Αρχική » , » Η αλήθεια για τους Σλαβομακεδόνες

Η αλήθεια για τους Σλαβομακεδόνες

{[['']]}
Μπροσούρα της ΣΑΚΕ

Ιστορικές αλχημίες

Οι προς βορράν βλέψεις της ελληνικής αστικής τάξης παίρνουν και αρχήν "αμυντικό" χαρακτήρα. Υποτίθεται ότι όλος αυτός ο συρφετός των αστών πολιτικών, πανεπιστημιακών, λογοτεχνών και άλλων διανοούμενών κλπ. υπερασπίζεται την "ιστορική αλήθεια" και την "ιστορική κληρονομιά".

Στόχος των νέων "μακεδονομάχων" είναι να αποδείξουν ότι δεν υπήρξε ποτέ Σλαβομακεδονικό έθνος, κατά συνέπεια ούτε Σλαβομακεδόνες στην Ελλάδα, ότι είναι κατασκεύασμα του Τίτο, για να προωθήσει τα επεκτατικά του σχέδια σε βάρος της ελληνικής Μακεδονίας, ότι τέλος μόνο οι Ελληνες έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τον όρο Μακεδονία, σαν οι μοναδικοί και γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων και του Μ. Αλεξάνδρου.

Για για να πετύχουν το σκοπό τους αρχίζουν τις ιστορικές αλχημείες, που οδηγούν βαρύγδουπους "επιστήμονες" στο επίπεδο της γελοιότητας. Ανακάλυψαν ότι πρόγονοι των Σλαβομακεδόνων ή των - κατά την αστική προπαγάνδα - Σκοπιανών είναι οι Δάρδανοι, αντίπαλοι και εχθροί των αρχαίων Μακεδόνων, που ζούσαν στα εδάφη της πρώην γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας! Ετσι δικαιολογούν το γιατί οι Σλαβομακεδόνες δεν έχουν καμιά σχέση με τους αρχαίους Μακεδόνες και κανένα δικαίωμα στην κληρονομιά που άφησαν.

Ακριβώς το αντίθετο υποστηρίζουν οι αστοί εθνικιστές της πρώην γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας, χρησιμοποιώντας στο κράτος τους σύμβολα των αρχαίων Μακεδόνων βασιλιάδων, για να θεμελιώσουν ιστορικά τις επεκτατικές βλέψεις τους. Οι μεγαλόσχημοι "επιστήμονες μας" παραβλέπουν σκόπιμα αυτό που ξέρει κάθε μαθητής Λυκείου ότι τα σύγχρονα έθνη και η εθνική συνείδηση άρχισαν να διαμορφώνονται παράλληλα με την ανάπτυξη της αστικής τάξης και ίων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αυτή είναι η μόνη επιστημονική βάση από την οποία πρέπει να ξεκινά η προσέγγιση του εθνικού ζητήματος.

Οτι το εθνικό ζήτημα είναι αντικείμενο της ιστορίας και της κοινωνιολογίας, ενώ η φυλετική καταγωγή, η συνέχεια από αρχαίους λαούς σε σύγχρονους είναι αντικείμενο άλλων επιστημών, όπως η εθνολογία, η λαογραφία κλπ., που πάντως δεν μπορούν να ερμηνεύσουν το σχηματισμό των σύγχρονων εθνών, που σχεδόν στο σύνολο τους προέρχονται από διαφορετικούς λαούς, από διαφορετικές εθνικές ομάδες και φυλές. Είναι λοιπόν ευνόητο, ότι τα σλαβικά φύλα που άρχισαν να εγκαθίστανται στη Βαλκανική στην περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, από τον 6ο αιώνα μ.χ., και τα έθνη που προήλθαν απ' αυτά μερικούς αιώνες αργότερα δεν έχουν σχέση με τα φύλα που έζησαν στην ίδια περιοχή 2.000 χρόνια πριν. Το ίδιο ισχύει και για το σύγχρονο ελληνικό έθνος.

Το ζήτημα της φυλετικής συνέχειας από τους αρχαίους Ιωνες, Δωριείς, Μακεδόνες και άλλα ελληνικά φύλα, που ζούσαν πριν από περίπου 2.500 χρόνια στον ελλαδικό χώρο, απετέλεσε αντικείμενο μελέτης από εθνολόγους, λαογράφους και άλλους επιστήμονες, πολλοί από τους οποίους έκφρασαν και αντιτιθέμενες απόψεις. Κανένας σοβαρός επιστήμονας όμως (ακόμη και εκπρόσωποι του μεγάλο ιδεατισμου) δεν αμφισβήτησε, ότι στη μακραίωνη πορεία διαμόρφωσης του νεοελληνικού έθνους η εθνική ταυτότητα του διαμορφώθηκε με τη φυλετική, πολιτιστική και οικονομική αλληλεπίδραση και επιμειξία με μα σειρά άλλα φύλα, τα οποία πέρασαν από την Ελλάδα σαν επιδρομείς και καταχτητές ή με τα οποία είχε στενές σχέσεις, όπως είναι οι Αλβανοί, οι Ρωμαίοι, οι Αραβες, οι Σλάβοι, οι Ενετοί, οι Τούρκοι.

 Οι αναδρομές και οι αναφορές στην αρχαία Μακεδονία και το Μ. Αλέξανδρο δεν μπορούν να ερμηνεύσουν ιστορικά φαινόμενα που εμφανίστηκαν 20 τουλάχιστον αιώνες αργότερα, αλλά εξυπηρετούν αποκλειστικά την εθνικιστική προπαγάνδα και των δυο πλευρών. Οσο για τα σύμβολα και το πολιτιστικό παρελθόν, για τα οποία ερίζουν Αθήνα και Σκόπια, δεν αποτελούν κληρονομιά κανενός ξεχωριστού έθνους. Η πολιτιστική κληρονομιά της ελληνικής αρχαιότητας, όχι μόνο ο ήλιος της Βεργίνας, αλλά και ο Παρθενώνας και η αρχαιοελληνική φιλοσοφία και η τραγωδία και η αττική κωμωδία αποτελούν κληρονομιά όλης της ανθρωπότητας, η οποία άλλωστε και την χρησιμοποιεί ανεμπόδιστα. Εκτός πια κι αν οι αστοί "μας" φτάσουν να ζητήσουν... πνευματικά δικαιώματα για τις μεταφράσεις του Αριστοτέλη και του Αισχύλου, που στο εξωτερικό είναι πολύ περισσότερες και πολύ πιο πλήρεις απ' αυτές που υπάρχουν στην νεοελληνική γλώσσα.

Σλαβομακεδονικό Εθνος

Είναι γνωστό, ότι από τα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας (2ος π.χ. - 4ος μ.χ.), αργότερα στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και στη συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο όρος Μακεδονία χρησιμοποιείται σαν διοικητικός όρος, που καθορίζει μια διοικητική περιφέρεια των αυτοκρατοριών αυτών, ευρύτερη της περιοχής που έζησαν οι αρχαίοι Μακεδόνες, η οποία κατά καιρούς αυξομειώνεται.

 Στην περιφέρεια αυτή, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής, άρχισαν τον 6ο αιώνα οι εισβολές των ισχυρών σλαβικών φύλων, που κατέληξαν σε μαζική εγκατάσταση τους στη Βαλκανική, τον 7ο αιώνα, παρά τις προσπάθειες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων να την αποτρέψουν. Από ένα από τα πρώτα σλαβικά φύλα, που είχε εγκατασταθεί στο Νότο της Βαλκανικής, προέκυψε βασικά το Σλαβομακεδονικό έθνος.

Παρά τις συνεχείς μετακινήσεις πληθυσμών, που γίνονταν για οικονομικούς λόγους στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς όλες τις κατευθύνσεις, ένας συμπαγής όγκος του έθνους αυτού, με κοινή οικονομική ζωή, είναι συγκεντρωμένος στα εδάφη της πρώην γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας, της Μακεδονίας του Πιρίν (Βουλγαρία) και σε μια ζώνη στα βόρεια της δυτικής ελληνικής Μακεδονίας. Στην περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά και αργότερα, αναφέρονται συχνά σα Νότιοι Σλάβοι και διαχωρίζονται τόσο από τους Βούλγαρους όσο και από τους Σέρβους και τους Κροάτες, που φέρονται να έχουν εγκατασταθεί από την εποχή του Ηράκλειου (7ος αιώνας) στα εδάφη που ζουν και σήμερα. Η σερβική αυτοκρατορία, που ίδρυσε ο Στέφανος Ντουσάν το 14ο αιώνα, με την κατάληψη ολόκληρης της Μακεδονίας, πλην της Θεσ/νίκης, ήταν βραχύβια.

Το Συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από τη σύγχρονη αστική παραφιλολογία. Να τι αναφερόταν σε ένα πολυδιαφημισμένο ένθετο της "Καθημερινής", που είχε τον τίτλο "Ιστορική Επισκόπηση της Μακεδονίας" και σαν στόχο να περάσει τα "μακεδονομαχικά" μηνύματα μέσα από την παραποίηση της ιστορικής αλήθειας: "Με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870) αρχίζει ο ελληνοβουλγαρικός ανταγωνισμός για επικράτηση στη Μακεδονία (σ.σ. που βρισκόταν ακόμη υπό Οθωμανική κατοχή). Στην πραγματικότητα, ο ανταγωνισμός αυτός εντοπίζεται στην προσπάθεια επικράτησης στις σλαβόφωνες μάζες που διαβιούν στην κεντρική ζώνη. Η ζώνη αυτή, όπως αναφέρουν προξενικές εκθέσεις της εποχής εκείνης, εκτεινόταν μεταξύ της γραμμής Καστοριάς - Πτολεμαΐδας - Γιαννιτσών -Ζίχνης Σερρών στο νότο, και Αχρίδας - Περλεπέ - Στρώμνιτσας - Μελενίκου - Νευροκοπίου στο Βορρά.

Μετά την ατυχή για την Ελλάδα πόλεμο του 1897 οι Βούλγαροι κατάφεραν να εξαναγκάσουν ένα μεγάλο μέρος του σλαβόφωνου πληθυσμού της ζώνης αυτής να ασπασθεί το βουλγαρισμό. Ετσι, το καλοκαίρι του 1903, στη γιορτή του προφήτη Ηλία, πραγματοποιήθηκε μια εξέγερση γνωστή ως "Ιλιντεν", που όμως γρήγορα πνίγηκε στο αίμα από τον τουρκικό στρατό.

 Η εξέγερση αυτή είχε ως αποτέλεσμα και την καταστροφή πολλών ελληνικών κοινοτήτων και κωμοπόλεων μεταξύ των οποίων και το Κρούσοβο της Βόρειας Μακεδονίας. Παράλληλα όμως παρουσίασε ανάγλυφα τον κίνδυνο να χαθεί η Μακεδονία, γεγονός που οδήγησε τον Ελληνισμό σε μια γενική κινητοποίηση..." .

 Ομολογία πρώτη: Στην κεντρική ζώνη της υπό Οθωμανική κατοχή Μακεδονίας ζούσαν Σλάβοι, που δεν είναι ούτε Βούλγαροι ούτε Σέρβοι και αποτελούσαν - μαζί με τα εδάφη που κατοικούσαν - το "μήλον της έριδος" ανάμεσα στην ελληνική και τη βουλγάρικη αστική τάξη.

Ομολογία δεύτερη: Το νότιο τμήμα της ζώνης όπου κατοικούσαν οι Σλάβοι αυτοί είναι περιοχή που πέρασε στην Ελλάδα με το διαμελισμό της Μακεδονίας ανάμεσα στη Σερβία, την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, ύστερα από τους βαλκανικούς πολέμους 1912-13, στην οποία ζούσε τμήμα του Σλαβομακεδονικού έθνους, που χωρίστηκε μαζί με τη Μακεδονία.

 Γιατί η επανάσταση του "Ιλιντεν" παρουσίασε ανάγλυφα τον κίνδυνο να χαθεί η Μακεδονία; Απάντηση δεν υπάρχει στην επιστημονικοφανή ανάλυση της "Καθημερινής", γιατί θάπρεπε να παραδεχτεί, ότι οι Σλαβομακεδόνες εξεγέρθηκαν εναντίον του Οθωμανικού ζυγού, με στόχο την ίδρυση δικού τους κράτους, που θα περιλάμβανε και το κομμάτι της ελληνικής δυτικής Μακεδονίας, όπου ζούσαν οι Σλαβομακεδόνες. Με την εξέγερση του "Ιλιντεν" ιδρύθηκε μια εφήμερη Μακεδόνικη Δημοκρατία, που πνίγηκε στο αίμα από το Σουλτάνο.

 Την ύπαρξη "Μακεδονοσλάβων" οι οποίοι "ουδεμίαν σχέοιν έχουν με τους Βουλγάρους ή Σέρβους" υποστηρίζει με κατηγορηματικό τρόπο ο γνωστός ακαδημαϊκός Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, που πέθανε πρόσφατα, στη μελέτη του "Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Συμβολαί εις την Ιστορίαν του Μεσαιωνικού Ελληνισμού", που δημοσιεύτηκε το 1945. Παραθέτουμε το μακροσκελές αλλά ιδιαίτερα διαφωτιστικό σχετικό απόσπασμα:

 "Εν αντιθέσει προς την παλαιοτέραν θεωρίαν του Κopital, ο οποίος εδέχετο ότι οι πρώιμοι Σλάβοι οι κατελθόντες προς τον Δούναβιν απετέλουν αρχικώς ενιαίαν φυλετικήν ομάδαν, εκ των υστέρων διασπασθείσαν, η νεωτέρα φιλολογική σχολή υποστηρίζει ότι τα κατερχόμενα προς νότον σλαβικά φύλα έφεραν εν εαυτοίς τα στοιχεία της διαφοροποιήσεως. Ούτω ενωρίτατα εις την οικογένειαν των Νοτίων Σλάβων διεμορφώθησαν τρεις ωσαύτως κλάδοι, έχοντες γλωσσικήν ιδιορρυθμίαν: οι Σλοβένοι, οι Σερβο-Κροάται και οι Σλάβοι του Αίμου (Ούτω νομίζομεν, προς αποφυγήν παρανοήσεων, πρέπει να ονομασθούν σι Σλάβοι σι εγκατασταθέντες προς Ανατολάς του καρπαθοβαλκανικσύ τόξου, μεταξύ του Δουνάβεως και του Αίμου, οι οποίοι απορροφήσαντες τους μεταγενεστέρως κατελθόντας Βουλγάρους, απετέλεσαν ιδίαν ομάδαν εις τους κόλπους των Νοτίων Σλάβων), οι φερόμενοι συνήθως υπό το άσχετον προς την σλαβικήν οικογένειαν όνομα των Βουλγάρων.

Εις ποίον εκ των τριών κλάδων πρέπει να αναχθούν οι Σλάβοι της Ελλάδος; Παλαιότερον, τω 1901, ο Lavrov προσεπάθησε να σύναψη τα σλαβικά ταύτα φύλα προς την σερβοκροατικήν ομάδα. Επικρατέστερα όμως φαίνεται η λεγόμενη βουλγαρική θεωρία. Κατ' αυτήν οι Σλάβοι της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου υπάγονται εις την ακτίνα της βουλγαρικής γλωσσικής επιδράσεως. Ο κ. Vasmer μελετήσας λεπτομερώς τα φωνητικά φαινόμενα απεδέχθη ανεπιφυλάκτως "την στενήν συγγένειαν των Σλάβων της Ελλάδος μετά των Βουλγάρων και την άμεσον σχέσιν των μετά της γλώσσης των αποστόλων των Σλάβων". Εις επίρρωσιν της γνώμης του ο συγγραφέας προσάγει τα πορίσματα των τελευταίων εργασιών του Α. Selischtschev (1931-33) περί του σλαβικού στοιχείου της Αλβανίας, όπου η σερβοκροατική επίδρασις περιορίζεται μόνον εις την βόρειον περιοχήν, παρά το Σκούταρι, ενώ το νότιον τμήμα της χώρας ανήκει καταφανώς εις το βουλγαρικόν γλωσσικόν πεδίον.

Προς την κατευθυνσιν ταύτην είναι ανάγκη να γίνουν μεθοδικότεροι και λεπτομερέστεροι γλωσσικοί και φωνητικοί έρευναι. Επί του παρόντος από απόψεως ιστορικής είναι επιβεβλημένον να διευκρινισθούν ορισμένα σημεία, τα οποία δύνανται να παράσχουν αφορμήν εις σοβαρός παρανοήσεις. Ο όρος "βουλγάρικη επίδρασις" έχει ειδικήν περιωρισμένην σημασίαν, αναφέρεται δε εις γλωσσικόν ιδίωμα, του οποίου τα πρώτα δείγματα σώζονται εις την παλαιοσλαβικήν μετάφρασιν του Ευαγγελίου υπό των Ελλήνων Θεσσαλονικέων αποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου και προς το οποίον συνάπτεται η βουλγαρική γλώσσα. Οταν επομένως λέγωμεν ότι οι Σλάβοι οι κατελθόντες εις την Ελλάδα, μέχρι και αυτής της Πελοποννήσου, υπήγοντο εις την ακτίνα της βουλγαρικής γλωσσικής επιδράσεως, κινδυνεύομεν να δημιουργήσωμεν εννοίας εσφαλμένος. Οι Σλάβοι ούτοι, επιχειρήσαντες πολλάς επιδρομάς καθ' όλον περίπου τον 5ον αιώνα και τελικώς εγκατεσταθέντες εις τας βυζαντινάς χώρας κατά τα πρώτα έτη της επομένης εκατονταετηρίδας, ουδεμίαν εθνολογικήν σχέσιν ηδύναντο να έχουν με τους Βουλγάρους.

Μόλις κατά το έτος 679 η τουρανική ομάς του Ασπαρούχου έρχεται εις επαφήν με τα εντεύθεν του Δουνάβεως, προς βορράν του Αίμου, εγκατεστημένα σλαβικά φύλα και τότε μόνον "οι Βούλγαροι, αποτελούντες ελαχίστην μειονότητα, θα καμφθούν βαθμηδόν υπό τον καταθλιπτικόν αριθμητικόν όγκον των Σλάβων',  ( Chr. Gerard: Les Bulgares de la Volga et les slaves du Danube, Παρίσι 1939), των οποίων θα αποδεχθούν το γλωσσικόν όργανον. Η επικράτησις επομένως τοπωνυμίων ανηκόντων εις την ακτίνα της "βουλγαρικής" γλωσσικής επιδράσεως, ιστορικώς ερμηνευομένη, ουδέν άλλο σημαίνει ή ότι οι Σλάβοι έποικοι της κυρίως Ελλάδος προήλθαν κατά το πλείστον εκ των προβουλγαρικών φύλων των εγκατεστημένων μεταξύ του καρπαθοβαλκανικού τόξου, του Δουνάβεως και του Ευξείνου Πόντου [...]

Διότι οι σλαβόφωνοι της δυτικής και βορείου Μακεδονίας, οι περιελθόντες εις την Ελλάδα και εις την Σερβίαν, ουδεμίαν σχέσιν έχουν προς τους Σέρβους ή τους Βουλγάρους, αλλ' είναι υπολείμματα των παλαιότατων μεταναστευτικών κινήσεων των Σλάβων, οι οποίοι συνετελέσθησαν πολύ προ της εμφανίσεως και της προς Νότον προωθήσεως και των Βουλγάρων και των Σέρβων. Καθ' όσον τουλάχιστον δυνάμεθα να κρίνωμεν εκ των τοπωνυμίων, υφίσταται άμεσος γλωσσική συγγένεια μεταξύ των σημερινών Μακεδονοσλάβων και των σλαβικών φύλων, τα οποία εγκατεστάθησαν κατά τους μέσους αιώνας εις την Ελλάδα. Ως και οι υπόλοιποι Σλάβοι, τα σημερινά μακεδόνικα λείψανα ανήκοντα εις τον κλάδον του Αίμου, υπέστησαν την πολιτικήν και πολιτιστικήν επίδρασιν του Βυζαντίου, ησπάσθησαν την Χριστιανικήν Θρησκείαν και επί αιώνας ολόκληρους έζησαν εντός των κόλπων της αυτοκρατορίας και του Ελληνισμού. Η προσπάθεια προσαρτήσεως των εις τους οργανωμένους κλάδους των βαλκανικών σλαβικών συγκροτημάτων δια της δημιουργίας τεχνητής εθνικής συνειδήσεως, υπήρξε συνέπεια ευρύτερων και καθολικωτέρων πολιτικών κινήσεων εις την χέρσονησον του Αίμου κατά τους νεωτάτους χρόνους".

 Ο Δ. Ζακυθηνός είναι σαφέστατος και κατηγορηματικός ως προς την καταγωγή και την εθνική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων. Στο τέλος μάλιστα κάνει νύξη για την προσάρτηση τους στη Σερβία και τη Βουλγαρία (1912) και για την προσπάθεια βίαιου εκσερβισμού και εκβουλγαρισμού τους ("δια της δημιουργίας τεχνητής εθνικής συνειδήσεως"), βγάζοντας όμως απέξω την ελληνική αστική τάξη και την εγκληματική πολιτική της απέναντι στη Σλαβομακεδονική εθνότητα της ελληνικής Μακεδονίας και υποστηρίζοντας εμμέσως τον εξελληνισμό των Σλαβομακεδόνων που έμειναν στα εδάφη που πήρε η Ελλάδα με το διαμελισμό της Μακεδονίας.

 Τα συμπεράσματα του Ζακυθηνού υιοθετεί ουσιαστικά και η ανάλυση της "Καθημερινής", στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, παρόλο που μασάει τα λόγια της. Γράφει συγκεκριμένα:

"Στο μεταξύ, φινο-ταταρικά φύλα - οι Πρωτοβούλγαροι - εισδύουν με τη σειρά τους στη Βαλκανική και καθυποτάσσουν τους Σλάβους σης περιοχές της σημερινής Βουλγαρίας. Αφομοιώνονται όμως γλωσσικά από τους Σλάβους, και οι δυο πλέον λαοί - με το όνομα Βούλγαροι - ιδρύουν το Βουλγαρικό κράτος. (Στο σημείο αυτό υπάρχει σημαντική διχογνωμία μεταξύ των επιστημόνων κατά πόσο τα σλαβικά φύλα που κατοικούσαν σης μακεδόνικες περιοχές εκβουλγαρίστηκαν. Τη διχογνωμία αυτή εκμεταλεύονται σήμερα οι Σκοπιανοί ιστορικοί για να αντικρούουν την άποψη για την παρουσία των Βουλγάρων στη Μακεδονία κατά το Μεσαίωνα, και για να προβάλουν το κράτος του Σαμουήλ ως σλαβομακεδονικό που μάχεται εναντίον Βυζαντινών και Βουλγάρων). Πάντως γενικά οι βυζαντινές πηγές δέχονται ότι το κράτος αυτό είναι βουλγαρικό και ότι στο 10ο αιώνα επεκτείνεται στη Μακεδονία και ακόμα νοτιότερα.

Τελικά, παρά το δυναμισμό του, το κράτος αυτό αδυνατεί να καταλύσει τη "βυζαντινή κυριαρχία στη Μακεδονία ή να αλλοιώσει ριζικά τον εθνολογικό χαρακτήρα της, αφού τα μεγαλύτερα πληθυσμιακά κέντρα - που σήμερα βρίσκονται στην ελληνική Μακεδονία - παραμένουν συνεχώς ελληνικά. Στην ύπαιθρο χώρα όμως, και ιδιαίτερα στη Βόρεια Μακεδονία - περιοχές δηλ. της σημερινής γιουγκοσλαβικής και βουλγαρικής Μακεδονίας - αλλά και σ' ορισμένες περιοχές νοτιότερα (σ.σ. δηλαδή στη ΒΔ ελληνική Μακεδονία, που δεν κατονομάζεται), φαίνεται ότι υπάρχει συμπαγές το σλαβικό στοιχείο ".

Συμπέρασμα πρώτο: Η "Καθημερινή", για να προσδώσει την απαιτούμενη επιστημονικοφάνεια στην ανάλυση της, αναγκάζεται να ομολογήσει, ότι στο συγκεκριμένο επίμαχο κομμάτι της Μακεδονίας, όπου ζουν οι Σλαβομακεδόνες, υπήρχε από την εποχή του Βυζαντίου συμπαγές σλαβικό στοιχείο, που δεν είχε αλλοιωθεί εθνολογικά, δεν είχε δηλαδή εκβουλγαριστεί, ακόμη κι όταν η περιοχή αυτή είχε περάσει υπό τη βουλγαρική κυριαρχία.

Συμπέρασμα δεύτερο: Τόσο από τη μελέτη του Ζακυθηνού όσο και από της "Καθημερινής", καταρρίπτεται το επιχείρημα των νέων "μακεδονομάχων", ότι δεν υπάρχει Σλαβομακεδονικό έθνος, γιατί, εκτός των άλλων, δεν έχει δικιά του γλώσσα, αλλά μιλά ένα βουλγαρικό ιδίωμα. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Οχι μόνο έχει δικιά του γλώσσα, αλλά την επέβαλε και στους Βουλγάρους, οι οποίοι διατήρησαν, όπως ήταν φυσικό, και κάποια στοιχεία της γλώσσας τους. Ετσι εξηγείται το γεγονός, ότι οι Βουλγάρα, ενώ δεν είναι Σλάβοι, μιλάνε σλαβική γλώσσα, αλλά και η στενή σχέση ανάμεσα στη Σλαβομακεδονική και τη Βουλγάρικη γλώσσα. Στενή συγγένεια υπάρχει επίσης ανάμεσα στη Σλαβομακεδονική και τις υπόλοιπες σλαβικές γλώσσες, αφού ανήκουν στην ίδια εθνολογική οικογένεια.

Για το ίδιο ζήτημα ο καθηγητής R.A. Reiss, που ορίστηκε το 1914 από την ελληνική κυβέρνηση να ερευνήσει από εθνογραφική άποψη τις νέες ελληνικές επαρχίες, έγραφε στη σχετική έκθεση του:

 "Αυτούς που εσείς αποκαλείτε βουλγαρόφωνους θα τους ονόμαζα καλύτερα απλώς μακεδόνες. Δίνετε σ' αυτούς τους ανθρώπους το όνομα των βουλγαρόφωνων εξ αιτίας της γλώσσας τους που μοιάζει με τα βουλγάρικα. Είναι όμως αυτά βουλγάρικα, είναι η ίδια γλώσσα που μιλούν στη Σόφια; Οχι. Τα μακεδόνικα μοιάζουν τόσο στα σέρβικα, όσο και στα βουλγάρικα. [...] Οι έρευνες μου στην ελληνική και τη σερβική Μακεδονία μου έδειξαν ότι τα πραγματικά μακεδόνικα είναι προϊόν όλων των διαδοχικών κατακτήσεων που υπέσιη αυτή η χώρα. [...] Επαναλαμβάνω ότι η μεγάλη μάζα των κατοίκων παρέμεινε απλώς Μακεδόνικη" (Παρμένο από το Δελτίο της Εταιρείας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων, Ιανουάριος 1992).

Κατά την άποψη αυτών που σήμερα θεωρούν "έγκλημα καθοσιώσεως" την αναφορά στους Σλαβομακεδόνες και τη γλώσσα τους, πρέπει να "καθίσουν στο σκαμνί" όχι μόνο ο μακαρίτης ο Ζακυθηνός, αλλά το ίδιο το αστικό κράτος, πολιτικοί εκπρόσωποι του και ο αστικός τύπος. Το 1926, το υπουργείο Παιδείας προχώρησε στην έκδοση του πρώτου αλφαβηταρίου - αναγνωστικού στα σλαβομακεδονικά, με τίτλο ABECEDAR, γεγονός που προκάλεσε τις αντιδράσεις της Σερβίας και της Βουλγαρίας, γιατί δεν ήταν γραμμένο στο κυριλλικό αλφάβητο, και τελικά αποσύρθηκε.

 "Φιλοσκοπιανός" όμως πρέπει να βαφτιστεί και ο Ε. Αβέρωφ, ο οποίος στις συνεδριάσεις 17 και 18 Σεπτέμβρη 1959, σαν υπουργός τότε της ΕΡΕ, αναφέρθηκε σε "Μακεδόνικη γλώσσα η οποία ομιλείται εις τα Σκόπια κι έχει και γραμματικήν και συντακτικόν".

 Αλλά και ο αστικός τύπος, συγκεκριμένα το 1949, πριν το τέλος του εμφύλιου, διαπράττει το ίδιο "έγκλημα καθοσιώσεως". Να μερικές χαρακτηριστικές αναφορές. Η εφημερίδα "Μακεδονία", στις 16/1/1949, σε σχόλιο για την κατάληψη της Νάουσας από το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας γράφει: "Χθες και προχθές εις την Νάουσαν εισέβαλαν οι εγκληματίαι αυτοί, που οι περισσότεροι ήσαν Ρουμανόβλαχοι και Βουλγαρόφωνοι και Σλσυομακεδόνες Τους καθοδηγούσαν οι Ελληνόφωνοι εγκληματίαι".

Στις 11/3/1949, η ίδια φυλλάδα γράφει: "Κατά τας υπάρχουσας πληροφορίας, οι Γιουγκοσλάβοι δεν αποκλείουν δράσιν εις την χωράν των με βάσιν εξορμήσεως το "αυτόνομον" κράτος (σ.σ. τη Μακεδονία του Πιρίν). Δι' ο και λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα στρατιωτικά μέτρα. Αποκλείουν ουχ ήττον άμεσον δράσιν, ιδία δε ανάμιξιν του βουλγαρικού στρατού και θεωρούν πιθανωτέραν την εξαπόλυσιν συμμοριών Σλαβομακεδό-νων και δη καταγόμενων από τας περιφερείας της σερβικής Μακεδονίας ".

 Στις 26/4/1949: "Οι Σλάβοι της Βορείου Ελλάδος προσανατολίζονται ήδη προς την Βουλγαρίαν, προς την οποίαν καθοδηγούνται όπως αποβλέπουν δια βοήθειαν και δι' ηγεοίαν και οι Ελληνες κομμουνισταί".

Αλλά και στα τέλη του 1949, ύστερα από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, το "Βήμα" (14/12/1949), γράφει: "Εις το Βελιγράδι και εις τα Σκόπια σημειούται από καιρού μια αισθητώς έντονη κίνηοις ολόγυρα από την Ελληνικήν Μακεδονίαν, την "Μακεδονίαν του Αιγαίου". Οι συγκεντρωθέντες εις την γιουγκοσλαβικήν Μακεδονίαν Σλαβομακεδόνες συμμορίται του ΝΟΦ και άλλοι Σλαβομακεδόνες "πρόσφυγες" που ηκολούθησαν τους συμμορίτες εις την φυγή ν των προς την Γιουγκοσλαβίαν..."

 Και παρακάτω: "...Με αντικειμενικών σκοπόν να καταγγελθεί η Ελλάς ως καταπιέζουσα δήθεν την σλαβομακεδονικήν της μειονότητα -την ανύπαρκτον σήμερον - και να ζητηθή η απελευθέρωσις αυτής εκ του μοναρχοφασιοτικού ζυγού. [...]

Αι αποκαλύψεις του Τράικωφ φαίνεται ότι είναι "κοινόν μυστικόν" μεταξύ .των Σλαβομακεδόνων και εις την δίκην του Κωστωφ εις Σόφιαν δυο σλαθομακεδόνες μάρτυρες εκ της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας...".

Σλαβομακεδόνες λοιπόν υπάρχουν και στη Βόρεια Ελλάδα και στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και μάλιστα, όπως αποκαλύπτει η "Μακεδονία", έχουν και δική τους γλώσσα, τη σλαβομακεδονική. Γράφει σης 2/3/ 1949: "Ο σταθμός των Σκοπίων εις την εκπομπήν του της 27ης Φεβρουαρίου, της αυτής δηλαδή ημέρας με την εκπομπήν των αποφάσεων του κεντρικού συμβουλίου της ΝΟΦ υπό του ουμμοριακού σταθμού και δώδεκα ώρας μετ' αυτήν, μετέδωσεν άρθρον εις την σλαυομακεδονικήν γλώσσαν ενός Χατζηβάλη".

 Η ίδια εφημερίδα, στις 26/4/1949, αναφερόμενη στην τοποθέτηση Σλαβομακεδόνων στελεχών της ΝΟΦ σε επιτελικές θέσεις του ΔΣΕ, γράφει: "Συνεπεία τούτου και οι διαταγαί του γενικού αρχηγείου των συμμοριτών συντάσσονται εις δυο γλώσσας: την ελληνικήν και την σλαβομακεδονικήν".

 Υστερα από το 1949 και τη νίκη της αστικής τάξης στον εμφύλιο, οι αναφορές στους Σλαβομακεδόνες σπανίζουν, γιατί βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη το σχέδιο διάλυσης και αφανισμού της Σλαβομακεδονικής εθνότητας (του κομματιού της που απέμεινε στα πατρικά εδάφη, ύστερα από τον ανηλεή και εξοντωτικό διωγμό που υπέστη, όπως θα δούμε), αλλά και γιατί προωθείται κατ' επιταγή των Αγγλο - Αμερικάνων ιμπεριαλιστών η συνεργασία Τίτο - μοναρχοφασισμού και αναγκαστικά οι τόνοι για το Μακεδόνικο πέφτουν και από τις δυο πλευρές. Αν μιλούσαν για "απειλή από βορράν", οι έλληνες μοναρχοφασίστες θα χτυπούσαν το φίλο και σύμμαχο τους Τίτο. Κατάπιαν δηλαδή ακόμη και την υπαρκτή απειλή από πλευράς τιτισμού, που είχε βλέψεις στην ελληνική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη.

 Τέλος, μια αναδρομή στον αστικό τύπο της ίδιας περιόδου (1949) καταρρίπτει και τον άλλο μύθο, ότι "η Μακεδονία είναι μόνο μια και μόνο Ελληνική" (μύθος είναι όταν πίσω απ' αυτή τη φράση δεν υποκρύπτονται επεκτατικές βλέψεις για όλη τη γεωγραφική Μακεδονία). Τα σχετικά δημοσιεύματα του αστικού τύπου βρίθουν από αναφορές σε Ελληνική, Γιουγκοσλαβική και Βουλγαρική Μακεδονία.

 Παραθέτουμε ένα δείγμα τέτοιων αναφορών και πάλι από την εφημερίδα "Μακεδονία" (30/4/1949) από άρθρο του Βλαδ. Μπουρεζάν: "...Και έτσι θα διενεργείτο το δημοψήφισμα υπέρ της δήθεν αυτονομίας της Μακεδονίας (ανάγνωθι: ενσωματώσεως αυτής εις την Βουλγαρίαν ή Γιουγκοσλαβίαν) ταυτοχρόνως εις ολόκληρον την Μακεδονίαν ως συνόλου λαμβανομένης, ήτοι την ελληνικήν Μακεδονίαν, την Μακεδονίου του Αιγαίου ως την αποκαλούν οι Σλάβοι, την γιουγκοσλαβικήν Μακεδονίαν ή Μακεδονίαν του Βαρδαρίου και την βουλγσρικήν τοιαύτην, ήτοι την Μακεδονία του Πιρίν. Εις τας δυο τελευταίας, ήτοι τα σλαβικά τμήματα της Μακεδονίας, οι κάτοικοι κατά παμψηφίαν είναι σλάβοι συνεπεία κατά το σλαβικών σύστημα εκκαθαρίσεως των ελληνικών πληθυσμών των...".

Ο αρθρογράφος, βαθύς - όπως τον παρουσιάζει η φυλλάδα - γνώστης των σλαβικών πραγμάτων, αποκαλύπτει και κάτι ακόμη σημαντικό: ότι οι κάτοικοι των σλαβικών τμημάτων της Μακεδονίας είναι κατά "παμψηφίαν" Σλάβοι, ούτε Σέρβοι ούτε Βούλγαροι δηλαδή, όπως ισχυρίζονται οι Βούλγαροι αναθεωρητές (Ζιφκοφικοί) και σήμερα οι αστοί εθνικιστές, για να συγκαλύψουν το έγκλημα βίαιου εκβουλγαρισμού των Σλαβομακεδόνων της Μακεδονίας του Πιρίν. Και μια και αναφερθήκαμε στους αναθεωρητές, δεν είναι καθόλου περιττό να σημειώσουμε την πλήρη προσχώρηση των Ελλήνων αναθεωρητών στο στρατόπεδο του αστικού εθνικισμού, με την άρνηση ύπαρξης Σλαβομακεδονίκης εθνότητας (μειονότητας) στην Ελλάδα και το βάφτισμα των Σλαβομακεδόνων σαν "σλαβόφωνων ελλήνων". Θέση που φέρνει την κλίκα του Περισσού πίσω ακόμη και από αστικά ρεύματα (π.χ. το ρεύμα του σύγχρονου "κοσμοπολιτισμού"; Παπαγιαννάκης, Ν. Δήμου, Μίχας κ.ά.), που μιλά για Σλαβομακεδόνες.

Ο εθνικός διωγμός των Σλαβομακεδόνων στην Ελλάδα

Μετά το μοίρασμα της Μακεδονίας ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία, ύστερα από τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13, η εθνική και κοινωνική καταπίεση των Σλαβομακεδόνων συνεχίζεται. Τα εδάφη τους διαμελίζονται ανάμεσα στις νικήτριες δυνάμεις, η αστική τάξη των οποίων αρνείται τις εθνικές τους ιδιομορφίες και την ύπαρξη Σλαβομακεδονικού έθνους. Στη συνέχεια, θέτει σε εφαρμογή μια πολιτική συστηματικού και βίαιου εξελληνισμού, εκσερβισμού και εκβουλγαρισμού αντίστοιχα, με στόχο την εθνική υποταγή και αφομοίωση της Σλαβομακεδονικής εθνότητας.

Σύμφωνα με τις επίσημες ελληνικές στατιστικές, μετά τις ανταλλαγές των πληθυσμών, είχαν παραμείνει στην ελληνική Δυτική Μακεδονία περίπου 100.000 Σλαβομακεδόνες - "σλαβόφωνοι" κατά τις ελληνικές κυβερνήσεις - οι οποίοι δεν αναγνωρίζονται σαν εθνότητα και συνεπώς δεν διασφαλίζεται ούτε καν η διατήρηση της εθνικής πολιτιστικής τους κληρονομιάς και γλώσσας. Στην προσπάθεια τους να διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα τίθενται υπό διωγμό.

Η δικτατορία του Μεταξά (1936-41) ακολούθησε ταχτική βίαιου εξελληνισμού των Σλαβομακεδόνων. Εξαπέλυσε ένα τεράστιας έκτασης πογκρόμ εναντίον τους, με μαζικές εξορίες και φυλακίσεις, με βαριά διοικητικά πρόστιμα, απαγορεύοντας τους, με την απειλή βαριών ποινών, ακόμη και να μιλούν δημόσια τη γλώσσα τους. Αποκαλυπτική για τη μεταχείριση των Σλαβομακεδόνων από το ελληνικό αστικό κράτος είναι η ομολογία του ειδικού, κατά το "Βήμα", μελετητή Λεωνίδα Μπατρινού, σε άρθρο του με τίτλο: Τι είναι οι "Σλαβομακεδόνες" ("Βήμα", 26/9/1950). Αφού παρουσιάζει τους Σλαβομακεδόνες σαν Ελληνες εκσλαβισθέντες με αθέμιτα μέσα από τη Βουλγαρική Εξαρχία, που πρέπει να επανέλθουν στην "ελληνική οικογένεια" (!), συνεχίζει:

"Πιστοί εις την ιστορικήν αλήθειαν οφείλομεν να ομολογήσωμεν μετά παρρησίας ότι η επί δεκαετηρίδας προσπάθεια αυτή των Σλάβων δεν έμεινε άνευ αποτελέσματος. Μετά την απελευθέρωσιν της Μακεδονίας κατά το 1912 η Ελλάς εύρεν εις τας απελευθερωθείσας χώρας αρκετάς χιλιάδας κατοίκων ή συνειδητών και φανατικών σλάβων ή - το πλείστον - αμφιβόλου ρευστής εθνικής συνειδήσεως ανθρώπων. Τί έπραξεν η Μητέρα Ελλάς δια τους τελευταίους τούτους; Τί μέσα μετεχειρίσθη δια να διδάξει, να νουθετήσει, να επαναφέρει εις την ελληνικήν οικογένειαν τα παραστρατημένα αυτά παιδιά της; Από της απελευθερώσεως και μέχρι σήμερον ακόμη οι εκπρόσωποι της Ελληνικής Πολιτείας και οι εκάστοτε κυβερνήσεις της έπραξαν το παν δια να επιτύχουν το αντίθετο.

 Οι υπό δυσμένειαν διατελούντες του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος υπάλληλοι απεστέλλοντο προς τιμωρίαν δίκην εξορίας εις τας ατυχείς αυτάς περιοχάς. Εγλύτωσαν οι κάτοικοι από τους Τούρκους Ζαπτιέδες -χωροφύλακας - οι οποίοι τους απεκάλουν "γκιαούρηδες" και περιέπεσαν εις τους Ελληνας εκείνους χωροφύλακας, τους χαρακτηριζόμενους ως "στραβόξυλα" και αποστελλόμενους εκεί προς σωφρονισμόν, ωσάν τα μέρη εκείνα να ήσαν "Λόχος Καλπακίου", οι οποίοι τους απεκάλουν από το πρωί έως το βράδυ "Βουλγάρους". Μέχρι προ ολίγων ετών ακόμη εις τον πίνακα του Υπουργείου Δικαιοσύνης τα Πρωτοδικεία των περιφερειών εκείνων εθεωρούντο "δυσμενή" και αντί να τοποθετούνται εις αυτά οι οριστείς των Δικαστών και να θεωρείται η υπηρεσία των τιμητική, εστέλλοντο Δικασταΐ, τινές των οποίων απέπεμπον τους μη γνωρίζοντας καλώς την ελληνικήν μάρτυρας, αποκαλούντες αυτούς "Βουλγάρους". Αντί διδασκάλων Εθναποστόλων ετοποθετούντο εις τας αείποτε κενός θέσεις των σχολείων εκείνων διάφορα ευνοούμενοι οι οποίοι ουδέποτε μετέβαινον εις την εξορίαν αυτήν αποσπώμενοι εις αλλάς θέσεις, αλλά και αν μετέβαινον, ουδέποτε έδειξαν πραγματικήν στοργήν δια τους μικρούς μαθητάς των οι οποίοι είχον το ατύχημα να μην έχουν μητρικήν γλώσσαν την Ελληνικήν. Και τοιουτοτρόπως όλοι αυτοί, όλοι μας, μηδέ του γράφοντος εξαιρουμένου, κατά το μέτρον των υποχρεώσεών των ως Ελλήνων έκαστος, δεν έπραξε το καθήκον του δια να αποσοβήση το σκότιον έργον των πρακτόρων του Σλαβιομού".

 Παρόλο που ίσως κουράσαμε τον αναγνώστη με το μακροσκελές απόσπασμα, κρίναμε σκόπιμο να το παραθέσουμε, γιατί είναι σημαντικό από πολλές απόψεις. Εν έτει 1950, ο κύριος αυτός παραδέχεται, ότι στην Ελλάδα υπάρχει πληθυσμός που δεν έχει μητρική γλώσσα την ελληνική και δεν έχει αφομοιωθεί, παρά τους διωγμούς, τις εξορίες, τις φυλακίσεις, τις δολοφονίες, τις χιλιάδες των πολιτικών προσφύγων και των μεταναστών. Αλλά και γιατί αποκαλύπτει - όχι φυσικά στην πραγματική της έκταση - την εγκατάλειψη των Σλαβομακεδόνων από το ελληνικό κράτος, που αντιμετωπίζει τις περιοχές τους σαν τόπους εξορίας.

Οπως είναι γνωστό, η Σλαβομακεδονική εθνότητα συνδέθηκε από νωρίς με το κομμουνιστικό κίνημα, γιατί το ΚΚΕ ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που αναγνώριζε την εθνική της ταυτότητα και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης της σε μια λαϊκοδημοκρατική Ελλάδα. Χιλιάδες Σλαβομακεδόνες επάνδρωσαν τις γραμμές του ΚΚΕ, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ και έδωσαν χέρι - χέρι με τον ελληνικό λαό τη ζωή τους στον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς καταχτητές και στη συνέχεια ενάντια στο μοναρχοφασισμό κ.ο.κ τους Αγγλους και Αμερικάνους πάτρωνες του.

 Τους αγώνες αυτούς τους πλήρωσαν πολύ ακριβά. Η ελληνική αστική τάξη τους επιτέθηκε με ακόμη μεγαλύτερο μένος, εξαπολύοντας ένα προγραμματισμένο εξοντωτικό διωγμό ενάντια στο Σλαβομακεδονικό λαό. Με βαριά πρόστιμα, φόρους, με την απαγόρευση της γλώσσας τους, με συλλήψεις, διωγμούς, φυλακίσεις, δολοφονίες και τη συστηματική εξόντωση μαζί με τους Ελληνες αγωνιστές και των Σλαβομακεδόνων, που κρατούσαν στα Μακρονήσια και τις Γιούρες ψηλά τη σημαία της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, επιχειρεί ο μοναρχοφασισμός να καθυποτάξει τους Σλαβομακεδόνες και να ξεριζώσει την εθνική τους συνείδηση. Με την αρπαγή των περιουσιών τους και τον βίαιο εκπατρισμό τους επιχειρεί να τους αφανίσει σαν εθνική μειονότητα. Δεν είναι μόνο οι 35.000 τουλάχιστον Σλαβομακεδόνες, που κατέφυγαν σαν πολιτικοί πρόσφυγες στις Λαϊκές Δημοκρατίες και την ΕΣΣΔ.

Την ίδια στιγμή, οι άγριοι διωγμοί, η εξαθλίωση και η πείνα αναγκάζουν χιλιάδες να καταφύγουν σα μετανάστες στα σκλαβοπάζαρα των ΗΠΑ, της Αυστραλίας, του Καναδά κ.α. και άλλους τόσους να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και να καταφύγουν σ1 άλλες περιοχές της Ελλάδας για να γλυτώσουν. Η ελληνική αστική τάξη προχωρεί παραπέρα στο εγκληματικό της έργο αφανισμού της Σλαβομακεδονικής μειονότητας, θέτοντας σ' εφαρμογή ένα σχέδιο, που είχε στόχο, από τη μια, να νομιμοποιήσει τα εγκλήματα και τις ανομίες που είχε διαπράξει σε βάρος τους και, από την άλλη, να ολοκληρώσει τον ξεριζωμό των Σλαβομακεδόνων από τα πατρικά τους χώματα, αναγκάζοντας όσους είχαν απομείνει ή να προσκυνήσουν ή να παραδώσουν τις περιουσίες τους και να εγκαταλείψουν τα χωριά τους, να διασπαρούν και να διαχυθούν μέσα στον ελληνικό πληθυσμό, για να διαλυθούν και να εξαφανιστούν σαν εθνότητα.

Η εφημερίδα "Ν. Αλήθεια" (12/5/52) έγραφε πάνω σ1 αυτό το ζήτημα: "Υπάρχει επεξεργασμένο σχέδιο που το χαιρετίζουμε μ' όλη την καρδιά μας. Οι σλαβομακεδόνες πρέπει να το καταλάβουν ότι αν επιθυμούν να ζήσουν στην Ελλάδα πρέπει να μετακινηθούν στα νότια και στις δικές τους περιοχές να μεταφερθούν Ελληνες από το νότο... Δεν μπορούν να κρατούν τις πιο απομακρυσμένες θέσεις της ασφάλειας της Ελλάδας. Απλούστατα δεν έχουμε εμπιστοσύνη σ' αυτούς".

Μερικούς μήνες αργότερα, το "Βήμα" (24/2/53) δίνει περισσότερες πληροφορίες: "Εξαιρετικής σημασίας σύσκεψις έλαβε χωράν εις τα γραφεία του Γ Σώματος Στρατού και εις ιην οποίαν έλαβε μέρος και ο υπουργός Βορείου Ελλάδος κ. Στράτος και κατά την οποίαν έξητάσθη το θέμα του επαναπατρισμού των παραμεθορίων πληθυσμών, το οποίον η Κυβέρνησις θεωρεί ζωτικόν... Επειδή ως πρωταρχικόν τίθεται το ζήτημα της ασφαλείας, επροτάθη όπως κατ' αρχήν εις τα νεοανοικοδνμηθησόμενα χωρία επανέλθουν οι πρώην κάτοικοι συμπτυσσομένων χωρίων, αλλά εκ τούτων μόνον οι εγνωσμένων εθνικών φρονημάτων. Εάν δε ορισμένων περιοχών οι κάτοικοι είναι αντεθνικών φρονημάτων εις ταύτην θέλουν εγκατασταθεί εθνικόφρονες ετέρων περιοχών. Εξυπακούεται ότι εις το έργον ανοικοδομήσεως των παραμεθορίων και του επαναπατρισμού θα συμβάλλουν όλως ιδιαιτέρως και οι στρατιωτικοί αρχαί διότι πρόκειται περί ζητημάτων ασφαλείας, αλλά και διότι πρόκειται να αποκατασταθούν γεωργικώς πολλοί έφεδροι".

Οι πληροφορίες του "Βήματος" είναι αποκαλυπτικότατες και ασφαλέστατες. Λίγους μήνες αργότερα επαληθεύονται στο ακέραιο. Τον Αύγουστο του 1953 ψηφίζεται ο σχετικός νόμος, ο Ν. 2536/53. Ο στόχος του νόμου δηλώνεται στην εισηγητική έκθεση που συνοδεύει την κατάθεση του στη Βουλή: "...και αφ1 ετέρου όπως επανεποικισθώσιν οι ανωτέρω έγκατα-λειφθείσαι παριοχαί δια νέων εποίκων, εμφορουμένων με υγιά Εθνικήν συνείδησιν...".

Ο νόμος 2536/53 αντιμετωπίζει με πρωτοφανή βαρβαρότητα τους Σλαβομακεδόνες των παραμεθόριων περιοχών της Βόρειας Ελλάδας και τις οικογένειες τους (και όχι μόνο τις οικογένειες των πολιτικών προσφύγων). Δίνει το δικαίωμα στο ελληνικό αστικό κράτος να αρπάξει τις περιουσίες τους και να τις διανείμει σε "εθνικόφρονες" και σε απόστρατους χωροφύλακες και καραβανάδες. Ο νόμος αυτός έρχεται να νομιμοποιήσει το όργιο της βίας και των διωγμών, της αρπαγής και της λεηλασίας των περιουσιών των Σλαβομακεδόνων και όχι μόνο πολιτικών προσφύγων και αγωνιστών - κατ' ανάγκη μεταναστών (εξωτερικού και εσωτερικού), που έχει ήδη συντελεστεί.

Παράλληλα, αποσκοπεί στην ολοκλήρωση του οριστικού ξεριζωμού από τα πατρικά χώματα όσων δεν προσκυνήσουν. Σύμφωνα με το άρθρο 6, ακίνητα που ανήκουν σε πρόσωπα που διέφυγαν παράνομα στο εξωτερικό θεωρούνται εγκαταλειμμένα, ακόμη κι αν τα διαχειρίζονται συγγενείς, αντιπρόσωποι ή μισθωτές τους. Μετά την παρέλευση τριών χρόνων από τον εκπατρισμό του ιδιοκτήτη, ο τελευταίος χάνει κάθε δικαίωμα στα ακίνητα αυτά, τα οποία περνούν στην κυριότητα του Δημοσίου. Ακόμη και σε περίπτωση που εμφανιστεί ο ιδιοκτήτης, δεν ανακτά κανένα δικαίωμα σ' αυτά. Ούτε κάποιος τρίτος (συγγενής ή αντιπρόσωπος), που κατέχει ή καρπώνεται το ακίνητο, έχει δικαίωμα να ζητήσει ένδικη ή άλλη προστασία από τη δήμευση. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν και στην περίπτωση που τα ακίνητα έχουν περάσει στην κυριότητα των κληρονόμων του ιδιοκτήτη.

 Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 6 καθορίζει:

"1. Ακίνητα ανήκοντα κατά κυριότητα εις πρόσωπα μετανάστευσαν τα λάθρα εις το εξωτερικό ν, άνευ αδείας ή διαβατηρίου εκδιδομένου παρά των αρμοδίων Αρχών, θεωρούνται εγκαταλελειμμένα έστω κι αν διαχειρίζονται ταύτα συγγενείς, αντιπρόσωποι ή μισθωτοί του ιδιοκτήτου.

2. Μετά πάροδον τριετίας από της μεταναστεύσεως του ιδιοκτήτου, βεβαιούμενης υπό της αρμοδίας Αστυνομικής Αρχής (Αλλοδαπών), θεωρείται αποσβεσθέν παν δικαίωμα αυτού επί του ακινήτου, περιερχομένου αυτοδικαίως και άνευ τινός διαδικασίας ή μεταγραφής, εις το Δημόσιον κατά πλήρη κυριότητα και νσμήν. Ο ιδιοκτήτης εμφανιζόμενος ουδέν δικαίωμα ανακτά επί του εγκαταλελειμμένου ακινήτου...

3. Οιαδήποτε κατάστασις κατοχής ή καρπώσεως υπό τρίτου των ως άνω ακινήτων ουδέν παρέχει δικαίωμα ενδίκου ή άλλης προστασίας, ουδεμίας αξιώσεως λόγω κατοχής, νομής ή μισθώσεως ή άλλης σχέσεως αναγνωριζομένης, του Δημοσίου άμα δικαιουμένου εις διοικητικήν αποβολήν παντός κατόχου.

 4. Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και επί κλήρων ων η κυριότης περιήλθεν εις τους κληρούχους".

Είναι φανερό, ότι στο στόχαστρο του νόμου βρίσκεται όχι μόνο ο πολιτικός πρόσφυγας, αλλά και η οικογένεια του, που έτυχε να παραμείνει στην Ελλάδα, αφού το αστικό κράτος δημεύει την περιουσία του όχι μόνο στην περίπτωση που τη διαχειρίζεται η οικογένεια του, αλλά ακόμη κι αν έχει μεταβιβαστεί στους κληρονόμους του. Ταυτόχρονα, τους αφαιρεί κάθε δικαίωμα να υπερασπίσουν την ιδιοκτησία τους ή να διεκδικήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την επανάκτηση της στο μέλλον. Πρόκειται, όπως είναι ολοφάνερο, για κατάφωρη παραβίαση του ίδιου του αστικού συντάγματος, του "ιερού και απαραβίαστου" της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτή ήταν και η άποψη της αντιπολίτευσης κατά τη συζήτηση του νόμου στη Βουλή, παρόλο που συμφωνούσε με τους στόχους του.

Ο Σ. Αλλαμανής έλεγε: "Πλην όμως το σχέδιον το χαρακτηρίζει περισσή σκληρότης και καταφανής αντισυνταγματικότης". Και ο Ν. Ζορμπάς: "Πρέπει λοιπόν να μελετηθεί καλύτερον και να προσαρμοσθεί προς το Σύνταγμα δια να μη θεωρηθεί ότι το Δημόσιον προβαίνει εις την δήμευσιν της περιουσίας των ανθρώπων αυτών. Από ουσιαστικής απόψεως η αρχή του σχεδίου αφαιρεί τας εκτάσεις από αυτούς οι οποίοι έφυγαν και τα δίδει εις αλλάς εθνικωτέρας, ως υποστηρίζει, χείρας. Αλλά τι θα συμβή εάν οι άνθρωποι αυτοί επανέλθουν εις την Ελλάδα δια διεθνών συμφωνιών;".

 Η ίδια τύχη περιμένει και τους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους, που κυνηγημένοι εγκατέλειψαν τα χωριά τους και κατέφυγαν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Το άρθρο 8, που έχει αναδρομική ισχύ, καθορίζει: "Κληρούχοι κατά την εποικιστικήν Νομοθεσίαν, εγκατελείποντες μετά των μελών της οικογενείας των, τον συνοικισμών των και την αυτοπρόσωπον εκμετάλλευσιν του κλήρου των, κηρύσσονται έκπτωτοι των επί του κλήρου και οικοπέδου δικαιωμάτων των δι' αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, εκδιδομένης και καθισταμένης οριστικής και αμετακλήτου κατά τα εν άρθρω 7 οριζόμενα".

Ανάμεσα στα τεκμήρια με βάση τα οποία κρίνεται οριστική η εγκατάλειψη του κλήρου είναι:

"α) Η πέραν της διετίας συνεχής απουσία του κληρούχου και της ομογένειας του εκ του συνοικισμού β) Η συστηματική εκμίσθωσις του κλήρου εις τρίτους" κλπ.

Αποκαλυπτικός των στόχων του μοναρχοφασισμού είναι ο διάλογος που έγινε στη βουλή κατά τη συζήτηση του άρθρου 8, ανάμεσα στο βουλευτή Τ. Μιχαηλίδη και τον υπουργό Β. Ελλάδος Α. Στράτο. Στην πρόταση του πρώτου να δοθεί πριν την εφαρμογή του νόμου μια προθεσμία "δυο ή τριών μηνών δια να δυνηθούν να επανέλθουν όσοι θέλουν", ο Α. Στράτος απάντησε: "Εχω υπ' όψει μου πλείστος περιπτώσεις ανθρώπων, οι οποίοι δεν πρέπει να επανέλθουν".

"Ελεος" και "μεγαλοψυχία" δείχνει η αστική τάξη μόνο για τις γυναίκες και τα παιδιά των αγωνιστών, που προσκυνούν και γίνονται γενίτσαροι. Το άρθρο 11 του νόμου 2536/53 ορίζει:

"Και εκτίμησιν των κατά τόπους ειδικών συνθηκών, η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων δύναται κατά την κρίσιν της να αποκαταστήση τους παρόντος σύζυγον και κατιόντος του ιδιοκτήτου ή κληρούχου εις τα παρά τούτων εγκαταληφθέντα ακίνητα και εις έκτασιν μη υπερβαίνουσα τον τοπικώς καθορισθέντα ή νυν καθοριζόμενον υπ' αυτής γεωργικόν κλήρον".

Και με το άρθρο 16, το οποίο επικυρώνει μεταξύ άλλων την 253/1951 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, διευκρινίζεται: "Η απόφασις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων θα είναι απολύτως άκυρος εάν δεν μνημονεύεται εν αυτή δια τα αποκαθιστάμενα πρόσωπα, βεβαίωσις του Γενικού Επιτελείου Στρατού ή της υπ' αυτού εξουσιοδοτημένης Στρατιωτικής ή Αστυνομικής Αρχής ότι δεν υπάρχει δια την αποκατάστασιν τούτων αντίρρησις υπαγορευόμενη εκ λόγων εθνικής του τόπου ασφαλείας".

 Στις παραμεθόριες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας είναι ευπρόσδεκτοι μόνο το φασιστικό σκυλολόι και οι γενίτσαροι. Σύμφωνα με το άρθρο 16:

"Αποκαθίστανται εις τας άνω περιοχάς επί εγκαταλελειμένων κλήρων και ιδιοκτησιών και απόστρατοι οπλίται, υπαξιωματικοί και αξιωματικοί ιης Χωροφυλακής και του Στρατού, ως επίσης θύματα και ανάπηροι πολέμου των αυτών ή και άλλων περιοχών, προερχόμενοι εξ αγροτικών οικογενειών, ανεξαριήτωνς ακτημοσύνης, σημερινής ιδιότητας αγρότου και ποσού λαμβανομένης συντάξεως".

Κι όλο αυτό το χαφιεδολόι και το φασιστολόι έχει την αμέριστη υλική υποστήριξη των κυβερνήσεων του μοναρχοφασισμού, όπως ορίζεται στο άρθρο 12 του νόμου:

"Δικαιούνται στεγάσεως εις τον τόπον της εγκαταστάσεως των εις παλαιά οικήματα επισκευαζόμενα ή νέα ανεγειρόμενα, επιμελεία και δαπάναις της αρμοδίας Υπηρεσίας, πλήρους γεωργικού εξοπλισμού και εξόδων διατροφής αυτών και των οικογενειών των μέχρι της πρώτης συγκομιδής της ιδίας αυτών εσοδείας. Η μετακίνησις των εξ άλλων περιφερειών προερχομένων ενεργείται δαπάναις του Κράτους και επιμέλεια της Αγροτικής Τραπέζης".

Ο νόμος 2536/1953 είναι αδιάψευστη απόδειξη των εγκλημάτων που διέπραξε η ελληνική αστική τάξη ενάντια στη σλαβομακεδονική εθνότητα, αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της συστηματικής εξόντωσης στην οποία αυτή υποβλήθηκε.

Το Τιτικό καθεστώς συνεργάτης και συνένοχος

Ο Τίτο και η συμμορία του είναι όχι μόνο κατάπτυστα προδότες του ελληνικού λάικοδημοκρατικού κινήματος, αλλά συνεργάτες και συνένοχοι με την ελληνική αστική τάξη στην επιχείρηση εξόντωσης των Σλαβομακεδόνων, που αρνούνταν να υποταχθούν στην πολιτική του και στέκονταν σε διεθνιστικές θέσεις.

Για να γίνει κατανοητή η στάση της Τιτικής σπείρας είναι χρήσιμη μια πολύ σύντομη αναφορά, κύρια με το "μάτι" του αστικού τύπου της εποχής, στην ανάπτυξη της Τιτο-μοναρχοφασιστικής πολιτικής και στρατιωτικής συνεργασίας και συμμαχίας από το 1949, καθ' υπαγόρευση των Αγγλο-αμερικάνων ιμπεριαλιστών. Γιατί αυτά τα γεγονότα είναι γνωστά μεν στους παλιότερους αγωνιστές του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά σχεδόν άγνωστα στους νεότερους, ιδιαίτερα από τότε που ο Χρουστσιόφ και οι Ελληνες αναθεωρητές ηγέτες με τη σειρά τους έδωσαν "άφεση αμαρτιών" στον Τίτο και τον ξαναγκάλιασαν.

Οι υπονομεύσεις, τα σαμποτάζ, oi προβοκάτσιες και οι ραδιουργίες του Τίτο ενάντια στο λαϊκοδημοκρατικό κίνημα της Ελλάδας αρχίζουν από το 1943. Ομως από το 1949 περνά ανοιχτά στο στρατόπεδο των Αγγλο - αμερικάνων ιμπεριαλιστών και μετατρέπεται σε στενό σύμμαχο του ματωβαμμένου ελληνικού μοναρχοφασιστικού καθεστώτος.

Η ανοιχτή συνεργασία του Τίτο με τους μοναρχοφασίστες άρχισε την άνοιξη του 1949 στο Κάιμάκτσαλαν, όταν λίγες μέρες ύστερα από τη συνάντηση Γιουγκοσλάβων και Ελλήνων αξιωματικών, κάτω από την εποπτεία Αμερικάνων και Αγγλων στρατιωτικών, χρησιμοποιήθηκε το γιουγκοσλάβικο έδαφος από το μοναρχοφασιστικό στρατό για να υπερφαλαγγίσει τα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού στο Κάιμάκτσαλαν. Επακολούθησε το πισώπλατο χτύπημα από τον τιτικό στρατό των τμημάτων του ΔΣΕ που πολεμούσαν στο Βίτα - Γράμμο.

Αυτό που οι Αγγλοαμερικάνοι ιμπεριαλιστές δεν είχαν κατορθώσει σε τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα, παρά την ανοιχτή ένοπλη επέμβαση τους, το πέτυχαν με τη βοήθεια του Τίτο: Η στάση της τιτικής συμμορίας ήταν καθοριστικός παράγοντας της στρατιωτικής ήττας του ΔΣΕ, γεγονός που αναγνωρίζει και ο αστικός τύπος της εποχής.

 Ενδεικτικά παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από το "Βήμα" (13/2/49): "Η λιποταξία της Γιουγκοσλαβίας υπήρξεν η κυριωτέρα αιτία της ήττης των ανταρτών κατά το τρέχον έτος. Από των αρχών του θέρους ημποδίσθη εις αυτούς η χρησιμοποίησις του γιουγκοσλαβικού εδάφους ή των γιουγκοσλαβικών εφοδίων. Τούτο ήγαγεν απ' ευθείας εις την απροσδόκητον κατάρευσιν των εις το Βίτσι τον παρελθόντα Ιούλιον".

Οι Αμερικάνοι θέτουν υπό την "προστασίαν" τους την τιτική κλίκα και της παρέχουν αφειδώς δάνεια και βοήθεια σε τρόφιμα για να αποτρέψουν την ανατροπή της. Ταυτόχρονα ασκούν ασφυκτική πίεση και στις δυο πλευρές, στην Ελληνική και Γιουγκοσλαβική, να παρακάμψουν τις διαφορές τους και να προχωρήσουν στη δημιουργία ενός στρατιωτικού άξονα, ο οποίος θα διευρυνθεί με τη συμμετοχή της Τουρκίας και της Ιταλίας και θα αποτελέσει την αιχμή του δόρατος τους κατ' αρχήν ενάντια στην Αλβανία και τη Βουλγαρία, αλλά και ενάντια στη Σοβιετική Ενωση και τις υπόλοιπες Λαϊκές Δημοκρατίες.

Τη στενή αμερικανο-τιτική συνεργασία, αρκετό καιρό πριν από την ήττα του ΔΣΕ, αποκαλύπτει το "Βήμα" (25/12/1949), επιβεβαιώνοντας τις καταγγελίες του ΚΚΕ. Σε άρθρο, με τίτλο "Η Αμερικάνικη πολιτική έναντι της συγκρούσεως Τίτο - Σοβιετ. Ρωσσίας", επισημαίνει: "Κατά την έξοδόν του εκ του Λευκού Οίκου ο κ. Αλλεν (σ.σ. νέο· διορισθείς πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Βελιγράδι) εδήλωσεν εις δημοσιογράφους ότι οι Ηνωμένοι Πολιτείαι αντιτίθενται εις πάσαν επίθεσιν εναντίον της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της Γιουγκοσλαβίας. Την δήλωσιν ταύτην επιβεβαίωσε βραδύτερον και ο πρόεδρος Τρούμαν. Και η πολιτική μεν αύτη των Ηνωμένων Πολιτειών είναι από πολλού τώρα καιρόν γνωστή. Αφ' ης στιγμής ο Τίτο ήλθεν εις ρήξιν με την Κομινφόρμ και εφόσον το μεταξύ των χάσμα ηυρύνετο και η έρις των ωξύνετο, το αμερικανικόν ενδιαφέρον δια την Γιουγκοσλαβίαν καθίστατο αντιστοίχως όλονέν ζωηρότερον και εξεδηλώνετο υπό τον τύπον παροχής μεγαλύτερος, συν τω χρόνω, βοηθείας και ενισχύσεως εις τον Γιουγκοσλάβον δικτάτορα. Το χορηγηθέν κατά τον παρελθόντα Ιούλιον δάνειον εις την Γιουγκοσλαβίαν (σ.σ. πρόκειται για την κρίσιμη περίοδος των τελευταίων μαχών ΔΣΕ - μοναρχοφαστικού στρατού, οπότε ο υποτιθέμενος σύμμαχος του ΔΣΕ Τίτο παίρνει δάνειο από τις ΗΠΑ!), η είσοδος αυτής, τη υποστηρίξει της Αμερικής, εις το Συμβούλιον Ασφαλείας, τα από τίνων μηνών αποστελλόμενα εις αυτήν πολυάριθμα τζιπ εκ Γερμανίας, τα "εμπορικά" αεροπλάνα, αμφότερα αποτελούντα ουσιαστικώς υλικόν πολέμου κ.λπ δεν αφήνουν καμμίαν αμφιβολίαν περί της προθέσεως της αμερικανικής κυβερνήσεως όπως όχι μόνον βσηθήση οικονομικώς την γειτονικήν χωράν αλλά και την καταστήσει βαθμηδόν ισχυροτέραν, εν ω μετρώ αποκτά την πεποίθησιν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος να στραφή αύτη ενδεχομένως εναντίον της".

 Οι στόχοι της Αμερικάνικης πολιτικής αποτυπώνονται ανάγλυφα στον αστικό τύπο της εποχής. Από την πληθώρα της σχετικής αρθρογραφίας παραθέτουμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

"Η αποκατάσταοις κανονικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας, δια της ανταλλαγής πρεσβευτών - διαβεβαίωνε από τον Αύγουστο ακόμη του 1950 ο Γιουγκοσλάβος πρεσβευτής στο Λονδίνο Γιοζέ Μπριλέι τον Αγγλο υπουργό Κένεθ Γιάγκερ - θα ηδύνατο να οδηγήσει εις στενωτέραν στρατιωτικήν συνεργασίαν μεταξύ των δύο χωρών. Τούτο δε θα ήτο προς μέγα όφελος των δυτικών δυνάμεων" ("Καθημερινή", 23/8/1950).

 "Τϊ σημαίνει από διεθνούς πλευράς και αγώνος Ανατολής - Δύσεως η ελληνο-γιουγκοσλαβική συνεργασία; Πλήρη αποκοπήν της Αλβανίας του Εμβέρ Χότζα. Σύσφιξιν της Βουλγαρίας από νότου και δυσμών" ("Ελλάς", 29/11/1950).

Ο Σ. Βενιζέλος, σε συνέντευξη του στη "Ντέιλι Μέιλ" (19/2/1951), δηλώνει: "θα δυνάμεθα να προελάσωμεν προς τον Δούναβιν... θα μετάβάλωμεν την χωράν μας εις ορμητήριον από το οποίον θα καταφερθεί πλήγμα εις την καρδίαν της Ρωσίας. ... Η Ουάσιγκτον θέλει να καταστήση την Ελλάδα και την Γιουγκοσλαβίαν συμπαγές φράγμα κατά του επεκτατισμού της Ρωσίας και δι' αυτό ενδιαφέρεται δια την Ελληνογιουγκοσλαβικήν προσέγγισιν, ως και δια την μείωσιν της εντάσεως μεταξύ Γιουγκοσλαβίας κω Αυστρίας" ("Βήμα", 20/2/51).

Για να προωθήσει την ελληνο-γιουγκοσλαβική προσέγγιση ο Λευκός Οίκος επιβάλλει στην Ελλάδα κυβέρνηση υπό τον Πλαστήρα, που είχε κατέβει στις εκλογές του Μάρτη του 1950 με τη μάσκα του δημοκράτη και του ειρηνοποιού. Ο Τσαλδάρης, που είχε βάψει τα χέρια του με το αίμα των αγωνιστών, δεν ήταν αποδεχτός από τον Τίτο, που αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα και στο εσωτερικό και διεθνώς εξαιτίας της αποστασίας και της προδοσίας του. Ο τύπος της εποχής αποκαλύπτει και πάλι, από τη μια, το μέγεθος της ξενοδουλίας της ελληνικής αστικής τάξης και, από την άλλη, ότι ο Τίτο έχει γίνει το "χαϊδεμένο παιδί" της Ουάσιγκτον.

Στις 9/4/1950, το "Βήμα", σε άρθρο σχετικό με τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις επισημαίνει: "Κατά τας ιδίας πληροφορίας, οι Γιουγκοσλάβοι επιμένουν ότι η εμφάνιοις της Ελλάδος υπό άλλην πολιτικήν όψιν είναι αναγκαία δια λόγους και εσωτερικής και διεθνούς γιουγκοσλαβικής σκοπιμότητας. Επ' αυτού οι Γιουγκοσλάβα ιθύνοντες ευρίσκουν ευήκοον ους μεταξύ των Δυτικών, καθ' όσον αϊ απόψεις τας οποίας υποστηρίζουν σχετικώς με την διαμόρφωσιν και εμφάνισιν ιης κυβερνητικής καταστάσεως εις την Ελλάδα είναι ταυτόσημοι προς τας υποστηριζόμενος υπό του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον. Οπως οι Δυτικοί, ούτω και οι Γιουγκοσλάβοι εκφράζουν την βεβαιότητα ότι οσονούπω θα επέλθη εις την Ελλάδα μεταβολή κυβερνήσεως, η οποία θα εμφάνιση την χωράν "δημοκρατικήν" και θα επιτρέψη εις την γιουγκοσλαβικήν πολιτικήν να κινηθή ευκολότερα".

 Αλλά και ο ίδιος ο Τίτο σε δηλώσεις ξεκαθαρίζει ότι: "Η δυνατότης συνεργασίας μεταξύ Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας εξαρτάται σήμερον εκ των εσωτερικών εξελίξεων εν Ελλάδι. Μέχρι τούδε δεν παρεσχέθη εις την Γιουγκοσλαβίαν η ευκαιρία δια μίαν μεταβολήν της καταστάσεως. Παρά ταύτα - πρόσθεσε ο Τίτο - η εσωτερική κατάστασις της Ελλάδος θα σημειώσει πιθανώς στροφήν επί τα βελτίω ταχέως, ούτως ώστε ω σχέσεις μας θα βελτιωθούν και θα αποκατασταθεί η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών".

Και συνεχίζει το "Βήμα": "Οι Αμερικανοί, έχοντες υπ' όψιν ακριβώς την θέσιν αυτήν του Τίτο, σημειώνουν ότι θα απετέλει από ελληνικής πλευράς ακατανόητην στενοκεφαλιάν να μη διευκολύνουν τα πράγματα δια του σχηματισμού δηλαδή μιας κυβερνήσεως προοδευτικής, όπως θα ήτο η κυβέρνησις του Κέντρου υπό την προεδρίαν του στρατηγού Πλαστήρα".

Ακόμη πιο σαφείς γίνονται οι στόχοι της αμερικάνικης πολιτικής σε επιστολή του Αμερικάνου προέδρου Τρούμαν προς τη Βουλή και τη Γερουσία, με την οποία ζητά επειγόντως την έγκριση επαρκούς "βοήθειας" για τη Γιουγκοσλαβία.

 Να μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα απ' αυτή, όπως δημοσιεύτηκαν στο "Βήμα" στις 19/11/1950: "Ο Τίτο έχει υπό τον έλεγχο του την μεγαλύτερην στρατιωτικήν δύναμιν εν Ευρώπη εξαιρέσει της δυνάμεως της Σοβιετικής Ενώσεως και η δύναμις αυτή αποτελεί σήμαντικόν παράγοντα δια την άμυναν της δυτικής Ευρώπης εναντίον της σοβιετικής επιθέσεως... Αν τα μέτρα αυτά δεν ληφθούν (σ.σ. η έγκριση της "βοήθειας") η δύναμις ελέγχου την οποίαν ασκεί ο Τίτο επί των ανατρεπτικών στοιχείων εν Γιουγκοσλαβία θα υπονομευθεί σοβαρώς και ίσως ανεπανορθώτως, και η ικανότης των γιουγκοσλαβικών στρατιωτικών δυνάμεων να αντιστούν κατά επιθέσεως εκ μέρους της Ρωσσίας ή δορυφόρων της ή και των δυο θα εξασθένηση επικινδύνως. Ενδιαφερόμεθα πολύ και από στρατιωτικής απόψεως δια την κατάστασιν αυτήν και προσπαθούμεν να εύρωμεν μέσα όπως παράσχωμεν άνευ αναβολής την αναγκαίαν βοήθειαν εις τον Τίτο".

Και συνεχίζει το σχόλιο του "Βήματος" για την επιστολή Τρούμαν: "Ολοι γενικώς οι παρατηρηταί συμφωνούν επί του γεγονότος ότι η Γιουγκοσλαβία σήμερον αποτελεί ακρογωνιαίον λίθον της αμύνης έναντι του ρωσικού επεκτατισμού και παραδέχονται τον προεδρικών ισχυρισμών ότι αϊ ένοπλοι δυνάμεις του στρατάρχου Τίτο καταλλήλως ενισχυώμεναι εις ώπλα και υλικών δύναται να αποβούν η μεγαλύτερα στρατιωτική δύναμις εις την Ευρώ-πην μετά την Σοβιετικήν Ενωσιν. Το αμερικανικών Υπουργείον Αμύνης συμμερίζεται απολύτως την άποφιν του Προέδρου, διότι φρονεί ότι εις περίπτωσιν ρωσσικής επιθέσεως αϊ γιουγκοσλαβικοί δυνάμεις θα αποτελέσουν σοβαρών αμυντικόν φράγμα. Το Υπουργείον Εξωτερικών επίσης συμμερίζεται την ιδίαν άποψιν, ευρίσκει δε ότι η θέσις του στρατάρχου Τίτο εξυπηρετεί τα μέγιστα την αμερικανικήν διπλωματικήν μάχην προς αντιμετώπισιν του ρωσσικού κομμουνισμού".

 Ο Τίτο όμως δεν κρύβει τα επεκτατικά του σχέδια σε βάρος (και) της Ελλάδας. Η Θεσσαλονίκη αποτελεί όνειρο της επεκτατικής του πολιτικής. Το προβάλλει μάλιστα τόσο φανερά, που ξεσηκώνει ακόμη και ορισμένες εθνικιστικές φωνές στην Ελλάδα, που βλέπουν ότι οι "μεγάλοι προστάτες" δεν συμπεριφέρονται τόσο "φιλελληνικά" όσο "φιλογιουγκοσλαβικά" (κάτι αντίστοιχο με τις διαμαρτυρίες ορισμένων από τους πιο φανατικούς σημερινούς "μακεδονομάχους").

 Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα, από άρθρο "διπλωματικής προσωπικότητας", στην "Καθημερινή" (6/8/1950), με τίτλο "Διατί καθυστερεί η αποκατάστασις των σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας". "Ο Τίτο δεν απέκλεισεν την εκδοχήν ότι η αμερικανική διπλωματία θα ήτο πρόθυμος να θυσιάση το καθαρώς ελληνικών έδαφος για να επιτύχει την πολυπόθητον συμμαχίαν. Ο Τίτο εζήτησεν από την Ελλάδα την ελεύθερον ζώνην της θεσσαλονίκης, την οποίαν θέλει να επανδρώσει δια πολυαρίθμων επίλεκτων κομμουνιστών εκ των πλέον ορθοδόξων του κόμματος του. Συγχρόνως ζητεί πολλά προνόμια και περισσότερος ακόμη ελευθερίας δια τας συγκοινωνίας του και δι' όλα τα μεταφορικά μέσα, που θα διαθέτουν από την Θεσσαλονίκην μέχρι των συνόρων. Είναι αναμφισβήτητον ότι δια την εφαρμογήν των κατακτητικών του σχεδίων αϊ ευκολίαι αυταί θα του παρείχον μίαν βοήθειαν άνευ προηγουμένου, ενώ θα εξέθεταν την ελληνικήν ασφάλειαν εις ανυπολόγιστους κινδύνους".

Ο Τίτο καθόλου δεν ενδιαφέρεται για την "αποκατάσταση των Μακεδόνων", όπως παρουσιάζει τα πράγματα η σημερινή ελληνική ψευδο-ιστορική φιλολογία των αστών. Βλέπετε καθαρά, ότι στον ελληνικό τύπο της εποχής πουθενά δεν γίνεται αναφορά στο Μακεδόνικο. Αλλωστε, αν ο Τίτο χρησιμοποιούσε σαν βασικό μοχλό το Μακεδόνικο, θα έπρεπε να αναγνωρίσει τα εθνικά δίκαια συνολικά του Σλαβομακεδονικού λαού και να του αναγνωρίσει το δικαίωμα να δημιουργήσει το δικό του ανεξάρτητο κράτος, που θα περιλάμβανε και τα εδάφη της Γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας. Τότε όμως θα έτριζε επικίνδυνα το καθεστώς του, γιατί οι Σλαβομακεδόνες της Γιουγκοσλαβίας είχαν σαν μέτρο σύγκρισης τους ομοεθνείς τους του Πιρίν (Βουλγαρία), που είχαν όλα τα εθνικά τους δικαιώματα στο καθεστώς της Λαϊκής Δημοκρατίας (ακόμη και Ελληνες αστοί ιστορικοί και δημοσιολόγοι παραδέχονται, ότι η εθνική καταπίεση και ο εκβουλγαρισμός των Σλαβομακεδόνων του Πιρίν άρχισε επί Ζβκοφ).

Ο Τίτο χρησιμοποιούσε το Μακεδόνικο μόνο στο βαθμό που ήθελε να επηρεάσει τους Σλαβομακεδόνες και να τους στρέψει ενάντια στην πολιτική του ΚΚΕ και της Σοβιετικής Ενωσης (εκμεταλλευόμενος και μεγαλόιδεάτικα λάθη στελεχών του ΚΚΕ, που πάντα κριτίκαρε και χτυπούσε αποφασιστικά το Κόμμα). Απέναντι στο ελληνικό μοναρχοφασιστικό καθεστώς χρησιμοποιούσε σαν μοχλό πίεσης όχι το Μακεδόνικο, αλλά τις προνομιακές σχέσεις του με τους Αμερικάνους, που τον είχαν ανάγκη σαν προγεφύρωμα ενάντια στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και την ΕΣΣΔ.

Η ελληνική αστική τάξη αντιλαμβανόταν αυτά τα σχέδια του Τίτο (αυτό αποκαλύπτει το άρθρο της "διπλωματικής προσωπικότητας" στην "Καθημερινή"), προσπαθούσε να κρατήσει "άμυνα", αλλά εκείνο που πρωταρχικά την καθόριζε ήταν η ξενοδουλεία της και ο λακεδισμός απέναντι στους "μεγάλους συμμάχους", που πολύ πρόσφατα της είχαν επιτρέψει να κρατήσει την εξουσία της. Γι' αυτό και έβαλε την ουρά κάτω από τα σκέλια, υπακούοντας στη μπαγκέτα του υπερατλαντικού μαέστρου. Κατάπιε τις επεκτατικές προκλήσεις του Τίτο, πράγμα που τώρα αναγνωρίζουν και κάποιοι εθνικιστές, ξεχνώντας όμως να πουν ότι στον ελληνικό λαό, ότι και τότε και τώρα η δική τους φάρα ήταν στην εξουσία.

 Τελικά, ύστερα από μακρές διαβουλεύσεις, υπό τον άμεσο έλεγχο και την καθοδήγηση των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών, η Γιουγκοσλαβία, η Ελλάδα και η Τουρκία υπογράφουν στις 6 Φλεβάρη του 1953, στο νησί των δαλματικών ακτών Μπριόνι, το Τριμερές Σύμφωνο για "την οργάνωση της Ασφάλειας και της Αμυνας της Βαλκανικής".

Ιδού πως σχολιάζει πανηγυρίζοντας το γεγονός ο Ν. Ζαρίφης, σε άρθρο του στο "Βήμα", στις 19/2/1953: "Δια της συμπράξεως μετά της Γιουγκοσλαβίας η Ελλάς και η Τουρκία προσφέρουν εις το ΝΑΤΟ μίαν νέαν υπηρεσίαν, που είναι εξαιρετικής σημασίας. Οτι εις το κοινόν μέτωπον του ελευθέρου κόσμου προσθέτουν και νέον σημαντικών παράγοντα εν περιπτώσει ρωσσικής επιθέσεως, την Γιουγκοσλαβίαν, με τας τριάντα επί του παρόντος μεραρχίας της. Είναι δε αυτονόητον, ότι η συμβολή της Γιουγκοσλαβίας εις την άμυναν της Βαλκανικής, λόγω ακριβώς της σημασίας της ταύτης, και ευπρόσδεκτη είναι και πρέπει να χαιρετισθή από όλους τους ελευθέρους λαούς, διότι δια της συμπληρώσεως των αμυντικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ εις την βαλκανικήν διασφαλίζεται πλήρως η άμυνα της, καλυπτομένου του κενού, που παρουσίαζε μέχρι τούδε το βαλκανικόν μέτωπο των ελευθέρων λαών".

Ενάμιση χρόνο αργότερα, στις 3/6/1954, ο Τίτο πραγματοποιεί την πρώτη επίσκεψη του στην Ελλάδα μέσα σε πανηγυρικό κλίμα. Στόχος της επίσκεψης η μετατροπή του Τριμερούς Βαλκανικού Συμφώνου σε στρατιωτική συμμαχία.

 Απέναντι στους Σλαβομακεδόνες ο Τίτο ακολουθούσε πολιτική εκσερβισμού Ακόμη και στη μακεδόνικη γλώσσα έμπαζε στοιχεία της σερβοκροατικής, στηρίζοντας έτσι εκείνες τις απόψεις που υποστήριζαν, ότι α Σλαβομακεδόνες είναι Σέρβοι. Τα πραγματικά επαναστατικά στοιχεία του Σλαβομακεδονικού λαού υπέστησαν ανηλεή διωγμό.

Τις καταγγελίες του ΚΚΕ και της Κομινφόρμ επιβεβαιώνουν και αστικές πηγές. Γράφει το "Βήμα" (16/12/1949): "Το γεγονός άλλωστε, ότι υπέρ τους εκατόν χιλιάδες μελών του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας σήπονται εις τας φύλακας ή τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, λόγω διαφωνίας προς την τακτικήν του Τίτο, και ότι η αριθμητική δύναμις των διαφόρων τμημάτων του κόμματος εμειώθη αλλού μεν κατά 50 τοις εκατόν και αλλού κατά 30, συνεπεία διαγραφών των αντιφρονούντων, φανερώνει ότι η αντίθεσις προς την ακολουθουμένην υπό του Τίτο πολιτικήν ευρύνεται και επεκτείνεται προϊόντος του χρόνου".

Οι Σλαβομακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες όμως υπέστησαν ακόμη μεγαλύτερους διωγμούς, λόγω των δεσμών τους με το ΚΚΕ και της εμμονής τους σε διεθνιστικές θέσεις, που ξεσκέπαζαν γενικότερα το βρώμικο ρόλο του τιτισμού στα Βαλκάνια, σαν προκεχωρημένου φυλακίου του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του ΝΑΤΟ

Ο Τίτο εξαρχής έπαιξε με πολλούς τρόπους υπονομευτικό και διαλυτικό ρόλο στον αγώνα των Σλαβομακεδόνων για εθνική αυτοδιάθεση και κοινωνική απελευθέρωση. Προσπάθησε να δημιουργήσει εθνικιστικές αντιθέσεις ανάμεσα σε Ελληνες και Σλαβομακεδόνες και να θέσει το Σλαβομακεδονικό κίνημα υπό τον έλεγχο του, για να προωθήσει τα επεκτατικά του σχέδια σε βάρος της Ελληνικής Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης. Οταν όμως προχώρησε η Τιτο-μοναρχοφασιστική συνεργασία, ο υποτιθέμενος "προστάτης των Μακεδόνων" παραιτήθηκε από τη δημαγωγία για το Μακεδόνικο και άναψε το πράσινο φως στο ελληνικό μοναρχοφασιστικό καθεστώς να συνεχίσει ανενόχλητο το έργο της εξόντωσης των Σλαβομακεδόνων της Ελλάδας.

 "Το ζήτημα των Σλαβομακεδόνων του Αιγαίου είναι ζήτημα της κυβέρνησης της Αθήνας", , δήλωσε ο Μόσα Πιάντε, όταν μαζί με τον Τέμπο επισκέφτηκαν την Ελλάδα, τον Αύγουστο του 1952. Δήλωση που σήμαινε έγκριση των εξοντωτικών μέτρων που έπαιρνε ο μοναρχοφασισμός εναντίον τους. Και δεν ήταν μόνο αυτή η πανηγυρική αποδοχή της μοναρχοφασισπκής πολιτικής ενάντια στους Σλαβομακεδόνες που έμειναν στην .Ελλάδα. Οι Σλαβομακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες, που κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία, έπρεπε να αποδεχτούν την πολιτική του Τίτο και των υποτακτικών του στη γιουγκοσλάβικη Μακεδονία, αλλιώς τους περίμεναν διωγμοί και μύρια δεινά.

Τους σκορπίζουν στα τέσσερα σημεία της χώρας για να τους διαλύσουν και να τους απομονώσουν, τους πιέζουν να εγκαταλείψουν την ταυτότητα του πολιτικού πρόσφυγα και να γίνουν Γιουγκοσλάβοι υπήκοοι, να ξεχάσουν την πατρίδα τους και να καταταγούν στο γιουγκοσλαβικό στρατό. Τους καταδικάζουν στην ανεργία, την πείνα και την εξαθλίωση και όσοι δεν υποτάσσονται στα τιτικά σχέδια κλείνονται στις φυλακές και στα τιτικά Νταχάου, τα γνωστά Γκόλι Οτοκ.

Εκατοντάδες Σλαβομακεδόνες και Ελληνες, μαχητές και αξιωματικοί του ΔΣΕ, που αρνούνται να υποστείλουν τη σημαία της λευτεριάς και του προλεταριακού διεθνισμού, ρίχνονται στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης μαζί με δεκάδες χιλιάδες Γιουγκοσλάβους συντρόφους τους. Τα προσφυγόπουλα που ήταν στη Μπελά Τσέρκβα διδάσκονταν, ότι δεν έχουν γονείς ούτε πατρίδα, ότι πατρίδα τους είναι η Γιουγκοσλαβία. Πολλά απ' αυτά τα παιδιά άρχισαν να τα στέλνουν στην Ελλάδα, για να κλειστούν στα "αναμορφωτήρια" της Φρειδερίκης. Ετσι, το έργο του ελληνικού μοναρχοφασισμού συμπληρωνόταν από το έργο του τιτισμού.

Η Οδύσεια συνεχίζεται

Η Οδύσσεια των Σλαβομακεδόνων πολιτικών προσφύγων συνεχίζεται και μετά το 1982 και την ψήφιση του περιβόητου νόμου για την "αναγνώριση της εθνικής αντίστασης". Με την υπουργική απόφαση της 29/121 1982, που ορίζει ότι επαναπατρίζονται μόνο οι Ελληνες το γένος πολιτικοί πρόσφυγες, απαγορεύεται ουσιαστικά ο επαναπατρισμός των Σλαβομακεδόνων.

Παράλληλα, η τρομοκρατία και οι απαγορεύσεις σε βάρος των Σλαβομακεδόνων, που έχουν απομείνει στη Δυτική Μακεδονία, συνεχίζονται. Παρεμποδίζονται συστηματικά στην ελεύθερη χρήση της γλώσσας τους και η οργάνωση τοπικών πανηγυριών και πολιτιστικών εκδηλώσεων, όπου τα τραγούδια είναι στη σλαβομακεδονική γλώσσα, απαγορεύονται και διαλύονται από άνδρες της ΚΥΠ και της αστυνομίας. Και φτάνουμε στο σημερινό εθνικιστικό παραλήρημα, που ακόμη και η χρήση του όρου Σλαβομακεδόνας θεωρείται εθνική προδοσία και διώκεται δικαστικά.

 Δεν είναι στόχος αυτής της μελέτης να απαντήσει ποιος είναι ο αριθμός των Σλαβομακεδόνων που έχει απομείνει στη Δυτική Μακεδονία, σε ποιο βαθμό έχουν αφομοιωθεί και σε ποιο διατηρούν τα ιδιαίτερα εθνικά τους χαρακτηριστικά. Ενα είναι βέβαιο: η Σλαβομακεδονική μειονότητα, ανεξάρτητα από το αριθμητικό της μέγεθος είναι υπαρκτή. Και οι κομμουνιστές αγωνίζονται και θα εξακολουθήσουν να αγωνίζονται για την πλέρια εθνική της ισοτιμία, για την αναγνώριση όλων των δικαιωμάτων της.

 Αναφερόμαστε κατ' αρχήν στο ίδιο το δικαίωμα τους να αναγνωρίζονται σαν εθνική μειονότητα και όχι σαν "δίγλωσσοι των συνόρων". Από κει απορρέουν όλα τα άλλα δικαιώματα, που πρέπει και για τους Σλαβομακεδόνες να είναι ίδια με τα δικαιώματα που έχει και ο υπόλοιπος λαός της Ελλάδας. Χωρίς ούτε στιγμή να παραιτούμαστε από τον αγώνα για την αναγνώριση αυτών των δικαιωμάτων μέσα στον καπιταλισμό, δεν τρέφουμε αυταπάτες: η πλέρια εθνική αποκατάσταση της Σλαβομακεδονικής μειονότητας θα έρθει μόνο με τη νίκη της λαίκοδημοκρατικής επανάστασης, για την οποία πρέπει κι αυτή να παλέψει μαζί με την εργατική τάξη, τη φτωχομεσαία αγροτιά και τα υπόλοιπα καταπιεζόμενα στρώματα της Ελλάδας.

Αυτές είναι ορισμένες μόνο πλευρές της γεμάτης διωγμούς ιστορίας του Σλαβομακεδονικού λαού, από τις αρχές του αιώνα μέχρι σήμερα. Η ιστορία του διωγμού των Σλαβομακεδόνων ξεσκεπάζει και τον ελληνικό μεγαλοίδεάτικο εθνικισμό, αλλά και τον εθνικισμό της κλίκας του Γκλιγκόροφ, που δούλεψε χέρι χέρι με τον τιτισμό ενάντια στους Σλαβομακεδόνες και τους "θύματα" τώρα για να παίξει το βρώμικο παιχνίδι της.
Μοιράσου το :

+ σχόλια + 1 σχόλια

Ανώνυμος
19 Σεπτεμβρίου 2016 - 11:17 μ.μ.

Αυτά τα γεγονότα και οι αποψεις πρεπει να γινουν γνωστα σε ΟΛΟΥΣ.ΝΑ ΜΗΝ ΝΤΡΕΠΟΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ ΜΑΣ

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger