Αρχική » » ΧΙΙ. ΓΕΝΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΕΡΔΗ ΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΙΜΕΣ

ΧΙΙ. ΓΕΝΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΕΡΔΗ ΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΙΜΕΣ

{[['']]}
 ΜΙΣΘΟΣ,  ΤΙΜΗ,  ΚΕΡΔΟΣ  

ΧΙΙ. ΓΕΝΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΕΡΔΗ ΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΙΜΕΣ

Όταν εκπέσουμε από την αξία ενός εμπορεύματος το μέρος που αναπληρώνει την αξία που έχουν οι πρώτες ύλες και τα άλλα μέσα παραγωγής, που χρησιμοποιήθηκαν σ’ αυτό, δηλαδή την αξία που αντιπροσωπεύει την προηγούμενη εργασία που περιέχεται σ’ αυτό, ότι μένει από την άξια του είναι τότε το ποσό της εργασίας που πρόσθεσε ο εργάτης που απασχολήθηκε τελευταία.
Αν ο εργάτης αυτός εργάζεται δώδεκα ώρες τη μέρα, αν δώδεκα ώρες μέση εργασία είναι αποκρυσταλλωμένη σε ένα ποσό χρυσάφι ίσο με έξι σελίνια, η πρόσθετη αυτή άξια των έξι σελινιών είναι η μοναδική αξία που έχει δημιουργήσει η εργασία του. Αυτή η δοσμένη άξια, που καθορίζεται από το χρόνο της εργασίας του, είναι το μοναδικό ποσό, απ’ όπου και οι δυο τους, ο εργάτης και ο καπιταλιστής, θα πάρουν το αντίστοιχο ο καθ’ ένας μερτικό του, ή το μέρισμά του, είναι η μοναδική αξία, που μπορεί να χωριστεί σε μισθό και σε κέρδος. Είναι φανερό, πως αυτή η ίδια η αξία δεν μπορεί να αλλάξει από τις μεταβαλλόμενες αναλογίες που είναι δυνατό να χωριστεί ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο μέρη. Δεν θα άλλαζε λοιπόν τίποτα αν αντί για ένα εργάτη βάλετε ολόκληρο τον εργατικό πληθυσμό, δώδεκα εκατομμύρια λ.χ. εργάσιμες μέρες αντί για μια.

Μια που ο καπιταλιστής και ο εργάτης έχουν να μοιράσουν μόνο αυτή την περιορισμένη αξία, δηλαδή την αξία που έχει για μέτρο τη συνολική εργασία του εργάτη, τότε όσο περισσότερα πάρει ο ένας τόσο λιγότερα θα πάρει ο άλλος, και αντίστροφα. Όταν ένα ποσό είναι καθορισμένο, το ένα μέρος από αυτό αυξάνει αντίστροφα απ’ ότι μικραίνει το άλλο.
 Αν μεταβληθεί ο μισθός, το κέρδος θα μεταβληθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όταν ο μισθός πέφτει το κέρδος ανεβαίνει. Όταν ο μισθός ανεβαίνει, το κέρδος πέφτει. Αν, σύμφωνα με την προηγούμενη υπόθεση μας, ο εργάτης παίρνει τρία σελίνια, που ισοδυναμούν με το μισό της αξίας που δημιούργησε, ή αν όλη η εργάσιμη μέρα του αποτελείται από μισή πληρωμένη και μισή απλήρωτη εργασία, το ποσοστό τού κέρδους θα είναι 100 τα εκατό, γιατί ο καπιταλιστής θα έπαιρνε άλλα τρία σελίνια.
Αν ο εργάτης παίρνει μόνο δύο σελίνια, ή αν εργάζεται το ένα τρίτο μόνο από την εργάσιμη μέρα για τον εαυτό του, ο καπιταλιστής θα πάρει τέσσερα σελίνια και το ποσοστό του κέρδους θα είναι 200 τα εκατό. Αν ο εργάτης πάρει τέσσερα σελίνια, ο καπιταλιστής θα πάρει μονάχα δυο και το ποσοστό του κέρδους θα πέσει στα 50 τα εκατό, μα όλες αυτές οι μεταβολές δεν θα θίξουν την αξία του εμπορεύματος. Μια γενική αύξηση των μισθών θα κατάληγε, λοιπόν, σε μια γενική πτώση του ποσοστού κέρδους χωρίς να επηρεάσει καθόλου τις άξίες.

Μα, παρ’ όλο που οι αξίες των εμπορευμάτων, που αυτές, σε τελευταία ανάλυση, πρέπει να ρυθμίζουν τις τιμές στην αγορά, καθορίζονται αποκλειστικά από τα συνολικά ποσά της εργασίας που ενσωματώνεται σ’ αυτά και όχι από το χωρισμό του ποσού αυτού σε πληρωμένη και σε απλήρωτη εργασία, δεν θα πει μ’ αυτό καθόλου πως οι αξίες ξεχωριστών εμπορευμάτων ή πολλών μαζί εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί σε δώδεκα λ.χ. ώρες θα παραμείνουν σταθερές. Ο αριθμός ή η μάζα των εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί μέσα σε ένα δοσμένο χρονικό διάστημα εργασίας ή με μια δοσμένη ποσότητα εργασίας, εξαρτιέται από την παραγωγική δύναμη της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε και όχι από τη διάρκεια ή το μάκρος της.
 Με ένα κάποιο βαθμό παραγωγικής δύναμης η κλωστική εργασία μπορεί σε μια μέρα δώδεκα ωρών εργασίας να παράγει δώδεκα λ.χ. λίβρες κλωστή και με ένα μικρότερο βαθμό παραγωγικής δύναμης να παράγει δύο μόνο λίβρες. Αν τώρα μια δωδεκάωρη μέση εργασία είχε αντικειμενοποιηθεί στην αξία των έξι σελινιών, στη μια περίπτωση, δώδεκα λίβρες κλωστή θα στοίχιζαν έξι σελίνια και στην άλλη, δυο λίβρες κλωστή θα στοίχιζαν πάλι έξι σελίνια. Η μια λίβρα κλωστή θα στοίχιζε, κατά συνέπεια, στη μια περίπτωση έξι πέννες και στην άλλη τρία σελίνια.

 Η διαφορά αυτή στην τιμή θα οφείλονταν στη διαφορά των παραγωγικών δυνάμεων που χρησιμοποιήθηκαν. Με τη μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη, σε μια λίβρα κλωστή θα ενσωματωνόταν μια ώρα εργασίας, ενώ με τη μικρότερη παραγωγική δύναμη θα ενσωματωνόταν έξι ώρες εργασίας σε μια λίβρα κλωστή. Η τιμή μιας λίβρας κλωστής θα ήταν στη μια περίπτωση μόνο έξι πέννες, παρ’ όλο που ο μισθός θα ήταν σχετικά υψηλός και το ποσοστό του κέρδους χαμηλό, ενώ στην άλλη περίπτωση θα ήταν τρία σελίνια, παρ’ όλο που ο μισθός θα ήταν χαμηλός και το ποσοστό του κέρδους υψηλό.
Αυτό γίνεται, γιατί η τιμή μιας λίβρας κλωστής ρυθμίζεται από το συνολικό ποσό της εργασίας που έχει καταναλωθεί σ’ αυτή και όχι από την αναλογία που χωρίζεται το συνολικό αυτό ποσό σε πληρωμένη και σε απλήρωτη εργασία. Το γεγονός, λοιπόν, που ανάφερα πριν, πως δηλαδή η εργασία που πληρώνεται φτηνά μπορεί να παράγει ακριβά εμπορεύματα, χάνει κατά συνέπεια την παράδοξη όψη του. Είναι μόνο εκδήλωση του γενικού νόμου, πως η αξία ενός εμπορεύματος ρυθμίζεται από το ποσό της εργασίας πού έχει καταναλωθεί σ’ αυτό και πως το ποσό αυτό της εργασίας εξαρτιέται πέρα - πέρα από τις παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε και θα αλλάζει, κατά συνέπεια, κάθε φορά που μεταβάλλεται η παραγωγικότητα της εργασίας.


XIII. Οι κυριότερες προσπάθειες να υψωθεί ο μισθός ή να μην ελαττωθεί  
Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger