. Στις περιπτώσεις αυτές είναι δύσκολο να υπολογιστούν οι άμεσες απώλειες, δηλαδή πόσοι από τους πρόσφυγες έχασαν τη ζωή τους είτε κατά την αποχώρηση από τον γενέθλιο τόπο είτε κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στους προσωρινούς τόπους διαμονής. Εξάλλου, δεν υπήρξαν όλες οι κατηγορίες προσφύγων όμοιες. Στη δυτική Ευρώπη οι περισσότερες μετακινήσεις υπήρξαν εφήμερες και προκλήθηκαν εξαιτίας του πανικού που προκάλεσε η γρήγορη γερμανική προέλαση: περίπου ένα εκατομμύριο Βέλγοι μετακινήθηκαν προς την Ολλανδία, τη Γαλλία και τη Βρετανία με τους μισούς να έχουν επιστρέψει έως το τέλος του πολέμου. Ομοίως, περίπου 250.000 Γάλλοι μετακινήθηκαν εντός της βελγικής επικράτειας εξαιτίας της πίεσης των Γερμανών, ενώ 500.000 Παριζιάνοι μετακινήθηκαν στον γαλλικό νότο ακολουθώντας τη γαλλική κυβέρνηση που τον Σεπτέμβριο του 1914 μετέφερε προσωρινά την έδρα της στο Μπορντό.

Μετακινήσεις πληθυσμών σε ανατολική Ευρώπη, Βαλκάνια

Αντίθετα, οι μετακινήσεις στην ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια υπήρξαν πιο μαζικές, συνοδεύτηκαν από σημαντικές απώλειες ανθρώπινων ζωών και έλαβαν μονιμότερο χαρακτήρα. Η φύση εξάλλου των προσφυγικών ροών είχε την προέλευσή της στη διασπορά των εθνικών μειονοτήτων στο έδαφος της Ρωσικής, της Γερμανικής, της Αυστροουγγρικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο πόλεμος οδήγησε 870.000 Γερμανούς από την ανατολική Πρωσία να φύγουν δυτικά. Στη Ρωσία –μετά τις αναγκαστικές εκτοπίσεις στην αρχή του πολέμου 600.000 Εβραίων και δήθεν εχθρικών μειονοτήτων (κυρίως Γερμανών)– οι εκτοπισμοί για λόγους ασφάλειας των τσαρικών στρατευμάτων έφτασαν τα 3.000.000 το καλοκαίρι του 1915 και τα 7.000.000 τον Νοέμβριο του 1917. Κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής υποχώρησης του 1915 από τη Γαλικία, την Πολωνία και τις περιοχές της Βαλτικής, το επιτελείο του ρωσικού στρατού εφαρμόζει μια πολιτική καμένης γης, ισοπεδώνοντας ολόκληρα χωριά, δημιουργώντας χιλιάδες άστεγους μεταξύ των αμάχων, χωρίς να μπορούμε να υπολογίσουμε τους νεκρούς.

 

Στην Αυστροουγγαρία ομοίως χιλιάδες μειονοτικοί πληθυσμοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Ο αριθμός των προσφύγων από τη Βοσνία/Ερζεγοβίνη, τη Γαλικία, την Μπουκοβίνα και το Τρεντίνο, ο αριθμός των οποίων ανερχόταν σε 500.000 στα μέσα του 1915, έως το 1918 τριπλασιάστηκε τουλάχιστον. Η ήττα των Ιταλών στο Καπορέτο προκάλεσε 500.000 πρόσφυγες που κατευθύνθηκαν στις μεγάλες πόλεις της βόρειας Ιταλίας. Η εισβολή επίσης σε μεγάλο μέρος της Σερβίας από τον γερμανικό και τον αυστροουγγρικό στρατό ώθησε 500.000 αμάχους προς την Αδριατική. Ο ρωσικός εμφύλιος πόλεμος εμπόδισε τον επαναπατρισμό των προσφύγων στα σπίτια τους, όπως των αιχμαλώτων πολέμου, και οδήγησε σε νέες μετακινήσεις πληθυσμών: 400.000 άμαχοι έφυγαν από τη Ρωσία για την περιοχή υπό γερμανική κατοχή το 1918 μεταξύ Μαΐου και Νοεμβρίου, 1,3 εκατ. Πολωνοί πέρασαν από τη Ρωσία στην Πολωνία. Παρόμοιες μετακινήσεις σημειώθηκαν μεταξύ Ρουμανίας και Ουγγαρίας, Βουλγαρίας και Ελλάδας, ενώ άμεσα συνδεδεμένες με τις επιπτώσεις του Μεγάλου Πολέμου ήταν σαφώς και οι μετακινήσεις των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και οθωμανικής επικράτειας που ολοκληρώθηκαν μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο (1919-1922) και την αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923. Όπως σωστά αναφέρθηκε, οι παλιές «φυλακές των εθνών» θα δώσουν το 1918 τη θέση τους στις «νέες φυλακές των λαών».(11)

Χήρες, ορφανά και ανάπηροι

Το τέλος του Πολέμου βρίσκει στη Γαλλία περίπου 680.000 χήρες και

760.000 ορφανά. Η Γερμανία είχε

525.000 χήρες πολέμου και πάνω από ένα εκατομμύριο ορφανά. Οι Βρετανοί νεκροί άφησαν πίσω τους

345.000 ορφανά και 193.000 χήρες. Πάνω από 6.500.000 άτομα επέζη-σαν με κάποια αναπηρία, στη συντρι-πτική τους πλειονότητα στρατιώτες που επέστρεψαν από το μέτωπο.12

Δύσκολο να υπολογιστούν όσοι υπέστησαν νευρολογικά προβλή-ματα εξαιτίας της εκτεταμένης χρή-σης χημικών αερίων στα χαρακώματα αλλά και οι ψυχολογικές συνέπειες για εμπόλεμους και αμάχους. Κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέρρευσαν εξάλλου τα ποσοστά των γεννήσεων. Μεταξύ 1914 και 1918 το έλλειμμα γεννήσεων υπολογίζεται σε περισ-σότερο από 1.000.000 στη Γαλλία και 3.500.000 στη Γερμανία. Μόνο στη Γαλλία οι διακοπές κύησης μετά το ξέσπασμα του πολέμου έφτασαν

το 1,6 εκατ., ήτοι 40% περισσότε-ρες από τον έως τότε ετήσιο μέσο όρο. Ολα αυτά οδήγησαν σε αύξη-ση του αριθμού των ηλικιωμένων που προσέγγισαν το 14% του συνο-λικού πληθυσμού. Σε συνδυασμό δε με τα προβλήματα που αντιμετώπι-σαν τα υγειονομικά συστήματα της Ευρώπης, η θνησιμότητα αυξήθηκε δραματικά13.

Απώλειες κατά τον πόλεμο (στρατιωτικοί – άμαχοι)

επί του συνολικού πληθυσμού στις σημαντικότερες χώρες


 

Ισπανική γρίπη. Τριπλάσια θύματα απ’ ό,τι στις μάχες

Στην Ευρώπη ήδη από το 1916-1917 η λεγόμενη «πνευμονία των Ανναμιτών» προκάλεσε μεγάλο αριθμό νεκρών ανάμεσα στους εργάτες ινδοκινεζικής καταγωγής που βρίσκονταν στη Γαλλία για να αντικαταστήσουν τους επιστρατευμένους Γάλλους. Κατά εκατοντάδες νέοι άντρες –αλλά και γυναίκες– πέθαιναν ξαφνικά από οξύ αναπνευστικό σύνδρομο. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα ήταν το πρώτο κύμα αυτής της γρίπης. Μια από τις υποθέσεις για τη μετάδοση της γρίπης είναι η ύπαρξη μεγάλου αριθμού Κινέζων εργατών που βρίσκονταν ως βοηθητικό σώμα για τα βρετανικά στρατεύματα στη βόρεια Γαλλία.

Μια άλλη θεωρία θέλει την επιδημία να προέρχεται από τα αμερικανικά στρατεύματα που αποβιβάστηκαν στην Ευρώπη το 1917. Η επιδημία σε κάθε περίπτωση εξαπλώθηκε γρήγορα μέσω των κινήσεων των συμμαχικών στρατευμάτων πρώτα στη Γλασκώβη, στη συνέχεια στη Γαλλία και τέλος στην Ιταλία και τη Γερμανία, φτάνοντας στο αποκορύφωμά της τον Ιούνιο του 1918, όταν αναφέρθηκαν τα πρώτα κρούσματα στον Καναδά. Όλες οι εμπόλεμες χώρες εφάρμοζαν ένα εξαιρετικά αυστηρό λογοκριτικό πρωτόκολλο σχετικά με τις συνέπειες της επιδημίας για να μην επηρεαστεί το ηθικό των πληθυσμών.

Όταν τον Μάιο του 1918 η γρίπη έφτασε στην Ισπανία, ο ισπανικός Τύπος ήταν ο πρώτος που περιέγραψε τις επιπτώσεις της και γι’ αυτό τον λόγο η επιδημία επικράτησε να ονομάζεται «ισπανική γρίπη». Στις Ηνωμένες Πολιτείες πιστεύεται ότι περισσότερο από το ένα τέταρτο του πληθυσμού είχε μολυνθεί από τον ιό και από 400.000 έως 675.000 άνθρωποι πέθαναν από αυτόν. 

Στη Γαλλία ο αριθμός των νεκρών εκτιμάται ότι ήταν μεταξύ 120.000 και 240.000. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν πολύ λίγες πληροφορίες για την Αφρική ή την Ασία. Στην περίπτωση της Ινδίας οι αμφιλεγόμενες εκτιμήσεις κυμαίνονται από 1.000.000 έως 20.000.000 θανάτους, ενώ στην Ινδονησία ο αριθμός τους θα φτάσει το 1.500.000. Το ιστορικό πλαίσιο αποτελεί αναμφίβολα ένα σημαντικό στοιχείο για την εξήγηση μιας τέτοιας απώλειας ανθρώπινων ζωών.

Ύστερα από τέσσερα χρόνια ενός τρομερού και γεωγραφικά εκτεταμένου πολέμου οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί είχαν εξαντληθεί και η πρόσβαση στην περίθαλψη ήταν περιορισμένη και προοριζόταν κατά βάση για τραυματίες πολέμου. Επιπλέον, το 1918 δεν υπήρχε ιολογική ή επιδημιολογική παρακολούθηση ούτε αντιιικά ούτε αντιβιοτικά για τη θεραπεία των δευτερογενών λοιμώξεων.

Τέλος, δεδομένου ότι οι πληροφορίες λογοκρίνονταν, ήταν ακόμη πιο δύσκολο να υλοποιηθούν πολιτικές υγειονομικής περίθαλψης ή να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη της ταχείας εξάπλωσης του ιού προκειμένου να περιοριστεί η πανδημία. Εν κατακλείδι, η ισπανική γρίπη προκάλεσε τρεις φορές περισσότερα θύματα από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε ολόκληρο τον κόσμο.(14)

 

H γενοκτονία των Αρμενίων

Μια ιδιαίτερη κατηγορία απωλειών μεταξύ των αμάχων ήταν οι μαζικές σφαγές από τακτικά ή άτακτα στρατεύματα των εμπολέμων. Αν και φαινόμενα σφαγών καταγράφηκαν τόσο στο βελγικό έδαφος όσο και στην ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια, το γεγονός που σφράγισε τη βαναυσότητα του πολέμου ήταν αναμφισβήτητα η γενοκτονία των Αρμενίων. Ακόμη και σήμερα τα «φυλετικά» κίνητρα της σφαγής των Αρμενίων δεν αναγνωρίζονταν από αρκετούς, οι οποίοι θεωρούν ότι οι σφαγές δεν είχαν στόχο τη συστηματική εξόντωση του αρμενικού λαού, ενώ από την τουρκική πλευρά ακόμη και σήμερα αμφισβητείται ο νομικός χαρακτηρισμός της γενοκτονίας.

Γνωρίζουμε ωστόσο ότι μετά τη συντριπτική ήττα των Τούρκων κατά της Ρωσίας στο Σαρικάμις, στον Καύκασο, η κυβέρνηση του Ενβέρ πασά κατηγόρησε τους Αρμενίους ότι υποστηρίζουν τους Ρώσους. Οι οθωμανικές αρχές συστηματοποίησαν τα μέτρα εναντίον των Αρμενίων και το Σάββατο 24 Απριλίου 1915, στην Κωνσταντινούπολη, 600 Αρμένιοι προύχοντες δολοφονήθηκαν με εντολή της κυβέρνησης. Αντίστοιχα, ο «Προσωρινός Νόμος για την Απέλαση» της 27ης Μαΐου 1915 καθιέρωσε ένα κανονιστικό πλαίσιο για την απέλαση των επιζώντων, καθώς και για τη λεηλασία της περιουσίας των θυμάτων. Ήταν η αρχή της πρώτης μεγάλης γενοκτονίας του 20ού αιώνα, η οποία προκάλεσε 1,2 με 1,5 εκατ. θύματα στον αρμενικό πληθυσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.(15)

Ο επίλογος μιας «μαζικής παρεξήγησης»

Ο ιστορικός Mαρκ Φερό πολύ εύστοχα χαρακτήρισε τον Μεγάλο Πόλεμο ως μια «μαζική παρεξήγηση» των εμπολέμων, καθώς όλοι αρχικά (το 1914) πίστευαν ότι θα νικούσαν εύκολα και όλοι τελικά (το 1918) πίστευαν ότι νίκησαν.(16)

Η λήξη όμως του πολέμου άνοιξε πολλά μάτια, αποκαλύπτοντας τη μαζική τύφλωση που για τέσσερα χρόνια βύθισε την Ευρώπη σε μια άνευ προηγουμένου μαζική βιομηχανική σφαγή. Θύματα αυτής της πρώτης παγκόσμιας σύγκρουσης δεν ήταν μόνο οι «πεπλανημένοι» από τον εθνικιστικό σοβινισμό νέοι που αναζητούσαν την προσωπική τους επιβεβαίωση μέσα από το βάπτισμα του πολέμου. Κυνικά θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι η τύχη του πολεμιστή ήταν προαποφασισμένη. Για τους άμαχους όμως –είχαν διαποτιστεί για αρκετά χρόνια από ένα σοβινιστικό πάθος– η αλήθεια του πολέμου κατέστησε σαφές ότι οι φρικαλεότητες μπορούν να είναι ενδεδυμένες με την ιδέα του πατριωτισμού και να έχουν θύματα τους ίδιους, όπου κι αν αυτοί ζουν.

Είτε στα θέατρα των πολεμικών συγκρούσεων είτε στα μετόπισθεν, το κόστος του αίματος έπληξε το σύνολο των οικογενειών τουλάχιστον στις μεγάλες εμπόλεμες χώρες. Με άλλα λόγια, ο «ολοκληρωτικός» πόλεμος υπήρξε «ολοκληρωτικά καταστροφικός» για ενόπλους και αμάχους, ενηλίκους ή παιδιά, άντρες ή γυναίκες.

* Ο Λάμπρος Α. Φλιτούρης είναι επίκουρος καθηγητής Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

** Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #113 του HotDoc.History που κυκλοφόρησε στις 17 Ιουλίου 2022. Διατηρούνται οι ιδιότητες των προσώπων όπως είχαν την εποχή της δημοσίευσης

Παραπομπές

  1. Σχεδόν δηλαδή 900 Γάλλοι στρατιώτες νεκροί κάθε μέρα από την 1η Σεπτεμβρίου 1914 έως την 11η Νοεμβρίου 1918
  2. Υπολογίζεται ότι στη δυτική Ευρώπη πέθαναν 2 έως 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι. Οι απώλειες στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη είναι δύσκολο να εκτιμηθούν, καθώς οι κρατικές δομές είχαν καταρρεύσει τόσο στα εδάφη της πρώην Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας όσο και στη ρωσική επικράτεια που γνώριζε παράλληλα και ένα σκληρό εμφύλιο πόλεμο
  3. Βλ. τα σχετικά στατιστικά στοιχεία στο Niall Ferguson, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, τ.Β΄, Ιωλκός, Αθήνα 2008, σ. 545-561
  4. Ειδική σημασία έχει να αναφερθεί η αιχμαλώτιση/παράδοση του Δ΄ Σώματος Στρατού τον Αύγουστο του 1916. Την άνοιξη του 1916 η φιλοβασιλική κυβέρνηση Σκουλούδη αποφάσισε την παράδοση της οχυρωματικής γραμμής του Ρούπελ στις δυνάμεις της Γερμανίας και Βουλγαρίας. Το ελληνικό Δ΄ Σώμα Στρατού με απόφαση του διοικητή του Ιωάννη Χατζόπουλου αποφάσισε αντί να αιχμαλωτιστεί από τους Βουλγάρους, να παραδοθεί στους Γερμανούς. Περίπου 7.000 αξιωματικοί και οπλίτες μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο της πόλης Γκέρλιτς της Γερμανίας. Περίπου 400 από αυτούς πέθαναν εξαιτίας των δυσμενών συνθηκών, ενώ άλλοι χάθηκαν κατά την επανάσταση των Σπαρτακιστών τον Ιανουάριο του 1919. Βλ. σχετικά Σ.Ν. Δορδανάς – Γερ. Αλεξάτος – Μ. Κανδυλάκης (επιμ.), «Εν Γκαίρλιτς 31/12/1917…». Ημερολόγιο αιχμαλωσίας του βενιζελικού αξιωματικού Στυλιανού Κανδυλάκη στη Γερμανία του Κάιζερ, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2014
  5. Marc Ferro, Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος 1914-1918, μτφ. Τ. Κατσιλέρη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997, σ. 452
  6. Mark Mazower, Σκοτεινή ήπειρος: ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας, μτφρ. Κ. Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001, σ. 88
  7. Για την έννοια της βιαιοποίησης (brutalization) βλ. Έλλη Λεμονίδου, Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: ιστορία μιας οικουμενικής καταστροφής, Εστία, Αθήνα 2020, σ. 146-147
  8. John Horne-Alan Kramer, German atrocities, 1914. A history of Denial, Yale University Press, 2001
  9. Stéphane Audoin-Rouzeau, «La violence des champs de bataille en 1914-1918», Revue d’Histoire de la Shoah, vol. 189, no. 2 (2008), σ. 247-265
  10. Υπολογίζεται ότι μόνο στη Γερμανία λειτούργησαν 69 στρατόπεδα και φυλακές πολιτικών κρατουμένων από το 1914 έως το 1918
  11. Βλ. σχετικά Guy Hermet, Ιστορία των εθνών και του εθνικισμού στην Ευρώπη, μτφρ. Αλ. Νεστοροπούλου, Πεδίο, Αθήνα, 2020, σ. 310-311
  12. François Héran, «Générations sacrifiées: le bilan démographique de la Grande Guerre», Population & Sociétés, vol. 510, no. 4 (2014), σ. 1-4
  13. Στη Γαλλία για παράδειγμα ο πληθυσμός έφτασε στα προ του 1914 επίπεδα μόλις το 1950, καθώς μεσολάβησε και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Olivier Faron, Les Enfants du deuil. Orphelins de la guerre et pupilles de la nation de la Première Guerre mondiale, La Découverte, Paris 2001
  14. Freddy Vinet, La grande grippe: 1918, la pire épidémie du siècle: histoire de la grippe espagnole, Vendémiaire Paris, 2018
  15. Donald Bloxham, The Great Game of Genocide: Imperialism, Nationalism, and the Destruction of the Ottoman Armenians, Oxford University Press, 2005
  16. Marc Ferro, Τύφλωση ή γιατί αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα, μτφρ. Σ. Τριανταφύλλου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2017, σ. 45-50

 

{[['']]}

17 Νοεμβρίου 1973: Η εξέγερση μέσα από τα δικαστικά ντοκουμέντα

Τα πρακτικά από τη δίκη των πρωταιτίων της σφαγής συνθέτουν την αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησαν στο αιματοκύλισμα 

 Πηγή: Τάκης Κατσιμάρδος- Documento

Πρώτο θέμα στις εφημερίδες (όσες κυκλοφορούσαν) ήταν το μακελειό στο Πολυτεχνείο. Κάτω, χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από την κατάληψη, όπως παρουσιάστηκαν στο «Βήμα» 

 Το χρονικό του τετραήμερου 14-17 Νοεμβρίου 1973 έχει γραφεί και ξαναγραφεί, όπως άλλωστε συμβαίνει με τις μεγάλες ιστορικές στιγμές. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου, με την ευρύτερη έννοια, δεν περιορίζεται, φυσικά, σε εκείνες τις ώρες. Κορυφώνεται με την κατάληψη, αλλά δεν τερματίζεται με το γκρέμισμα της πύλης από τα τανκς της χούντας.

  Από τις γραπτές ή προφορικές μαρτυρίες που έχουν καταγραφεί ως χρονικά των γεγονότων ιδιαίτερη σημασία έχουν τα δικαστικά ντοκουμέντα στα οποία στηρίχτηκε η δίκη των υπευθύνων για τη σφαγή του Πολυτεχνείου (34 κατηγορούμενοι για 23 νεκρούς). Οσα συγκεντρώθηκαν κατά την ανακριτική διαδικασία και χρησιμοποιήθηκαν ως αποδεικτικό υλικό για τη σφαγή συγκροτούν, θα λέγαμε, το χρονικό της εξέγερσης με τα μάτια των δικαστικών της εποχής. Αν και όχι τόσο ορθάνοιχτα και με παρωπίδες στις γνωστές συνθήκες της μη αποχουντοποίησης του κρατικού μηχανισμού. Με βάση αυτά, όμως, έκριναν και καταδίκασαν στη μια ή την άλλη ποινή –ή και αθώωσαν– όσους (ελάχιστους) θεωρήθηκαν υπεύθυνοι ως φυσικοί ή ηθικοί αυτουργοί για τις ανθρωποκτονίες.

 Χρονικογραφία από τα πρακτικά της δίκης

Η δίκη άρχισε στις 16 Οκτωβρίου 1975 στον Κορυδαλλό, στην ίδια αίθουσα των γυναικείων φυλακών όπου νωρίτερα είχαν δικαστεί και καταδικαστεί οι πρωταίτιοι για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Στα εδώλια κάθισαν 32 χουντικοί, ενώ πρόεδρος του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ήταν ο Ι. Κουσουλός. Η ακροαματική διαδικασία θα διαρκέσει 57 μέρες (ολοκληρώθηκε στις 30 Δεκεμβρίου) και θα καταθέσουν συνολικά 237 μάρτυρες.

 Το παραπεμπτικό βούλευμα (είχε εκδοθεί τον Αύγουστο του 1975) κάνει λόγο για 24 νεκρούς (το περίφημο πόρισμα Τσεβά τους υπολόγιζε σε 34) και 180-200 τραυματίες. Μετά τις δηλώσεις των κατηγορουμένων ο εισαγγελέας της έδρας Ν. Γανώσης εξαπολύει το «κατηγορώ» του. Θα επανέλθει κατά το τέλος της βιαστικής ακροαματικής διαδικασίας ακόμη δριμύτερος. Χαρακτηρίζει το Πολυτεχνείο «νέο χάνι της Γραβιάς». Αλλά ήταν, θα προσθέσει, και «γιορτή ό,τι έγινε μέσα κι έξω από το Πολυτεχνείο […]. Αλλά πλάκωσε και η τραγική νύχτα όχι μόνον για εκείνους που είχαν κλεισθή, αλλά και για τους άλλους για το σύνολον του λαού μας […] ο οποίος με πιασμένη ανάσα, περίμενε να ακούση το αποτέλεσμα του αγώνος των εγκλείστων και την νίκην!».

 Με βάση, λοιπόν, όσα ακούστηκαν αποκλειστικά στην αίθουσα του Πενταμελούς για τα γεγονότα, τις καταθέσεις στο παραπεμπτικό βούλευμα αλλά και το πόρισμα που προηγήθηκε προχώρησαν οι δικαστικοί στην καταγραφή του χρονικού των γεγονότων:

 Αρχές Νοεμβρίου: «Σταθερόν και αμετάθετον ήτο το σύνθημα μεταξύ του φοιτητικού κόσμου διά γνησίας και αδιαβλήτους αρχαιρεσίας (στους φοιτητικούς συλλόγους). Το αίτημα τούτο απετέλεσε την απαρχήν των αιματηρών γεγονότων του Πολυτεχνείου…».

14 Νοεμβρίου: Η κατάληψη από τις 6 μ.μ. της Τετάρτης είναι πλέον γεγονός. Μέχρι τα μεσάνυχτα 2.000-2.500 φοιτητές βρίσκονται στο προαύλιο και στις αίθουσες των σχολών. «Το βράδυ της Τετάρτης άρχισαν να γίνωνται συζητήσεις, αν θα έπρεπε να ζητηθούν γενικώτερες ελευθερίες. Πολλοί φοιτηταί έμειναν την νύκτα μέσα στο Πολυτεχνείο. Δηλαδή, στο σπίτι τους».

15 Νοεμβρίου: «Ξημέρωσε η Πέμπτη. Η ιδέα ότι έπρεπε να διεκδικηθή πληρέστερα η ελευθερία για τον ελληνικό λαό φούντωσε! Η ιδέα ότι το βιολογικό άνθος αυτού του λαού έπρεπε να βρίσκεται στην πρωτοπορία του αγώνος, τελικώς, επεκράτησε. Ετσι απεφάσισαν να μείνουν έγκλειστοι στο Πολυτεχνείο. Ποθούσαν την γενικήν ελευθερίαν! Την αποχώρησι από την αρχή, εκείνων που την είχαν υποτάξει βιαίως. Απεφάσισαν να μείνουν εκεί και βρήκαν τα μέσα […]. Μέχρι της στιγμής εκείνης η αστυνομία, υπό τον Χριστολουκά, δεν είχε προβή σε βίαιες ενέργειες. Αλλά από το βράδυ της Πέμπτης, άλλαξαν τα πράγματα. Ο πομπός του Πολυτεχνείου άρχισε να καλεί σε συμπαράστασιν τον λαόν».

16 Νοεμβρίου: «Μοιραίως από την Παρασκευή το πρωί, όλος ο λαός βρέθηκε μπρος στο Πολυτεχνείο. Εσπευσε προς συμπαράστασι των παιδιών και προσέφερε πλούσια, τρόφιμα, φάρμακα, χρήμα. Η αστυνομία το απόγευμα βρέθηκε προ αδυναμίας. Δεν μπορούσε να εκκενώσει το Πολυτεχνείο. Μπορούσε όμως να το έχη κάνη την Πέμπτη – αν και τότε ίσως δεν θα είχαμε ακόμη την έναρξι του αγώνος για την ανατροπή των τυράννων. Ετσι, θα γλίτωναν τα παιδιά που χάθηκαν και δεν θα υπήρχαν οι τόσοι τραυματίες. Κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθή ότι ο Χριστολουκάς και ο Δασκαλόπουλος (διοικητές της αστυνομίας και της αστυνομικής διεύθυνσης Αθηνών) δεν μπορούσαν να εκκενώσουν το πολυτεχνείο την Πέμπτη. Στις 6 το βράδυ της Παρασκευής τα πράγματα άρχισαν να οξύνωνται…».

16-17 Νοεμβρίου: «Εκείνο το βράδυ ο στρατός έδρασε σε περιωρισμένη κλίμακα. Τα παιδιά του ελληνικού λαού, με τους αξιωματικούς και τα πληρώματα των αρμάτων, ουδ’ επί στιγμήν μπορούσαν να διανοηθούν ότι μπορούσαν να σκοτώσουν τ’ αδέλφια τους, τα παιδία τους, τους συγγενείς και φίλους τους.

Είχε προηγηθή ένα πραγματικό δράμα, της εκκενώσεως του Πολυτεχνείου: Εχουν σκοτωθεί παιδιά εκ μέρους αστυνομικών οργάνων. Εχουν θανατωθή Ελληνες από βλήματα που ερρίφθησαν από το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως […]. Τους είδαν να πέφτουν στο πεζοδρόμιο από αστυνομικά χέρια. Πολλοί από τους δράστες έφεραν πολιτική αμφίεση, αλλά ευρίσκοντο κοντά στα αστυνομικά όργανα […]. Εφεραν τυφέκια και αυτόματα…».

17-18 Νοεμβρίου: «Από της 10ης πρωινής ώρας και μετέπειτα και κατά την Κυριακήν οι στρατιωτικοί, οι οποίοι επέβαιναν των κινουμένων εις τας οδούς της πόλεως των Αθηνών αρμάτων μάχης και τεθωρακισμένων αυτοκινήτων ή και άλλοι, τοποθετούμενοι εις άλλας θέσεις, έβαλον διά των όπλων των κατά διερχομένων πολιτών, χωρίς να συντρέξη νόμιμος περίπτωσις δικαιολογούσα την χρήσιν των όπλων» (από την απόφαση για την καταδίκη του Ιωαννίδη).


 «Εξόρμηση» φοιτητών που γράφουν συνθήματα στο τρόλεϊ καλώντας τον λαό να αφυπνιστεί
για να πέσει η χούντα – και όχι μόνο (Αρχείο ΕΡΤ)

Το πρώτο αίμα

«Την 16ην Νοεμβρίου ημέρα Παρασκευή, η τραγωδία του Πολυτεχνείου οδηγείται εις την αιματηράν της κατάληξιν. Τα διά του ραδιοσταθμού συνθήματα συγκινούν, προκαλούν και διεγείρουν μάζας λαού εις ομαδικάς συγκεντρώσεις. Κατά τας μεσημβρινάς ώρας πραγματοποιούνται αι πρώται μεγάλαι πορείαι προς την πλατείαν Ομονοίας και το Πολυτεχνείον διά των οδών Αιόλου, Σταδίου, Πανεπιστημίου, Πατησίων και Αλεξάνδρας.

Την 6ην μ.μ. ώραν μέγα πλήθος διαδηλωτών πορεύεται προς την πλατείαν Συντάγματος. Η πορεία του όμως ανακόπτεται υπό αστυνομικών και εις την συμβολήν των οδών Σταδίου, Δραγατσανίου και Κοραή επιχειρείται η βιαία διάλυσις των διαδηλωτών. Κατά την επακολουθήσασα συμπλοκήν ρέει το πρώτο αίμα…» (Από το παραπεμπτικό βούλευμα για τη σφαγή του Πολυτεχνείου).

Η έξοδος από το προαύλιο

«…Ομάς Αξιωματικών και άνδρες της δυνάμεως καταδρομών, ακολουθούντες το άρμα εισέρχονται εις το Πολυτεχνείον πυροβολούντες. Εντρομοι και εμβρόντητοι οι σπουδασταί κυριεύονται από την ενώπιον του εσχάτου κινδύνου φοβεράν αγωνίαν. Και άρχεται ακολούθως η έξοδος. Οι εγγύς της κατακρημνησθείσης πύλης ευρισκόμενοι εξέρχονται πρώτοι. Οι περισσότεροι, όμως, πηδούν εκ των παραθύρων και των κιγκλιδωμάτων. Υπό την πίεσιν πλήθους ανθρώπων καταρρίπτεται τμήμα των προς την οδόν Στουρνάρα κιγκλιδωμάτων. Και διά του δημιουργηθέντος ανοίγματος εξέρχονται οι σπουδασταί κατά μάζας. Κατευθύνονται προς όλα τα σημεία, απομακρυνόμενοι. Νέον, όμως, δι’ αυτούς αρχίζει μαρτύριον. Υβρεις κατ’ αυτών εκτοξεύονται και καταδιωκόμενοι βαναύσως κακοποιούνται…» (Από το πόρισμα του Δ. Τσεβά).

Το γκρέμισμα της πύλης

«Την 02.43 ώραν (ξημερώματα Σαββάτου 17 Νοεμβρίου) τάσσεται μικρά, ίσως 15λεπτος, προθεσμία εις τους σπουδαστάς διά να εξέλθουν. Μερικοί εκ των εγκλείστων ήρχισαν να απασφαλίζουν την είσοδον και τελικώς το επέτυχαν. Εδυσχεραίνετο όμως η έξοδος διότι όπισθεν της πύλης είχεν τοποθετηθή και ευρίσκετο αυτοκίνητον Μερσεντές. Και ενώ η μεν πρόθεσις των εγκλείστων προς έξοδον είχε καταστή εμφανής, προσπάθεια δε κατεβάλλετο διά την απομάκρυνσιν του φράσσοντας την πύλην αυτοκινήτου, ανυπόμονος Iλαρχος, αυτόθι ιστάμενος, απώλεσε την ψυχραιμίαν του και εν οργή ανεφώνησεν: “Τσογλάνια, ρεζιλεύετε το στράτευμα…” και αμέσως έδωσε την διαταγήν της εισόδου. Το άρμα εκινήθη μετά δυνάμεως, συνεκλόνισε την πύλην, κατέστρεψε τους μαρμάρινους κίονας της εισόδου, συνέτριψε και κατέρριψε την εξώθυραν και ακολούθως κυριολεκτικώς ισοπέδωσεν το προεκτεθέν αυτοκίνητον, εισελθόν εις βάθος 10 περίπου μέτρων εντός του προαυλίου του Πολυτεχνείου…» (Από το πόρισμα του Δ. Τσεβά, στο οποίο στηρίχτηκε το βούλευμα για την παραπομπή σε δίκη των δολοφόνων του Πολυτεχνείου).

Η σφαγή μετά την εισβολή

«Από παντού καταδιώκουν και κτυπούν (σ.σ.: όσους διέφευγαν από το Πολυτεχνείο). Εις την γωνίαν των οδών Τοσίτσα και Μπουμπουλίνας άνδρες της ΚΥΠ εν πολιτική περιβολή κτυπούν ανηλεώς και πυροβολούν κατ’ αυτών, ενώ εις το άνδηρον (σ.σ.: ταράτσα) ενός των αυτόθι κτιρίων έχουν εγκαταστήσει πολυβόλον. […] Εις τα άνδηρα των γύρω κτιρίων επισημαίνονται ελεύθεροι σκοπευταί. Εις το πανδαιμόνιον τούτο της εξόδου, των φωνών, των κραυγών, των οιμωγών, των καταδιώξεων και των πυροβολισμών έπεσαν οι περισσότεροι εκ του πλήθους των τραυματιών των αιματηρών γεγονότων. […] Συνελήφθησαν χίλια περίπου άτομα. […]

Η επιχείρησις του Πολυτεχνείου έληξε με άσματα των στρατιωτικών τμημάτων. Δεν ετερματίεται όμως εδώ η αιματηρά επέμβασις προς κατάπνιξιν της ελευθερίας και διατήρησιν του δικτατορικού καθεστώτος. Αστυνομικά όργανα πυροβολούν εν ψυχρώ ανυπόπτους διαβάτας, ενώ τα επί των κεντρικών οδών της πρωτευούσης κινούμενα άρματα μάχης σκορπίζουν τον θάνατο. Οι επ’ αυτών πυροβολιταί βάλλουν επί κινουμένων ανθρωπίνων στόχων. Οι επί του κτιρίου του ΟΤΕ, της οδού Πατησίων, εγκατεστημένοι στρατιώται πυροβουλούν προς πάσαν κατεύθυνσιν…»

(Από το βούλευμα των δικαστικών Κ. Βαδάκη, Αρ. Τούση, Ι. Κουσουλού, Χρ. Χριστοφορίδου και Ι. Πρεμέτη).

Δικαστική διερεύνηση και «λελογισμένη» αποχουντοποίηση

Το χρονικό μέσα από το εισαγγελικό κατηγορώ έχει καταρτιστεί και προσαρμοστεί κατά κάποιον τρόπο στην ποιότητα και την έκταση της αποχουντοποίησης που επέλεξε η κυβέρνηση Καραμανλή. Ελεγχόμενη, σταδιακή και περιορισμένη. Τους σχετικούς περιορισμούς, άλλωστε, καθρεφτίζει, όπως και στη δίκη των πρωταιτίων του πραξικοπήματος, ο μικρός αριθμός των κατηγορουμένων για ανθρωποκτονίες από πρόθεση και απόπειρες ανθρωποκτονιών, πρόκληση σε διάπραξη κακουργημάτων κ.ά. Τρεις πολύ γενικές παρατηρήσεις. Κατά το δικαστικό «κατηγορώ»:

1. Η αλλαγή της στάσης των δικτατορικών αρχών και των οργάνων τους αρχίζει καθώς συνδέονται αξεδιάλυτα τα φοιτητικά και λαϊκά αντιδικτατορικά αιτήματα. Αν και η σύνδεση είναι εμφανέστατη από την πρώτη στιγμή, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η επισήμανση. Την Πέμπτη, εκτός από τον ραδιοφωνικό σταθμό με τα συνθήματά του, εκδίδεται η πρώτη (και μοναδική) κοινή ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής του Πολυτεχνείου.

Να υπενθυμιστεί ότι με εκείνη την ανακοίνωση το Πολυτεχνείο ανακηρυσσόταν σε κέντρο για την ανάπτυξη λαϊκών μαζικών κινητοποιήσεων για την ανατροπή της τυραννίας. Με διέξοδο μια γενική απεργία που θα ανέτρεπε τη χούντα.

2. Η αστυνομία μέχρι την Πέμπτη εμφανίζεται ότι απλώς παρακολουθεί την εξέλιξη των γεγονότων. Επιπλέον δεν επεμβαίνει, αν και μπορούσε να εκκενώσει το Πολυτεχνείο μέχρι την Παρασκευή.

Η τακτική αυτή θα τροφοδοτήσει τόσο κατά την εξέλιξη των γεγονότων όσο και αργότερα διάφορα σενάρια. Εδώ, σε συνδυασμό και με άλλες εισαγγελικές τοποθετήσεις, υιοθετείται η άποψη ότι η αλλαγή της στάσης της αστυνομίας, όπως και του στρατού, οφείλεται στον Ιωαννίδη που «εκμεταλλεύτηκε το Πολυτεχνείο για να πετύχει τους σκοπούς του. Η διαφοροποίηση της συμπεριφοράς των στρατιωτικών τμημάτων, πριν από τη 16η Νοεμβρίου και μετά από αυτήν είναι δική του δουλειά».

Από τις καταθέσεις πάντως προέκυψε σαφώς ότι η στρατιωτική επέμβαση είχε προετοιμαστεί από την έναρξη των γεγονότων.

3. Ο στρατός δρα περίπου υποδειγματικά όταν επεμβαίνει για την εκκένωση του Πολυτεχνείου. Πρόκειται ασφαλώς για εξόφθαλμο εξωραϊσμό των γεγονότων και θυσία της αλήθειας στις σκοπιμότητες της εποχής. Η αγριότητα συνολικά των δυνάμεων καταστολής αμβλύνεται.

Το κλειδί για την κατανόηση του χρονικού, όπως το περιέγραψε ο Ν. Γανώσης, είναι εκείνο το «μοιραίως». Από πολλούς ακούστηκε με τους πιο διαφορετικούς τρόπους. Μόνο που τίποτε δεν ήταν μοιραίο. Ούτε ο ηρωισμός των εξεγερμένων ούτε η βαρβαρότητα του στρατού και της αστυνομίας.

* Ο δημοσιογράφος Τάκης Κατσιμάρδος συμμετείχε ενεργά στο αντιδικτατορικό κίνημα ως φοιτητής της Φιλοσοφικής Αθήνας, συνελήφθη και βασανίστηκε επί χούντας ως μέλος της ΚΝΕ/ΑντιΕΦΕΕ και αποφυλακίστηκε με τη μεταπολίτευση τον Ιούλιο του 1974

** Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #05 «Τα Αιρετικά – “Εδώ Πολυτεχνείο”. 20+4 μαρτυρίες & (αντι)θέσεις πρωταγωνιστών για την εξέγερση του Νοέμβρη 1973» που κυκλοφόρησε στις 18 Νοεμβρίου 2018


{[['']]}

HotDoc – Βεντέτα: Ο νόμος της σιωπής

 


«Το αίμα ζητεί εκδίκηση»

 Βραδιάζει και το παλιό λιμάνι των Χανίων μοιάζει με πλοίο που αρμενίζει μέσα στην ομίχλη. Είναι Νοέμβριος, ο καιρός όμως παραμένει ζεστός και υγρός και το σκηνικό μοναδικό. Μπροστά μου, το τζαμί του Κιουτσούκ Χασάν, αρχιτεκτονικό κόσμημα, συμμετέχει στην ατμόσφαιρα της βραδιάς με τον ισορροπημένο όγκο του, ενώ στην άκρη του λιμανιού ο βενετσιάνικος φάρος του 16oυ αιώνα στέκει σαν να φωτίζει τις μνήμες, στιγμές που στοιχειώνουν ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι εκείνες τις μεγάλες σιωπές που πλανώνται πάνω από έναν κόσμο δυναμικό, αλλά δεμένο ακόμη με παμπάλαιους, συχνά καταστροφικούς νόμους.

Μια έννοια με πολλές εκφάνσεις και πολλούς αποδέκτες. Την ένιωσα να με ακολουθεί από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου σ’ αυτό τον όμορφο τόπο. Τη διάβασα στα μάτια πολλών ανθρώπων, φίλων και αγνώστων μέχρι εκείνη τη στιγμή. Την είδα να παγώνει χαμόγελα και να σκοτεινιάζει πρόσωπα. Και άκουσα πολλούς να την αποκαλούν «ευεργετική». Κάτι σαν βάλσαμο για να κατευνάσει τις πληγές που είχε ανοίξει η βεντέτα, ο άγραφος νόμος του γδικιωμού που συνεχίζει να αφήνει πίσω του θύματα.

 «Όλα αυτά έχουν παγώσει πια» μου λέει ο ψηλός άντρας από την οικογένεια των Βλαστών –βεντέτα εικοσαετίας– που ήρθε να μου μιλήσει ζητώντας να μη δημοσιοποιηθεί το όνομά του. «Πίσω όμως απ’ αυτό τον πάγο σιγοκαίει η φλόγα που τινάζει ακόμη στον αέρα ζωές» συνεχίζει.

 Λες και βγήκε κι αυτός μέσα από την ομίχλη. Σύγχρονη φιγούρα, επιχειρηματίας που ήλθε να πιει ένα φρέντο. Θα τον ονομάσουμε Μανώλη ή Σήφη, γιατί από την πρώτη στιγμή ζήτησε να τηρηθεί η ανωνυμία του. Αντίθετα από τις γυναίκες που συναντήσαμε, οι περισσότεροι άντρες δεν θέλουν να εκτεθούν. Ισως επειδή ιστορικά έπεφτε σ’ αυτούς ο κλήρος να συνεχίσουν τον κύκλο του αίματος που άνοιγε μια βεντέτα. Το αυστηρό, άγραφο αυτό σύστημα δικαίου, το οποίο κωδικοποιείται στο DNA ολόκληρων οικογενειών, που βάζει το αρσενικό να εκτελέσει τα συμβόλαια τιμής τα οποία συχνά συντηρούν με ευλάβεια και απαιτούν την εφαρμογή τους οι γυναίκες. 

«Εμείς εδώ δεν χρησιμοποιούμε τη λέξη βεντέτα» λέει ο συνομιλητής μας. «Τα λέμε οικογενειακά, γιατί βασικά είναι η εκδίκηση που παίρνουν οι συγγενείς κάποιου ο οποίος δολοφονήθηκε σκοτώνοντας τον δράστη ή κάποιον δικό του. Ακούς συνήθως τη φράση “ανοίξαμε οικογενειακά” και αυτό σημαίνει ότι ήδη υπάρχει νεκρός και επίκειται άμεσα αντεκδικητικός φόνος ή ότι οι σχέσεις ανάμεσα σε δύο αντιτιθέμενες οικογενειακές ομάδες είναι τόσο τεταμένες ώστε να έχει εκφραστεί πρόθεση για φόνο».

  

Μια πράξη εκδίκησης με άλλα λόγια, αν θέλουμε να ερμηνεύσουμε τον Σφακιανό φίλο, η οποία, όπως αναφέρει και ο καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Αρης Τσαντηρόπουλος, βάζει σε δοκιμασία τον κοινωνικό δεσμό δύο ατόμων και των αντίστοιχων συγγενών τους. «Τι θες και τα σκαλίζεις τώρα;» ψιθυρίζει με σφιγμένα χείλη ο φίλος μας.

Η γιαγιά του δεν έβγαλε ποτέ τα μαύρα. Της σκοτώσανε το κοπέλι 17 χρόνων, την ώρα που άνοιγε την πόρτα του σπιτιού του στα Σφακιά. Εναν χρόνο πριν από τον πόλεμο. Ο πρώτος του ξάδελφος ήταν ο δράστης, γιος του αδελφού του πατέρα του. Δικαιολογία; Η αρραβωνιαστικιά την οποία δήθεν παρενόχλησε το θύμα. Πίσω όμως από τον φόνο κρύβονταν κτηματικές διαφορές, ζήλια, μίσος, ανταγωνισμός ενδοοικογενειακός. Η συνέχεια ήταν δεκαπέντε φονικά, που υπέβαλε ή πυροδότησε η γιαγιά, κάθε φορά κρατώντας το ματωμένο πουκάμισο του γιου της. Και προκαλούσε κάθε φορά τους πρωτότοκους της δικής της γενιάς και του άντρα της να πάρουν γδικιωμό. Η οικογένεια του σκοτωμένου τελικά μετανάστευσε στα Χανιά για να μη συνεχιστεί το κακό. Σήμερα το οικογενειακό έχει παγώσει. Μέχρι να βρεθεί η σπίθα που θα οπλίσει κάποιο χέρι.

«Χριστέ και να κατέβαινε βρύση απ’ τη Μαδάρα

να πορπατεί κλιτά κλιτά, να ’ρχεται αγάλι αγάλι,

να βρει τσι γούρνες εύκαιρες να μπει να τσι γεμίσει,

να πλύνουν οι ανύπλητες, να πλύνουν κι οι πλυμένες,

να πλύνει κι η Κανάκαινα τα ματωμένα ρούχα»

Είναι το τραγούδι που μολογάει τη συμφορά της μάνας Κανάκαινας που έχασε τους τρεις γιους της σε σφακιανή βεντέτα. Οταν τη γνώρισα, πριν από μερικά χρόνια, η Μαρία Χουβελάκη ήταν μια ηλικιωμένη Κρητικιά με αετίσια μάτια που μας καλοδέχτηκε με μεζέ και ρακή στην αυλή της. Η οικοδέσποινα, που καταγόταν από το ιστορικό χωριό Κεραμιά, μας δέχτηκε περιτριγυρισμένη από συγγενείς και φίλους, καχύποπτους απέναντι σε όσους χώνουν τη μύτη τους στα «έθιμα» και τις φτιαξές του τόπου τους. «Η γυναίκα που αγαπάει τον άντρα της δεν τονε προσβαίνει ούτε τον ατιμεί» λέει η γιαγιά. «Στο χωριό μου το φονικό έγινε γιατί ένας ξένος άντρας πείραζε τη γυναίκα αλλουνού. Σκοτώθηκε κόσμος, οι οικογένειες έφυγαν για το Μάλεμε και το Ρέθυμνο. Ενα θηλυκό ατίμασε τον άντρα κι έγινε το κακό. Αμα σου πειράξουνε μαθές και το κοπέλι, ήντα να κάμεις; Να μείνεις άκρατος; Εγώ τους σέβομαι τους άντρες μας. Οταν δίνουν το χέρι δίνουν συμβόλαιο. Ο Κρητικός όμως πάντα καθάριζε… Αμα ειδικά του πειράξουν τη γυναίκα και τα ζωντανά. Τώρα να σου πω ότι στα είκοσι φονικά το ένα έχει πίσω γυναίκα που βάζει φωτιά ή χρησιμοποιείται γυναίκα σαν λόγος· είναι αλήθεια».

«Μην κάνεις μη σου κάνουνε

μην πεις να μη σου πούνε

την ξένη πόρτα όταν κτυπάς

Τηνε δική σου σπούνε»

«Η γυναίκα σαν αιτία ανοίγματος οικογενειακών συνδέεται άμεσα με το κοινωνικό γόητρο του άντρα στον δημόσιο χώρο» λέει ο Αρης Τσαντηρόπουλος. «Ο άντρας μπορεί να αντιδράσει με τον φόνο του ξένου διεκδικητή της συζύγου ή της αρραβωνιαστικιάς του και το άνοιγμα οικογενειακών με την ομάδα αιματοσυγγενών του. Αυτό, στην περίπτωση που η γυναίκα αποδεικνύει την αθωότητά της. Στην περίπτωση που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο υποδηλώνεται η ανηθικότητά της, φονεύεται η ίδια. Εξάλλου η υπόνοια για ερωτικές βλέψεις συνιστά ακραία πρόκληση στην ικανότητα του άντρα να κρατήσει μια γυναίκα. Όπως ακραία πρόκληση είναι και η αθέτηση συμφωνίας γάμου» συνεχίζει ο κ. Τσαντηρόπουλος. «Το μυστήριο της Κρήτης είναι βαθύ» είχε γράψει ο Νίκος Καζαντζάκης.

Ο λίβας που καίει το μυαλό

Η πόλη των Χανίων σφύζει από ζωή. Ηταν 11.00 το πρωί και η Ιωάννα Ντουρουντάκη μας περίμενε στη σχολή αισθητικής που διηύθυνε, κοντά στη δημοτική αγορά, σε ένα μοντέρνο κτίριο που στεγάζει επιχειρήσεις και τηλεοπτικούς σταθμούς. Παλιά δούλευε στη Λυρική Σκηνή και στη Νέα Τηλεόραση Χανίων. Για την ευθύτητα και τον δυναμισμό της συγκεκριμένης κοπέλας μού είχαν μιλήσει πολλοί. Ωστόσο, στον δρόμο προτού φτάσω στο ραντεβού μαζί της θυμάμαι τα λόγια του Λουδοβίκου των Ανωγείων. «Ακόμη και η τραχύτητα, μια μορφή της οποίας είναι η κρητική βεντέτα, αποτελεί έκφραση ευαισθησίας. Για να κρύψει ο Κρητικός την ευαισθησία του, φτιάχνει μια θολούρα με σκόνη και φωνές και οχυρώνεται από πίσω».

Να μια ρομαντική άποψη για την αυτοδικία, που ταλανίζει αιώνες τώρα την ορεινή και κεντρική Κρήτη και μαζί τα Σφακιά, το Ρέθυμνο, το Ηράκλειο, τον Μυλοπόταμο, τα Λιβάδια, το Ασκύφου, τα Ανώγεια. Μια άποψη σύμφωνα με την οποία η ιδιόμορφη ευαισθησία οπλίζει άνετα το χέρι που κρατεί τη λύρα, το λυράκι, το μπουλγαρί και το λαγούτο με καλάσνικοφ, μπερέτες κ.ά. Ακόμη και όπλα που ξέμειναν από τον πόλεμο. Στο παλιό κρητικό δίκαιο οι περιπτώσεις της βεντέτας αντιμετωπίζονταν σαν φόνοι που βασίζονται στο εθιμικό δίκαιο αλλά και στην επίδραση του λίβα. Εφταιγε, λέει, «ο καυτός αφρικανικός άνεμος που λαμπάδιαζε τα μυαλά και τις καρδιές και κινούσε το χέρι του φονιά. Κόσμος και τρέλα είναι ένα» κραυγάζει από τις σελίδες του Καζαντζάκη ο Καπετάν Μιχάλης. Είναι πολύ νέα, όμορφη και άνετη μέσα στο τζιν της. Μας κερνάει εσπρέσο και όταν μιλάει κοιτάζει στα μάτια. «Δεν είναι σε έξαρση η βεντέτα, τα πράγματα κατά κάποιον τρόπο έχουν παγώσει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν τελειώσει. Εγώ στη Χώρα των Σφακίων, απ’ όπου κατάγομαι, έχω ζήσει φασαρίες και κάποιους σκοτωμούς. Μικρή ανέβαινα στις μαδάρες (βοσκοτόπια), στα τρακτέρ και έχω τέσσερα διπλώματα στη σκοποβολή. Για μένα η αδικία της βεντέτας είναι μία. Όταν το δικαστήριο δεν αποδίδει το δίκαιο. Μακάρι τον θάνατο να τον πληρώναμε με θάνατο. Αλλά πληρώνουμε τα οικόπεδα με θάνατο. Οσο για τους άντρες Κρητικούς, αυτούς μην τους φοβάσαι. Βασικά είναι μανιτζέβελοι (εύκολοι στον χειρισμό) και πίσω τους κάνουν κουμάντο οι γυναίκες. Γι’ αυτό οι άντρες βγάζουν αντίδραση!»

Ο σασμός σταματά τη βεντέτα

Τη λέξη την είχαμε ακούσει από πριν αλλά η Ιωάννα δίνει τη ζωντανή της έννοια. «Ο πατέρας μου ήταν πάντα ένας από αυτούς που τα έσιαχνε ανάμεσα σε δύο οικογένειες που βρίσκονται σε ανοιχτά οικογενειακά. Είναι πολύ δύσκολο εγχείρημα για κάποιον που αποφασίζει να παίξει αυτό τον ρόλο, επειδή είτε προσπαθούν να σε μπερδέψουν στα ενδοοικογενειακά τους ή σε απειλούν γιατί ανακατεύεσαι σ’ αυτά. Ο σασμός είναι η διαδικασία εξομάλυνσης των διαφορών, με απώτερο σκοπό να σταματήσει η βεντέτα. Αυτό γίνεται με την κουβέντα, με αρραβώνες, βαφτίσια, γάμους. Τον παίρνανε τον πατέρα μου τηλέφωνο, ακόμη και μεσάνυχτα: “Γιάννη, τρέχα στην Ανώπολη να τα φτιάξεις”. Κι αυτός αρραβώνιαζε μαύρα μεσάνυχτα, βάφτιζε παιδιά και έκανε χιαστί κουμπαριές προκειμένου να τα βρουν τα αντίπαλα σόγια. Στις περιπτώσεις της βεντέτας η γυναίκα έπαιζε τον καλύτερο και τον χειρότερο ρόλο. Υπήρξε γυναίκα στην Ανώπολη που πήρε πιστόλι και απείλησε άντρα να μη συνεχίσει τη βεντέτα. Άλλες με λόγια φώδιαζαν, έβαζαν δηλαδή φωτιά, άλλες έσβηναν. Η σιωπή δεν είναι πάντα κακή. Συχνά βοηθάει να καταλαγιάσει το πράγμα».

«Από ένα σκούντημα μπορεί να γίνει το κακό. Από ένα στραβό κοίτασμα, μια λέξη. Στα αντίποινα δεν σκοτώνουν συνήθως γυναίκες. Αλλά μπορεί να σκοτώσουν τα ζωντανά του άλλου. Τον γιο μου δεν θα τον άφηνα να ακολουθήσει αυτά τα έθιμα» λέει η Ιωάννα, «αλλά τι να πω; Δεν γίνεται να μην αναλύσει κανείς με προσοχή την πράξη του Ιωάννη Παπαδόσηφου, που το 1988 σκότωσε τον φονιά του γιου του Γιάννη Βενιεράκη μέσα στο Εφετείο Πειραιά. Ο Βενιεράκης, αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, είχε φάει τον νεαρό Μανώλη Παπαδόσηφο στο Ρέθυμνο. Ένα παιδί αγαπητό σε όλους, με μόρφωση και παιδεία. Ο φονιάς είχε καταδικαστεί σε ισόβια από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Χανίων. Τον επίλογο όμως τον έγραψε με έξι σφαίρες ο πατέρας του θύματος στο Εφετείο Πειραιά: κατά τη διάρκεια της διαδικασίας άδειασε το όπλο του πάνω στον κατηγορούμενο. Αφήνοντας στη συνέχεια κάτω το λούγκερ είπε στους αστυνομικούς: “Εγώ τώρα λευτερώθηκα. Μπορείτε να κάνετε τώρα τη δουλειά σας”! Μια ωραία βεντέτα ανταπόδοσης; Ποιος μπορεί να κρίνει το σκοτεινό κομμάτι μιας ηπείρου με το όνομα Κρήτη

«Όποιος ξεχνά το παρελθόν είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει» μου είχε πει ένας γιγάντιος γέρος από το χωριό Αράδαινα. Ευτυχώς η Ιωάννα ήταν όμορφη, έξυπνη και δεν ξεχνούσε ότι ανήκε στο μέλλον αυτής της ηπείρου!

Τα όμορφα χωριά όμορφα χάνονται

Καθώς φεύγεις από την πόλη των Σφακίων και ακολουθείς τον φιδωτό δρόμο που οδηγεί στα Λευκά Ορη η θέα σού κόβει την ανάσα. Πίσω σου το Λιβυκό Πέλαγος και μπροστά τα βουνά, οι μαδάρες. Αϊ-Γιάννης, Ανώπολη και τέλος Αράδαινα. Ενα χωριό που κυριολεκτικά κρέμεται πάνω σ’ έναν εντυπωσιακό «φάραγγα», ένα χωριό το οποίο ερήμωσε τη δεκαετία του ’50 από τη βεντέτα που άναψε άξαφνα. Επτά άνθρωποι σκοτώθηκαν σε μία νύχτα και οι υπόλοιποι 99 έφυγαν σε άλλους νομούς της Κρήτης, ακόμη και στην Αθήνα, προκειμένου να σταματήσει ο κύκλος του αίματος. Στο χωριό δεν παρέμεινε ψυχή, παρά μόνο μια ταμπέλα στην είσοδο τρυπημένη από σφαίρα. Στο βάθος, μόνο ένα σπίτι μοιάζει να ζει καθώς μια σκοτεινή γυναικεία φιγούρα κινείται μπροστά στο παράθυρο. Σιγή. Και ήλιος.

Όλα έγιναν για το κουδούνι ενός πρόβατου, κοινώς λέρι ή λιέρι. Κάποιος έκλεψε ξένο λιέρι και το κρέμασε στο κριάρι του που πήγαινε μπροστά από το κοπάδι με καμάρι. Τα πήρε ο ιδιοκτήτης, έφερε το συγγενικό λιέρι και το βράδυ στην πλατεία βγήκαν τα πιστόλια, οι μπερέτες, τα κυνηγετικά. Τα θύματα πολλά και η ερήμωση του χωριού ήταν αναπόφευκτη. «Ο φόβος του γδικιωμού τους έδιωξε ούλους» μας είπε ο βοσκός λίγο πιο κάτω. Μένει η γέφυρα που έφτιαξαν οι Βαρδινογιάννηδες πάνω από το φαράγγι να προσπαθεί να ενώσει δύο κόσμους αντίθετους και αντίπαλους. Αυτόν της λογικής με εκείνον του παράλογα λογικού για τους Κρητικούς, ανεξήγητου για τους υπολοίπους.

«Αυτά τα εγκλήματα» λέει ο Λευτέρης Κουλιεράκης, οικονομολόγος, γνωστός συγγραφέας και πολιτευτής Χανίων, «διαθέτουν μια χωρική αναφορά. Συνήθως το μεγαλύτερο ποσοστό των εγκλημάτων που προέρχονται από τη βεντέτα γίνονται σε ορεινές και κλειστές περιοχές της δυτικής κυρίως Κρήτης. Ανάμεσα σε ανθρώπους που είναι τραχείς σαν το έδαφος, που βιώνουν έντονα τις αντιπαραθέσεις τους αλλά έχουν και συγγενικούς δεσμούς μεταξύ τους, όπως και κτηματικές διαφορές. Η γυναίκα, κατά τη γνώμη μου, έχει σημαντικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία και ιδιαίτερα στο ψυχολογικό και συναισθηματικό κομμάτι. Δεν είναι τόσο ενεργούμενο σε αυτή καθ’ εαυτή την πράξη, αλλά τροφοδοτεί ή εμποδίζει αυτόν που θα συνεχίσει την ιστορία. Αν κάποιες αξίες, όπως η περηφάνια, ο εγωισμός, η ανάγκη για προστασία των γυναικών και της οικογένειας, περάσουν στο παιδί από τη μάνα στην ακραία τους μορφή, τότε μπορεί να δημιουργήσουμε έναν δυνάμει φονιά». Κατά τον κ. Τσαντηρόπουλο, συνήθως στην Κρήτη «δεν πειράζουν τις γυναίκες επειδή αυτές κρατούν και μετά τον γάμο την αιματοσυγγένεια με την πρώην οικογένειά τους και υπάρχει ο κίνδυνος να μπλεχτούν πολλοί σε περίπτωση που κάποιος θα τις σκοτώσει». Το χωριό Πάτημα Αποκορώνου όμως, χωριό-φάντασμα, ξεκληρίστηκε μετά τη δολοφονία μιας γυναίκας και την αλυσίδα φόνων που ακολούθησε, πρώτα στο Ρέθυμνο, μετά στην Αμαλιάδα, τη Μυτιλήνη και τέλος στην Αθήνα. Ηταν το μαύρο απόγευμα της 23ης Μαΐου 1994 όταν σε αγροτική τοποθεσία έξω από το χωριό βρέθηκε σκοτωμένη και σεξουαλικά κακοποιημένη η Φωτούλα Μουζουράκη, 53 χρόνων, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Από εκείνη τη στιγμή θα ανοίξει κρητική βεντέτα ανάμεσα στα παιδιά και στον φονιά Μιχάλη Δικονιμάκη, που θα έχει αποτέλεσμα δέκα νεκρούς και θα ερημώσει ένα χωριό. Εκεί όπου κατοικούν ελάχιστοι ηλικιωμένοι, ριζωμένοι σ’ έναν καταραμένο τόπο. Και όποτε κάποιοι ξένοι ζήτησαν να αγοράσουν έρημα σπίτια, οι ιδιοκτήτες δεν τα πούλησαν γιατί είχαν στοιχεία από τη μνήμη μιας γυναίκας.

Η μπερέτα ταιριάζει στη βεντέτα

Την έψαξα σ’ όλα τα Χανιά. Μου είχαν πει ότι είχε παντοπωλείο στη Δημοτική Αγορά Χανίων. Δεν θέλησε να με δει γιατί είχε βιώσει μια από τις πιο παλιές βεντέτες της Κρήτης που ακόμη σιγοκαίει. Παντρεμένη στο χωριό Ασκύφου, θυμάται με τρόμο τον άντρα της που την περνούσε 30 χρόνια να κοιμάται με το πιστόλι κάτω από το μαξιλάρι. Είχε φύγει πολύ νέα από το Ρέθυμνο, γιατί άλλον αρραβωνιάστηκε κι άλλον αγάπησε. Αθέτησε τον λόγο, μπλέχτηκαν οι οικογένειες και μετανάστευσε στα Χανιά. Ο καινούργιος σύζυγος μπήκε στον κύκλο του αίματος, τελικά σκοτώθηκε, ενώ η φρίκη την ακολουθεί ακόμη μαζί με μια αλυσίδα νεκρών. Η Φιλότσα (βαφτιστήρα της) με παρακάλεσε να την ξεχάσω.

Φουρτουνάκηδες και Βροντάκηδες

Οι Κρητικοί αναφέρονται στην ταινία με τη Βουγιουκλάκη σαν να θέλουν να γελάσουν και να απαλύνουν την ατμόσφαιρα. Η Ανδρονίκη Σαμαρινάκη όμως, που ίσως δεν μας έδωσε το πραγματικό της όνομα, είναι κι αυτή από το Ασκύφου. Σερβιτόρα σ’ ένα από τα γνωστότερα ξενοδοχεία, μας πλησίασε μόνη της όταν άκουσε να μιλάμε για τα οικογενειακά. Πολύ νέα και μητέρα ενός κοριτσιού, έχει φύγει εδώ και αρκετά χρόνια από το χωριό της αφήνοντας, όπως λέει, πίσω της την κόλαση.

«Στον άντρα μου άρεσε το καπετανιλίκι και το πούλαγε κιόλας. Είχαμε ένα μίνι μάρκετ κι αυτός έπαιρνε όλη την είσπραξη για να αγοράζει όπλα από τα 22 και να κυνηγά Ρωσίδες. Για να με αρραβωνιαστεί έπρεπε να παίξω τριανταπεντάρι. Δεν άντεξα, έφυγα. Πήγαν να χαλάσουν στη συνέχεια τον αδελφό μου, αλλά απέτυχε η απόπειρα. Ωστόσο η οικογένειά μου απειλείται».

Τα οικογενειακά του Ασκύφου Σφακίων

Ένα πανέμορφο χωριό με τη δική του ιστορία, τους δικούς του ηρωικούς αγώνες κατά των κατακτητών. Βγάζει λεβέντες Σφακιανούς, ψηλούς και ανοιχτούς, αλλά κάθε οικογένεια εδώ έχει τα δικά της οικογενειακά. Στην είσοδο του αρχοντικού των Αθιτάκηδων η επιγραφή με τις λέξεις «ζωή, υγεία» ταιριάζει με την ευχή ενός ολόκληρου κόσμου. Είναι βράδυ με ψύχρα και στο τσαγκαράδικο του Σήφη Λιοντάκη, όπου γίνονται και τα καλύτερα στιβάλια της περιοχής, τα λόγια είναι κοφτά. Και οι ματιές σκιασμένες. «Δεν είναι ωραία τούτα τα πράγματα» λέει ο Σήφης. «Κανείς δεν τα θέλει αλλά ο Κρητικός είναι ανίκητος και έχει έντονο μέσα του ένα ιδιαίτερο αίσθημα δικαιοσύνης. Ιδιόμορφο θα έλεγα».

Η κρητική ρακή είναι υπέροχη όπως και η φιλοξενία σ’ αυτό τον τόπο. Γύρω από το καζάνι της απόσταξης έχουν μαζευτεί οι φίλοι και ανάμεσά τους ο τότε δημοτικός σύμβουλος Σφακίων Κώστας (δεν επιθυμεί να αναφερθεί το επώνυμό του). «Δεν λειτουργεί σωστά η δικαιοσύνη» μας είχε πει. «Επειδή το έγκλημα της βεντέτας βασίζεται στο εθιμικό δίκαιο και στους ιδιαίτερους κανόνες που διέπουν μια κοινωνία, οι δικαστές το αντιμετωπίζουν πολλές φορές σαν τέτοιο. Δεν νοείται ένας βαρυποινίτης που εκτίει ποινή για φόνο να βγαίνει κάθε τόσο με πενθήμερες άδειες. Είχε έλθει ένας τέτοιος στο Ρέθυμνο και σκότωσε έναν φοιτητή επειδή τον σκούντηξε στην καφετέρια. Και επειδή ήξερε ότι η οικογένεια του παιδιού ήταν “αδύναμη” και δεν θα άνοιγε βεντέτα. Πρέπει να ανεβεί η παιδεία του κόσμου και να μη γίνεται η κακή, που λέμε, αρχή. Πάντως, τα τελευταία χρόνια, παρότι λένε πως οι Σφακιανοί είναι σκληροί, στα Σφακιά έχουμε τα λιγότερα περιστατικά».

Το αίμα ζητεί εκδίκηση

«Οποιος έχει γεννηθεί στην Κρήτη ξέρει τι σημαίνει φάση αντεκδίκησης. Εγώ γεννήθηκα στη Γερμανία, αλλά έχει περάσει στο DNA μου αυτή η γνώση. Η βεντέτα καταγράφεται για πρώτη φορά στη μινωική πολιτεία. Ο Αριστοτέλης στα “Ηθικά Νικομάχεια” αναφέρει ως εισηγητή του δικαίου της ανταπόδοσης τον Ραδάμανθυ, αδελφό του Μίνωα. Σύμφωνα με αυτή την ποινική διάταξη, “όποιος διαπράξει ένα αδίκημα μόνο σαν πάθει ό,τι κάμει δίκη σωστή θα γίνει”. Εμείς σαν σύγχρονες μητέρες οφείλουμε απέναντι στα παιδιά μας να διοχετεύσουμε αυτό το έντονο συναίσθημα εκδίκησης σε άλλες δράσεις». Η Λίτσα Κουρουπάκη είναι οδοντίατρος και πρώην βουλευτής Χανίων. Ανήκει στη νέα γενιά, αλλά δυστυχώς η πολιτική συχνά αναμοχλεύει πάθη για λίγες ψήφους. Γιατί, όπως ισχυρίζεται ο Λευτέρης Κουλιεράκης, «το τοπικό πολιτικό προσωπικό αδυνατεί να διαχειριστεί το πρόβλημα, στον οίκο μπαίνουν τώρα και πιο σύγχρονες μορφές εγκληματικότητας ή βολεύεται με αυτού του είδους τις αντιθέσεις ή κοινωνικές παθογένειες προκειμένου να επενδύσει σε ψήφους. Μόνον με ανοιχτές κοινωνίες θα απαντήσουμε σε αυτά τα προβλήματα».

Ο δρόμος προς το λιμάνι της Σούδας μόλις χαιρέτισε την πρώτη βροχή του Νοεμβρίου. Φτάνουμε στο πλοίο της επιστροφής και σε λίγο μπαίνουν οι μηχανές μπροστά. Εχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε, αλλά μόλις τον περασμένο Απρίλιο ήρθε η δολοφονία του 24χρονου Μανώλη Στρατάκη στα Ανώγεια της Κρήτης από τον πρώτο ξάδελφο του πατέρα του, κάποιον Νικολακάκη, για να ανοίξει και πάλι η απειλή μιας νέας αιματηρής βεντέτας. Οι αρχές και οι ειδικοί κάνουν τις εκτιμήσεις τους και εμείς θυμόμαστε πριν από περίπου οκτώ χρόνια την εκτέλεση ενός 27χρονου νέου, του Σταύρου Πολέντα, στο Ασκύφου. Ο πατέρας του Μανώλης είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη για τον θάνατο του Σταύρου Καλπάκη. «Εμείς από την αρχή ζητήσαμε δικαιοσύνη και όχι εκδίκηση. Δεν έχουμε σχέση με το έγκλημα. Είμαστε θύματα όχι θύτες» είχε πει η χήρα Καλπάκη στα ΜΜΕ με το ύφος μιας ακόμη γυναίκας που ακολουθεί τον νόμο της σιωπής. Και τη γνώση πως ζει στον τόπο του ηρωικού και του παράλογου, γνώση δύσκολη αλλά αληθινή.

 Όλγα Μπατή

* Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #131 του HotDoc που κυκλοφόρησε στις 30 Ιουλίου 2017

{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger