Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Μακρονήσου. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Μακρονήσου. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η γεωγραφία της εξορίας - Από τον αττικό οστρακισμό μέχρι το τελευταίο πλοίο της Γυάρου, ένας κύκλος 2.500 χρόνων

 

 

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 1974. 6:15 το απόγευμα. Το οχηματαγωγό «Σκίρων» δένει στο λιμάνι του Πόρτο Ράφτη. Από τη ράμπα κατεβαίνουν 44 άνθρωποι. Είναι οι τελευταίοι Έλληνες πολιτικοί κρατούμενοι που εξορίστηκαν στη Γυάρο. 

 Λίγες ώρες πριν, στις 4:20 το πρωί της προηγούμενης ημέρας, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε ορκιστεί πρωθυπουργός. Το ίδιο απόγευμα η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας είχε ανακοινώσει την κατάργηση του στρατοπέδου της Γυάρου. Στις 26 Ιουλίου θα εκδοθεί το Προεδρικό Διάταγμα 519/1974 με τη γενική αμνηστία, και λίγο αργότερα το νομοθετικό διάταγμα 59/1974 θα καταργήσει τον αναγκαστικό νόμο 509/1947 που ποινικοποιούσε επί δεκαετίες τη σκέψη. 45 χρόνια μετά την ψήφιση του «Ιδιωνύμου» από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, η ποινικοποίηση του πολιτικού φρονήματος τερματίζεται.

Με το πλοίο αυτό κλείνει ένας κύκλος 2.500 ετών. Από τότε που ο Κλεισθένης θέσπισε τον οστρακισμό στην Αθήνα του 508 π.Χ. μέχρι εκείνο το απόγευμα στο Πόρτο Ράφτη, η πολιτική εξουσία στον ελλαδικό χώρο απομάκρυνε συστηματικά τους αντιπάλους της σε συγκεκριμένους τόπους. Άλλαξαν οι μορφές, άλλαξε δραματικά η σκληρότητα, άλλαξε και η ορολογία. Η γεωγραφία όμως παρέμεινε σχεδόν η ίδια.

 

Όστρακα και νησιά

Η ιστορία ξεκινά με τον Κλεισθένη. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., μαζί με τη νέα διαίρεση των φυλών, εισήγαγε έναν θεσμό μοναδικό στην αρχαιότητα: τον οστρακισμό. Κάθε χρόνο η εκκλησία του δήμου αποφάσιζε αν θα γίνει οστρακοφορία· αν συγκεντρώνονταν έξι χιλιάδες ψήφοι σε όστρακα, ο πολίτης με το περισσότερα όστρακα έπρεπε να εγκαταλείψει την Αττική για δέκα χρόνια — χωρίς να χάσει ούτε την ιδιότητα του πολίτη ούτε την περιουσία του. Δεν ήταν τιμωρία, ήταν πολιτικό φίλτρο κατά της τυραννίας.

Από αυτόν τον θεσμό πέρασαν οι πιο σημαντικές μορφές της κλασικής Αθήνας. Ο Αριστείδης ο Δίκαιος, ο Θεμιστοκλής, ο Κίμων, ο Θουκυδίδης ο Μελήσιος. Πολλοί ανακλήθηκαν πρόωρα με νέο ψήφισμα, όπως ο Αριστείδης μπροστά στην απειλή του Ξέρξη.

 

 Μερικούς αιώνες αργότερα, οι Ρωμαίοι μετέτρεψαν την εξορία σε ποινή με δύο μορφές: τη relegatio (εξορία), που σήμαινε προσωρινή απομάκρυνση χωρίς απώλεια πολιτείας, και τη deportatio (απέλάση / εκτοπισμός), που συνεπαγόταν κατάσχεση περιουσίας και διά βίου περιορισμό. Τα νησιά στα οποία έστελναν τους ανεπιθύμητους είναι ακριβώς αυτά που θα ξαναεμφανιστούν στους χάρτες του 20ου αιώνα: Γυάρος, Σέριφος, Δονούσα, Αμοργός, Λέσβος. Όταν τον πρώτο αιώνα μ.Χ. προτάθηκε στη ρωμαϊκή Σύγκλητο η εξορία του ανθυπάτου της Ασίας Σιλανού στη Γυάρο, ο αυτοκράτορας Τιβέριος αρνήθηκε. Η Γυάρος, έγραψε ο Τάκιτος στα Χρονικά του, ήταν «τραχιά και χωρίς ανθρώπινο πολιτισμό», ακατάλληλη ακόμη και για εξόριστο. 19 αιώνες αργότερα, η ίδια Γυάρος θα φιλοξενήσει δεκάδες χιλιάδες Έλληνες πολιτικούς κρατούμενους.

Από εκεί και πέρα, μεγάλη σιωπή. Στο Βυζάντιο η εξορία συνεχίζεται κυρίως μέσα από τον εγκλεισμό σε μοναστήρια. Η οθωμανική περίοδος αξιοποιεί κάστρα και φρούρια. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος του 19ου αιώνα έχει φυλακές —το Παλαμήδι, τον Ιτζεντίν, αργότερα τη Συγγρού και την Αβέρωφ— αλλά όχι θεσμοθετημένο σύστημα πολιτικής εξορίας. Αυτό θα έρθει το 1929.

Ο νόμος που ποινικοποίησε τη σκέψη

Στις 25 Ιουλίου 1929, η Βουλή ψηφίζει τον νόμο 4229/1929, «Περί των μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος». Πρόκειται για κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου. Το νομοθέτημα έμεινε γνωστό ως «Ιδιώνυμο», επειδή δημιουργούσε ένα ιδιαίτερο, αυτοτελές αδίκημα. Το πρώτο άρθρο τιμωρούσε με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και εκτοπισμό από έναν μήνα έως δύο χρόνια όποιον «επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος».

Ήταν η πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία που ποινικοποιήθηκε όχι η πράξη, αλλά η σκέψη. Από εκείνη τη στιγμή ως το 1936 ακολούθησαν περίπου 16.500 συλλήψεις και 3.031 καταδίκες με εκτόπιση. Η Ανάφη, η Φολέγανδρος, η Αμοργός, η Σκύρος, η Γαύδος γέμισαν ξανά εξόριστους — σχεδόν 18 αιώνες μετά τα ρωμαϊκά νησιά.

Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς επέβαλε τη δικτατορία του στις 4 Αυγούστου 1936, βρήκε έτοιμο τον μηχανισμό. Με τους αναγκαστικούς νόμους 117 και 375 του 1936 συστηματοποίησε τη «δήλωση μετανοίας» — το πιο εφευρετικό εργαλείο της ελληνικής καταστολής, που θα ξαναχρησιμοποιηθεί στον Εμφύλιο και τη Χούντα. Όποιος ήθελε να αφεθεί ελεύθερος έπρεπε να υπογράψει κείμενο όπου αποκήρυσσε τον κομμουνισμό και κατονόμαζε συντρόφους.

Στις 16 Φεβρουαρίου 1937, το παλιό βενετικό φρούριο Ιτς Καλέ στο Ναύπλιο, η Ακροναυπλία, μετατράπηκε σε στρατόπεδο κράτησης κομμουνιστών. Όταν, τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί μπήκαν στην Πελοπόννησο, το μεταξικό καθεστώς τους παρέδωσε επίσημα, με πρωτόκολλο, γύρω στους 600 κρατούμενους της Ακροναυπλίας. 399 από αυτούς εκτελέστηκαν από τους ναζί και τους Ιταλούς.

Δεν χρειάζεται να σταθούμε στα γερμανικά στρατόπεδα της Κατοχής — Χαϊδάρι, Παύλου Μελά, Λάρισα. Δεν τα έστησε το ελληνικό κράτος. Όταν όμως η Κατοχή τελείωσε και ξέσπασε ο Εμφύλιος, το ελληνικό κράτος αξιοποίησε ξανά —και με αφάνταστα μεγαλύτερη κλίμακα— τον μηχανισμό που είχε στήσει ο Βενιζέλος και είχε συστηματοποιήσει ο Μεταξάς.

Μακρόνησος

Τον Ιούνιο του 1946, η Δ′ Αναθεωρητική Βουλή ψήφισε το Γ′ Ψήφισμα, εργαλείο μαζικών εκτοπίσεων. Ακολούθησε στις 27 Δεκεμβρίου 1947 ο αναγκαστικός νόμος 509, «αντικομμουνιστικός» κατά τον επίσημο χαρακτηρισμό, που θα έμενε σε ισχύ 27 ολόκληρα χρόνια. Τέσσερις μέρες αργότερα, στις 31 Δεκεμβρίου 1947, ο α.ν. 511 ίδρυσε το «Στρατόπεδον Πειθαρχημένης Διαβιώσεως Εκτοπισμένων». Η ονομασία ήταν ευφημισμός. Ο τόπος που περιγραφόταν με αυτή την έκφραση ήταν ένα γυμνό, άνυδρο νησί 10 τετραγωνικών χιλιομέτρων ανοιχτά του Λαυρίου: η Μακρόνησος.

Λειτούργησε ανεπίσημα ήδη από το 1947, πήρε επίσημη μορφή τον Οκτώβριο του 1949 με τον Οργανισμό Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου υπό το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Είχε τρία Ειδικά Τάγματα Οπλιτών για στρατιώτες ύποπτους για αριστερά φρονήματα, τις Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών υπό τον συνταγματάρχη Θωμά Σούλη, και από τον Νοέμβριο του 1948 το Δ′ Τάγμα Πολιτικών Εξορίστων, που το καλοκαίρι του 1949 έφτασε να κρατά ταυτόχρονα 10.000 ανθρώπους. Επίσημα στοιχεία που έδωσαν στη Βουλή τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1950 οι υπουργοί Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Γεώργιος Παπανδρέου ομολογούσαν 40.000 κρατούμενους για την περίοδο 1947–1950. Οι εκτιμήσεις των ίδιων των κρατουμένων ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό όσων πέρασαν από εκεί ως το 1957 πάνω από 100.000.

Από τη Μακρόνησο πέρασαν ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Μάνος Κατράκης, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Θέμος Κορνάρος. Το δόγμα της «αναμόρφωσης» —«Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια»— επιβαλλόταν μέσω βασανιστηρίων και επανειλημμένων δηλώσεων μετανοίας. Η προπαγάνδα του καθεστώτος αποκαλούσε το νησί «νέο Παρθενώνα». Παράλληλα λειτουργούσαν άλλα νησιά: ο Άη Στράτης από το 1947 ως το 1962 με περίπου δέκα χιλιάδες εξορίστους στην τελευταία του φάση, το Τρίκερι Μαγνησίας ως γυναικείο στρατόπεδο όπου πέρασαν 5.000 γυναίκες, η Ικαρία, η Ανάφη ξανά, η Φολέγανδρος.

Όταν τελείωσε αυτή η περίοδος, η Μακρόνησος δεν έγινε αμέσως μνήμη. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να χαρακτηριστεί ιστορικός τόπος, με το ΦΕΚ 436/Β του 1989, και αρχαιολογικός χώρος με ομόφωνη γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου στις 2 Ιουλίου 2019. Σήμερα λειτουργεί το Ψηφιακό Μουσείο Μακρονήσου, αλλά τα ίδια τα κτίρια στέκουν ερειπωμένα.

Η Γυάρος επιστρέφει

Όταν τα τανκ εμφανίστηκαν στους δρόμους της Αθήνας τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967, οι λίστες ήταν έτοιμες. Σε λίγες ώρες, χιλιάδες πολίτες είχαν συλληφθεί στα σπίτια τους. Στις 28 Απριλίου 1967, σε μία και μόνο νύχτα, 6.118 άνθρωποι εκτοπίστηκαν στη Γυάρο. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, πάνω από 7.500 δημοκρατικοί πολίτες θα περάσουν από το νησί, ανάμεσά τους 300 γυναίκες· πολλές άφησαν πίσω μικρά παιδιά.

Η κατάσταση στη Γυάρο αποκαλύφθηκε στη Δυτική Ευρώπη τον Ιούλιο του 1967, όταν ο Γερμανός φωτορεπόρτερ Fred Ihrt πέταξε και κατέγραψε σε φωτογραφίες τις συνθήκες κράτησης. Οι λήψεις δημοσιεύτηκαν στο γερμανικό περιοδικό Stern, στο τεύχος 32 του 1967, με τίτλο «Το νησί των εξόριστων», και αναπαρήχθησαν λίγο αργότερα στο Spiegel και στο γαλλικό Paris Match. Ήταν το πρώτο μεγάλο διεθνές πλήγμα στη δικτατορία.

Από τον Ιούνιο του 1967, η Χούντα άρχισε να μεταφέρει «αμετανόητους» κρατούμενους στη Λέρο. Πρώτα στο Παρθένι, στα παλιά ιταλικά κτίρια. Τον Οκτώβριο, περίπου 1.200 μεταφέρθηκαν από τη Γυάρο στο Λακκί, στα Λέπιδα — στις πρώην Βασιλικές Τεχνικές Σχολές, στα κτίρια που οι Ιταλοί είχαν χτίσει ως ναυτικές κασέρμες (στρατόπεδα) και που πριν λίγα χρόνια στέγαζαν τις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης και την «Αποικία Ψυχοπαθών». Συνολικά από τη Λέρο πέρασαν περίπου 4.000 πολιτικοί κρατούμενοι. Στο Παρθένι, ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε τα 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας. Οι κρατούμενοι ζωγράφοι Αντώνης Καραγιάννης, Τάκης Τζανετέας και Κυριάκος Τσακίρης αγιογράφησαν το εκκλησάκι της Αγίας Ματρώνας-Κιουράς, χρησιμοποιώντας ως μοντέλα συγκρατούμενους και χωροφύλακες — ένα έργο τέχνης που σώζεται μέχρι σήμερα ως το πιο σιωπηλό μνημείο των ετών της δικτατορίας.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1970, οι τελευταίοι εξόριστοι αποχώρησαν από τη Λέρο. Οι «αμετανόητοι» μεταφέρθηκαν σε φυλακές της ηπειρωτικής χώρας: στον Κορυδαλλό, στην Αίγινα, στο Επταπύργιο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα λειτουργούσαν τα ανακριτικά κολαστήρια — το ΕΑΤ-ΕΣΑ στη Βασιλίσσης Σοφίας, η Γενική Ασφάλεια στην Μπουμπουλίνας 18, το στρατόπεδο Διονύσου. Ο Μίκης Θεοδωράκης κρατήθηκε στις φυλακές Ωρωπού, ο Αλέκος Παναγούλης στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου.

Την Κυριακή 21 Αυγούστου 1973, στο πλαίσιο της φιλελευθεροποίησης Μαρκεζίνη, ο Παπαδόπουλος έδωσε γενική αμνηστία. Ο Παναγούλης βγήκε από το Μπογιάτι. Η Γυάρος έκλεισε.

Έμελλε να ανοίξει ξανά για τελευταία φορά.

Στις 17 Νοεμβρίου 1973, τα τανκ γκρέμισαν την πύλη του Πολυτεχνείου. Λίγες μέρες αργότερα, ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο. Το νέο καθεστώς ξεκίνησε αμέσως νέο κύμα συλλήψεων. Στις αρχές του 1974, πιθανότατα τον Ιανουάριο, 44 πολιτικοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν ξανά στη Γυάρο. Ανάμεσά τους ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, μετέπειτα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ· ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης· ο Στάθης Παναγούλης, αδελφός του Αλέκου· ο δημοσιογράφος Τάκης Μπενάς· ο Σπύρος Χαλβατζής· ο Μπάμπης Δρακόπουλος του ΚΚΕ εσωτερικού· ο Νίκος Κιάος.

Έμειναν εκεί διακόσιες ημέρες. Μέχρι τη Γυάρο, η εξορία στην Ελλάδα μετριόταν σε χιλιάδες, μερικές φορές σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Αυτοί οι 44 ήταν οι τελευταίοι.

Επιστροφή

Όταν στις 24 Ιουλίου 1974 ο Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός, η νέα κυβέρνηση το ίδιο απόγευμα ανακοίνωσε την κατάργηση του στρατοπέδου της Γυάρου. Λίγο αργότερα, το νομοθετικό διάταγμα 59/1974 επέτρεψε τη λειτουργία πολιτικών κομμάτων, ανάμεσά τους και του ΚΚΕ, και κατάργησε τον αναγκαστικό νόμο 509/1947 — εξέλιξη και κορύφωση του Ιδιωνύμου που είχε ψηφίσει ο Βενιζέλος σαράντα πέντε χρόνια νωρίτερα.

Από τον Κλεισθένη στον Ιωαννίδη, ο μηχανισμός παρέμεινε στη βάση του ο ίδιος: η εξουσία απομακρύνει όσους δεν χωρούν στο πολιτικό της σχέδιο. Άλλαξε όμως δραματικά η κλίμακα. Ο Θεμιστοκλής έχασε δέκα χρόνια από τη ζωή του και πέθανε στην Περσία. Οι 100.000 της Μακρονήσου έχασαν χρόνια, υγεία, και πολλοί τη ζωή τους. Οι 44 της Γυάρου ήταν ο τελευταίος κρίκος.

Η ίδια η Γυάρος, που ο Τιβέριος θεωρούσε «τραχιά και άθλια» για να φιλοξενήσει έναν Ρωμαίο πατρίκιο, στο τέλος του 20ού αιώνα είχε φιλοξενήσει σχεδόν 20.000 πολιτικούς κρατούμενους. Είχε γίνει σύμβολο. Σήμερα είναι προστατευόμενη περιοχή βιοποικιλότητας και φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αποικία μεσογειακής φώκιας στη χώρα.

Η γεωγραφία της εξορίας στην Ελλάδα έχει πια κλείσει.

Πηγή: Ελένη Νικολαϊδου -  news247


{[['']]}

Η ΣΤΕΝΗ ΑΥΤΟΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΚΕΛΕΤΟΙ ΧΩΡΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ (Μέρος 2ο)

Συνέχεια από εδώ

 Οργανωτική διάρθρωση της Στενής Αυτοάμυνας

Από τη συνολική έρευνα που έγινε στην υπόθεση της Στενής Αυτοάμυνας προέκυψε ότι η θωράκιση της οργάνωσης ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Ψευδώνυμο είχαν μόνο τα πέντε σημαντικότερα μέλη της, ενώ οι συναντήσεις των μελών γίνονταν ακόμη και στους χώρους εργασίας τους. Υπήρξαν ακόμη αρκετές περιπτώσεις που οι τριάδες των ομάδων αλληλοεμπλέκονταν. 

Αυτό είχε αποτέλεσμα όταν πιάστηκε ο Διογένης Ελευθεριάδης να ξηλωθεί όλη η οργάνωση, εφόσον αυτός είχε έρθει σε επαφή με τα περισσότερα πρόσωπα της Αυτοάμυνας. Οι μόνες που κατάφεραν να διαφύγουν ήταν οι ομάδες Ντεπώ και Πυλαίας υπό τον Νικηφόρο Καλλίνικο, που πραγματοποίησαν κάποιες αποστολές στο βουνό. Διέφυγαν και κάποια μεμονωμένα άτομα. Το κράτος στις πόλεις ήταν πια οργανωμένο και οι αστυνομικοί έλεγχοι ήταν παντού ασφυκτικοί. Κατάφερε να διαφύγει και ο αρχηγός Τάσος Γουσόπουλος, στον οποίο θα αναφερθούμε στο τέλος.

Αλλες σημαντικές δίκες στη Θεσσαλονίκη του Εμφυλίου αλλά και μετά τη λήξη του ήταν:

• Η δίκη των αρτεργατών, Ιούλιος 1946

• Δίκη της «Λαϊκής Φωνής» και του Εαμικού Τύπου (Σεπτέμβριος 1946
– Αύγουστος 1947)

• Δίκη των «στρατολόγων», Γενάρης 1947

• Δίκη της ΜΛΑ 25 Νοέμβρη, 11 Δεκέμβρη 1947

• Αλλες μικρές δίκες της ΟΠΛΑ, Νοέμβρης 1947

• Δίκη των «βομβιστών» της Θεσσαλονίκης, Φλεβάρης 1948

• Δίκη των «οικονομικών στελεχών», Μάρτης 1948

• Δίκη των «κατασκόπων» Απρίλης 1948.

• Δίκη 170 μαχητών απ’ τα Πιέρια, Μάης – Ιούνης 1948

• Δίκη των «λαϊκών εκδικητών», Σεπτέμβρης 1948

• Δίκη των «αεροπειρατών», 20 Οκτώβρη 1948

• Δίκη της ΚΟΘ του ΚΚΕ, Νοέμβρης 1948

• Δίκη των «σαμποτέρ», Γενάρης 1949

• Δίκη της ΕΠΟΝ, Γενάρης 1949

• Δίκη των ανταρτών της Χαλκιδικής, Φλεβάρης 1951.

 

Μαζί τους εκτελέστηκε και ο αγωνιστής της ειρήνης Νίκος Νικηφορίδης.
Φυσικά υπήρξαν και άλλες μικρότερες και μεμονωμένες δίκες που έστειλαν στα εκτελεστικά αποσπάσματα και άλλα άτομα. 

Οι πρώτες εκτελέσεις του Εμφυλίου στη Θεσσαλονίκη

Στις 16 Ιουλίου 1946 γίνονται οι δύο πρώτες εκτελέσεις αγωνιστών πίσω απ’ το Γεντί Κουλέ. Αυτοί ήταν οι Θεοχάρης Σαπρανίδης και Γιώργος Καλέμος απ’ το Περιστέρι Κιλκίς. Οι κατηγορίες γι’ αυτούς ήταν «τα τέσσερα πεταμένα όπλα που είχαν βρεθεί σε χωράφι της περιοχής» και η μαρτυρία ενός αγροφύλακα ότι ήταν πρώην ΕΛΑΣίτες. Ετσι, χωρίς άλλες αποδείξεις οι δύο αγωνιστές καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν, ανεξάρτητα αν τα όπλα ήταν παλιά και σκουριασμένα απ’ την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, αν και οι κατηγορούμενοι αρνούνταν πεισματικά μέχρι τέλους όλες τις κατηγορίες. 

Μέσα στα κελιά της απομόνωσης του Γεντί Κουλέ υπάρχει ακόμη το όνομα Σαπρανίδης, που χαράχτηκε απ’ τον ίδιο λίγες ώρες προτού τον πάρουν για εκτέλεση. Δίκη των «στρατολόγων». 

Η εμπλοκή του ΟΗΕ

Η δίκη των «στρατολόγων» ξεκίνησε στις 23 Ιανουαρίου 1947 και κράτησε επτά μέρες. Το όνομα αυτό όπως μας το είπε σε τηλεφωνική συνέντευξη στις 19/4/2025 ο βασικός κατηγορούμενος της υπόθεσης
Κώστας Πασχαλούδης και όπως αναφέρεται και στο βιβλίο του το έδωσε η Ασφάλεια. Η βασική κατηγορία ήταν ότι οι οργανώσεις πόλης του ΚΚΕ διοχέτευαν άντρες στην ύπαιθρο για να ενταχθούν στον ΔΣΕ. 

Οι κατηγορούμενοι ήταν 27, αλλά, σύμφωνα με τον Πασχαλούδη, μόνο οι δώδεκα είχαν πραγματική σχέση με την υπόθεση. Ο Πασχαλούδης θεωρήθηκε αρχηγός της οργάνωσης, αν και οι δικαστές περίμεναν την εμφάνιση κάποιου μεγαλύτερου στελέχους, πράγμα που τελικά δεν έγινε.
Το στρατοδικείο έγινε στην πρώην Ιταλική Σχολή Θεσσαλονίκης με βασιλικό επίτροπο τον αιμοσταγή Θεμιστοκλή Ταμβακά, ο οποίος στη δίκη ζήτησε τη θανατική ποινή για επτά κατηγορούμενους, μαζί και για την Πασχαλούδη. Ευτυχώς όμως, οι κατηγορούμενοι στάθηκαν τυχεροί και οι θανατικές καταδίκες μετατράπηκαν τελικά σε ισόβια.

Τον Γενάρη της ίδιας χρονιάς φτάνει στην Ελλάδα η επιτροπή του ΟΗΕ για να εξετάσει τις κατηγορίες που απηύθυνε η ελληνική κυβέρνηση απέναντι στις χώρες της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας για την άμεση εμπλοκή τους στη βοήθεια προς τον ΔΣΕ. 

Η Εθνική Αλληλεγγύη της πόλης ζήτησε να εξεταστούν άμεσα οι κατηγορούμενοι της δίκης των «στρατολόγων» απ’ την επιτροπή του ΟΗΕ, πράγμα που τελικά έγινε. Ο Πασχαλούδης, που μίλησε μαζί της, ανέφερε: «Εμείς δεν είμαστε αντάρτες και δεν στέλνουμε άντρες για κατάταξη στον ΔΣΕ. Προωθούσαμε ανθρώπους στην επαρχία απλά και μόνο για να σωθούν».


Δίκη και εκτέλεση της Κούλας Ελευθεριάδου

Παρόμοια στρατοδικεία με κατηγορίες για παράνομη στρατολόγηση έγιναν και σε άλλες δίκες. Μία απ’ αυτές ήταν της Κούλας Ελευθεριάδου. Η εικοσιτριάχρονη Ελευθεριάδου ήταν υπεύθυνη στον ανατολικό τομέα του ΚΚΕ. Τα όργανα της Ασφάλειας την κυνηγούσαν από καιρό. Η ίδια συμμετείχε οργανωτικά σε όλες τις μεγάλες κατοχικές κινητοποιήσεις. Πέρασε όλα τα βασανιστήρια απ’ τον ενωμοτάρχη Ιωάννη Παρθενίου και όλα τα αστυνομικά όργανα της Καλαμαριάς χωρίς να λυγίσει. 

Τον Ιανουάριο του 1947 συλλαμβάνεται ξανά απ’ τον Παρθενίου, που την κατηγορεί ότι δρα ως στρατολόγος με το ψευδώνυμο «Μαρία». Η ίδια, χωρίς να φοβηθεί, τον καταγγέλλει μέσα απ’ το στρατοδικείο ως παλιό συνεργάτη των Γερμανών που συνεχίζει το έργο του. 

Στη δίκη ο βασιλικός επίτροπος Ταμβακάς τη βρίζει χυδαία και την προτρέπει να καταδώσει κάποιους που βρίσκονται πιο ψηλά απ’ αυτή για να σώσει τη ζωή της. Η Κούλα Ελευθεριάδου αρνείται! Υπερασπίζεται το ΚΚΕ και όλες τις αριστερές οργανώσεις. Καταδικάζεται σε θάνατο και εκτελείται μαζί με τον συνεπώνυμό της Γρηγόρη Ελευθεριάδη στις 6 Μαΐου 1947. Το μνήμα της βρίσκεται στα παλιά κοιμητήρια του Αγίου Παύλου και είναι ίσως το μόνο που έχει απομείνει σήμερα στην πόλη της Θεσσαλονίκης απ’ την εποχή του εμφύλιου πολέμου.

Η δίκη της ΜΛΑ ξεκίνησε στις 25 Νοέμβρη και τελείωσε στις 12 Δεκέμβρη 1947. Εγινε στον χώρο της παλιάς Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης και περιλάμβανε 73 κατηγορούμενους. Η ΜΛΑ δρούσε απ’ το 1945 και αναλάμβανε «τη φύλαξη γραφείων, μαζικών εκδηλώσεων και προστασία πολιτικών στελεχών». Στα μέσα περίπου του 1947, όπως αναφέρει κι ο επικεφαλής της Γιώργης Παπαθανασίου στο βιβλίο του, μετά την εξάρθρωση της Στενής Αυτοάμυνας, όταν οι συνθήκες απαιτούσαν ένοπλο αγώνα στις πόλεις σε συνδυασμό με το βουνό, η ΜΛΑ προσπάθησε να παίξει τον ρόλο του Δημοκρατικού Στρατού Πόλης. Το κράτος όμως ήταν δυνατό κι οργανωμένο στις πόλεις και κατάφερε να την εξαρθρώσει χωρίς αυτή να καταφέρει να
πραγματοποιήσει κάποιο χτύπημα.

 

Δίκη της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας (ΜΛΑ) 

Στα εδώλια των κατηγορουμένων για τη Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα δεν κάθονταν οι Γιώργος Παπαδόπουλος, τομεάρχης του κεντρικού τομέα της ΜΛΑ, και ο Παύλος Σαράφης, υπεύθυνος στον ανατολικό τομέα, γιατί πιο πριν είχαν εκτελεστεί ως μέλη και της Στενής Αυτοάμυνας. Ενα άλλο στέλεχος της οργάνωσης, ο Γιώργος Κεσίδης, αυτοκτόνησε ή πέθανε απ’ τα βασανιστήρια και το στέλεχος Θύμιος Ιωαννίδης έσπασε, κατέδωσε ό,τι ήξερε στην Ασφάλεια και έγινε έμμισθος συνεργάτης της. 

Το κατηγορητήριο ήταν λίγο πολύ ίδιο με αυτό της Στενής Αυτοάμυνας.
«…Απόσπαση μέρους της Επικρατείας, παράνομη οργάνωση κ.λπ.», χωρίς όμως να περιλαμβάνει ανθρωποκτονίες. Παρ’ όλα αυτά, το στρατοδικείο καταδίκασε σε θάνατο 30 αγωνιστές και εκτελέστηκαν τελικά οι 19 σε δύο γκρουπ. 

Τα ονόματα όπως τα δίνει η εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς» στις 16 Δεκέμβρη 1947 είναι οι δέκα: Βασίλης Παπάζογλου, Α. Ωρολογάς, Ευάγγελος Δαμασκηνίδης, Βασίλης Μαλίγκος, Δημήτρης Πυρετής, Βασίλης Δημητριάδης, Νίκος Μητσόπουλος, Κώστας Βιζουκίδης, Αχιλλέας Καρακαλπάκης και Θανάσης Παπαργύρης. 

Δύο μέρες μετά στις 18/12 οι Δημήτρης Σιδηράκης, Σταύρος Ιωαννίδης, Αστέριος Νάτσιος, Δημήτρης Στεφάνου, Αναγνώστης Νόστης, Στ. Καστούρας, Κώστας Σιδηρόπουλος, Νίκος Κυριακίδης, Σταύρος Κελάδης και κάποιος ακόμη που αναφέρεται σαν «συμμορίτης σαμποτέρ» με το όνομα Αριστοτέλης Πουλακίδης.

 Ο Παπαθανασίου την περίοδο της Κατοχής ήταν ένας απ’ τους τρεις στρατιωτικούς διοικητές του ΕΛΑΣ πόλης. Στη δίκη της ΜΛΑ σήκωσε όλο το βάρος, αναλαμβάνοντας την πολιτική ευθύνη. Τελικά δεν εκτελέστηκε γιατί είχε έναν αδελφό υψηλόβαθμο στρατιωτικό της πολεμικής αεροπορίας, που πήρε την πρωτοβουλία, παρά τη θέληση του θανατοποινίτη, να κάνει τα πάντα για τη σωτηρία του. Ολα μπορούν να συμβούν στη ζωή ακόμη κι αυτό. Η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια και έμεινε 17 χρόνια στη φυλακή. Αποφυλακίστηκε το 1964. Συμμετείχε σε όλες τις απεργίες πείνας των πολιτικών κρατουμένων που έγιναν το 1948-49 με κύριο αίτημα τον τερματισμό των εκτελέσεων.


Ο ίδιος είχε δεχτεί κατηγορίες από συντηρητικούς κύκλους της πόλης, όπως ήταν ο δικηγόρος και υπουργός Μόδης, που τον κατηγορούσε για κατάδοση των συντρόφων του με αντάλλαγμα τη σωτηρία του. Αυτό ήταν κάτι που δεν ίσχυε, γιατί ο Παπαθανασίου παρέμεινε μέλος του ΚΚΕ ως το τέλος της ζωής του. Είχαμε την τύχη να τον συναντήσουμε το καλοκαίρι του 2008 στην Αχαΐα.


Δίκη Λαϊκών Εκδικητών. Σωτηρία εξ αντανακλάσεως

Μια ακόμη υπόθεση ήταν η δίκη των Λαϊκών Εκδικητών το 1948, της οργάνωσης στην οποία συμμετείχε και ο Χρόνης Μίσσιος. Διεξήχθη στο διάστημα 21-28 Σεπτέμβρη με 23 κατηγορούμενους. 

Οι κατηγορίες ήταν λίγο πολύ οι ίδιες. Οπως αναφέρει μέσα απ’ τα βιβλία του ο Μίσσιος, επρόκειτο για κάποιες παρακολουθήσεις σε χαφιέδες και κάποιους πυροβολισμούς που έπεσαν έξω από αστυνομικά τμήματα, όπως της Ανω Πόλης. Παρόλο που δεν υπήρξαν θύματα, αυτό δεν εμπόδισε τους στρατοδίκες να μοιράσουν την ποινή του θανάτου για έντεκα κατηγορούμενους, μέσα σ’ αυτούς και ο Μίσσιος, όπως και η θεωρούμενη υπαρχηγός της οργάνωσης Σεβαστή Θεοφανίδου.

Ευτυχώς όλοι τους στάθηκαν τυχεροί. Ο αρχηγός της οργάνωσης Γιαννάκης Δρουσιώτης (1919-2015) ήταν γόνος μιας καλής κυπριακής οικογένειας και κατά συνέπεια η αγγλική υπηκοότητά του περιέπλεκε πολύ σοβαρά τα πράγματα για να τον στείλουν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Οι συγγενείς του έπιασαν «θεούς και δαίμονες» για να πετύχουν τη σωτηρία του. Μέχρι και ο Κυριάκος Μάτσης, ο μαχητής της ΕΟΚΑ, κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης του Δρουσιώτη. Ετσι, αφού δεν εκτελέστηκε ο αρχηγός, γλίτωσαν και οι υπόλοιποι. Οι ποινές τους μετατράπηκαν σε ισόβια, όμως ήταν σακατεμένοι απ’ τα βασανιστήρια και την παραμονή τους στα υγρά σκοτεινά κελιά της απομόνωσης του Επταπυργίου. Εκεί ζούσαν καθημερινά τον τρόμο και τις απώλειες, όταν τα χαράματα εμφανίζονταν τα εκτελεστικά αποσπάσματα για να πάρουν τους συντρόφους τους. 

Σ’ αυτά τα κελιά ο Μίσσιος γνώρισε αργότερα και τον Μανόλη Αναγνωστάκη, που του έμαθε γραφή και ανάγνωση.
 

Δίκη των «αεροπειρατών»

Η υπόθεση έχει να κάνει με έξι νεαρούς Θεσσαλονικείς (17-23 ετών), που στις 12 Σεπτέμβρη 1948 κατέλαβαν αεροπλάνο απ’ το αεροδρόμιο της Αθήνας και κατευθύνθηκαν στη σημερινή Βόρεια Μακεδονία.

Κάποιοι απ’ αυτούς σε λίγο καιρό θα έπρεπε να καταταγούν στον στρατό. Η σκέψη και μόνο ότι θα μπορούσαν να βρεθούν στο κολαστήριο της Μακρονήσου ή ακόμη χειρότερα να αναγκαστούν να πολεμήσουν απέναντι στους συντρόφους τους τους οδήγησε σε αυτή την παράτολμη ενέργεια. 


 
Ετσι, τηρώντας όλους τους συνωμοτικούς κανόνες, επιβιβάζονται στο αεροπλάνο και με τρία μπουκάλια γκαζόζα, έναν σουγιά κι ένα κλειστό δέμα που έμοιαζε με βόμβα πραγματοποιούν επιτυχημένα την πρώτη αεροπειρατεία στην Ιστορία της Ελλάδας. Το 1931 είχε καταγραφεί η πρώτη αεροπειρατεία στον κόσμο που έγινε στο Περού. 

Απ’ τους επιβάτες και το πλήρωμα κανείς δεν έπαθε τίποτα και επέστρεψαν όλοι σώοι. Το έκτακτο στρατοδικείο συνεδρίασε στις 20 Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς και τους καταδίκασε ερήμην εις θάνατον, όταν οι έξι νεαροί προετοιμάζονταν για να κατέβουν στην Ελλάδα για να πολεμήσουν με τον ΔΣΕ. Τα ονόματα τους ήταν: Αλέξανδρος και Χαράλαμπος Κουφουδάκης (αδέλφια), Αχιλλέας Κελτιμίδης, Σπύρος Χειλμιάδης –οι δύο τελευταίοι σκοτώθηκαν με τον ΔΣΕ – Γιώργος Κέλας 17 ετών και ο Αντώνης Βογιάζος (1930-1992).

Οι τέσσερις που επέζησαν επαναπατρίστηκαν τη δεκαετία του ’80. Ο Βογιάζος σπούδασε σκηνοθεσία στη Σοβιετική Ενωση. Στην Ελλάδα εργάστηκε ως σκηνοθέτης και ως μεταφραστής ρωσικών έργων. Αφησε πίσω του ένα ολοκληρωμένο έργο 18 ντοκιμαντέρ «Το χρονικό της Εθνικής Αντίστασης», παραγωγή του 1987, όπου και εξιστορεί όλη την ιστορία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Ελλάδα. 

Η ιστορία των έξι αεροπειρατών έχει γίνει και ταινία απ’ τον σκηνοθέτη Κώστα Κουτσομύτη με τίτλο «Ο κλοιός». 

Η δίκη της ΚΟΘ του ΚΚΕ και η δίκη των «σαμποτέρ»

Η μεγάλη αυτή δίκη ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη στις 22 Νοέμβρη 1948.
Στο εδώλιο βρέθηκαν 67 κατηγορούμενοι, μέλη και στελέχη του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ με επικεφαλής τον Αρίστο Βασιλειάδη.
Οι κατηγορίες πάντα οι ίδιες. «Η απόσπαση μέρους της επικράτειας με σκοπό να την παραδώσουν στους Σλάβους». Καταδικάστηκαν σε θάνατο δέκα κατηγορούμενοι και εκτελέστηκαν στις 7 Δεκέμβρη οι Αρίστος Βασιλειάδης, Γραμμένος Στίνης, Γιώργος Μερτζάνης και Γιάννης Τσακανίκας και τρεις μέρες μετά, στις 10 Δεκέμβρη, οι Χρυσούλα Στεφάνου, Σοφία Πεσεξίδιδου, Μαγδαληνή Δημητρίου, Μαγδαληνή Ευσταθίου, Κατερίνα Πισσά και η δεκαεπτάχρονη Ευπραξία Νικολαΐδου. Κάτι που κάνει ακόμη πιο τρομακτική την κατάσταση είναι ότι σε αυτήν τη δίκη ο αριθμός των εκτελεσμένων γυναικών ξεπερνά τον αριθμό των αντρών! 

Σύμφωνα πάντα με τα 375 ονόματα εκτελεσμένων στο Επταπύργιο που εμφάνισε το ΚΚΕ, τα 27 ανήκουν σε γυναίκες. 

Τις πρώτες μέρες του Γενάρη του 1949 ξεκινάει η δίκη των «σαμποτέρ». όπως ονομάστηκε απ’ την Ασφάλεια. Κατηγορούμενοι ήταν δώδεκα νέοι άνθρωποι, ανάμεσά τους και κάποιος με το όνομα Λεωνίδας Μυτιληναίος που είχε ήδη εκτελεστεί το προηγούμενο διάστημα. Απ’ τους κατηγορούμενους καταδικάστηκαν σε θάνατο οι πέντε και εκτελέστηκαν στον συνήθη χώρο πίσω απ’ το Επταπύργιο στις 19 του Γενάρη οι παρακάτω τρεις: Γιώργος Κορδέλης, Δημήτρης Μαριόγλου και Γιώργος Καμπάς.

Η δίκη της ΕΠΟΝ. Οταν «ξεθύμαναν» οι εκτελέσεις

Από τις 14 έως τις 29 Γενάρη 1949 διεξήχθη μια ακόμη μεγάλη δίκη, γνωστή ως δίκη της ΕΠΟΝ με 69 κατηγορούμενους. Ηταν οι εποχές που ακόμη και μια προκήρυξη να μοίραζε κάποιος κινδύνευε και με εκτέλεση. 

Ανάμεσα στις κατηγορούμενους ήταν ο μετέπειτα ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης που καταδικάστηκε σε θάνατο και 25 κοπέλες που ο Τύπος της εποχής δεν έχανε την ευκαιρία να τις προσβάλλει και να τις υποτιμά με σεξιστικά σχόλια. Σχεδόν όλοι οι κατηγορούμενοι ήταν πολύ νεαρής ηλικίας, κάποιοι ακόμη και μαθητές γυμνασίου.

Εντέλει, καταδικάστηκαν σε θάνατο εννιά άντρες και τρεις γυναίκες. Δεν εκτελέστηκε όμως κανείς. Οι ποινές τους μετατράπηκαν σε ισόβια και σχετικά γρήγορα αποφυλακίστηκαν. Η εξήγηση που δόθηκε μετέπειτα από πολλούς είναι ότι σαφώς το κατηγορητήριο ήταν αρκετά σαθρό για να σταθεί ακόμη και σε τέτοιο στρατοδικείο. Υπάρχουν όμως και κάποια ακόμη στοιχεία: το εμφυλιακό καθεστώς είχε ξεθυμάνει απ’ τις μεγάλες εκτελέσεις του 1947-48. Οι Αμερικανοί έβλεπαν το τέλος του πολέμου και ήθελαν να περάσουν σταδιακά σε έναν λιγότερο αιματηρό πολιτικό βίο, για να προωθήσουν καλύτερα τα συμφέροντά τους. Το 1949 άρχισαν να περιορίζονται οι εκτελέσεις, εκτός βέβαια απ’ τις ομάδες αυτοκτονίας που εισέρχονταν στην Ελλάδα απ’ τις σοσιαλιστικές χώρες. Γι’ αυτές το κράτος ήταν αμείλικτο.

Ολες οι μαρτυρίες για τον Τάσο Γουσόπουλο

Ο Τάσος Γουσόπουλος ή «Αλέκος» ή «Χοντρός» γεννήθηκε στο Γραμματικό Πέλλας. Ηταν σλαβομακεδονικής καταγωγής και συγγενής της εκτελεσμένης για τη Στενή Αυτοάμυνα Ευθυμίας Πατσιά–Γουσοπούλου.  

Στην Κατοχή, εκτός απ’ τον αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας, ο Γουσόπουλος αγωνίστηκε επιπλέον για ίσα αλλά και μειονοτικά δικαιώματα του λαού του. Μετά την εξάρθρωση της Στενής Αυτοάμυνας ο Γουσόπουλος φυγαδεύτηκε στο βουνό. 

Ο Στράτος Παγιαβλάς, ένας από τους αθωωθέντες, που μετά τη δίκη βρισκόταν στην πόλη μάς έδωσε τη μαρτυρία ότι ο Γουσόπουλος μέχρι τα τέλη του 1948 παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη και ήταν αυτός που στις 21 Δεκέμβρη, όταν τον περικύκλωσαν αστυνομικά όργανα, πυροβόλησε και σκότωσε τον ανθυπομοίραρχο Παναγιώτη Μαράτο και κατάφερε τελικά να εξαφανιστεί. 

Ο ιστορικός Γιώργος Σανίδας αναφέρει ότι «... αυτός που βγήκε απ’ τη γιάφκα στη διασταύρωση των οδών Αγίου Δημητρίου και Μακεδονικής Αμύνης και εκτέλεσε τον Μαράτο ήταν ο Κώστας Μπουρλούκας, σύνδεσμος του αρχηγείου Μπέλες...» κι αυτό το τεκμηριώνει απ’ την έκθεση της ΚΕ του ΚΚΕ το έγγραφο 62499 του Πόλυ Αργυρόπουλου για τα χτυπήματα στην ΚΟΘ.

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου γίνονταν αποστολές: μεταφορές εντύπου υλικού, πομπών ή ασυρμάτων, αλλά κυρίως στελεχών απ’ τη Ρουμανία στην Ελλάδα. Μια τέτοια αποστολή ήταν και του Γουσοπούλου στη Θεσσαλονίκη για τη δημιουργία ΚΟ το καλοκαίρι του 1954. 

Τρεις μήνες μετά –κι εδώ συγκλίνουν όλες οι πηγές – ο Γουσόπουλος συλλαμβάνεται και η Ασφάλεια του προτείνει: «Ή γίνεσαι δικός μας και σε χρησιμοποιούμε για να μας δίνεις πληροφορίες τι γίνεται πάνω στη Ρουμανία ή σε εξαφανίζουμε». Αυτός είτε «λυγίζει με την πρώτη γιατί δεν είχε γνωρίσει πρωτύτερα τη δοκιμασία στην ασφάλεια» είτε γιατί η γυναίκα του ήταν έγκυος και βρέθηκε σε στιγμή αδυναμίας είτε «έσπασε στα βασανιστήρια».

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι δέχτηκε να γίνει συνεργάτης της Ασφάλειας και να σταλεί πίσω στη Ρουμανία. Εκεί όμως τα ομολογεί όλα στον Ζαχαριάδη, που (αφού πρώτα πέρασε μια δοκιμασία για να πειστούν ότι λέει αλήθεια) τον στέλνει ξανά στην Ελλάδα, με αποστολή να γίνει διπλός πράκτορας! 

Συγκεκριμένα, ο Γουσόπουλος επέστρεψε και τους είπε: «Επειδή οι κομματικές οργανώσεις στην Αθήνα έχουν σμπαραλιαστεί, σκέφτονται να φέρουν το κέντρο στη Θεσσαλονίκη. Να φτιαχτεί εκεί τυπογραφείο που θα εκτυπώνει τη “Λαϊκή Φωνή” και άλλα έντυπα του ΚΚΕ». Ετσι, ο Ζαχαριάδης φέρεται να είπε: «Και θα κυκλοφορούν άφοβα τις ιδέες μας και θα μαθαίνουμε ποιοι πραγματικά είναι οι χαφιέδες». Η Ασφάλεια δέχτηκε και στήνεται το τυπογραφείο.

Φαίνεται ότι κάποιοι προσπάθησαν να επαναλάβουν την παλιά ιστορία με τον Μανιαδάκη και κάποιοι άλλοι να πάρουν τη ρεβάνς. Ολα τα παραπάνω έγιναν ώσπου το 1956 αλλάζει η ηγεσία του ΚΚΕ, καθαιρείται ο Ζαχαριάδης και ο Γουσόπουλος δεν ξαναστέλνεται σε ανάλογη αποστολή στην Ελλάδα. Μάλιστα, μία απ’ τις κατηγορίες που εκτόξευαν οι εσωκομματικοί αντίπαλοι στον Ζαχαριάδη για τυχοδιωκτισμό βασιζόταν στην υπόθεση Γουσόπουλου.  

{[['']]}

Η σταδιακή ανάδειξη της εθνικοφροσύνης σε κρατική ιδεολογία

Το 1844. μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου της προηγούμενης χρονιάς, ο Οθωνας αναγκάστηκε να παραχωρήσει στους Ελληνες σύνταγμα. Κι έτσι η Ελλάδα εκτός από το πρώτο ανεξάρτητο εθνικό κράτος των Βαλκανίων έγινε και το πρώτο κράτος της περιοχής με συνταγματική μοναρχία. 

Την ίδια χρονιά ακούστηκε για πρώτη φορά στη Βουλή, στη Συντακτική Συνέλευση, η φράση «Μεγάλη Ιδία». Βγήκε από το στόμα του Ιωάννη Κωλέττη, γιατρού του Αλή πασά και επιτυχημένου επενδυτή, εκ των πολιτικών πρωταγωνιστών του 1821 και αρχηγού του ανεπισήμως λεγόμενου «γαλλικού κόμματος». Ο Κωλέττης υποστήριξε πως: «Το ελληνικό βασίλειο δεν είναι όλη η Ελλάδα αλλά μόνον ένα μέρος της το μικρότερο και το φτωχότερο. Ελληνας δεν είναι μόνον εκείνος που ζει μέσα σ’ αυτό αλλά και εκείνος που ζει στα Ιωάννινα στη Θεσσαλία στις Σέρρες, στην Αδριανούπολη. την Κωνσταντινούπολη. την Τραπεζούντα την Κρήτη τη Σάμο και σε όποια γη συνδέεται με την ελληνική ιστορία και την ελληνική φυλή».

Ετσι, η Μεγάλη Ιδέα θα παρέσερνε πολύ εύκολα τον λαό και τις πολιτικές του ηγεσίες σχεδόν κάθε φορά που θα διακρινόταν η προοπτική υπαρκτή ή μη υλοποίησής της. Οπως όταν ο Οθωνας είδε στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1854 την ευκαιρία να δημιουργήσει ταραχές στα ελληνοοθωμαντκά σύνορα και να επεκτείνει την ελληνική επικράτεια. Ετσι. επέτρεψε σε ομάδες ενόπλων να βγουν από τα ελληνικά σύνορα και να κάνουν επιθέσεις σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Ηπείρου Ομως οι μεγάλες δυνάμεις δεν είχαν αποφασίσει τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κι έτσι απαγόρευσαν στην Ελλάδα να βοηθήσει τους Ρώσους και να επωφεληθεί κι η ίδια

Η Μεγάλη Ιδέα, οι Οθωμανοί και η Βουλγαρική Εξαρχία

Μαζί με τη Μεγάλη Ιδέα, που στρεφόταν κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναπτυσσόταν και ο αντιβουλγαρισμός. Το 1870 είχε ιδρυθεί η ανεξάρτητη βουλγαρική εκκλησία η Βουλγαρική Εξαρχία σε μια προσπάθεια των Βουλγάρων να αποτινάξουν την ελληνική κυριαρχία στην περιοχή. γλωσσική και θρησκευτική αφού οι ιερείς που το πατριαρχείο έστελνε εκεί ήταν σχεδόν αποκλειστικό Ελληνες. 

Το αίτημα για ξεχωριστή εκκλησία ασφαλώς στηριζόταν και από τη Ρωσία. η οποία ήθελε να ενισχύσει την επιρροή της στους σλαβικούς λαούς αντί αυτής των Ελλήνων. Στη δράση της Εξαρχίας μπήκαν τελικά από τον σουλτάνο πολλοί περιορισμοί Δόθηκε όμως, η δυνατότητα να ιδρύονται βουλγαρικές εκκλησίες σε περιοχές που θα δήλωναν ότι κατά τα 2/3 των κατοίκων τους υπάγονταν σε αυτήν. Κάτι που αργότερα οδήγησε σε βίαιες ενέργειες προκειμένου οι πληθυσμοί των περιοχών που οι Βούλγαροι ήθελαν να απλώσουν την ισχύ τους να δηλώσουν εξαρχικοί. Η ανησυχία για τις τάσεις των Βουλγάρων ενισχύθηκαν το 1878 όταν τελείωσε ο ρωσοτούρκικος πόλεμος με νίκη της Ρωσίας. 

Ο τσάρος επέβαλε στον σουλτάνο να υπογράψει στην περιοχή του Αγίου Στεφάνου έξω από την Κωνσταντινούπολη την ομώνυμη συνθήκη. Με αυτήν η Βουλγαρία προβλεπόταν να αποκτήσει τεράστια έκταση, πολύ πέρα από τα σημερινό της εδάφη, παίρνοντας ένα τμήμα της Ανατολικής Θράκης, την περιοχή της Ξάνθης, ένα μεγάλο μέρος της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας όλη τη σημερινή περιοχή της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας ακόμη και την Κορυτσά. 

Τελικά οι Βούλγαροι δεν χάρηκαν για πολύ αυτή την εξέλιξη. Την ίδια χρονιά το 1878 ο Μπίσμαρκ. καγκελάριος της Γερμανίας σε μια προσπάθεια να βρει λειτουργικές ισορροπίες στην Ευρώπη συγκαλεί το Συνέδριο του Βερολίνου.  Το αποτέλεσμα του ευνόησε την Ελλάδα αφού περιόρισε την έκταση της Βουλγαρίας Εγκατέστησε όμως στο μυαλό των Ελλήνων για πάρα πολλά χρόνια τον φόβο του βουλγαρικού ή «από βορρά» κινδύνου.

 Ο «άτυχης πόλεμος» του 1897, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο A' Παγκόσμιος Πόλεμος, η μικρασιατική εκστρατεία και η καταστροφή αποτέλεσαν τους μεγάλους σταθμούς και τελικό την ταφόπλακα της Μεγάλης Ιδίας. Η οποία όμως, δεν ήταν μόνο ένας στρατηγικός προσανατολισμός για τη συνοριακή πολιτική της χώρας, αλλά οργάνου και την εσωτερική συναίνεση. Οι πολιτικές ηγεσίες απαιτούσαν την υπακοή και τη συστράτευση στο εσωτερικό ως προϋπόθεση για την επιτυχία στο εξωτερικό. Οσοι αντιτίθενται σε αυτό παρουσιάζονταν σαν να ανατίθενται στο ίδιο το πεπρωμένο του έθνους. 

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας σήμανε την ανάγκη για έναν νέο τρόπο με τον οποίο θα αναδεικνυόταν ο εσωτερικός εχθρός. Κι αφού η Τουρκία δεν εξυπηρετούσε πια τον ρόλο του φόβητρου, γιατί τα συνοριακά ζητήματα είχαν λήξει, το μόνο διαθέσιμο υλικό γκι να χαραχτεί η νέα εσωτερική διαχωριστική γραμμή ήταν ο αντιβουλγαρισμός.

Αυτοκρατορικές αυταπάτες και εσωτερική διαίρεση

Ο αντιβουλγαρισμός ήταν βασικό συνεκτικό στοιχείο ενός μέρους του εθνικόφρονος στρατοπέδου, πολύ περισσότερό από την αντίθεση προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία Αλλωστε υπήρχε ακόμη και η τάση που εξέφραζαν στελέχη του βασιλόφρονος χώρου όπως ο Ιων Δραγούμης. που δεν στόχευαν στη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά στη διατήρησή της και τη σταδιακή κατάκτηση της ηγεμονίας εντός της από το ελληνικό στοιχείο.

Είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό. λοιπόν, ότι την ουσία της αντιβουλγαρικής εθνικοφροσύνης την υιοθέτησε και ο βενιζελικός χώρος. Βέβαια, τον ίδιο τον όρο της εθνικόφρονος παράταξης τον είχε υιοθετήσει για την παράταξή του, την αντιβενιζελκή, ο ηγέτης της Δημήτριος Γούναρης προκειμένου να μην ετεροπροσδιορίζεται. Κόμμα Εθνικοφρόνων το είχε ονομάσει το 1915.

Λόγω και της γειτνίασης με το βουλγαρικό στοιχείο. βασικός χώρος δόμησης της εθνικοφροσύνης ήταν η περιοχή της Μακεδονίας. Μετά την ενσωμάτωση της στο ελληνικό κράτος τα πρόσωπα που είχαν τον πολιτικό ηγετικό ρόλο πριν συνέχισαν να τον διατηρούν. Ηταν οι άνθρωποι που είχαν συμμετάσχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στον Μακεδονικό Αγώνα, αλλά και πρόσωπα που είχαν αποτελέσει πολιτικό προσωπικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Που είχαν εκπαιδευτεί στα ελληνικά σχολεία ή τα οικοτροφεία της Μακεδονίας παρότι δεν ήταν όλοι ελληνόφωνοι Αυτό τα στελέχη ταυτίστηκαν με τον βενιζελικό χώρο όχι μόνο επειδή επί ηγεσίας του Βενιζέλου η Μακεδονία είχε ενταχτεί στο ελληνικό κρότος, αλλά και επειδή ο ίδιος τους είχε προσφέρει μια σειρά από προνόμια για να τους εντάξει πιο δυναμικά στο ελληνικό κράτος και στις δομές εξουσίας του.

Στη δεκαετία του 1920 και του 1930 στις περιοχές όπου είχαν εγκατασταθεί οι πρόσφυγες, στα βόρεια της χώρας προέκυψαν μεγάλες αντιθέσεις ανάμεσα σε πρόσφυγες και ντόπιους Μοιραία οι ντόπιοι ταυτίστηκαν με το Λαϊκό Κόμμα αφού όχι μόνο οι πρόσφυγες ήταν βενιζελικοί αλλά και ο Βενιζέλος είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος των ενεργειών του στο να τους εγκαταστήσει στην ελλαδική επικράτεια προκαλώντας ενόχληση, φόβο και εχθρότητα στους προηγούμενους κατοίκους που ένιωθαν ριγμένοι υπέρ των νέων λόγω των παροχών που τους προσφέρονταν. κυρίως σε σχέση με την παραχώρηση γης για την εγκατάστασή τους και την καλλιέργεια της.

«Ιδιοκτήτες» μακεδονομάχοι και ανεπιθύμητοι πρόσφυγες

Σταδιακό το Λαϊκό Κόμμα απορρόφησε και εξέθεσε ως υποψηφίους του πολλούς πρωταγωνιστές του Μακεδονικού Αγώνα και έτσι κατάφερε να κερδίσει την εικόνα της πατριωτικής αντί- βουλγαρικής εκλογικής επιλογής στην περιοχή της Μακεδονίας. 

Κάποιοι άλλοι πρόσφυγες, οι αστοί που ήρθαν από τις σερβοκρατούμενες περιοχές της Μακεδονίας (Μοναστήρι, Στρουμνίτσα. Κρούσοβο) και εγκαταστάθηκαν στην ελληνική Μακεδονία, ως πιο πλούσιοι και κυρίως συντηρητικοί εντάχτηκαν επίσης στα δίκτυα του Λαϊκού Κόμματος Tο αποτέλεσμα ήταν στις αστικές περιοχές της Μακεδονίας το Λαϊκό Κόμμα να κυριαρχεί εκλογικά. Ετσι το βενιζελικό κόμμα που κέρδιζε τις περιοχές όπου είχαν εγκατασταθεί οι πρόσφυγες και οι οποίες ήταν κοντά στα σύνορα εμφάνιζε τον εαυτό του και τους ψηφοφόρους του ως την πραγματικά εθνική δύναμη που υπερασπιζόταν τα σύνορα από τις επιβουλές των Βουλγάρων.

Αντιστοίχως, μπορούσαν να παρουσιάσουν τους αντίπαλους τους του Λαϊκού Κόμματος ως συμμάχους των Βουλγάρων, είτε πρακτικά είτε κυριολεκτικά, φτάνοντας να παρουσιάζουν την εκλογική επιτυχία των Λαϊκών ως καθοδηγούμενη από τις βουλγαρομακεδονικές οργανώσεις, κατηγορώντας τους ουσιαστικά για προδοσία Και η αλήθεια είναι πως οι καλός σχέσεις των Λαϊκών με το μη ελληνόφωνο στοιχείο της Μακεδονίας και η επιμονή τους στην ανάγκη να απολαμβάνει κάποιες παροχές τους έκαναν ευεπίφορους σε τέτοιες κατηγορίες. Και αυτή είναι αναμενόμενη πολιτική τακτική παρότι αθέμιτη, ειδικά αφού στις δεκαετίες αυτές, του 1920 και του ‘30ι οι πολιτικές και οι πολιτισμικές δραστηριότητες σε ολόκληρη τη Μακεδονία σε κωμοπόλεις και χωριά σχετίζονταν με τις εθνικές κινήσεις -ελληνική, βουλγαρική. αλλά και ρουμανική- στην περιοχή.

Το ίδιο γινόταν και στη Θεσσαλονίκη όπου εμφανίζονταν όλο και περισσότερες οργανώσεις με τον προσδιορισμό «εθνικό». Η διαφορά όμως ήταν ότι εκεί οι οργανώσεις αυτές είχαν ήδη αρχίσει πέρα από τον αντιβουλγαρισμό να υιοθετούν έντονα και τον αντί κομμουνιστικό χαρακτήρα Οργανώσεις όπως η διαβόητη ΕΕΕ (Εθνική Ενωσης Ελλάς) -που από το1929 ήταν ρητά αντικομμουνιστική και αντισημιτική από το καταστατικό της- και η Αντικομμουνιστική Ενωσης η Πατρίς εμφανίζονταν και δρούσαν συνδυάζοντας στον λόγο τους τον αντικομουνισμό με την επίκληση της βουλγαρικής απειλής. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο ότι η Θεσσαλονίκη είχε εκ των πραγμάτων περισσότερό κεντρικό και συμπυκνωτικό ρόλο για την ευρύτερη πολιτική σύγκρουση αλλά και στο ότι είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται επιθετικό κλίμα προς το ΚΚΕ εξαιτίας των θέσεων του για το μακεδονικό. Κι αυτό αποτέλεσε τεράστια τομή.

Η Κομιντέρν, το ΚΚΕ και το μακεδονικό πρόβλημα


Το 1924 το ΚΚΕ στο 3ο Συνέδριό του είχε υιοθετήσει τη θέση της Κομμουνιστικής Διεθνούς για ανεξάρτητες Μακεδονία - Θράκη στο πλαίσιο μιας Βαλκανικής Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας. Η θέση αυτή ήταν αποτέλεσμα της ποικίλης πληθυσμιακής σύνθεσης της Μακεδονίας, όπου Ελληνες. Βούλγαροι Τούρκοι Εβραίοι Σλαβομακεδόνες, Βλάχοι και άλλοι γίνονταν θύματα κακοποιήσεων στους Βαλκανικούς Πολέμους και στον A' Παγκόσμιο από τις διάφορες πλευρές που έδιναν τη μάχη για την επικράτηση στην περιοχή. Επίσης, στόχευε στο να ευνοήσει τη θέση των Βούλγαρων κομμουνιστών του Γκεόργκι Δημητρόφ στη χώρα τους και να εξασφαλίσει τις κατάλληλες γι’ αυτούς εσωτερικές συμμαχίες. Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στη συνεδρίαση της Διεθνούς είχε διαφωνήσει κατά τη σχετική συζήτηση, όταν όμως η απόφαση ελήφθη το κόμμα δεν μπορούσε παρά να την αποδεχτεί αν δεν ήθελε να βγει εκτός της Διεθνούς και ουσιαστικά να μείνει πολιτικά ορφανό.

 Αργότερα το ΚΚΕ αναγνώρισε πως η θέση αυτή ήταν λάθος. Πρώτον, στην 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του το 1934. όπου το κόμμα δήλωνε πως δεν αναγνώριζε πλέον εθνικό πρόβλημα στην ελληνική Μακεδονία, με την εξαίρεση των Σλαβομακεδόνων που διατηρούσαν το δικαίωμα για «αυτοδιάθεση μέχρι αποχωρισμού» από την Ελλάδα στη βάση και του σχετικού λενινιστικού σχήματος. 

Ενα χρόνο μετά, στις 23 Μαρτίου 1935, με απόφαση πάλι της ΚΕ του ΚΚΕ διατυπώθηκε για πρώτη φορά σαφώς το σύνθημα της πλήρους εθνικής και πολιτικής ισοτιμίας όλων των μειονοτήτων που ζούσαν στην Ελλάδα. χωρίς αυτοδιαθέσεις και αποσχίσεις. Τελικά το 6ο Συνέδριο του κόμματος που συνήλθε τον Δεκέμβριο του 1935 επικύρωσε τη νέα θέση, ξεκαθαρίζοντας πως δεν υπήρχε πλέον εθνικό πρόβλημα στη Μακεδονία εξαιτίας της αλλαγής που επέφεραν στους εθνολογικούς συσχετισμούς εκεί οι πληθυσμιακές μεταβολές της περιόδου μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή με την άφιξη των προσφύγων. Η ζημιά όμως, είχε ήδη γίνει

Βενιζελικό ιδιώνυμο. Πατρίς, οικογένεια, ιδιοκτησία

Σημαντικός σταθμός της πορείας διαμόρφωσης της εθνικοφροσύνης είναι και το περίφημο ιδιώνυμο του Βενιζέλου το 1929. Ως ιδιώνυμο ονομάζεται γενικά στη νομική επιστήμη ένα έγκλημα που φέρει ιδιαίτερη απαξία και γι’ αυτό τιμωρείται με βαρύτερες ποινές από αυτές που επιβάλλονται σε άλλα εγκλήματα της ίδιας κατηγορίας. 

Ο τίτλος του νόμου ήταν «Περί των μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Ο νόμος προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών για όποιον επιδίωκε «την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την διά βίαιων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της επικράτειας, ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν», ενώ προέβλεπε και τη δυνατότητα εξορίας όποιου κρινόταν ένοχος για έως δυο έτη. 

Είναι ξεκάθαρο πως ο νόμος στόχευε στο να παύσει την κομμουνιστική δράση, ταυτίζοντας την όχι μόνο με δυνητικές πράξεις βίας αλλά και με έναν αντεθνικό ρόλο. Αλλωστε μιλώντας σε προεκλογική συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη στις 7 Ιουλίου 1928 ο Βενιζέλος ήταν ξεκάθαρος: «Πάσα απόπειρα διαταράξεως ή βιαίας ανατροπής του αστικού καθεστώτος, του οποίου στερεά θεμέλια είναι η πατρίς, η οικογένεια, η ιδιοκτησία θα εύρη αντιμέτωπον την πυγμήν του Κράτους. Είμεθα αποφασισμένοι να εξοπλίσωμεν το κράτος και τας αρχάς του διά τας αναγκαίας νομοθεσίας, όπως καταστή δυνατή η αποτελεσματική κοινωνική άμυνα κατά των απροκάλυπτων ανατρεπικών ενεργειών των εχθρών του κοινωνικού καθεστώτος».

Κατά τη συζήτηση στη Βουλή, βέβαια, ο Βενιζέλος δήλωνε πως δεν διώκεται η κομμουνιστική ιδεολογία αυτή καθαυτή, την οποία έβλεπε να συνδέεται και με τον χριστιανισμό, αλλά οι πρακτικές και οι επιδιώξεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η προώθησή τους στην Ελλάδα «Το νομοσχέδιον δεν επιδιώκει να διώξη τον κομμουνισμόν ως ιδέαν, αλλά τη Γ Διεθνή και τας μπολσεβικικάς αρχάς αυτής, αίτινες απέχουν πολύ του ιδεώδους κομμουνισμού. Το νομοοχέδιον επιδιώκει τη δίωξιν των οπαδών της Γ' Διεθνούς. Δε δυνάμεθα να διώξωμεν τον κομμουνισμόν, διότι και ο Χριστός υπήρξε κήρυξ της ιδέας αυτής. Ο Χριστός διεκήρυξε πρώτος τον κομμουνισμόν, αλλά από την υψηλήν ιδεολογίαν του κομμουνισμού μέχρι των ανατρεπτικών ενεργειών των ανθρώπων της Μόσχας, υπάρχει διαφορά».

Βεβαίως, ιδέες χωρίς πρακτικές δεν υπάρχουν. Και διώκοντας τις πρακτικές των κομμουνιστών ο Βενιζέλος γνώριζε πως διώκει τον ίδιο τον κομμουνισμό. Γι’ αυτό και είχε απορρίψει την πρόταση να διώκονται με το ιδιώνυμο όχι μόνο οι κομμουνιστές αλλά και οι φασίστες. Καμία έκπληξη δεν προκαλεί, λοιπόν, το ότι με την επίκληση του ιδιωνύμου ως τα τέλη του 1930 διαλύθηκαν οι περισσότερες εργατικές οργανώσεις. Στα πέντε χρόνια της εφαρμογής του συνελήφθηκαν βάσει αυτού περίπου 16.500 άνθρωποι και καταδικάστηκαν γύρω στις 3.000, ενώ απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του «Ριζοσπάστη» στα δύο τρίτα της χώρας. 

Ετσι η επίκληση του μακεδονικού και της θέσης του ΚΚΕ αποκαλύφθηκε πως ήταν μικρό μέρος του πραγματικού ζητήματος. Αυτό που μάλλον φόβιζε περισσότερο τον Βενιζέλο ήταν η διεθνής άνοδος των επαναστατικών κινημάτων που έκανε τις κυρίαρχες κοινωνικές δυνάμεις να νιώθουν εξαιρετικά ανασφαλείς. Γι’ αυτό και αποφάσισε να δράσει προληπτικά. Αλλωστε στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο το κομμουνιστικό «πρόβλημα» δεν φαινόταν ιδιαιτέρως ορατό. Το εργατικό κίνημα ήταν αποδυναμωμένο και το ΚΚΕ στις πρόσφατες εκλογές του 1928 δεν είχε καταφέρει καν να μπει στη Βουλή.

Η πρώτη ύλη της εθνικοφροσύνης

Με αυτά τα υλικά σχηματίστηκε στη διάρκεια του μεσοπολέμου η έννοια της εθνικοφροσύνης. Και ο εθνικόφρων δεν ήταν κατά βάση ο Ελληνας που στεκόταν απέναντι στους ξένους και τις επιδιώξεις τους σε βάρος της Ελλάδας. Η λέξη αυτή προσδιόριζε τον Ελληνα που σκεφτόταν με έναν «εθνικά συμφέροντα» τρόπο, σε αντίθεση με άλλους ομοεθνείς του που δεν σκέφτονταν εθνικά. Δηλαδή έγινε ένας όρος που κοιτούσε προς τα μέσα. Τρία στοιχεία αποτελούσαν, λοιπόν, τα βασικά συστατικά της εθνικοφροσύνης: η πίστη στον θεσμό της βασιλείας -άρα και η καχυποψία απέναντι σε πολιτικές αλλαγές προς πιο δημοκρατική κατεύθυνση-, η παρουσίαση των πολιτικών αντιπάλων ως εθνικών εχθρών και ο σφοδρός αντικομμουνισμός. Αναμενόμενο ήταν να προκύψει μια έξαρσή τους κατά την περίοδο του δικτατορίας του Μεταξά αλλά και του Εμφυλίου. 

Οι παράγοντες του καθεστώτος Μεταξά ευνοούσαν με κάθε τρόπο τη σύμπηξη μακεδονισμού και αντικομμουνισμού, προσπαθώντας να την κάνουν να ριζώσει στα προϋπάρχοντα κοινωνικά και πολιτικά δίκτυα της Μακεδονίας του μεσοπολέμου. Αλλωστε εκεί έβρισκαν στελέχη ήδη εξοικειωμένα με αυτήν τη λογική, τα οποία έτσι αποκτούσαν και άμεση σχέση με το καθεστώς ενώ γίνονταν παράγοντες προώθησης και εξυπηρέτησης συμφερόντων.

Ο Εμφύλιος ήταν η στιγμή της πολεμικής απογείωσης της εθνικοφροσύνης. Είχαν προηγηθεί τα Δεκεμβριανά, όπου οι αντιΕΑΜικές δυνάμεις ενοποιήθηκαν, εντάσσοντας πια στο εσωτερικό τους ακόμη και τους ταγματασφαλίτες συνεργάτες των ναζί, τους οποίους απελευθέρωσαν από το στρατόπεδο στο Γουδή όπου ανέμεναν να παραπεμφθούν σε δίκες, τους έδωσαν όπλα και τους έστειλαν να πολεμήσουν τον ΕΛΑΣ.

 Η βία που χώριζε τους δύο κόσμους συνέχισε με τη Λευκή Τρομοκρατία και τελικά η πολεμική πράξη όρισε καθαρά τα δύο στρατόπεδα στον Εμφύλιο.

Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι ο στρατός μέσα σε αυτήν τη σύγκρουση αναφερόταν εμφατικά ως εθνικός στρατός. Η διεξαγωγή του πολέμου στα βόρεια και τα δυτικά σύνορα της χώρας κοντά σε χώρες που αντιπροσώπευαν «εθνικούς εχθρούς» -κυρίως τη Βουλγαρία, αλλά και τις Αλβανία, Γιουγκοσλαβία-, οι οποίες στο μεταξύ είχαν γίνει σοσιαλιστικές, σε συνδυασμό με την παλιότερη θέση του ΚΚΕ για το μακεδονικό αλλά και τη θέση που υιοθέτησε εντός του Εμφυλίου ο Ζαχαριάδης προκειμένου να κερδίσει τη συμμετοχή των Σλαβομακεδόνων της ελληνικής Μακεδονίας στις γραμμές του ΔΣΕ έφεραν εύκολα μια προπαγανδιστική ταύτιση του ΚΚΕ με την εθνική προδοσία και τα σχέδια για την απόσπαση μέρους της επικράτειας υπέρ ξένων κρατών. 

Ηδη από την εποχή του ιδιωνύμου ο εθνικόφρων κόσμος ήταν εξοικειωμένος με αυτήν τη λογική. Η ψευδής, όπως αποδείχτηκε. συμφωνία στις Καρυδιές ανάμεσα στο Σλαβομακεδονικό Εθνικοαπελευθερωτικό Μέτωπο (ΣΝΟΦ) και τους Βούλγαρους για μια αυτόνομη σοβιετική Μακεδονία, αλλά και η πραγματική υποστήριξη από τον ΕΑΜικό Τύπο της «σλαβομακεδονικής μειονότητας» που στην Κατοχή είχε στρατευτεί στον αγώνα εναντίον των Γερμανών και των Βουλγάρων ενίσχυσαν αυτή την τάση και καθιέρωσαν τελικά τον γνωστό όρο «ΕΑΜοβούλγαροι», που είχε δημιουργηθεί ήδη από την Κατοχή.

«Δεν είναι Ελληνες και δεν έχουν θέση ανάμεσα μας»

Ολα αυτά συνεπικουρούνταν από «ανακαλύψεις» επιστολών, παρασήμων, εγγράφων, πυρομαχικών και στρατιωτικού υλικού με κυριλλικά γράμματα, από τις «μαρτυρίες» ανανηψάντων πρώην κομμουνιστών της Μακρονήσου ή ανταρτών που παραδίδονταν. Αλλά και από εμπρηστικά άρθρα δεξιών εφημερίδων όπως του «Ελληνικού Βορρά» και φράσεις του τύπου «Τα άπλυτα κτήνη της ανταρσίας διά να μην αφήσουν καμμίαν εις κανέναν αμφιβολίαν ότι πλήττουν την χώραν των διά λογαριασμόν των Σλαύων ιδρύουν τώρα βουλγαρικά σχολεία εις όσα κουτσοχώρια κατορθώσουν ν’ απλώσουν την αιματηρόν τρομοκρατία τους», αλλά και «εισβολή των βαρβάρων», «λύκοι της βουλγαρικής ζούγκλας», «στίφη της στέπας» που έγραφε η «Μακεδονία» όταν ο ΔΣΕ κατέλαβε τη Νάουσα Ενώ ο «Μακεδονικός Φρουρός» έγραφε πως «Οχι δεν είναι Ελληνες. Οι ελληνόφωνοι σφαγείς της Ελλάδος είναι Βούλγαροι στη ψυχή και στον νουν [...] Βούλγαροι στας χαρακτηριστικότατες τους πράξεις, Βούλγαροι στους σκοπούς, οι Λαϊκοί Δημοκρατικοί Αγωνιστές δεν είναι Ελληνες και δεν έχουν θέση ανάμεσά μας. Η Ιστορία, η επιστήμη, η ίδια η δική τους συμπεριφορά τους κατατάσσει στη βουλγαρική φυλή, της οποίας διαλεχτό κομμάτι αποτελούν. Δεν είναι Ελληνες είναι Βούλγαροι, εχθροί της Ελλάδος, δολοφόνοι των παιδιών της, καταστροφείς των χωριών της, άρπαγες της περιουσίας τους».

Αλλο ένα ενδιαφέρον στοιχείο της ανάπτυξης της αντικομμουνιστικής εθνικοφροσύνης στη διάρκεια του Εμφυλίου μέσω της σύνδεσης του ΚΚΕ με τους Βούλγαρους είναι και η σύνδεση του ίδιου του Εμφυλίου με τον Μακεδονικό Αγώνα. Οι μορφές του Παύλου Μελά και του Ιωνά Δραγούμη χρησιμοποιούνταν κατά κόρον ως σύμβολα των «εθνικών» δυνάμεων, ενώ συχνά οι Βούλγαροι αποτυπώνονταν σε γελοιογραφίες σαν σύμμαχοι του ΚΚΕ με τη στερεοτυπική μορφή των κομιτατζήδων του Μακεδονικού Αγώνα, με τσαρούχια, σταυρωτά φισεκλίκια και όλα τα σχετικά. 

Βασικός διαμορφωτής αυτής της σύνδεσης ήταν ο Γεώργιος Μόδης, παλαίμαχος του Μακεδονικού Αγώνα και ομιλητής σε πάρα πολλές εκδηλώσεις μετά το 1945 για το μακεδονικό ζήτημα αλλά και αρθρογράφος εφημερίδων της Θεσσαλονίκης, κυρίως του «Ελληνικού Βορρά», όπου και δημοσίευε σε συνέχειες διηγήματα και ιστορικές μελέτες με διαρκή αναφορά στον «Σλαυικό κίνδυνο» και παρομοιάζοντας τις επιθέσεις των ανταρτών με παλιότερες επιθέσεις των Βουλγάρων, όπως την επίθεση με πυροβόλο του ΔΣΕ στη Θεσσαλονίκη στον Εμφύλιο με την -εντελώς άσχετη- επίθεση με βόμβες Βούλγαρων αναρχικών στην πόλη το 1903. Μέσα σε αυτό το κλίμα εξηγείται εύκολα γιατί στη διάρκεια του Εμφυλίου είχαν αρχίσει να γιορτάζονται πολύ περισσότερο οι επέτειοι των μαχών του Κιλκίς και του Λάχανά εναντίον των Βουλγάρων από τον Β Βαλκανικό Πόλεμο.

«Εθνικόφρονες Φυματικοί» και βιομηχανία «θυμάτων»

Αξίζει να σημειώσουμε άλλες δύο επιπτώσεις της δημιουργίας του εθνικόφρονος χώρου. Η πρώτη είναι η προσπάθεια για κοινή εκλογική καταγραφή των φιλοβασιλικού και του φιλελεύθερου χώρου στις εκλογές του 1946. Κομβικό πρόσωπο αυτού του εγχειρήματος ήταν ο Φίλιππος Δραγούμης, στον οποίο και απευθύνονταν με επιστολές τους διάφορα δίκτυα και οργανώσεις του φιλοβασιλικού χώρου, με τις οποίες ζητούσαν να συμπεριληφθούν στα ψηφοδέλτια οι ηγέτες τους. Τελικά 27 οργανώσεις του εθνικόφρονος χώρου έφτασαν να ζητήσουν με ανοιχτή επιστολή τους τη σύμπηξη κοινού μετώπου Λαϊκών και Φιλελευθέρων, όμως σε λίγο το εγχείρημα κατέρρευσε και οι οργανώσεις, πάλι με κοινή επιστολή τους, δήλωσαν τη στήριξή τους στο Λαϊκό Κόμμα του Τσαλδάρη.

Η δεύτερη επίπτωση είναι η λειτουργία του εθνικόφρονος χώρου ως πελατειακού δικτύου. Σύλλογοι και πρόσωπα επικαλούνταν την εθνικοφροσύνη τους για να αντλήσουν οφέλη. Σύλλογοι «μαχητών», «θυμάτων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ», «ομήρων» αλλά και κάθε λογής ιδιότητας, δίπλα στην οποία έμπαινε το προσδιοριστικό «εθνικός», όπως οι «Εθνικόφρονες Φυματικοί», «Εθνικόφρονες Πυροπαθείς Κεντρικής Μακεδονίας», ακόμη και η «Εθνική Ενότης Αστέγων Θεσσαλονίκης». 

Ολα αυτά δεν άργησαν να φέρουν την αναμενόμενη εξέλιξη. Εξυπηρετήσεις στο όνομα της προσφοράς στο έθνος, παραγοντισμός και διαφθορά. Δεν είναι μόνο ότι το ΚΚΕ κατηγορούσε τον πλέον γενικό διοικητή Μακεδονίας Γεώργιο Μόδη για παροχή χρηματικών βοηθημάτων σε ανθρώπους που του προσκόμιζαν αμφίβολης πιστότητας ένορκες βεβαιώσεις πως είχαν υπάρξει θύματα του ΕΛΑΣ. Ούτε οι παραδοχές για το αντίστροφο: τον αποκλεισμό ανθρώπων από κάποιες παροχές με τον αυθαίρετο χαρακτηρισμό τους ως κομμουνιστών.

Η φάμπρικα της Φρειδερίκης και το πελατειακό δίκτυο

Το ίδιο το υπουργείο Εσωτερικών έφτασε σε εγκύκλιό του το 1948 να αναφέρει πως ο χαρακτηρισμός διάφορων ανθρώπων ως «συμμοριόπληκτων», δηλαδή θυμάτων των κομμουνιστών, «δεν γίνεται μετά της δεούσης προσοχής». Αναμενόμενη εξέλιξη, αφού είχε φτάσει να αναπτυχθεί μέχρι κι ένα μεγάλο παράλληλο πελατειακό δίκτυο με επικεφαλής την ίδια τη βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία έστελνε στον γενικό διοικητή Βορείου Ελλάδος τις σχετικές αιτήσεις με τις κυρίες επί των τιμών της. Αντιστοίχως είχαν δημιουργηθεί πάρα πολλές «εθνικές» οργανώσεις αξιωματικών που διεκδικούσαν συνταξιοδοτικές, φορολογικές, επαγγελματικές, οικιστικές, νοσηλευτικές και άλλες διευθετήσεις για τα μέλη τους.

Χαρακτηριστικό το παράπονο της Πανελληνίου Οργανώσεως Εφέδρων Αξιωματικών πως «Ενώ έχομεν το προβάδισμα εις τας θυσίας και τον θάνατον, δεν έχομεν το προβάδισμα και εις την ζωήν». Εξίσου εύγλωττος μάρτυρας και το σημείωμα του Φίλιππου Δραγούμη προς τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για την πρόσληψη μιας ομοϊδεάτισσάς του: «Ο πατήρ της, καταγόμενος εκ Μοναστηριού. είναι άριστος πατριώτης και ένας εκ των καλυτέρων εργατών του Μακεδονικού Αγώνος. Νομίζω ότι είναι δίκαιο να προτιμώνται μέλη οικογενειών που πρόσφεραν πάντα εις την πατρίδα».

Η εθνικοφροσύνη, έτσι, έγινε η επίσημη κρατική ιδεολογία. Κι όπως γίνεται πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, διαχύθηκε σε πρακτικές, σχετικές και άσχετες, που τις νομιμοποίησε και τις ενίσχυσε, διαμόρφωσε θεσμούς αλλά και κοινωνικές αντιλήψεις. Ισως τελικά η πιο χαρακτηριστική αποτύπωση του χαρακτήρα της εθνικοφροσύνης και της διαχωριστικής γραμμής που επιχείρησε να τραβήξει εντός της ελληνικής κοινωνίας να είναι η παρακάτω φράση της Διδώς Σωτηρίου στο βιβλίο της «Κατεδαφιζόμεθα», όπου ένα νέο αγόρι, ο Αρης, αναρωτιέται:

«Τι διαφορά είχε ο κομμουνιστής από τον κοινό εγκληματία; Σύγκρινα τις πράξεις τους. Ακρη δεν έβγαζα. Είχα ακούσει έναν φονιά, ονόματι Βαρλάκο, να διαμαρτύρεται: “Θάνατο, σ’ εμένα; Πού ακούστηκε! Κομμουνιστής είμαι;"».

Πηγή: Του Σταύρου Παναγιωτίδη -Διδάκτορα Ιστορίας, Hot History

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

{[['']]}

Η μαρτυρία του Λάζαρου Κυρίτση για τη σφαγή στη Μακρόνησο (VIDEO)


Ο Λάζαρος Κυρίτσης έζησε τη σφαγή της Μακρονήσου, στις 29 Φλεβάρη και 1η Μάρτη του 1948. Από αυτά τα ματωμένα χώματα της Μακρονήσου το 2020 μίλησε στην κάμερα του 902.gr.

Η μαρτυρία του συγκλονιστική για το πως σκότωσαν και πέταξαν στη θάλασσα εκατοντάδες κομμουνιστές κι αγωνιστές. 

«Ήταν το Νταχάου της Ελλάδας, η δύναμή μας ήταν το πιστεύω μας για να ωφεληθεί ο λαός», ήταν μερικά από τα λόγια του Λάζαρου Κυρίτση. 

Η μαρτυρία είναι μέρος μαρτυριών Μακρονησιωτών που μίλησαν στην κάμερα του 902 κατά την εκδήλωση της ΚΕ του ΚΚΕ στη Μακρόνησο για τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου προς τιμήν των χιλιάδων κομμουνιστών και αγωνιστών που μαρτύρησαν στο Κολαστήριο. 


Πηγή: 902
{[['']]}

Εγκλήματα στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας»


«Αναγνωρίζετε ότι η εν Ελλάδι συμμοριακή σπείρα και ο εν Ελλάδι κομμουνισμός δρουν προδοτικώς κατά των συμφερόντων και της ακεραιότητας της Χώρας μας και συνεργαζόμενοι μετά γειτονικών κρατών εχθρικώς προς την Ελλάδα διακειμένων, φονεύουσι και βασανίζουν αδικαιολογήτως αθώους Ελληνας, πυρπολούν και διαρπάζουν τας περιουσίας των, καταστρέφουν τα κοινωφελή έργα και απάγουσι γέροντας και γυναίκας;». Το παραπάνω χωρίο είναι μια από τις ερωτήσεις που συμπεριλαμβάνονταν στη δήλωση νομιμοφροσύνης που καλούνταν να «απαντήσουν» οι αριστεροί και οι δημοκρατικοί πολίτες στο κράτος της μεταπολεμικής Δεξιάς ώστε να σταματήσουν τα βασανιστήρια και οι διώξεις. Μετέπειτα, εφόσον «απολυόταν» ο διωκόμενος, έπρεπε να λάβει το απαραίτητο πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.

Ετσι είχε πλάσει η εγχώρια Δεξιά το μετεμφυλιακό κράτος ώστε να τρομοκρατήσει τους «περιττούς» πολίτες της. Εχοντας δικαιολογία την εθνική ασφάλεια, η Δεξιά οργάνωσε την καταστολή της Αριστεράς και των αγωνιστών της. Η εξορία βαπτίστηκε αναμόρφωση και τα κολαστήρια όπως της Μακρονήσου μεταμορφώνονταν σε «Παρθενώνα της συγχρόνου Ελλάδος». Για τη Δεξιά, βέβαια, αυτοί ήταν οι αντεθνικώς δρώντες, η χώρα κινδύνευε από την Αριστερά και τους αγωνιστές της δημοκρατίας.

Η Μακρόνησος

Αμέσως μετά το ξέσπασμα του Εμφυλίου η Μακρόνησος συγκέντρωσε τους «ύποπτους» φαντάρους και οι πρώτες καταγγελίες δεν άργησαν να δουν το φως της δημοσιότητας. Ο «Ριζοσπάστης» και η εφημερίδα του ΕΑΜ «Ελεύθερη Ελλάδα» δημοσιοποιούν καταγγελίες για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και αργότερα για τους βασανισμούς που λάμβαναν χώρα εκεί από τους πλέον εθνικόφρονες.

Το έργο των βασανιστών και της εθνικοφροσύνης της Δεξιάς ξεκίνησε να διεθνοποιείται από το 1949 με στόχο την κατάργηση του κολαστηρίου. Το έργο του Γιώργη Λαμπρινού «Μακρονήσι» που εκδίδεται από το ΚΚΕ μεταφράζεται στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα και έχει μεγάλη απήχηση στη Δύση. Ως εκ τούτου δύο επιτροπές από τη Γαλλία και τη Βρετανία (Comité français d’aide à la Grèce démocratique και League for Democracy in Greece αντίστοιχα) αναπτύσσουν σημαντική δραστηριότητα για την κατάσταση των ελευθεριών στην Ελλάδα και ειδικά για την κατάργηση της Μακρονήσου. Το 1950, μάλιστα, το γαλλικό περιοδικό «Les Temps modernes» του Ζαν-Πολ Σαρτρ και το «Νew Statesman» του Κίνγκσλεϊ Μάρτιν προχωρούν στη δημοσιοποίηση του θέματος.

Από την άλλη, στην Ελλάδα του ατσαλωμένου κράτους της Δεξιάς και μεσούντος του Εμφυλίου τηρείται ευλαβικά σιγή ασυρμάτου τόσο από τον Τύπο όσο και από τις αρμόδιες αρχές ως προς τους βασανισμούς και τις συνθήκες διαβίωσης. Ωστόσο αυτό που δεν λείπει είναι τα δημοσιεύματα για τα θετικά της Μακρονήσου, όπου οι Ελληνες φαντάροι, κομμουνιστές ή μη, αναμορφώνονταν ώστε να αποτάξουν τον κομμουνισμό και να ενστερνιστούν τις «σωστές ιδέες του έθνους». Το σιωπητήριο σπάει το 1950 από την εφημερίδα «Μάχη» που διευθυνόταν από τον τότε δικηγόρο και συνιδρυτή του ΕΑΜ Ηλία Τσιριμώκο. Για αυτά τα δημοσιεύματα μάλιστα η εφημερίδα οδηγήθηκε στο δικαστήριο, όπου αθωώθηκε. Ομως κι αυτά τα δημοσιεύματα δεν είχαν μεγάλη διάρκεια και συνεχίστηκαν μόνο κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου έτους.

O Γερμανός φωτογράφος Φρεντ Ιρτ του περιοδικού «Stern» πέταξε τον Αύγουστο του 1967 με διθέσιο αεροσκάφος πάνω από τη Γυάρο και απαθανάτισε για πρώτη φορά το κολαστήριο στο νησί. Η χούντα διά του «Βήματος» τότε μίλησε ουσιαστικά για «κομμουνιστικό δάκτυλο». Για λόγους «εθνικής ασφαλείας» συσκοτίστηκαν και οι έρευνες για το σκάνδαλο των υποκλοπών το 2004-05 (αριστερά, στην παρουσίαση του τριγώνου «επισυνδέσεων» ο τότε υπουργός Γιώργος Βουλγαράκης


Aποκαλύπτει το κολαστήριο

Τον Αύγουστο του 1967, λίγους μήνες μετά την επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών, ο Γερμανός φωτογράφος Φρεντ Ιρτ του γερμανικού περιοδικού «Stern» πέταξε με διθέσιο αεροσκάφος πάνω από τη Γυάρο και απαθανάτισε για πρώτη φορά το κολαστήριο της Γυάρου. Οι εικόνες που αποκάλυψε ο Ιρτ έκαναν τον γύρο του κόσμου και οι αναδημοσιεύσεις σε διεθνή έντυπα ήταν μαζικές.

Το «Βήμα» στις 31 Αυγούστου 1967 εκφράζοντας τότε τις θέσεις της χούντας δημοσίευσε την αντίδραση των χουντικών γράφοντας: «Εις την προσπάθειαν του διεθνούς κομμουνισμού να “φρεσκάρη” τον συκοφαντικόν του θόρυβον περί δήθεν κακομεταχειρίσεως των κρατουμένων εις την Γυάρον, ήλθεν επίκουρος το γερμανικό περιοδικό “Στερν”. Αλλά οι “φίλοι” μας του γερμανικού περιοδικού το παρατράβηξαν το σκοινί και έτσι την έπαθαν».

Στη Γυάρο ζούσαν εξόριστοι 20.000 άνθρωποι, κομμουνιστές και μη. Η λειτουργία της νήσου ως τόπου εξορίας και μαρτυρίου ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, συνεχίστηκε στο μετεμφυλιακό κράτος και επαναλήφθηκε από τους δικτάτορες. Επισήμως ήταν ένας τόπος αναμορφωτηρίου, όπου τα «ξένα σώματα του ελληνισμού» θα μεταμορφώνονταν σε «πραγματικούς Ελληνες». Ηδη από το 1967 κυκλοφορούσαν οι φήμες ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στη Γιούρα, όμως η χούντα διέψευδε κατηγορηματικά τα τεκταινόμενα.

Το μεταπολιτευτικό κυνήγι

Εντούτοις οι παραδόσεις που κρατούσε η μετεμφυλιακή και χουντική Δεξιά συνεχίστηκαν και στη μεταπολίτευση. Είναι πάμπολλες οι περιπτώσεις που η εθνική ασφάλεια υπήρξε το τέλειο αποκούμπι για να ξεκινήσουν οι διαδικασίες δολοφονίας χαρακτήρα όπως αυτή του Στίβεν Γκρέι ή για να συγκαλυφθούν σκάνδαλα υποκλοπών, όπως αυτό που διαδραματίστηκε το 2004-05. Ο Γκρέι, ρεπόρτερ του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters, τόλμησε να αποκαλύψει τις ατασθαλίες του τραπεζικού συστήματος και βρέθηκε να παρακολουθείται για να μαθαίνουν τι λέει και τι σκοπεύει να γράψει. Εν συνεχεία ο ίδιος βρέθηκε στοχοποιημένος από διάφορα ΜΜΕ, τα οποία τον κατηγορούσαν ότι ήταν πράκτορας άγνωστων δυνάμεων που ήθελαν να καταστρέψουν την ελληνική οικονομία – την ίδια έρευνα έκαναν το περιοδικό Hot Doc και ο Κώστας Βαξεβάνης, ο οποίος βρέθηκε συκοφαντημένος και με τη δικαστική βούλα από ομάδα της ΕΥΠ. Αντιθέτως, η υπόθεση των υποκλοπών του 2004-05 απέδειξε πως όταν η εθνική ασφάλεια βρίσκεται υπό τον κίνδυνο τρίτων χωρών, τότε αυτές δεν αποκαλύπτονται αλλά υπονοούνται, ώστε να… διαφυλαχτεί η εθνική ασφάλεια.

Πηγή: Κωνσταντίνος Βενάκης - Documento

{[['']]}

Τα Ιουλιανά ως υπενθύμιση των αγώνων για τη Δημοκρατία


«Έχουμε δικτατορία των δωσίλογων με φερετζέ. Την παρουσιάζουμε για "αληθινή δημοκρατία". Και η δουλειά τους –δηλαδή η προδοσία του λαού – γίνεται. Καμαρώστε καθεστώς: πατημένο σύνταγμα, κυβέρνηση της μειοψηφίας, χιτλερική νομοθεσία, αστυνομοκρατία, παρακρατικοί δολοφόνοι, γερμανοντυμένοι "πατριώτες" και τα λοιπά…[…] Σε άλλες χώρες που οι πολίτες ξέρουν τα δικαιώματά τους θα είχε αλλάξει από καιρό τέτοια κατάσταση. εδώ τα εδραιωμένα συμφέροντα, η μονοπωλιακή εκμετάλλευση, τα “κλειστά επαγγέλματα”, το συνάλλαγμα που σπαταλιέται σε πολυτέλειες και αργομισθίες…» γράφει ο Στρατής Τσίρκας στη «Χαμένη Άνοιξη» αποτυπώνοντας με το δικό του μοναδικό τρόπο την «καχεκτική δημοκρατία» του μετεμφυλιακού κράτους.

Τα Ιουλιανά ήταν η πολιτική κρίση του καλοκαιριού του 1965 με θρυαλλίδα την αποστασία των βουλευτών της Ένωσης Κέντρου. Αιτία οι επεμβάσεις του Παλατιού και του σκληρού πυρήνα της εθνικοφροσύνης, του αμερικανικού παράγοντα και των εξωθεσμικών κέντρων εξουσίας, του κράτους και του παρακράτους. Η Αθήνα και άλλες πόλεις συγκλονίστηκαν από ογκώδεις διαδηλώσεις αριστερών και δημοκρατικών πολιτικών που ζητούσαν πραγματική ελευθερία και δημοκρατία.

Μπροστά στον δημοκρατικό ξεσηκωμό του λαού που ξανάβγαινε στο προσκήνιο ύστερα από το ζόφο των πέτρινων χρόνων του εμφυλίου, των εκτελέσεων της εξορίας, της Μακρονήσου των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων και του χαφιέ, που διεκδικούσε δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες που για χρόνια είχαν τσαλαπατηθεί από τη μπότα της Δεξιάς επιστρατεύτηκε για άλλη μια φορά ο «κομμουνιστικός κίνδυνος». Τραγική αυλαία με ακριβώς αυτό το…διαχρονικό … πρόσχημα η στρατιωτική δικτατορία το 1967.

Οι παλλαϊκές διαδηλώσεις είχαν κύριο σύνθημα το 114, το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο η τήρησή του επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Ένας πατριωτισμός που διαστρεβλώθηκε βάναυσα. Μια αλήθεια που αντιστράφηκε. Το άσπρο που έγινε μαύρο. Και οι πατριώτες έγιναν προδότες και βασανίστηκαν στο «Νταχάου» της Μακρονήσου και οι προδότες και συνεργάτες των Ναζί ξαναήρθαν στην εξουσία σαν να μη πέρασε μια μέρα και πλούτισαν με τα αμερικάνικα κονδύλια του Μάρσαλ.  Και η Αριστερά αλλά και ο προοδευτικός κόσμος δέθηκε χειροπόδαρα με σύνταγμα και παρασύνταγμα και υπό τη δαμόκλειο σπάθη της «διαρκούς ανταρσίας», τη διαρκή παρακολούθηση του χαφιέ, την απειλή του φακελώματος, το τύλιγμα σε μια κόλλα χαρτί.

Καζάνι που έβραζε η Αθήνα του 1965 και η λαϊκή οργή ξέσπασε ενάντια σε κάθε είδους προστάτες, και αποστάτες… με το σύνθημα «Μητσοτάκη κάθαρμα» να δονεί τις διαδηλώσεις αλλά και αντιβασιλικά συνθήματα «δε σε θέλει ο λαός, πάρτη μάνα σου και μπρος». Στο στόχαστρο η Δεξιά και το Παλάτι που ήθελαν να μονοπωλούν την κυβέρνηση… κληρονομικώ δικαίω… τις ένοπλες δυνάμεις, τα σώματα ασφαλείας.

Η εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ το 1958 που παρά τις συνθήκες τρομοκρατίας κατόρθωσε να κερδίσει το 25% των ψήφων και να γίνει αξιωμαική αντιπολίτευση χτύπησε ξανά το καμπανάκι για το καθεστώς. Οι εκλογές του 1961 διεξήχθησαν σε καθεστώς βίας και τρομοκρατίας υπό την υψηλή επιστασία των προστατών Αμερικανών και των ανακτόρων. Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη τον Μάιο του 1963 αποτέλεσε  την «είσοδο» σε μια νέα πολιτική περίοδο. Η διαπλοκή κράτους και παρακράτους, το σκληρό πρόσωπο του μετεμφυλιακού καθεστώτος, ο ρόλος του Παλατιού και των παραθεσμικών κέντρων εξουσίας δεν μπορούσαν πλέον να κρυφτούν. Είχε επέλθει ιστορικά η πολιτική και κοινωνική τους απονομιμοποίηση.

Δεξιό κράτος, Ανάκτορα, αμερικανική πρεσβεία και παρακράτος αποτελούσαν τους ακλόνητους πυλώνες της μετεμφυλιακής εξουσίας. Το Παλάτι ως παραθεσμικός παράγοντας διέθετε τις δικές αντικομμουνιστικές διασυνδέσεις και προσβάσεις. Παρενέβαινε ωμά στην πολιτική ζωή παραβιάζοντας το Σύνταγμα. Οι Αμερικανοί στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου έλεγχαν την πολιτική κοινωνική και οικονομική ζωή. Τίποτε δε γινόταν χωρίς τη δική τους συναίνεση.

Σε αυτές τις συνθήκες ζόφου και τρομοκρατίας το εκλογικό ξέσπασμα του 63 αποτελεί κορυφαίο σημείο της λαϊκής αγανάκτησης δηλωτικό της απόφασής του λαού να σπάσει το καθεστώς του τρόμου, της εξάρτησης , της ανακτορικής παραεξουσίας. Πολιτικός φορέας ο Παπανδρέου, δηλωμένος αντικομμουνιστής – πρωθυπουργός των Δεκεμβριανών, παρά το διακηρυγμένο διμέτωπο αγώνα θα συσπειρώσει δυνάμεις του κέντρου και της ΕΔΑιτικής αριστεράς για θα ζητήσει «να τρομοκρατηθούν …οι τρομοκράτες». Πολιτικά κυριαρχούσε το αίτημα για ομαλή λειτουργία του κοινοβουλευτισμού, απαλλαγμένου από σκουριές του μετεμφυλιακού πλέγματος καταστολής. 

Η εξώθηση της κατάστασης στα άκρα από το Παλάτι με δηλώσεις περί υγειών δυνάμεων και «μιασμάτων» αλλά και με την ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης μέσω της αποστασίας 39 βουλευτών της Ένωσης Κέντρου, κορυφαίων στελεχών όπως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Γεώργιος Αθανασιάδης Νόβας, ο Ηλίας Τσιριμώκος, ο Στέφανος Στεφανόπουλος ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε τη λαϊκή οργή. Ο βασιλιάς ανέτρεψε την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του 52,72% και των 171 βουλευτών και όρκισε χωρίς λαϊκή νομιμοποίηση αλλεπάλληλες κυβερνήσεις αποστατών.

Μπροστά στη συνταγματική εκτροπή ο φοβισμένος και καταπιεσμένος λαός εξεγέρθηκε και εισέβαλε ορμητικά στο προσκήνιο σπάζοντας πολιτικά και κοινωνικά όρια. Ο δημοκρατικός συναγερμός συνείγηρε σε μια πλατιά ενότητα χιλιάδες οπαδούς της ΕΔΑ, του Κέντρου, δημοκράτες, αριστερούς κομμουνιστές, κεντρώους, τις γενιές της ΕΑΜικής Αντίστασης, της μεταπολεμικής εργατικής τάξης, της φοιτητικής και σπουδάζουσας νεολαίας.   Η νεολαία, πάντα μπροστάρισσα στους αγώνες, πλήρωσε βαρύ το τίμημα με τη δολοφονία του φοιτητή Σωτήρη Πέτρουλα.

Οι «τρομοκράτες» πράγματι θα τρομοκρατηθούν όχι για να υποχωρήσουν αλλά για να δείξουν ακόμα σκληρότερο το πρόσωπό τους με τη βίαια επιβολή της δικτατορίας με τα τανκς των αμερικανοθρεμμένων συνταγματαρχών. Το λαϊκό κίνημα κυνηγήθηκε, φυλακίστηκε, εξορίστηκε βασανίστηκε. Δεν υπέστειλε τη σημαία. Επανήλθε δυναμικά υπενθυμίζοντας ότι η υπεράσπιση των αξιών του Συντάγματος, η υπεράσπιση της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και της ελευθερίας επαφίενται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Τότε και τώρα και πάντα.

Πηγή: Βασιλική Λάζου _ Documento

{[['']]}

Αυτοί που κοιμήθηκαν μάγουλο με μάγουλο με τον θάνατο


Οι βασανιστές δεν ήταν επαγγελματίες στρατιωτικοί αλλά απλοί στρατιώτες θητείας Ο εκβαρβαρισμός από αυτό το στρατόπεδο Θα εξαπλωνόταν σε όλη την κοινωνία 

«Ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι Οι ναύτες παίρνανε στο καΐκι τους σκοτωμένους φαντάρους, τους χώνανε σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό. Τους μέτραγα έναν έναν και ήταν 350»

«...με τ’ όνομα του νεκρού συντρόφου σαν ένα πιρούνι καρφωμένο στη γλώσσα σου πώς να τραγουδήσεις;»

Αν υπάρχει κάποιος που θα μπορούσε να πάρει τον τίτλο του αγαπημένου ποιητή του facebook, αυτός είναι ο Τάσος Λειβαδίτης. Οι στίχοι του, ερωτικοί ή προσλαμβανόμενοι ως τέτοιοι, αναρτώνται συνεχώς, συνοδεύοντας φωτογραφίες και τραγούδια και παραπέμπουν σε τρυφερά συναισθήματα, όμορφες στιγμές, εξιδανικευμένους έρωτες και απέλπιδα συναισθηματικά εγχειρήματα. Οσοι και όσες συστήνονται με τον Λειβαδίτη με αυτό τον τρόπο δεν θα αναγνώριζαν ως δείγμα του λόγου του ποιητή, ως δικούς του στίχους, τα παραπάνω σκληρά λόγια. Που αναπαριστούν μια αλήθεια παραπάνω από επώδυνη. Μια αλήθεια φριχτή, αβάσταχτη. Την εικόνα της άδικης απώλειας. Των βασανιστηρίων, των εκτελέσεων. Της Μακρονήσου.

Ο Τάσος Λειβαδίτης δεν ήταν ο μόνος σπουδαίος διανοούμενος που βρέθηκε στα ξερονήσια. Οι μετεμφυλιακές κυβερνήσεις της Δεξιάς και αργότερα οι δεξιογέννητοι χουντικοί, όπως όλοι οι αυταρχικοί εξουσιαστές σε όλο τον κόσμο, μισούσαν τα πολικά στοιχεία που η προοδευτική τέχνη μπορεί να αναδεικνύει και να διαιωνίζει· την ελευθερία, τον αγώνα, την αμφισβήτηση. Την πίστη σε έναν καλύτερο κόσμο για τους πολλούς. Πάνω από όλα το ανυπότακτο πνεύμα. Κι όσοι έχουν επισκεφτεί στα χρόνια μας τη Μακρόνησο, γνωρίζοντας πια τι έχει συμβεί εκεί, την ώρα που το καράβι φτάνει στο λιμάνι, η μπουκαπόρτα πέφτει και προβάλλει μπροστά το ξερό άγριο νησί, είναι σχεδόν αδύνατο να μη σκεφτούν τον εαυτό τους, για μια στιγμή έστω, στη θέση των ανθρώπων που έβλεπαν παλιότερα τα βράχια γνωρίζοντας ότι φτάνουν στην κόλαση. Και να μη νιώθουν ίσως μια ντροπή στη σκέψη πως οι ίδιοι δεν θα άντεχαν.

Οι κομμουνιστές δεν ήταν οι πρώτοι «απόβλητοι» που δέχτηκε στα ξερά του χώματα αυτό το μικρό νησί απέναντι από το Λαύριο. Οπως και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, εκεί στήθηκε ένα λοιμοκαθαρτήριο. Μια εγκατάσταση στην οποία μεταφέρθηκαν οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Επισήμως, για να εξεταστούν και να αντιμετωπιστούν ενδεχόμενες ασθένειες. Στην πραγματικότητα, για να μην αναμειχθούν με τον γηγενή πληθυσμό μέχρι το κράτος να αποφασίσει τι θα κάνει με αυτό τον νέο ανεπιθύμητο παράγοντα. 

Ετσι, την περίοδο 1922-23 δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, πρώτα από τον Πόντο και έπειτα από τη Μικρά Ασία, στοιβάχτηκαν στη Μακρόνησο, σε πολύ κακές υγειονομικές συνθήκες. Με αποτέλεσμα χιλιάδες από τους ανθρώπους που είχαν γλιτώσει από τον τουρκικό εθνικισμό και τον εγκληματικό τυχοδιωκτισμό της βασιλικής κυβέρνησης της Ελλάδας να μη γλιτώσουν από τις συνθήκες της Μακρονήσου. Αντίστοιχη λειτουργία είχαν και τα λοιμοκαθαρτήρια της Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη, όπου κλείστηκαν και ταλαιπωρήθηκαν πάνω από 300.000 πρόσφυγες από τον Πόντο, με άθλιους όρους διατροφής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, πολλοί μέχρι θανάτου. Στη Μακρόνησο πριν από τους πρόσφυγες είχαν κλειστεί στη διάρκεια του A' Βαλκανικού Πολέμου και 10.000 Τούρκοι αιχμάλωτοι, προερχόμενοι κυρίως από τα Ιωάννινα, που μετά στο τέλος του μεταφέρθηκαν στην Τουρκία.

«Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων διά να υποστούν αποτοξίνωσιν»

Τον Απρίλιο του 1947 το αφιλόξενο βραχώδες τοπίο του νησιού θα άρχιζε να υποδέχεται νέες στρατιές κρατουμένων. Αυτήν τη φορά είχε έρθει η ώρα των κομμουνιστών. Βρισκόμαστε στο άναμμα του Εμφυλίου. Πρωθυπουργός είναι ο 74 ετών Δημήτριος Μάξιμος, αντιβενιζελικός και στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος, μάρτυρας υπεράσπισης των δωσιλογικών κυβερνήσεων της Κατοχής, για τις οποίες υποστήριζε πως δέχτηκαν να διοικήσουν την κατεχόμενη από τους ναζί Ελλάδα για λόγους πατριωτισμού, ώστε να μην περιπέσει η χώρα σε διάλυση. 

Τον Φεβρουάριο μια εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) προς το υπουργείο Στρατιωτικών ανοίγει τον δρόμο για να χρησιμοποιηθεί η Μακρόνησος ως τόπος συγκέντρωσης κομμουνιστών στρατιωτών ή υπόπτων για συνοδοιπορία αγωνιστών του ΕΑΜ, ώστε να μείνει το στράτευμα μακριά από την επιρροή τους. Σε ένα αρχικό εισηγητικό σημείωμα αναφερόταν χαρακτηριστικά: «Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ορισμένα στρατόπεδα διά να υποστούν αποτοξίνωσιν. Ολες οι στρατιωτικές μονάδες δέον όπως εκκαθαρισθούν από αριστερίζοντες ή υπόπτους αριστερισμού». Με αυτήν τη γλώσσα υγειονομικού χαρακτήρα ξεκινούσε το μαρτύριο των αγωνιστών της δημοκρατίας.

Ηδη από το καλοκαίρι του 1946 ο στρατός με πληροφορίες που έπαιρνε από την αστυνομία είχε εντοπίσει όσους οπλίτες είχαν αριστερά φρονήματα ή είχαν συμμετάσχει στην Αντίσταση με το ΕΑΜ και τους συγκέντρωνε σε ξεχωριστά τάγματα. Το Α Τάγμα αυτών των «προς αποτοξίνωσιν» στρατιωτών οργανώθηκε αρχικά στην Παιανία και αργότερα μεταφέρθηκε στον Αγιο Νικόλαο Κρήτης και στη Γυάρο. Το Β Τάγμα συγκεντρώθηκε αρχικά στη Λάρισα κι έπειτα μεταφέρθηκε στο Ρέθυμνο, το Λιόπεσι και τέλος στο Πόρτο Ράφτη. Το Γ' Τάγμα συγκεντρώθηκε αρχικά στη Μικρά της Θεσσαλονίκης και μετά μεταφέρθηκε στα Διαβατά. Σε λίγο όλοι συγκεντρώθηκαν στη Μακρόνησο, η οποία πια άρχιζε να λειτουργεί ως επίσημο στρατόπεδο του ελληνικού στρατού. Οι πρώτοι που έφτασαν εκεί ήταν οι στρατιώτες του Β Τάγματος, στις 28 Μαΐου 1947. Σε δύο μήνες τους συνάντησαν εκεί και τα άλλα δύο τάγματα.

Νομική «διευθέτηση» εκ των υστέρων.

Οκτώβριος 1949

Η Μακρόνησος δεν ήταν ενιαίο στρατόπεδο. Ηταν ένα σύμπλεγμα στρατοπέδων και χώρων εγκλεισμού Σε πρώτη φάση περιλάμβανε τα τρία στρατόπεδα των Ταγμάτων Σκαπανέων, τα οποία την άνοιξη του 1949 μετονομάστηκαν σε Ειδικά Τάγματα Οπλιτών. A ΕΤΟ. Β ΕΤΟ και Γ ’ ΕΤΟ.2 Επίσης, τις Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ) από τον Αύγουστο του 1947, με υπόδικους και κατάδικους στρατιώτες, και το Γ' Κέντρο Παρουσιάσεως Αξιωματικών, από τον Σεπτέμβριο του 1947, όπου συγκεντρώθηκαν αριστεροί ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί. Οταν άρχισαν να στέλνονται στο νησί όχι μόνο αριστεροί στρατιώτες και αξιωματικοί αλλά και πολίτες πολιτικοί εξόριστοι ιδρύθηκε γι' αυτούς, τον Νοέμβριο του1948, το Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης στο βόρειο τμήμα του νησιού. Τέλος, τον Ιανουάριο του1950 δημιουργήθηκε το Ειδικό Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ) που λειτουργούσε στον χώρο του A' ETQ

 Για το επίσημο κράτος η Μακρόνησος απέκτησε ειδικό νομικό χαρακτήρα μόλις τον Οκτώβριο του1949, με το ψήφισμα ΟΓ «Περί μέτρων εθνικής αναμορφώσεως» και την ίδρυση του Οργανισμού Αναμορφωτήριων Μακρόνησου, ο οποίος υπαγόταν απευθείας στο ΓΕΣ και σκοπός του είχε οριστεί η «διά της διαφωτίσεως και διαπαιδαγωγήσεως αναμόρφωσις» των κρατουμένων. Επισήμως πια ο στρατός αποκτούσε δικαιώματα που δεν είχε πριν και γινόταν υπεύθυνος για την κράτηση όχι μόνο οπλιτών και αξιωματικών αλλά και πολιτών. Η θεσμική στρατοκρατία οικοδομούνταν.

Το καλοκαίρι του 1947 οι έγκλειστοι στρατιώτες και αξιωματικοί προσέγγιζαν τους 10.000. Τον Μάιο του 1948 κρατούνταν πια στη Μακρόνησο 15.814 στρατιώτες και αξιωματικοί καθώς και 728 πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι. Τον Αύγουστο του 1949 βρίσκονταν εκεί 7.500 στρατιώτες και 20.000 πολίτες -τριπλάσιοι σχεδόν-, ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους υπήρχαν εκεί 5.521 στρατιώτες και 11.247 πολιτικοί εξόριστοι. Συνολικά. σύμφωνα με το ΓΕΣ. μέχρι τον Οκτώβριο του 1949 είχαν «αναμορφωθεί» 25.000 οπλίτες και αξιωματικοί. Πολλοί από αυτούς στη συνέχεια στάλθηκαν σε μάχιμες μονάδες του στρατού για να πολεμήσουν εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Αυτή η αναμόρφωση ασφαλώς δεν επιτυγχανόταν με κανένα λεκτικό μέσο πειθούς. Η Μακρόνησος είναι συνώνυμο των πιο φριχτών βασανιστηρίων. Η εικόνα του μεγάλου σχολείου πατριωτισμού που έβγαινε προς τα έξω από τα προπαγανδιστικά μέσα του κράτους ουδεμία σχέση είχε με το κολαστήριο που αποτέλεσε στην πραγματικότητα το νησί.

Οταν η αγριότητα γίνεται συλλογική και απλώνεται στην κοινωνία

Υπάρχει ένα στοιχείο που εντυπωσιάζει και δείχνει πόσο εύκολα μπορεί η αγριότητα να γίνει συλλογική, να καταλάβει πρώτα ένα κλειστό σύστημα όπως της Μακρονήσου και μετά να απλωθεί μέσα σε μια κοινωνία. Οι βασανιστές των εξόριστων δεν ήταν επαγγελματίες του στρατού αλλά απλοί οπλίτες, στρατιώτες που υπηρετούσαν τη θητεία τους. Επιλεγμένοι, βέβαια, με κριτήριο και την προηγούμενη βίαιη και περιθωριακή πολιτεία τους. Υπήρχε όμως και μια άλλη, πιο σκληρή πτυχή. Κάποιοι από τους βασανιστές ήταν «ανανήψαντες» αριστεροί, πρώην κρατούμενοι, που αναγκάζονταν να βασανίσουν οι ίδιοι τους πρώην συντρόφους τους, είτε για να αποδείξουν πως πράγματι είχαν αλλάξει στρατόπεδο είτε για να κλείσει για πάντα ο δρόμος της επιστροφής τους στην Αριστερά είτε απλώς για την άρρωστη απόλαυση των αξιωματικών. Τα βασανιστήρια γίνονταν συχνά μπροστά στους άλλους κρατούμενους ώστε αυτοί να «σπάσουν» γρήγορα και να υπογράψουν τη διαβόητη δήλωση μετάνοιας.

Μόλις οι εξόριστοι αποβιβάζονταν στη Μακρόνησο ο διοικητής του τάγματος τους συγκέντρωνε και τους καλούσε να υπογράψουν επιτόπου, με συγκεκριμένη μικρή χρονική διορία, τη δήλωση. Οταν η διορία περνούσε στρατιώτες με ρόπαλα ορμούσαν πάνω τους και τους χτυπούσαν με αγριότητα Ετσι, οι περισσότεροι εξόριστοι δέχονταν να υπογράψουν. Ομως πολλοί αρνούνταν. Αυτοί μεταφέρονταν σε άλλα σημεία του στρατοπέδου, για να μαρτυρήσουν ξανά στα χέρια των βασανιστών τους. Τους έβαζαν να στήσουν πρόχειρες σκηνές, «τσαντίρια» όπως τα έλεγαν οι εξόριστοι. Η ίδια η καθημερινότητά τους εκεί ήταν ένα βασανιστήριο. Τους ανάγκαζαν να μετακινούνται διαρκώς μαζί με τα πράγματά τους. Πολλές φορές δεν τους επέτρεπαν να πάνε ούτε στα ουρητήρια. Εκτεθειμένοι συνεχώς στους ανέμους, στην παγωνιά τις νύχτες, την αφόρητη ζέστη άλλες μέρες, υπέφεραν σε ένα συνεχές εφιαλτικό μαρτύριο. Οι εξόριστοι αναγκάζονταν να μεταφέρουν μεγάλες πέτρες από τη μια πλευρά του νησιού στην άλλη, κάτω από τον ήλιο, μέχρι να λιποθυμήσουν. Αυτή η χωρίς νόημα εργασία αποσκοπούσε στην ταπείνωση των εξόριστων, την εμπέδωση της ιδέας πως δεν αποτελούσαν ανθρώπους με δικαιώματα αλλά αντικείμενα στα χέρια των βασανιστών τους και, ασφαλώς, στην ψυχολογική και διανοητική τους κατάρρευση.

Αυτή η βίαιη «αναμόρφωση» ξεκίνησε από το Γ' Τάγμα, υπό τη διοίκηση του διαβόητου λοχαγού Σκαλούμπακα. Οσοι μετά τις πρώτες απειλές και τα βασανιστήρια συνέχιζαν να μην υπογράφουν δηλώσεις μετάνοιας καλούνταν στο Γραφείον Ηθικής Αγωγής του τάγματος, όπου διεξάγονταν πολύωρες ανακρίσεις και νέοι ξυλοδαρμοί Οι βασανιστές χτυπούσαν με κάθε τρόπο και με κάθε αντικείμενο που μπορούσε να γίνει όργανο βασανιστηρίων: ξύλα λοστούς, συρματόσκοινα κλομπ. Με τη διαβόητη φάλαγγα, κατά την οποία ο κρατούμενος δενόταν σε ένα κρεβάτι και με ένα κλομπ του χτυπούσαν σταθερά και με δύναμη τα πέλματα, πόνος που -όπως λένε οι μαρτυρίες- κάνει τον βασανιζόμενο να νομίζει πως θα χάσει τη λογική του. Αλλά και με βασανιστήρια που φαίνονται πιο ήπια αλλά είναι εξαντλητικά, όπως το «αεροπλανάκι», δηλαδή το να στέκεται ο βασανιζόμενος στο ένα πόδι με τα χέρια σε έκταση, ή ο «πελαργός», το να στέκεται για ώρα στο ένα πόδι. Ολα αυτό συνεχίζονταν μέχρι να λιποθυμήσει ο βασανιζόμενος. Ή μέχρι να κουραστεί ο βασανιστής.

Τα μαρτύρια της ρέγνας, της γάτας και η «ευγνωμοσύνη» στον βασανιστή

Μαζί με αυτά υπήρχαν και άλλα βασανιστήρια που έρχονταν κυριολεκτικά από τα βάθη των αιώνων κι από βάρβαρες πρακτικές στρατών και ηγεμόνων. Τέτοιο ήταν το να πετιούνται οι βασανιζόμενοι στη θάλασσα με τα χέρια δεμένα και φορώντας τα ρούχα τους, ώστε να κινδυνεύουν διαρκώς να πνιγούν. Το να τους κρεμούν από στύλους με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα και τις άκρες των ποδιών ίσα να ακουμπούν στο έδαφος. Το να τους δίνουν για βραδινό ρέγγα χωρίς νερό ενώ ήταν καλοκαίρι, με αποτέλεσμα μια βασανιστική αφυδάτωση. Αλλά και το μαρτύριο της γάτας, όπου έβαζαν τους βασανιζόμενους σε ένα σακί, έριχναν μέσα μια γάτα, το έδεναν και το έριχναν στη θάλασσα, ώστε η γάτα σε κατάσταση αμόκ να ξεσκίζει με τα νύχια της τον βασανιζόμενο προσπαθώντας να σώσει τη ζωή της. Από όλα αυτά πολλοί εμφάνισαν βαριά ψυχικά νοσήματα και άλλοι επιχείρησαν να αυτοκτονήσουν. Οι συνθήκες αυτού του κολαστηρίου είχαν αποτέλεσμα έπειτα από έξι μήνες ελάχιστοι από τους 5.000 στρατιώτες του τάγματος να μην έχουν υπογράψει δήλωση μετάνοιας.

Αλλά και για όσους υπέγραφαν τελικά τις δηλώσεις τα πράγματα δεν ήταν εύκολα Πρώτα έπρεπε να αποδείξουν ότι είχαν πράγματι αλλάξει πεποιθήσεις. Επρεπε να κάνουν ομιλίες στους υπόλοιπους στρατιώτες για τα δεινά του κομμουνισμού και την αναμορφωτική επίδραση της Μακρονήσου, να παρενοχλούν και να διαπομπεύουν τους «αμετανόητους», αλλά και, όπως είπαμε, να τους βασανίζουν οι ίδιοι. Επειτα έστελναν επιστολές στο χωριό τους στις οποίες ανέφεραν πως είχαν παρασυρθεί από το «προδοτικό» ΚΚΕ, καταδίκαζαν τον κομμουνισμό ως αντεθνική ιδεολογία και δήλωναν ευγνώμονες για την εμπειρία της Μακρονήσου που τους οδήγησε στο να «ανανήψουν». Αυτές οι επιστολές διαβάζονταν μπροστά σε όλους τους συγχωριανούς τους από τον παπά ή τον δάσκαλο μετά τη λειτουργία της Κυριακής.

Το αποκορύφωμα της θαλάσσιας κόλασης ήταν όσα συνέβησαν την 1η Μαρτίου 1948. A' ΕΤΟ: Οι στρατιώτες εκεί άντεχαν ακόμη και δεν υπέγραφαν τη δήλωση στο καθεστώς παρά τα μαρτύρια. Μία μέρα πριν (29 Φεβρουάριου), κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσής τους στο θέατρο για την πραγματοποίηση της κυριακάτικης λειτουργίας, κάποιοι αλφαμίτες (Αστυνομία Μονάδος) άρχισαν να χτυπούν μπροστά τους δύο άλλους στρατιώτες. Πολλοί διαμαρτυρήθηκαν φωνάζοντας «Αίσχος» και εξεγέρθηκαν. 

Ξαφνικά κάποιοι από τους αλφαμίτες άρχισαν να πυροβολούν προς το πλήθος. Πέντε στρατιώτες έπεσαν νεκροί από αυτό το επεισόδιο, για το οποίο ο διοικητής του τάγματος Α. Βασιλόπουλος είπε πως δεν υπήρχε καμία εντολή και πως θα διεξάγονταν έρευνες. Ομως το επόμενο πρωί φάνηκε πως ίσως όλα αυτά να ήταν πρόβα και προβοκάτσια για να δημιουργηθεί η αφορμή της σφαγής.

Οι κρατούμενοι στρατιώτες είχαν τοποθετήσει από την προηγούμενη μέρα τους νεκρούς σε μια σκηνή και έκαναν συμβολική απεργία πείνας. Την ώρα του πρωινού θρησκευτικού κηρύγματος το A' ΕΤΟ βρέθηκε ξαφνικά περικυκλωμένο από τις ένοπλες φρουρές και των τριών ταγμάτων. Από τα μεγάφωνα ενός μικρού σκάφους ακούστηκε η φωνή του διοικητή:

«Προσοχή - προσοχή!

Στρατιώται του A' Τάγματος. Σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης.

Στρατιώται του Α’ Τάγματος, εκάματε μίαν απερισκεψίαν. Ολίγα καθάρματα κομμουνισταί σας παρέσυραν εις στάσιν κατά της πατρίδος. Οσοι από σας δεν συμφωνούν με τους δολοφόνους, οι οποίοι εδημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα, διαχωρίστε τας ευθύνας σας και συγκεντρωθείτε ας τον 7ον λόχον. Το κράτος δεν μπορεί να υποχωρήσει, το κράτος δεν θα υποχωρήσει».

Η σφαγή της 1ης Μαρτίου1948. Οπλισμένοι «γαζώνουν» άοπλους

Με αφορμή το επεισόδιο της προηγούμενης ημέρας προσπαθούσαν να τους αναγκάσουν να υπογράψουν υπό την απειλή ότι αλλιώς θα θεωρούνταν στασιαστές. 4.500 άοπλοι στρατιώτες, σχεδόν όλοι 20 έως 25 ετών, όλοι τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και οι πιο πολλοί στελέχη και μέλη του ΚΚΕ, στέκονται ακίνητοι 

Μία ώρα μετά δίνεται το τελεσίγραφο. Μέσα σε πέντε λεπτά έπρεπε να μεταβούν στον 7ο λόχο για να υπογράψουν. Αλλιώς ο στρατός θα επιτίθετο. Δεν κινούνται. Και η θηριωδία αρχίζει. Με ρόπαλα πέφτουν πρώτα πάνω τους οι πρώτοι από τους βασανιστές. Στις μάχες σώμα με σώμα οι αριστεροί στρατιώτες καταφέρνουν να τα πάρουν στα χέρια τους και να εκδιώξουν τους «συναδέλφους» βασανιστές τους. Σε λίγα λεπτά όλα αλλάζουν. Με εντολή των αξιωματικών τους οι αλφαμίτες αρχίζουν να πυροβολούν με τα αυτόματα πάνω στις σκηνές του 4ου και 5ου λόχου. Οι πρώτοι νεκροί. 

Σε λίγο άλλοι στρατιώτες πίσω από τα μυδραλιοβόλα τους χτυπάνε σχεδόν όλο τον χώρο της παραλίας, μέχρι και το λιμάνι. Μερικοί στρατιώτες πέφτουν στη θάλασσα για να σωθούν. Οι σφαίρες τούς βρίσκουν κι εκεί Για μια στιγμή σταματάνε τα όπλα Και τότε μια φωνή προτρέπει: «Συνάδελφοι, όλοι όρθιοι να ψάλουμε τον εθνικό μας ύμνο!». Οι στρατιώτες του A' ΕΤΟ. του «κόκκινου τάγματος», οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, σε θέση προσοχής, μαζί κι οι τραυματίες, ψάλλουν τον «Υμνο στην ελευθερία». Τα μυδραλιοβόλα συνεχίζουν. Επί ώρες όλος ο τόπος γαζώνεται Οπλισμένοι σφάζουν άοπλους. Στο τέλος πάλι οι αλφαμίτες ορμούν ουρλιάζοντας και ζητούν δηλώσεις μετάνοιας.

Οι νεκροί της σφαγής φορτώθηκαν σε ένα καΐκι. Ο καπετάνιος του, χρόνια μετά, δήλωνε:

«Εζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. L.J Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. [...] Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι αλφαμίτες Χούμης και Δήμητρας, Λαγός. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους. Λέω στον Σκαλούμπακα “Το καΐκι δεν σηκώνει τόσο πράμα είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι”. Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να ’κανα; Το πιστόλι σε παγώνει.. L.J Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. Οι νεκροί ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου».

Το βράδυ της 1ης του Μάρτη το υπουργείο Στρατιωτικών εκδίδει ανακοίνωση:

«Την 29 Φεβρουάριου άνδρες του Στρατοπέδου Μακρονήσου εις το οποίον υπηρετούν οι επικίνδυνοι κομμουνισταί κατά την διάρκειαν της θρησκευτικής τελετής επετέθησαν κατά της φρουράς του Στρατοπέδου προς αφοπλισμόν της. Η τελευταία αμυνόμενη έκαμε χρήσιν των όπλων και η τάξις απεκατεστάθη. Απώλειαι στασιαστών 17 νεκροί και 61 τραυματίες». Τα «Νέα» έγραψαν: «Οι κομμουνισταί προκάλεσαν ταραχάς εις την Μακρόνησον».

Ο ανθός του ελληνικού πολιτισμού και τα καΐκια των τρελών

Στη Μακρόνησο κρατήθηκαν και βασανίστηκαν άνθρωποι που τις επόμενες δεκαετίες θα σφράγιζαν για πάντα την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Κάποιοι και του παγκόσμιου. Στρατευμένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, πολλοί ήδη μέλη του ΚΚΕ. Καθηγητές πανεπιστημίου και άλλοι επιστήμονες όπως ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος και ο Γιάννης Ιμβριώτης, σκηνοθέτες και ηθοποιοί όπως ο Μάνος Κατράκης, ο Θανάσης Βέγγος, η Αλέκα Παΐζη και ο Νίκος Κούνδουρος, μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Φοίβος Ανωγειανάκης, εικαστικοί όπως ο Τάσος Ζωγράφος και ο Γιώργος Φαρσακίδης, λογοτέχνες όπως ο Γιάννης Ρΐτσος, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Νίκος Καρούζος, ο Θέμος Κορνάρος, άλλοι ήδη καταξιωμένοι, άλλοι στα πρώτα τους βήματα Μάλιστα ο Μάνος Κατράκης είχε καταφέρει να κρύψει ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου μέσα σε γυάλινα μπουκάλια που έθαψε στην άμμο. Κι όταν αργότερα άλλαξε τόπο εξορίας τα πήρε μαζί του. Είναι τα ποιήματα που αργότερα εκδόθηκαν με τον τίτλο «Πέτρινος χρόνος» και αποτέλεσαν το υλικό για την «Καντάτα για τη Μακρόνησο» του Θάνου Μικρούτσικου.

Ο Μίκης Θεοδωράκης αποτυπώνει στα λόγια του τη φρίκη για τη Μακρόνησο:

«Οταν μας πηγαίνανε στα βουνά επάνω για τα βασανιστήρια, στις χαράδρες κ.λπ. ήταν απόλυτη μοναξιά. Στη φυλακή μέσα ή στην ασφάλεια ξέρεις ότι πίσω από τους άλλους τοίχους είναι ορισμένοι σύντροφοί σου. Κάποιοι άνθρωποι θα σε ακούσουν. Η μαρτυρία παίζει μεγάλο ρόλο. Εκεί δεν είχες κανέναν. Δηλαδή να εξαφανιστείς, να πεθάνεις χωρίς να αφήσεις ίχνος πίσω σου είναι αβάσταχτο. Αισθανόσουνα εκεί ότι είσαι τίποτα. Ησουν μόνος σε μια ερημιά, σε ένα βράχο επάνω, στην ερημιά, ήταν σκηνές πολλές αλλά δεν τις έβλεπες και ήταν μακριά η μια με την άλλη. Ησουν τελείως μόνος. Και ξαφνικά καθώς κοιμόσουνα έβλεπες φλόγες, είχανε πετρέλαιο και βάζανε φωτιά στη σκηνή εκεί που κοιμόσουν. Και μετά έπεφτε άγριο ξύλο. Πες μου, πώς αντέχει αυτός ο άνθρωπος. Στα κλασικά βασανιστήρια στην Ασφάλεια είχες την αναμονή και μετά το ξύλο, όσο αντέξεις. Μετά είσαι εξαντλημένος. Και πονάς πολύ. Αλλά αυτό γίνεται μέσα σε δυο τρεις ώρες. Και πας στο κελί σου πάλι. Στη Μακρόνησο ήταν μήνες, δημιούργησε θύματα τα οποία υποφέρουν ακόμη. [...] Υπήρχαν καΐκια που πηγαίνανε από τη Μακρόνησο στο Λαύριο για να πάνε τους τρελαμένους στα νοσοκομεία».

Ο Εμφύλιος που συνεχίστηκε μέχρι το 1961. Ισοπεδώνοντας την αντιστασιακή ταυτότητα

Τον Αύγουστο ίου 1949 ο Εμφύλιος τελείωσε με την ήττα του ΔΣΕ. Εξόριστοι συνέχιζαν για καιρό να μεταφέρονται μαζικά στη Μακρόνησο παρότι ο (επίσημος) λόγος είχε πλέον λείψει. Και ασφαλώς συνέχισαν να μαρτυρούν. Λίγους μήνες μετά, στις 5 Μαρτίου 1950, έγιναν εκλογές. Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Νικόλαος Πλαστήρας. Ο κεντρώος για τα δεδομένα της εποχής εμβληματικός πρώην στρατιωτικός ξεκίνησε να αποδυναμώνει τη λειτουργία του στρατοπέδου. Το καλοκαίρι χιλιάδες πολιτικοί εξόριστοι μεταφέρθηκαν από τη Μακρόνησο σε δύο άλλα νησιά. Οι άντρες μεταφέρθηκαν στον Αη Στράτη και οι γυναίκες στο Τρίκερι. Ομως για επτά ακόμη χρόνια, ως το 1957, τα στρατόπεδα συνέχισαν να λειτουργούν, όπως και οι στρατιωτικές φυλακές ως τον Οκτώβριο του1960. Σε λίγο είχαν μείνει μόνο κάποιοι στρατιώτες, όχι ως κρατούμενοι αλλά ως φρουροί των εγκαταστάσεων. Τον Φεβρουάριο του 1961 εγκατέλειψαν κι αυτοί οι τελευταίοι 10-15 άντρες τη Μακρόνησο.

Εχει υπολογιστεί πως από τη Μακρόνησο πέρασαν συνολικά περί τους 27.000 στρατιώτες, 1.100 αξιωματικοί και 30.000πολίτες, όλοι κατηγορούμενοι για αριστερά φρονήματα. Η Μακρόνησος ήταν μια ανάγκη του αστικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Η Αντίσταση και το ΕΑΜ είχαν γίνει τα πιο μαζικά κινήματα στην ιστορία της χώρας. Είχαν αλλάξει τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων. Δεν τους έσωσαν μόνο από την πείνα, δεν τους έδωσαν όπλα για να διώξουν τον κατακτητή. Αλλαξαν εντελώς τον τρόπο που οι άνθρωποι έβλεπαν τη ζωή τους. Αντρες αγράμματοι γίνονταν ηγέτες στο χωριό τους, χωρικοί μάθαιναν να διαβάζουν κι έβλεπαν πρώτη φορά στη ζωή τους θέατρο, γυναίκες σταματούσαν να περιμένουν να διαλέξει ο πατέρας τους τον σύζυγό τους και γίνονταν αγωνίστριες και ισότιμες με τους άντρες. Το στρατόπεδο της Μακρονήσου δημιουργήθηκε για να τα ισοπεδώσει όλα αυτά Τη νέα ταυτότητα των ανθρώπων. Τις νέες ιδέες που μέσα από την πάλη τους είχαν κατακτήσει για τον εαυτό τους και για τον κόσμο. Οπως και όλο το αντικομμουνιστικό κράτος της Δεξιάς που χτίστηκε μετά τον Εμφύλιο. Για να καταστρέφει την ηθική εδραίωση του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ στο μεγάλο μέρος της ελληνικής νεολαίας. Για να μην του αφήσει περιθώριο για το μέλλον.

Οι σημαίνοντες του μετεμφυλιακού κράτους ασφαλώς είδαν αλλιώς την Μακρόνησο. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου και μετέπειτα πρόεδρος της Δημοκρατίας, σε ομιλία του που εκφώνησε στο νησί είπε πως «η Μακρόνησος είναι προπαντός ένα μεγάλο εκπαιδευτήριο και γυρεύει να στηριχθεί στον ορθόν λόγον... Μακάρι όλη η Ελλάδα να ήταν μια Μακρόνησος... Ολοι στη ζωή μας πρέπει να περνάμε ένα Μακρονήσι. [...] Ηρθα ως δάσκαλος. Θα ήθελα να βρισκόμουν στη θέση σας».

Παν. Κανελλόπουλος: «Πρότυπον άξιον μιμήσεως. Στο ξερονήσι αυτό εβλάστησε η Ελλάς»

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, πρώην πρωθυπουργός, είπε πως «το έργον της Μακρονήσου, αναγνωρίζομενον ήδη διεθνώς ως παράδειγμα και πρότυπον άξιον μιμήσεως εις όλας τας ελευθέρας χώρας του κόσμου, αποτελεί τίτλον τιμής δι’ όλους εκείνους οι οποίοι συνέβαλαν και συμβάλλουν εις την πραγματοποίησίν του. [...] Η ιστορία θα γράψει ότι η στροφή της παγκόσμιας υποστάσεως εδώ εις την Μακρόνησον άρχισε. Στο ξερονήσι αυτό εβλάστησε σήμερα η Ελλάς ωραιότερη όσο ποτέ».

Μετά τη χούντα για πολλές δεκαετίες ο Εμφύλιος είχε γίνει ταμπού για την ελληνική Δεξιά. Σήμερα οι εκπρόσωποι μιας ακραίας εκδοχής της, που αρέσκονται να μιλάνε στη Βουλή με λόγο στρατοδίκη και γυμνασιάρχη του ’50, προσπαθούν να οικειοποιηθούν με περηφάνια τη δράση του κράτους στον Εμφύλιο. Υποστηρίζουν πως όλα έγιναν για τη σωτηρία της Ελλάδας από μια «κομμουνιστική δικτατορία». 

Διαμαρτύρονται για την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» και για το ότι, όπως λένε, αντί να γράψουν την ιστορία του Εμφυλίου οι νικητές, την έγραψαν οι ηττημένοι Φωνάζουν για να ρίξουν στη λήθη τα βασανιστήρια των νικητών στους ηττημένους. Και την ταξική διάσταση του πολέμου. Που, ίσως πιο καλά από οπουδήποτε, αποτυπώνεται στο πρόσωπο ενός από τους δολοφονημένους της Μακρονήσου έπειτα από 33 ημέρες βασανιστηρίων, του Μήτσου Τατάκη, γενικού γραμματέα της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων, που είχε συμβολή ακόμη και στην οργάνωση της απόβασης των συμμάχων στη Νορμανδία Μετά τον πόλεμο η ΟΕΝΟ στοχοποιήθηκε από το εφοπλιστικό κεφάλαιο και πολεμήθηκε σκληρά, διότι εξαιτίας της «το ελληνικόν πλοίον απώλεσε το μοναδικόν του πλεονέκτημα, το χαμηλόν κόστος εκμεταλλεύσεως, που του επέτρεπε να συναγωνίζεται επιτυχώς τας ξένας ναυτιλίας». Τελικά αυτό που δεν συγχωρήθηκε στους ηττημένους είναι ότι αντέξανε. Οτι είχαν την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα Κι αυτό που γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στο «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί»:

«Περάσαμε πολύ καιρό στο Μακρονήσι, κοιμηθήκαμε μάγουλο με μάγουλο με το θάνατο,

πολλοί αφήσανε εκεί τα κόκαλά τους. Πολλοί αφήσανε τα πόδια τους τα χέρια τους.

Πολλοί τώρα περπατάνε με δεκανίκια, πολλοί δεν περπατάνε καθόλου,

πολλοί φωνάζουν τις νύχτες στον ύπνο τους

πολλοί δεν έχουν καθόλου μιλιά, πολλοί δεν μπορούν πια να δουν, πολλοί δεν μπορούνε πια να καταλάβουν τη φωνή της μάνας τους.

Ολο το φταίξιμό μας είναι που αγαπάμε, όπως και εσύ Ζολιό, τη Λευτεριά και την Ειρήνη».

Πηγή: Hot History

{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger