Προσφατες Αναρτησεις
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Μακρονήσου. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Μακρονήσου. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Λάζαρος Κυρίτσης θυμάται από τη Μακρόνησο: Ο αρχιβασανιστής, Μηλιάδης, ένα πενηντάρικο και μια... «δήλωση»


Πηγή: Ανδρέας Δεναζάκης - "Ημεροδρόμος"

Ενάμιση μήνα μετά την διήγηση της ιστορίας του σάκου με τους 1500 παρακρατικούς, είχα την τύχη να ξαναβρεθώ με τον ανεξάντλητο Λάζαρο Κυρίτση, αυτή τη φορά στο Μουσείο της Πανελλήνιας Ενωσης Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου (ΠΕΚΑΜ), στην οδό Αγίων Ασωμάτων 31, στο Θησείο [1].

Η ενδιαφέρουσα ιστορία που μου διηγήθηκε [2], ο αειθαλής Αντιπρόεδρος της ΠΕΚΑΜ, αναφερόταν σε έναν από τους διασημότερους και σκληρότερους βασανιστές της Μακρονήσου, τον έφεδρο λοχαγό Ελευθέριο Μηλιάδη. Στις 13 Νοέμβρη 1949, ο Μηλιάδης ανέλαβε Διοικητής των Στρατιωτικών Φυλακών Μακρονήσου. Κήρυξε «εθνικό συναγερμό» σε όλο το στρατόπεδο. Οι Αλφαμίτες είχανε πλέον το πεδίον απεριόριστα ελεύθερο. Η ήδη άσχημη ζωή στο κολαστήρι, επί των ημερών του έγινε τραγική.


Το άγαλμα του «Δεσμώτη Μακρονησιώτη», έργο του γλύπτη και αρχιτέκτονα Γρηγόρη Ριζόπουλου, Πρόεδρου της ΠΕΚΑΜ, δεσπόζει στη Μακρόνησο. Στην ένθετη φωτογραφία ο Λάζαρος Κυρίτσης, στην περσινή εκδήλωση της ΠΕΚΑΜ στο Λαύριο,  αφηγείται τα γεγονότα της μεγάλης σφαγής των εκατοντάδων κρατουμένων στρατιωτών του ΑΕΤΟ που έγινε στις 29 Φλεβάρη και 1η Μάρτη του 1948.

— Τέλος της δεκαετίας του ’50, ξεκινάει την αφήγηση ο Λάζαρος. Μαζί με τον επίσης Μακρονησιώτη δικηγόρο Αγγελο Γοργία, συνεταιριζόμαστε και ανοίγουμε δικηγορικό γραφείο στον 6ο όροφο στην Ομόνοια γωνία με την Αγ. Κωνσταντίνου πάνω από το Φαρμακείο του Μπακάκου. Εκει κάποια μέρα δέχτηκα μια επίσκεψη από τον Διοικητή του Τρίτου Τάγματος Σκαπανέων, τον περίφημο Μηλιάδη. Ο έφεδρος λοχαγός Μηλιάδης τοποθετήθηκε στην αρχή διοικητής των Φυλακών και όταν αποστρατεύτηκε ο Σκαλούμπακας, ανέλαβε την διοίκηση του Τρίτου Τάγματος. Υπήρξε από τους σκληρότερους βασανιστές της Μακρονήσου.

Μόλις είχε απολυθεί από το στρατό και τριγύριζε στην Ομόνοια. Εκεί βρήκε τον Λεμονή, έναν συγκρατούμενο Μακρονησιώτη, που τότε ήταν φοιτητής της ιατρικής. Ο Μηλιάδης τον αναγνώρισε γιατί ο Λεμονής ήταν γιατρός στο Αναρρωτήριο της Μακρονήσου.

Το χαρτονόμισμα των 50 δραχμών, έκδοσης 1954

«– Ρε Λεμονή, του λέει, θέλω να μου δανείσεις ένα πενηντάρικο να πάω στο χωριό μου στην Χαλκίδα. Δεν έχω ούτε τα εισιτήρια να βγάλω». Ο Λεμονής δεν ήθελε να του δώσει, προσποιήθηκε ότι είναι άδειες οι τσέπες του και του λέει: «Δεν έχω καθόλου πάνω μου, αλλά αν θέλεις ο φίλος μου ο Λάζαρος ο Κυρίτσης άνοιξε δικηγορικό γραφείο πάνω από του Μπακάκου, αυτός πιθανώς να έχει να σου δώσει».

Στο γραφείο μας είχαμε μόνο ένα γραφείο με την καρέκλα του  και δυο πέτσινες πολυθρόνες μπροστά, που μας είχε προμηθεύσει ο αδελφός του Γοργία. Δυο δικηγόροι, μοιραζόμασταν ένα γραφείο και ανάλογα με την περίπτωση στο γραφείο καθόταν ο δικηγόρος που είχε εκείνη την στιγμή να χειριστεί μια υπόθεση. Όταν μπήκε στο γραφείο ο Μηλιάδης, επειδή μόλις είχε φύγει κάποιος γνωστός μου, έτυχε να κάθομαι εγώ στο γραφείο. Δεν με γνώριζε.

– Τον κύριο Κυρίτση ήθελα…

— Εγώ είμαι, του απαντώ, τι θέλετε;

— Με γνωρίζετε; Ρωτάει

— Κοιτάξτε να δείτε, λέω, ορισμένα πράγματα είναι τόσο βαθιά χαραγμένα στη μνήμη μας που δεν πρόκειται ποτέ να σβήσουν κύριε Μηλιάδη…

— Κύριε Κυρίτση ήθελα να σας παρακαλέσω, επειδή ξέμεινα στην Αθήνα και ήθελα να πάω στο χωριό μου, στην Εύβοια, στην Χαλκίδα, ζητώ για τα εισιτήριά μου ένα πενηντάρικο. Αν έχετε την καλοσύνη μπορείτε να μου δώσετε…

Είχα στη τσέπη μου μόνο ένα πενηντάρικο, ούτε μια δραχμή, μια δεκάρα παραπάνω. Το έβγαλα και του το ’δωσα. Με ευχαρίστησε και έφυγε.

Μόλις έκλεισε η πόρτα, ο συνέταιρός μου με φασκέλωσε λέγοντάς μου:

— Σ’ αυτό το κάθαρμα, τον αρχιβασανιστή της Μακρονήσου έδωσες ένα πενηντάρικο; Το μεσημέρι όταν θα πας για το σπίτι σου, στου Ζωγράφου, δεν θα σου δώσω το αντίτιμο του εισιτηρίου, 1,20 δραχμές, που θα μου ζητήσεις στα σίγουρα.

Πράγματι, μετά από αυτή τη δήλωση δεν του ζήτησα και αποφάσισα να γυρίσω σπίτι με τα πόδια. Ευτυχώς στην Ακαδημίας, στα λεωφορεία, συνάντησα έναν γνωστό που μπήκε πρώτος στο λεωφορείο και πλήρωσε τα εισιτήρια, τότε υπήρχε εισπράκτορας στο πίσω μέρος του λεωφορείου.

Υστερα από λίγα χρόνια, ήρθε ένας συνάδελφός μου, ο Κονταξής, στο γραφείο μου και μου έφερε ένα απόκομμα από μια αθηναϊκή εφημερίδα:

— Κοίταξε, ο Μηλιάδης έκανε δήλωση στις εφημερίδες.

Πράγματι η δήλωση έγραφε:

«Ο υπογεγραμμένος Ελευθέριος Μιλιάδης, τέως έφεδρος λοχαγός και διοικητής των Στρατιωτικών Φυλακών Μακρονήσου (ΣΦΜ), επιθυμών να συμβάλω όπως διαλάμψη η ιστορική αλήθεια του Μακρονησιώτικου δράματος, ομολογώ μετά παρρησίας τα κάτωθι:

 Είναι γεγονός ότι υπήρξα εις εκ των σκληροτέρων τιμωρών της ελευθερίας σκέψεως και συνειδήσεως ως και της αξιοπρεπείας πολλών συνανθρώπων μου και εν όπλοις συναδέλφων μου (ως π.χ. ο εφ. Ανθυπολοχαγός Παν. Καλλιδώνης),  εις την Μακρόνησον, τους οποίους εθεώρουν τότε ως εχθρούς και προδότας του ‘Εθνους!

Η σκληρότης μου υπηγορεύετο από εμπιστευτικάς διαταγάς (προφορικάς κυρίως) των προϊσταμένων μου, από τους ύμνους των διαφόρων πολιτικών και διανοουμένων, οίτινες ευρίσκοντο εις την κορυφήν της πολιτικής και κοινωνικής πυραμίδος, προς την Μακρόνησον,  και από την πλάνην μου, ότι επιτελώ έργον Εθνικόν και Θεάρεστον!

Ουδέποτε όμως υπήρξα ιδιοτελής και ανήθικος, όπως υπήρξαν άλλοι «αρχιαναμορφωταί» (Τζανετάκος – Βασιλόπουλος – Σούλης κλπ.), οίτινες εσύρθησαν άλλοι μεν εις τας φυλακάς και άλλοι εις τους ανακριτάς ως καταχρασταί, πλαστογράφοι, παιδεραστές κλπ.

Εγώ έπραξα τα όσα έπραξα επειδή επίστευα ότι τιμωρώ εγκληματίας και ότι υπηρετώ σκοπούς Εθνικούς!  Εκ των υστέρων διεπίστωσα απόλυτα την πλάνην μου. Ηδη αποκαλύπτομαι προ της ιστορικής αληθείας,  κατ’ επιταγήν της συνειδήσεώς μου και ως έντιμος άνδρας επαναλαμβάνω: «Το πλανάσθαι ανθρώπινον αλλά το ομολογείν την πλάνην δείγμα γενναίου ανδρός εστίν».

Η παρούσα ομολογία μου επιθυμώ να καταχωρηθή εις την ιστορικήν συγγραφήν του δράματος της Μακρονήσου δια να εξιλεωθώ έναντι του Θεού, της Ιστορίας και της συνειδήσεως μου.

Εν Αθήναις τη 21.10.1964

Μετά τιμής

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΜΗΛΙΑΔΗΣ

Εφεδρος λοχαγός

Τ. Δ/τής ΣΦΜ»

Αναφερόμενος στο πιο πάνω γεγονός ο Μακρονησιώτης Μανώλης Φραντζεσκάκης, σε ομιλία τους στις Ράχες Ικαρίας διαπιστώνει:

«To περιστατικό αυτό δείχνει ότι η ηθική είναι ένα πανίσχυρο μέσο για να διαλαληθεί το δίκιο του Αγώνα για την τελική νίκη του ανθρώπου κατά της βίας και του φασισμού και την οικοδόμηση μιας αταξικής κοινωνίας της αλληλεγγύης και της ισότητας, χωρίς εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους».

Να είσαι καλά Λάζαρε.

[1] Το φιλόξενο Μουσείο της ΠΕΚΑΜ λειτουργεί από την Τρίτη ως την Παρασκευή 10.00 π.μ. – 1 μ.μ. και Σάββατο – Κυριακή 11 π.μ. με 2 μ.μ. Τηλ. 210.32.47.820. Αν δεν έχετε πάει αξίζει τον κόπο να το επισκεφτείτε.

[2] Και οι δυο ιστορίες, η μια ηχογραφημένη κι άλλη βιντεοσκοπημένη, βρίσκονται στο αρχείο μου.

 Η φωτογραφία του χαρτονομίσματος των 50 δραχμών, που συνοδεύει το κείμενο είναι έκδοσης του 1964.
{[['']]}

Μακρόνησος: Η μεγάλη σφαγή του Α΄ΕΤΟ

Ηταν τότε που ο υπόλοιπος κόσμος γιόρταζε τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών, καταδίκαζε την φασιστική κτηνωδία, οργάνωνε δίκες για τους ναζί εγκληματίες πολέμου και ξεκινούσε την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων πόλεων. Τότε και σε αντίθεση με τις διακηρύξεις του νικητή «ελεύθερου» και «δημοκρατικού» κόσμου, το κράτος των δωσίλογων, χρησιμοποιώντας τις ναζιστικές πρακτικές και την πείρα του Αουσβιτς και του Νταχάου, με προτροπή και στήριξη από τους Αγγλοαμερικάνους επικυρίαρχους, δημιούργησε το κολαστήρι της Μακρονήσου.
Ηδη από το 1946 είχαν δημιουργηθεί Πειθαρχικά Τάγματα – στρατόπεδα «επικίνδυνων» φαντάρων στο Λιόπεσι, Λάρισα, Ντουντουλάρ Θεσσαλονίκης. Κι ήταν επικίνδυνοι τούτοι οι φαντάροι γιατί είχαν πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση 1940 – 44 μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.
Στις 26 – 28 Μάη του 1947 το Β΄ Τάγμα Σκαπανέων (Β.Ε.Τ.Ο. – Β΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών) μεταφέρθηκε από το Πόρτο Ράφτη στην Μακρόνησο. Η κόλαση είχε ανοίξει τις πύλες της. Ο στόχος διακηρυγμένος η «Αναμόρφωση» των παραπλανημένων και παραστρατημένων νεολαίων που είχαν προσβληθεί από το μικρόβιο του κομμουνισμού και συμμετείχαν στον μεγαλειώδη αγώνα της Εθνικής Αντίστασης μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, ή είχαν αδέλφια, γονείς, θείους, αγωνιστές, απροσκύνητοι και αμετανόητοι αρνούνταν να τους αποκηρύξουν, με «δηλώσεις μετανοίας», αποκηρύσσοντας μετά βδελυγμίας και καταδικάζοντας «το ΚΚΕ και τις παραφυάδες του, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ…».
Για να το πετύχουν προσπάθησαν να αφανίσουν το λαϊκό κίνημα. Οι  δολοφονικές δραστηριότητας των παρακρατικών συμμοριών, οι τρομοκρατικές συλλήψεις και τα εκτελεστικά αποσπάσματα, δεν ήταν όσο χρειάζονταν αποτελεσματικά. Χρειαζόταν και ένας  πολύ συγκεκριμένος τόπος μαζικού εκβιασμού των συνειδήσεων. Και ως τέτοιος δημιουργήθηκε η Μακρόνησος. Στην αρχή σαν στρατόπεδο οπλιτών, οι οποίοι δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη στο αστικό καθεστώς, και στη συνέχεια κολαστήριο για εκατό και πλέον χιλιάδες κομμουνιστές και άλλους ΕΑΜίτες.

ΑΕΤΟ: 29 Φλεβάρη 1948


Δίσεκτος χρόνος το 1948. Ξημέρωσε η Κυριακή 29 Φλεβάρη. Μετά την αναφορά που πήραν οι λόχοι του τάγματος, ανακοινώθηκε από τους αξιωματικούς ότι το Τάγμα φιλοξενούσε τον αρχιμανδρίτη του Αγίου Σώστη, Στυλιανό Κορνάρο, ο οποίος είχε έρθει να κάνει λειτουργία. Δόθηκε η εντολή. Το Τάγμα έπρεπε να μαζευτεί στο χώρο του θεάτρου.  Πέντε χιλιάδες στρατιώτες άρχισαν να μαζεύονται στο χώρο. Την ίδια ώρα οι αλφαμίτες άρχισαν τις προκλήσεις, έφεραν προς το γήπεδο, περνώντας μέσα από τους δυο λόχους που είχαν ήδη φτάσει, 2 – 3 φαντάρους, τους χτυπούσαν και τους έβριζαν χυδαία… οι φαντάροι διαμαρτυρήθηκαν στους λοχαγούς τους και ξέσπασαν σε φωνές «αίσχος, αίσχος» οι αλφαμίτες κτυπούν αυτούς, που έχουν πιάσει στους λόχους, τους σπρώχνουν με κλωτσιές προς το πειθαρχείο, ο υπασπιστής Καρδαράς, που έπαιζε το ρόλο του διοικητή Βασιλόπουλου, που έλειπε,  εκνευρισμένος περιφέρεται και απειλεί. Στο φυλάκιο της ΑΜ (Αστυνομία Μονάδας) οι αλφαμίτες παίρνουν θέση μάχης και ακόμα ψηλότερα στη μάντρα του Λόχου Διοίκησης άρχισαν να ακροβολίζονται στρατιώτες του λόχου με κράνη και όπλα.
Ο 7ος και ο 6ος λόχος είχαν φτάσει στο θέατρο. Τα επεισόδια με τους αλφαμίτες συνεχίζονταν στο γήπεδο, ενώ οι φωνές «αίσχος – αίσχος» συνεχίζονταν σε όλο το χώρο, από το γήπεδο μέχρι το θέατρο.
Σε μια στιγμή ακούστηκε μια πιστολιά στο γήπεδο. Ήταν προμελετημένη ενέργεια του διοικητή της Α.Μ., Ανθυπολοχαγού Μαρ. Καστρίτση. Μερικοί αλφαμίτες του γηπέδου πυροβολούν με τα αυτόματά τους στον αέρα. Εκείνη τη στιγμή ο υποδιοικητής της φρουράς Σαλβαράς δίνει τη διαταγή να κτυπήσουν, προς την κατεύθυνση του θεάτρου ακούστηκαν οι ριπές του οπλοπολυβόλου και των ατομικών όπλων, οι φαντάροι νόμισαν ότι οι ριπές είναι για εκφοβισμό.
Μερικοί όμως στην πλαγιά του θεάτρου έβαλαν τις φωνές.
«Παιδιά προφυλαχτείτε. Μας κτυπούν στο ψαχνό».
Μερικοί πέφτουν κάτω νεκροί, αρκετοί τραυματίες και το αίμα βάφει τον γύρω χώρο. Ξεσπούν διαμαρτυρίες. Ολοι μαζί, τραυματίες, ξαπλωμένοι και όρθιοι αρχίζουν να φωνάζουν:
 «φασίστες, γερμανοί, δολοφόνοι, εγκληματίες σταματήστε. Άνανδροι, μη χτυπάτε, μη χύνετε άλλο αίμα»
Ξαφνικά σταματούν οι πυροβολισμοί και εμφανίζεται ο διοικητής του Τάγματος, ο Βασιλόπουλος, ο οποίος προσποιήθηκε ότι δεν ξέρει τίποτα. Καλεί μια επιτροπή στρατιωτών και υπόσχεται ότι θα κάνει έρευνα για να ανακαλύψει τους αίτιους της επίθεσης.
Οι νεκροί της πρώτης μέρας ήταν πέντε:
Θωμάς Ζάχος,
Σιβρής Βέργος,
Βασίλης Λαντούρης,
Βαγγέλης Σακαγιάννης,
Θανάσης Λάμπρου.
Οι βαριά τραυματίες ήταν 10…
Οι νεκροί μεταφέρθηκαν σε μια άδεια σκηνή. Τέθηκε τιμητική φρουρά.

Η σφαγή της 1ης του Μάρτη

Το πρωί της Δευτέρας 1η Μάρτη, βρίσκει το ΑΕΤΟ περικυκλωμένο από τις ένοπλες φρουρές και των τριών ταγμάτων. Στο νότο η φρουρά του Τρίτου τάγματος, στο βορρά το Δεύτερο και από πάνω, ανατολικά, το Πρώτο τάγμα. Στη θάλασσα περιφέρεται η ακταιωρός με τον στρατοπεδάρχη της Μακρονήσου, συνταγματάρχη Μπαϊρακτάρη. Κατά τις 11, από τα μεγάφωνα της ακταιωρού ακούγεται η φωνή του στρατοπεδάρχη:
«ΠΡΟΣΟΧΗ ΠΡΟΣΟΧΗ
ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ ΤΟΥ Α΄ ΤΑΓΜΑΤΟΣ. ΣΑΣ ΟΜΙΛΕΙ Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΜΠΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ.
Στρατιώται του Α΄ Τάγματος, εκάματε μίαν απερισκεψίαν. Ολίγα καθάρματα κομμουνισταί σας παρέσυραν εις στάσιν κατά της Πατρίδος. Όσοι από σας δεν συμφωνούν με τους δολοφόνους, οι οποίοι εδημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα, διαχωρίστε τας ευθύνας σας και συγκεντρωθείτε εις τον 7ον λόχον. Το κράτος δεν μπορεί να υποχωρήσει, το κράτος δεν θα υποχωρήσει
».
Το τάγμα διαισθάνεται τη θύελλα που έρχεται, βλέπει τις πολεμικές προετοιμασίες που γίνονται. Με σφιγμένη τη καρδιά και καθαρή τη συνείδηση στέκονται όρθιοι και περιμένουν. 4.500 άοπλοι φαντάροι ηλικίας 20 – 25 ετών, όλοι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και στην συντριπτική τους πλειοψηφία στελέχη και μέλη του ΚΚΕ μοναδικό τους όπλο η πίστη τους στα ιδανικά του σοσιαλισμού και του αγώνα, η αγάπη τους στον αδούλωτο λαό. Κανείς δεν κινείται προς τον 7ο λόχο.

Οι Γ. Μπαϊρακτάρης και Α. Βασιλόπουλος επιθεωρούν τη φάλαγγα των κρατουμένων. Ανάμεσά τους και 10χρονα παιδιά
Δώδεκα – δωδεκάμισι η ώρα περίπου, ακούγεται το τελεσίγραφο: Αν σε πέντε λεπτά δεν αποχωρήσετε για να πάτε στον 7ο λόχο για την υπογραφή των δηλώσεων θα επιτεθούμε.
Πρώτα ξεκινούν την επίθεση οι μαγκουροφόροι, βρίζοντας, με ρόπαλα και μπαμπού. Οι σκαπανείς που βρίσκονται στις πρώτες σκηνές τους παίρνουν τα ρόπαλα, τους σπρώχνουν, τους τσαλακώνουν. Οι ροπαλοφόροι οπισθοχωρούν στο δρόμο.
Ύστερα από 10 – 15 λεπτά ακούγεται η σάλπιγγα, ο υπολοχαγός Μιχάλης Μπαρούχος με το πιστόλι στο χέρι ρίχνει μια πιστολιά στον αέρα οι ένοπλοι του Μπαρούχου και του ανθυπολοχαγού Σφακιανού περνούν τη διαχωριστική γραμμή και πυροβολούν πάνω στις σκηνές του 4ου και 5ου Λόχου. Συνεχίζονται διακεκομμένα οι ριπές των όπλων Οι αλφαμίτες γαζώνουν το χώρο, πέφτουν οι πρώτοι νεκροί και τραυματίες.
Στο Λόχο, στο χώρο των μαγειρείων και στον 1ο Λόχο  είναι μαζεμένοι όλοι σχεδόν οι σκαπανείς. Όλος σχεδόν ο χώρος της παραλίας μέχρι το λιμάνι χτυπιέται τώρα από τα μυδράλια του πολεμικού. Μερικοί για να φυλαχτούν  από τα πυρά του πολεμικού πέφτουν στη θάλασσα, με την αυταπάτη ότι θα δίνουν εκεί μικρότερο στόχο. Το πρώτο αίμα των σκαπανέων χύνεται στη θάλασσα, που μέσα σε ελάχιστο χρόνο βάφεται κόκκινη
Σε μια στιγμή, καθώς οι ριπές των όπλων έχουν κάπως κοπάσει, μια φωνή δυνατή, κρυστάλλινη ακούγεται:
«συνάδελφοι, όλοι όρθιοι  να ψάλουμε τον  Εθνικό μας Ύμνο.»
Το κόκκινο τάγμα, όλοι όρθιοι σε θέση προσοχής, όρθιοι και οι τραυματίες, όσοι μπορούν να σταθούν στα πόδια τους αρχίζουν να ψάλλουν καθαρά και με όλη τη δύναμη της φωνής τους τον Εθνικό Ύμνο.
Μετά τη σφαγή βρεθήκαμε συγκεντρωμένοι  και περικυκλωμένοι στον 7ο λόχο. Οι αλφαμίτες ουρλιάζουν, βρίζουν, χτυπούν με τα ρόπαλα και ζητούν με την απειλή του αυτόματου δήλωση μετανοίας.
«θα κάνεις δήλωση ρε;»
Κάποια στιγμή το μακελειό πήρε τέλος. Αλλά τα  βασανιστήρια, οι βρισιές και οι εξευτελισμοί, συνεχίστηκαν. Την επόμενη μέρα 700 άτομα μεταφέρθηκαν στο Γ΄ ΕΤΟ, άρχισε και η «συγκομιδή» των νεκρών. Δώδεκα φαντάροι οδηγήθηκαν στις στρατιωτικές φυλακές ως «αρχηγοί της εξέγερσης που προκάλεσε τα γεγονότα» και άλλοι 142 ως πρωταίτιοι.
Μετά τη σφαγή των στρατιωτών ο βασιλικός επίτροπος παραπέμπει 116 στρατιώτες του Α΄ΕΤΟ στο Εκτακτο Στρατοδικείο για σύσταση μαχητικής ένοπλης ομάδας, κατάληψη της στρατιωτικής εξουσίας, βιαιοπραγίες σε βάρος αξιωματικών κλπ. Επιβλήθηκαν βαριές ποινές, μέχρι ισόβια και θανατικές.
Με εντολή του διοικητή του Γ` Τάγματος Σκαλούμπακα, φορτώθηκαν στο καΐκι του Βρονταμίτη 350 νεκροί φαντάροι της σφαγής. Μεταφέρθηκαν στην ξερονησίδα Σαν Τζιόρτζιο, που είναι νότια της Μακρονήσου. Μεταφορτώθηκαν από ναύτες σε πολεμικό καράβι, τοποθετήθηκαν σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας.
Το έγκλημα ήταν προσχεδιασμένο. Δυο μήνες νωρίτερα, στις πρώτες μέρες του Γενάρη ο τότε διοικητής Χρήστος Κωνσταντόπουλος, αφού είχε πάρει οδηγίες από την Αθήνα, κάλεσε σε συγκέντρωση το Τάγμα και ανακοίνωσε:
 «Η Διοίκηση έχει πληροφορίες ότι σκοπεύετε να αφοπλίσετε την Αστυνομία Μονάδας και το Λόχο Διοικήσεως και να μας κτυπήσετε…. Οι λόφοι, όμως, αυτοί και τα γύρω φυλάκια και οι δυνάμεις που τα φρουρούν, διοικούνται από γενναίους αξιωματικούς και δε θα παραδοθούν. Αλλά επιτέλους, δε θα βρεθούν μεταξύ σας μερικοί σώφρονες για να συγκρατήσουν αυτούς τους παράφρονες; Προσέξετε, γιατί πολλά κεφάλια που βλέπω τώρα, φοβούμαι ότι αργότερα δε θα τα, βλέπω. Το κράτος είναι δυνατό και κάθε απόπειρα θα τη συντρίψει…».
Το βράδυ της 1ης  Μάρτη, το υπουργείο Στρατιωτικών εκδίδει ανακοίνωση:
«Την 29 Φεβρουαρίου άνδρες του Στρατοπέδου Μακρονήσου εις το οποίον υπηρετούν οι επικίνδυνοι κομμουνισταί κατά την διάρκειαν της θρησκευτικής τελετής επετέθησαν κατά της φρουράς του Στρατοπέδου προς αφοπλισμόν της. Η τελευταία αμυνομένη έκαμε χρήσιν των όπλων και η τάξις απεκατεστάθη. Απώλειαι στασιαστών 17 νεκροί και 61 τραυματίες. Εκ των ημετέρων 4 τραυματίαι διά λιθοβολισμού. Οι τραυματίαι μεταφέρονται εις το Στρατιωτικόν  Νοσοκομείον».
Δυο μέρες μετά τη σφαγή, ο Αθηναϊκός Τύπος «ενημερώνει» το λαό:
Τα ΝΕΑ έγραψαν: «Οι κομμουνισταί προκάλεσαν ταραχάς εις την Μακρόνησον». Η «ΒΡΑΔΥΝΗ»: «… οι κομμουνισταί του 1ου Τάγματος επιχείρησαν να δημιουργήσουν ταραχάς. Η φρουρά της νήσου επεμβάσα αποκατέστησε την τάξιν εξαναγκάσασα διά των όπλων τους κομμουνιστάς να αποσυρθούν εις τας θέσεις των». Η ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ:  «μη «αποτοξινωθέντες» ακόμη κομμουνισταί στρατιώται έκαμαν στάσιν». Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ: «Μερικά μολυσμένα από το κομμουνιστικόν μικρόβιον και αθεραπεύτως νοσούντα άτομα εστασίασαν πριν επενεργηθή η θεραπεία, η οποία συντελείται εκεί, με μεγάλην υπομονήν και πάσαν φροντίδαν. Εστασίασαν και επατάχθησαν».

Το άγαλμα του «Δεσμώτη Μακρονησιώτη», έργο του γλύπτη και αρχιτέκτονα Γρηγόρη Ριζόπουλου
Ο «Οργανισμός Αναμορφώσεως Μακρονήσου» δεν ήταν έργο κάποιων ακραίων αντιδραστικών. Ολος ο Αστικός πολιτικός κόσμος, αρκετοί παράγοντες του πολιτισμού και σύσσωμη η ηγεσία της επίσημης Εκκλησίας στήριξαν και χειροκρότησαν το εγχείρημα. Από τον «δεξιό» Παναγιώτη Κανελλόπουλο για τον οποίο «ο οργανισμός της Μακρονήσου υπήρξε μια από τας λαμπροτέρας ηθικάς νίκας κατά το διάστημα των τελευταίων ετών», «τιμημένος τόπος» και «Παρθενώνας του νέου ελληνισμού», ως τον «κεντρώο» Κωνσταντίνο Ρεντή για τον οποίο η Μακρόνησος αποτέλεσε «νήσον ελευθερίας, προόδου και ηθικής και πολιτιστικής αναπλάσεως». Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1975 – 1980), έβρισκε σ’ αυτόν τον τόπο εξορίας, ένα «αναρρωτήριο ψυχών», μια «συνέχιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού», μια «νέα Εδεμ στα μάτια της ελληνικής Ιστορίας».
ΠΗΓΕΣ:
ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ – Ιστορικός Τόπος, τόμος Α΄ , εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 2002
Διονύσης Γεωργάτος – Μαρτυρία για την σφαγή των στρατιωτών του ΑΕΤΟ το 1948 – pekam.org.gr
Ομιλία και μαρτυρίες του Αντιπροέδρου της ΠΕΚΑΜ Λάζαρου Κυρίτση
Δημοσιεύματα του Ριζοσπάστη
*Το χαρακτικό στον τίτλο είναι του Γιώργου Φαρσακίδη, από σκίτσο του 1949, «Για τη Χαράδρα», από το λεύκωμα ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ
{[['']]}

Αυτοί που κοιμήθηκαν μάγουλο με μάγουλο με τον θάνατο


Οι βασανιστές δεν ήταν επαγγελματίες στρατιωτικοί αλλά απλοί στρατιώτες θητείας Ο εκβαρβαρισμός από αυτό το στρατόπεδο Θα εξαπλωνόταν σε όλη την κοινωνία 

«Ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι Οι ναύτες παίρνανε στο καΐκι τους σκοτωμένους φαντάρους, τους χώνανε σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό. Τους μέτραγα έναν έναν και ήταν 350»

«...με τ’ όνομα του νεκρού συντρόφου σαν ένα πιρούνι καρφωμένο στη γλώσσα σου πώς να τραγουδήσεις;»

Αν υπάρχει κάποιος που θα μπορούσε να πάρει τον τίτλο του αγαπημένου ποιητή του facebook, αυτός είναι ο Τάσος Λειβαδίτης. Οι στίχοι του, ερωτικοί ή προσλαμβανόμενοι ως τέτοιοι, αναρτώνται συνεχώς, συνοδεύοντας φωτογραφίες και τραγούδια και παραπέμπουν σε τρυφερά συναισθήματα, όμορφες στιγμές, εξιδανικευμένους έρωτες και απέλπιδα συναισθηματικά εγχειρήματα. Οσοι και όσες συστήνονται με τον Λειβαδίτη με αυτό τον τρόπο δεν θα αναγνώριζαν ως δείγμα του λόγου του ποιητή, ως δικούς του στίχους, τα παραπάνω σκληρά λόγια. Που αναπαριστούν μια αλήθεια παραπάνω από επώδυνη. Μια αλήθεια φριχτή, αβάσταχτη. Την εικόνα της άδικης απώλειας. Των βασανιστηρίων, των εκτελέσεων. Της Μακρονήσου.

Ο Τάσος Λειβαδίτης δεν ήταν ο μόνος σπουδαίος διανοούμενος που βρέθηκε στα ξερονήσια. Οι μετεμφυλιακές κυβερνήσεις της Δεξιάς και αργότερα οι δεξιογέννητοι χουντικοί, όπως όλοι οι αυταρχικοί εξουσιαστές σε όλο τον κόσμο, μισούσαν τα πολικά στοιχεία που η προοδευτική τέχνη μπορεί να αναδεικνύει και να διαιωνίζει· την ελευθερία, τον αγώνα, την αμφισβήτηση. Την πίστη σε έναν καλύτερο κόσμο για τους πολλούς. Πάνω από όλα το ανυπότακτο πνεύμα. Κι όσοι έχουν επισκεφτεί στα χρόνια μας τη Μακρόνησο, γνωρίζοντας πια τι έχει συμβεί εκεί, την ώρα που το καράβι φτάνει στο λιμάνι, η μπουκαπόρτα πέφτει και προβάλλει μπροστά το ξερό άγριο νησί, είναι σχεδόν αδύνατο να μη σκεφτούν τον εαυτό τους, για μια στιγμή έστω, στη θέση των ανθρώπων που έβλεπαν παλιότερα τα βράχια γνωρίζοντας ότι φτάνουν στην κόλαση. Και να μη νιώθουν ίσως μια ντροπή στη σκέψη πως οι ίδιοι δεν θα άντεχαν.

Οι κομμουνιστές δεν ήταν οι πρώτοι «απόβλητοι» που δέχτηκε στα ξερά του χώματα αυτό το μικρό νησί απέναντι από το Λαύριο. Οπως και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, εκεί στήθηκε ένα λοιμοκαθαρτήριο. Μια εγκατάσταση στην οποία μεταφέρθηκαν οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Επισήμως, για να εξεταστούν και να αντιμετωπιστούν ενδεχόμενες ασθένειες. Στην πραγματικότητα, για να μην αναμειχθούν με τον γηγενή πληθυσμό μέχρι το κράτος να αποφασίσει τι θα κάνει με αυτό τον νέο ανεπιθύμητο παράγοντα

Ετσι, την περίοδο 1922-23 δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, πρώτα από τον Πόντο και έπειτα από τη Μικρά Ασία, στοιβάχτηκαν στη Μακρόνησο, σε πολύ κακές υγειονομικές συνθήκες. Με αποτέλεσμα χιλιάδες από τους ανθρώπους που είχαν γλιτώσει από τον τουρκικό εθνικισμό και τον εγκληματικό τυχοδιωκτισμό της βασιλικής κυβέρνησης της Ελλάδας να μη γλιτώσουν από τις συνθήκες της Μακρονήσου. Αντίστοιχη λειτουργία είχαν και τα λοιμοκαθαρτήρια της Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη, όπου κλείστηκαν και ταλαιπωρήθηκαν πάνω από 300.000 πρόσφυγες από τον Πόντο, με άθλιους όρους διατροφής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, πολλοί μέχρι θανάτου. Στη Μακρόνησο πριν από τους πρόσφυγες είχαν κλειστεί στη διάρκεια του A' Βαλκανικού Πολέμου και 10.000 Τούρκοι αιχμάλωτοι, προερχόμενοι κυρίως από τα Ιωάννινα, που μετά στο τέλος του μεταφέρθηκαν στην Τουρκία.

«Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων διά να υποστούν αποτοξίνωσιν»

Τον Απρίλιο του 1947 το αφιλόξενο βραχώδες τοπίο του νησιού θα άρχιζε να υποδέχεται νέες στρατιές κρατουμένων. Αυτήν τη φορά είχε έρθει η ώρα των κομμουνιστών. Βρισκόμαστε στο άναμμα του Εμφυλίου. Πρωθυπουργός είναι ο 74 ετών Δημήτριος Μάξιμος, αντιβενιζελικός και στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος, μάρτυρας υπεράσπισης των δωσιλογικών κυβερνήσεων της Κατοχής, για τις οποίες υποστήριζε πως δέχτηκαν να διοικήσουν την κατεχόμενη από τους ναζί Ελλάδα για λόγους πατριωτισμού, ώστε να μην περιπέσει η χώρα σε διάλυση. 

Τον Φεβρουάριο μια εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) προς το υπουργείο Στρατιωτικών ανοίγει τον δρόμο για να χρησιμοποιηθεί η Μακρόνησος ως τόπος συγκέντρωσης κομμουνιστών στρατιωτών ή υπόπτων για συνοδοιπορία αγωνιστών του ΕΑΜ, ώστε να μείνει το στράτευμα μακριά από την επιρροή τους. Σε ένα αρχικό εισηγητικό σημείωμα αναφερόταν χαρακτηριστικά: «Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ορισμένα στρατόπεδα διά να υποστούν αποτοξίνωσιν. Ολες οι στρατιωτικές μονάδες δέον όπως εκκαθαρισθούν από αριστερίζοντες ή υπόπτους αριστερισμού». Με αυτήν τη γλώσσα υγειονομικού χαρακτήρα ξεκινούσε το μαρτύριο των αγωνιστών της δημοκρατίας.

Ηδη από το καλοκαίρι του 1946 ο στρατός με πληροφορίες που έπαιρνε από την αστυνομία είχε εντοπίσει όσους οπλίτες είχαν αριστερά φρονήματα ή είχαν συμμετάσχει στην Αντίσταση με το ΕΑΜ και τους συγκέντρωνε σε ξεχωριστά τάγματα. Το Α Τάγμα αυτών των «προς αποτοξίνωσιν» στρατιωτών οργανώθηκε αρχικά στην Παιανία και αργότερα μεταφέρθηκε στον Αγιο Νικόλαο Κρήτης και στη Γυάρο. Το Β Τάγμα συγκεντρώθηκε αρχικά στη Λάρισα κι έπειτα μεταφέρθηκε στο Ρέθυμνο, το Λιόπεσι και τέλος στο Πόρτο Ράφτη. Το Γ' Τάγμα συγκεντρώθηκε αρχικά στη Μικρά της Θεσσαλονίκης και μετά μεταφέρθηκε στα Διαβατά. Σε λίγο όλοι συγκεντρώθηκαν στη Μακρόνησο, η οποία πια άρχιζε να λειτουργεί ως επίσημο στρατόπεδο του ελληνικού στρατού. Οι πρώτοι που έφτασαν εκεί ήταν οι στρατιώτες του Β Τάγματος, στις 28 Μαΐου 1947. Σε δύο μήνες τους συνάντησαν εκεί και τα άλλα δύο τάγματα.

Νομική «διευθέτηση» εκ των υστέρων.

Οκτώβριος 1949

Η Μακρόνησος δεν ήταν ενιαίο στρατόπεδο. Ηταν ένα σύμπλεγμα στρατοπέδων και χώρων εγκλεισμού Σε πρώτη φάση περιλάμβανε τα τρία στρατόπεδα των Ταγμάτων Σκαπανέων, τα οποία την άνοιξη του 1949 μετονομάστηκαν σε Ειδικά Τάγματα Οπλιτών. A ΕΤΟ. Β ΕΤΟ και Γ ’ ΕΤΟ.2 Επίσης, τις Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ) από τον Αύγουστο του 1947, με υπόδικους και κατάδικους στρατιώτες, και το Γ' Κέντρο Παρουσιάσεως Αξιωματικών, από τον Σεπτέμβριο του 1947, όπου συγκεντρώθηκαν αριστεροί ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί. Οταν άρχισαν να στέλνονται στο νησί όχι μόνο αριστεροί στρατιώτες και αξιωματικοί αλλά και πολίτες πολιτικοί εξόριστοι ιδρύθηκε γι' αυτούς, τον Νοέμβριο του1948, το Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης στο βόρειο τμήμα του νησιού. Τέλος, τον Ιανουάριο του1950 δημιουργήθηκε το Ειδικό Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ) που λειτουργούσε στον χώρο του A' ETQ

 Για το επίσημο κράτος η Μακρόνησος απέκτησε ειδικό νομικό χαρακτήρα μόλις τον Οκτώβριο του1949, με το ψήφισμα ΟΓ «Περί μέτρων εθνικής αναμορφώσεως» και την ίδρυση του Οργανισμού Αναμορφωτήριων Μακρόνησου, ο οποίος υπαγόταν απευθείας στο ΓΕΣ και σκοπός του είχε οριστεί η «διά της διαφωτίσεως και διαπαιδαγωγήσεως αναμόρφωσις» των κρατουμένων. Επισήμως πια ο στρατός αποκτούσε δικαιώματα που δεν είχε πριν και γινόταν υπεύθυνος για την κράτηση όχι μόνο οπλιτών και αξιωματικών αλλά και πολιτών. Η θεσμική στρατοκρατία οικοδομούνταν.

Το καλοκαίρι του 1947 οι έγκλειστοι στρατιώτες και αξιωματικοί προσέγγιζαν τους 10.000. Τον Μάιο του 1948 κρατούνταν πια στη Μακρόνησο 15.814 στρατιώτες και αξιωματικοί καθώς και 728 πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι. Τον Αύγουστο του 1949 βρίσκονταν εκεί 7.500 στρατιώτες και 20.000 πολίτες -τριπλάσιοι σχεδόν-, ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους υπήρχαν εκεί 5.521 στρατιώτες και 11.247 πολιτικοί εξόριστοι. Συνολικά. σύμφωνα με το ΓΕΣ. μέχρι τον Οκτώβριο του 1949 είχαν «αναμορφωθεί» 25.000 οπλίτες και αξιωματικοί. Πολλοί από αυτούς στη συνέχεια στάλθηκαν σε μάχιμες μονάδες του στρατού για να πολεμήσουν εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Αυτή η αναμόρφωση ασφαλώς δεν επιτυγχανόταν με κανένα λεκτικό μέσο πειθούς. Η Μακρόνησος είναι συνώνυμο των πιο φριχτών βασανιστηρίων. Η εικόνα του μεγάλου σχολείου πατριωτισμού που έβγαινε προς τα έξω από τα προπαγανδιστικά μέσα του κράτους ουδεμία σχέση είχε με το κολαστήριο που αποτέλεσε στην πραγματικότητα το νησί.

Οταν η αγριότητα γίνεται συλλογική και απλώνεται στην κοινωνία

Υπάρχει ένα στοιχείο που εντυπωσιάζει και δείχνει πόσο εύκολα μπορεί η αγριότητα να γίνει συλλογική, να καταλάβει πρώτα ένα κλειστό σύστημα όπως της Μακρονήσου και μετά να απλωθεί μέσα σε μια κοινωνία. Οι βασανιστές των εξόριστων δεν ήταν επαγγελματίες του στρατού αλλά απλοί οπλίτες, στρατιώτες που υπηρετούσαν τη θητεία τους. Επιλεγμένοι, βέβαια, με κριτήριο και την προηγούμενη βίαιη και περιθωριακή πολιτεία τους. Υπήρχε όμως και μια άλλη, πιο σκληρή πτυχή. Κάποιοι από τους βασανιστές ήταν «ανανήψαντες» αριστεροί, πρώην κρατούμενοι, που αναγκάζονταν να βασανίσουν οι ίδιοι τους πρώην συντρόφους τους, είτε για να αποδείξουν πως πράγματι είχαν αλλάξει στρατόπεδο είτε για να κλείσει για πάντα ο δρόμος της επιστροφής τους στην Αριστερά είτε απλώς για την άρρωστη απόλαυση των αξιωματικών. Τα βασανιστήρια γίνονταν συχνά μπροστά στους άλλους κρατούμενους ώστε αυτοί να «σπάσουν» γρήγορα και να υπογράψουν τη διαβόητη δήλωση μετάνοιας.

Μόλις οι εξόριστοι αποβιβάζονταν στη Μακρόνησο ο διοικητής του τάγματος τους συγκέντρωνε και τους καλούσε να υπογράψουν επιτόπου, με συγκεκριμένη μικρή χρονική διορία, τη δήλωση. Οταν η διορία περνούσε στρατιώτες με ρόπαλα ορμούσαν πάνω τους και τους χτυπούσαν με αγριότητα Ετσι, οι περισσότεροι εξόριστοι δέχονταν να υπογράψουν. Ομως πολλοί αρνούνταν. Αυτοί μεταφέρονταν σε άλλα σημεία του στρατοπέδου, για να μαρτυρήσουν ξανά στα χέρια των βασανιστών τους. Τους έβαζαν να στήσουν πρόχειρες σκηνές, «τσαντίρια» όπως τα έλεγαν οι εξόριστοι. Η ίδια η καθημερινότητά τους εκεί ήταν ένα βασανιστήριο. Τους ανάγκαζαν να μετακινούνται διαρκώς μαζί με τα πράγματά τους. Πολλές φορές δεν τους επέτρεπαν να πάνε ούτε στα ουρητήρια. Εκτεθειμένοι συνεχώς στους ανέμους, στην παγωνιά τις νύχτες, την αφόρητη ζέστη άλλες μέρες, υπέφεραν σε ένα συνεχές εφιαλτικό μαρτύριο. Οι εξόριστοι αναγκάζονταν να μεταφέρουν μεγάλες πέτρες από τη μια πλευρά του νησιού στην άλλη, κάτω από τον ήλιο, μέχρι να λιποθυμήσουν. Αυτή η χωρίς νόημα εργασία αποσκοπούσε στην ταπείνωση των εξόριστων, την εμπέδωση της ιδέας πως δεν αποτελούσαν ανθρώπους με δικαιώματα αλλά αντικείμενα στα χέρια των βασανιστών τους και, ασφαλώς, στην ψυχολογική και διανοητική τους κατάρρευση.

Αυτή η βίαιη «αναμόρφωση» ξεκίνησε από το Γ' Τάγμα, υπό τη διοίκηση του διαβόητου λοχαγού Σκαλούμπακα. Οσοι μετά τις πρώτες απειλές και τα βασανιστήρια συνέχιζαν να μην υπογράφουν δηλώσεις μετάνοιας καλούνταν στο Γραφείον Ηθικής Αγωγής του τάγματος, όπου διεξάγονταν πολύωρες ανακρίσεις και νέοι ξυλοδαρμοί Οι βασανιστές χτυπούσαν με κάθε τρόπο και με κάθε αντικείμενο που μπορούσε να γίνει όργανο βασανιστηρίων: ξύλα λοστούς, συρματόσκοινα κλομπ. Με τη διαβόητη φάλαγγα, κατά την οποία ο κρατούμενος δενόταν σε ένα κρεβάτι και με ένα κλομπ του χτυπούσαν σταθερά και με δύναμη τα πέλματα, πόνος που -όπως λένε οι μαρτυρίες- κάνει τον βασανιζόμενο να νομίζει πως θα χάσει τη λογική του. Αλλά και με βασανιστήρια που φαίνονται πιο ήπια αλλά είναι εξαντλητικά, όπως το «αεροπλανάκι», δηλαδή το να στέκεται ο βασανιζόμενος στο ένα πόδι με τα χέρια σε έκταση, ή ο «πελαργός», το να στέκεται για ώρα στο ένα πόδι. Ολα αυτό συνεχίζονταν μέχρι να λιποθυμήσει ο βασανιζόμενος. Ή μέχρι να κουραστεί ο βασανιστής.

Τα μαρτύρια της ρέγνας, της γάτας και η «ευγνωμοσύνη» στον βασανιστή

Μαζί με αυτά υπήρχαν και άλλα βασανιστήρια που έρχονταν κυριολεκτικά από τα βάθη των αιώνων κι από βάρβαρες πρακτικές στρατών και ηγεμόνων. Τέτοιο ήταν το να πετιούνται οι βασανιζόμενοι στη θάλασσα με τα χέρια δεμένα και φορώντας τα ρούχα τους, ώστε να κινδυνεύουν διαρκώς να πνιγούν. Το να τους κρεμούν από στύλους με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα και τις άκρες των ποδιών ίσα να ακουμπούν στο έδαφος. Το να τους δίνουν για βραδινό ρέγγα χωρίς νερό ενώ ήταν καλοκαίρι, με αποτέλεσμα μια βασανιστική αφυδάτωση. Αλλά και το μαρτύριο της γάτας, όπου έβαζαν τους βασανιζόμενους σε ένα σακί, έριχναν μέσα μια γάτα, το έδεναν και το έριχναν στη θάλασσα, ώστε η γάτα σε κατάσταση αμόκ να ξεσκίζει με τα νύχια της τον βασανιζόμενο προσπαθώντας να σώσει τη ζωή της. Από όλα αυτά πολλοί εμφάνισαν βαριά ψυχικά νοσήματα και άλλοι επιχείρησαν να αυτοκτονήσουν. Οι συνθήκες αυτού του κολαστηρίου είχαν αποτέλεσμα έπειτα από έξι μήνες ελάχιστοι από τους 5.000 στρατιώτες του τάγματος να μην έχουν υπογράψει δήλωση μετάνοιας.

Αλλά και για όσους υπέγραφαν τελικά τις δηλώσεις τα πράγματα δεν ήταν εύκολα Πρώτα έπρεπε να αποδείξουν ότι είχαν πράγματι αλλάξει πεποιθήσεις. Επρεπε να κάνουν ομιλίες στους υπόλοιπους στρατιώτες για τα δεινά του κομμουνισμού και την αναμορφωτική επίδραση της Μακρονήσου, να παρενοχλούν και να διαπομπεύουν τους «αμετανόητους», αλλά και, όπως είπαμε, να τους βασανίζουν οι ίδιοι. Επειτα έστελναν επιστολές στο χωριό τους στις οποίες ανέφεραν πως είχαν παρασυρθεί από το «προδοτικό» ΚΚΕ, καταδίκαζαν τον κομμουνισμό ως αντεθνική ιδεολογία και δήλωναν ευγνώμονες για την εμπειρία της Μακρονήσου που τους οδήγησε στο να «ανανήψουν». Αυτές οι επιστολές διαβάζονταν μπροστά σε όλους τους συγχωριανούς τους από τον παπά ή τον δάσκαλο μετά τη λειτουργία της Κυριακής.

Το αποκορύφωμα της θαλάσσιας κόλασης ήταν όσα συνέβησαν την 1η Μαρτίου 1948. A' ΕΤΟ: Οι στρατιώτες εκεί άντεχαν ακόμη και δεν υπέγραφαν τη δήλωση στο καθεστώς παρά τα μαρτύρια. Μία μέρα πριν (29 Φεβρουάριου), κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσής τους στο θέατρο για την πραγματοποίηση της κυριακάτικης λειτουργίας, κάποιοι αλφαμίτες (Αστυνομία Μονάδος) άρχισαν να χτυπούν μπροστά τους δύο άλλους στρατιώτες. Πολλοί διαμαρτυρήθηκαν φωνάζοντας «Αίσχος» και εξεγέρθηκαν. 

Ξαφνικά κάποιοι από τους αλφαμίτες άρχισαν να πυροβολούν προς το πλήθος. Πέντε στρατιώτες έπεσαν νεκροί από αυτό το επεισόδιο, για το οποίο ο διοικητής του τάγματος Α. Βασιλόπουλος είπε πως δεν υπήρχε καμία εντολή και πως θα διεξάγονταν έρευνες. Ομως το επόμενο πρωί φάνηκε πως ίσως όλα αυτά να ήταν πρόβα και προβοκάτσια για να δημιουργηθεί η αφορμή της σφαγής.

Οι κρατούμενοι στρατιώτες είχαν τοποθετήσει από την προηγούμενη μέρα τους νεκρούς σε μια σκηνή και έκαναν συμβολική απεργία πείνας. Την ώρα του πρωινού θρησκευτικού κηρύγματος το A' ΕΤΟ βρέθηκε ξαφνικά περικυκλωμένο από τις ένοπλες φρουρές και των τριών ταγμάτων. Από τα μεγάφωνα ενός μικρού σκάφους ακούστηκε η φωνή του διοικητή:

«Προσοχή - προσοχή!

Στρατιώται του A' Τάγματος. Σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης.

Στρατιώται του Α’ Τάγματος, εκάματε μίαν απερισκεψίαν. Ολίγα καθάρματα κομμουνισταί σας παρέσυραν εις στάσιν κατά της πατρίδος. Οσοι από σας δεν συμφωνούν με τους δολοφόνους, οι οποίοι εδημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα, διαχωρίστε τας ευθύνας σας και συγκεντρωθείτε ας τον 7ον λόχον. Το κράτος δεν μπορεί να υποχωρήσει, το κράτος δεν θα υποχωρήσει».

Η σφαγή της 1ης Μαρτίου1948. Οπλισμένοι «γαζώνουν» άοπλους

Με αφορμή το επεισόδιο της προηγούμενης ημέρας προσπαθούσαν να τους αναγκάσουν να υπογράψουν υπό την απειλή ότι αλλιώς θα θεωρούνταν στασιαστές. 4.500 άοπλοι στρατιώτες, σχεδόν όλοι 20 έως 25 ετών, όλοι τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και οι πιο πολλοί στελέχη και μέλη του ΚΚΕ, στέκονται ακίνητοι 

Μία ώρα μετά δίνεται το τελεσίγραφο. Μέσα σε πέντε λεπτά έπρεπε να μεταβούν στον 7ο λόχο για να υπογράψουν. Αλλιώς ο στρατός θα επιτίθετο. Δεν κινούνται. Και η θηριωδία αρχίζει. Με ρόπαλα πέφτουν πρώτα πάνω τους οι πρώτοι από τους βασανιστές. Στις μάχες σώμα με σώμα οι αριστεροί στρατιώτες καταφέρνουν να τα πάρουν στα χέρια τους και να εκδιώξουν τους «συναδέλφους» βασανιστές τους. Σε λίγα λεπτά όλα αλλάζουν. Με εντολή των αξιωματικών τους οι αλφαμίτες αρχίζουν να πυροβολούν με τα αυτόματα πάνω στις σκηνές του 4ου και 5ου λόχου. Οι πρώτοι νεκροί. 

Σε λίγο άλλοι στρατιώτες πίσω από τα μυδραλιοβόλα τους χτυπάνε σχεδόν όλο τον χώρο της παραλίας, μέχρι και το λιμάνι. Μερικοί στρατιώτες πέφτουν στη θάλασσα για να σωθούν. Οι σφαίρες τούς βρίσκουν κι εκεί Για μια στιγμή σταματάνε τα όπλα Και τότε μια φωνή προτρέπει: «Συνάδελφοι, όλοι όρθιοι να ψάλουμε τον εθνικό μας ύμνο!». Οι στρατιώτες του A' ΕΤΟ. του «κόκκινου τάγματος», οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, σε θέση προσοχής, μαζί κι οι τραυματίες, ψάλλουν τον «Υμνο στην ελευθερία». Τα μυδραλιοβόλα συνεχίζουν. Επί ώρες όλος ο τόπος γαζώνεται Οπλισμένοι σφάζουν άοπλους. Στο τέλος πάλι οι αλφαμίτες ορμούν ουρλιάζοντας και ζητούν δηλώσεις μετάνοιας.

Οι νεκροί της σφαγής φορτώθηκαν σε ένα καΐκι. Ο καπετάνιος του, χρόνια μετά, δήλωνε:

«Εζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. L.J Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. [...] Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι αλφαμίτες Χούμης και Δήμητρας, Λαγός. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους. Λέω στον Σκαλούμπακα “Το καΐκι δεν σηκώνει τόσο πράμα είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι”. Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να ’κανα; Το πιστόλι σε παγώνει.. L.J Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. Οι νεκροί ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου».

Το βράδυ της 1ης του Μάρτη το υπουργείο Στρατιωτικών εκδίδει ανακοίνωση:

«Την 29 Φεβρουάριου άνδρες του Στρατοπέδου Μακρονήσου εις το οποίον υπηρετούν οι επικίνδυνοι κομμουνισταί κατά την διάρκειαν της θρησκευτικής τελετής επετέθησαν κατά της φρουράς του Στρατοπέδου προς αφοπλισμόν της. Η τελευταία αμυνόμενη έκαμε χρήσιν των όπλων και η τάξις απεκατεστάθη. Απώλειαι στασιαστών 17 νεκροί και 61 τραυματίες». Τα «Νέα» έγραψαν: «Οι κομμουνισταί προκάλεσαν ταραχάς εις την Μακρόνησον».

Ο ανθός του ελληνικού πολιτισμού και τα καΐκια των τρελών

Στη Μακρόνησο κρατήθηκαν και βασανίστηκαν άνθρωποι που τις επόμενες δεκαετίες θα σφράγιζαν για πάντα την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Κάποιοι και του παγκόσμιου. Στρατευμένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, πολλοί ήδη μέλη του ΚΚΕ. Καθηγητές πανεπιστημίου και άλλοι επιστήμονες όπως ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος και ο Γιάννης Ιμβριώτης, σκηνοθέτες και ηθοποιοί όπως ο Μάνος Κατράκης, ο Θανάσης Βέγγος, η Αλέκα Παΐζη και ο Νίκος Κούνδουρος, μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Φοίβος Ανωγειανάκης, εικαστικοί όπως ο Τάσος Ζωγράφος και ο Γιώργος Φαρσακίδης, λογοτέχνες όπως ο Γιάννης Ρΐτσος, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Νίκος Καρούζος, ο Θέμος Κορνάρος, άλλοι ήδη καταξιωμένοι, άλλοι στα πρώτα τους βήματα Μάλιστα ο Μάνος Κατράκης είχε καταφέρει να κρύψει ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου μέσα σε γυάλινα μπουκάλια που έθαψε στην άμμο. Κι όταν αργότερα άλλαξε τόπο εξορίας τα πήρε μαζί του. Είναι τα ποιήματα που αργότερα εκδόθηκαν με τον τίτλο «Πέτρινος χρόνος» και αποτέλεσαν το υλικό για την «Καντάτα για τη Μακρόνησο» του Θάνου Μικρούτσικου.

Ο Μίκης Θεοδωράκης αποτυπώνει στα λόγια του τη φρίκη για τη Μακρόνησο:

«Οταν μας πηγαίνανε στα βουνά επάνω για τα βασανιστήρια, στις χαράδρες κ.λπ. ήταν απόλυτη μοναξιά. Στη φυλακή μέσα ή στην ασφάλεια ξέρεις ότι πίσω από τους άλλους τοίχους είναι ορισμένοι σύντροφοί σου. Κάποιοι άνθρωποι θα σε ακούσουν. Η μαρτυρία παίζει μεγάλο ρόλο. Εκεί δεν είχες κανέναν. Δηλαδή να εξαφανιστείς, να πεθάνεις χωρίς να αφήσεις ίχνος πίσω σου είναι αβάσταχτο. Αισθανόσουνα εκεί ότι είσαι τίποτα. Ησουν μόνος σε μια ερημιά, σε ένα βράχο επάνω, στην ερημιά, ήταν σκηνές πολλές αλλά δεν τις έβλεπες και ήταν μακριά η μια με την άλλη. Ησουν τελείως μόνος. Και ξαφνικά καθώς κοιμόσουνα έβλεπες φλόγες, είχανε πετρέλαιο και βάζανε φωτιά στη σκηνή εκεί που κοιμόσουν. Και μετά έπεφτε άγριο ξύλο. Πες μου, πώς αντέχει αυτός ο άνθρωπος. Στα κλασικά βασανιστήρια στην Ασφάλεια είχες την αναμονή και μετά το ξύλο, όσο αντέξεις. Μετά είσαι εξαντλημένος. Και πονάς πολύ. Αλλά αυτό γίνεται μέσα σε δυο τρεις ώρες. Και πας στο κελί σου πάλι. Στη Μακρόνησο ήταν μήνες, δημιούργησε θύματα τα οποία υποφέρουν ακόμη. [...] Υπήρχαν καΐκια που πηγαίνανε από τη Μακρόνησο στο Λαύριο για να πάνε τους τρελαμένους στα νοσοκομεία».

Ο Εμφύλιος που συνεχίστηκε μέχρι το 1961. Ισοπεδώνοντας την αντιστασιακή ταυτότητα

Τον Αύγουστο ίου 1949 ο Εμφύλιος τελείωσε με την ήττα του ΔΣΕ. Εξόριστοι συνέχιζαν για καιρό να μεταφέρονται μαζικά στη Μακρόνησο παρότι ο (επίσημος) λόγος είχε πλέον λείψει. Και ασφαλώς συνέχισαν να μαρτυρούν. Λίγους μήνες μετά, στις 5 Μαρτίου 1950, έγιναν εκλογές. Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Νικόλαος Πλαστήρας. Ο κεντρώος για τα δεδομένα της εποχής εμβληματικός πρώην στρατιωτικός ξεκίνησε να αποδυναμώνει τη λειτουργία του στρατοπέδου. Το καλοκαίρι χιλιάδες πολιτικοί εξόριστοι μεταφέρθηκαν από τη Μακρόνησο σε δύο άλλα νησιά. Οι άντρες μεταφέρθηκαν στον Αη Στράτη και οι γυναίκες στο Τρίκερι. Ομως για επτά ακόμη χρόνια, ως το 1957, τα στρατόπεδα συνέχισαν να λειτουργούν, όπως και οι στρατιωτικές φυλακές ως τον Οκτώβριο του1960. Σε λίγο είχαν μείνει μόνο κάποιοι στρατιώτες, όχι ως κρατούμενοι αλλά ως φρουροί των εγκαταστάσεων. Τον Φεβρουάριο του 1961 εγκατέλειψαν κι αυτοί οι τελευταίοι 10-15 άντρες τη Μακρόνησο.

Εχει υπολογιστεί πως από τη Μακρόνησο πέρασαν συνολικά περί τους 27.000 στρατιώτες, 1.100 αξιωματικοί και 30.000πολίτες, όλοι κατηγορούμενοι για αριστερά φρονήματα. Η Μακρόνησος ήταν μια ανάγκη του αστικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Η Αντίσταση και το ΕΑΜ είχαν γίνει τα πιο μαζικά κινήματα στην ιστορία της χώρας. Είχαν αλλάξει τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων. Δεν τους έσωσαν μόνο από την πείνα, δεν τους έδωσαν όπλα για να διώξουν τον κατακτητή. Αλλαξαν εντελώς τον τρόπο που οι άνθρωποι έβλεπαν τη ζωή τους. Αντρες αγράμματοι γίνονταν ηγέτες στο χωριό τους, χωρικοί μάθαιναν να διαβάζουν κι έβλεπαν πρώτη φορά στη ζωή τους θέατρο, γυναίκες σταματούσαν να περιμένουν να διαλέξει ο πατέρας τους τον σύζυγό τους και γίνονταν αγωνίστριες και ισότιμες με τους άντρες. Το στρατόπεδο της Μακρονήσου δημιουργήθηκε για να τα ισοπεδώσει όλα αυτά Τη νέα ταυτότητα των ανθρώπων. Τις νέες ιδέες που μέσα από την πάλη τους είχαν κατακτήσει για τον εαυτό τους και για τον κόσμο. Οπως και όλο το αντικομμουνιστικό κράτος της Δεξιάς που χτίστηκε μετά τον Εμφύλιο. Για να καταστρέφει την ηθική εδραίωση του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ στο μεγάλο μέρος της ελληνικής νεολαίας. Για να μην του αφήσει περιθώριο για το μέλλον.

Οι σημαίνοντες του μετεμφυλιακού κράτους ασφαλώς είδαν αλλιώς την Μακρόνησο. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου και μετέπειτα πρόεδρος της Δημοκρατίας, σε ομιλία του που εκφώνησε στο νησί είπε πως «η Μακρόνησος είναι προπαντός ένα μεγάλο εκπαιδευτήριο και γυρεύει να στηριχθεί στον ορθόν λόγον... Μακάρι όλη η Ελλάδα να ήταν μια Μακρόνησος... Ολοι στη ζωή μας πρέπει να περνάμε ένα Μακρονήσι. [...] Ηρθα ως δάσκαλος. Θα ήθελα να βρισκόμουν στη θέση σας».

Παν. Κανελλόπουλος: «Πρότυπον άξιον μιμήσεως. Στο ξερονήσι αυτό εβλάστησε η Ελλάς»

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, πρώην πρωθυπουργός, είπε πως «το έργον της Μακρονήσου, αναγνωρίζομενον ήδη διεθνώς ως παράδειγμα και πρότυπον άξιον μιμήσεως εις όλας τας ελευθέρας χώρας του κόσμου, αποτελεί τίτλον τιμής δι’ όλους εκείνους οι οποίοι συνέβαλαν και συμβάλλουν εις την πραγματοποίησίν του. [...] Η ιστορία θα γράψει ότι η στροφή της παγκόσμιας υποστάσεως εδώ εις την Μακρόνησον άρχισε. Στο ξερονήσι αυτό εβλάστησε σήμερα η Ελλάς ωραιότερη όσο ποτέ».

Μετά τη χούντα για πολλές δεκαετίες ο Εμφύλιος είχε γίνει ταμπού για την ελληνική Δεξιά. Σήμερα οι εκπρόσωποι μιας ακραίας εκδοχής της, που αρέσκονται να μιλάνε στη Βουλή με λόγο στρατοδίκη και γυμνασιάρχη του ’50, προσπαθούν να οικειοποιηθούν με περηφάνια τη δράση του κράτους στον Εμφύλιο. Υποστηρίζουν πως όλα έγιναν για τη σωτηρία της Ελλάδας από μια «κομμουνιστική δικτατορία». 

Διαμαρτύρονται για την «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» και για το ότι, όπως λένε, αντί να γράψουν την ιστορία του Εμφυλίου οι νικητές, την έγραψαν οι ηττημένοι Φωνάζουν για να ρίξουν στη λήθη τα βασανιστήρια των νικητών στους ηττημένους. Και την ταξική διάσταση του πολέμου. Που, ίσως πιο καλά από οπουδήποτε, αποτυπώνεται στο πρόσωπο ενός από τους δολοφονημένους της Μακρονήσου έπειτα από 33 ημέρες βασανιστηρίων, του Μήτσου Τατάκη, γενικού γραμματέα της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων, που είχε συμβολή ακόμη και στην οργάνωση της απόβασης των συμμάχων στη Νορμανδία Μετά τον πόλεμο η ΟΕΝΟ στοχοποιήθηκε από το εφοπλιστικό κεφάλαιο και πολεμήθηκε σκληρά, διότι εξαιτίας της «το ελληνικόν πλοίον απώλεσε το μοναδικόν του πλεονέκτημα, το χαμηλόν κόστος εκμεταλλεύσεως, που του επέτρεπε να συναγωνίζεται επιτυχώς τας ξένας ναυτιλίας». Τελικά αυτό που δεν συγχωρήθηκε στους ηττημένους είναι ότι αντέξανε. Οτι είχαν την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα Κι αυτό που γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στο «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί»:

«Περάσαμε πολύ καιρό στο Μακρονήσι, κοιμηθήκαμε μάγουλο με μάγουλο με το θάνατο,

πολλοί αφήσανε εκεί τα κόκαλά τους. Πολλοί αφήσανε τα πόδια τους τα χέρια τους.

Πολλοί τώρα περπατάνε με δεκανίκια, πολλοί δεν περπατάνε καθόλου,

πολλοί φωνάζουν τις νύχτες στον ύπνο τους

πολλοί δεν έχουν καθόλου μιλιά, πολλοί δεν μπορούν πια να δουν, πολλοί δεν μπορούνε πια να καταλάβουν τη φωνή της μάνας τους.

Ολο το φταίξιμό μας είναι που αγαπάμε, όπως και εσύ Ζολιό, τη Λευτεριά και την Ειρήνη».

Πηγή: Hot History

{[['']]}

Στις 12 Μάη 1947 εγκαινιάζεται το στρατόπεδο της Μακρονήσου

Στις 12 Μάη 1947 - εγκαινιάζεται το στρατόπεδο της Μακρονήσου. Από τους αλφαμίτες-βασανιστές, στους δολοφόνους ΜΑΤατζήδες.
Τα γουρούνια-φονιάδες στην υπηρεσία του συστήματος.


Απόσπασμα από την εφημερίδα «Μάχη» Απρίλιος 1950. (Μάργαρης, Νίκος: Ιστορία  της Μακρονήσου. τ.2, σ.502-505):

«…Η τρίτη σειρά ήλθε την 20 Οκτωβρίου 1949 και περιελάμβανε τους 10ο και 12ο κλωβούς του στρατοπέδου «Ρέντη», αποτελείτο δε εκ 470 ανδρών. Εις τη σειράν αυτήν κατόπιν επίμονων προσπαθειών και συνεχών παρατάσεων της προθεσμίας υπογραφής δηλώσεως παρέμειναν εις το τέλος περί τους 35 μόνον εξόριστοι άνευ υπογραφής….Η «Μάχη» παραθέτει σε συνέχεια κι ένα απόσπασμα από αφήγηση εξορίστου που το προλογίζει έτσι: Αλλά καλύτερα να μας τα περιγράψη ολ’ αυτά ένα μαρτυρικό θύμα της Γ’ αποστολής, που ήρθε μόλις στις 15 Μαρτίου στην Αθήνα. Απελύθει δυνάμει της υπ’ αριθμ. 53/1446/58 της 2/12/49 διαταγής του Υπουργείου Δημ. Τάξεως. Και από την αναμόρφωσιν είχε πάθει: 1) Διάσειση εγκεφαλική. 2) Οιδήματα πνευμονικά κι ακόμη εξ αιτίας τους δεν μπορεί να μιλήση παρά μόνον ψιθυριστά. 3) Αιμοπτύσεις. 4) Αιμάτωμα στο αριστερό μάτι. 5) Δύο κατάγματα στην κνήμη του αριστερού ποδιού. 6) Πολλαπλά κατάγματα στα οστά του δεξιού πλέγματος. 7) Εγκαύματα από τσιγάρα στα χείλη, πίσω από τα’ αυτιά, κάτω από τα δάκτυλα των ποδιών κι’ ανάμεσα στα δάκτυλα των χεριών. 8) Αποστήματα στους μηρούς και τους γλουτούς, για τη διάλυση των οποίων του έκαναν αφαιμάξεις. 9) Απόστημα στη ράχη. 10) Μώλωπες, εκδορές και μαύρισμα σ’ όλο του το σώμα.

Να τι μας αφηγείται το τραγικό αυτό θύμα των «Αναμορφωτηρίων»:

«….Είχαμε σαστίσει από το θέαμα αυτό, από τα τραβήγματα, από τις φωνές και από τα μεγάφωνα που όσο περνούσε η ώρα γινόντουσαν και πιο απειλητικά: Ή θα υπογράψετε αμέσως ή θα πεθάνετε σιγά – σιγά! Κανείς δεν φεύγει χωρίς δήλωση από τη Μακρόνησο! Τρελλοί ή πεθαμένοι θα υπογράψετε!

Μέχρι την 1 η ώρα από τους 500 οι 300 είχαν υπογράψει. Τους άλλους 200 μας μάζεψαν ξανά και μας έδωσαν δύο ώρες προθεσμία τάχα για να σκεφτούμε. Στην πραγματικότητα η προθεσμία αυτή δόθηκε στους αλφαμίτες για να μπορέσουν με τη βία και το ξύλο να μας τραβούν έναν – έναν στο Α2 για υπογραφή. Ξαναμπήκε στο χώρο αυτό που είμαστε, όλος ο κόσμος. Μας καταξέσκισαν με τα τραβήγματα. Μερικούς τους χτύπησαν άσχημα. Ο Βασίλης ο Παπακωνσταντίνου χτυπήθηκε στο κεφάλι και έπεσε λιπόθυμος. Άλλους τους έπιασαν 5-6 και τους πήγαιναν στα γραφεία σηκωτούς.

Στις 3 τα μεγάφωνα έδωσαν τη διαταγή ν’ απομακρυνθούν όλοι οι πολίτες του ΕΣΑΙ (Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Ιδιωτών) και οι στρατιώτες και όσοι από μας έκαναν δήλωση. Μείναμε μόνο 70. Ύστερα απ’ αυτό τα μεγάφωνα έδωσαν νέα διαταγή: «Οι αλφαμίτες να κάνουν ακόμα μια προσπάθεια». Δηλ. να μας πάνε με τη βία στα γραφεία. Τότε ξαναχύθηκε πάλι στο στρατόπεδο, όλο εκείνο το πλήθος με φωνές με ρόπαλα και με ορθοστάτες από τις σκηνές. Τριάντα απ’ αυτούς τραβούν και δέρνουν έναν από εμάς, τον βρίζουν, τον ξεσκίζουν, τον σέρνουν κάτω, τον κλωτσούν. Μερικοί λιποθυμούσαν κι άλλοι είχαν εξαφανιστεί. Ζητούσαμε λίγο νερό και μας έλεγαν: Να η θάλασσα!

Είχαμε μισοτρελλαθεί! Καθώς αποσπούσαν κάθε τόσο δύο-τρεις και τους λυνσάριζαν σχεδόν μπροστά μας, μας έτρωγε η αγωνία: «Πότε θάρθει η σειρά μου;» Αυτό ήταν το πιο φρικτό μαρτύριο.

Ύστερα από κάθε ομαδική επίθεση εναντίον μας, για την οποία έδιναν το σύνθημα οι σάλπιγγες ή τα μεγάφωνα, το δράμα μας έφτανε στο κατακόρυφο. Με αλαλαγμούς και ουρλιάσματα ορμούσαν πάνω στα εξαντλημένα θύματά τους. Περνούσε κάμποση ώρα ανήκουστου βασανισμού και σε λίγο το στρατόπεδο παρουσίαζε μια τραγική για όλους εικόνα και πιο τραγική για όσους από μας μπορούσαν να σηκωθούν και να τη δουν: Κάτω δεκάδες πολτοποιημένα και αναίσθητα σώματα, άλλα κορμιά σπαρτάριζαν με τρομακτικά βογγητά, κι ανάμεσά τους τριγύριζαν τρελλοί, βγάζοντας άναρθρες κραυγές ή φωνάζοντας ασυναρτησίες

Στις 4 είχαμε μείνει 35-40. Τότε δόθηκε από το μεγάφωνο η διαταγή:

«Ν’ απομακρυνθούν όλοι. Η αστυνομία στη θέση της, να τιμωρήσει σκληρά τους προδότες, τους εγκληματίες κλπ.»

Απεχώρησε το πλήθος. Οι αλφαμίτες μας έβαλαν στη γραμμή κατά δυάδες. Τι στιγμή αυτή περνούσανε από μπροστά μας «παρελαύνοντες» όσοι είχαν κάνει δήλωση από τις προηγούμενες αποστολές, ενώ το μεγάφωνο καλούσε τους Εσαΐτες και τους στρατιώτες για ένα «θερμό χειροκρότημα» σε κείνους που είχαν «ανανήψει». Αυτοί, παρά τα χειροκροτήματα, περνούσαν με τα κεφάλια σκυμμένα, σα να πήγαιναν σε κηδεία.

Ύστερα από την παράσταση αυτή, μας πήραν οι αλφαμίτες και μας οδήγησαν προς το ύψωμα για να μας πάνε στη χαράδρα. Από ορισμένες σκηνές βγαίνανε άλλοι αλφαμίτες με τα σύνεργα που θα χρησιμοποιούσαν για την «αναμόρφωσή» μας. Ξύλα από μπαμπού, ορθοστάτες σκηνών, συρματόσκοινα, βούρδουλες από καουτσούκ, τανάλιες για τα νύχια κ.ά.

Από τη στιγμή που βγήκαμε έξω από το χώρο των σκηνών άρχισαν να μας χτυπούν. Πολλοί μας χτυπούσαν στο κεφάλι. Γι’ αυτό μερικοί έπεσαν αναίσθητοι στον ανήφορο, πριν φτάσουμε στη χαράδρα. Όταν φτάσαμε εκεί ο λοχαγός Ιωαννίδης διέταξε να σταματήσει το ξύλο και να καθίσουμε κάτω. Μας τόνισε για τελευταία φορά πως αν δεν κάνουμε δήλωση θα πεθάνουμε κι άρχισε να φωνάζη έναν-έναν:

- Σήκω εσύ απάνω.

Εκείνος που είχε την τύχη συκωνόταν.

- Θα υπογράψεις;

- Όχι!

Αμέσως τον άρπαζαν 5-6 αλφαμίτες.

- Γδύσου και προχώρει.

Μας άφησαν μόνο το σώβρακο. Άλλους που βιάστηκαν να τους αρχίσουν στο ξύλο, τους έπαιρναν προτού προλάβουν να τα βγάλουν όλα, στο βάθος της χαράδρας. Όταν με πήγαν εμένα, είχαν οδηγήσει πρωτύτερα αρκετούς. Είχαν αρχίσει οι φωνές και τα βογγητά, τα αίματα οι παρακρούσεις. Τίποτε δεν τους συγκινούσε. Κάθε τόσο επειδή κουράζονταν αυτοί, ο Ιωαννίδης και ο Παπαγιαννόπουλος σήμαιναν με τη σφυρίχτρα διάλειμμα να ξεκουραστούν και μετά πάλι με σφύριγμα τους διέτασσε να ξαναρχίσουν. Κάθε τόσο ο Ιωαννίδης έριχνε και μια ριπή στον αέρα.

 Όταν έφτασα στο βάθος, είδα έναν αλφαμίτη να καίει με το αναμμένο τσιγάρο του ένα λιπόθυμο εξόριστο στα χείλη για να διαπιστώσει αν πραγματικά είναι λιπόθυμος ή προσποιείτο.

Από τη στιγμή που έφαγα τις πρώτες, όλα σκοτείνιασαν μπροστά μου και δεν θυμάμαι τίποτε άλλο πια. Έμαθα μονάχα ότι όλοι οι 35-40 κατέβηκαν με φορεία.

Συνήλθα μετά ένα μήνα και είδα ότι βρισκόμουν σ’ ένα νοσοκομείο (στο Γ’ Κέντρο). Δίπλα μου είδα τον Παρασκευόπουλο με σπασμένα πόδια και με «τρόμο» της κεφαλής». Τον Ταγκαρέλη από την Ήπειρο, που κατούραγε αίμα. Τον Κουτρουμάνο που δεν μπορούσε να μιλήσει και κρατούσε διαρκώς το κεφάλι να μη του φύγει. Άλλος με τα χέρια ή με τα πόδια στον γύψο.

Μου είπαν ότι μέσα στο θάλαμο που ήμουν εγώ, δηλαδή στο θάλαμο 6, ξεψύχησε ο Αδάμος από την περιοχή Αγρινίου.

Όλοι όσοι είμαστε στο νοσοκομείο του Γ’ Κέντρου, γύρω στους 80, είμαστε κατάμαυροι σε όλο το σώμα, αν κι είχε περάσει ένας μήνας.

Μ’ έδιωξαν από το νοσοκομείο χωρίς να γίνω καλά. Με πήγαν με το φορείο στο «Τρελλάδικο», καθώς και τον Παπακωνσταντίνου»

Είναι ευρέως γνωστό ότι ο Π. Κανελλόπουλος, δεξιός πολιτικός, πρώην πρωθυπουργός, από αυτούς που χαρακτηρίζονταν μετά την μεταπολίτευση ως «πεφωτισμένοι» δεξιοί, έλεγε την Μακρόνησο σύγχρονο Παρθενώνα.

Από το ίδιο βιβλίο αντιγράφουμε μια ακόμη τοποθέτησή του, καθώς και μια δήλωση του Κ. Τσάτσου, πρώην πρόεδρου της δημοκρατίας. Πεφωτισμένος και αυτός. Επίσης δύο δηλώσεις «πεφωτισμένων» καθηγητών Πανεπιστημίου. Για να έχουμε πλήρη διάσταση του θέματος αλλά και να προσδιορίζουμε καλύτερα από πού αντλεί ο θλιβερός Πεταλωτής, οι κυβερνητικοί και τα παπαγαλάκια των ΜΜΕ, την ιδεολογία των τοποθετήσεών τους, για το νέο στυγερό έγκλημα των Ματατζήδων.

«Είμαι ευτυχής ως εκπρόσωπος του Στρατού και των παραπλανηθέντων ιδιωτών διότι η εθνική αναμόρφωσις ανατίθεται εις τας τόσον επιτυχούσας εις το έργον στρατιωτικάς αρχάς. Πιστεύω ότι τα αποτελέσματα τα οποία θα έχη και επί των συνειδήσεων των ιδιωτών το Σχολείον της Μακρονήσου θα είναι ευτυχή».

Π. Κανελλόπουλος («Σκαπανεύς» Σεπτ. 1949 Νο 9)

«..Εάν η Μακρόνησος ήτο μία κόλασις βίας, θα επέστρεφαν όλοι εις τας παλαιάς των πεποιθήσεις, πιο φανατισμένοι από πριν. Συμβαίνει όμως το αντίθετον. Διατηρούν τας πεποιθήσεις που απέκτησαν εις την Μακρόνησον και γίνονται πρότυπα Ελλήνων στρατιωτών και πολιτών. Αυτό αποτελεί την δικαίωσιν της χρησιμοποιηθείσης εκπαιδευτικής μεθόδου»

Κ. Τσάτσος («Σκαπανεύς» Οκτ. 1949)

«Δεν υπάρχει διδακτικώτερον σχολείον από το μέγα Εθνικόν Σχολείον Μακρονήσου. Ήλθαμε εδώ διά να πούμε στους πρώην παραστρατημένους Έλληνας νάρθουν μαζί μας και δεν τολμούσαμε να το πούμε γιατί είδαμε ότι αυτοί προηγούνται εις εθνικόν παλμόν.»

Σωτ. Μαρινάτος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών. 21.10.48

«Ήλθαμε να δούμε τα παιδιά μας τα προδομένα και φεύγομε με υπερηφάνεια και χαρά για όσους προόδους βλέπουμε. Εδώ θα πρέπει να έλθουν όσοι λέγονται μόνον Έλληνες, χωρίς να είναι, για να δούνε παλμό Ελληνικό, αλλά και να πάρουν τον αέρα του Έλληνα στρατιώτη.»

Γεώργ. Ζώρας καθηγητής Πανεπιστημίου 21.10.48

{[['']]}

Εγκλήματα στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας»


«Αναγνωρίζετε ότι η εν Ελλάδι συμμοριακή σπείρα και ο εν Ελλάδι κομμουνισμός δρουν προδοτικώς κατά των συμφερόντων και της ακεραιότητας της Χώρας μας και συνεργαζόμενοι μετά γειτονικών κρατών εχθρικώς προς την Ελλάδα διακειμένων, φονεύουσι και βασανίζουν αδικαιολογήτως αθώους Ελληνας, πυρπολούν και διαρπάζουν τας περιουσίας των, καταστρέφουν τα κοινωφελή έργα και απάγουσι γέροντας και γυναίκας;». Το παραπάνω χωρίο είναι μια από τις ερωτήσεις που συμπεριλαμβάνονταν στη δήλωση νομιμοφροσύνης που καλούνταν να «απαντήσουν» οι αριστεροί και οι δημοκρατικοί πολίτες στο κράτος της μεταπολεμικής Δεξιάς ώστε να σταματήσουν τα βασανιστήρια και οι διώξεις. Μετέπειτα, εφόσον «απολυόταν» ο διωκόμενος, έπρεπε να λάβει το απαραίτητο πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.

Ετσι είχε πλάσει η εγχώρια Δεξιά το μετεμφυλιακό κράτος ώστε να τρομοκρατήσει τους «περιττούς» πολίτες της. Εχοντας δικαιολογία την εθνική ασφάλεια, η Δεξιά οργάνωσε την καταστολή της Αριστεράς και των αγωνιστών της. Η εξορία βαπτίστηκε αναμόρφωση και τα κολαστήρια όπως της Μακρονήσου μεταμορφώνονταν σε «Παρθενώνα της συγχρόνου Ελλάδος». Για τη Δεξιά, βέβαια, αυτοί ήταν οι αντεθνικώς δρώντες, η χώρα κινδύνευε από την Αριστερά και τους αγωνιστές της δημοκρατίας.

Η Μακρόνησος

Αμέσως μετά το ξέσπασμα του Εμφυλίου η Μακρόνησος συγκέντρωσε τους «ύποπτους» φαντάρους και οι πρώτες καταγγελίες δεν άργησαν να δουν το φως της δημοσιότητας. Ο «Ριζοσπάστης» και η εφημερίδα του ΕΑΜ «Ελεύθερη Ελλάδα» δημοσιοποιούν καταγγελίες για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και αργότερα για τους βασανισμούς που λάμβαναν χώρα εκεί από τους πλέον εθνικόφρονες.

Το έργο των βασανιστών και της εθνικοφροσύνης της Δεξιάς ξεκίνησε να διεθνοποιείται από το 1949 με στόχο την κατάργηση του κολαστηρίου. Το έργο του Γιώργη Λαμπρινού «Μακρονήσι» που εκδίδεται από το ΚΚΕ μεταφράζεται στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα και έχει μεγάλη απήχηση στη Δύση. Ως εκ τούτου δύο επιτροπές από τη Γαλλία και τη Βρετανία (Comité français d’aide à la Grèce démocratique και League for Democracy in Greece αντίστοιχα) αναπτύσσουν σημαντική δραστηριότητα για την κατάσταση των ελευθεριών στην Ελλάδα και ειδικά για την κατάργηση της Μακρονήσου. Το 1950, μάλιστα, το γαλλικό περιοδικό «Les Temps modernes» του Ζαν-Πολ Σαρτρ και το «Νew Statesman» του Κίνγκσλεϊ Μάρτιν προχωρούν στη δημοσιοποίηση του θέματος.

Από την άλλη, στην Ελλάδα του ατσαλωμένου κράτους της Δεξιάς και μεσούντος του Εμφυλίου τηρείται ευλαβικά σιγή ασυρμάτου τόσο από τον Τύπο όσο και από τις αρμόδιες αρχές ως προς τους βασανισμούς και τις συνθήκες διαβίωσης. Ωστόσο αυτό που δεν λείπει είναι τα δημοσιεύματα για τα θετικά της Μακρονήσου, όπου οι Ελληνες φαντάροι, κομμουνιστές ή μη, αναμορφώνονταν ώστε να αποτάξουν τον κομμουνισμό και να ενστερνιστούν τις «σωστές ιδέες του έθνους». Το σιωπητήριο σπάει το 1950 από την εφημερίδα «Μάχη» που διευθυνόταν από τον τότε δικηγόρο και συνιδρυτή του ΕΑΜ Ηλία Τσιριμώκο. Για αυτά τα δημοσιεύματα μάλιστα η εφημερίδα οδηγήθηκε στο δικαστήριο, όπου αθωώθηκε. Ομως κι αυτά τα δημοσιεύματα δεν είχαν μεγάλη διάρκεια και συνεχίστηκαν μόνο κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου έτους.

O Γερμανός φωτογράφος Φρεντ Ιρτ του περιοδικού «Stern» πέταξε τον Αύγουστο του 1967 με διθέσιο αεροσκάφος πάνω από τη Γυάρο και απαθανάτισε για πρώτη φορά το κολαστήριο στο νησί. Η χούντα διά του «Βήματος» τότε μίλησε ουσιαστικά για «κομμουνιστικό δάκτυλο». Για λόγους «εθνικής ασφαλείας» συσκοτίστηκαν και οι έρευνες για το σκάνδαλο των υποκλοπών το 2004-05 (αριστερά, στην παρουσίαση του τριγώνου «επισυνδέσεων» ο τότε υπουργός Γιώργος Βουλγαράκης


Aποκαλύπτει το κολαστήριο

Τον Αύγουστο του 1967, λίγους μήνες μετά την επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών, ο Γερμανός φωτογράφος Φρεντ Ιρτ του γερμανικού περιοδικού «Stern» πέταξε με διθέσιο αεροσκάφος πάνω από τη Γυάρο και απαθανάτισε για πρώτη φορά το κολαστήριο της Γυάρου. Οι εικόνες που αποκάλυψε ο Ιρτ έκαναν τον γύρο του κόσμου και οι αναδημοσιεύσεις σε διεθνή έντυπα ήταν μαζικές.

Το «Βήμα» στις 31 Αυγούστου 1967 εκφράζοντας τότε τις θέσεις της χούντας δημοσίευσε την αντίδραση των χουντικών γράφοντας: «Εις την προσπάθειαν του διεθνούς κομμουνισμού να “φρεσκάρη” τον συκοφαντικόν του θόρυβον περί δήθεν κακομεταχειρίσεως των κρατουμένων εις την Γυάρον, ήλθεν επίκουρος το γερμανικό περιοδικό “Στερν”. Αλλά οι “φίλοι” μας του γερμανικού περιοδικού το παρατράβηξαν το σκοινί και έτσι την έπαθαν».

Στη Γυάρο ζούσαν εξόριστοι 20.000 άνθρωποι, κομμουνιστές και μη. Η λειτουργία της νήσου ως τόπου εξορίας και μαρτυρίου ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, συνεχίστηκε στο μετεμφυλιακό κράτος και επαναλήφθηκε από τους δικτάτορες. Επισήμως ήταν ένας τόπος αναμορφωτηρίου, όπου τα «ξένα σώματα του ελληνισμού» θα μεταμορφώνονταν σε «πραγματικούς Ελληνες». Ηδη από το 1967 κυκλοφορούσαν οι φήμες ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στη Γιούρα, όμως η χούντα διέψευδε κατηγορηματικά τα τεκταινόμενα.

Το μεταπολιτευτικό κυνήγι

Εντούτοις οι παραδόσεις που κρατούσε η μετεμφυλιακή και χουντική Δεξιά συνεχίστηκαν και στη μεταπολίτευση. Είναι πάμπολλες οι περιπτώσεις που η εθνική ασφάλεια υπήρξε το τέλειο αποκούμπι για να ξεκινήσουν οι διαδικασίες δολοφονίας χαρακτήρα όπως αυτή του Στίβεν Γκρέι ή για να συγκαλυφθούν σκάνδαλα υποκλοπών, όπως αυτό που διαδραματίστηκε το 2004-05. Ο Γκρέι, ρεπόρτερ του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters, τόλμησε να αποκαλύψει τις ατασθαλίες του τραπεζικού συστήματος και βρέθηκε να παρακολουθείται για να μαθαίνουν τι λέει και τι σκοπεύει να γράψει. Εν συνεχεία ο ίδιος βρέθηκε στοχοποιημένος από διάφορα ΜΜΕ, τα οποία τον κατηγορούσαν ότι ήταν πράκτορας άγνωστων δυνάμεων που ήθελαν να καταστρέψουν την ελληνική οικονομία – την ίδια έρευνα έκαναν το περιοδικό Hot Doc και ο Κώστας Βαξεβάνης, ο οποίος βρέθηκε συκοφαντημένος και με τη δικαστική βούλα από ομάδα της ΕΥΠ. Αντιθέτως, η υπόθεση των υποκλοπών του 2004-05 απέδειξε πως όταν η εθνική ασφάλεια βρίσκεται υπό τον κίνδυνο τρίτων χωρών, τότε αυτές δεν αποκαλύπτονται αλλά υπονοούνται, ώστε να… διαφυλαχτεί η εθνική ασφάλεια.

Πηγή: Κωνσταντίνος Βενάκης - Documento

{[['']]}

Η σφαγή 350 φαντάρων στο Μακρονήσι

«Ανοιγόμασταν τη νύχτα στον Κάβο Ντόρο. Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας.  Οι νεκροί όλοι – όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν – έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου».
Μίμης Βρονταμίτης, καπετάνιος του επιταγμένου καϊκιού «Άγιος Νικόλαος».
Συνέβη μεταξύ Φλεβάρη και Μάρτη του 1948. Δολοφονήθηκαν 300 κρατούμενοι. Οι πάντες αποσιώπησαν και αποσιωπούν. Η πολιτεία και η Δικαιοσύνη συνεχίζουν επί 68 και περισσότερα χρόνια να μην τολμούν και να μη θέλουν, έστω και για την ιστορική αλήθεια, να φωτίσουν το φαινόμενο Μακρόνησος, έστω και μερικές πτυχές του, όπως είναι η σφαγή στο Α’ Τάγμα Σκαπανέων.
Η Μακρόνησος, το άγονο αυτό νησί των 15 τετραγωνικών χλμ. αναγορεύτηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης με εισήγηση του ΓΕΣ προς το υπουργείο Στρατιωτικών στις 19/2/47. Η εισήγηση εγκρίθηκε στις 3/4/47 και οι πρώτοι σκαπανείς – αριστεροί στρατιώτες δίχως όπλα – έφτασαν στη Μακρόνησο στις 26/5/47.
Η Μακρόνησος λειτούργησε ως το 1958 με τρόπο που να «ντρέπεται ο γήλιος ως διαβαίνει απ’ το νησί, τόσο σκυφτούς ανθρώπους ν’ αντικρίζει» και μετά, περίπου απόλυτη σιωπή… 
Ο Υπουργός Εσωτερικών που άνοιξε την Μακρόνησο ήταν ο Στράτος 
Το κολαστήρι χαιρέτησαν με ενθουσιασμό πολιτικοί της εποχής:
«Αναρρωτήριο ψυχών… Συνέχιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού… Εθνική κολυμβήθρα… Νέα Εδέμ στα μάτια της ελληνικής Ιστορίας». Τσάτσος
«Στη Μακρόνησο αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχή των Ελλήνων». Π. Κανελλόπουλος,
Η Μακρόνησος είναι η νεοφασιστική φιλοσοφία και το πείραμα όπως το αποκάλεσαν με κυνικότητα για τη συντριβή της ελευθερίας, με τη βία και τρομοκρατία της «αναμόρφωσης», της ανθρώπινης συνείδησης. Είναι φασισμός που στις μέρες μας παρουσιάζεται με τη θεωρία και πρακτική της νέας τάξης πραγμάτων και της «αντιμετώπισης της τρομοκρατίας».
Η Μακρόνησος δεν ήταν ένας απλός τόπος εξορίας. Ήταν ένα οργανωμένο σύστημα εξόντωσης .Ήταν μια μελετημένη καταπιεστική και ψυχολογική μάχη που δινόταν καθημερινά ενάντια στη συνείδηση και αξιοπρέπεια όλων, ενάντια στην αντοχή του ανθρώπου. Ένα σύστημα «Αναμόρφωσης» για όλα τ’ αγύριστα κεφάλια, προκειμένου ν’ αναβαπτιστούν και ν’ αλλάξουν τα φρονήματά τους, τις ιδέες τους, τα ιδανικά τους.
Η ιστορία των φαντάρων χωρίς όπλα, ενός θεσμού που μπορεί να φαίνεται παράδοξος ή εξωπραγματικός, ακριβώς επειδή εξυπηρετούσε όχι απλά στρατολογίες εμφυλιοπολεμικές, αλλά την ολοκληρωτική εξαφάνιση του προοδευτικού κινήματος, με βασανιστήρια που ξεπερνούσαν την ανθρώπινη αντοχή. Η ιστορία των πολιτών, των γυναικών, αλλά και των ηγητόρων της Εθνικής Αντίστασης, δηλαδή την ιστορία όλων εκείνων που είχαν κάνει την Αντίσταση να λάμψει μέσα στο σκοτάδι του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου…



Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ 300 ΣΤΟ Α΄ ΤΑΓΜΑ

Αποκορύφωμά , ήταν η σφαγή 300 ανθρώπων στο Α’ Τάγμα, για να σπάσει την αντίσταση των αγωνιστών /κρατουμένων.
Οι πατέρες της πολιτικής αυτής, Παναγιώτης Τσαλδάρης, Θεμιστοκλής Σοφούλης, Γεώργιος Παπανδρέου, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, είναι οι υπεύθυνοι για το κάτεργο της Μακρονήσου και της σφαγής στο Α’ Τάγμα, με τη δολοφονία 300 και πλέον στρατιωτών και εκατοντάδων τραυματιών.
Το έγκλημα αυτό οι υπεύθυνοι το αποσιώπησαν και το επίσημο κράτος μέχρι σήμερα το αποκρύπτει. 
Δεν τολμά να δώσει τα επίσημα στοιχεία από τα αρχεία του για τη Μακρόνησο, για το έγκλημα της σφαγής και τον τόπο ταφής των νεκρών της. 
 
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ

Η εφιαλτική κατάσταση βασανιστηρίων που επικρατεί από την αρχή στο περιβόητο Γ’ τάγμα Σκαπανέων (Γ’ ΕΤΟ) και στην οποία ταιριάζει ο όρος κρατική τρομοκρατία, γίνεται σύντομα κοινό μυστικό… Πρόκειται για μια τρομοκρατική επιχείρηση χωρίς όρια, εφ’ όσον οι θάνατοι από τα βασανιστήρια μπορεί να αποφεύγονται μεν θεωρητικά και να αποσιωπούνται όταν συμβαίνουν από υπέρβαση ζήλου (το επίσημο αστικό κράτος δεν μπορεί να εμφανιστεί ότι μεταφέρει σε ξερονήσια ως δήθεν στρατιώτες πολιτικούς αντίπαλους του για να τους εξοντώσει άγρια), όμως παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός που δεν υποκύπτει. 

Αυτοί που χαρακτηρίζονται μετά την εφιαλτική παραμονή τους στο Γ’ ΕΤΟ ως «αμετανόητοι» μετάγονται στο Α’ ΕΤΟ, που, σύντομα θα θεωρείται «κόκκινο τάγμα» ή «τάγμα αμετανόητων» και όπου οι συνθήκες διαβίωσης απέχουν αρκετά από το να είναι το ίδιο σκληρές με εκείνες που επικρατούν στα δυο άλλα τάγματα. Όπως θα φανεί σε λίγο καιρό, πρόκειται για ένα καλοστημένο σχέδιο. Όταν ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων δεν υποκύπτει, έστω και με τρομερά ατομικά βασανιστήρια, μια πιο αποτελεσματική μέθοδος θα μπορούσε να είναι μια ομαδική και δημόσια αιματοχυσία, ώστε το ηθικό να σπάσει επιτέλους… Μετά την ομαδική σφαγή των φαντάρων στο Α’ ΕΤΟ (29/2-1/3/48), ακολουθεί η μέθοδος του ατομικού βασανισμού. Του εγκλεισμού των αδάμαστων στο λεγόμενο σύρμα, το κούρεμα, το μαρτύριο της πέτρας, γνωστό ήδη από το Γ’ ΕΤΟ και το Β’ ΕΤΟ. Το μαρτύριο της ζέστης χωρίς καπέλο και χωρίς δέντρο το καλοκαίρι, το άθλιο συσσίτιο με το ελάχιστο νερό.
makronissos-1
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ

Του Μίμη Βρονταμίτη, καπετάνιου του καϊκιού
«Εζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. Ο στρατός μας με είχε επιταγμένο με το καΐκι μου «Αγιος Νικόλαος», επί μισθώ, οκτώ χιλιάδες δραχμές το μήνα. Κουβαλούσα από το Λαύριο πέρα στη Μακρόνησο φαντάρους, πολιτικούς υπόδικους, νερό σε βαρέλια και άλλα.
Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. Στο Γ’ Τάγμα φόρτωνα τους νεκρούς φαντάρους, που τους εξέταζε ο γιατρός Μαλάμης, κι έγραφε στο πιστοποιητικό θανάτου, τη λέξη «νεκρός». Ητανε δίπλα στο γιατρό Μαλάμη κι άλλοι δύο γιατροί.

Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι Αλφαμίτες, Χούμης και Δήμητρας, Λαγός. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους.
Λέω στον Σκαλούμπακα: «Το καΐκι δε σηκώνει τόσο πράμα, είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι». Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να ‘κανα; Το πιστόλι σε παγώνει…
Ανοιγόμασταν τη νύχτα στον Κάβο Ντόρο. Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. 
Οι νεκροί όλοι – όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν – έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου».
Ο μακρονησιώτης Διονύσης Γεωργάτος στο βιβλίο του «Μακρόνησος ιστορικός τόπος» περιγράφει:
«Ο λαός μας έζησε τη Μακρόνησο. Οι πνευματικοί μας άνθρωποι, πολλοί εξ αυτών Μακρονησιώτες, με τα έργα τους, σκιαγράφησαν το κάτεργο της Μακρονήσου και λίγο πολύ γνωρίζουμε την πραγματικότητα.
Η Διεύθυνση ΒΧΙ /ΓΕΣ από τις αρχές του 1948 σχεδιάζει δολοφονικό χτύπημα για να σπάσει την αντίσταση του Α’ Τάγματος στα σχέδιά της.

Στις πρώτες μέρες του Γενάρη ο διοικητής μας Κωνσταντόπουλος γύρισε από την Αθήνα. Είχε ασφαλώς συζητήσεις, οδηγίες και διαταγές από τov στρατοπεδάρχη Μπαϊρακτάρη. Ήταν συνεχώς ανήσυχος, εκνευρισμένος. Έκανε παντού προσωπική επιθεώρηση, συζητήσεις με τους διοικητές των λόχων του Τάγματος. Την ημέρα των Θεοφανίων κάλεσε συγκέντρωση του Τάγματος για να μας μιλήσει. Η συγκέντρωση έγινε περίπου στις 11 το πρωί και με τρέμουλο της φωνής του μας είπε, περίπου τα εξής: «Η Διοίκηση έχει πληροφορίες ότι σκοπεύετε να αφοπλίσετε την Αστυνομία Μονάδας και το Λόχο Διοικήσεως και να μας κτυπήσετε…. Οι λόφοι, όμως, αυτοί και τα γύρω φυλάκια και οι δυνάμεις που τα φρουρούν, διοικούνται από γενναίους αξιωματικούς και δε θα παραδοθούν. Αλλά επιτέλους, δε θα βρεθούν μεταξύ σας μερικοί σώφρονες για να συγκρατήσουν αυτούς τους παράφρονες; Προσέξετε, γιατί πολλά κεφάλια που βλέπω τώρα, φοβούμαι ότι αργότερα δε θα τα, βλέπω. Το κράτος είναι δυνατό και κάθε απόπειρα θα τη συντρίψει…».

Ο Κωνσταντόπουλος πολύ σύντομα αντικαταστάθηκε. Αρχισε να οργανώνεται η τρομοκρατία, την οποία οι σκαπανείς ατομικά και ομαδικά, με σθένος την αντιμετώπιζαν. Διοικητής ήρθε στην αρχή ο ταγματάρχης Καραμπέκιος, ο οποίος σταμάτησε κάθε προσπάθεια βίας και τρομοκρατίας. Αντικαταστάθηκε κι αυτός στα μέσα του Φλεβάρη από το λοχαγό Αντώνη Βασιλόπουλο, συνεργάτη του Μπαϊρακτάρη στη Μέση Ανατολή, με τα εκεί γνωστά γεγονότα στο στρατό. Εντάθηκε αμέσως νέο κύμα τρομοκρατίας, βασανισμοί στο πειθαρχείο, ιδιαίτερα τις τελευταίες μέρες του Φλεβάρη

Η πρώτη μέρα της σφαγής, Κυριακή 29-2-1948

Του Νίκου Παπανδρέου«Πρωινή αναφορά πήρε ο υπασπιστής του Τάγματος υπολοχαγός Καστρίτσης. Αμέσως μετά διέταξε το Τάγμα να κατευθυνθεί συντεταγμένο προς το αμφιθέατρο. Ανάμεσά μας τριγυρίζει ο ανθυπολοχαγός Καρδάρας που έλεγε: «Σήμερα θα μιλήσει ο Χριστός με το πιστόλι». Ολοι βάλαμε τα γέλια, γιατί όλοι ξέραμε πως ο άνθρωπος αυτός είχε κάποια σημάδια παρανόησης. Επειδή, όμως, ήταν Κυριακή δεν αποκλείσαμε να έρθει κάποιος παπάς από το Λαύριο ή την Αθήνα για λειτουργία και κήρυγμα, όπως είπε και κάποια άλλη φορά”.
Του Νίκου Μανδράκου
«Το ντουφεκίδι κράτησε δευτερόλεπτα. Δημιουργήθηκε πανδαιμόνιο. Η μεγαλύτερη μάζα των εξορίστων δεν είχε αντιληφθεί την ωμή πραγματικότητα. Νόμιζε πως οι πυροβολισμοί είχαν στόχο τον αέρα. Δε σημειώθηκε φυσικά καμία απολύτως αιτία, ανωμαλία ή αφορμή, για να θερίσουν οι σφαίρες τους φιλήσυχους σκαπανείς.
Η μικρότερη μάζα, γύρω στους δύο χιλιάδες άνδρες, που βρέθηκαν στην πλαγιά του θεάτρου δέχτηκε τα πυρά. Είδε να σωριάζονται αιμόφυρτα παλικάρια δίπλα της και συνειδητοποίησε από την πρώτη στιγμή πως πρόκειται για δολοφονία.
Εξαλλοι και αναστατωμένοι σηκώθηκαν όρθιοι κι άρχισαν να φωνάζουν:«Αίσχος… Ντροπή σας… Δολοφόνοι… εγκληματίες… δειλοί… γιατί μας σκοτώνετε;…».
Μερικοί, ενεργώντας αμήχανα, σύρθηκαν προς το βάθος της χαράδρας. Οι περισσότεροι, όμως, αντιμετώπισαν το απαίσιο έγκλημα με ψυχραιμία και αποφασιστικά. Στάθηκαν όρθιοι και βλέποντας τους δολοφόνους (περίπου εκατό μέτρα τους χώριζαν), το Λόχο Ασφαλείας, φώναζαν τις λέξεις που προαναφέραμε. Αλλοι μούντζωναν, αναθεμάτιζαν και άλλοι άνοιγαν τα χιτώνια τους καλώντας τους δολοφόνους να ρίξουν τις σφαίρες τους στα γυμνά στήθη τους.
Η μεγάλη, όμως, αναστάτωση προξενήθηκε ύστερα από λίγο. Την προκάλεσε το αίμα, το οποίο θολώνει το μυαλό του ανθρώπου, τον κακιώνει, τον εξοργίζει, τον δυναμιτίζει. Οι κρατούμενοι που ήταν στο θέατρο σχημάτισαν με τις παλάμες τους (αριστερά – δεξιά) φορεία. Τοποθέτησαν ευλαβικά τα θύματα και σιγά – σιγά κατηφόρισαν στο γήπεδο.
Πέντε νεκροί και πολλοί τραυματίες. Ολοι με πυροβόλα και όπλα. Από τους τραυματίες καμιά εικοσαριά βαριά. Αλλοι με τραύματα στο θώρακα, στο κεφάλι, στα χέρια, στα πόδια. Το αίμα έτρεχε αστείρευτο. Βογκούσαν απ’ τους πόνους. Οι επικλήσεις «Αχ! μανούλα μου» σου σπάραζαν την καρδιά».
Του Γιώργου Ραφαηλίδη
«Δίπλα μου, ο παλιός μου φίλος ο Βέργος ο Σιβρής. Κουβέντιαζε, είχαμε κέφι, χαρούμενος μου έλεγε πως την προηγούμενη μέρα του δόθηκε για λόγους υγείας απαλλαγή στρατού, δείχνοντας και το απολυτήριό του. Αλλά, λόγω μεγάλης τρικυμίας, δεν έφυγε, περιμένοντας τώρα ώρα την ώρα να καλμάρει η θάλασσα, για να σαλπάρει καΐκι. Ο Βέργος Σιβρής, πλημμυρισμένος από χαρά, μου μιλούσε για τη στιγμή που θα αγκάλιαζε τα παιδιά του κι αράδιαζε χίλια όνειρα για ζωή.
Είχαμε πια φτάσει στο θέατρο. Ξαφνικά ακούσαμε ριπές αυτομάτων και την ίδια στιγμή βλέπω το Βέργο Σιβρή να κυλιέται κάτου, βγάζοντας ένα πνιχτό «οχ».
Σαν τρελός σκύβω και τον αγκαλιάζω. Είχε δεχτεί μια σφαίρα στα μυαλά κι έτρεχε αίμα. Ηταν νεκρός. Και το βλέμμα έμενε συγκλονισμένο, σα να ρωτούσε: Γιατί με σκοτώνετε;»
Του Παναγιώτη Καφετζή
«Κάθισα στο χώμα και σιγοκουβέντιαζα με συναδέλφους. Ξαφνικά έπεσαν απανωτές ριπές από αυτόματα όπλα. Εγινε πανικός. Σε μια στιγμή ένιωσα ένα κάρβουνο αναμμένο και να καίει στο στόμα και στο αυτί μου. Επεσα κάτω. Επεσα σε αφασία».
Του Βάσου Σαλιάρη
«Εμάς τους δέκα τραυματίες μάς κατέβασαν στην παραλία. Το κύμα, όμως, σάρωνε και μες στη θεομηνία κανένας καπετάνιος καϊκιού δεν αποτολμούσε να μας περάσει στο Λαύριο. Αγωνία, τι θα απογίνουμε, και οι τραυματίες να βογκούν και να αιμορραγούν. Τότε ένα άφοβο παλικάρι, ο καπετάνιος Μίμης, το αποφάσισε, μας έβαλε στο αμπάρι και ξεκίνησε. Ο καπετάνιος για χάρη μας έπαιξε τη ζωή του κορόνα – γράμματα.
Μαζί μας συνοδοί δύο γιατροί, ο ανθυπολοχαγός Λεωνίδας Γεωργιλάκος και ο στρατιώτης Πριοβόλος. Η θάλασσα σφόδρα τρικυμισμένη και έτοιμη να μας καταπιεί. Ο καπετάν Μίμης, όμως, σωστός θαλασσόλυκος, κρατούσε γερά το τιμόνι. Εμείς σταυροκοπιόμαστε. Οι γιατροί σφουγγίζουν τις πληγές μας.
Με τα πολλά ο Καπετάν Μίμης μάς πέρασε στο Λαύριο. Είχαμε για την ώρα σωθεί».
makronisos-4
Η Δεύτερη μέρα της σφαγής, Δευτέρα 1-3-1948

Του Διονύση Γεωργάτου
«Η ώρα είναι περίπου 11. Από τα μεγάφωνα του περιπολικού, που πλέει δίπλα στους βράχους, ακούμε: «Προσοχή – Προσοχή». Και ύστερα από δύο με τρία λεπτά: «Προσοχή – Προσοχή. Στρατιώται του Α’ Τάγματος. Σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης».
Το πολεμικό προχωρεί, περνούν πάλι δύο τρία λεπτά. Σφυρίζει και τα μεγάφωνα επαναλαμβάνουν και συνεχίζουν: «Στρατιώται του Α’ Τάγματος, εκάματε μιαν απερισκεψία. Ολίγα καθάρματα κομμουνισταί σας παρέσυραν σε στάσιν κατά της Πατρίδος. Οσοι από εσάς δε συμφωνούν με τους δολοφόνους, οι οποίοι εδημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα, διαχωρίστε τας ευθύνας σας και συγκεντρωθείτε εις τον 7ον Λόχον. Το κράτος δεν μπορεί να υποχωρήσει».
Ολοι σχεδόν οι στρατιώτες, από όλους τους λόχους του στρατοπέδου, βγήκαν έξω απ’ τις σκηνές τους. Μερικοί ρωτούν τι είπε το μεγάφωνο; «Δεν άκουσες συνάδελφε. Εμείς λέει, κάναμε στάση, εμείς είμαστε δολοφόνοι». Οσοι ήταν έξω απ’ τις σκηνές φωνάζουν. «Αίσχος. Αίσχος. Δολοφόνοι. Φασίστες». Σηκώνουν τα χέρια και ομαδικά μουντζώνουν με κατεύθυνση το πολεμικό.(…)
Το περιπολικό, κατά μικρά διαστήματα, απομακρύνεται από την ακτή, για να επανέλθει με νέες οδηγίες και συμβουλές.«Στρατιώται, το κράτος δεν μπορεί να υποχωρήσει. Θα επιβάλει τον νόμον. Θα τιμωρήσει διά τη στάσιν τους υπαίτιους. Εγκαταλείψετε τους κομμουνιστάς και μεταμεληθείτε. Η πατρίς θα σας συγχωρέσει…».
Αυτή η δραστηριότητα για κάμποση ώρα του πολεμικού είναι, για να μας τσακίσει τα νεύρα και να δημιουργήσει μέσα στους συναδέλφους μας το κλίμα της υποταγής και της ντροπής, να περάσουμε τη διαχωριστική γραμμή, να εγκαταλείψουμε και να απαρνηθούμε τους νεκρούς μας, που τιμητικά περιφρουρούσαμε στη σκηνή τους, να πάμε στη χαράδρα του 7ου Λόχου, δίπλα από το Λόχο Διοίκησης και να υπογράψουμε εκεί τις δηλώσεις μετανοίας, επειδή πολεμήσαμε στην Αντίσταση τους κατακτητές και επειδή από «απερισκεψία» χθες κάναμε τάχα στάση στο στρατόπεδο.
Ολο το Τάγμα διαισθάνεται τι πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να ξεσπάσει. Ακούει από τα μεγάφωνα του πολεμικού, βλέπει τις πολεμικές προετοιμασίες που γίνονται στο γήπεδο, οσμίζεται τη θύελλα που έρχεται. Με σφιγμένη όμως την καρδιά και καθαρή τη συνείδησή του στέκει όρθιο και περιμένει. Δε λυγίζει.
Αυτή είναι μια πραγματικά πατριωτική στάση του καθένα μας απέναντι στην ιστορία της χώρας μας. Δεν είναι δυνατό να προδώσει κανείς τα ιδανικά και τον αγώνα του λαού μας, τους νεκρούς και τους τραυματίες της χθεσινής μέρας. Οσο κι αν νιώθει το θάνατο να τον περικυκλώνει, προτιμά να παλέψει μαζί του, έστω κι αν κάποια σφαίρα τον περιμένει από λεπτό σε λεπτό. Εχει αποφασίσει χίλιες φορές να σκοτωθεί, παρά να υποκύψει στις διαταγές του Μπαϊρακτάρη και να προδώσει τη συνείδησή του, το συνάδελφό του, το λαό του.
Αυτές οι σκέψεις διαβάζονται μέσα από τα μάτια των συντρόφων μας. Κανείς δεν κινείται προς τον 7ο Λόχο. Το Α’ Τάγμα αυτοπειθαρχημένο, μετρά τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής τους».
Του Τάκη Παπανικόλαου
«Ημουνα αντιγραφέας της ημερήσιας διαταγής του Α’ Τάγματος Σκαπανέων. Τη δεύτερη μέρα των γεγονότων βρισκόμουν στο γραφείο (σκηνή) του 1ου Λόχου. Οι φαντάροι μέσα στις σκηνές τους συνέχιζαν την απεργία (αποχή συσσιτίου). Εκδηλώθηκε επίθεση με όπλα εναντίον μας. Είχανε φέρει από το Γ’ Τάγμα επίλεκτους και μας χτυπούσαν. Κόλαση πυρός. Σειόταν το νησί. Οι φαντάροι αντίκριζαν το χάρο και μέσα στην αναστάτωσή τους κατευθύνονταν προς τα μαγειρεία. Μπροστά μου κι όξω από το γραφείο του 1ου Λόχου έπεσαν τραυματισμένοι θανάσιμα δύο φαντάροι. Ταραγμένος προσπάθησα να τους προσφέρω κάποια βοήθεια, μα ξεψύχησαν στα χέρια μου».
Του Δημήτρη Διαμαντή
«Βλέπω ξαφνικά το φίλο μου τον κιθαρίστα το Θεσσαλονικιό, τον Αμυράλη Βενιζέλο, μέσα σε κείνο το καμίνι να στέκεται όρθιος. Ηταν μπλεγμένος ανάμεσα σε δυο σκηνές και γραδωμένος σε κάτι τριχιές. Βάζω δυνατή φωνή: «Βενιζέλο, σκύψε θα σε βρει βόλι». Μα ο Βενιζέλος δεν αποκρίθηκε, έμεινε ολόρθος, έτσι όπως σ’ άλλες εποχές, όταν έπαιζε κιθάρα και μας τραγουδούσε. Με τρόπο τον ζύγωσα. Πάγωσα. Ηταν νεκρός κι απ’ το λαρύγγι του έτρεχε αίμα».
Του Χρυσόστομου Μαυρίδη
«Μέσα σε κείνη την κόλαση της φωτιάς μαζί με δυο άλλους στρατιώτες κουβαλούσαμε στο ιατρείο του στρατοπέδου έναν τραυματία με σπασμένα από ριπή πόδια. Στο ιατρείο ένας νεαρός γιατρός, αντί να δίνει τις πρώτες βοήθειες στους τραυματισμένους, που έβλεπε δίπλα του, είχε ξεσπάσει σ’ ένα απαρηγόρητο κλάμα. Πήρα μόνος μου ένα λευκό επίδεσμο και τον έδεσα περιβραχιόνιο. Το ίδιο έκανα και στους άλλους, που ήταν δίπλα μου. Αυτοανακηρυχθήκαμε τραυματιοφορείς εκεί δα.
Ενας εθνοφρουρός από την Κοκκινιά ξαπλωμένος στο χώμα σπαρταρούσε σαν ψάρι.
Μπροστά μου ένας σκοτωμένος, που η σφαίρα τον βρήκε στο κεφάλι και του είχε σπάσει το κρανίο. Τα μυαλά του είχαν χυθεί απέξω, όπως το αυγό, που σπάει στο βράσιμο και είχαν ανακατωθεί με αίμα και χώμα.
Πόσους τραυματίες κουβαλήσαμε; Πόσους σκοτωμένους; Πόσα αυτοκίνητα φορτώσαμε; Μέσα μου όλα ήταν ανάκατα, μηχανικά φόρτωνα τ’ αυτοκίνητα, που γιόμιζαν νεκρούς. Ημουν βουτηγμένος στα αίματα κι έτρεμα ολόκληρος».
Του Γεράσιμου Λογαρά
«Στην ακρογιαλιά γινόταν πανζουρλισμός. Τα πυρά έφτιαχναν ομπρέλα πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Δίπλα μου έπεφταν αράδα νεκροί, αράδα τραυματισμένοι. Φωνές απελπισίας. Βλέπω ένα φανταράκι, τον Κρητικό Νικητάκη, απ’ την αγωνία του να κόβει τις φλέβες του. Πολλοί, πάρα πολλοί, έπεφταν στη θάλασσα και μαζί μ’ αυτούς κι ο φίλος μου, ο Καλύμνιος Νικόλαος Φωκάς. Ανεβοκατέβαινε μες στο νερό, σιγοπνιγόταν. Τρελός από αγωνία και τα διασταυρωμένα πυρά απ’ το πολεμικό, βούτηξα αγνοώντας τα όλα κι άρπαξα απ’ τα μαλλιά τον Φωκά, σέρνοντάς τον όξω μισοπεθαμένο».





makronisos-10
Αριστεροί Λευκαδίτες στρατιώτες και ναύτες στο «σύρμα» της Μακρονήσου, 1948. Στο μέσον, με τα ναυτικά, ο Απόστολος Σάντας |https://enthemata.wordpress.com 


Tου Διονύση Γεωργάτου
«Οι ριπές απ’ όλα τα μέτωπα έχουν για μια στιγμή κάπως ελαττωθεί. Οι τραυματιοφορείς έχουν πυκνώσει, φορούν περιβραχιόνια, περιφέρονται μέσα και πίσω από τους ένοπλους και μαγκουροφόρους και μεταφέρουν τους τραυματίες στο αναρρωτήριο και στα μετόπισθεν, όπου οι γιατροί και οι νοσοκόμοι της διοίκησης και των λόχων τούς προσφέρουν κάποια βοήθεια.
Πάνω από το λιμάνι και προς τον 3ο Λόχο που έχει εκκενωθεί από το μεσημέρι της Κυριακής, υπάρχει τώρα σχετική ηρεμία. Ακόμα αυτή η περιοχή που οδηγεί προς τον 7ο Λόχο δεν έχει χτυπηθεί. Οι εκεί φρουρές δε χρησιμοποιούν τα όπλα τους. Ο ρόλος τους είναι προς τα εκεί να μην υποχωρήσουμε και να βρεθούμε τελικά σ’ ένα διάδρομο με διέξοδο προς τον 7ο Λόχο, που μας καλούσε η διαταγή να πάμε.
Η ώρα θα είναι περασμένες δύο. Είμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο, χωρίς καμιά σχεδόν κάλυψη. Η σκέψη του καθενός μας έχει πάψει να λειτουργεί. Ο καθένας μας περιμένει τη δική του σειρά, να τον πάρει μια σφαίρα. Δεν έχει άλλη λύση.
Σε μια στιγμή, όμως, καθώς οι ριπές των όπλων έχουν κάπως κοπάσει, μια φωνή δυνατή, κρυστάλλινη από κάποιον όρθιο σκαπανέα, ακούγεται: «Συνάδελφοι, όλοι όρθιοι να ψάλλουμε τον Εθνικό μας Υμνο».
Το κόκκινο τάγμα, όλοι όρθιοι σε θέση προσοχής, όρθιοι και οι τραυματίες, όσοι μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, αρχίζουν να ψάλλουν καθαρά και με όλη τη δύναμη της φωνής τους τον Εθνικό Υμνο.
«Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή…
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά…
Χαίρε, ω χαίρε Λευτεριά».
Αυτή είναι η κορυφαία στιγμή της ιστορίας της Μακρονήσου. Οι βασανιστές αξιωματικοί Σκαλούμπακας, Μπαρούχος, Σφακιανός και λοιποί αιφνιδιάζονται, τα χάνουν. Οι περισσότεροι οπλοφόροι σταματούν κι αυτοί τα πυρά. Ισως μερικά απ’ αυτά τα παιδιά να στάθηκαν και σε θέση προσοχής.
Και στ’ αλήθεια, πόσα από δαύτα διέταξαν να μας χτυπούν με τα όπλα και να μας σκοτώνουν επί τρεις ώρες, δεν έριχναν κρυφά στον αέρα!»
Του Παντελή Παντελέοντα
«Μακελειό στο Α΄ Τάγμα. Μονάχα ένας Ντοστογιέφσκι μπορεί να τα καταγράψει. Μπουσουλώντας έφτασα στον 7ο Λόχο κατά τις πέντε η ώρα… Τραγική κατάσταση… Προμηνυόταν νέα θύελλα. Πλησίασα τον ανθυπολοχαγό Μαργέτη, υπεύθυνο του Α2 Γραφείου, που έπαιζε μεγάλο ρόλο… και καθώς ήμουν αναμμένος και εκτός εαυτού, τον αρπάζω απ’ τα πέτα και του λέω: «Εάν χυθεί νέο αίμα θα είσαι υπεύθυνος εσύ».
Ευθύς μ’ άρπαξαν και πέντε και δέκα Αλφαμίτες και με βαρούσαν. Δίπλα μου ήταν ο Πότης Παρασκευόπουλος. Μ’ έσπασαν στο ξύλο. Εχασα τις αισθήσεις μου…
Μετά πέντε μέρες συνήλθα και βρισκόμουν στο αναρρωτήριο της ΣΦΑ. Είδα δίπλα μου τραυματισμένους τον Ηλία Ντότσικα από το Μεσολόγγι, δικηγόρο, τον Κώστα Σιαπέρα, απ’ τη Θεσσαλονίκη, και τον Νίκο Μομφεράτο, δημοσιογράφο».
Του γιατρού Λεωνίδα Γεωργιλάκου
«Την άλλη μέρα, Δευτέρα 1η Μάρτη, εκεί στο Γ’ Τάγμα ακούγαμε τις συνεχείς ομοβροντίες όπλων και οπλοπολυβόλων, κλεισμένοι μέσα στις σκηνές. Ολοι μας και οι στρατιώτες, που ήσαν κοντά μας, σκεφτόμασταν και συζητούσαμε για το σκοτωμό των παιδιών που γινόταν στο Α΄ Τάγμα.
Την Τρίτη το πρωί πήγα στο Α΄ Τάγμα. Ο διοικητής Βασιλόπουλος μαζί με τον ανθυπολοχαγό της Στρατολογίας Αλιμπράντη μας κάλεσε και έδωσε εντολή να πάμε στο Γ’ Τάγμα, στο διοικητή Σκαλούμπακα, να διαπιστώσουμε το θάνατο στρατιωτών και να συντάξουμε και υπογράψουμε το πρωτόκολλο θανάτου τους. Μας ζήτησε άκρα εχεμύθεια, επαναλαμβάνοντας και τονίζοντας σε μας αυτή την υποχρέωση.
Στο Γ’ Τάγμα ο Σκαλούμπακας μας διέθεσε Αλφαμίτες που μας οδήγησαν στο καΐκι, που ήταν στοιβαγμένα πτώματα στρατιωτών. Ηταν ένα τρομερό θέαμα.
Οι Αλφαμίτες μας φέρνανε έναν – έναν τους νεκρούς και διαπιστώναμε το θάνατό τους και την ταυτότητά τους. Σε συνέχεια μας έφεραν νεκρούς, που είχαν σε μεγάλες σκηνές. Καταμετρήσαμε 180 νεκρούς στρατιώτες.
Μετά την καταμέτρηση οι Αλφαμίτες παίρνανε τα πτώματα και τα τοποθετούσαν στοιβαγμένα στο καΐκι. Ο Σκαλούμπακας συνεχώς παρακολουθούσε από κοντά όλη αυτή τη διαδικασία.
Φτιάξαμε την κατάσταση – πρωτόκολλο θανάτου των στρατιωτών, το υπογράψαμε και το απόγευμα, που γυρίσαμε στο Α΄ Τάγμα, το παραδώσαμε στο διοικητή μας Βασιλόπουλο. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η προσωπική μου οδυνηρή εμπειρία για τη σφαγή στο ΑΕΤΟ».
Του Θεόδωρου Κατριβάνου
«Είχα ανοίξει γραφείο και δικηγορούσα στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου 6, τρίτος όροφος. Ενα απόγευμα προς βράδυ ακούω ένα νευρικό δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Βλέπω να μπαίνει μέσα ένας καταβεβλημένος, λικνιστός ηλικιωμένος με πολιτικά.
Τον αναγνώρισα αμέσως – μα πριν προλάβω να του το πω, αυτοσυστήνεται:
«Είμαι ο Κωνσταντόπουλος, ο «βασανιστής» σας. Με θυμάσαι;»
Στο μεταξύ είχα σηκωθεί με συγκίνηση και σπεύδω να του σφίξω το χέρι.
«Κανείς δε σας ξεχνάει, κύριε Συνταγματάρχα. Και ούτε βασανιστής είσθε. Χαίρομαι, που σας ξαναβλέπω, και σας παρακαλώ να καθίσετε».
Και παραγγέλνω έναν καφέ σκέτο, όπως ήξερα πως τον έπινε.
Έπεσε κουρασμένος σε μια πολυθρόνα. Τον κοίταξα. Ηταν έντονα καταβεβλημένος, πολύ άρρωστος. Με τα πολιτικά φαινόταν πιο έντονα η αρρώστια του.
«Ήθελα από καιρό να σε συναντήσω», συνέχισε. «Πάντοτε σε εκτιμούσα όπως και όλους σας, γιατί είσαστε παλικάρια. Ηθελα να εξηγηθώ μαζί σας και σε σένα ιδιαίτερα, γιατί σου είχα φερθεί άσχημα στην Γούρα. Δεν το γνώριζα. Μα ο σκοπός, που ήρθα, είναι άλλος, πιο σοβαρός».
«Θα θυμάσαι. Ήμουν Διοικητής του Α΄ Τάγματος Σκαπανέων και στη Μακρόνησο.
Λίγες μέρες πριν γίνουν τα φοβερά επεισόδια της σφαγής των κρατουμένων, με κάλεσε ο συνταγματάρχης, ο Μπαϊρακτάρης, και μου ζήτησε να στήσουμε παγίδα, για να χτυπηθούν οι κρατούμενοι. Έγινα έξω φρενών. Του απάντησα ότι δολοφόνος δε γίνομαι. Είμαι στρατιώτης και δεν κάνω αυτήν την ατιμία και μάλιστα σε Ελληνόπουλα. Παραιτούμαι αυτήν τη στιγμή, του απάντησα. Και αμέσως εγκατέλειψα το γραφείο του.
Πήγα στην έδρα μου. Μάζεψα τα πράγματα μου και ύστερα από λίγες μέρες έφυγα. Ο αντικαταστάτης μου ήρθε το ίδιο βράδυ.
Αυτά να τα γνωρίζετε υπεύθυνα. Τη δολοφονία τόσων παιδιών την οργάνωσε ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης μαζί με τους σκοτεινούς, που κυβερνούσαν τον στρατό μας την εποχή εκείνη. Πήρε μέρος και ο ίδιος αυτοπροσώπως, χτυπώντας από τη θάλασσα με πολυβόλα. Σκοπός τους ήταν να σας τρομοκρατήσουν, για να μπορέσουν στη συνέχεια να στρατολογήσουν από σας, όσους φοβηθούν, για να δημιουργήσουν το περίφημο τάγμα από τη Μακρόνησο, που το έστειλαν να πολεμήσει τους αντάρτες.
Έχω και άλλα να σου πω, έχω και γραπτά στοιχεία. Ελπίζω να είμαι καλά, να τα φέρω και να τα ξαναπούμε».
Σηκώθηκε με δυσκολία. Σηκώθηκα και εγώ. Σφίξαμε τα χέρια. Σχεδόν αγκαλιαστήκαμε.
Δεν τον ξαναείδα… Πέθανε από την επάρατη σε λίγες βδομάδες.
Τα κείμενα αντλήθηκαν από παλαιότερη ανάρτηση στο indymedia | Φωτό απο ανάρτηση του Σάκη Γαλιγάλη στο http://www.other-side.gr μέσω inred.gr

{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger