Αρχική » » Η επανένταξη στον «εθνικό κορμό» των δοσίλογων

Η επανένταξη στον «εθνικό κορμό» των δοσίλογων

{[['']]}
Οι διασυνδέσεις αυτές προσέφεραν ένα βασικό μηχανισμό ενσωμάτωσης των Ταγμάτων Ασφαλείας στον «εθνικό κορμό» μετά την Απελευθέρωση, όταν η αποχώρηση του κατακτητή και η αναμέτρηση του εθνικόφρονος κόσμου με το εαμικό κίνημα ανέτρεψαν οριστικά πια τις διαχωριστικές γραμμές της προηγούμενης περιόδου. Ο κύριος όμως λόγος αυτής της αποκατάστασης υπήρξε άλλος: η συντριπτική πολιτική και (κυρίως) στρατιωτική αδυναμία του αντιεαμικού στρατοπέδου κατά τη φάση προετοιμασίας της ένοπλης αναμέτρησης, από το καλοκαίρι του 1944 μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς. 

Οι αναμνήσεις του στρατηγού Γρηγορόπουλου, επιτελάρχη του Σπηλιωτόπουλου στη σκιώδη Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών της κυβέρνησης Παπανδρέου, είναι από αυτή την άποψη αποκαλυπτικές: «μόνον τα Τάγματα ασφαλείας». γράφει, «αποτελούν σοβαρόν δύναμιν, ικανήν να αντιμετωπίσει τα εν τη πόλει των Αθηνών-Περαιώς υπάρχοντα και καθημερινώς ενισχυόμενα ένοπλα τμήματα ΕAΜ. ΕΛΑΣ και συναιρείς [sic] οργανώσεις (ΕΠΟΝ, ΟΠΛΑ κλπ)». Οι «εθνικιστικαί οργανώσεις», αντίθετα, διέθεταν ελάχιστο οπλισμό (πολύ κατώτερο «εκείνον τον οποίον αύται διετυμπάνιζρν μέχρι προ ολίγου, δια να τύχουν της αναγνωρίσεως και υποστηρίξεως, εις χρήμα και οπλισμόν, εκ μέρους των συμμαχικών μυστικών υπηρεσιών»), η δε μαζική βάση τους θύμιζε «μάλλον μέλη πολιτικών συλλόγων παρά μυστικών οργανώσεων»· μοναδική εξαίρεση, σε κάποιο βαθμό, αποτελούσαν η PAN του ίδιου του Σπηλιωτόπουλου και η «X» του Γρίβα -και οι δυο τους, όπως έχουμε ήδη δει, ήδη στενά διαπλεκόμενες με τα Τάγματα 1.

Η διεκπεραίωση αυτής της επανένταξης δεν ήταν βέβαια εύκολη υπόθεση, σε μια κοινωνία που μόλις έβγαινε από το γενικευμένο σφαγείο της Κατοχής, με ολοζώντανη ακόμη στη συλλογική συνείδηση την αντίθεση μεταξύ κατακτημενών και καταχτητών. Επιπλέον, στη διάρκεια του 1944 τα Τάγματα Ασφαλείας είχαν καταδικαστεί επανειλημμένα από την εξόριστη κυβέρνηση, τις βασικές εγχώριες αντιστασιακές οργανώσεις και τους βρετανούς συνδέσμους, σαν οργανικό τμήμα του εχθρικού στρατοπέδου:

με ραδιοφωνικό μήνυμα της κυβέρνησης Τσουδερού (6.1.44), ως προδότες. 2
με κοινή απόφαση των ΕΑΜ-ΕΔΕΣ-ΕΚΚΑ, προσυπογραμμένη από τον επικεφαλής της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής Κρις Γουντχάουζ (19.2.44), ως «εχθροί του έθνους, εγκληματίαι πολέμου, υπόλογοι εις αυτό δια πράξεις προδοσίας» 3.
με κυβερνητική απόφαση της ΠΕΕΑ (24.4.44), ως «εχθροί της πατρίδας, ένοχοι έσχατης προδοσίας»191. 4
με ραδιοφωνικό μήνυμα της κυβέρνησης εθνικής ενότητας του Γ. Παπανδρέου (6.9.44), ως «ένοπλα σώματα εις την υπηρεσίαν τον εχθρού» και «έγκλημα κατά της πατρίδος» 5.
με τη συμφωνία της Καζέρτας (26.9.44). «ως όργανα του εχθρού» και «εχθρικοί σχηματισμοί» 6.
με προκηρύξεις τοπικών στρατιωτικών συνδέσμων των Συμμάχων, όπως οι αμερικανοί Κάλβο και Στιξ στην Εύβοια 7.

Με παρόμοιο τρόπο καταδικάστηκε επίσης, από ΕAM - ΕΟΚ (15.9.44) κι εξόριστη κυβέρνηση, η «ειδική χωροφυλακή» του Παπαγιαννάκη 8.

Μολονότι είχαν συνταχθεί ύστερα από πρωτοβουλία (και συχνά κάτω από την πίεση) του ΕΑΜ, οι δημόσιες αυτές διακηρύξεις ήταν πολύ πρόσφατες για να μπορούν να αναιρεθούν χωρίς να μεσολαβήσει δραματική αλλαγή του σκηνικού. Ιδίως η ραδιοφωνική αποκήρυξη της 6ης Σεπτεμβρίου 1944 λειτούργησε καταλυτικά, τσακίζοντας το ηθικό των ταγματασφαλιτών και νομιμοποιώντας τα τελεσίγραφα του ΕΛΑΣ, που τους καλούσε να παραδοθούν για να μην αφοπλιστούν με τη βία 9.

Ο βίαιος αυτός αφοπλισμός, με τις συνακόλουθες αιματηρές αντεκδικήσεις, πραγματοποιήθηκε τελικά σε διάφορα σημεία της χώρας μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου του 1944.
Υστερα από σκληρές μάχες, ο ΕΛΑΣ συνέτριψε τις περιχαρακωμένες δυνάμεις των ταγματασφαλιτών στον Πύργο (8.9.44), την Καλαμάτα (9.9.44), το Μελιγαλά (13-15.9.44), τον Αχλαδόκαμπο (18.9.44), τους Γαργαλιάνους (22.9.44) και το Μυστρά (10.10.44), καθώς και τα εξοπλισμένα προπύργια του ΕΕΣ στο Βαθύλακο, τη Σκάφη, τα Ιμέρα, τον Πελαργό, τον Κούκκο, την Κρύα Βρύση, την Τριάδα κλπ 10.

Είχαν προηγηθεί, στα τέλη του καλοκαιριού, ορισμένα από τα προπύργια της Οχράνα, όπως ο Πολυκέρασος της Καστοριάς (22.8.44) η το Σκλήθρο της Φλώρινας (4.9.44), αν και τα περισσότερα από τα σλαβομακεδονικά χωριά αυτής της κατηγορίας συνθηκολόγησαν χωρίς να προβάλουν ιδιαίτερη αντίσταση 11.
Η αιματηρότερη, τέλος, μάχη της περιόδου δόθηκε στις 3 Νοεμβρίου 1944 στο Κιλκίς, ανάμεσα στον ΕΛAΣ και τις συνασπισμένες δυνάμεις του ΕΕΣ. με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική συντριβή των τελευταίων 12.

Σε αρκετές περιπτώσεις, τη νίκη των ανταρτών ακολούθησαν μαζικές εκτελέσεις συλληφθέντων, είτε από τους ίδιους τους ελασίτες είτε από τα εξαγριωμένα πλήθη.
Στο Μελιγαλά, όπου είχε καταφύγει το μεγαλύτερο μέρος των Ταγμάτων της Μεσσηνίας, και ο οποίος τα επόμενα χρόνια έμελλε να αναδειχθεί από την επίσημη προπαγάνδα σε σύμβολο της «κομμουνιστικής βαρβαρότητας», το επίσημο ανακοινωθέν του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι σκοτώθηκαν συνολικά 60 αντάρτες και 800 «ράλληδες» 13.·
 Eνας αναλυτικός πίνακας που διακινείται από τον τοπικό «σύλλογο θυμάτων» περιέχει συνολικά 1.144 ονόματα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τόσο οι εκτελεσθέντες από τον ΕΛΑΣ όσο και τα θύματα της τριήμερης μάχης 14.

Δραματική ήταν επίσης η τύχη ορισμένων μελών της πολιτικής ηγεσίας των Ταγμάτων και του δωσιλογικού μηχανισμού, που λιντσαρίστηκαν από το πλήθος στις κεντρικές πλατείες της Καλαμάτας (17.9.44) και της Πύλου (21.9.44).
Παρόμοιες βάρβαρες αποδόσεις «λαϊκής δικαιοσύνης» θα σημειωθούν την ίδια εποχή και στη Βόρεια Ελλάδα -άλλοτε σποραδικά (κατά την Απελευθέρωση) 15 κι άλλοτε σε πιο μαζική κλίμακα (κατά τη μεταφορά εκατοντάδων ομήρων απ’ τη Θεσσαλονίκη στην Αριδαία, στη διάρκεια των Δεκεμβριανών) 16.
Αν και μερικά από αυτά τα λιντσαρίσματα φαίνεται πως είχαν σκηνοθετηθεί εκ των προτέρων από τοπικά στελέχη του ΕΑΜ (ή ότι, εν πάσει περιπτώσει, είχαν την ολόπλευρη συναίνεσή τους) 17, γεγονός παραμένει ότι η πίεση μιας αξιόλογης μερίδας του πληθυσμού για αντεκδικήσεις ήταν έντονη και πανταχού παρούσα. Tο διαπιστώνουμε, αν μη τι άλλο, από πολλές μαρτυρίες ελασιτών που μόλις και μετά βίας κατάφεραν να σώσουν από τα εξαγριωμένα πλήθη τους αιχμαλώτους ταγματασφραλίτες που φρουρούσαν 18.

Ο ίδιος ο Μιχάλαγας λ.χ. σώθηκε από μια μονάδα του ΕΛΑΣ, η οποία τον απέσπασε την τελευταία στιγμή από τα χέρια μαυροντυμένων γυναικών που επιχειρούσαν να τον αποτελειώσουν 19. Ακόμη και οι πιο πειθαρχημένοι αντάρτες, πάντως, ένιωθαν συχνά δυσφορία για την «πολιτική σκοπιμότητα» που υπαγόρευσε την αυτοσυγκράτησή τους, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που το αίμα των δικών τους ήταν ακόμη νωπό 20.

Παρόλο που -όπως ήταν φυσικό- οι βιαιότητες αυτές κυριάρχησαν τελικά στη συλλογική συνείδηση, στις περισσότερες περιπτώσεις ο αφοπλισμός των Ταγμάτων Ασφαλείας πραγματοποιήθηκε χωρίς αιματοχυσία: συγκεκριμένα, μετά από διαπραγματεύσεις παραδόθηκαν οι ταγματασφαλίτες του Αγρίνιου (15.9.44) 21, της Ναύπακτου (19.9.44) 22 της Τρίπολης (30.9.44) 23, της Πάτρας (1.10.44) 24, του Ναυπλίου (5.10.44) 25 της Κορίνθου (6.10.44) 26, του Γυθείου (14.10.44) 27, της Χαλκίδας (21.1044) 28 και της Μονεμβασιάς (23.10.44) 29.

Η ειρηνική αυτή κατάληξη κάποιες φορές έγινε δυνατή χάρη στις επίμονες προσπάθειας της τοπικής εαμικής ηγεσίας, ενώ αλλού οφείλεται στη μεσολάβηση Βρετανών πρακτόρων, στελεχών του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού ή απεσταλμένων της κυβέρνησης Παπανδρέου.
Σε καμιά περίπτωση, πάντως, η απεγνωσμένη αυτοαναγόρευση των ταγματασφαλιτών σε τμήματα του ΕΔΕΣ (ΕΕΣ, Κόρινθος. Πάτρα) 30, της Χωροφυλακής (Λακωνία) 31 ή των στρατευμάτων της εξόριστης κυβέρνησης (Πύργος) 32 δεν πάρθηκε σοβαρά υπόψη.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι αφοπλισμένοι ταγματασφαλίτες είτε αφέθηκαν σιωπηρά ελεύθεροι είτε μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα (Αραξος, Ιταλία. Σπέτσες) υπό την εποπτεία των Βρετανών και των στρατιωτικών δυνάμεων της κυβέρνησης Παπανδρέου.
Στην Αθήνα, τέλος, όσοι από τους άνδρες των ευζωνικών ταγμάτων δεν διέρρευσαν προς τις «εθνικές» οργανώσεις μέσα στο χάος της Απελευθέρωσης (μόλις 903 άτομα από ένα σύνολο 4.200 περίπου) περιορίστηκαν στις 11.10.44 στο στρατόπεδο της Σχολής Χωροφυλάκων στο Γουδί, «εν αυστηρά επιφυλακή» και «εν αναμονή διαταγών» του Σπηλιωτόπουλου, που είχε δώσει και τη σχετική εντολή 33.

Εκεί θα μεταφερθούν, τις επόμενες βδομάδες οι αιχμάλωτοι ταγματασφαλίτες του Γυθείου (από το νησάκι Κρανάη όπου κρατούνταν προσωρινά) 34, καθώς κι εκείνοι των Ταγμάτων Τρίπολης, Κορίνθου και Ναυπλίου, που είχαν περιοριστεί αρχικά στις Σπέτσες 35. Στον ίδιο χώρο θα στρατωνιστεί, τέλος, και η 3η Ορεινή Ταξιαρχία του Τσακαλώτου, μετά την άφιξή της στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου. Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε την ενίσχυση της τελευταίας με στρατολογία μεταξύ των ταγματασφαλιτών -κάτι που, τυπικά τουλάχιστον, αποτράπηκε ύστερα από αμερικανική παρέμβαση 36.

Έτσι κι αλλιώς, βασική στόχευση ταυ Σπηλιωτόπουλου και του περιβάλλοντός του ήταν η διατήρηση των Ταγμάτων ως εφεδρεία για την επικείμενη αναμέτρηση με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
 Όπως αποκαλυπτικά γράφει ο επιτελάρχης του αντιστράτηγος Γρηγορόπουλος, «εκρίθη συμφερώτερον όπως τα Τάγματα ασφαλείας μη εξωθηθούν παρ' ημών εις διάλυσιν, αλλ' αφεθούν να παραμείνουν εν λειτουργία άνευ δράσεως», εν αναμονή της αναμέτρησης με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ· «εννοείται», συμπληρώνει, «ότι αι ανωτέρω σκέψεις δεν είχον ανακοινωθή παρά εις ελάχιστους εκ των αμέσων συνεργατών μας, η δε έναντι των ταγμάτων ασφαλείας επίσημος στάσις του Στρατιωτικού Διοικητού, ελήφθη πρόνοια να παρουσιάζεται σύμφωνος προς την θέσιν την οποίαν έναντι αυτών είχε λάβει η Κυβέρνησις Καΐρου» 37.

Για το σκοπό αυτό παρέχονται εμπιστευτικά διαβεβαιώσεις προς την ηγεσία των ταγματασφαλιτών, ότι η αποκήρυξή τους από την εξόριστη κυβέρνηση είναι εικονική 38, ενώ ταυτόχρονα αξιοποιούνται οι καλές υπηρεσίες των Ταγμάτων στην κάλυψη της λαθραίας εισαγωγής οπλισμού που προορίζεται να μοιραστεί στις αντιεαμικές οργανώσεις της πρωτεύουσας 39.

Αν και οφείλεται καθαρά σε πρωτοβουλία του ντόπιου αντιεαμικού κέντρου, αυτή η πολιτική συνέπλεε αντικειμενικά και με τις στρατηγικές επιδιώξεις της βρετανικής πολιτικής. Η τελευταία σε όλη τη διάρκεια του 1944 είχε επιδείξει μια εξαιρετικά επαμφοτερίζουσα στάση απέναντι στα Τάγματα Ασφαλείας, αξιοποιώντας την ύπαρξη (και τη δράση) τους για τη φθορά των δυνάμεων του ΕΛΑΣ 40.
Παρόλο που οι οδηγίες της Μ. Ανατολής τους καλούν να αντιμετωπίσουν τόσο την Οχράνα όσο και τον ΕΕΣ όπως και τα υπόλοιπα Τάγματα Ασφαλείας 41, οι Βρετανοί σύνδεσμοι στη Μακεδονία θα επιχειρήσουν έτσι να προστατέψουν τους τελευταίους, αρχικά μέσω διαπραγματεύσεων και στη συνέχεια -όταν αυτές αποτυγχάνουν-αποσπώντας μια τριανταριά αξιωματικούς του ΕΕΣ από τα χέρια του ΕΛΑΣ και μεταφέροντάς τους εσπευσμένα στην Αθήνα 42.

Τελική κατάληξη όλης αυτής της προπαρασκευής ήταν η ολοκληρωτική επανενσωμάτωση των ταγματασφαλιτών στο κυβερνητικό στρατόπεδο κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών.
Η σχετική εισήγηση έγινε στις 9.12.44 από τον Τσακαλώτο 43 κι υλοποιήθηκε τις αμέσως επόμενες μέρες από τον υφυπουργό Στρατιωτικών της κυβέρνησης Παπανδρέου. στρατηγό Λεωνίδα Σπαή 44. Τουλάχιστον χίλιοι ταγματασφαλίτες θα πολεμήσουν έτσι, ως συντεταγμένη μονάδα των κυβερνητικών στρατευμάτων. κατά τη μάχη της Αθήνας 45. Ακόμη περισσότεροι ήταν εκείνοι που έσπευσαν εθελοντικά να επανδρώσουν τις ίδιες μέρες τα νεοσύστατα Τάγματα Εθνοφυλακής της «Σκομπίας»· 46.

Αρχής γενομένης, η πλήρης αποκατάσταση των οπλιτών και στελεχών των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν πια ζήτημα χρόνου. Τον Ιούνιο του 1945, η «Λευκή Βίβλος» του ΕAΜ καταγράφει τα ονόματα 59 αξιωματικών τους που είχαν επανενταχθεί κανονικά στις ένοπλες δυνάμεις 47. Δυο μήνες αργότερα, έγινε γνωστό ότι 117 βαθμοφόροι των Ταγμάτων είχαν εισαχθεί στη Σχολή Ευελπίδων για να εξελιχθούν σε στρατιωτικούς καριέρας 48.
Την επόμενη χρονιά, το Φόρεΐν Όφις θα παραδεχθεί δημόσια ότι 228 τέτοιοι αξιωματικοί υπηρετούν σε θέσεις του ελληνικού στρατού 49. Παρά τις διαβεβαιώσεις του υπουργού Στρατιωτικών, ότι «αι περιπτώσεις αυταί θα εζετασθώσιν από ειδικόν συμβούλιον» 50, πολλοί απ’ αυτούς «διακρίθηκαν» ποικιλοτρόπως στον  Εμφύλιο πόλεμο του 1946-49 και όσα ακολούθησαν 51.

Ο διοικητής του Τ.Α. Καλαμάτας, Διονύσιος Παπαδόπουλος, υπηρετεί λ.χ. το φθινόπωρο του 1945 ως διοικητής τμήματος του ελληνικού στρατού στο Κάτω Νευροκόπι κι αργότερα θα φτάσει τουλάχιστον μέχρι το βαθμό του ταξιάρχου 52. Το 1952, είναι ένας από τους δεκαπέντε αξιωματικούς που παραπέμφθηκαν στο στρατοδικείο (αλλά σχεδόν αμέσως αμνηστεύτηκαν) για το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα του ΙΔΕΑ, το Μάιο του 1951 53.

Ο διοικητής του Τ.Α. Σπάρτης (κι εν συνεχεία του 34ου ευζωνικού τάγματος Αθηνών, υπεύθυνος επίσης για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Εύβοια και τη Βοιωτία), αντισυνταγματάρχης Κων/νος Κωστόπουλος, θα προαχθεί με τη σειρά του σε υποστράτηγο και Φρούραρχο Πρωτευούσης 54.
Στον ίδιο ανώτατο βαθμό συναντάμε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και τον λοχαγό Ιωάννη Τσιόμπο του T.A. Γυθείου, ενώ ο διοικητής του Παναγιώτης Δεμέστιχας κι ο υποδιοικητής του Τ.Α. Ναυπλίου Παναγιώτης Χριστόπουλος θα φτάσουν μέχρι αυτόν του ταξιάρχου 55.

Ο διοικητής των ταγματασφαλιτών του Ναυπλίου, Δημήτριος Μουστακόπουλος, το 1957 υπηρετεί με το βαθμό του συνταγματάρχη ως διοικητής του Κέντρου Νεοσυλλέκτων Μεσολογγίου 56.
Η πιο εντυπωσιακή περίπτωση υπήρξε ωστόσο αυτή του υποδιοικητή των ταγματασφαλιτών της Χαλκίδας, συνταγματάρχη Χρήστου Γερακίνη. Λίγο μετά τη Βάρκιζα, οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις τον διόρισαν υποδιοικητή της Σχολής Ευελπίδων για να διασφαλίσει, προφανώς, την εθνικόφρονα αγωγή της νέας γενιάς αξιωματικών 57.

Όταν τέτοια ευνοϊκή μεταχείριση επιφυλάχθηκε στα ηγετικά στελέχη των Ταγμάτων, τι θα μπορούσε να συμβεί στα απλά μέλη; Από το (μάλλον περιορισμένο) διαθέσιμο δείγμα των σχετικών ΕΔΕ που διενεργήθηκαν το 1946 σε βάρος πρώην ανδρών των ευξωνικών ταγμάτων της πρωτεύουσας, διαπιστώνουμε ότι στόχος των ενδοϋπηρεσιακών «ανακριτών» ήταν η πάση θυσία απαλλαγή των κατηγορουμένων. Ο υπολοχαγός Γ. Γιαννόπουλος απαλλάχθηκε λ.χ. από κάθε κατηγορία με το αιτιολογικό ότι «περιορίσθη εις την εκπαίδευσιν» του ΤΦΑΣ, «χωρίς να λάβει μέρος εις τας επιχειρήσεις των Ταγμάτων Ασφαλείας», και ότι η εκκρεμής εις βάρος του δικογραφία του Δικαστηρίου Δωσίλογων ήταν «γενικής φύσεως» 58·

Με παρόμοιο σκεπτικό απαλλάχθηκε και ο αξιωματικός του γραφείου πληροφοριών της Ανώτατης Διοίκησης Ευζώνων, λοχαγός Γ. Κουφαλιώτης 59. Αλλά και αξιωματικοί που πήραν ενεργά μέρος στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις «κατά των αναρχικών και κακοποιών στοιχείων», και μάλιστα ως διοικητές τμημάτων, όπως ο λοχαγός Π. Παναγιωτίδης, απαλλάχθηκαν επίσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως δικαιολογητική βάση της απαλλαγής επιστρατεύθηκαν κάποιοι «διαπληκτισμοί» του εν λόγω λοχαγού με γερμανούς αξιωματικούς, καθώς και η γενικόλογη διαπίστωση ότι αυτός «πολλαπλός εξυπηρέτησεν την ιδέαν της πατρίδος» 60.

Ακόμη κι αν κάποιοι ταγματασφαλίτες «ακραιφνών εθνικιστικών φρονημάτων», όπως ο υπολοχαγός Τριαντάφυλλος Κοτζαμάνης, βαρύνονται με φόνους «αναρχικών», οι πράξεις τους αυτές δεν ήταν δύσκολο να αποδοθούν σε «αυτοάμυνα» 61.

Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η διοικητική εξέταση που διενεργήθηκε σε βάρος του ταγματάρχη Παναγιώτη Κυριακού. Ως επιχειρήματα για την απαλλαγή του επιστρατεύθηκαν η μη προσωπική συμμετοχή του σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, η συμβολή του στη σωτηρία κάποιων ομήρων «από τους όνυχας των Γερμανών», η γενικότερη συνεισφορά του «εις τον Εθνικόν αγώνα», η πολεμική του δράση στη Μικρασία και την Αλβανία, κυρίως όμως η σχέση του με τις συμμαχικές υπηρεσίες, για λογαριασμό των οποίων διενεργούσε κατασκοπεία και κατ’ εντολήν των οποίων (σύμφωνα τουλάχιστον με το πόρισμα της ΕΔΕ) προσχώρησε στα Τάγματα. Το γεγονός ότι ταυτόχρονα υπήρξε υποδιοικητής του Πλυνιζανόπουλου στην ηγεσία του «ευζωνικού συντάγματος» της Αθήνας, και μάλιστα κατά τις ημέρες των μεγάλων μπλόκων του καλοκαιριού του 1944, θεωρήθηκε προφανώς μικρολεπτομέρεια 62. Το 1962 θα τον συναντήσουμε, απόστρατο πια, ως οργανωτή της παρακρατικής «Αντικομμουνιστικής Σταυροφορίας» Παλαιού Φαλήρου, σε στενή συνεργασία με το τοπικό αστυνομικό τμήμα 63.

Ανάλογος υπήρξε και ο δικαστικός απολογισμός της δράσης των Ταγμάτων Ασφαλείας. Το πρώτο βήμα έγινε την άνοιξη του 1945. με την απαλλαγή των ιδρυτών τους, στη μεγάλη δίκη των δωσίλογων, από την κατηγορία της εσκεμμένης πρόκλησης εμφυλίου πολέμου κι εξυπηρέτησης των συμφερόντων των κατοχικών στρατευμάτων.

Σύμφωνα με το κείμενο της απόφασης, «ως απεδείχθη εκ της διαδικασίας η υπό τον Ι. Ράλλη συγκρότησις των Ταγμάτων Ευζώνων δεν απεσκόπει ούτε εις την άσκησιν βίας κατά Ελλήνων ένεκα της δράσεώς των κατά των Ιταλογερμανών, ούτε εις διέγερσιν εμφυλίου πολέμου αλλά ας την αποκατάστασην της δημοσίας τάξεως εν υπαίθρο και εις τας πόλεις, ήτις είχεν επικινδύνως διασαλευθή εκ της δράσεως κακοποιών στοιχείων εκτραχέντων εις την κατάλυσιν των αρχών, εις φόνους οργάνων της τάξεως και πολιτών, εμπρησμούς δημοσίων καταστημάτων και ετέρων ής έκρυθμου καταστάσεως αποτέλεσμα υπήρξεν ο εξαναγκασμός πολλών κατοίκων της υπαίθρου εις μετοικεσίαν προς ασφάλειαν των εις τα κέντρα. Τα σώματα ταύτα εξωπλίσθησαν υπό των Γερμανών, εις άλλους αποβλεπόντων σκοπούς, ήτοι εις την υποβοηθούσαν την ασφάλειαν των εν Ελλάδι παράτασιν της διαιρέσεως, μεταξύ των Ελλήνων, αλλά τοιαύτη πρόθεσις δεν υπήρχεν εν τη θελήσει της συγκροτησάσης τα Τάγματα Ασφαλείας Κυβερνήσεως, αθελήτως εν τούτοις. εξυπηρετησάσης τας προθέσεις τον εχθρού. Δια ταύτα. ο Ι. Ράλλης και η Κυβέρνησίς του απαλλάσσονται ως προς τα Τάγματα Ασφαλείας» 64.

Την παραπάνω απόφαση. που από πολλές απόψεις έμελλε ν' αποτελέσει καθοριστικό νομολογιακό (και όχι μόνο) προηγούμενο, ακολούθησε η αθώωση της ηγεσίας των Ταγμάτων για τα σημαντικότερα από τα μπλόκο του 1944 στις γειτονιές της πρωτεύουσας.

Η δίκη του διοικητή του «ευζωνικού συντάγματος» Ιωάννη Πλυντζανόπουλου και των κυριότερων συνεργατών του ξεκίνησε στις 23.10.1946 με την εξέταση του μπλόκου της 6/7/44 στο Περιστέρι, το οποίο είχε «αποδώσει» περίπου 120 συλλήψεις και 33 εκτελέσεις 65.
Δημοσιεύματα δημοκρατικών εφημερίδων της εποχής θα καταγράψουν τη δυναμική παρουσία «οπαδών της δεξιάς» στο ακροατήριο 66, θα επισημάνουν ότι οι καταθέσεις πολλών μαρτύρων κατηγορίας (ιδίως όσων ήταν φαντάροι και συνοδεύονταν στο δικαστήριο από τη στρατονομία) γίνονταν εμφανώς «υπό το κράτος φόβου» 67, και θα αποτυπώσουν την ένθερμη συνηγορία επώνυμων εθνικοφρόνων υπέρ των ταγματασφαλιτών: «Εις τον Πλυντζανόπουλον και τα τάγματα αξίζει εθνική ευγνωμοσύνη», καταθέτει λ.χ. ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών Μ. Καρζής. «Αν δεν ήτο αυτός. κ. πρόεδρε, ούτε σεις θα είσαστε εις την έδραν που κατέχετε, ούτε εγώ μάρτυς» 68.

Μόλις ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία, ανακοινώθηκε η αναβολή της ετυμηγορίας του δικαστηρίου μέχρις ότου περατωθεί η εξέταση όλων των συναφών υποθέσεων (περίπου τριάντα μπλόκα) 69.

0 επίλογος θα γραφτεί την επόμενη άνοιξη, με την απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου για το μεγάλο μπλόκο της Κοκκινιάς: στις 28 Μαρτίου 1947, ο Πλυντζανόπουλος και όλοι συλλήβδην οι συγκατηγορούμενοί του κηρύχθηκαν αθώοι για όλες τις κατηγορίες 70.

Από την εξέταση των πρακτικών της συγκεκριμένης δίκης, προκύπτει ότι η όλη ακροαματική διαδικασία εστιάστηκε αποκλειστικά και μόνο σε ένα μεμονωμένο περιστατικό (κατά πόσον ο Πλυντζανόπουλος, που ήταν παρών και διεύθυνε την όλη επιχείρηση, πυροβόλησε ο ίδιος προσωπικά τον κοκκινιώτη Κων/νο Περιβόλα που αντιστεκόταν στον απαγχονισμό του 71. Με τη δεύτερη (και πολύ σοβαρότερη) κατηγορία -για «πράξεις βίας εν συμπράξει μετά των οργάνων των αρχών κατοχής εις βάρος Ελλήνων ένεκα της δράσεώς των κατά τον εχθρού, τουτέστιν ότι εξοπλισμένοι όντες παρά των αρχών κατοχής και συγκεντρώσαντες δι' απειλών και βίας μετά των Γερμανών τον άρενα πληθυσμόν Νίκαιας εν τη πλατεία Οσιας Ξένης, εκακοποίησαν και βασάνισαν πολλούς Έλληνας. εν οίς και τον Κων/νον Περιβόλαν, ως ανήκοντας εις απελευθερωτικήν οργάνωσην αντιστάσεως» το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου. Οπως άλλωστε είχε αποφανθεί ήδη από τις 26.10.45 το δικαστήριο που αθώωσε τον επικεφαλής του «μηχανοκινήτου» Νικ. Μπουραντά, τα μπλόκο του 1944 δεν συνιστούσαν συνεργασία με τα στρατεύματα κατοχής, αλλά οι Γερμανοί συμμετείχαν σ’ αυτά από «ατυχή συγκυρίαν» και μόνο 72.

Η απόφαση για το μπλόκο της Κοκκινιάς «θάφτηκε» κυριολεκτικά από τις αθηναϊκές εφημερίδες της επομένης, που της αφιέρωσαν στην καλύτερη περίπτωση μερικές σειρές παρόλο που η έναρξη των δικών είχε χαιρετιστεί με πρωτοσέλιδα για «τους δημίους των ταγμάτων» κι ενώ από την ίδια τη σφαγή είχαν περάσει μόλις δυόμισι χρόνια 73.

Μια μέρα νωρίτερα, το Ειδικό Δικαστήριο Χαλκίδας είχε άλλωστε με τη σειρά του απαλλάξει τον Χρήστο Γερακίνη και τους ταγματασφαλίτες του Αλιβεριού 74. Ένας από τους βασικούς συνεργάτες (και συγκατηγορούμενους) του Πλυντζανόπουλου, ο ταγματάρχης Γ. Σγούρος θα αξιοποιηθεί έτσι πολλαπλά -και ως αξιόπιστος μάρτυρας κατηγορίας στις μεταπολεμικές δίκες εαμιτών (για «εγκλήματα» που διέπραξαν στη διάρκεια της Κατοχής), αλλά και ως υπεύθυνος για την εθνική αναμόρφωση των «μιασμάτων» στη Μακρόνησο 75.

Ένα άλλο εύγλωττο δείγμα αυτής της πρακτικής συνιστά η απαλλαγή με βούλευμα, από το Συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσίλογων Κοζάνης, του οπλαρχηγού του ΕΕΣ Παντελή Κυριακόπουλου, για πυρπολήσεις σπιτιών, λεηλασίες και 4 φόνους στο χωριό Ερμακιά Εορδαίας. Το Μάρτιο του 1944. το σλαβόφωνο αυτό προπύργιο του ΕAM είχε καταστραφεί και 39 κάτοικοί του είχαν εκτελεστεί ή καεί ζωντανοί από τα SS, τον Πούλο και τους ταγματασφαλίτες του ΕΕΣ. Σύμφωνα με το δικαστικό συμβούλιο, ωστόσο, όλα αυτά δεν ήταν εγκλήματα πολέμου αλλά μέρος ενός ενιαίου (συνεχιζόμενου από τα χρόνια της Κατοχής) «αντισυμμοριακού» αγώνα: «Ανεξαρτήτως του δοθέντος χαρακτηρισμού εις τας πράξεις ως κατηγορείται ότι διέπραξεν ο κατηγορούμενος» ξεκαθαρίζει το βούλευμα, «εκ του συνόλου της ενεργηθήσης ανακρίσως προέκυψε κατά τρόπον αναμφισβήτητον ότι η δράσις του κατηγορουμένου σχετίζεται αμέσος με τον διεξαγόμενον και κατά, την εποχήν εκείνην αντισυμμοριακόν αγώνα» και, ως εκ τούτου, θεωρούνταν αμνηστευμόνες με βάση το ΚΘ' Ψήφισμα της ίδιας χρονιάς 76.
Σε ορισμένες, τέλος, περιοχές της χώρας, όπως η Λακωνία, όχι μόνο η καταδίκη αλλά ακόμη και η απλή άσκηση δίωξης κατά των ταγματασφαλιτών ήταν αδιανόητη 77.

Υπήρξαν, βέβαια, και κάποιες εξαιρέσεις στον κανόνα της ατιμωρησίας. Ο συνταγματάρχης Πούλος, λ.χ., αν και προσφέρθηκε να συνεισφέρει κι αυτός την πείρα του στην καταπολέμηση των «συμμοριτών» (συγκροτώντας καινούριο «εθελοντικά τάγμα», εναντίον του ΔΣΕ αυτή τη φορά), τελικά καταδικάστηκε σε θάνατο (11.12.47) κι εκτελέστηκε (11.6.49) 78.
Σε θάνατο καταδικάστηκε επίσης -κι εκτελέστηκε στις 22.10.47- ο Φριτς Σούμπερτ 79.

Αρκετά τυχερότερος αποδείχθηκε ο διοικητής του «λόχου προπαγάνδας» του Πούλου, Ξενοφών Γιοσμάς: καταδικασμένος ερήμην σε θάνατο από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων το 1945. έμεινε μόλις τρία χρόνια στη φυλακή και το 1951 αφέθηκε ελεύθερος ύστερα από απονομή βασιλικής χάριτος και μια εξαιρετικά ευνοϊκή «συγχώνευση» των ποινών του από το Ειδικό Δικαστήριο. Πιθανότατα σ’ αυτή τη διευθέτηση να συνέβαλε ο παλιός του γνώριμος συνταγματάρχης του ΓΕΣ (και ηγετικό στέλεχος της ΠΑΟ) Παναγιώτης Γούλας, στον οποίο κατέφυγε επιστρέφοντας από τη Γερμανία 80. 

Άλλοι πάλι ξέφυγαν με ακόμη πιο συμβατικούς τρόπους. Ο Αριστείδης Παπαδόπουλος, π.χ., επικεφαλής των ταγματασφαλιτών του χωριού Νησέλι Ημαθίας και προφυλακισμένος για δυο τουλάχιστον φόνους (κι ηθική αυτουργία σε τρεις άλλους), δραπέτευσε από το νοσοκομείο στο οποίο είχε μεταφερθεί σαν «καρδιοπαθής» -απόδραση που, απ’ ό,τι φαίνεται, οδήγησε και στο κλείσιμο της υπόθεσης 81.

Συνηθισμένη έκβαση των υποθέσεων που έφταναν στο εδώλιο υπήρξε επίσης, όχι η αθώωση αλλά η (εκτονωτική) καταδίκη για κάποιο από τα ελάσσονα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Μια δακτυλογράφος του Δήμου Καλαμών και χήρα υπολοχαγού του εκεί Τάγματος Ασφαλείας καταδικάστηκε έτσι το φθινόπωρο του 1945 σε τετραετή κάθειρξη για «συνεργασία μετά του εχθρού», αθωώθηκε όμως ταυτόχρονα από την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας για το φόνο ενός αγγελιοφόρου του ΕAM, το κάψιμο του σπιτιού του και την κακοποίηση των συγγενών του από τη μονάδα του συζύγου της 82.
Σε γενικές γραμμές, ο κρίσιμος παράγοντας που καθόρισε την έκβαση κάθε επιμέρους υπόθεσης φαίνεται ότι ήταν η ύπαρξη (ή όχι) διασυνδέσεων του εκάστοτε δοσίλογου με την επίσημη εθνικοφροσύνη.

Ασχημη τύχη περίμενε συνήθως τους σλαβόφωνους πρώην οχρανίτες και κομιτατζήδες 83. Ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση υπήρξαν, ωστόσο, κάποιες πολύ περίεργες αφέσεις αμαρτιών. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι λ.χ. η απόρρητη υπηρεσιακή ταξινόμηση του «εθνικού φρονήματος» των σλαβομακεδονικών χωριών, εν έτει 1945 κι ενόψει μιας σχεδιαζόμενης εθνοκάθαρσης των μειονοτικών «ξένων στοιχείων»: βασικά προπύργια της βουλγαρομακεδονικής πολιτοφυλακής, όπως η Κορησσός ή τα Λακκώματα της Καστοριάς, καταγράφονται εκεί σαν χωριά είτε «ρευστοσυνείδητα» είτε αναφανδόν «ελληνόφρονα» 84. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό μπορεί να θεωρηθεί το μεταπολεμικό ατομικό φακέλωμα. από την τοπική ΚΥΠ, κάποιων παλιών οχρανιτών σαν «ρευστοσυνειδήτων» κι όχι «σλαβοσυνειδήτων», όπως κατά κανόνα χαρακτηρίζονταν υπηρεσιακά οι πρώην «συμμορίτες» συγχωριανοί τους 85.

Οι τοπικές ιδιομορφίες έπαιξαν, επίσης, περίεργο παιχνίδι στον Χανιώτη ταγματάρχη Παπαγιαννάκη. Προφυλακισμένος από τον Ιούλιο του 1945 για το φόνο του πράκτορα της βρετανικής Force 133, Μανόλη Πιμπλή, από άνδρες της μονάδας του (17.7.44), καθώς και για την ανάμιξη του τάγματος στις μαζικές εκτελέσεις χωρικών από τη Βέρμαχτ στο Μαλάθυρο, το Κακόπετρο και τα Παλιά Ρεύματα, θα αθωωθεί από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων στις 28.8.46 κι εν συνεχεία θα φυγαδευτεί από την Κρήτη.
Ηδη από τον Αύγουστο του 1945, άλλωστε, η συνήθης ΕΔΕ τον είχε απαλλάξει μετά πολλών επαίνων από κάθε κατηγορία δωσιλογισμού. Δεν πρόλαβε, ωστόσο, να επιστρέφει στα Χανιά, και στις 19.10.46 πυροβολήθηκε θανάσιμα από έναν άγνωστο «ψηλό με μουστάκι» μέσα σε κάποιο χρυσοχοείο της πόλης. Ο φόνος του αποδόθηκε αορίστως σε «εκτελεστικά όργανα» του ΚΚΕ ή σε παλιούς συντρόφους του Πιμπλή από τη Force 133, καθώς η υπόθεση ουδέποτε εξιχνιάστηκε 86.

Η παροχή συντάξεων στις οικογένειες των σκοτωμένων ταγματασφαλιτών αποτέλεσε μια ειδική -αλλά κατεξοχήν συμβολική- πτυχή αυτής της αποκατάστασης. Ο κατοχικός νόμος 927/1943, περί συνταξιοδότησης των οικογενειών «στρατιωτικών εν γίνει και δημοσίων υπαλλήλων, εκτελεσθέντων ή εκτελουμένων παρ' αναρχικών στοιχείων, ένεκεν γεγονότων σχέσιν εχόντων προς την ιδιότητά των ως στρατιωτικών ή δημοσίων υπαλλήλων ή προς την ενάσκησιν των δημοσίων καθηκόντων των» 87, θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται και μετά την Απελευθέρωση, καλύπτοντας μεταξύ άλλων και περιπτώσεις εκτελεσμένων από τον ΕΛΑΣ στην Πηγάδα του Μελιγαλά αλλά και πολύ νωρίτερα 88.

Από την άνοιξη του 1946 και μετά, οι ανάπηροι ταγματασφαλίτες (και οι οικογένειες των σκοτωμένων) θα συνταξιοδοτούνται βάσει του νέου νόμου 1119, που αφορά «τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους και υπηρέτας. στρατιωτικούς εν γίνει και τους εξομοιωμένους προς τούτους» 89.
 Ένα τεχνικό πρόβλημα που πρόκοψε, από την καταστροφή των αρχείων των κατά τόπους Ταγμάτων και την μη ενημέρωση των αρμόδιων στρατολογικών γραφείων για τις υπηρεσιακές μεταβολές όσων κατατάσσονταν o' αυτά, λύθηκε με την προσφυγή σε ένορκες βεβαιώσεις των πρώην διοικητών τους 90.

Οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι τις μέρες μας, όπως διαπιστώνουμε από σχετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που εν έτει 1991 κλήθηκε ν’ αποφανθεί σε ποιαν από τις δυο χήρες ανήκει η σύνταξη ενός δίγαμου «εξφανισθέντος κατά το 1944 ευζωνου των Ταγμάτων Ασφαλείας» 91...

Παραπομπές

1. Γρηγορόπουλος 1966. 0.267-9.
2. ‘Αρχείο Τσουδερού, τ.Γ», σ.606-7 και τ.Γ2. σ.993.
3. Αλ. Παπαπαναγιώτου (επιμ.), ΚΚΕ. Επίσημα κείμενα. τ. Ε' (1940-1945), έκδοση του ΚΚΕ (Εσ.). Για τη διαδικασία υπογραφής του ντοκουμέντου, βλ. Σύσκεψη Μυρόφυλλου Πλάκας. Πρακτικά, χ.τ.έ. Φεβρ. 1944. σ 20 & 28
4. ΠΕΑΕΑ, Πράξη 8 της 24.3.44 («Τιμωρία των οργάνων τον καταχτητή») και σχετική εισηγητική έκθεση, σε Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης [στο εξής: ΚΕΑ]. Αθήνα 1981. τ. Β'. σ.39-42· PIC 18.7.44, όχ.χ., σ.48.
5. Σταυρογιαννόπουλος 1966, σ 41. Για τη διαδικασία σύνταξης του μηνύματος και τις ισορροπίες που επιχειρήθηκε να κρατηθούν, βλ. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ημερολόγιον Κατοχής, Αθήνα 2003, σ.530·1
6. Αρθρο 5 της συμφωνίας (Οι συμφωνίες Λιβάνου-Γκαζέρτας-Βάρκιζας Αθήνα I985. σ.51-2).
7. Παπαστρατής 1995.σ.137. Για άλλα δείγματα τέτοιων προκηρύξεων: Παπαστεριόπουλος 1975, τ. Ε’ σ. 284- Γρηγόρης Κριμπάς, H Εθνική Αντίσταση στη Μεσσηνία και στους γύρω νομούς, . σ.283.
8. Βλοντάκης 1976, σ.81 και 424·5· ΕAM & ΕΟΚ. «Προκηρύξεις προς το λαό του Νομού Χανιών», σε ΔΙΣ 1998, τ. 6ος, σ.314-5- Νίκος Κοκονάς Η γερμανική κατοχή στην Κρήτη. Ρέθυμνο 1989. σ. 198. Ελευθέριος Παπαγιαννάκης, Κρήτη. Η νύχτα (Ιούνιος 1941 - Μάιος 1945), Αθήνα 1996. σ.333-4.
9. Σταυρογιαννακόπουλος 1966. σ.48-9, 53-4 & 82 και 1974, σ.219·20 -Έκθεση Γ. Τολιόπουλου(15.11.55),όπ.π., 0.214-5-Έκθεση Π. Καζάκου (27.10.55). όπ.π.. σ.195-7. Έκθεση Π. Κυριακού (8.4.57), όπ.π.. σ.229-30· Έκθεση Γ. Οικονόμου (28.10.57), όπ.π.,σ 236- Αναγνωστόπουλος 1973. σ.386-8 & 395-6. Για ένα δείγμα της αναπαραγωγής του μηνύματος από την εαμική προπαγάνδα: Χωρίς Φίμωτρο (δελτίο του ΕΑΜ Κ. Εύβοιας) 2.10.44, φωτοτυπία σε Παπαστρατής 1995, σ/158.
10. Hammond 1993, σ. 141 & 187-8· Μητρόπουλος 1971. σ.390-4 & 407· Φροντιστής  1977.σ.333-8· Χατζής 1983.τ.Δ'.σ.38·Μαραντζίδης 2Ο0Ι.σ.179· 83 & 183-8· Παπακωνσταντίνου 1999. σ.365-7· Ιορδανίδης (1.6.58). ύχ.χ.. σ.316-7· Κίκκκιτσας 1978. σ.428-9 & 433-4· Σταύρος Θεοδοσιάδης, Η Πίνδος ομιλεί, Κοζάνη 2000,σ.457-60· Geofrey Chandler, Διχασμένη χώρα. Μια αγγγλοελληνική τραγωδία, Θεσ/νίκη 2000 (π.«. 1939), σ.74-6.
11. Andrew Rcesos, «The Macedonians of Aegean Macedonia: A British Officer's Report. 1944». Siavonie & Easr European Review 69/2 (2.1991), σ.299-301.- Κοσμάς Αμύντας. Αναμνήσεις ενός καπετάνιου, Θες/νικη 1982, σ.104-7· Hammond 1993. .143 & 187- Εξόρμηση (Οργανο της ΟΜΜ του ΕΛΑΣ) 9.9.44.
12. Καραμαλάκης 1990. σ.212-24- Μητσόπουλος 1971. σ.402-5- Κίνιτσας 1978. σ.422-6.
13. Ανακοινωθέν υπ' αριθ. 68 του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ (26.9.44). σε ΚΕΑ 1981. τ. Α'. σ.414.
14. Ηλίας Θεοδωρόπουλος, Η πηγάδα του Μελιγαλά, Αθήνα 2001 (π.έ. 1979), σ 204-69.
15. Νικολαΐδης 1975, σ 48-9· Αλέξανδρος Σβίγκος «Αγώνας της ΟΠΛΑ», Εθνική Ανάσταση 122 (4-6.2004). σ.62· Chandler 1959. σ.74· Γεώργιος Μίντσης, 80 χρόνια ελεύθερη Εδεσσα, Εδεσσα 1992. σ.102. Τα δυο πρώτα αφορούν ταγματασφαλίτες, ενώ τα δυο τελευταία Οχρανίτες.
16. Δροσάκη 1985, σ. 156 Δημήτριος Θεοχαρίδης Η Μακεδονία μας στις φλόγες Αθήνα Ι968.σ.2-57 Ο συγγραφέας του τελευταίου υπήρξε ηγετικό στέλεχος του Τάγματος Ασφαλείας του Δάγκουλα (Ελευθερία 29 & 10.1.65) -κάτι ο ίδιος, πολύ λογικά, αποφεύγει επιμελώς ν’ αναφέρει.
17. Ευθύμιος Παναγούλιας. Λέω αλήθεια. Τα’ ορκίζομαι! Ένα θανατοποινήτης αντιστασιακός θυμάται και γράφει. Αθήνα 1990 σ/ 190-195. Σινόπουλος 1995 σ. 28. Παπακωνσταντίνου 1999 σ. 386. Ζαούσης 1980 σ. 159-64. Κριμπάς σ. 379. Γιάννης Σχοινάς Η Εθνική Αντίσταση στην Μεσσηνία Αθήνα 1984 σ. 211-212.
18. Μητσόπουλος 1971,σ. 394-7 Σβίγκος 2004, σ.62 Παπαστρατής 1995, σ.155· Πρίαμος. Με το 7ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ  στα βουνά της Εύβοιας, Αθήνα 1986. σ.134-5· Κριμπάς όπ.π.. σ.309-10. Βλ. επίσης την παρατήρηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ότι ακόμη κι ο Βελουχιώτης «βρήκε κι αυτός το μπελά» του στον Πύργο (5.10.44) με τον κόσμο «που του ζητούσε φορτικά να λιντσάρει τους φυλακισμένους ταγματασφαλίτες (Κανελλόπουλος 1977, σ.668).
19. Αμύντας 1982 σ. 118
20. Μπαίνοντας λ.χ. στη Ναύπακτο, οι ελασίτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με το θέαμα τριών επονιτών, που είχαν συλληφθεί κι απαγχονιστεί πριν από λίγες μόλις ώρες (Χρήστος Γιαννακόπουλος. Και διηγώντας τα μην κλες!. Αθήνα 1994, σ.87).
21. Εκθεση Γ. Τολιόπoυλου (15.11.55), όπ.π., σ.215-9
22. Το μεγαλύτερο μέρος του Τ.Α. Ναύπακτου (447 άνδρες) έφυγε με πλοία στην Πάτρα. Στην πόλη παρέμειναν περίπου 150 ντόπιοι ταγματασφαλίτες, «υπό ιδίαν των ευθύνη». οι οποίοι παρέδωσαν τα όπλα τους στον ΕΛΑΣ κι αφέθηκαν ελεύθεροι (Σταυρογιαννόπουλος 1974, σ.262-70- Λουκάς 2001. σ.37-40).
23. Δασκαλάκης 1973, τ. Α', σ.201· Σταυρογιαννόπουλος 1966, σ.69-71· Κλεφτογιάννης 1994. σ. 134-6· Κανελλόπουλος 1977, σ.653-9.
24. Σταυρογιαννόπουλος 1966,σ.84-8 Καραλής 1958, σ/322-23  Μάγιερ2003. σ.606-14 Βασίλης Λώζαρης. Πολιτική ιστορία της Πάτρας τ. Α’, Πάτρα 1990. σ/ 12-13· Ηλίας Παπαστεριόπουλος. Η απελευθέρωση της Πάτρας, Αθήνα χ.χ_, σ.12-6.
25. 213 Σταυρογιαννόπουλος 1966. Σ. 60 -4· ΔΙΣ 1998, τ. 8ος. σ. 154-7 &. 241-3 Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, H «απελευθέρωσης της Ελλάδος και τα μετά ταύτην γεγονότα (Ιούλιος 1944 - Μάρτιος 1945), Αθήναι 1973 (στο εξής Δ1Σ 1973], σ.71.
26. Εκθεσης Γ. Οικονόμου (25. 10.57). ό.τ.π.. σ, 239-40- Παπαστεριόπουλος 1975, τ. Γ. σ. 190-6.
27. ΔΙΣ 9Ι5/Α/9, Ν. Καράμπελας, «Περιληπτική ιστορική έκθεσις περί συγκροτήσεως του Τάγματος Ασφαλείας Γυθείου», Εν ΓυθεΙω 27.12.54. σ.3.
28. Παπαστρατής 1995.σ.129-56- Δοσατζής 1982,σ.247-50 Αναγνωστόπουλος 1973. σ.357-8 & 395-6. Η αποφασιστικότητα του τοπικού ΕΑΜ για αποφυγή της αιματοχυσίας υπήρξε εντυπωσιακή, καθώς στις 16.10.44 οι ταγματασφαλίτες άνοιξαν πυρ εναντίον μαζικής διαδήλωσης που τους κυλούσε να συνθηκολογήσουν, σκοτώνοντας τουλάχιστον 7 άτομα.
29. Ανακοινωθέν υπ' αριθ. 76 του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ (26.10.44), τε ΚΕΑ 1981, τ. Α’ σ.435.
30. Τριανταφυλλίδης 1998, σ.244-6- Hammond 1993, σ.167· Καραμαλάκης 1990, σ.2Ι6- Χρυσοχόου 1949, σ.146- Οικονόμου (28 10.57}, όπ.π., σ. 238· Λάζαρης 1990, σ.9.
31. Δασκαλάκης 1973, τ. Α’ σ.223-4.
32. Σταυρογιανόπουλος 1966, σ.73-4.
33. Έκθεση. Π Κυριακού(8.4.57) οπ.π., σ.23)·Διαταγή Σπηλυοτόπουλου (11.10.44) και σχετική αναφορά του διοικητή της Σχολής, αν/χη Δημ. Γιαννακόπουλου (13.10.44). σε Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου 1944-1949), Αθήνα 1998 [στο εξής: ΔΙΣ Ι998Α], τ. Α’ σ.132-7· Σταυραγιαννόπουλος 1966, σ. 108. Με άλλη διαταγή, το Τάγμα της Φρουράς του Αγνωστου Στρατιώτη (δηλ. το 4ο Τάγμα Ασφαλείας Αθηνών), διατάχθηκε να παραμείνει στους στρατώνες του κάτω από παρόμοιο καθεστώς (ΔΓΣ Ι998Α. Μος.σ.131).
34. ΔΙΣ 1973. σ.71. Σύμφωνα με αναφορά του διοικητή του τάγματος, στα τέλη Οκτωβρίου η δύναμη του αριθμούσε 1.486 άντρες (ΔΙΣ/9Ι5/Α/36, Π. Δεμέστιχας προς Διοικητή Βρετανικού Στρατού, 26.10.44).
35. Γ. Οικονόμου (28.10.57). όπ.π. σ.240
36. Hondros 1989. σ.270-3
37. Γρηγορόπουλος 1966 σ.267-8. Επίσης Ζαλοκώστας 1949 σ/288: «Συμφωνάμεε πως τα Τάγματα είναι συμμαχικώς απαράδεκτα και αποφασίσαμε να τα αφοπλίσομεν την κατάλληλη στιγμήν  χωρίς να διαλυθούν κρατώντας τα συγκεντρωμένα για τελευταία εφεδρεία».
38. Hondros 1959. σ.271-2· Υποστράτηγος Π. Παναγάκος προς Α. Παπαθανοσόπουλο (2.10.44), σε ΔΙΣ 1998Α. τ. 1ος. σ. 108-10-  Αναγνωστόπουλος 1973. σ.357.
39. ΔΙΣ/915/Δ/4, Πόρισμα ΕΛΠ για τον Π. Κυριακού. Εν Αθήναις 21.2,46, σ.2· Σταυρογιαννόπουλος 1966. σ.92-5. Επισήμως, η παραλαβή έγινε από τη «X» και το Μηχανοκίνητο της Αστυνομίας Πόλεων (ΛΙΣ 1973, σ. 32-4- Ζαλοκώστας 1949. σ.250 & 296-300· ΔΙΣ 1998Α. σ. 110-3 & 124-6). Τα τμήματα αυτά έδωσαν κανονική μάχη με την τοπική πολιτοφυλακή του ΕΛΑΣ, που επιχείρησε να πάρει τα όπλα, ενώ σημειώθηκε και μια μικρό συμπλοκή «παρεξηγήσεως» με γερμανική περίπολο.
40. Hondros I959. σ.262-76· Lars Baeicnuen, «Η απελευθέρωση της Πελοποννήσου». στο συλλογικό Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση. Αθήνα 1954. σ.225·43.
41. Hammond 1993, σ. 144 & 166.
42. Hammond 1993, σ.168-9· Ιορδανίδης (1.6.58). όπ. π σ.316· Παπακωνσταντίνου 1999. σ.366-7· Mιχαήλ Παπαδόπουλος προς Nικ. Πλαστήρα, Κοζάνη 25.4.45, σ.10.
43. Τσακαλώτος 1960. σ. 595
44. Λεωνίδας Σπάης «3.12.1944, Λάθη –πάθη-τάφοι», Πολιτικά θέματα 4-10.12.76, σ.27.
45. ΔΙΣ 1973, σ.108, 136 & 172· Π. Κυριακού (8.4.57), όπ. Π. σ.232-3· Κουβαράς 1976, σ.175-7. Ο Σπαής (όπ.χ.) υποστηρίζει ότι, από 27.000 συνολικά ταγματασφαλίτες, χρησιμοποίησε «περίπου 12.000. τους λιγότερο εκτεθειμένους».
46. Σταυρογιαννόπουλος 1966, σ. 112-3.
47. Πολιτικός Συνασπισμός Κομμάτων του ΕΑΜ, Λευκή βίβλος. Παραβιάσεις της Βάρκιζας (Φλεβάρης - Ιούνης 1945), Αθήνα 6-1945, σ.27-9.
48. «Ο υπεύθυνος». Eλευθερία 19.8.1945· Το Βήμα 19.8.1945.
49. Richter Ι955.σ.174.
50. Το Βήμα 30.10.1945· βλ. επίσης Heinz Richter. British intervention in Greece, Λονδίνο 1985, σ.158
51. Δουατζής 1982. σ. 173· Νικόλαος Αναγνωστόπουλος, H εθνική συμφιλίωσης και η Ιστορία της. Αθήναι 1990, σ.76
52. ΔΕ/915/Α/1. Δ. Παπαδόπουλος. «Ιστορία των ταγμάτων Ασφαλείας» (1952), σ. Ι9· ΔΙΣ/915/Α/8. Δ. Παπαδόπουλος «Ιστορία 1ου Εθελοντικού Τάγματος Χωροφυλακής (Σπάρτης)», σ.5.
53. Βλ το σχετικό βούλευμα σε Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών. Αποκαλύψεις  του Τύπου 1951-1952  Αθήνα 1975. σ.75 & 92-3.
54. ΔΙΣ/915/Α/8, Δ. Παπαδόπουλος, όπ.π., σ.5· Π. Κυριακού (8.4.S7). οπ.π, σ.228-9.
55. 243 ΔΙΣ/9Ι5/Α/4. Π. Δεμέστιχας. «Βεβαίωσις». Εν Αθήναις 2.4.1970.
56. Δ1Σ/9Ι5/Β/6, ΓΕΣ7ΔΙΣ (Μ. Παπακωνσταντίνου προς Σ/χη Μουστακόπουλο, 15-5.1957).
57. ΕΑΜ, Λευκή Βίβλος, οπ.π , σ.27. Το 1949 θα προαχθεί σε αντιστράτηγο «επί του πεδίον της μάχης εις τον Γράμμον και το Βίτσι» (Αναγνωστόπουλος 1990. σ.76). Το 1954, τέλος, χρημάτισε υπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Παπάγου (Γρηγόρης Τζιοβάρας, Τα Υπουργεία μας. Αθήνα Ι996.σ.281).
58. Δ. Παναγιωτόπουλος. «Έκθεσή εξαγομένου ενεργηθήσης ΕΔΕ αφορώσις Υπ/γον Γιαννόπουλος Γεώργιον», Εν Αθήναις 20.3/1946.
59. 247. ΔΙΣ/915/Δ'4. Π. Βεΐνόγλου. «Πόρισμα ενεργηθείσης διοικητικής εξετάσεως. Εν Αθήναις 12.3.46.
60. ΔΙΣ 915/Δ/3. Α. Καμαμαλέγκος. «Έκθεσις ενόρκου διοικητικής εξετάσεως», Εν Αθήναις 16-3.46
61. ΔΙΣ/915/Δ/3. Α. Καραμαλέγκος. «Εκθεσις ενόρκου διοικητικής εξετάσεως»· Εν Αθήναις 16.3.46
62. ΔΙΣ/9Ι5/ΔΜ. Θ. Πυρρόπουλος «Πόρισμα ενεργηθήσης ενόρκου διοικητικής εξετάσεως», Εν Αθήναις 21.2.46. Για τη θέση του στα Τάγματα Ασφαλείας» βλ. ΔΙΣ/915/Τ73, Σύνταγμα Ευζώνων Αθηνών (Π. Κυριακού-Ι. Πλυντζανόπουλος), «Κατάστασις ονομαστική των παρά τω άνω Συντάγματι υπηρετούντων Αξ/κών και Ανθ/στών», Αθήνα» 1.8.44.
63. Αντρέας Λεντάκης. Παρακρατικές οργανώσεις και 21η Απριλίου, Αθήνα 1975, σ.92. Επικεφαλής της οργάνωσης ήταν ο Θεόδωρος Παπαδόγκωνας, επίσης πρώην στέλεχος των Ταγμάτων (σ.82-3).
64. «Η απόφασις του δικαστηρίου δια τους Έλληνας Κουΐσλινγκ», Ελευθερία 1.6.1945· Επίσης, Richter 1985. σ. 142-3.
65. Ελευθερία 22 & 24.10.46.
66. Ελευθερία 22.10.46
67. Ελευθερία 26.10.46.
68. Ελευθερία 30.10.1946 Χαρακτηριστική, επίσης η στιχομυθία ανάμεσα στον πρόεδρο του   δικαστηρίου και τον έφεδρο υπολοχαγό (κι αξιωματικό των Ταγμάτων) Ευστ. Περρή: «Εις τα μπλόκα, λέει ο μάρτυς, ουδείς εθνικιστής συνελήφθη αλλά μόνον εγκληματίαι αριστεροί» Και πρόσθεσε: «Επρεπε να τους κάνουν ακόμα περισσότερα διότι ήσαν κομμουνισταί. Εγώ τουλάχιστον συνεχίζω το έργον μου. Τους διώκω συνεχώς». Πρόεδρος: «Εχε υπ’ όψιν σου ότι δεν υπάρχουν πια Γερμανοί. Κι αν συλληφθείς και έρθεις αντιμέτωπος της δικαιοσύνης θα τιμωρηθείς αυστηρότατα».
69. Ελευθερία 5.11.1946.
70. Αρχείο Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων Αθηνών φ. 1947/2/ Απόφαση αριθ.358/28.3.47. 0 εισαγγελέας είχε προτείνει την καταδίκη ενός από τους κατηγορούμενους, του Θ. Βακαλόπουλου, που στο μπλόκο είχε δράσει σαν καταδότης (χωρίς κουκούλα). Τελικά, αθωώθηκε ακόμα κι αυτός.
71. Αρχείο ΕΔΔ Αθηνών. φ.1947/3 Πρακτικά της ίδιας δίκης Οι μισοί από τους μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν ότι είδαν τον Πλυντζανόπουλο να πυροβολεί. Οι άλλοι μισοί όπως και οι μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν ότι ήταν παρών αλλά ότι δεν αντελήφθησαν αν είχε πυροβολήσει ή όχι.
72. Ελευθερία 27.11.45· To Βήμα 27.11.45 Αξίζει. νομίζω. να συγκριθεί η τελευταία αυτή αθωωτική απόφαση με την κάθειρξη 8 ετών που το ίδιο δικαστήριο επέβαλε σε όσους από τους ενόρκους είχαν αποφύγει να εμφανιστούν (Εθνος 20.10.45 Το Βήμα 21.10.45).
73. Το «Βήμα» της επομένης περιέλαβε την είδηση στη στήλη «σύντομαι εσωτερικαί ειδήσεις» της δεύτερης σελίδας, αφιερώνοντας της 4 μόλις σειρές και κατατάσσοντας την 8η από τα 9 συνολικά ειδησάρια της ημέρας η «Καθημερινή» της αφιέρωσε μερικές σειρές, στον πάτο ενός μονόστηλου που αφορούσε την καταδίκη δυο μελών της Ειδικής Ασφάλειας, ενώ η «Ελευθερία» ένα μονόστηλο 6 σειρών -πάντα στη 2η σελίδα με τον τίτλο «Ηθωώθησαν». Ολες οι εφημερίδες αναφέρουν ότι η κατηγορία αφορούσε «συνεργασίαν με τον εχθρόν», καμιά τους όμως δεν μνημονεύει το μπλόκο ή την Κοκκινιά. Για την υποδοχή των δικών, βλ. «Δικάζονται οι 119 δήμιοι των Ταγμάτων» και «Ήρχισεν η δίκη δια τα απαίσια μπλόκο». Ελευθερία 22 & 24.10.1946.
74. Ελεύθερη Ελλάδα 25.3.1947. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ «από τους μάρτυρες κατηγορίας ελάχιστοι εμφανίστηκαν στο δικαστήριο γιατί οι χίτες τους είχαν απειλήσει ότι αν παρουσιαστούν θα εκτελεστούν» ο δε εισαγγελέας κατά την αγόρευση του «Εξύμνησεν τα Τάγματα Ασφαλείας».
75. Δημήτρης Λιάτσος. Το μπλόκο της Κοκκινιάς. Κοκκινιά 1983. σ.63-7.
76. Δορδανάς 2002, σ.531 (βούλευμα) & 527-30 (ιστορικό της οργής).
77. Δελαπόρτας 1977, σ.160.
78. Δορδανάς 2001 (αδημοσίευτο), σ.18-9.
79. Εθνος 22.10.1947.
80. Παύλος Πετρίδης. Δολοφονία Λαμπράκη. Ανέκδοτα ντοκουμέντα (1963 -1966). Αθήνα 1995. σ.49. Ελευθερία 26.1.1965· Στράτος Δοργανάς, «Από τις προσκοπικές ομάδες στη δολοφονία Λαμπράκη: η περίπτωση του Ξενοφώντος Γιοσμά». εισήγηση στο συνέδριο «Οψεις του δωσιλογισμού στην Ελλάδα της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου» (Σαμοθράκη. 2-4.7.2004)· Βασίλης Γούναρης. Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων. Κοινωνικές και άλλες όψεις του αντικομουνισμού στη Μακεδονία του Εμφυλίου Πολέμου. Θεσ/νίκη 2002. σ. 186-1.
81. ΠΛ, έγγραφα από τo Αρχείο Επταπυργίου: κλητήριο θέσπισμα (30.6.45), ένταλμα προφυλακίσεως (9.11.45), ιατρικές βεβαιώσεις (29.7, 148 & 16.8.46), διαγραφή από τη δύναμη των φυλακών λόγω απόδρασης (25.10.46)- για την παραχώρηση αυτού του υλικού, ευχαριστώ πολύ την Καίτη Αναγνωστοπούλου και τον Κυριάκο Νικολάου. Σχετικά με τον Αριστείδη Παπαδοπούλο, βλ. επίσης Δορδανάς 2002. σ 718 και KKΕ.- Ε.Π. Μακεδονίας (Λ. Στρίγκος) προς το ΠΓ του ΚΚΕ, 20-25.10.44.
82. Θάρρος (Καλαμάτα) 31.10.1945. Τρεις μήνες αργότερα, ο συνήγορος πολιτικής αγωγής στη δίκη (Θ. Κορμάς) δολοφονήθηκε από την παρακρατική συμμορία του Μαγγανά (Βουρνά 2001, σ.296·302).
83. Elcm Haidia, «The punishment of collaborawrs in Northern Greece, 1945-1946», σε Mark Mazower (cd). After the war war avvr. Πρίνστσν 2CC0. σ.48-
84. ΛΦΑ/69·'447. «Πίναξ κοινοτήτων και συνοικισμών του νομού Καστοριάς» (1945). Για ένα γενικότερο προβληματισμό πάνω στο ζήτημα, βλ. Κωστόπουλος 2003, σ.45·51.
85. ΠΑ. [ΚΥΠ] «‘Μακεδονικόν'. (Υφιστάμενη εν τω Νομώ Φλωρίνης Κατάστασις)». 23.5.1965. Παράρτημα Γ. «Κομμουνισταί εκλεγέντες μέλη κοινοτικών συμβουλίων Ν. Φλωρίνης», σ.3. Οι συνέχειες μιας τέτοιας ταξινόμηοης ήταν καθοριστικές για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων: οι «ρευστοσυνείδητοι» δικαιούνταν λ.χ. να αγοράζουν ακίνητα στην παραμεθόρια «Επιτηρούμενη Ζώνη», ενώ οι «σλαβοσυνείδητοι» όχι (Αλ. Παπάγος προς υπ. Γεωργίας, Εν Αθήναις 24.4.39).
86. Αντωνίου 1965. σ. 1952-3 & 1962 Βλοντάκης 1976. σ.41-2· Τσίβης 1985, σ.93 Κήρυξ (Χανιά) 5-29.8 & 19-22.10.1946· δημοκρατία (Χανιά) 6-28.8 & 20.10.46· Ερευνα (Χανιά) 29.8 & 20-22.10.46· Παρατηρητής (Χανιά) 21.10.46.
87. ΦΕΚ 1943/Λ/389, Ν. 927 της 10.11.43. Για μια περίπτωση εφαρμογής του όσον αφορά την οικογένεια ταγματασφαλίτη που «εφονεύθει παρ’ αναρχικών στοιχείων διατελλών εν διατεταγμένην υπηρεσίαν». βλ. ΦΕΚ/Β'6. απόφαση υπ' αριβ.77517/5.1.44 υπογραφόμενη απ' τον I. Ράλλη.
88. Ενδεικτικά: ΦΕΚ 1945/Β'ΊΟΟ (αγρονόμος Αρφαρών Μεσσηνίας, τ 3.1943), ΦΕΚ 1945/B/105 (αγρονόμος Βαλτεσινίκου Αρκαδίας, 12.5.44), ΦΕΚ 1945/Β/108 (εισαγγελέας Καλαμάτας, τ 17.9.44). ΦΕΚ Ι945/Β/11) (ταγματασφαλίτης εκτελεσμένος στο Μελιγαλά).
89. ΦΕΚ/1946/Α118. Ν. 1119 της 15.3.46, άρθρο 1.
90. Απάντηση του υπουργού Οικονομικών Δ. Αλιπραντή σε σχετική ερώτηση του βουλευτή Α. Σχινά. Εφημερίς των Συζητήσεων στη βουλή [στο εξής: EXBJ. συνεδρίαση της 26.4.1960. σ.721-2.
91. ΝΣΚ (Ολομέλεια Διακοπών), Γνωμοδότησις 550 της 1.8.1991.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger