Αρχική » » Αυτολογοκριμένη μνήμη - Η στρατηγική της λήθης

Αυτολογοκριμένη μνήμη - Η στρατηγική της λήθης

{[['']]}
Όλα αυτά αφορούσαν, όμως, αποκλειστικά και μόνο «τεχνικές» ρυθμίσεις αυτής της αποκατάστασης, ο οποίες διεκπεραιώθηκαν λίγο πολύ αθόρυβα. Γιατί, στο επίπεδο της επίσημης κρατικής ιδεολογίας, τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά.

Ακόμα και στις πιο αμιγώς εθνικόφρονες εκδοχές του, το μετεμφυλιακό κράτος αντλούσε την πολιτική νομιμοποίησή του από τις εξόριστες κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής (και τις δεξιές οργανώσεις της Αντίστασης) -και όχι από τη δωσίλογη «Ελληνική Πολιτεία» της κατοχικής Αθήνας, η ηγεσία της οποίας καταδικάστηκε από το Ειδικό Δικαστήριο ως ένοχη εσχάτης προδοσίας.
Το σχήμα αυτό υιοθέτησε η Βουλή του 1946 με το Ζ' Ψήφισμα 1 κι ακολουθούν χωρίς αποκλίσεις οι πανηγυρικοί των εθνικών επετείων, όσα σχολικά βιβλία φτάνουν μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα 2, ακόμη και οριακές στρατευμένες αφηγήσεις όπως η χουντική έκθεση της «Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων» (1968).

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η ενσωμάτωση του δωσιλογισμού -και ιδιαίτερα της ένοπλης εκδοχής του- στο μεταπολεμικό κράτος έγινε αντιληπτή σαν μια ανομολόγητη λειτουργική αναγκαιότητα, μια σιωπηλή άφεση αμαρτιών για την οποία καλύτερα θα ήταν να μην μιλάει κανείς δημόσια. Σε εποχές παρασυντάγματος και παρακράτους, η διπλή ανάγνωση της πρόσφατης Ιστορίας ήταν -άλλωστε- κάτι το αναμενόμενο.

Αυτή η ιδιότυπη σιωπή ήταν ιδιαίτερα καταθλιπτική όσον αφορά τα Τάγματα Ασφαλείας και την κατοχική δράση τους. Αποκαλυπτική είναι η παντελής απουσία των τελευταίων από τις 63 συνολικά ταινίες μεγάλου μήκους του προδικτατορικού κινηματογράφου που αναφέρονται στην Κατοχή 3. Ακόμη και το θαυμάσιο «Μπλόκο» του Άδωνι Κύρου (1965), η μοναδική ταινία που τόλμησε να βγάλει στο πανί όχι μόνο τον αγώνα του αθηναϊκού ΕΛΑΣ αλλά και την πάλη γραμμών στο εσωτερικό του ΕΑΜ, θα αποφύγει έτσι διακριτικά οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη των «ευζώνων» και τη δράση τους στο πλευρό των κατοχικών στρατευμάτων.

Μοναδική εξαίρεση θα αποτελέσουν δυο ταινίες μικρού μήκους, που γυρίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και οι οποίες επιβεβαιώνουν ωστόσο -με τον τρόπο τους- τον κανόνα, καθώς προτίμησαν να εστιάσουν σε απόκεντρες εκδοχές παρά στην καρδιά του θέματος: οι «100 ώρες του Μάη» των Θεού και Λαμπρινού (1963), ντοκιμαντέρ με θέμα την δολοφονία του Λαμπράκη κι αναλυτικές αναφορές στην περίπτωση του Φον Γιοσμά, και οι «Περιπτώσεις του όχι» των Αυγερινού και Παπαστάθη (1965), που αποτυπώνουν συμβολικά τη μεταμφίεση του γερμανοντυμένου δωσίλογου σε καθημερινό εθνικόφρονα πολίτη. Όπως ήταν αναμενόμενο, η δημόσια προβολή της πρώτης απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία, ενώ της δεύτερης περιορίστηκε αντικειμενικά σ’ ένα ειδικό κοινό (φοιτητικές λέσχες, κλπ) 4.

Οι επανενταγμένοι ταγματασφαλίτες βρέθηκαν, έτσι, εξαναγκασμένοι σε μια ιδιότυπη αυτολογοκρισία της κατοχικής τους στάσης και δράσης. Ο μόνος δρόμος που τους έμεινε ανοικτός, προκειμένου να χωρέσουν στην κυρίαρχη αφήγηση, ήταν αυτός των θυμάτων του κοινού εχθρού.
Μ’ αυτή την προμετωπίδα θα επιχειρήσουν να εισβάλουν στο προσκήνιο μετά το 1958, όταν η εκλογική άνοδος της ΕΔΑ θα οδηγήσει την «αφανή» καθοδηγητική επιτροπή του καραμανλικού παρακράτους να ξανακαταφύγει στις υπηρεσίες τους: «Σύνδεσμος Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως» είναι π.χ. ο τίτλος της οργάνωσης του Φον Γιοσμά, που -μεταξύ άλλων- διεκδικεί και τη δημόσια «αναγνώρισιν και αξίοποίησιν του διεξαχθέντος κατά την γερμανικήν κατοχήν αντικομμουνιστικού αγώνος» -χωρίς πλεονάζουσες, φυσικά, επεξηγήσεις 5.

Ακόμη και τότε, ωστόσο, οι μνήμες των επιζώντων θα εξακολουθήσουν να πλανιούνται σαν σκιά πάνω από τις ψευδώνυμες αυτές προσπάθειες. Με αποτέλεσμα, η ολοκληρωτική τους αποκατάσταση να σκοντάφτει σε όλο εκείνο το πλέγμα παραγόντων (εθνικόφρονες αντιστασιακοί, στελέχη της εξόριστης κυβέρνησης, αγγλοσάξονες σύμμαχοι) που επέτρεψαν μεν τη διάσωση και «τεχνική» αξιοποίηση των ταγματασφαλιτών, δεν ήταν όμως καθόλου διατεθειμένοι να τους επιτρέψουν την παραμικρή αμφισβήτηση της νομιμότητας του αντιχιτλερικού αγώνα.

Τρία παραδείγματα αρκούν, κατά τη γνώμη μου, για τη σκιαγράφηση αυτών των ισορροπιών και ορίων.

Το πρώτο παράδειγμα είναι η τύχη της πρώτης επίσημης απόπειρας για την πολιτική αποκατάσταση του συνταγματάρχη Διονυσίου Παπαδόγκωνα. Ο τελευταίος είχε σκοτωθεί από αδέσποτη σφαίρα στη διάρκεια των Δεκεμβριανών (7.12.44), κατά την επίθεση του ΕΛΑΣ στις φυλακές Αβέρωφ, όπου παρέμενε ως υπόδικος.
Με διάταγμα του πρωθυπουργού και υπουργού Στρατιωτικών Πέτρου Βούλγαρη, στις 13 Ιουλίου 1945, του απονεμήθηκε μετά θάνατον ο βαθμός του υποστράτηγου. Ως δικαιολογητική βάση της ηθικής αυτής αμοιβής, χρησιμοποιήθηκαν τρία σχετικά νομοθετήματα της κυβέρνησης Ράλλη (926/1943, 1362/1943 και 1792/1944). Αν και δεν ήταν ο μόνος εκλιπών ταγματασφαλίτης που τιμήθηκε με το συγκεκριμένο διάταγμα 6, η περίπτωσή του θεωρήθηκε ωστόσο υπερβολικά χτυπητή, ακόμη και για τα δεδομένα της εποχής.

Φιλελεύθερες εφημερίδες όπως η «Ελευθερία» ή «Το Βήμα» υποδέχθηκαν την είδηση με τη διαπίστωση πως «η κυβέρνησις τιμά, τους εθνοπροδότας» κι έκαναν λόγο για «εσχάτη ηθικήν κατάπτωσιν και αποθέωσιν του πνεύματος της εθνικής προδοσίας», υπενθυμίζοντας ότι ο τιμώμενος συνταγματάρχης, «είχεν ανακηρυχθή ονομαστικώς υπό της ελληνικής κυβερνήσεως εγκληματίας πολέμου και συνεργάτης των Γερμανών», ότι υπήρξε «εγκληματίας πολέμου και συνεργάτης των Γερμανών», «λυσσώδες όργανον του εχθρού», «ένα άτομον το οποίον είχε προσωποποιήσει την προδοσίαν» και το οποίο η κυβέρνηση, «σύμφωνα με την πλέον στοιχειώδη απαίτησιν της εθνικής τιμής και του εθνικού συμφέροντος, ώφειλε να υποβιβάση εις την τάξιν του στρατιώτου» 7. 

Ιδιαίτερα καυτηριάστηκε η λεπτομέρεια, ότι το διάταγμα απένειμε δυο βαθμούς στους σκοτωμένους ταγματασφαλίτες και μονάχα έναν σε αξιωματικούς που είχαν εκτελεστεί από τους Γερμανούς 8. 

Παρεμφερείς διατυπώσεις θα χρησιμοποιήσει και μια επιτροπή επώνυμων αντιστασιακών που, με επικεφαλής τον ΕΔΕΣίτη Πυρομάγλου, απευθύνουν γραπτό διάβημα προς τον αντιβασιλιά Δαμασκηνό ζητώντας την ανάκληση του διατάγματος: «Η ελληνική ιστορία», διαβάζουμε εκεί, «δεν αναφέρει μέχρι σήμερον πουθενά τοιαύτην ηθικήν κατάπτωσιν του επισήμου κράτους και εις τας πλέον μελανάς του στιγμάς. Η επιβράβευσις της προδοσίας αποτελεί ύβριν προς εκείνους οι οποίοι επολέμησαν εις τα βουνά της Ελλάδος, εις τας αφρικανικός ερήμους, εις τα διάφορα μέτωπα, εις τας θάλασσας και εις τον αέρα και σήμερον παρίστανται σιωπηλοί και ταπεινωμένοι μάρτυρες των ηθικών και υλικών αμοιβών τας οποίας τόσον αφειδώς παραχωρεί το κράτος εις εκείνους οι οποίοι συνετάχθησαν με τον εχθρόν της πατρίδος και επολέμησαν εναντίον Ελλήνων και συμμάχων» 9. 

Ανάλογες αντιδράσεις σημειώθηκαν και από την πλευρά βρετανών αξιωματικών που έδρασαν το 1943-44 στη νότια Πελοπόννησο, όπως ο ταγματάρχης (και στη συνέχεια βουλευτής των Εργατικών) Λάϊαλ Ουίλκις. Μια παρέμβαση του τελευταίου στη Βουλή των Κοινοτήτων θα αναδειχθεί ακόμη κι από τοπικές εφημερίδες της Μεσσηνίας, σε μια σπάνια έμμεση αποδοκιμασία της αποκατάστασης των ταγματασφαλιτών από το μετακατοχικό κράτος 10.

Τελικά, οι διαμαρτυρίες θα πιάσουν τόπο και το επίμαχο διάταγμα θα ακυρωθεί, με νεότερο, ως «εσψαλμένως εκδοθέν, μη συντρεχουσών των [προβλεπόμενών εκ του νόμου] όρων και προϋποθέσεων» 11 .

Το δεύτερο παράδειγμα, λιγότερο γνωστό, αποτελούν οι αντιδράσεις ηγετικών στελεχών της ΠΑΟ, εναντίον της αναγνώρισης του ΕΕΣ ως αντιστασιακής οργάνωσης (με «γενικόν αρχηγόν» τον ήδη βουλευτή Κων/νο Παπαδόπουλο). Όταν οι αρχικές (και μάλλον διακριτικές) ενδοϋπηρεσιακές κινήσεις τους απέτυχαν, και η εν λόγω αναγνώριση υλοποιήθηκε με βασιλικό διάταγμα τον Απρίλιο του 1950 12, οι ενδιαφερόμενοι προσέφυγαν δια του ταξιάρχου Αρχιμήδη Αργυρόπουλου στο Συμβούλιο της Επικράτειας, ζητώντας την ακύρωση του διατάγματος για λόγους ουσίας -εφόσον οι μονάδες του ΕΕΣ «(α) ωπλίσθησαν υπό των κατακτητών, (β) δεν ηγωνίσθησαν κατά του κατακτητού κατά την Κατοχήν, (γ) δεν ετέλεσαν εν επαφή μετά του συμμαχικού στρατηγείου Μ. Ανατολής, και (δ) ανεγνωρίσθησαν ως εθνικαί κατ’ ευρείαν ερμηνείαν του νόμου» (αντικατάσταση, δηλαδή, των στρατευμάτων κατοχής με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στο ρόλο του «εθνικού εχθρού»).

Το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του Παπαδόπουλου, περί απουσίας εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος, εκτιμώντας ότι κάθε αναγνωρισμένος αντιστασιακός είχε «ηθικό συμφέρον» να ελέγχει τη φερεγγυότητα των εν λόγω αναγνωρίσεων- ο φόβος ότι η αναγόρευση σε αντιστασιακό ενός κραυγαλέου «συνεργάτου των Γερμανών» (ο οποίος «το στρατηγείον του το είχε μέσα στα γραφεία της Γκεστάπο») καταλήγει σε «γελοιοποίησιν μέχρι αφαντάστου βαθμού» της εθνικόφρονος αντίστασης εν γένει, αποτελούσε άλλωστε και την πραγματική βάση της όλης διαμαρτυρίας.

Οι δικαστές δεν τόλμησαν, ωστόσο, να μπουν στην ουσία της υπόθεσης: η απόφασή τους απέφυγε οποιαδήποτε αναφορά στον ΕΕΣ και περιορίστηκε στην ακύρωση του επίμαχου διατάγματος για καθαρά διαδικαστικούς λόγους (παραβίαση της προβλεπόμενης προθεσμίας κατά μερικές μέρες) 13.

Έτσι, η αναγνώριση του ΕΕΣ ως αντιστασιακής οργάνωσης ακυρώθηκε μεν με νεώτερο διάταγμα του Σοφοκλή Βενιζέλου 14, τίποτα όμως δεν εμπόδιζε την μεταγενέστερη «αποκατάστασή» του -η οποία και πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο του 1952, αμέσως μετά την άνοδο του Παπάγου στην εξουσία 15.
Η έκδοση του τρίτου αυτού κατά σειράν βασιλικού διατάγματος έγινε τέσσερις μόνο μέρες από το διορισμό ως Υπουργού Στρατιωτικών του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, στην κοινοβουλευτική ομάδα (κι εν συνεχεία το κόμμα) του οποίου ο Παπαδόπουλος είχε προσχωρήσει από το Νοέμβριο του 1950 16. Στελέχη της ΠΑΟ αντέδρασαν ξανά, χωρίς όμως αποτέλεσμα 17.

Το σκάνδαλο θα αργήσει, ωστόσο, να βγει στη δημοσιότητα: μόλις το 1964-65, με σειρά δημοσιευμάτων της «Ελευθερίας», ύστερα από σχετικές ενέργειες του κεντρώου βουλευτή Κιλκίς, Δημοσθένη Παπαδόπουλου 18. Ακόμη και τότε, η αποκάλυψή του θα έχει ωστόσο περιορισμένη απήχηση, καθώς θα επισκιαστεί από την ταυτόχρονη πολιτική στροφή της εν λόγω εφημερίδας στο Κυπριακό και τα εσωκομματικά της Ε.Κ. 19.

Το τρίτο παράδειγμα, και κατά τη γνώμη μου το αποκαλυπτικότερο, το προσφέρει το ετήσιο μνημόσυνο που πραγματοποιούνταν επίσημα (κι εξακολουθεί να πραγματοποιείται, σε ανεπίσημη πλέον βάση) στα μέσα κάθε Σεπτεμβρίου στην Πηγάδα του Μελιγαλά.
Στις σχετικές αγγελίες του κοινοτικού συμβουλίου, που δημοσιεύονταν κάθε χρονιά στον τοπικό Τύπο και καλούσαν τους πολίτες να παρευρεθούν στην τελετή, τα Τάγματα Ασφαλείας λάμπουν δια της απουσίας τους: αρχικά γίνεται λόγος για «αγρίως σφαγιασθέντας υπό αναρχικών στοιχείων» 20 και στη συνέχεια «υπό των κομμουνιστών» 21 -ή και για απλώς «σφαγιασθέντας» 22- χωρίς άλλα προσδιοριστικά στοιχεία- γλαφυρότερες περιγραφές κάνουν λόγο για «σφαγιασθέντας υπέρ της παγκοσμίου ελευθερίας» 23, για «πατριώτας θυσιασθέντας δια το μεγαλείον και την ελευθερίαν της Πατρίδος», για «ήρωας και μάρτυρας οίτινες προσεφέρθησαν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της υπερτάτης θυσίας» 24, εξακολουθούν όμως να. κινούνται στο χώρο του αφηρημένου.

Αλλά και τα ρεπορτάζ του τοπικού Τύπου περιορίζονται κατά κανόνα σε «σφαγιασθέντες εθνικόφρονες» ή «πατριώτες» -έστω και «αγρίως» 25. Μόνο στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η εθνικόφρων «Σημαία» αισθάνεται υποχρεωμένη να ξεκαθαρίσει ότι η τελετή αφορά «αγρίους σφαγιασθέντας πατριώτας, τους οποίους η Κομμουνιστική δολοφόνος μανία ηθέλησεν να παραστήση ως προδότας». 26

Ακόμη και η ερανική επιτροπή, που συστήθηκε το 1953 για την ανέγερση του τοπικού μνημείου (χρηματοδοτούμενη από στρατιωτικές μονάδες οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και -κυρίως- σχολεία 27), φροντίζει να κρατήσει επακριβώς τη δέουσα ισορροπία με το επίσημο ιστοριογραφικό σχήμα: οι σκοτωμένοι του Μελιγαλά, διαβάζουμε σε μια δημόσια «έκκλησή» της, ήταν «άνθρωποι πάσης ηλικίας και τάξεως, αθώοι και άμοροι» (διατύπωση που σαφώς παραπέμπει σε άμαχο πληθυσμό, κι όχι σε οπλίτες κάποιου ένοπλου σώματος).
Ταυτόχρονα, όμως, οι ίδιοι περιγράφονται σαν «πρωτοπόροι της ελευθερίας της νεωτέρας Ελλάδος», οι οποίοι θυσιάστηκαν «υπέρ των ιδανικών της αειθαλούς ελληνικής ψυχής» και πότισαν με το αίμα τους «το δένδρον της ελευθερίας, ώστε σήμερον οι κλάδοι του να θωπεύονται από τον ήρεμον αέρα της νομιμότητος και της ησυχίας» 28.

Δυστυχώς, δεν διαθέτουμε κάποιο αξιόλογο δείγμα από τους πανηγυρικούς που εκφωνούνταν σ’ αυτές τις επίσημες «γιορτές μίσους» μέχρι τη δεκαετία του ’80. Από τα κείμενα που εκφωνήθηκαν το Σεπτέμβριο του 1967 και δημοσιεύθηκαν στις τοπικές εφημερίδες, μπορούμε να υποθέσουμε ότι εκεί τα πράγματα ενδεχομένως να ήταν κάπως σαφέστερα, με αναφορές στην πραγματική ταυτότητα των θυμάτων. Ακόμη κι εδώ, όμως, φαίνεται πως υπάρχουν κάποια όρια: συγκεκριμένα, η λέξη «ταγματασφαλίτης» δεν προφέρεται ούτε μια φορά.

Ο κοινοτάρχης Γεώργιος Γεωργούντζος ισχυρίζεται ότι «οι ηρωικοί κάτοικοι» της κωμόπολης (κι όχι, βέβαια, το Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών) «υπερήσπισαν μεχρις εσχάτων την τιμήν των, τας οικογένειας των, την Ελληνικήν Πατρίδα μας» 29.
Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ελληνοαμερικανικών Σωματείων Μείζονος Ν. Υόρκης Περικλής Λαντζούνης αναφέρεται σε «Τύμβο του Μελιγαλά» (κατ’ αναλογία προς το Μαραθώνα) και ταυτίζει «το πνεύμα της θυσίας των αδελφών μας του Μελιγαλά» μ’ εκείνο των Θερμοπυλών 30.

Ο «τέως οπλαρχηγός αντικομμουνιστικού αγώνος Νομού Μεσσηνίας» (κι επικεφαλής μιας από τις αγριότερες παρακρατικές συμμορίες του 1945-46) Χρήστος Πετρόπουλος θα κάνει λόγο για «ήρωας αντικομμουνιστάς πατριώτας» που «έπεσαν επί των εθνικών επάλξεων» επειδή «υπήρξαν 'Ελληνες, επειδή υπήρξαν Εθνικόφρονες, επειδή ενεπνέοντο από τα ελληνικά ιδεώδη και διότι δεν ηνέχοντο την κομμουνιστικήν τυραννίαν» 31. 

Ο επίσημος τέλος προσκεκλημένος της ημέρας, ο υπουργός Εσωτερικών της «Εθνικής Κυβερνήσεως» Στυλιανός Παττακός, θα παρομοιάσει την τελετή με «μεγάλο Ψυχοσάββατο του Έθνους», θα μιλήσει κι αυτός για «αδικοσκοτωμένα παιδιά της Ελλάδος» και για «τόπο της μεγάλης θυσίας», θα καταγγείλει -όπως ήταν φυσικό- «το κόκκινον σύνεφον του κομμουνισμού» που «επέρασεν επάνω από την Μεσσηνίαν, επάνω από τον Μελιγαλάν, κι έβρεξε αίμα ανθρώπινον πολύ», ούτε κι αυτός όμοιος θα αναφερθεί στο επίμαχο ιστορικό πλαίσιο.

Η «ιστορική ερμηνεία» της σφαγής σ’ αυτή την ομιλία του, που κορυφώθηκε με την αναβάθμιση της κωμόπολης σε «ιστορικό δήμο», ήθελε απλά τον «διεστραμμένον την φύσιν καθ' όλα, και διψασμένον από την σαδιστικήν μανίαν του αίματος» Βελουχιώτη να εκτελεί «ξένην εντολήν εξοντώσεως» και περιορισμού του «εθνικού πληθυσμού της Ελλάδος» από τα 7,5 εκατομμύρια στα τρία ...

Ανάλογες αποσιωπήσεις συναντάμε και στις επίσημες ομιλίες των επόμενων χρόνοι, από τα ηγετικά στελέχη της χούντας Ιωάννη Λαδά (1969) και Χρηστό Μανωλόπουλο (1970) 34

Παραπομπές

1. ΦΕΚ 1946/Α/229, Ψήφισμα Ζ' της 26.7.46.
2 Χαρακτηριστικά τα δυο κατεξοχήν στρατευμένα εγχειρίδια της χουντικής επταετίας: Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου. Πολιτική Αγωγή, (έκδοση ΟΕΔΒ για την Γ' και Στ' Γυμνασίου),σ. 112-3 & 273-7 · Γρηγόριος Δαφνής, Συνοπτική Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδος (1914-1968), σ. 126-77.
3 Αρχηγείον Ενόπλων Δυνάμεων. 'Εκθεσις της Πολεμικής Ιστορίας των Eλλήνων (Ζάπειον Μέγαρον I968), Αθήναι 1970, τ. Β'. σ.605-75.
4. Γιώργος Ανδρίτσος. «Αναπαραστάσεις της κατοχής και της αντίστασης στις ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας από το 1945 μέχρι το 1966». αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία. Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής, Αθήνα 2004. σ.29 & 73-4.
5. Γιάννης Σολδάτος, Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, τ. Γ'. Αθήνα 1990, σ.177-8· Λάκης Παπαστάθης (τηλεφωνική συνομιλία) 21.6.04. Σύμφωνα με τον τελευταίο, η μη απαγόρευση των «Περιπτώσεων του Όχι» οφείλεται στην αποφασιστική στάση του τότε επικεφαλής του Τμήματος Λογοκρισίας του Υπ. Προεδρίας. Κώστα Σφήκα. Προβλήματα αντιμετώπισε, πάντως, και το «Μπλόκο»: την άνοιξη του 1966. πέντε μήνες μετά τη δημόσιο προβολή του στην Αθήνα ανακλήθηκε η άδεια προβολής του με απόφαση του υφυπουργού Προεδρίας Δημ. Γεωργίου (Γιάννης Σολδάτος, Ελληνικός κινηματογράφος. Ένας αιώνας, τ. Α’ Αθήνα 2001, σ.313).
6. ΦΕΚ 1945 /17181 της 7.8.45. Το διάταγμα αφορούσε24 συνολικά αξιωματικούς. Οι 7 αναφέρεται ρητά ότι υπηρετούσαν στα Τάγματα Ασφαλείας, ενώ άλλοι 5 (μεταξύ των οποίων ο Παπαδόγκωνας κι άλλοι ταγματασφαλίτες, απλώς ότι σκοτώθηκαν «από αναρχικούς» κατά τη διάρκεια της Κατοχής ή της Απελευθέρωσης- από τους υπόλοιπους 12, οι 4 είχαν σκοτωθεί στα Δεκεμβριανά. 3 εκτελέστηκαν απ’ τους Γερμανούς ενώ οι υπόλοιποι 5 υπέκυψαν σε ασθένειες ή ατυχήματα. Ένας ταγματασφαλίτης είχε σκοτωθεί στη μεγάλη (και νικηφόρα) μάχη που έδωσε ο ΕΛΑΣ εναντίον γερμανικής φάλαγγας στη Στυμφαλία (2.7.44).
7. «Η κυβέρνησις τιμά τους εθνοπροδότας, Ο Δ. Παπαδόγκωνας έγινε και στρατηγός», Ελευθερία 18.8.1945· «Σημειώματα:», Το Βήμα 19.8.1945 «Ο υπεύθυνος», Ελευθερία 19.8.19·15· «Οι προδότες). Ελευθερία 22.8.1945.
8. Ελευθερία 18.8.1945.
9. «Οι αγωνισταί διαμαρτύρονται δια τας αμοιβάς των προδοτών. Διάβημα προς τον αντιβασιλέα», Ελευθερία 22.8.1945.
10. «Η Βουλή των Κοινοτήτων απασχολήθη με την προαγωγήν του Δ. Παπαδόγκωνα», Θάρρος (Καλαμάτα) 16.10.1945. Για το ίδιο θέμα, βλ. «Το πλήρες κείμενον της τελευταίας συζητήσεως εις την αγγλικήν Βουλήν δια τα ελληνικά». Το ΒΗΜΑ 31.10.1945 επίσης, Woodhouse 1948, σ. 153.
11. ΦΕΚ 1945/171» (21.8.45). Διάταγμα της 12.8.1945.
12. ΦΕΚ 1950/Λ/102, Β.Λ. της 19.4.50 «περί συμπληρώσεως του Β.Δ. περί αναγνωρίσεως Εθνικών Αντάρτικών Ομάδων». Για τις αντιδράσεις: Ελευθερία 31.1.1965 Παπαθανασίου 1997, σ.861-6.
13. Επιστολές Κ. Μήτσου προς Ι. Παπαθανασίου και Α. Αργυρόπουλο (Παπαθανασίου 1997, σ.861 και Ελευθερία 31.1.1965)· επιστολή διαμαρτυρίας 8 στελεχών της ΠΑΟ (Παιαθανασίου 1997. σ.1622). Αναφορά (31.1.50) και κατάθεση (17.3.50) I. Παπαθανασίου (Παπαθανασίου 1997. σ.863-6). Αναφορές Α. Αργυρόπουλου. Αθ. Φροντιστή και I. ΠαπαγεωργΙου (Ελευθερία 2-4.2.1965). Χαρακτηριστικός επίσης ο ισχυρισμός του Παπαδόπουλου, στην αρχική του «έκθεσιν δράσεως», ότι οι οπλαρχηγοί του ΕΕΣ «διεχώρησαν τας ενθύνας των» από την ΠΑΟ «μετά την αποκήρυξιν της οργανώσεως τούτης υπό της Κυβερνήσεως τον Καΐρου» (Δ1ΣΙ909/Δ/1, Κ. Παπαδόπουλος προς την Επιτροπήν του άρθρου 7|3 Σ.Ν. 971/49» και συνημμένη «Συνοπτική έκθεσις δράσεως της Οργανώσεως ΕΕΣ Κεντρικής & Δυτ. Μακεδονίας», Εν Αθήναις 20.11.1949. σ.4).
14. ΣτΕ 105/1952 («προεδρεύων» Σπ. Διβάρης. εισηγητής Δ. Καρβελλώς).
15. ΦΕΚ 1952/Α/102, Β.Λ. της 15.4.52.
16. ΦΕΚ 1953/Α/1, Β.Δ. της 8.12.52.
17. ΦΕΚ I9S2M/334. για το διορισμό του Κανελλόπουλου (4.12.52)· Βουλή των Ελλήνων. Μητρώου γερουσιαστών και βουλευτών 1935-1975, Εν Αθήνας 1977, για την προσχώρηση Παπαδόπουλου στην «ανεξάρτητη ομάδα» (16.11.50) και το «Λαϊκό Ενωτικό Κόμμα» (20.1.51) του Κανελλόπουλου.
18. Επιστολή I. Παπαθανασίου προς Κανελλόπουλο (3.1.53), σε Παπαθανασίου 1997, σ.866-7.
19. Βλ. λ.χ. το κύριο άρθρο της Αυγής (27.1.65), με τίτλο «Αποκαλυπτήρια».
20   Θάρρος 14 & 15.9 1945.
21. Σημαία (Καλαμάτα) 15. 16 & 17.9.1955.
22. Σημαία 14, 15, 17 & 18.9.1966.
23. Σημαία 15.9.1954.
24. Σημαία 11, 24 & 26.9.1964.
25. Θάρρος 18.9.1944· Σημαία 17.9.1945, 20.9.1955 & 29.9.1964.
26. Σημαία 17.9.1946.
27 ΦΕΚ 1953/Λ780. Ο.Δ. της 23.3.19S3 (για τη σύσταση)· Σημαία 19.9.1954 (για τις εισφορές).
28. Σημαία 19.91954.
29 «Μνήμη αντί λήθης. Η θυσία του Μελιγαλά». Σημαία 23.9.1967.
30. «Ο κ. Περ. Λαντζούνης δια τους σφαγιασθέντας», Σημαία 16.9.1967.
31. Χρ,. Πετρόπουλος. «Επί τη συμπληρώσει 23 ετών. Χαιρετισμός προς τας σκιάς των θυμάτων του κομμουνισμού». Σημαία 17.9.1967.
32. «‘Νέον Μελιγαλάν απέτρεψε η 21η Απριλίου'. Μνημόσυνον των σφαγιασθέντων», Έθνος 18.5.67. Η μετατροπή της κοινότητας Μελιγαλά σε δήμο έγινε με τον Α.Ν. 128 της 14.9.67 (ΦΕΚ 1967/Α/159).
33. Ι. Λαδάς. «Ο Γολγοθάς του Μελιγαλά», Αριστομένης 10.1969, σ.3·4

Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger