Αρχική » » Μικρασιατική εκστρατεία. Από το βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου, "Πόλεμος και Εθνοκάθαρση"

Μικρασιατική εκστρατεία. Από το βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου, "Πόλεμος και Εθνοκάθαρση"

{[['']]}
Η Μικρασιατική Καταστροφή παρουσιάζεται από τη Ρωμιοσύνη ως ένα εθνικό δράμα και αποτελεί μέρος της προπαγάνδας μίσους απέναντι στον μόνιμο "εχθρό" του έθνους, τους Τούρκους. Για να επιτευχθεί αυτή η προπαγάνδα τα γεγονότα μόνιμα παρουσιάζονται μονόπλευρα και επιφανειακά και η πραγματικότητα αποκρύπτεται συνειδητά. Οι μαρτυρίες των Ελλήνων στρατιωτικών δίνουν φως στα γεγονότα και αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν έθνη σφαγέων και ελευθερωτών, αλλά ότι ο πόλεμος οδηγεί στην αποκτήνωση του ανθρώπου. Τα γεγονότα και οι μαρτυρίες που προέρχονται από το βιβλίου του Τάσου Κωστόπουλου, Πόλεμος και Εθνοκάθαρση, εκδόσεις Βιβλιόραμα θα εξεταστούν χρονολογικά, προκειμένου να γίνει κατανοητή η τραγική κατάληξη τους, δηλαδή η καταστροφή της Σμύρνης.

Η πρώτη φάση του πολέμου ξεκινά με την απόβαση στη Σμύρνη (2/5/1919) και τη δημιουργία μιας ζώνης κατοχής από τον ελληνικό στρατό. Από τις πρώτες μέρες της απόβασης ξεκινούν οι βιαιοπραγίες κατά των μουσουλμανικών πληθυσμών. Στη Σμύρνη, με αφορμή κάποιους πυροβολισμούς κατά των ελληνικών στρατευμάτων, τα ελληνικά στρατεύματα, μαζί με ντόπιους ένοπλους χριστιανούς, προβαίνουν σε λεηλασίες, βιασμούς και φόνους στις μουσουλμανικές συνοικίες της πόλης. Περίπου 200 μουσουλμάνοι θα σφαγιασθούν και περίπου 2500 - συμπεριλαμβανομένου και μαθητών μαζί με τους δασκάλους τους - συνελήφθησαν και κακοποιήθηκαν. Από το πογκρόμ αυτό δεν εξαιρέθηκαν και οι Εβραίοι. Παρόμοιες ενέργειες έγιναν και σε μουσουλμανικά χωριά στα περίχωρα της Σμύρνης. Μετά από έρευνες μηνών, η έκθεση της διασυμμαχικής επιτροπής θα καταλογίσει την ευθύνη για τις βιαιότητες στην ελληνική πλευρά.

Ακόμα πιο αιματηρή ήταν η κατάσταση στο Αϊδίνιο. Αφού ο ελληνικός στρατός "απελευθέρωσε" την πόλη στις 14/5/1919 προέβη σε λεηλασίες και αφοπλισμό του ντόπιου μουσουλμανικού πληθυσμού. Ένα μήνα αργότερα όμως Τούρκοι αντάρτες ανακαταλαμβάνουν την πόλη. Κατά την υποχώρηση του ο ελληνικός στρατός έκαψε τη μουσουλμανική συνοικία, πορυβόλισε αρκετούς από τους κατοίκους της και άφησε τον ελληνικό πληθυσμό στο εκδικητικό μένος των ανταρτών. Από τους 7500 χιλιάδες χριστιανούς της πόλης μόνο 800 ακολούθησαν τον ελληνικό στρατό κατά την υποχώρηση του.

Σύμφωνα με έκθεση του στρατηγού Νίδερ "οι σφαγέντες Έλληνες ανέρχονται εις χίλιους περίπου". Κάπου 4000 άνθρωποι κατέφυγαν στον καθολικό μοναστήρι της πόλης όπου και σώθηκαν. Θύματα, των Τούρκων ανταρτών αυτή τη φορά, ήταν και οι Εβραίοι της πόλης. Η πόλη τελικά θα ανακαταληφθεί από τους Έλληνες ένα μήνα μετά, εγκαινιάζοντας νέο κύκλο σφαγών κατά των μουσουλμάνων. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία της ιστοριογραφίας των δύο πλευρών. Σύμφωνα με Τούρκους ιστορικούς κατά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού δολοφονήθηκαν 4000 μουσουλμάνοι ενώ οι απώλειες των μη μουσουλμάνων ήταν μόλις 400. Από την ελληνική πλευρά, η επίσημη ιστορία του ΓΕΣ κάνει λόγο μόνο για τις τουρκικές ωμότητες. Το ημερολόγιο ενός στρατιώτη από την Βοιωτία είναι αποκαλυπτικό:

Ο στρατηγός μας Γεώργιος Κονδύλης περιφέρεται διαρκώς σ'όλη την πόλη και μας ενθαρρύνει να φάμε τους απίστους. Επίσης μας δίνει το δικαίωμα να πράξουμε ότι βαστάει η ψυχή μας. Πράγματι πολλοί φαντάροι άρχισαν να κάνουν πολλά έκτροπα σε αντίποινα. [...] Μερικοί στρατιώτες κάνουν αυτό που κάνουν οι Τούρκοι στους δικούς μας τους Έλληνες. Οφθαλμόν αντί οφθαλμού. [...]Λένε πως ένας ρασοφόρος έβαλε φωτιά σε ένα τζαμί και έκαψε μερικές φτωχοοικογένειες που είχαν καταφύγει εκεί για να τους σώσει ο Μωάμεθ. Ήταν οικογένειες που δεν πρόλαβαν να φύγουν, όπως οι πλούσιοι του Αϊδινίου.

Παρόμοια γεγονότα έγιναν και στη Μενεμένη. Τα ελληνικά τάγματα δέχονται πυρά από Τούρκους αντάρτες της Περγάμου και υποχωρούν με μεγάλες απώλειες. Η απάντηση του ελληνικού στρατού είναι πογκρόμ κατά των μουσουλμάνων που διήρκεσε δύο ημέρες. Η ιστορία του ΓΕΣ κάνει λόγο για "συμπλοκή" με 40 νεκρούς.
Ο Βενιζέλος κατά την απολογία του στο Συμμαχικό Συμβούλιο θα κάνει λόγο για 25-30 νεκρούς. Η έκθεση της επιτροπής θα επιρρίψει την ευθύνη στον "πανικό κουρασμένων νεαρών στρατιωτών με περιορισμένη στρατιωτική εμπειρία" και θα απαλλάξει την ελληνική στρατιωτική διοίκηση. 

Σύμφωνα με βρετανικές υπηρεσιακές εκθέσεις οι χριστιανοί είχαν ζωγραφίσει άσπρους σταυρούς στα σπίτια τους για την αποφυγή της λεηλασίας και της κακοποίησης. Ανάλογα περιστατικά γίνονταν σε όλες της κατακτημένες από τον ελληνικό στρατό περιοχές. Για την κωμόπολη Γιαγιάκιοϊ είναι ενδεικτική η παρακάτω μαρτυρία από τον Χαράλαμπο Πληζιώτη :

Εμάθαμεν ότι χθες (13/6/1920) ήλθεν ένας ουλαμός του 1ου λόχου, κάποιος Τούρκος όμως επυροβόλησεν έναν στρατιώτην με δίκανον πιστόλι στα μούτρα. Αυτό ήτο αιτία και έπεσαν οι στρατιώτες επάνω τους και σκότωσαν 15 Τούρκους, αφού ερήμαξαν τα μαγαζιά τους.

Καθώς η προέλαση του ελληνικού στρατού συνεχίζεται, οι λεηλασίες κλιμακώνονται. Τα μουσουλμανικά φτωχοχώρια λεηλατούνται μαζικά. Οι πάμφτωχοι κάτοικοι της μικρασιατικής ενδοχώρας αφήνονται στην πείνα καθώς τους κατάσχονται τα αιγοπρόβατα. Οι ανώτεροι αξιωματικοί αρπάζουν ολόκληρα κοπάδια που μεταφέρονται προς πώληση στις αγορές της Σμύρνης. Αλλά και οι στρατιώτες έχουν συμμετοχή στο πλιάτσικο.

Ένας πυροβολητής αναφέρει στο ημερολόγιο του σε ένα χωριό βρέθηκαν αγελάδες και πρόβατα και "ότι οι οβελίαι ευρίσκονται εις τον κολοφώνα της δόξης των". Και ένα ακόμα παράδειγμα της "απελευθερωτικής" προέλασης των Ελλήνων:

Σκορπιστήκαμε στο χωριό για να βρούμε τροφή. Δυστυχώς εδώ δεν υπάρχει τίποτα. Από δω παρέλασαν όλα τα πεζικά συντάγματα και γενικώς τ 'άλλα σώματα και το χωρίο έχει λεηλατηθεί.

Η κτηνωδία του πολέμου συμπληρώνεται και από την συμπεριφορά των Τούρκων ανταρτών προς τους Έλληνες αιχμαλώτους. Οι συχνές ανακαλύψεις κατακρουργημένων πτωμάτων Ελλήνων με εμφανή σημάδια βασανισμού ή μεταθανάτιου εξευτελισμού (κομμένα πέη στο στόμα των νεκρών κλπ) οξύνουν την εκδικητικότητα του ελληνικού στρατού κατά των ντόπιων μουσουλμανικών πληθυσμών. Οι πρακτικές αυτές είναι μόνιμες σε περιπτώσεις εισβολής: οι αντάρτες θέλουν να τρομοκρατήσουν τον ανώτερο αριθμητικά και καλύτερα εξοπλισμένο ελληνικό στρατό με πράξεις βιαιότητας, τα ελληνικά στρατεύματα τρομοκρατούν τον πληθυσμό προκειμένου να μην επανδρώνουν και γενικότερα υποβοηθούν τους αντάρτες.  

Περνάμε στη 2η φάση του πολέμου, δηλαδή την εξόρμηση για την κατάληψη του Εσκί Σεχίρ, του Αφιόν Καραχισάρ και της Άγκυρας, περιοχές στις οποίες δεν υπάρχουν ελληνικοί πληθυσμοί. Ο Ανδρούτσος αναφέρει ότι "από Φιλαδέλφεια και επάνω πουθενά δεν συναντήσαμε Έλληνα, διότι ελάχιστοι μόνο κατοικούσαν στο Εσκή Σεχίρ και Αφιόν". Οι φαντάροι άλλωστε είναι ήδη καταπονημένοι και δυσαρεστημένοι από την προέλαση. Κατά την επίσκεψη του Κωνσταντίνου στο Εσκί Σεχίρ, χιλιάδες στρατιώτες φωνάζουν "Απόλυσιν! Απόλυσιν!".

Η απόλυση δεν θα πραγματοποιηθεί και εκεί θα γίνει ο τάφος πολλών από αυτούς. Σε αυτά τα εχθρικά εδάφη ο ελληνικός στρατός υποφέρει από τρομακτικές απώλειες και δείχνει ανήμπορος να ανταπεξέλθει στις επιθέσεις των ανταρτών. Ξεκινά έτσι η τακτική καμμένης γης. Μετά την υποχώρηση από τη δεύτερη μάχη του Ινονού ο  Χαράλαμπος Πληζιώτης περιγράφει στο ημερολόγιο του (10/3):

Περνούμε τα χωριά, [το] Μπάρκιοϊ, κατόπιν το Καπητσιλάρ, το οποίον εκαίετο, μετά το Γιουγουρντερέ, κι αυτό εκαίετο, παρακάτω και άλλο χωριό, κι αυτού φωτιά" 
 και την επόμενη ημέρα:
Στα πλάγια μας καίγονται έρημα χωριά! [...] Αντίκρυ μας εκαίετο ένα χωριό, από κοντά μας περνούσε το 27ον Σύνταγμα, όλοι οι μεταγωγοί του ήσαν φορτωμένοι από κόττες, αυγά, τυριά, και ότι τέλος πάντων έχει ένα χωρίο πριν καή!
Μια μέρα μετά η μονάδα του φτάνει στο Ασάκ-κιοϊ:
 Κι αυτό έρημον, και για το καλό του έβαλον φωτιά για να φανή ότι πέρασε κι από εδώ ο Στρατός!

Και ο πυροβολητής Βασίλης Μουστάκης (14/3):

Το ίδιο βράδι φτάσαμε σε ένα χωριό που καιγόταν, κλαίνε μανάδες για τα παιδιά, και τα παιδιά για μάνες. Καίγονται σα λαμπάδες τα αρχοντικά των μπέηδων και των πασάδων τα παλάτια. Ήταν η πρώτη φορά που ο ελληνικός στρατός άρχισε να βάζει φωτιά στα χωριά.

Η εντολή για το ολοκαύτωμα έγινε από τον Πρίγκηπα Ανδρέα όπως μας πληροφορεί ένας στρατιώτης στο ημερολόγιο του. Την καταστροφή συνοδεύει το πλιάτσικο. Ένας φαντάρος αναφέρει χαριτολογώντας ότι η αρπαγή αιγοπροβάτων αποτελεί τα "λάφυρα των νέων απελευθερωτεφρωθέντων χωρών". Οι μοίρα των κατοίκων είναι ζοφερή. Οι περισσότεροι έχουν φροντίσει να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Άλλες φορές παρακολουθούν το κάψιμο και τη λεηλασία του τόπου τους:

Κατά τα χαράματα εφθάσαμεν εις το χωρίον, ονομαζόμενον Μουλ, το οποίο εκαίετο, οι δε Τούρκοι κάτοικοι είχαν μαζευθή επάνω εις ένα λοφίσκον ψηλότερα από το χωριό και θρηνούσαν λυπητερά και φώναζαν. Εμείς δεν εγνωρίζαμεν τι λέγουν, όμως εκαίοντο τα σπίτια τους και όλα τα υπάρχοντά τους. Στο ερηπωμένο χωριό ο κάθε φαντάρος επίταζε ότι έβρισκε, όλοι όμως νιώθαμε συγκινημένοι ακούγωντας τις θλιβερές κραυγές τους.

Και ακόμα μια μαρτυρία από ένα φαντάρο από την Αρκαδία:

Εις όλα τα χωριά που διαβαίνομεν, βάζομεν φωτιά και τα καταστρέφομεν τελείως. Σιτάρια, εκατομύρια οκάδες, εις τα αλώνια καίγονται μέχρι οκάς. Τα γυναικόπαιδα έξω των χωρίων οδύρονται προ του θλιβερού θεάματος (Τούτο έστιν ελευθερίαν!!!)

Ο Νίκος Βασιλικός  - πατέρας του συγγραφέα - μαρτυρεί ότι αυτή ήταν συγκεκριμένη διαταγή του επιτελείου, καθώς απαιτεί "κατα την παλινδρομικήν αυτήν κίνησιν (σσ δηλαδή η υποχώρηση), το παν να καίεται εφόσον δεν δύναται να μετακομισθή".
Φυσικά όσοι κάτοικοι χωριών αντιστέκονταν στους Έλληνες εισβολείς, θανατώνονται ή κακοποιούνται μαζικά.

Ένας Βοιωτός φαντάρος αναφέρει:

Μετά που φτάσαν οι δικές μας στρατιωτικές δυνάμεις βάλαν φωτιά στο χωριό και σήμερα που φτάσαμε ακόμα καίγεται. Οι κάτοικοι που έχουν μείνει ακόμα ζωντανοί είναι όλοι συγκεντρωμένοι σ'ένα αρχαίο φρούριο, που είναι στη διάθεση των φαντάρων. Ότι τους βαστάει η ψυχή τους, άλλοι σκοτώνουνε Τούρκους χωρικούς για αντίποινα, άλλοι ατιμάζουνε κορίτσια και γυναίκες. 

Κάποιες φορές ο ντόπιος πληθυσμός θα σφαχτεί χωρίς να αντισταθεί. Η ημερήσια διαταγή της 5ης Μεραρχίας αναφέρει την επόμενη της μάχης του Εσκί Σεχίρ:

Αι περίλαμπραι νίκαι ημαυρώθησαν λόγω ορισμένων εκτρόπων διαπραττόμενων εις τρόπον ώστε να παρουσιάζηται ο Ελληνικός Στρατός πλέον άγριος και αυτού του τουρκικού. Τα ολίγα καθάρματα, άτινα ασφαλώς δεν έχουσι ελληνικόν αίμα - περιλαμβάνονται - εμπρησμοί χωρίων, φόνοι αθώων χωρικών, ληστίαι και ατιμώσεις.
Κατόπιν ο διοικητής προειδοποιεί ότι τέτοια συμβάντα δεν θα γίνουν ανεκτά και ότι οι θύτες θα παραπέμπονται στο Στρατοδικείο. 

Παρόλα αυτά το ίδιο βράδυ θα ξαναγίνουν έκτροπα, όπως μαρτυρά το ημερολόγιο ενός Κοζανίτη ανθυπολοχαγού...

Περνάμε στην τρίτη φάση του πολέμου που περιλαμβάνει την αντεπίθεση του Κεμάλ (13/8/1922) μετά την ήττα των Ελλήνων στο Σαγγάριο. Το ηθικό των στρατιωτών είναι στο ναδίρ και η εξάντληση τους απερίγραπτη. Οι φαντάροι δεν μπορούν να πολεμήσουν άλλο και προχωρούν σε "απεργία". Το στράτευμα μετατρέπεται σε μπουλούκι που υποχωρεί. 

Το επιτελείο τα έχει χαμένα. Ο στρατηγός Νικόλαος Τρικούπης θα μάθει το διορισμό του αφού έχει ήδη πιαστεί αιχμάλωτος. Η υποχώρηση των στρατευμάτων βάφεται με αίμα αθώων. Ο στρατηγός Δεμέστιχας προτιμά να παρακάμψει το συγκεκριμένο θέμα στα απομνημονεύματα του:

Τις καταστροφές στις πόλεις και τα χωριά από όπου περάσαμε, τους εμπρησμούς και τις άλλες ασχήμιες δεν είμαι ικανός να περιγράψω και προτιμώ να μείνουν στη λήθη.

Φυσικά υπήρξαν και κάποιοι που "δεν είδαν τίποτα", όπως ο Τριανταφυλλίδης, και κατηγορούν τους υπόλοιπους αφηγητές ως "ανακριβείς και υπερβολικούς". Η συντριπτική πλειοψηφία όμως των μαρτυριών είναι αποκαλυπτική. Ας δούμε το ημερολόγιο του Νίκου Βασιλικού:

15/8: Τα μεσάνυχτα φθάνομεν εις τούρκικο χωριό το οποίο παραδίδεται εις τας φλόγας δια να θερμάνη τους ριγούντας φαντάρους οι οποίοι, χωρίς μανδύαν ή κουβέρτα διότι όλα έχουν χαθεί ή εγκαταληφθεί διανυκτερεύουν πλησίων των πυρών, πεσμένοι και κουβαριασμένοι σαν πρόβατα ο ένας κοντά στον άλλον.

18/8: Περνούμε τροχάδην από το μέσον του χωρίου Μπουνάζ, το οποίον παρεδώθη εις τας φλόγας υπό τας κατάρας και τα αναθέματα χανουμισσών που γυμνές τρέχουν εις τους κήπους δια να σωθούν από τη φωτιά. [...] Πολλοί φονεύονται καθ'οδόν. Μπροστά μου, ένας δικός μας μεταγωγικός εστήριξε την κάνην του όπλου του εις τον λαιμόν του Τούρκου και πυροβολήσας επέταξε το κεφάλι του με τη δύναμη των αερίων της μπαρούτης εις απόστασην 15 μέτρων. Οποία αποθηρίωσις! Οποία αποχαλίνωσις των κτηνωδών ενστίκτων!! Αλληλοεξόντωσις ζούγκλας.

Μεταξύ 19-21/8: Το Ουσάκ καίεται. Όλα τα γύρω χωριά παραδίδονται εις τα φλόγας. Φωτιά, παντού φωτιά. [...] Μετά πορείαν 12 συνεχών ωρών φθάνομεν εις το χωρίον Εϋνέκ, κείμενον εντός χαράδρας, φωτιζόμενης με άγριαν μεγαλοπρέπειαν από τας φλόγας του καιόμενου χωρίου.[...] Μέσα εις την χαράδραν επικρατεί αφάνταστος αλαλαγμός από τας φωνάς, ανάμικτους με τους κρότους τους ξηρούς που προέρχονται από τα καιόμενα ως τεράστια πυροτεχνήματα σπίτια του χωριού. Νερώνειον αληθώς θέαμα. Οι ουρανομήκεις φλόγες φωτίζουν τους ακίνητους φαντάρους οι οποίοι ψήνουν διαρκώς όρνιθας, χήνας και κριάρια προερχόμενα από την διαρπαγήν και την λεηλεασία που μας απέμεινε ως μόνη Επιμελητεία.[...] Τουρκικόν αεροπλάνον ρίχνει προκηρύξεις του Κεμάλ εχούσας ως εξής: Έλληνες δειλοί και άνανδροι. Μη καίεται τα χωριά γιατί θα τα χτίσουν οι αιχμάλωτοι συνάδελφοι σας. (σσ όπως τελικά και έγινε...)

22/8: Συνεχίζομεν την οπισθοχώρησην εγκαταλέιποντες την Φιλαδέλφειαν εις την διάκρισιν του πυρός το οποίον την απειλεί από πολλών σημείων. Ζέστη ανυπόφορος. Το καύμα του Αυγούστου πυρπολεί τα πάντα εν συνεργασία με τους προπορευόμενους φυγάδας, οι οποίοι βάζουν φωτιά και εις αυτά ακόμα τα δάση και τα χόρτα. 

Παρόμοιες και οι περιγραφές του Στυλιανού Γονατά:

18/8: Εις τον σταθμόν με ειδοποίησαν ότι (ο Στρατηγός) με ανέμενεν εις το χωρίον Καπλακάρ, το οποίο όμως εύρομεν καιόμενον, όπως οι ασυνέιδητοι στρατιώται επυρπόλουν κάθε χωρίον από το οποίον διέρχοντο, διαθέτοντες ούτω εχθρικώς τους κατοίκους.

21/8: Όλα τα χωρία της πεδιάδος εκαίοντο από τους προπορευόμενους κατά την υποχώρησιν φυγάδας και δεν ευρίσκομεν και δεν ευρίσκομεν ούτε ένα κάτοικον δια να μας δώση μιαν πληροφορίαν ή να τον πάρωμεν οδηγόν.

23/8: Διερχόμεθα από της Φιλαδελφείας η οποία καίεται από άκρου εις άκρον. Η λύσσα της καταστροφής και της λεηλασίας δεν κάμνει διάκριση εθνικοτήτων. Καίεται η ελληνική συνοικία Φιλαδελφείας και λεηλατούνται αι ελληνικαί οικοίαι, όπως και οι τουρκικαί. 

24/8: Το Σαλιχλή, από το οποίον διήλθομεν, εκαίετο.

28/8: (κατά την άφιξη του στα Βουρλά διαπιστώνει πως οι Έλληνες κάτοικοι) εσχημάτισαν πολιτοφυλακήν, ήτις φρουρεί την πόλιν των [...] Εαν αυτό έγινε δια την προφύλαξιν των από την λεηλασία των ημέτερων, ήτο σοφόν έργον πρόνοιας, αλλά εάν νομίζουν ότι θα προφυλάξουν την πόλιν των και από τους Τούρκους, μετά την αποχώρησιν μας, απατώνται.

Σε έγγραφο του στρατηγού Χατζηανέστη (μετέπειτα καταδικαστέος σε θάνατο στη δίκη των εξ) αναφέρεται ότι η "απαίσια εικόνα της ακατάσχετης υποχώρησεως" συνοδεύεται από "εμπρησμούς, ατιμώσεις, βιασμούς και σφαγές".
Αλλά και η 1η Μεραρχία ενημερώνει τη στρατιά για το "αξιοθρήνητον θέαμα" των Ελλήνων στρατιωτών.

Στο Πάνορμο Έλληνες φαντάροι έκαψαν ζωντανούς μέσα σε ένα τζαμί "πολλούς Τούρκους". 

Παρόμοια γεγονότα θηριωδίας έλαβαν χώρα και σε χωριά κοντά στο Ουσάκ:
Γέροι, γυναίκες και παιδιά είχαν κλειστεί στο τζαμί. Τους πήραν χαμπάρι κάποιοι φαντάροι δικοί μας αλλά, θρασύδειλοι όπως είναι όλοι οι παλιάνθρωποι, δεν τόλμησαν να παραβιάσουν την πόρτα του τζαμιού για να μπουν να βιάσουν τις γυναίκες. Μάζεψαν ξηρά άχυρα, τάριξαν από τα παράθυρα μέσα βάζοντας τους φωτιά. Καθώς τους έπνιγε ο καπνός, ο κόσμος άρχισε να βγαίνει έξω από την πόρτα. Τότε οι τιποτένιοι αυτοί βάλαν τα αθώα γυναικόπαιδα στη σκοποβολή και σκότωσαν κάμποσα.

Ο ταγματάρχης Παναγάκος έσωσε ένα κορίτσι - με κίνδυνο της ζωής του - από τα χέρια δύο στρατιωτών που επιχειρούσαν να τη βιάσουν.

"Η μήτηρ της κορασίδος έσπευσε προς εμέ και καταφίλει τας χείρας μου εις ένδειξην ευγνωμοσύνης. Είτα με ωδήγησεν εις θέσιν, ολίγον εκείθεν απέχουσαν, και μοι έδειξε τας άλλας 2 θυγατέρας της αίτινες έκειντο επί του εδάφους κατασφαγμέναι"  

Ακόμα και τμήματα του ελληνικού στρατού που αποχωρούν συντεταγμένα θα προβούν σε επίδειξη δύναμης για να αντιμετωπίσουν τις τούρκικες αντάρτικες ομάδες και ορισμένους οπλισμένους χωρικούς. Η επίδειξη αυτή επιτεύχθηκε με κάψιμο χωριών, ως αντίποινα για κατακρεουργημένα πτώματα Ελλήνων αιχμαλώτων, ή με παραδειγματικούς κανονιοβολισμούς κάθε χωριού που αντιστέκεται. Επίσης "μόλις ερίπτοντο οι πρώτοι κανονιοβολισμοί" στελνόταν τελεσίγραφο στους κατά τόπους προεστούς για την τροφοδοσία του ελληνικού στρατεύματος με αντίποινα την ισοπέδωση της πόλης τους σε περίπτωση ανυπακοής. Οι αρπαγές των ζώων σχηματίζαν "μεγάλας αγέλας σφαγίων" που "διαρκώς κατά την πορείαν ηυξάνοντο".

Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Βενιζέλου προς την Πηνελόπη Δέλτα, 7 χρόνια αργότερα από την καταστροφή που ο ίδιος ξεκίνησε, σχετικά με την υποδοχή του πληθυσμού της Μικρασίας κατά την επίσημη επίσκεψη του:

Είχα πάγει, ξέρετε, με κάποια ανησυχία, γιατί είχα περάσει απ'όλα αυτά τα μέρη όπου οι δικοί μας δεν είχαν αφήσει πέτρα επί πέτρας, στην υποχώρηση... θυμάστε... τη φοβερή εκείνη υποχώρηση, όπου φεύγοντας κατέστρεψαν τα πάντα... Αφήστε τα.

Στο τρίτο μέρος του άρθρου θα περιγραφεί η μοίρα των Ελλήνων αιχμαλώτων αλλά κυρίως των ελληνικών πληθυσμών που αφέθηκαν, τόσο από την ελληνική ηγεσία αλλά και από τις Μεγάλες Δυναμεις-"συμμάχους" της Ελλάδας, στο έλεος της εκδικητικής μανίας των Τούρκων. Επίσης θα γίνει σαφές ότι ακόμα και μία καταστροφή για τις λαϊκές μάζες μπορεί να είναι ευκαιρία για χρυσές δουλειές από την πλευρά της άρχουσας τάξης.

Μετά την κατάρρευση του μετώπου η μοίρα των Ελλήνων στρατιωτών αλλά και των αμάχων είναι ιδιαίτερα θλιβερή. Πολλοί αιχμάλωτοι στρατιώτες λιντσάρονται από Τούρκους πολίτες για εκδίκηση. Το μαζικό μακελειό θα αποφευχθεί μετά από την παρέμβαση των αξιωματικών. Οι επιζήσαντες ρακένδυτοι αιχμάλωτοι θα αναγκαστούν να ανοικοδομήσουν τελικά εκείνα που είχαν καταστρέψει.

Σε αυτές τις συνθήκες οι περισσότεροι δεν θα επιβιώσουν. Η ελληνική πλευρά, κατά τις διαπραγματεύσεις της συνθήκης της Λωζάνης, αναγνώρισε τις καταστροφές που προξένησε η ελληνική στρατιά και ανέλαβε την "υποχρέωσιν όπως επανορθώσει τας προξενηθήσας εν Ανατολία ζημίας". Στο επόμενο όμως άρθρο αναφέρεται ότι η Τουρκία "παραιτείται οριστικώς" από κάθε απαίτηση "λαμβάνοντας υπόψιν την οικονομικήν κατάστασιν της Ελλάδος". Είναι προφανές ότι η αναγνώριση των καταστροφών από την ελληνική πλευρά είχε κυρίως ηθικό σημασία για τους Τούρκους.

Ποια ήταν όμως τα μέτρα που πάρθηκαν από ελληνικής πλευράς μετά την κατάρρευση του μετώπου προκειμένου να προστατευθούν οι ελληνικοί πληθυσμοί;
Αρχικά οι ελληνικές αρχές όχι μόνο δεν ενημέρωσαν τους κατοίκους για την άτακτη υποχώρηση του Στρατού αλλά απαγόρευσαν και κάθε οικογενειακή αποχώρηση από την ενδοχώρα προς τα παράλια. Η άρση της απαγόρευσης πραγματοποιήθηκε πολύ αργά.
Σε πολλές περιοχές μάλιστα (Αϊβαλί, Πάνορμος) οι κάτοικοι παρεμποδίστηκαν με τη βία από το να εγκαταλείψουν την περιοχή από τους αξιωματικούς, οι οποίοι παρόλα αυτά θα αποχωρούσαν την επόμενη μέρα σιδηροδρομικώς από την περιοχή.

Και το χειρότερο: η κυβέρνηση απαγόρευσε στα λιμεναρχεία Χίου και Μυτιλήνης κάθε απόπλου για παραλαβή προσφύγων. 
Ακόμα πιο βδελυρή ήταν η στάση των ελληνικών αρχών έναντι των ντόπιων πληθυσμών ένα μήνα πριν από την - βέβαιη πλέον - κατάρρευση του μετώπου καθώς απαγορεύτηκε κάθε "αποβίβασην" στην Ελλάδα "προσώπων ομαδόν αφικνούμενων εκ της αλλοδαπής (δηλαδή τη Μικρασία) εφόσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι δια τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων". 

Σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων η απόκτηση διαβατηρίου ή ισοδύναμου εγγράφου ήταν δυνατή μέσω "γνωριμιών στη Διοίκηση" ή προϋπόθετε κοινωνικό status...Ακόμα και τις τελευταίες ώρες οι ελληνικές λιμενικές αρχές απαγόρευαν την επιβίβαση σε οικογένειες που δεν είχαν στην κατοχή τους ανάλογα έγγραφα, αφήνοντας τις στο λεπίδι των Τούρκων.

Οι προθέσεις των Αρχών είναι δύο: αρχικά η διατήρηση των ελληνικών εστιών στη Μικρασία αλλά και η ταξική αυτοσυντήρηση. Χαρακτηριστική η δήλωση του Αριστείδη Στεργιάδη, ύπατου αρμοστή της Σμύρνης:
Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα.

Η αλήθεια είναι ότι οι σχέσεις των Ελλήνων της κυρίως Ελλάδας με τους αντίστοιχους της Μικρασίας δεν ήταν οι καλύτερες. Οι Μικρασιάτες δεν είχαν ιδιαίτερη συμμετοχή στον πόλεμο, μάλιστα αναφέρονται και πολλές περιπτώσεις λιποταξίας από μέρους τους. Ενδεικτική των σχέσεων είναι η επιστολή του Πρίγκηπα Ανδρέα προς τον Μεταξά στις 19/12/1921:

Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Έλληνες, εκτός ελαχίστων.[...] Θα ήξιζε πραγματικά να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ δια να τους πετσοκόψει όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος ώπερ εχύσαμεν εδώ.  

Η ευχή του Πρίγκηπα τελικά πραγματοποιήθηκε. Στις μαρτυρίες πολλών επιζώντων υπάρχουν ισχυρισμοί ότι η κατάρρευση του μετώπου είχε γνωστοποιηθεί με σφραγισμένα διοικητικά έγγραφα στους προεστούς των χωριών. Τα έγγραφα αυτά υποτίθεται ότι απαγορευόταν να διαβαστούν ή να κοινοποιηθούν στον πληθυσμό πριν από  μια συγκεκριμένη ημερομηνία...

Η έγκαιρη αναχώρηση των πληθυσμών αποτράπηκε επίσης και από τις νωπές μνήμες της προηγούμενης προσφυγιάς του 1914-1919 και της εχθρικής τους αντιμετώπισης τους κατά την περίοδο του εθνικού διχασμού. Πολλοί καπεταναίοι επίσης προτίμησαν να μεταφέρουν κλοπιμαία παρά ανθρώπους, με αποτέλεσμα τα φτωχότερα μέρη του πληθυσμού να εγκαταλειφθούν. Σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει και παρότρυνση από τους μουσουλμάνους συμπολίτες τους να μην εγκαταλείψουν την περιοχή.
Μάλιστα, ορισμένες φορές, οι Τούρκοι έφταναν και στο σημείο να υποσχεθούν ότι θα τους δώσουν όμηρους τα παιδιά τους προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλή μεταχείριση τους από τον τούρκικο στρατό. Φυσικά αυτές οι εγγυήσεις αποδείχτηκαν απατηλές.

Η κατάληξη των γεγονότων είναι γνωστή: βιασμοί, δολοφονίες, λεηλασίες. Οι ελληνικές κοινότητες καταστρέφονται από μουσουλμανικούς πληθυσμούς ως αντίποινα για τις θηριωδίες του ελληνικού στρατού κατά τη διάρκεια της κατοχής αλλά κυρίως της υποχώρησης.
Ταυτόχρονα υπάρχει κεντρικά οργανωμένη σύλληψη του ανδρικού πληθυσμού προκειμένου να ανοικοδομηθούν οι κατεστραμμένες πόλεις. Στα λεγόμενα "Αμελέ Ταμπουρού" λίγοι θα επιβιώσουν από την πείνα και τις επιδημίες. Ειδική τιμωρία υπήρχε για τους παπάδες και τους δασκάλους καθώς θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για τον ξεσηκωμό των ραγιάδων αλλά και για την καλλιέργεια ελληνοτουρκικού μίσους.

Οι Μικρασιάτες που υπηρέτησαν στα ελληνικά τάγματα εκτελέστηκαν μαζικά ως "προδότες της πατρίδας τους". Οι χριστιανοί προκειμένου να προστατευτούν σύστησαν είτε πολιτοφυλακές (πχ Πέργαμος), είτε συγκρότησαν "επιτροπές συμφιλίωσης" με τους μουσουλμάνους. Στο Αϊβαλί, όπως και σε άλλα μέρη, η είσοδος του τούρκικου στρατού αποθεώθηκε και από τους Έλληνες με ζητωκραυγές υπέρ του Κεμάλ. Κανένα από τα παραπάνω μέτρα όμως δεν περιόρισαν τη βία των νικητών.

Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς για ποιο λόγο η Σμύρνη έμεινε εντελώς ανυπεράσπιστη απέναντι στον προελαύνοντα τούρκικο στρατό. Η ελληνική στρατιωτική ηγεσία είχε όλο το χρόνο να οχυρώσει την πόλη και με αυτό τον τρόπο να προστατεύσει αποτελεσματικά τους ελληνικούς πληθυσμούς αλλά και να ανασυνταχθούν στο μέτρο του δυνατού τα οπισθοχωρούντα στρατεύματα. Ταυτόχρονα μια ισχυρή ζώνη άμυνας γύρω από τη Σμύρνη θα έδινε χρόνο για κάποια συμβιβαστική λύση σε διπλωματικό επίπεδο και να αποφευχθεί η καταστροφή.

Οι εκτιμήσεις όμως του επιτελείου ήταν διαφορετικές σχετικά με την πραγματική κατάσταση στο μέτωπο. Γράφει ο Γιάννης Κουχτσόγλου:

Από τον τελευταίων μαχών του Σεπτεμβρίου του 1921 μέχρι του Μαϊου 1922, ημπορούσε να εκτελεσθή η οχύρωσις της Σμύρνης κατά μήκος των Φωκών, προς το Σίπυλον, το Νυμφαίον και την Έφεσον. 'Ετσι η Σμύρνη θα περισφράσσετο κατά τρόπον απρόσβλητον, τουλάχιστον δια μερικούς μήνας. Το υλικόν της οχυρώσεως ήτο άφθονον και κοντά εις τα βάσεις της στρατιάς, η δε μεταφορά βαρέων πυροβόλων εύκολος από τας δημόσιας οδούς του Νυμφαίου.[...] Δυστυχώς, καθ'όλον αυτό το χρονικό διάστημα δεν ετοποθετήθη ούτε μια γραμμή συρματοπλέγματος και δεν ηνοίχθη ούτε μια τάφρος.

Την εγκληματική αμέλεια των Στρατηγών θα πληρώσουν οι άμαχοι που εγκαταλήφθηκαν στην μοίρα τους. Πολλοί προσπαθούν να βρουν άσυλο στα συμμαχικά πλοία που είναι προσαραγμένα στο λιμάνι της Σμύρνης.
Μάταια. Οι Άγγλοι "σύμμαχοι" της Ελλάδας, αυτοί που οδήγησαν τις ξενόδουλες ηγεσίες (Βενιζέλος, Κωνσταντίνος) και τις μάζες στον διχασμό, στον Α Π.Π. και τώρα στην καταστροφή της Μικρασίας, "απέκοπτον τας χείρας και έθραυον τας κεφαλάς" όσων αμάχων προσπαθούσαν να επιβιβαστούν για να σωθούν από το τούρκικο λεπίδι.
Οι δε Γάλλοι στα Μουδανιά χρησιμοποιούσαν ζεματιστό νερό.

Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής περιπέτειας στην οποία αναμίχθηκε η Ελλάδα για λογαριασμό των Άγγλων που στόχευαν στα πετρέλαια της Μοσούλης; Ο εκτοπισμός περίπου 1.500.000 ανθρώπων, η ακόμα μεγαλύτερη ένδεια των λαϊκών στρωμάτων από την οικονομική ασφυξία της χώρας και ο θάνατος χιλιάδων στρατιωτών και αμάχων εκατέρωθεν. Και όμως αυτή η καταστροφή μπορεί προσωρινά να αποσταθεροποίησε το πολιτικό τοπίο (δίκη των εξ, αποπομπή Κωνσταντίνου) αλλά τελικά αποδείχτηκε ιδιαίτερα ευεργετική για την άρχουσα τάξη, η οποία και ευθύνεται για την καταστροφή.

Γράφει ο Μπελογιάννης (Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα, εκδόσεις Άγρα):

Οι δρόμοι της Αθήνας και του Πειραιά και κάθε πόλης πλημμύρισαν από τα τραγικά θύματα της πολιτικής αυτής, όσα εννοείται γλύτωσαν το λεπίδι, την πείνα, τη χολέρα και τον τύφο. Η υπεύθυνη όμως κυρίαρχη τάξη δεν συγκινήθηκε καθόλου από το τραγικό τούτο θέαμα, γιατί στο κάτω κάτω της παρουσιαζότανε πάλι μια καινούρια και θαυμάσια ευκαιρία να πλουτίσει περισσότερο από την εκμετάλλευση της δυστυχίας και της συμφοράς που σκόρπισε η ίδια.

Οι βιομήχανοι βρήκανε φτηνά εργατικά χέρια, οι κάθε λογής προμηθευτές μοναδική ευκαιρία για να καταναλώσουν ότι σάπιο και άχρηστο πράγμα είχανε, οι πολιτικάντηδες και η Εθνοτράπεζα έκαναν τις μπάζες τους με την ανταλλαγή και την αποκατάσταση, οι προσφυγοπατέρες βρήκανε δουλειές με φούντες, οι βενιζελικοί ψήφους μονοκούκι, οι σωματέμποροι πηδούσαν από τη χαρά τους, οι γκαρσονιέρες στολίστηκαν με τις όμορφες αλλά άτυχες κοπέλες που η προσφυγιά τις έριξε γδυτές και απροστάτευτες στο δρόμο κι η Λαϊκή Τράπεζα του μεγάλου τοκογλύφου Λοβέρδου, που ήταν προστατευόμενη της Εθνικής, μόλις ήρθαν οι πρόσφυγες πρόσθεσε - ανάμεσα στις άλλες δουλειές της - και τα δάνεια με ενέχυρο τιμαλφών και επίπλων ακόμα. 
Μ'αυτόν τον τρόπο γδύσανε τη προσφυγιά, παίρνοντας τους για ένα κομμάτι ψωμί όλα τα χρυσά κειμήλια που οι ξεριζωμένοι πληθυσμοί είχαν καταφέρει να πάρουν μαζί τους. Οι αγιογδύτες μάλιστα φτάσαν στο σημείο ν'αγοράζουν από τους πρόσφυγες ακόμα και εικονίσματα μεγάλης αξίας για πενταροδεκάρες. Ποιος από σας, αγαπητοί αναγνώστες, μπορεί να αρνηθεί ότι η μικρασιατική καταστροφή δεν στάθηκε στο τέλος τέλος ένα...ευτυχές γεγονός για την κυρίαρχη τάξη της χώρας μας; 

Πηγή: Ακου ανθρωπάκο
Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger