Αρχική » » ΓΥΑΡΟΣ: «Απαγορεύεται»

ΓΥΑΡΟΣ: «Απαγορεύεται»

{[['']]}
Ημερολόγιο της φυλακής, από τον Αντρέα Νενεδάκη

Γυάρος: Τόπος εξορίας από το 1947 μέχρι το 1952, από το 1955 μέχρι το 1961 και από το 1967 μέχρι το 1974.

Το 2001 η Γυάρος ανακηρύχθηκε ιστορικό μνημείο και απαγορεύτηκε κάθε οικοδομική δραστηριότητα. Στη συνέχεια, όμως, η απαγόρευση έπαψε να ισχύει καθώς εμφανίστηκαν επενδυτές που ζητούσαν να στήσουν ανεμογεννήτριες. Πριν από λίγες μέρες έγινε ένα ακόμα βήμα για τον αποχαρακτηρισμό του νησιού ως ιστορικού τόπου και τη βάφτισή του σε προστατευμένη οικολογική περιοχή. Οι ιθύνοντες του WWF υπόσχονται έναν πακτωλό χρημάτων από το πρόγραμμα «Cyclades Life».

Ομως, στο θανατονήσι έχουν μαρτυρήσει «το γάλα της μάνας τους» περισσότεροι από 20.000 κρατούμενοι και καθετί πάνω σ' αυτό φέρνει τα σημάδια τους. Κόντρα στις επιδιώξεις διαφόρων για κερδοφόρα χρήση του νησιού, ο «Ριζοσπάστης» αρχίζει από σήμερα τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το συγκλονιστικό βιβλίο του Αντρέα Νενεδάκη με τον τίτλο «Απαγορεύεται », που δεν είναι άλλο από ένα ημερολόγιο φυλακής. Ενα ημερολόγιο, μάλιστα, από την πιο σκληρή περίοδο λειτουργίας αυτής της φυλακής. Την περίοδο 1947 - 1950.
Οπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας, «αυτό το βιβλίο το 'γραψαν με το αίμα τους οι πολιτικοί κρατούμενοι της Γιούρας, εγώ αντίγραψα».
Ας αφήσουμε, λοιπόν, τους ίδιους τους κρατούμενους να μιλήσουν:
***

«Είμαστε πεντακόσιοι πενήντα ένας πολιτικοί κρατούμενοι από τις φυλακές της Καλαμάτας, με το προσωπικό και με το διευθυντή μαζί. Βγήκαμε στις 5 το πρωί κι αντικρίσαμε ένα μαύρο όγκο που ξεπετιόταν μέσα από τη θάλασσα με κλίση 45° - ήτανε η Γιούρα.
(...) Οπως είμαστε φορτωμένοι και στη γραμμή, παρατάχτηκαν οι χωροφύλακες με "εφ' όπλου λόγχη" και με αυτόματα από τις δυο πλευρές. Ενας αντισυνταγματάρχης διάταξε ησυχία κι άρχισε να μιλεί:
-- Συνέλθετε. Βρισκόσαστε στη Γιούρα, θα τα ξεχάσετε όλα όσα ξέρετε. Πας άφρων θα παταχθεί αμειλίκτως, πληρώνοντας το παράπτωμά του ακόμα και με τη ζωή του. Εχω δώσει διαταγή εις την φρουράν, για καθετί που θ' αντιληφθεί, ν' ανοίξει πυρ άνευ νεωτέρας μου διαταγής!

Μέναμε ακίνητοι - κανείς δεν ήτανε "άφρων" (...) Οι χωροφύλακες με τους αλφαμίτες μάς ρίχτηκαν, μας έσπρωχναν, μας έβριζαν και μας χτυπούσαν (...) Ο ήλιος σε λίγο βγήκε μέσα από τη θάλασσα, άρχισε να ψηλώνει, ν' ανεβαίνει μεσούρανα και να μας παίρνει και την τελευταία ανάσα. Οι σκοποί άλλαζαν, έπιναν νερό, κατουρούσαν, σε μας απαγορεύονταν όλα - στέκαμε εκεί περιμένοντας.
Ο τόπος ήτανε σκληρός. Μικρές πέτρες αλωνισμένες από την αλμύρα και τον αέρα άφριζαν πάνω στο χώμα (...) Δυο μέτρα δίπλα μας ήταν η θάλασσα. Πόσο επιθυμούσαμε όλοι ν' ακουμπήσουμε τα κουρασμένα μας κορμιά εκεί στον αφρό, να πλησιάσουμε εκεί που έγλειφε το κύμα, να πλύνουμε τα πόδια και τα χέρια μας και να υγραθεί το φρυγμένο μας στόμα.

Κάθε λίγο ερχόταν ένας ανθυπασπιστής της Επιμελητείας με τους βοηθούς του και χτυπούσε χωρίς διάκριση - ήταν αποσπασμένος στη Γιούρα από το Γενικό Επιτελείο για την επίβλεψη του υλικού.
-- Είσαι παντρεμένος; ρωτούσε έναν κρατούμενο.
Αν ήταν παντρεμένος, έπεφτε πάνω του φωνάζοντας και βρίζοντας:
-- Και πού την άφησες, μωρέ, τη γυναίκα σου; Πού την πούλησες;
Αν ήταν ανύπαντρος ο κρατούμενος, χειρότερα.
-- Δεν παντρεύτηκες για να μην έχεις υποχρεώσεις... Το Κόμμα παντρεύτηκες, μωρέ; Καλύτερα που δεν παντρεύτηκες, για να μην έχεις αποσπορίδια.
Ηταν με τα καλά του - έτσι φαινόταν. Ομως, έτσι που κάθε λίγο τον έπιανε ξαφνικά και, βγαίνοντας από τη σκηνή έτρεχε φωνάζοντας και ρωτώντας τα ίδια και τα ίδια συνέχεια από το πρωί, σου 'ρχόταν να γελάσεις.
-- Είσαι παντρεμένος; Δεν είσαι;
Και δώσ' του και χτυπούσε αλύπητα.
(...) Εσπασαν κεφάλια, χτύπησαν κορμιά, ώσπου κουράστηκαν. Μερικούς τους χτυπούσαν έως αργά το βράδυ (...) Ηταν η πρώτη νύχτα της Γιούρας.
12-7-47
(...) Πριν βγει ο ήλιος, τριγύρω στους λόφους άρχισαν τους πυροβολισμούς (...) Ο πρώτος που σήκωσε το κεφάλι του από περιέργεια δέχτηκε ομαδικές ροπαλιές. Οι άλλοι γύρω του, όσοι κουνήθηκαν, έπαθαν τα ίδια κι όσοι έμειναν ακίνητοι, όσοι θέλοντας να γλιτώσουν έκαναν τους αδιάφορους, δέχτηκαν ολόκληρη μπόρα.
-- Ωστε είσαι ψύχραιμος; Πώς σε λένε; Είσαι ο στρούκτορας οπωσδήποτε.

(...) Μας παράταξαν πάλι. Η γραμμή τώρα ήταν δεκαπλή με το μέτωπο προς την ξηρά, με τα πράγματά μας δίπλα και τριγύρω οι σκοποί, οι φύλακες και οι αλφαμίτες. Δε μιλούσε κανείς - σχεδόν δεν αναπνέαμε - κι όμως, οι κραυγές τους δε σταματούσαν (...) Ο πρώτος γδύθηκε τσίτσιδος. Του 'πιασαν τα ρούχα, τα πασπάτευαν και τον κορόιδευαν με διάφορους τρόπους: Ενας έχωνε στ' αχαμνά του το ντουφέκι, άλλος το ζαχαροκάλαμο που κρατούσε κι άλλοι, όλοι μαζί, φώναζαν, τίναζαν τα ρούχα του και τον κλοτσούσαν ή τον έφτυναν.

-- Ανθρωπος για να διοικήσει τον τόπο.
-- Για τον αγώνα ήρθες εδώ, μωρέ;
-- Κοίτα τον ψωριάρη.
-- Αυτός είναι ο συναγωνιστής, μωρέ;
Και γυρνώντας σε μας, μας τον έδειχναν όπως ήταν γυμνός, φτυσμένος και καταματωμένος.
- Να, μωρέ, ο γραμματέας σας! Να...
Ημαστε όλοι βαθμούχοι - γραμματείς, στρούκτορες, αρχηγοί, κομματάρχες. Δεν έμεινε άνθρωπος χωρίς βαθμό και δίχως διάκριση.

Η μέρα δεν τέλειωνε. Ενας - ένας περνούσε, γδυνόταν κι άρχιζαν από την αρχή. Είχαν αφρίσει, στα στόματά τους άσπριζε πηχτό σάλιο. Ιδρωναν όπως χόρευαν και πηδούσαν και τα λαιμά τους έσταζαν. Σήκωναν σκόνη με το τσουροβόλημα, ξετίναζαν τις κουβέρτες και έσκιζαν τις ραφές τους για κανένα σημείωμα ή χαρτί, ξεχώριζαν καθετί που είχε αξία (...)
-- Πού τα βρήκες, μωρέ, τα ψαλίδια;
-- Φονιά.
-- Δεκεμβριανός είσαι;

Και τα ξεχώριζαν με προσοχή, τα 'βαζαν σε σωρό χωριστά ή τα τρύπωναν στις τσέπες τους.
Οι καντινιέρηδες έπαθαν του Χριστού τα πάθη. Ολοι κρατούσαμε ένα δέμα της καντίνας με ξυραφάκια, οδοντόπαστες, μερικά ψιλικά, κονσέρβες ή κανένα κουτί γλυκό - το 'χαμε χρεωθεί και είχαμε δώσει αποδείξεις παραλαβής. Μόλις βρέθηκε η πρώτη κονσέρβα σ' έναν μπόγο άρχισε ένα φοβερό πανηγύρι.
-- Να το, φονιά, το εργαλείο σου, δεν το ξέχασες... Από το Δεκέμβρη, μωρέ, το φυλάεις... (...)

14-7-47

Πριν βγει ο ήλιος αρχίσαμε τη δουλειά (...) Επρεπε ν' ανοίξουμε και λάκκους γι' αποχωρητήρια. Διάλεξαν ένα χώρο δίπλα μας.
-- Να το πάρετε απόφαση, εδώ θα τα κάνετε όλα. Αυτός ο τόπος είναι τώρα η ζωή σας, μήτε αυτόν, όμως, τον ορίζετε.
Ενας κρατούμενος ζήτησε σκαπανικά για τ' αποχωρητήρια και τον έδειραν. Τον χτύπησαν όλοι μαζί δίπλα στους λάκκους, έμεινε εκεί όλη τη μέρα γιατί δεν μπορούσε να σηκωθεί. Αυτό ήταν γι' αυτόν το χειρότερο: Οποιος φύλακας περνούσε από δίπλα του, τον χτυπούσε, βογκούσε και η σκόνη που σηκωνόταν του ξέρανε τις πληγές και το πρόσωπό του έγινε αγνώριστο.

15-7-47

Οι περισσότεροι έχουν καταδικαστεί για τα πολιτικά τους φρονήματα, για τα Δεκεμβριανά κι άλλοι με τα έκτακτα μέτρα. Μαζί έχουν κουβαληθεί και ποινικοί κατάδικοι. Τούτοι, όμως, ξεχώρισαν μόλις φτάσανε στη Γιούρα: Μπήκαν σ' έτοιμες σκηνές, συντάχτηκαν σε ιδιαίτερη γραμμή και παίρνουν πρώτοι συσσίτιο. Μαζί με αυτούς είναι και οι δοσίλογοι.

Ολοι οι άλλοι είναι αριστεροί, κομμουνιστές, πολλοί απλοί δημοκρατικοί και άλλοι αχρωμάτιστοι, που βρέθηκαν χωρίς να το καταλάβουν στη φυλακή μπλεγμένοι σε μια υπόθεση τυχαία. Ωσπου να φτάσουνε στη Γιούρα είχαν περάσει φοβερές μέρες. Οι Δεκεμβριανοί έχουν ο καθένας στην πλάτη δυο - τρία χρόνια, με βασανιστήρια στα κρατητήρια, με ξυλοδαρμούς, με τραύματα και η υγεία ολωνών είναι κλονισμένη, τους λένε στασιαστές, φονιάδες, εγκληματίες και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Των "μέτρων τάξεως" πάλι είναι όσοι έχουν πιαστεί στις πολιτείες και στο ύπαιθρο και που τους έχουν στείλει στο Στρατοδικείο με τις γνωστές κατηγορίες του Γ΄ Ψηφίσματος, του 509/47 και 375/36 των Τακτικών. Πολλοί δεν έχουν ιδέα μήτε γιατί τους κατηγορούν, μήτε γιατί τους δίκασαν, άλλοι είναι υπόδικοι ακόμα με κατηγορίες διάφορες. Ολοι, όμως, έχουν αρνηθεί ν' αποκηρύξουν τα πολιτικά τους φρονήματα και αυτός είναι ο σπουδαιότερος λόγος που τους δίκασαν ή που τους κρατούν υπόδικους.

16-7-47

Ακούστηκε πως πριν 'ρθει το τάγμα των σκαπανέων πέρασε από 'δω ο κουλοχέρης, ο Γουίκαμ, ο Αγγλος οργανωτής για τις φυλακές στην Ελλάδα. Γύρισε όλη τη χώρα σε νησιά και σε πέλαγα και στο τέλος διάλεξε τη Γιούρα. Ενας φύλακας, που είναι από τους ανθρώπους που δεν παίρνουν μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον μας, είπε:
-- Ας όψεται ο κουλοχέρης, που στύλωσε τούτη τη φυλακή και βασανίζεστε και σεις και μεις.
Τέτοιες κουβέντες τις ακούει κανείς σπάνια, όμως, η αλήθεια είναι πως οι παλιοί φύλακες του σωφρονιστικού κλάδου φέρονται οι περισσότεροι ανθρωπινά. Οι άγριοι, εκείνοι που μας μισούν και μας βασανίζουν, ήταν όλοι στα Τάγματα Ασφαλείας και στις οργανώσεις των κατακτητών.

(...) Η σπηλιά είναι 2χ2 με τοίχο μπρος στο άνοιγμα και χτιστό ντουβάρι, είναι γεμάτη σκορπιούς που ξετρυπώνουν μέσα από τα βάθη της (...) Οποιος μπει εκεί μέσα δεν ησυχάζει στιγμή - ο Σουπιώνης, ο φύλακας του πειθαρχείου, είναι θηρίο (...) Ξαφνικά και τη στιγμή που ακούγονταν τα ουρλιαχτά ενός κρατούμενου στο πειθαρχείο, ακούστηκε μια γυναικεία φωνή:
-- Μη χτυπάτε, βρε εγκληματίες. Θα πάω στην Αθήνα και θα σας περάσω στο "Ριζοσπάστη".
Την άλλη μέρα μάθαμε πως ήταν η γυναίκα του αντισυνταγματάρχη των σκαπανέων.
Ολες αυτές οι νύχτες είναι νύχτες αγρύπνιας και τρόμου (...) Ολοι λένε πως ο Σουπιώνης χασισώνεται με τους βοηθούς του και ξεσπούν στο πειθαρχείο».

Βρισκόμαστε στην άνοιξη του 1947. «Εξω», στα βουνά, τ' αντάρτικο φουντώνει. Το Κόμμα, όμως, δεν το έχουν βγάλει ακόμα εκτός νόμου. Οι δίκες και οι εξορίες δίνουν και παίρνουν. Το ίδιο και τα στρατοδικεία κι από κοντά οι εκτελέσεις. Καταγράφονται καθημερινά από τον «Ριζοσπάστη» που ακόμα κυκλοφορούσε. Μόνο όμως οι επίσημες αναγγελίες. Γιατί την ίδια ώρα ένα σχέδιο μαζικής εξόντωσης των αγωνιστών έχει μπει σε εφαρμογή κι ακούει στο όνομα «Γιούρα». Κανείς έξω από τη Γιούρα δεν ξέρει τι συμβαίνει εκεί. Δεν είναι τόπος εξορίας. Είναι φυλακή καταμεσής του πελάγου. Μια φυλακή που την έχτισαν οι ίδιοι οι κρατούμενοι. Το ημερολόγιο αυτής της φυλακής περιέχεται στο βιβλίο υπό τον τίτλο «Απαγορεύεται », του Αντρέα Νενεδάκη (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
Συνεχίζουμε σήμερα την παρουσίαση αποσπασμάτων στο τμήμα εκείνο που αφορά στον ερχομό του περιβόητου Γλάστρα.

17-4-47

Είναι ξημερώματα. Είμαστε όλοι στο πόδι. Φωνές από τον Πρώτο όρμο και πάνω από τα φυλάκια δείχνουν πως κάτι το σοβαρό συμβαίνει (...) Από το ανατολικό άνοιγμα φαίνεται ένα κομμάτι ουρανού και θάλασσας, που για μια στιγμή μαυρίζει ξαφνικά γιατί σκεπάστηκε από το σκοτεινό όγκο ενός αρματαγωγού.
Μια φωνή αιμοβόρα και δυνατή τα σκέπασε όλα:
-- Α! Α! Βάρα τον στο κεφάλι. Σκότωσ' τον. Βγάλ' του τα μάτια.
Από τις κουμπότρυπες και το μπροστινό άνοιγμα κοιτάζαμε την πόρτα του αρματαγωγού. Ενας θεόρατος άντρας με πολιτικά, με κοιλιά και μια μεγάλη μαγκούρα γυρόφερνε, στριφογυρίζοντας το ξύλο πάνω στα κορμιά και στα κεφάλια.

Τούτη η αποστολή ξεπερνούσε τους χίλιους πεντακόσιους. Μπρος στη θάλασσα γέμισε ο τόπος τραυματίες, που βογκούσαν ξαπλωμένοι και που τους τσαλαπατούσαν όσοι έβγαιναν μαζί με τους φύλακες που είχαν αφηνιάσει. Πάνω απ' όλα, όμως, κυριαρχούσε η βροντερή φωνή του μεγαλόσωμου κοιλαρά. Το μούτρο του ήταν μια μάσκα κρεάτινη με τρύπες, που άφριζε, έβριζε και βλαστημούσε και το κορμί του ένα θεόρατο, φουσκωμένο, όρθιο ζωντανό, που στριφογύριζε ένα χοντρό ξύλο, θερίζοντας σα στάχυα τους ανθρώπους, που, άοπλοι, ανήμποροι και προπαντός αποφασισμένοι να μην αμυνθούν και χειροτερέψει η θέση τους, δέχονταν στα κορμιά και στα κεφάλια τα φοβερά χτυπήματα.

(...) Τ' απόβραδο, όταν βγήκε από τους παλιούς αγγαρεία αμίλητη για να καθαρίσει τ' αποκαΐδια και τα αίματα, μαθεύτηκε πως ήρθε μαζί με τη σημερινή αποστολή από τη Θεσσαλονίκη και ο διευθυντής της φυλακής με καινούργιο προσωπικό - ο Παπαδημητρόπουλος, με υποδιευθυντή τον Γλάστρα, τον κοιλαρά που αλώνιζε στην «υποδοχή», γνωστοί κι οι δυο από την Κατοχή σα συνεργάτες των Γερμανών και βασανιστές στο στρατόπεδο «Παύλου Μελά» και στο Επταπύργιο.

30-7-47

Σ' ένα πηγάδι εκεί που έσκαβαν βρήκαν ένα σκελετό, που έως να σχολάσουν το βράδυ είχε λιώσει. Λένε πως είναι από τους ογδόντα χιλιάδες Ρωμαίους που εξόρισε ο Σύλλας το 80 π.Χ. στη Γιούρα. Τους άφησε εδώ και πέθαναν από την πείνα.
-- Ετσι θα γίνετε όλοι, φώναζαν οι φύλακες. Κανείς δε θα φύγει από δω...
Σπάνια είχε χρησιμοποιηθεί η Γιούρα. Το 1922 εκατόν πενήντα στρατιώτες έμειναν είκοσι μέρες - τους είχαν στείλει σαν ανεπιθύμητους από τη Θράκη. Τότε πέθαναν τρεις. Κι ο Μεταξάς ήθελε να την χρησιμοποιήσει για τόπο εξορίας, αλλά κρίθηκε ακατάλληλη από την υγειονομική επιτροπή. Οι Γερμανοί έστειλαν Ιταλούς κρατούμενους το 1943, αλλά έμειναν μόνο δυο μήνες γιατί δεν μπορούσαν να τους κρατήσουν στη ζωή. Τίποτα δε ζει σε τούτο το νησί, μερικοί ποντικοί μόνο που παρουσιάστηκαν ξαφνικά - και ποιος ξέρει αν ήρθαν με κανένα από τα καΐκια ή τα πλοία που μας έφεραν - σαύρες και σκορπιοί. Μήτε ένα πουλί δεν έχουμε δει ακόμα.

14-8-47

-- Είμαι λίαν συγκινημένος, παιδιά μου, με την αθρόαν προσέλευσίν σας εις τον ιερόν τούτον χώρον...
Αρχιμανδρίτης, θρησκευτικός επιθεωρητής των φυλακών της Ελλάδος, ο πατήρ Προκόπιος έφα (...) Μίλησε για υλισμό, για διάφορες θεωρίες αλλοπρόσαλλες, για τη σάρκα που κουράζεται και υποφέρει στην πρόσκαιρη ζωή, φτάνει να σώσουμε την ψυχή μας, για την επιστροφή στον Χριστό, αρκεί να παραδεχτούμε και να καταδικάσουμε τα εγκλήματά μας, για την ανταμοιβή που μας περιμένει «εις την ζωήν ΑΜΕΣΩΣ και εις την μέλλουσαν, αν ΔΗΛΩΣΩΜΕΝ μετάνοιαν»...
Την ίδια ώρα, μπρος στα μάτια του σύρθηκαν και ξυλοκοπήθηκαν πάνω από εκατό κρατούμενοι, «απέστρεφε», όμως, «τους οφθαλμούς» του από τα «τεκταινόμενα» και μια γλυκάδα χρωματισμένη με κινήσεις ευλαβικές, με φωνή λιγωμένη, ξεχυνόταν απ' όλο του το είναι. Ηταν σα να μη συνέβηκε τίποτα (...) Στεκόταν ασυγκίνητος, αλύγιστος και ωραίος, έμοιαζε με θεό της εκδίκησης, του φόβου και του τρόμου, που κατέβηκε στη Γιούρα ντυμένος στα ράσα να επιβλέψει το έργο του Γλάστρα - σχεδόν να το ευλογήσει.

30-8-47

Για τα Στρατοδικεία φεύγουν συνέχεια - χτες τριακόσιοι, προχτές δεκαπέντε. Νέα δεν έχουμε καθόλου, κυκλοφορούν διαδόσεις, που οι περισσότερες είναι ριγμένες από τους φύλακες και τους ποινικούς - πότε πως έπεσε η κυβέρνηση, πότε πως ο εμφύλιος πόλεμος τελειώνει, για συμφωνίες, για μάχες όξω από την Αθήνα... Είναι τόσο πολλά αυτά που διαδίδονται, που δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοπιστέψει. Εμείς διατηρούμε την ψυχραιμία μας.

Το απόγευμα μαζεύτηκαν όλοι οι όρμοι και μίλησε ένας υπάλληλος του υπουργείου Δικαιοσύνης - τον λένε Μεταξά. Διάβασε μια ανακοίνωση της Τεχνικής Υπηρεσίας του υπουργείου που έλεγε πως τα έργα αρχίζουν οριστικά από αύριο. Φυλακές, σχέδιο πόλεως, λέσχες, πάρκα, ξενώνες, δρόμοι, σπίτια και διάφορα άλλα «θα κατασκευαστούν εκ των ενόντων και επί πληρωμής»! Τα μεροκάματα θα φτάνουν από τις 8.000 έως τις 14.000 - μια οκά τυρί φέτα δηλαδή το μεροκάματο και μάλιστα από την καντίνα μας - τα κτίρια θα γίνουν από τούβλα, θα σκεπαστούν με κεραμίδια, θα μοιραστούν σε όσους εργαστούν πουκάμισα, παντελόνια, άρβυλα. Κάποιος πετάχτηκε και φώναξε να του δώσουν αυτά που του πήραν στην «υποδοχή» - και τον έφαγε το σκοτάδι, όλη τη νύχτα φώναζε στο πειθαρχείο.

12-9-47

Το «3007», το αρματαγωγό, έφτασε κι αυτό πάνω στην ώρα μ' εκατό φυλακισμένους από τη Λαμία και τετρακόσιους εβδομήντα από τα Τρίκαλα. Από τη Στυλίδα και από το Βόλο τους φόρτωσαν και ύστερα από τόσες μέρες στο αμπάρι ήρθαν πρωί πρωί σήμερα. Περίμεναν ο Γλάστρας, ο Κολοκάτσης, ο Ζεϊμπέκος, ο Τσουπάκης και ο Χαλκιαδάκης, γύρω τους χωροφύλακες, φύλακες και ο Στράτος ο Κοζομπολίδης - «ο Στράτος μου», όπως λέει ο Γλάστρας.

Ο Στράτος μοιάζει με σίφουνα στις «υποδοχές». Ο Γλάστρας χτυπά έναν, δύο, τρεις, τους περιποιείται, τους αφήνει ξαπλωμένους, αλλά πρέπει να περάσεις από μπρος του για να πάθεις τα ίδια και πολλοί τον αποφεύγουν. Γύρω του δημιουργείται ένα είδος «νεκρής ζώνης» από τους ξαπλωμένους που κείτουνται στα πόδια του. Ο Στράτος, όμως, έχει άλλη τακτική: Πηδά από δω, σέρνεται από κει, βρίσκεται γύρω σου, μακριά σου και μπορεί να ξαναγυρίσει εκεί που βρίσκεται ένας κρατούμενος, αν εξακριβώσει από κει που χτυπά τώρα πως είναι σε κατάσταση καλή. Δεν αφήνει κανέναν.
(...) Στο μεταξύ, απαγορεύτηκε με διαταγή το μεσημεριανό κατούρημα (...) Απαγορεύεται κάθε μέρα και κάτι άλλο, ό,τι τους καπνίσει (...)
-- Θα σας κάνω σαπούνι, φωνάζει συνέχεια ο Ζεϊμπέκος.

30-9-47

Πόσο λίγο ξέραμε πού βρισκόμαστε και ποιοι μας έχουν στα χέρια τους... Είναι φανερό τι μας περιμένει όλους, ξέρουμε τώρα τι σκέπτονται και ποιο θα είναι το τέλος μας.
-- Είσαστε νεκροί, λέει ο διευθυντής, νεκροί.
19-10-47
Ηρθαν εκατόν πενήντα κρατούμενοι από τη Σάμο. Η «υποδοχή» που τους έκαμαν είναι από τις πιο φοβερές. Ο Σουπιώνης τσουβάλιασε στο πειθαρχείο μια δεκαριά και τους βασανίζει. Πάλι ανακατέματα στις σκηνές. Ηρθε ένας συνταγματάρχης της Χωροφυλακής. Συσσίτιο μπακαλιάρος, κρεμμύδια, ελιές, ψωμί δεν υπάρχει. Δουλειά, δουλειά, δουλειά - χαντάκια, μάντρες, ισοπεδώματα, εκβραχισμοί, κουβάλημα πέτρας. Ολο το βράδυ οι Σαμιώτες βασανίζουνται.
30-10-47
Οι εκατό στους τριακόσιους - αυτό είναι το σύνθημα του Γλάστρα τώρα. Είχε φτάσει αυτές τις μέρες μια αποστολή με τριακόσιους κατάδικους.
-- Οι εκατό στο φορείο, είπε ο Γλάστρας στα παλικάρια του.
Και δε βγήκε μήτε ένας παραπάνω.

6-12-47


Μια στιγμή ήρθε ένα πουλί και κάθισε μπρος μας - ήτανε σταρήθρα. Πέταξε κοντά και μας κοίταξε κατάματα. Αποσβολωθήκαμε, πρώτη φορά βλέπαμε τέτοιο ζωντανό εδώ...
(...) Συνεννοηθήκαμε με μια ματιά. Δεν κουνήθηκε κανείς, θέλαμε να μείνει όσο ήταν δυνατόν περισσότερο κοντά μας, κάποιος σκέφτηκε για ψίχουλα, το ψωμί, όμως, δεν είχε μοιραστεί ακόμα. Σκάλισε την τσέπη του και μαζί με το χώμα βρέθηκαν και μερικά τρίμματα.
Μια βρισιά του Στράτου σταμάτησε το πουλί να τσιμπά, ένα τίναγμα της σκηνής και βρέθηκε μπροστά μας με σηκωμένη τη μαγκούρα. Μόλις αντίκρισε τη «συγκέντρωση», έλαμψε το πρόσωπό του:
-- Εχετε και ταχυδρομικά περιστέρια, ε;... Την Παναγία σας... βλαστήμησε κι έριξε το ξύλο πάνω στο πουλί που φτερούγισε τρομαγμένο.
Ο Στράτος μιλούσε δυνατά:
-- Σα σήμερα, ρε πούστηδες κομμουνιστές, με είχατε στα χέρια σας. Ηταν το 1944. Εγώ σας ξέφυγα. Σήμερα σας έχω εγώ... Θα πεθάνετε, ρε πουτάνες, πάρτε το χαμπάρι, δεν υπάρχει ζωή για σας... Δε θα μου ξεφύγετε σεις...

Το πουλί περνούσε ξυστά πάνω από τα κεφάλια των φυλακισμένων. Ολοι παρακολουθούσαν το πέταγμά του κι ο Στράτος είχε αφηνιάσει γι' αυτό (...) Το πουλί ήταν μια ελπίδα. Ενα ζωντανό που τριγυρνούσε λεύτερο δίπλα στον Στράτο, λες και τον κορόιδευε πετώντας γύρω του, χωρίς να φοβάται μήτε την «αστυνομία» του, μήτε αυτόν, χωρίς ν' «ακούει», δίχως να 'ναι υποχρεωμένο να «πηδήξει», δίχως να μπορούν να το πιάσουν και να το στείλουν στη «σπηλιά».

19-12-47

Η απομόνωσή μας είναι πέρα για πέρα απόλυτη. Δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε με κανένα δικό μας, κάποιον που να φροντίσει για τα ζητήματά μας, για τις υποθέσεις μας. Είμαστε μακριά και χωρίς επαφή με τον άλλο κόσμο, είμαστε δεμένοι πάνω σε αυτόν το βράχο χεροπόδαρα και κάθε μέρα, κάθε ώρα καταστρέφεται η υγεία μας, σκοτώνεται η σκέψη και η ψυχή μας, βασανίζεται το κορμί μας με κάθε τρόπο - με τη δίψα, με την πείνα, με τα χτυπήματα, με το κρύο, με τη ζέστη. Πεθαίνουν καθημερινά άνθρωποι - πάνω στη Γιούρα, στα καΐκια, στη Σύρα. Δεν είμαστε υπόδικοι ή κατάδικοι για ορισμένο χρόνο, είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο.

Βρισκόμαστε ήδη στο 1948, η ένοπλη πάλη του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας περνά στις κορυφαίες στιγμές της. Η αστική τάξη λυσσομανά, αδειάζει πόλεις και χωριά από κάθέναν που θεωρεί πως με οποιονδήποτε τρόπο είναι δυνάμει υποστηρικτής της πάλης του ΔΣΕ. Δίπλα στη Μακρόνησο και τους άλλους τόπους εξορίας έχει στηθεί ήδη από το 1947 η φυλακή της Γυάρου. Μια φυλακή που την έχτισαν με τα ίδια τους τα χέρια οι κρατούμενοι, αρκετοί απ' αυτούς δεν έφυγαν ποτέ απ' το νησί, πύκνωσαν το «δάσος», όπως ονόμαζαν οι βασανιστές τους το νεκροταφείο. Ο «Ριζοσπάστης» συνεχίζει σήμερα την παράθεση αποσπασμάτων από το ημερολόγιο φυλακής που κρατούσε ο Αντρέας Νενεδάκης και κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο «Απαγορεύεται » από την «Σύγχρονη Εποχή».

10-1-48

Στη μέση του χειμώνα ήρθε ένα φοβερό νέο: Πάλι αλλάζουν τις σκηνές. Αυτές που είχαμε ήταν τετράγωνες, της Λιβύης, όπως τις λέγαμε. Οι καινούργιες είναι αμερικανικές 5x5. Πρέπει να χαλαστούν όλες οι παλιές, να γκρεμίσουμε τα πεζούλια που κοιμούμαστε, ν' αλλάξουμε τους διαδρόμους, να ξαναφτιάσουμε καινούργιες βάσεις, γιατί το σχήμα τους και ο τρόπος που θα στηθούν είναι διαφορετικός. Ολες σκίζονται σα χαρτιά και με το παραμικρό φύσημα ανοίγουνται ρωγμές, που άδικα προσπαθούμε να τις κλείσουμε με πανιά, με κουβέρτες και με ραψίματα.

Υστερα ο Γλάστρας στοιβάζει είκοσι εφτά κρατούμενους στην καθεμιά - άρρωστοι, γεροί, χτυπημένοι, ανάπηροι κοιμούνται κολλητά ο ένας δίπλα στον άλλον, το γύρισμα από το άλλο πλευρό γίνεται ομαδικά. Αναπνέουμε την ανάσα ο ένας του άλλου, οι αιμοπτύσεις γίνονται στο ίδιο μαξιλάρι και οι πληγές από συρίγγια, από χτυπήματα είναι αφορμή να μην μπορεί κανείς ν' αγγίξει τον άλλον - για να μην τον χτυπήσει - και δεν μπορεί μήτε ν' αναπνέει, γιατί οι πληγές μυρίζουν.

30-1-48

Ολοι έχουν αλλάξει το λίγο διάστημα που έχουμε στη Γιούρα. Θα 'ναι έξι μήνες που 'ρθαν οι πρώτοι και νομίζουν πως έχουν περάσει έξι χρόνια· τα μαλλιά τους έχουν ασπρίσει, είναι αδύνατοι, ξεροί και σπάνια γελούν - έπειτα κι αυτό απαγορεύεται . Αν είναι μπροστά φύλακες και γελάσει κανείς, αλίμονό του. Σιγά - σιγά έχουν χάσει και την αίσθηση του πραγματικά κωμικού - το μέτρο στη Γιούρα είναι αλλιώτικο. Οταν σκεφτείς όπως σκεφτόσουν μακριά από τη φυλακή, δεν μπορείς να γελάσεις για πράγματα που γελάς εδώ. Ομως, το γέλιο μιας στιγμής το πλερώνεις με μέρες πόνου.

5-2-48

Θα χτιστούν μεγάλα κτήρια - φυλακές, θα χτιστούν μεγάλες αποθήκες, θα γίνουν ξενοδοχεία, σπίτια, πλατείες - θ' αλλάξουν την όψη της Γιούρας...
Τώρα ισοπεδώνεται το βουνό που 'ναι ανάμεσα στον Τέταρτο και στον Πέμπτο όρμο - εκεί θα χτιστεί η φυλακή. Το κάτεργο πρέπει να 'χει μεγάλη πλατεία τριγύρω - και το βουνό είναι κατηφορικό με πελώριους βράχους, πάνω από δέκα κι αλλού δεκαπέντε μέτρα ύψος είναι η σκληρή πέτρα που πρέπει να φαγωθεί σε μια έκταση πενήντα ή εκατό χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα - πόσα θα 'ναι κανείς δεν ξέρει. Θα φαγωθεί το βουνό - αυτό ξέρουμε μόνο - και όταν το πετάξουμε στη θάλασσα, τότες θ' αρχίσει το χτίσιμο. Και βιάζουνται πολύ.

Κάθε μέρα πέντε - έξι χιλιάδες κρατούμενοι σκάβουν χωρίς σταματημό. Τα πιστολέτα κατατρυπούν, τα φουρνέλα τινάζουν, οι λοστοί με τα σφυριά ανεβοκατεβαίνουν, οι «αλυσίδες» με την πέτρα στον ώμο, τα φτυάρια, οι αξίνες δεν ησυχάζουν. Πάνω από κάθε ομάδα είναι ένας φύλακας, ένας «επιστάτης», ένα «τσακάλι», ο βούρδουλας δε σταματά - έτσι, για να μην ξεχνιέται - οι τιμωρίες εκτελούνται επιτόπου, ο Στράτος αλωνίζει από το πρωί ως το βράδυ και ο Γλάστρας κάθε λίγο κάνει την εμφάνισή του.
Από τα ξημερώματα ως το βράδυ πάνω στο βουνό, που θα γίνει πλατεία, χιλιάδες κρατούμενοι φτύνουν αίμα, χτυπιούνται και σκοτώνονται κάθε λεφτό.

25-2-48

Είσαι ή δεν είσαι γραμματισμένος, μόλις έτσι να φαίνεσαι πως μιλάς ή πως ξέρεις να μιλάς χαρακτηρίζεσαι «στέλεχος», «στρούκτορας» ή «γραμματέας». Αυτό θα πει πως πρέπει να 'χεις έτοιμο τον μπόγο σου για τον Τρίτο όρμο, αν δεν περάσεις πρώτα από το τακούνι του Γλάστρα. Εχει μεγάλη αδυναμία, όπως όλοι, στα «στελέχη», αγωνίζεται ν' ανακαλύψει κανένα κι αυτός και όλοι οι συνεργοί του. Τέτοιο κυνηγητό δεν έγινε ποτές· τα «τσακάλια» κρυφακούουν, οι φύλακες παραφυλάουν και ο ίδιος ο Γλάστρας, με την κουβέντα, με την εκδήλωση που θα «εντοπίσει» σε μια συζήτηση, νομίζει πως έπιασε τον αρχηγό ή το στέλεχος που κατευθύνει τη ζωή των κρατούμενων.

Δεν έχουνε καταλάβει πως η συμπεριφορά τους, η ζωή η ίδια στο κάτεργο έχουν αναδείξει όλους τους κρατούμενους σε στελέχη, αρχηγούς και τα υπόλοιπα. Κάθε αντίσταση σιωπηλή, κάθε ενέργεια παθητική, κάθε είδους εκδήλωση που εμποδίζει τα σχέδιά τους έχει βγει από κρατούμενους που δεν ήταν ποτές τους «στελέχη» και που διδάχτηκαν μέσα στη φυλακή τόσα όσα δεν μπορούσαν να μάθουν σε όλη τους τη ζωή. Μέσα στις σκηνές, στην αγγαρεία, στο κυνηγητό και στις σχέσεις που έχουν με τους φύλακες, με τους «επιστάτες» και με τον Γλάστρα έχουν αποκτήσει την πείρα που χρειάζεται για ν' αντιμετωπίσουν όποια κατάσταση παρουσιάζεται. Δεν μπορούν να καταλάβουν πώς είναι δυνατόν, ύστερα από τις τελευταίες «αποστελεχώσεις» που έγιναν και που πέρασαν με το κόσκινο όλους τους όρμους, να εξακολουθούν οι κρατούμενοι να 'χουν την ίδια τακτική, την ίδια αντοχή και την ίδια απόφαση. Δεν μπορούν να καταλάβουν πως όσους και να διώξουν στον Τρίτο όρμο, πάντα κάποιος θα μείνει, πως και να μην το ήθελαν οι κρατούμενοι, η ζωή που έχει δημιουργηθεί στη φυλακή τους αναγκάζει να παίζουν όλοι το ρόλο του γραμματέα, να είναι όλοι «στελέχη», να είναι όλοι «υπεύθυνοι» - πάντα αντικαταστάτης είναι ο επόμενος.

30-3-48

Αυτόν το μήνα ήρθαν περισσότεροι από δυο χιλιάδες κρατούμενοι: Από τα Τρίκαλα εκατόν εβδομήντα, από την Αθήνα εκατό, από την Ακροναυπλία και το Μεσολόγγι εκατόν δεκατέσσερις, από τη Θήβα εξήντα οχτώ, από τη Μακρόνησο και Αβέρωφ εκατόν οχτώ, με το αρματαγωγό εξακόσιοι δεκαεννέα, από τη Θεσσαλονίκη διακόσιοι είκοσι οχτώ, από την Αίγινα τριακόσιοι εξήντα εφτά, από άλλες φυλακές της Πελοποννήσου εκατόν πενήντα και πολλοί άλλοι με το καΐκι της φυλακής από τη Σύρα.

Μαζεύεται κόσμος, κάθε μέρα και πληθαίνουμε. Ο Γλάστρας λέει πως θα 'ρθουν να προσκυνήσουν στη Γιούρα οι μισοί κάτοικοι της Ελλάδας. Γι' αυτόν όλοι αυτοί δεν είναι Ελληνες - και μπορεί να 'χει και δίκιο, ποιος ξέρει. Εδώ πάντως τον πιστεύουν πολλοί - δηλαδή όλοι οι ποινικοί, οι δωσίλογοι, οι φύλακες και οι χωροφύλακες.

6-4-48

«Στον όρμο της σιωπής», «στον τάφο των ζωντανών», «στον όρμο των μαρτυρίων», όπως ακούγεται ο Πέμπτος όρμος, τώρα βασιλιάς και κύριος είναι ο Στράτος. Πρώτη του δουλειά είναι να χτίσει τον τεκέ - το σπίτι του Στράτου, που χτίζεται από τους κρατούμενους σε δυο μέρες και να μπει μέσα να σκεπάσει τα νυχτερινά γλέντια της παρέας, που αρχίζουν με το χασίσι, τον μπαγλαμά και την ομοφυλοφιλία και τελειώνουν πάνω στις πλάτες και στα κεφάλια των κρατούμενων.

Το μαστούρωμα δεν είναι μόνο από το χασίς, είναι από το μεθύσι που πιάνει τα αφρισμένα θεριά όταν τ' αφήνουν ελεύθερα να ξεσκίσουν σάρκες και ν' αναπαυτούν μόνο όταν χορτάσουν. Με τη διαφορά πως ο Στράτος δε χορταίνει.

Στον Πέμπτο μαζεύτηκαν όλοι οι φύλακες που είναι άξιοι του Στράτου και μαζί τους οι «επιστάτες» και τα πιο άγρια «τσακάλια» της φυλακής - ο Λεούσης, ο Μέξης, ο Βιτάλης και ο Γαρμπής, Χίτες, ταγματαλήτες και κίναιδοι. Ο Γαρμπής είναι... γιατρός, εργολάβος, κτηνίατρος, γεωπόνος και ό,τι άλλο του 'ρχεται βολικό. Αυτός είναι και ο «τεχνικός» - αν και «καλύπτει» κι άλλες ειδικότητες που είναι απαραίτητες στον Στράτο. Ο Μεταξάς τους έχει για πρωτοπαλίκαρα και «επιστάτες» στο «έργο».

30-4-48

Αυτός που κανονίζει και που πραγματικά διευθύνει τώρα τη φυλακή είναι ο Μεταξάς. Τα κέρδη του είναι τέτοια, που δεν τον νοιάζει τίποτα, είναι ικανός να πνίξει στο αίμα τη Γιούρα, αλλά να τελειώσει το «έργο». Εχει γενικό διευθυντή το Λευκορώσο Σίμαση.

Ο Συμεών Σίμασης, συνεργάτης των Γερμανών, διερμηνέας τους, μ' ένα σωρό καταδόσεις Ελλήνων και Αγγλων αιχμαλώτων, φρενοβλαβής, ο πιο γλοιώδης σπιούνος από τους κρατούμενους «επιστάτες». Υπαρχηγοί οι κρατούμενοι Φωκάς, Καλιός, ο Μιχάλης Λεούσης, Αντ. Καραβιώτης, ο Παναγόπουλος, ο Βουρούδης, υπάλληλος της Τεχνικής Υπηρεσίας, και άλλοι.
Ο Χρήστος Φωκάς σε όλη την Κατοχή ήταν φονιάς στα Τάγματα του Πούλου, πήρε μέρος στη σφαγή της Κρύας Βρύσης στα Γιαννιτσά. Στη Γιούρα είναι «επιστάτης», βασανιστής, μέλος της «αστυνομίας» του Στράτου.

Ο Κων. Καλιός υπηρέτησε στην Κατοχή στα Τάγματα Ασφαλείας και κατηγορείται για πολλούς φόνους. Στη Γιούρα βασανίζει τους κρατούμενους, στο «έργο» είναι «αστυνόμος» που φρουρεί την πόρτα του όρμου. Είναι ολότρελος και κάνει μεγάλη προσπάθεια να ξεπεράσει όλους τους άλλους «επιστάτες».

17-6-48

Στη χαράδρα του Πρώτου όρμου πάνω από τα τελευταία πηγάδια και κοντά στο «μαύρο σπίτι» του Γλάστρα χτίστηκε άλλο πειθαρχείο. Το πειθαρχείο είναι χτιστό, 3x2, εκεί μπαίνουν όσοι είναι για πεθαμό.

Πρώτα, όμως, θα πρέπει να 'χουν περάσει από τη χαράδρα και από τη συκιά. Η συκιά είναι η τελευταία του έμπνευση: Εκεί κρεμά από τους αγκώνες - ως την ώρα - νύχτες ολόκληρες τους κρατούμενους του πειθαρχείου και τους δέρνει κρεμασμένους ώσπου να παραλύσουν. Σε πολλούς δε χρειάζεται καθόλου μήτε το φαΐ, μήτε το νερό γιατί είναι αναίσθητοι και σπάνια ξαναγυρίζουν στη σκηνή τους ή στον όρμο που έμεναν.

Οι περισσότεροι φεύγουν για τη Σύρα με το φορείο, για ν' ακουστεί ύστερα από λίγο από τους καϊξήδες πως δεν έφτασε στο νοσοκομείο ή πως τον πήγαν την άλλη μέρα στο... «δάσος».

Πηγή: Ριζοσπάστης
Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger