Αρχική » » Άμαχοι στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – Μια μαζική καταστροφή

Άμαχοι στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – Μια μαζική καταστροφή

{[['']]}

 


Δημογραφική αιμορραγία οικονομική κατάρρευση και... ισπανική γρίπη. 

 Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σηματοδότησε μια άνευ προηγουμένου καταστροφή στην ιστορία της Ευρώπης και του κόσμου. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές υπήρξαν τεράστιες και η γηραιά ήπειρος αναδύθηκε ερειπωμένη από τη σύγκρουση, ενώ οι στρατιώτες και οι πολίτες που επέζησαν στιγματίστηκαν ανεξίτηλα από την εμπειρία των ετών 1914-1918.

Μια τραυματισμένη ήπειρος

Ο Μεγάλος Πόλεμος είχε αποτέλεσμα μια μεγάλη «αιμορραγία» από την οποία η Ευρώπη θα χρειαζόταν δεκαετίες για να ανακάμψει. Η σύγκρουση άφησε σχεδόν 10 εκατομμύρια νεκρούς, κυρίως στρατιώτες, μεταξύ των οποίων 2 εκατομμύρια Γερμανούς και 1,4 εκατομμύριο Γάλλους.(1) Σχεδόν έξι εκατομμύρια στρατιώτες τραυματίστηκαν πολύ σοβαρά και ανάμεσά τους ήταν τα «σπασμένα πρόσωπα» (les gueules cassées) που υπέφεραν από τρομερούς ακρωτηριασμούς στο πρόσωπο, καθιστώντας την επιστροφή τους σε μια φυσιολογική ζωή σχεδόν αδύνατη. H συντριπτική πλειονότητα των απωλειών αφορούσε νέους άντρες (19 έως 40 ετών), με αποτέλεσμα ο πόλεμος να έχει βαθιές δημογραφικές συνέπειες. Η οικονομική καταστροφή της Ευρώπης θα οδηγήσει στην κατάρρευση των ούτως ή άλλως ελλιπών συστημάτων υγείας. Τραγικό αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας υπήρξε η αδυναμία των κρατών να αντιμετωπίσουν την πανδημία της ισπανικής γρίπης που έπληξε την ήπειρο από τον Μάρτιο του 1918 έως και το 1921 και κόστισε τη ζωή σε πάνω από δύο εκατομμύρια Ευρωπαίους.(2)

Απώλειες 3,4 εκατ. Γάλλων και Γερμανών στρατιωτών

Στα πεδία των μαχών ο Μεγάλος Πόλεμος υπήρξε ο πρώτος «ολοκληρωτικός» πόλεμος και ο πλέον αιματοβαμμένος έως τότε στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αν και τα περισσότερα θέατρα των μαχών βρίσκονταν επί ευρωπαϊκών εδαφών, στις συνολικές στρατιωτικές επιχειρήσεις μετείχαν συνολικά 70 κράτη σε ολόκληρη την υφήλιο και κλήθηκαν στα όπλα σχεδόν 70 εκατομμύρια άντρες από το 1914 έως το 1918. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, περίπου ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός (κάπου 800 εκατ. άνθρωποι) ενεπλάκη στον πόλεμο. Υπολογίζεται ότι έως το 1918 επιστρατεύτηκαν περισσότεροι από 8 εκατομμύρια άντρες στη Γαλλία (συμπεριλαμβανομένων των αποικιών), 13 εκατ. στη Γερμανία, 9 εκατ. στην Αυστροουγγαρία, 9 εκατ. στη Βρετανική Αυτοκρατορία (Μ. Βρετανία, Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Ν. Αφρική, Ινδία και λοιπές αποικίες), 18 εκατ. στη Ρωσία (έως το 1917), 6 εκατ. στην Ιταλία (μετά το 1915) και άλλα 4 εκατ. στις ΗΠΑ (μετά το 1917). Ακόμη και στην Ελλάδα, που έβγαινε από τους Βαλκανικούς Πολέμους και γνώριζε την τραγωδία του Εθνικού Διχασμού, κινητοποιήθηκαν το τελευταίο έτος του πολέμου περίπου 200-230.000 άντρες.

 Σύμφωνα με μια μέση παγκόσμια εκτίμηση, ο Μεγάλος Πόλεμος προκάλεσε σχεδόν 10 εκατομμύρια θανάτους, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 2 εκατομμυρίων Γερμανών, σχεδόν 1,8 εκατομμύριου Ρώσων, 890.000 Βρετανών, 650.000 Ιταλών και λίγο πάνω από 1,4 εκατομμυρίου Γάλλων. Η Γαλλία είχε 105 νεκρούς για κάθε 1.000 ενεργούς στρατιώτες έναντι 98 για τη Γερμανία και 51 για το Ηνωμένο Βασίλειο. Κάθε μέρα έβρισκαν τον θάνατο κατά μέσο όρο 6.000 άνθρωποι. Συνολικά, το 36% όσων πολέμησαν για τις δυνάμεις της Αντάντ δεν επέστρεψαν ποτέ στα σπίτια τους, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις απώλειες των κεντρικών αυτοκρατοριών άγγιξε το 22%. Σε αναλογία με τον συνολικό πληθυσμό της μεταξύ των συμμαχικών χωρών, η Γαλλία γνώρισε, μετά τη Σερβία, τον μεγαλύτερο αριθμό νεκρών.(3) Σε αυτούς τους αριθμούς θα πρέπει να προσθέσουμε τόσο τους τραυματίες των μετώπων όσο και εκείνους που καταγράφηκαν ως αγνοούμενοι. Χιλιάδες δε άλλοι αιχμαλωτίστηκαν(4) και επέστρεψαν στις πατρίδες τους μόνο έπειτα από αρκετά χρόνια, ταλαιπωρημένοι, αποκομμένοι από τις οικογένειές τους και ουσιαστικά χωρίς να καταφέρουν ποτέ να επανενταχτούν στις μεταπολεμικές κοινωνίες. Οι επιζήσαντες μετατράπηκαν έτσι σε πρωταγωνιστές ενός δράματος δίχως προηγούμενο: «μόλις συνήλθαν από τη μέθη του πολέμου βρέθηκαν αντιμέτωποι με το πρόβλημα της προηγούμενης ζωής τους και του μέλλοντός τους».(5) «Κατεστραμμένοι άντρες» και «τραυματισμένοι πατριάρχες» υπήρξαν τα πρώτα θύματα ενός πολέμου που όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο πρωτοπόρος ερευνητής της ανθρώπινης σεξουαλικότητας Μάγκνους Χίρσφελντ υπήρξε «η μεγαλύτερη σεξουαλική καταστροφή που υπέστη ποτέ ο πολιτισμένος άνθρωπος».(6)


Άμαχοι. Η διάχυση της βίας

Αν και ο πόλεμος δεν έπληξε όσο ο αντίστοιχος Β΄ Παγκόσμιος τους αμάχους, προκάλεσε σοβαρές αλλαγές στην καθημερινότητα των πολιτών στα μετόπισθεν και αποσάθρωσε τις κοινωνικές δομές σε βάθος χρόνου. Συνοπτικά, αναλύοντας τις επιπτώσεις στον άμαχο πληθυσμό θα μπορούσαμε να διακρίνουμε μια σειρά από σχετικές κατηγορίες θυμάτων:

Τα άμεσα θύματα των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των εισβολών, των βομβαρδισμών κ.λπ. Ειδικότερα, σε πολλές παραμεθόριες περιοχές που δέχονταν την εισβολή ή τον βομβαρδισμό δεν υλοποιήθηκαν συντεταγμένα μέτρα εκκένωσης από τους πολίτες, γεγονός που αποδείκνυε ότι για πολλούς ιθύνοντες ο πόλεμος επρόκειτο να κρατήσει ελάχιστα και σε κάθε περίπτωση δεν θα έπληττε παρά τον αντίπαλο. Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι, οι χώροι διαβίωσης και η περιουσία τους βρέθηκαν άμεσα εκτεθειμένα στις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Στις περιοχές της πρώτης γραμμής, κτίρια, εργοστάσια, αγροκτήματα, ορυχεία, γέφυρες, δρόμοι, σιδηρόδρομοι υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή. Ειδικά στο ανατολικό μέτωπο (Πολωνία), στη βαλκανική ενδοχώρα και σε διαμερίσματα των γερμανογαλλικών συνόρων (Αλσατία, Λωρραίνη, Καμπανία) ολόκληρα χωριά απλώς σβήστηκαν από τον χάρτη χωρίς μεταπολεμικά να είναι δυνατή η ανοικοδόμησή τους στην ίδια τοποθεσία. Το στίγμα που άφησε στις ατομικές και συλλογικές μνήμες η εμπειρία βομβαρδισμών των αμάχων υπήρξε πράγματι ιδιαίτερα ισχυρό.

Η μετάβαση στον πόλεμο θέσεων/ χαρακωμάτων έτεινε να περιορίσει τη διάχυση της βίας στους αμάχους. Ωστόσο, ο στόχος της βίας που συνδεόταν αυστηρά με στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν όχι μόνο να εμποδίσει τα αντίπαλα στρατεύματα, αλλά και να αποτρέψει την ταχεία επανέναρξη της ζωής των πολιτών.(7) Για παράδειγμα κατά τη γερμανική στρατηγική αποχώρηση του Φεβρουαρίου του 1917 οι δρόμοι στη γαλλική επαρχία έγιναν αδιάβατοι, τα πηγάδια δηλητηριάστηκαν, τα χωριά πυρπολήθηκαν συστηματικά, βιοτεχνικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις καταστράφηκαν, ενώ ακόμη και τα οπωροφόρα δέντρα δεν γλίτωσαν από τη συστηματική καταστροφή. Το 1918, λίγους μήνες πριν από τη λήξη του πολέμου, η πόλη Λανς καταστράφηκε συστηματικά: τα γερμανικά στρατεύματα ανατίναξαν σπίτια, αστικές υποδομές και εγκαταστάσεις εξόρυξης. Τα βαριά όπλα που βομβάρδισαν το Παρίσι από τις 23 Μαρτίου έως τις 9 Αυγούστου 1918 προκάλεσαν 256 θύματα και 625 τραυματίες, ενώ οι βομβαρδισμοί με Ζέπελιν από το 1914 και κατόπιν με αεροπλάνο προκάλεσαν 267 νεκρούς και 602 τραυματίες. Την άνοιξη του 1917 τα πρώτα βομβαρδιστικά του γερμανικού στρατού πραγματοποίησαν επιδρομές στις βιομηχανικές περιοχές του Λονδίνου.

Ποιοτική αλλαγή στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου

Οι συνολικές απώλειες, αν και υπήρξαν σχετικά περιορισμένες (1.414 νεκροί και 3.416 τραυματίες μεταξύ των αμάχων), μαρτυρούν ωστόσο μια αποφασιστική ποιοτική αλλαγή στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου, όπως:

* Τα θύματα εγκλημάτων πολέμων σχετιζομένων με λεηλασίες, εμπρησμούς κατοικιών και καταστημάτων, βιασμούς ή ακόμη και ομαδικές εκτελέσεις: οι άμαχοι γίνονται στόχος εσκεμμένης βίας από τα στρατεύματα εισβολής. Αυτή η βία συνδύαζε αφενός την εμπειρία της σωματικής ευπάθειας που αισθάνονται οι μαχητές και μια εικόνα που είχε καλλιεργήσει η προπαγάνδα για τη στάση των εχθρικών πληθυσμών και αφετέρου μια εμπειρία ισχύος που συνδέεται με την οπλοφορία και την ατιμωρησία, που προκλήθηκε από την κατάρρευση των συνηθισμένων κανόνων περιορισμού της ίδιας βίας. Ειδικά στο δυτικό μέτωπο τα γερμανικά στρατεύματα διείσδυσαν στα εχθρικά εδάφη με τη βεβαιότητα ότι θα αντιμετώπιζαν ένοπλη αντίσταση από τον βελγικό και τον γαλλικό πληθυσμό. Αποτέλεσμα αυτής της κατασκευασμένης από την προπαγάνδα αντίληψης υπήρξαν οι εκτεταμένες βιαιοπραγίες με βασικό χαρακτηριστικό τους ομαδικούς βιασμούς γυναικών που εκ των πραγμάτων ζούσαν πλέον μόνες τους, καθώς οι άντρες είχαν επιστρατευτεί. Η επίθεση των 13 γερμανικών συνταγμάτων που συμμετείχαν στην επίθεση στη Λιέγη έμεινε στην ιστορία του πολέμου ως μια από τις πλέον αιματοβαμμένες για τον άμαχο πληθυσμό. Στη μικρή βελγική πόλη Ντινάν οι μαζικές εκτελέσεις και η χρήση αμάχων ως ανθρώπινων ασπίδων οδήγησαν στον θάνατο 674 ανθρώπους που ισοδυναμούσε με το 10% του συνολικού πληθυσμού.(8) Συνολικά μόνο μεταξύ Αυγούστου και Οκτωβρίου 1914 εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς εισβολείς 6.500 Βέλγοι και Γάλλοι πολίτες.(9)

* Τους εκτοπισμένους «αλλοεθνείς» σε στρατόπεδα συγκέντρωσης που αποτέλεσαν μια ιδιότυπη κατηγορία φυλακισμένων. Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονταν οι πολίτες «εχθρικών» χωρών που τη στιγμή της κήρυξης του πολέμου βρέθηκαν να ζουν σε αντίπαλο κράτος. Όπως συνέβη και κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εκατοντάδες Γάλλοι της Γερμανίας –και το αντίστροφο– εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα και φυλακές και μόνο έπειτα από διεθνείς διαμεσολαβήσεις μπόρεσαν κάποιοι να μετακινηθούν στους τόπους καταγωγής τους. Δύσκολο ωστόσο είναι να διαπιστωθεί πόσοι από αυτούς τους πληθυσμούς επέζησαν των εκτοπισμών και ακόμη πιο δύσκολο να εξεταστεί η τύχη τους μεταπολεμικά, ειδικά όσον αφορά τις μεικτές οικογένειες που αναγκάστηκαν να χωριστούν.

* Τους ομήρους που συνελήφθησαν από τις δυνάμεις εισβολής για την επίτευξη μιας σειράς από στόχους (τη δι-ασφάλιση της τάξης, την επιβολή της υποχρεωτικής εργασίας ή ακόμη και την άσκηση διπλωματικής/διαπραγματευτικής πίεσης στον αντίπαλο). Τέτοιες περιπτώσεις υπήρξαν σε όλα τα μέτωπα ειδικότερα όμως το φαινόμενο ήταν συχνό στην ανατολική Ευρώπη αλλά και στο ιταλικό μέτωπο όπου οι μάχες δεν περιορίστηκαν μόνο στα χαρακώματα αλλά έπληξαν και ευρύτερες περιοχές. 

 

Εσωτερικοί αντιφρονούντες. Εκτοπισμοί, εκτελέσεις

* Τους «εσωτερικούς» αντιφρονούντες που είτε εκτοπίστηκαν ή εκτελέστηκαν εξαιτίας της αντίθεσής τους στον πόλεμο είτε υποχρεώθηκαν να παράσχουν υποχρεωτική εργασία. Μια πρώτη ομάδα αποτελούσαν οι ιδεολογικοί αντίπαλοι του πολέμου (σοσιαλιστές και κομμουνιστές, πασιφιστές αλλά και εκκλησιαστικοί παράγοντες) που φυλακίστηκαν κυρίως στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία.(10) Αρκετοί από αυτούς βρήκαν τον θάνατο λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης στους τόπους κράτησης, ενώ ξεχωριστή κατηγορία μελέτης θα μπορούσαν να αποτελέσουν οι χιλιάδες μπολσεβίκοι και λοιποί σοσιαλιστές που φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν από τις τσαρικές αρχές πριν από το ξέσπασμα της επανάστασης. Στην ίδια κατηγορία των «εσωτερικών εχθρών» θα μπορούσαν να ενταχτούν και όσοι πολίτες των εμπόλεμων περιοχών θεωρήθηκαν «εθνικά ύποπτοι» και εκτοπίστηκαν σε περιοχές μακριά από τα μέτωπα υπό τη δικαιολογία της «εθνικής ασφάλειας» αλλά στην ουσία εξοντώθηκαν φυσικά (βλ. π.χ. Τάγματα Εργασίας Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ή εκτοπισμοί Αρμενίων).

* Τους πρόσφυγες που εγκατέλειψαν τις εστίες τους ήδη από τους πρώτους μήνες του πολέμου είτε εξαιτίας πολεμικών επιχειρήσεων (π.χ. στα κατεχόμενα από τους Γερμανούς εδάφη στη Γαλλία και στο Βέλγιο) είτε εξαιτίας των νέων δεδομένων που δημιουργούσαν οι αλλαγές των συνόρων ή οι οικονομικές αναγκαιότητες. Στις περιπτώσεις αυτές είναι δύσκολο να υπολογιστούν οι άμεσες απώλειες, δηλαδή πόσοι από τους πρόσφυγες έχασαν τη ζωή τους είτε κατά την αποχώρηση από τον γενέθλιο τόπο είτε κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στους προσωρινούς τόπους διαμονής. Εξάλλου, δεν υπήρξαν όλες οι κατηγορίες προσφύγων όμοιες. Στη δυτική Ευρώπη οι περισσότερες μετακινήσεις υπήρξαν εφήμερες και προκλήθηκαν εξαιτίας του πανικού που προκάλεσε η γρήγορη γερμανική προέλαση: περίπου ένα εκατομμύριο Βέλγοι μετακινήθηκαν προς την Ολλανδία, τη Γαλλία και τη Βρετανία με τους μισούς να έχουν επιστρέψει έως το τέλος του πολέμου. Ομοίως, περίπου 250.000 Γάλλοι μετακινήθηκαν εντός της βελγικής επικράτειας εξαιτίας της πίεσης των Γερμανών, ενώ 500.000 Παριζιάνοι μετακινήθηκαν στον γαλλικό νότο ακολουθώντας τη γαλλική κυβέρνηση που τον Σεπτέμβριο του 1914 μετέφερε προσωρινά την έδρα της στο Μπορντό.

Μετακινήσεις πληθυσμών σε ανατολική Ευρώπη, Βαλκάνια

Αντίθετα, οι μετακινήσεις στην ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια υπήρξαν πιο μαζικές, συνοδεύτηκαν από σημαντικές απώλειες ανθρώπινων ζωών και έλαβαν μονιμότερο χαρακτήρα. Η φύση εξάλλου των προσφυγικών ροών είχε την προέλευσή της στη διασπορά των εθνικών μειονοτήτων στο έδαφος της Ρωσικής, της Γερμανικής, της Αυστροουγγρικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο πόλεμος οδήγησε 870.000 Γερμανούς από την ανατολική Πρωσία να φύγουν δυτικά. Στη Ρωσία –μετά τις αναγκαστικές εκτοπίσεις στην αρχή του πολέμου 600.000 Εβραίων και δήθεν εχθρικών μειονοτήτων (κυρίως Γερμανών)– οι εκτοπισμοί για λόγους ασφάλειας των τσαρικών στρατευμάτων έφτασαν τα 3.000.000 το καλοκαίρι του 1915 και τα 7.000.000 τον Νοέμβριο του 1917. Κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής υποχώρησης του 1915 από τη Γαλικία, την Πολωνία και τις περιοχές της Βαλτικής, το επιτελείο του ρωσικού στρατού εφαρμόζει μια πολιτική καμένης γης, ισοπεδώνοντας ολόκληρα χωριά, δημιουργώντας χιλιάδες άστεγους μεταξύ των αμάχων, χωρίς να μπορούμε να υπολογίσουμε τους νεκρούς.

 

Στην Αυστροουγγαρία ομοίως χιλιάδες μειονοτικοί πληθυσμοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Ο αριθμός των προσφύγων από τη Βοσνία/Ερζεγοβίνη, τη Γαλικία, την Μπουκοβίνα και το Τρεντίνο, ο αριθμός των οποίων ανερχόταν σε 500.000 στα μέσα του 1915, έως το 1918 τριπλασιάστηκε τουλάχιστον. Η ήττα των Ιταλών στο Καπορέτο προκάλεσε 500.000 πρόσφυγες που κατευθύνθηκαν στις μεγάλες πόλεις της βόρειας Ιταλίας. Η εισβολή επίσης σε μεγάλο μέρος της Σερβίας από τον γερμανικό και τον αυστροουγγρικό στρατό ώθησε 500.000 αμάχους προς την Αδριατική. Ο ρωσικός εμφύλιος πόλεμος εμπόδισε τον επαναπατρισμό των προσφύγων στα σπίτια τους, όπως των αιχμαλώτων πολέμου, και οδήγησε σε νέες μετακινήσεις πληθυσμών: 400.000 άμαχοι έφυγαν από τη Ρωσία για την περιοχή υπό γερμανική κατοχή το 1918 μεταξύ Μαΐου και Νοεμβρίου, 1,3 εκατ. Πολωνοί πέρασαν από τη Ρωσία στην Πολωνία. Παρόμοιες μετακινήσεις σημειώθηκαν μεταξύ Ρουμανίας και Ουγγαρίας, Βουλγαρίας και Ελλάδας, ενώ άμεσα συνδεδεμένες με τις επιπτώσεις του Μεγάλου Πολέμου ήταν σαφώς και οι μετακινήσεις των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και οθωμανικής επικράτειας που ολοκληρώθηκαν μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο (1919-1922) και την αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923. Όπως σωστά αναφέρθηκε, οι παλιές «φυλακές των εθνών» θα δώσουν το 1918 τη θέση τους στις «νέες φυλακές των λαών».(11)

Χήρες, ορφανά και ανάπηροι

Το τέλος του Πολέμου βρίσκει στη Γαλλία περίπου 680.000 χήρες και

760.000 ορφανά. Η Γερμανία είχε

525.000 χήρες πολέμου και πάνω από ένα εκατομμύριο ορφανά. Οι Βρετανοί νεκροί άφησαν πίσω τους

345.000 ορφανά και 193.000 χήρες. Πάνω από 6.500.000 άτομα επέζη-σαν με κάποια αναπηρία, στη συντρι-πτική τους πλειονότητα στρατιώτες που επέστρεψαν από το μέτωπο.12

Δύσκολο να υπολογιστούν όσοι υπέστησαν νευρολογικά προβλή-ματα εξαιτίας της εκτεταμένης χρή-σης χημικών αερίων στα χαρακώματα αλλά και οι ψυχολογικές συνέπειες για εμπόλεμους και αμάχους. Κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέρρευσαν εξάλλου τα ποσοστά των γεννήσεων. Μεταξύ 1914 και 1918 το έλλειμμα γεννήσεων υπολογίζεται σε περισ-σότερο από 1.000.000 στη Γαλλία και 3.500.000 στη Γερμανία. Μόνο στη Γαλλία οι διακοπές κύησης μετά το ξέσπασμα του πολέμου έφτασαν

το 1,6 εκατ., ήτοι 40% περισσότε-ρες από τον έως τότε ετήσιο μέσο όρο. Ολα αυτά οδήγησαν σε αύξη-ση του αριθμού των ηλικιωμένων που προσέγγισαν το 14% του συνο-λικού πληθυσμού. Σε συνδυασμό δε με τα προβλήματα που αντιμετώπι-σαν τα υγειονομικά συστήματα της Ευρώπης, η θνησιμότητα αυξήθηκε δραματικά13.

Απώλειες κατά τον πόλεμο (στρατιωτικοί – άμαχοι)

επί του συνολικού πληθυσμού στις σημαντικότερες χώρες


 

Ισπανική γρίπη. Τριπλάσια θύματα απ’ ό,τι στις μάχες

Στην Ευρώπη ήδη από το 1916-1917 η λεγόμενη «πνευμονία των Ανναμιτών» προκάλεσε μεγάλο αριθμό νεκρών ανάμεσα στους εργάτες ινδοκινεζικής καταγωγής που βρίσκονταν στη Γαλλία για να αντικαταστήσουν τους επιστρατευμένους Γάλλους. Κατά εκατοντάδες νέοι άντρες –αλλά και γυναίκες– πέθαιναν ξαφνικά από οξύ αναπνευστικό σύνδρομο. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα ήταν το πρώτο κύμα αυτής της γρίπης. Μια από τις υποθέσεις για τη μετάδοση της γρίπης είναι η ύπαρξη μεγάλου αριθμού Κινέζων εργατών που βρίσκονταν ως βοηθητικό σώμα για τα βρετανικά στρατεύματα στη βόρεια Γαλλία.

Μια άλλη θεωρία θέλει την επιδημία να προέρχεται από τα αμερικανικά στρατεύματα που αποβιβάστηκαν στην Ευρώπη το 1917. Η επιδημία σε κάθε περίπτωση εξαπλώθηκε γρήγορα μέσω των κινήσεων των συμμαχικών στρατευμάτων πρώτα στη Γλασκώβη, στη συνέχεια στη Γαλλία και τέλος στην Ιταλία και τη Γερμανία, φτάνοντας στο αποκορύφωμά της τον Ιούνιο του 1918, όταν αναφέρθηκαν τα πρώτα κρούσματα στον Καναδά. Όλες οι εμπόλεμες χώρες εφάρμοζαν ένα εξαιρετικά αυστηρό λογοκριτικό πρωτόκολλο σχετικά με τις συνέπειες της επιδημίας για να μην επηρεαστεί το ηθικό των πληθυσμών.

Όταν τον Μάιο του 1918 η γρίπη έφτασε στην Ισπανία, ο ισπανικός Τύπος ήταν ο πρώτος που περιέγραψε τις επιπτώσεις της και γι’ αυτό τον λόγο η επιδημία επικράτησε να ονομάζεται «ισπανική γρίπη». Στις Ηνωμένες Πολιτείες πιστεύεται ότι περισσότερο από το ένα τέταρτο του πληθυσμού είχε μολυνθεί από τον ιό και από 400.000 έως 675.000 άνθρωποι πέθαναν από αυτόν. 

Στη Γαλλία ο αριθμός των νεκρών εκτιμάται ότι ήταν μεταξύ 120.000 και 240.000. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν πολύ λίγες πληροφορίες για την Αφρική ή την Ασία. Στην περίπτωση της Ινδίας οι αμφιλεγόμενες εκτιμήσεις κυμαίνονται από 1.000.000 έως 20.000.000 θανάτους, ενώ στην Ινδονησία ο αριθμός τους θα φτάσει το 1.500.000. Το ιστορικό πλαίσιο αποτελεί αναμφίβολα ένα σημαντικό στοιχείο για την εξήγηση μιας τέτοιας απώλειας ανθρώπινων ζωών.

Ύστερα από τέσσερα χρόνια ενός τρομερού και γεωγραφικά εκτεταμένου πολέμου οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί είχαν εξαντληθεί και η πρόσβαση στην περίθαλψη ήταν περιορισμένη και προοριζόταν κατά βάση για τραυματίες πολέμου. Επιπλέον, το 1918 δεν υπήρχε ιολογική ή επιδημιολογική παρακολούθηση ούτε αντιιικά ούτε αντιβιοτικά για τη θεραπεία των δευτερογενών λοιμώξεων.

Τέλος, δεδομένου ότι οι πληροφορίες λογοκρίνονταν, ήταν ακόμη πιο δύσκολο να υλοποιηθούν πολιτικές υγειονομικής περίθαλψης ή να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη της ταχείας εξάπλωσης του ιού προκειμένου να περιοριστεί η πανδημία. Εν κατακλείδι, η ισπανική γρίπη προκάλεσε τρεις φορές περισσότερα θύματα από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε ολόκληρο τον κόσμο.(14)

 

H γενοκτονία των Αρμενίων

Μια ιδιαίτερη κατηγορία απωλειών μεταξύ των αμάχων ήταν οι μαζικές σφαγές από τακτικά ή άτακτα στρατεύματα των εμπολέμων. Αν και φαινόμενα σφαγών καταγράφηκαν τόσο στο βελγικό έδαφος όσο και στην ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια, το γεγονός που σφράγισε τη βαναυσότητα του πολέμου ήταν αναμφισβήτητα η γενοκτονία των Αρμενίων. Ακόμη και σήμερα τα «φυλετικά» κίνητρα της σφαγής των Αρμενίων δεν αναγνωρίζονταν από αρκετούς, οι οποίοι θεωρούν ότι οι σφαγές δεν είχαν στόχο τη συστηματική εξόντωση του αρμενικού λαού, ενώ από την τουρκική πλευρά ακόμη και σήμερα αμφισβητείται ο νομικός χαρακτηρισμός της γενοκτονίας.

Γνωρίζουμε ωστόσο ότι μετά τη συντριπτική ήττα των Τούρκων κατά της Ρωσίας στο Σαρικάμις, στον Καύκασο, η κυβέρνηση του Ενβέρ πασά κατηγόρησε τους Αρμενίους ότι υποστηρίζουν τους Ρώσους. Οι οθωμανικές αρχές συστηματοποίησαν τα μέτρα εναντίον των Αρμενίων και το Σάββατο 24 Απριλίου 1915, στην Κωνσταντινούπολη, 600 Αρμένιοι προύχοντες δολοφονήθηκαν με εντολή της κυβέρνησης. Αντίστοιχα, ο «Προσωρινός Νόμος για την Απέλαση» της 27ης Μαΐου 1915 καθιέρωσε ένα κανονιστικό πλαίσιο για την απέλαση των επιζώντων, καθώς και για τη λεηλασία της περιουσίας των θυμάτων. Ήταν η αρχή της πρώτης μεγάλης γενοκτονίας του 20ού αιώνα, η οποία προκάλεσε 1,2 με 1,5 εκατ. θύματα στον αρμενικό πληθυσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.(15)

Ο επίλογος μιας «μαζικής παρεξήγησης»

Ο ιστορικός Mαρκ Φερό πολύ εύστοχα χαρακτήρισε τον Μεγάλο Πόλεμο ως μια «μαζική παρεξήγηση» των εμπολέμων, καθώς όλοι αρχικά (το 1914) πίστευαν ότι θα νικούσαν εύκολα και όλοι τελικά (το 1918) πίστευαν ότι νίκησαν.(16)

Η λήξη όμως του πολέμου άνοιξε πολλά μάτια, αποκαλύπτοντας τη μαζική τύφλωση που για τέσσερα χρόνια βύθισε την Ευρώπη σε μια άνευ προηγουμένου μαζική βιομηχανική σφαγή. Θύματα αυτής της πρώτης παγκόσμιας σύγκρουσης δεν ήταν μόνο οι «πεπλανημένοι» από τον εθνικιστικό σοβινισμό νέοι που αναζητούσαν την προσωπική τους επιβεβαίωση μέσα από το βάπτισμα του πολέμου. Κυνικά θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι η τύχη του πολεμιστή ήταν προαποφασισμένη. Για τους άμαχους όμως –είχαν διαποτιστεί για αρκετά χρόνια από ένα σοβινιστικό πάθος– η αλήθεια του πολέμου κατέστησε σαφές ότι οι φρικαλεότητες μπορούν να είναι ενδεδυμένες με την ιδέα του πατριωτισμού και να έχουν θύματα τους ίδιους, όπου κι αν αυτοί ζουν.

Είτε στα θέατρα των πολεμικών συγκρούσεων είτε στα μετόπισθεν, το κόστος του αίματος έπληξε το σύνολο των οικογενειών τουλάχιστον στις μεγάλες εμπόλεμες χώρες. Με άλλα λόγια, ο «ολοκληρωτικός» πόλεμος υπήρξε «ολοκληρωτικά καταστροφικός» για ενόπλους και αμάχους, ενηλίκους ή παιδιά, άντρες ή γυναίκες.

* Ο Λάμπρος Α. Φλιτούρης είναι επίκουρος καθηγητής Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

** Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #113 του HotDoc.History που κυκλοφόρησε στις 17 Ιουλίου 2022. Διατηρούνται οι ιδιότητες των προσώπων όπως είχαν την εποχή της δημοσίευσης

Παραπομπές

  1. Σχεδόν δηλαδή 900 Γάλλοι στρατιώτες νεκροί κάθε μέρα από την 1η Σεπτεμβρίου 1914 έως την 11η Νοεμβρίου 1918
  2. Υπολογίζεται ότι στη δυτική Ευρώπη πέθαναν 2 έως 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι. Οι απώλειες στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη είναι δύσκολο να εκτιμηθούν, καθώς οι κρατικές δομές είχαν καταρρεύσει τόσο στα εδάφη της πρώην Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας όσο και στη ρωσική επικράτεια που γνώριζε παράλληλα και ένα σκληρό εμφύλιο πόλεμο
  3. Βλ. τα σχετικά στατιστικά στοιχεία στο Niall Ferguson, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, τ.Β΄, Ιωλκός, Αθήνα 2008, σ. 545-561
  4. Ειδική σημασία έχει να αναφερθεί η αιχμαλώτιση/παράδοση του Δ΄ Σώματος Στρατού τον Αύγουστο του 1916. Την άνοιξη του 1916 η φιλοβασιλική κυβέρνηση Σκουλούδη αποφάσισε την παράδοση της οχυρωματικής γραμμής του Ρούπελ στις δυνάμεις της Γερμανίας και Βουλγαρίας. Το ελληνικό Δ΄ Σώμα Στρατού με απόφαση του διοικητή του Ιωάννη Χατζόπουλου αποφάσισε αντί να αιχμαλωτιστεί από τους Βουλγάρους, να παραδοθεί στους Γερμανούς. Περίπου 7.000 αξιωματικοί και οπλίτες μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο της πόλης Γκέρλιτς της Γερμανίας. Περίπου 400 από αυτούς πέθαναν εξαιτίας των δυσμενών συνθηκών, ενώ άλλοι χάθηκαν κατά την επανάσταση των Σπαρτακιστών τον Ιανουάριο του 1919. Βλ. σχετικά Σ.Ν. Δορδανάς – Γερ. Αλεξάτος – Μ. Κανδυλάκης (επιμ.), «Εν Γκαίρλιτς 31/12/1917…». Ημερολόγιο αιχμαλωσίας του βενιζελικού αξιωματικού Στυλιανού Κανδυλάκη στη Γερμανία του Κάιζερ, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2014
  5. Marc Ferro, Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος 1914-1918, μτφ. Τ. Κατσιλέρη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997, σ. 452
  6. Mark Mazower, Σκοτεινή ήπειρος: ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας, μτφρ. Κ. Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001, σ. 88
  7. Για την έννοια της βιαιοποίησης (brutalization) βλ. Έλλη Λεμονίδου, Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: ιστορία μιας οικουμενικής καταστροφής, Εστία, Αθήνα 2020, σ. 146-147
  8. John Horne-Alan Kramer, German atrocities, 1914. A history of Denial, Yale University Press, 2001
  9. Stéphane Audoin-Rouzeau, «La violence des champs de bataille en 1914-1918», Revue d’Histoire de la Shoah, vol. 189, no. 2 (2008), σ. 247-265
  10. Υπολογίζεται ότι μόνο στη Γερμανία λειτούργησαν 69 στρατόπεδα και φυλακές πολιτικών κρατουμένων από το 1914 έως το 1918
  11. Βλ. σχετικά Guy Hermet, Ιστορία των εθνών και του εθνικισμού στην Ευρώπη, μτφρ. Αλ. Νεστοροπούλου, Πεδίο, Αθήνα, 2020, σ. 310-311
  12. François Héran, «Générations sacrifiées: le bilan démographique de la Grande Guerre», Population & Sociétés, vol. 510, no. 4 (2014), σ. 1-4
  13. Στη Γαλλία για παράδειγμα ο πληθυσμός έφτασε στα προ του 1914 επίπεδα μόλις το 1950, καθώς μεσολάβησε και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Olivier Faron, Les Enfants du deuil. Orphelins de la guerre et pupilles de la nation de la Première Guerre mondiale, La Découverte, Paris 2001
  14. Freddy Vinet, La grande grippe: 1918, la pire épidémie du siècle: histoire de la grippe espagnole, Vendémiaire Paris, 2018
  15. Donald Bloxham, The Great Game of Genocide: Imperialism, Nationalism, and the Destruction of the Ottoman Armenians, Oxford University Press, 2005
  16. Marc Ferro, Τύφλωση ή γιατί αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα, μτφρ. Σ. Τριανταφύλλου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2017, σ. 45-50

 

Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger